Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

1821 : Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία, μέσα από την παραμορφωτική οπτική γωνία των ιδρυτών του μαρξισμού. (Μια ιστορική αναδρομή στις απόψεις για την Φιλική Εταιρεία και στον, ανιστόρητα, δογματικό φιλοτουρκισμό των Karl Marx και Friedrich Engels).


Karl Marx - Friedrich Engels 



Ξανακοιτώντας την ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821, αναδίφησα τα αρχεία μου και η μνήμη μου με οδήγησε στους πατέρες του μαρξισμού - στον Καρλ Μαρξ και στον Φρήντριχ Ένγκελς - και στην γνώμη που είχαν αυτοί εκφράσει, όσον αφορά την εξέγερση των Ελλήνων κατά την αιματηρή δεκαετία του 1820. Μια εξέγερση, που, ευθύς εξ αρχής και προσχεδιασμένα, από την Φιλική Εταιρεία, είχε την φιλοδοξία να λάβει (όπως και έλαβε) τα χαρακτηριστικά της επανάστασης, με ορισμένη, ως ημέρα της εξέγερσης, ήδη από το 1820, την 25/3/1821, όπως την είχε προσδιορίσει ο αρχηγός της, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η οποία, με το τέλος της, ουσιαστικά, 12 χρόνια μετά, άφησε πίσω της ερείπια.



Παναγιώτης Κονδύλης (17/8/1943 - 11/7/1998).


Εδώ και πάνω από 25 χρόνια υπάρχει η μελέτη του Παναγιώτη Κονδύλη με τίτλο "K. Marx – Fr. Engels, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα", στην οποία ανθολογείται, επισταμένως, όλη η αρθρογραφία και η επιχειρηματολογία των δύο πατέρων του μαρξισμού, γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα, την θέση της Τουρκίας στον ευρωπαϊκό χώρο, την εμπλοκή της στους ανταγωνισμούς των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και τις προσπάθειες διαμελισμού και συντήρησής της. Η μελέτη αυτή είναι πολύτιμη, αφού δίνει με σαφήνεια, ενάργεια και πιστότητα τις θέσεις, που ανέπτυξαν οι δύο αυτοί διανοητές. Από την μελέτη αυτή προέρχονται πολλά από τα στοιχεία, που αντλώ, διαπραγματευόμενος το τωρινό θέμα, που αφορά τον επικό αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Βέβαια, πολλά άλλα προέρχονται από αλλού και τα όποια συμπεράσματα είναι δικά μου, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η μελέτη του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη, παραμένει, διαχρονικά, ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε ενδιαφερόμενο να μάθει και να διαπραγματευθεί τα θέματα του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία - και όχι μόνον.

Θα περίμενε κανείς, από τους Μαρξ και Ένγκελς, να εκφράσουν την υποστήριξή τους σε έναν τέτοιον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ενάντια σε μια καθαρά οπισθοδρομική δύναμη, σαν το σουλτανάτο των Οθωμανών Τούρκων, το οποίο, άλλωστε, είχε εισέλθει. καιρό πριν, σε μια διαδικασία φθοράς και επιβίωνε, όχι χάρη στην όποια δική του δύναμη, αλλά στο γεγονός ότι η ευρύτερη ευρωπαϊκή γεωπολιτική ισορροπία και οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστροουγγαρία), του επέτρεπαν να υπάρχει επειδή οι δυνάμεις αυτές υπέβλεπαν η μία την άλλη και ζούσαν, με τον διαρκή φόβο ότι κάποια από αυτές θα κάλυπτε το κενό που θα προέκυπτε από την κατάρρευση του σουλτανάτου - με προεξάρχουσα την Ρωσία, λόγω της εγγύτητάς της στον γεωγραφικό χώρο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και λόγω της ομοδοξίας της, με τους χριστιανούς υποτελείς των Οθωμανών.

Όσοι περίμεναν μια τέτοια θέση των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και κατά της δεσποτείας των Οθωμανών (των "Περσιάνων"), θα απογοητευθούν, αν λάβουν γνώση των κειμένων που άφησαν πίσω τους αυτοί οι πνευματικοί γίγαντες του 19ου αιώνα. Και οι δυό τους υποστήριξαν, με θέρμη και με σταθερότητα, την Οθωμανία, κατά των Ελλήνων αγωνιστών της επανάστασης του 1821. Όπως, επίσης, υποστήριξαν, σταθερά και αμετακίνητα, το τουρκικό σουλτανάτο, απέναντι σε κάθε μεταγενέστερο αγώνα των Ελλήνων, που έμειναν, κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, ύστερα από το τέλος του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της δεκαετίας του 1820 και προσπάθησαν, στην συνέχεια, να απελευθερωθούν και να ενταχθούν στο νεαρό ελληνικό κράτος, που συστήθηκε, πάνω στα ερείπια που άφησε πίσω του ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της περιόδου 1821 - 1832, οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι και η επιδρομή των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων του Ιμπραήμ πασά.



1820 : Το σουλτανάτο των Οθωμανών, λίγο πριν την ελληνική επανάσταση.



Θυμήθηκα την λέξη "Περσιάνος", την οποία χρησιμοποιούσε συχνά, εκείνη την εποχή, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αναφερόμενος στους Οθωμανούς. Η λέξη δεν ήταν ένα απλό εφεύρημα του Γέρου του Μωριά, προς επίδειξη γνώσης, στους αμαθείς στρατιώτες του, ή στους αγράμματους ραγιάδες. Ήταν μια λέξη, την οποία, ήδη, χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες και με την οποία περιέγραφαν τους μουσουλμάνους, αποκαλώντας τους με αυτό το όνομα, όταν μιλούσαν μαζύ τους στα ελληνικά, προφανώς, συνδέοντάς τους με την αρχαία αυτή ασιατική αυτοκρατορία και θεωρώντας τους, ως συνέχειά της. Την ταύτιση αυτή μας την σώζει στα απομνημονεύματά του ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, ο γραμματέας του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιού του Γέρου του Μωριά, ο οποίος, μάλιστα, είχε βαπτίσει τον Ρηγόπουλο.

Φυσικά, η ταύτιση αυτή είναι, ιστορικά, ανακριβής, αλλά, ουσιαστικά, λειτουργική και προσδιοριστική της αυτοσυνειδησίας του ελληνικού έθνους στην νέα του διάσταση, έτσι όπως αυτή αναδεικνυόταν, μέσα στο καμίνι της επανάστασης, κατά του οθωμανικού ζυγού, αλλά και στην διαχρονική ιστορική σύνδεσή του, με τον αρχαίο ελληνισμό, μέσα από τα όποια κοινά τους στοιχεία, βασικότερο και πάνω απ' όλα και σχεδόν μοναδικό, ήταν η γλωσσική συνέχεια, έτσι όπως αυτή πραγματωνόταν, μέσα στην διαδρομή των αιώνων και έτσι όπως αυτή είχε κατασταλάξει να απεικονίζεται, κατά την διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης και κατά την εποχή της επικής προσπάθειας του νέου ελληνισμού να αναγεννηθεί από τις στάκτες του και να επαναπροσδιορίσει, να επανασυνδέσει και να επαναφέρει την ιστορική του αυτοσυνειδησία, μέσα από την διαδικασία του εθνικού self determination.



Η προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τους Έλληνες.



Φυσικά, οι επαναστάτες εκείνης της εποχής έκαναν ό,τι έκαναν, για να αποκατασταθούν ως κύριοι της γης τους, το έκαναν για τα λάφυρα, το έκαναν για την πίστη τους, το έκαναν για να κυριαρχήσουν και να διαμορφώσουν τους όρους της καθημερινής τους επιβίωσης. Τα κίνητρά τους δεν ήσαν αμιγώς αγαθά, δεν ήσαν καθαρά πνευματικά, ή θρησκευτικά. Τα κίνητρά τους, όπως πάντοτε συμβαίνει στην Ιστορία, σε όλες τις εποχές, ήσαν και ποταπά και εγωϊστικά. Ήσαν και υλικά και προσωπικά.

Αλλά, πέρα από τις όποιες προσωπικές προθέσεις και επιδιώξεις, τα κινητρά τους είχαν και εκείνη την διάσταση, που τους ξεπερνούσε, σαν άτομα και καθορίζονταν από την ένταξή τους, μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, με την ιστορία της, τους μύθους και τις αλήθειες της. Μια κοινωνική ομάδα, η οποία προσδιοριζόταν ως μια εθνική κοινωνική ομάδα, ως ένα έθνος. Το έθνος των νέων Ελλήνων, οι οποίοι είχαν ως αναφορά και ως κληρονομιά, τους αρχαίους Έλληνες, με βασικό σημείο πιστοποίησης, την γλωσσική συνέχεια, την διαβίωση στον ίδιο τόπο και την πολιτιστική (αυτο)αναφορά.

Έτσι οι αγροίκοι χωριάτες, οι πτωχοί και άξεστοι καλλιεργητές της γής, οι βοσκοί και οι κτηνοτρόφοι του βουνού και της υπαίθρου, οι ανελέητοι ληστές και οι κλέφτες, οι απλοί ναυτικοί και οι πειρατές της θάλασσας έγιναν σκληροί πολεμιστές, για κάτι που τους ξεπερνούσε, για ένα πράγμα που δεν το γνώριζαν, μέσα από την διαδικασία του ορθού λόγου, που δεν το είχαν διδαχθεί, αλλά το αισθάνονταν και αυτό το κάτι δεν ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό που τους ένωνε και τους καθιστούσε μέλη μιας κοινότητας ανθρώπων, που συνδέονταν με κοινωνικούς δεσμούς, οι οποίοι τους διαμόρφωναν, ως μια κοινωνική συλλογικότητα. Και αυτό το κάτι δεν ήταν άλλο από την κοινότητά τους, την γλώσσα τους, την πίστη τους και την διαχρονική τους εξιστόρηση, δηλαδή την ιστορία τους, με τις αλήθειες και τους μύθους τους, σε μια τέτοια συνοχή, που πολλές φορές ο μύθος συγχεόταν με την αλήθεια, για να πάρει την θέση της.


Γιατί, όμως, ο Μαρξ και ο Ένγκελς προτίμησαν να υποστηρίξουν τους "Περσιάνους" και όχι τους επαναστατημένους (νεο)Έλληνες;

Η τοποθέτηση αυτή των δύο διανοητών είχε να κάνει με την εμπλοκή της Ρωσίας στην ελληνική επανάσταση, αφού για τον Μαρξ, η ελληνική επανάσταση ήταν υποκινημένη, καθ΄ολοκληρίαν, από τους Ρώσους, οι οποίοι και παρέσυραν τις δυτικές Δυνάμεις να συμπαρασταθούν στους Έλληνες, προκαλώντας ναυμαχία του Ναυαρίνου, ενώ η ελληνική ανεξαρτησία και η ίδρυση του νεοελληνικού κρατιδίου ολοκληρώθηκε με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829 και την ρωσική προέλαση προς την Κωνσταντινούπολη, που υποχρέωσε τον Σουλτάνο να συνθηκολογήσει και να αποδεχτεί την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με την βοήθεια του Άγγλου λόρδου Πάλμερστον, ο οποίος υπήρξε «ο ακάματος και ανυποχώρητος υπερασπιστής των ρωσσικών συμφερόντων». Γι’ αυτό και κατά τον Καρλ Μαρξ η ναυμαχία στο Ναυαρίνο και η καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που οδήγησε στην αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού του Ιμπραήμ πασά από την Πελοπόννησο και στην κατοχύρωση της ελληνικής ανεξαρτησίας, ήταν μια δόλια ενέργεια, αφού στράφηκε προς μια Δύναμη με την οποία η Αγγλία δεν βρισκόταν σε «εμπόλεμη κατάσταση», όπως παραδέχτηκε ο ναύαρχος Έντουαρντ Κόδριγκτον στην βουλή των Κοινοτήτων.




Φιλική Εταιρεία : Η σφραγίδα, η πρώτη σελίδα του όρκου και της διδασκαλίας των Φιλικών και το μυστικό της αλφάβητο.



Το όργανο, με το οποίο η Ρωσία καθοδήγησε τον ελληνικό αγώνα, για την ανεξαρτησία, με σκοπό την διάλυση της Οθωμανίας, ο Καρλ Μαρξ το εντοπίζει στην Φιλική Εταιρεία, για την οποία το 1860 γράφει τα εξής (τα οποία πρέπει να πούμε ότι δείχνουν ότι είχε εμπεριστατωμένη εικόνα για το θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί) :

“Ο σύνδεσμος της Φιλικής Εταιρείας. Απελευθέρωση με κοινή δράση του σλαβικού και του ελληνικού πληθυσμού. Η Ρωσία έχει μέσα το χεράκι της. Οι ηγέτες ονόμαζαν την καθοδηγήτρια δύναμη αρχή. Οι ηγέτες μυστικοί. Οι προσήλυτοι όλων των χωρών ασυνείδητοι πράκτορες της αυλής της Πετρούπολης. Η Ρωσία μετά την άνδρωση του συνδέσμου- κρατούσε όλα τα νήματα και κινούσε όλα του τα ελατήρια, τοποθετημένη στο κέντρο των ενεργειών, πίσω από διακριτικούς πράκτορες, αρκετά κρυμμένη για ν΄ αποκηρύξει σε περίπτωση αποτυχίας κι αρκετά στρατευμένη για να κερδίσει από την επιτυχία. Μπορούσε να διακινδυνεύσει μερικά κεφάλια σαν πειραματικά μπαλόνια (…) Στις διασκέψεις η αρχή σύντομα αντικαταστάθηκε από την αναφορά στον τσάρο. Για την πλειοψηφία των προσήλυτων αυτό σήμαινε πρόσθετες ελπίδες (…) Ο κόμης Καποδίστριας που έμενε στην Κέρκυρα, γνώριζε το μυστικό της Ρωσίας. Προς αυτή τη δύναμη κατηύθυνε τις σκέψεις και τις ελπίδες του (…) Στις 6 Μαρτίου 1821 ο Υψηλάντης περνά τον Προύθο (…) Την ίδια μέρα βρίσκεται στο Ιάσιο (…) Ο (ηγεμόνας) Μιχαήλ Σούτσος κι ο Υψηλάντης απευθύνουν μια διακήρυξη στους κατοίκους, για να τους καλέσουν στα όπλα (φαινομενικός σκοπός έμεινε η απελευθέρωση της Ελλάδας). Οι Μολδαβοί βογιάροι ψυχροί, όπως κι ο λαός. Απεναντίας, ενθουσιασμός των Ελλήνων (…) Όλοι συνωστίζονται γύρω από τον ελευθερωτή της Ελλάδας, και ο Ρώσος πρόξενος πήγαινε στον Υψηλάντη για να πάρει διαταγές ή οδηγίες. Οι διακηρύξεις του διαβάστηκαν δημόσια στην Οδησσό με τις επιδοκιμασίες ολόκληρου του λαού. Όμως η στιγμή δεν ήταν καλοδιαλεγμένη. Ακριβώς τότε γινόταν το συνέδριο στο Λάιμπαχ εναντίον των επαναστατικών κινημάτων. Ο Έλληνας Καντακουζηνός, σταλμένος από τον Υψηλάντη, έρχεται στο Λάιμπαχ για να ζητήσει τις διαταγές του Αλεξάνδρου. Έξαλλος απ΄ αυτή την άκαιρη επίσκεψη ο τσάρος τον διατάζει να εγκαταλείψει την πόλη μέσα σε 24 ώρες. Στο συνέδριο λεει “αστειευόμενος”: “Πρόκειται για μια βόμβα που μας στέλνουν οι επαναστάτες. όμως δε θα εκραγεί”. Φτάνοντας στο Φοκσάνι (…) ο Υψηλάντης πληροφορείται ότι ο Ρώσος πρόξενος ερχόταν κατά διαταγή του ηγεμόνα του να γνωστοποιήσει την υψηλή μομφή εναντίον της εξέγερσης. Ο Υψηλάντης χάνει το βαθμό του και απομακρύνεται από το στρατό. Ρώσικη υποκρισία! (…) Ο Υψηλάντης περνούσε τον καιρό του σε γιορτές, χορούς κ.λπ. Δε νοιάζεται καθόλου για τους στρατιώτες του ενώ οι αρχηγοί χόρευαν, οι στρατιώτες λεηλατούσαν: διέπραξαν παρεκτροπές εξίσου άγριες με των Τούρκων. Αυτό ήταν το ντεμπούτο της Φιλικής”.



Τσάρος Αλέξανδρος Α' (12/12/1777 - 19/11/1825).



Και στο κείμενο του “Ο κύριος Vogt” (κεφάλαιο VIII) που έγραψε, κατά το ίδιο έτος, αναφέρει :

“Ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν ο μυστικός ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας; Αυτός δεν έστειλε τον Υψηλάντη στη Βλαχία ως “Αρχηγό του Ιερού Λόχου” κι αυτός δεν πρόδωσε τον ίδιο αυτό λόχο διαμέσου του Υψηλάντη και δεν έβαλε να δολοφονήσουν το Βλαδιμηρέσκου, το Βλάχο επαναστάτη ηγέτη; (…) Ο Νικόλαος δεν έδωσε με πατρική πρόνοια στους Έλληνες για κυβερνήτη ένα Ρώσο στρατηγό, τον κόμη Καποδίστρια; (…)  Τη συνταγματική επανάσταση της Ελλάδας το Σεπτέμβριο του 1843 την κατηύθυνε ο Κατακάζης , ο Ρώσος πρεσβευτής στην Αθήνα και πρώην υπεύθυνος επιτηρητής του ναυάρχου Heyden κατά την καταστροφή του Ναβαρίνου”.

Είχε άδικο ο Μαρξ, σε όσα γράφει, για την Ρωσία και τους Φιλικούς;

Όχι, δεν είχε άδικο. Τα πράγματα και οι εξελίξεις, γύρω από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, είναι όπως τα περιγράφει. Αλλού έχει άδικο.

Έχει άδικο, ως προς την μακροπρόθεσμη προοπτική του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία και ως προς το ότι αρνιόταν, πεισματικά, λόγω δογματισμού, να δει το πασίδηλο και πασιφανές γεγονός ότι ο αγώνας των Ελλήνων απαιτούσε συμβιβασμούς και συμμαχίες.

Ας δούμε πρώτα, το δίκιο του Μαρξ, όσον αφορά την ιστορική τεκμηρίωση της σχέσης της Φιλικής Εταιρείας, με την ρωσική αυλή, για να μπορέσουμε, στην συνέχεια, δούμε το σφάλμα του, ως προς την μακροπρόθεσμη προοπτική των εξελίξεων, τις οποίες δεν στάθηκε ικανός να δει, αν και ήσαν μπροστά του και ως παρελθόν και ως παρόν. Και φυσικά, η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλείται μόνο στον Καρλ Μαρξ, αλλά αφορά, με την ίδια ένταση και τον Φρήντριχ Ένγκελς.



Αλέξανδρος Υψηλάντης 1792 - 31/1/1828).



Δεν είναι πολλά, άλλα, πάντως, είναι αρκετά, τα έγγραφα ιστορικά τεκμήρια, που αποδεικνύουν την άμεση σχέση της Φιλικής Εταιρείας, απ' ευθείας, με την ρωσική αυλή και την εξωτερική της πολιτική. Ας δούμε κάποια από αυτά:

Η επιστολή (Δεκέμβριος 1821) του φυλακισμένου, πλέον, στο αυστριακό φρούριο του Μοντγκάτς, Αλέξανδρου Υψηλάντη, προς την πριγκίπισσα Ραζουμόφσκι. Η επιστολή αυτή βρέθηκε στα κρατικά αρχεία της Βιέννης από τον Γ. Λάιο και έχει δει το φως της δημοσιότητας στην "Καθημερινή" στις 8/6/1955 :

“Ω! Εσείς να σκεφθείτε εμένα! Εμένα, τον θλιμμένο, τον παρατημένο, τον καταδιωγμένο … Εάν θέλετε να σας γράφω και να μου γράφετε, μη μεταχειρίζεστε πια το όνομα του φίλου. Είναι μια λέξη που μου κάνει κακό. Το ξέρετε πολύ καλά ότι είχα έναν φίλο. Ε! λοιπόν, θα φρίξετε… μ΄ επρόδωσε! Εν τούτοις, δεν κατηγορώ κανένα. Έτσι ήταν η μοίρα μου, αλλά το όνομα μου δεν θα τολμήσει κανένας να το μαυρίση (…)”.



