Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Σαν σκουπίδια, για πέταμα και σαν σκουλήκια, για πάτημα. (Οι κυρίαρχοι δανειστές οδηγούν τους ψοφοδεείς κυβερνητικούς εταίρους των Αθηνών, στο κρεματόριο του ESM και στο 3ο Μνημόνιο).


video

Στις 27/6/1995 ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός της χώρας, βαρειά άρρωστος και ενώ πλησίαζε η ώρα της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του και του βιολογικού του τέλους, που ήλθε έναν χρόνο μετά, για να ακολουθήσει η καταιγιστική και συνάμα καταστροφική λαίλαπα του σημιτικού (ψευδο)εκσυχρονισμού, που έρριξε την χώρα, στα βράχια της χρεωκοπίας, βγαίνει από την σύνοδο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μιλάει, ευθέως, για την σκληρή σύγκρουσή του με το γαλλογερμανικό διευθυντήριο και την γραφειοκρατία της Comission. Το θέμα, στο οποίο επικεντρώνεται, αφορά το embargo, που αυτός είχε επιβάλει στο γειτονικό κράτος των βουλγαρογενών σλαβομακεδόνων, για το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας, το οποίο σφετεριζόταν - και εξακολουθεί να σφετερίζεται - η τιτοϊκή ελίτ, που κάνει κουμάντο στην γειτονική χώρα. Όμως, η όλη επιχειρηματολογία του αείμνηστου ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, ξεπερνάει και περιθωριοποιεί το ζήτημα αυτό και θέτει το ζήτημα της εγκαθίδρυσης του ευρωπαϊκού διευθυντήριου, που είχαν εγκαταστήσει οι Γάλλοι και οι Γερμανοί, στους οποίους όλοι οι άλλοι ηγέτες της Ε.Ε., δεν τολμούσαν να φέρουν, ή, έστω, να διατυπώσουν αντίρρηση, πλην του ιδίου, τον οποίον, μάλιστα, στους διαδρόμους και συνέχαιραν, αφού οι αντιρρήσεις του Ανδρέα και η σύγκρουση, που ακολούθησε, αφορούσαν ζητήματα, που, όπως είπα, ξεπερνούσαν τα επί μέρους και ήσαν εφ' όλης της ύλης, αγγίζοντας την ίδια την συγκρότηση και την λειτουργία της Ένωσης, καθώς και τις σχέσεις της ίδιας της Ε.Ε. και του διευθυντήριου, που κατηύθυνε τις αποφάσεις, με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Στην ίδια αυτή συνέντευξη τύπου ήταν που ο Ανδρέας Παπανδρέου εκστόμισε την προφητική φράση : "Η το έθνος θα αφανίσει το χρέος, ή το χρέος θα αφανίσει το έθνος". Ο ίδιος ήξερε για ποιό πράγμα μιλούσε. Όπως και οι παριστάμενοι - και οι μή παριστάμενοι - υπουργοί της κυβέρνησής του, γνώριζαν, πολύ καλά, το θέμα. Δυστυχώς, όμως, υπήρξαν αμνήμονες και ανόητοι, με αποτέλεσμα, εντάσσοντας την Ελλάδα στην ευρωζώνη, να την οδηγήσουν στην παρούσα καταστροφή και να την καταστήσουν έρμαιο στις βουλήσεις και στις ορέξεις των δανειστών της, δηλαδή του ίδιου διευθυντηρίου, για το οποίο έκανε λόγο και με το οποίο ήλθε σε σύγκρουση ο Ανδρέας Παπανδρέου, το οποίο ο ίδιος θα ήταν ικανός να αντιμετωπίσει, με τους πρέποντες χειρισμούς - αν και ουδέποτε θα ολοκλήρωνε την διαδικασία ένταξης της Ελλάδας στην βαμπιρική ευρωζώνη, ή και αν την ολοκλήρωνε, θα εύρισκε τον τρόπο να την βγάλει, από αυτήν την ποντικοπαγίδα, ή, ακόμη και να
μετασχηματίσει, ή να διαλύσει την ευρωζώνη. Από εκεί και πέρα, τα όσα συμβαίνουν, σήμερα, αποτελούν την φυσιολογική συνέχεια αυτής της άφρονος στρατηγικής επιλογής, τα αποτελέσματα της οποίας ισοδυναμούν, με τα αποτελέσματα μιας, ανυπολόγιστα, καταστροφικής πολεμικής ήττας. Και τούτο, διότι η καταστροφική διαδικασία αυτής της ήττας είναι, εν εξελίξει..


Σαν σκουπίδια για πέταμα. Σαν σκουλήκια, για πάτημα.

Κάπως έτσι βλέπουν οι δανειστές τους κυβερνητικούς εταίρους των Αθηνών και το έντρομο και ψοφοδεές πολιτικό προσωπικό, που στηρίζει το παρόν κυβερνητικό σχήμα. Ως εκ τούτου, τους μεταχειρίζονται, με τον ανάλογο τρόπο. Και φυσικά, οι δανειστές δεν κάνουν λάθος. Πράττουν, ορθώς, αφού, ούτως ή άλλως, αυτή είναι είναι η συμπεριφορά, που αρμόζει σε όλον αυτόν τον εσμό, ο οποίος βλέπει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του, την στιγμή, μάλιστα, που είχε την (φρούδα) ελπίδα ότι θα μπορούσε να αποφύγει τον επερχόμενο όλεθρο.


Δυστυχώς, για όλους αυτούς (αλλά και για εμάς), οι δανειστές δεν σκοπεύουν να τους αφήσουν, χωρίς καθοδήγηση. Η επιχείρηση της οργάνωσης, για την επιστροφή των δανεικών, την οποία, πειραματικά, διεξάγουν οι δανειστές,  απέχει, μακράν, από το τέλος της.

Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση για την μακροχρόνια επιστροφή των δανεικών, βρίσκεται, μόλις, στα αρχικά της στάδια, παρά τις ελπίδες των ανόητων κυβερνητικών εταίρων, που πίστευσαν, εν τη αφελεία τους, πέρυσι τον Νοέμβριο, ότι κάπου στο τέλος του 2013, ή στις αρχές του 2014, με την επίτευξη ενός κάποιου "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, με κάποιες αβαρίες, θα μπορούσαν να πείσουν τους δανειστές να μειώσουν, με κάποιον τρόπο το ελληνικό δημόσιο χρέος και θα επέτρεπαν στο ελληνικό πολιτικό προσωπικό να ξεφύγει από την μέγγενη των Μνημονίων, με την λήξη του δεύτερου Μνημόνιου, τον Ιούνιο του 2014, με μια οργανωμένη και υποστηριγμένη, από τους δανειστές, επιστροφή του ελληνικού δημοσίου, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι δανειστές δεν έχουν τέτοιες προθέσεις. Ούτε και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν τέτοιες προθέσεις - όσο, τουλάχιστον, οι ευρωζωνίτες, που είναι, πλέον, οι κυριότεροι δανειστές της χώρας μας δεν κουρεύουν το ελληνικό δημόσιο χρέος και όσο επιδιώκουν να το μετακυλίσουν, για μία ακόμη φορά, στον τραπεζικό τομέα και στους λοιπούς ιδιώτες, με προφανή σκοπό να το κουρέψουν και πάλι, όπως το 2012, εν όσω το ελληνικό δημόσιο χρέος θα έχει μετακυλιθεί, από τους θεσμούς της ευρωζώνης, στις διεθνείς τράπεζες.

Τέτοια κορόϊδα, όμως, δεν θα βρουν, ούτε οι ευρωζωνίτες, ούτε οι εντόπιοι υποτακτικοί τους. Μετά τις δύο τραυματικές εμπειρίες του 2012 (τον Μάρτιο με το PSI και τον Δεκέμβριο, με την "επαναγορά" των ομολόγων) έχουν παύσει να υπάρχουν. Αυτό οι δανειστές το έχουν αντιληφθεί και φυσικά, παίρνουν τα μέτρα τους, τα οποία οδηγούν τους έντρομους υποτακτικούς τους, στην Αθήνα, να ασφυκτιούν.


Όσο περνάει ο καιρός, το θέαμα που παρουσιάζουν οι εμφανιζόμενοι, ως κυβερνήτες της χώρας, γίνεται ολοένα και περισσότερο διασκεδαστικό, μέσα στο άκρως καταθλιπτικό πλαίσιο της συνεχιζόμενης και ολοένα και επιδεινούμενης ελληνικής κρίσης. Οι άνθρωποι αυτοί παραπαίουν, ακριβώς, επειδή διαπιστώνουν ότι ο ρόλος, που τους αναγνωρίζουν οι ξένοι επικυρίαρχοι, δεν είναι αυτός των εκλεγμένων ηγετών, αλλά εκείνος των πιστών και άνευ αντιλογίας, υπάκουων μπράβων των δανειστών και τίποτε περισσότερο, ή τίποτε λιγότερο από αυτόν. Και φυσικά, οι επικυρίαρχοι, που είναι και οι δανειστές της χώρας, απαιτούν, από τους εντόπιους μπράβους τους, να ασκήσουν, πλήρως, τον ρόλο αυτόν και μόνον αυτόν και κανέναν άλλο.

Οι εντόπιοι μπράβοι, όμως, έχουν την ανάγκη να εμφανίζονται, στον ελληνικό πληθυσμό και ως κυβερνήτες, διότι αντιλαμβάνονται ότι οι κάτοικοι αυτού του τόπου έχουν αρχίσει και έχουν, ήδη, προχωρήσει αρκετά, ώστε να καταλαβαίνουν τον πραγματικό ρόλο, που παίζουν τα μέλη αυτής της προδοτικής σπείρας, ο οποίος είναι, όπως είπαμε, αυτός, με τον οποίο τους έχουν επιφορτίσει οι ξένοι επικυρίαρχοι της Ελλάδας. Αντιλαμβάνονται, δηλαδή, σιγά-σιγά και ολοένα και περισσότερο, συνειδητοποιούν οι πολίτες της χώρας μας, ότι οι εμφανιζόμενοι, ως κυβερνήτες τους ενεργούν ως και είναι υπηρέτες των ξένων δανειστών και της εντόπιας μπατιροτραπεζοκρατίας.


Αυτή η διαπίστωση είναι που γεννά και ενσπείρει τον τρόμο στις τάξεις της σπείρας αυτής, που έχει παραδώσει την χώρα στις ορέξεις των δανειστών. Όχι, φυσικά, επειδή συμπάσχουν, ή επειδή συμμερίζονται τα όποια και όσα δεινά υφίσταται ο χειμαζόμενος πληθυσμός του τόπου αυτού. Κάθε άλλο. Δεν δίνουν δεκάρα, για τον εντόπιο πληθυσμό και τα προβλήματά του. Αν μπορούσαν, μάλιστα, θα τον είχαν ξεπουλήσει μια ώρα αρχύτερα. Δεν είναι οι τύψεις, η έγνοια, ή το ενδιαφέρον, για τα παθήματα των Ελλήνων, που οδηγούν στην ανησυχία το προδοτικό πολιτικό προσωπικό της χώρας και την κοσμοπολιτική πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου. Άλλα είναι αυτά, που ανησυχούν όλον αυτόν τον εσμό. Άλλα είναι αυτά, που τους εμποιούν φόβο και τρόμο.





Το κυβερνητικό πλοίο, δεν έχει, απλώς, μπατάρει, όπως φαίνεται στο πολύ καλό σκίτσο του Πέτρου Τσιολάκη, στην εφημερίδα "ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ" της 24/10/2013. Το πλοίο της κυβέρνησης των στουρνοσαμαράδων και του μπουχέσα συγκυβερνήτη έχει βουλιάξει. Απλώς, ακόμη, δεν το έχουν συνειδητοποιήσει. Αν και σιγά-σιγά, ο "καπετάνιος", μαζύ με τον "ύπαρχο", το αντιλαμβάνονται, ολοένα και περισσότερο. Κάτι που, όπως είναι φυσικό, τους τρομάζει. Και όχι μόνον αυτό, αφού τους έχει γίνει ένας σκέτος εφιάλτης. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κάτι που πρέπει να μας λυπεί. Κάθε άλλο. Στους Εφιάλτες, οι εφιάλτες αρμόζουν...



