Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Εθνικό κράτος vs παγκοσμιοποίηση : Ο Δονάλδος Τραμπ και η δυναμική επαναφορά του εμπορικού προστατευτισμού, ως βασικού εργαλείου, για την ανάταξη της παγκόσμιας αμερικανικής κυριαρχίας. (Μια, εκ των υστέρων δικαίωση του Κορνήλιου Καστοριάδη και του John Kenneth Galbraith, για τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό και την τεχνοδομή).


Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (11/3/1922 - 26/12/1997), η καρικατούρα του οποίου, ευρηματικά, απεικονίζεται, παραπάνω, δυστυχώς, δεν ζει, πλέον, για να δει την τωρινή εξέλιξη των κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, το φαινόμενο του οποίου είχε περιγράψει, ήδη, από τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 και το οποίο υλοποιήθηκε, με εκπληκτική ταχύτητα, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποίησης. Αν ζούσε, θα έβλεπε - και ίσως να εκπλησσόταν, ίσως και όχι - από την δυναμική επαναμφάνιση των εθνικών κρατών, είτε ως (υποτιθέμενα) εργαλεία της παγκοσμιοποίησης, όπως εκφράζεται τώρα η Κίνα, στην οποία κυριαρχεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, είτε, ως αναχώματά της, όπως συμβαίνει, με την μετασοβιετική Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, την Βρετανία, μετά το Brexit, αλλά και δειλά, προς το παρόν, τις Η.Π.Α. του Donald Trump. Έχουν οι καιροί γυρίσματα...






Ενώ οι εγχώριοι "λεβέντες" πρόκειται να αποδράσουν, όχι πολύ αργά, από σήμερα (ο Πάνος Καμμένος είναι έτοιμος να βγει από την κυβέρνηση, με αφορμή το Μακεδονικό, εάν και όταν κλείσει η σχετική συμφωνία, με την ηγεσία της FYROM), όχι επειδή αυτό είναι που επιθυμούν, αλλά εξ αιτίας των πρακτικών επιπλοκών, που δημιουργούνται, στην ανατολική Μεσόγειο, από τις πολλαπλές, συνθέτες και δύσκολες, ως προς την διαχείριση τους, επιπτώσεις της περαιτέρω, όξυνσης της αποδιοργάνωσης της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, από τους αδυσώπητους εμπορικούς πολέμους, που εξακολουθεί να εξαπολύει ο Donald Trump, με επίκεντρο, πρωταρχικά την Κίνα, αλλά, σε δεύτερο και ουδόλως, αμελητέο επίπεδο και την Γερμανία, ήλθε η ώρα να δούμε, περισσότερο επισταμένως, την εσωτερική και την διεθνή οικονομική πολιτική, αλλά και την πλανητική στρατηγική του Αμερικανού προέδρου, σε συνέχεια των δύο πρόσφατων δημοσιευμάτων μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ (δείτε τα δημοσιεύματα αυτά, υπό τους τίτλους :  Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ; (Το ξέσπασμα των ανοικτών εμπορικών πολέμων, ως εργαλείο εμβάθυνσης της ανακοπής της παγκοσμιοποίησης και ως μέτρο ανάταξης της αμερικανικής ισχύος) και Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)...).

Όπως έχουμε γράψει, στα πλαίσια των παραπάνω δημοσιευμάτων, το κεντρικό μέλημα της Ουάσινγκτων είναι η διατήρηση, πάση θυσία, της πρωτοκαθεδρίας του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Και αυτό είναι το διακύβευμα της σύγχρονης εποχής, αφού η φθίνουσα δυναμική των Η.Π.Α., στην εποχή της παγκοσμιοποίησης επηρεάζει, άμεσα (και ταυτόχρονα, επηρεάζεται από) την αμφισβήτηση της αμερικανικής νομισματικής κυριαρχίας, στον πλανήτη, από το κινέζικο γουάν και τις συμφωνίες διεθνών συναλλαγών, που γίνονται στο νόμισμα αυτό, αλλά και από το ευρώ.

Όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, η παραμονή, στην παρούσα κατάσταση της - έστω, ασταθούς και εύθραυστης - παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, απαιτεί την διαρκή εκτύπωση δολλαρίων, τα οποία να μπορούν να διατηρούν, μέσες-άκρες, την αγοραστική δύναμή τους, προκειμένου το αμερικανικό νόμισμα να διατηρεί την συναλλακτική και την αποθησαυριστική αξία του, ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Αυτή η κατάσταση διαμορφώθηκε, ήδη, από το 1971, όταν ο πρόεδρος Richard Nixon κατάργησε την μετατρεψιμότητα του δολλαρίου, σε χρυσό, αλλά η αναμφισβήτητη δύναμη της Ουάσινγκτων, ως υπερδύναμης και η τεράστια δυναμική της αμερικανικής οικονομίας, ως, μακράν, πρώτης οικονομίας, στον κόσμο, έθεσε, μετά από μια σειρά αναταράξεων, στην άκρη, κάθε σχετικό προβληματισμό.

Αυτό, ακριβώς, είναι, που, τώρα, πλέον, αλλάζει, με επιταχυνόμενους ρυθμούς, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Κάτι που οι κυβερνώντες, στην Ουάσινγκτων, έχουν, πλήρως και σαφώς, αντιληφθεί.

Η κάμψη της αμερικανικής ισχύος οδήγησε τις Η.Π.Α., στην συνεχή εκτύπωση δολλαρίων, αλλά αυτή η διαδικασία δεν συνοδεύεται, πλέον, από την απαραίτητη δυναμική της αμερικανικής οικονομίας και κυρίως της αμερικανικής παραγωγικής μηχανής, η οποία φθίνει, σε βαθμό, ο οποίος είναι, επικίνδυνα, ορατός, με αποτέλεσμα, στην πράξη, τα αποθησαυριζόμενα, παγκοσμίως, δολλάρια, όπως και αυτά, που χρησιμοποιούνται, στις καθημερινές διεθνείς συναλλαγές, να μην διατηρούν την απαραίτητη αγοραστική δύναμη, ως αποτέλεσμα των διαρκών, επί σειρά δεκαετιών, δίδυμων ελλειμμάτων (δημοσιονομικών και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών), που παρουσιάζει η αμερικανική οικονομία και τα οποία συνοδεύονται, από την μείωση του μεγέθους της, στο παγκόσμιο εμπόριο και στο αντίστοιχο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Η αντιμετώπιση αυτού του πολύ σημαντικού προβλήματος, από την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση του Donald Trump, όπως και από την προηγούμενη του Barack Hussein Obama, δεν επικεντρώνεται, στην εφαρμογή μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας και δημοσιονομικών περικοπών. Η πολιτική αυτή, που ακολουθούν οι ευρωζωνίτες, δεν ακολουθήθηκε, ούτε από τον προηγούμενο Αμερικανό πρόεδρο και φυσικά, δεν την ακολουθεί, ούτε ο σημερινός. Η διαφορά των δύο προέδρων, όμως βρίσκεται, στο γεγονός ότι, ενώ ο Barack Hussein Obama στηρίχθηκε στην μαζική εκτύπωση δολλαρίων, προκειμένου να αντιμετωπίσει την βαθύτατη ύφεση του 2008, χωρίς να εμβαθύνει, στον περιορισμό των δίδυμων ελλειμμάτων, επειδή δεν ήθελε να συγκρουσθεί, με τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών, ο Donald Trump, τώρα, ενώ και αυτός εφαρμόζει μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, η οποία, προφανώς και αυτή στηρίζεται, στην μαζική εκτύπωση δολλαρίων, από την άλλη πλευρά, εξαπολύει οξύτατους εμπορικούς πολέμους, αποδομώντας, έτι περαιτέρω, την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, προκειμένου να υποχρεώσει τις πολυεθνικές επιχειρήσεις να επαναφέρουν τις δραστηριότητές τους, μέσα στα πλαίσια της εσωτερικής αμερικανικής οικονομίας, ούτως ώστε να ανακάμψει η φθίνουσα αμερικανική βιομηχανική και λοιπή παραγωγή.

Η κυβέρνηση του businessman Donald Trump, εκφράζοντας, μέσα από τις προσωπικές ιδιοτυπίες του Αμερικανού προέδρου, τα συμφέροντα της "εθνικής αστικής τάξης" και της κρατικής και ιδιωτικής γραφειοκρατίας των μεγάλων οργανισμών και επιχειρήσεων, που είναι στραμμένες στην εσωτερική αμερικανική αγορά, στοχεύει στην διατήρηση της κυρίαρχης θέσης των Η.Π.Α., στον πλανήτη, μέσα από τον πειθαναγκασμό των εμπορικών τους αντιπάλων - των στρατηγικών τους συμμάχων συμπεριλαμβανομένων -, οι οποίοι καλούνται, πλέον, με το καλό και με το άγριο, να διαπραγματευθούν, εκ νέου και σε διαφορετικές, από τις τυπικές και ουσιαστικές διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, βάσεις, τις διμερείς (και ως επί το πλείστον, όχι τις πολυμερείς) εμπορικές σχέσεις του καθενός, εξ αυτών, με την Ουάσινγκτων.

