Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

28/10/1940 : Οι διεθνείς και οι τοπικές ορίζουσες της ορθής στρατηγικής ανάλυσης του Ιωάννη Μεταξά, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. (Τα διαγγέλματα του Νίκου Ζαχαριάδη και οι βενιζελικοί απότακτοι του 1935).


Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Εμμανουέλε Γκράτσι στο σπίτι του τότε πρωθυπουργού στην Κηφισιά σε ένα μυστηριώδες φιλμ εκείνης της εποχής. Το φιλμ αυτό φαίνεται ότι τραβήχτηκε και χρησιμοποιήθηκε και για προπαγανδιστικούς λόγους, κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, από το καθεστώς. Όμως, αυτό που είναι διαπιστωμένο από όσους γνωρίζουν, είναι ότι οι παρουσιαζόμενοι ως πρωταγωνιστές του, δεν είναι ηθοποιοί, που ενσάρκωσαν τους ρόλους των δύο ανδρών. Είναι και οι δύο, οι αυθεντικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ο Ιωάννης Μεταξάς, με την πυτζάμα, στον χώρο του σπιτιού του, όπου υποδέχτηκε τον Ιταλό πρέσβη και ο Εμμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος, μάλιστα στο φίλμ εμφανίζεται να δίνει μια επιστολή στον Έλληνα πρωθυπουργό! Με δεδομένο ότι οι πρωταγωνιστές είναι αυθεντικοί, το ερώτημα είναι το πότε και υπό ποιές συνθήκες, τραβήχτηκε αυτό το φιλμ. Η αρχική σκηνή των Γκράτσι και Μεταξά δεν μπορεί να ελήφθη, για λόγους αρχείου, αφού η εμφάνιση του Έλληνα δικτάτορα δεν είναι καθόλου επίσημη. Για τον λόγο αυτό, παραμένει μυστηριώδης η όλη κατασκευή αυτού του φιλμ. Μια πρώτη μου σκέψη είναι ότι ο Μεταξάς και ο Μανιαδάκης είχαν κάποια κρυφή κάμερα μέσα στο σαλόνι του σπιτιού της Κηφισιάς και έναν κάμεραμαν, για να κινηματογραφούνται οι συναντήσεις που ο τότε πρωθυπουργός έκρινε σημαντικές. Αν αυτό το σενάριο είναι βάσιμο, τότε προκύπτει, αβίαστα, το συμπέρασμα ότι ο Μεταξάς περίμενε τον Γκράτσι και το τελεσίγραφό του, είτε εκείνο το ιστορικό ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, είτε νωρίτερα. Θα ήταν πολύ χρήσιμη οποιαδήποτε παρέμβαση οποιουδήποτε γνωρίζει κάτι το σχετικό, διότι ο Αλέξης Παπαχελάς, ο οποίος το 2006 είχε παρουσιάσει σε εκπομπή του τηλεοπτικού "ΣΚΑΪ" το φιλμ αυτό, δεν έδωσε διευκρινήσεις για τις συνθήκες και την ημέρα κινηματογράφησής του, πέραν του γεγονότος ότι οι πρωταγωνιστές είναι αυθεντικοί. Για τον Ιωάννη Μεταξά, άλλωστε, δεν υπάρχει αμφιβολία...


Το να μισεί κάποιος τον Ιωάννη Μεταξά, το κατανοώ. Η ίδια η ιστορική διαδρομή του ανδρός είναι τέτοια που δικαιολογεί τα όποια αρνητικά συναισθήματα για το άτομό του - όπως, επίσης δικαιολογεί και τα θετικά συναισθήματα για τον ίδιο άνθρωπο.


Όταν, όμως, πρέπει να τον κρίνουμε για το έργο του (όπως ήδη έχω κάνει και στο περυσινό δημοσίευμά μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : "28/10/1940 : Το ραντεβού του Ιωάννη Μεταξά με την Ιστορία" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2010/10/28101940.html , το οποίο πρέπει να διαβαστεί, αφού το παρόν άρθρο αποτελεί συνέχεια εκείνου του δημοσιεύματος) και να κάνουμε μια ιστορική αποτίμηση του ανθρώπου αυτού, δεν έχουν θέση τα συναισθήματα. Και δεν έχουν θέση τα συναισθήματα, διότι αυτά θολώνουν τον νου και αλλοιώνουν την ψύχραιμη κρίση και απόφανση για το έργο που εξετάζεται και για την συγκεκριμένη συνεισφορά του πολιτικού άνδρα.


Και αυτό που κρίνεται εδώ είναι η προσφορά του Ιωάννη Μεταξά, ως πρωθυπουργού στην έναρξη και την διεξαγωγή του ελληνοϊταλικού πολέμου. Και κυρίως το αν έπραξε ορθά, ή όχι.


Φυσικά, το αν έπραξε ορθά, ή όχι, κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Το αποτέλεσμα, όμως, ήλθε πολύ μετά από την αρχική του απόφαση για αντίσταση κατά των Ιταλών και όταν πια αυτός δεν ζούσε. Ως εκ τούτου, η όποια δικαίωσή του, εκ του αποτελέσματος της ήττας των δυνάμεων του Άξονα, δεν αρκεί για να ολοκληρώσουμε την κρίση μας, για τις επιλογές και το έργο του Ιωάννη Μεταξά, διότι αυτές οι επιλογές, από μόνες τους θα μπορούσε να ήσαν προϊόν μiας καλής τύχης του ανδρός και όχι προϊόν μιας στρατηγικής και τακτικής του ανάλυσης των δεδομένων, που είχε μπροστά του και - το κυριότερο - των μεσομακροπρόθεσμων προβολών τους στο μέλλον, γύρω από την εξέλιξη του πολέμου.




Οι διεθνείς ορίζουσες της γεωστρατηγικής ανάλυσης του Ιωάννη Μεταξά, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.



Πολύ περισσότερο από τους Ιταλούς, μας περίμεναν οι μεταναζιστές απόγονοι της ναζιστικής ελίτ εκείνης της εποχής. Μας περίμεναν εξ αιτίας της 28ης Οκτωβρίου του 1940, η οποία υπήρξε μοιραία για τους ναζιστές προγόνους τους. Αν θυμηθούμε την ανάλυση του Χίτλερ, για τις αιτίες της γερμανικής ήττας, περιμένοντας τον Απρίλιο του 1945 το αναπόφευκτο τέλος του, αντιλαμβανόμαστε το γιατί η σύγχρονη εθνικιστική γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ απολαμβάνει, κατά κάποιον τρόπο, τώρα, την εκδίκησή της. (Το εκπληκτικό σκίτσο του ΣΤΑΘΗ, είναι από το ... αυριανό φύλλο της εφημερίδας "ΤΟ ΠΑΡΟΝ", που μόλις πρόλαβα)...


Τα δεδομένα που εμείς τώρα έχουμε, για να κρίνουμε το έργο του και τις αποφάσεις του, που τον οδήγησαν στην επιλογή του, για αντίσταση στις αξιώσεις του υπερφίαλου ηγέτη του ιταλικού φασισμού, φυσικά, δεν παραπέμπουν, σε μια τυχαία απόφαση του τότε πρωθυπουργού. Αντιθέτως, παραπέμπουν σε μια λεπτομερειακά επεξεργασμένη στρατηγική και τακτική ανάλυση, που συνοδεύτηκε από την κατάλληλη προετοιμασία και η οποία οδήγησε τον Ιωάννη Μεταξά στο περιφραστικό "ΟΧΙ", όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις του στους εκδότες και στους αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου, στις 30/10/1940.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ενάργεια της σκέψης και της ανάλυσης του ανδρός. Και ακόμα περισσότερο εντυπωσιάζει η ακριβής (η κινηματογραφική, η βιντεοσκοπημένη, θα μπορούσε να πει κάποιος) περιγραφή του μέλλοντος, το οποίο εκτυλίχθηκε έτσι, ακριβώς, όπως το προέβλεψε ο Ιωάννης Μεταξάς, του οποίου οι πολιτικοστρατιωτικές ικανότητες ήσαν αναμφισβήτητες και λειτούργησαν πάντοτε, όταν ο άνθρωπος αυτός ήταν ψύχραιμος και μακριά από τα προσωπικά και τα πολιτικά του πάθη, τα οποία ήσαν μεγάλα.