Οι φόβοι και οι ανησυχίες όλων αυτών, που παρέδωσαν την χώρα, ασυζητητί και χωρίς δεύτερη κουβέντα, από τον Απρίλιο του 2010, στους μοντέρνους κατακτητές, έχουν να κάνουν, με την κοινωνική, την πολιτική και την προσωπική τους επιβίωση, μέσα σε μια κοινωνία, η οποία συνειδητοποιεί, με ταχείς ρυθμούς, τον πραγματικό ρόλο, που παίζουν, ως μπράβοι των δανειστών, οι οποίοι, φυσικά και αναγνωρίζονται, πλέον, από ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, ως οι πραγματικοί κυρίαρχοι και οι αληθινοί κυβερνήτες αυτού του τόπου, στους οποίους, οι φερόμενοι, ως εντόπιοι κυβερνήτες, δίνουν λογαριασμό, ως υπηρέτες και δούλοι.

Αυτή η διαπίστωση, που έχει κάνει και ολοένα και περισσότερο, ολοκληρώνει, ως πεποίθηση, ο πληθυσμός της χώρας, τον έχει οδηγήσει, σε μια βραχυκυκλωμένη, από τον φόβο, παθητική συμπεριφορά και τον έχει, κοινωνικά, αδρανοποιήσει, γεγονός, το οποίο, μεσοπρόθεσμα, προφανώς, έχει ωφελήσει τους δανειστές και τους μπράβους τους, οι οποίοι έχουν επωφεληθεί και έχουν αναπτύξει την κοινωνική και οικονομική τους ατζέντα, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς τους.

Όμως, από την άλλη πλευρά, αυτή η παθητικότητα του πληθυσμού δεν έχει σταματήσει καθόλου την κοινωνική και την πολιτική απαξίωση των μπράβων των δανειστών. Κάθε άλλο. Τα κόμματα και το πολιτικό προσωπικό του Μνημονίου, μαζύ με το σύνολο της εντόπιας ελίτ, που έχει στηρίξει τις μνημονιακές πολιτικές, έχουν υποστεί μια τεράστια απαξίωση, η οποία έχει προχωρήσει, σε τέτοια έκταση, που έχει καταστήσει ένα μάτσο, από κουφάρια, όλο το θεσμικό πλαίσιο, που δημιουργήθηκε από την μεταπολίτευση του 1974, με πρώτους και "καλύτερους" τους πολιτικούς σχηματισμούς, που άμεσα, ευθέως και οράτα, πρωταγωνίστησαν στην υποδούλωση της χώρας στους ξένους δανειστές και στην εξυπηρέτηση των στόχων και των επιδιώξεών τους, που συγκεντρώνονται και συγκεκριμενοποιούνται σε ένα επίκεντρο, το οποίο δεν είναι αλλο από αυτό της οργάνωσης της συλλογής και της επιστροφής των δανεικών.

Έτσι, το σύνολο του φιλομνημονιακού πολιτικού προσωπικού της χώρας, παραδίδοντας τον τόπο και τον πληθυσμό του, στις ορέξεις των ξένων δανειστών, στους οποίους, ουσιαστικά, παρέδωσε, από τον Απρίλιο του 2010, την διακυβέρνηση της χώρας, περιοριζόμενο στον ρόλο του μπράβου και του υποτακτικού επιστάτη της εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους, εκτέλεσε ένα συμβόλαιο θανάτου και προδοσίας, εις βάρος του λαού και της πατρίδας, την οποία αυτός ο λαός και το έθνος, στην διαχρονική τους διάσταση, ενσαρκώνουν.



Mikhail Aleksandrovich Bakunin (30/5/1814 - 1/7/1876). Ο Ρώσος διεθνιστής επαναστάτης και πατέρας του σύγχρονου αναρχισμού, έδωσε μια πολύ παραστατική, αυθεντική και ουσιαστική διάσταση της φιλοπατρίας και της εθνικότητας. Και η αντικειμενική αλήθεια είναι ότι μόνον αυτός, ως καταδιωκόμενος εμιγκρές, μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο...



Και για να μην περιπέσουμε στο ολίσθημα του εθνικισμού, ας θυμηθούμε την έννοια της πατρίδας, όπως, παραστατικότατα, την έχει περιγράψει ο αδιάλλακτος διεθνιστής επαναστάτης Mikhail Bakunin, για να καταλάβουμε το περιεχόμενο των εννοιών του λαού, του έθνους, της πατρίδας και της προδοσίας, για τις οποίες κάνω, εδώ, λόγο :

"....Η ευημερία του κράτους είναι η αθλιότητα του πραγματικού έθνους, του λαού. Το μεγαλείο και η ισχύς του κράτους είναι η σκλαβιά του λαού… Το κράτος δεν είναι η πατρίδα. Είναι η αφαίρεση, ο μεταφυσικός, μυστικιστικός, πολιτικός, νομικός μύθος της πατρίδας. Οι λαϊκές μάζες όλων των χωρών αγαπούν βαθιά την πατρίδα τους. Αλλ’ αυτό είναι μια φυσική πραγματική αγάπη. Ο πατριωτισμός του λαού δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός… Η πατρίδα, η εθνικότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα γεγονός φυσικό και κοινωνικό, ψυχολογικό και ιστορικό ταυτόχρονα. Δεν είναι μια θεωρητική αρχή. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε ανθρώπινη αρχή, παρά μόνο ότι είναι καθολικό, κοινό σ’ όλους τους ανθρώπους. Η εθνικότητα τους χωρίζει. Δεν είναι λοιπόν αρχή. Αλλά αυτό που είναι η αρχή, είναι ο σεβασμός, που ο καθένας πρέπει να έχει, για τα φυσικά, πραγματικά, ή κοινωνικά γεγονότα. Η εθνικότητα, όπως και η ατομικότητα, είναι ένα από τα γεγονότα αυτά. Οφείλουμε, λοιπόν, να τη σεβόμαστε. Η καταπίεση της είναι έγκλημα … (η εθνικότητα) γίνεται ιερή αρχή, κάθε φορά, που απειλείται, ή καταπιέζεται. Γι’ αυτό, λοιπόν, αισθάνομαι, ειλικρινά και πάντα, τον πατριώτη, κάθε καταπιεσμένης πατρίδας".


(Γαλλική έκδοση των απάντων του Μιχαήλ Μπακούνιν, τόμος I, σελ. 225 - 227, μετάφραση Πόλυ Γκέκα, εκδόσεις "Πλέθρον").


Αυτήν την πατρίδα, αυτόν τον λαό και αυτό το έθνος είναι, που πρόδωσε το φιλομνημονιακό πολιτικό προσωπικό της χώρας, μαζύ με το μέγιστο τμήμα της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ. Και αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο μισούνται, θανάσιμα, από την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ο οποίος αισθάνεται, στο πετσί του, τα αποτελέσματα αυτής της προδοσίας, από το καθεστώς της αποικίας χρέους, της πεονίας, που του έχει επιβληθεί, για λόγους, κυριολεκτικά, ανύπαρκτους.
Υπ' αυτές τις συνθήκες η εξελισσόμενη εξαέρωση του φιλομνημονιακού πολιτικού προσωπικού και των κατεστημένων κομμάτων του, δεν αποτελεί έκπληξη. Η πλήρης κατεδάφιση των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων του παλαιού δικομματισμού, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε, αμέσως, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 20/11/1977 και κράτησε, μέχρι τις βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009, μπορεί να εκφράστηκε, δυναμικά, στις δύο βουλευτικές εκλογές του 2012, αποφλοιώνοντας το ΠΑΣΟΚ και καθιστώντας παραπληγική την Νέα Δημοκρατία, αλλά δεν σταμάτησε, εκεί, όπως έλπιζαν, αφελώς, πράττοντες οι ηγετικοί παράγοντες των δύο αυτών κομμάτων. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να σταματήσει εκεί, αφού το πολιτικό προσωπικό των κομμάτων αυτών (όσοι τους έμειναν δηλαδή) δεν ήταν διατεθειμένο να αλλάξει την πολιτική της εξυπηρέτησης των συμφερόντων και της διεκπεραίωσης των εντολών των δανειστών, που ακολουθούσε και που εξακολουθεί να ακολουθεί.

Από εκείνη την εποχή (καλοκαίρι 2012) η διαδικασία αποσύνθεσης των δύο κυρίαρχων κομμάτων του παρελθόντος, τα οποία συνέπηξαν μια κυβέρνηση συνασπισμού, με κολαούζο (και ως πλυντήριο των ανομημάτων τους) την ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη - όπως και τον Νοέμβριο του 2011 είχαν πάρει για κολαούζο, στην κυβέρνηση Παπαδήμου τον αφελή Γιώργο Καρατζαφέρη και τον ΛΑΟΣ -, έχει, ταχύτατα, προχωρήσει. Και μάλιστα, έχει φθάσει, σε τέτοιο σημείο, που το ΠΑΣΟΚ του αμετανόητου Βαγγέλη Βενιζέλου να έχει, κυριολεκτικά, εξαερωθεί και να είναι ζήτημα το εάν θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στην επόμενη Βουλή - εκτός, ίσως, εάν συμπήξει κάποια πολιτική συμμαχία, ή εάν συγχωνευθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχήμα, είτε με την ΔΗΜΑΡ (κάτι που δεν αναιρεί την επισφαλή του θέση στην επόμενη Βουλή), είτε με την Νέα Δημοκρατία - και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι η Νέα Δημοκρατία θα επιβιώσει.



Δεν μπορεί, παρά να προξενήσει έναν αστείρευτο γέλωτα, ο απερίγραπτος Μιχάλης Γαργαλάκος, που, μέσα στην μαύρη απελπισία του, για το ζοφερό μέλλον του ΠΑΣΟΚ και της μνημονιακής συγκυβέρνησης των δύο καθεστωτικών κομμάτων του παλαιού και τεθνεώτος δικομματισμού, στο παραπάνω άρθρο του, στην εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ", της 20/10/2013, αποδίδει, στα καπρίτσια του Φώτη Κουβέλη το ναύαγιο της κίνησης των 58 - στην συντριπτική τους πλειοψηφία μπαγιατεμένων και ξαναζεσταμένων ανθρώπων του πεθαμένου και σκωροφαγωμένου (ψευδο)εκσυγχρονιστικού σημιτισμού. Ο δύστυχος Μιχάλης δεν μπορεί καν να διανοηθεί ότι όλοι αυτοί έχουν καταδικαστεί στην συνείδηση του πληθυσμού της χώρας και έχουν, απολύτως, ταυτισθεί, με την χρεωκοπία της χώρας και τα δεινά, που έχουν ακολουθήσει και τα οποία βρίσκονται, εν εξελίξει. Δεν πειράζει. Κάποια στιγμή, έστω και αργά, όπως συνέβη, σε όλη την, έως τώρα, διαδρομή του βίου του - ίσως και αιώνες μετά, όταν πια δεν θα έχει μείνει, ούτε η σκόνη όλων μας - θα το καταλάβει. Άλλωστε, ποτέ δεν είναι αργά...





Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να ακολουθεί την πεπατημένη πορεία του ΠΑΣΟΚ, προς την πολιτική αποτέφρωση. Και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο. Είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού ο εσμός των προσώπων, που περιτριγυρίζει τον Αντώνη Σαμαρά, με επί κεφαλής τον ίδιο τον παρουσιαζόμενο και νομιζόμενο ως πρωθυπουργό, ακολουθεί, με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, την πολιτική της υποδούλωσης, στις επιταγές και τις ορέξεις, στις επιθυμίες και στις βουλήσεις των ξένων δανειστών.

Έτσι, η τύχη της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι - και δεν πρόκειται να είναι - διαφορετική από αυτήν του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Δημοκρατία ψοφολογεί και ήδη, αποτελεί ένα άταφο κουφάρι, το οποίο, το όλο σύστημα της εντόπιας ελίτ, προσπαθεί να το κρατήσει και να το εμφανίζει, ως ζωντανό, κάτι το οποίο, όμως, καθίσταται, ολοένα και περισσότερο δύσκολο. Όσο περνάει ο καιρός, μάλιστα, αυτό θα καταστεί αδύνατο, εν όψει των επερχόμενων ευρωεκλογών, καθώς και των αυτοδιοικητικών εκλογών του Μαΐου του 2014. Η Νέα Δημοκρατία βρωμάει πτωμαΐνη και αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί, όσες πραξικοπηματικές "καταδρομικές" πολιτικοδικαστικές επιχειρήσεις και αν γίνουν, σε βάρος της "Χρυσής Αυγής", ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού αντίπαλου στοχοποιηθεί, από τους απελπισμένους κουφιοκεφαλάκηδες, που κατοικοεδρεύουν στο Μαξίμου.

