Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Προς μια νέα ειδική σχέση της Βρετανίας, με την Ε.Ε, οδηγούν οι post Brexit νέες εξελίξεις. (Η διαδικασία της, σε slow motion, κατάρρευσης της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ομιχλώδεις αμερικανικές επιδιώξεις).




Brexit, λοιπόν! Πού οδηγούν, όμως, οδηγούν οι, post Brexit, εξελίξεις;

Η βρετανική κοινωνία, με βασικούς οδηγούς τους Άγγλους και τους Ουαλλούς, αποφάσισε, με μια πλειοψηφία, που έφθασε, στο 51,9% του εκλογικού σώματος, το οποίο προσήλθε, μαζικά, να ψηφίσει, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016, την έξοδο της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την ενορχηστρωμένη, επίμονη και συστηματική προσπάθεια της πλειοψηφίας της βρετανικής ελίτ, της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ευρώπης να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, η όποια αποτελεί την πιο επίσημη πιστοποίηση της χρεωκοπίας της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, μέσα από την έμπρακτη άσκησή της, όπως αυτή (κακώς και ψευδεπιγράφως) εκφράστηκε, με την τοξικοποιημένη, από την ευρωζώνη, Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην πραγματικότητα και παρά τα όσα η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία επιχείρησε να υποστηρίξει, η Βρετανία, με την απόφαση της αυτή, βρίσκεται, σε πλεονεκτική θέση, έναντι της Ε.Ε., η οποία, επωμιζόμενη το βαρύτατο άγος της ευρωζώνης, θα πρέπει να αποφασίσει, εάν θα ευτελίσει το ευρώ, ή εάν θα πάει, για διάλυση. Απλούστατα, η έλευση του Brexit καταστρέφει όλα τα σενάρια της καταστροφής, που έχουν προπαγανδιστεί. Υπάρχει ζωή και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή είναι, άλλωστε, η μεγαλύτερη "ζημιά", από όλα όσα ακολουθούν, ως αποτελέσματα και επιπτώσεις του Brexit.

Εννοείται, βέβαια, ότι μια τέτοια απόφαση δεν θα μπορούσε να είχε ληφθεί, από το βρετανικό εκλογικό σώμα, εάν η ελίτ της χώρας αυτής δεν έθετε, επί τάπητος το ζήτημα της παραμονής ή της εξόδου της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και φυσικά, η βρετανική ελίτ δεν θα έθετε αυτό το κεφαλαιώδες και στρατηγικής φύσεως ζήτημα, εάν και η ίδια δεν είχε διχαστεί, γύρω από αυτό.

Ως εκ τούτου, η ευθύνη της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 23/6/2016 δεν πέφτει, έτσι, απλά, όπως περιγράφεται, από τους παραζαλισμένους και πικραμένους οπαδούς της παραμονής της Βρετανίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στους ώμους του, υπό παραίτηση, συντηρητικού πρωθυπουργού David Cameron. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι εκείνος είναι, που πήρε την απόφαση - και το σχετικό ρίσκο -, για την διεξαγωγή του, παρά τους κινδύνους, που ελλόχευαν, να το χάσει, αφού ο ίδιος προέκρινε την οδό της παραμονής της Βρετανίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά το γεγονός ότι, τελικά, το διεξήγαγε, ενώ μπορούσε να το αποφύγει, επικαλούμενος την ευνοϊκή, για τις βρετανικές θέσεις, συμφωνία, με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές ελίτ, που πέτυχε τον περασμένο Φεβρουάριο, δείχνει ότι η τελική απόφαση δεν ήταν, απλώς και μόνον, δική του.

Είναι σαφές ότι ο David Cameron, δεν πήρε μόνος του την απόφαση, για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Με δεδομένο το κλίμα, που επικρατεί, στην βρετανική κοινωνία, γύρω από την, καταχρηστικώς και για, καθαρά, προπαγανδιστικούς λόγους, αποκαλούμενη, ως "Ευρώπη", δηλαδή, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν μπορούσε να υπολογίζει, σε μια σίγουρη (εύκολη, ή δύσκολη) νίκη των υποστηρικτών της παραμονής της χώρας του, στην Ε.Ε. Κάθε άλλο. Όλα τα δεδομένα, που είχε στα χέρια του, έδειχναν ότι ο δημοψηφισματικός αγώνας, για την επικράτηση της παραμονής της Βρετανίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν, εξαιρετικά, δύσκολος.

Ως εκ τούτου, αυτό που καθίσταται προφανές είναι ότι και ο ίδιος, αποδεχόμενος την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, άφησε ανοικτή την πόρτα, για την λήψη μιας αντίθετης απόφασης, από εκείνη, που ο ίδιος ευνοούσε. Οι βρετανικές κυβερνήσεις, συνήθως, όσον αφορά τα πολύ σοβαρά θέματα, που αφορούν τις στρατηγικές επιλογές της χώρας τους, δεν αγνοούν και δεν παρακάμπτουν το κλίμα και τις αντιπαραθέσεις, που διαπερνούν την ελίτ, στην οποία στηρίζονται.

Έτσι, ο David Cameron δεν θα προχωρούσε, στην διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, εάν η εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ δεν ήταν διχασμένη, ως προς το ερώτημα, που τέθηκε. Και πολύ περισσότερο, δεν θα το έπρατε, εάν και η ελίτ, που κατοικοεδρεύει, στην Ουάσινγκτων και η οποία συγκροτεί το βαθύ κράτος και τα συλλογικά συμφέροντα της αμερικανικής υπερδύναμης, δεν επιθυμούσε αυτή η πόρτα να μείνει ανοικτή, στην προοπτική της εξόδου της Βρετανίας, από την Ε.Ε.

Βέβαια, είναι πολύ νωρίς, ακόμη, για να αποτιμηθεί, στην ολότητά της, η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης και του αμερικανικού κατεστημένου, γύρω από αυτή την υπόθεση, αλλά καλόν είναι να έχουμε υπόψη μας και αυτόν τον πολύ σημαντικό παράγοντα. Και τούτο διότι, εάν η Ουάσινγκτων και η βρετανική ελίτ ήθελαν να κλείσει αυτή η υπόθεση, οπωσδήποτε, με την παραμονή της Βρετανίας, στην Ε.Ε., αυτό θα είχε συμβεί.

Ως εκ τούτου, οι όποιες δημόσιες τοποθετήσεις και δηλώσεις (για την ειλικρίνεια των οποίων δεν έχω καμμία αμφιβολία) του έγχρωμου αφεντικού των Ουκρανών ναζιστών, των σουνιτών τζιχαντιστών και των πάσης φύσεως και προελεύσεως μαφιόζων, που σε μερικούς μήνες απέρχεται και εγκαταλείπει την προεδρία των Η.Π.Α., μπορεί να λαμβάνονται υπόψη και μάλιστα, πολύ σοβαρά, αλλά δεν κλείνουν το ζήτημα της αμφίσημης στάσης και των επαμφοτεριζουσών επιδιώξεων του αμερικανικού κατεστημένου, απέναντι στο βρετανικό δημοψήφισμα, αλλά και την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φυσικά, θα περάσει πολύς καιρός και θα αργήσουμε να πληροφορηθούμε τα όσα διαδραματίστηκαν - και εξακολουθούν να διαδραματίζονται - στα παρασκήνια της διεθνούς πολιτικής και το πλήρες περιεχόμενο της στάσης και των επιδιώξεων της Ουάσινγκτων, μέσα στις οποίες, βέβαια, βρίσκεται και μια ποικίλη γκάμα ενεργειών, που αποσκοπούν, στην αποδυνάμωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, ένα μέρος από αυτές τις ενέργειες, τις ζήσαμε, πέρυσι, τέτοιον καιρό, στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, με πρωταγωνιστή τον Γιάννη Βαρουφάκη και το επιτελείο του. Μπορεί, τελικά, ο Αλέξης Τσίπρας να απενεργοποίησε ένα από τα πιο ακραία ενεργά σενάρια του αμερικανικού σχεδιασμού, για την αποδυνάμωση της ευρωζώνης και της Ε.Ε., με την απομάκρυνση του Βαρουφάκη, από το υπουργείο Οικονομικών και να υπέκυψε, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, αλλά δεν είναι αυτό, που έχει σημασία, για τους σχεδιασμούς των αμερικανικών ελίτ, αφού τα μέσα, οι τρόποι και οι μηχανισμοί, για την επίτευξη των στόχων τους, έχουν πολλές και ποικίλες διαστάσεις και μπορούν να εξυπηρετηθούν, από άλλους πρωταγωνιστές και από άλλες θέσεις.