Αλλά το 1940 δεν ήταν όπως το 1915, ούτε όπως το 1920, όταν το (ανεξήγητο) μίσος του για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τα ακραιφνή φιλοβασιλικά του αισθήματα τον τύφλωναν τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί να προβαίνει σε ψύχραιμες αναλύσεις των δεδομένων, που είχε μπροστά του, οδηγούμενος σε τραγικά εσφαλμένες εκτιμήσεις, για τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες εκτιμήσεις τον οδήγησαν (βοηθούσης και της γερμανικής του παιδείας) σε έναν άκρατο και εσφαλμένο φιλογερμανισμό, τον οποίον η χώρα τον πλήρωσε και τον πληρώνει ακόμα. (Ποιός γνωρίζει και ποιός θυμάται ότι οι Βρετανοί το 1915 προσέφεραν στην Ελλάδα του Ελευθερίου Βενιζέλου, την Κύπρο, ως αντάλλαγμα, για την είσοδό της χώρας μας στο πλευρό της Αντάντ και ότι αυτή η ιστορική ευκαιρία χάθηκε, επειδή ο εθνικός διχασμός δεν επέτρεψε την αξιοποίηση της βρετανικής προσφοράς; ).

Το 1940 (και αρκετά πριν από αυτό, δηλαδή από την εποχή που ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας, με την ψήφο του κοινοβουλίου), όμως, γέροντας πια, στην ηλικία των 70 ετών και έχοντας πραγματοποιήσει την κυρίαρχη φιλοδοξία του να γίνει πρωθυπουργός και περίπου απόλυτος κυβερνήτης του τόπου, ήταν αρκετά νηφάλιος και εντελώς ψύχραιμος, έτσι ώστε να μπορεί να μην επιτρέπει στα συναισθήματά του να θολώνουν τον νου και την κρίση του. Το 1940 ήταν ικανός να βλέπει τα δεδομένα, που ήταν μπροστά του και να τα προβάλει στο μέλλον. Και αυτό το τελευταίο - η προβολή των δεδομένων της καθημερινής ζωής στο μέλλον - ήταν το κυριότερο.

Και ήταν το κυριότερο, διότι, αν ο Ιωάννης Μεταξάς έμενε στην απλή ανάλυση των δεδομένων, που υπήρχαν στο ευρωπαϊκό σκηνικό, τότε η απόφασή του, πολύ πριν από το ιταμό τελεσίγραφο του δικτάτορα της Ρώμης, θα έπρεπε να είναι διαφορετική. Θα έπρεπε να συμπαραταχθεί με τις δυνάμεις του Άξονα, που επικρατούσαν στα πολεμικά πεδία, είχαν την ηπειρωτική Ευρώπη στα χέρια τους και την "Σοβιετική Ένωση" δεμένη, με το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ, ουσιαστικά, στο άρμα της Γερμανίας, αφού η Βρετανία στριμωγμένη στο νησί της μαχόταν υπέρ βωμών και εστιών, πλήρως απομονωμένη και χωρίς πολεμικά αντίβαρα και αντιπερισπασμούς, εις βάρος του Χίτλερ, στον ευρασιατικό χώρο (το ότι, ανοήτως, και εντελώς καταστροφικά, ο ηγεμόνας του Βερολίνου δημιούργησε μόνος του και χωρίς ουσιαστικό λόγο αυτού του είδους τα αντίβαρα και τους αντιπερισπασμούς, που ευνόησαν την Βρετανία και της έδωσαν τις απαραίτητες τεράστιες ανάσες, σώζοντάς την από την επίθεση του Γερμανού δικτάτορα, με την εισβολή του στην "Ε.Σ.Σ.Δ" τον Ιούνιο του 1941, αφορά μια άλλη συζήτηση, που δεν είναι της παρούσης).

Ο Ιωάννης Μεταξάς, όμως, δεν έμεινε στην τρέχουσα ανάλυση της επικρατούσας κατάστασης στον ευρωπαϊκό χώρο. Έκανε αυτό που δεν έκαναν πολλοί άλλοι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίοι συμπαρατάχθηκαν με τους ισχυρούς της ημέρας. Όντας παλαιός επιτελικός στρατιωτικός προέβαλε τα δεδομένα στο μέλλον και είδε ότι, για να επικρατήσει η Γερμανία, έπρεπε η πολεμική της νίκη στο ευρωπαϊκό μέτωπο να είναι γρήγορη και να την οδηγήσει στην παγκόσμια κυριαρχία - στην κοσμοκρατορία -, όπως την χαρακτήρισε ο τότε πρωθυπουργός στους εκδότες.

27/4/1941 : Οι ναζί κάτω από την Ακρόπολη. Η νίκη τους στο ελληνικό μέτωπο αποδείχτηκε πύρρειος, αφού καθυστέρησε σημαντικά την έναρξη του πολέμου κατά της "Ε.Σ.Σ.Δ." Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δίκιο...



Γιατί ο Μεταξάς ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του τον Οκτώβριο του 1940; Πως "μάντεψε" τις εξελίξεις και πρόβλεψε την ήττα του Άξονα; Ποιές ήσαν ορίζουσες της γεωστρατηγικής ανάλυσής του;

Δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθούμε, γιατί ο Μεταξάς ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή του το 1940. Όπως, επίσης, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το πως προέβλεψε τις εξελίξεις και την ήττα Άξονα, αν εξετάσουμε τις ορίζουσες της ανάλυσής του, που στηρίζονταν στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και την ισορροπία των δυνάμεων.

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την συνέχεια του Πρώτου Πολέμου την περίοδο 1914 - 1918. Οι μόνες διαφορές ανάμεσα στους δύο πολέμους εντοπίζονταν στην νέα στρατιωτική τεχνολογία, η οποία είχε εξελιχθεί πολύ, σε σχέση με το παρελθόν και στην πολύ μεγαλύτερη δύναμη των Γερμανών, που ήταν προϊόν του καλύτερου στρατιωτικού επιτελείου και φυσικά του καλύτερου στρατηγικού σχεδίου, που διέθεταν οι Γερμανοί, γεγονός που τους επέτρεψε να κυριαρχήσουν, πολύ νωρίς, στην ηπειρωτική Ευρώπη και κυρίως στην Γαλλία, η οποία, αν και υπερείχε στρατιωτικά, είχε ένα νωθρό γενικό επιτελείο το οποίο είχε μείνει στις αμυντικές τακτικές της γραμμής Μαζινό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι που ο Γκουντέριαν έκοψε στην μέση την Γαλλία και την υποχρέωσε να παραδοθεί, μέσα σε έναν μήνα.

Όμως, παρά το blitzkrieg, η αρχιτεκτονική του πολέμου και των εξ αντικειμένου αναγκαιοτήτων για την επίτευξη μιας γρήγορης γερμανικής νίκης δεν άλλαξε. Οι Γερμανοί έπρεπε να νικήσουν αποφασιστικά και γρήγορα στα πεδία των μαχών και να καταβάλουν και να καταλάβουν την Βρετανία, για να κυριαρχήσουν πλήρως στην Ευρώπη. Και από εκεί και πέρα, επειδή η Βρετανία ήταν θαλασσοκράτειρα και αυτοκρατορική δύναμη (μπορεί αυτή η δύναμη να έδυε, αλλά εκείνη την εποχή, αυτό, ακόμα, δεν είχε γίνει αντιληπτό), η Γερμανία χρειαζόταν να ασκήσει, σε έναν σημαντικό βαθμό, κοσμοκρατορική πολιτική. Αυτό, όμως, η Γερμανία δεν το μπορούσε.