Έτσι η αμερικανική κυβέρνηση, έχοντας, παρά πόδα, όλα τα τεράστια πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα, που έχει, ως υπερδύναμη, θεωρεί, όχι αβάσιμα, ότι μπορεί και πρέπει να επιβάλει τις θελήσεις της, αφού, εν τέλει, είτε αυτό αρέσει, είτε όχι, ο κύριος πελάτης όλων των άλλων είναι ο μέσος Αμερικανός καταναλωτής και η ίδια η αμερικανική αγορά. Βασικοί αποδέκτες αυτής της νέας συμπεριφοράς της αμερικανικής κυβέρνησης, φυσικά, είναι ο κυριότερος αντίπαλος των Η.Π.Α., η μεταμαοϊκή Κίνα, αλλά και δευτερευόντως (χωρίς η σχετική απειλή να είναι αμελητέα), η αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας τα μέλη θα κληθούν, κατά πάσα πιθανότητα, σε διμερείς διαπραγματεύσεις, προκειμένου να καθορισθούν οι τιμές του χάλυβα, του αλουμινίου και των αυτοκινήτων, σήμερα, αλλά και πολλών άλλων εισαγόμενων αγαθών, στην αμερικανική εσωτερική αγορά.

Έτσι η κυβέρνηση του Δονάλδου Τράμπ εφαρμόζει, στην πράξη, μια (προφανώς, όχι ακίνδυνη, αλλά, σαφέστατα, αναγκαία) κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, η οποία συνδυάζεται, με σκληρά και πολλαπλασιαζόμενα μέτρα προστατευτισμού, για να αντιμετωπίσει τον αποκαλούμενο "μη υγιή ανταγωνισμό", ο οποίος παρά τα εισαγωγικά, είναι, απολύτως, υπαρκτός και είναι προϊόν της βλακώδους θεσμικής ισορροπίας της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, που οικοδόμησαν οι αμερικανικές ηγεσίες, από το 1990 και μετά.

Και φυσικά, αυτός ο συνδυασμός του εμπορικού και οικονομικού προστατευτισμού, με την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, αποσκοπεί, στην αύξηση της απασχόλησης και του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος, προκειμένου, προσωρινά (πόσο προσωρινά όμως;), να αυξηθεί ο όγκος του δημόσιου χρέους, για να μειωθεί, μεταγενέστερα, το χρέος αυτό, ως προς το ΑΕΠ της χώρας, το οποίο υπολογίζεται να αυξηθεί και αυτό, με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς, από το δημόσιο χρέος.
Με απώτερο τελικό στόχο, τον επαναπατρισμό της αμερικανικής παραγωγής.

Φυσικά, η επιτυχία αυτής της πολιτικής, η οποία έχει τους κινδύνους της, προϋποθέτει την συρρίκνωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος και τούτο διότι, εάν αυτή η βασική συνιστώσα του αμερικανικού σχεδιασμού δεν είναι αποτελεσματική, τότε, αυτό που θα συμβεί, θα είναι μια πλήρης καταστροφή, για την αμερικανική οικονομία, αφού το όποιο εισόδημα αποκτήσουν οι Αμερικανοί καταναλωτές, σε ένα μεγάλο μέρος του, θα κατευθυνθεί, στο εξωτερικό, για την αγορά κινεζικών, γερμανικών, μεξικανικών, ιαπωνικών, ινδικών και άλλων ξένων προϊόντων, ενισχύοντας τις βιομηχανίες και ευρύτερα, τις οικονομίες των χωρών αυτών, καταβαραθρώνοντας την αμερικανική.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πολιτική του απώτερου, αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος, μέσω της οποίας, η Fed τύπωνε χρήμα, εις το διηνεκές, για να μπορούν οι ηττημένοι και οι "νικητές" (Ευρωπαίοι, Ιάπωνες, Κινέζοι και λοιποί) του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου, που ανοικοδομήθηκαν, οι πλείστοι εξ αυτών, με άφθονο και δωρεάν φθηνό αμερικανικό χρήμα, να μπορούν να πωλούν, αδιατάρακτα, τα προϊόντα τους, στην  αμερικανική αγορά, δεν μπορεί να συνεχισθεί, αφού υπονομεύει την αμερικανική κυριαρχία, στον πλανήτη.

Εννοείται βέβαια ότι δεν υπάρχει - όπως άλλωστε, ουδέποτε υπήρξε - υγιής ανταγωνισμός. Και φυσικά, η αμερικανική ηγεσία και η εντόπια ελίτ, την οποία εκφράζει η παρούσα αμερικανική κυβέρνηση, δεν αποτελούνται από ανόητους και ως εκ τούτου, δεν παίρνουν, στα σοβαρά, αυτήν την προπαγανδιστική κατασκευή, που συμφέρει τους εμπορικούς και οικονομικούς, αλλά και τους στρατηγικούς ανταγωνιστές τους (και τις πολυεθνικές εταιρείες βεβαίως-βεβαίως).

Έτσι, η κυβέρνηση του Donald Trump δεν θεωρεί ότι είναι υγιής ο ανταγωνισμός, που υφίσταται η αμερικανική παραγωγή, από τους Ευρωπαίους (κυρίως τους Γερμανούς, τους Γάλλους, αλλά και πολλούς άλλους) και τους Ιάπωνες ανταγωνιστές των Η.Π.Α., οι οποίοι επωφελούνται, τα μάλα, από την πυρηνική και την ευρύτερη αμυντική προστασία, που τους παρέχει η Ουάσινγκτων, από την Ρωσία και την Κίνα, με πολύ χαμηλά αμυντικά κόστη, για τους ανταγωνιστές των Η.Π.Α. και πολύ υψηλά αντίστοιχα κόστη, για την αμερικανική οικονομία.

Ακόμη, η αμερικανική ηγεσία δεν έχει κανέναν λόγο να θεωρεί, ως υγιή τον ανταγωνισμό, στον οποίο επιδίδονται η Κίνα και η Γερμανία, οι οποίες διατηρούν τα νομίσματά τους (το γουάν και το ευρώ, αντίστοιχα), παρατεταμένα και ουσιαστικά, μονίμως, υποτιμημένα, έναντι του δολλαρίου, επωφελούμενες, κατά κόρον, από αυτή την κατάσταση (όπως και οι πολυεθνικές εταιρείες, βεβαίως - βεβαίως).

Επίσης, ο Δονάλδος Τραμπ και το επιτελείο του δεν θεωρούν υγιή τον ανταγωνισμό, που υφίσταται η αμερικανική παραγωγή, από τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, που κατασκευάζουν, κατά τμήματα, ή και εν όλω, οι αμερικανικές και οι άλλες πολυεθνικές εταιρείες, σε κοντινές (Μεξικό, με εμπορικό πλεόνασμα, έναντι των Η.Π.Α., της τάξεως των 65 δισ. $), ή μακρινές (Κίνα, με εμπορικό πλεόνασμα, έναντι των Η.Π.Α., της τάξεως των 375 δισ. $) χώρες του τρίτου κόσμου, ή άλλες χώρες του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (Γερμανία, με εξαγωγές, στις Η.Π.Α., της τάξεως των 111, 5 δισ. $ - πρώτη στις εξαγωγές στην αμερικανική αγορά - και με εμπορικό πλεόνασμα ίσο, με 50,5 δισ. $) και τα οποία διοχετεύουν, πάμφθηνα, με την εκμετάλλευση του τριτοκοσμικού εργατικού κόστους, ή το παρατεταμένο ντάμπινγκ των μισθών, στην αμερικανική αγορά.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, ο Donald Trump σκοπεύει και έχει διακηρύξει ότι θα διαπραγματευθεί, σε νέα βάση, όλες τις εμπορικές συμφωνίες, που έχουν συναφθεί, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Και έχει την δυνατότητα να επιτύχει τους στόχους του. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει σκοπό να σταματήσει την διαδικασία της υπόσκαψης των θεμελίων της κυριαρχίας του αμερικανικού κράτους, που έχει προκύψει, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, η οποία, εκ φύσεως, απειλεί την ύπαρξη των εθνικών κρατών, η αυτοτέλεια των οποίων υπονομεύεται.

Και φυσικά, είναι οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες, ως τεράστια υπερεθνικά γραφειοκρατικά και παραγωγικά μεγέθη, που, μέσα από μια - όχι απρόσμενη - ειρωνεία της Ιστορίας, οδηγούν, στον εκφυλισμό της αμερικανικής ισχύος, παρά το γεγονός ότι, αρχικά, αλλά και ενδιάμεσα, αύξησαν αυτή την ισχύ, αφού, τώρα πιά, τα συμφέροντα των εταιρειών αυτών διαφοροποιούνται, από αυτά του αμερικανικού κράτους. Και αυτός είναι ο λόγος, που η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να επαναπατρίσει τις παραγωγικές δραστηριότητες των εταιρειών αυτών, προκειμένου να συντονίσει, εκ νέου, τα συμφέροντά τους, με τα συμφέροντα της αμερικανικής οικονομίας και του αμερικανικού κράτους.