Klemens Wenzel Lothar von Metternich (15/5/1773 - 11/6/1859).


Η επιστολή αυτή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, όπως ήταν φυσικό, έπεσε στα χέρια της αυστριακής λογοκρισίας και δόθηκε στον καγκελάριο Μέτερνιχ, ο οποίος διαβίβασε αποσπάσματα στον πρεσβευτή του στην Πετρούπολη Λεπτζέλτερν:

“Βιέννη 23 Δ/βρίου 1821.

Συνημμένως, σας αποστέλλω ένα μικρό αρκετά χαρακτηριστικό έγγραφο. Ο Υψηλάντης (…) έλαβε ένα γράμμα από την πριγκίπισα Ραζουμόφσκι και τη Λουλού (…) Ο Υψηλάντης απήντησε σε κείνο το γράμμα και ιδού ένα απόσπασμα από την απάντηση του. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για τον Καποδίστρια. Τί ιδέα έχετε Σεις; Ποιος άλλος φίλος θα μπορούσε να προδώσει τον Υψηλάντη, αν μη αυτός που υποδεικνύω; Εξάλλου, έχω, πάνω από είκοσι αποδείξεις ότι ο Καποδίστριας και ο Υψηλάντης ασχολούνται, ήδη, από το 1819, με την μελλοντική εξέγερση. Η γνώμη μου είναι ότι οι δύο αυτοί κύριοι δεν ήσαν, απολύτως, σύμφωνοι, ως προς το χρονικό σημείο, που επρόκειτο να ανυψωθεί η σημαία της Επαναστάσεως, ήσαν, όμως, σύμφωνοι, ως προς το ρόλο που θα έπαιζαν. Τώρα, βέβαια, ο ένας θα κατηγορεί τον άλλο ότι δεν έμεινε πιστός στη συμφωνία (…)”.


Πέρα από τα δύο παραπάνω ντοκουμέντα, υπάρχει και το υπόμνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη, το οποίο το συνέταξε, μετά την αποφυλάκισή του και το απέστειλε στον διάδοχο του τσάρου Αλέξανδρου Α', τον Νικόλαο Α', τον Ιανουάριο του 1828, μετά την αποφυλάκιση του και στο οποίο  γράφει:


Ιωάννης Καποδίστριας (10/2/1776 - 9/10/1831).


“Το έθνος εργάζετο προς αναγέννησιν αυτού, πάσαν καταβάλλον προσπάθειαν και συννενοείτο δια τινός μυστικής Εταιρείας (…). Επίστευσα ότι η ώρα του ζήλου εσήμανε δι΄ εμέ και, την συμβουλήν του κόμητος Καποδιστρίου λαβών, εδέχθην (την ανωτάτην διεύθυνσιν της Εταιρείας). Ην, δε τότε, το έτος 1820 αρχόμενον (…). Ο κόμης Καποδίστριας, ον συνεβουλεύθην, συνεφώνησεν προς την γνώμην μου, εύρε τα σχέδια και τας παρασκευάς μου καλάς και καταλλήλους και μοι συνεβούλευσεν, ίνα ενεργήσω και επιχειρήσω την έναρξιν τούτων, μη δεικνύων δισταγμόν τινά, περί της επιτυχίας. Αυτή εφαίνετο αυτώ συνδεομένη προς την πολιτικήν της Ρωσίας (…). Ιδού η αρχή…εφ ης εστηρίχθη πάσα η επιχείρησις και καθ΄ ην ενήργησα εν πάση πεποιθήσει, πιστεύων ότι η Α.Μ. ο Αυτοκράτωρ (Αλέξανδρος) ην εντελώς σύμφωνος, ως αυτός ούτος, ευδοκήσας, μοι ωμίλησεν πλειστάκις εν Πετρουπόλει (…)”.



Ludovika "Lulu" Gräfin von Thürheim (14/3/1788 - 22/5/1864).


Η κόμισσα Λουλού Τυρχάϊμ, με την οποία είχε σχέση ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης, γράφει ότι ως την ημέρα των αποφάσεων στο Λάιμπαχ, στις αρχές του  1821, ο τσάρος και ο Καποδίστριας ήταν σύμφωνοι με τον Υψηλάντη. Εξιστορεί, μάλιστα, σε ένα κείμενό της, το οποίο δημοσίευσε ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, στις 26/8/1954, στην εφημερίδα "Το Βήμα", ότι ο Καποδίστριας της είπε στη Γενεύη τα εξής γεγονότα, τα οποία συμφωνούν, απολύτως, με την αφήγηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη :

“Όταν ο Υψηλάντης έγραψε στον Τσάρο για το κίνημα του και τον παρακάλεσε να τον απολύσει από τον ρωσικό στρατό, τότε ο Τσάρος πήδηξε από τη χαρά του και χειροκροτώντας είπε: “Μπράβο νεαρέ μου! Αυτό το ονομάζω εγώ “ότι πρέπει”. Έπειτα από μία ώρα πήγε ο Τσάρος στον Μέτερνιχ και δύο ώρες αργότερα διέταξε τον Καποδίστρια να γράψει στον Υψηλάντη ένα κεραυνοβόλο γράμμα, όπου αποδοκίμαζε κατηγορηματικά το κίνημα του και τον απειλούσε βαριά”.
 


Εμμανουήλ Ξάνθος (1772 - 28/11/1852).



Αλλά και το ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο Νικόλαος Ξάνθος, γράφει το 1835 σε υπόμνημά του, για τον ρόλο του Ιωάννη Καποδίστρια :

“Μετά την αποδοχήν (υπό του Υψηλάντη) της αρχηγίας, εγράφησαν τα εγκύκλια γράμματα εις τους πλέον σημαντικούς ομογενείς και εστάλησαν δια του Σέκερη, ο δε κόμης Καποδίστριας μαθών ταύτα ενέκρινε και τον Επίτροπον της Αρχής και ταύτα τα πρακτέα”.


Όλα αυτά και πολλά άλλα, δικαιώνουν τον Καρλ Μαρξ, ως προς τον αφανή, μεν, αλλά έμπρακτο και ουσιαστικό, δε, καθοδηγητικό ρόλο της τσαρικής Ρωσίας στην οργάνωση και στην εκδήλωσης της ελληνικής εξέγερσης του Μαρτίου του 1821, η οποία εξελίχθηκε σε μια επική επανάσταση, που κινδύνευσε, μετά από κάποια χρόνια να κατασταλεί, αφού πρώτα επικράτησε, στον νότιο ελλαδικό χώρο.

Όμως, τί άλλο μπορούσαν να κάνουν οι υπόδουλοι Έλληνες, εκείνη την εποχή, πέρα από το να βρουν την όποια υποστήριξη μπορούσαν να βρουν και να οικοδομήσουν τις όποιες συμμαχίες ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, για την ευόδωση των προσπαθειών τους, για την αποτίναξη της οθωμανικής αυταρχίας;

Ας θυμηθούμε, εδώ, τον δραματικό διάλογο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, με τον εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθο. Τον διάλογο αυτόν, που έγινε στην Αγία Πετρούπολη, στις 11/4/1820 και τον έχει διασώσει ο ίδιος ο Ξάνθος, προφανώς, ήταν προϊόν μιας προετοιμασμένης συνάντησης, η οποία, φυσικά, δεν είχε σκοπό να δώσει την αρχηγία της Εταιρείας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όπως έχει καταγραφεί στην επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, αλλά είχε τον χαρακτήρα της γνωστοποίησης, στην ηγετική όμάδα των Ελλήνων Φιλικών, μέσω του Ξάνθου, της εμφανούς ανάληψης της ηγεσίας της, από τον Υψηλάντη, πίσω από τον οποίον, προφανέστατα, βρισκόταν ο Ιωάννης Καποδίστριας και η τσαρική αυλή - δηλαδή ο ίδιος ο Ρώσος μονάρχης. Κάτι που, φυσικά, δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να το πληροφορηθούν, επισήμως, οι Φιλικοί. Μπορούσαν, μόνο να το καταλάβουν, ανεπισήμως και να το υποθέσουν, βάσιμα :

Υψηλάντης: Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;

Ξάνθος: Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.

Υψηλάντης: Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών.

Ξάνθος: Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε.

Προφανώς, η μεταφορά του διαλόγου, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, δεν είναι πιστή. Αρκετός χρόνος μεσολάβησε, μέχρι την εποχή που έγινε η καταγραφή του. Όπως, επίσης, ο Ξάνθος δεν γνώριζε τα όσα έγιναν, πριν από την διεξαγωγή του και το παρασκήνιο που υπήρξε, αφού ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού και μέλος της αυλής του Ρώσου αυτοκράτορα, πήγε προετοιμασμένος, για να πράξει όσα έπραξε. Και προφανώς, ήταν συνεννοημένος, γι' αυτό.

Αυτό που έχει σημασία, σε αυτόν τον διάλογο, είναι η ουσία των όσων περιγράφει, για την κατάσταση που βρισκόταν, από απόψεως ηγεσίας ο ελληνικός πληθυσμός της Οθωμανίας. Η εικόνα που παρουσιάζει ο Ξάνθος είναι ακριβής. Και φυσικά, ο κατεχόμενος ελληνικός πληθυσμός του τουρκικού σουλτανάτου δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, από το να στηριχθεί στην βοήθεια της Ρωσίας.


Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρήντριχ Ένγκελς, εξ αιτίας αυτής της ρωσικής ανάμειξης και καθοδήγησης, στην έναρξη του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας, κράτησαν αρνητική στάση, απέναντι σε αυτόν τον αγώνα και υποστήριξαν - έστω και αναδρομικά - τους "Περσιάνους".

Η τοποθέτηση αυτή των δύο διανοητών είχε να κάνει με την τσαρική Ρωσία, το ημιφεουδαρχικό καθεστώς της, την τεράστια δύναμή της και τον κίνδυνο που αυτή αποτελούσε, απέναντι στην κεντροδυτική Ευρώπη και τις κοινωνικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν σε αυτήν, ύστερα από το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 : Την αστική τάξη και το αναδυόμενο προλεταριάτο. Τις προοδευτικές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την κοινωνική επανάσταση, που εξέφραζε (κατ' αυτούς) το προλεταριάτο και το πολιτικοϊδεολογικό εποικοδόμημα, που συνδεόταν με τις δύο βασικές κοινωνικές τάξεις, που οδηγούσαν την κοινωνική εξέλιξη προς την κομμουνιστική κοινωνία.

Για τον Καρλ Μαρξ και τον Φρήντριχ Ένγκελς, η φεουδαρχική Ρωσία, ως αντιδραστική επιβίωση ενός προκαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ήταν ένας άμεσος κίνδυνος ανατροπής της κοινωνικής εξέλιξης στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο της εποχής του, ο οποίος, γεωγραφικά, προσδιοριζόταν στον Κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο, δηλαδή την Αγγλία, την Γαλλία, την Αυστροουγγαρία και τα γερμανικά κράτη, που στην πορεία του χρόνου ενώθηκαν και δημιούργησαν το ενιαίο γερμανικό κράτος, κάτω από την σιδηρά καθοδήγηση της Πρωσσίας. Και ήταν η Ρωσία κίνδυνος, λόγω της τεράστιας έκτασής της και λόγω της δύναμης, που είχε σωρεύσει.


Γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά, δεν έσφαλαν.

Η Ρωσία της εποχής τους, όπως και η Ρωσία, μετά από αυτούς, με όλες τις μεταμορφώσεις της, είτε ως "Ε.Σ.Σ.Δ.", είτε ως μετασοβιετική Ρωσία, λόγω του μεγέθους της και του δυναμικού της, υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει, ένας μπελάς, για τον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο.

Γεωστρατηγικά, αυτό είναι φανερό, λόγω της τεράστιας έκτασης της χώρας, το στρατηγικό της βάθος και την άμεση γειτνίασή της με την Ευρώπη, της οποίας, άλλωστε, αποτελεί τμήμα, γεωγραφικά, αλλά και πολιτισμικά, ως αποτέλεσμα του εκχριστιανισμού της από τους Βυζαντινούς τον 10ο αιώνα. (Μπορεί κάποιος να φανταστεί την ευρωπαϊκή λογοτεχνία χωρίς τον Πούσκιν, τον Ντοστογέφσκυ, τον Τολστόϋ, ή τον Σολζενίτσιν); Το καταθλιπτικό βάρος και ο απελπιστικά μεγάλος γεωγραφικός όγκος της Ρωσίας, υπήρξαν ένα μεγάλο άγχος, για τις λοιπές ευρωπαϊκές δυνάμεις, με προεξάρχουσα την Αγγλία, όταν αυτή έκλεισε τους λογαριασμούς της με την επαναστατική και την βοναπαρτιστική Γαλλία το 1815.

Γεωπολιτικά, η δύναμη της Ρωσίας ήταν ορατή και σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, οφειλόταν στον όγκο της και την αχανή έκτασή της. Υστερούσε κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά, απέναντι στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά, επειδή στην διεθνή πολιτική σκακιέρα, η έκταση και το μέγεθος, πάντοτε μετρούν, καθοριστικά, η ισχύς της ήταν τέτοια, που, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με τις διασπασμένες δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, δεν μπορούσε να αγνοηθεί.

Πέρα, όμως, από την γεωπολιτική ισχύ της Ρωσίας, που υποστηριζόταν από το μέγεθος της χώρας, υπήρχε και η ιδεολογική ισχύς της χώρας, η οποία ήταν διφυής και ήταν μεγάλη. Αυτή, μάλιστα, ήταν ακόμη μεγαλύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη, προοπτικά, σε βάθος χρόνου, αφού είχε ως όπλα της την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και τον πανσλαβισμό, με τα οποία δημιουργούσε προβλήματα στις κεντροδυτικές δυνάμεις, λόγω της απειλής που αποτελούσε η Ρωσία, για τον μεγάλο ασθενή της Ανατολής. Δηλαδή, για την επιβίωση του σουλτανάτου των Οθωμανών Τούρκων, το οποίο, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ήταν ορατό ότι έφθινε και θα είχε καταρρεύσει, πολύ νωρίς, εάν δεν είχε την υποστήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες στήριζαν την Οθωμανία, αφού δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, διότι δεν είχαν κάποια έτοιμη εναλλακτική λύση, για να την προωθήσουν στην θέση της.

Ακριβώς, επειδή η Οθωμανία ήταν σε αυτή την δυσχερή θέση, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός, λόγω των θρησκευτικοπολιτικών και των θεσμικών αγκυλώσεών του, δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει την νεωτερική εποχή, έτσι όπως αυτή άρχισε να εξελίσσεται στην Ευρώπη, ουσιαστικά, με την ανακάλυψη της Αμερικής το 1492, αλλά, με έναν, ολοένα και περισσότερο, επιταχυνόμενο ρυθμό, από τον 17ο αιώνα, με αποτέλεσμα η αυτοκρατορία των Τούρκων σουλτάνων, ενώ στην εποχή του Μωάμεθ Β' του Πορθητή ήταν μπροστά από τους Ευρωπαίους, μετά από αυτόν, να βρεθεί, σιγά-σιγά, σε θέση αδυναμίας απέναντί τους. Μια αδυναμία, η οποία, έφθασε σε τέτοιο σημείο, ώστε, κατά τον 19ο αιώνα, το τέλος της Οθωμανίας να αποτελεί ζήτημα κάποιων ημερών (το πολύ ολίγων μηνών), για όποιον έπαιρνε την απόφαση να την τελειώσει και να την σβήσει από τον ευρασιατικό και αφρικανικό χάρτη.

Αυτή η δύναμη, που μπορούσε να το πράξει αυτό, ήταν η Ρωσία. Και για λόγους γεωγραφικής γειτνίασης, αφού τα ρωσοτουρκικά σύνορα ήσαν εκτεταμένα, ενώ η Κωνσταντινούπολη, ήταν κοντά στα ρωσοτουρκικά σύνορα και ήταν ζήτημα ολίγων ημερών να καταληφθεί από τον ρωσικό στρατό. Κυρίως, όμως, λόγω του γεγονότος ότι η Ρωσία επηρέαζε τους ορθοδόξους χριστιανούς υποτελείς των Οθωμανών, πολλοί των οποίων ήσαν σλάβοι, ή σλαβογενείς. Και φυσικά, η Ρωσία δεν άφηνε κάθε ευκαιρία να πάει χαμένη.

Ο Ένγκελς περιγράφει πολύ παραστατικά όλο αυτό το σύνολο των θέσεων, που διαμόρφωσαν αυτός και ο Μαρξ, μέσα από την πολιτικοκοινωνική ανάλυσή τους, για την κατάσταση στον ευρωπαϊκό και στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο. Λέει λοιπόν, στη New York Daily Tribune (12/4/1853), για την κατάσταση στην Ευρώπη :

"Η Ρωσία είναι πέρα από κάθε αμφιβολία κατακτητικό έθνος, και ήταν τέτοιο έναν αιώνα ολόκληρο πριν το μεγάλο κίνημα του 1789 ξυπνήσει την έντονη ενεργητικότητα ενός τρομερού ανταγωνιστή. Εννοούμε την ευρωπαϊκή Επανάσταση, την εκρηκτική δύναμη των δημοκρατικών ιδεών και τη φυσική δίψα του ανθρώπου για ελευθερία. Από την εποχή αυτή και μετά, στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν παρά δύο μόνο δυνάμεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο – η Ρωσία με την απολυταρχία κι η Επανάσταση με τη δημοκρατία. Προς το παρόν η Επανάσταση φαίνεται καταπνιγμένη, όμως ζει και τη φοβούνται εξίσου όσο και πάντα. Μάρτυς η τρομάρα της αντίδρασης στο άκουσμα των ειδήσεων για την τελευταία εξέγερση στο Μιλάνο. Αν όμως η Ρωσία κατακτήσει την Τουρκία, τότε θα αυξήσει τη δύναμη της σχεδόν κατά το ήμισυ και θα γίνει υπέρτερη από όλη μαζί την Ευρώπη. Κάτι τέτοιο θ΄ αποτελούσε ανείπωτη συμφορά για την υπόθεση της Επανάστασης. Η διατήρηση της τούρκικης ανεξαρτησίας ή, σε περίπτωση πιθανής διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η ματαίωση του ρώσικου σχεδίου προσάρτησης είναι ζήτημα ύψιστης σημασίας. Στο σημείο αυτό συμβαδίζουν τα συμφέροντα της επαναστατικής Δημοκρατίας και της Αγγλίας. Καμιά τους δεν μπορεί να επιτρέψει στον τσάρο να κάνει την Κωνσταντινούπολη μια από τις πρωτεύουσες του, και θα δούμε πως, όταν στριμωχτούν με την πλάτη στον τοίχο, η μια θα του αντισταθεί εξίσου αποφασιστικά όσο και η άλλη".


Γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά, λοιπόν, οι Karl Marx και Fridrich Engels δεν είχαν άδικο, ως προς την επισήμανση της επικινδυνότητας της Ρωσίας, για τον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο (μια ματιά στον χάρτη, άλλωστε, τα λέει και τα δείχνει όλα).

Το λάθος τους ήταν πολιτικό και κοινωνικό.

Ήταν προϊόν ενός απίστευτου δογματισμού, τον οποίον έχουν, πάντοτε, όλοι οι πολιτικοί ακτιβιστές (ριζοσπάστες, ή μη), διότι η άποψή τους, για τον κόσμο, μένει στατική και προσκολλημένη σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, αφού δεν τους επιτρέπει να δουν ότι η όποια δράση δεν μένει, συνήθως, χωρίς απάντηση και χωρίς την δημιουργία αντίρροπων δράσεων, που μπορούν να εξισορροπήσουν τα αποτελέσματα, που προκύπτουν από τα πεπραγμένα του αντίπαλου παίκτη στην γεωπολιτική σκακιέρα.

