Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Μάρτιος 2019 ALCO : Η δημοσκοπική πτώση των κομμάτων του μικρού δικομματισμού, εν όψει των ευρωεκλογών, συνεχίζεται. (Βαθαίνει η πολιτική απονομιμοποίηση των κομμάτων, γεγονός, που παραπέμπει σε μεγάλη αποχή).









Όσο περνάει ο καιρός και πλησιάζουν οι ευρωεκλογές του Μαΐου (το τί θα γίνει, με τις βουλευτικές εκλογές και την ημέρα της διεξαγωγής τους, δεν το ξέρουμε και είναι κάτι, που θα ξεκαθαριστεί σύντομα και μένει να το δούμε) το ερώτημα, που αναδεικνύεται, από όλα όσα συμβαίνουν, στην πορεία προς αυτές τις όχι ασήμαντες εκλογές, είναι το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει, στις ευρωεκλογές να φθάσει, στο ποσοστό του 20%.

Για να είμαι σαφής και ειλικρινής, κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά, παρά τα όσα λέγονται, οι προσπάθειες, που θα πρέπει να καταβάλει η Κουμουνδούρου, για να επιτύχει ένα διψήφιο ποσοστό, το οποίο θα ξεκινάει, με το δύο, είναι πολύ μεγάλες. Μα, πάρα πολύ μεγάλες. Το γιατί συμβαίνει αυτό, προκύπτει από την παραπάνω δημοσκόπηση της ALCO, η οποία διεξήχθη αυτές τις ημέρες και η οποία δείχνει μια αποσυσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν.Δ., δηλαδή και των δύο λεγόμενων μεγάλων κομμάτων, όπως και κάποιων μικρότερων, με μια όχι μη αξιοπρόσεκτη αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής και του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ.

[Στις αρχές του μήνα, είχα δημοσιεύσει την προηγούμενη δημοσκόπηση της ALCO - δείτε το δημοσίευμα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Ο θυμός, η οργή, η τεράστια έκταση της ρευστότητας της ψήφου και η μεγάλη αποχή καθιστούν αναξιόπιστες τις δημοσκοπήσεις. (ΣΎΡΙΖΑ vs ΝΔ, μέσα από μια δημοσκόπηση της ALCO : Τα μαντάτα για τα δύο κόμματα του ασταθούς δικομματισμού είναι πολύ άσχημα) -, το οποίο αξίζει να διαβαστεί, μόνο και μόνο, επειδή η ανάγνωση της δημοσκόπησης εκείνης, όπως και της παρούσας, που αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης, ξεφεύγει από τις παραδοσιακές αναγνώσεις, που κάνουν τα κατευθυνόμενα, από τα διάφορα κομματικά επιτελεία και συμφέροντα, ΜΜΕ της χώρας μας, τα οποία, άλλωστε και οι δημοσκοπικές εταιρείες υπηρετούν).

Πράγματι, τα στοιχεία, που παρουσιάζει, η παρούσα δημοσκόπηση της ALCO είναι πολύ ενδιαφέροντα. Και ακριβώς, επειδή είναι ενδιαφέροντα, τα ΜΜΕ απέφυγαν να ασχοληθούν, με αυτά. Ας τα επισημάνουμε :

Ένα μήνα μετά την προηγούμενη δημοσκόπηση της, εν λόγω, εταιρείας, παρατηρείται το εξής φαινόμενο, το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να είναι περίεργο. Οι συσπειρώσεις των κομμάτων και η ενεργός δημοσκοπική επιθυμία συμμετοχής του πληθυσμού, στην επερχόμενη ψηφοφορία, για τις ευρωεκλογές, αντί να αυξάνονται, όσο πλησιάζει η 26η Μαΐου, μειώνονται (με εξαίρεση, όπως είπαμε την Χρυσή Αυγή και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ).

Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην δημοσκόπηση αυτή, ανιχνεύεται, με ένα ποσοστό, ίσο, με 17,5%. Στην προηγούμενη, τον περασμένο Φεβρουάριο, είχε ανιχνευτεί, στα επίπεδα του 18,1%. Μιλάμε, δηλαδή, για πτώση του ποσοστού του, ίσο με μισή ποσοστιαία μονάδα. Αυτή η πτώση δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακόμη και αν βρίσκεται, στα όρια του στατιστικού λάθους και φυσικά, οδηγεί, στο συμπέρασμα ότι τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ, αποσυσπείρωσαν, το ποσοστό του, ή ότι, έστω, τον οδήγησαν, σε στασιμότητα.

Στην Νέα Δημοκρατία, η ALCO δίνει ένα ποσοστό της τάξεως του 23,6%, ενώ, στην, προ ενός μηνός, δημοσκόπηση, της έδινε ποσοστό, ίσο με 23,8%. Και εδώ, έχουμε πτώση του ποσοστού του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μπορεί αυτή η πτώση να είναι μικρή (0,2 της μονάδας) και να βρίσκεται και αυτή, εντός των ορίων του στατιστικού λάθους, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί, αφού δείχνει ότι αυτό το κόμμα, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, σε ελεύθερη πτώση, δεν πείθει.

Η Χρυσή Αυγή υπολογίστηκε, στο 6,2%, ενώ, τον περασμένο μήνα η εκλογική της δύναμη υπολογίστηκε, στο 5,3%. Φυσικά, ό,τι και να πει οποιοσδήποτε, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η μεγάλη αύξηση της δύναμής της (0,9 της μονάδας). Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η αύξηση της δύναμης του κόμματος των Ελλήνων ναζιστών συνέβη, παρά την επίμονη και συστηματική αγνόησή τους, από τα συστημικά ΜΜΕ. Αρεστόν, ή όχι, το Μακεδονικό και τα πεπραγμένα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, έχουν επιπτώσεις.

Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, όπως προκύπτει, από την δημοσκόπηση, παρουσιάζει και αυτό, όπως και η Χρυσή Αυγή, μια αύξηση (0,9 της μονάδας), η οποία και αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί, αφού, από το 4,1%, που βρέθηκε να έχει τον περασμένο Φεβρουάριο, στην δημοσκόπηση του Μαρτίου, το ποσοστό του φθάνει, στο 5%. Φαίνεται ότι ο χώρος αυτός έχει αρχίσει να συσπειρώνεται, αφού η επιχείρηση λεηλασίας του, από τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι, μόνο, δεν απέδωσε, αλλά, πιθανότατα, ενόχλησε, κιόλας.

Το Κ.Κ.Ε. παρουσιάζει και αυτό, μία πτώση του ποσοστού του, από τον Φεβρουάριο, στον Μάρτιο, αφού τώρα, υπολογίζεται, στο 4,7%, ενώ, πριν έναν μήνα, το ποσοστό του ήταν στα επίπεδα του 5%. Πιθανόν είναι, αυτή η αρνητική διαφορά του 0,3 της ποσοστιαίας μονάδας να αποτελεί κλασική περίπτωση ενός αναμενόμενου στατιστικού λάθους, αφού, η αυτή η πτώση δεν συνδυάζεται, με μια κάποια αντίστοιχη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Το ιστορικό κόμμα των Ελλήνων σταλινικών παρουσιάζει μια στασιμότητα, η οποία μένει να δούμε, πώς θα εξελιχθεί.

Σαφέστατες πτωτικές τάσεις εμφανίζουν το Ποτάμι, οι ΑΝΕΛ και η Ένωση Κεντρώων, με την τελευταία να βρίσκεται, σε καλύτερη θέση, από τα άλλα δύο κόμματα. Το Ποτάμι πέφτει, τον Μάρτιο, από το 1,3%, στο 1,2% (0,1 της μονάδας), οι ΑΝΕΛ πέφτουν, από το 1,4%, στο 1% (0,4 της μονάδας) και η Ένωση Κεντρώων πέφτει, από το 2,7%, στο 1,8% (0,9 της μονάδας). Όπως φαίνεται τα κόμματα αυτά κλείνουν τον κύκλο τους, στην ελληνική πολιτική σκηνή, εάν δεν προσκολληθούν, σε ευρύτερες συμμαχίες, στους χώρους τους. Και από ό,τι φαίνεται δεν θα προσκολληθούν, αφού το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη δεν μιλάει, για συμμαχίες, ενώ στους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, δεν αρκεί ο Τάκης Μπαλτάκος, για να κάνει την διαφορά. Από την άλλη πλευρά, η Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη φαινόταν ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει και να επιβιώσει, στις ευρωεκλογές. Τώρα, τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ.

Πτώση παρουσιάζει και η Λαϊκή Ενότητα, αφού, από τον περασμένο Φεβρουάριο, που είχε 2,6% πέφτει τώρα, στο 2,4%, χάνοντας 0,2 της μονάδας, κάτι που μπορεί να οφείλεται και σε στατιστικό λάθος, αλλά η αλήθεια είναι ότι, παρά τον ακτιβισμό του, το κόμμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη εμφανίζει σοβαρά προβλήματα, στην δυναμική του, αφού δεν φαίνεται, αυτόν τον μήνα, να έχει καταφέρει να κερδίσει κάτι, από τις όποιες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται ότι μπορεί να επιβιώσει, στις ευρωεκλογές, αλλά αυτό δεν είναι, απόλυτα, σίγουρο, αν και η γνώμη μου είναι ότι θα τα καταφέρει. (Και θα τα καταφέρει, πολύ καλύτερα, εάν συνάψει συμμαχίες).

Αξιοπρόσεκτη άνοδο εμφανίζει η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, παρά τις εναγώνιες προσπάθειες του εκλογικού επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη να εξασφαλίσει την δημοσκοπική ανυπαρξία του κόμματος αυτού. Από το ποσοστό του 1,4%, τον περασμένο Φεβρουάριο, τώρα, υπολογίζεται, στο 2%, αυξάνοντας το ποσοστό της κατά, 0,6 της μονάδας. Και αυτό το κόμμα φαίνεται ότι μπορεί να μπει, στην ευρωβουλή. Και θα το καταφέρει σίγουρα, εάν προβεί, στις απαραίτητες συμμαχίες, τις οποίες, μέχρι τώρα, απέφυγε (όπως συνέβη, με την "Νέα Δεξιά" του Φαήλου Κρανιδιώτη, με την οποία, αν και έκανε συζητήσεις, για εκλογική συνεργασία, τελικά, την άφησε στα κρύα του λουτρού).

Αξιοσημείωτη είναι και η πτώση του ποσοστού του αποκαλούμενου ως "Άλλο κόμμα", από το 6,7%, τον Φεβρουάριο, στο 5,2%, τον Μάρτιο. Αυτή η πτώση της 1,5 μονάδας, χωρίς να συνοδεύεται, από μια αντίστοιχη μείωση των άλλων κομμάτων, δείχνει ότι και αυτά τα κόμματα έχουν πρόβλημα αξιοπιστίας, έναντι του εκλογικού σώματος. Και το πρόβλημα αυτό είναι σημαντικό, αφού αυτά τα κόμματα λειτουργούν, ως κόμματα διαμαρτυρίας (όπως και τα μικρά κόμματα, που αναφέρονται ονομαστικά στην δημοσκόπηση), την στιγμή, που η κοινωνία δεν έχει ανάγκη, από απλά κόμματα διαμαρτυρίας, αλλά από κόμματα, που να έχουν σαφή και συγκεκριμένα προγράμματα, για την άσκηση της εξουσίας, έτσι ώστε η χώρα να βγει από την κρίση, που την μαστίζει, εδώ και πάνω από 10 χρόνια.

Αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία, που παρουσιάζει η δημοσκόπηση της ALCO, έχουν την σημασία τους. Μπορώ να πω ότι έχουν την μεγαλύτερη σημασία, από τα ποσοστά των κομμάτων, που προαναφέραμε. Ας τα δούμε και αυτά.

Πρώτα από όλα, πρέπει να σταθούμε, στην μεγάλη απαξία των κομμάτων (αλλά και της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας). Αυτή προκύπτει από το μέγεθος όσων δηλώνουν αναποφάσιστοι. Τον περασμένο Φεβρουάριο η ALCO είχε καταμετρήσει το μέγεθος των αναποφάσιστων, στα επίπεδα του 16,1% όσων συμμετείχαν, στην έρευνά της. Τώρα, οι αναποφάσιστοι καταμετρούνται, στο 17,2%, αυξάνοντας, σημαντικά, το μέγεθός τους, κατά 1,1 μονάδα, ενώ, υπό ομαλές συνθήκες, όσο πλησιάζουμε, προς τις κάλπες του Μαΐου, το ποσοστό των αναποφάσιστων θα έπρεπε να μειώνεται. Κάτι τέτοιο, προς το παρόν, δεν συμβαίνει. Συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως, αυτό το φαινόμενο να μην συνεχισθεί, αλλά τίποτε δεν μας λέει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί. Αυτοί, που δηλώνουν αναποφάσιστοι, σε ένα μεγάλο τμήμα τους, μπορεί να συνεχίσουν, εκλογικά, να μετεωρίζονται και στο τέλος, μπορεί να προτιμήσουν την αποχή, από την ψηφοφορία.