Αυτό που είναι σίγουρο, είναι το ότι, εάν η Ουάσινγκτων δεν το ήθελε, το βρετανικό δημοψήφισμα δεν θα γινόταν. Και αν γινόταν, αυτό θα συνέβαινε, κάτω από άλλους όρους, οι οποίοι θα ευνοούσαν ένα άλλο αποτέλεσμα.

Έτσι, το δημοψήφισμα έγινε και φαίνεται ότι το αποτέλεσμά του απογοήτευσε την ηγεσία της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης, η πιθανή συνέχεια της οποίας, εάν η Hillary Clinton νικήσει τον Donald Trump και διαδεχθεί τον Barack Hussein Obama, στην προεδρία των Η.Π.Α., ίσως να προσπαθήσει να αποτρέψει, ή να μετριάσει τις επιπτώσεις του βρετανικού δημοψηφίσματος. Και σίγουρα θα το πράξει αυτή, η οποιαδήποτε άλλη, ιδιαίτερα, μάλιστα, για εκείνες τις πολύ σημαντικές και ευαίσθητες επιπτώσεις, που έχουν έναν δυσμενή στρατηγικό γεωπολιτικό χαρακτήρα, αφού, σε κάθε περίπτωση, η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί ενα σημαντικό κτύπημα, στην ευρύτερη εικόνα και επιρροή της Δύσης, ως ενιαίου στρατοπέδου, όσο χρήσιμη και αν είναι, στην Ουάσινγκτων, η διατήρηση της Ε.Ε., ως μιας ασύνδετης, χαλαρής και ως εκ τούτου, ευχερώς, χειραγωγίσιμης ψευδένωσης. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί, επειδή αυτό το δημοψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό, για το βρετανικό κοινοβούλιο. Ο χαρακτήρας του δημοψηφίσματος είναι συμβουλευτικός και θεωρητικά, οι Βρετανοί βουλευτές μπορούν να μην ψηφίσουν, υπέρ του Brexit.

Δεν θα το πράξουν. Όχι, μόνο, επειδή είναι διχασμένη η πολιτική ελίτ, στην οποία στηρίζονται, αλλά και επειδή οι Βρετανοί ψηφοφόροι είναι πολύ σοβαρότεροι των Ελλήνων και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα. Ως εκ τούτου, αυτό που θα συμβεί, δεν είναι τίποτε άλλο, από την κατάρτιση μιας συμφωνίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση, για μια νέα σχέση. Και σε αυτή την νέα κατάσταση, που θα δημιουργηθεί, η Ουάσινγκτων θα βρει τρόπους, για να ικανοποιηθεί - εάν δεν το έχει, ήδη, πράξει.

Αλλά, πέρα από τις όποιες ομιχλώδεις και υπόγειες επιδιώξεις της Ουάσινγκτων, αυτό, που έχει σημασία, είναι το γεγονός ότι το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016 πραγματοποιήθηκε και είχε, ως αποτέλεσμα, την υπερψήφιση της εξόδου της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από το εκλογικό σώμα, το οποίο προσήλθε μαζικά, στις κάλπες. Παρά τα όσα λέγονται, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να αγνοηθεί, από την βρετανική πολιτική τάξη, αυτή η απόφαση της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων.

Όποιοι και αν κυβερνήσουν, στα προσεχή χρόνια, την χώρα αυτή, δεν θα ακολουθήσουν την πολιτική του Αλέξη Τσίπρα και δεν πρόκειται να πετάξουν, στα σκουπίδια, την ψήφο των Βρετανών, υπέρ του Brexit. Η βρετανική ελίτ είναι διχασμένη, σε αυτό το θέμα και η στήριξη, στην πρόταση, υπέρ της εξόδου της Βρετανίας, από την Ε.Ε., είναι πολύ ισχυρή, ενώ η ίδια η βρετανική πολιτική τάξη είναι πολύ σοβαρή και φυσικά, δεν πρόκειται να πράξει όσα έπραξαν, πέρυσι, ο Αλέξης Τσίπρας και η ευρωλιγουρική νομενκλατούρα του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, όταν δηλαδή, μετέτρεψαν, σε "ΝΑΙ", την προτίμηση του 61% του εκλογικού σώματος, προς το "ΟΧΙ".

Ως εκ τούτου, αυτό, που θα διαπραγματευθούν οι διάδοχοι του David Cameron (τον οποίο δεν θα διαδεχθεί, τελικά, ο Boris Johnson, όπως ανακοίνωσε ο ίδιος και αυτό δεν πρέπει και δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο), με τους λοιπούς Ευρωπαίους εταίρους τους (δηλαδή, ουσιαστικά, με την Γερμανία και την Γαλλία) και με την ευρωγραφειοκρατία, είναι η διαμόρφωση μιας νέας, μιας ιδιότυπης ειδικής σχέσης της Βρετανίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα αντικαταστήσει το παρόν status quo της, εν μέσω εξαιρέσεων, συμμετοχής της χώρας αυτής, στην Ε.Ε.

Αυτό, που έχει σημασία, είναι η ανοικτή και απροσχημάτιστη, πλέον, διαπίστωση της, σε διαδικασία slow motion, κατάρρευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτού του, καταχρηστικώ τω λόγω, αποκαλούμενου, ως "ευρωπαϊκού οικοδομήματος", το οποίο προσβλήθηκε από την αθεράπευτη και θανατηφόρα τοξικότητα του ευρώ και της ζώνης του και οδεύει προς τον θάνατό του, τον οποίο ο George Soros χαρακτηρίζει, ως αναπόφευκτο.

Όσο και αν οι διάφοροι και ποικίλοι "ευρωπαϊστές" ολοφύρονται, ενώπιον των τραγικών, για τους ίδιους, εξελίξεων και φορτώνουν όλα τα "κρίματα", στον "λαϊκισμό" των αντιευρωπαϊστών και στην "αμάθεια" των εκλογέων, αφού κατά τον Martin Schultz, "οι Βρετανοί παραβίασαν, με την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 23/6/2016, τους κανόνες, διότι δεν είναι, στην φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αποφασίζουν τα πλήθη, για την τύχη της", στην πραγματικότητα, είναι, απολύτως, οι ίδιοι, που φταίνε, για τις δυσμενείς εξελίξεις, τις οποίες βιώνουν, αφού επέτρεψαν, ενθάρρυναν, αγωνίστηκαν και υπερασπίστηκαν, με πίστη και φανατισμό, την δημιουργία της ευρωζώνης, υπό το καθεστώς των τοξικών κανόνων μιας νομισματικής ένωσης, οι οποίοι, πάντοτε, σε όλες τις φάσεις της Ιστορίας, λειτούργησαν, ως διαλυτικά πλαίσια και μηχανισμοί καταστροφής.

Ως εκ τούτου, δεν είναι, καθόλου, τυχαία τα όσα συμβαίνουν σήμερα, με τους εκκωφαντικούς τριγμούς του αποκαλούμενου, ως ευρωπαϊκού οικοδομήματος, το οποίο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, θέλησε να μιμηθεί και να υιοθετήσει την χειρότερη γκάμα των μέτρων λιτότητας του παλαιού γνωστού πινοσετικού νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, το οποίο, στην περίπτωση της ευρωζώνης και της Ε.Ε., προσπαθούν να το συνταιριάξουν, με διάφορες νεοσυντηρητικές, έως και νεοσταλινικές ιδέες και πρακτικές.