Πραγματικά, αν οι Karl Marx και Friedrich Engels, δεν σκέπτονταν με την νοοτροπία των πολιτικών ακτιβιστών, αλλά αν έβαζαν κάτω τα δεδομένα της εποχής τους και τις αντίρροπες δυνάμεις στον ευρασιατικό χώρο, θα μπορούσαν εύκολα να διαπιστώσουν αυτό που έγινε στην πράξη και μπροστά στα μάτια τους. Ότι δηλαδή, η όποια δράση της Ρωσίας, είτε ανοικτής υπονόμευσης της Οθωμανίας, είτε ανοικτής πολεμικής σύρραξης, μπορούσε να αντισταθμιστεί και αντισταθμιζόταν από τις αντίρροπες δράσεις της Αγγλίας και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες έψαχναν να βρουν και εύρισκαν εκείνα τα εθνικά και κοινωνικά ερείσματα, στα οποία μπορούσαν να στηριχθούν και στηρίζονταν, προκειμένου να μετριάσουν και να βάλουν στην άκρη την ρωσική επιρροή.

Και όμως, αυτήν την απλή διαπίστωση δεν μπόρεσαν να την κάνουν, οι δύο πατέρες του μαρξισμού, με αποτέλεσμα να στραφούν σε, κοινωνικά, αντιδραστικές θέσεις, όσον αφορά την Οθωμανική αυτοκρατορία και να γίνουν ανενδοίαστοι υποστηρικτές της σουλτανικής απολυταρχίας, της κοινωνικής οπισθοδρόμησης, της εθνικής υποταγής, μέχρι αφανισμού, των υποτελών λαών, που είχαν υποταχθεί στην κυριαρχία των Τούρκων.

Το χειρότερο από όλα, ήταν ότι οι πατέρες του μαρξισμού, στην πορεία της ανάπτυξης της ρητορικής τους, γύρω από την απαραίτητη ανάγκη στήριξης της Οθωμανίας και της καταδίκης, κάθε επαναστατικής διάθεσης των κυριαρχούμενων, από τους Τούρκους, λαούς, εξετράπησαν σε φανατισμούς, οι οποίοι έλαβαν ακόμη και καθαρά ρατσιστικό περιεχόμενο, προκειμένου να συκοφαντήσουν αυτούς τους λαούς, με σκοπό, βέβαια, να αποτρέψουν την υποστήριξη των αγώνων τους, για εθνική και κοινωνική χειραφέτηση, μια υποστήριξη, η οποία ήταν επίφοβο να δοθεί, απλόχερα, από τους ευρωπαϊκούς ριζοσπαστικούς κύκλους της εποχής τους.

Έτσι ο Καρλ Μαρξ αναφερόμενος στους Οθωμανούς και τις ... παραλείψεις τους, λέει το 1853, σε επιστολή του προς τον Φρήντριχ Ένγκελς :

"Η βασική μομφή μου εναντίον των Τούρκων είναι ότι διατήρησαν τον χριστιανισμό".

Φυσικά, η ρήση αυτή δεν είναι προϊόν αστεϊσμού, ή θυμού. Είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης ανάλυσης, η οποία λέει ότι αφού η απολυταρχική Ρωσία βρίσκει ευήκοα ώτα στους υποδουλωμένους ορθόδοξους χριστιανικούς λαούς της οθωμανικής επικράτειας, οι Τούρκοι έκαναν ένα τεράστιο ιστορικό λάθος, που επέτρεψαν στους πληθυσμούς αυτούς να παραμείνουν χριστιανοί. Θα έπρεπε ή να τους εξισλαμίσουν, ή να τους εξολοθρεύσουν, ή (όπως συμβαίνει, συνήθως, στην πράξη) και τα δύο μαζύ, προκειμένου να μην μπορεί η Ρωσία να βρίσκει ερείσματα μέσα στην χώρα τους.

Βέβαια, αυτή η θέση του Karl Marx, από μόνη της, θα μπορούσε να ήταν μια ψυχρή/ψύχραιμη διαπίστωση ενός ιστορικού μελετητή, ή ενός επιστήμονα και να μην έχει καμμία απαξία. Δεν είναι, έτσι όμως. Η θέση αυτή του Μαρξ δεν μένει μόνον στην διαπίστωση ενός σφάλματος του παρελθόντος. Αποκτά, ρητά, τον χαρακτήρα της μομφής, προς τους Τούρκους, που επέτρεψαν να συμβεί αυτό το λάθος. Και ως εκ τούτου, αποκτά μια μεγάλη ηθική και κοινωνική απαξία, αφού έτσι, επικροτείται, ανοικτά και απροσχημάτιστα, μια πολιτική απηνών διώξεων κατά ολόκληρων αυτοτελών κοινωνικών και εθνικών σχηματισμών (πρόκειται, γι' αυτό που, στην σύγχρονη εποχή, αποκλείται εθνοκάθαρση), απλώς και μόνον επειδή αυτές υπάρχουν, ενώ μάλιστα, τίθεται, υπό κατηγορία, ο δυναστικός αφέντης, επειδή δεν ολοκλήρωσε και δεν ετερμάτισε αυτό το άκρως απαξιωτικό έργο.

Η θέση αυτή του Καρλ Μαρξ πηγάζει από την πεποίθηση, που μοιράζονταν με τον Ένγκελς, για τον ρόλο της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας στην επικράτεια της Οθωμανίας. Έναν ρόλο, ο οποίος ήταν υπονομευτικός για την τουρκική κυριαρχία, ακριβώς επειδή ήταν όργανο των ρωσικών επιδιώξεων, επάνω στην βάση της κοινής ομόδοξης πίστης των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών του τουρκικού κράτους και των Ρώσων, όπως περιγράφει ο Ένγκελς :

"Εκατοντάδες Ρώσοι πράκτορες περιέρχονταν την Τουρκία, παρουσιάζοντας στους Ελληνορθόδοξους τον ορθόδοξο αυτοκράτορα, ως την κεφαλή, τον φυσικό προστάτη και τον τελικό ελευθερωτή της καταπιεσμένης Ανατολικής Εκκλησίας. Ο κλήρος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας πολύ γρήγορα οργανώθηκε σε μια μεγάλη συνομωσία με σκοπό την διάδοση των ιδεών αυτών. Η σερβική εξέγερση του 1804 κι ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν άμεσα από ρωσικό χρυσάφι και ρωσική επιρροή".

 Πέρα από όλα τα άλλα, δεν μπορεί να μην επισημανθεί το γεγονός ότι οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τους Έλληνες μαρξιστές, όσον αφορά τον ρόλο της ορθόδοξης εκκλησίας στην ελληνική επανάσταση, αλλά και ως προς την επαναστατική διαπαιδαγώγηση των υπόδουλων Ελλήνων (αλλά και των σλάβων), κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, αφού ο κεντρικός κορμός της επιχειρηματολογίας των Ελλήνων μαρξιστών αποσιωπώντας τις θέσεις αυτές των πατέρων του μαρξισμού, εξαντλείται στην ολομέτωπη επίθεση, κατά του ρόλου της Ορθοδοξίας και του κλήρου και στην καταγγελία τους, ως αντεπαναστατικών και ως οργάνων των κατακτητών, ή ως συνεργών τους στην καθυπόταξη και εκμετάλλευση του απλού λαού.

Όλα αυτά, θα μπορούσαν να αποτελούν απλές εκτιμήσεις των δύο διανοητών και πολιτικών ακτιβιστών. Σωστές, ή όχι, είναι κάτι που κρίνεται. Αλλά, όπως ανέφερα, ήδη, οι θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς δεν ήσαν, μόνον, εκτιμήσεις.

Μέσα από την οξύτητα της πολεμικής τους και του προπαγανδιστικού τους ρόλου, που στρέφονταν, παντί τρόπω και μέσω, κατά της ρωσικής επιρροής, απέκτησαν ένα άμεσο προσβλητικό και ακραία ρατσιστικό περιεχόμενο, κατά του, υπό την οθωμανική κυριαρχία ευρισκόμενου ελληνικού πληθυσμού, καθώς και κατά των σλαβικών πληθυσμών, που ήσαν υποταγμένοι στην τουρκική εξουσία, η οποία, προς χάρη της στήριξης της φιλοθωμανικής επιχειρηματολογίας και προπαγάνδας, εξιδανικεύεται, ως προς τις μεθόδους εξουσίασης των χριστιανών, όπως περιγράφει ο Ένγκελς, στα τέλη του 1889 :

"Οι Έλληνες ήταν εμπορικός λαός, και οι έμποροι υπέφεραν περισσότερο από την καταπίεση των Τούρκων πασάδων. Ο Χριστιανός αγρότης κάτω από την τουρκική κυριαρχία ζούσε, από υλική άποψη, καλύτερα από αλλού. Είχε διατηρήσει τους προτουρκικούς του θεσμούς και όλη του την αυτοκυβέρνηση όσο πλήρωνε τους φόρους του, ο Τούρκος κατά κανόνα δεν νοιαζόταν γι΄ αυτόν . σπάνια μόνο ήταν εκτεθειμένος σε βιαιοπραγίες σαν κι αυτές που ήταν αναγκασμένος να υπομένει ο δυτικοευρωπαίος αγρότης από τους ευγενείς. Ήταν ζωή αναξιοπρεπής, που μόλις γινόταν ανεκτή (από μέρους του κατακτητή), δεν ήταν όμως και υλικά πιεσμένη.. πάντως δεν ήταν αταίριαστη με την τοπική πολιτισμική κατάσταση των λαών εκείνων, και γι΄ αυτό χρειάστηκε πολύς καιρός ώσπου ν΄ ανακαλύψει ο Σλάβος ραγιάς ότι η ζωή αυτή είναι αφόρητη. Αντίθετα, το εμπόριο των Ελλήνων είχε ανθήσει γρήγορα, από τότε που η τουρκική κυριαρχία τους ελευθέρωσε από τον καταθλιπτικό συναγωνισμό των Βενετών και των Γενοβέζων, κι είχε γίνει κιόλας τόσο σημαντικό, ώστε δεν μπορούσε να σηκώσει την τουρκική κυριαρχία ... Μήπως δεν απολαμβάνουν οι χριστιανοί στην Τουρκία περισσότερη θρησκευτική ελευθερία, απ’ ότι στη Αυστρία και στην Ρωσσία; Δεν είναι η τουρκική κυβέρνηση ήπια και πατρική, αφού επιτρέπει στα διάφορα έθνη, θρησκεύματα και τοπικά σωματεία να ρυθμίζουν μόνα τους τις υποθέσεις τους;"


Το αστείο είναι ότι οι Μαρξ και Ένγκελς γνώριζαν, πολύ καλά, την βάρβαρη ποιότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, η οποία έλαβε και μια κτηνώδη μορφή, σε πλείστες περιόδους της σουλτανικής κατοχής. Ιδού τι λέει ο Ένγκελς το 1846, θέλοντας να κατακεραυνώσει και να γελοιοποιήσει την πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας, απέναντι στην τουρκική ωμότητα, και βαρβαρότητα :

"Ακόμα και το θείο δικαίωμα του Μεγάλου Τούρκου να κρεμάει και να κομματιάζει τους Έλληνες υπηκόους του υποστήριξε για ένα διάστημα η Ιερά Συμμαχία. Αλλά η περίπτωση αυτή ήταν πολύ χτυπητή, κι οι Έλληνες πήραν την άδεια να ξεγλιστρήσουν από τον τουρκικό ζυγό".


Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, τον προπαγανδιστικό χαρακτήρα των θέσεων του Καρλ Μαρξ και του Φρήντριχ Ένγκελς, γύρω από τα ζητήματα της τουρκικής εξουσίας. Οι θέσεις που ανέπτυξαν, γύρω από το τουρκικό ζήτημα (αυτό που ευρύτερα αποκλήθηκε με τον επιτυχή προσδιορισμό "Ανατολικό Ζήτημα") δεν ήσαν προϊόν άγνοιας, γύρω από το τι συνέβαινε στην επικράτεια των Οθωμανών. Ούτε ήταν μια απλή (ή σύνθετη) επεξεργασία της πραγματικότητας (σωστή, ή εσφαλμένη). Επρόκειτο, για μια καθαρά προπαγανδιστική θέση, η οποία εξυπηρετούσε, άλλους, ευρύτερους σκοπούς και στόχους, οι οποίοι είχαν να κάνουν, με την πολιτική ανάλυση των δύο αυτών διανοητών, ως πολιτικών ακτιβιστών. Η οποία, εν τέλει, αποδείχτηκε εσφαλμένη και καθαρά ουτοπική. Το πόσο ουτοπική ήταν μπορούμε να το δούμε, σε σχέση με το παρακάτω απόσπασμα του Καρλ Μαρξ :

"Η Κωνσταντινούπολη είναι η αιώνια πόλη, η Ρώμη της Ανατολής. Στην εποχή των παλαιών Ελλήνων αυτοκρατόρων ο δυτικός πολιτισμός αναμίχθηκε εδώ με τον ανατολικό σε τέτοια έκταση, ενώ στην εποχή των Τούρκων η ανατολική βαρβαρότητα αναμίχτηκε με τον δυτικό πολιτισμό τόσο έντονα, ώστε αυτό το κέντρο μιας θεοκρατικής αυτοκρατορίας έγινε πραγματικός φραγμός ενάντια στην ευρωπαϊκή πρόοδο. … Ο αγώνας δυτικής Ευρώπης και Ρωσσίας για την κατοχή της Κωνσταντινούπολης περικλείει ένα ερώτημα, αν ο βυζαντινισμός θα υποκύψει μπροστά στον Δυτικό πολιτισμό, ή αν ο ανταγωνισμός τους θα αναβιώσει με μορφή περισσότερο τρομερή και κατακτητική παρά ποτέ. Η Κωνσταντινούπολη είναι η χρυσή γέφυρα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση κι ο Δυτικός πολιτισμός, όπως κι ο ήλιος, δεν μπορεί να κάνει τον κύκλο του γύρω απ’ τον κόσμο δίχως να περάσει τούτη την γέφυρα. Και δεν μπορεί να την περάσει δίχως αγώνα με την Ρωσσία. Ο Σουλτάνος κρατά την Κωνσταντινούπολη προς φύλαξη για λογαριασμό της επανάστασης".


Θα ισχυριστεί κάποιος ότι από την όλη επιχειρηματολογία των πατέρων του μαρξισμού, ο Ένγκελς είναι περισσότερο ψύχραιμος και δεν παρεκτρέπεται σε περιφρονητικές, ή σε ρατσιστικές αναφορές, κατά των υποδούλων στους Οθωμανούς πληθυσμών. Δυστυχώς και ο Ένγκελς δεν φείδεται ανάλογων χαρακτηρισμών, σε βάρος των Ελλήνων και των βαλκανικών λαών, που βρίσκονταν, υπό την οθωμανική κυριαρχία και αποτελούσαν, εν δυνάμει, συμμάχους των Ρώσων. Ιδού :

"Ο ευρωπαϊκός πόλεμος αρχίζει να μας απειλεί σοβαρά. Αυτά τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες και ο υπόλοιπος λαοσυρφετός, που εμπνέει ενθουσιασμό στον φιλελεύθερο Φιλισταίο, για να ωφελούνται οι Ρώσσοι, δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον ούτε τον αέρα που αναπνέουν και θέλουν σώνει και καλά να κόψουν τους λαίμαργους λαιμούς τους. Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο … αν κάθε μια από αυτές τις νανοφυλές δεν αποφάσιζε για ειρήνη ή για πόλεμο στην Ευρώπη".

Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι αυτή η τοποθέτηση του Ένγκελς έχει γίνει, πολύ μετά, την ελληνική επανάσταση του 1821. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι αλλιώς, αφού ο Γερμανός διανοητής ήταν γεννημένος το 1820 - έναν χρόνο, δηλαδή, πριν από την έναρξη του επικού ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία. Και έχει την σημασία της αυτή η υπόδειξη, διότι ο τερματισμός της ελληνικής επανάστασης το 1832, με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, δεν σήμανε και τον τερματισμό των αγώνων για την εκδίωξη των Οθωμανών κατακτητών από τις περιοχές εκείνες, στις οποίες μεγάλα τμήματα του ελληνισμού, παρέμειναν, υπό την σουλτανική εξουσίαση. Αντίθετα, μάλιστα, η ελληνική επανάσταση υπήρξε ο επιταχυντής αυτής της διαδικασίας, αφού το ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό εγχείρημα πέτυχε και υπήρξε ο μαγνήτης για την περαιτέρω ολοκλήρωση της εθνικής αυτοσυνειδησίας των άλλων υπόδουλων στους Οθωμανούς λαούς της χερσονήσου του Αίμου.

Σε αυτήν την διαδικασία της απελευθέρωσης των αλύτρωτων Ελλήνων της Οθωμανίας  και της εθνικής αυτοσυνειδησίας των βαλκανικών λαών, που οδηγούσαν, αναπότρεπτα, στην περαιτέρω αποσύνθεση του τουρκικού σουλτανάτου αντιστάθηκαν, με πείσμα και φανατισμό οι Μαρξ και Ένγκελς, οι οποίοι ήσαν σταθεροί υποστηρικτές της Τουρκίας και αμετάπειστοι αντίπαλοι κάθε νεώτερου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και των άλλων λαών της Οθωμανίας. Γράφει ο Ένγκελς στον Έντουαρντ Μπερνστάϊν, στις 22-25/2/1882 :

“…δεν επιθυμώ να εξετάσω εδώ, πως έγινε κι οι μικροί σλαβικοί λαοί βλέπουν τον τσάρο ως τον μόνο ελευθερωτή τους. Το κάνουν κι αυτό μας φτάνει, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε και θα μείνει έτσι, ώσπου να καταρρεύσει ο τσαρισμός. Αν γίνει πόλεμος, όλα αυτά τα ενδιαφέροντα εθνίδια θα περάσουν από τη μεριά του τσαρισμού, του εχθρού ολόκληρης της αστικής-ανεπτυγμένης Δύσης. Όσο είναι έτσι τα πράγματα, δεν μπορώ να ενδιαφέρομαι για την άμεση, τωρινή τους απελευθέρωση, παραμένουν απευθείας εχθροί μας το ίδιο όπως ο σύμμαχος και προστάτης τους, ο τσάρος. Πρέπει να συνεργαστούμε στην απελευθέρωση του δυτικοευρωπαϊκού προλεταριάτου και σε αυτόν τον σκοπό να υποτάξουμε κάθε τι άλλο. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οι Σλάβοι των Βαλκανίων κτλ. είναι τόσο πολύ ενδιαφέροντες, να μου λείπουν, αν η απελευθερωτική τους ορμή συγκρούεται με το συμφέρον του προλεταριάτου. (…) Η νίκη του προλεταριάτου τους απελευθερώνει πραγματικά κι αναγκαία, όχι επιφατικά και προσωρινά, όπως ο τσάρος”.


Και πάλι, μια τέτοια θέση θα μπορούσε - δύσκολα, είναι η αλήθεια - να εκληφθεί σαν μια ιστορική διαπίστωση. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Εδώ ο Ένγκελς εκτρέπεται σε απαξιωτικές αναφορές, με ακραίο ρατσιστικό και ως εκ τούτου, ηθικά, απαξιωτικό περιεχόμενο, τσουβαλιάζοντας ολόκληρους πληθυσμούς και εθνικές οντότητες, προκειμένου να στήσει μια ολόκληρη πολεμική και να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, για την ανάγκη υπεράσπισης της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το δικαίωμά της να καταπιέζει και να διοικεί τους κατακτημένους λαούς της.

Η αλήθεια είναι ότι ο Καρλ Μαρξ και ο Φρήντριχ Ένγκελς ουδέποτε κατάφεραν να "χωνέψουν" και να αποδεχθούν την επικράτηση της ελληνικής επανάστασης, παρά το γεγονός ότι αυτή συνέβη και οδήγησε στην ίδρυση του ελληνικού κράτους πολλά χρόνια, πριν αυτοί ανδρωθούν. Η στάση αυτή των δύο αυτών διανοητών και πολιτικών ακτιβιστών μπορεί να εξηγηθεί, μέσα στα πλαίσια του στείρου δογματισμού τους.

Η εξήγηση της στάσης αυτής παραπέμπει στα αποτελέσματα, που είχε η ελληνική επανάσταση του 1821, μακροπρόθεσμα, στο status quo της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, με το ξήλωμα της οθωμανικής κάλτσας, που έπνιγε τους λαούς, τους οποίους είχε περιτυλίξει. Και τα αποτελέσματα αυτά δεν ήσαν άλλα από την επιτάχυνση της αποσύνθεσης της Οθωμανίας και την άνοδο των εθνικισμών των καταπιεζόμενων λαών.



Ο χάρτης των διαδοχικών επεκτάσεων του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του, μέχρι το 1947.