(Παρένθεση : Ούτε και σήμερα το μπορεί. Η Γερμανία αδυνατεί να ηγηθεί της Ευρώπης και γι' αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση - και πολύ περισσότερο η ευρωζώνη - κινδυνεύουν να εξαφανισθούν από προσώπου γης). 

Αυτό ο Μεταξάς το γνώριζε πολύ καλά, αφού αυτό το είχε διδαχθεί στα πεδία των μαχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν είχαν διαψευσθεί οικτρά οι προσδοκίες του, μαζί με την πίστη του για την νίκη των Γερμανών. Μια νίκη που ποτέ δεν ήλθε. Το αντίθετο, μάλιστα, αυτό που ήλθε ήταν μια ταπεινωτική και οικονομικά αφαιμακτική ήττα, η οποία επισημοποιήθηκε με την ληστρική Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Αυτή η διάψευση ήταν που καθοδήγησε την στάση του Μεταξά και στον Μεσοπόλεμο και στην διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αφού τον δίδαξε ότι η Γερμανία μπορεί να ήταν μια πολύ ισχυρή χώρα, αλλά δεν ήταν πανίσχυρη, διότι συσπείρωνε εναντίον της όλες τις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες, σαν παλιές δυνάμεις που ήσαν (μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία ήταν ένα νέο κράτος, προϊόν του Βίσμαρκ) είχαν με το μέρος τους το status quo, το οποίο αυτές είχαν διαμορφώσει, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους και δεν ήσαν διατεθειμένες να δεχθούν την πλήρη αλλαγή του, όπως ζητούσε μια αναθεωρητική δύναμη, σαν την Γερμανία.

Βέβαια, η γοργή και συνάμα αναπάντεχη πτώση της Γαλλίας, μπέρδεψε τα πράγματα, διότι ο Χίτλερ πέτυχε, πάρα πολύ νωρίς, σε σχέση με τον Πρώτο Πόλεμο, μια σύντομη νίκη και περίπου πλήρη κυριαρχία, στην ηπειρωτική Ευρώπη, κάτι που δεν είχε συμβεί στην πολεμική περίοδο 1914 -1918. Αλλά τα στρατηγικά δεδομένα στον ευρωπαϊκό και στον παγκόσμιο χώρο δεν άλλαξαν, παρά τις πολύ σημαντικές τακτικές νίκες των Γερμανών.

Και αυτά τα στρατηγικά δεδομένα είχαν να κάνουν με την σχετικά μικρή αριθμητική δύναμη των γερμανικών δυνάμεων και των αντίστοιχων παραγωγικών και ανθρώπινων πόρων, σε σχέση με την δύναμη των κυριότερων αντιπάλων τους, που ήσαν, όχι μόνον η Βρετανική αυτοκρατορία, αλλά και οι Η.Π.Α., οι οποίες μπορεί να ήσαν έξω από τον πόλεμο, αλλά θα ελάμβαναν - με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και με οποιαδήποτε αφορμή, αφού προηγουμένως η αμερικανική ελίτ θα κατάφερνε να πείσει τον αμερικανικό λαό - μέρος σε αυτόν, διότι ήταν δεδομένο ότι τα συμφέροντά τους ήσαν εντελώς αντίθετα από αυτά των Γερμανών. Οι Η.Π.Α. δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την γερμανική κυριαρχία στον ευρωπαϊκό χώρο, αφού τα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα συνδέονταν με μια πολυδιασπασμένη Ευρώπη, η ύπαρξη της οποίας, προφανώς, συνέπλεε, με τα συμφέροντα της αμερικανικής πολιτικοστρατιωτικής και οικονομικής ελίτ, αφού μόνον έτσι, μέσω αυτής της πολυδιασπασμένης Ευρώπης, θα μπορούσε να κατοχυρωθεί η αμερικανική οικονομική και στρατιωτική επικυριαρχία στον ευρωπαϊκό χώρο - μην ξεχνάμε ότι ήδη από την δεκαετία του 1910 οι Η.Π.Α. ήσαν η πρώτη οικονομική δύναμη στον κόσμο.

Πίσω, λοιπόν, από τις όποιες τακτικές διαφοροποιήσεις (που ήσαν σημαντικές) στα γεγονότα, ο Μεταξάς αντελήφθη ότι, στρατηγικά, τα πράγματα το 1940 δεν είχαν διαφοροποιηθεί σε σχέση με το 1914 - 1918, παρά το γεγονός ότι η Γερμανία του Χίτλερ είχε δύο συμμάχους, που δεν τους είχε κατά τον πρώτο πόλεμο. Τους Ιταλούς, οι οποίοι ήσαν βάρος για την Γερμανία και ανασχετική δύναμη στις όποιες γερμανικές πρωτοβουλίες και τους Ιάπωνες, τους οποίους ο Χίτλερ χρησιμοποίησε για να καλύψει το κενό που υπήρχε και που είχε να κάνει με την αδυναμία της Γερμανίας να ασκήσει μια πλήρη κοσμοκρατορική πολιτική. Και ακριβώς επειδή οι ισορροπίες δεν είχαν ανατραπεί - παρά την απρόσμενη γαλλική ήττα, που τρομοκράτησε όλες τις ευρωπαϊκές ελίτ, πολλές από τις οποίες παραδόθηκαν στην αγκαλιά του Χίτλερ (ανάμεσα σ' αυτές και η ιταλική φασιστική ελίτ του Μπενίτο Μουσσολίνι) - ο Μεταξάς κατέληξε στο φυσιολογικό συμπέρασμα ότι η ανυπαρξία μιας γρήγορης νίκης της Γερμανίας, οδηγούσε, σε βάθος χρόνου, τον Άξονα σε μια ήττα, η οποία θα ήταν πλήρης.

Γι' αυτό και ο Μεταξάς δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να αντιστρέψει τα όποια συμπεράσματα και τις φιλογερμανικές θέσεις, που με φανατισμό είχε υποστηρίξει κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και από γερμανόφιλος να γίνει βρετανόφιλος. Και όντας απελευθερωμένος από τα προσωπικά και τα πολιτικά του πάθη, με μια ριψοκίνδυνη, είναι η αλήθεια, αλλά και συνάμα ορθή ανάλυση, κατέληξε στο να αρνηθεί να υποκύψει στο άθλιο ιταλικό τελεσίγραφο και κυριολεκτικά να σωθεί από την ιστορική ανυποληψία, η οποία θα είχε τα ερείσματά της σε όλον τον προηγούμενο βίο του και ιδίως αυτόν, με την κήρυξη της δικτατορίας της 4/8/1936.

Και φυσικά, έπραξε ορθά. Για να σώσει, όχι μόνον την προσωπική του τιμή και υστεροφημία, αλλά και την τιμή της χώρας και του ελληνικού λαού, που πήρε επάνω του τον πόλεμο αυτό, καθιστώντας τον έναν λαϊκό πόλεμο κατά των ξένων εισβολέων και κατά της επακολουθήσασας τριπλής κατοχής.

Έναν πόλεμο, που, εκτός από πόλεμος του λαού, κατά των εισβολέων και μετέπειτα κατακτητών, ήταν και ένας δίκαιος πόλεμος.

Αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί στον Ιωάννη Μεταξά (και ήδη αναγνωρίζεται), με ψυχραιμία και νηφαλιότητα από όσους ασχολούνται με την Ιστορία, είτε ως ιστορικοί, είτε ως ιστοριοδίφες, είτε ως ενδιαφερόμενοι αναγνώστες.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μην αναγνωρισθεί...



