Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ο άτυπος και ακήρυκτος (αλλά, απολύτως, πραγματικός) πόλεμος Τουρκίας - NATO, κατά Ρωσίας, επί συριακού εδάφους και η κατάρριψη του ρωσικού Suhoy, ως αναγκαία εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, θα οδηγήσουν, στην συντριβή των Δυτικών, εάν αυτοί δεν συνετισθούν.



Η κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου, από την τουρκική πολεμική αεροπορία, στα τουρκοσυριακά σύνορα, στην περιοχή κοντά, στην Λατάκεια, και στην βάση, που έχει παραχωρηθεί, από την συριακή κυβέρνηση του κόμματος Μπάαθ, στην Ρωσία, από την εποχή της "Σοβιετικής Ένωσης", με αντάλλαγμα την σύναψη του ρωσοσυριακού αμυντικού συμφώνου, το οποίο ισχύει, ακόμη, είναι προφανές ότι δεν θα μείνει, χωρίς απάντηση, από το Κρεμλίνο.

Απάντηση θα υπάρξει και είναι σαφές ότι δεν θα είναι αμελητέα.

Η απάντηση του ρωσικού κράτους, στην τουρκική πρόκληση, είναι πολύ πιθανό να μην είναι άμεση. Θα έλθει, ίσως, σε ένα βάθος χρόνου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι λιγότερο σκληρή. Κάθε άλλο. Η ρωσική απάντηση, εάν δεν είναι άμεση και εάν δοθεί, αργότερα, το βάθος του χρόνου, που θα υπάρξει, θα αντιστοιχεί, στην βαθύτητα του πόνου, που θα προξενήσει, στην τουρκική ελίτ και στους νατοϊκούς προστάτες της.

Προβαίνοντας, σε αυτές τις διαπιστώσεις, θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι υπερεκτιμώ τα δεδομένα και ότι, ως εκ τούτου, υπερβάλλω. Μακάρι, να είναι, έτσι, τα πράγματα. Αλλά, μιλώντας, για την παρούσα κατάσταση, η εκτίμηση, στην οποία προβαίνω, δεν αποτελεί υπερβολή. Η ρωσική απάντηση, στην τουρκική πρόκληση, θα είναι σκληρή, όσο και αν καθυστερήσει και όσο και αν η ενέργεια της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας έχει ισχυρή νομιμοποιητική βάση.

Μαζύ με το τουρκικό κράτος, το ΝΑΤΟ θα υποστεί και αυτό, συνέπειες, για την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου και στην συνέχεια, του ρωσικού ελικόπτερου, που πήγε να περισυλλέξει τους δύο Ρώσους πιλότους. Και αυτό θα συμβεί, όσο και αν, εκ πρώτης όψεως, δεν προκύπτει άμεση εμπλοκή των νατοϊκών, στην όλη υπόθεση.

Δεν θα μείνω, στις όποιες διπλωματικές ενέργειες της ρωσικής πλευράς. Αυτές έχουν την σημασία τους, η οποία, προφανώς, δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά έχουν περιορισμένη, έως μηδενική, επιρροή, στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων και της κλιμάκωσης των στρατιωτικών ενεργειών. Ως εκ τούτου, αυτές, καθαυτές, είναι αδιάφορες. Θα περιοριστώ, στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των ενεργειών, που σχετίζονται με αυτές.

Ας δούμε, λοιπόν, την ουσία των γεγονότων.

Εδώ και καιρό, δηλαδή, από τότε, που άρχισαν οι ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, στην Συρία, κατά του ISIS και της ένοπλης συριακής αντιπολίτευσης, με σκοπό την προστασία της ρωσικής βάσης, στην Λατάκεια και του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, τα ρωσικά πολεμικά αεροπλάνα έχουν παραβιάσει - άγνωστο πόσες φορές - τον τουρκικό εναέριο χώρο και έχουν προειδοποιηθεί, από την τουρκική πλευρά, να παύσουν να το κάνουν. Η ρωσική κυβέρνηση, μάλιστα, είχε ενημερωθεί, από την τουρκική, ότι θα υπάρξουν συνέπειες, εάν αυτή η κατάσταση συνεχισθεί.