Από την άλλη πλευρά, όπως βλέπουμε, ότι όσοι δηλώνουν ότι θα απέχουν από τις ευρωεκλογές, εμφανίζουν μια πτώση της τάξεως του 0,2 της μονάδας και από το 8,5%, πέφτουν, στο 8,3%. Στην πραγματικότητα, αυτό το μέγεθος, όπως έχουμε, πολλές φορές, γράψει, αποτελεί την μέγιστη αδυναμία των δημοσκοπήσεων. Και φυσικά, η παρούσα δημοσκόπηση δεν εξαιρείται. Κάθε άλλο, μάλιστα. Όπως όλοι γνωρίζουν, αλλά δεν το αναφέρουν οι - διάφορης προέλευσης και φύσεως - αναλυτές, η αποχή δεν πρόκειται να κυμανθεί, στα επίπεδα του 8,5%. Θα είναι πολύ μεγαλύτερη και ίσως, να φθάσει κοντά, στο 40%, ή και να το ξεπεράσει.

Γι' αυτό και όλες οι δημοσκοπήσεις είναι αναξιόπιστες. Πολλοί από τους ερωτώμενους δεν θα συμμετάσχουν, στην ψηφοφορία και απλώς, δεν το λένε. Το αποκρύβουν. Οι πρώτοι "ύποπτοι" (εκτός των όσων λένε ότι θα απόσχουν) είναι οι αποκαλούμενοι, ως αναποφάσιστοι και δεύτεροι είναι αυτοί που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν άκυρο (αυτό το μέγεθος, στην δημοσκόπηση της ALCO,  δεν άλλαξε, παρέμεινε και τον Μάρτιο, στο 2,9%, που είχε υπολογισθεί και τον Φεβρουάριο).

Αλλά δεν είναι, μόνον, όλοι αυτοί, εκείνοι, που δεν θα ψηφίσουν, στις ερχόμενες ευρωεκλογές. Θα είναι και πολλοί άλλοι, οι οποίοι δηλώνουν, τώρα (όπως και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση), ότι θα ψηφίσουν κάποιο από τα κόμματα, που συμμετέχουν, σε αυτές. Και φυσικά, το ποιοί και πόσοι είναι αυτοί, είναι κάτι που δεν το ξέρει κανείς. Είναι άγνωστο. Θα είναι, όμως, πολλοί. Πάρα πολλοί. Και φυσικά, αυτό το αναμενόμενο γεγονός καθιστά όποια πρόβλεψη, απολύτως, επισφαλή και προπαγανδιστική, αφού όλες οι δημοσκοπήσεις, που παρουσιάζονται, στο κοινό, είναι όργανα της προπαγάνδας των κομμάτων και των συμφερόντων, που πληρώνουν, για να τις δημοσιοποιήσουν.

Αυτό, που προκύπτει, από όλα όσα εκτίθενται, εδώ, είναι το γεγονός ότι, όσο βαδίζουμε προς τις κάλπες, η κοινωνία μας δεν πείθεται, από όλα τα κόμματα, που της ζητούν την ψήφο. Και φυσικά, δεν έχει άδικο, αφού τα κόμματα του μικρού δικομματισμού (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ), όπως και όλα τα άλλα κόμματα, που υποστηρίζουν τα Μνημόνια, δεν έχουν τίποτε άλλο να της προτείνουν, εκτός από την συνέχιση της παρούσας καταστροφής, η οποία έχει μακροχρονίσει, από την εποχή της ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010, αλλά και πριν από αυτήν, αφού όλα ξεκινούν, από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης, στην Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθιά παγκόσμια ύφεση, που ακολούθησε.

Αυτή η διαπιστωμένη κοινωνική απονομιμοποίηση των κομμάτων, που κατέστη, ήδη, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και πολιτική, εξ αιτίας της τεράστιας αποχής, που υπήρξε (749.022 ψηφοφόροι αρνήθηκαν να πάνε, στις κάλπες εκείνων των εκλογών, ενώ, μόλις, εννέα μήνες, νωρίτερα, είχαν ψηφίσει, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015), είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος να αρνηθεί και πάλι να πάει, στις κάλπες των ερχόμενων ευρωεκλογών.

Και αυτό, εάν συμβεί, θα είναι το χειρότερο, διότι, εάν μεγάλες μάζες των ψηφοφόρων δεν ψηφίσουν, τότε, το εκλογικό αποτέλεσμα θα διαμορφωθεί, με όσους λίγους ψηφίσουν. Και αυτοί δεν είναι οι δυσαρεστημένοι, από την κατάσταση, που επικρατεί, στην χώρα μας. Θα είναι οι ικανοποιημένοι και όσοι περιμένουν οφέλη.

Δυστυχώς.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

1822 - 1871 - 1936 : Από την Κομμούνα της Άνδρου, στην Κομμούνα του Παρισιού και στις κομμούνες της Ισπανίας. (Ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός και τα αδιέξοδά του, μέσα στα πλαίσια της ελληνικής επανάστασης).



25/3/2016 Παρέλαση στην Πετρούπολη, για την επέτειο της ελληνικής επανάστασης της περιόδου 1821 - 1830. Η αλήθεια είναι ότι, στο σχολείο, δεν μας έχουν διδάξει όλες τις πτυχές της περιόδου εκείνης. Πολλές, οι οποίες είναι σημαντικές - χωρίς αυτό να αναιρεί και την σημαντικότητα των πτυχών εκείνων, που έχουν αναδείξει οι επίσημες, οι καθεστωτικές αφηγήσεις - τις έχουν πετάξει, στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας και τις έχουν παραδώσει, στην εθνική και κοινωνική λήθη. Αυτό, βέβαια, ως μια επιλογή του κοινωνικού καθεστώτος, που επικράτησε αυτά τα 198 χρόνια της εθνικής ελευθερίας των νεοελλήνων, δεν είναι σωστό και πρέπει να ανατραπεί. Άλλωστε, τώρα πια, ούτε το κοινωνικό καθεστώς της χώρας μας, ούτε οι παρούσες και οι μέλλουσες γενεές κινδυνεύουν να "μολυνθούν", από τα διδάγματα όλων των πτυχών του αγώνα, για την ελληνική ανεξαρτησία. Το αντίθετο, μάλιστα.







"Το έθνος μας επήρε τα όπλα κατά των τυράννων του. Τετρακόσιους χρόνους είμεθα σκλάβοι των Οθωμανών και τώρα εγίναμε ελεύθεροι, δώσαντες το αίμα μας δια την ελευθερίαν της πατρίδος. Εις όλα τα μέρη οι Γραικοί πολεμούν δια την ελευθερίαν των και μόνον εις τα νησιά οι κοτζαμπάσηδες δεν είδαν με καλό μάτι την επανάστασιν του Γένους. Αυτοί είχαν πάντα το ένα τους και νιτερέσα με τους Οθωμανούς. Μαζί με τους μπέηδες και πασάδες μάς καταπίεζαν, μας έπαιρναν το βιος μας, μας καταφρονούσαν, μας έγδυναν, μας ρουφούσαν το αίμα μας, τσερεμέτιζαν και επλούτιζαν από τον ιδρώτα μας.

Αυτοί οι σκλιάδες θέλουν να μας σκλαβώσουν και πάλιν, καταλύοντες την ελληνικήν διοίκησιν και καλούντες τον Καπουδάν Πασάν να καταλάβη την νήσον μας. Το τι μας περιμένη αν έλθουν οι Τούρκοι το καταλαβαίνετε. 'Οχι μόνον θα χάσωμεν την ελευθερίαν μας και θ' ατιμασθώμεν εις τα όμματα όλων των Ελλήνων και Ευρωπαίων, αλλά Θα γίνωμεν τρεις φορές σκλάβοι από την πριν κατάστασίν μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνη. 'Εχομεν την δύναμιν να εμποδίσωμεν το χαχόν, αλλά πρώτα πρέπει να βάλωμεν νέαν τάξιν και να ιδρύσωμεν νέον σύστημα εις τον τόπον μας.

Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν εδημιουργήθη ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και πτωχοί, μεγαλοκτήμονες και κολλίγοι. Η ανισότης, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του υπερτάτου όντος, αλλά των κρατούντων. Εις την αρχαίαν Ελλάδα και εις τον άλλον κόσμον, και προ ολίγων χρόνων εις την Γαλλίαν, εχύθη πολύ αίμα διά να καταργηθούν τα προνόμια των αρχόντων και η ιεραρχική διατήρησις της κοινωνίας. Διατί και ημείς κατά την παρούσαν στιγμήν να μην αποτινάξωμεν όχι μόνον τον ζυγόν των Τούρκων, αλλά και των αρχόντων.

Ομιλούν διαρκώς οι τουρκοκοτζαμπάσηδες ότι έχουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των και των εαυτών μας, τα οποία τάχα βγαίνουν από έγγραφα απαρασάλευτα. Αυτό δεν είναι σωστόν. Οι προπάτορες των αρχόντων μας ήλθον εις το νησί μας από άλλα μέρη ως καταχτηταί και με την βίαν εξουσίασαν το καλύτερον μέρος της γης, χωρίς να έχουν προς τούτο κανένα δικαίωμα περισσότερον από τους άλλους, εκτός από το δικαίωμα του ισχυροτέρου. Και άλλους μεν από τους εντοπίους ιδιοκτήτας και καλλιεργητάς εξώντωσαν και άλλους έκαμαν σκλάβους των. Οι σημερινοί λοιπόν άρχοντες, απόγονοι των καταχτητών και σφετεριστών της γης των πατέρων μας, κανέν δικαίωμα δεν έχουν να κρατούν αυτήν διά την ιδικήν των ωφέλειαν και κατατυράννευσιν και λήστευσιν ημών. 0 καιρός της ελευθερίας μας ήλθεν, ας αποτινάξωμεν λοιπόν τον ζυγόν και ας καταργήσωμεν τα προνόμια των αρχόντων μας. 'Ολοι οι Γραικοί θα επικροτήσουν την πράξιν μας και Θα μας συντρέξουν εις την απόφασίν μας αυτήν.

Ήλθεν η ώρα να καταργήσωμεν την αθλιότητα, να απαλλάξωμεν την κατάντια μας και να δώσωμεν το παράδειγμα και εις τους λοιπούς νησιώτας και τους άλλους Γραικούς οπού στενάζουν από την αγροτιχήν σκλαβιάν. Η γη ανήκει εις ημάς τους δουλευτάς της και όχι εις τους ολίγους τουρκάρχοντας, που την νέμονται με το δικαίωμα του ισχυροτέρου, το οποίον απέχτησαν από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς κατακτητάς. 0 εθνικός αγών μας διά να πάρη ουσιαστικήν σημασίαν πρέπει να ολοκληρωθή με την κατάργησιν κάθε προνομίου και κάθε δικαιώματος, τα οποία υποβιβάζουν την πλειονότητα των γεωργών εις την κατάστασιν του δούλου. Η ένωσις φέρει την δύναμιν και Θα μας δώση την εξουσίαν να εκτελέσωμεν την απόφασίν μας. Η κοινοχτημοσύνη δεν είναι ζορμπαλίκι, αλλά έργον δικαιοσύνης. Πρέπει να παύσωμεν να είμεθα χολλιγάδες, όπως επαύσαμεν να είμεθα ραγιάδες. Και αυτό είναι στο χέρι μας, αρκεί να μη δειλιάσωμεν. Θα δουλεύωμεν εις το εξής τα φέουδα όλοι μαζί και θα απολαμβάνη τον καρπόν των η κομμούνα μας και Θα γίνεται δικαία μοιρασιά της σοδειάς εις όλους τους δουλευτάδες, ανάλογα με τον κόπον τους και την δούλευσίν τους. Δι' όλα αυτά θα γίνη σύναξις εις την Μεσαριάν, διά να λάβωμεν από κοινού αποφάσεις. Το φέρσιμό μας αυτό θα μας κάνη πρωτολάτας εις τον δίκαιον αγώνα όλων των κολλίγων και Θα γίνη άκουσμα εις όλα τα μέρη της πατρίδος και εις όλον τον κόσμον, και παντού Θα μας επαινέσουν και Θα μας δώσουν δίκαιον".

Απρίλιος 1822 Άνδρος : Η επαναστατική διακήρυξη του Δημητρίου Μπαλή.




Ότι η ελληνική επανάσταση της αιματηρής δεκαετίας του 1820 είχε έναν έντονο κοινωνικό ριζοσπαστισμό, ο οποίος την συνδέει, με το πρόσφατο παρελθόν της γαλλικής επανάστασης του 1789 και το μέλλον της Κομμούνας του Παρισιού, το 1871, αλλά και το απώτερο μέλλον της κοινωνικής επανάστασης, στην Ισπανία, το 1936, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, αν και ουδόλως, ομολογημένο.