Οι τοπικές βαλκανικές ορίζουσες της στρατηγικής ανάλυσης του Ιωάννη Μεταξά, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Αφού είδαμε τις διεθνείς ορίζουσες της γεωστρατηγικής ανάλυσης του Ιωάννη Μεταξά, που τον οδήγησαν στο να προειδεί το αναπόφευκτο της ήττας του Άξονα, καιρός τώρα είναι να δούμε και τις τοπικές (βαλκανικές και ελληνικές) ορίζουσες αυτής της γεωστρατηγικής ανάλυσης.
Όπως και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πεδίο, έτσι και στο τοπικό πεδίο των Βαλκανίων και στον ελλαδικό χώρο, οι αντιπαρατιθέμενες δυνάμεις και οι ορίζουσες της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής δεν είχαν διαφοροποιηθεί από την περίοδο 1914 - 1918. Μόνον που, ειδικά στα Βαλκάνια αυτές οι ορίζουσες και οι ισορροπίες των δυνάμεων είχαν διαμορφωθεί καθοριστικά από τους βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 1913. Οι ισορροπίες αυτές καθιστούσαν την Ελλάδα, κατά πρώτο λόγο και την Γιουγκοσλαβία, κατά δεύτερο, ως τις ευνοημένες δυνάμεις από αυτήν την ισορροπία, αφού αυτές ήσαν οι νικήτριες δυνάμεις των πολέμων αυτών και είχαν διαμοιράσει το μέγιστο μέρος των οθωμανικών εδαφών σε Μακεδονία και Θράκη, εις βάρος της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Αυτή η κατάσταση οδηγούσε την Βουλγαρία σε μια δύσκολη θέση κομπάρσου στον βαλκανικό χώρο, έναν ρόλο που δεν μπορούσε να αποδεχθεί. Γι' αυτό και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο συμπαρατάχθηκε με την Γερμανία, όπως και η ψυχορραγούσα Οθωμανία, προκειμένου να θέσει ζήτημα αναθεώρησης του status quo. Η συμμαχία όμως αυτή υπήρξε αποτυχημένη και αλυσιτελής, διότι η Γερμανία ηττήθηκε. Μαζύ με αυτήν ηττήθηκε και η Βουλγαρία, η οποία, όμως, ουδέποτε απεδέχθη, ως μια μόνιμη κατάσταση αυτήν την διαμόρφωση των συνόρων στα νότια Βαλκάνια.


Η έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, βρίσκοντας την ίδια ισορροπία δυνάμεων στην Βαλκανική Χερσόνησο, ήταν φυσικό να αναβιώσει στην πορεία του χρόνου και τις παλαιές συμμαχίες του Πρώτου Πολέμου. Βέβαια, αυτό δεν έγινε αυτόματα, διότι η Βουλγαρία, όταν ο Μπενίτο Μουσσολίνι επιτέθηκε στην Ελλάδα, αρνήθηκε να τον συνδράμει και να εισβάλει στα ελληνικά εδάφη της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. (Ο υπερφίαλος Μουσσολίνι, όταν άρχισε να προσαρμόζεται στο γεγονός ότι δεν επρόκειτο να κάνει περίπατο στην Ελλάδα, έριξε τις ευθύνες στον Βούλγαρο βασιλιά Βόρι, για το γεγονός ότι αρνήθηκε να επιτεθεί στην Ελλάδα και να δημιουργήσει έτσι ένα δεύτερο μέτωπο, το οποίο θα διευκόλυνε τους Ιταλούς εισβολείς). Η άρνηση του Βόρι, βέβαια, ήταν, εν μέρει καιροσκοπική, αλλά ήταν και προϊόν φόβου μπροστά σε αυτό που είχε να αντιμετωπίσει.


Και ήταν καιροσκοπική η στάση του Βόρι, διότι ο Μουσσολίνι δεν ήταν Χίτλερ και ως εκ τούτου περίμενε να δει το κατά πόσο η Ελλάδα θα άντεχε και ήθελε μια επισημοποιημένη συμφωνία, στην οποία να συμμετείχε και η Γερμανία, μια συμφωνία, η οποία θα πραγματοποιούσε όλα τα σχέδια του βουλγαρικού εθνικισμού, με την έξοδο στο Αιγαίο να κυριαρχεί, μέσα στα σχέδια αυτά.


Από την άλλη πλευρά, αυτό που φόβιζε τον Βόρι και την ελίτ της Σόφιας, ήταν η ισχύς του ελληνικού στρατού και ιδιαίτερα τα οχυρά Μεταξά, τα οποία ήσαν μια σύγχρονη έκδοση της γραμμής Μαζινώ, εκτείνονταν στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο και ήσαν ένα ηράκλειο έργο του Ιωάννη Μεταξά. Από τα οχυρά αυτά ο βουλγαρικός στρατός ήταν αδύνατο να περάσει, κάτι που ειπώθηκε, μετά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα από τους Γερμανούς επιτελείς, οι οποίοι εκτίμησαν ότι κανείς βαλκανικός στρατός μπορούσε να αντιμετωπίσει τα οχυρά αυτά. Πρόσθετος (αλλά καθόλου μικρός) ήταν και ο φόβος του Βόρι για την ελληνοβρετανική συμμαχία, που θα επισημοποιούσε η ιταλική εισβολή, αλλά και η στάση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία ήταν απρόβλεπτη.


Για όλους αυτούς τους λόγους ο Βόρις προτίμησε την ουδετερότητα, περιμένοντας, σαν ύαινα, την ελληνική ήττα, για να αρπάξει εύκολα στην συνέχεια αυτό που πάντοτε ήταν ο διακαής πόθος της βουλγαρικής ελίτ : Η Μακεδονία, η Θράκη και η έξοδος στο Αιγαίο.


Όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να βοηθήσει τον Μουσσολίνι και να επιτεθεί στην Ελλάδα, ο Βόρις εισήλθε στον πόλεμο και άφησε τους ναζί να περάσουν από τα βουλγαρικά εδάφη, παίρνοντας ένα μεγάλο κομμάτι από όσα ζητούσε. Έτσι, η Βουλγαρία, μετά από την Γερμανία και την Ιταλία, ήταν ο τρίτος κατακτητής της χώρας μας. Και μακροπρόθεσμα ο πιο επικίνδυνος, λόγω των ευρύτατων εδαφικών του διεκδικήσεων.


Αυτόν τον κίνδυνο ήθελε να αποτρέψει ο Ιωάννης Μεταξάς και γι' αυτό, σε τοπικό επίπεδο, μια σημαντική ορίζουσα των στρατηγικών του απόψεων συνοψίζονταν στην αντιμετώπιση των αναθεωρητικών σχεδίων της βουλγαρικής κυβερνώσας ελίτ.




Διάγραμμα με το ανατραπέν ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων, μέσα στον ελληνικό πληθυσμό, ως αποτέλεσμα της πείνας του χειμώνα 1941 - 1942. Η ελληνική ήττα υπήρξε προσωρινή, αλλά ήταν καταστροφική...


Αυτό που έχει τεράστια σημασία να δούμε είναι η πλήρης γνώση του Μεταξά, σχετικά με το ότι η Ελλάδα έμπαινε σε μεγάλες περιπέτειες και ότι βάδιζε προς μια (πρόσκαιρη και συνάμα καταστροφική) ήττα. "Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει", είπε στους εκδότες, μέσα σε μια έκρηξη ευθυκρισίας, ειλικρίνειας, που συνοδεύονταν από μια βαθιά αίσθηση του καθήκοντος.