Ως εκ τούτου, ουδείς πρόκειται και ουδείς πρέπει  να λυπηθεί, για την τύχη των "ευρωπαϊστών" μας. Άλλωστε, όπως, πολύ σωστά, έχει περιγράψει την τύχη των νεοφιλελεύθερων ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης και αυτοί, όπως και οι μαρξιστές, που βρέθηκαν ενώπιον των ερειπίων της ουτοπίας τους, θα βρεθούν ενώπιον των ερειπίων της δικής τους ουτοπίας, την οποία θα σαρώσουν οι τρομακτικοί αγώνες, που θα διεξαχθούν, στην διάρκεια του 21ου αιώνα και θα αφορούν την κατανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος.

Και φυσικά, αυτό, ήδη συμβαίνει...



Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

To Brexit, or not to Brexit? Η ταλάντευση της Βρετανίας, ανάμεσα στο "leave" και στο "remain" και η παρούσα τοξική (ψευδο)Ευρωπαϊκή Ένωση, που πρέπει να διαλυθεί.





Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε, τα δεδομένα της τωρινής προεκλογικής εκστρατείας, στην Βρετανία, πρέπει να προσέξουμε, ιδιαίτερα, και με πολύ μεγάλη προσοχή, τα στοιχεία, που προκύπτουν, από τον παραπάνω πίνακα, που αφορά την περίοδο 1950 - 2008. Ο πίνακας αυτός αποτελεί μια πολύ χρήσιμη και διαφωτιστική απόπειρα απεικόνισης της συγκριτικής εξέλιξης του βρετανικού ΑΕΠ, έτσι, όπως αυτό το μακροοικονομικό μέγεθος πραγματοποιήθηκε, κατά την χρονική αυτή περίοδο και έτσι όπως το ίδιο μακροοικονομικό μέγεθος θα είχε πραγματοποιηθεί, εάν η Βρετανία, δεν είχε ενταχθεί, το 1973, στην, τότε, Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, την τωρινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συνεχόμενη γραμμή του πίνακα περιγράφει την εξέλιξη του βρετανικού ΑΕΠ, έτσι, όπως αυτή πραγματοποιήθηκε, μέσα σε αυτή την χρονική περίοδο των 58 ετών, πριν και μετά την είσοδο της Βρετανίας, στην Ε.Ο.Κ. Η διακεκομμένη γραμμή απεικονίζει την μετρημένη εξέλιξη του βρετανικού ΑΕΠ, κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα, με την συνθετική, εικονικώς, πραγματική μεθοδολογία SCM, των Campos - Coricelli - Moretti. Σε αυτή την μεθοδολογία και στην μελέτη, που είχε γίνει, στα πλαίσια της αντιπαράθεσης, για το βρετανικό δημοψήφισμα, του οποίου η διεξαγωγή είχε, από καιρό, προαναγγελθεί, είχα αναφερθεί και στο παλαιό δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Η δανειακή σύμβαση, το Μνημόνιο, οι δυσχέρειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στην διαπραγμάτευση και οι φόβοι των ευρωζωνιτών, για μια ελληνική στάση πληρωμών εντός ευρωζώνης. (Η ανολοκλήρωτη ευρωπαϊκή ενοποίηση και το μοιραίο λάθος της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ/ΕΕ, σύμφωνα με την επιστημονική μελέτη των Ν. Campos, F. Coricelli και L. Moretti). 

Φυσικά, από τότε (Φεβρουάριος του 2015), τα δεδομένα δεν έχουν αλλάξει και τα συμπεράσματα αυτής της μελέτης, που είχε επεκταθεί, σε όλες, σχεδόν, τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχουν διαφοροποιηθεί και δεν έχουν, επαρκώς, αντικρουσθεί (ή, τουλάχιστον, δεν εγώ δεν έχω πληροφορηθεί την ύπαρξη κάποιας σοβαρής αντίκρουσής της). Και αυτή η διαπίστωση, προφανώς, έχει και διατηρεί την αξία της.

Όπως προκύπτει, από την σύγκριση της εξέλιξης του βρετανικού ΑΕΠ και στις δύο μετρήσεις - την πραγματική και την συνθετική, εικονικώς, πραγματική μέτρηση των τριών επιστημόνων -, κατά την περίοδο, πριν από την είσοδο της Βρετανίας, στην Ε.Ο.Κ./Ε.Ε. (1950 - 1973) υφίσταται μία ικανοποιητική ταύτιση, αφού, ουσιαστικά, μετρούν το ίδιο πράγμα, με τα ίδια δεδομένα.

Αυτό, που, επίσης, προκύπτει, ως διαπίστωση, από τον πίνακα, είναι ότι το βρετανικό ΑΕΠ, κατά την περίοδο, που ακολούθησε την ένταξη της Ε.Ε., στην Ε.Ο.Κ./Ε.Ε., έως το 2008, παρουσιάζει μια, άκρως, ικανοποιητική αύξηση, της τάξεως του 25%, σε σχέση, με το μέγεθος, που αυτό θα είχε, εάν η Βρετανία είχε μείνει, εκτός της Ε.Ο.Κ./Ε.Ε., όλο αυτό το χρονικό διάστημα.

Η τελευταία διαπίστωση, σε άλλους αρέσει και σε άλλους δεν αρέσει. Αλλά, με αυτά τα δεδομένα, είναι αυτή, που είναι. Και ως τέτοια, πρέπει να αντικρουσθεί, εάν μπορεί να αντικρουσθεί. Φυσικά, μπορεί να αντικρουσθεί, ως ένα, ακόμη, επιστημονικοφανές υποθετικό συμπέρασμα, το οποίο στηρίζεται, σε μη πραγματικά δεδομένα. Αλλά αυτό, από μόνο του, ως επιχείρημα, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται και κάτι περισσότερο, προκειμένου να αντικρουσθεί η επιχειρηματολογία, που προκύπτει, από την μεθοδολογική ανάλυση των Campos - Coricelli - Moretti, αφού είναι γνωστή η υποθετική βάση της μεθοδολογίας τους.

Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγουν οι τρεις μελετητές, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Βρετανία, φαίνεται να ωφελήθηκε, από την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

 Τί γυρεύουν, αλήθεια, οι Βρετανοί και (φαίνεται να) επιθυμούν να βγουν, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η συμμετοχή της Βρετανίας, σε αυτήν, συνοδευόμενη, από έναν, αρκετά, υπερμεγέθη και πολυπληθή αριθμό εξαιρέσεων, φαίνεται ότι, όχι, μόνο, δεν τους έβλαψε, αλλά, κατά το μάλλον, ή ήττον, τους ωφέλησε;

Με δεδομένη, μάλιστα, την, εξαιρετικής σημασίας, συμφωνία, που πέτυχε η κυβέρνηση του David Cameron, τον περασμένο Φεβρουάριο, με την οποία η Βρετανία οδηγείται, σε μια, a la carte, συμμετοχή της, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας τις νομικές δεσμεύσεις και τις Συνθήκες τηρεί, όσο και όπου η βρετανική ελίτ θέλει και την συμφέρει, ενώ δεν τις τηρεί, όταν αυτές αντιτίθενται, στα συμφέροντα του βρετανικού καπιταλιστικού σχηματισμού, αφού, με την συμφωνία αυτή η βρετανική κυβέρνηση επέβαλε, στους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους της, στην ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών και την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, την ανάκτηση της βρετανικής εθνικής κυριαρχίας, το, παραπάνω ερώτημα γίνεται, ακόμη, περισσότερο έντονο, ως προς την απορία, που εκφράζεται, από την ίδια την διατύπωσή του.