Η ελληνική επανάσταση υπήρξε αποτελεσματική και επιτυχής, με την αποτίναξη της τουρκικής απολυταρχίας και την ίδρυση του ελληνικού κράτους και απετέλεσε φάρο και οδηγό, για τους άλλους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και επί των ημερών των δύο μεγάλων Γερμανών διανοητών, το μικρό ελληνικό κράτος κατάφερε να επεκτείνει την κυριαρχία του στην Θεσσαλία και σε τμήμα της Ηπείρου (1881), αλλά και στα Επτάνησα (1864), προς μεγάλη λύπη και των δύο.

Αυτή η πραγματικότητα δεν πτόησε, ούτε τον Καρλ Μαρξ, ούτε τον Φρήντριχ Ένγκελς.

Ουδέποτε συμβιβάστηκαν μαζύ της και ουδέποτε μπόρεσαν να την κατανοήσουν, μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο να ξεφεύγει από τα περιορισμένα και μίζερα όρια μιας ανούσιας και κοινωνιολογικά, κενής συνωμοσιολογίας, στην οποία επιδόθηκαν και οι δύο, αναφερόμενοι στόν ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία, προκειμένου να τον υποτιμήσουν και αυτόν και την επιτυχή έκβασή του.

Γράφει σχετικά ο Μαρξ, κάπου, μέσα στο 1860 :

“Πορεία της Ελληνικής εξέγερσης. Οι Έλληνες έτοιμοι να ηττηθούν. Οι μακροχρόνιες μηχανορραφίες της Ρωσίας κόντευαν να πάνε χαμένες. Τώρα επικαλείται τη γενναιοψυχία της Γαλλίας και της Αγγλίας. Οι συμπάθειες της κοινής γνώμης με το μέρος της. Συνθήκη Γαλλίας και Αγγλίας με τη Ρωσία στις 6 Ιουλίου 1827: Ναβαρίνο. Με τη συνθήκη της Αλεξάνδρειας της 8ης Απριλίου 1828 η Ελλάδα ξαναπαίρνει τη θέση της ανάμεσα στα έθνη”.


Αλλά και ο Ένγκελς, δεν πάει πίσω, αφού, πριν από τον Μαρξ, έχει γράψει στην NewYork Daily Tribune, στις 21/4/1853 :

“Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι Έλληνες; Όχι βέβαια οι συνωμοσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή Πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η ναυμαχία του Ναυαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία γαλλικού στρατού στο Μοριά ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, παρά ο Ντίμπιτς, που προέλασε με το ρωσικό στρατό ίσα με την κοιλάδα της Μαρίτσας (Έβρου), περνώντας τον Αίμο. Κι ενώ η Ρωσία άρχιζε, άφοβα το διαμελισμό της Τουρκίας, οι Δυτικοί διπλωμάτες συνέχιζαν να εγγυούνται και να θεωρούν ιερό το status quo και το απαραβίαστο του οθωμανικού εδάφους!”

Προφανώς, η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους δεν ήταν προϊόν μιας νικηφόρας, μέχρι και το τέλος της, επανάστασης. Προφανώς, η ίδρυση του ελληνικού κράτους επιβλήθηκε στον σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης και υπήρξε αποτέλεσμα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην πάλη τους για σφαίρες επιρροής.

Και αυτή η ιδιόμορφη πραγματικότητα του ελληνικού ξεσηκωμού οδηγεί τον Μαρξ  να γράφει, με άφθονη χαιρεκακία, στην εφημερίδα "The People’s Paper", στις 12/11/1853), ότι το “συνταγματικό” βασίλειο της Ελλάδας είναι “πολιτικό φάντασμα, που μπορεί να παραβληθεί μονάχα με τον homunculus (ανθρωπάριο) του Βάγκνερ στον Φάουστ”.


Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Αυτή είναι η αλήθεια, που αφορά την συνωμοσιολογία και την στρατιωτική κατάσταση που επικρατούσε στην εξεγερμένη Ελλάδα του τέλους της επανάστασης.

Η άλλη μισή αλήθεια, που είναι και η απείρως σημαντικότερη, διότι αυτή κινητροδότησε τις επεμβάσεις των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ρωσίας, για την εκδίωξη του αιγυπτιακού στρατού του Ιμπραήμ πασά, από την Πελοπόννησο, έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ελληνική εξέγερση κράτησε και μετετράπη, ευθύς, αμέσως, σε επανάσταση στον νοτιοελλαδικό χώρο της Turcograecia. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επικράτησε αμέσως και εγκαθίδρυσε την κυριαρχία των επαναστατών, οι οποίοι ίδρυσαν, ευθύς αμέσως, στα εδάφη αυτά, το νεοελληνικό επαναστατικό κράτος, στην θέση του, εν ριπή οφθαλμού, καταρρεύσαντος τουρκικού κράτους.

Αυτή η άλλη μισή αλήθεια, που δεν μπόρεσαν να χωνέψουν οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς, είναι ότι το κράτος αυτό και οι επαναστατικές δυνάμεις του έθνους των νεοελλήνων, απέκρουσαν τις στρατιές που έστειλε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β', για να καταστείλουν την επανάσταση, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις των επαναστατημένων Ελλήνων κυριάρχησαν, γρήγορα, στο Αιγαίο και απέκοψαν, κάθε προσπάθεια θαλάσσιας προσέγγισης των σουλτανικών στρατευμάτων.



Mehmet Ali pasha (4/3/1769 - 2/8/1849).


Αλλά αυτή η μισή αλήθεια, που αρνήθηκαν, πεισμόνως, να δουν οι Μαρξ και Ένγκελς, είναι ότι η παγίωση της κυριαρχίας των επαναστατημένων Ελλήνων στο νοτιοελλαδικό χώρο και η πλήρης αποκοπή του από την σουλτανική εξουσία, οδήγησε την Υψηλή Πύλη, η οποία είχε εξαντλήσει όλες τις δικές τις δυνάμεις, για την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης, άνευ ουδεμίας επιτυχίας, στο να εισαγάγει έναν εξωτερικό παίκτη στο πεδίο των μαχών. Τον αιγυπτιακό στρατό του Μεχμέτ Αλή, υπό την ηγεσία του γιού του, του Ιμπραήμ πασά, στους οποίους ο σουλτάνος παραχώρησε τα πάντα, με σκοπό την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης, συμφωνώντας στο πέρασμα της Πελοποννήσου και των άλλων επαναστατημένων περιοχών στην Αίγυπτο, στην πλήρη εξαφάνιση του εντόπιου ελληνικού πληθυσμού και στην αντικατάστασή του από Άραβες εποίκους, που θα μεταφέρονταν εκεί, μετά το πέρας των εχθροπραξιών και την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης.

Εκεί κρίθηκε - όσο και αν αυτό φαίνεται οξύμωρο - και η τελική επιτυχία του ελληνικού αγώνα, για την ανεξαρτησία. Διότι αυτή η πολιτική δήωσης, λεηλασίας, βίαιου εξισλαμισμού, εξανδραποδισμού και γενοκτονίας, από έναν τρίτο, έναν εξωτερικό παίκτη στον νοτιοανατολικό χώρο της Turcograecia, που θα ανέτρεπε την υπάρχουσα ισορροπία και θα καθιστούσε την Αίγυπτο του Μεχμέτ Αλή, έναν υπολογίσιμο παίκτη στον ευρωπαϊκό χάρτη, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τις δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και την Ρωσία.



Ibrahim pasha (1789 - 10/11/1848).



Φυσικά, αυτή η στρατιωτική ανισορροπία στον γεωπολιτικό χάρτη της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, που μπορούσε να υποκαταστήσει τον Σουλτάνο και την Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης, από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ή από τον Ιμπραήμ (κάτι που πήγε να γίνει, μετά την φυγή των Αιγυπτίων από την Πελοπόννησο, όταν το 1831, ο Ιμπραήμ επιτέθηκε στην Συρία, που ήταν κάτω από σουλτανική κατοχή και έφθασε μέχρι το Ικόνιο, όπου νίκησε τα τουρκικά στρατεύματα και θα έφθανε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά τον σταμάτησε η Ρωσία, που έσπευσε στο πλευρό του Σουλτάνου, επειδή οι Αιγύπτιοι, όπως είπα, ήσαν ανεπιθύμητοι, ως κυρίαρχοι στην Οθωμανία), έπρεπε να εξισορροπηθεί, από μιαν άλλη εξωτερική επέμβαση, αφού ο νέος παίκτης στον νοτιοελλαδικό χώρο ήταν ισχυρός στο στρατιωτικό πεδίο, λόγω του ότι ο στρατός του Ιμπραήμ πασά είχει οργανωθεί, με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, από παλαιούς βοναπαρτιστές αξωματικούς. Οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν είχαν να κάνουν τίποτε περισσότερο, από το να επιδοθούν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς των δυνάμεων του Ιμπραήμ και να αντέξουν, μέχρι να εμφανισθεί αυτή η εξισορροπιστική εξωτερική επέμβαση. Και αυτό έκαναν, μέχρις ότου οι ακρότητες και γενοκτόνες πράξεις των τουρκοαιγυπτίων, μαζύ με τα επανατοποθετημένα συμφέροντα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οδήγησαν στην ναυμαχία του Ναυαρίνου και στην υποχρεωτική αποχώρηση των αιγυπτακών στρατευμάτων, από την Πελοπόννησο, αφού αυτά, όντας αποκομμένα από τις θαλάσσιες οδούς και με αιτία την πολεμική τακτική της καμμένης γής, που ακολούθησε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κινδύνευσαν να αφανισθούν, από την πείνα και τις αρρώστιες.

Κάπως έτσι κλείνει και όλος ο κύκλος των ολοκληρωμένων αληθειών, γύρω από την ελληνική επανάσταση και την επιτυχία της. Διότι μπορεί να είναι αληθές ότι τα ρωσικά στρατεύματα του Ρώσου στρατηγού Ντίμπιτς υποχρέωσαν τον σουλτάνο να συνθηκολογήσει και να αποδεχτεί την ελληνική ανεξαρτησία, αλλά και όλα τα άλλα, που συνέβησαν, έπαιξαν τον ρόλο τους, με προεξάρχουσα την ίδια την ελληνική επανάσταση, που έφερε τα πάνω, κάτω, ανέτρεψε το status quo και άντεξε, μέχρι το τέλος, μην αφήνοντας πολλά άλλα περιθώρια, σε εκείνους, οι οποίοι συμμετείχαν στο ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι της νοτιοανατολικής ευρασιατικής περιοχής, πέρα από το να δράσουν, όπως έδρασαν.

Χωρίς τους Έλληνες και την εξέγερσή τους, η οποία μετετράπη, αμέσως, σε επανάσταση, που επεκράτησε και δημιούργησε δίκαιο, ουδέν θα είχε συμβεί και η ιστορία θα είχε ακολουθήσει άλλες οδούς και οι εξελίξεις θα ήσαν διαφορετικές.

Αυτή είναι η αλήθεια και αυτήν την αλήθεια, οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς αρνήθηκαν, με πείσμα και μακριά, από κάθε κοινωνιολογική οπτική, να ομολογήσουν. Και αυτό το γράφω, επειδή πιστεύω ότι την αλήθεια αυτή την είχαν παρατηρήσει, αλλά, επειδή ξέφευγε από τις επιθυμίες τους, παρέμειναν σε μια ρηχή συνωμοσιολογία, που μπορεί να είναι εύπεπτη και πιασιάρικη, αλλά, κοινωνιολογικά, πάσχει, αφού δεν εξηγεί τις εσώτερες δυνάμεις, που οδήγησαν στην επικράτηση και στην αντοχή της ελληνικής επανάστασης, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της.


Αλλά και ευρύτερα, δυστυχώς, για τους πατέρες του μαρξισμού, η πραγματικότητα τους διέψευσε παταγωδώς. Δεν είναι, μόνον, ότι το ευρωπαϊκό προλεταριάτο δεν έκανε την αναμενόμενη επανάσταση και δεν πήρε τα ηνία της κοινωνίας στα χέρια του. Γιατί, προσπάθειες έκανε και στην κορυφαία του στιγμή, που ήταν αυτή της Παρισινής Κομμούνας το 1871, απέτυχε, ηττημένο στρατιωτικά από τις συνδυασμένες δυνάμεις του Θιέρσου και του Βίσμαρκ.

Σημασία έχει το απλό γεγονός ότι η ήττα αυτή δεν ήταν προϊόν του όποιου ρωσικού επεκτατισμού, όσο τυχαίο, από ιστορική άποψη και αν ήταν αυτό. Η στρατιωτική ήττα του παρισινού προλεταριάτου, αλλά και η συνολική ήττα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου υπήρξε προϊόν ενός άλλου, μη αναμενόμενου ιστορικού παράγοντα :

Της συνένωσης του γερμανικού έθνους, σε ένα ισχυρό κράτος, που άλλαξε το status quo στον κεντροδυτικό ευρωπαϊκό χώρο, γεγονός, το οποίο είχε τρία σημαντικά αποτελέσματα :

1) Ενέτεινε τον ενδοευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου και έθεσε ένα διαρκές ζήτημα αναδιανομής των αγορών και των σφαιρών επιρροής.

2) Επανέφερε, με ολοένα και αυξανόμενη ένταση, τις εθνικές και κρατικές αντιπαλότητες, ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού κέντρου, ως αποτέλεσμα της επανεμφάνισης των εθνικισμών στην καρδιά της κεντροδυτικής Ευρώπης, οι οποίοι, συν τω χρόνω, απέκτησαν μια, ολοένα και λιγότερο, ελέγξιμη και διαχειρίσιμη ένταση, για να καταστούν, στην πορεία του χρόνου (και όσο ακόμα ζούσαν οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς), απολύτως, ανεξέλεγκτοι και να οδηγήσουν, το 1914, έναν αιώνα, μετά την λήξη των συνεχών πανευρωπαϊκών πολέμων, κατά του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

3) Ενέτεινε και ουσιαστικά, θεσμοθέτησε την διαδικασία ενσωμάτωσης μεγάλων τμημάτων της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και με την εξάπλωση και πρωτόλεια συνδιαχείριση του συστήματος από την εργατική αριστοκρατία, αλλά και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων τάξεων. Γεγονός το οποίο εισήγαγε και θεμελίωσε τον εθνικισμό στις τάξεις του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Και του οποίου γεγονότος τα αποτελέσματα φάνηκαν, με το ξέσπασμα, στις 4/8/1914, του Παγκοσμίου Πολέμου και την απρόσμενη, για πολλούς ηγέτες της Β' Διεθνούς, εθνικιστική έξαρση της μεγάλης μάζας των Ευρωπαίων εργατών και της πολιτικοσυνδικαλιστικής αριστοκρατίας και γραφειοκρατίας τους, που στήριξαν τις πολιτικοοικονομικές ελίτ των κρατών τους και συμμετείχαν στην διεξαγωγή του πολέμου, παρά το γεγονός ότι η Β' Διεθνής είχε συμφωνήσει, πριν από την έναρξή του, να τον καταγγείλει, ως ιμπεριαλιστικό.

Αλλά, πέρα από όλα αυτά, πρέπει να ειπωθεί ότι οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς υπερέβαλαν, ως προς την στρατηγική σημασία της νοτιοανατολικής περιφέρειας του ευρασιατικού χώρου, που κατείχαν οι Οθωμανοί και ως προς την επιρροή του χώρου αυτού, στις διενέξεις των κεντροδυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, με την Ρωσία. Όχι γιατί δεν θα ενδυναμώνονταν η Ρωσία, εάν τον έλεγχε. Αλλά, γιατί ήταν δεδομένο ότι οι άλλες δυτικές δυνάμεις δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Γεγονός το οποίο κατέστη, εντελώς, εμφανές, με την ανάδυση του ενιαίου γερμανικού κράτους στην Κεντρική Ευρώπη και την ουσιαστική δορυφοροποίηση, όχι μόνο της παραπαίουσας Οθωμανίας, αλλά και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίες κατέστησαν, λίγο - πολύ, εξαρτήματα της ευρωπαϊκής και της ευρύτερης διεθνούς πολιτικής της γερμανικής αυτοκρατορικής αυλής.

Οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς δεν μπόρεσαν να τα δουν όλα αυτά. Κάποια από αυτά, δεν μπόρεσαν να τα δουν, δικαιολογημένα, αφού δεν τα έζησαν. Τα περισσότερα από αυτά, όμως, τα έζησαν και μπορούσαν να τα δουν, αφού εξελίχθηκαν, μπροστά στα μάτια τους.

Έτσι, η απαίτησή τους από τους, υπό την Οθωμανική κυριαρχία, ευρισκόμενους Έλληνες, καθώς και από τους άλλους σλαβικούς χριστιανικούς πληθυσμούς της χερσονήσου του Αίμου, να καθήσουν φρόνιμοι και να δεχθούν την μοίρα του δούλου, για να μην ενισχυθεί η Ρωσία, πέρα από ένα χαρακτηριστικό δείγμα, ενός ωμού και ανελέητου δογματισμού και μιας απίστευτης έκτασης τυφλότητας, που παραπέμπουν, στις πρακτικές του σταλινισμού (ο Ιωσήφ Στάλιν υπήρξε ειδικός σε τέτοιου είδους λαθροχειρίες, όπως δείχνουν οι διεθνείς πρακτικές του, ιδίως, κατά και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ουδέποτε ξέχασε την φράση του Ένγκελς, που αφορούσε την διαπίστωσή του ότι οι βαλκανικοί λαοί ήσαν διατεθειμένοι να κόψουν τους λαιμούς τους), υπήρξε ανιστόρητη, ανήθικη, κοινωνικά απαράδεκτη και θα ήταν καταστροφική, γι' αυτούς, εάν, παρ' ελπίδα, γινόταν αποδεκτή.

Παντού και πάντοτε, άλλωστε, αυτά είναι τα προϊόντα των εμμονών, των φανατισμών και των δογματισμών, κάθε είδους και κάθε εποχής...

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

15/3/2013 : Η κατάπτυστη απόφαση και η συμφωνία του Eurogroup για το κούρεμα των καταθέσεων των κυπριακών τραπεζών και η νέα προδοσία του Νίκου Αναστασιάδη. Ήλθε η ώρα να ασκήσει η Κύπρος το seigniorage. (Τον προδότη κι' αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς)...





Απολαύστε τον! Ο απατεώνας, που αναρριχήθηκε με τα χονδροειδή ψέματα στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο ρίψασπις και προδότης υποστηρικτής του σχεδίου Αννάν, που θα παρέδιδε το κυπριακό κράτος στην αγκαλιά των Τούρκων, ο άνθρωπος που, μαζύ με τον ΓΑΠ, οδηγεί τον ελληνισμό στο σύγχρονο 1204 και από εδώ σε ένα σύγχρονο 1453, ο Νίκος Αναστασιάδης υπόσχεται, προεκλογικά, τον Φεβρουάριο του 2013 ότι δεν πρόκειται να συναινέσει, επ' ουδενί, σε ένα κούρεμα των καταθέσεων, που βρίσκονται στις κυπριακές τράπεζες. Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, ο νέος Εφιάλτης, "τοις Μέρκελ ρήμασι πειθόμενος", κουρεύει, ανελέητα, τις καταθέσεις, αδιακρίτως, ποσού και οδηγεί την ελληνοκυπριακή οικονομία στο βάραθρο, όπως επίσης και το βιοτικό επίπεδο του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, δεκαετίες πίσω, στην εποχή της αγγλικής αποικιοκρατίας.

Η προδοτική συμφωνία του Eurogroup, που κουρεύει τις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών, διαλύει την κυπριακή οικονομία, καταστρέφοντάς την σαν χρηματοπιστωτικό κέντρο, για χάρη των τραπεζών της Γερμανίας και του ευρωπαϊκού βορρά (που σκοπεύουν να μαζέψουν όλο το, προς αποταμίευση, διαθέσιμο χρήμα, που κυκλοφορεί στην ευρωζώνη) πρέπει να απορριφθεί, χωρίς πολλά λόγια, αφού θα φέρει το βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων στα επίπεδα που ήταν, αμέσως, μετά την εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας. Η απόφαση αυτή ολοκληρώνει την καταστροφή της οικονομίας της μεγαλονήσου, την οποία και καθιστά, πλέον, εάν εφαρμοστεί, ευρωπαϊκή αποικία.