Έτσι, όλοι αυτοί οι γελοίοι και καταγέλαστοι τύποι, που κατοικοεδρεύουν στο Μαξίμου, στην Συγγρού, στην Ιπποκράτους, στα καθεστωτικά ΜΜΕ και στα γραφεία των διοικήσεων των ελληνικών τραπεζών, έπαυσαν να έχουν κρυφό καμάρι, αυτό που, πλέον, όλος ο κόσμος της ευρωζώνης έχει τούμπανο. Επιχειρηματολογούν, πλέον και επιδιώκουν, με το τέλος του 2ου Μνημονίου, το οποίο λήγει τον Ιούνιο του 2014, την αποφυγή της υπογραφής ενός 3ου Μνημονίου, το οποίο, όμως, είναι, εκ των πραγμάτων, αναπόφευκτο (όπως και αν ονομασθεί, για καθαρά "καλλωπιστικούς" λόγους) και το κοστούμι του οποίου οι δανειστές το έχουν ραμμένο στα μέτρα τους.

Με βάση τους αριθμούς, που αφορούν τις ελληνικές τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις του ελληνικού δημοσίου, κατά την περίοδο 2014 - 2016, όπως έχουμε πει και σε προηγούμενο δημοσίευμα, στο παρόν μπλογκ, το ελληνικό κράτος θα πρέπει να βρεί ποσά τα οποία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα υπερβαίνουν τα 48,5 δισ. € και για τα οποία, μέχρι τώρα, δεν προβλέπεται η χρηματοδότησή τους από κάποιο Μνημόνιο.

Για το 2014, οι ομολογιακές υποχρεώσεις της χώρας αγγίζουν τα 33,6 δισ. €, εκ των οποίων οι δανειστές, έως τον Ιούνιο του 2014, θα δώσουν τα 10,9 δισ. €. Με υπολογιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης των 2,8 δισ. €, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 19,9 δισ. €, για να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του. Για το 2015, οι ομολογιακές υποχρεώσεις της χώρας αγγίζουν τα 25,8 δισ. €. Με υπολογιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης των 5,7 δισ. €, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 20,1 δισ. €, για να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του. Το 2016 οι ομολογιακές υποχρεώσεις της χώρας αγγίζουν τα 17,5 δισ. €. Με υπολογιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης των 9 δισ. €, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 8,5 δισ. € για να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του.

Φυσικά, τα ποσά, που θα χρειασθούν, θα είναι πολύ μεγαλύτερα από τα 48,5 δισ. €, διότι τα υπολογιζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Και επίσης, φυσικά, όποιες διευκολύνσεις και αν γίνουν (εφ' όσον δεν γίνει ένα μεγάλο κούρεμα του χρέους κάτι το οποίο δεν προβλέπεται να γίνει), με μείωση των επιτοκίων δανεισμού και με επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανείων, το ελληνικό δημόσιο δεν θα μπορέσει να αναχρηματοδοτήσει το χρέος αυτό, εάν βγει στις αγορές, παρά μόνον, κατά ένα μικρό μέρος, για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και με πολύ ακριβό επιτόκιο.

 Αλλά, μια τέτοια κίνηση, για δανεισμό του ελληνικού κράτους, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές - η οποία μπορεί να γίνει και τώρα, εάν οι εντόπιοι υποτακτικοί των δανειστών το επιθυμούν -, θα διογκώσει γρήγορα και δραστικά, το, ήδη, υπερδιογκωμένο δημόσιο χρέος της χώρας και θα χειροτερεύσει την κατάσταση.

Αυτό οι δανειστές δεν πρόκειται να το επιτρέψουν. Θα οδηγήσουν τους υποτακτικούς τους - στο μέτρο που απειθαρχήσουν -, σε μια κατάσταση τέτοιας ασφυξίας, που, σε λίγους μήνες, δεν θα μπορούν να σταθούν.

Και τα όπλα, για κάτι τέτοιο, οι δανειστές τα έχουν. Τα όπλα αυτά, φυσικά, είναι τα 10,9 δισ. € του τρέχοντος 2ου Μνημονίου, που λήγει, όπως είπαμε, τον Ιούνιο του 2014 και τα οποία οι δανειστές δεν πρόκειται να εκταμιεύσουν, όσο οι εντόπιοι μπράβοι το παίζουν αντιστασιακοί. Ανάμεσα σε αυτά τα ποσά είναι και τα 4,6 δισ. €, που είχαν εκδοθεί τον Μάϊο του 2009, επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή, για να αναχρηματοδοτηθούν οι ελληνικές τράπεζες, ενώ μέχρι το 2016, λήγουν και τα ANFAN, δηλαδή τα ομόλογα, που εκδόθηκαν, πριν από την κρίση και τα οποία βρίσκονται στα χέρια των Κεντρικών Τραπεζών της ευρωζώνης, τα οποία φθάνουν στα 6 δισ. €. Όλα αυτά, είχε, σε πολιτικό επίπεδο, τον Νοέμβριο του 2012, συμφωνηθεί, μεταξύ των δανειστών, να αντικατασταθούν, με άλλα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, τα οποία θα έληγαν, αργότερα. Όμως, η Ε.Κ.Τ., δια του Assmusen, εξέφρασε την άρνησή της να αποδεχθεί μια τέτοια ρύθμιση, διότι, κατ' αυτήν, αυτή αποτελεί μια άμεση χρηματοδότηση της Ε.Κ.Τ., προς ένα κράτος της ευρωζώνης, κάτι το οποίο αποκλείεται, ρητά, από τις Συνθήκες, που την δημιούργησαν.

   
 

Τα αστειολογήματα του Μιχάλη Γαργαλάκου, για την, κατά φαντασίαν, διαπραγμάτευση (την οποία, αν και ανύπαρκτη, την παρουσιάζει, ως κρίσιμη), συνεχίζονται και πάλι στην εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ", της 27/10/2013. Μάλιστα, ο απίθανος Μιχαλάκης δίνει (με υστερόγραφο) και οδηγίες, προς ... ναυτιλομένους - περί του Γιάννη Στουρνάρα ο λόγος. Φυσικά, ο σοβαροφανής επιθεωρησιογράφος δεν έχει αντιληφθεί - ή, μάλλον, για να το διατυπώσω, ορθότερα - αρνείται να παραδεχθεί το απλούστατο γεγονός ότι οι ξένοι επικυρίαρχοι, οι δανειστές (δηλαδή, το διευθυντήριο της Ε.Ε., στο οποίο αναφερόταν ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου), έχουν γράψει το υποτακτικό κυβερνητικό δίδυμο των Αθηνών, στα παλαιότερα των υποδημάτων τους (για να μην πω κάπου αλλού)...



Με λίγα λόγια, ο εκβιασμός είναι σαφής, άμεσος και παρών. Οι εντόπιοι υποτακτικοί των δανειστών θα υποχρεωθούν, παρά τις όποιες αντιρρήσεις τους, που εδράζονται στο σκοτεινό πολιτικό τους μέλλον, το οποίο προκύπτει από τις τρέχουσες και τις μέλλουσες εξελίξεις, να υπογράψουν ένα νέο Μνημόνιο, ακριβώς, επειδή οι ξένοι δανειστές τους θεωρούν σκουπίδια, για πέταμα, τα οποία τους είναι χρήσιμα, μόνο και μόνο, για να βάλουν τις υπογραφές τους στο επερχόμενο Μνημόνιο, προκειμένου να δεσμεύσουν και να καταστήσουν όμηρο των επιθυμιών τους την όποια επόμενη κυβέρνηση προκύψει στην πορεία του χρόνου και μετά από τον πλήρη καταποντισμό των σημερινών κυβερνητικών εταίρων.

Οι, εκ του μακρόθεν, κουτσαβακισμοί και οι, εκ του πλησίον, παρακλήσεις, προς την Αγκέλα Μέρκελ και την ευρωγραφειοκρατία, δεν έπιασαν τόπο. Η Γερμανίδα καγκελάριος παρέπεμψε τον Αντώνη Σαμαρά στην τρόϊκα, ενώ ο Μανουέλ Μπαρόζο ξεκαθάρισε, δημόσια, ότι η Comission αδιαφορεί, για το ποιά είναι η κυβέρνηση της Ελλάδας. Αυτό που απαιτούν όλοι αυτοί είναι τα μέτρα των 2,5 δισ. €, για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού, μέχρι τον Ιούνιο του 2014 και για τα οποία έχει κάνει λόγο ο Γεργκ Άσμουσεν. Αλλά η όλη υπόθεση δεν σταματάει εδώ, όπως έχουμε, ήδη, πει. 

Το κύριο και το ουσιαστικό, που ενδιαφέρει τους δανειστές και το ευρωσύστημα είναι η υπογραφή του νέου - του 3ου, κατά σειράν - Μνημονίου, για την περίοδο 2014 - 2016, ή και για το 2017, το οποίο Μνημόνιο θα θέσει τους όρους και τις προϋποθέσεις εκταμίευσης ενός καινούργιου δανείου, προς το ελληνικό δημόσιο. Και φυσικά, το δάνειο αυτό, όπως έχουμε περιγράψει, θα ξεπεράσει τα 10 δισ. €, για τα οποία, τώρα, γίνεται λόγος.

Η αναγκαιότητα του νέου Μνημονίου προκύπτει από το γεγονός ότι έχουν μεταβιβασθεί, από τον περασμένο Ιούλιο, όλα τα χρέη του ελληνικού δημοσίου, που είχαν να κάνουν με το ευρωσύστημα και έχουν, πλέον, καινούργιο ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης αυτός είναι ο ESM (ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας), στον οποίον το συνολικό ποσόν της οφειλής της χώρας φθάνει στα 200 δισ. €, από το σύνολο των 240 δισ. €, που προβλέπονται από τα δύο Μνημόνια - τα υπόλοιπα 40 δισ. € είναι χρήματα του Δ.Ν.Τ. και είναι πιθανόν να μεταβιβασθούν και αυτά, στον ESM.
Έτσι, εφόσον είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ, στο σύνολό της και των κρατών μελών της, ο ESM έχει την δυνατότητα να στηρίξει οποιαδήποτε χώρα που είναιμέλος της ευρωζώνης, κάτω από αυστηρούς όρους, κατάλληλους για το επιλεγμένο μέσο χρηματοπιστωτικής "βοήθειας", η οποία προφανώς θα είναι δανειστική (και ως εκ τούτου δεν αποτελεί, κατά κυριολεξία, βοήθεια). Οι όροι μπορούν να αναφέρονται σε ένα πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής, το οποίο θα είναι ένα "Μνημόνιο Κατανόησης", όπως προβλέπει, ρητά, ο νέος κανονισμός για τον ESM, καθώς και σε ό,τι άλλο κριθεί απαραίτητο.

Με δεδομένο, λοιπόν, το δημοσιονομικό, αλλά και το χρηματοδοτικό κενό, για την αποπληρωμή των ομολόγων της περιόδου, μετά την λήξη του 2ου Μνημονίου, οι δανειστές κάνουν λόγο, για ένα νέο πακέτο χρηματοδότησης, το οποίο θα είναι ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο συνομολογείται, όταν ο ESM εγκρίνει ένα νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα προς την Ελλάδα. Στο Μνημόνιο αυτό θα περιγράφονται, με κάθε λεπτομέρεια, οι όροι και οι προϋποθέσεις, που θα συνδέονται με την δανειστική χρηματοδότηση και θα αναφέρει και τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν, αλλά και το είδος της χρηματοδοτικής "βοήθειας", που θα χορηγηθεί. 

Σαφές, λοιπόν, είναι ότι κάθε νέα χρηματοδότηση, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Μνημονίου, το οποίο έτσι, παύει να είναι ένα έκτακτο μέσο αντιμετώπισης επειγουσών αναγκών και καθίσταται ένα βασικό θεσμικό θεσμικό εργαλείο του ευρωσυστήματος, αλλά - πολύ περισσότερο - της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού ο νέος Κανονισμός γοια το ESM, συνδέει τον όλο σύστημα του μηχανισμού αυτού, με το δίκαιο της Ένωσης.



Αυτή την εξέλιξη είναι που επιθυμούν, διακαώς, να αποφύγουν οι δύσμοιροι κυβερνητικοί εταίροι των Αθηνών. Και αυτήν την εξέλιξη είναι που επιδιώκουν να επιβάλουν οι επικυρίαρχοι δανειστές του ελληνικού δημοσίου.