Ό,τι και να λέγεται, η αλήθεια είναι ότι το ερώτημα αυτό θα παραμείνει εκκρεμές, μέχρι το δημοψήφισμα της 23/6/2016. Με την διεξαγωγή του, το βρετανικό εκλογικό σώμα θα δώσει μια απάντηση, η οποία, όμως, δεν θα είναι οριστική. Το ερώτημα θα παραμείνει εκκρεμές και μετά την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά του. Είτε επικρατήσει το "remain", είτε πλειοψηφίσει το "leave", η όποια εταιρική σχέση Βρετανίας, με την Ε.Ε., θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης.

Από όσα έχουμε, στο παρελθόν, πει [ Where is the E.U. going? (Η προϊούσα αποδόμηση της Ε.Ε. και ο υπαρκτός κίνδυνος, για έναν μεγάλο πόλεμο, στην Ευρώπη. Μιά ανασκόπηση των τρεχουσών εξελίξεων, που αφορούν την ελληνική κρίση, τα δημοψηφίσματα, σε Ολλανδία και Βρετανία και την αντιπαράθεση ΝΑΤΟ - Ρωσίας, στην Βαλτική) ], καθίσταται φανερός ο λόγος, για τον οποίο, το ερώτημα αυτό, πέραν από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, με τους οποίους χειραγωγείται η βρετανική και η ευρωπαϊκή "κοινή γνώμη", θα μείνει εκκρεμές.

Η Βρετανία, ακόμη και αν το εκλογικό σώμα επιλέξει την παραμονή της χώρας, στην Ε.Ε., με την συμφωνία του περασμένου Φεβρουαρίου, ουσιαστικά, θέτει την σχέση της, με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια ερμαρφρόδιτη κατάσταση, κατά την οποία η παλαιά και ξεπεσμένη, πλέον, αυτοκρατορία, βρίσκεται, εντός και εκτός της Ε.Ε., για όσο και όπου το επιθυμεί. Και αυτό, με την συναίνεση των λοιπών Ευρωπαίων εταίρων της.

Στην ουσία, η Βρετανία έχει θέσει τον εαυτό της, εκτός της Ε.Ε. και έχει υποκαταστήσει την συμμετοχή της, στην τοξική αυτή ψευδένωση, με μια, sui generis, ειδική σχέση, η οποία, στην πράξη έχει καταστεί - και μετά την συμφωνία του περασμένου Φεβρουαρίου, θα καταστεί, ακόμη, περισσότερο - ετεροβαρής και θα λειτουργήσει, εις βάρος των άμεσων, αλλά και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων των λοιπών ευρωπαϊκών ελίτ.

Βέβαια, μια επικράτηση των υποστηρικτών της, a la carte, παραμονής της Βρετανίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα επιτρέψει, στις ευρωελίτ, να μπορούν να ισχυρίζονται ότι η ενότητα της Ε.Ε. ενισχύθηκε και σε επικοινωνιακό επίπεδο, δηλαδή, σε επίπεδο προπαγάνδας, ο ισχυρισμός αυτός θα έχει μια βασιμότητα, όμως, στην πραγματικότητα, η βασιμότητα αυτού του προπαγανδιστικού επιχειρήματος, είναι αναλώσιμη και πεπερασμένη, όπως, συνήθως, συμβαίνει, με όλα τα επιχειρήματα, που έχουν ένα τέτοιο περιεχόμενο.

Αυτή είναι η αλήθεια, για την σχέση Βρετανίας - Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από εκεί και πέρα, οποιαδήποτε πρόβλεψη, για την εξέλιξη των γεγονότων και του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της ερχόμενης Πέμπτης, είναι ένα εγχείρημα, το οποίο, όταν δεν αποτελεί μέρος του προεκλογικού αγώνα και των προπαγανδιστικών εκστρατειών των αντιπάλων και των, εκατέρωθεν, υποστηρικτών τους, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί, με νηφαλιότητα και με την αντικειμενικότητα, που απαιτείται. Είναι δεδομένο ότι το παιχνίδι, που εξελίσσεται, είναι πολύ μεγάλο και τα συμφέροντα, που έχουν επενδυθεί και από τις δύο μεριές της αντιπαράθεσης, είναι τόσο ισχυρά, που η ύπαρξή τους, δεν επιτρέπει μιαν έγκυρη αποτίμηση της κατάστασης.

Παρά την διαφαινόμενη υπεροχή των υποστηρικτών της εξόδου της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά την υποτιθέμενη ανακοπή της δυναμικής αυτής της υπεροχής, από το περιστατικό της δολοφονίας της βουλευτού των Εργατικών Jo Cox, από έναν ψυχοπαθή νεοναζιστή, στην πραγματικότητα, ουδέν έχει κριθεί, αφού όλα όσα περιγράφονται, από τις εταιρείες των δημοσκοπήσεων, αποτελούν και αυτά, μέρος του προεκλογικού αγώνα και συγκροτούν ένα πολύ σημαντικό επικοινωνιακό κομμάτι των προεκλογικών εκστρατειών των αντιπάλων παρατάξεων.

Στην ουσία, αυτό που θα μετρήσει, στην πράξη, είναι ο αριθμός των ψηφοφόρων, που θα συμμετάσχουν, στην ψηφοφορία, αφού το μέγεθος του τμήματος του πραγματικού εκλογικού σώματος, που θα συμμετάσχει, σε αυτήν, την ερχόμενη Πέμπτη θα προσδιορίσει και το αποτέλεσμα. Σε αυτό, άλλωστε, το κρίσιμο σημείο είναι που επικεντρώνονται οι εκλογικές καμπάνιες των δύο στρατοπέδων και σε αυτό το σημείο είναι που συγκεντρώνεται ο προβληματισμός των αποκαλούμενων, ως "ευρωπαϊστών", οι οποίοι, παραδοσιακά, στην Βρετανία, βρίσκονται, σε δύσκολη θέση. 

Οι Βρετανοί "ευρωπαϊστές" ιδιαίτερα, στο τωρινό δημοψήφισμα ξεκινούν, με ένα, όχι ασήμαντο, μειονέκτημα, το οποίο συγκεκριμενοποιείται, στην αδυναμία τους να πείσουν τον πληθυσμό ότι αξίζει να ψηφίσει, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό, μάλιστα, συμβαίνει, στην τωρινή χρονική στιγμή, που, πραγματικά, υπάρχουν πολλά και καθόλου ασήμαντα επιχειρήματα, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην Ε.Ε., τα οποία, μάλιστα, αποτελούν μια πολύ σημαντική κατάκτηση της συμφωνίας του περασμένου Φεβρουαρίου, αφού, με αυτή την συμφωνία, η κυβέρνηση του David Cameron τα πήρε, κυριολεκτικά, όλα, από τους Ευρωπαίους, οι οποίοι υποχώρησαν, σε όλες τις απαιτήσεις της βρετανικής κυβέρνησης, προκειμένου να κρατήσουν την Βρετανία - εικονικά, έστω -, στην (ψευδώς, αποκαλούμενη) Ένωση, αποδεχόμενοι την επανάκτηση της βρετανικής εθνικής κυριαρχίας, από το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο θα μπορεί, πλέον, να ψηφίζει νομοθετήματα, τα οποία θα αντιβαίνουν, στις ευρωπαϊκές οδηγίες και στα νομοθετήματα των Βρυξελλών. Παράλληλα,  μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει την πόρτα, ως προς την λήψη των αποφάσεων, από το μπατιροτραπεζικό σύστημα της Ε.Κ.Τ., στην Βρετανία και μετασχηματίζεται, από μια ένωση, η οποία έχει, ως επίσημο νόμισμά της, το ευρώ, σε μια πολυνομισματική ένωση, στην οποία όλα τα εθνικά νομίσματα είναι ισόκυρα και ισοδύναμα , με το ευρώ και δεν αντιμετωπίζονται, ως προσωρινές νομισματικές μονάδες, οι οποίες υπάρχουν, μέχρι να καταργηθούν, με την αντικατάστασή τους, από το ευρώ.