Πολλοί δεν μπορούν και ακόμη περισσότεροι δεν θέλουν να κάνουν μια τέτοια παραδοχή, αλλά όσοι έρχονται σε μια, έστω εξ αποστάσεως, επαφή με το παραπάνω κείμενο της επαναστατικής διακήρυξης του Δημήτρη Μπαλή, που εξέφρασε το πρώιμο κοινωνικό επαναστατικό κίνημα των Ανδριωτών χωρικών, τον Απρίλιο του 1822, κατά των φεουδαρχών προκρίτων (των Ελλήνων κοτσαμπάσηδων) της Άνδρου - οι οποίοι, επειδή φοβόντουσαν το ξέσπασμα της κοινωνικής εξέγερσης, που διοργάνωνε ο Δημήτρης Μπαλής, με τον αδερφό του Λεονάρδο, ζήτησαν την βοήθεια του οθωμανικού στόλου, προκειμένου να αποτρέψουν την επερχόμενη κοινωνική ανατροπή -, δεν μπορούν να κλείσουν τα μάτια και να αγνοήσουν την πραγματικότητα, που προκύπτει από αυτό το κείμενο και τα γεγονότα, που δένονται, με αυτό και τα οποία συνέβησαν, στην επαναστατημενη Άνδρο, εκείνη την ταραγμένη εποχή, συνδέοντας την κοινωνική επανάσταση των χωρικών, με την εθνική επανάσταση των Ελλήνων.

Όπως μαρτυρούν οι λίγοι ιστορικοί, που κάνουν αναφορά, στο κοινωνικό επαναστατικό εγχείρημα της ονομαζόμενης Κομμούνας της Άνδρου, παιδί πτωχών αγροτών ήταν ο Δημήτρης Μπαλής. Όμως φρόντισε και έμαθε ανάγνωση και γραφή και να μυηθεί, από τον Θεόφιλο Καΐρη, στα κείμενα των Ευρωπαίων επαναστατών της εποχής του, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Φρανσουά-Νοέλ Μπαμπέφ, γνωστός και ως Γράκχος Μπαμπέφ.

Κάπως έτσι, στο πρόσωπό του, συμπυκνώθηκε η εικόνα του ακτιβιστή κοινωνικού επαναστάτη - του κοινωνικού επαναστάτη της πράξης και όχι της θεωρίας. Του κοινωνικού επαναστάτη, που πραγματοποιεί την εμπειρία της γνώσης, αφήνοντας, στην άκρη την θεωρία, χωρίς, όμως, να παραμελεί την τελευταία, όπως προκύπτει από το κείμενο της επαναστατικής διακήρυξης, που παραθέσαμε, το οποίο, αν και πρώιμο, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει, από τα κείμενα της μεταγενέστερης Κομμούνας του Παρισιού, όπως αυτά διαμορφώθηκαν, από τους μπλανκιστές, από τα μέλη της Διεθνούς και από όλα τα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα, που συμμετείχαν, σε εκείνο το επαναστατικό εγχείρημα.

Πολύ περισσότερο, από τα κείμενα της Κομμούνας του Παρισιού, η οποία είχε έναν εργατικό και μικροαστικό χαρακτήρα, το επαναστατικό εγχείρημα της Κομμούνας της Άνδρου, που ενέπνευσε και στο οποίο πρωτοστάτησε ο Δημήτρης Μπαλής, που έμεινε στην αφάνεια του ελληνικού εθνικού αγώνα, για την ανεξαρτησία, τα κείμενα και κυρίως οι πράξεις των Ελλήνων επαναστατών του νησιού αυτού, συνταιριάζουν με τα κείμενα και τις πράξεις των κοινωνικών επαναστατών της Ιβηρικής χερσονήσου, κατά την διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου και των αμέτρητων κομμούνων, που αναδείχτηκαν, με το ξέσπασμα της κοινωνικής επανάστασης, στις οποίες πρωτοστάτησε η αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση της C.N.T., αφού αυτές οι κομμούνες δεν έμειναν, μόνο, στις πόλεις και στην εργατική τάξη, αλλά οργανώθηκαν και λειτούργησαν, ισοδύναμα και στην αγροτική τάξη των κολλήγων - των εργατών της γης. Γι' αυτό και αντιμετωπίστηκαν, από την ηγεσία της ελληνικής επανάστασης, ως χαοτικές και αναρχικές εκδηλώσεις, που έπρεπε να παταχθούν και πατάχθηκαν, με την εκτέλεση - και μάλιστα, "άνευ αναβολής" - των αδελφών Μπαλή, με διαταγή του Δημήτριου Υψηλάντη, όταν η Κομμούνα της Άνδρου κατεστάλη, από το νεαρό ελληνικό κράτος και την αποκαλούμενη Κεντρική του Διοίκηση.

Δεν είναι ότι δεν υπήρχαν βολικές δικαιολογίες, για την εκτέλεση του Δημήτρη Μπαλή και του αδελφού του. Υπήρχαν. Οι δύο επαναστάτες οπλαρχηγοί, μετά την εκστρατεία κατά των Τούρκων της Καρύστου τον χειμώνα του 1821-22, στην οποία έλαβαν μέρος, είχαν μεταβεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, την Άνδρο, όπου με 150, περίπου, ένοπλους σχεδίαζαν εξέγερση, κατά των κοτσαμπάσηδων, οι οποίοι έμεναν πιστοί, στους Οθωμανούς, τον στόλο των οποίων κάλεσαν, τον Απρίλιο του 1822, προκειμένου να προλάβουν την εξέγερση, που ετοιμαζόταν.

Οι πρόκριτοι δεν τα κατάφεραν. Αντίθετα, έφεραν πιο γρήγορα, την εξέγερση, που ήταν, στα σκαριά και την επαναστατική διακήρυξη, που συνέταξε ο Δημήτρης Μπαλής, αφού, όπως λέει ο ιστορικός Αμβρόσιος Φραντζής ("Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος", Αθήνα, 1839 - 1841) :

"Κατά, δε, τας αρχάς του δευτέρου έτους, ότε κατέβαινεν, εκ Κωνσταντινουπόλεως, η τουρκική θαλάσσιος μοίρα, μετά δυνάμεως πολλής, δύο των τότε προεστώτων της Άνδρου ητοίμασαν βοϊδέλλα, πρόβατα και άλλα διαφόρων ειδών δώρα και επροθυμοποιούντο να υπάγωσιν, εις προσκήνυσιν του Καπετάν πασσά, ναυάρχου του στόλου. Ταύτα δε μαθόντες ο λαός των χωρίων της Άνδρου, ώρμησαν, πανστρατιά, εις την χώραν, κατά των προεστώτων και παρέλαβον τα βοϊδέλλα, τα πρόβατα και τα λοιπά δώρα, κατακαύσαντες το πλοίον και τας οικίας των ρηθέντων προεστώτων, ως προδοτών της πατρίδος. Ταύτα δε συνέβησαν κατά τον Απρίλιον του 1822 έτους. Εκ του συμβεβηκότος δε τούτου, γενικής συνελεύσεως γενομένης, διώρισαν ο λαός ένα των χωρικών, Δημήτριον Μπαλήν ονομαζόμενον, τον οποίον εψήφισαν και διοικητήν της νήσου, όστις εδιοίκει επαξίως των περιστάσεων".

Κάπως έτσι πραγματοποιήθηκε αυτό το πείραμα της κοινοκτημοσύνης των εργατών γης, στην Άνδρο, μέσα από μια λαϊκή συνέλευση, που συγκάλεσε ο Δημήτρης Μπαλής, η οποία ενέκρινε όλα τα επαναστατικά κοινωνικά  μέτρα και η οποία συνοδεύτηκε, από την θέσπιση αυτοσχέδιων δικαστηρίων, που αποτελούνταν, από τους επαναστάτες κολλήγους, οι οποίοι δίκασαν και φυλάκισαν, αλλά και εκτέλεσαν πολλούς, από τους πρώην αυθέντες τους, τους οποίους αποκαλούσαν "τουρκάρχοντες".

Όσοι, από τους προκρίτους κατάφεραν να σωθούν, ήταν επόμενο να στραφούν, προς το νεοδομούμενο ελληνικό κράτος, για να σωθούν, το οποίο, δια του αποκαλούμενου Αρμοστή των Νήσων Κωνσταντίνου Μεταξά, είπε, στον Δημήτρη Μπαλή, ότι επιστρατεύεται, μαζύ με τα ένοπλα τμήματα, που διοικούσε, για να δώσει αλλού μάχες, κατά των Οθωμανών. Ο Δημήτρης Μπαλής αρνήθηκε (η απάντηση, στην ελληνική Κεντρική Διοίκηση, ήταν διόλου ευάρεστη, όπως λέει ο Μεταξάς) και τότε κλήθηκε, από τα Ψαρά, το πλοίο του Χατζή Ιωάννη Σκανδάλη, με 100 ενόπλους, με το οποίο η Κεντρική Διοίκηση - ο Δημήτριος Υψηλάντης και η κυβέρνησή του - έδωσε τελεσίγραφο, στους επαναστάτες, να υπακούσουν, μέσα σε οκτώ ημέρες, με την υπόσχεση της αμνηστίας.

Εκεί είναι, που την πάτησε ο Δημήτρης Μπαλής. Οι χωρικοί έκαναν πίσω και πειθάρχησαν, στο τελεσίγραφο της Κεντρικής Διοίκησης και εγκατέλειψαν τον Δημήτρη Μπαλή και το πρωτόγνωρο κοινωνικό πείραμα, το οποίο είχαν επιχειρήσει να πραγματοποιήσουν. Αποτέλεσμα ήταν οι δύο αδελφοί και άλλοι εννέα, που τους ακολούθησαν, να φύγουν για την Τήνο, όπου εκεί τους συνέλαβαν, για να έχουν, τελικά, το κακό τέλος, που περιγράψαμε. Την κρεμάλα.

Αλλά, πέρα από την κατάληξη αυτού του πρώιμου επαναστατικού κοινωνικού κινήματος, στην χώρα μας, αυτό, που μένει, είναι το πολύ σημαντικό μήνυμα, που άφησε πίσω του και το οποίο είναι ότι ο πληθυσμός του τόπου μας, ο νεοπροσδιοριζόμενος, ως ελληνικός, λαός δεν ήταν αμαθής και άσχετος, ως προς τα μηνύματα της λεγόμενης νεωτερικής εποχής, που ανέτειλε, μετά την βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και κυρίως, μετά την αμερικανική και την γαλλική επανάσταση.

Πολλοί φίλοι μου λένε ότι η εξέγερση, στην Άνδρο, η αποκαλούμενη Κομμούνα του νησιού, δεν έχει καμία σχέση με την Κομμούνα του Παρισιού και τις κομμούνες του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, που έλαβαν χώρα 49 και 114 χρόνια, μετά. 

Δεν έχουν δίκιο. Προφανώς, το κοινωνικό επαναστατικό κίνημα, στην Άνδρο, βρίσκεται, στο μεταίχμιο της προνεωτερικής, με την νεωτερική εποχή και τα άλλα δύο κοινωνικά κινήματα είναι ιστορικά προϊόντα της αστικής νεωτερικότητας. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. 

Όμως, η αλήθεια είναι ότι το θεσμικό μοτίβο, με την επαναστατημένη κοινότητα, την Κομμούνα και τις λαϊκές συνελεύσεις, που αποφασίζουν για τα ζητήματα, που αφορούν την καθημερινότητα των ανθρώπων, είναι το ίδιο και απαράλλακτο και στα τρία αυτά κοινωνικά επαναστατικά κινήματα, παρά το γεγονός ότι εξελίχθηκαν, σε διαφορετικές εποχές, αφορούσαν διαφορετικά πλήθη ανθρώπων και έλαβαν χώρα, σε διαφορετικούς τόπους. 

Εννοείται, βέβαια, ότι αυτή η διαπίστωση δεν καθαγιάζει τίποτε και κανέναν, αφού το ευρύτερο πρόβλημα της κοινωνικής και της κρατικής εξουσίας δεν αντιμετωπίστηκε και δεν επιλύθηκε, από την Κομμούνα της Άνδρου. Ούτε, άλλωστε, μπορούσε να αντιμετωπισθεί, ή να επιλυθεί. Το επαναστατικό κοινωνικό κίνημα των χωρικών της Άνδρου βρέθηκε μπροστά στα αμείλικτα αδιέξοδά του. 

Ας είμαστε, όμως, επιεικείς, με τον Δημήτρη Μπαλή και τους κοινωνικούς επαναστάτες της Άνδρου και αμείλικτοι, με τους διώκτες τους. Εδώ, αυτού του είδους τα προβλήματα δεν αντιμετωπίστηκαν και δεν επιλύθηκαν, από τους παριζιάνους και τους Ίβηρες κομμουνάρους, ή από τους Ρώσους επαναστάτες του 1917 (αν και στην πραγματικότητα, επιλύθηκαν, ιστορικά, σε αρνητική κατεύθυνση, όπως και στην Άνδρο) και φυσικά, δεν θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθούν, από τους απομονωμένους χωρικούς της Άνδρου, οι οποίοι, τελικά, υπέκυψαν, στο νεοπαγές ελληνικό εθνικό κράτος, το οποίο, κακά τα ψέματα, ήταν (και δεν μπορούσε παρά να είναι) ένα ταξικό κράτος των προκρίτων και των αστών. 