Με αυτά τα δεδομένα και με τις συνθήκες, που έχουν διαμορφωθεί, δεν είναι καθόλου δύσκολο να γίνει κατανοητό το ποιός θα επιβάλει την βούλησή του. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα δεν τίθεται καν. Οι επικυρίαρχοι δανειστές θα εφαρμόσουν αυτό, το οποίο έχουν, ήδη, αποφασίσει, γύρω από την ελληνική περίπτωση. Το νέο Μνημόνιο είναι έτοιμο και απλώς, αναμένει τις υπογραφές κάτω από το κείμενό του. Και αυτές τις υπογραφές, οι εντόπιοι υποτακτικοί των δανειστών θα τις βάλουν, όσες αντιρρήσεις και αν έχουν, αφού η υποχρέωσή τους αυτή απορρέει από όσα έχουν αποδεχθεί και έχουν υπογράψει, για την σύσταση και την λειτουργία του ESM και αφού η χώρα, εντός της ευρωζώνης και με δεδομένη την λειτουργία του ευρώ, ως σκληρού νομίσματος (του πιό σκληρού νομίσματος, που υπάρχει, σήμερα, στον πλανήτη), δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το τεράστιο δημόσιο χρέος της, το οποίο έχει μετατραπεί, από δραχμικό χρέος, που ήταν πριν το 2002, σε χρέος σε ευρώ, οδηγώντας την, στην χρεωκοπία.

Έτσι, δεν θα είναι (απλώς και μόνον) η περίοδος, μέχρι τον Ιούνιο του 2014, κόλαση, για την χώρα και τον πληθυσμό της, όπως προβλέπει ο Γιάννης Στουρνάρας. Η κολασμένη περίοδος, για την χώρα, που ξεκίνησε, τον Απρίλιο του 2010, με την υπαγωγή της Ελλάδας στο πρώτο Μνημόνιο, θα συνεχιστεί, με μια διαρκώς αυξανόμενη θερμοκρασία και μετά τον Ιούνιο του 2014 και για μακρύτατο και απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

Και αυτή η κόλαση είναι που θα αποτεφρώσει, πολιτικά, τους δυστυχείς κυβερνητικούς εταίρους και το πολιτικό προσωπικό, που υπηρέτησε τις μνημονιακές πολιτικές, εξαθλιώνοντας την ελληνική κοινωνία.

Δεν είναι να τους λυπάται κανείς. Λαμβάνουν και θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν, τα επίχειρα των πράξεων και των έργων τους. Και ως εκ τούτου, είναι άξιοι της μοίρας τους...

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Βρετανία ή Γερμανία; Από την δεκαετία του 1930, στην 28η Οκτωβρίου 1940 : Η σκληρή σύγκρουση, για τον εξωτερικό προσανατολισμό της Ελλάδας και η αποϊδεολογικοποιημένη στρατηγική επιλογή του Ιωάννη Μεταξά.


video

Οι Έλληνες ιστοριογράφοι προσπαθούν να προσδιορίσουν τις αιτίες και τα κίνητρα της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να αποδεχθεί το τελεσίγραφο του Benito Mussolini, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Η πολιτικοϊδεολογική τύφλωση των περισσοτέρων δεν τους επιτρέπει, όμως, την εξαγωγή των αντικειμενικών συμπερασμάτων, που προκύπτουν από την Ιστορία - δηλαδή από τα γεγονότα, όπως αυτά συνέβησαν. Μόνη εξαίρεση, στον γενικό κανόνα, αποτελεί ο Ιωάννης Κολιόπουλος, ο οποίος θέτει το ζήτημα της συστηματικής και επίμονης υποβάθμισης και κατασυκοφάντησης της ανεκτίμητης συνεισφοράς του Ιωάννη Μεταξά (του ιδρυτή ενός, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά), στον αγώνα, κατά της επικράτησης του φασισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη, στην πραγματική του βάση. Μια βάση, η οποία έχει να κάνει όχι με τις πολιτικοϊδεολογικές προτιμήσεις και αναφορές του Έλληνα δικτάτορα, αλλά με τις πραγματιστικές στρατηγικές αναλύσεις και επιλογές του, για την επιλογή των συμμαχιών, στις οποίες ήταν απαραίτητο να προβεί η, τότε, πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου. Στρατηγικές αναλύσεις και επιλογές, οι οποίες υπήρξαν ορθολογισμένες και αποδείχθηκαν ορθές, την στιγμή κατά την οποία ουδείς, ή λίγοι, πίστευαν σε αυτές...




Η επιλογή της σύγκρουσης, στην οποία κατέφυγε το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940, όπως έχουμε πει, σε παλαιότερα δημοσιεύματα, για τον πόλεμο κατά του γερμανικού και του ιταλικού Άξονα, καθώς και για την στάση και τις στρατηγικές επιλογές του Ιωάννη Μεταξά, δεν ήταν ένα περιστατικό, που προέκυψε, τυχαία, ούτε ήταν, απλώς, ένα αποτέλεσμα της πίεσης των καταιγιστικών εξελίξεων της εποχής εκείνης, στις οποίες ο τότε πρωθυπουργός υποτάχθηκε, μην μπορώντας να πράξει διαφορετικά.

Ο ιδρυτής του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936, είχε κάνει τις στρατηγικές του επιλογές, πολύ καιρό πριν, από την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλέποντας την έλευση του πολέμου, ήδη, από την εποχή της ανόδου του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστών στην Γερμανία, είχε διαλέξει στρατόπεδο. Και το στρατόπεδο, που επέλεξε να προσδέσει τα συμφέροντα και το μέλλον της Ελλάδας, ήταν το στρατόπεδο των Βρετανών και όχι των παλαιών του φίλων Γερμανών, παρά το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι πολιτικοϊδεολογικές του αναφορές ήσαν φασιστικές και παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να στήσει, στην χώρα, ένα καθεστώς, πάνω στα ναζιστικά πρότυπα.

Αυτός, άλλωστε, ήταν και ένας από τους βασικότερους λόγους της κήρυξης της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Αυτό, που κρινόταν εκείνη την εποχή, ήταν ο εξωτερικός προσανατολισμός της χώρας και οι συμμαχίες της. Και ο φιλοβρετανικός προσανατολισμός της Ελλάδας, όπως και οι συμμαχίες της, με το βρετανικό στρατόπεδο (και μεσομακροπρόθεσμα, με το αμερικανικό, αφού οι Η.Π.Α. του Franklin Delano Roosevelt είχαν, από νωρίς, εκφράσει έναν αντιγερμανικό προσανατολισμό) δεν ήσαν καθόλου δεδομένες, στον βαθμό, που η βενιζελική αντιπολίτευση, στην πλειοψηφία της και κυρίως, τα δυναμικότερα ερείσματά της στον στρατό, με επικεφαλής τον Νικόλαο Πλαστήρα, είχαν έναν έντονο και ρητά εκφρασμένο φασιστικό προσανατολισμό, επηρεάζοντας και τον ίδιο τον γηραιό Ελευθέριο Βενιζέλο, με σκοπό την κήρυξη μιας ανοικτής δικτατορίας, η οποία θα είχε, παράλληλα και έναν αντιβρετανικό προσανατολισμό. Τα κινήματα του Νικόλαου Πλαστήρα, με αποκορύφωμα αυτό της 1ης Μαρτίου 1935, αποσκοπούσαν σε μια φασιστική δικτατορία, η οποία θα βρισκόταν κάτω από την πολιτική σκέπη του γηραιού, πια, Ελευθέριου Βενιζέλου, αλλά θα στηριζόταν στα δυναμικά ερείσματα του βενιζελικού χώρου, δηλαδή στον στρατό, με ηγέτη τον Μαύρο Καβαλλάρη του Μικρασιατικού Πολέμου, τις ιδέες του φασισμού και του ναζισμού και τον αντίστοιχο προσανατολισμό. Όπως, επίσης και τις αντίστοιχες συμμαχίες.

Μια πρώτη προσπάθεια, για την εγκαθίδρυση μιας φασιστικής δικτατορίας των βενιζελικών επεχείρησε ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου 1933, όταν κατέστη σαφές ότι η βενιζελική παράταξη έχασε τις βουλευτικές εκλογές της προηγούμενης ημέρας. Ο βενιζελικός δημοσιογράφος και προσωπικός φίλος του Ελευθέριου ΒενιζέλουΓρηγόριος Δαφνής γράφει, χαρακτηριστικά, για τις κωμικοτραγικές συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε το πραξικόπημα, την αποτυχία του, αλλά και τις  φιλοφασιστικές πεποιθήσεις του γηραιού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος, τότε, πίστευε ότι το κίνημα αυτό ήταν πρόωρο :

"Περί την 2αν πρωινήν της 6ης Μαρτίου ο Ελ. Βενιζέλος απεσύρθη, δια να κοιμηθεί. Μόλις όμως ευρέθη, εις τον κοιτώνα του, ήκουσε να εισέρχονται, εις το, παραπλεύρως, γραφείον, ο υιός του Σοφοκλής και ο Β. Σκουλάς. Μετά εν τέταρτον της ώρας, ενεφανίσθη, προ αυτού, ο στρατηγός Πλαστήρας.

“Χάνουμε τας Αθήνας”, είπεν, εις τον Βενιζέλον. Οι Λαϊκοί θα έχουν την απόλυτον πλειοψηφία. Τι θα γίνει; Θα παραδώσετε την εξουσίαν;”. “Φυσικά, του απήντησεν ο Βενιζέλος, εκδηλώνοντας, συγχρόνως, την έκπληξίν του, δια την ερώτησιν. "Θάχουμε τα ίδια της 1ης Νοεμβρίου, τότε”, παρετήρησεν ο Πλαστήρας. “Θα γίνουν ταραχές, συλλήψεις βενιζελικών, δολοφονίες και Κύριος οίδε, τι άλλο! Γι’ αυτό, εγώ σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω, εις την πόλιν, για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατορίας. Θα κάνουμε ό,τι και στην Ιταλία, που, χάρις στον φασισμό, προοδεύει”.

Ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι δεν ήτο ενθουσιασμένος, με το κοινοβουλευτικόν καθεστώς… Η Ιταλία, προσέθεσεν, επήγαινε καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ, εις την Ελλάδα, δεν υπήρχε δικτάτωρ. “Εγώ”, συνέχισε ο Βενιζέλος, “δεν νομίζω, αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα, ότι είσαι ικανός να κάνεις τον δικτάτορα, ως ο Μουσολίνι. Οχι μόνο δεν είσαι ικανός, αλλά δεν έχεις και την πλειάδα, τας εκατοντάδας των εκλεκτών συνεργατών του Μουσολίνι. Μετά δύο έως τρεις μήνας, θα καταπέσεις, οικτρώς, διότι κανένα από τα μεγάλα προβλήματα, που έχεις να αντιμετώπισεις, δεν θα κατορθώσεις να λύσεις… Αν πείσεις τον Μουσολίνι να αφήσει την Ιταλία και να έλθει εδώ, τότε, ίσως, συμφωνήσω να γίνει δικτατορία”.  
"Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923 - 1940" Τόμος Β (σελ. 182 - 184).


Ελευθέριος Βενιζέλος (23/8/1864 - 18/3/1936) : Πέθανε νωρίς και δεν πρόλαβε να δει την τραγική αποτυχία των έσχατων πολιτικοϊδεολογικών και γεωστρατηγικών του επιλογών, τις οποίες, όμως, θα μπορούσε να διορθώσει, εάν ζούσε. Και τούτο διότι δεν ήταν Πλαστήρας...



Αυτό, που τον Μάρτιο του 1933 ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεώρησε πρόωρο, δύο χρόνια αργότερα, σχημάτισε την πεποίθηση ότι ήταν ώριμο να γίνει πραγματικότητα. Ο ακατάλληλος, τον Μάρτιο του 1933, ως δικτάτορας, Νικόλαος Πλαστήρας, κρίθηκε ικανός, για τον ίδιο ρόλο, τον Μάρτιο του 1935. Η κήρυξη μιας δικτατορίας, κατά τα φασιστικά πρότυπα του Benito Mussolini και των μελανοχιτώνων του, ήταν μέσα στα σχέδια του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως προκύπτει και από τις προσωπικές του σημειώσεις, τις οποίες έγραψε το 1934 και οι οποίες σκιαγραφούσαν τον σχεδιασμό του πολιτικού καθεστώτος, το οποίο θα προέκυπτε, μετά την επικράτηση του σχεδιαζόμενου κινήματος των βενιζελικών αξιωματικών, υπό τον φασίστα (εκείνη την εποχή και για πολύ χρόνο αργότερα, έως, τουλάχιστον, το 1943) Νικόλαο Πλαστήρα.