Από την άλλη πλευρά, η οποία, από την άποψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, που διεξάγονται, στην συγκεκριμένη περιοχή, είναι, άκρως, σημαντική, η Τουρκία προσπαθεί να επιβάλει, εντός του συριακού εναέριου χώρου, μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Η επιδίωξη αυτή έχει εκδηλωθεί, από την έναρξη του καθοδηγημένου, από τις Η.Π.Α., εμφυλίου πολέμου, στην Συρία, με σκοπό να προστατεύσει τους Τουρκομάνους αντάρτες, τους Τούρκους πράκτορες της ΜΙΤ, που συνεργάζονται μαζύ τους, τον αποκαλούμενο "Συριακό Απελευθερωτικό Στρατό" και τους τζιχαντιστές του Χαλιφάτου, που μάχονται, κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, από τα πλήγματα της συριακής πολεμικής αεροπορίας. Και φυσικά, η τουρκική ηγεσία συνέχισε να έχει αυτή την επιδίωξη, ακόμη και όταν, στην περιοχή εμφανίστηκε, ως ενεργός παράγοντας, στις πολεμικές επιχειρήσεις, η ρωσική πολεμική αεροπορία. Πλην, όμως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ρωσική ηγεσία έγραψαν, στα παλαιότερα των υποδημάτων τους (και) αυτή την τουρκική επιδίωξη.

Με αυτά τα δεδομένα, την περασμένη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, η τουρκική πολεμική αεροπορία προέβη, στην κατάρριψη του ρωσικού Σουχόϋ  24 (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, επιχειρησιακά, δεν είναι και το καλύτερο πολεμικό αεροπλάνο), που επιχειρούσε, στα τουρκοσυριακά σύνορα, που βρίσκονται, προς την πλευρά της Λατάκειας, κατά του εξοπλισμένου, από τους νατοϊκούς και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, "Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού", ο οποίος είναι διασπασμένος, σε πολλές ομάδες ενόπλων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται και οι Τουρκομάνοι της περιοχής αυτής, οι οποίοι αποτελούν μια ολιγάριθμη τουρκική εθνοτική μειονότητα, που κατοικεί, σε 517 χωριά και οικισμούς της περιοχής και την οποία υποστηρίζει και ενισχύει το τουρκικό κράτος, με όπλα και με άνδρες, αφού, μαζύ με αυτούς, πολεμούν Τούρκοι πράκτορες της MIT και άνδρες του τουρκικού στρατού.

Η τουρκική ηγεσία είναι σαφές ότι δεν επιθυμεί τους Ρώσους, σε αυτή την περιοχή. Και φυσικά, η ρωσική ηγεσία, με την δική της σειρά, δεν δέχεται την τουρκική παρουσία, την οποία προσπαθεί να εξαλείψει, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, που έχουν αναλάβει οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και τα επιτόπια κτυπήματα, που δίνουν, στις δυνάμεις των Σύρων αντικαθεστωτικών και στις σύμμαχες, με αυτούς, τουρκικές δυνάμεις.

Έτσι, η κατάρριψη του ρωσικού Σουχόϋ είναι αποτέλεσμα του άτυπου, αλλά και πραγματικού πολέμου Τουρκίας και Ρωσίας, επί συριακού εδάφους. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση, που επικρατεί, στο έδαφος και στον εναέριο χώρο της περιοχής αυτής.

Ως εκ τούτου, η ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Άμυνας, για την παύση κάθε επικοινωνίας, με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, είναι πολύ πιο σοβαρή, από οποιαδήποτε διπλωματική ενέργεια, για αυτά, που πρόκειται να ακολουθήσουν, αφού, με αυτόν τον τρόπο, η ρωσική πλευρά καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε επαφή, ανάμεσα, στις τουρκικές και τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, που δρουν, στην περιοχή, με σκοπό την αποφυγή συγκρούσεων, δεν πρόκειται να υπάρξει.


Η Τουρκία και οι νατοϊκοί, κατά πάσα πιθανότητα, θα αντιμετωπίσουν την κόλαση.

Η αποστολή του ρωσικού "Μοσκβά", ενός καταδρομικού πλοίου, στην περιοχή, με εξειδικευμένο και μη αναχαιτίσιμο πυραυλικό οπλισμό, ακτίνας 550, έως 1000 χλμ και ταχύτητας 2,5 mach, δείχνει ότι οι προθέσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είναι καθόλου καλές, ούτε φιλειρηνικές. Η τουρκική πλευρά θα υποστεί τα αντίποινα εκείνα, τα οποία θα επιλέξει η ρωσική ηγεσία. Και φυσικά, το Κρεμλίνο θα είναι εκείνο, που θα αποφασίσει το είδος, το μέγεθος και την χρονική στιγμή, που θα εξαπολύσει αυτά τα αντίποινα. Όταν αυτά εξαπολυθούν, η τουρκική ηγεσία θα ψάχνεται. Όπως θα ψάχνονται και οι νατοϊκοί, που κρύβονται, πίσω της.

Η ρωσική ηγεσία δεν πρόκειται να παίξει, με τους Τούρκους. Όπως έχει πει ο Βλαντιμίρ Πούτιν : Δεν πρόκειται να ασχοληθεί, με το σκυλί, που τον δαγκώνει. Θα ασχοληθεί με το αφεντικό του σκυλιού, που έχει την ευθύνη.

Και στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αφεντικό του σκυλιού, για το οποίο γίνεται λόγος, βρίσκεται, στην Ουάσινγκτων και δεν είναι άλλο, από το έγχρωμο αφεντικό των πολιτικών τζιχαντιστών του ISIS, των μαχητών του αυτοαποκαλούμενου "Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού" και της πανικοβλημένης ηγεσίας, που κατοικοεδρεύει, στην Άγκυρα, η οποία συγκάλεσε, ασμένως, το εθνικό συμβούλιο ασφαλείας της χώρας, υπό την ηγεσία του Ταγίπ Ερντογκάν και ζήτησε την βοήθεια του ΝΑΤΟ.

Όμως, o Barack Hussein Obama και το ΝΑΤΟ, λίγα πράγματα μπορούν να κάνουν, για να βοηθήσουν την τουρκική ηγεσία και τους συμμάχους τους, στην περιοχή. Κατά πάσα πιθανότητα, η τουρκική κυβέρνηση και οι νατοϊκοί φίλοι της, δεν θα προλάβουν, καν, να αντιληφθούν την αντίδραση της Μόσχας. Απλώς, θα υποστούν τις συνέπειες, τις οποίες θα κληθούν να διαχειρισθούν, μετά την εκδήλωση και την ολοκλήρωση της ρωσικής απάντησης, η οποία θα είναι και επί του εδάφους, στο οποίο δρουν οι, βαριά, οπλισμένοι Τουρκομάνοι αντάρτες, οι Τούρκοι στρατιωτικοί και οι δυνάμεις του αυτοαποκαλούμενου "Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού". Άλλωστε, η απάντηση αυτή έχει αρχίσει, ήδη, να δίνεται και είναι καταιγιστική, αφού η ρωσική αεροπορία έχει εντείνει τους βομβαρδισμούς, ενώ, παράλληλα, ο ρωσικός στρατός και η Χεζμπολλάχ, κτενίζουν την περιοχή.

Η σαφής στήριξη της τουρκικής στάσης και της κατάρριψης του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου, από τον Barack Hussein Obama και το ΝΑΤΟ, δεν αφήνει καμμία αμφιβολία, για την βασιμότητα της διαπίστωσης του γεγονότος ότι η Τουρκία αποτελεί το σκυλί (για την ακρίβεια, ένα από τα σκυλιά) της Ουάσινγκτων, στην περιοχή.

Ας δούμε και ας προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τα γεγονότα:

Κατ' αρχήν, είναι, περίπου, βέβαιο ότι η τουρκική αεράμυνα κατέρριψε το ρωσικό Suhoy, ενώ αυτό βρισκόταν, στον τουρκικό εναέριο χώρο, τον οποίο, προφανώς, είχε παραβιάσει. Βέβαια, το αεροπλάνο, μετά το κτύπημα, που δέχτηκε, από ένα τουρκικό Phantom, κατέπεσε, στο συριακό έδαφος, αλλά οι ταχύτητες, που αναπτύσσονται, στον αέρα, από τα πολεμικά μαχητικά αεροπλάνα και η στενότητα του χρόνου, ως προς την παραβίαση του εναερίου χώρου, η οποία διάρκεσε κάποια ελάχιστα δευτερόλεπτα, είναι τέτοιες, που το σημείο της πτώσης του Suhoy, δεν έχει σημασία.

Φαίνεται - και είναι - βέβαιο ότι η τουρκική αεροπορία προειδοποίησε τους Ρώσους πιλότους, για την παραβίαση του τουρκικού εναέριου χώρου. Η τουρκική ηγεσία ουδέποτε θα προέβαινε, σε ένα κτύπημα, εναντίον της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας, χωρίς να νομιμοποιείται να πράξει κάτι τέτοιο. Μια επιθετική ενέργεια, κατά των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, εκ μέρους της τουρκικής πλευράς, θα ήταν αυτοκτονική και ως εκ τούτου, λογικά και πραγματικά, αποκλείεται να έχει συμβεί.

Επίσης, σίγουρο είναι ότι η ρωσική πλευρά, της οποίας τα πολεμικά αεροπλάνα, που επιχειρούν, στον συριακό εναέριο χώρο και βάλλουν εναντίον των θέσεων των Τουρκομάνων ανταρτών και των Τούρκων στρατιωτών και πρακτόρων, που στηρίζουν αυτούς τους αντάρτες και τον "Συριακό Απελευθερωτικό Στρατό", που μάχονται, κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, επανειλημμένως, παραβιάζουν τον τουρκικό εναέριο χώρο, έχει προειδοποιηθεί, από την τουρκική πλευρά, ότι θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες, εάν αυτή η κατάσταση συνεχισθεί.

Προφανώς, η ρωσική πλευρά αγνόησε αυτές τις τουρκικές προειδοποιήσεις. Και αυτό το έπραξε, όχι μόνον, για λόγους γοήτρου, ή της αλαζονείας, που έχει οποιαδήποτε στρατιωτική υπερδύναμη, η οποία συνηθίζει να βλέπει τους άλλους, ως, περίπου, μηδαμινές και αμελητέες ποσότητες.

Οι επιχειρησιακές ανάγκες της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και οι στρατιωτικοί στόχοι, επί του εδάφους της περιοχής αυτής, στους οποίους επικεντρώνεται, επιβάλλουν στα ρωσικά πολεμικά αεροπλάνα να δρουν στα όρια και ουκ ολίγες φορές, εντός του τουρκικού εναέριου χώρου και πιθανότατα, τους επιβάλλουν να επιχειρήσουν και κατά στόχων, επί του τουρκικού εδάφους, αφού οι Τουρκομάνοι αντάρτες και οι καλυμμένες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, εφοδιάζονται, με οπλισμό και με λοιπά εφόδια, από το τουρκικό έδαφος, ενώ είναι σαφές και αναμενόμενο ότι αυτά τα επίγεια στρατιωτικά σώματα βρίσκουν θέσεις κάλυψης και προστασίας, από τους ρωσικούς βομβαρδισμούς και από τις επιθέσεις του ρωσικού και του συριακού στρατού, καθώς και από τα άλλα αντίπαλα ένοπλα σώματα, στο τουρκικό έδαφος.

Κάτω από αυτές τις πολεμικές επιχειρησιακές συνθήκες, η ρωσική πολεμική αεροπορία είναι, εκ των πραγμάτων, υποχρεωμένη να δρα και στον τουρκικό εναέριο χώρο, προκειμένου να εξουδετερώσει τους επίγειους στόχους της, που δρουν στο συριακό έδαφος και εφοδιάζονται από το τουρκικό έδαφος, στο οποίο βρίσκουν και καταφύγιο. Ως εκ τούτου, η επιχειρησιακή δράση της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας, στην περιοχή των συροτουρκικών συνόρων, που βρίσκονται, κοντά στην Λατάκεια, είναι, κατά βάση, αποτρεπτική και κατασταλτική. Και φυσικά, σε κάθε περίπτωση καθίσταται αναγκαία.

Με δεδομένη την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η Τουρκία και η Ρωσία έχουν εμπλακεί, σε αυτή την περιοχή, σε έναν άτυπο και ακήρυκτο πόλεμο, καθίσταται περισσότερο από σαφές ότι το ίδιο και περισσότερο αναγκαία είναι, εκ των πραγμάτων και εκ των πραγματικοτήτων, που έχουν διαμορφωθεί, στον χώρο των συροτουρκικών συνόρων και η τουρκική αντίδραση, στις ρωσικές επιθετικές ενέργειες, κατά των Τουρκομάνων ανταρτών, κατά των Τούρκων πρακτόρων και στρατιωτικών και κατά των δυνάμεων του "Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού".

Έχοντας αυτά τα δεδομένα, υπόψη μας, αυτό, που μένει να συμπεράνουμε είναι ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού Suhoy, από το τουρκικό Phantom, η κατάσταση των επιχειρήσεων, επί του εδάφους αυτής της περιοχής των μακρών, σε έκταση, συροτουρκικών συνόρων, ήταν τέτοια, που, προφανώς, επέβαλε, στην τουρκική πολεμική αεροπορία, να προχωρήσει, στην ευθεία βολή, κατά του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου και στην κατάρριψή του. Άλλωστε, η παρουσία των Τουρκομάνων ανταρτών (και μαζύ με αυτούς, η παρουσία των Τούρκων πρακτόρων) είναι δεδομένη και κατέστη ορατή, αμέσως, μετά την πτώση του ρωσικού Suhoy και την εμφάνιση του ρωσικού ελικοπτέρου, που πήγε, για να διασώσει τους δύο Ρώσους πιλότους, το οποίο και αυτό εβλήθη, από τις δυνάμεις των Τουρκμομάνων ανταρτών και των Τούρκων πρακτόρων.

Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι οι συγκεκριμένες ανάγκες του πεδίου των μαχών και των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στον, επί του συριακού εδάφους, διεξαγόμενο ακήρυκτο πόλεμο, ανάμεσα, στην Τουρκία και την Ρωσία, υπήρξαν η αιτία, για την στάση και την συμπεριφορά των στρατιωτικών επιτελείων των δύο χωρών και για την κατάρριψη του ρωσικού Suhoy. Και ακριβώς, σε αυτό το σημείο είναι που εμπλέκεται το έγχρωμο αφεντικό των Σύρων αντικαθεστωτικών και των λοιπών ισλαμικών πολιτικών ακτιβιστών και μαχητών και των Τούρκων πρακτόρων και στρατιωτικών, που αντιπαρατίθενται, στρατιωτικά, στον συριακό στρατό, με την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη της Ουάσινγκτων, του ΝΑΤΟ, της Σαουδικής Αραβίας και των λοιπών μεσαιωνικών σαλαφιστικών αραβικών καθεστώτων του Κόλπου.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το ερώτημα, που γεννάται, είναι, αν η αμερικανική υπερδύναμη και οι νατοϊκοί υποτελείς της Ουάσινγκτων, είχαν δώσει το πράσινο φως, στην τουρκική ηγεσία να κτυπήσει την ρωσική πολεμική αεροπορία, που επιχειρεί, στα συροτουρκικά σύνορα, ειδικά, μάλιστα, σε αυτή την περιοχή, όπου βρίσκεται η ρωσική βάση της Λατάκειας.

Αυτό το ερώτημα, προφανώς, έχει απάντηση. Και η απάντηση αυτή δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, για να δοθεί. Είναι μια εύκολη απάντηση. Και μάλιστα, πολύ εύκολη.

Τα νατοϊκά και λοιπά στρατιωτικά και πολιτικά όργανα του έγχρωμου αφεντικού των τζιχαντιστών του ισλαμικού πολιτικού και στρατιωτικού ακτιβισμού είχαν, εκ των προτέρων, δώσει το πράσινο φως, στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις να κτυπήσουν, κάποια στιγμή, που αυτές θα εκτιμήσουν, ως επιχειρησιακά, απαραίτητη, οποιοδήποτε ρωσικό αεροπορικό στόχο, ο οποίος θα παραβιάσει τον τουρκικό εναέριο χώρο.

Είναι, μάλιστα, πολύ πιθανό (ίσως και το πιθανότερο) ότι, στην λήψη της απόφασης, για την κατάρριψη του ρωσικού Suhoy, να ενεπλάκησαν και ανώτατα επιτελικά όργανα των αμερικανικών, ή (και) των νατοϊκών στρατιωτικών δυνάμεων, με σκοπό την αποστολή ενός σκληρού μηνύματος, προς την ρωσική πλευρά και για την σφυγμομέτρηση των ρωσικών αντιδράσεων.

Ως εκ τούτου, η τουρκική ηγεσία δεν έδρασε, αυτοβούλως. Έδρασε, μέσα, στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου αμερικανονατοϊκού σχεδιασμού, που αποσκοπεί, στην αναχαίτιση της ρωσικής πολεμικής επιθετικότητας, στην περιοχή και στον ευρύτερο σχεδιασμό, για την απόκρουση της ρωσικής στρατιωτικής δραστηριότητας και παρουσίας, στην Λατάκεια και σε όλο τον χώρο της Συρίας.

Είναι προφανές ότι το μήνυμα ελήφθη, από την ρωσική πλευρά, πλην, όμως, η ένταση των βομβαρδισμών, κατά των Τουρκομάνων, των Τούρκων πρακτόρων και των ανταρτών του "Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού", που μάχονται, εναντίον του Άσαντ και των Ρώσων, όπως, επίσης και η κλιμάκωση των ρωσικών πολεμικών δραστηριοτήτων, επί του εδάφους αυτής της περιοχής, αποδεικνύει ότι η ρωσική ηγεσία αγνόησε, πλήρως, αυτό το μήνυμα των νατοϊκών, των Αμερικανών και των Τούρκων. Κυριολεκτικά, μιλώντας, το πέταξε, στον κάλαθο των αχρήστων.

Αυτό, προφανώς, σημαίνει ότι η συνέχεια, που θα ακολουθήσει, στα τουρκοσυριακά σύνορα, στα πλαίσια του άτυπου και ακήρυκτου πολέμου, ανάμεσα στις ρωσικές δυνάμεις, που δρουν, στην περιοχή και στις τουρκικές, αμερικανικές και νατοϊκές δυνάμεις, που επιχειρούν να αποκρούσουν την πολεμική δράση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, θα είναι πολύ ενδιαφέρουσα και σαφέστατα, πολυαίμακτη, αφού η δέσμη των ρωσικών αντιποίνων, που θα απλωθεί, σε χώρο και σε χρόνο, θα έχει βαρύτατο κόστος, πρώτα, για την τουρκική ηγεσία, αλλά και για τους αμερικανονατοϊκούς καθοδηγητές και "προστάτες" της.