Αυτή η αδυναμία των Βρετανών "ευρωπαϊστών" να πείσουν το εκλογικό σώμα της χώρας τους, άλλωστε, είναι ο λόγος, για τον οποίο η προεκλογική εκστρατεία των οπαδών της a la carte παραμονής της Βρετανίας, στην Ε.Ε., είναι τόσο ασθενική, παρά το γεγονός ότι, η μεγίστη πλειοψηφία του κατεστημένου πολιτικού κόσμου (η πλειοψηφία της κυβέρνησης και του κόμματος των Συντηρητικών, το Εργατικό Κόμμα, οι Φιλελεύθεροι, οι Πράσινοι και ένα μέρος της Αριστεράς, που δεν συμμετέχει, στην Βουλή των Κοινοτήτων), τα εργατικά συνδικάτα και το City του Λονδίνου, υποστηρίζουν, με όλα τα μέσα, την αποτροπή του Brexit, το οποίο παρουσιάζουν, ως καταστροφή.

Ο βρετανικός πληθυσμός, σε ένα μεγάλο του τμήμα, δεν έχει πεισθεί, για την χρησιμότητα της παραμονής της Βρετανίας, στην Ε.Ε. και δεν φαίνεται διατεθειμένος να προσέλθει, στις κάλπες, για να την υποστηρίξει.

Ως εκ τούτου, οι υποστηρικτές της εξόδου της Βρετανίας, από την Ε.Ε., οι οποίοι εκφράζονται, από τον πρώην δήμαρχο του Λονδίνου Boris Johnson, ο οποίος είναι και ο επίδοξος διάδοχος του David Cameron, στην πρωθυπουργία και στην αρχηγία των Tories, εάν επικρατήσει η καμπάνια, υπέρ του Brexit και τον Nigel Farage του Κόμματος της Ανεξαρτησίας (UKIP), μπορούν να φαίνονται, ως πρωταγωνιστές και έτσι να κερδίζουν τις εντυπώσεις, αλλά και αυτή η διαπίστωση έχει τα δικά της όρια. Και φυσικά, όσο και αν οι υποστηρικτές της εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε., επιχειρούν να την καταστήσουν μια πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ότι οι εξελίξεις, που θα προκύψουν, από το βρετανικό δημοψήφισμα, είναι πιθανό να είναι διαφορετικές, ό,τι και αν λένε οι δημοσκοπήσεις, που παρουσιάζονται, στον βαθμό, που αυτές έχουν και στην Βρετανία (και μάλιστα, πολύ περισσότερο, στην Βρετανία) αποδειχθεί, ως εσφαλμένες και πολλές φορές έχουν καταλήξει να είναι, εντελώς, εξωπραγματικές.

Το ίδιο εξωπραγματικοί και ανόητοι είναι και οι ισχυρισμοί των υποστηρικτών της παραμονής της Βρετανίας, στην Ε.Ε., οι οποίοι προσπαθούν να περιγράψουν, το ενδεχόμενο του Brexit, ως μια σκέτη καταστροφή. Φυσικά, δεν πρόκειται να υπάρξει καμμία καταστροφή, για την Βρετανία, αφού η βρετανική οικονομία θα μπορέσει να λειτουργήσει, ως μαγνήτης κεφαλαίων, στα πλαίσια μιας ευρύτερης παγκόσμιας οικονομίας, η οποία, όντας, ήδη, ασταθής, θα πληγεί και από την αναταραχή, που θα προκύψει, στην ευρωζώνη, ως αποτέλεσμα και της βρετανικής εξόδου. Αυτό, που καθίσταται προφανές, είναι ότι η αύξηση των επιτοκίων της Τράπεζας της Αγγλίας, στα όρια του 1% (ή και περισσότερο), από το 0,5%, που είναι τώρα, θα επιτρέψει να υπάρξει μια σημαντική ροή κεφαλαίων, από την Ε.Ε., στο Λονδίνο, όσο η Ε.Κ.Τ. θα είναι υποχρεωμένη να κρατάει τα επιτόκιά της, στα επίπεδα του 0%.

Στην πραγματικότητα, αυτοί, που κινδυνεύουν, με καταστροφή, είναι η τεχνοδομή και τα στελέχη της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας, αφού, η έξοδος της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα διαλύσει την ακολουθούμενη συγκεντρωτική νομισματική και οικονομική πολιτική, την οποία έχουν επιβάλει η γερμανική κυβέρνηση, η μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Το Brexit θα επαναφέρει, εκ των πραγμάτων, προγράμματα οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, τα οποία θα υποστηρίζονται και θα ταιριάζουν, με τους εθνικούς σχεδιασμούς και φυσικά, θα θέσουν τα, επί μέρους, τμήματα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, υπό διάφορους εθνικούς ελέγχους, οι οποίοι δεν είναι συμβατοί, με τα συμφέροντα της μπατιροτραπεζοκρατίας.

Και φυσικά, το Brexit θα οδηγήσει, μια ώρα αρχύτερα, στο να σκάσουν οι εκκολαπτόμενες ωρολογιακές βόμβες, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Γαλλία, όπως και στην Ολλανδία, η οποία είναι πολύ προβληματικό, το εάν θα παραμείνει, στην ευρωζώνη και στην Ε.Ε., εάν η παραδοσιακή της σύμμαχος, η Βρετανία, εξέλθει, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ίδιο, άλλωστε, είναι πολύ πιθανό να συμβεί, σε διάφορες παραλλαγές, που θα αφορούν την απαίτηση, για την δημιουργία ειδικών σχέσεων, με την Ε.Ε., με την Τσεχία, την Σλοβακία, την Ουγγαρία και αργότερα, με την Πολωνία.

Καταστροφή, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει. Αλλά αυτή δεν θα αφορά την Βρετανία. Θα αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, οι οποίες, ως συνεταιρισμός και ως νομισματική ένωση ξέφτισαν και έχουν φάει, προ πολλού, τα ψωμιά τους.

Αυτή η Ε.Ε., με κυρίαρχο παράγοντα θανατηφόρας τοξικότητας την ευρωζώνη, αποτελεί το απόλυτο αδιέξοδο. Παλαιότερα, ως ένας απλός οικονομικός συνεταιρισμός, μπορούσε να είναι ανεκτή, αλλά, ως νομισματική και οικονομική ένωση, αποτελεί μια πλήρη, παταγώδη και φυσικά, καταστροφική αποτυχία. Ακόμη και οι Βρετανοί, που είναι εφεκτικοί, στην παραμονή της Βρετανίας, στην Ε.Ε., σαν τον David Cameron (ο οποίος, στην ουσία, ακολουθεί, απέναντι, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ίδια πολιτική, που ακολουθούσε και η Margaret Thatcher) και τους Εργατικούς, έχουν αντιληφθεί, αυτό το αδιέξοδο και γι' αυτό κρατούν τις πρέπουσες αποστάσεις, από την ευρωγραφειοκρατία και τις λοιπές ευρωελίτ, προσπαθώντας να αποσυνδέσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την, με βασανιστικά, αργό τρόπο, θνήσκουσα ευρωζώνη. Και προς το παρόν, το καταφέρνουν.

Ως εκ τούτου, αυτή η αποτυχία, πρέπει να εγκαταλειφθεί και να αναταχθεί, όπως συμβαίνει, συνήθως, σε ανάλογες περιπτώσεις. Αυτή η ανάταξη, για να πραγματοποιηθεί, απαιτεί την διάλυση
της τοξικής ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Και δυστυχώς και αυτής της παρούσας Ε.Ε., η οποία είχε, εξ αρχής τα θεμελιώδη κουσούρια και τις αδυναμίες της, αλλά, τώρα, έχει προσβληθεί και από την θανατηφόρα τοξικότητα της ευρωζώνης.