Στις σημειώσεις αυτές, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι σαφής :

"Πρέπει και εις την, εκ της πλειοψηφίας της Βουλής σχηματιζομένην Κυβέρνησιν να δοθεί μείζων ελευθερία κινήσεως. Πρέπει να δύναται να θέτει Νόμους, αφού γνωμοδοτήσουν επ' αυτών το Οικονομικόν Συμβούλιον και το Συμβούλιον της Επικρατείας. Η Βουλή συνέρχεται κατ' έτος εις τρείς τακτικάς συνόδους, εκάστη των οποίων δεν δύναται νά διαρκέση πλείονας των 3 εβδομάδων.
Η πρώτη άλλωστε μετά την εκλογήν τού Προέδρου (της Δημοκρατίας) Κυβέρνησις, αφού λάβει την εμπιστοσύνην της Βουλής και περάτωσει την αναθεώρησιν του πολιτεύματος, θα κυβέρνησει, επί εν και ήμισυ έτος, άνευ παρουσίας της Βουλής."


Τουλάχιστον, από το φθινόπωρο του 1934 και ουσιαστικά, πολύ νωρίτερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προσχωρήσει στην αντίληψη, για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, την οποία επιχείρησε, με το κίνημα της 1/3/1935, το οποίο και κατεστάλη. Το κίνημα αυτό, το οποίο θα εγκαθιστούσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Νικόλαο Πλαστήρα, ως πρωθυπουργό, είχε έναν, εκ των πραγμάτων, αντιβρετανικό προσανατολισμό, τον οποίο θα αντικαθιστούσε, με τον διακηρυγμένο φιλοφασιστικό και ιταλόφιλο προσανατολισμό του Πλαστήρα και των βενιζελικών αξιωματικών, όμηρος των οποίων θα ήταν ο Κρητικός πολιτικός.

Αυτήν την εξέλιξη απέτρεψε η καταστολή του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, επιβάλοντας τον φιλοβρετανικό προσανατολισμό της χώρας, τον οποίο ήλθε να οριστικοποιήσει η επιλογή, από τον βασιλιά Γεώργιο Β', του Ιωάννη Μεταξά, ως υπουργού Στρατιωτικών, στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή, προκειμένου να τακτοποιήσει την πειθαρχία στον στρατό, την οποία διατάραξε ο Αλέξανδρος Παπάγος, με την απειλή πραξικοπήματος, προκειμένου, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 26/1/1936 και την ισοψηφία των δύο μεγάλων αστικών πολιτικών παρατάξεων, να μην σχηματισθεί κυβέρνηση, που θα στηρίζονταν στις ψήφους του Κ.Κ.Ε. Και στην συνέχεια, μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού Δεμερτζή, επιβάλοντας τον Ιωάννη Μεταξά, ως πρωθυπουργό, ο οποίος έλαβε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, με μόνη μειοψηφία την κοινοβουλευτική ομάδα του Κ.Κ.Ε. και τον νεαρό Γεώργιο Παπανδρέου, που καταψήφισαν την κυβέρνηση.

Οι τοποθετήσεις του Ιωάννη Μεταξά, ως πρωθυπουργού (αλλά και καιρό πριν αναλάβει αυτό το νευραλγικό αξίωμα) υπήρξαν, εξ αρχής, σαφείς και χωρίς επιφυλάξεις. Γνώριζε, πολύ καλά, ότι, στα επόμενα χρόνια, ο πόλεμος, ανάμεσα στους Βρετανούς και τους Γερμανούς, ήταν αναπόφευκτος, αφού η ναζιστική Γερμανία, ως αναθεωρητική δύναμη, αλλά και για λόγους εκδικήσεως, για την ήττα του 1918, θα έθετε ζητήματα καθοριστικών αλλαγών του status quo στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τα οποία, από ένα σημείο και μετά, οι Βρετανοί δεν θα μπορούσαν και δεν θα ήθελαν να ικανοποιήσουν. Γνώριζε, επίσης, ότι ο επερχόμενος πόλεμος θα ήταν πολύ περισσότερο καταστροφικός, σε σχέση, με εκείνον της περιόδου 1914 - 1918, λόγω της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης, στον τομέα των οπλικών συστημάτων, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με εκείνα του Πρώτου Πολέμου - κυρίως στον αέρα, αλλά και στην θάλασσα, όπως, επίσης και στην ξηρά.





Ιωάννης Μεταξάς (12/4/1871 - 29/1/941) : Ο οπαδός του φασισμού, που τον πολέμησε και βοήθησε, τα μέγιστα, στην τελική ήττα του Άξονα...



Με την άνοδό του στην εξουσία, σαν κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός, αρχικά, ο Ιωάννης Μεταξάς, αμέσως, μετά την κατάλυση του αστικοδημοκρατικού πολιτεύματος και την κήρυξη της δικτατορίας, εξέφρασε, ρητά και κατηγορηματικά, τις στρατηγικές του επιλογές, για συμμαχία με την βρετανική αυτοκρατορία, οι οποίες βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση, με τις πολιτικές και τις ιδεολογικές του επιλογές, όπως, επίσης, ήσαν σε αντίθεση και με την κατεύθυνση των οικονομικών δωσοληψιών της χώρας, αφού οι οικονομικές συναλλαγές, με την Γερμανία και η αντίστοιχη οικονομική επιρροή της μεγάλης αυτής χώρας είχαν ενισχυθεί, στο έπακρο και απείχαν, μακράν, του όγκου των συναλλαγών και της επιρροής των άλλων χωρών.

Έτσι, το φθινόπωρο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς, μιλώντας, σε κλειστή συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου, υπήρξε σαφής και κατηγορηματικός, ως προς τις προβλέψεις του, για τον επικείμενο ευρωπαϊκό πόλεμο και την στάση, την οποία θα κρατούσε αυτός, ως κυβερνήτης της χώρας :

"Αυτό που θα σας είπω δεν θα το ανακοινώσετε, εις κανένα. Προβλέπω πόλεμον, μεταξύ του Αγγλικού και του Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον, από τον προηγούμενον. Εις τον πόλεμον αυτόν, θα κάνω ό,τι ημπορώ, δια να μην εμπλακεί η Ελλάς, αλλά τούτο, δυστυχώς, θα είναι αδύνατον. Είναι περιττόν να σας είπω ότι η θέσις μας, εις την σύρραξιν αυτήν, θα είναι παρά το πλευρόν της Αγγλίας. Επαναλαμβάνω και πάλιν : Το τελευταίον αυτό, προπαντός, να μην εξέλθει της αιθούσης ταύτης."


Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο κατηγορηματικός, για τις στρατηγικές επιλογές, που είχε κάνει, ως προς τις στρατηγικές συμμαχίες της χώρας, όταν θα εμπλεκόταν στον επερχόμενο πόλεμο, στον οποίο, όσο και αν επιθυμούσε να μην εμπλακεί, δεν θα μπορούσε, όμως, να αποφύγει. Και οι επιλογές του αυτές οδηγούσαν την Ελλάδα στο βρετανικό στρατόπεδο και όχι στο στρατόπεδο των Γερμανών.


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28/10/1940


Αυτή η επιλογή του Ιωάννη Μεταξά δεν μπόρεσε, ποτέ, να γίνει αποδεκτή, ως μια φυσιολογική, αυτονόητη και αυτόβουλη επιλογή. Λίγο ή πολύ, παρουσιάζεται, ως μια εικονική, ως μια ανειλικρινής επιλογή, ως μια επιλογή, που δεν ήταν δική του, αλλά που του επιβλήθηκε, από άλλους, εξωτερικούς της βουλήσεώς του, παράγοντες. Όσα λένε οι σύγχρονοι καθεστωτικοί ιστορικοί - που αποδεικνύονται, ως ιδεολογικοποιημένοι ιστορικοί και ως εκ τούτου, συγγραφείς παραϊστορικών αφηγήσεων - Κωνσταντίνος Σβωλόπουλος και Γιώργος Μαργαρίτης, στο παραπάνω βίντεο είναι χαρακτηριστικά των παραϊστορικών απιθανογραφικών αφηγημάτων, που έχουν σωρευθεί και περνούν ως "αυθεντική ιστορία", γύρω από την στάση, τις πεποιθήσεις και την βούληση του Ιωάννη Μεταξά, που σχετίζονται με τις στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την απόφασή του, για την απόρριψη του ιταλικού τελεσίγραφου, στις 28 Οκτωβρίου του 1940, οποιοδήποτε περιεχόμενο και αν είχε και οποτεδήποτε και αν του το προσεκόμιζε ο πρεσβευτής της Ιταλίας Εμμανουέλε Γκράτσι.

Όποιος γνωρίζει τις απόψεις του Ιωάννη Μεταξά, για τον συσχετισμό των δυνάμεων, στον επικείμενο ευρωπαϊκό πόλεμο, ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και την βεβαιότητά του, για την γερμανική ήττα, ουδέποτε θα χαρακτήριζε, όπως πράττει ο Σβωλόπουλος, ως "περίεργη", την επιλογή του ηγέτη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου να συμπαραταχθεί, με την αστικοδημοκρατική Βρετανία και όχι με την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, ή την φασιστική Ιταλία. Επίσης, ουδέποτε θα κατέφευγε στην "κυριαρχία" του "πάρα πολύ αγγλόφιλου" Γεωργίου Β' και του παλατιού, στα ζητήματα του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής, προκειμένου να αιτιολογήσει τον φιλοβρετανικό στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, αφήνοντας να εννοηθεί - όπως κάνει ο Γιώργος Μαργαρίτης - ότι ο Ιωάννης Μεταξάς οδηγήθηκε, σε αυτές τις επιλογές, επειδή δεν ήταν αυτός, που καθόριζε τα ζητήματα του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής.



video

Σκηνές πολέμου, κατοχής και απελευθέρωσης, μέσα από τα ιταλικά, το γερμανικά και τα αμερικανικά αρχεία. Οι θυσίες του ελληνικού λαού υπήρξαν τεράστιες...



Φυσικά, όλα αυτά είναι ανοησίες.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, αφού διδάχθηκε, από τα λάθη του, κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου - οπότε είχε τυφλωθεί, από τις συναισθηματικές και τις πολιτικοϊδεολογικές του επιλογές, που συνδέονταν, με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α' και την Γερμανία, στην οποία σπούδασε και της οποίας υπήρξε πνευματικό τέκνο -, γέροντας, πια, στην δεκαετία του 1930, είχε την ωριμότητα και την ψυχραιμία να ξετυλίξει την αναμφισβήτητη στρατιωτική και γεωστρατηγική αναλυτική του ικανότητα και βάσει αυτής, να προβεί, στις ορθές προβλέψεις και στις αναγκαίες επιλογές, για την πορεία της χώρας και τις συμμαχίες της.

Ως εκ τούτου, δεν ήταν, πια, ένας απομονωμένος γερμανόφιλος, που υποτάχθηκε σε ένα αγγλόφιλο περιβάλλον. Ούτε ένας, κατ' ανάγκην, ένας περιστασιακός οπαδός της φιλοβρετανικής πολιτικής, που, με την πρώτη ευκαιρία, θα μπορούσε να αλλάξει στρατόπεδο. Ήταν ένας πολιτικός, εκ πεποιθήσεως, προσανατολισμένος στην φιλοβρετανική εξωτερική πολιτική, διότι η στρατηγική ανάλυση, την οποία έκανε και στην οποία πίστευε, στηριγμένος, σε ένα πλέγμα ορθοτομημένων εκτιμήσεων, του έδειχνε ότι, στην επερχόμενη σύγκρουση, νικήτρια θα ήταν, με τον ένα, ή τον άλλον τρόπο, η Βρετανία και ηττημένη η Γερμανία.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, λοιπόν, στην δεκαετία του 1930, δεν είχε συναισθηματικές, ή ιδεολογικές αγκυλώσεις. Μπορεί ο πολιτικοϊδεολογικός προσανατολισμός του να ήταν - και ήταν - αντικοινοβουλευτικός και φιλοφασιστικός, αλλά αυτό δεν τον καθιστούσε ένα όργανο του ιταλικού φασισμού, ή του γερμανικού ναζισμού. Όπως, επίσης και ο φιλοβρετανικός προσανατολισμός του δεν τον καθιστούσε υποχείριο των Βρετανών, σε όλη την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου και εν όσω ήταν ζωντανός, αφού, επανειλημμένως, αρνήθηκε την αποστολή μη ικανού αριθμού βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει να προκαλέσει, ανούσια, τον Adolf Hitler, στον βαθμό, που διερευνούσε την ισχνή, έως ανύπαρκτη, δυνατότητα αποφυγής εμπλοκής της Γερμανίας σε πόλεμο με την Ελλάδα, εν όσω η χώρα μας έδινε την μάχη, κατά των Ιταλών εισβολέων.