Κάπως έτσι - και επίσης, διόλου απρόσμενα - είναι, που επανεμφανίζεται, στο προσκήνιο το εθνικό κράτος, αντιτιθέμενο, στις επιδιώξεις των "ιδιωτικών" γραφειοκρατιών της τεχνοδομής των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων (για να θυμηθούμε και τον παραπάνω εικονιζόμενο κορυφαίο οικονομολόγο John Kenneth Galbraith, τον πατέρα της έννοιας της τεχνοδομής, ως κοινωνικού και οικονομικού κυρίαρχου στρώματος, που διαφοροποιείται, από την κλασική έννοια της αστικής τάξης), εκφράζοντας τα συμφέροντα των κρατικών γραφειοκρατιών, αλλά και των κοινωνιών εκείνων, που, είτε οι ίδιες περιθωριοποιούνται (Ρωσία), είτε επειδή αυτή η περιθωριοποίηση συμβαίνει, σε μεγάλα τμήματά τους (Η.Π.Α. και ευρωπαϊκά κράτη), είτε επειδή αυτά τα κράτη, μέσω του συγκεντρωτισμού τους και της ιδιότυπης ιστορικής τους πορείας (Κίνα και δευτερευόντως, Ινδία), θέλουν να φέρουν, στα μέτρα τους, την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Και φυσικά, η παγκοσμιοποίηση, όπως και αυτή η επανεμφάνιση, στο ιστορικό προσκήνιο, των εθνικών κρατών, δημιουργούν τεράστιους κινδύνους, για την ανθρωπότητα, αφού η σύνθεση όλων των τεράστιων αντιπαλοτήτων, που προκύπτουν, μπορεί κάλλιστα, να οδηγήσει, σε φαινόμενα, αντίστοιχα, με την καταστροφή του αρχαίου κόσμου. Μόνο, που, στην σύγχρονη εποχή, οι νέοι "βάρβαροι", εύκολα μπορούν να καταστραφούν, μαζί με τις, έως τώρα, κατεστημένες δυνάμεις. 

Οι επόμενες δύο δεκαετίες θα είναι κρίσιμες και πολύ επικίνδυνες...


Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ; (Το ξέσπασμα των ανοικτών εμπορικών πολέμων, ως εργαλείο εμβάθυνσης της ανακοπής της παγκοσμιοποίησης και ως μέτρο ανάταξης της αμερικανικής ισχύος).

















Το αμερικανικό δημόσιο χρέος, το τελευταίο τρίμηνο του 2017, πέρασε το κατώφλι των 20 τρισ. δολλαρίων και ουσιαστικά, διπλασιάστηκε, από την εποχή της αρχής της προεδρίας του Barack Hussein Obama. Αιτία ήσαν - και είναι - τα ελλείμματα των προϋπολογισμών του αμερικανικού ομοσπονδιακού κράτους, όπως και οι όχι αμελητέοι τόκοι, που καλείται να πληρώσει το αμερικανικό δημόσιο, έστω και αν ο βασικός αγοραστής του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α. είναι η Fed. Αυτή η εκρηκτική διόγκωση βρίσκεται, επιφανειακά, στο κέντρο της αντιπαράθεσης, στις τάξεις της αμερικανικής ελίτ, αν και οι αιτίες της οξείας διαμάχης, που αφορούν τις πολιτικές του Donald Trump, ο οποίος επιδιώκει την ανάσχεση της ορμητικής ανόδου του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ξεπερνούν, κατά πολύ, αυτό το ζήτημα, το οποίο, από μόνο του, δεν σημαίνει τίποτε και στερείται οποιασδήποτε σημασίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και στον απορφανισμό της αμερικανικής παραγωγής, που, έστω και στρεβλά, απεικονίζεται, στο ύψος και - το κυριότερο - στην εκρηκτική άνοδο του δημόσιου χρέους της χώρας αυτής. Έναν απορφανισμό, τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να αντιστρέψει. Και ξέρει πώς να το καταφέρει...





Τα νέα μέτρα που ανακοινώνει, σταδιακά, ο Αμερικανός πρόεδρος και τα οποία αποσκοπούν, στην προστασία της αμερικανικής παραγωγής χάλυβα και αλουμινίου, αλλά και της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας, προφανώς, είναι προπομπός συναφών μέτρων προστασίας της ευρύτερης αμερικανικής παραγωγής, όπως, επίσης και των εισοδημάτων της αμερικανικής μεσαίας τάξης και της απασχόλησης των μέσων και κατώτερων στρωμάτων του πληθυσμού της χώρας του, θέτουν ένα καίριο ερώτημα, σε σχέση με την παρούσα και μέλλουσα κατάσταση των ισορροπιών της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία, ούτως, ή άλλως, από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της βαθιάς ύφεσης του 2008, είναι επισφαλής.

Αυτή την επισφάλεια - στην οποία δίνει τεράστιες διαστάσεις - είναι που εντείνει η κυβέρνηση του Donald Trump, αφού η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης οδηγείται, στο να δεχθεί ένα πολύ μεγαλύτερο κτύπημα, από αυτό, που υπέστη τον Σεπτέμβριο του 2008. Και αυτό που συμβαίνει τώρα, δεν είναι τυχαίο. Όπως, άλλωστε, δεν ήταν τυχαία και η βαθιά ύφεση εκείνης της εποχής. Τα κτυπήματα και τότε, ήσαν, όπως και τώρα, είναι, προφανώς, σκοπούμενα και αρκετά, υπολογισμένα.

Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Μπορεί να μην είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται, αλλά μπορεί, εύκολα, να εντοπισθεί. Άλλωστε, σε αυτό εδώ, το μπλογκ έχουμε πιάσει το νήμα της πολιτικής της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία (σε αντίθεση με την κυβέρνηση του Barack Hussein Obama, αλλά και  τις προηγούμενες) υπηρετεί τα κεντρικά συμφέροντα της βαθιάς κρατικής γραφειοκρατίας και της εθνικής αστικής τάξης των Η.Π.Α. και όχι τα κοσμοπολιτικά συμφέροντα της παγκοσμιοποιημένης τεχνοδομής των αμερικανικών πολυεθνικών, τις οποίες, αν και δεν αντιστρατεύεται, προσπαθεί να τις προσελκύσει στην πολιτική του μερικού, μεν, αλλά και σημαντικού, δε, επαναπατρισμού των παραγωγικών και των λοιπών δραστηριοτήτων τους, στους παραδοσιακούς εσωτερικούς κόλπους της αμερικανικής οικονομίας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο Donald Trump και το επιτελείο του ακολουθούν μια τέτοια πολιτική;

Αυτό συμβαίνει επειδή η, περαιτέρω, ανάσχεση των λειτουργιών και των πρακτικών αποτελεσμάτων της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, που αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της εθνικής αστικής τάξης, της εσωτερικής αμερικανικής παραγωγικής οικονομίας και του αμερικανικού κράτους, αποτελεί βασικό κορμό της πολιτικής του, ομολογουμένως, αντισυμβατικού Αμερικανού προέδρου, ο οποίος, ως businessman, που είναι, γνωρίζει το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει να πράξει, προκειμένου να υπηρετήσει τα συμφέροντα, που εκφράζει το σύνθημά του "America First".

Κάπου, εδώ, λοιπόν, ερχόμαστε, στο φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης, για το οποίο έχουμε μιλήσει πολλές φορές και πιάνουμε το νήμα, με τα προηγούμενα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με πιό πρόσφατο δημοσίευμα, αυτό, που έχει καταπιαστεί με τις στρατηγικές ανοησίες των εκφραστών του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, με τίτλο : Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)..., στο οποίο αναδεικνύεται ο πολύ σημαντικός ρόλος της γραφειοκρατίας των πολυεθνικών εταιρειών, στην διαδικασία της αλυσίδας των αποφάσεων, που έλαβαν οι αμερικανικές κυβερνήσεις, από την εποχή του George Bush του πρεσβύτερου και του Bill Clinton, για την θεσμοθέτηση και την πρακτική λειτουργία των κανόνων της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης.

Όπως έχουμε γράψει οι αμερικανικές κυβερνήσεις, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", λειτούργησαν, ως εκτελεστικά όργανα των πολυεθνικών επιχειρήσεων και εγκαθίδρυσαν το καθεστώς της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, το οποίο άνοιξε και παράλληλα, δημιούργησε τις παγκόσμιες αγορές, έτσι όπως επιθυμούν οι τεχνοδομικές γραφειοκρατίες αυτών των πολύπλοκων και πολυπλόκαμων υπερεθνικών εταιρειών, με κυρίαρχο στόχο την εξυπηρέτηση του αναδιατυπωμένου και αναβαπτισμένου, στις νέες συνθήκες, που ξεπηδούσαν, μέσα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την μονοκρατορία της Ουάσινγκτων, αμερικανικού εθνικού συμφέροντος, το οποίο έβλεπε τις πολυεθνικές εταιρείες, ως τα μακριά χέρια και ως ζωτικά εργαλεία της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής. Τα πράγματα, όμως, όπως προέκυψε, από την ίδια τους την φορά και από την ίδια την εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, πήραν έναν, εντελώς, διαφορετικό, από όσα υπολόγιζαν οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, δρόμο. 

Και αυτό συνέβη, επειδή, όπως έχουμε γράψει, ούκ ολίγες φορές, ο αμερικανικός σχεδιασμός συμπεριέλαβε, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια χώρα, που λειτουργεί με μια οικονομία συγκεντρωτικού κεντρικού σχεδιασμού. Την Κίνα, η οποία, από την ίδια την φορά των πραγμάτων, οδηγεί τις εξελίξεις, στον πλανητικό παραγκωνισμό των Η.Π.Α. και της Δύσης. Μια φορά, που ενισχύεται και καθίσταται αναπότρεπτη από την πλανητική επανάκαμψη της Ρωσίας και την δυναμική άνοδο της Ινδίας (αν και ο κοινωνικός χυλός της τελευταίας την καθιστά ευάλωτη, σε μέλλουσες πιέσεις, οι οποίες είναι δυνατόν να φθάσουν, μέχρι την διάσπαση της χώρας αυτής και στον τεμαχισμό της, σε περισσότερα, επί μέρους, κράτη).

Την δυναμική άνοδο της Κίνας, αλλά και την αυξανόμενη δυναμική των μεγάλων των μεσαίων και των μικρότερων δυνάμεων του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, όπως επίσης την επανάκαμψη της Ρωσίας, στην παγκόσμια σκηνή, ως ενεργοποιημένη υπερδύναμη, είναι που επιχείρησαν να ανακόψουν οι αιφνιδιασμένοι, από τις εξελίξεις, σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, μέσα από το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Ένα φρενάρισμα το οποίο έγινε, με μηχανισμό πέδησης τον, βιαστικό, μεν, αλλά και επιτηδευμένο, δε, σχεδιασμό της έλευσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, αμέσως, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Πεκίνο και τον ρωσογεωργιανό πόλεμο - αστραπή, που έληξε με την εύκολη ρωσική νίκη, την οποία ο αμερικανονατοϊκός συνασπισμός δεν θέλησε (επειδή δεν μπορούσε) να αποτρέψει.

Με αυτά τα δεδομένα και με υπαρκτά, πλέον, τα απολύτως, ανεπαρκή αποτελέσματα της πρώτης φάσης του όλου σχεδίου, για την ανακοπή της δυναμικής των αντιπάλων της Ουάσινγκτων, που τελείωσε, με την εκλογή του Donald Trump, ο αμερικανικός σχεδιασμός φαίνεται ότι περνάει, σε νέα φάση, η οποία χαρακτηρίζεται, από την, επίσης, μελετημένη ένταση των συνθλιπτικών πιέσεων, πάνω στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία. 

Η παγκοσμιοποίηση, σύμφωνα, με τα συμφέροντα του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, πρέπει να συμπιεσθεί, έτι περαιτέρω και πολύ περισσότερο, προκειμένου να πληγούν οι αντίπαλοί του, με πρώτη και καλύτερη, την Κίνα. Και το πιό δυνατό και αποτελεσματικό εργαλείο, για την επίτευξη του στόχου αυτού, είναι οι ανηλεείς εμπορικοί πόλεμοι, που εξαπολύει, τώρα, η αμερικανική κυβέρνηση, στα πεδία του χάλυβα, του αλουμινίου και της αυτοκινητοβιομηχανίας, με προοπτική την μεταγενέστερη επέκταση του πολέμου αυτού και σε άλλα πεδία της παγκόσμιας παραγωγής, προκειμένου να προστατευθούν η αμερικανική οικονομία και η παραγωγή, από την μακρά φθίνουσα πορεία, που έχουν ακολουθήσει, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποίησης. 

Έτσι, το πραγματικό τερραίν του λυσσώδους αγώνα, που εξαπολύει η Ουάσινγκτων, αμυνόμενη, προσπαθώντας να ανακτήσει το απωλεσθέν έδαφος και να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, είναι η επανάκαμψη της  αμερικανικής παραγωγής και η ταχύτατη ανάπτυξη της οικονομίας της, εις βάρος όλων των αντιπάλων της και η ενίσχυση της πλανητικής θέσης και της κυριαρχικής δύναμης των Η.Π.Α., στην υφήλιο, για, μακροχρονίως, απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

Υπό το πρίσμα αυτών των πραγματικών στόχων του αμερικανικού σχεδιασμού και των μέσων και των εργαλείων, που χρησιμοποιεί, προκειμένου να τους πετύχει, η όλη αντιπαράθεση, για το ύψος του αμερικανικού δημόσιου χρέους εκφράζει, με έναν στρεβλωμένο και δυσδιάκριτο τρόπο, το πραγματικό και καίριο ζήτημα της φθίνουσας αμερικανικής παραγωγής και της, αναλόγως, φθίνουσας αμερικανικής ισχύος. Ας κάνουμε μια αναδίφηση, στο ζήτημα αυτό, για να διαυγάσουμε τα πραγματικά δεδομένα και τα συναφή με αυτά στοιχεία.

Ήδη, από τα τέλη του 2017, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 20 τρισ. δολλάρια, όπως προκύπτει, από τον πρώτο πίνακα του παρόντος δημοσιεύματος και η αντιπαράθεση, που έχει ξεσπάσει, για την απονομή των ευθυνών, για την διόγκωσή του, αλλά και για το, κατά πόσον αυτό το χρέος, απειλεί να καταστρέψει την αμερικανική οικονομία (αλλά και την παγκόσμια), καλά κρατεί, αν και από μόνο του, αυτό το γεγονός δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος μπορεί να αυξάνεται, όσο θέλει (και όσο επιθυμούν οι, εκάστοτε, ταγοί της Ουάσινγκτων), αρκεί να μπορεί να πληρωθεί και να πληρώνεται, όταν πρέπει.

Για τον Donald Trump και την κυβέρνησή του, το αμερικανικό δημόσιο χρέος απειλεί να καταστρέψει την αμερικανική οικονομία και ως εκ τούτου, πρέπει να αντιμετωπισθεί, αφού ο κάθε Αμερικανός χρωστάει 60.000 δολλάρια, ποσόν το οποίο, προϊόντος του χρόνου, αυξάνεται, με ανεξέλεγκτη δυναμική. 

Φυσικά, η αιτία, για την ορμητική αύξηση του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α. βρίσκεται, στην κυβέρνηση του Barack Hussein Obama, η οποία, τον 1/2009, παρέλαβε, ένα δημόσιο χρέος, στα επίπεδα των 10,6 τρισ. $ (87% του αμερικανικού ΑΕΠ) και παρέδωσε, στην κυβέρνηση του Donald Trump, τον 1/2017, ένα δημόσιο χρέος, στα επίπεδα των 19,9 τρισ. $ (105% του αμερικανικού ΑΕΠ), αυξάνοντάς το, περίπου, κατά 89% (ήτοι κατά 9,3 τρισ. $), μέσα, στην οκταετία της διακυβέρνησης του απελθόντος προέδρου των Η.Π.Α.



Το γιατί συνέβη αυτό, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Η απόφαση, για την ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, που έλαβε η Ουάσινγκτων, τον Σεπτέμβριο του 2008, κατά την διάρκεια της ύστερης διακυβέρνησης της χώρας, από τον George Bush τον νεώτερο, δεν επηρέασε, απλά και μόνο, τους ανταγωνιστές των Η.Π.Α. Επηρέασε και την ίδια την αμερικανική οικονομία, με αποτέλεσμα, προκειμένου να μην πέσει η αμερικανική οικονομία, σε μια βαθειά κρίση, ανάλογη εκείνης της δεκαετίας του 1930, να υποχρεωθεί η κυβέρνηση του Barack Hussein Obama να ακολουθήσει, μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, η οποία εκτόξευσε τα ελλείμματα των αμερικανικών κρατικών προϋπολογισμών, επί σειρά ετών, σε δυσθεώρητα επίπεδα, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα. 

Ως εκ τούτου, η οικονομική πολιτική του απελθόντος Αμερικανού προέδρου, παρά την όποια, επί μέρους, κριτική μπορεί να της γίνει, υπήρξε αναγκαία και ήταν ορθή, αφού ανταποκρινόταν, στα δεδομένα οξύτατα προβλήματα της εποχής του. Το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης έπρεπε να κτυπήσει, τους ανταγωνιστές της Ουάσινγκτων και όχι την ίδια την αμερικανική οικονομία. Και αυτό, σε έναν, όχι ασήμαντο βαθμό, επετεύχθη. Η ορμητική άνοδος της Κίνας μετριάστηκε, η Ρωσία περιορίστηκε, στα του οίκου της, ενώ επλήγη και η "Ευρωπαϊκή Ένωση". Μπορεί, οι επιτυχίες αυτές (ιδιαίτερα, ως προς την Κίνα) να υπήρξαν ανεπαρκείς, αλλά, έστω και έτσι, υπήρξαν. Και για να υπάρξουν, προϋπόθεση ήταν το να αποφευχθεί η είσοδος της αμερικανικής οικονομίας, σε μια κρίση, ως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Η κρίση - δηλαδή η βαθειά ύφεση - έπρεπε να μετακυλισθεί, στον υπόλοιπο κόσμο. Όπερ και έγινε.

Βέβαια, αυτή η κεϋνσιανής εμπνεύσεως, ενίσχυση των εισοδημάτων των Αμερικανών, κατά την περίοδο 2009 - 2017, μπορεί να μην ανέκοψε - και δεν ανέκοψε - τον χρόνιο απορφανισμό της αμερικανικής παραγωγής. Πιθανόν είναι να τον ενέτεινε, πιθανόν όχι, αλλά, σε κάθε περίπτωση (είτε τον ενέτεινε, είτε όχι), ήταν απαραίτητη, προκειμένου να μην εισέλθει η αμερικανική οικονομία, στον φαύλο κύκλο του οικονομικού μαρασμού. 

Αυτό, που πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι ότι το αμερικανικό δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται ιλιγγιωδώς, παρά τους όποιους, περί του αντιθέτου, ισχυρισμούς της κυβέρνησης του Δονάλδου Τραμπ, η οποία, άλλωστε, θα κάνει ό,τι μπορεί, για να το μεγαλώσει, αφού και η ίδια θέλει να συνεχίσει την πολιτική των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, προκειμένου να εντείνει την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και να ενισχύσει την στρατιωτική ισχύ των Η.Π.Α.

Η πεποίθηση της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι, προϊόντος του χρόνου, η ιλιγγιώδης και ανεξέλεγκτη αύξηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους θα φθάσει, σε αστρονομικά ύψη, με αποτέλεσμα, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, να προκύψει, στις διεθνείς χρηματαγορές, άρνηση, για την αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, γεγονός το οποίο - υποτίθεται ότι - θα καταφέρει ένα τεράστιο σοκ, στην αμερικανική και στην παγκόσμια οικονομία. (Άλλωστε, εδώ και αρκετά χρόνια, όπως, ακόμη και σήμερα, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, στις διεθνείς χρηματαγορές, δεν είναι φθηνά, αφού το επιτόκιο του διαφορικού δανεισμού τους, διαστήματος 10ετίας, φθάνουν, στο 2,85%, ποσοστό, που αντιστοιχεί, στις 222 μονάδες βάσης).

Με βάση αυτό το σενάριο, όποια αμερικανική κυβέρνηση βρεθεί μπροστά, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα προχωρήσει, στην συμπίεση των πολυπληθών κατώτερων και των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων του πληθυσμού της χώρας, με περικοπή των δημόσιων δαπανών και αύξηση της φορολογίας, για να αποτρέψει τον πανικό, που θα φέρει μια τέτοια επιδείνωση της δανειοληπτικής ικανότητας των Η.Π.Α. και με δεδομένο το γεγονός ότι οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις θα μεταφέρουν, στο εξωτερικό, τις δραστηριότητές τους, για να αποφύγουν την φορολογική επιβάρυνση, καθίσταται σαφές ότι είναι η μεσαία τάξη, που θα υποστεί την μεγαλύτερη φορολογική αφαίμαξη.

Στην πραγματικότητα, ο μεσοπρόθεσμος ορίζοντας, για τις Η.Π.Α., δεν είναι τόσο δραματικός. Στην ουσία, δεν είναι, καθόλου, δραματικός. Δεν είναι η υπερβολική δημόσια χρέωση της χώρας αυτή, που διακυβεύει τα βραχυπρόθεσμα και τα μεσοπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα. Κάθε άλλο.

Το αμερικανικό κράτος ουδεμία ομοιότητα έχει με το ελληνικό και δεν μπορεί να πέσει, στην παγίδα της κρίσης χρέους, που έπεσε το ελληνικό δημόσιο, αφού, από την εποχή της κατάργησης του χρυσού κανόνα και της σύνδεσης του δολλαρίου, με τον χρυσό, το 1971, επί προεδρίας του Richard Nixon, το αμερικανικό νόμισμα κινείται ανεξάρτητα και ανεξέλεγκτα, σε σχέση με οποιαδήποτε ισοτιμία και αυτό το γεγονός έχει γίνει αποδεκτό, από τις παγκόσμιες αγορές. 

Για τις Η.Π.Α., όπως συμβαίνει και με την Ιαπωνία, η οποία έχει ένα δημόσιο χρέος, το οποίο υπερβαίνει το 250% του ΑΕΠ της χώρας αυτής, δεν υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο, ή κατά προσέγγιση, κατώφλι δημόσιου χρέους, το οποίο να οδηγεί την οικονομία, σε μια κρίση δανεισμού, αφού το αμερικανικό δημόσιο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εξοφλεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, έστω και μόνο, με την άσκηση της δυνατότητας εκτύπωσης χρήματος (seigniorage), το οποίο, άλλωστε, πράττει, περιορισμένα, και τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, το αμερικανικό κράτος θεωρείται αξιόπιστο στις εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (με μόνη εξαίρεση την ύπαρξη ρήτρας οροφής του δημόσιου χρέους, που, μετά από μικροκομματικές αντιπαραθέσεις, στο Κογκρέσσο, η αμερικανική κυβέρνηση αποσπά την έγκριση της απαραίτητης ανόδου του, κάθε φορά, υφιστάμενου ταβανιού. Αλλά και αν, στο μέλλον, υπάρξει κάποιο "ατύχημα", λόγω των αντιπαραθέσεων, στο Κογκρέσσο, αυτό θα αντιμετωπισθεί, άμεσα και η αμερικανική "τεχνική χρεωκοπία" θα είναι βραχυπρόθεσμη και χωρίς ουσιαστική σημασία).

Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, επειδή οι αμερικανικές κυβερνήσεις μπορούν να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος της χώρας, χωρίς να υπάρξουν πληθωριστικές πιέσεις, με το να τυπώσουν χρήμα και τούτο επειδή η ζήτηση, για το νόμισμα της χώρας αυτής, είναι παγκόσμια, αφού το αμερικανικό δολλάριο είναι το ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα, στον πλανήτη και η ζήτησή του δεν σταματά, εντός των συνόρων της χώρας.

Έτσι, όσο το αμερικανικό δολλάριο παραμένει, ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, έχοντας αντίπαλο, μόνο τον χρυσό, το αμερικανικό δημόσιο χρέος και το οποιοδήποτε ύψος του, στερούνται οποιασδήποτε σημασίας. 

Αλλά, εδώ είναι, που εντοπίζεται και ο κίνδυνος, διότι η κυριαρχία του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, μπορεί να απειληθεί. Προφανώς, βέβαια, δεν μπορεί το δολλάριο να απειληθεί, από οποιοδήποτε νόμισμα, σε μεσοπρόθεσμη βάση. Μπορεί, όμως, να απειληθεί, σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Και σίγουρα, σε μακροπρόθεσμη.

 Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης. Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα της. Και αυτό το πρόβλημα θέλουν να αντιμετωπίσουν οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής.

Ας προσπαθήσουμε, τώρα, να περιγράψουμε την ουσία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτων.

Το πρόβλημα του αμερικανικού κράτους βρίσκεται, στα δημόσια ελλείμματα, που αντιμετωπίζει εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Και ιδίως, στα δίδυμα ελλείμματα, της αμερικανικής οικονομίας, που συνδυάζει τα δημόσια ελλείμματα, με τα ελλείμματα, στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία συνδυάζονται, με την γοργή αποβιομηχάνιση της αμερικανικής παραγωγής, την καταιγιστική εκβιομηχάνιση της Κίνας, την μη ουσιώδη αποβιομηχάνιση της Γερμανίας και την άνοδο των χωρών του Τρίτου Κόσμου και της Ρωσίας.

Αυτά τα προβλήματα είναι που θέλει να αντιμετωπίσει ο Donald Trump. Και αυτό είναι, που πράττει, με έναν, ομολογουμένως, "αντισυμβατικό" - δηλαδή με αντιπαγκοσμιοποιητικό - τρόπο. Γι' αυτό, άλλωστε και είναι μισητός, από το παγκοσμιοποιητικό κατεστημένο, που υπηρετεί τα συμφέροντα της ιδιωτικής γραφειοκρατίας των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των ηγετικών ομάδων επιρροής, που αυτή, μαζύ με την μπατιροτραπεζοκρατία, ελέγχει.

Τί έχει συμβεί;

Απλούστατα, η απελευθέρωση των ροών των κεφαλαίων, που έφερε η παγκοσμιοποίηση, επέτρεψε, στην γραφειοκρατία των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων (και όχι μόνο αυτών), να επενδύσει, μαζικά, στην Κίνα και στην ευρύτερη Ασία, με, ουσιαστικά, ανύπαρκτους περιορισμούς, να μεταφέρει, εκεί, ολόκληρες συμβατικές βιομηχανίες και να δημιουργήσει νέες βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας.

Με αυτόν τον τρόπο, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες είναι προφανές ότι δεν είναι οι παλαιού τύπου κλασικές ιδιωτικές επιχειρήσεις (αποτελούν ιδιότυπους εταιρικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς) προχώρησαν, κατά την διάρκεια της παγκοσμιοποιητικής περιόδου 1990 - 2010 και μέχρι τα τελευταία χρόνια, σε μια γοργή και επιταχυνόμενη διαδικασία αποβιομηχάνισης των αναπτυγμένων χωρών του δυτικού κόσμου, με τις Η.Π.Α. να έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες, όσον αφορά τις ισχυρές χώρες του δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού και την Γερμανία να έχει υποστεί τις μικρότερες.




Από την άλλη πλευρά, η παγκοσμιοποίηση είχε δραματικές επιπτώσεις, στον χώρο της εργασίας, αφού η αύξηση της απασχόλησης, συνοδεύτηκε από την διατήρηση της ανεργίας, σε υψηλά επίπεδα, σε σχέση με την παλαιά κεϋνσιανή εποχή και από την μείωση του συνολικού μεγέθους των απαιτούμενων ωρών εργασίας, αφού η τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη και η αποβιομηχάνιση απαιτούν λιγότερες εισροές των παραγωγικών συντελεστών (κεφαλαίων και εργασίας), για την παραγωγή προϊόντων, με αποτέλεσμα να μειώνεται η σταθερή εργασία και το μέσο εισόδημα και να αυξάνεται η μερική εργασία, η οποία έχει οδηγήσει, κατά την τελευταία 20ετία, στην πτώση των μέσων εισοδημάτων της μισθωτής εργασίας (και όχι μόνο αυτής) και στην εμφάνιση του φαινομένου των πτωχών εργαζόμενων. Αυτή είναι η κατάσταση, που απεικονίζει ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την αμερικανική οικονομία.

 Το άλλο φαινόμενο, που παρατηρήθηκε, είναι η εξαγωγή των θέσεων εργασίας, από τις αναπτυγμένες χώρες, στην Κίνα και στις άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου, που εισήλθαν, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, με αποτέλεσμα η αποβιομηχάνιση, στις αναπτυγμένες χώρες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, να οδηγήσει στην παραγωγή φθηνών προϊόντων, στην Κίνα και αλλού και στην πώλησή τους, στην αναπτυγμένη Δύση, όπου οι καταναλωτές, μέσω του fiat money και της διόγκωσης του τραπεζικού δανεισμού, αύξησαν, με στρεβλό τρόπο και μέσω μιας οξυμένης εσωτερικής ανισοκατανομής των εισοδημάτων, την αγοραστική τους δυνατότητα, έστω και εάν αυτή έφθινε, προϊόντος του χρόνου, όπως ακριβώς, είχε προβλέψει ο John Maynard Keynes, όταν μιλούσε, για την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, στα πλαίσια μιας τέτοιου είδους στρεβλής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Κάπως έτσι, οι Η.Π.Α. απέκτησαν τα δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικά και τρεχουσών συναλλαγών), που προαναφέραμε και, μέσω αυτών, οδηγήθηκαν, στην διόγκωση του δημοσίου χρέους, αφού μετατράπηκαν, μαζύ με την Νότια Ευρώπη, σε καθαρούς καταναλωτές, την ίδια στιγμή, που η Κίνα, η Γερμανία και η Ινδία κατέστησαν χώρες παραγωγοί.

Αυτός είναι και ο λόγος, που οι αμερικανικές κυβερνήσεις προέβησαν στην διαρκή εκτύπωση δολλαρίων, ενισχυμένες, από την ιδιαίτερη θέση του δολλαρίου, στο παγκόσμιο στερέωμα, ως του, σχεδόν, μόνου αποθεματικού νομίσματος, αφού, βασικά, η Fed αγοράζει ομόλογα του αμερικανικού κράτους, κάτι, που, δευτερευόντως, πράττουν και άλλες χώρες και κυριότερα, η Κίνα, η οποία κατέχει τεράστιες ποσότητες αμερικανικών ομολόγων, που πρέπει να ξεπερνούν το 1,5 τρισ. $.

Κάπου εδώ εντοπίζεται και η παρελθούσα, αλλά και η οξυμένη τρέχουσα δυσανεξία των αμερικανικών διοικήσεων, απέναντι, στην Γερμανία και - κυρίως - στην Κίνα, αφού η πολιτική τους απειλεί την θέση του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Μια θέση, η οποία είναι η βάση της αμερικανικής ισχύος, αφού, εξ αιτίας αυτής της θέσης, υπάρχει πάντοτε, σε διαρκή και αυξανόμενη βάση, ζήτηση, για το δολλάριο, στις διεθνείς συναλλαγές. Ως εκ τούτου, η Ουάσινγκτων δεν μπορεί να δεχθεί, ούτε να ανεχθεί οποιαδήποτε συζήτηση, που να αφορά την αμφισβήτηση του δολλαρίου, ως παγκόσμιου αποθεματικού και συναλλακτικού νομίσματος.


Και σε αυτήν, ακριβώς την στάση είναι που εμφανίζονται οι τεράστιοι κίνδυνοι, για την παγκόσμια κοινωνία, αφού σε μεσομακροπρόθεσμη βάση (ίσως και νωρίτερα), το αμερικανικό δολλάριο κινδυνεύει να απωλέσει την μονοκρατορία του, ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, από το κινεζικό γουάν, ενώ και η ύπαρξη του ευρώ υπονομεύει το αμερικανικό νόμισμα.

 Ως εκ τούτου, οι εμπορικοί πόλεμοι, που ανοίγει και τους οποίους θα εντείνει ο Donald Trump, έχουν σαφέστατη αιτιολογική βάση και στόχευση, αφού ο Αμερικανός πρόεδρος αποσκοπεί στην επαναφορά των παραγωγικών δραστηριοτήτων των αμερικανικών (και των άλλων) πολυεθνικών επιχειρήσεων, στην εσωτερική αμερικανική αγορά και στην προστασία, την ανασυγκρότηση και την δυναμική ανάπτυξη της αμερικανικής παραγωγής και στην, μέσω αυτών, στήριξη του δολλαρίου και της στρατηγικής και πολιτικής ισχύος των Η.Π.Α., ως πρωτοκαθεδρικής παγκόσμιας υπερδύναμης.

Εξ αιτίας όλων αυτών, η αμερικανική κυβέρνηση αμφισβητεί και θα εξακολουθήσει να αμφισβητεί, κάθε διεθνή συμφωνία, που συνήφθη, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και θα υποχρεώσει όλους να προβούν σε νέες διμερείς συμφωνίες, οι οποίες θα είναι συμφέρουσες, για τις Η.Π.Α.

Μάλιστα η ιδιαίτερη εμμονή του Donald Trump, απέναντι στην Γερμανία έχει νόημα, αφού η χώρα αυτή αναπτύχθηκε, με ξένα (και δη αμερικανικά) κόλυβα και δεν έχει υποστεί, όπως είπαμε, εμφανή αποβιομηχάνιση. Αυτό έγινε κατορθωτό, μέσα από την πολιτική του χαμηλού εργατικού κόστους και την παραγωγή επώνυμων προϊόντων, που δεν στηρίζονται, απλώς και μόνο, στις τιμές, αλλά στην επωνυμία των προϊόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γερμανικές πολυεθνικές (και άλλες) επιχειρήσεις δεν επεκτάθηκαν, στον υπόλοιπο κόσμο, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Επεκτάθηκαν, αλλά κράτησαν ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας, στην Γερμανία.  

Και φυσικά, οι γερμανικές κυβερνήσεις και η ελίτ, που τις στηρίζει, εκμεταλλεύτηκαν όλα τα χρήσιμα, για τις ίδιες, στοιχεία της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και της ευρωζώνης, αρχικά, με την ενοποίηση της Γερμανίας και την πρόσβαση στις χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης, με τα χαμηλά κόστη παραγωγής, αλλά και με το, επαρκώς - για την γερμανική οικονομία - υποτιμημένο ευρώ, με δεδομένο ότι οι γερμανικές συναλλαγές πραγματοποιούνται, με την μέση συναλλαγματική αξία του ευρώ, που ισούται, με 1,23 δολλάρια, ενώ το γερμανικό ευρώ (δηλαδή το ευρώ, ως μάρκο) ισούται, με 1,88 δολλάρια, γεγονός, το οποίο καθιστά την γερμανική παραγωγή, άκρως, ανταγωνιστική.

Αυτή η τεράστια τεχνητή υποτίμηση του γερμανικού ευρώ, μάλιστα, συνδυάστηκε, με την απόκτηση μιας μεγάλης αγοράς, για τα γερμανικά προϊόντα, αν και η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών αυτής της αγοράς, δανειοδοτήθηκε, από την Γερμανία, γεγονός, το οποίο αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα της γερμανικής οικονομίας και του οικοδομήματος του ευρώ,  αφού οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, δεν πρόκειται να ανταποκριθούν, στις οφειλές τους και οι Η.Π.Α. μπορούν να υπονομεύσουν - και ήδη, το πράττουν - το οικοδόμημα του ευρώ και να βυθίσουν, σε βαθειά κρίση την γερμανική οικονομία, με τους εμπορικούς πολέμους και τους δασμούς, που βάζουν, στα γερμανικά προϊόντα.

Όμως, εάν η Γερμανία είναι, κατά τα φαινόμενα, ισχυρότερη, μέσα στην ευρωζώνη και μπορεί να επιβάλει, στους (με οποιονδήποτε τρόπο) δανειζόμενους, τους πολιτικούς και οικονομικούς ελέγχους, που επιθυμεί, στην άλλη σχέση δανειστή - δανειζόμενου, που υφίσταται, μεταξύ της Κίνας και των Η.Π.Α., ο ισχυρός, επί του παρόντος, δεν είναι ο δανειστής, αλλά ο δανειζόμενος, αφού οι Η.Π.Α. έχουν το πάνω χέρι και μπορούν να εξοφλήσουν, εάν χρειασθεί, τα χρέη τους, προς την Κίνα, με την απλή εκτύπωση δολλαρίων.

Αλλά, υπό το πρίσμα των ισορροπιών, στην κατανομή της παγκόσμιας ισχύος, αν η Γερμανία υποχρεωθεί να υποστεί την μοίρα της και να υποταχθεί, στις αμερικανικές απαιτήσεις, οι οποίες έχουν την δική τους λογική και είναι, σταθερά, θεμελιωμένες, η Κίνα δεν πρόκειται να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις και θα αντιδράσει, στις όποιες ενέργειες της Ουάσινγκτων.