Το κύριο πρόβλημα, σε αυτή την αναγκαία διαδικασία βρίσκεται, στην αφελή προπαγανδιστική και ως εκ τούτου, αποπροσανατολιστική ταύτιση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, με την Ε.Ε. και (κυρίως) την ευρωζώνη.


Αυτή η ταύτιση είναι (ως προϊόν προπαγάνδας) ψευδής και καταστροφική, για την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας, την οποία η τοξική ευρωζώνη και η Ε.Ε., ως ενεργά θεσμικά εργαλεία, την δυσφημούν, διότι αυτά τα εργαλεία δεν είναι ενωτικά εργαλεία. Είναι, απολύτως, διχαστικά, όπως, η ιστορία των νομισματικών ενώσεων έχει, διαχρονικά, αποδείξει, ακόμη και σε εκείνες τις κοινωνίες, που τα ενοποιητικά στοιχεία επικρατούσαν και υπερέβαιναν, κατά πολύ των οποίων στοιχείων, που ευνοούσαν τις διαφοροποιήσεις.

Γι' αυτό, λοιπόν, η ευρωπαϊκή ενότητα, ως συγκροτημένη ιδέα και ως αναγκαιότητα, πρέπει να βρει άλλους τρόπους, άλλα μέσα και αλλά θεσμικά εργαλεία, μακριά από αυτά της παρακμιακής μπατιροτραπεζοκρατίας, για να εκφραστεί.


Το εάν και το πώς θα μπορέσει να λάβει χώρα μια τέτοια εξέλιξη, αποτελεί το ουσιώδες και είναι ζητούμενο. Και σε καμμία περίπτωση, δεν αποτελεί δεδομένο...

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Πού πάει η Γαλλία; Η γερμανική ελίτ στηρίζει την γαλλική, αλλά... (Ο θλιβερός "Hollandreou" και το Parti Socialiste Français καταρρέουν, ενώπιον των κοινωνικών αντιδράσεων, εισπράττοντας αυτό που τους αξίζει).


"Δεν θα ψηφίσουμε, ποτέ, το Σοσιαλιστικό Κόμμα", λέει η αφίσα των εξεγερμένων των γαλλικών πόλεων. Και δεν θα έχουν άδικο, που δεν θα το ψηφίσουν. Αντιθέτως, θα πράξουν, πολύ καλά...



Πού πάει η Γαλλία;

Το παλαιό πολιτικό σύστημα της μεγάλης αυτής χώρας καταρρέει και το ερώτημα, που, άμεσα και εκ των πραγμάτων, προκύπτει, είναι, το τί επίκειται και το τί θα ακολουθήσει, αυτήν την κατάρρευση, η οποία μπορεί, παραδοσιακά, να συσκοτίζεται, από την γαλλική εκλογική νομοθεσία, αλλά, όσον αφορά τις προεδρικές και τις βουλευτικές εκλογές, που θα γίνουν, σε λιγότερο, από έναν χρόνο, αυτή η στρέβλωση και ο επιδιωκόμενος αποπροσανατολισμός, είναι, σφοδρότατα, πιθανό να μην μπορέσουν να λειτουργήσουν.

Ότι η κατάσταση, στην Γαλλία, διαρκώς, επιδεινώνεται, όσο περνάει ο καιρός, γίνεται, όλο και πιο πολύ, φανερό και φυσικά, δεν κρύβεται, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των γαλλικών ΜΜΕ, να αποσιωπήσουν και να συγκαλύψουν το ενοχλητικό και επίμονο κύμα διαμαρτυρίας, που έχει, εδώ και μήνες, εξαπλωθεί, στην Γαλλία, ως αποτέλεσμα του κρυφού και σιωπηρού Μνημονίου, με το οποίο η κυβέρνηση των François Hollande και Manuel Valls, με κυρίαρχο εκτελεστή, τον υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης των Σοσιαλιστών, Emmanuel Macron, αυτό το πιστό και τυφλό όργανο της γαλλικής και της ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας, προσπαθεί να δέσει την γαλλική κοινωνία.

Ο François Hollande καταρρέει. Και μαζύ με την γελοιογραφική εικόνα του "Hollandreou", πνέει τα λοίσθια και το ιστορικό γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, που ανασύστησε ο François Mitterrand, το οποίο, πορεύεται και διανύει τον ίδιο δρόμο της περιθωριοποίησης και της πλήρους καταστροφής, που ακολούθησε, αποτελώντας ένα τυπικό υπόδειγμα, για το τί πρέπει να κάνει ένα κραταιό πολιτικό κόμμα, προκειμένου να καταφέρει να καταστραφεί, το ΠΑΣΟΚ, στα χρόνια του δυσφυούς και έχοντος άγνοια κινδύνου Γιώργου Παπανδρέου.

Κανείς δεν πρέπει και κανείς δεν πρόκειται να λυπηθεί, για την τύχη και των δύο. Ο François Hollande εφαρμόζει ένα πρόγραμμα, το οποίο είναι αντίθετο, από εκείνο, που επικαλέστηκε, προκειμένου να εκλεγεί, ενώ το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα στηρίζει τις επιλογές εκείνου, τον οποίο επέλεξε, για ηγέτη του. Ως εκ τούτου, η τύχη και των δύο είναι κοινή. Όπως κοινός είναι και ο δρόμος της απωλείας, τον οποίο βαδίζουν.

Αυτό το γνωρίζουν, πολύ καλά, αλλά ολοκληρώνοντας την (καθυστερημένη, ομολογουμένως) πορεία, προς την πλήρη πολιτικοϊδεολογική και κοινωνική αποστασία, έχουν αποκοπεί, πλέον, από τις παραδοσιακές κοινωνικές αναφορές τους, στα στρώματα της εργατικής τάξης και της ευρύτερης πλειοψηφίας της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της μισθωτής εργασίας.

Αυτή την πορεία την οποία, πολύ νωρίτερα, είχαν ολοκληρώσει τα άλλα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που είναι ενταγμένα, στην Σοσιαλιστική Διεθνή, την ακολουθούν και οι Γάλλοι σοσιαλιστές, με αποτέλεσμα να λειτουργούν, ως νεοτζιχαντιστές φονταμενταλιστές, που δρουν, ευρισκόμενοι στην υπηρεσία των συμφερόντων, που εκφράζουν οι εκπρόσωποι των μεγάλων εντόπιων και πολυεθνικών καπιταλιστικών ομίλων, της τεχνοδομής της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας και φυσικά, της γερμανικής ελίτ, η οποία στηρίζει, με νύχια και με δόντια και με συνεχόμενες τεχνητές αναπνοές την γαλλική οικονομία, που έχει περιέλθει, σε κατάσταση καταστολής και διασωλήνωσης, ως αποτέλεσμα της εισόδου της, στην ευρωζώνη, η οποία, άλλωστε, οφείλει την ύπαρξή της, στην επιμονή της γαλλικής ελίτ, που, ανοήτως, πίστευε ότι, έτσι, θα μπορούσε να ελέγξει τον ανερχόμενο γερμανικό δυναμισμό.

Δυστυχώς, για την γαλλική ελίτ, η αλήθεια, που ήταν φυσικό και αναμενόμενο να αναδείξει και την οποία ανέδειξε η πραγματικότητα, την οποία διαμόρφωσε το θεσμικό συγκρότημα της ευρωζώνης, είναι ότι η Γαλλία δεν μπορούσε να ανακόψει τον γερμανικό δυναμισμό. Η γαλλική οικονομία, στα πλαίσια της ευρωζώνης έχει υποστεί μια πολλαπλή, διαρκή και εντεινόμενη υποβάθμιση, για να καταστεί ένα υποχείριο και ένα όπλο εκβιασμού, στα χέρια των γερμανικών ελίτ, της γερμανικής μπατιροτραπεζοκρατίας και της γερμανικής κυβέρνησης, οι οποίες μπορεί να στηρίζουν, με νύχια και με δόντια την γαλλική οικονομία, από τις επιθέσεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά απαιτούν οδυνηρά ανταλλάγματα, από τον γαλλικό πληθυσμό, με την εφαρμογή ενός άτυπου, αλλά, παράλληλα και ουσιαστικού Μνημονίου, με πρωτεργάτη την γαλλική κυβέρνηση.