Το τραγικό στην όλη υπόθεση είναι ότι ορισμένοι αντίπαλοί του ουδέν εδιδάχθησαν από την πατριωτική στάση του Ιωάννη Μεταξά, αλλά και του βασιλιά Γεώργιου Β', μετά τον θάνατο του πρωθυπουργού του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Η περίπτωση του Νικόλαου Πλαστήρα είναι χαρακτηριστική, όπως περιγράφεται στο γράμμα του προς τον Κομνηνό Πυρομάγλου, το οποίο βρέθηκε, εντελώς, τυχαία, στο αρχείο του Ναπολέοντα Ζέρβα και δημοσιεύθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1997, στην εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ".

Το γράμμα αυτό γράφτηκε την εποχή της ήττας του ελληνικού στρατού, μετά την γερμανική εισβολή της 6/4/1941 και αποτελεί μνημείο, για το πού μπορεί να οδηγήσει έναν ικανό στρατιωτικό, η προσωπική εμπάθεια, η πολιτικοϊδεολογική τύφλωση και ο φανατισμός. Ο Νικόλαος Πλαστήρας έφθασε και ξεπέρασε τα όρια της προδοσίας, όπως προκύπτει από το ατιμωτικό περιεχόμενο αυτής της ιταμής επιστολής, την οποία παραθέτω, ως έχει :




Νικόλαος Πλαστήρας (17/11/1883 - 26/7/1953) : Από θαυμαστής του Benito Mussolini, σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου,  κατέληξε να είναι σφοδρός επικριτής της πατριωτικής στάσης του Ιωάννη Μεταξά, απέναντι στο ιταλικό τελεσίγραφο και προδότης...



“Νice, 21/4/1941
Αγαπητέ μου,

Αυτή την στιγμή έλαβα το γράμμα σου και σου απαντώ αμέσως. Η καταστροφή που ανέμενα με την ανόητον πολιτικήν που ηκολούθησαν οι ανεύθυνοι επήλθεν ήδη. Και είναι τόσο τραγική! Ο άθλιος βασιλεύς με την αθλιοτέραν σπείραν παραπαίουν, αφού αντικρύζομεν το πρωτάκουστον φαινόμενον εις την ιστορίαν των βασιλέων, να υποβιβάζη αυτός εαυτόν εις Πρόεδρον Κυβερνήσεως! Και κατέληξεν - όπως βλέπεις εις τας εφημερίδας - εις μίαν κυβέρνησιν της ελεεινοτάτης μορφής υπό τον Σακελαρίου! Και ο Τσουδερός! Τι θέλει;
Νομίζω πως εντός 4-5 ημερών θα καταληφθή και η Αθήνα γιατί δεν θα μπορέσουν να κρατηθούν ούτε στας Θερμοπύλας, αν και η θέση αυτή προσφέρεται για μια ακλόνητο άμυνα πολυχρόνιο. Φαντάζομαι ότι η υποχώρηση, η κάπως εσπευσμένη, των Άγγλων από την Λάρισα προς την Λαμία δεν θα επιτρέψη την κανονικήν υποχώρησιν της Ελληνικής Στρατιάς Καλαμπάκας – Πίνδου, η οποία αναγκασθείσα να υποχώρηση δια του ορεινού όγκου ων Αγράφων θα εγκατέλειπε ολόκληρον το βαρύ υλικόν, ως και τα τροχοφόρα. Κατόπιν αυτού τι άμυνα περιμένεις να γίνη; Πρέπει το ταχύτερον να συνθηκολογήσουν και θα γίνη αυτό θέλοντας ή μη.
Ως προς την αναχώρησή σου προς την Βηρυττό, εξέφρασα τη γνώμη απλώς και μόνο διότι τα επελθόντα γεγονότα ματαιώνουν την εκτέλεσιν των όσων είχαμε ειπεί. Και ήθελα μάλλον να σε απαλλάξω από μια συμφωνία που εκάναμε υπό άλλας συνθήκας και να ανάκτησης πλήρη την ελευθερία της σκέψεως. Αν νομίζης ότι πηγαίνοντας στην Βηρυττό δεν θα αποκλεισθής εκεί αλλά θα μπόρεσης εν ανάγκη να πας εις την Ελλάδα χωρίς να λάβης υπ’όψιν ενδεχομένας περιπτείας, τότε καλόν θα είναι να πηγαίνης εκεί, εφ’όσον εδώ εις τίποτε δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθής.
Τράβα λοιπόν και η τύχη μαζί σου. Ξέρεις τας σκέψεις μου, τας οποίας τας μεταδίδεις στους φίλους.
Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνη κυβέρνηση φιλογερμανική για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα τελείωνε και μετά τινάς μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον).

Πολλούς χαιρετισμούς στο ζεύγος Σαβίνη. Σου εύχομαι καλό ταξίδι και καλήν αντάμωσιν.
Με πολλήν αγάπην
Ν. Πλαστήρας.
Υ.Γ. Έλαβα και τα δεύτερα αντίτυπα της μεταφράσεως. Η μετάφραση είναι περίφημη, απέδωκες πληρέστατο πνεύμα, σε ευχαριστώ θερμότατα. Ο κ. Στεργιάδης μέχρι προχθές Σάββατον δεν έλαβε καμμίαν επιστολήν από την κ. Σάνου”.

Στεργιάδης, για τον οποίο γίνεται λόγος, δεν είναι άλλος από τον μοιραίο Αρμοστή της Σμύρνης, την εποχή του "συνωστισμού", τον φυγά Αριστείδη Στεργιάδη, ο οποίος, μετά την κατάκτηση, τον εμπρησμό και την καταστροφή της πόλης, από τον στρατό του Μουσταφά Κεμάλ, κατέφυγε στην Γαλλία, όπου και πέθανε, στην δεκαετία του 1950, χωρίς να τολμήσει να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα).


Αργότερα, μετά την δημοσίευση αυτής της επιστολής και συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1999, δημοσιεύτηκε και μία, ακόμη, πληροφορία (από τον απόστρατο ταξίαρχο και συγγραφέα Χαράλαμπο Νικολάου, στο περιοδικό "Στρατιωτική Ιστορία", τεύχος 32), προερχόμενη από τα γερμανικά αρχεία, σχετικά με την στάση του Πλαστήρα, την εποχή που η Γερμανία δεν είχε επιτεθεί στην Ελλάδα και ενώ, ακόμη, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν, εν ζωή. Στις αρχές του 1941, ο Νικόλαος Πλαστήρας, που διέμενε στην Γαλλία, μετά την αποτυχία του κινήματος της 1/3/1935, πλησίασε την γερμανική κατασκοπεία και πρότεινε να επέμβει η Γερμανία, για τον τερματισμό του ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ, παράλληλα, ζήτησε βοήθεια για να ανατρέψει τον Iωάννη Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο Β'. Μάλιστα, υποσχέθηκε ότι η Ελλάδα, κάτω από την δική του ηγεσία, θα συνεργαστεί στενά με τη Γερμανία, για τη δημιουργία της Νέας Τάξης στην Ευρώπη. Οι Γερμανοί, όμως, τον αγνόησαν, επειδή ήξεραν ότι δεν ασκούσε καμμία επιρροή στις εξελίξεις στην Ελλάδα.


Μέρες, που είναι, καλόν είναι όλα αυτά να τα έχουμε υπόψη μας. Διότι την προδοσία την αγάπησαν πολλοί. Κανένας, όμως, δεν αγάπησε τον προδότη. Και αν τον αγάπησε, αυτό το έπραξε, είτε διότι δεν γνώριζε και δεν γνωρίζει ότι είναι προδότης, είτε διότι είναι και ο ίδιος επιρρεπής, σε ανάλογες πράξεις...


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

"Το Δ.Ν.Τ. μιλάει για τα χρήματα των άλλων". (Η σύγκρουση ευρωζώνης και Δ.Ν.Τ. οδηγεί τους Σαμαρά - Βενιζέλο στην πλήρη υποταγή στους δανειστές και στην αδιέξοδη απόπειρα επιβολής ανελεύθερων λύσεων).



Γεργκ Άσμουσεν : "Το ΔΝΤ μιλάει για τα χρήματα των άλλων". Ο Γερμανός κεντροτραπεζίτης, που μπορεί να είναι ο επόμενος υπουργός Οικονομικών της χώρας του, δεν μπορούσε να είναι περισσότερο σαφής. Η ασφυκτική πίεση στην κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, με όπλο το καταθλιπτικό μέγεθος του ελληνικού δημόσιου χρέους (για το οποίο, βλακωδώς, ο ΓΑΠ, τον Απρίλιο του 2010, δεν κήρυξε στάση πληρωμών, αφού δεν είχε το κουράγιο να προχωρήσει στην εκτύπωση των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, προκειμένου να το αποπληρώσει) θα συνεχιστεί, ακάθεκτη και θα οδηγήσει τον ελληνικό κυβερνητικό συνεταιρισμό, στην υπογραφή ενός 3ου Μνημονίου, με νέους και δυσβάστακτους όρους και δεσμεύσεις...




Εδώ και καιρό έχει γίνει κατανοητό, στον πολύ κόσμο και εδώ και στο εξωτερικό, ότι αυτή η κυβέρνηση, εξ αιτίας της πολιτικής, που ακολουθεί και η οποία στηρίζεται, στην, πάση θυσία, επίτευξη ενός, έστω και πλασματικού, πρωτογενούς πλεονάσματος, έχει χάσει κάθε κοινωνική νομιμοποίηση. Από τον περασμένο Ιούνιο, μάλιστα, η άτακτη φυγή της ΔΗΜΑΡ κατέστησε σαφές και το γεγονός - που, με χίλια βάσανα, το σύστημα εξουσίας της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής ελίτ, προσπαθούσε να κρύψει - ότι η κυβέρνηση των Σαμαρά - Βενιζέλου έχασε και την όποια κολοβή πολιτική νομιμοποίηση είχε, αφού ήταν, πια, μια κυβέρνηση μιας τραγικής μειοψηφίας, η οποία είχε πλέον, ακρωτηριασθεί.

Σε αυτήν την κολοβομένη κυβέρνηση δεν έμεινε τίποτε περισσότερο, από κάποιες λαθροχειρίες, οι οποίες θα της επέτρεπαν να ελπίζει, στον οίκτο των δανειστών, που θα την βοηθούσαν, με μια αναδιάρθρωση - δηλαδή ενός γενναίου κουρέματος - του δυσβάστακτου δημόσιου χρέους της χώρας, μια χειρονομία, η οποία θα μπορούσε να γίνει, με την παρουσιάση ενός "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό του 2013, μια παρουσίαση, που θα μπορούσε να γίνει με μια "αναδιοργάνωση των αριθμών, έτσι ώστε αυτοί να πλησιάσουν κοντά στους στόχους, που έχουν τεθεί", όπως είπε τον περασμένο Αύγουστο, στον Γεργκ Άσμουσεν, ο Βαγγέλης Βενιζέλος.