Την καταστροφή αυτή της ελληνοκυπριακής οικονομίας, πρέπει να πούμε (για να μην το ξεχνάμε) ότι την επιτάχυνε το αισχρό, προδοτικό και ολέθριο "ελληνικό" PSI, του Μαρτίου του 2012, που διοργάνωσε ο μπουχέσας Βαγγέλης Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του μπατιροτραπεζίτη και λειτουργικά αγράμματου Λουκά Παπαδήμου, με την απόλυτη σύμπνοια και την πλήρη συμμετοχή του αχαρακτήριστου Αντώνη Σαμαρά.



Το βίντεο αυτό, που ήταν να παιχτεί, προεκλογικά, απορρίφθηκε από τον πρόεδρο της Αρχής Ριαδιοτηλεόρασης και δεν παίχτηκε, κατά σκανδαλώδη τρόπο, προφανώς επειδή προέλεγε οσα θα έπραττε, ως εκλεγμένος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ο νέος Πήλιος Γούσης. Αξίζει να το δείτε...



Ο Αναστασιάδης πρέπει, άμεσα, να καθαιρεθεί, να συλληφθεί, να περάσει από ειδικό δικαστήριο, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και να αντικατασταθεί από ένα πρόσωπο το οποίο θα έχει σαν γνώμονά του τα συμφέροντα του κυπριακού ελληνισμού.

Η Κύπρος στην παρούσα φάση δεν χρειάζεται να βγει από την ευρωζώνη. Κανείς δεν μπορεί να την διώξει.

Η χώρα έχει νομισματοκοπείο και αφού μια νέα κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας κηρύξει την κυπριακή επικράτεια, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα της νομισματοκοπής (seigniorage) και να τυπώσει ευρώ, για την κάλυψη των αναγκών της, αφού προηγουμένως, ενημερώσει την Ε.Κ.Τ. και να προχωρήσει μόνη της στην εκτύπωση των απαιτούμενων ποσοτήτων ευρώ, εφ' όσον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρνηθεί.

(Και στην συνέχεια, θα δούμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκκος των φρίτσηδων)...

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

14/3/1883 - 14/3/2013 : 130 χρόνια μετά τον θάνατο του Karl Marx. (Ο Μαρξ σαν επαναστάτης υπερασπιστής της εργατικής τάξης και σαν συντηρητικός θεωρητικός θεμελιωτής της εξουσίας της διευθυντικής ελίτ του γραφειοκρατικού καπιταλισμού).



Karl Heinrich Marx (5/5/1818 - 14/3/1883)



130 χρόνια πέρασαν από τότε, που ο Καρλ Μαρξ πέθανε (στις 14/3/1883) και αναπαύεται στο νεκροταφείο Highgate του Λονδίνου.

Για τον Καρλ Μαρξ υπάρχουν αρκετά άρθρα μου σε αυτό το μπλογκ, τα οποία καλύπτουν πολλά ζητήματα, πολιτικά, φιλοσοφικά, οικονομικά και κοινωνιολογικά, που αφορούν τον τεράστιο αυτόν διανοητή και τα οποία, όποιος ενδιαφέρεται, θα τα βρει συγκεντρωμένα στην ετικέτα, με τον τίτλο : "Karl Marx". Όσα, όμως και να γράψει κάποιος για τον άνθρωπο αυτόν, που άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ανθρώπινη ιστορία και στην ίδια την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, είναι λίγα. Παρ' όλ' αυτά, θα αποπειραθώ να προσθέσω ορισμένα πράγματα, για την σχέση του  ιδίου και της θεωρίας του, με την εργατική τάξη και την ιστορική/πραγματική εξέλιξη και επίπτωση αυτής της θεωρίας, μέσα στην διαδρομή του χρόνου, από την εποχή του, μέχρι τις ημέρες μας - και μετά από αυτές.

Γεννημένος στο Τριρ της Γερμανίας και μεγαλωμένος, μέσα σε μια πλούσια μεσοαστική οικογένεια, επηρεάστηκε, νωρίς, από τις ιδέες του Χέγκελ, για να στραφεί, επίσης, νωρίς στις ριζοσπαστικές ιδέες και στον ενεργό αθεϊσμό, αφού, προηγουμένως, είχε εγκαταλείψει την εβραϊκή πίστη, χάριν του επίσημου λουθηρανικού χριστιανικού δόγματος.

Ο Καρλ Μαρξ, σπούδασε, αρχικά, στην Βόννη, νομικά, για να στραφεί, στην συνέχεια, στην φιλοσοφία, σπουδάζοντας στο Βερολίνο και άφησε στην άκρη τις προοπτικές, που είχε, για πανεπιστημιακή καριέρα, λόγω του γεγονότος ότι οι συντηρητικοί χεγκελιανοί, οι οποίοι είχαν το πάνω χέρι, εκείνη την εποχή, δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθούν αυτόν και τις ριζοσπαστικές του ιδέες (τον αριστερό εγελιανισμό, τον οποίον, τότε, πρέσβευε), παρά το γεγονός ότι η πανεπιστημιακή του διατριβή, για τον Δημόκριτο και τον Επίκουρο, έγινε δεκτή από το πανεπιστήμιο της Ιένας το 1841.

Όταν το 1842 ο Καρλ Μαρξ εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή καριέρα, λόγω της αποβολής του δάσκαλού του Bruno Bauer από την θέση του λέκτορα, στράφηκε προς την δημοσιογραφία, αρθρογραφώντας στην "Rheinische Zeitung" και ασχολήθηκε με την πολιτική, αναπτύσσοντας ριζοσπαστικές θέσεις, γεγονός που τον οδήγησε σε συνεχείς αλλαγές τόπων διαμονής και χωρών εγκατάστασης, αφού ήταν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε όλες τις κυβερνήσεις και τις αστυνομίες της Ευρώπης.

Στο Παρίσι γνώρισε το alter ego του, τον Friedrich Engels, ο οποίος τον μύησε στα οικονομικά ζητήματα και τον έφερε σε επαφή με την ζωή και την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η εργατική τάξη της εποχής του.

Ακολούθησε μια σειρά μετεγκαταστάσεών του, από το Παρίσι, στις Βρυξέλλες, ξανά στο Παρίσι, μετά στο Λονδίνο, στο οποίο και πέθανε, αφού πρώτα έζησε όλες τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις της εποχής του, από το 1848, έως το 1871 και αφού, εν τω μεταξύ, άφησε πίσω του, ένα πλούσιο και άκρως αξιόλογο συγγραφικό έργο, το οποίο ξεκινάει από την "Γερμανική Ιδεολογία", που συνέγραψε μαζύ με τον Ένγκελς και τα "Χειρόγραφα" του 1844, για να αποκορυφωθεί με το μνημειώδες και πολυσήμαντο έργο του, με τίτλο : "Το Κεφάλαιο".

Υπήρξε ο ιδρυτής του μαρξισμού (αν και ο ίδιος δήλωνε ότι δεν ήταν μαρξιστής) και το 1864 ήταν ένας από τους κύριους συνιδρυτές της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, αυτής της διεθνούς εργατικής πολιτικοσυνδικαλιστικής ομοσπονδίας, η οποία ήταν και η πρώτη και πρωτόλεια επίσημη μορφοποίηση του στρώματος εκείνου, το οποίο, αργότερα, αποκλήθηκε γραφειοκρατία και μερικώς, αποτελούνταν από την, μόλις, αναδυόμενη εργατική αριστοκρατία, για να πλαισιωθεί από μια ομάδα αστών, μικροαστών και προλεταρίων διανοουμένων, σχηματοποιούμενο στο σώμα των "επαγγελματιών επαναστατών", το οποίο, στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, κατέληξε να είναι ένα σώμα επαγγελματιών των κομμάτων και ευρύτερα, της πολιτικής.





Ο Μαρξ πέθανε, αλλά ο μαρξισμός πέρασε στην θέση του, ως ένα ιδεολόγημα, το οποίο, στις πολλές εκδοχές του, κατέστησε τον ίδιο τον Μαρξ μύθο και ιδρυτή μιάς νέας θρησκείας, η οποία, στην ακραία της εκδοχή, οργανώθηκε, κρατικά, μέσα από το ιερατείο των κομμουνιστικών κομμάτων, που άσκησαν κρατική εξουσία, μετά την ίδρυση της "Ε.Σ.Σ.Δ."

Φυσικά, όπως, ήδη, ανέφερα, ο ίδιος ουδέποτε δήλωσε μαρξιστής και ήταν φανατικός πολέμιος, κάθε θρησκείας - ας θυμηθούμε την περίφημη ρήση του: ''Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού''. Αλλά αυτή η τοποθέτηση του Μαρξ δεν απέτρεψε τους επιγόνους του, από το να θρέψουν, με ένα ανάλογο όπιο, τους λαούς και τα κινήματα, επί των οποίων άσκησαν την κυριαρχία τους.

Ουδείς αρνείται, στα σοβαρά, ότι o Καρλ Μαρξ ήταν επαναστάτης. 

Η πεμπτουσία του επαναστατικού στοιχείου, στον Γερμανοεβραίο φιλόσοφο και πολιτικό, βρίσκεται στην περίφημη θέση του, στον ''Λουδοβίκο Φώϋερμπαχ'', που συνοψίζεται στην φράση ''Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα εξηγούσαν τον κόσμο. Τώρα ήλθε η ώρα να τον αλλάξουμε'' και συνίσταται στον εντοπισμό της αναγκαιότητας, για ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης και στην απαίτηση για διαρκείς, εν τοις πράγμασι, επαναστατικές κοινωνικές αλλαγές, σε πείσμα των συντηρητικών, που, πάντα, στέκονταν στην διατήρηση - διαχείριση του κόσμου, έτσι όπως τον βρήκαν, από τους προκατόχους τους, με κάποιες, επί μέρους, μη ουσιώδεις κοινωνικές μετατροπές. 


Rosa Luxemburg (5/3/1871 - 15/1/1919). Η καλύτερη εκπρόσωπος των μαρξικών ιδεών, που έμεινε πιστή και αδιάλλακτη, μέχρι το τραγικό της τέλος, στην αυθεντική και συνάμα ουτοπική, αρχική κοινωνικοαπελευθερωτική τους διάσταση.



Σε αυτές τις καλύτερες παραδόσεις και σε αυτές τις αφετηριακές κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και πολιτικές αναζητήσεις του Καρλ Μαρξ, με πρωταρχικό προσδιοριστικό στοιχείο, την επιδίωξη της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, στην αυτενεργό κοινωνική της διάσταση και την αποτροπή της υποταγής στις αξίες και στους κανόνες του παραδοσιακού συντηρητικού εφησυχασμού, στηρίχτηκε το αξιολογότερο - αν και απογοητευτικά, μειοψηφικό - κομμάτι των μαθητών του, με πρώτη και καλύτερη όλων, την Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Η θέση αυτή του Μαρξ, βέβαια, έχει το μειονέκτημα ότι υποτιμά την ανάγκη της εξήγησης του κόσμου, που ζούμε (πώς μπορούμε να αλλάξουμε κάτι που δεν γνωρίζουμε; ), αλλά ως αφετηριακή ιδέα, βρίσκεται, πάντα, στην πρωτοπορεία των επαναστατικών αλλαγών, αφού γίνει αντιληπτή, ως προϊόν μιάς προηγηθείσας επεξεργασίας και εξήγησης του κόσμου, που ζούμε, μιάς εξήγησης που δεν μένει κλεισμένη στον εαυτό της, αλλά στοχεύει στην συνειδητοποίηση και στον σχεδιασμό των αναγκαιουσών κοινωνικών αλλαγών, ως απότοκων αυτής της εξήγησης και επεκτείνεται στον πειραματισμό και την εφαρμογή αυτών των εξαχθέντων συμπερασμάτων στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων - το κατεξοχήν πεδίο, όπου θα κριθούν, ως προς το εάν αντέχουν, ή όχι. 

Αλλά ο Καρλ Μαρξ, εκτός από επαναστάτης, υπήρξε και γραφειοκράτης - δυστυχώς. Δηλαδή, συντηρητικός. 

Αυτή του την γραφειοκρατική ιδιότητα την επέδειξε, με την ενεργό πολιτική του δραστηριότητα και την απέδειξε, με τους χειρισμούς του στην Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, με αποκορύφωμα την διαγραφή του Μιχαήλ Μπακούνιν από αυτήν. Μία διαγραφή, που οδήγησε την Διεθνή, σε διάσπαση και το επαναστατικό εργατικό κίνημα στην επιτάχυνση της γραφειοκρατικοποίησής του και στον εκφυλισμό.

Φταίει ο Μαρξ για όσα έκαναν οι επίγονοι; Και ναι και όχι.
 

Ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν το όραμα του Μαρξ και δεν μπορεί να του χρεωθεί, ως προσωπική πολιτική επιδίωξη. Ο ολοκληρωτισμός ήταν προσωπική επιδίωξη της μεγίστης πλειοψηφίας των επιγόνων του - όχι όλων, ευτυχώς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ δεν έχει ευθύνες, για ό,τι ακολούθησε. Έχει βαρύτατες ευθύνες, αφού ο άκρατος επιστημονισμός του, οδήγησε  τους επιγόνους του στο να δώσουν και μία ολοκληρωτική ερμηνεία στο έργο του, αφού αντιμετώπιζε την κοινωνική εξέλιξη, ως ένα επιστημονικό αντικείμενο, που υπέκειτο σε κανόνες - νομοτέλειες, τις οποίες οι ειδικοί επιστήμονες εκαλούντο να προσδιορίσουν.

Δίνοντας μία τέτοια εξουσία στους υποτιθέμενους κοινωνικούς και πολιτικούς επιστήμονες, που μετασχηματίστηκαν, σε πολιτική και κομματική ελίτ, ο Μαρξ και η μαρξική θεωρία άνοιξαν, φαρδιά - πλατιά, τις πύλες στον ρεφορμισμό, από την μία πλευρά και στον ολοκληρωτισμό, από την άλλη.


   
Georg Wilhelm Friedrich Hegel (27/8/1770 - 14/11/1831). Ο Γερμανός συντηρητικός ιστορικιστής φιλόσοφος, βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού και υμνητής του Πρώσου μονάρχη, άσκησε μια βαθιά και καταστροφική επιρροή στον Καρλ Μαρξ και στις θεωρητικές του κατασκευές.



Η μαρξιστική πολιτική κομματική ελίτ είχε την επιστημονική γνώση και όχι οι εργάτες, οι οποίοι ήσαν το παθητικό πεζικό των πολιτικοκοινωνικών σχεδιασμών της κομματικής ηγεσίας, η οποία συμπύκνωνε στο σύνολό της την επαναστατική κοινωνική επιστήμη - που συνολικοποιείτο στο, εγελιανής εμπνεύσεως, ιστορικιστικό θεωρητικό σχήμα, που αποκλήθηκε (όχι από τον Καρλ Μαρξ, αλλά από τον Φρήντριχ Ένγκελς - γεγονός όμως, που ουδόλως αλλοιώνει την ουσία του εν λόγω θεωρητικού σχήματος, αλλά, αντιθέτως, το περιγράφει σαφέστατα και παραστατικότατα) ''διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός''.

Έτσι γραφειοκρατικοποιήθηκε (κατά ένα σημαντικότατο μέρος) το εργατικό και στην συνέχεια το, εν γένει, επαναστατικό κίνημα. Μάλιστα, το εργατικό κίνημα, στην σύγχρονη εποχή, είναι ένα συμπληρωματικό μέρος του γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, σε όλες του τις εκδοχές, είτε στην φιλελεύθερη ολιγαρχική εκδοχή της Δύσης, είτε στην γραφειοκρατική κομμουνιστική εκδοχή της Κίνας και των λοιπών καθεστώτων, που γέννησε ο μπολσεβικικός νεομπλανκισμός.

 
Έτσι, είναι συζητήσιμο, σε ποιόν βαθμό ο Καρλ Μαρξ ήταν επαναστάτης (εφ' όσον την έννοια του επαναστάτη την προσδιορίσουμε, με το περιεχόμενο, όχι, απλώς, του ανατροπέα, αλλά του κοινωνικού απελευθερωτή) και σε ποιόν βαθμό ήταν συντηρητικός και αντιδραστικός, παρά το γεγονός ότι πολλοί - οι οπαδοί του - πιστεύουν ότι ήταν, μόνον, επαναστάτης - αν και υπάρχει ένας μεγάλος βαθμός σύγχυσης και απροσδιοριστίας στο περιεχόμενο, με το οποίο προσδιορίζουν την έννοια του επαναστάτη.

Σίγουρα, ο Καρλ Μαρξ ήταν ''επαγγελματίας επαναστάτης'' και το πρότυπο του Λένιν, όσον αφορά τους ''επαγγελματίες επαναστάτες'' (Ο αστός θεωρητικός, που εισάγει την ταξική πολιτική συνείδηση στο πρακτικά ανίκανο - από μόνο του - να επαναστατήσει προλεταριάτο). Και αυτό είναι κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό και συνάμα καταστροφικό, για την καθεαυτή επαναστατική διαδικασία, εάν αυτή ορίζεται, ως κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή και όχι ως coup d' etat, ως κατάληψη της εξουσίας από μια κάστα γραφειοκρατικοποιημένων αστών και μικροαστών διανοούμενων, με εργατιστική ιδεολογία.





1860 Ο Karl Marx με τις κόρες του Laura και Eleanor, με την σύζυγό του Jenny και τον Friedrich Engels.


Έτσι επέλεξε να ζήσει την ζωή του και έτσι την έζησε. Αυτό, βέβαια, είναι αδιάφορο, όσον αφορά την προσωπική του ζωή (έζησε, κυρίως, με την αστείρευτη οικονομική βοήθεια του εργοστασιάρχη φίλου και συνεργάτη του Friedrich Engels, με την προίκα της γυναίκας του Τζένης φον Βεστφάλεν, με την, όποιας μορφής, αντιμισθία του, από την Διεθνή και με την βοήθεια από τους οπαδούς του, όπως, επίσης και από τα βιβλία του και την δημοσιογραφική του δουλειά).

Όμως, αυτή η ζωή τον προσδιόρισε, κοινωνικά, ως αστό διανοούμενο και "επαγγελματία επαναστάτη", εντάσσοντάς τον σε αυτήν την ειδική εξουσιαστική κοινωνική ομάδα, την οποία, με απόλυτη ενάργεια και σαφήνεια, περιέγραψε, έχοντας τον ίδιο τον Καρλ Μαρξ, ως πρότυπο, ο μαθητής του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, που της έδωσε μια συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, η οποία επανεισήγαγε τον μπλανκισμό στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, εκκινώντας από τον επιστημονισμό του Μαρξ, ο οποίος απετέλεσε και την θεωρητική βάση, πάνω στην οποία επαναθεμελιώθηκε η νέα, ταξικής μορφής, διαφοροποίηση, ανάμεσα στους ειδικούς επιστήμονες αυθεντικούς κατόχους της κοινωνικής και επαναστατικής θεωρίας (την ηγεσία, δηλαδή τους διευθύνοντες), που γνωματεύουν, αποφασίζουν, διατάζουν και διοικούν, με βάση την θεωρία αυτή, από την μια μεριά και τα μέλη του ευρύτερου εργατικού κινήματος (την βάση, δηλαδή τους εκτελεστές), από την άλλη, που εκτελούν τις εντολές, οι οποίες δίνονται από τους επαΐοντες επιστήμονες κατόχους της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας.

Από εκεί και πέρα, ήταν φυσικό και επόμενο να αναπτυχθεί ένας απίστευτος σχολαστικισμός, πάνω στο "τι είπε" και στο "τί δεν είπε", πάνω στο "τί υπονόησε" και στο "τι δεν υπονόησε" ο ιδρυτής της θεωρίας, ο σύγχρονος προφήτης της νέας επιστημονικοφανούς θρησκείας - ο Καρλ Μαρξ. Μια διαδικασία, η οποία, άμεσα, παραπέμπει στους χριστιανούς σχολιαστές των εκκλησιαστικών κειμένων του Μεσαίωνα και η οποία καθιστά τον διάλογο αντιπαραγωγικό. Και τον καθιστά αντιπαραγωγικό, γιατί οδηγεί σε μια ατέρμονη επίκληση αποσπασμάτων, επί αποσπασμάτων, από κείμενα του Μαρξ και των, μετά από αυτόν, που συσκοτίζει και δεν βοηθά την διαύγαση των όσων, κάθε φορά, έπρεπε και πρέπει να διαυγασθούν.