Και αν ένα επίσημο Μνημόνιο, όπως και οι προβλέψεις, που περιέχονται, στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το αποκαλούμενο και ως "Σύμφωνο Σταθερότητας", δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν, στην Γαλλία, επειδή "είναι η Γαλλία", όπως, κυνικά, μιλώντας, είπε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker, τελικά, εφαρμόζεται, αντί ενός επισημοποιημένου Μνημόνιου, το συμφωνημένο, στα παρασκήνια, άτυπο Μνημόνιο, με πρωτοβουλία της ίδιας της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία ενεργεί και λειτουργεί, στα πλαίσια των παραγγελιών, που προέρχονται και ζητούνται, από το Δ.Ν.Τ. και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η παραπαίουσα και παρακμάζουσα γαλλική ελίτ αποφάσισε να αγνοήσει τις αντιδράσεις του γαλλικού πληθυσμού, ο οποίος εξακολουθεί να μένει, κάτω από την βαριά ιστορική επιρροή των κοινωνικοαπελευθερωτικών παραδόσεων των επαναστατικών κινημάτων του 1789 και του 1871, αλλά και του ασθενικού απόηχού τους, έτσι όπως αυτός εκδηλώθηκε το 1968. 

Η τρομοκρατημένη γαλλική ελίτ, με εκφραστές την κυβέρνηση του οπερετικού, οιονεί, πολιτικοϊδεολογικού αποστάτη François Hollande, και τους ομοίους του, που αποτελούν την αρτηριοσκληρωτική και νεοσυντηρητική νομενκλατούρα του θνήσκοντος γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το πράττει, εν πλήρει επιγνώσει των άμεσων κινδύνων, που αντιμετωπίζει, αλλά, γνωρίζοντας, μέσα από την ίδια ιστορική εμπειρία, τα αδιέξοδα, στα οποία ενεπλάκησαν οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις και οι σύστοιχες διαστρωματώσεις όλων των διαχρονικών εκδοχών της γαλλικής κοινωνίας, ελπίζει ότι όλη η διαδικασία της όποιας κοινωνικής αναταραχής, θα μπορέσει να ελεγχθεί και ότι, στο τέλος, "η τάξη θα βασιλεύσει, στο Παρίσι".





Όμως, η διακινδύνευση και το ρίσκο, που αναλαμβάνει η γαλλική κυβέρνηση και οι ταξικοί εργοδότες και πάτρωνές της, με αιχμή του δόρατος την γαλλική μπατιροτραπεζοκρατία και τον φυτευτό και εγκάθετό της, σε αυτή την κυβέρνηση (περί του "αυγουλά" υπουργού Οικονομικών Emmanuel Macron, ο λόγος), αποτελούν μεγέθη, τα οποία αποδεικνύονται πολύ μεγάλα και μη διαχειρίσιμα, ακόμη και αν - και όταν - οι επίμονες και διαρκείς κινηματικές αντιδράσεις αυτού του μεγάλου τμήματος της γαλλικής κοινωνίας, που αντιδρά και κινητοποιείται, στα μνημονιακά μέτρα της κυβέρνησης των Σοσιαλιστών, στον χώρο της αγοράς εργασίας, κοπάσουν.

Δεν είναι, μόνο, η απειλή της κοινωνικής και της πολιτικής εξαφάνισης, που επικρέμαται, πάνω από το Parti Socialiste Français. Αυτό είναι κάτι, που η γαλλική ελίτ και οι επαγγελματίες πολιτικάντηδες αυτού του κομματικού χώρου, μπορούν, κάλλιστα, να το αποδεχθούν. Εδώ, είναι το σύνολο του κατεστημένου γαλλικού πολιτικού κόσμου, που κινδυνεύει να αφανισθεί. Και αυτό είναι, που κινητοποιεί τους χειρότερους φόβους, στα μέλη αυτής της ελίτ, η οποία φαίνεται να έχει παραδοθεί, περίπου, πλήρως, στις επιταγές της γερμανικής κυβέρνησης.

Η παράδοση αυτή δεν είναι τυχαία.

Οι σύγχρονοι εκφραστές της πολιτικής του αλήστου μνήμης Pierre Laval, οι οποίοι - για να παραφράσουμε την παροιμιώδη έκφραση του παλαιού δωσίλογου πολιτικού, που καταδικάστηκε, σε θάνατο και εκτελέστηκε, μετά το πέρας της γερμανικής κατοχής - πό, εδώ και στο εξής, αναζητούν τους φίλους τους, μόνον, ανάμεσα στους Γερμανούς", πράττουν όσα πράττουν, διότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό, με την ευρωζώνη, έχουν γκρεμίσει την γαλλική παραγωγή και την γαλλική οικονομία, οι οποίες έχουν κατρακυλήσει και έχουν χάσει σημαντικές θέσεις, μέσα στα πλαίσια της διεξαγωγής του διεθνούς εμπορίου.

Ούτε και αυτή η φορά των πραγμάτων και των εξελίξεων υπήρξε κάτι τυχαίο.

Η γαλλική οικονομία δεν μπορούσε και εν τέλει, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τον γερμανικό και τον ευρύτερο βορειοευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Όπως, επίσης, δεν μπορούσε να καταφέρει και τελικά, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τον ευρύτερο ανταγωνισμό των εξωευρωπαϊκών εξαγωγικών μεγάλων δυνάμεων, που ανέδειξε η έκρηξη του παγκόσμιου εμπορίου.

Πολύ περισσότερο, η γαλλική οικονομία δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την μεγάλη συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου και δεν κατάφερε να διαχειρισθεί τις τεράστιες επιπτώσεις αυτής της συρρίκνωσης, η οποία προέκυψε, ως αποτέλεσμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και της σύστοιχης βαθιάς διεθνούς οικονομικής ύφεσης, που ακολούθησε, από τον Σεπτέμβριο του 2008 και μετά και η οποία, εντός των πλαισίων της λειτουργίας των εύθραυστων και εξωπραγματικών θεσμών της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, ήταν φυσικό και επόμενο να λάβει τις διαστάσεις μιας πολύ σοβαρής οικονομικής κρίσης, ως αποτέλεσμα της ανεπίσημης και ήκιστα, συγκαλυμμένης, πλην όμως, ουσιαστικής και εν τοις πράγμασι, λειτουργικής χρεωκοπίας της ευρωζώνης.

Όμως, αυτή την διαχείριση και την αντιμετώπιση της ουσιαστικής χρεωκοπίας, ενώπιον της οποίας βρέθηκε το γαλλικό κράτος και η γαλλική οικονομία, που δεν μπορούσαν να κάνουν οι γαλλικές ελίτ, ανέλαβε να διεκπεραιώσει η γερμανική κυβέρνηση και οι γερμανικές ελίτ, οι οποίες, συστηματικά και επίμονα, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από το 2008, στήριξαν και στηρίζουν, μέσω της Bundesbank και όλων των άλλων θεσμικών εργαλείων, που χρειάζονται, την γαλλική οικονομία και το γαλλικό κράτος, διατηρώντας τα επιτόκια του γαλλικού δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού, πολύ χαμηλότερα, από τα πραγματικά τους επίπεδα.