Σε αυτή τους την προσπάθεια οι κυβερνητικοί εταίροι των Αθηνών, προσπαθούν να στηριχθούν, επιλεκτικά (το επιλεκτικό στοιχείο στις τοποθετήσεις των κυβερνητικών εταίρων, όσον αφορά τις θέσεις του ΔΝΤ, βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ επικροτούν την θέση του, για την μείωση του ύψους του ελληνικού δημόσιου χρέους, δεν δέχονται - τώρα, όσο το όλο θέμα βρίσκεται, ακόμη, σε επίπεδο συζητήσεων - εκείνες τις θέσεις του διεθνούς οργανισμού, οι οποίες αφορύν τα μέτρα λιτότητας, που απαιτεί, κατά την περίοδο 2014 - 2016) , στην βοήθεια του Δ.Ν.Τ., το οποίο έχει, παγίως, εκφράσει την άποψη ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος πρέπει να υποστεί ένα γενναίο κούρεμα, προκειμένου να σταθεί δυνατό να καταστεί διαχειρίσιμο. Έτσι, προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν το Δ.Ν.Τ., ως μοχλό πίεσης, έναντι των Ευρωπαίων, προκειμένου να επιτύχουν μια κάποια μείωση του ύψους του δημόσιου χρέους της χώρας, αφού αντιλαμβάνονται ότι η επιμήκυνση των λήξεων των δανείων και η μείωση των επιτοκίων είναι μέτρα, τα οποία είναι, εντελώς, ανεπαρκή και αλυσιτελή.

Φυσικά, οι ευρωζωνίτες - και ουσιαστικά οι Γερμανοί, που έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, στο θέμα αυτό - έχουν ξεκαθαρίσει τις θέσεις τους, ήδη, από την περίοδο της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας, στην Γερμανία.

Ναι στην μετατόπιση των λήξεων των δανείων. Ναι στην μείωση των επιτοκίων, εφ' όσον τον Απρίλιο του 2014 πιστοποιηθεί η ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό του 2013 και προφανώς και στο πρώτο τρίμηνο του 2014. Αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωθεί, κάπου, μέσα στο καλοκαίρι του 2014 και πέραν αυτών, ουδέν άλλο.

Κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους, υπό την μορφή άμεσης και μεγάλης μείωσης του ύψους του, δεν πρόκειται να υπάρξει. Οι ευρωζωνίτες, άλλωστε, θεωρούν ότι η επιμήκυνση των λήξεων των δανείων και η μείωση των επιτοκίων δανεισμού, λειτουργούν, ουσιαστικά, ως μηχανισμοί κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και σε έναν βαθμό, δεν έχουν άδικο.

Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται στο γεγονός ότι το κούρεμα του ύψους του ελληνικού δημόσιου χρέους, για το οποίο μιλάει το Δ.Ν.Τ., θα αφορά, πλέον, τις χώρες και τους θεσμούς της ευρωζώνης, αφού η συμμετοχή του "ιδιωτικού" τραπεζικού συστήματος έχει περιοριστεί, δραστικά, μετά από τα δύο κουρέματα, που έγιναν, μέσα στο 2012, με το PSI του περυσινού Μαρτίου και την επαναγορά ομολόγων του Δεκεμβρίου και στον βαθμό, που το κούρεμα δεν θα αφορά τα δάνεια του Δ.Ν.Τ., το οποίο ως προτιμησιακός δανειστής, είναι απαλλαγμένο από κάθε κούρεμα και θα λάβει όσα δάνεισε, εις ολόκληρον.

"Το Δ.Ν.Τ. μιλάει για τα χρήματα των άλλων, αφού έχει διασφαλίσει ότι θα πάρει τα δικά του χρήματα, πίσω", είναι η χαρακτηριστική ατάκα του
Jörg Assmusen, ο οποίος έδωσε τον τόνο στην γραμμή των ευρωζωνιτών και οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν πίσω, διότι, προφανώς, θέλουν να διασφαλίσουν ότι θα πάρουν τα χρήματά τους, πίσω - έστω, τουλάχιστον, το κεφάλαιο.

Έτσι, η παραπαίουσα δικομματική κυβέρνηση, δηλαδή η ομάδα των εντόπιων μπράβων των δανειστών, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι οι σκοποί των αφεντικών τους είναι σκοτεινοί και φυσικά, οι ευρωζωνίτες δανειστές, ουδόλως, συνυπολογίζουν, στα δεδομένα, που λαμβάνουν υπόψη τους, την τύχη των μπράβων τους, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι, μέσα από αυτήν την διαδικασία, είναι πολύ πιθανό να αφεθούν στην τύχη τους, γεγονός το οποίο θα σημάνει και την κατασπάραξή τους, από την ελληνική κοινωνία. Ακόμη, χειρότερα, μάλιστα, το κυβερνητικό διδυμο Σαμαρά - Βενιζέλου φοβάται ότι οι δανειστές έχουν λάβει, υπόψη τους, το ενδεχόμενο της κατασπάραξης των κυβερνητικών εταίρων και το έχουν αποδεχθεί, ψάχνοντας, είναι η αλήθεια, για εναλλακτικές λύσεις, αλλά και αποδεχόμενοι την πιθανότητα μιας απόλυτης χασούρας, στην ελληνική περίπτωση, στο μέτρο που τα, υπό διακινδύνευση, συμφέροντά τους, είναι, απείρως, μεγαλύτερα.

Με λίγα λόγια, όπως έχουμε πει, οι ευρωζωνίτες δανειστές δεν είναι διατεθειμένοι να χάσουν τα χρήματα, που έχουν βάλει και που θα βάλουν στην Ελλάδα. Είναι διατεθειμένοι να κάνουν σκόντο, στους τόκους, αλλά θέλουν να εξασφαλίσουν, τουλάχιστον, το κεφάλαιο. Ήδη, πλησιάζουν στον στόχο τους, που είναι η παύση της κάλυψης των πρωτογενών ελλειμμάτων του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού και φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι, τώρα, να κάνουν πίσω. Αυτό, που επιδιώκουν, είναι η επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, εάν είναι δυνατόν το 2013 και οπωσδήποτε, το 2014 και παράλληλα την μακροχρόνια και πολυετή σταθεροποίηση ενός μεγάλου, ή, έστω, ικανού πρωτογενούς πλεονάσματος, στους κρατικούς προϋπολογισμούς, που θα ακολουθήσουν, προκειμένου να αρχίσει η επιστροφή των δανεικών, που έχουν χορηγήσει και θα εξακολουθήσουν να χορηγούν. Και στην συνέχεια, τότε και μόνον τότε, να ακολουθήσει η επιστροφή του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές, για την αναχρηματοδότηση του ελληνικού κρατικού χρέους και την παύση της εξυπηρέτησής του, από τα δάνεια των ευρωζωνικών θεσμών.

Έτσι, είναι κατανοητό ότι οι δανειστές δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν στο ελληνικό κράτος να βγει, από την μέγγενη των Μνημονίων. Ουδέποτε, στην πραγματικότητα, ήσαν διατεθειμένοι για κάτι τέτοιο, όλα αυτά τα χρόνια - εκτός εάν τα πράγματα έφθαναν σε μια τέτοια ακραία κατάσταση, που τα κόστη θα ήσαν πολλαπλάσια του οφέλους τους. Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι οι εκβιασμοί και οι απειλές θα είναι το κύριο όπλο των δανειστών, απέναντι στους υποτακτικούς τους. Και το απόλυτο όπλο τους θα είναι, για μία ακόμη φορά, ο ανοικτός και απροσχημάτιστος εκβιασμός, για την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη, υπό την απειλή της οικονομικής ασφυξίας, με την πλήρη παύση παροχής ρευστότητας, από την Ε.Κ.Τ., γεγονός, το οποίο θα καταστήσει, εκτός συζήτησης, κάθε σκέψη για έξοδο στις αγορές προς δανεισμό.




Μπορούμε να απολαύσουμε, εδώ, ένα ακόμη απιθανογράφημα του παραληρηματικού Μιχάλη Γαργαλάκου, στην εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" της 13/10/2013. Ο απίστευτος Μιχαλάκης κοτσανολογεί, μπερδεύοντας και παραπληροφορώντας, γύρω από τα μεγέθη, με τα οποία - υποτίθεται ότι - καταπιάνεται. Έτσι, σαν άσχετος, συγχέει, αλλά και προφανώς, ενεργώντας, εκ του πονηρού, συγκρίνει το συνολικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, που έφθασε στο 13,6%, το 2009, με το υποτιθέμενο "πρωτογενές πλεόνασμα" του 2013, το οποίο ανεβάζει στα 400 εκατομ. ευρώ, ενώ είναι γνωστή η παράκληση του μπουχέσα Βενιζέλου, τον περασμένο Αύγουστο, προς τον Γεργκ Άσμουσεν, για μια "αναδιοργάνωση" των αριθμών του ελλείμματος, προκειμένου να "επιτευχθούν" οι στόχοι. Η ασχετοσύνη του σοσιαλνεοφιλελεύθερου δημοσιογράφου, που, στα αριστερά χρόνια της νεότητάς του, είχε το θράσος να προσφωνήσει τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, ως "προσωρινό πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ", φθάνει σε ένα τραγικό επίπεδο επίδειξης του διαπιστωμένου, ιστορικά, γεγονότος ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν και εξακολουθεί να παραμένει, πάντοτε, εκτός τόπου και χρόνου, αφού αναφέρει ένα τραγικό επιχείρημα, το οποίο βγαίνει μέσα από την αμάθεια και την φαντασιοπληξία του, λέγοντας ότι ο EFSF δανείζει το ελληνικό δημόσιο με επιτόκιο 15,5%!!! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και αστείρευτο το τρανταχτό γέλιο, που προκαλεί...



Υπ' αυτές τις δυσμενέστατες συνθήκες, οι κυβερνητικοί εταίροι (περισσότερο ο Αντώνης Σαμαράς και λιγότερο - έως καθόλου - ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ο οποίος, πολύ περισσότερο, από οποιονδήποτε άλλον, σκέπτεται και κινείται μέσα από την παραμορφωτική οπτική γωνία των ευρωπαϊστικών ιδεοληψιών, που κουβαλάει από νεανίας) θεωρούν - ή καμώνονται πως θεωρούν - ότι, ίσως, με την λήξη του δεύτερου Μνημονίου, τον Ιούνιο του 2014, θα μπορούσαν να αποπειραθούν να απευθυνθούν στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, έστω και με ένα επιτόκιο δανεισμού, το οποίο θα είναι απαγορευτικό και εφόσον ο δανεισμός ευδοκιμήσει, θα μπορούν να ισχυρισθούν ότι έδιωξαν την τρόϊκα και τους δανειστές.

Ανοησίες. Οποιαδήποτε απόπειρα δανεισμού θα είναι ανεπιτυχής. Θα σκοντάψει όχι μόνο στα υψηλά επίπεδα των επιτοκίων, τα οποία θα είναι άνω του 6,5%, για τα δεκαετή ομόλογα, αλλά και στην μικρή και ως εκ τούτου, ανεπαρκή προσφορά ποσών, προς δανεισμό. Αλλά, ακόμη και αν βρεθούν τα απαιτούμενα ποσά, για να αναχρηματοδοτήσουν το ελληνικό δημόσιο χρέος, που, όπως είπαμε, δεν αποτελείται, στην συντριπτική του πλειοψηφία, από ομολογιακά δάνεια, αλλά από δάνεια, τα οποία βρίσκονται στα χέρια των κρατών και των θεσμών της ευρωζώνης, η όλη προσπάθεια θα είναι θνησιγενής, αφού, πολύ γρήγορα, η επιτοκιακή επιβάρυνση θα είναι τέτοια, που θα φουσκώσει, αστραπιαία, τον όγκο και το μέγεθος του ελληνικού δημόσιου χρέους, καθιστώντας το και πάλι αδύνατο να εξυπηρετηθεί (χωρίς να λάβουμε υπόψη, τις επιπτώσεις, που θα υπάρξουν από την όποια χαλάρωση προκύψει,, από την παύση της άμεσης πίεσης της τρόϊκας των δανειστών).

Ας δούμε λίγο τα μεγέθη :

Το 2014 τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου φθάνουν τα 25 δισ. € ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι αγγίζουν τα 8,6 δισ. €. Έτσι, το σύνολο των ομολογιακών υποχρεώσεων της χώρας φθάνει στα 33,6 δισ. €. Οι δανειστές θα δώσουν τα 10,9 δισ. € (μέχρι τον Ιούνιο του 2014) και απαιτούν πρωτογενές πλεόνασμα, για το 2014, της τάξεως των 2,8 δισ. € το οποίο - εάν επιτευχθεί, κάτι που είναι αμφίβολο - θα πάει όλο στην εξυπηρέτηση του χρέους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 19,9 δισ. € και ακόμη περισσότερα, προκειμένου να καλύψει την αναχρηματοδότηση του χρέους του.