Αλλά, για την, παραπέρα, επεξήγηση των πολιτικών και στρατηγικών κρίσεων και την εντατικοποίηση των οικονομικών υφέσεων, που έρχονται, θα χρειασθεί ένα καινούργιο δημοσίευμα, προκειμένου να μην λάβει, ακόμη περισσότερο μάκρος το παρόν άρθρο και για να μην χαθούν, μέσα στην απεραντολογία του κειμένου, όσα, εδώ, αναπτύσσονται.

Ως εκ τούτου, υπομονή...
 



Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Thomas Wieser, Klauss Regling, Γιάννης Στουρνάρας και ευρωγραφειοκρατία : Παπαρολόγοι ναι, αγράμματοι όχι. (Το σκληρό κοστούμι του 4ου Μνημονίου, που ετοιμάζουν για την Ελλάδα, ενώ το ΔΝΤ αρνείται, επί του παρόντος, να βγάλει μια έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, εάν δεν διευκρινήσουν τις προθέσεις τους).



 Thomas Wieser - Γιάννης Στουρνάρας : Παπαρολόγοι ναι. Αγράμματοι όχι (σε καμμία περίπτωση). Απλώς, οδηγούν την χώρα, σε ένα 4ο Μνημόνιο. Όποιο όνομα και αν του δώσουν. (Συμφωνία, οδικό χάρτη, έγγραφο αρχών και δεν συμμαζεύεται)...





Ότι η ευρωγραφειοκρατία έχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, με την οικονομική επιστήμη και τα μακροοικονομικά μεγέθη δεν είναι κάτι το νέο. Το πρόβλημα αυτό είναι πασίγνωστο και δεν οφείλεται στην αγραμματοσύνη των ευρωγραφειοκρατών. Οφείλεται στην έφεση τους, στην προπαγανδιστική χρήση των δεδομένων της ευρωπαϊκής οικονομίας, ένα γεγονός, το οποίο οδηγεί τα στελέχη της ευρωγραφειοκρατίας, σε παροιμιώδεις απιθανολογίες, οι οποίες αποτελούν συγκροτημένα μυθεύματα παπαρολογικών κατασκευών, που βγάζουν άφθονο γέλιο, όταν εκστομίζονται. Και εκστομίζονται συχνά.

Ο κ. Thomas Wieser είναι ένας από αυτούς τους πολλούς ευρωγραφειοκράτες, που πρωταγωνιστεί, σε αυτά τα ρεσιτάλ της παπαρολογίας, ειδικευόμενος, στην "αιτιολόγηση" των απίστευτων βλακειών, που διέπραξε η τρόικα των ξένων δανειστών, στην Ελλάδα των Μνημονίων, τις οποίες συνεχίζει, ακαθεκτα και ακαταπόνητα, το κουαρτέτο.

Αφού, λοιπόν, ο κ. Wieser και η παρέα του τα έκαναν μαντάρα, ήλθε ο εν λόγω, κύριος, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, να μας πει ότι οι δανειστές έκαναν λάθος, το 2010, που δεν προχώρησαν, στην ελάφρυνση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Συνόδευσε, μάλιστα, αυτή την παραδοχή, με το "επιχείρημα" ότι οι ευρωθεσμοί, δεν είχαν την απαραίτητη τεχνογνωσία και για τον λόγο αυτόν, κάλεσαν το ΔΝΤ, προκειμένου να τους την μεταλαμπαδεύσει.

Φυσικά, οι ευρωγραφειοκράτες και οι ξένοι δανειστές δεν είχαν καμμία ανάγκη μεταλαμπάδευσης της όποιας εμπειρίας του ΔΝΤ, το οποίο έπεσε έξω, σε όλες τις προβλέψεις του, για την ελληνική οικονομία, όλα αυτά τα 8 χρόνια, που ακολούθησαν την σκοπούμενη ελληνική κρατική χρεωκοπία, οι οποίες, άλλωστε υπήξαν μεθοδεμένες προκειμένου να κρατήσουν την ελληνική οικονομία, σε ένα καθεστώς στενής επιτήρησης, ούτως ώστε να επιτύχουν εκείνες τις διαρθωτικές αλλαγές, που έκριναν, ως απαραίτητες.

Αυτές οι διαθρωτικές και λοιπές αλλαγές, που υπήρξαν ανεμάρτιστες και αποκλήθηκαν, ως μεταρρυθμίσεις, ενώ στην πραγματικότητα, ήσαν και παραμένουν μια λεπτομερής διαδικασία απομεταρρυθμίσεων και αντιμεταρρυθμίσεων, μπορεί, όπως ήταν φυσικό, να απέτυχαν, αλλά αυτό, ουδόλως, πτόησε την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, αλλά και τους ξένους θεσμικούς δανειστές να επιμείνουν, πεισματικά, στην εφαρμογή τους, αφού ο διαβόητος Declan Costello επιμένει, στην συνέχιση ενός δεκαετούς προγράμματος στενής επιτήρησης, το οποίο είναι - κατ' αυτόν και την γραφειοκρατία των Βρυξελλών -, απαραίτητο, προκειμένου να μην εκτροχιασθεί το τραίνο των "μεταρρυθμίσεων", που επέβαλαν οι ξένοι δανειστές και το οποίο κατέστρεψε την ελληνική παραγωγική και την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα (η οποία, μόλις χθες, ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ ότι, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, ανήλθε στο επίπεδο του 1,4% του ΑΕΠ, έναντι του αμναμενόμενου 1,6%, ένα ποσοσστό το οποίο, προφανώς, θα αναθεωρηθεί, πιθανότατα, προς τα κάτω, μέχρι τον ερχόμενο Οκτώβριο, που θα ανακοινωθεί η δεύτερη εκτίμηση, για το ύψος της).

Εννοείται, βέβαια, ότι η ευρωγραφειοκρατία κι οι ευρωθεσμοί δεν είχαν καμμία έλλειψη τεχνογνωσίας, όσον αφορά το τί έπρεπε να  κάνουν και το τί έπρεπε να μην κάνουν, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, την περίοδο Απριλίου - Μαΐου του 2010 και ότι η χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας υπήρξε μια συνειδητή πολιτική και οικονομική τους επιλογή, αφού αρνήθηκαν την εφαρμογή της κεντρικής επιλογής, που τους πρότεινε το ΔΝΤ, στην τεχνογνωσία του οποίου κατέφυγαν, επειδή - υποτίθεται ότι - την είχαν ανάγκη, αφού το ΔΝΤ τους πρότεινε, από τότε, την ελάφρυνση του υπέρογκου ελληνικού δημόσιου χρέος, την οποία, με επιμονή και πείσμα, αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα το ΔΝΤ (κακώς) να υποχωρήσει, στα αιτήματα των ευρωζωνιτών, με αποτέλεσμα την γνωστή αλυσίδα των βλακειών, που ακολούθησε.

Προφανώς, όπως έχουν ομολογογήσει οι ευρωζωνίτες, όλα αυτά δεν υπήρξαν τυχαία, ούτε προϊόν άγνοιας. Υπήρξαν συνειδητές πολιτικές επιλογές, που αποσκοπούσαν, όπως ομολόγησε η ευρωγραφειοκρατία, με επικεφαλής τον Jeroen Djisselbloem, στην διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες θα κατέρρεαν, εάν, μετά την επισημοποίηση της ελληνικής χρεωκοπίας, θα αφήνονταν, στην τύχη τους. Κάπως έτσι και με αυτόν τον στόχο, αποφασίστηκε η ψευδεπίγραφη διάσωση του ελληνικού δημοσίου και της ελληνικής οικονομίας, η οποία, μέσα σε αυτά τα δεδομένα, που είχαν διαμορφωθεί, από την σκοπούμενη αδυναμία δανεισμού του ελληνικού κράτους, ήταν το απαραίτητο εργαλείο, για την διάσωση της ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας και του ίδιου του ευρώ και της ζώνης του.

Έτσι, δεν χρειάζεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη γνώση, για να γνωρίζει οποιοσδήποτε ασχολείται, ερασιτεχνικά, με τα ζητήματα της δημόσιας οικονομίας ότι ένα κράτος, που οδηγείται, μέσα, σε μια νομισματική ζώνη (αλλά και εκτός αυτής), στην αδυναμία εκπλήρωσης των δανειακών του υποχρεώσεων, χρειάζεται, μια δραστική ελάφρυνση του δημοσίου χρέος του, όπως συνέβη το 1953, με την Δυτική Γερμανία και όπως πρέπει να συμβεί, τώρα και με την Ελλάδα - και όχι, μόνο, με αυτήν, αλλά και με την Ιταλία, όπως και με ουκ ολίγες άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Αυτή την ερασιτεχνική γνώση της οικονομικής επιστήμης ο κ. Thomas Wieser και οι λοιποί ενεργοί γραφειοκράτες της ευρωζώνης καμώνονται ότι δεν την έχουν και ότι την χρειάζονταν, από την εμβριθή τεχνογνωσία του ΔΝΤ, το οποίο απέτυχε, παταγωδώς, σε όλες του τις προβλέψεις, για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, υπό το καθεστώς των Μνημονίων και την οποία τεχνογνωσία, όταν τους παρασχέθηκε, ως προς την μεγάλη ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους - παρά το γεγονός ότι και η γραφειοκρατία του ΔΝΤ, που, ανοήτως, απεδέχθη τις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, έχει τις δικές της, επίσης, βαρύτατες ευθύνες -, την απέρριψαν, μετά βδελυγμίας.

Κάπως έτσι, προέκυψε και το κόστος των 85 δισ. € του 3ου Μνημονίου, που προσέθεσε, στο δημόσιο χρέος ο απίστευτος (και υπόδικος, για δωροληψία) Γιάννης Στουνάρας, πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης των Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου, τον οποίον οι κυβερνήτες εκείνης της εποχής, ενώπιον της επερχόμενης κατάρρευσής τους, τον "μετέθεσαν", ως Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, χρεώνοντας το χρέος αυτό, στον Γιάννη Βαρουφάκη, που ήταν υπουργός Οικονομικών, κατά το πρώτο 6μηνο του 2015 και στις διαπραγματεύσεις, που αυτός διεξήγαγε.

Βέβαια, πρέπει κάποιος να είναι παπαρολόγος ολκής και προπαγανδιστής της κακιάς ώρας, για να προσθέτει τα δάνεια, που συνάπτονται, προκειμένου να εξυπηρετηθούν προηγούμενα δάνεια και οι τόκοι τους, στο ολικό δημόσιο χρέος της χώρας, αλλά, όπως φαίνεται, δεν είναι αυτό, που απασχολεί τον ολέθριο, για την χώρα, κ. Διοικητή (για την οποία λυπάται, επειδή υφίσταται τον έλεγχο του ελληνικού δικαστικού συστήματος, στο σκάνδαλο, που αφορά τον πολυεθνική φαμακοβιομηχανία Novartis, αν και στην πραγματικότητα, είναι ο ίδιος, που είναι αξιολύπητος, για την δυσχερή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει, από το γεγονός ότι το όνομά του συμπεριλαμβάνεται, στα έγγραφα του F.B.I.), ο οποίος υπήρξε, επί της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, επικεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας, για την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη και είναι βασικός συνυπεύθυνος, για την χρονίζουσα και μη ανατάξιμη καταστροφή, που υπέστησαν η ελληνική οικονομία και κοινωνία. 

(Τα δάνεια του 3ου Μνημονίου υπολογίστηκαν να πάνε, κατά 53,8 δισ. €, στα τοκοχρεωλύσια, κατά 25 δισ. €, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκαν, μόλις 5 δισ. € και αυτά μετά βίας), ενώ τα 7,3 δισ. €, προγραμματίστηκε να πάνε, στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις του ελληνικού Δημοσίου).

Και αφού οι ευρωγραφειοκράτες βρήκανε παπά, για να θάψουνε πέντε-έξι (όχι ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης δεν έχει ευθύνες, για το πρώτο εξάμηνο του 2015. Έχει ευθύνες, για το γεγονός ότι δεν αντέδρασε έγκαιρα και για το ότι άφησε τα πράγματα να φθάσουν, ως στο τέλος, μη υποψιαζόμενος ότι ο πρωθυπουργός είχε υποκύψει, καιρό πριν, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, παρά τις περί του αντιθέτου, δημόσιες διαβεβαιώσεις του, αλλά και στο ότι επέτρεψε, στην Ε.Κ.Τ., να κλείσει τις ελληνικές τράπεζες, χωρίς να το κάνει νωρίτερα, ο ίδιος, προκειμένου να αποφύγει την διαρροή του ξένου συναλλάγματος - εννοώ, ως ξένο συνάλλαγμα, το ευρώ, το οποίο λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, όμως, όλα αυτά είναι άλλης τάξεως ζητήματα, που δεν δικαιολογούν τον ορυμαγδό όλης αυτής της προπαγανδιαστικής αρλουμπολογίας, που έχουν αναπτύξει οι ευρωγραφειοκράτες, προκειμένου να μεταθέσουν τις βαρύτατες δικές τους ευθύνες), ήλθε και ο Klauss Regling του ESM, να μας πει ότι η ζημιά, για την ελληνική οικονομία, δεν ήταν τα 85 δισ. €, για τα οποία μίλησε ο Γιάννης Στουρνάρας, αλλά 100 δισ. €, προσθέτοντας και τις - υποτιθέμενες - απώλειες της ελληνικής οικονομίας, από την πτώση του ελληνικού ΑΕΠ, κατά την τριετία, που ακολούθησε, με βάση τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, το οποίο υπολόγιζε την ελληνική ανάτυξη, για την περίοδο 2015 - 2016, στο 6%+, δηλαδή κάπου στα 14 δισ. € και το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, ουδέποτε έπεσε μέσα (έστω και από μακριά) , στους υπολογισμούς του, για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και του ΑΕΠ της, από την αρχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο - Μάϊο του 2010, μέχρι τις ημέρες μας. 

Και αφού οι ευρωγραφειοκράτες υπολόγισαν το "κόστος Βαρουφάκη", στα 100 δισ. €, δεν ήταν δύσκολο να αναθεωρήσουν, στην συνέχεια και με τον κ. Thomas Wieser, να ανεβάσουν το "κόστος" των βαρουφάκειων διαπραγματεύσεων, στα 200 δισ. €, έτσι χωρίς, περαιτέρω αιτιολόγηση, με τον ισχυρισμό ότι η αποπληρωμή των παλαιότερων χρεών λειτουργεί ... αθροιστικά, στο ύψος του δημόσιου χρέους της χώρας μας και όχι αποσβεστικά! Σκέτος τραγέλαφος, δηλαδή, από ειδικούς, οι οποίοι καμώνονται πως δεν ξέρουν την τύφλα τους.

Όμως, όταν ο γνωστός παπαρολόγος κ. Wieser και η παρέα του, λένε όσα λένε, αυτό αποδεικνύει ότι μυαλό αρνούνται, με πείσμα, να βάλουν. Έτσι ακόμη και τώρα, που έρχεται η "ώρα της κρίσεως", με την λήξη του 3ου ελληνικού Μνημονίου, παρά τις πιέσεις του ΔΝΤ και το γεγονός ότι, εάν δεν καταστούν σαφείς οι προτάσεις και οι προθέσεις της ευρωγραφειοκρατίας, για το ελληνικό δημόσιο χρέος και την ελάφρυνσή του, η οποία θα πρέπει να είναι δραστική, έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, από την Ουάσινγκτων, δεν πρόκειται να εκδοθεί, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, οι ευρωθεσμοί και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρνούνται, προς το παρόν, αλλά και ως το τέλος της όλης διαδικασίας να παρουσιάσουν μια συγκεκριμένη και σαφή πρόταση.

'Ολοι αυτοί αρκούνται, στην αοριστολογία, η οποία παραπέμπει, στην αναβλητικότητα και καθιστά σαφές ότι οι ευρωζωνίτες δεν έχουν και δεν θέλουν να διαμορφώσουν έναν ξεκαθαρισμένο οδικό χάρτη, διότι όλο αυτό το σχήμα έχει ένα σαφές οικονομικό και πολιτικό κόστος. Ως εκ τούτου, όσο επιμένουν, σε αυτή την στάση, η γραφειοκρατία του ΔΝΤ δεν πρόκειται να βγάλει μια έκθεση, η οποία θα καθιστά αξιόχρεο το ελληνικό δημόσιο.

Αυτή είναι η πικρή αλήθεια και για τον λόγο αυτόν, οι ευρωζωνίτες ετοιμάζουν έναν νέο στενό κορσέ, στην ελληνική οικονομία, με ένα 4ο Μνημόνιο, το οποίο θα συνεχίζει την ασφυκτική επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας, από το κουαρτέτο, ή από μια νέα τρόϊκα των ευρωθεσμών, εάν αποφασιστεί η μη συμμετοχή του ΔΝΤ, στο νέο αυτό πρόγραμμα, κάτι το οποίο καθίσταται πολύ πιθανό, εάν τα εκατέρωθεν μέλη των δανειστών δεν μεταβάλουν τις προθέσεις και τις θέσεις τους.

Αυτό το σχεδιαζόμενο 4ο Μνημόνιο (παρά το γεγονός ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, μέχρι το 2021, φαίνονται να είναι καλυμμένες και από το μαξιλαράκι των 19 δισ. €, που δημιουργείται αυτόν τον καιρό, αφού οι ανάγκες αυτές υπολογίζονται, κάπου στα 44 δισ. € και τα υπολογιζόμενα, ως εξασφαλισμένα έσοδα, στα 48 δισ. €) μπορεί να συνδυασθεί και με μια ανεπαρκή ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους, προκειμένου, μέσα σε ένα βάθος χρόνου να συνδυασθεί με τις - υποτιθέμενες ως αναγκαίες - "μεταρρυθμίσεις", που πρέπει να γίνουν, σε βάθος δεκαετίας και οι οποίες - υποτίθεται ότι - κινδυνεύουν, εάν χαλαρωθεί η τωρινή σκληρή επιτήρηση, την οποία υφίστανται οι ελληνικές κυβερνήσεις, σύμφωνα με τον κ. Declan Costello και την δική του παρέα των εκπροσώπων των ξένων δανειστών, που έχουν το λύειν και το δεσμείν, στα της ελληνικής οικονομίας. 

Οι ξένοι δανειστές, με εργαλείο την "πιστοληπτική γραμμή" και την όποια ανεπαρκή "διευθέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους", ράβουν το κοστούμι του 4ου Μνημονίου. Το ζήτημα είναι το τί θα πράξουν οι "δικοί" μας, τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού και οι κυβερνητικοί τους εταίροι.

Ίδωμεν...