Όμως, η βεβαιότητα της ήττας, μπορεί να ήταν κάτι το φυσιολογικό εκείνη την εποχή, λόγω των υπέρτερων δυνάμεων του εισβολέα (που τελικά λόγω της κομπορρημοσύνης του Ιταλού δικτάτορα δεν ήσαν και τόσο υπέρτερες στο αρχικό πεδίο των μαχών), έστω και αν έπρεπε να υπάρξει ένα γερμανικό bypass, προκειμένου να βοηθηθούν οι Ιταλοί και να υποκύψει η χώρα μας και μπορεί αυτή η ήττα να προδίκαζε και τις καταστροφικές επιπτώσεις, που θα επακολουθούσαν (και που, όντως, επακολούθησαν). Αλλά τίποτε δεν προδίκαζε ότι αυτή η ήττα θα ήταν προσωρινή.

Η προσωρινότητα της ήττας δεν προέκυπτε από το τοπικό πεδίο των δυνάμεων στην Βαλκανική και στον, με επίθεση απειλούμενο, ελληνικό χώρο. Το αντίθετο, μάλιστα.

Η προσωρινότητα της ελληνικής ήττας στον πόλεμο προέκυπτε, μόνον, από την ευρύτερη γεωστρατηγική ανάλυση των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων δυνάμεων, που έκανε ο Ιωάννης Μεταξάς, η οποία ανάλυση τον οδηγούσε στην ακράδαντη πεποίθηση ότι ο Άξονας μακροπρόθεσμα θα ηττάτο, θα υφίστατο συντριβή, όπως, χαρακτηριστικά, είπε στους εκδότες ο γηραιός Κεφαλλονίτης.

Και αυτή του η απόλυτα ορθή και εκπληκτικά προορατική γεωστρατηγική του ανάλυση για την ήττα (την συντριβή) της παλαιάς και πρώην αγαπημένης του Γερμανίας είναι που τον έκανε, όχι μόνον να μην μπορεί να πει το "ΝΑΙ" στο ελεεινό τελεσίγραφο του δικτάτορα της Ρώμης, αλλά και να πιστεύει και να επιθυμεί να πει το περιφραστικό "ΟΧΙ", που είπε στον Εμμανουέλε Γκράτσι εκείνη την νύχτα προς το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου του 1940.

Και γι' αυτό του το έργο, του αξίζει η δέουσα ιστορική αναγνώριση, αφού έτσι έσωσε την τιμή της χώρας και του λαού της, ο οποίος μετέτρεψε τον πόλεμο σε έναν λαϊκό πόλεμο, κατά των εισβολέων και των μετέπειτα κατακτητών.


 Η εσωτερική πολιτική τακτική του Ιωάννη Μεταξά, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.


                                   Το διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά της 28/10/1940.


Ο Ιωάννης Μεταξάς σε photo της 28/10/1940, λίγες ώρες μετά την κήρυξη του πολέμου.


Προς τον ελληνικόν λαόν,


Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της. θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα, αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο, ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.

Έλληνες,

τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τα ιεράς μας παραδόσεις.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών


Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως

Ιωάννης Μεταξάς



Θα μιλήσω εδώ για τις "ελευθερίες" στις οποίες αναφέρεται ο Ιωάννης Μεταξάς στο δήθεν αντιφατικό διάγγελμα του δικτάτορα και για το ατυχές εγχείρημα του σταλινικού Karhergr να οικοδομήσει αυτήν την (ψευδο)αντιφατικότητα του διαγγέλματος. (Μπορείτε να διαβάσετε τους ισχυρισμούς του Karhergr στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://www.freeforum-gr.net/index.php?topic=7835.msg59058#msg59058 ).

Κατ' αρχήν, ο Ιωάννης Μεταξάς, στο διάγγελμα, δεν ομιλεί περί ελευθεριών. Ομιλεί περί ελευθερίας. Και αυτό είναι σημαντικά διαφορετικό, διότι η αναφορά στην ελευθερία γίνεται για πολύ συγκεκριμένο λόγο. Και ο λόγος αυτός έχει να κάνει με το επίδικο αντικείμενο εκείνης της στιγμής, που προφανώς δεν ήσαν οι καταργημένες δημοκρατικές ελευθερίες, αφού το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα είχε καταλυθεί - γι' αυτό, άλλωστε και ο Ιωάννης Μεταξάς δεν χρησιμοποιεί τον πληθυντικό αριθμό ("ελευθερίες"), αλλά τον ενικό αριθμό (ελευθερία).

Όταν λοιπόν ο τότε πρωθυπουργός μιλούσε, περί "της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας", αναφερόταν σε ένα πασίδηλο και προφανές είδος ελευθερίας. Αυτό που οι ουδόλως ψύχραιμοι κριτές του δεν θέλουν να δουν : Την διακυβευόμενη, από την ιταλική επίθεση, εθνική ελευθερία των Ελλήνων, την οποία μας εξασφάλισαν με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της δεκαετίας του 1820 οι Έλληνες αγωνιστές εκείνης της εποχής. (Στην υπεράσπιση αυτής της ελευθερίας - της εθνικής ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας -, άλλωστε, αναφερόταν και ο Νίκος Ζαχαριάδης στην πατριωτικού περιεχομένου πρώτη επιστολή του, καλώντας τον ελληνικό λαό να συμμετάσχει στον πόλεμο που διηύθυνε η κυβέρνηση Μεταξά, δίχως καμμία επιφύλαξη).

Ουδεμία λοιπόν αντίφαση υπάρχει στο πατριωτικό διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά εκείνης της εποχής. Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν παρίστανε τον δημοκράτη (αν και υπήρξε αντιφατικός ως προς την διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, το οποίο στην αρχή το έβλεπε σαν ένα προσωρινό καθεστώς, ενώ με την πάροδο του χρόνου άλλαζε αυτή του η θεώρηση, δίνοντάς του μονιμότερα χαρακτηριστικά) και φυσικά δεν αναφερόταν στις δημοκρατικές ελευθερίες του ελληνικού λαού.

Χρειάζονται μεγάλες δόσεις κακοπιστίας, για να μην δει κάποιος αυτήν την αλήθεια. Και όσο και αν παίξει με τις λέξεις αυτήν την κακοπιστία δεν μπορεί να την κρύψει.





Οι επιστολές - διαγγέλματα του Νίκου Ζαχαριάδη, ο Ιωάννης Μεταξάς και οι κομμουνιστές κρατούμενοι στην διάρκεια του πολέμου.



Ο Νίκος Ζαχαριάδης, σε πρόσφατη αφίσσα, δια της οποίας αναγγέλθηκε η εκδήλωση του Κ.Κ.Ε. της 2/10/2011, με την οποία έγινε και επίσημα, η κομματική αποκατάσταση του ιστορικού ηγέτη του παλαιότερου ελληνικού κόμματος.


ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλαίβει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό, που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα 31 του Οχτώβρη 1940

ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ



Ο Ιωάννης Μεταξάς, παρά την πατριωτική επιστολή του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. δεν απελευθέρωσε τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους. Φυσικά, ο Ιωάννης Μεταξάς θα μπορούσε να απελευθερώσει τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους και να στείλει στο μέτωπο όσους ήθελαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο κατά των Ιταλών - και η παραπάνω πρώτη επιστολή του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. Νίκου Ζαχαριάδη, που καλούσε για αντίσταση στην ιταλική επίθεση και τασσόταν υπέρ της λαϊκής συμμετοχής στον πόλεμο, που διεξήγαγε η κυβέρνηση Μεταξά, θα συνηγορούσε σε μια τέτοια κίνηση.