Άλλωστε, είναι αμφίβολο το εάν αυτά θα αντιμετωπισθούν και θα επιλυθούν, ποτέ, σε αντίθετη κατεύθυνση, από αυτή, που, συνήθως, επιλύονται...

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

2019 : Οι επερχόμενες εκλογές, το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και η βαριά επιρροή της καταθλιπτικής κληρονομιάς της νίκης του "ΝΑΙ", στις ημέρες μας.


23/7/1973 Ημέρες δικτατορίας. Ο Βασίλης Χριστοδούλου, στην εφημερίδα "Βραδυνή", διακωμωδεί το "ΝΑΙ", στο δημοψήφισμα, που διεξήγαγε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μετά το κίνημα του Ναυτικού, προκειμένου να νομιμοποιηθεί, ως πρόεδρος του κράτους. Σήμερα, η δικτατορία είναι "δημοκρατική" και "ευρωπαϊστική". Το "ΟΧΙ" δεν μένει, στο μυαλό του ψηφοφόρου, όπως τότε. Εκφράζεται, στην κάλπη. Αλλά αγνοείται, από την εξουσία του συλλογικού δικτάτορα - του "ευρωπαϊστικού" μνημονιακού πολιτικού συστήματος -, όπως τότε. (Υπάρχει, έστω και ένας σοβαρός άνθρωπος, που έχει αντίρρηση, σε αυτή την διαπίστωση);







Όσο πλησιάζουν οι εκλογές του ερχόμενου Μαΐου, είτε αυτές περιορισθούν, στην διεξαγωγή, μόνο, των ευρωεκλογών και των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, είτε συμπεριληφθούν, σε αυτές και οι βουλευτικές εκλογές, αυτό που γίνεται φανερό, είναι το σαφές γεγονός ότι οι εκλογές αυτές πρόκειται να διεξαχθούν, μέσα στο βαρύ κλίμα κοινωνικής απογοήτευσης, που έχει δημιουργηθεί, ως αποτέλεσμα της κολοσσιαίας πολιτικής και κοινωνικής νίκης που κατήγαγαν οι αστικές και οι συγγενείς, με αυτές, ευρωκομμουνιστικές δυνάμεις της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, με την πολιτική επικράτηση του "ΝΑΙ", παρά την συντριπτική εκλογική ήττα του, από το "ΟΧΙ".

Αυτή η κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, στην οποία η μεγίστη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, πέρα από ιδεολογίες και κομματικές πεποιθήσεις (οι οποίες, άλλωστε, είχαν εξαερωθεί και κονιορτοποιηθεί) στράφηκε, προς την αριστερά - και μάλιστα, προς την "ανανεωτική" και ριζοσπαστικοφανή εκδοχή της -, προκειμένου η χώρα να πάρει τον δρόμο μιας ριζοσπαστικής αλλαγής, έξω από την θανάσιμη παγίδα της διαρκούς μνημονιακής λιτότητας, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι η ελληνική οικονομία θα έβγαινε από το ευρώ και την ζώνη του, όπως είχαν απειλήσει οι ξένοι δανειστές και διακήρυσσε το εντόπιο εκλογικό μέτωπο των "ευρωπαϊστών", το οποίο εξέφραζε, περίπου, το σύνολο της εντόπιας ελίτ, των εκπροσώπων των μεγάλων θεσμικών οργανώσεων (ΠΑΣΕΓΕΣ, ΓΣΕΕ κλπ), των δημοσκόπων και των ΜΜΕ του τόπου μας, με την πολιτική ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος και την τελική επιλογή του "ΝΑΙ", από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα (και του Πάνου Καμμένου), με το να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο λιτότητας, παρά την συντριπτική επικράτηση του "ΟΧΙ", είναι εκείνη, η οποία, τελικά, καθόρισε, μετά από αυτή την απίθανη (αλλά όχι και αναπάντεχη) μετεκλογική ανατροπή της επικράτησης του "ΟΧΙ", το βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της μελαγχολικής αδιαφορίας και του πολιτικού κυνισμού, που, από τότε και μέχρι σήμερα, διέπει την συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας και του εκλογικού σώματος.

Αυτή η μελαγχολική αδιαφορία και ο πολιτικός κυνισμός της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας μας, που εκφράστηκαν, με την υπέρμετρη διόγκωση της αποχής, από την εκλογική διαδικασία, που ακολούθησε, με την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. από τις οποίες απείχε το 43,43% του εκλογικού σώματος, παρά το γεγονός ότι πέρασαν τρισήμισυ χρόνια, από τότε, δεν έχουν εκλείψει. Και πιθανότατα, δεν έχουν εκλείψει, ακριβώς επειδή πέρασαν τόσα χρόνια, με την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι οι εκλογείς είχαν απορρίψει την σύναψή του.

Οι προπαγανδιστές του ΣΥΡΙΖΑ επικαλούνται το σαθρό και συνάμα, αστείο επιχείρημα ότι, μετά το δημοψήφισμα, ακολούθησαν οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε 1.925.904 ψήφους και ποσοστό 35,46% και ως εκ τούτου, εκ του αποτελέσματος αυτού, προκύπτει ότι το εκλογικό σώμα αποδέχτηκε την επιλογή της ανατροπής του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, που έκαναν ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του κόμματος αυτού, μαζύ με τον, τότε, κυβερνητικό του εταίρο.

Εννοείται, βέβαια, ότι το επιχείρημα αυτό είναι βλακώδες και απευθύνεται, σε ηλιθίους. Αριθμητικά, κατ' αρχήν, δεν βγαίνει, αφού οι ψήφοι που συγκέντρωσε το "ΟΧΙ" ανέρχονται, σε 3.558.450 (ποσοστό 61,31%) και οι ψήφοι, που συγκέντρωσε το "ΝΑΙ", ήσαν 2.245.537 (ποσοστό 38,69%). Και όλα αυτά, σε ένα ενεργό εκλογικό σώμα, που ψήφισε και το οποίο αριθμούσε 6.141.140 ψηφοφόρων (συμμετοχή 62,50%, αποχή 37,50%), εκ των οποίων ψήφισαν έγκυρα 5.803.987 ψηφοφόροι και έριξαν άκυρο - οι περισσότεροι ακολουθώντας την πολιτική γραμμή του Κ.Κ.Ε. - 357.153 ψηφοφόροι.

Για τον λόγο αυτόν, επειδή, δηλαδή, αριθμητικά δεν βγαίνει το επιχείρημα, αφού οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν μπορούν να συγκριθούν, με αυτές, που πήρε το "ΟΧΙ", στο δημοψήφισμα, αφού είναι, συντριπτικά, λιγότερες, οι συριζαίοι προπαγανδιστές, μαζύ με τους προπαγανδιστές των άλλων μνημονιακών κομμάτων και των κατεστημένων ΜΜΕ, επικαλούνται, το σύνολο των ψήφων, που έλαβαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όλα τα μνημονιακά κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ 1.925.904 + Ν.Δ. 1.526.205 + ΔΗΣΥ/ΠΑΣΟΚ 341.390 + ΠΟΤΑΜΙ 222.166 + ΑΝΕΛ 200.423 + ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ 186.457 + ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΞΑΝΑ 28.936 = 4.431.481), για να δικαιολογήσουν την συνολική ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5/7/2015.

Εννοείται ότι και πάλι αριθμητικά, τα επιχειρήματα, που προβάλλουν οι μνημονιακοί προπαγανδιστές και τα συστημικά ΜΜΕ, πάσχουν διότι, όταν αναφέρονται, στο ενεργό εκλογικό σώμα, δηλαδή στους ψηφοφόρους που ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ομιλούν, για ένα εκλογικό σώμα ίσο με 5.596.265 ψηφοφόρων, που ψήφισαν έγκυρα. Αν αφαιρέσουμε όσους ψήφισαν άκυρα (70.061) και έριξαν λευκά ψηφοδέλτια (64.384), τότε βλέπουμε ότι ψήφισαν έγκυρα, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ακριβώς, 5.431.850 ψηφοφόροι. Έτσι και αριθμητικά, ο ισχυρισμός αυτός είναι έωλος, αφού το εκλογικό σώμα του δημοψηφίσματος ήταν διαφορετικό και μεγαλύτερο, από αυτό των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015, λαμβανομένου υπόψη του πολύ σημαντικού γεγονότος ότι, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, οι ψηφοφόροι του αντιμνημονιακού και αντιευρωενωσιακού Κ.Κ.Ε. ψήφισαν, κατόπιν πολιτικής γραμμής, άκυρο, ή λευκό.

Όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα αριθμητικά δεδομένα του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, σε αντιπαράθεση, με τα αριθμητικά δεδομένα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Αυτά είναι κάτι το επουσιώδες και η προβολή τους αποτελεί έναν πολιτικό αποπροσανατολισμό, από μία καραμπινάτη παρανομία και από μια σαφέστατη συνταγματική εκτροπή, στις οποίες προέβησαν η κυβέρνηση των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού και το σύνολο του μνημονιακού πολιτικού κόσμου της χώρας.

Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι άλλο πράγμα αφορά το ερώτημα και η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος και ένα άλλο πράγμα, εντελώς, διαφορετικό αφορά το διακύβευμα και η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών. 

Το δημοψήφισμα αφορά το ερώτημα, που υποβάλλεται. Σε αυτό το ερώτημα, καλείται να απαντήσει το εκλογικό σώμα, το οποίο, αφού προσέλθει, ξεπερνώντας το 40% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, απαντά, με κυριαρχικό τρόπο. Αυτή την απάντηση, η οποία δεν αφορά τα κόμματα, τις ιδεολογίες και τις κομματικές θέσεις των ψηφοφόρων, είναι που καλούνται και υποχρεούνται να διεκπεραιώσουν η κυβέρνηση και ο λοιπός πολιτικός κόσμος. Αυτό και τίποτε περισσότερο, ή λιγότερο.

Έτσι, στις 5/7/2015, το εκλογικό σώμα, με μία ευρεία πλειοψηφία, που συμπεριλάμβανε ψηφοφόρους όλων των κομμάτων, είτε της συμπολίτευσης, είτε της αντιπολίτευσης - και μάλιστα, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης, που συγκρινόμενοι με τους ψηφοφόρους της, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, φθάνουν τους 1.432.123 ψηφοφόρους -, έδωσε εντολή, στην κυβέρνηση και στον πολιτικό κόσμο της χώρας να απορρίψουν το Μνημόνιο. 

Αυτοί, αντί να πράξουν αυτό, για το οποίο τους δόθηκε η σχετική λαϊκή πληρεξουσιότητα, έπραξαν τα αντίθετα. Οδήγησαν την ελληνική κοινωνία, σε νέο Μνημόνιο, παρά την σαφέστατη λαϊκή εντολή, την οποία είχαν πολιτική και νομική υποχρέωση να εκτελέσουν. 

Το, ακόμη, χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι, αφού κατέληξαν, σε συμφωνία, με την ξένη δύναμη (τους δανειστές της ευρωζώνης και το ΔΝΤ), με την οποία υποτίθεται ότι διαπραγματεύτηκαν την συμφωνία αυτή, στο τέλος, δεν υπέβαλαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας (δηλαδή, το νέο Μνημόνιο), προς έγκριση, ή απόρριψη, στο ελληνικό εκλογικό σώμα, ενώ είχαν την υποχρέωση να διεξάγουν νέο δημοψήφισμα, για να πάρουν την έγκριση των ψηφοφόρων, για το Μνημόνιο αυτό. Προφανώς, γνώριζαν όλοι τους ότι η απάντηση του εκλογικού σώματος θα ήταν αρνητική. Αυτό, που έπραξαν, όμως, αποτελεί εγκληματική πράξη, όπως θα εξηγήσουμε, παρακάτω.

(Στην ουσία όλοι αυτοί αντιλήφθηκαν ότι, ουσιαστικά, το εκλογικό σώμα, τους εξουσιοδότησε να πάρουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να μην εφαρμόσουν νέο Μνημόνιο. Δηλαδή, με λίγα λόγια, τους εξουσιοδότησε να βγάλουν την χώρα από το ευρώ και την ζώνη του, αφού και οι ξένοι δανειστές και οι εγχώριοι "ευρωπαϊστές", είχαν ξεκαθαρίσει, κατά την προεκλογική περίοδο του δημοψηφίσματος, σε όλους τους δυνατούς και αδύνατους τόνους και με κάθε δυνατό και αδύνατο μέσο, στο εκλογικό σώμα, ότι η καταψήφιση του Μνημονίου σήμαινε και έξοδο από την ευρωζώνη. Και βέβαια, κάτι τέτοιο η κυβέρνηση και η μνημονιακή αντιπολίτευση δεν ήσαν διατεθειμένες να το πράξουν. Και δεν το έπραξαν, ενώ, φυσικά, δεν επιθυμούσαν και ως εκ τούτου, δεν έθεσαν, στο εκλογικό σώμα, προς δημοψήφισμα, οποιοδήποτε ευθύ ερώτημα, για την παραμονή, ή μη, της χώρας μας, στο ευρώ). 