Το 2015 τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου φθάνουν τα 16,2 δισ. € δισ. € ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι αγγίζουν τα 9,6 δισ. €. Έτσι, το σύνολο των ομολογιακών υποχρεώσεων της χώρας φθάνει στα 25,8 δισ. €. Οι δανειστές δεν προβλέπεται να δώσουν κάτι, αφού το δεύτερο Μνημόνιο θα έχει λήξει και απαιτούν πρωτογενές πλεόνασμα, της τάξεως των 5,7 δισ. €, το οποίο - εάν επιτευχθεί, κάτι που είναι, εξαιρετικά, αμφίβολο - θα πάει όλο, ή κατά 70%, στην εξυπηρέτηση του χρέους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 20,1 δισ. € και ακόμη περισσότερα, προκειμένου να καλύψει την αναχρηματοδότηση του χρέους του.

Το 2016 τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου φθάνουν τα 7,1 δισ. € δισ. € ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι αγγίζουν τα 10,4 δισ. €. Έτσι, το σύνολο των ομολογιακών υποχρεώσεων της χώρας φθάνει στα 17,5 δισ. €. Οι δανειστές, όπως είπαμε, δεν προβλέπεται να δώσουν κάτι και απαιτούν πρωτογενές πλεόνασμα, της τάξεως των 9 δισ. €, το οποίο - εάν επιτευχθεί, κάτι που είναι απίθανο - θα πάει και αυτό, όλο, ή, περίπου, κατά 70%, στην εξυπηρέτηση του χρέους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 8,5 δισ. € και ακόμη περισσότερα, προκειμένου να καλύψει την αναχρηματοδότηση του χρέους του.

Το 2017 τα ληξιπρόθεσμα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου φθάνουν τα 7,8 δισ. € δισ. € ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι αγγίζουν τα 10,4 δισ. €. Έτσι, το σύνολο των ομολογιακών υποχρεώσεων της χώρας φθάνει στα 18,2 δισ. €. Οι δανειστές και πάλι, δεν προβλέπεται να δώσουν ο,τιδήποτε και απαιτούν πρωτογενές πλεόνασμα, της τάξεως των 9,4 δισ. €, το οποίο - εάν επιτευχθεί, κάτι που είναι απίθανο - θα πάει όλο, ή, περίπου, κατά 70%, στην εξυπηρέτηση του χρέους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να βρει 8,8 δισ. € και ακόμη περισσότερα, προκειμένου να καλύψει την αναχρηματοδότηση του χρέους του.

Με βάση τους αριθμούς, λοιπόν, το ελληνικό δημόσιο, εφ' όσον τα πρωτογενή πλεονάσματα επιτευχθούν (που δεν θα επιτευχθούν) θα πρέπει να βρεί, μέσα στην χρονική περίοδο 2014 - 2017, ποσά τα οποία να υπερβαίνουν τα 57,3 δισ. €, αφού αυτά δεν καλύπτονται από κάποιο Μνημόνιο. Ως εκ τούτου, πρέπει να βγει στις διεθνείς αγορές, για δανεισμό. Ως εκ τούτου, η όλη υπόθεση είναι για κλάματα. Δανειστές δεν θα βρει, για τα ποσά που θέλει, ή και αν βρει, το επιτόκιο θα είναι τέτοιο, που θα είναι απαγορευτικό. Και αν η όλη προσπάθεια γίνει, χωρίς την αποδοχή των ευρωζωνιτών δανειστών, τότε το επιτόκιο θα σπάσει κάθε ρεκόρ.

Έτσι, οι όποιοι "παλικαρισμοί", που διαρρέεται, από τα υπόγεια του Μαξίμου, ότι θα επιχειρηθούν, από την πλευρά των υποτακτικών των τοκογλύφων δανειστών, είναι κούφια λόγια. Αυτό το γνωρίζουν, πολύ καλά και οι δύο πλευρές. Η παρούσα δημοκρατικοφανής κυβέρνηση του καθεστώτος της αποικίας χρέους, όπως και όποια άλλη μαγειρεύεται στα παρασκήνια, δεν μπορεί να είναι, τίποτε περισσότερο, από ένα απλό και άβουλο εξάρτημα των δανειστών, το οποίο υπάρχει, απλώς και μόνο επειδή η βαριά κληρονομιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν επιτρέπει την αντικατάστασή της, από μια ανοικτή δικτατορία.

Αυτό που μένει, σε αυτή την κυβέρνηση των ανδρεικέλων των δανειστών, είναι η υποταγή, η πειθήνια εκτέλεση των εντολών των δανειστών, η πλήρης παράδοση στις ορέξεις και τις επιθυμίες τους και η, άνευ αντιλογίας, υπογραφή ενός νέου Μνημονίου, με την, εκ παραλλήλου, εφαρμογή βαρύτατων μέτρων, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι, που μόλις αναφέραμε, για να καλυφθούν τα σχετικά χρηματοδοτικά κενά, που δεν είναι άλλα, από αυτά της αναχρηματοδότησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, συν τις όποιες "αβαρίες" προκύψουν, από την εκτέλεση των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, κατά την προσεχή τετραετία 2014 - 2017.

Μια τέτοια κυβέρνηση, όμως, δεν μπορεί να είναι η, πλήρως, απονομιμοποιημένη κυβέρνηση των Σαμαρά - Βενιζέλου. Αλλά και δεν φαίνεται κάποια άλλη, που να είναι εφικτή, παρά το γεγονός ότι, στο παρασκήνιο, κουβεντιάζονται και σχεδιάζονται διάφορα, τα οποία φαίνεται ότι έχουν και την σιωπηρή - τουλάχιστον - έγκριση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.

Με δεδομένη την άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να στηρίξει το πρόγραμμα του Μνημονίου ("το μόνο πρόγραμμα, με δεδομένους και μετρήσιμους στόχους, που υπήρξε ποτέ, για την ελληνική οικονομία", όπως λέει, ηλιθιολογώντας, ο Γιάννης Στουρνάρας, αυτός ο απόλυτος φορέας της εθελούσιας ξενοδουλείας και του δωσιλογισμού, ο οποίος ξεχνάει, βέβαια, ότι και το πρόγραμμα των Γερμανών, για τους Εβραίους, στην εποχή των εθνικοσοσιαλιστών, με την γνωστή "τελική λύση", που σηματοδότησε, την εξόντωσή τους, ήταν το μόνο πρόγραμμα, για τον εβραϊκό πληθυσμό, που είχε και αυτό, δεδομένους και μετρήσιμους στόχους), οι δανειστές πασχίζουν να κρατήσουν όρθιους τους κατεδαφιζόμενους τωρινούς κυβερνήτες - ιδίως τον Αντώνη Σαμαρά, του οποίου το κόμμα έχει εισέλθει μέσα στον πολιτικό αποτεφρωτή του, με τελικό εξαγόμενο την στάχτη του - αρκεί αυτοί να είναι πειθαρχημένοι, στα παραγγέλματα.









Η "Αυγή" της 10/10/2013 αποκαλύπτει ένα μέρος από τα σχέδια, που κυοφορούνται, από την παιδική χαρά της Πολιτικής Άνοιξης, με την βοήθεια του Βαγγέλη Βενιζέλου και για τα οποία γίνεται εργώδης προσπάθεια, ώστε να προωθηθούν, με σκοπό να τεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλα κόμματα της Αριστεράς (για το Κ.Κ.Ε. δεν κάνω λόγο, διότι είναι κωμικό να υπολογίζει κάποιος ότι οι στουρνοσαμαράδες φοβούνται το σταλινικό απολίθωμα, το οποίο έχει καταστεί, εδώ και πολλά χρόνια, ένα ιδιότυπο καθεστωτικό κόμμα, εντελώς, ακίνδυνο και το οποίο είναι βασικός πυλώνας του συστήματος), αλλά, όχι μόνο της Αριστεράς, σε μια κατάσταση ημιπαρανομίας, που θα προσομοιάζει, με αυτήν της Χρυσής Αυγής. Η πληροφόρηση, που εμπεριέχεται, στο κείμενο του ανώνυμου "ειδικού συνεργάτη" της εφημερίδας, ο οποίος, προφανώς, είναι κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφές ότι έχει παρασχεθεί, μέσα από εκείνους τους κύκλους της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι θέλουν να σταματήσουν τέτοιου είδους πολιτικές πρακτικές. Οι κύκλοι αυτοί, που πρόσκεινται στον Κώστα Καραμανλή, όπως φαίνεται, από την γνωστή ερώτηση στην Βουλή του Άρη Σπηλιωτόπουλου, για τις παρακολουθήσεις της ΕΥΠ, στην περίπτωση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, αλλά και από τις απειλές του Ευάγγελου Αντώναρου, δεν πρόκειται να αφήσουν ήσυχο τον Αντώνη Σαμαρά να προβεί σε ανοικτή εκτροπή. Ο Σαμαράς και η παρέα του, θέλουν να βγάλουν, από το παιχνίδι, τον ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα, που αντιτίθεται στην δημοκρατική νομιμότητα. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Μπορεί, μεν, το πνεύμα να είναι πρόθυμο, αλλά η σαρξ είναι ασθενής. Πολύ ασθενής. Αν και σε αυτά τα πράγματα, ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος, αφού, τελικά, το θέμα εστιάζεται, στο ποιός θα κάνει την πρώτη κίνηση. Στο ποιός, δηλαδή, θα "μαντρώσει" τον άλλον...



Αλλά, με δεδομένο το βαρύτατο κοινωνικό και το πολιτικό κλίμα, που επικρατεί, στην ελληνική κοινωνία, η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να σταθεί, παρά μόνον με την, περαιτέρω, αλλοίωση των στοιχείων του πολυβιασμένου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και του καταλυθέντος, με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010, Συντάγματος της χώρας.

Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, ύστερα από το νέο αντισυνταγματικό πραξικόπημα, που έκανε, με την "καταδρομική" πολιτικοδικαστική επιχείρηση, για την διάλυση της Χρυσής Αυγής (και η οποία επιχείρηση, αν και προσωρινά, απλώς, περιόρισε, κάπως, τις χαίνουσες διαρροές της Νέας Δημοκρατίας, πρός το κόμμα των Ελλήνων ναζιστών, το μόνο, που κατάφερε, είναι να επαναφέρει το παραπαίον κόμμα, που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην δεύτερη θέση της προτίμησης του εκλογικού σώματος, από την τρίτη θέση, στην οποία είχε πέσει, πριν από το δικαστικό πραξικόπημα της 28-29 Σεπτεμβρίου του 2013), δεν θα σταματήσει εδώ.

Ο Αντώνης Σαμαράς και οι απελπισμένοι κουφιοκεφαλάκηδες της αλήστου μνήμης ΠΟΛΑΝ, που διαφεντεύουν την τύχη της Νέας Δημοκρατίας (ο μοιραίος σταλινοχρύσανθος και η παρέα του, στο Μαξίμου) θα επιχειρήσουν να καταστήσουν το πολίτευμα της δημοκρατικοφανούς αποικίας χρέους, που έχουν εγκαταστήσει, στην χώρα, οι δανειστές, ακόμη χειρότερο, από ό,τι είναι. Είναι διατεθειμένοι να το μετατρέψουν, σε κάτι ανάλογο, με το καθεστώς Ντυβαλιέ, στην Αϊτή, ή με το καθεστώς του Μάρκος στις Φιλιππίνες, ή, ακόμη και να εφαρμόσουν, κάτι ανάλογο, με τις πρακτικές Γέλτσιν, τον Οκτώβριο του 1993.

Οι προθέσεις του Αντώνη Σαμαρά, για την εγκαθίδρυση, ενός καθεστώτος, ακόμη, περισσότερο, κολοβομένης δημοκρατίας, με την ολική, ή μερική, απαγόρευση της ύπαρξης, ή/και της δράσης των κομμάτων, που δεν είναι αρεστά, όπως επίσης και της εκλογικής καθόδου των όποιων κομμάτων αποτελούν κίνδυνο για τον ίδιο, για το κόμμα του και για τους δανειστές, είναι σαφείς και παρούσες. Αλλά, από μόνες τους, δεν είναι αρκετές, αφού θα πρέπει, εκτός από επίορκους και βολικούς δικαστές, να βρει και πρόθυμους συνεργάτες, στα δυναμικά στηρίγματα του κράτους.

Αλλά, τέτοιους συνεργάτες είναι πολύ δύσκολο, έως απίθανο, να βρει. Αν και στην ζωή, ουδέν αποκλείεται...