Αλλά το τότε status της "Σοβιετικής Ένωσης" και η όλη ιστορία του Κ.Κ.Ε. και της Κομμουνιστικής Διεθνούς (που χαρακτήριζε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό πόλεμο), έκανε τον Έλληνα δικτάτορα να δυσπιστεί απέναντι στον μηχανισμό του κόμματος και στην σταθερότητά του στην υπεράσπιση αυτής της γραμμής, η οποία ήταν προϊόν και της απομόνωσης που είχε επιβληθεί στον Νίκο Ζαχαριάδη, κάτι που γνώριζαν και ο Μεταξάς και ο Μανιαδάκης, οι οποίοι είχαν επιβάλει αυτήν την απομόνωση και είχαν αποδιοργανώσει τον μηχανισμό του ελληνικού σταλινολενινιστικού κόμματος, του οποίου την αναδιοργάνωση εφοβούντο διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Και φυσικά, η δυσπιστία του Ιωάννη Μεταξά δεν ήταν αβάσιμη. Και δεν ήταν αβάσιμη διότι η δεύτερη επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη και η αξίωσή του να ... περιοριστεί ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στα ελληνικά σύνορα (!!!) και να μην επεκταθεί στα αλβανικά εδάφη, διότι αλλιώς θα ήταν ... ιμπεριαλιστικός (!!!) και οι προτάσεις του για ... ειρήνη με την μεσολάβηση της "Σοβιετικής Ένωσης", δεν ήσαν απλώς προϊόντα εξωπραγματικών εκτιμήσεων του ηγέτη του Κ.Κ.Ε., αλλά και μια προσπάθεια εξισορρόπησης του πατριωτικού περιεχομένου της πρώτης επιστολής, για την οποία, πολύ αργότερα, ο Νίκος Ζαχαριάδης κατηγορήθηκε, ως εθνικιστής, από την Επιτροπή Γκεοργκίου Ντεζ, τον "εισαγγελέα" Όττο Κουουζίνεν και τους χρουστσωφικούς το 1956, όταν το Κ.Κ.Σ.Ε. πραξικοπηματικά παρενέβη στο Κ.Κ.Ε. και επέβαλε την αλλαγή της ηγεσίας του.

Ας δούμε αυτή την δεύτερη επιστολή του τότε ηγέτη του Κ.Κ.Ε. :

"Ολόκληρος ο λαός της Ελλάδας ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος και χάλασε τα σχέδια του φασισμού. Με το αίμα του ο λαός εξασφάλισε τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Εξω απ’ αυτά η Ελλάδα δεν έχει καμιά θέση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και την Ιταλία – Γερμανία. Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μονάχα πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους:

1) Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 του Οχτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική – οικονομική – πολιτική ζημιά σε βάρος της Ελλάδας,

2) Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ’ τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας.

Με βάση τους δυο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως απ’ την κυβέρνηση της ΕΣΣΔ να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό είναι σήμερα το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρο. Και η πράξη έχει αποδείξει ότι μόνον η ΕΣΣΔ σήμερα έσωσε την ειρήνη και ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας – Τουρκίας.


26 του Νοέμβρη 1940

Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

ΥΓ: Είμαστε υποχρεωμένοι να ζητήσουμε ειρήνη έντιμη και δίχως κυρώσεις και για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά τόσο τον εθνικό – αμυντικό – απελευθερωτικό χαρακτήρα του πολέμου που κάνουμε, όσο και ότι είμαστε ξένοι προς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που κάνουν οι πλουτοκρατικές μεγάλες δυνάμεις. Αν σήμερα δε δουλέψουμε για μια έντιμη ειρήνη ο πόλεμος θα χάσει για μας τον εθνικό αμυντικό χαρακτήρα του, θα γίνει κατακτητικός και τότε θα έχει αντίθετο το λαό".


Ως εκ τούτου, ό,τι έπραξε ο Ιωάννης Μεταξάς, δεν το έπραξε από απλό αντικομμουνισμό, αλλά έλαβε υπόψη του τις συνθήκες του πολέμου, που διεξήγαγε και τις πιθανότητες υπονόμευσής του από τον σταλινικό μηχανισμό. Δεν ήταν, λοιπόν, εντελώς αδικαιολόγητο αυτό που έπραξε με την μη απελευθέρωση των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων. Το αν ήταν σωστό, ή όχι, είναι κάτι που είναι υπό συζήτηση.

Αυτό που δεν είναι υπό συζήτηση είναι αυτό που έκαναν οι διάδοχοί του, οι οποίοι έπρεπε να αφήσουν ελεύθερους τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατουμένους, όταν οι ναζί έμπαιναν στην Αθήνα. Δεν το έπραξαν και κακώς δεν το έπραξαν, διότι η μάχη της Ελλάδας είχε κριθεί και ο σταλινολενινιστικός μηχανισμός δεν μπορούσε να δημιουργήσει προσκόμματα στην διεξαγωγή του πολέμου, ενώ θα ήταν και μια πηγή κινδύνου για τους κατακτητές - κάτι που έγινε όταν η "Ε.Σ.Σ.Δ." υποχρεώθηκε να μπει στον πόλεμο, μετά την ναζιστική εισβολή στα εδάφη της . Το γιατί δεν το έπραξαν είναι συζητήσιμο. Η κυβέρνηση εκείνης της εποχής, βέβαια, είχε άλλα, ως προτεραιότητα να σκεφθεί και οι εξελίξεις υπήρξαν τόσο καταιγιστικές, που δεν της επέτρεψαν να ασχοληθεί με αυτά τα ζητήματα. Άλλωστε (καλώς ή κακώς) η ελληνική πολιτικοστρατιωτική ελίτ πίστευε ότι η "Ε.Σ.Σ.Δ." ουσιαστικά έβαζε πλάτη στον Άξονα και πολλοί περίμεναν ότι κάποια στιγμή ήταν πιθανόν να συμπαρετάσσετο, με τους Γερμανούς και φυσικά δεν ενδιαφέρθηκαν για την τύχη των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων.

Αυτό, όμως, δεν έχει καμμία σχέση με τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος, ίσως και να έπραττε διαφορετικά, αν δεν είχε πεθάνει τον Ιανουάριο του 1941. Μην ξεχνάμε ότι ήταν λαμπρός επιτελικός νους και θα μπορούσε να εκτιμήσει διαφορετικά τα πράγματα, που αφορούσαν τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατουμένους.

(Με αφορμή τα όσα αναφέρω για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, καλόν είναι να δείτε και όσα γράφω για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο μπλογκ μου, όπου αναδημοσιεύω μια παλιά μου απάντηση στον κ. Νάσο Θεοδωρίδη με τίτλο : "Πικρές αλήθειες και μύθοι για την 28η Οκτωβρίου. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας δίκαιος πόλεμος" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2010/10/28-nassos-theodoridis.html ).




Το φιλοφασιστικό παρελθόν των βενιζελικών κινηματιών του 1935 και ο πόλεμος του 1940.


Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα των αποτάκτων από τον ελληνικό στρατό, ύστερα από το αποτυχημένο κίνημα των Ελευθερίου Βενιζέλου και Νικόλαου Πλαστήρα, τον Μάρτιο του 1935. Είναι αλήθεια ότι την μεγάλη πλειοψηφία τους δεν την χρησιμοποίησε στον πόλεμο. Ήταν - γενικώς μιλώντας - ένα σφάλμα, στο μέτρο που αυτό έγινε για λόγους πολιτικούς (αν και αυτή του η πράξη δεν είχε επιπτώσεις στην διεξαγωγή του πολέμου, που πήγε ανέλπιστα καλά, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ιταλικό γενικό επιτελείο πίστευε ότι οι 9 περίπου ιταλικές μεραρχίες στο αλβανικό μέτωπο και η συντριπτική υπεροχή τους στον αέρα ήσαν αρκετές για την κατάληψη της Ελλάδας - βοηθούντος και του μηχανισμού των υποτιθέμενων φιλοϊταλών προδοτών - μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη των επιχειρήσεων. Τα ίδια πίστευαν και οι Βρετανοί, όπως και πολλοί Έλληνες - "Είστε ισχυρότεροι" είπε ο Μεταξάς, αποχαιρετώντας τον Εμμανουέλε Γκράτσι, στο τέλος της ιστορικής συνάντησης εκείνου του πρωϊνού της 28/10/1940 -. Αυτό που πίστευαν, όμως, πολλοί Έλληνες και οι Βρετανοί, δεν εύρισκε τόσο ένθερμους θιασώτες στο Βερολίνο, όπου οι Γερμανοί στρατιωτικοί φοβόντουσαν ότι το ορεινό πυροβολικό του ελληνικού στρατού θα δυσκόλευε τους Ιταλούς και είχαν διαμηνύσει στον Μουσσολίνι, μέσω του Χίτλερ, αυτούς τους φόβους, τους οποίους ο Ιταλός δικτάτορας δεν έλαβε υπόψη του. Φυσικά, οι Γερμανοί είχαν δίκιο, στο μέτρο που τα ιταλικά στρατεύματα εγκλωβίστηκαν στην Πίνδο και στην συνέχεια στα αλβανικά βουνά, αλλά και αυτοί δεν περίμεναν ότι ο πόλεμος θα έπαιρνε αυτήν την χρονική έκταση, που τελικά πήρε και αυτήν την δυσμενέστατη τροπή, για τους Ιταλούς, τους οποίους χωρίς να το επιθυμεί ο Χίτλερ υποχρεώθηκε να συνδράμει). Τα πράγματα, όμως, για τους Ιταλούς πήγαν άσχημα, οι περίφημοι προδότες δεν εμφανίστηκαν - ο Μεταξάς έλεγχε πλήρως τον στρατό και τους έβαλε όλους στο τσεπάκι του, αφού ουδείς τόλμησε να κινηθεί, άλλωστε, (επαναλαμβάνω αυτό που έχω γράψει και στο αρχικό μου κείμενο) εάν ήθελε, μπορούσε να ηγηθεί ο ίδιος ενός φιλοϊταλικού ή φιλογερμανικού πραξικοπήματος και να επιβάλει πολιτική συνεργασίας με τον Άξονα, παραγκωνίζοντας τον Βασιλιά Γεώργιο Β'. Δεν το ήθελε και δεν το έπραξε, διότι δεν ήταν αυτή η εξωτερική πολιτική στην οποία πίστευε.

Η ενέργεια αυτή του Μεταξά, όσον αφορά τους απότακτους του 1935, είχε και μια "συντεχνειακή" διάσταση, που ιστορικά έχει παραμεληθεί (όπως μια σημαντική συντεχνιακή διάσταση είχε και η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936). Οι εν ενεργεία αξιωματικοί δεν επιθυμούσαν την επιστροφή των αποτάκτων στην ενεργό δράση, μέσα στα πλαίσια των πολιτικών παθών, που είχαν εξαφθεί από την απόπειρα των βενιζελικών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία και να κηρύξουν δικτατορία, αλλά και μέσα στα πλαίσια του κλασσικού υπηρεσιακού καρεκλοπόλεμου, που πάντοτε έπαιρνε οξύτατες διαστάσεις μέσα στον ελληνικό στρατό (μέχρι την μεταπολίτευση του 1974 - και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτός ο πόλεμος για την καρέκλα υπήρξε σημαντικότατη αιτία, για το πραξικόπημα των συνταγματαρχών την 21/4/1967 και την αναφανδόν στήριξη των λοχαγών στο πραξικόπημα αυτό, λόγω του γεγονότος ότι η υπηρεσιακή επετηρίδα είχε μπλοκάρει την εξέλιξή τους).

Μένοντας σε αυτήν την διάσταση των πραγμάτων, θα μπορούσε, βασίμως, να υποστηριχθεί η θέση, για παραταξιακή διαχείριση του πολέμου από τον Ιωάννη Μεταξά. Όμως, η κατάσταση τότε, σχετικά με τους απότακτους του 1935 υπήρξε πολύ περισσότερο πολύπλοκη. Τα πράγματα δεν ήσαν τόσο απλά.



Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μπενίτο Μουσσολίνι υπογράφουν το ελληνοϊταλικό σύμφωνο φιλίας, το οποίο ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής του Κρητικού πολιτικού κατά την τελευταία πρωθυπουργία του..



Και δεν ήσαν τόσο απλά τα πράγματα, διότι αυτό που αποσιωπάται είναι το γεγονός ότι, κατά και κυρίως μετά την τελευταία πρωθυπουργία του, ο αείμνηστος Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ηγέτης της αποκαλούμενης δημοκρατικής παρατάξεως, είχε απομακρυνθεί πολύ από τις αστικοδημοκρατικές αντιλήψεις, που είχε εκφράσει και είχε υπερασπιστεί κατά την διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών του 1910 και του 1920, απομακρυνόμενος από την βρετανική επιρροή και προσεγγίζοντας ολοένα και περισσότερο το καθεστώς του Μπενίτο Μουσσολίνι (χωρίς να ταυτίζεται με αυτό).




Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η σύζυγός του Έλενα αποβιβάζονται στην Κάσο των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος του 1935.



Και ο μεν Βενιζέλος μπορεί να μην ταυτίστηκε με το φασιστικό καθεστώς (αν και μετά την αποτυχία του κινήματος του Μαρτίου του 1935 - το οποίο είχε και την ιταλική υποστήριξη και φυσικά όχι την βρετανική -, δραπέτευσε στα Δωδεκάνησα, τα οποία ήσαν τότε ιταλικά και έγινε εκεί δεκτός με τιμές), αλλά οι βενιζελικοί αξιωματικοί, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, ταυτίστηκαν με το καθεστώς αυτό, το οποίο οι πλείστοι εξ αυτών είχαν σαν πρότυπο, το οποίο έπρεπε να αντιγραφεί και να μεταφερθεί, ως μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης και στην Ελλάδα. Ο περισσότερο φανατικός όλων των βενιζελικών αξιωματικών και αυτός που έδινε τον τόνο, σε όλους τους, ήταν ο "μαύρος καβαλλάρης" του μικρασιατικού πολέμου, ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος υπήρξε πολυγραφότατος στην υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του και των ύμνων του υπέρ του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσσολίνι. Όπως είναι γνωστότατοι πλέον και οι διάλογοί του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, γύρω από την ανάγκη επιβολής μιας φασιστικού τύπου δικτατορίας στην Ελλάδα - οι θέσεις του ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης δεν ήσαν αρνητικές στην επιχειρηματολογία του Πλαστήρα και οι όποιες αντιρρήσεις του είχαν περισσότερο διαδικαστικό χαρακτήρα, παρά ουσιαστικό. Άλλωστε, η σχετική προϊστορία της αντιδημοκρατικής εκτροπής των βενιζελικών υπήρχε, ήδη, από την δεκαετία του '20, με την ολιγόμηνη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος υπήρξε επίσης θιασώτης του ιταλικού φασισμού και σφοδρός επικριτής της πατριωτικής πολιτικής του Ιωάννη Μεταξά και της αντίστασής του στο ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο της 28/10/1940.

Νικόλαος Πλαστήρας : Εκφραστής του φιλοφασιστικού και φιλοναζιστικού ρεύματος μέσα στην βενιζελική παράταξη και σφοδρός επικριτής της φιλοβρετανικής πολιτικής του Ιωάννη Μεταξά, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. (Όπως και ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο παππούς του αντιπροέδρου της κυβερνήσεως του ΓΑΠ).



Οι απότακτοι του 1935, λοιπόν, είχαν ένα βάρος επάνω τους. Και αυτό το βάρος συνίστατο στην φιλοϊταλική πολιτική αντίληψη και στάση της πλειοψηφίας αυτών που είχαν συμμετάσχει στο κίνημα του 1935 και στην μεγάλη επιρροή που τους ασκούσε ο Νικόλαος Πλαστήρας και οι βενιζελογενείς κύκλοι. Και το κυριότερο - το οποίο συνήθως ξεχνούν και δεν λένε (ή, όταν το λένε, το λένε ακροθιγώς) πολλοί ιστορικοί - είναι το γεγονός ότι, μετά την ήττα του ελληνικού στρατού το 1941 και όταν ο Ιωάννης Ράλλης δημιούργησε τα Τάγματα Ασφαλείας, ήσαν τα στελέχη της βενιζελικής παράταξης, που στην πλειοψηφία τους τα επάνδρωσαν.