Από την άλλη πλευρά, οι βουλευτικές εκλογές αφορούν την ανάδειξη εκπροσώπων, στο αστικό κοινοβούλιο, προκειμένου να προκύψει μια κυβέρνηση, από εκείνους, που οι εκλογείς και το εκλογικό σύστημα θα κρίνουν ότι αποτελούν την προτιμητέα ομάδα πολιτικών (κομμάτων και προσώπων), για να διαχειριστούν τα δημόσια πράγματα της χώρας.

Εννοείται ότι οποιαδήποτε ταύτιση, ή μείξη, αυτών των κυριαρχικών εκφράσεων του εκλογικού σώματος, μέσα στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα, είναι, καθαρά, προπαγανδιστική και αποσκοπεί, στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, αφού η εντολή, στην πρώτη περίπτωση, είναι άλλη και έχει άλλο περιεχόμενο, από την εντολή, που δίδεται, στο πολιτικό σύστημα, στην δεύτερη περίπτωση.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι, μόνο, πολιτικό. Έχει και ποινική διάσταση, διότι, στην ουσία, παραβιάστηκε ο νόμος, για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, αφού το αποτέλεσμά του ήταν υποχρεωτικό, για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα, όπως προβλέπει ο Ν. 4023/2011, ο οποίος, στο άρθρο 16 προβλέπει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι υποχρεωτικό (για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα), όταν, στην ψηφοφορία έχει συμμετάσχει το 40% όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους. 

Παρά ταύτα, οι συριζαίοι και ο πολιτικός κόσμος των μνημονιακών κομμάτων, που στήριξαν την ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, παραμένουν ατιμώρητοι. Και φυσικά, η κατηγορία, που θα έπρεπε να τους απαγγελθεί, δεν είναι απλή, αφού αγγίζει τα όρια της εσχάτης προδοσίας, για ενέργειες, που έγιναν, κατά περιγραφή των διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 44, παράγραφος 2) και του Ν. 4023/2011, με ουσιαστική παράβαση του νόμου περί πληρεξουσιότητας, τον οποίο τώρα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θέλει να καταργήσει, με την αλλαγή του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι τιμωρούνται, με κάθειρξη τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία εκπροσωπούν το κράτος, σε διαπραγματεύσεις με ξένες κυβερνήσεις και προκαλούν, εκ προθέσεως, ζημιά, στα συμφέροντα της χώρας.

Με δεδομένα όλα αυτά, τα οποία, στο μυαλό του μέσου πολίτη της χώρας, συμπυκνώθηκαν, στο αίσθημα και την πεποίθηση της καταθλιπτικής ματαιότητας, όσον αφορά τα πολιτικά πράγματα της χώρας, είναι αντιληπτό το γιατί τα πράγματα εξελίχθηκαν, όπως εξελίχθηκαν, από εκείνη την ταραγμένη εποχή, που το "ΟΧΙ", μετατράπηκε, από το πολιτικό σύστημα της χώρας, σε "ΝΑΙ".

Η τεράστια πολιτική ήττα του "ΟΧΙ", παρά την μεγάλη εκλογική νίκη του, εμπέδωσε, στον μέσο ψηφοφόρο, εξ αιτίας των κυνικών και εγκληματικών επιλογών του Αλέξη Τσίπρα και του ευρωσταλινικού περίγυρού του, την αντίληψη πως ό,τι και να ψηφίσει το εκλογικό σώμα, όποια προτίμηση, ή επιλογή και να εκφράσει, στην κάλπη, στο τέλος, δεν είναι η ψήφος του αυτή, που μετράει. 

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και να ψηφίσει ο κόσμος, τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Όλα θα μείνουν τα ίδια, είτε η κοινωνία ψηφίσει έτσι, είτε αλλιώς.

Αυτό είναι και το κολοσσιαίο έγκλημα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο συνεχίζει να έχει τις παρενέργειες και τις επιπτώσεις του, μέχρι τον τωρινό καιρό, με την συνέργεια της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ και των ΜΜΕ, που στο σύνολό τους, μαζύ με τον μνημονιακό πολιτικό κόσμο, έχουν δολοφονήσει κάθε έννοια αστικής δημοκρατίας και του κλασικού αστικού κοινοβουλευτισμού, ο οποίος, όμως, βρίσκει, σαφέστατα, την έκφρασή του, στην Βρετανία, την μητέρα του αστικού κοινοβουλευτισμού, στην οποία το αστικό κοινοβούλιο, με διαρκείς ψηφοφορίες, οι οποίες, χωρίς να έχουν νομοθετικό περιεχόμενο, υποχρεώνουν την κυβέρνηση των Συντηρητικών της Theresa May να πράττει όσα η βουλή των κοινοτήτων επιθυμεί, στην διαδικασία διαπραγμάτευσης, με τους "ευρωενωσιακούς", της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", δίχως, φυσικά, να ανατρέπει το, υπέρ του Brexit, αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 23/6/2016, αφού ο νόμος, για την έξοδο από την "Ε.Ε.", έχει ψηφισθεί και ισχύει.

Έτσι, όπως και να το κάνουμε, με δεδομένη την απαισιοδοξία, την καταθλιπτική διάθεση και τον μελαγχολικό κυνισμό, που διακατέχουν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η μέλλουσα ψήφος του εκλογικού σώματος, όπως και το μέγεθος της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στις εκλογικές διαδικασίες, δεν μπορούν να προβλεφθούν. Θα μπορούσε να ειπωθεί, μόνον, ότι είναι πιθανόν η αποχή να είναι μεγάλη και προφανώς, σε αυτό είναι που ποντάρουν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφού, εάν η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων απόσχει, τελικά, τα εκλογικά αποτελέσματα θα τα καθορίσουν οι κομματικοί μηχανισμοί και το κράτος.

Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου τα πολιτικά πράγματα της χώρας να προχωρήσουν, προς μια αντίστροφη κατεύθυνση και προκειμένου η ελληνική κοινωνία να αποκτήσει τον ρόλο που πρέπει να έχει, μέσα στον μηχανισμό της λήψης των αποφάσεων, που την αφορούν και να καταφέρει να ορθοποδήσει, είναι απαραίτητο να σπάσει αυτό το κλίμα της απογοήτευσης, που επικρατεί. 

Η ελληνική κοινωνία πρέπει να αφήσει, πίσω της, την καταθλιπτική κληρονομιά του δημοψηφίσματος.

Κάποιες μικρές αναλαμπές φαίνονται, στον ορίζοντα, αλλά αυτές είναι ανεπαρκείς. Και γι' αυτήν την εξέλιξη, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, με την πολυδιάσπασή τους, η οποία δεν προσφέρει καμμία προοπτική και δεν συνοδεύεται, από κάποιο αναγνωρίσιμο και αξιόπιστο πρόγραμμα, έχουν την πρώτη ευθύνη. Δεν είναι η κοινωνία και οι εκλογείς, που φταίνε, για την παρούσα κατάσταση, η οποία είναι προϊόν των γεγονότων του 2015 και της προδοσίας, την οποία υπέστη η ελληνική κοινωνία, η οποία, πέρα από κομματικές γραμμές, στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και στην συνέχεια, απογοητεύτηκε, ακριβώς επειδή προδόθηκε.

Δυστυχώς, αυτή η παρατεταμένη αδυναμία συνεννόησης συντηρεί (εάν δεν επιτείνει) αυτό το κλίμα της πολιτικής απογοήτευσης, μέσα στο εκλογικό σώμα και το οδηγεί, στις κάλπες, μέσα σε κακές συνθήκες, οι οποίες, στην ουσία, βοηθούν τα μνημονιακά κόμματα.

Φυσικά, αυτό μπορεί να αλλάξει. 

Όμως, όσο περνά ο καιρός και τα δεδομένα δεν αλλάζουν, τα πράγματα γίνονται δύσκολα, αφού όλες οι εξελίξεις επαφίενται στους χειρισμούς των μνημονιακών κομματικών επιτελείων, στα ΜΜΕ, που έχει στα χέρια της η εντόπια ελίτ και στους κατευθυνόμενους δημοσκόπους.

Δυστυχώς...


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Μια περιγραφή των δεδομένων αδιεξόδων του 4ου Μνημονίου, σε συνδυασμό με τις αυταπάτες των συριζαίων (και όχι μόνο), οι οποίοι πιστεύουν ότι η "Ευρωπαϊκή Ένωση", που δεν είναι κράτος, μπορεί ή πρόκειται να στραφεί κατά της παγκοσμιοποίησης.





Η εμπλοκή, που προέκυψε, μεταξύ των δανειστών και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, σχετικά με τις προϋποθέσεις, για τους πλειστηριασμούς των κατοικιών, τα κόκκινα δάνεια και τις ρυθμίσεις εξόφλησης των χρεών, στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, αποδεικνύει, για πολλοστή φορά, ότι η ελληνική οικονομία, από τον Αύγουστο του 2018, βρίσκεται, όπως πολλές φορές έχουμε πει, κάτω από το καθεστώς ενός 4ου Μνημονίου, το οποίο οι συντάκτες του (οι ευρωθεσμοί και η ελληνική κυβέρνηση) αποφάσισαν να το ονομάσουν διαφορετικά, διότι, απλούστατα, ντρέπονται να το αποκαλέσουν με το όνομά του.

Βέβαια, δεν είναι, μόνον, η αισχύνη, που τους οδήγησε, σε αυτή την επιλογή. Αν ήταν, μόνη της η ντροπή, που τους εμπόδιζε, αυτοί δεν θα είχαν κανέναν δισταγμό να αποκαλέσουν το 4ο Μνημόνιο, που συνομολόγησαν, με το όνομά του, αφού έχουν, εκ συστάσεως, ξεπεράσει κάθε σχετικό ηθικό και συναισθηματικό φραγμό. Πέρα από την ντροπή, είναι και η ανάγκη, που τους υποχρέωσε να ονομάσουν, με άλλο όνομα, το Μνημόνιο αυτό.

Απλούστατα, οι ευρωθεσμοί δεν μπορούσαν να περάσουν, από τα εθνικά κοινοβούλια των χωρών τους, το Μνημόνιο αυτό και ως εκ τούτου, ήσαν υποχρεωμένοι να το πακετάρουν, με άλλη ονομασία - αυτήν της ενισχυμένης εποπτείας ενός προγράμματος μεταμνημονιακής παρακολούθησης -, ενώ, στην πραγματικότητα, πρόκειται περί ενός 4ου Μνημονίου, το οποίο έρχεται, σε συνέχεια του 3ου Μνημονίου, που έληξε τον Αύγουστο του 2018 και αποτελεί μια πιστοληπτική γραμμή στήριξης 24,1 δισ. €, ποσόν, στο οποίο περιλαμβάνονται τα ποσά, που άντλησε το ελληνικό κράτος, από τις πωλήσεις ομολόγων του (με πανάκριβα επιτόκια), ήτοι το επταετές, τον Φεβρουάριο του 2018 και το πενταετές, το καλοκαίρι του 2017, συνολικού ύψους 4,3 δισ. €, αλλά και η τελευταία δόση του 3ου Μνημονίου ύψους 1,9 δισ. €.

Αυτή την πιστοληπτική γραμμή στήριξης, την οποία, επίσης, οι ξένοι δανειστές και η ελληνική κυβέρνηση ντρέπονταν να την αποκαλέσουν, με το όνομά της, την πακετάρισαν, στο 4ο Μνημόνιο, για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, για κάτι λιγότερο, από 3 χρόνια, με την φανερή ελπίδα ότι αυτό το αποκαλούμενο, ως μαξιλαράκι ρευστότητας (capital buffer) δεν θα χρησιμοποιηθεί, υποβοηθούμενο από τον περιορισμό των χρηματοδοτικών αναγκών, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, κάτω από το 15% του ΑΕΠ, αλλά και από την - έστω ασαφή - μνεία, για μια νέα αναδιάρθρωση του χρέους αυτού, από το 2032 και μετά, εάν χρειασθεί.

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος, για τον οποίον το υπουργείο Οικονομικών προέβη, στις δύο εξόδους, προς τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, με μικρά ποσά. Και γι' αυτόν τον λόγο, σκοπεύει να το ξαναπράξει, ούτως ώστε να σχηματίσει την απαραίτητη καμπύλη επιτοκίων.

Όλα αυτά, βέβαια, στηρίζονται, στο σενάριο ότι οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους αυτού, από τα 21,8 δισ. €, το 2018, θα πέσουν - μετά την ελάφρυνση, που υποτίθεται ότι υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο -, στα 11,1 δισ. €, το 2030, με ενδιάμεσους σταθμούς, τα 10,8 δισ. €, το 2019, τα 9,4 δισ. €, το 2020 (έναντι 11,6 δισ. €, το 2019 και 9,6 δισ. €, το 2020 και 15,4 δισ. €, το 2030, που ήσαν, πριν την ελάφρυνση, που υποτίθεται και υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο). Μάλιστα, το σενάριο αυτό συνεχίζεται και προχωρεί, μέχρι το 2060, θεωρώντας ότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους θα εξελιχθούν, έτσι ώστε, το 2040, θα πέσουν, από τα 21 δισ. €, στα 16,2 δισ. €, το 2050 θα πέσουν, από τα 25,6 δισ. €, στα 18,4 δισ. € και το 2060 θα πέσουν, από τα 28,1 δισ. €, στα 19,8 δισ. €.

Επίσης, όλα αυτά στηρίζονται στο σενάριο ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος  από το 188,6% του ΑΕΠ, το 2018, θα πέσει - μετά την ελάφρυνση, που υποτίθεται ότι υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο -, στο 131,4% του ΑΕΠ, το 2030, με ενδιάμεσους σταθμούς, το 177,5% του ΑΕΠ, το 2019, το 168,9% του ΑΕΠ, το 2020 (έναντι 178,3% του ΑΕΠ, το 2019 και 169,9% του ΑΕΠ, το 2020 και 136,6% του ΑΕΠ, το 2030, που υπολογίζεται ότι θα έφθανε, πριν την ελάφρυνση, που υποτίθεται και υπολογίζεται ότι έφερε το 4ο Μνημόνιο). Μάλιστα, το σενάριο αυτό προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα εξελιχθεί έτσι ώστε, το 2040 να πέσει, στο 116,9% του ΑΕΠ, από 127,8% του ΑΕΠ, το 2050 να πέσει, στο 106,6% του ΑΕΠ, από το 124,9% του ΑΕΠ και το 2060 να πέσει, στο 96,8% του ΑΕΠ, από το 127% του ΑΕΠ.

Φυσικά, όλα αυτά αποτελούν ασκήσεις επί χάρτου, προκειμένου να προσελκύσουν αγοραστές του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο οι ευρωζωνίτες και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, σήμερα, των σαμαροβενιζέλων χθες, ή του Κυριάκου Μητσοτάκη (ή όποιου άλλου) αύριο, επιθυμούν να μετακυλήσουν, στις λεγόμενες αγορές, στις οποίες στρογγυλοκάθεται το παγκόσμιο χρήμα.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα, από την εποχή της μεθοδευμένης, από το αμερικανικό βαθύ κράτος, χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, που ξεκίνησε τον οικονομικό πόλεμο της Ουάσινγκτων, κατά της Κίνας και της Ρωσίας, παρά το ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ άργησαν να το αντιληφθούν, αλλά και σε ένα σημαντικό βαθμό αντιστέκονται, σε αυτές τις επιθυμίες των αμερικανικών κυβερνήσεων, υπάρχουν πολλοί αφελείς, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι "Ευρωπαίοι" έβαλαν μυαλό και σκοπεύουν να φρενάρουν τις παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες, όπως έπραξε και το αμερικανικό κράτος (ορμητικά και εξ ανάγκης, στο τέλος της διακυβέρνησης George Bush jr, διστακτικά, στην εποχή Barack Hussein Obama και με εντεινόμενη πίεση, τώρα, στις ημέρες της διακυβέρνησης του Donald Trump), προκειμένου να διαφυλάξει την εντόπια αστική τάξη, την γραφειοκρατική ελίτ των ενδοαμερικανικών αγορών και τα στρατηγικά συμφέροντά του.

Όσοι πιστεύουν, σε μια τέτοια μεταμόρφωση - έστω και βραδεία - των ευρωελίτ, σφάλλουν. Οι "Ευρωπαίοι" δεν πρόκειται να πράξουν ο,τιδήποτε κατά της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Και δεν θα το πράξουν διότι δεν έχουν κράτος, για να μεριμνήσει, για κάτι τέτοιο, αφού η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν είναι και δεν θέλει να γίνει κράτος και τούτο επειδή οι κυρίαρχες ελίτ, που κάνουν κουμάντο, στον χώρο αυτόν, είναι οι εξαγωγικές ελίτ της Γερμανίας, οι οποίες ωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι όποιες γερμανικές υποχωρήσεις, εάν υπάρξουν, θα είναι άνευ ουσίας. Πρόκειται να αποτελούν απλές ασπιρίνες, που καλούνται να αντιμετωπίσουν μια εκτεταμένη γαγγραινώδη νεοπλασία, μέσα στην οποία έχει εμπλακεί, εκ συστάσεως, η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, η οποία, μάλιστα, έχει μεταδώσει την νόσο, σε όλο το θεσμικό οικοδόμημα της "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Οι συριζαίοι (και όχι μόνον αυτοί) αυταπατώνται. Η "Ε.Ε." δεν έχει σκοπό να στραφεί, κατά της παγκοσμιοποίησης, όσο το εξαγωγικό εμπόριο αυτής της οικονομικής περιοχής κυριαρχείται, από τις γερμανικές βιομηχανίες και στηρίζεται, στην μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης. 

Στα πλαίσια αυτά η ελληνική περίπτωση, δεν έχει καμμία τύχη, για να ευδοκιμήσει. Ούτως, ή άλλως, δεν είχε, εξ αρχής, αφού η ελληνική οικονομία, ως μια κλειστή οικονομία αυτοαπασχολούμενων και μικρομεσαίων διαστάσεων επιχειρήσεων, δεν μπορούσε να σταθεί, μέσα σε μια νομισματική και οικονομική ένωση, με αναπτυγμένες βιομηχανικές οικονομίες. 

Τώρα, απλώς, τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού, μένοντας, στην ευρωζώνη και την "Ε.Ε.", η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να βρει τον προστατευτισμό, που χρειάζεται, έναντι του κατακλυσμού, που υφίσταται, από την φθηνή ξένη παραγωγή, ούτε από το ελληνικό κράτος, ούτε από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Και δυστυχώς, όσο η ελληνική οικονομία παραμένει, στην ευρωζώνη και στην "Ε.Ε.", αυτά τα χειρότερα πρόκειται να χειροτερεύσουν, ακόμη περισσότερο...

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

2007 - 2017 : Από το κινεζικό success story, στην "ευρωενωσιακή" αποτυχία. (Μια πρακτική περιήγηση, στις αιτίες της φυσιολογικής ανόδου των αυταρχικών απόψεων, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες).





Είναι, πραγματικά  να γελάει κάνεις με τα καμώματα των "ευρωενωσιακών" και με τις σπασμωδικές αντιδράσεις τους, που αποτελούν, απλώς, αποτελέσματα της πολυκαιρισμένης στρατηγικής αβλεψίας και ανοησίας τους, που έχει να κάνει, με το ποιός είναι ο ουσιώδης αντίπαλος.

Ενώ ο πραγματικός στρατηγικός αντίπαλος των "ευρωενωσιακών" είναι το αχανές εθνικό κράτος της Κίνας, όπως αποδεικνύει το παραπάνω διάγραμμα των οικονομικών δοσοληψιών των χωρών της "Ε. Ε.", με αυτόν τον ασιατικό γίγαντα, οι "ευρωενωσιακοί" δημιούργησαν την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, με κριτήρια οικονομικά, τα οποία, όμως, συνταίριαζαν με τα στενά γερμανικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.

Αυτή η πολιτική επιλογή, η οποία εμφανίστηκε, ως μια οικονομική επιλογή, αποτελεί μία τεράστια στρατηγική ήττα των ευρωελίτ, οι οποίες δημιούργησαν την "Ε. Ε." και την ευρωζώνη, για να εξυπηρετηθούν η μπατιροτραπεζοκρατία και η τεχνοδομή των πολυεθνικών επιχειρήσεων, προκειμένου να διατηρούν την αξία των χρηματικών και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων τους, που αποτιμώνται, σε ευρώ και για να υποχρεούνται τα κράτη της ευρωζώνης και της "Ε. Ε.", που συνδέουν τα νομίσματα τους, με το ευρώ, να δίνουν προτεραιότητα, στον δανεισμό από τις τράπεζες και στην εξόφληση των τραπεζικών δανείων και όχι, στην ανάπτυξη των οικονομιών των χωρών τους.

Η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης ολοκλήρωσε, στην παρούσα φάση, την κατασκευή της παλαιάς ΕΟΚ και στην πραγματικότητα είναι μια ουσιαστική τραπεζική ένωση, τα μέλη της οποίας, δεν επιθυμούν  και αποκλείουν να είναι μια ένωση, που αποσκοπεί στην αλληλεγγύη και στην πολιτική ένωση των λαών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Αλλά οι πολιτικές ενώσεις, που εμπλέκονται στις διεθνείς σχέσεις, δεν είναι και δεν μπορούν να είναι, απλές οικονομικές ενώσεις, όπως είναι οι, ιστορικά, θνησιγενείς οικονομικές και νομισματικές ενώσεις.

Κάπως έτσι, οι "ευρωενωσιακοί" την πάτησαν, στις σχέσεις τους, με τον υπόλοιπο κόσμο και ιδίως, στην σχέση τους, με το Πεκίνο, την ανερχόμενη υπερδύναμη της Ανατολής, η οποία, παρά την παρατεινόμενη παγκόσμια οικονομική αστάθεια και εξ αιτίας αυτής, κερδίζει στον ανταγωνισμό, για την κατάκτηση των διεθνών αγορών και φυσικά, έχει κερδίσει και ένα όχι ασήμαντο τμήμα της εσωτερικής αγοράς των χωρών της "Ε.Ε.", την οποία έχει θέσει, εκτός μάχης και σε επίπεδο εξωτερικού ανταγωνισμού.

Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν υπήρξε και δεν είναι καθόλου μη αναμενόμενη και δεν ήταν αναπάντεχη, αφού ήλθε ως αποτέλεσμα της πολιτικής των γερμανικών εξαγωγικών ελίτ, οι οποίες επένδυσαν, στο φθηνό κόστος της εργατικής δύναμης, στην κινεζική παραγωγή και στην αποστράγγιση της ρευστότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών, με σκοπό να πωλούν, στην Ευρώπη και να αυξάνουν τις επενδύσεις τους, στην Κίνα, στην οποία, παράλληλα, μετέφεραν την τεχνογνωσία, δίνοντάς της την δυνατότητα και την συνεπαγόμενη ικανότητα να αναπτύξει την δική της αυτόνομη και αυτάρκη τεχνολογική βάση, προκειμένου να προωθήσει την δική της παραγωγή και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας της. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε, απολύτως, φυσιολογική.

Με δεδομένη την "ευρωενωσιακή" οικονομική καχεξία, που ήλθε ως ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών και οικονομικών επιλογών των ευρωελίτ, οι οποίες αρνούνται, πεισματικά, να ολοκληρώσουν την πολιτική ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου, με την δημιουργία μια ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και μια αντίστοιχη πραγματική Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα υπόκειται, στις εντολές της κυβέρνησης αυτής, παρά το γεγονός της ποσοτικής νομισματικής χαλάρωσης, την οποία ακολουθεί η Ε.Κ.Τ., η τεράστια υπεροχή της Κίνας, ως οικονομικού ανταγωνιστή, έναντι της παραπαίουσας "Ευρωπαϊκής Ένωσης", είναι, απολύτως, φυσιολογική.  

Επίσης, απολύτως φυσιολογική είναι και η τεράστια υπεροχή του μοντέλου διακυβέρνησης, που εκφράζει η Κίνα, έναντι του αστικοδημοκρατικού μοντέλου διακυβέρνησης, που εκφράζει, λιγότερο η Δύση, ως σύνολο και πολύ περισσότερο η "Ε.Ε.". Αυτό συμβαίνει, ακριβώς επειδή η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν αποτελεί ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος, με αποτέλεσμα τα επί μέρους κράτη, που την αποτελούν και τα οποία στερούνται της δυνατότητας να ασκήσουν νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, επειδή αυτές τις πολιτικές τις έχουν εκχωρήσει, στην Ε.Κ.Τ., να έχουν καταστεί, από οικονομική και κοινωνική άποψη, να είναι δυσλειτουργικά και να έχουν απολέσει (και να χάνουν διαρκώς) την κοινωνική ελκυστικότητα, την οποία διατηρούσαν, πριν από την έλευση της παγκοσμιοποίησης, της οποίας μια κακοσχηματισμένη εσωτερίκευση, αποτελεί η δημιουργία της ευρωζώνης.

Με αυτά τα κοινωνιολογικά δεδομένα, η επικράτηση αυταρχικών απόψεων, ως προς το ποιό πρέπει να είναι το μοντέλο διοίκησης των αναπτυσσόμενων κοινωνιών δεν είναι κάτι το περίεργο. Όπως, επίσης, δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο, η άνοδος των αυταρχικών απόψεων, μέσα στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και ειδικότερα, στον χώρο της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", την οποία έχει καταστήσει τοξική η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η δημιουργία της ευρωζώνης, ως ένα συγκροτημένο, σε χαοτική βάση, θεσμικό σύνολο, το οποίο οδηγεί την "Ε.Ε.", στον γκρεμό.

Το γεγονός ότι αυτό το φαινόμενο της επικράτησης του κοινωνικού και του πολιτικού αυταρχισμού, στις ευρωπαϊκές χώρες, πρόκειται να εκφρασθεί, στις επερχόμενες εκλογές της 26/5/2019, για το ευρωκοινοβούλιο, δεν είναι κάτι το σημαντικό, από μόνο του. Αυτό, άλλωστε, ήδη, συμβαίνει, σε όλες της χώρες της "Ένωσης", ενώ, σε κάποιες από αυτές (Ουγγαρία, Πολωνία) έχουν διαμορφωθεί και μεγάλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, που τις κυβερνούν.

Αυτό, που είναι πολύ πιο σημαντικό είναι το μεσομακροπρόθεσμο κλίμα που διαμορφώνεται και το οποίο, σε μακροπρόθεσμη βάση, οδηγεί την "Ευρωπαϊκή Ένωση", στην διάλυση, έτσι όπως αυτή έχει ξεκινήσει την πορεία της, με την επερχόμενη έξοδο της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.".

Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού το "ευρωενωσιακό" μοντέλο ανάπτυξης έχει καταφέρει, από την εποχή της οικονομικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, να μην έχει φθάσει, το 2017, στα επίπεδα του μεγέθους, του "ενωσιακού" ΑΕΠ του 2008, αφού, το 2009, το "ευρωενωσιακό" ΑΕΠ έφθανε, στα 18,466 τρισ. € και το 2017, ατα 18,452 τρισ. €; Όταν, μάλιστα, αναλογιστούμε ότι το κινεζικό ΑΕΠ, το 2009, έφθανε, στα 11,441 τρισ. € και το 2017 είχε σκαρφαλώσει, στα 20,647 τρισ. €, αντιλαμβανόμαστε την τεράστια απόσταση της απόκλισης των συγκριτικών μεγεθών, ανάμεσα, στην "ευρωενωσιακή" και την κινεζική οικονομία.

Αλλά, γιατί προέκυψε αυτή η εξέλιξη; Γιατί η κινεζική οικονομία ξεπέρασε, χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις την βαθιά οικονομική ύφεση, που έφερε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008; Τα πράγματα είναι πολύ απλά, όταν τα δει κάποιος ψύχραιμα. Ας τα δούμε.

Το κινεζικό κράτος, που διοικείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν ξέσπασε η κρίση, έριξε στην κινεζική οικονομία 586 δισ. $. Αυτό το τεράστιο οικονομικό πακέτο, το Τμήμα Οικονομικής Πολιτικής της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος (ουσιαστικά, δηλαδή το υπουργείο Οικονομικών) δεν το διέθεσε, για την ανακύκλωση των τραπεζικών χρεών. Πήγε στην πραγματική οικονομία και συνοδεύτηκε, από εκτεταμένα μέτρα ενίσχυσης του τραπεζικού δανεισμού και της εγχώριας κατανάλωσης.

Οι "Ευρωπαίοι" έπραξαν τα, εντελώς, αντίθετα. Περιέκοψαν, δραστικά, τις δημόσιες δαπάνες και την κατανάλωση, ενώ έσφιξαν τα λουριά, στον τραπεζικό δανεισμό. Αυτή είναι η απλή και ωμή αλήθεια. Έτσι, τα καταστροφικά αποτελέσματα, που ακολούθησαν, αυτή την πολιτική ήσαν απολύτως, φυσιολογικά.

Όμως, η Κίνα αποτελεί ενιαίο κράτος, το οποίο κυριαρχεί, μέσα σε μια οικονομία συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού, ενώ η "Ευρωπαϊκή Ένωση" δεν αποτελεί κράτος και κυριαρχείται, από τις μπατιροτραπεζικές και τις γερμανικές εξαγωγικές ελίτ, που δρουν, στους κόλπους της. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά.


Ως εκ τούτου, η έλκυση των πληθυσμών, από αυταρχικά μοντέλα διοίκησης (και το λενινιστικό μοντέλο διοίκησης, που, επιτυχώς, εφαρμόζει η κρατική γραφειοκρατία του κινεζικού κράτους, η οποία ταυτίζεται, με την κομματική γραφειοκρατία των Κινέζων κομμουνιστών, είναι το πιο ακραίο, από αυτά), είναι αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης, των κρατών και των κοινωνιών, την οποία έφεραν οι δυτικές ελίτ, με την δημιουργία της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και οι ευρωελίτ, με την δημιουργία της ευρωζώνης, οι οποίες αποδόμησαν το λειτουργικό μοντέλο της συστηματικής υποβοήθησης της οικονομικής ανάπτυξης, που είχε υποδειχθεί από τον John Maynard Keynes και το οποίο είχε συμπληρωθεί, από τον John Kenneth Galbraith και τους κεϋνσιανούς, με την εισαγωγή της διευθυνόμενης οικονομίας και τον έλεγχο των τιμών, των μισθών, των κερδών και των εισοδημάτων. Και αυτή την αποδόμηση οι δυτικές ελίτ την επέφεραν, στο κεϋνσιανό μοντέλο, προς χάρη της μπατιροτραπεζοκρατίας και της γραφειοκρατίας των μεγάλων πολυεθνικών και λοιπών επιχειρήσεων.

Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα, ειδικότερα, για την αποτυχία του "ευρωενωσιακού" εγχειρήματος, το οποίο υπονόμευσαν, ευθύς εξ αρχής, οι ευρωπαϊκές ελίτ, οι οποίες επιμένουν να παραμένουν πιστές, σε αυτό το μοντέλο, το οποίο οδήγησε, στην αποτυχία και στην επερχόμενη καταστροφή.

Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε, ακόμη, πολύν δρόμο να διανύσουμε, ακόμη.


Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Ο Karl Marx, η γραφειοκρατικοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής και τα αδιέξοδα της Θεωρίας της Αξίας της Εργασίας, 136 χρόνια μετά.


Ο Κινέζος γλύπτης Wu Weishan ποζάρει, στον φακό, μπροστά, στο, 4,4 μέτρων, μπρούτζινο άγαλμα του Karl Marx, που ο ίδιος έφτιαξε και το οποίο η γραφειοκρατία του Κ. Κ. Κίνας δώρησε, πέρυσι, στην γερμανική πόλη Τριρ, η οποία είναι η γενέτειρα πόλη του μεγάλου φιλόσοφου, με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων, από την γέννησή του. Τελικά, η "πανουργία της Ιστορίας" έπαιξε μεγάλα παιχνίδια, οδηγώντας τις εξελίξεις, προς μια, εντελώς, διαφορετική κατεύθυνση, από αυτή που προέβλεψε ο Karl Marx, αν και αυτό δεν αναιρεί την τεράστια συνεισφορά του ιδίου και της, σφοδρότατα, επιδραστικής θεωρίας του, στην ανθρωπότητα.






Καθώς κλείνουν σήμερα 136 χρόνια, από τότε που ο Karl Marx εγκατέλειψε, ως ανθρώπινη ύπαρξη, τα επίγεια, η θεωρία του, δηλαδή η αποκαλούμενη Θεωρία της Αξίας της Εργασίας, δοκιμάζεται, για πολλοστή φορά, από τις εξελίξεις, που συγκλονίζουν τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας. Η αποκαλούμενη, ως χρηματιστικοποίηση, των οικονομιών του αναπτυγμένου καπιταλισμού υποτίθεται ότι βρίσκεται, στο επίκεντρο των εξελίξεων αυτών και έχει οδηγήσει σε ένα επιστημονικό debate, μεταξύ των μαρξιστών, των κεϋνσιανών και των μαρξοκεϋνσιανών οικονομολόγων, για το φαινόμενο αυτό και την επιβεβαιωτική (ή μη) σχέση του με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Για να καταλάβουμε, περί τίνος πρόκειται, χρήσιμο είναι να δούμε τις βασικές παραμέτρους της μαρξικής θεωρίας, για την αξία της εργασίας, την σχέση της, με τις τιμές και την οικονομική ζωή, στον σύγχρονο καπιταλισμό.

Εννοείται ότι, για τον Karl Marx, όπως και για τον Adam Smith, τον David Ricardo και όλους τους πατέρες της οικονομικής επιστήμης, η βασική πηγή της παραγωγικής διαδικασίας και μάλιστα, των αξιών, που πηγάζουν από αυτήν, είναι η ανθρώπινη εργασία, που δημιουργείται και εξελίσσεται, στην γη και στο φυσικό περιβάλλον, που χρησιμεύουν, ως περιοχή και ως πρώτη ύλη, για την ανθρώπινη δημιουργία.

Αυτή η εργασία, στον καπιταλιστικό κόσμο, εμπορευματοποιείται, όπως εμπορευματοποιείται και η εργατική δύναμη, που την παράγει, εμπορευματοποιώντας, έτσι και την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση και με αυτόν τον τρόπο, μέσα από την ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, από μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη - τους κεφαλαιοκράτες -, ένα τμήμα της εργασίας διασπάται και αυτονομείται, από την παραγωγό εργατική δύναμη, σχηματίζοντας, το κεφάλαιο, το οποίο απεικονίζει το κέρδος των κεφαλαιοκρατών, είτε ως παραγωγικό κέρδος, είτε, ως εμπορικό κέρδος, είτε ως δανειστικός και τραπεζικός τόκος (ακόμη και όταν ο τόκος αυτός εκτρέπεται, σε τοκογλυφία - αν και αυτός ο όρος συνδέεται με την μη παραγωγική και την αντιπαραγωγική άντληση δανειστικών και τραπεζικών κερδών).

Για τον Karl Marx, τους οπαδούς και τους μαθητές του, αυτή η διάσπαση της εργασίας, μέσα από την αντιθετική και αντιπαραθετική παρουσία του ιδιωτικοποιημένου κεφαλαίου, το οποίο πιέζει την παραγωγό εργατική δύναμη, για την συνέχιση και την μεγέθυνση της κερδοφορίας του, με την συνεχή και διαρκή δημιουργία κερδών και την επακόλουθη αύξησή τους, οδηγεί το καπιταλιστικό σύστημα, σε μακροπρόθεσμα αδιέξοδα, τα οποία εκδηλώνονται, σε τρία επίπεδα, ως νόμοι που διέπουν την καπιταλιστική παραγωγή.

Ας τα δούμε :


Ο πρώτος νόμος, για την μαρξική Θεωρία της Αξίας της Εργασίας, αφορά την αποκαλούμενη, ως Αύξηση της Οργανικής Σύνθεσης του Κεφαλαίου.

Τί αφορά αυτός ο υποτιθέμενος νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής; Σύμφωνα με αυτόν, οι κεφαλαιοκράτες ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα, από τα κέρδη, που αποκτούν, στην παραγωγική διαδικασία, μέσα από την δεσπόζουσα θέση τους, ως ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, το επενδύουν, στην νεκρή εργασία, δηλαδή, στις μηχανές και τις νέες τεχνολογίες (το αποκαλούμενο Σταθερό Κεφάλαιο) και όχι, στην ζωντανή εργασία, δηλαδή, στην εργατική δύναμη (το αποκαλούμενο Μεταβλητό Κεφάλαιο). Και αυτό το πράττουν, για να απομακρύνουν, όσο το δυνατόν περισσότερο, την εργατική τάξη, από την παραγωγική διαδικασία.

Έτσι, σύμφωνα, με την μαρξική θεωρία, στο κλάσμα [Σταθερό Κεφάλαιο / Μεταβλητό Κεφάλαιο, (Σ/Μ)], ο αριθμητής αυξάνεται ταχύτερα, από τον παρονομαστή και αυτό συμβαίνει, ως αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης ταξικής επιλογής των κεφαλαιοκρατών, στα πλαίσια της προσπάθειάς τους, για τον, κατά το δυνατόν, πλήρη έλεγχο των παραγωγικών διαδικασιών, την μεγέθυνση της παραγωγής και την ταχεία και απρόσκοπτη αύξηση των κερδών.


Ο δεύτερος νόμος, που σχετίζεται με την μαρξική Θεωρία της Αξίας της Εργασίας αφορά την Αύξηση του Βαθμού Εκμετάλλευσης της Εργατικής Δύναμης.

Τί έχει να κάνει αυτός ο υποτιθέμενος νόμος, σε σχέση με την καπιταλιστική παραγωγή; Σύμφωνα, με αυτόν, ως αποτέλεσμα της ισχύος του πρώτου νόμου, για την Αύξηση της Οργανικής Σύνθεσης του Κεφαλαίου, η αποκτούμενη, από τους κεφαλαιοκράτες, Υπεραξία, αυξάνεται ταχύτερα, από το κομμάτι εκείνο της εργασίας, που περιέρχεται, στους εργάτες, δηλαδή από το Σταθερό Κεφάλαιο, με αποτέλεσμα, στο αντίστοιχο κλάσμα [Υπεραξία / Σταθερό Κεφάλαιο, (Υ/Σ)], ο αριθμητής να αυξάνει, σε σχέση με τον παρονομαστή, γεγονός, που σημαίνει ότι ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της παραγόμενης εργασίας να περιέρχονται, στους κεφαλαιοκράτες, με αποτέλεσμα να αυξάνει και ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.


Και ερχόμαστε, τώρα, στον τρίτο μαρξικό νόμο, για την καπιταλιστική παραγωγή. Ο νόμος αυτός αφορά την Πτωτική Τάση του Ποσοστού του Κέρδους.

Πώς προκύπτει αυτός ο υποτιθέμενος νόμος, ενώ παράλληλα λειτουργούν οι δύο προηγούμενοι, οι οποίοι, ως μαθηματικοί υπολογισμοί έρχονται, σε αντίθεση με αυτόν;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Karl Marx ήταν παραγωγιστής. Επίκεντρό του ήταν, πάντοτε, η παραγωγή και οι εξελίξεις, εντός αυτής. (δεν είχε άδικο, αλλά, συστηματικά, παρέβλεπε, ως κλασικός ρικαρδιανός, τον ρόλο της νομισματικής κυκλοφορίας, στην ίδια την παραγωγή). Για τον λόγο αυτόν η λογική του, στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν μαθηματική. Η μαρξική λογική υπακούει, στους κανόνες της κοινωνικής λογικής και όχι των μαθηματικών.

Πράγματι, εάν πάρουμε, ως ισχύοντες τους δύο πρώτους νόμους, παρακολουθώντας την πορεία της αύξησης των αριθμητών των κλασμάτων της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, βλέπουμε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες τα διαχρονικά κέρδη των κεφαλαιοκρατών αυξάνουν, όπως αυξάνουν και τα διαχρονικά ποσοστά των κερδών τους. Ως εκ τούτου, ανάμεσα, στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, από την μία πλευρά και της επαγγελλόμενης, από την μαρξική θεωρία, μακροπρόθεσμης πτώσης του ποσοστού του κέρδους των καπιταλιστών, από την άλλη, υπάρχει μια θεμελιώδης μαθηματική αντίφαση, αφού μαθηματικά, όταν αυξάνονται οι αριθμητές των αντίστοιχων κλασμάτων, που εκφράζουν την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι άλλο, από την αύξηση των κερδών και των ποσοστών των κερδών των κεφαλαιοκρατών.

Παρά ταύτα, ο Karl Marx θεωρεί ότι, μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, το ποσοστό των κερδών, σε μακροπρόθεσμη βάση, πέφτει. Παρά την όποια μαθηματική αντίφαση, η κοινωνιολογική λογική του Γερμανοεβραίου φιλόσοφου, για την πτώση του ποσοστού του κέρδους έχει μια στερεή βάση, μέσα στο κλειστό σύμπαν της θεωρίας του.

Αυτό συμβαίνει, επειδή όλα όσα ενδιαφέρουν τον Karl Marx αφορούν την και εντοπίζονται στην παραγωγική διαδικασία, ως κοινωνικά φαινόμενα και όχι, ως μαθηματικά μοντέλα. Έτσι, η αυξανόμενη επένδυση των κεφαλαιοκρατών, ως μια μορφή ταξικού πολέμου, στην νεκρή εργασία και η συναφής αύξηση της υπεραξίας, που, μέσα στα πλαίσια της μαρξικής ανάλυσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, απομακρύνουν, μέσα από μια μακροπρόθεσμη διαδικασία, την ζωντανή εργασία, από την παραγωγή, οδηγούν, κατά τον Karl Marx, στο φαινόμενο, ένας, ολοένα, μειούμενος αριθμός εργατών να διαχειρίζεται έναν, ολοένα, αυξανόμενο αριθμό μηχανών, γεγονός, το οποίο, εκ των πραγμάτων, πρόκειται, μακροπρόθεσμα, κάποια στιγμή, να μην είναι δυνατόν να συνεχισθεί, με αποτέλεσμα η καπιταλιστική παραγωγή να καταρρεύσει, εκ των ένδον και έτσι "οι απαλλοτριωτές να απαλλοτριωθούν". 

Αν δούμε, όχι, μόνον, τις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου καπιταλισμού, αλλά και την πορεία τους όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τότε, που ο Karl Marx πέθανε, δηλαδή 136 χρόνια μετά, αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα πήραν άλλη κατεύθυνση, από αυτήν που υπολόγιζε ο ιδρυτής του μαρξισμού. Τα κέρδη των καπιταλιστών και τα ποσοστά τους δεν μειώθηκαν και δεν αυξήθηκαν, εξ αιτίας αυτής της παραγωγικής διαδικασίας, που υποτίθεται ότι θα έθετε, εκτός των μονάδων παραγωγής την εργατική τάξη, επειδή δεν θα ήταν απαραίτητη η εργατική δύναμή της, εν μέρει και εν όλω, στην παραγωγή. Τα κέρδη των κεφαλαιοκρατών και τα ποσοστά των κερδών αυτών, όλα αυτά τα χρόνια, άλλοτε αυξήθηκαν και άλλοτε μειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της, εκάστοτε, ισχύος των ανταγωνιζόμενων τάξεων. 

Και αυτό δεν είναι τυχαίο.


Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, λοιπόν, δεν κατέρρευσε. Αλλοιώθηκε, δηλαδή γραφειοκρατικοποιήθηκε, προσαρμοζόμενο, χωρίς να αποβάλει, πλήρως, τα χαρακτηριστικά του, περισσότερο, σε εκείνο το τμήμα του, το οποίο απευθύνεται, στην παραδοσιακή αγορά των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ λιγότερο (έως ουδόλως), στην ολιγοπωλιακή αγορά των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών επιχειρήσεων και των κρατών, ως κοινωνικών μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή η γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος προέκυψε μέσα από τις τεράστιες κοινωνικές συγκρούσεις των δύο προηγούμενων αιώνων, δηλαδή, ως στοιχείο της κοινωνικής πάλης, αλλά και της ίδιας της διαδικασίας μεγέθυνσης των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών συντελεστών, στους χώρους εργασίας, μια διαδικασία, η οποία υπήρξε το φυσικό αποτέλεσμα της συσσώρευσης, της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. 

Αυτές οι διαδικασίες παρήγαγαν σαφέστατα και αναμφισβήτητα κοινωνικά φαινόμενα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα, την αλλοίωση και τον σταδιακό - αν και αρκετά ταχύ - μετασχηματισμό των κοινωνικών τάξεων, που εμφανίστηκαν, ως πρωταγωνιστές, στο αρχικό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. 

Έτσι, η κλασική καπιταλιστική τάξη του παρελθόντος ζει παράλληλα - και ένα μεγάλο τμήμα της έχει συγχωνευθεί -, μέσα στον κόσμο της γραφειοκρατικής τεχνοδομής, δηλαδή τον κόσμο της γραφειοκρατίας των μεγάλων ιδιωτικών και κρατικών επιχειρήσεων, στις περισσότερες των οποίων η ιδιοκτησία, ως κατοχή μετοχών, στις μεγάλες πολυμετοχικές (πολυεθνικές, ή μη) ανώνυμες εταιρείες, δεν παίζει κανέναν ρόλο, στην άσκηση της ενεργού διοίκησής τους και πολύ περισσότερο, στην παραγωγική διαδικασία, παρά μόνον, ως πηγή κάποιου εισοδήματος, ενώ, ακόμη και όταν υπάρχει κάποιος ενεργός κεφαλαιοκράτης, ο οποίος συμμετέχει, στην διοίκηση των επιχειρήσεων αυτών, το πράττει, ως επί κεφαλής, ή ως μέλος της τεχνοδομής.

Από την άλλη πλευρά, χωρίς να έχει εκλείψει η κλασική εργατική τάξη, που γνώρισαν ο Karl Marx, ο Μιχαήλ Μπακούνιν και όλοι οι επαναστάτες που πέρασαν, από το καμίνι της Κομμούνας του Παρισιού και μετά, παρατηρώντας τον καπιταλισμό της εποχής μας (όπως και τον καπιταλισμό των προηγούμενων, από εμάς, γενεών), αντιλαμβανόμαστε, εύκολα, ότι, όπως και η κλασική καπιταλιστική τάξη, η εργατική τάξη έχει και αυτή γραφειοκρατικοποιηθεί.

Οι βιομηχανικοί εργάτες δεν έγιναν πλειοψηφία, στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπως περίμενε ο Karl Marx.

Η αλήθεια είναι ότι, αντί ενός τεράστιου εφεδρικού βιομηχανικού στρατού ανέργων, ο εργαζόμενος πληθυσμός, στην πλειοψηφία του, εντάχθηκε μέσα σε μια ευρύτερη κατηγορία, αυτή των υπαλλήλων και λοιπών μισθωτών, γεγονός, το οποίο, από μόνο του, δείχνει κάτι άλλο πολύ ευρύτερο.

Η μετάπτωση της εργατικής τάξης, στην ευρύτερη κατηγορία των μισθωτών, δείχνει ότι είναι η ίδια η παραγωγική διαδικασία, που γραφειοκρατικοποιήθηκε. Και αυτό εκφράζεται, μέσα από την τεράστια διόγκωση του τομέα των Υπηρεσιών, έναντι του Πρωτογενούς Τομέα και του Τομέα της Βιομηχανίας / Βιοτεχνίας.

Αυτές οι ποσοστιαίες αναλογίες και οι αντίστοιχες ισορροπίες, μεταξύ των τομέων αυτών δεν υπήρχαν, στην εποχή του Karl Marx και των συγχρόνων του, όπως, επίσης, δεν υπήρχαν, στην εποχή του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, του Rudolf Hilferding και της Rosa Luxemburg, ή, στην εποχή του Buenaventura Durruti και του Leon Bloum. Προφανώς, κάποια προπλάσματά τους δημιουργήθηκαν, με την επικράτηση της ρωσικής επανάστασης του 1917, όπως επίσης και στην αμερικανική οικονομία του Μεσοπολέμου, αλλά η όλη διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος πήρε σάρκα και οστά, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να φθάσει, στο αποκορύφωμά της, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποίησης και την ένταξη της κομμουνιστικής Κίνας, σε αυτήν την, κολοσσιαίων διαστάσεων, διαδικασία, αφού το μεταμαοϊκό καθεστώς της αχανούς αυτής χώρας, την διοικεί, σταθερά, εφαρμόζοντας το λενινιστικό μοντέλο διοίκησης, ως μια οικονομία συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού.



James Burnham (22/11/1905 - 28/7/1987). Σε πολλά είχε δίκιο. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα γραφειοκρατικοποιήθηκε και συνεχίζει να γραφειοκρατικοποιείται. Τελικά, αυτό που αποκαλείται ήττα της ρωσικής επανάστασης του 1917, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό. Έκφραζε μια εσώτερη διαδικασία, που πηγάζει, από το ίδιο το σύστημα. Όμως, ο Λέων Τρότσκυ και οι επαναστάτες εκείνης της εποχής δεν μπορούσαν να το δουν. Αυτός το είδε και το περιέγραψε.




Κάπως έτσι, σε έναν μεγάλο βαθμό, μέσα από την λεγόμενη "επανάσταση των διευθυντών", για την οποία μίλησε ο παλαιός Αμερικανός τροτσκιστής James Burnham (ο οποίος συγκρούστηκε, σφοδρότατα, προς το τέλος του Μεσοπολέμου και στην αρχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με τον Λέοντα Τρότσκυ, για το ζήτημα αυτό, αν και η αλήθεια είναι, επίσης, ότι ο παλαιός μπολσεβίκος ηγέτης δεν ήταν, απόλυτα, αρνητικός, σε όσα έλεγε ο Burnham, αφού έθετε, ως κριτήριο, για την επαληθευσιμότητα των θέσεων του εσωκομματικού του αντιπάλου και για την διαψευσιμότητα των προσωπικών του θέσεων, την έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία θα ξεκαθάριζε, το εάν η εργατική τάξη μπορούσε, ή όχι, να πάρει την εξουσία, για τον εαυτό της και όχι, για την εργατική και την κομματική γραφειοκρατία), η οποία συνένωσε την κεφαλαιοκρατική και την εργατική διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης, συνταιριάζοντας, σε ηγετικό κοινωνικό επίπεδο, την καπιταλιστική γραφειοκρατία των επιχειρήσεων, με την εργατική αριστοκρατία των συνδικάτων, φθάσαμε στην σύγχρονη εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Αυτή είναι η ψυχρή και εκ των πραγμάτων, αλήθεια, για την εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία δεν συμβαδίζει, με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας του Karl Marx και των μαρξιστών, οι οποίοι υπήρξαν και είναι πρωταγωνιστές, σε αυτήν την διαδικασία, η οποία, προφανώς, δεν έχει τελειώσει και έχει πολύ μέλλον μπροστά της.

Και φυσικά, αυτό το μέλλον θα το παρακολουθήσουμε, όσο είμαστε εν ζωή.