Στην πορεία και στο πέρασμα του χρόνου, ο αέναος επιπολλασμός της σχολιογραφίας, από τις γενεές των σχολιογράφων και των σχολιογραφούντων, πάνω στο έργο του Μαρξ και η ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση, ανάμεσα στις προβλέψεις της θεωρίας και στην εξέλιξη της πραγματικότητας δημιούργησαν ένα θεωρητικό χάος, το οποίο έγινε προσπάθεια να υπερβαθεί μέ έναν, αρκετά χονδροειδή, ομολογουμένως, διαχωρισμό, ανάμεσα στον νεαρό και τον ώριμο Μαρξ, δηλαδή, ανάμεσα στα έργα του ιδρυτή του μαρξισμού, που γράφηκαν στην νεανική περίοδο της ζωής του και σε εκείνα που γράφηκαν, μετά από αυτήν, με αναφορές στα κείμενα και στα χειρόγραφα του Μαρξ, της περιόδου 1843 - 1844. Άδικος κόπος και αδιέξοδος, αφού τον νεαρό Μαρξ τον έχει απαρνηθεί ο ώριμος Μαρξ - ο Μαρξ της επαναστατικής κοινωνικοοικονομικής θεωρίας, ο Μαρξ της θεωρίας του διαλεκτικού και του ιστορικού υλισμού, ο Μαρξ της κυριαρχίας της ''υλικής βάσης'' πάνω στο ευρύτερο ''ιδεολογικό κοινωνικό εποικοδόμημα'' - γι' αυτό άλλωστε και άφησε τα (αξιόλογα) ''Χειρόγραφα του 1844'' στην κριτική των τρωκτικών, όπως χαρακτηριστικά και πολύ παραστατικά έχει γράψει ο ίδιος. 

Από εκεί και πέρα,  αυτό που συνέβη στην πράξη (αλλά και στην ίδια την θεωρία, μέσα από τις αλληλοδιάδοχες αναθεωρήσεις και συμπληρώσεις, που έγιναν στο σώμα της θεωρίας, η οποία στην πορεία από μαρξική, μετετράπη σε μαρξιστική) είναι ο μετασχηματισμός της μαρξικής και μαρξιστικής θεωρίας από μια φιλόδοξη κοινωνική θεωρία, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, σε θεωρία και ιδεολογία της γραφειοκρατικής ελίτ των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, και - το κυριότερο και απείρως χειρότερο - η μετατροπή της, στην συνέχεια, σε άρχουσα ιδεολογία των γραφειοκρατιών των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων στην "Ε.Σ.Σ.Δ." και το λοιπό "σοσιαλιστικό" στρατόπεδο.

Δεν μου αρέσουν οι επαναλήψεις, αλλά θα κάνω μια σύνοψη της πραγματικής ιστορίας - και όχι των κειμένων του Μαρξ, του Ένγκελς, του Γκράμσι, του Μπακούνιν, του Λένιν, του Αλτουσέρ, του Καστοριάδη, ή οποιουδήποτε άλλου: 



Isidore Auguste Marie François Xavier Comte 19/2/1798 - 5/9/1857). Θεωρείται, ως ο ιδρυτής της επιστήμης της κοινωνιολογίας. Ο ουσιαστικός πατέρας της κοινωνιολογίας, όμως, είναι ο
Καρλ Μαρξ, αφού αυτός, με την συγγραφή του βιβλίου του, με τίτλο : "ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", αποπειράθηκε και πραγματοποίησε την πρώτη κοινωνιολογική έρευνα και ανάλυση, με αντικείμενο εξέτασης την αγγλική κοινωνία της εποχής του. Πριν από αυτόν, μια πολύ καλή πρωτόλεια προσπάθεια κοινωνιολογικής ανάλυσης, με ουσιαστικό περιεχομενο, η οποία, υπήρξε απόλυτα διευκολυντική, για το κοινωνιολογικό έργο του Μαρξ, έκανε ο Φρήντριχ Ένγκελς, με αντικείμενο εξέτασης την αγγλική εργατική τάξη, στην μπροσούρα του, με τίτλο : "Η Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία".



Η πραγματική γραφειοκρατικοποίηση του επαναστατικού εργατικού κινήματος ξεκίνησε από την στιγμή που ο Μαρξ - με τις χωρίς αμφιβολία μεγάλες του γνώσεις την λαμπερή προσωπικότητά του και την επιστημοσύνη του (γιατί ήταν μεγάλος επιστήμονας και είναι ουσιαστικός ιδρυτής ενός ολόκληρου επιστημονικού κλάδου, αν και αυτό δεν του έχει αναγνωριστεί, διότι ο Μαρξ είναι ο ουσιαστικός πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Δεν είναι ο Ωγκύστ Κοντ, όπως λένε τα εγχειρίδια. Ο Κοντ γενικολόγησε και δεν περιέγραψε κανέναν κοινωνικό σχηματισμό, ή τάξη, ή ομάδα πληθυσμού, ενώ ο Μαρξ είναι πατέρας της κοινωνιολογίας, επειδή με ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' έπιασε την κοινωνία της εποχής του (κατά βάση την αγγλική) και την ανάλυσε διεξοδικά, περιγράφοντας τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις κοινωνικές του τάξεις, επιχειρώντας να αναλύσει τους νόμους, που τον διέπουν και την εξέλιξή του. Αυτό στην πράξη κάνει η κοινωνιολογία και αυτό έκανε πρώτος ο Μαρξ, με την επιστημονική αναλυτική του οξυδέρκεια. Μπορούμε να πούμε ότι τα κατάφερε, παρά την όποια κριτική μπορεί να του γίνει και παρά τα όποια λάθη του - η επιστήμη, άλλωστε, έτσι προχωρεί - μέσα από δοκιμές και λάθη) - θεώρησε ότι υπάρχει μια επιστήμη της κοινωνικής εξέλιξης, με την εγελιανή έννοια του όρου και όχι με την νομιναλιστική, την οποία αυτός, με την επικουρία του Ένγκελς, ανακάλυψε, η οποία προσδιορίζει τους νόμους, που διέπουν την κοινωνία, κατ' αντιστοιχίαν με τους φυσικούς νόμους και οι οποίοι, αναπόδραστα, οδηγούν στην αντικατάσταση της καπιταλιστικής κοινωνίας από την κομμουνιστική, με ένα συγκεκριμένο επαναστατικό υποκείμενο :

Την εργατική τάξη και ειδικώτερα το βιομηχανικό προλεταριάτο. Είναι το ''περίφημο'' θεωρητικό σύμπαν του ''Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού''.

Στην πραγματική πολιτική και κοινωνική ζωή αυτό μεταφράστηκε - ορθότατα - και οδήγησε στον (πρώϊμο είναι η αλήθεια) διαχωρισμό ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές, δηλαδή ανάμεσα σε εκείνους, που κατέχουν την επιστημονική γνώση και ως εκ τούτου, την επιστημονική αλήθεια, δηλαδή τους ''επαΐοντες'', τους ''ειδικούς της γνώσης και της επιστήμης'' και σε εκείνους που δεν την κατέχουν (και εκ θέσεως δεν μπορούν να την κατέχουν), δηλαδή τους άτυχους και ψόφιους από την κώπωση του καθημερινού μόχθου προλετάριους. Αυτό ήλθε γάντι, στους γραφειοκράτες της εποχής, οι οποίοι (πολιτικοί, συνδικαλιστές, κομματικοί και λοιποί παράγοντες των κοινωνικών οργανώσεων των εργαζομένων, μαζί με τους αστούς και μικροαστούς διανοούμενους), απέκτησαν την θέση των επαϊόντων των ειδικών της επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας, με βασικά όργανα (αφού είχαν προηγηθεί διάφοροι πειραματισμοί) την Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (το οποίο υπήρξε - μην το ξεχνάμε - καρπός των προσωπικών πολιτικών αγώνων του Μαρξ και του Ένγκελς), που απέκτησαν μια συγκεκριμένη δομή γραφειοκρατικού χαρακτήρα, με τον βασικό διαχωρισμό, που περιέγραψα προηγουμένως, που εντάθηκε, μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού και τον τυφλό οργανωτισμό, που επεκράτησε και λόγω αυτής της ήττας (αλλά όχι μόνον ένεκα αυτής) και με την επακολουθήσασα διάσπαση της Διεθνούς.

Από την εποχή, λοιπόν, του Μαρξ (και εδώ μιλάμε μόνον και για τον ίδιο τον Μαρξ και όχι για τις όποιες ''στρεβλώσεις'' της θεωρίας από τους Έντουαρντ Μπέρνστάϊν  Καρλ ΚάουτσκυΒλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, Ζαν Ζωρές, Φρήντριχ Άντλερ, Λέοντα Τρότσκυ, Ιωσήφ Στάλιν, Μάο ΤσετουνγκΕρνέστο Τσε Γκεβάρα, Κιμ Ιλ Σουνγκ κλπ), μέσα από την προαναφερθείσα διαδικασία, οι επιστημονικοφανείς θεωρίες του κατέστησαν ιδεολογία της εργατικής αριστοκρατίας και της συνακόλουθης αστικής και μικροαστικής προελεύσεως γραφειοκρατίας του εργατικού κινήματος.

Σε αυτό βοήθησε και αυτό φάνηκε, αργότερα, πολύ μετά τον Μαρξ και η καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία εισήγαγε την γραφειοκρατικοποίηση στην ίδια την εργατική τάξη, και έδωσε μια τεράστια ανάπτυξη στην εργατική αριστοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, μέσω δύο διόδων : 


1) Με την αργή, τότε, αλλά και όλο επιταχυνόμενη, έκτοτε, διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών και 

2) Με την γραφειοκρατικοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών στο ίδιο το εργοστάσιο και τον συναφή διαχωρισμό ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία.



Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν - Καρλ Κάουτσκυ


Όσα ακολούθησαν στην συνέχεια με τους Καρλ Κάουτσκυ και Β. Ι. Λένιν (ο Λένιν ήταν μαθητής του Κάουτσκυ στα οργανωτικά και όχι μόνον) και την πολιτικοοργανωτική ρεφορμιστικοποίηση του εργατικού κινήματος δεν ήσαν τυχαία.

Ο Κάουτσκυ σχηματοποίησε οργανωτικά τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, της αποκληθείσας Β' Διεθνούς (της διεθνούς ομοσπονδίας, που διαδέχθηκε την "Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων", η οποία χαρακτηρίστηκε, ως η Α' Διεθνής) ενώ ο Λένιν, με την, επί του συγκεκριμένου, πολιτική ανάλυση, στο βιβλίο του, με τίτλο : ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' οδήγησε στον σχηματισμό του μπολσεβίκικου κόμματος από φράξια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, με τις συγκεκριμένες αντιλήψεις και οργανωτικές δομές, περί επαγγελματιών επαναστατών, αποτελουμένων από αστούς και μικροαστούς διανοούμενους, οι οποίοι, σύμφωνα με την λενινιστική πολιτική ανάλυση, όντας γνώστες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας του μαρξισμού, την εισάγουν στους αμαθείς εργάτες.

Οι προλετάριοι (πάντα σύμφωνα με την λενινιστική πολιτική ανάλυση, που συγκεκριμενοποιεί στην ζώσα πολιτική πράξη την μαρξική αντίληψη περί επιστήμης και επιστημόνων), από την κοινωνική τους θέση, δεν μπορούν να έχουν ταξική πολιτική συνείδηση, διότι μπορούν να έχουν, μόνον, μια τρεϊντγιουνιονιστική συνδικαλιστική συνείδηση, εξ ου και η αναγκαιότητα της εισαγωγής της πολιτικής συνείδησης, σε αυτούς, από τους αστούς διανοούμενους, τους επαγγελματίες επαναστάτες του πολιτμπυρώ και των άλλων καθοδηγητικών οργάνων του κόμματος.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από τον Μαρξ, στον Λένιν, η απόσταση ήταν ελάχιστη και φυσικά, διανύθηκε, καθιστώντας κυρίαρχη την πολιτικοσυνδικαλιστική γραφειοκρατία - με την πρωτοκαθεδρία στην πολιτική (κομματική) γραφειοκρατία των ειδημόνων, των ειδικών της επιστημονικής γνώσης, δηλαδή τους μεταμορφωμένους σε γραφειοκράτες αστούς και μικροαστούς διανοούμενους. - και παθητικό πεζικό το προλεταριάτο και την λοιπή κοινωνία. Και όλα αυτά, με κυρίαρχη ιδεολογία τον μαρξισμό, ο οποίος έγινε και άρχουσα κρατική ιδεολογία των γραφειοκρατιών, που κυβέρνησαν και εξακολουθούν να κυβερνούν στις "σοσιαλιστικές" χώρες (καταρρεύσασες και παρούσες).

Πέρα από τα ιδεολογήματα, αυτή ήταν η πραγματική ιστορία - για την ακρίβεια, η πραγματική ιστορική τραγωδία - του Μαρξ και του μαρξισμού.

Πάνω στα ερείπια αυτής της ιστορικής τραγωδίας βρισκόμαστε και αυτά ερχόμαστε να διαχειριστούμε τώρα. 




Αντιπρόσωποι εργατικών οργανώσεων, σε συνέδριο της "Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων". Ο ρόλος τους υπήρξε διφυής. Από την μία πλευρά, πολλοί από αυτούς ήσαν εκφραστές και εκπρόσωποι των εργαζομένων, που τους έστειλαν εκεί. Από την άλλη, όμως, εξέφραζαν και το καινοφανές, ιστορικά, κοινωνικό στρώμα, το οποίο ήταν ένα μείγμα αυθεντικών εκπροσώπων των εργαζομένων, προλετάριων διανοουμένων, μελών της εργατικής αριστοκρατίας και αστών και μικροαστών διανοουμένων, όντας ένα πρωτόλειο σχήμα της διευθυντικής ελίτ των "επαγγελματιών επαναστατών", όπως αυτό σχηματοποιήθηκε και περιγράφηκε από τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν) και έτσι όπως αυτό εξελίχθηκε, μέσα στην πορεία της Ιστορίας του 20ου αιώνα, μέχρι τις ημέρες μας.



Αλλά, ας μείνουμε στην σχέση του κόμματος και της διευθυντικής ελίτ, της "επαναστατικής πρωτοπορείας" με την εργατική τάξη.

Θα αναφερθώ, εδώ, στο περίφημο ''επαναστατικό υποκείμενο'', όχι ως μια ιστορική οντότητα (αφού στην πραγματικότητα η εργατική τάξη λίγες φορές εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο, ως επαναστατική τάξη και όσες φορές το έπραξε, είτε ηττήθηκε από τους αστούς, είτε από τους γραφειοκράτες, δήθεν εκπρόσωπούς της, ενώ, εδώ και πολλές δεκαετίες, έπαυσε να αποτελεί επαναστατικό φορέα αλλαγών και έχει ενσωματωθεί στο καπιταλιστικό σύστημα γραφειοκρατικοποιούμενη, αφήνοντας ένα κοινωνικό κενό, δια του οποίου αναδεικνύεται το γεγονός της έλλειψης σύγχρονου επαναστατικού υποκειμένου), αλλά ως ψευδή συνείδηση των αστών διανοουμένων, που ενστερνίστηκαν το μαρξισμό - περιλαμβανομένου και του ιδίου του Καρλ Μαρξ, όχι ως μαρξιστή, αλλά ως αστού διανοουμένου και ιδρυτή της θεωρίας.

Ας δούμε ένα κεντρικό σημείο της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης του Καρλ Μαρξ, των πατέρων του μαρξισμού και του Λένιν και τις θέσεις τους, γύρω από το προλεταριάτο, αυτή την υποτιθέμενη επαναστατική τάξη, το περίφημο επαναναστατικό υποκείμενο :

Ο Karl Marx μέσα από την λεπτομερειακή - πολλές φορές ορθή, πολλές φορές εσφαλμένη - ανάλυση της αστικής κοινωνίας, αλλά και την μελέτη της ιστορίας μέχρι την εποχή του, κατέληξε ότι κεντρικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη παίζει η πάλη των τάξεων : "Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων". Ήταν επόμενο, λοιπόν, να αναζητήσει και εντός της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας την τάξη εκείνη που θα οδηγούσε στον επόμενο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. 



1935 : Συγκέντρωση Αμερικάνων εργατών, εν όσω, ακόμη, σοβούσε η GREAT DEPRESSION. Η εργατική τάξη θεωρήθηκε από τον Καρλ Μαρξ, ως εκείνη η τάξη, η οποία θα διαδεχόταν στην εξουσία των μέσων παραγωγής και των κοινωνικών θεσμών την καπιταλιστική τάξη και ότι, με την κατάληψη αυτή, θα καταργούσε, κάθε ταξική διαφοροποίηση, υποβοηθούμενη από την επαναστατική επιστημονική κοινωνική θεωρία και τους επαΐοντες επιστήμονες, που κατέχουν αυτήν την θεωρία. Στην πραγματικότητα, η ιστορική εξέλιξη ακολούθησε άλλες ατραπούς...


Η τάξη αυτή ήταν το προλεταριάτο, η εργατική τάξη που, αρχικά, για τη μαρξική σκέψη, προέβαλλε, ως τάξη ενιαία και από την άποψη των αντικειμενικών όρων ύπαρξής της : "μια τάξη με ριζικές αλυσίδες, μια τάξη της κοινωνίας των ιδιωτών, ένα κοινωνικό στρώμα που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μια σφαίρα που να έχει καθολικό χαρακτήρα εξ’ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επιμέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επιμέρους αδικία, αλλά την αδικία καθ’ εαυτή... μια σφαίρα που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί από όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ’ αυτόν τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι με μια λέξη η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.".

Μάλιστα, αρχικά, ο Καρλ Μαρξ θεωρεί ότι η αντικειμενική, υλική, οικονομική θέση της εργατικής τάξης στην κοινωνία την εξοπλίζει αυτόματα και με αντίστοιχη συνείδηση, δηλώνοντας εμφατικά ότι "για τη μάζα των ανθρώπων, δηλαδή για το προλεταριάτο, αυτές οι θεωρητικές ιδέες (σ.σ. αναφέρεται στην ιδεολογία της αστικής τάξης της Γερμανίας) δεν υπάρχουν και επομένως δε χρειάζεται να καταργηθούν, κι αν αυτή η μάζα είχε ποτέ οποιεσδήποτε θεωρητικές ιδέες, π.χ. θρησκεία κτλ., αυτές έχουν από καιρό τώρα διαλυθεί από τις περιστάσεις".

Με τη συστηματικότερη μελέτη του προλεταριάτου, ωστόσο, ο Καρλ Μαρξ συνειδητοποίησε ότι, ανεξάρτητα από τους ενιαίους υλικούς όρους ύπαρξής του, στο επίπεδο της συνείδησης της ταξικής του θέσης το προλεταριάτο δεν είναι αντίστοιχα ενιαίο : "οι οικονομικές συνθήκες είχαν αρχικά μετατρέψει τη μάζα της χώρας σε εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε για τούτη τη μάζα κοινή θέση, κοινά συμφέροντα. Έτσι η μάζα αυτή είναι πια μια τάξη αντίκρυ στο κεφάλαιο. Μα, δεν έχει γίνει ακόμα τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην πάλη, που μονάχα μερικές της φάσεις έχουμε σημειώσει, τούτη η μάζα συνενώνεται, συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της".

Εδώ προκύπτει λοιπόν το ερώτημα : 

Πώς η εργατική τάξη, από τάξη, απέναντι στο κεφάλαιο μπορεί να γίνει "τάξη για τον εαυτό της", δηλαδή πώς μπορεί η εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει τον  όποιο (υποτιθέμενο, ή πραγματικό) αντικειμενικό, ιστορικό της ρόλο;

Στην αρχή, ο Μαρξ θεωρεί ότι οι υλικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης και οι αγώνες της, ενάντια στην αστική τάξη, την οδηγούν, εκ των πραγμάτων, στην ταξική της συνειδητοποίηση. Αλλά, όσο προχωράει η ζωή, δεν μένει σε αυτή την διαπίστωση. Τα διδάγματα που αποκομίζει, από την συνεχή ροή των δεδομένων, που προκύπτουν από την πραγματικότητα και την καθημερινή ζωή του προλεταριάτου, τον οδηγούν, σε κάποιες ουσιώδεις παρακάμψεις του αρχικού θεωρητικού σχήματος. 