Γι' αυτό και ο Μεταξάς δεν βρίσκεται, εντελώς, εν αδίκω, όσον αφορά την στάση του απέναντι στους απότακτους του 1935.

Αρεστόν ή όχι, οι ηγέτες της λεγόμενης δημοκρατικής παρατάξεως είχαν αποκτήσει έναν φιλοϊταλικό προσανατολισμό, κατά την δεκαετία του 1920, ο οποίος εντεινόταν, ολοένα και περισσότερο, κατά την δεκαετία του 1930 - του ιδίου του Ελευθερίου Βενιζέλου να συγκατατίθεται σε αυτόν τον προσανατολισμό. Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους βενιζελικούς αξιωματικούς, οι οποίοι γίνονταν ολοένα και πιο απείθαρχοι και ανεξέλεγκτοι από τον ίδιο τον Βενιζέλο, οι φασιστικές αντιλήψεις επικρατούσαν και στην εποχή του κινήματος του Μαρτίου του 1935 ήσαν συντριπτικά πλειοψηφικές και αν το κίνημα πετύχαινε τους στόχους του, η κήρυξη μιας δικτατορίας φασιστικού τύπου που θα δημιουργούσε ένα κεμαλικού τύπου φιλοφασιστικό καθεστώς στην δυτική μεριά του Αιγαίου, θα ήταν άμεση και αιματηρή και θα αναπροσανατόλιζε την ελληνική εξωτερική πολιτική κοντά στην Ιταλία του Μουσσολίνι και την Γερμανία του Χίτλερ. (Ευτυχώς, αυτή η εξέλιξη απετράπη).



Αυτοί οι φιλοφασίζοντες (άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο) βενιζελικοί αξιωματικοί, με πρώτον απ' όλους τον στρατιωτικό πρωτεργάτη του κινήματος του Μαρτίου του 1935, τον Νικόλαο Πλαστήρα, που έφυγε στο εξωτερικό, αποτάχθηκαν από τον στρατό. Και καλώς αποτάχθηκαν. Οι βασιλικοί και (οι Βρετανοί που τους στήριζαν) μπορούσαν να κηρύξουν δικτατορία, όπως επιθυμούσε ο Γεώργιος Κονδύλης, αν το επιθυμούσαν. Και φυσικά μπορούσαν να την επιβάλουν, αφού είχαν κερδίσει στρατιωτικά τους αντιπάλους τους, χωρίς να περιμένουν να έλθει η 4/8/1936. Δεν το έπραξαν, προφανώς διότι δεν το επιθυμούσαν ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και ο εξωτερικός παράγοντας (ασχέτως εάν το έπραξαν αργότερα, όταν τα δεδομένα στην Μεσόγειο είχαν αλλάξει). Αυτή είναι η αλήθεια και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να την κρύψουμε.


Αυτούς τους βενιζελικούς αξιωματικούς και με αυτό το παρελθόν, που αποτάχθηκαν το 1935 ο Μεταξάς δεν τους επανέφερε στην ενεργό δράση, κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. Δυσπιστούσε απέναντί τους - όχι εντελώς άδικα - και για την φιλοφασιστική τους στάση, αλλά και για τις τριβές, που θα δημιουργούνταν στον μαχόμενο ελληνικό στρατό, από την ένταξή τους σε αυτόν και την δυσαρέσκεια των, ήδη, υπηρετούντων αξιωματικών.


Τι μπορούσε και το τι έπρεπε να γίνει (σε έναν μικρό βαθμό έγινε) : Μπορούσαν να συσταθούν επιτροπές που θα φρόντιζαν να επανεντάξουν στο στρατό εκείνες τις περιπτώσεις, που είχαν έναν περιστασιακό φιλοϊταλικό προσανατολισμό (ή δεν τον είχαν καθόλου) και να εξαιρέσουν εκείνους που είχαν εκ πεποιθήσεως έναν τέτοιον προσανατολισμό. Έτσι, π.χ. ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν θα μπορούσε να επανέλθει - δεν το επιθυμούσε κιόλας να τεθεί υπό τις διαταγές των Ιωάννη Μεταξά και Αλέξανδρου Παπάγου -, λόγω των ανοικτών φιλοφασιστικών και φιλοϊταλικών του θέσεων, αφού διαρκώς ελεεινολογούσε τον Ιωάννη Μεταξά για την απόφασή του να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο.


Αυτό, δεν το έπραξε ο Μεταξάς. Και κακώς δεν το έπραξε.





                                        Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι φιλογερμανοί.


Τώρα, όσον αφορά τους φιλογερμανούς αξιωματικούς του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αυτοί υπήρξαν. Και είναι γνωστοί. Μιλάμε για τον Γεώργιο Τσολάκογλου, τον Γεώργιο Μπάκο, τον Χαράλαμπο Κατσιμήτρο κ.α., οι οποίοι στελέχωσαν τις κατοχικές κυβερνήσεις (με την έγκριση μεγάλου μέρους του πολιτικού κόσμου της χώρας π.χ. του Γεωργίου Παπανδρέου κ.α.). Αρεστόν, ή όχι, οι άνθρωποι αυτοί στους οποίους εδώ αναφέρομαι, υπήρξαν ήρωες του πολέμου (το ότι κατέστησαν προδότες στην συνέχεια, δεν αναιρεί την συνεισφορά τους στην διεξαγωγή του πολέμου). Ιδιαίτερα η ανεκτίμητη προσφορά του Κατσιμήτρου στις πρώτες ημέρες των μαχών στην Πίνδο και η επιμονή του να διεξάγει τον αγώνα στα κακοτράχαλα σύνορα και να μην αφήσει τον εχθρό να τα διαβεί είναι πλέον εδώ και πολλά χρόνια αναγνωρισμένη. Η, δε, συνθηκολόγηση, που υπέγραψε ο στρατηγός Τσολάκογλου, παρά τις διαταγές του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, έγινε όταν πια τα πράγματα στο μέτωπο είχαν όλα κριθεί και δεν επέδρασε στο ελάχιστο στην εξέλιξή του.

Αυτοί οι συγκεκριμένοι αξιωματικοί δεν ήσαν τόσο ναζιστές, όσο φιλογερμανοί - δηλαδή θαυμαστές της πρωσσικής πειθαρχίας και οργάνωσης. Και φυσικά δεν ήσαν καθόλου ευνοϊκά διακείμενοι έναντι των Ιταλών, έχοντας τον δικό τους εθνικό κώδικα τιμής, που έλεγε ότι οι Ιταλοί έπρεπε να αποκρουστούν, ως εισβολείς και ότι ο - κατ' αυτούς - "Εθνικός Κυβερνήτης" θα αντιμετώπιζε τα υπόλοιπα θέματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Όλοι οι άλλοι και όσοι μη στρατιωτικοί τόλμησαν, πριν τον πόλεμο, κατά την διάρκεια του πολέμου, να κινηθούν υπέρ του Άξονα, έστω και κατ' ελάχιστον, συνελήφθησαν από το καθεστώς των Μεταξά - Μανιαδάκη - Παπάγου και αδρανοποιήθηκαν, γι' αυτό και οι προδότες στους οποίους, βλακωδώς, πόνταραν ο Μουσσολίνι και οι επιτελείς του, που πήραν την απόφαση για την επίθεση κατά της Ελλάδας, ουδέν συνεισέφεραν στην υπονόμευση του αγώνα της χώρας μας να αποκρούσει την επίθεση αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: