Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Θα αντέξει ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την επερχόμενη ήττα του, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019; (Η ανολοκλήρωτη κρατικοποίηση του κόμματος, οι εύθραυστοι δεσμοί του, με την κοινωνία των πολιτών και τα επερχόμενα αδιέξοδα).


Ιανουάριος 2015 - Φεβρουάριος 2019 : Όπως προκύπτει, από το παραπάνω σχήμα, η πορεία της εκλογικής κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε πολύ νωρίς. Αμέσως, μετά τις νικηφόρες βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στις οποίες είχε πάρει το 35,46% ενός συρρικνωμένου (σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, χάνοντας 320.074 ψήφους) εκλογικού σώματος και σταθεροποιήθηκε, στο 23%, από τον Ιανουάριο του 2016, με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, για να μείνει, σε αυτό, περίπου, το ποσοστό, με μικρές διακυμάνσεις, μέχρι τις ευρωεκλογές της 26/5/2019. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι κράτησε αυτό το ποσοστό, αλλά το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ευοίωνο, αφού η απόστασή του, από την ΝΔ, θα διευρυνθεί και μπορεί, στις εκλογές του ερχόμενου μήνα, να φθάσει, ακόμη και τις 14 μονάδες.





Η επερχόμενη μεγάλη ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, η οποία πρόκειται να αγγίξει τα όρια της εκλογικής συντριβής του σημερινού κυβερνητικού κόμματος, θέτει, επί τάπητος, το ζήτημα της μετεκλογικής του πορείας, ως κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και συγκεκριμένα, το εάν θα μπορέσει να αντέξει την απομάκρυνσή του, από την κυβέρνηση και από την σύμφυσή του, με το κράτος, που δημιουργήθηκε, στα 4 και 1/2 χρόνια της άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας.

Όπως έχουμε γράψει, το ποσοστό του 23,76%, που πήρε το κυβερνητικό κόμμα, στις ευρωεκλογές, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, για τον παλαιό μικρό κομματικό σχηματισμό της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, που κατάφερε, με αφορμή την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010 και την σαρωτική οικονομική κρίση, που έφερε η υπαγωγή του πληθυσμού της χώρας, στο καθεστώς της νεοαποικιακής χρεωδουλείας των δύο πρώτων Μνημονίων, να αποκτήσει, ταχύτατα, μια μαζική εκλογική απήχηση και να αναρριχηθεί, στην κυβερνητική εξουσία, παρά το γεγονός ότι διέψευσε τις ελπίδες, που εξέθρεψε, στην ελληνική κοινωνία, με αποτέλεσμα την συντριβή των ευρωεκλογών της 26/5/2019 και αυτή, που έρχεται, στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ και την ηγεσία του, αυτό το σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο αποτελεί μια πολύ καλή βάση εκκίνησης, για την μετεκλογική του πορεία, αλλά αυτή η βάση δεν είναι ασφαλής, διότι δεν είναι μια στέρεη βάση.

Το κοινωνικό έδαφος, πάνω στο οποίο στηρίζεται αυτή η βάση του τωρινού κυβερνητικού κόμματος, που διογκώθηκε, μέσα στην κρίση και ενώ άρχισε η διαδικασία της συρρίκνωσής του, όχι μόνο δεν είναι παγιωμένη, αλλά είναι, απολύτως, ρευστή και ως εκ τούτου, υπόκειται σε μεταβολές και μετακινήσεις, οι οποίες, εάν δεν ελεγχθούν, μπορούν να καταστούν κατακλυσμιαίες και να οδηγήσουν το κόμμα αυτό, σε τόσο μικρά ποσοστά, τα οποία είναι δυνατόν να το εξαφανίσουν, από τον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Η πικρή αλήθεια, για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι, ως κόμμα, δεν μπόρεσε, όλα αυτά τα χρόνια, να δεθεί, με την κοινωνία. Και το κυριότερο είναι ότι δεν μπόρεσε να δεθεί, με τα κοινωνικά στρώματα, που το ψήφισαν, από το 2012, μέχρι το 2015, αλλά ούτε και τώρα, με αυτούς που παρέμειναν, ως ψηφοφόροι του, στις ευρωεκλογές του προηγούμενου μήνα και φυσικά, δεν έχει ουσιαστικούς δεσμούς και με αυτούς, οι οποίοι προτίθενται να τον ψηφίσουν τον επόμενο μήνα.

Δεν είναι, μόνο, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε, από την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, στο να μπει, όπως και τα κόμματα του παλαιού αστικού δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), στην διαδικασία της κρατικοποίησής του, η οποία, άλλωστε, η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Επίσης, δεν είναι, μόνο του, το γεγονός ότι η κομματική νομενκλατούρα του ΣΥΡΙΖΑ εντάχθηκε, στο κράτος, γεγονός το οποίο κατήργησε τα καθοδηγητικά κομματικά όργανα και το μετέτρεψε σε ένα κόμμα, στο οποίο, πλέον, όλες τις αποφάσεις τις λαμβάνει ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα.

Το κυριότερο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε μακριά, από την κοινωνία των πολιτών, η κοινωνία, με την σειρά της, παρέμεινε μακριά, από αυτόν. 

Όλες οι εκλογές, που έγιναν, σε όλα τα σωματεία (συνδικαλιστικά και λοιπά) και σε όλους τους  συλλογικούς μηχανισμούς, που συναρθρώνουν την ελληνική κοινωνία (κοινότητες, δήμοι, περιφέρειες), κατέδειξαν αυτό, που είναι σαφές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι ψηφίζεται, ακόμη και τώρα, από 1.343.816 ψηφοφόρους, δεν έχει συσσωματώσει τους ψηφοφόρους αυτούς, που, εκλογικά, τον ψηφίζουν, αλλά, κομματικά, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, όχι, μόνο, δεν ταυτίζονται, μαζύ του, αλλά και αποφεύγουν κάτι τέτοιο, ενώ, παράλληλα, δεν υπάρχει κανείς να τους συγκρατήσει (κόμμα, συνδικαλιστικές και μετωπικές οργανώσεις κλπ).

Το γιατί συνέβη αυτό, δεν είναι πολύ δύσκολο να το εντοπίσουμε. Η απάντηση, στο ερώτημα βρίσκεται, στην "κωλοτούμπα" του Ιουλίου του 2015. Βρίσκεται, δηλαδή, στο σημείο εκείνο, κατά το οποίο διακόπηκε η εξελισσόμενη γοργή διαδικασία της κομματικής ταύτισης ενός πολύ μεγάλου - ενός τεράστιου - τμήματος του πληθυσμού της χώρας, με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μια διακοπή, η οποία ήταν απότομη και απέκτησε μόνιμα χαρακτηριστικά, ως αποτέλεσμα της διάψευσης των ελπίδων, που η κοινωνία είχε και οι οποίες αφορούσαν την απαλλαγή της από τον μνημονιακό ζυγό, ο οποίος, όπως διαπίστωσε, παρέμεινε.

Και μπορεί, μεν, τον Σεπτέμβριο του 2015, με βαριά καρδιά, ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος (1.925.904 ψηφοφόροι) να έδωσε την ψήφο του, στον ΣΥΡΙΖΑ, που διέψευσε τις ελπίδες όλων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί ταυτίστηκαν κομματικά, μαζύ του. Κάθε άλλο.

Οι ψήφοι, που έλαβε, τότε, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήσαν ψήφοι επιβράβευσης των ψευδών, που έσπειρε, ή επιβεβαίωσης της μνημονιακής μεταστροφής του, παρά τα όσα, προπαγανδιστικά, έλεγαν οι συριζαίοι νομενκλατουρίστες. Ήσαν ψήφοι, που του δόθηκαν, διότι στα μάτια των ψηφοφόρων αυτών δεν υπήρχε άλλη καλύτερη εναλλακτική λύση.

Από εκεί και πέρα, η γοργή εκλογική συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν δεδομένη και καταγράφεται, ήδη, αμέσως μετά, τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, από τις αρχές Οκτωβρίου του 2015, όταν, οι πολίτες έλαβαν τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ΕΝΦΙΑ, που τους εστάλησαν, από το υπουργείο Οικονομικών, αφού, πλέον, οι εκλογές είχαν διεξαχθεί, όπως δείχνει το γράφημα της Public Issue, με το οποίο αρχίζει το παρόν κείμενο.

Το πρόβλημα, για τον ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, δεν είναι, απλώς και μόνον, ότι η αστραπιαία μνημονιακή μεταστροφή του, τον Ιούλιο του 2015, διέκοψε, απότομα και έριξε στα τάρταρα την κομματική ταύτιση των ψηφοφόρων του, με το κυβερνητικό κόμμα. Είναι ότι και εκείνοι, που απέμειναν να ψηφίζουν το κόμμα αυτό, παρέμειναν επιφυλακτικοί και δεν ταυτίστηκαν, με αυτό.

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ διότι αυτή η άρνηση της κομματικής ταύτισης αυτού του τμήματος του εκλογικού σώματος, με το κόμμα, που ψήφισε και θα ψηφίσει, στις επερχόμενες εκλογές, το καθιστά επιρρεπές, σε άλλες κομματικές επιρροές, με πρώτη και καλύτερη την επιρροή, που πρόκειται να ασκήσει το ΜΕΡΑ25 του Γιάννη Βαρουφάκη, το οποίο, όπως φαίνεται, έχει προσελκύσει - και θα συνεχίσει να προσελκύει - ψηφοφόρους, όχι, μόνο, από την καταρρεύσασα ΛΑΕ, αλλά, κυρίως, από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά και άλλοι κομματικοί σχηματισμοί μπορεί να μειώσουν την εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, αφού η βέβαιη πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας, όπως και η, περίπου, βέβαιη κατάκτηση της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας, από το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, πιθανότατα, θα προσελκύσει ένα τμήμα ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν είναι, κομματικά, ταυτισμένοι μαζύ του.

Επίσης, σε βάθος χρόνου, είναι πιθανό ο ΣΥΡΙΖΑ να αντιμετωπίσει και μια διαρροή ψηφοφόρων, προς το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, παρά το γεγονός ότι αυτός ο χώρος αντιμετωπίζει, τώρα, τις δυσκολίες, που έχουν προκύψει, από το τεράστιο άγος των Μνημονίων της χρεωδουλείας, στην οποία ενέπλεξε την ελληνική κοινωνία.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα δεν μπόρεσε, μέχρι τώρα, να δέσει τους ψηφοφόρους του, διότι δεν έπραξε αυτό, που έπραξε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, στις ημέρες της δικής του ανόδου. Δεν τόλμησε να ανοιχθεί, στην κοινωνία, με αποτέλεσμα το τμήμα της εκείνο, που εξακολουθεί να ψηφίζει το κυβερνητικό κόμμα, να μην έχει την απαιτούμενη επαφή, με αυτό.

Με κάπου 30.000 κομματικά μέλη, που αντιστοιχούν, στο 2,23% των τωρινών του ψηφοφόρων, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει την απαίτηση να συνεχίσει, εσαεί, να ασκεί την ίδια εκλογική επιρροή, που ασκεί, τώρα, σε αυτούς. 

Και φυσικά, χωρίς το απαραίτητο άνοιγμα των κομματικών πυλών, στην κοινωνία, η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη, διότι, χωρίς οργανωτικούς δεσμούς, με την κοινωνία, η πολιτική και εκλογική προτίμηση των πολιτών, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, θα ατονίσει και θα παύσει να υφίσταται. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε η εκλογική του επιρροή παραμένει συρρικνωμένη (παρά την δεδομένη σταθερότητά της, σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα, κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2015 - Μαΐου 2019), αφού οι δεσμοί του με τους ψηφοφόρους του είναι εύθραυστοι και ως εκ τούτου, η πολιτική του επιρροή παραμένει ευάλωτη. 

Βέβαια, οι βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου θα δείξουν το, κατά πόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντέξει και το εάν υποστεί νέα συρρίκνωση, ή όχι.

Αλλά, εάν, μετά τις εκλογές, δεν αλλάξουν τα δεδομένα, που έχουν να κάνουν, με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, που παραπαίει, από το κυβερνητικό κόμμα, θα μείνουν λίγα πράγματα. Πολύ λίγα. 

Ελάχιστα...


Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Μια πρόωρη, αλλά και αληθής πρόβλεψη, για την αποτυχία του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που έρχεται. (Τα ασφυκτικά δεσμά του ευρώ, οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για την έκδοση ενός τοπικού νομίσματος και τα προκύπτοντα αδιέξοδα).






Η ολική επαναφορά της Νέας Δημοκρατίας, αυτή την φορά, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στην διακυβέρνηση της χώρας, με ποσοστά, τα οποία πιθανόν είναι να πλησιάζουν, σε, προ της κρίσης του 2008 και της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010, επίπεδα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, στην μνημονιακή πορεία της χώρας.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον Αλέξη Τσίπρα, απέρχεται, κρατώντας, όπως φαίνεται, ένα όχι ασήμαντο κεφάλαιο, σε πολιτική επιρροή, στις τάξεις των ψηφοφόρων, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δεδομένο ότι αυτή η επιρροή θα παραμείνει αλώβητη, στην περίοδο, που θα ακολουθήσει, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019. Αποτελεί, όμως, μια καλή βάση εκκίνησης, για το κόμμα της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, το οποίο η θητεία του, στην κυβέρνηση, το μετάλλαξε σε μια, πλήρως, καθεστωτική συνιστώσα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Με την αποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ, από την κυβέρνηση, η εξέταση της πολιτικής, που θα ακολουθηθεί, από την επόμενη ημέρα και μετά, είναι αυτό, που πρέπει να γίνει. Και όταν μιλάμε, για την πολιτική, ουσιαστικά, αναφερόμαστε, στην οικονομική πολιτική, αφού αυτή είναι εκείνη, που έχει σημασία, επειδή αποτελεί την καρδιά του όποιου (λιγότερο, ή περισσότερο) υπαρκτού κυβερνητικού σχεδιασμού του επιτελείου της Νέας Δημοκρατίας.

Για το κυβερνητικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, εάν και εφ' όσον αυτό επιχειρηθεί να εφαρμοσθεί, έχουμε, ήδη και μάλιστα, εγκαίρως, μιλήσει [όποιος θέλει, μπορεί να διαβάσει το δημοσίευμα σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : 2009 - 2019 : Η ελληνική οικονομία και τα αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας. (Η ανισορροπία αποταμιεύσεων και επενδύσεων και η πτώση της ροπής προς κατανάλωση, ως αιτίες της οικονομικής κρίσης, μέσα στα πλαίσια των Μνημονίων)] και έχουμε περιγράψει τα αδιέξοδά του.

Μια μεγαλύτερη εμβάθυνση, αυτών των αδιεξόδων, την οποία πρόκειται να επιχειρήσω, με αυτό, εδώ, το κείμενο, πιστεύω ότι είναι πολύ χρήσιμη και έχει την αξία της, αφού οι μετεκλογικές εξελίξεις, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, είναι σαφές ότι θα προσδιορισθούν, από όσα προτίθεται και από όσα μπορέσει να πράξει η συντηρητική κυβέρνηση, που θα διαχειρισθεί, μετεκλογικά, τις τύχες του τόπου και η οποία, μετά την σάρωση κάθε συνδικαλιστικού και κοινωνικού αναχώματος, από την υπερτετραετή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφές ότι θα έχει, μπροστά της, έναν ευρύ χρονικό ορίζοντα, που, πιθανότατα, θα υπερβεί την τριετία, για να πράξει ό,τι βούλεται, χωρίς ουσιαστική κοινωνική αντίσταση.

Η ουσία της όλης υπόθεσης βρίσκεται, στο απλούστατο και κυριολεκτικά, αφοπλιστικό γεγονός ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία θα διαδεχθεί την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θα βρίσκεται και αυτή, κάτω από τον αστερισμό του ευρώ, ως κοινού νομίσματος της ευρωζώνης.

Έτσι, το μόνο άμεσο πραγματικό και πρώτης προτεραιότητας πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η χώρα και η όποια κυβέρνησή της, αφορά το χρήμα. Δηλαδή την παραγωγή, την κυκλοφορία και την διαχείρισή του. Αυτό το πρόβλημα προσδιορίζεται, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μια εξαιρετικά μεγάλη, ως μια ασφυκτική στενότητα χρήματος, η οποία καθιστά το κεφάλαιο και τις επενδύσεις, ως πολύ ακριβά αγαθά.

Τί σημαίνει αυτό, στην πράξη; 

Σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να βρουν το απαραίτητο χρήμα και φυσικά, δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία προέρχονται, στην πλειοψηφία τους, από την, προ κρίσεως, εποχή και τα οποία χρέη τα αγοράζουν τα διάφορα funds, σε πολύ χαμηλές τιμές, οι οποίες φθάνουν, μέχρι και το 8% της αξίας τους.

Έτσι, οι τράπεζες και τα funds, με την σειρά τους, ασκούν πιέσεις, για την αποπληρωμή των σχετικών δανείων, που έχουν κοκκινήσει, ή προχωρούν, σε πλειστηριασμούς, ενώ, παράλληλα, οι επιχειρήσεις αυτές, που, πριν από την κρίση αποτελούσαν, όπως και τώρα, αποτελούν την ραχοκοκκαλιά της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας, έχουν ως υποχρεώσεις να ανταποκριθούν, σε ένα συντελεστή φορολόγησης 29% και να προκαταβάλουν τον φόρο.

Αυτό, που λείπει, από τις ελληνικές επιχειρήσεις, είναι το χρήμα. Και το χρήμα, για να βρεθεί, από την κάθε παραγωγική μονάδα, αυτό, που απαιτείται, είναι πρωτίστως, η ύπαρξη κατανάλωσης, που δημιουργείται, από την ζήτηση των αγαθών. Η κατανάλωση, όμως, στα χρόνια της κρίσης, έχει καταβαραθρωθεί και συνεχίζει να είναι, απολύτως, ανεπαρκής, επειδή τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν έχουν το απαραίτητο μέσον. Δηλαδή το χρήμα.

Και αν δεν υπάρχει χρήμα, δεν μπορεί να υπάρξει καμμία σοβαρή επένδυση. Δεν νοείται επένδυση, σε μια αγορά προϊόντων, για τα οποία δεν υπάρχει ενεργός ζήτηση. Αυτή είναι η πεμπτουσία του ζητήματος της μακροχρόνιας, της  υπερδεκαετούς ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Κάπως έτσι, μιλώντας, για το χρήμα και την ανεπάρκειά του, ερχόμαστε να μιλήσουμε, για το νόμισμα. Και μιλώντας, για το νόμισμα, από όλη την παραπάνω περιγραφή, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι το νόμισμα, και στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, το ευρώ, ως μια συγκεκριμενοποιημένη μορφή χρήματος, δεν είναι ουδέτερο, ως προς την παραγωγή, την οποία υποτίθεται ότι δεν επηρεάζει, όπως θέλει να μας κάνουν να πιστέψουμε οι θιασώτες της κλασικής φιλελεύθερης οικονομικής σκέψης και θεωρίας.

Το νόμισμα, ως ενεργό και ανενεργό χρήμα, δεν είναι άνευ σημασίας και δεν επηρεάζει, μόνο, τις τιμές, όπως διατείνονται οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι. Κάθε άλλο. Το νόμισμα, ως πραγματική υπόσταση, δηλαδή η παραγωγή και η κυκλοφορία του, ως προς την ταχύτητά της και ο πραγματικός δεσμός του, με την παραγωγή επενδυτικού και καταναλωτικού έργου, είναι σαφές ότι επηρεάζει την παραγωγή, η οποία εξασθενίζει, όταν η κατανάλωση είναι ανεπαρκής.

Στα πλαίσια αυτά, όταν η οικονομία έχει κατρακυλίσει, χάνοντας, περισσότερο, από το 1/4 της παραγωγής της, όταν οι άνεργοι υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο και οι μισθοί έχουν, αγρίως, περικοπεί, είναι σαφές ότι αυτό, που λείπει, για να ενεργοποιηθεί η οικονομία, είναι το χρήμα και έτσι, ουδείς μπορεί να ισχυρίζεται, στα σοβαρά, ότι το νόμισμα, ως ενεργό και ανενεργό χρήμα, είναι ουδέτερο.

Αυτό, που, μέχρι τώρα, περιγράψαμε, δεν είναι τίποτε άλλο, από αυτό που συμβαίνει, στην ελληνική οικονομία, πάνω από 10 χρόνια, τώρα και συνίσταται, στην πλήρη ανεπάρκεια των ιδιωτικών επενδύσεων να κρατήσουν την οικονομία της χώρας μας, σε έναν κάποιο ανεκτό ρυθμό ανάπτυξης.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και αυτή την σκληρή πραγματικότητα θα βρει μπροστά της η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας

Ας συνοψίσουμε αυτή την πραγματικότητα :

Κατακρημνισμένη Κατανάλωση - Υποτονική Παραγωγή - Καταβαραθρωμένες Επενδύσεις.

Φυσικά, το πρόβλημα αυτό δεν είναι μη επιλύσιμο. Δεν είναι, ούτε καν, δυσεπίλυτο. Λύση υπάρχει. Και αυτή είναι εύκολη.

Από την εποχή της GREAT DEPRESSION και της "Γενικής Θεωρίας" του John Maynard Keynes, έχουμε μάθει ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος, όταν μια οικονομία έχει πέσει σε αυτή την αποκαλούμενη, ως παγίδα ρευστότητας, κατάσταση, η κυβέρνηση να περιμένει το πότε η ιδιωτική οικονομία θα καταφέρει, από μόνη της να απεμπλακεί, από αυτή την κατάσταση.

Έτσι, η κυβέρνηση της χώρας δεν μπορεί να περιμένει το πότε οι ιδιώτες καπιταλιστές, ή οι τραπεζίτες θα επενδύσουν τα (υποτιθέμενα ως) σπάνια κεφάλαιά τους, στην πραγματική οικονομία. Κάθε άλλο.

Αυτό που χρειάζεται, όταν ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να λειτουργήσει και να παραγάγει τις αναγκαίες επενδύσεις και επαρκές οικονομικό έργο, είναι η παρέμβαση του δημόσιου τομέα, με στόχο την πλήρη κάλυψη των καταναλωτικών και των επενδυτικών ανεπαρκειών του ιδιωτικού τομέα, με εργαλείο τις κρατικές δαπάνες και την επαρκή μεγέθυνση του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, προκειμένου ο παραγωγικός μηχανισμός της οικονομίας να τεθεί, σε λειτουργία, φθάνοντας, στα επίπεδα της πλήρους απασχόλησης.

Αυτό σημαίνει, βέβαια, ότι οι επενδύσεις, σε ένα μεγάλο τμήμα τους, σε μια σύγχρονη οικονομία, όπως η δική μας και όπως όλες οι οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού της εποχής μας, πρέπει να αποκτήσουν έναν σαφή κοινωνικό χαρακτήρα και να κρατικοποιηθούν, μέσω των κρατικών δαπανών οι οποίες πρέπει να φθάσουν, σε ένα τέτοιο επίπεδο, που η αύξηση των ενεργών κεφαλαίων να τα οδηγήσει να παύσουν να είναι σπάνια.

Το ευρώ, όμως, ως προϊόν μιας νομισματικής ένωσης, δεν μπορεί να λειτουργήσει και στην πράξη, δεν λειτουργεί, έτσι, αφού δεν εκδίδεται, από την Ε.Κ.Τ., με την λογική αυτή και δεν έχει την προσαρμοστικότητα, που απαιτείται, για να μπορεί να καλύπτει τις συχνές περιπτώσεις των υποκαταναλωτικών κρίσεων, που εμφανίζονται, ως κρίσεις υπερπαραγωγής, σε ένα αρρύθμιστο καπιταλιστικό σύστημα, είτε αυτές αφορούν τις ελεύθερες αγορές του 18ου και του 19ου αιώνα, είτε αφορούν τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό του 20ου και του 21ου αιώνα.

Το ευρώ, ως νόμισμα, έχει άλλη - την εντελώς, αντίθετη - λογική. Οι ιδρυτές του και οι διαχειριστές του (η Ε.Κ.Τ.) δεν ξεκινούν με την σκέψη ότι το κέντρο βάρους της δόμησης του κοινού νομίσματος πρέπει να βρίσκεται, στην αγοραστική του δύναμη και ότι αυτό πρέπει να προσαρμόζεται, ως προς τις ποσότητες και τις ταχύτητες κυκλοφορίας του, από την πραγματική κατάσταση της κάθε οικονομίας των χωρών της ευρωζώνης.

Η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. εκδίδει και κυκλοφορεί το ευρώ, με πολύ συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι ευνοούν την σπανιότητα και την αύξηση της συναλλαγματικής αξίας του νομίσματος αυτού, με την λογική ότι το νόμισμα, ως χρήμα, είναι και αυτό ένα εμπόρευμα, του οποίου η αξία είναι καθορισμένη και πρέπει να μένει, περίπου, σταθερή (όταν δεν αυξάνει), προκειμένου να ευνοηθούν οι κάτοχοί του, διατηρώντας, παράλληλα, τις σαφείς ταξικές και εισοδηματικές ισορροπίες, εντός των κοινωνιών των χωρών της συγκεκριμένης νομισματικής ζώνης.

Στην ουσία, δηλαδή, αυτό, που έγινε, με την δημιουργία της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, είναι η επιστροφή, στις προκεϋνσιανές πεποιθήσεις, που επικρατούσαν, στις τάξεις των φιλελεύθερων οικονομολόγων και των εφαρμοστών της οικονομικής πολιτικής, στις καπιταλιστικές χώρες και που συνέδεαν τα νομίσματα και το χρήμα, με τον χρυσό, ή το ασήμι, με την λειτουργία του "χρυσού κανόνα", θεωρώντας τα ως εμπορεύματα ορισμένης αξίας και όχι ως εργαλεία, για την οικονομική μεγέθυνση.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνονται αντιληπτά τα αδιέξοδα, στα οποία πρόκειται να προσκρούσει η εφαρμογή του προγράμματος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αφού και αυτή, όπως και οι προηγούμενες, δεν μπορεί να ασκήσει αυτή την νομισματική, δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική, που είναι απαραίτητες, για την ανάταξη της οικονομίας της χώρας, στον βαθμό, που το νόμισμα της χώρας δεν είναι ένα εθνικό/τοπικό νόμισμα, αλλά το υπερεθνικό ευρώ, το οποίο εκδίδεται και ελέγχεται, πλήρως, από την Ε.Κ.Τ., της οποίας παράρτημα είναι η Τράπεζα της Ελλάδος και στην οποία δίνουν λογαριασμό ο Γιάννης Στουρνάρας και το αυριανό οικονομικό επιτελείο.

Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση, για να μπορέσει να λειτουργήσει το κράτος, θα πρέπει να το λειτουργεί, ως ένα ομοίωμα οικογένειας και επιχείρησης. Θα πρέπει, πρώτα να εισπράξει και να δαπανήσει, μετά. Αν δαπανήσει περισσότερα, από όσα εισπράττει, θα αυξήσει το χρέος και αυτό θα μεγεθύνει την ασκούμενη λιτότητα.

Αν δεν δαπανήσει περισσότερα, από όσα εισπράττει, τότε θα κρατήσει την οικονομία, σε επίπεδα στασιμότητας, διότι έτσι, δεν θα μπορέσει να δώσει την τόνωση, που είναι απαραίτητη, στην οικονομία. Και μάλιστα, με δεδομένα τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα, στους κρατικούς προϋπολογισμούς, που η ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να παραγάγει (συνεχώς, μέχρι το 2023, που θα λήξει η θητεία της), είναι σαφές ότι το επίπεδο της κατανάλωσης και της επένδυσης, στην ελληνική οικονομία, όλα αυτά τα χρόνια, που έρχονται, θα συνεχίσει να συμπιέζεται, αφού θα είναι απαραίτητο η φορολογία να μένει, σε ψηλά επίπεδα και οι κρατικές δαπάνες να παραμένουν χαμηλές, προκειμένου να τροφοδοτηθεί αυτή η διαδικασία παραγωγής πρωτογενών πλεονασμάτων, έστω και αν αυτά, μέσα από μια συμφωνία, με τους ευρωθεσμούς, γίνει δυνατό να μειωθούν.

Κάπου εδώ, η φορολογική πολιτική της νέας κυβέρνησης, η οποία ευαγγελίζεται μεγάλες μειώσεις, στην φορολογία - ακόμη και αν και όσο και αν οι ευρωθεσμοί γίνουν λιγότερο απαιτητικοί - θα βρεθεί, πολύ γρήγορα, ενώπιον αδιεξόδων. Οι φόροι, λόγω των δεδομένων καταστάσεων, που επικρατούν, στην ελληνική οικονομία και λόγω των υποχρεώσεων, που έχει αναλάβει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με το 4ο Μνημόνιο, το οποίο έχει συμφωνήσει, με τους ευρωθεσμούς και του οποίου οι συντάκτες ντρέπονται να πουν το όνομά του, θα πρέπει να μείνουν, υπερβολικά, υψηλοί, όσο και αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το οικονομικό του επιτελείο επιθυμούν να τους μειώσουν. Και όσο και αν επιχειρήσουν, μόλις αναλάβουν την διακυβέρνηση του τόπου, να τους μειώσουν.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι κάποια στιγμή, στο προσεχές μέλλον, όσο και αν αυτό αργήσει (και θα αργήσει, διότι η μετεκλογική κυβέρνηση θα έχει τα περιθώρια να αναπτύξει την πολιτική της, λόγω της απογοήτευσης, που έφερε η κυβέρνηση της πρώτης φοράς Αριστεράς και λόγω της ανυπαρξίας πραγματικών κοινωνικών αντιπάλων, που θα είναι ικανοί να αντισταθούν, στις κυβερνητικές πολιτικές), η κυβερνητική πολιτική θα αποτύχει να προσελκύει την αποδοχή, ή/και την ανοχή της κοινωνίας, που έχει τώρα.

Έτσι, η ελπίδα, για την μείωση της φορολογίας και την επαγγελόμενη ανάπτυξη της οικονομίας, που - υποτίθεται ότι θα έλθει, ως αποτέλεσμα - , που τροφοδότησε το βουβό ρεύμα υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, ήδη, αμέσως, μετά την εκλογή, τον Ιανουάριο του 2016, του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας και η οποία ελπίδα συνεχίζει να τροφοδοτεί την επερχόμενη νίκη του κόμματος αυτού, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, κάποια στιγμή θα παύσει, εκ των πραγμάτων, να υφίσταται και θα αντικατασταθεί, από την απελπισία, η οποία θα προκύψει, από το σύνολο των "μεταρρυθμιστικών" και λοιπών πολιτικών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίες είναι σαφές ότι θα βρίσκονται, εντός των πλαισίων των απαιτήσεων των ευρωθεσμικών δανειστών.

Όλα αυτά, βέβαια, προκύπτουν, από την ιδιότυπη θέσπιση, ως, οιονεί, "ποινικού" αδικήματος, από την εγκληματοποίηση των δημοσίων ελλειμμάτων, που έχει, παράλογα, επιβάλλει η λειτουργία του ευρώ, ως ενός ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισορροπιών, ο οποίος απαιτεί την, περίπου, σταθερή συναλλαγματική αξία αυτού του χρηματόγραφου, το οποίο εμφανίζεται, ως νόμισμα.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, όπως προκύπτει, από όσα, έως τώρα, είπαμε, τα δημόσια ελλείμματα, σε περιόδους ύφεσης, ή/και μακροχρόνιας κρίσης, σαν αυτή, που ζούμε, κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, κάθε άλλο, παρά έγκλημα είναι. Τα δημόσια ελλείμματα αποτελούν μια αδήριτη αναγκαιότητα και είναι τα απαραίτητα χρήσιμα εργαλεία, για την υπέρβαση της κρίσης και για την ταχύρρυθμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αφού, μέσω αυτών αυξάνονται οι επενδύσεις και η κατανάλωση, ως μακροοικονομικά μεγέθη και τέλος τονώνεται η ιδιωτική αποταμίευση.

Στην ουσία, το ευρώ, λειτουργώντας, στην πράξη, ως ένα ξένο νόμισμα, αυτό, που κάνει, είναι να καταστρέφει, όχι μόνο την ελληνική οικονομία, ως μέγεθος. Κάνει κάτι χειρότερο. Αποστερεί, από την ελληνική οικονομία, από τα εργαλεία εκείνα, με τα οποία οι κυβερνητικοί και λοιποί σχεδιαστές θα μπορούσαν να την οδηγήσουν, στην ανάπτυξη.

Το κυριότερο είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει νομισματική πολιτική και εξ αιτίας αυτής της πραγματικής της αδυναμίας, δεν μπορεί να ασκήσει μια γενικότερη και συνεκτική οικονομική πολιτική, η οποία θα μπορεί να βγάλει την χώρα, από την πολύχρονη κρίση.

Η ελληνική οικονομία, με λίγα λόγια, όπως είπαμε και στην αρχή του παρόντος κειμένου, αυτό που χρειάζεται, είναι χρήμα. Άφθονο χρήμα, προκειμένου να λειτουργήσει. Αυτό το χρήμα δεν μπορεί και δεν θέλει να το χορηγήσει η Ε.Κ.Τ. (υποτίθεται, για να μην "πληθωρίσει" και απαξιώσει  το κοινό νόμισμα, αν και η κοπή και η κυκλοφορία του νομίσματος δεν το πληθωρίζει, όταν αυτή η κοπή και αυτή η αύξηση της κυκλοφορίας του νομίσματος, αντιστοιχίζεται με αντίστοιχα παραγόμενα αγαθά).

Αυτό το χρήμα, που δεν μπορεί και δεν θέλει να χορηγήσει η Ε.Κ.Τ., θα πρέπει να το εκδώσει η ελληνική κυβέρνηση, όπως σχεδιάζει, τώρα, να πράξει η γειτονική Ιταλία, με τα λεγόμενα minibots και όπως σχεδίαζε, τον Ιούλιο του 2015, να πράξει ο Γιάννης Βαρουφάκης, με τα IOUS, ο οποίος εμποδίστηκε, τότε, από τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. [Δείτε τα δημοσιεύματα, σε αυτό, εδώ το μπλογκ, με τίτλους : Ιανουάριος - Αύγουστος 2015 : Από τα IOU's του Γιάννη Βαρουφάκη, στην πλήρη υποταγή και στο 3ο Μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα. (Ρίχνοντας φως, στην καθοδήγηση της ελληνικής κυβέρνησης, από την αμερικανική διοίκηση, μέσα από την ανασκόπηση των προσχεδιασμένων διαπραγματευτικών ανοησιών του στενού επιτελείου του Αλέξη Τσίπρα) και Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα μπροστά στο πλήρες αδιέξοδο της εφαρμοσμένης πολιτικής της. (Ο Γιάννης Βαρουφάκης, οι πιθανότητες επιτυχίας, που είχε το "Σχέδιο X" και η εγκατάλειψή του, από τα ορφανά του αναπαλαιωμένου ευρωσταλινισμού, που συγκροτούν την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ)].

Αυτό πρέπει να συμβεί, διότι, παρά τα όσα λέγονται, δεν είναι οι αποταμιεύσεις αυτές, που δημιουργούν τις επενδύσεις. Και τις επενδύσεις και τις αποταμιεύσεις, τις δημιουργεί το νόμισμα - το χρήμα. Και το χρήμα (πολύ περισσότερο, όταν αυτό δεν το χορηγεί η κεντρική τράπεζα) το δημιουργεί το κράτος. Και αυτό το χρήμα το κράτος πρέπει να το δαπανήσει, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η επενδυτική δαπάνη, πρέπει να προηγηθεί της αποταμίευσης.

Κάπως έτσι, θα μειωθούν και τα πολύ ψηλά επιτόκια, διότι, παρά την επικρατούσα φιλολογία, η διεύρυνση των χρηματικών ροών, που θα φέρει η έκδοση του νέου (έστω και συμπληρωματικού, ως προς το ευρώ) νομίσματος, τα πραγματικά επιτόκια θα πέσουν, ακόμη και αν τα ονομαστικά μπορεί να φαίνονται, ως μεγάλα.

Με αυτόν τον τρόπο, θα μειωθεί και η φορολογία, χωρίς να αυξηθούν οι μελλοντικοί φόροι, αφού, όπως γίνεται αντιληπτό, το κράτος, που εκδίδει το νόμισμα μπορεί να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες του, από το νόμισμα αυτό, χωρίς να δανειστεί και χωρίς να αυξήσει την μελλοντική φορολογία.

Εννοείται, βέβαια, ότι η μελλοντική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν θέλει να πραγματοποιήσει τίποτε από όλα αυτά. Δεν έχει κανένα σχέδιο, για την έκδοση ενός παράλληλου νομίσματος, αφού εξακολουθεί να είναι δέσμια των "ευρωπαϊστικών" αυταπατών και των καταστροφικών επιλογών του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κώστα Σημίτη, οι οποίες οδήγησαν την χώρα, στην στρατηγική ήττα της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ και στην ευρωζώνη και στην παρούσα και εξελισσόμενη τραγωδία.

Γι' αυτό και θα οδηγηθεί, στην αποτυχία. 

Και αυτό καλόν είναι και πρέπει να το επισημάνουμε, από τώρα.


Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

9/6/2019 Ελληνική AOZ, σε Αιγαίο και νοτιοανατολική Μεσόγειο : Ο Κώστας Σημίτης σημαίνει το σάλπισμα της μετεκλογικής υποχώρησης της νέας ελληνικής κυβέρνησης και του παραδοσιακού αστικού κόσμου, στις αξιώσεις του τουρκικού κράτους. (Γιατί ο υποθαλάσσιος πλούτος της χώρας πρέπει να μείνει θαμμένος).


8/7/1997 : Ο Κώστας Σημίτης σφίγγει το χέρι του Suleyman Demirel, μετά το κοινό ανακοινωθέν της ελληνικής και της ελληνικής πλευράς, που ονομάστηκε, ψευδεπιγράφως, ως "Συμφωνία της Μαδρίτης", με την οποία, μετά την ελληνική ήττα, στα Ίμια, η Ελλάδα αναγνώρισε ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας, στο Αιγαίο (ενώ, σχεδόν δύο χρόνια μετά, ο, τότε, πρωθυπουργός παρέδωσε, στην τουρκική MIT, τον Abdullah Ocalan). Βέβαια, ο, κατά συρροήν, δολοφόνος κτυπάει, πάντα, πολλές φορές. Γι' αυτό ο γνωστός και ως Pocopico, έρχεται, τώρα, να ολοκληρώσει τα όσα, προηγουμένως, έπραξε και να προπαγανδίσει την αποδοχή της υλοποίησης των τουρκικών ζωτικών συμφερόντων, επεκτείνοντάς τα, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.







Καθώς η χώρα βαδίζει, προς τις βουλευτικές εκλογές του επόμενου μήνα και με δεδομένο το γεγονός την προφανή συγκρότηση μιας νέας συντηρητικής κυβέρνησης, η εντόπια αστική ελίτ, παραδειγματισμένη και από το γνωστό μειοδοτικό έργο της απερχόμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στο μακεδονικό ζήτημα, έχει αποφασίσει να θέσει σε πλήρη κίνηση, την συνέχεια των παραχωρήσεων των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας και στο καυτό, λόγω των επικείμενων εξορύξεων, στις πηγές ενέργειας,  πρόβλημα του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, τις οποίες εξορύξεις σκοπεύει να πραγματοποιήσει το τουρκικό κράτος, αρνούμενο να συμμορφωθεί, σε κάθε έννοια του κρατούντος διεθνούς δικαίου.

Στα πλαίσια αυτά, η εντόπια ελίτ τρομοκρατημένη, από την επιχειρούμενη επίδειξη ισχύος, αλλά και από την αποφασιστικότητα της τουρκικής ηγεσίας να προχωρήσει, στις απαραίτητες ενέργειες, με τις οποίες επιδιώκει να επιβάλει, στην πράξη, τα εκτιμώμενα, από την ίδια, συμφέροντά της, στην περιοχή, ξεκίνησε την προσπάθειά της να επικοινωνήσει (και προκειμένου να είμαστε σαφείς, ως προς την ταυτοσημία των όρων : να προπαγανδίσει), στον πληθυσμό της χώρας, την ουσιαστική παραχώρηση όλων - ή, έστω, σχεδόν όλων - των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας, μέσω μιας, παντί τρόπω και όπως-όπως, συμφωνίας, με την τουρκική κυβέρνηση, προκειμένου να αποφύγει την πολεμική αναμέτρηση, την οποία θεωρεί βεβαία.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η τουρκική πλευρά θα ρίξει τρυπάνι, στην κυπριακή ΑΟΖ, κάπου μέσα στο φθινόπωρο, ενώ είναι, σφοδρότατα πιθανό (περίπου, βέβαιο) ότι θα πράξει το ίδιο και στην περιοχή του Καστελλόριζου, τον καιρό, κατά τον οποίο θα έχουν εγκατασταθεί, στην μικρασιατική ενδοχώρα τα ρωσικά αντιπυραυλικά και αντιαεροπορικά συστήματα S-400 και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα βρίσκεται - κατά πάσα πιθανότητα αυτοδύναμη -, στην εξουσία, η εντόπια ελίτ δίνει το βήμα, στον Κώστα Σημίτη, παλαιό τρόφιμο της αποκαλούμενης, ως "Συμφωνίας της Μαδρίτης" της 8/7/1997 (με την οποία αναγνωρίστηκε, από ελληνικής πλευράς, η ύπαρξη ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας, στο Αιγαίο και η οποία, όμως, στην πραγματικότητα, ήταν ένα απλό κοινό ανακοινωθέν των κυβερνήσεων Κώστα Σημίτη και Suleyman Demirel), να μιλήσει, ως "σοφός" και ως έμπειρος, επί του θέματος.

Το άρθρο του Κώστα Σημίτη, στην "Καθημερινή" της 9/6/2019, φυσικά, μόνο τυχαίο δεν είναι. Δημοσιεύεται, τώρα που απέρχεται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου ο πρώην πρωθυπουργός να σαλπίσει την πλήρη υποχώρηση, στις τουρκικές αξιώσεις, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, πριν καν αυτές εκδηλωθούν, στην πράξη. 

Αφού ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρόλαβε να κάνει την βρώμικη δουλειά, όπως θα επιθυμούσε η εντόπια ελίτ, τώρα είναι η επόμενη κυβέρνηση, που πρέπει να την διεκπεραιώσει.

Ας δούμε το άρθρο αυτό, για να αντιληφθούμε, περί τίνος πρόκειται :


"Η νέα κυβέρνηση, που θα αναδειχθεί από τις εκλογές του Ιουλίου, θα πρέπει να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό θέμα της εξωτερικής πολιτικής μας, τις σχέσεις με την Τουρκία. Τα προβλήματα είναι γνωστά, αλλά οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα είναι διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν επί δεκαετίες μέχρι πρόσφατα. Η αποφασιστική διαφορά προέκυψε από την ανεύρεση κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και την πιθανολόγηση ότι υπάρχουν κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου σε περιοχές της ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας. (Η ΑΟΖ κάθε χώρας συμπίπτει με την υφαλοκρηπίδα που ανήκει στη χώρα.) Ο υπουργός Αμυνας της Τουρκίας δήλωσε πριν από λίγες ημέρες: «Δεν μπορείτε να αγνοείτε τα δικαιώματα και το δίκιο της Τουρκίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου [...] Διαμηνύουμε στους συνομιλητές μας ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα». Η φράση «δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» έχει χρησιμοποιηθεί και από τον Ερντογάν.

Είναι πεποίθησή μου ότι το πρόβλημα των Ιμίων το 1996 δεν προέκυψε τυχαία. Η τουρκική ηγεσία τότε θέλησε να εκμεταλλευθεί την κρίση που προκάλεσε η ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου, η παραίτησή του, και η εκλογή νέας ηγεσίας, για την οποία πίστεψε ότι μπορεί να την αιφνιδιάσει. Δεν αποκλείεται να υπάρξουν παρόμοιες σκέψεις στη σημερινή τουρκική ηγεσία. Η έντονη πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα λόγω των εκλογών δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για δράσεις. Η Τουρκία μπορεί να θεωρήσει ότι η περίοδος αυτή προσφέρεται για να επιβάλει τις απόψεις της στα θέματα των ορίων τόσο της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης όσο και της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ενα τουρκικό πλοίο με στόχο την έρευνα κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου πλέει ήδη επί της κυπριακής υφαλοκρηπίδας. Μπορεί πιθανότατα η Τουρκία να στείλει πλοίο σε τμήμα της υφαλοκρηπίδας, που η Ελλάδα θεωρεί ελληνική αλλά η Τουρκία τουρκική.

Το γεγονός αυτό, αντί να προκαλέσει την αρνητική στάση και τη διαμαρτυρία των συμμάχων της Ελλάδας, πιθανόν να τους οδηγήσει σε μια επιφυλακτική στάση. Να θεωρήσουν ότι έχουν την ευκαιρία να τελειώνουν με τις ελληνοτουρκικές διαφορές και έτσι να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι ενδεικτική η τοποθέτηση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, που σε ερωτήσεις σχετικά με «τις προκλήσεις της Τουρκίας» στην κυπριακή ΑΟΖ, «σημείωσε την ανάγκη σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο» και «μίλησε για συμφωνίες εξίσου επωφελείς για τα εμπλεκόμενα μέρη», μία απάντηση που υποδηλώνει πρωτοβουλίες που ίσως δεν θα είναι συμφέρουσες για τη χώρα μας.

Πολλοί πιθανώς θα θεωρήσουν ότι μια τέτοια στάση των «συμμάχων» δεν είναι επιτρεπτή. Θα εκφράσουν την πεποίθησή τους ότι όλοι «όπως συνήθως» στρέφονται κατά της Ελλάδας. Αγνοούν όμως, όπως η πλειοψηφία των Ελλήνων, ότι ακολουθήσαμε και ακολουθούμε μέχρι τώρα συνειδητά μια πολιτική στην οποία κυριαρχεί η επίκληση των δικαιωμάτων μας, αλλά αποφεύγουμε να τα κατοχυρώσουμε για να μην προκαλέσουμε αμφισβητήσεις. Αναγνωρίζουμε τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εν γνώσει μας δεν επιδιώξαμε την εφαρμογή τους γιατί θεωρούμε πιθανό να προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα. Υπογράψαμε και κυρώσαμε τη διεθνή σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982, η οποία προβλέπει ότι η αιγιαλίτιδα ζώνη μιας χώρας έχει εύρος 12 μίλια. Παρ’ όλα αυτά δεν έχουμε αυξήσει τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια.

Εχουμε επίσης τώρα διαφορετικό εύρος χωρικών υδάτων (6 μίλια) και εναερίου χώρου (10 μίλια). Η αιτία είναι η εξής: Η δυνατή επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια θα καταστήσει σημαντικά τμήματα του Αιγαίου και νομικά ελληνική θάλασσα. Η ναυσιπλοΐα θα παραμείνει ελεύθερη αλλά ξένα πλοία, π.χ. τουρκικά ή άλλα που ανήκουν στις χώρες του Ευξείνου Πόντου (Ρωσία, Ρουμανία κ.λπ.), θα οφείλουν πλέον να υπακούουν στις οδηγίες των ελληνικών αρχών. Κατά της επέκτασης θα διαμαρτυρηθούν όχι μόνο η Τουρκία αλλά και η Ρωσία και οι άλλες χώρες του Ευξείνου Πόντου. Μια δυνατή λύση είναι να υπάρξει μια ζώνη ελεύθερης ναυσιπλοΐας που να διασχίζει το Αιγαίο Πέλαγος. Θεωρείται όμως προς το παρόν μη δυνατή γιατί οι απόψεις Ελλάδας και Τουρκίας ως προς την αιγιαλίτιδα ζώνη τους διαφέρουν πολύ.

Ενα άλλο παράδειγμα εκκρεμότητας, λόγω των υφισταμένων με την Τουρκία διαφορών, είναι η μη κατάθεση των συντεταγμένων (του γεωγραφικού μήκους και πλάτους) για τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, όπως έχουμε υποχρέωση σύμφωνα με τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας. Υποστηρίζουμε δημόσια την άποψη ότι η ελληνική υφαλοκρηπίδα εκτείνεται μέχρι την υφαλοκρηπίδα της Κύπρου. Η Τουρκία διεκδικεί όμως ένα τμήμα του χώρου αυτού και έχει ενημερώσει τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών για τις απόψεις της. Η ελληνική και η τουρκική άποψη για τα όρια των υφαλοκρηπίδων δεν συμβιβάζονται και συγκρούονται.

Ο ορισμός συντεταγμένων εξισούται με μονομερή οριοθέτηση, πράγμα το οποίο αποκλείεται από τη σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας. Η σύμβαση υποδεικνύει, στην περίπτωση στενότητας θαλασσών, τη διμερή συμφωνία ως τη λύση για την οριοθέτηση. Είμαστε, κατά συνέπεια, υποχρεωμένοι, προτού προχωρήσουμε σε οριοθέτηση, να επιδιώξουμε λύση με συμφωνία ή με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Κατάθεση συντεταγμένων, με τις οποίες διαφωνεί η Τουρκία, θα είχε ως άμεση συνέπεια κατάθεση συντεταγμένων εκ μέρους της, που θα ήταν ασυμβίβαστες με τις ελληνικές. Τα Ηνωμένα Εθνη θα θεωρούσαν αναγκαία την επίλυση της διαφοράς από το Διεθνές Δικαστήριο. Για το τι θα αποφασίσει το Δικαστήριο επικρατεί αβεβαιότητα. Μπορεί να επιδιώξει μια συμβιβαστική λύση που δεν θα ικανοποιούσε καμία από τις δύο πλευρές.

Κατά την ελληνική άποψη όλα τα νησιά μας έχουν υφαλοκρηπίδα και αυτή ανήκει στην ελληνική ΑΟΖ. Η Κρήτη π.χ. όπως και τα Δωδεκάνησα έχουν υφαλοκρηπίδα που πρέπει να θεωρείται και θεωρείται ελληνική. Η Τουρκία αμφισβητεί ότι τα ελληνικά νησιά, όπως τα Δωδεκάνησα ή η Κρήτη, έχουν ελληνική υφαλοκρηπίδα.  Η Τουρκία επικαλείται την άποψη ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.  Παρερμηνεύει τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Το Διεθνές Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι ένα μικρό νησί δεν έχει δική του υφαλοκρηπίδα εφόσον βρίσκεται κοντά σε έναν «κύριο όγκο ξηράς». Η υφαλοκρηπίδα ανήκει σε αυτήν την περίπτωση στο κράτος που έχει τον κύριο όγκο ξηράς. Η Ελλάδα προβάλλει όμως το επιχείρημα ότι στην περιοχή υπάρχουν πολλά νησιά και νησίδες που όλα μαζί αποτελούν μια ενότητα, τα Δωδεκάνησα, και ορίζουν έτσι την ελληνική κυριότητα της υφαλοκρηπίδας στην περιοχή. Οσον αφορά την Κρήτη, θεωρεί αυτονόητο ότι το μέγεθός της αποδεικνύει τόσο ότι είναι προέκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όσο και ότι επεκτείνει την ελληνική υφαλοκρηπίδα προς το Λιβυκό Πέλαγος. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι κατά την Τουρκία η υφαλοκρηπίδα νότια της Κρήτης και δυτικά της Κύπρου της ανήκει, μια που πρόκειται για νησιά και επομένως δεν μπορεί να έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα!!

Για τη λύση των θεμάτων που αφορούν τα θέματα των θαλασσίων συνόρων έχουν πραγματοποιηθεί διαπραγματεύσεις με την Τουρκία στο πλαίσιο μιας συνεννόησης εμπειρογνωμόνων τα έτη 2002 μέχρι το 2016. Οι διαπραγματεύσεις υπήρξαν συστηματικές σε ορισμένες στιγμές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ιδίως τα χρόνια 2002-2004 και 2010-2012. Στον υπόλοιπο χρόνο σχεδόν μόνο τυπικές.  Δεν απέδωσαν. Η Ελλάδα και η Τουρκία απείχαν επίσης μέχρι τώρα από έρευνες/εξορύξεις στο Αιγαίο σε περιοχές αμφισβητούμενης κυριότητας για να μην προκληθεί επεισόδιο. Αλλά τώρα είναι μεγάλες οι πιθανότητες να αλλάξει η Τουρκία στάση.

Η κυβέρνησή μου, στο διάστημα 1996-2004, για να αποφευχθεί μία διαμάχη με την Τουρκία, για τα σύνορά μας, είχε επιτύχει το 1999 να συμπεριληφθεί στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι ρήτρα που υποχρέωνε κάθε υποψήφιο κράτος, όπως ήταν η Τουρκία, «να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς. Αλλιώς θα πρέπει να φέρει τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου»

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του 2004 παραιτήθηκε του δικαιώματος αυτού ένστασης για την ένταξη της Τουρκίας, που είχε αποφασισθεί στο Ελσίνκι και είχε καθιερωθεί και από τη στάση της Ελλάδας στα Συμβούλια της Ενωσης. Αποδέχθηκε την έναρξη των συζητήσεων για την ένταξη της Τουρκίας παρά την αμφισβήτηση των ελληνικών συνόρων από την Τουρκία. Θεώρησε, ίσως, ότι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, εάν προσέφευγε η Τουρκία σε αυτό, να μην αποδεχόταν το σύνολο της ελληνικής άποψης για τα σύνορα της υφαλοκρηπίδας της χώρας. Αγνόησε όμως τελείως τους κινδύνους στους οποίους θα οδηγούσε και οδήγησε η στάση της. Η πρωτοβουλία αυτή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας έδωσε τη δυνατότητα στην Τουρκία να επαναφέρει το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας όποτε το κρίνει σκόπιμο. Γι’ αυτό και είναι δυνατή η σημερινή αμφισβήτηση των συνόρων από την Τουρκία, η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών και πάντα ο κίνδυνος μιας πρόκλησης.

Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η Τουρκία έχει παραχωρήσει για έρευνες οικόπεδα που ανήκουν στην κυπριακή υφαλοκρηπίδα (ΑΟΖ) με τον ισχυρισμό ότι ανήκουν στην Τουρκία. Αντιτίθεται επίσης στη συμφωνία συνεργασίας Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων που θα ανευρεθούν. Η Τουρκία τη θεωρεί εχθρική πράξη. Δεν αποκλείεται επίσης οι υπάρχουσες εκκρεμότητες, οι οικονομικές δυσκολίες και η αμφισβήτηση του πρωθυπουργού Ερντογάν, που διεφάνη στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, να οδηγήσουν τον Ερντογάν σε επιθετικές ενέργειες με τον ισχυρισμό ότι η Κύπρος δεν έχει δική της υφαλοκρηπίδα.

Η Τουρκία επιδιώκει επίσης τη λύση του Κυπριακού με τη δημιουργία δύο κρατών, ενός τουρκικού και ενός ελληνικού, και όχι όπως έχει συμφωνηθεί με τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους με μέλη δύο κοινότητες, μία ελληνική και μία τουρκική. Η δημιουργία ενός τουρκικού κράτους στην Κύπρο θα διευκολύνει τις διεκδικήσεις της Τουρκίας σχετικά με την κυπριακή υφαλοκρηπίδα. Θα ενέχει επίσης τον κίνδυνο η Τουρκία να εμπλέξει το ελληνοκυπριακό κράτος στις συνοριακές διαφορές της με την Ελλάδα για να ασκήσει έτσι πιο αποτελεσματική πίεση.:

Πιστεύω ότι η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων μετά τις εκλογές είναι αναγκαία. Ο κίνδυνος επεισοδίων με αρνητικές επιπτώσεις θα είναι υπαρκτός, εάν δεν προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις, όχι πάντα ευχάριστες ίσως, αλλά που κατοχυρώνουν την ειρήνη στην περιοχή. Σε μια τέτοια προσπάθεια η Ελλάδα θα έχει, πιστεύω, την συμπαράσταση τόσο της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και των ΗΠΑ."


Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι μία. Και αυτήν την ουσία είναι, που μεταφέρει και μεταδίδει το, υποχωρητικού περιεχομένου, άρθρο του Pocopico, το οποίο, ουσιαστικά, οδηγεί τους αναγνώστες του, στο συμπέρασμα ότι η παράδοση, στις απαιτήσεις της τουρκικής πλευράς, πρέπει να θεωρείται δεδομένη και ότι το μόνο, που μένει, είναι η τήρηση κάποιων προσχημάτων, τα οποία μπορούν να υπάρξουν, με την βοήθεια των των Η.Π.Α. και της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", οι οποίες, όμως, δεν είναι δεδομένες, εάν δεν πράξουμε, αυτό, που απαιτούν τα δικά τους συμφέροντα.

Η παραδοσιακή πολιτικοοικονομική αστική ελίτ του τόπου μας, η οποία έλπιζε ότι ο Αλέξης Τσίπρας, πριν απομακρυνθεί από την κυβερνητική εξουσία, θα επέλυε, με έναν κάποιο τρόπο και τα προβλήματα των ελληνοτουρκικών διαφορών (ή, έστω, ένα μέρος τους), μετά το κάζο, που έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ, στις ευρωεκλογές και την εσπευσμένη προσφυγή του πρωθυπουργού, σε βουλευτικές εκλογές, τον Ιούλιο, προκειμένου να συμμαζέψει, εκλογικά, ό,τι είναι δυνατόν να συμμαζευτεί και όχι, όπως σχεδίαζε, τον Οκτώβριο, γνωρίζει, πολύ καλά, ότι, όσον αφορά το Αιγαίο και την νοτιοανατολική Μεσόγειο, έχει μπροστά της, έναν πολιτικοστρατιωτικό Αρμαγεδδώνα, τον οποίο δεν θέλει να αντιμετωπίσει, επειδή - υποτίθεται ότι - δεν μπορεί.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν βρίσκεται, τόσο, στο ότι η εντόπια ελίτ δεν μπορεί να υπερασπίσει τα νόμιμα συμφέροντα της χώρας και του πληθυσμού της, έναντι της επιθετικότητας, που επιδεικνύει το τουρκικό κράτος, υπερασπιζόμενο τα δικά του συμφέροντα. 

Το πρόβλημα βρίσκεται, στο ότι η εντόπια ελίτ δεν θέλει. Και δεν θέλει, διότι επιθυμεί να αποφύγει τις περιπέτειες. Γι' αυτό, ας πάει και το παλιάμπελο...

Όλη η προϊστορία των ελληνοτουρκικών αντιπαραθέσεων, από την εποχή της δικτατορίας του 1967, με την "Συμφωνία της Κεσσάνης", ανάμεσα, στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Κόλλια, που ήταν μαριονέτα των συνταγματαρχών και στον, τότε, πρωθυπουργό της Τουρκίας Suleyman Demirel, υπό την άμεση καθοδήγηση του Αμερικανού μεσολαβητή Cyrus Vance, μέχρι την τουρκική εισβολή, στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974 και έως τις ημέρες μας, είναι μια προϊστορία ελληνικών υποχωρήσεων - όταν δεν ήταν μέρος του αμερικανικού σχεδιασμού, για την, de facto, διχοτόμηση της Κύπρου, που διαπράχθηκε, από τους νατοϊκούς πράκτορες, εκατέρωθεν, των ελληνοτουρκικών συνόρων. 

Και φυσικά πρέπει να μην ξεχνάμε ότι, όπως γνωρίζουμε από τα έργα και τις ημέρες της Valery Plame, η οποία, κατά την δεκαετία του 1990, υπηρέτησε, στην πρεσβεία των Η.Π.Α., στην Αθήνα, περίπου, όλη η εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ έτρεχε, στο γραφείο της Αμερικανίδας κατασκόπου και τα μέλη της συναγωνίζονταν, για το ποιός θα εξυπηρετήσει πρώτος και καλύτερα, από τους άλλους, τα αμερικανικά συμφέροντα.

[Για του λόγου το αληθές, ας θυμηθούμε, από το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη : "Ο κόκκινος κάβουρας", τον "Τόνι", έναν Ιταλό, συνταξιούχο πράκτορα της CIA : 

«Η Gladio πάντως έχει σε κάθε χώρα διαφορετικό όνομα».

«Ναι, Gladio στην Ιταλία, δηλαδή Sword, Σπαθί, Κόκκινη Προβιά στην Ελλάδα, αλλά Operation Condor στη Λατινική Αμερική, Absalon στη Δανία, SDRA8 στο Βέλγιο, Plan Bleu και Operation Satanique στη Γαλλία, Red Quantary στην Ισπανία, Werwolf των πρώην ναζί και Operation Peters στη Δυτική Γερμανία, I&Q στην Oλλανδία, στη Νορβηγία Operation Saturn που μετεξελίχθηκε σε ROC. Και βέβαια στη γειτονική σας Τουρκία η Gladio είχε μια κακοήθη μετάλλαξη, χειρότερη ίσως και από αυτήν της Ιταλίας, με το Special Warfare Department, το τρίγωνο CIA - MIT - Γκρίζοι Λύκοι».

«Η βόμβα στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη το 1955, που ξεσήκωσε τον όχλο στην Τουρκία σε πογκρόμ κατά των Ελλήνων με σφαγές, λιντσάρισμα και με βιασμούς γυναικών, ήταν δικό τους έργο;»

«Αναμφίβολα. Εκεί είχαμε προβοκάτσιες όπως αυτή, δολοφονίες, τρομοκρατικές ενέργειες, συνεργασία με τον υπόκοσμο με φορολογία στους δρόμους της ηρωΐνης (Heroin Highway) και βέβαια μεγάλης κλίμακας διείσδυση στις οργανώσεις των Κούρδων και των αριστεριστών. Θα σε απογοητεύσω. Μερικοί από τους “ηρωικούς αγωνιστές” της Αριστεράς, Κούρδοι και Τούρκοι, που στηρίζατε στην Ελλάδα ήταν πράκτορες της ΜΙΤ».

«Κάτι πήγε να σκαλίσει, μου φαίνεται, ο Ετσεβίτ όταν ήταν πρωθυπουργός».

«Ναι, το 1974, αλλά ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Σεμέχ Σανκάρ τού υπέδειξε φιλικά να μην ανα- κατεύεται γιατί αυτή η υπόθεση αφορά μόνο τον στρατό και τους Αμερικανούς που βάζουν το χρήμα! Όχι τον πρωθυπουργό! Το 1990, όταν πάλι ο Ετσεβίτ, σαν αντιπολίτευση, επιχείρησε ν’ ανοίξει το θέμα της τουρκικής Gladio, ο υπουργός Άμυνας του είπε το αμίμητο: Ετσεβίτ, θα κλείσεις το γαμημένο στόμα σου ή θα σου το κλείσουμε εμείς;”. Ο Ετσεβίτ, ο οποίος βέβαια το 1974 έπαιξε το παιχνίδι των Gladiators, Τούρκων και Ελλήνων, που έδρασαν συγχρονισμένα στο χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο και στην τουρκική εισβολή. Το Κυπριακό ήταν εξαρχής εκατό τα εκατό υπόθεση της Gladio των δύο χωρών και των πολιτικών παραφυάδων τους στο νησί».

«Το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’81 στην Τουρκία ήταν δικό σας;»

«Παρότι η τουρκική ΜΙΤ είχε πάντα μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας από τη CIA απ’ ό,τι η ελληνική ΚΥΠ, ναι, το πραξικόπημα ήταν εκατό τα εκατό προϊόν συνεργασίας της CIA με την τουρκική Gladio. Άκουσα με τα αυτιά μου σε μια σύσκεψη στελεχών στην Oυάσινγκτον τον Πολ Χενζ, σταθμάρχη μας στην Πόλη και μετά γενικό επιτελικό του διδύμου Κάρτερ - Μπρεζίνσκι, να λέει υπερήφανος: “Το έκαναν our boys”. Όμως εμπνευστής του πραξικοπήματος ήταν ένα πρόσωπο αξιοσέβαστο στην Ελλάδα, που τον τιμούν πολύ συχνά οι ελληνικές εφημερίδες με ολοσέλιδες συνεντεύξεις, ενώ τρέχει – τρέχετε – σύσσωμη η πολιτική ελίτ της Ελλάδας στις διαλέξεις του, ακόμα και όταν τις οργανώνουν, όπως βέβαια αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αμφιλεγόμενοι επιχειρηματίες υπό την ομπρέλα ενός Αμερικανού πρεσβευτή που έγινε και πρόεδρος... ελληνικής τράπεζας!»

«Εννοείτε τον Μπρεζίνσκι, προεδρικό σύμβουλο Ασφαλείας του Κάρτερ».

«Μάλιστα, ο Μπρεζίνσκι από το 1979 είχε εισηγηθεί στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας ότι, για χώρες όπως η Βραζιλία και η Τουρκία, η στρατιωτική δικτατορία αποτελεί τη βέλτιστη πολιτική λύση»

(Εκείνη την εποχή, όπως θυμόμαστε, ήταν η εποχή της ανόδου των "εκσυγχρονιστών" και του Κώστα Σημίτη. Αυτή η αλληλοδιαδοχή των γεγονότων εκείνης της εποχής δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία, βέβαια, διότι έτσι - και με πολλούς άλλους τρόπους - δρα η πρεσβεία της οδού Βασιλίσσης Σοφίας. Όμως, έχει την αξία της)].





Πριν προχωρήσουμε, στην εξέταση των όσων λέει ο Κώστας Σημίτης και για να καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται, χρήσιμο είναι να δούμε, παραστατικά, το επίδικο αντικείμενο. Η ελληνική και η κυπριακή ΑΟΖ,  στο παραπάνω γεωγραφικό σχεδίασμα, περιγράφονται, όπως πρέπει να είναι. Η κυπριακή ΑΟΖ έχει ανακηρυχθεί. Η ελληνική όχι. Είναι προφανές ότι πρέπει να γίνουν κάποιες διαρρυθμίσεις, προκειμένου να λυθούν οι διαφορές, που προκύπτουν, ανάμεσα, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Αλλά στις σχετικές διαπραγματεύσεις, που γίνονται και που πρέπει, ακόμη, να γίνουν, η ελληνική πλευρά δεν πρέπει, σε καμμία περίπτωση, να δεχθεί να βρίσκεται, κάτω από την απειλή του πολέμου, την οποία έχει απευθύνει η τουρκική εθνοσυνέλευση, με το casus belli της 8/7/1995. 

Με αυτό δεδομένο, οι διαπραγματεύσεις πρέπει να επισημάνουν τα σημεία, στα οποία οι δύο πλευρές συμφωνούν και εκείνα, στα οποία διαφωνούν και αφού αυτά εντοπισθούν, τότε, θα πρέπει να προχωρήσει ο διάλογος, για τα σημεία των διαφωνιών, τα οποία θα μπορούσε η ελληνική πλευρά να ξεπεράσει, προβαίνοντας, σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις, που ενδιαφέρουν την τουρκική πλευρά, στο Αιγαίο και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, με πλήρεις και επαρκείς αντίστοιχες παραχωρήσεις της Άγκυρας, σε άλλα σημεία, που ενδιαφέρουν την ελληνική πλευρά. (Η συζήτηση, για συνεκμετάλλευση δεν είναι κάτι, που, εξ ορισμού, αποκλείεται. Κάθε άλλο. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, αυτό που τίθεται, αφορά τα επίπεδα των ποσοστών κάθε πλευράς). 

Και φυσικά, εάν δεν σταθεί δυνατόν να βρεθεί άκρη, τότε, η υπόθεση πρέπει, με συμφωνία των δύο μερών, να αχθεί, προς επίλυση των υπαρχουσών διαφωνιών, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. 

Αυτή είναι η λογική σειρά και η τάξη των πραγμάτων, που πρέπει να ακολουθηθεί, προκειμένου να υπάρξει μια διαρκής λύση, στο πρόβλημα. Οι δύο χώρες πρέπει να πάνε, στο Διεθνές Δικαστήριο, εάν δεν μπορέσουν να βρουν λύσεις, οι οποίες, σε μια ομαλή διαδικασία, απαιτεί παροχές και αντιπαροχές, εκ μέρους των μερών. Αρκεί αυτές οι παροχές και οι αντιπαροχές να είναι ισομερείς.

Αυτός μπορεί και πρέπει να είναι ο προγραμματισμός της ελληνικής πλευράς. Και αυτός ο προγραμματισμός πρέπει να υποστηριχθεί, παντοιοτρόπως, με όλα τα μέσα, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται και η λήψη της απαραίτητης δράσης, η οποία θα χρειασθεί (εάν χρειασθεί), προκειμένου να αποτρέψει και να καταστείλει τις μονομερείς ενέργειες της άλλης πλευράς.

Ας δούμε, τώρα, την ουσία των διάτρητων επιχειρημάτων του Κώστα Σημίτη. Καλόν είναι να την αναδείξουμε.

Ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρει ότι, ενώ η πολιτική μας (εννοεί με το "μας" την πολιτική της εντόπιας ελίτ - νομίζω ότι αυτό είναι κατανοητό, αλλά δεν βλάπτει να το επισημάνουμε), στηρίζεται, στην διαρκή επισήμανση των δικαιωμάτων μας, αναγνωρίζοντας τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, αλλά δεν ασκούμε αυτά τα δικαιώματα και δεν εφαρμόζουμε τους κανόνες αυτούς, επειδή  αυτή η άσκηση των δικαιωμάτων και η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, θα οδηγήσουν σε αμφισβητήσεις, από τις οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις, για την χώρα (!)

Τί εννοεί ο ποιητής;

Εννοεί τις τουρκικές αντιδράσεις και την απειλή του casus belli, που έχει ψηφιστεί, από την τουρκική εθνοσυνέλευση. Αυτό εννοεί.

Βλακείες. Η υλοποίηση αυτής της τουρκικής απειλής ουδέποτε δοκιμάστηκε, για να δούμε το εάν ισχύει. Ο Pocopico, μάλιστα, είναι ο πρώτος υπεύθυνος, για αυτή την εξέλιξη, διότι ήταν εκείνος, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1996, σταμάτησε, τον πολιτικοστρατιωτικό σχεδιασμό του Ανδρέα Παπανδρέου, για δυναμική αντιπαράθεση, με το τουρκικό κράτος, η οποία θα το οδηγούσε, στην ναυτική ήττα, στο Αιγαίο, με την βύθιση του τουρκικού στόλου και σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν, στην προσφυγή, στο Διεθνές Δικαστήριο, για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, στο Αιγαίο.

Η ελληνική πλευρά, δια του Κώστα Σημίτη και των "εκσυγχρονιστών", μετά την ασθένεια και την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου, από την πρωθυπουργία, προς χάρη της "ευρωπαϊκής πορείας της χώρας" - η οποία, όπως είναι γνωστό και όπως ήταν, άλλωστε, αναμενόμενο, από όλους όσους είχαν σώας τας φρένας, κατέληξε, στην μακροχρονίσασα, παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, από το ευρώ και την ζώνη του -, έδωσε τέρμα, σε αυτόν τον σχεδιασμό, με αποτέλεσμα την αποθράσυνση των τουρκικών ελίτ και την σταδιακή αποδυνάμωση της ελληνικής στρατιωτικής δύναμης, η οποία έλαβε μεγάλη έκταση, μετά από την ελληνική κρατική χρεωκοπία και την τεράστια και διαρκή συρρίκνωση των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών όλα αυτά τα χρόνια της βαριάς οικονομικής κρίσης, που εισήγαγαν, στην χώρα μας οι ευρωθεσμοί και το ΔΝΤ.

Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά, τώρα πλέον, είναι γεγονός ότι βρίσκεται, σε δυσχερή θέση, έναντι της τουρκικής πλευράς, η οποία είναι σαφές ότι έχει την τεχνολογική δυνατότητα να ρίξει τρυπάνια, στην ελληνική ΑΟΖ, στο Καστελλόριζο (και όχι, μόνον, εκεί), όπως και στην Κύπρο. Και φυσικά, η τουρκική ηγεσία θα ασκήσει αυτή την δυνατότητα, όχι, απλώς, επειδή αισθάνεται ότι έχει και την στρατιωτική δύναμη να υπερασπίσει τις πράξεις της αυτές, αλλά και επειδή αντιλαμβάνεται ότι η ελληνική πλευρά έχει περιέλθει, σε μια κατάσταση τρόμου και απελπισίας, όπως προκύπτει και από την επιχειρηματολογία του Κώστα Σημίτη, ο οποίος, με το παραπάνω άρθρο του, περιγράφει και συμπυκνώνει όλη την δειλία της ελίτ, που κουμαντάρει τις τύχες του τόπου μας.

Μα, πρέπει να γίνει πόλεμος, θα ρωτήσει κάποιος. Θα πρέπει να είναι αυτή η πρώτη επιλογή;

Όχι, βέβαια. Ούτε πόλεμος πρέπει να γίνει, ούτε πρέπει να είναι η διεξαγωγή του η πρώτη επιλογή.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η χώρα μας δεν έχει άλλες επιλογές, ούτε ότι είναι ανυπεράσπιστη. Και άλλες επιλογές υπάρχουν και τα συμφέροντα της (των πολιτών της) μπορούν και πρέπει να προστατευθούν, χωρίς να υπάρξει καμμία υποχώρηση, επί της ουσίας των διαφωνιών, που υπάρχουν με την γείτονα χώρα (τα συμφέροντα της οποίας πρέπει, επίσης, να προστατευθούν).

Ως εκ τούτου, αντί να ληφθούν "μη ευχάριστες" (όπως τις ονομάζει ο Κώστας Σημίτης) αποφάσεις, χρήσιμο είναι να ληφθούν οι σώφρονες, οι λογικές αποφάσεις.

Έτσι, οι συζητήσεις, με την τουρκική πλευρά, πρέπει να συνεχισθούν, καθιστώντας σαφές ότι οποιαδήποτε μονομερής πρωτοβουλία της, στην ελληνική και στην κυπριακή ΑΟΖ θα αντιμετωπισθούν, με κάθε τρόπο, πολιτικό, διπλωματικό, στρατιωτικό και όποιον άλλο καταστεί απαραίτητος. Και φυσικά, αυτό πρέπει να καταστεί σαφές, σε φίλους και αντιπάλους.

Εάν η τουρκική πλευρά αντιληφθεί ότι θα βρει, απέναντί της, μια αξιόπιστη δύναμη, η οποία είναι αποφασισμένη να δράσει και να ανακόψει την εξέλιξη των πράξεών της, στην περιοχή και ότι δεν πρόκειται να έχει απέναντί της τον τραγέλαφο της εποχής των Ιμίων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πράξει όσα απειλεί να πράξει.

Η ουσία, στην όλη υπόθεση, είναι να υποχρεωθεί η τουρκική πλευρά να αποδεχθεί την δικαστική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, στο Αιγαίο. Και φυσικά, όλα ξεκινούν, από τα ναυτικά μίλια, την υφαλοκρηπίδα, την αιγιαλίτιδα ζώνη και την ΑΟΖ των δύο χωρών.

Φυσικά, τα 12 ναυτικά μίλια των χωρικών υδάτων, που αποτελούν κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας μας, θα έπρεπε να κηρυχθούν, εδώ και πολλά χρόνια. Ο σχετικός νόμος υπάρχει (Ν. 2321/23-6-1995) και αυτό, που απομένει, είναι να εκδοθούν τα σχετικά προεδρικά διατάγματα. Αυτά τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν, επειδή ο σχεδιασμός του Ανδρέα Παπανδρέου διακόπηκε και η ψοφοδεής παρέα των "εκσυγχρονιστών" του Κώστα Σημίτη προτίμησε, όπως και οι επόμενοι από αυτούς, να κλωτσούν το τενεκεδάκι, παραπέρα, ελπίζοντας ότι η ώρα της κρίσεως (δηλαδή η ώρα των εξορύξεων) δεν θα έλθει ποτέ, ή ότι θα αργήσει, πολύ, να έλθει.

Έλα, όμως, που, τώρα, η ώρα αυτή ήλθε. Και αυτή την ώρα θέλει να ενεργοποιήσει, για τον δικό της λογαριασμό η τουρκική ελίτ, η οποία είναι σαφές ότι προτιμάει την, από θέση ισχύος, διμερή διαπραγμάτευση, διότι έτσι, θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει τις θελήσεις και τις επιθυμίες της, στην ελληνική πλευρά. Και φυσικά, ενθαρρύνεται και θεωρεί βέβαιη αυτή την επιβολή, από τις σπασμωδικές κινήσεις της ελληνικής ελίτ, έτσι όπως αυτές εκτυλίσσονται όλα αυτά τα χρόνια και όπως φαίνονται και από το παραπάνω άρθρο του Κώστα Σημίτη.

Το κλειδί, στην όλη υπόθεση βρίσκεται, στην ανυπαρξία οποιασδήποτε άμεσης αναφοράς του πρώην πρωθυπουργού, για μια δικαστική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, ενώ βρισκόμαστε, ενώπιον της αναμενόμενης τουρκικής πρωτοβουλίας, για την λειτουργία των γεωτρύπανων του γειτονικού κράτους, στην ελληνική και στην κυπριακή ΑΟΖ. Η στάση του αυτή αποτελεί μια στάση απροκάλυπτης και απροσχημάτιστης δειλίας, η οποία διακατέχει το σύνολο της παραδοσιακής ελίτ της χώρας μας.

Όπως είπαμε, στην τουρκική πλευρά πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι οι μονομερείς πρωτοβουλίες της, για εξόρυξη υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου, στην ελληνική και στην κυπριακή ΑΟΖ, θα αντιμετωπισθούν, με στρατιωτική δράση, ανεξάρτητα, από το τί θα κάνουν οι Η.Π.Α., το ΝΑΤΟ και η "Ε.Ε." (Και ανεξάρτητα, από το τί θα κάνει η ελληνική πλευρά, με όλους αυτούς)

Αλλά τα πράγματα δεν πρέπει να παραμείνουν εδώ. Η τουρκική πλευρά πρέπει να αντιληφθεί, από τις κινήσεις της ελληνικής πλευράς, ότι αυτό το οποίο της λέγεται, πρόκειται να πραγματοποιηθεί - κάτι που θα πρέπει να το αντιληφθούν και όλοι οι άλλοι.  Και φυσικά, οι μονομερείς τουρκικές πρωτοβουλίες, για τις εξορύξεις, που προαναφέρουμε, θα πρέπει να εξετασθεί (εκ των προτέρων) εάν, στην συνέχεια - και σε ποιά χρονική στιγμή -, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, με την επέκταση των χωρικών υδάτων της χώρας, από τα 6, στα 12 μίλια (κάτι που επιλύει και το, από το 1931, πρόβλημα της αναντιστοιχίας των 10 μιλίων του ελληνικού εναέριου χώρου, με τα 6 μίλια των χωρικών υδάτων).

Τα πράγματα, δυστυχώς, είναι δυσοίωνα, επειδή η εντόπια ελίτ δεν έχει καμμία διάθεση, για την λελογισμένη, αλλά και δυναμική υπεράσπιση των συμφερόντων του πληθυσμού της χώρας, απέναντι, στις διαθέσεις ενός γείτονα, ο οποίος αποθρασύνεται, από αυτή την επίδειξη αδυναμίας, στην οποία επιδίδεται η ελληνική πλευρά.

Το σύγχρονο ελληνικό (μη) κράτος της νεοαποικιακής χρεωδουλείας δεν μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα τα δικά του και των υπηκόων του, ακριβώς, επειδή δεν είναι αυτεξούσιο. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας. Και κανένα άλλο.

Γι' αυτό και η τουρκική κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει τις απειλές της και θα υποχρεώσει, την ελληνική πλευρά, σε μια ταπεινωτική εξωδικαστική διαπραγμάτευση, με την οποία θα επιβάλει τους όρους της, αφού, απέναντί της, δεν έχει κανέναν πραγματικό αντίπαλο, πλην των ξένων δυνάμεων της Δύσης, οι οποίες, όμως, έχουν τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία θα υπερασπίσουν. Και τα συμφέροντα αυτά (παρά τα όσα, ανοήτως, λέγονται) δεν ταυτίζονται, με τα συμφέροντα του πληθυσμού της χώρας μας.

Για παράδειγμα, η εξόρυξη των υδρογονανθράκων, στην ελληνική ΑΟΖ - όποια και αν εκτιμηθεί, ακόμη και από ένα δικαστήριο ότι είναι - δεν συμφέρει τον πληθυσμό της χώρας, επειδή ο πλούτος αυτός, τώρα, που η χώρα βρίσκεται κάτω από την νεοαποικιακή κατοχή των ευρωθεσμικών δανειστών, θα πάει στα θησαυροφυλάκιά τους, προς αποπληρωμή μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους και φυσικά, δεν πρόκειται να βοηθήσει, στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας μας.

Ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, μέχρις ότου η χώρα μας αποτινάξει αυτόν τον αποικιακό ζυγό ο υποθαλάσσιος (όπως και ο υπόγειος) πλούτος της χώρας μας πρέπει να μείνει εκεί, που είναι. Θαμμένος.

Αλλά ποιός θα τα διεκδικήσει όλα αυτά; Η εντόπια ελίτ και ο παραδοσιακός αστικός πολιτικός κόσμος, ο οποίος θα επανέλθει, στα πράγματα, μετά τις εκλογές και την πανωλεθρία του ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν νομίζω. Κάθε άλλο. Αυτός ο κόσμος θα παραμείνει να είναι πιστός υπηρέτης των βουλήσεων των αφεντικών του.

 Ως εκ τούτου, τα "σπουδαία" έπονται, περιμένοντας την διεξαγωγή των εκλογών.