Ο Μαρξ ξεκινάει από την υλική εξαθλίωση του προλεταριάτου, και την συνδέει με την συνακόλουθη πνευματική του εξαθλίωση, αναπτύσσοντας την θεωρία της αλλοτρίωσης, η οποία τον παραπέμπει στην διαπίστωση ότι το προλεταριάτο αναπτύσσει, μέσα στον καπιταλισμό, μια αλλοτριωμένη συνείδηση, μια αυθόρμητη, στρεβλή αντανάκλαση του είναι και του γίγνεσθαι, δηλαδή της ίδιας της πραγματικότητας και αυτό διότι "η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας".

Έτσι, για τον Καρλ Μαρξ, "στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας". Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργατική τάξη, από την άποψη των αντικειμενικών, υλικών όρων ύπαρξής της είναι, εν δυνάμει, επαναστατική, αλλά, όσο μένει στην άμεση εμπειρική επαφή της με την πραγματικότητα, που βιώνει, εγκλωβίζεται στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας και δεν μπορεί να ανυψωθεί στο επίπεδο της "τάξης για τον εαυτό της".


 

Η γραφειοκρατία του Κ. Κ. Κίνας, η ολοκληρωτική διευθυντική ελίτ, που κυβερνά την αχανή χώρα των 1.300.000.000 ανθρώπων είναι η σύγχρονη κληρονόμος του στρώματος των "επαγγελματιών επαναστατών", του οποίου οι ιστορικές και πολιτικές καταβολές αναγονται στον Καρλ Μαρξ και στον Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν). Ένα κομμάτι από αυτούς τους "επαγγελματίες επαναστάτες", που μετεξελίχθηκαν, σε επαγγελματίες πολιτικούς, είναι καπιταλιστές, μετά το άνοιγμα του κινεζικού Κ. Κ., από την εποχή του Deng Xiaoping στην αποκαλούμενη "σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς". Και φυσικά, η μελλοντική πορεία του Κ. Κ. Κίνας και της ίδιας της χώρας, που εξουσιάζει, αυτό το πολύ σημαντικό, πολυπληθές και με ολοένα και αυξανόμενη διεθνή βαρύτητα, απομεινάρι της Κομμουνιστικής Διεθνούς (της αποκληθείσας Γ' Διεθνούς,, που ίδρυσε ο Λένιν το 1921, με σκοπό να στηρίξει την "Ε.Σ.Σ.Δ." και να αντικαταστήσει την ρεφορμιστική Σοσιαλιστική Διεθνή), που έχει εγκαθιδρύσει στην Κίνα, μια ολοκληρωτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είναι ανοικτή σε όλα τα ενδεχόμενα...



Αφού, λοιπόν, η εργατική τάξη, μέσα στον καπιταλισμό, προσλαμβάνει μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας, κάποιοι άλλοι θα αναλάβουν το έργο της αντικατάστασης αυτής της παραμορφωμένης εικόνας, με την κανονική - πραγματική και την υπόδειξή της στην καθημερινή ενσάρκωση του προλεταριάτου, δηλαδή στους εργάτες και στο άνεργο εργατικό δυναμικό. Και φυσικά, αυτοί δεν είναι άλλοι, από τους αστούς διανοούμενους. Εδώ, λοιπόν, είναι που θα αναλάβουν δράση οι ειδικοί επιστήμονες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας, προκειμένου να βοηθήσουν - υποτίθεται - την εργατική τάξη να απεγκλωβιστεί από τον εμπειρισμό και από τον παραμορφωτικό καθρέπτη της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που την βαραίνει και την κρατά υποδουλωμένη στα καπιταλιστικά δεσμά.

Αυτοί είναι που θα αποτελέσουν την διευθυντική ελίτ, την γραφειοκρατία, η οποία είναι γέννημα του ίδιου κοινωνικού και οικονομικού μηχανισμού, που οδηγεί στην γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλισμού και ο οποίος μηχανισμός έδωσε στο καπιταλιστικό σύστημα την σημερινή του μορφή. Αυτήν, δηλαδή, του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Και αυτή η διαδικασία είναι που προσδιορίζει τον Μαρξ και τον μαρξισμό, ως μια συντηρητική συνιστώσα του συστήματος.

Το θεωρητικό έργο του Μαρξ αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία κινήθηκαν ο Καρλ Κάουτσκυ και ο Β. Ι. Λένιν, οι οποίοι, μελετώντας την πραγματικότητα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, σε δύο, εκ διαμέτρου, διαφορετικές χώρες, στην Γερμανία και στην Ρωσία, συνειδητοποίησαν, κατά την εξέταση των αυθόρμητων αντιδράσεων του γερμανικού και του ρωσικού προλεταριάτου ότι η αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει, κατ' ευθείαν, στην υποταγή του στην αστική ιδεολογία και ότι τα πρώτα μέσα πάλης είναι, πάντοτε, στην καπιταλιστική κοινωνία συνδικαλιστικά, τρέιντ-γιουνιονιστικά μέσα πάλης και η πρώτη ιδεολογία θα είναι η αστική τρέιντ-γιουνιονιστική ιδεολογία. Και για τον Κάουτσκυ και για τον Λένιν, αυτή η αυθόρμητη στάση της εργατικής τάξης είναι η εμβρυϊκή μορφή της συνειδητής στάσης της, η οποία για να ωριμάσει, προϋποθέτει την πολιτική της διαπαιδαγώγιση.

Έτσι και οι τρεις τους (Μαρξ, Κάουτσκυ, Λένιν) αντιλήφθηκαν ότι το προλεταριάτο είναι μια τάξη, εν δυνάμει, επαναστατική, η οποία όμως δεν μπορεί, αυθόρμητα, να γίνει "τάξη για τον εαυτό της" και να συνειδητοποιήσει, δηλαδή, τον υποτιθέμενο ιστορικό της ρόλο.

Για να καταλάβουμε, καλύτερα, το ζήτημα των δυνατοτήτων, αλλά και αδυναμιών, της εργατικής τάξης είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην καθημερινή της συνείδηση, που διαμορφώνεται στην καθημερινή ζωή, κατά αυθόρμητο τρόπο και συνιστά άμεση πνευματική αφομοίωση της πραγματικότητας στα πλαίσια της καθημερινής πρακτικής δραστηριότητας. Το περιεχόμενο της καθημερινής συνείδησης αποτελείται από το σύνολο των αυθόρμητα διαμορφωθέντων μαζικών ή ατομικών ιδεών οι οποίες αντανακλούν άμεσα μια πληθώρα καθημερινών καταστάσεων εκφράζοντας κατά κανόνα τη φαινομενικότητα αυτών. Η καθημερινή συνείδηση αποτελεί εμπειρική αντανάκλαση των δεδομένων της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας, που δεν έχουν σχηματοποιηθεί, μέσα από μια θεωρητική επεξεργασία.

Η καθημερινή συνείδηση, μπορεί να είναι κυρίαρχη στο βαθμό που μπορεί να διασφαλίσει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα στα πλαίσια της καθημερινής πρακτικής δραστηριότητας των ανθρώπων. Ως, εκ τούτου, η υπέρβαση της καθημερινότητας και των όποιων βεβαιοτήτων και προκαταλήψεων της συνείδησης, που προκύπτει από αυτήν την καθημερινότητα, σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον για τη δυνατότητα εναλλακτικής κοινωνικής εξέλιξης, μπορούν να συμβούν, στα πλαίσια μιας ισχυρής αντίφασης, που βιώνουν οι εργάτες η οποία αντίφαση προκύπτει από την τεράστια αδυναμία των ανθρώπων να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και από μια τεράστια επιθυμία να αλλάξουν την πραγματικότητα, σύμφωνα με τις ανάγκες τους.

Έτσι λοιπόν μόνο υπό ορισμένες έκτακτες αντικειμενικές, κοινωνικές συνθήκες μπορούν να δημιουργηθούν οι όροι, ώστε η εργατική τάξη να ξεπεράσει τον σκόπελο της καθημερινής συνείδησης και να προχωρήσει στην διερεύνηση μιας εναλλακτικής κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής. Αλλά, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, η εργατική τάξη δεν κινείται αυθόρμητα προς τη διαμόρφωση και υιοθέτηση επαναστατικών θέσεων. Η επεξεργασία και η ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας δεν συμβαίνει αυθόρμητα από τους εργάτες και δεν προκύπτει από διεργασίες, που γίνονται, μέσα στην εργατική τάξη. Προκύπτει από τους ειδικούς επιστήμονες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας, ως αυθεντικούς κατόχους της γνώσης, στους οποίους οι πραγματικοί εργάτες θα πρέπει να υποταχθούν.

Από όλα τα παραπάνω, εύκολα και αβίαστα, συνάγεται ότι η μαρξική, η καουτσκική και η λενινιστική αντίληψη, για το προλεταριάτο, δεν βρίσκονται σε ασυνέχεια. Και οι τρεις τους απονέμουν στην εργατική τάξη τον ιστορικό ρόλο της επαναστατικής τάξης, με την διαφορά, όμως, ότι η επίκληση αυτού του ιστορικού ρόλου, έχει ένα απλό διακηρυκτικό περιεχόμενο, άνευ ουσιώδους πραγματικού περιεχομένου.

Με δεδομένη την ύστερη μαρξική αντίληψη ότι ''η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας'', καθώς και ότι ''στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας'', ο Λένιν προχώρησε στο επόμενο βήμα, λέγοντας ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να αποκτήσει, από μόνο του, ταξική πολιτική συνείδηση και να προσεγγίσει τις σοσιαλιστικές ιδέες. 

Το βήμα αυτό δεν ήταν τίποτε περισσότερο, παρά η φυσική συνέχεια των ύστερων μετανεανικών μαρξικών αντιλήψεων, οι οποίες ενισχύθηκαν, με τον άκρατο μαρξικό επιστημονισμό και την συνακόλουθη κυριαρχία των πολιτικών οικονομικών και κοινωνικών επιστημόνων, επί των αμαθών εργατών. 

Ακριβώς, αυτές οι μετανεανικές ιδέες του Μαρξ και η αντίληψη ότι, μέσω της θεωρίας του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, μπορεί να κατακτηθεί μια επιστημονική γνώση, η οποία να εγγυάται, να δείχνει και να γνωρίζει (πάντα με την επιστημονική έννοια του όρου) την οδό, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, ήτοι αυτό που, τότε, ονόμαζαν σοσιαλιστική κοινωνία, δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να δώσουν μια κεντρική θέση στους πρακτικούς πολιτικούς επιστήμονες της εποχής του, δηλαδή στην γραφειοκρατία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και της Διεθνούς των Εργαζομένων, που αποτελούνταν από τους αστούς και τους γραφειοκρατικοποιημένους εργάτες των πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του εργατικού κινήματος.

Για να είμαστε, λοιπόν, ιστορικά ακριβείς, οι ελιτιστικές λενινιστικές αντιλήψεις δεν ήσαν, απλά και μόνον, αντιλήψεις, που βγήκαν μέσα από την επεξεργασία της εμπειρίας του ρωσικού εργατικού κινήματος της τσαρικής εποχής, αλλά υπήρξαν (ομιλώ για τις λενινιστικές ιδέες για το προλεταριάτο) προϊόν της προχωρημένης εμπειρίας των εργατικών κινημάτων της Ευρώπης των αρχών του περασμένου αιώνα, αφού ο Λένιν δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να επεξεργασθεί τις ιδέες του δασκάλου του, δηλαδή του Καρλ Κάουτσκυ, που ήταν μια ηγετική μορφή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας της εποχής εκείνης.

Στην εξέλιξη της ιστορίας, βέβαια, επήλθε ο διχασμός του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος, ανάμεσα στην ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική πλευρά και στην ολοκληρωτική λενινιστική κομμουνιστική, με αποτέλεσμα τις διαφορετικές πορείες, που είχαν οι δύο αυτές πλευρές του κινήματος. Αλλά και οι δύο τάσεις είχαν βγει, μέσα από την ίδια μαρξική μήτρα και οι διαφορές τους δεν είχαν να κάνουν, με την κοινή περιφρονητική τους στάση, απέναντι στο προλεταριάτο, αλλά, για το ποιός θα το εξουσιάσει και το προς ποιά κατεύθυνση θα το οδηγήσει.

Η φράση αυτή μπορεί να φαίνεται οξύτατη και άδικη για τους μαρξιστές - οι οποίοι είναι κατανοητό ότι δεν μπορούν να προβούν σε μια τέτοια πατροκτονία -, πλην όμως, είναι πλήρως αληθής. Το ότι, σε επίπεδο θεωρίας, ο Μαρξ και οι μαρξιστές θεωρητικοί ανακήρυξαν το προλεταριάτο, ως την επαναστατική κοινωνική τάξη της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν μπορεί να κρύψει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, όταν πέρασαν στην περαιτέρω εξειδίκευση αυττής της θεωρίας, κατέληξαν στο ''επιστημονικό'' συμπέρασμα, με πρώτον τον Μαρξ, ότι στην πράξη η εργατική τάξη δεν είναι επαναστατική και ότι δεν μπορεί να αρθεί στο επίπεδο της ταξικής σοσιαλιστικής πολιτικής συνείδησης, αφού είναι έρμαιο της καπιταλιστικής ιδεολογίας, ως αμαθής, ανεκπαίδευτη και αποξενωμένη από τα μέσα παραγωγής.

Επαναλαμβάνοντας τα λόγια των Λένιν και Μαρξ ότι ''η εργατική τάξη κοιτάζοντας υποχρεωτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη που η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή κατασκευάζει και τοποθετεί ανάμεσα στην ίδια και την εργατική τάξη, εκείνο που προσλαμβάνει δεν είναι παρά μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας'', καθώς και ότι ''στην συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, ο εργαζόμενος μπορεί να εγκαταλειφθεί στη δράση των φυσικών νόμων της κοινωνίας'', αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, για έναν κοινωνικό επιστήμονα του επιπέδου του Καρλ Μαρξ, αυτή η κεντρική διαπίστωση θα έπρεπε να τον οδηγήσει στην ριζική αναθεώρηση της θεωρίας του και στην ανατροπή της ως θεωρίας, που έβλεπε ως κεντρικό επαναστατικό υποκείμενο την εργατική τάξη και την αντικατάσταση αυτής της θεωρίας, με μια άλλη. Δεν το αποτόλμησε, όμως και τούτο επειδή ο Καρλ Μαρξ δεν ήταν απλά ένας θεωρητικός, όπως πολλοί πιστεύουν. 


Ο Μαρξ ήταν πρώτα από όλα, πολιτικός (έτσι έβλεπε τον εαυτό του) και μάλιστα ακτιβιστής και γραφειοκράτης. Μάλιστα, είναι παροιμιώδης η δράση του και στο γερμανικό σοσιαλιστικό κίνημα (το SPD είναι καρπός των αγώνων των Μαρξ και Ένγκελς) και στο διεθνές εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, στο οποίο υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία, με την ίδρυση της Διεθνούς των Εργαζομένων και τις γραφειοκρατικές πιρουέτες του, με τις συμμαχίες με τα πιο συντηρητικά και ρεφορμιστικά ρεύματα του κινήματος, προκειμένου να έχει το πάνω χέρι, μη φειδόμενος ούτε των πιο απαίσιων μεθόδων, προκειμένου να συκοφαντήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, με αποκορύφωμα την διαγραφή του Μιχαήλ Μπακούνιν τον οποίον κατηγόρησε ως ... κλέφτη, ακριβώς επειδή ο Ρώσος επαναστάτης του έκανε σφοδρή κριτική, για αυτές τις πλευρές της θεωρίας του Μαρξ, επισημαίνοντας τον επερχόμενο κίνδυνο της γραφειοκρατικοποίησης του κινήματος και της υποκατάστασής του από μία αστικού τύπου δικτατορική εξουσία μιας χούφτας αστών πολιτικών, όπως πολύ αργότερα (τον Οκτώβρη του 1918) κατηγόρησε τους μπολσεβίκους, για τον τρόπο διακυβέρνησης της νεότευκτης Ε.Σ.Σ.Δ., η Ρόζα Λούξεμπουργκ! Βλέπουμε, λοιπόν, ότι μπορεί η Ιστορία να κινείται με ασυνέχειες και ασυνέπειες (το - στην θεωρία - επαναστατικό προλεταριάτο, που στην πράξη, όμως, για την μαρξιστική πρακτική πολιτική ανάλυση, είναι αντεπαναστατικό), αλλά, πάντοτε, έχει τις συνέχειές της, που συνθέτουν το νήμα, το οποίο δημιουργείται από την ακατάπαυστη ανθρώπινη κοινωνικοϊστορική δημιουργία.

Από τον επιστημονισμό των ειδικών του Καρλ Μαρξ και την επεξεργασία της εμπειρίας, που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η εργατική τάξη δεν λειτουργεί στην πράξη επαναστατικά, αλλά παραμένει ένα παρακολούθημα της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, όντας εγκλωβισμένη στα πλαίσια της αστικής ιδεολογίας, φθάσαμε στην καουτσκική ιδεολογικοποίηση αυτών των δύο πλευρών του μαρξισμού, μέσω της οποίας εγκθιδρύθηκε η κυριαρχία των ειδικών πολιτικών επιστημόνων (δηλαδή των γραφειοκρατών των πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος), επί του αμαθούς και πρακτικά αντεπαναστατικού προλεταριάτου, με αποτέλεσμα η εργατική τάξη, πραγμοποιούμενη, να οδηγηθεί στον ρεφορμισμό και στην υποταγή στην αστική τάξη και ιδεολογία, από εκείνην την μακρινή εποχή, μέχρι τις ημέρες μας, με σκοπό την καλυτέρευση των όρων και των συνθηκών ζωής του προλεταριάτου και του ευρύτερου κινήματος.

Από την άλλη πλευρά ο καουτσκισμός, μέσω του Λένιν και με την επίδραση και των καταστάσεων, που επικρατούσαν στο ρωσικό εργατικό κίνημα, κατά την τσαρική εποχή, οδήγησε στην συγκρότηση του ολοκληρωτικού μπολσεβικικού κινήματος, ως ένα ακραία οργανωτικοδιοικητικό μοντέλο οργάνωσης και με την ίδια περιφρονητική στάση απέναντι στο προλεταριάτο, το οποίο και σε επίπεδο πολιτικής θεωρίας, πλέον, αποκαθηλώθηκε από το επαναστατικό του βάθρο, ως ανίκανο να ανυψωθεί, από μόνο του, στο επίπεδο της ταξικής πολιτικής συνείδησης, αφού ήταν κατάλληλο, μόνον, για τρεϊντγιουνιονισμό και τίποτε περισσότερο, από το να αποτελεί το παθητικό πεζικό, που εκτελεί, πειθήνια, ή με το στανιό, ή με τον βούρδουλα, τις ντιρεκτίβες των κομματικών ηγετών, ντιρεκτίβες, που είναι εμπνευσμένες από την επαναστατική κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία, που κατέχουν οι επαΐοντες και κάτοχοι της γνώσης επαγγελματίες επαναστάτες της πρωτοπορείας του λενινιστικού ''επαναστατικού κόμματος νέου τύπου'', δηλαδή οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί, μικροαστοί και μισοπρολετάριοι διανοούμενοι, που λόγω της ειδικής τους σχέσης με την επαναστατική θεωρία (αυτήν του μαρξισμού, όπως αυτή εξειδικεύτηκε από τον λενινισμό), έχουν αναλάβει το καθήκον της εισαγωγής της ταξικής πολιτικής συνείδησης στο αμαθές και εν τοις πράγμασι, αντεπαναστατικό προλεταριάτο. 


Το αποτέλεσμα και αυτής της μη ρεφορμιστικής αντίληψης του μαρξισμού είναι γνωστό. Η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους στην Ρωσία το 1917 και η γοργή καταστροφή του εργατοαγροτικού συμβουλιακού πειράματος, με την επιβολή του μονοκομματισμού, την κατάργηση των, εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος, πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, η καθυπόταξη των εργατοαγροτικών συμβουλίων στο κόμμα και ο παραγκωνισμός των εργατών από την διαχείρηση και την διοίκηση των παραγωγικών μονάδων της χώρας, με την επιβολή του μπολσεβικικού πολιτικού, διοικητικού και οργανωτικού μοντέλου σε ολόκληρη την αχανή χώρα, αλλά και σε ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα, μέσω της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έφερε τον ολοκληρωτισμό και οδήγησε στην πλήρη πραγμοποίηση της εργατικής τάξης και σε αδιέξοδα και την Ε.Σ.Σ.Δ. και τις κοινωνίες στις οποίες μεταφυτεύτηκε το μπολσεβίκικο ολοκληρωτικό μοντέλο. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν η κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., αφού η γραφειοκρατική τάξη του Κ.Κ.Σ.Ε. και του κράτους (οι μετεξελιγμένοι ''επαγγελματίες επαναστάτες'') αποφάσισε τον μετασχηματισμό της, ως τάξης και της κοινωνίας σε μια τάξη και μια κοινωνία αντίστοιχη εκείνων των γραφειοκρατικών καπιταλιστικών κοινωνιών της Δύσης.