Έτσι, για παράδειγμα, τα τωρινά επιτόκια δανεισμού των ομολόγων, δεκαετούς διάρκειας, του γαλλικού κράτους, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, κυμαίνονται, στα επίπεδα του 0,395% και στις 36,1 μονάδες βάσης, ακριβώς, επειδή έχουν την άτυπη, αλλά και συνάμα, ουσιαστική και πραγματική στήριξη της Bundesbank, του γερμανικού κράτους και των γερμανικών ελίτ και φυσικά της Ε.Κ.Τ., που, στο σύνολό τους, έχουν αναλάβει το - ουδόλως, αμελητέο - βάρος της συστηματικής και επίμονης στήριξης της γαλλικής οικονομίας, προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση χρέους, στις αρχές του 2010, ήταν η Γαλλία του Nicolas Sarkozy, που υποχρέωσε την Γερμανία της Angela Merkel, να αποδεχθεί τον προχειροστημένο "μηχανισμό στήριξης", για την ελληνική οικονομία, ο οποίος, στην πραγματικότητα, ήταν ένας μηχανισμός στήριξης των γαλλικών τραπεζών, οι οποίες είχαν εκτεθεί, στον ελληνικό δημόσιο δανεισμό, μέσα από την αγορά των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που τους είχε φορτώσει η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία.

Και όλα αυτά όλοι αυτοί, που κατοικοεδρεύουν, στο Βερολίνο και στην Φραγκφούρτη, τα έπραξαν και τα πράττουν διότι, όπως, ορθότατα, λέει ο Jean-Claude Juncker : "Η Γαλλία είναι η Γαλλία". Και η Γαλλία δεν μπορεί να αγνοηθεί, χωρίς να υπάρξει βαρύτατο οικονομικό και κυρίως, πολιτικό και στρατηγικό κόστος, αφού η Γερμανία, δεν μπορεί να υπάρξει, έτσι όπως είναι και έτσι όπως διαμορφώθηκε, μετά τον παλαιό Ψυχρό Πόλεμο, χωρίς την Γαλλία.

Αλλά και για την Γαλλία, όλα αυτά δεν γίνονται ανέξοδα. Σε αντάλλαγμα όλων των παραπάνω, η γαλλική ελίτ και η κυβέρνηση του θλιβερού "Hollandreou", που την εκπροσωπεί, έχουν αναλάβει την εφαρμογή του άτυπου, αλλά και επίσης, ουσιαστικού και πραγματικού Μνημονίου, που τους έχει υποδειχθεί, "συμβουλευτικά", από την τεχνοδομική γραφειοκρατία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στα εργασιακά και στα δημοσιονομικά.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η πραγματική βάση της κοινωνικής και της πολιτικής σύγκρουσης, που διατρέχει το σύνολο της κοινωνικής βάσης της γαλλικής αριστεράς, αλλά και ευρύτερα, της γαλλικής κοινωνίας, με τις διαρκείς, επίμονες και συστηματικές κινητοποιήσεις ενός μεγάλου πλήθους Γάλλων πολιτών, μεταξύ των οποίων εκείνοι, που πρωτοστατούν, είναι οι νέοι.

Σε αυτό το πολύ ευαίσθητο σημείο, εντοπίζονται οι δυσμενείς και οι πολύ κακές προοπτικές, που αντιμετωπίζει ο "Hollandreou", η κυβέρνησή του και το κόμμα τους, το P.S.F. Και τούτο διότι, ακόμη και αν καταφέρουν να αντιμετωπίσουν, τώρα, το εκρηκτικό κύμα των διαμαρτυριών, των απεργιών και των κινητοποιήσεων, όλα αυτά θα τα βρουν μπροστά τους.

Αυτό, που, για μένα αποτελεί μια βεβαιότητα, είναι το ότι η γαλλική κοινωνία δεν πρόκειται να συγχωρήσει τον Γάλλο πρόεδρο και το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Θα τους στείλει, στα αζήτητα και πιθανότατα, θα τους εξαφανίσει, αφού, προηγουμένως, ουδόλως, αποκλείεται να υποχρεώσει τον γελοιογραφικό François Hollande, στην ταπεινωτική πράξη του, αν και είναι, εν ενεργεία, πρόεδρος, να μην υποβάλει νέα υποψηφιότητα, για το τωρινό του αξίωμα, στις εκλογές του επόμενου χρόνου.

Με μια "δημοτικότητα", η οποία, τώρα, καταμετράται, στο 14%, ένα ποσοστό, το οποίο ουδείς άλλος πρόεδρος έχει καταγράψει - ούτε καν, πριν από πέντε χρόνια, ο Nicolas Sarkozy -, η τύχη του François Hollande φαίνεται και είναι προδιαγεγραμμένη, είτε κατέβει, είτε δεν κατέβει, στις προεδρικές εκλογές του 2016. Ο François Hollande, είτε θα εξευτελισθεί, είτε θα συντριβεί. Αλλά, σε καμμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιβιώσει, πολιτικά. Και φυσικά, θα πάρει, μαζύ του, στον πολιτικό του θάνατο και το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Οπότε, με δεδομένη την πολιτική εξαφάνιση του François Hollande, ο οποίος καταπρόδωσε, χωρίς αρχές όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις του, αρχής γενομένης, με την ταχεία ψήφιση του Δημοσιονομικού Συμφώνου Σταθερότητας, αμέσως, μετά την εκλογή του, τον Μάϊο του 2012, παρά το γεγονός ότι είχε, δημόσια, δεσμευθεί ότι δεν πρόκειται να το αποδεχθεί και να το ψηφίσει και με δεδομένο το γεγονός ότι είχε δεσμευθεί, επίσης, με μια, εντελώς, διαφορετική ατζέντα, από τα νεοσυντηρητικά και νεοφιλελεύθερα μέτρα, που ψήφισε και εξακολουθεί να ψηφίζει και να θέτει, σε εφαρμογή, με προεδρικά διατάγματα, εφαρμόζοντας έναν "ήπιο" οικονομικό πινοσετισμό, το αρχικό ερώτημα παραμένει :

Πού πάει η Γαλλία;

Είναι πολύ νωρίς, για να μπορέσουμε να καταλήξουμε, σε ένα συμπέρασμα. Η χώρα αυτή και ο πληθυσμός της εξακολουθούν, πάντοτε, να μας εκπλήσσουν, όσον αφορά τα κοινωνικά δρώμενα και τις εξελίξεις. Αυτό, που αποτελεί δεδομένο, είναι ότι η κοινωνική κατάσταση είναι και θα εξακολουθήσει να παραμένει, εντελώς ρευστή, δίνοντας ένα σημαντικό πλεονέκτημα, στην Marine Le Pen και στο κόμμα της, το "Εθνικό Μέτωπο", εξ αιτίας της πολυδιάσπασης της γαλλικής αριστεράς και της συστημικής, πλέον, αδυναμίας της γαλλικής κεντροδεξιάς, η οποία έχει αναλάβει το βαρύτατο έργο της υπεράσπισης των πολιτικών, που στηρίζουν το ευρώ και την ζώνη του.

Ως εκ τούτου, δεν έχουμε να κάνουμε, τίποτε άλλο από το να περιμένουμε, για να δούμε. Και φυσικά, αυτό, που θα δούμε, θα έχει τεράστιο ενδιαφέρον, αφού η εργασιακή απορρύθμιση, που προωθούν ο "Hollandreou" και οι Γάλλοι Σοσιαλιστές οδηγεί την κοινωνία της χώρας τους, σε έκρηξη, καθιστώντας τους ίδιους είδη, υπό εξαφάνιση, παρά την συστηματική και επίμονη στήριξη, που απολαμβάνουν, από όλα τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης.

Αλλά "το πεπρωμένον, φυγείν, αδύνατον". Ο "Hollandreou" και το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα καταρρέουν, ενώπιον των κοινωνικών αντιδράσεων και απλώς, εισπράττουν αυτό, που τους αξίζει...