Όλα αυτά δεν ήσαν τυχαία. Ήσαν προϊόν του γεγονότος ότι η μαρξιστική ανάλυση ουδέποτε απομακρύνθηκε, στην βάση της, από τις φαντασιακές σημασίες του καπιταλιστικού συστήματος και παρέμεινε από την σύστασή της μια αντεπαναστατική θεωρία, που μετατράπηκε σε ιδεολογία, δηλαδή σε ψευδή συνείδηση. Αυτή η, αστικού τύπου, ψευδής συνείδηση είναι μια ψευδής συνείδηση των αστών διανοουμένων, που έχει ως κεντρικό στοιχείο το επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το προλεταριάτο, του οποίου, όμως η επαναστατικότητα αφαιρείται και απονέμεται σε εκείνους, τους οποίους αυτή η ψευδής συνείδηση αφορά και των οποίων τα ιδιοτελή συμφέροντα, ως εξουσιαστικής ομάδας ιδιοτελών συμφερόντων - ως επαγγελματιών επαναστατών, δηλαδή ως γραφειοκρατών ενός ιεραχικού και συγκεντρωτικού κόμματος - έρχεται να εξυπηρετήσει : Των αστών διανοουμένων, των οποίων η ψευδής αυτή συνείδηση - ήτοι η μαρξιστική ιδεολογία - έρχεται να μυστικοποιήσει και να κρύψει την πραγματική κοινωνική κατάσταση και πρακτική, ώστε να μπορούν να πράττουν τα αντίθετα, από οσα λένε και να τα δικαιολογούν, μέσα από την ιδεολογία, μυστικοποιώντας τα, μέσα στο δημιουργημένο από αυτούς κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή την άρχουσα ιδεολογία του μαρξισμού.


Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, γύρω από την πραγματική αντεπαναστατική και κοινωνικά αντιδραστική ιδεολογία του μαρξισμού - λενινισμού, ο οποίος, μέσα από την πρακτική του εφαρμογή και μέσα από τις κρίσιμες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές του αναφορές, οδήγησε στον ολοκληρωτισμό και στην απόλυτη πραγμοποίηση του προλεταριάτου και των κοινωνιών, που δημιούργησε.

Όλα αυτά συνέβησαν, πέραν των όποιων καλών προθέσεων, που άλλωστε, δεν ήσαν πάντοτε και σε όλους καλές. Αντίθετα, μάλιστα, τις περισσότερες φορές ήσαν κακές.

Γιατί όλα αυτά; Όχι, βέβαια, επειδή οι μπολσεβίκοι ήσαν κακοί άνθρωποι, αλλά, απλούστατα, επειδή, όπως η στοιχειώδης κοινωνιολογική ανάλυση λέει, οι εξουσιαστικές ομάδες συμφερόντων - και τα πολιτικά κόμματα είναι οι κατ' εξοχήν εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες ιδιοτελών συμφερόντων -, οποιασδήποτε ιδεολογίας (εδώ εργατιστικής) συγκροτούνται και διαχωρίζονται, από τον λοιπό κοινωνικό τους περίγυρο, τον οποίον υποτίθεται ότι εκπροσωπούν, όπως και από την υπόλοιπη κοινωνία και αυτός ο διαχωρισμός πραγματοποιείται, επάνω στην βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, που τις συγκροτούν και σχηματίζουν και συνέχονται από ιδιοτελή συμφέροντα, τα οποία υπερασπίζουν, απέναντι σε κάθε επιβουλή από οποιονδήποτε τα επιβουλεύεται και ασκούν τις όποιες εξουσίες τους δίδονται, ή κατακτούν, προς υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν δεν τους ασκείται οιοσδήποτε κοινωνικός έλεγχος.

Και εντέλει, όπως, σωστά έχει περιγράψει ο Μαρξ όλες οι θεωρίες, οι ιδεολογίες και τα κοινωνικά συστήματα κρίνονται στην πράξη και από τα αποτελέσματα, που παράγουν και όχι από τις όποιες επαγγελίες, διακηρύξεις, ή υποσχέσεις, που, μέσα από την κάθε φορά επικρατούσα μορφή της ψευδούς συνειδήσεως, επικαλούνται.


Το πεδίο της Ιστορίας είναι το πεδίο της κρίσεως.

Και η ιστορία είναι καταδικαστική, για τον μαρξισμό, ως μια ακόμα ψευδή συνείδηση, που ήλθε να συγκαλύψει την σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα, αυτών, που, σε οποιαδήποτε φάσης της ιστορικής τους ύπαρξης, όλοι οι μαρξιστές αποκαλούν "σοσιαλιστικές χώρες", όπου το προλεταριάτο πραγμοποιήθηκε (αυτό δεν το κατάφερε ούτε ο κλασσικός καπιταλισμός, ούτε η σύγχρονη, δυτικού τύπου, γραφειοκρατική καπιταλιστική εκδοχή του. Το κατάφερε ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός''), μέσα από την λογική, που το θεωρούσε ανίκανο, ως πρακτικό επαναστατικό υποκείμενο και συνακόλουθα, ανίκανο, ως φορέα της σοσιαλιστικής κοινωνίας και που ανέθετε τα επαναστατικά καθήκοντα του προλεταριάτου στους επαγγελματίες επαναστάτες, που - υποτίθεται ότι - το εκπροσωπούν.

Αλλά, αν το προλεταριάτο δεν μπορεί να είναι επαναστατικό, ουδείς μπορεί να το μετατρέψει σε επαναστατικό, εάν με αυτήν την λέξη εννοούμε το προλεταριάτο, ως φορέα της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής. Μπορεί να το κάνει όργανο - με την εργαλειακή έννοια της λέξης -, για να έλθει αυτός και η παρέα του στην εξουσία, όπως έκαναν οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί διανοούμενοι του μπολσεβίκικου κόμματος.



Mikhail Bakunin (30/5/1814 - 1/7/1876). Ο Ρώσος επαναστάτης προέβλεψε τις εξελίξεις στο εργατικό και επαναστατικό κίνημα, πολύ πριν συμβούν, σε σχέση με τις ιστορικιστικές αντιλήψεις του Καρλ Μαρξ και των μαρξιστών, στις οποίες αναβίωσαν οι συγκεντρωτικές συνωμοτικές δοξασίες και τα οργανωτικά σχήματα του Louis Auguste Blanqui και των οπαδών του. Δεν εισακούστηκε, συκοφαντήθηκε και διεγράφη από την Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, με πρακτικές, τις οποίες εφάρμοσαν ο Καρλ Μαρξ, ο Φρήντριχ Ένγκελς και οι οπαδοί τους (τον κατηγόρησαν σα καταχραστή και σα πράκτορα του Τσάρου της Ρωσίας) και τις οποίες διδάχτηκε και εφάρμοσε ο Ιωσήφ Στάλιν. Έτσι, η Ιστορία πήρε τον δρόμο, τον οποίο άνοιξαν ο Μαρξ και οι μαρξιστές...


Ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε πολλές αδυναμίες και αρκετές πολιτικές ανεπάρκειες. Μπορούμε να του καταλογίσουμε διάφορα, αλλά είναι η αλήθεια ότι προειδοποίησε και κτύπησε το καμπανάκι έγκαιρα.

Αυτό το καμπανάκι ο Μαρξ όχι μόνον το αγνόησε, αλλά, ως γνήσιος πολιτικός εξουσιαστής, το είδε, ως κίνδυνο για την, τότε, εγκαθιδρυόμενη εξουσία του στην Διεθνή των Εργαζομένων και στην ιδεολογική του επικυριαρχία στο εργατικό κίνημα.

Παρά την ήττα του, ο Μπακούνιν δικαιώθηκε σε όλα όσα καταμαρτύρησε - πολύ, μα πάρα πολύ πρώϊμα - στον Μαρξ και στον μαρξισμό. Αποτελεί εθελοτυφλία το να μην το βλέπουμε.

Γι' αυτό και η μπακουνική ''εξιδανίκευση της αυθόρμητης, καθημερινής συνείδησης των εργαζομένων'', που ''εγκλωβίζει τις (υποτιθέμενες) πρωτοπορίες και τις καθιστά ουραγούς των αυθόρμητων, εν πολλοίς μη συνειδητών, αντιδράσεων των εργαζομένων'' (αυτή είναι η συνήθης κατηγορία, που προσάπτουν οι μαρξιστές θεωρητικοί στον Μιχαήλ Μπακούνιν) είναι πολύ προτιμώτερη από την επιδίωξη των μαρξιστών να απεγκλωβίσουν αυτές τις πρωτοπορείες, οι οποίες δοκιμάστηκαν και δεν έκαναν τίποτε άλλο, εκτός από το να συγκροτήσουν συγκεντρωτικές και ιεραρχικά οργανωμένες εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες ιδιοτελών συμφερόντων, που ποδηγέτησαν και τους εργαζομένους και την κοινωνία ολόκληρη, προς εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, ως συγκροτημένης άρχουσας τάξης, για να μετασχηματισθούν στο τέλος της πορείας σε κλασσικούς καπιταλιστές (παρά τις σημαντικές επιβιώσεις του ''υπαρκτού'' στον σημερινό κόσμο), ακολουθώντας τους κλασσικούς κανόνες της κοινωνιολογικής επιστήμης, όσον αφορά την συμπεριφορά των εξουσιαστικών κοινωνικών ομάδων ιδιοτελών συμφερόντων....

 Δεν μου αρέσουν οι -ισμοί. Αυτού του είδους οι καταστάσεις παραπέμπουν σε ένα από τα κυριότερα - και συνάμα χειρότερα - ορμέμφυτα του ανθρώπου, τον οπαδισμό, ο οποίος καθιστά τον άνθρωπο συναισθηματικά εξαρτημένο και μη σκεπτόμενο, ακόμα και όταν αυταπατάται ότι σκέπτεται. Η κατάντια του μαρξισμού, ως ιστορικής πράξης και ιδεολογίας των γραφειοκρατών, δεν είναι άσχετη και με την εκμετάλλευση αυτού του ανθρώπινου ορμέμφυτου από τις κάθε λογής γραφειοκρατίες, που είχαν σαν κυρίαρχη ιδεολογία τους τον μαρξισμό των κατεχόντων την επιστημονική γνώση, δηλαδή των ''ειδικών'' της θεωρίας και της ''επανάστασης'', που την επεξηγούσαν και εφάρμοζαν πάνω στους ''μη ειδικούς'', δηλαδή τους δυστυχείς και αμαθείς προλετάριους, οι οποίοι, μέσα από αυτή την διαδικασία, πραγμοποιούνται, όντας υποχρεωμένοι να ''επαναστατήσουν'', σύμφωνα με τους όρους της θεωρίας, για την οποία η επαναστατική διαδικασία είναι κάτι που θα γίνει, ανεξάρτητα από την θέληση των ανθρώπων, λόγω της ιστορικής αναγκαιότητας, που προσδιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που από ένα σημείο και πέρα - υποτίθεται ότι - συγκρούονται με τις παραγωγικές σχέσεις, όπως σε κάθε συγκυρία προσδιορίζουν οι ''κατέχοντες την ουσία της κοινωνικής επιστήμης της επανάστασης'', δηλαδή οι (δήθεν) ειδικοί της ''επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας''.

Αυτή η ''επαναστατικότητα'' των προλεταρίων, όμως, δεν είναι προϊόν της δημιουργικότητάς τους, αλλά εμφανίζεται ως προϊόν μιας ιστορικής εξέλιξης, που τους ξεπερνά, καθιστώντας τους έρμαια των ''επιστημόνων'', δηλαδή των ''ειδικών'' της ''επαναστατικής'' κοινωνικής θεωρίας, οι οποίοι δεν είναι, φυσικά, οι αμαθείς και κατάκοποι από τον καθημερινό μόχθο προλετάριοι, αλλά είναι η γραφειοκρατική ελίτ των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Και εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με Λένιν, Τρότσκυ και Στάλιν και τις όποιες ''διαστρεβλώσεις'' της θεωρίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε μόνο με τον Καρλ Μαρξ.

Από εκεί και πέρα, τα όσα είπε και έκανε ο Λένιν με το ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' και την συνακόλουθη μετουσίωση στην πράξη των θεωριών του, με την οργανωτική δομή του μπολσεβίκικου κόμματος, ως οργάνωσης της ελίτ των πολιτικών επιστημόνων, δηλαδή το πολιτμπυρώ των επαγγελματιών επαναστατών, που γνωρίζουν και κατέχουν την επιστήμη, ως κοινωνικοοικονομική θεωρία, της επαναστατικής διαδικασίας, την οποία δεν έχουν και δεν γνωρίζουν οι προλετάριοι (οι οποίοι στην πραγματική ζωή - κατά τον Λένιν στο ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'' - μπορούν να έχουν, μόνον, τρεϊντγιουνιονιστική συνδικαλιστική συνείδηση και πρακτική και τους οποίους πρέπει αυτοί οι ειδικοί της επιστημονικής γνώσης και θεωρίας να τους ''εξυψώσουν'' - προσφέροντάς τους την επαναστατική θεωρία, την οποία, σύμφωνα με τον Λένιν μπορούν να την κατέχουν μόνον οι μικροαστοί και οι αστοί διανοούμενοι, που την εισάγουν στην εργατική τάξη - στο επίπεδο της επαναστατικής πολιτικής πράξης), ουδόλως, ή, ελάχιστα, απέχουν από τις μαρξικές και προλενινικές μαρξιστικές δοξασίες, που προηγουμένως περιέγραψα.

Όσα ακολούθησαν στην συνέχεια, με τον μετασχηματισμό του μαρξισμού από μια φιλόδοξη κοινωνική, πολιτική και οικονομική θεωρία, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, σε ιδεολογία της άρχουσας γραφειοκρατίας των δυτικών κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών της αριστεράς και κατόπιν σε άρχουσα ιδεολογία των κυβερνωσών γραφειοκρατιών στις κομμουνιστικές χώρες (παρούσες και καταρρεύσασες), ήταν φυσικό να συμβούν.

Γι' αυτό ο μαρξισμός έγινε και είναι άρχουσα ιδεολογία των γραφειοκρατιών και γι' αυτό είναι άχρηστος, σαν εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας και σαν μεθοδολογία, κρινόμενος και ο ίδιος, με τα κριτήρια, που θέτει, για να κρίνει τις άλλες ιδεολογίες, ως ψευδή συνείδηση των ανθρώπων.

Όσοι ψάχνουν, για επαναστατική θεωρία, πρέπει να ξέρουν ότι δεν υπάρχει. Και δεν μπορεί να υπάρξει, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που θέτει και ορίζει ο κλασσικός και μη κλασσικός μαρξισμός. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, αλλά σημαίνει ότι επαναπαυόμενοι στην θαλπωρή μιάς θεωρίας, που όλα τα εξηγεί, δεν βάζουμε το μυαλό μας να σκεφθεί και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος, για μια κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, που περνάει μέσα και από την ανάλυση των υποδουλωτικών ανθρώπινων ενορμητικών προδιαθέσεων.

Τι πρέπει να γίνει; Πως πρέπει να γίνει;  Δεν γνωρίζω.

Αυτά τα ερωτήματα, άλλωστε, πρέπει να αποτελούν και τον γενικώτερο προβληματισμό, που δεν πρέπει να μείνει στις έτοιμες, εύκολες, δοκιμασμένες και αποτυχημένες λύσεις. Γι' αυτό και η ανταλλαγή γνωμών, απόψεων, προτάσεων και σκέψεων και εδώ και ευρύτερα στην κοινωνία. Γι' αυτό και ο όποιος διάλογος, που πρέπει να είναι ουσιαστικός, ειλικρινής, αυθεντικός και ριζοσπαστικός, χωρίς θέσφατα και ταμπού.

Αυτό που χρειάζεται είναι ταπεινοφροσύνη, ψυχραιμία και νηφαλιότητα, οι οποίες αποτελούν την βασική προϋπόθεση και είναι, εκ των ων, ουκ άνευ, για τον παραπάνω αναφερόμενο κοινωνικό και ατομικό προβληματισμό και απαραίτητη βάση, για την διαύγαση όσων έγιναν και όσων πρέπει να γίνουν. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ο διάλογος δεν μπορεί να γίνει παραγωγικός και να μείνει στην ανάλυση των επιχειρημάτων των διαλεγομένων, ούτως ώστε να χρησιμεύσει σε όλους, μέσα από μια διαδικασία συζήτησης, που θα προσφέρει και θα συνεισφέρει, σε όλους, τις γνώσεις και τις εμπειρίες όλων. Για να γίνει, όμως, ο διάλογος παραγωγικός, απαιτεί την καλή προαίρεση, την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία και φυσικά, την αποφυγή της αλαζονείας, δηλαδή την ταπεινοφροσύνη. Άλλως, ο διάλογος παραμένει αντιπαραγωγικός, αφού μεταπίπτει σε έναν ''διάλογο'' κωφών και ασύμπτωτων υπερφίαλων εγωισμών, που, προφανώς, υποκρύπτουν κάποια παθογένεια.....

Έτσι, στράβωσαν οργανωτικά, πολιτικά και κοινωνικά, τα πράγματα, μέσα στο εργατικό κίνημα, ως προϊόν της έναρξης της γραφειοκρατικοποίησής του και της σταδιακής ενσωμάτωσής του στο καπιταλιστικό σύστημα, μέσω των πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών οργανώσεών του, που είχαν επικεφαλής μια γραφειοκρατική ελίτ, η οποία κατέστησε τον μαρξισμό άρχουσα ιδεολογία της, με όλα τα επακόλουθα, που έχω, ήδη, περιγράψει.

Laughing [Φυσικά, δεν είμαι μπακουνικός και τούτο και για τους λόγους, που, ήδη, έχω περιγράψει, αλλά - το κυριώτερο - και επειδή όσα, τότε, έλεγε και έκανε ο Ρώσος επαναστάτης δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή, σήμερα, πολύ περισσότερο, που, πολλά από αυτά, δεν ίσχυαν, ούτε και τότε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε αντικειμενικοί, όταν μιλάμε για το παρελθόν και ότι δεν πρέπει να κατονομάζουμε το ποιός έφταιξε λιγότερο, ή περισσότερο σε μια συγκυρία, η οποία προσδιόρισε καθοριστικότατα την πορεία ενός ολόκληρου κινήματος. Θα μου πει κάποιος ότι και τότε να μην είχαν συμβεί αυτά που συνέβησαν, στην ιστορική διαδρομή η ίδια η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος θα είχε βρει άλλους δρόμους και θα είχε ακολουθήσει άλλες διαδρομές και θα είχε επιλέξει άλλους πρωταγωνιστές, για να φθάσουμε σε ένα ανάλογο αποτέλεσμα, με αυτό που ακολούθησε την διάσπαση της 1ης Διεθνούς. Σε αυτή την μανιχαϊστική τοποθέτηση, που έχει πολλές πιθανότητες να είχε λάβει σάρκα και οστά, αν η εξέλιξη στην 1η Διεθνή ήταν διαφορετική, μπορεί να αντιταχθεί ότι σημασία δεν έχει να κάνουμε υποθέσεις, γύρω από το τι θα γινόταν, αν.... Σημασία έχει το τι έγινε και ποιοί το έκαναν να γίνει αυτό, που έγινε. Θεωρητικά, μπορούμε να πούμε πολλά γύρω από το αν. Πιο καλό είναι, όμως, το να βλέπουμε και το τι έγινε, πώς έγινε και από ποιόν έγινε].

Αυτά για το παρελθόν.

Σε αυτό το παρελθόν ανήκουν και ο Καρλ Μαρξ και ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Ο καθένας με τις δικές του ευθύνες...