Όπως έχουμε πει, εδώ και κάποια χρόνια, οι Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ - αυτό, δηλαδή, που αποκαλούμε Δύση - έχουν, ήδη, ηττηθεί, στην Συρία και στην ευρύτερη περιοχή. Φυσικά, αυτή την οδυνηρή, γι' αυτούς, πραγματικότητα, ο Barack Hussein Obama, η αμερικανική κυβερνητική ελίτ (δηλαδή το βαθύ αμερικανικό κράτος) και όλοι οι Δυτικοί δεν μπορούν να το δεχθούν και επιμένουν, πεισματικά, να το αρνούνται.

Μπορούν να το αρνούνται όσο θέλουν. Όμως, οι - επί του εδάφους και οι ευρύτερες γεωστρατηγικές - πραγματικότητες λειτουργούν, εις βάρος τους, με αποτέλεσμα η ήττα τους, στο πεδίο των μαχών να έχει, ήδη, συντελεσθεί, από την εποχή εκείνη, που, πριν τρία χρόνια, ο Barack Hussein Obama φοβήθηκε να στείλει τον αμερικανικό στόλο, έξω από την Συρία, επειδή απειλήθηκε, με πόλεμο, από τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του στρατού της Κίνας, που, προφανώς, ενεργούσαν, με την σαφή έγκριση και καθοδήγηση της κινεζικής κυβέρνησης.

Από τότε, έχει περάσει καιρός και τα πράγματα, για την Δύση, έχουν χειροτερεύσει, κατά πολύ. Ήδη, μάλιστα, η νέα καναδική κυβέρνηση, με μια συμβολική, μεν, αλλά και πολύ σημαντική ενέργεια, έχει αποσύρει τα καναδικά πολεμικά αεροπλάνα, από το πεδίο των μαχών, στην Συρία.

Η Δύση, πλέον, δεν δρα ενιαία. Οι ωμότητες, που διαπράττουν, στα κατεχόμενα, από αυτούς εδάφη, στο Ιράκ και στην Συρία, αλλά και στις δυτικές πρωτεύουσες (όπως και στον Λίβανο) οι τέως - αλλά, πολλές φορές και νυν - προστατευόμενοί της, στο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε του Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκνταντί, αποσταθεροποιούν την ενιαία στάση, έκφραση και δράση της Δύσης.

Εδώ και χρόνια, λοιπόν, έχει έλθει η ώρα και ο Barack Hussein Obama και τα "σκυλιά" του, χρήσιμο είναι να το πάρουν απόφαση. Τον πόλεμο, στην Συρία, τον έχασαν. Και καλό και χρήσιμο είναι να διαπραγματευθούν, για να περισώσουν ό,τι μπορεί να περισωθεί. Διότι, εάν δεν το πράξουν, εγκαίρως - δηλαδή, τώρα, που είναι ο καιρός ώριμος -, θα υποστούν συντριβή.

Με πρώτη και "καλύτερη", στον κατάλογο των, υπό συντριβή, χωρών, την Τουρκία, η οποία είναι πολύ πιθανό να υποστεί τέτοια πλήγματα, που δεν θα προλάβει καν να αντιληφθεί, από πού της έρχονται. Και αυτό, αν συμβεί, θα είναι κρίμα, διότι την μεγάλη αυτή χώρα, την κατοικεί ένα τεράστιο πλήθος απλών ανθρώπων, οι οποίοι δεν ευθύνονται, για τις πράξεις της ελίτ του βαθέος κράτους, που την διοικεί και που αποφασίζει, για τις τύχες της τουρκικής κοινωνίας.

Καιρός, λοιπόν, είναι να συνετισθούν. Άλλως, οι επιπτώσεις θα είναι οδυνηρές. Για όλους τους. Αλλά, πιθανότατα και για όλους μας...

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Ρωσία, Κίνα και ISIS : Η Δύση ηττάται, στην Συρία, μαζεύοντας πτώματα, στο Παρίσι. (Ο τραγικός απολογισμός ενός πολέμου, που ήταν και εξακολουθεί να είναι αχρείαστος).




Η διάλυση του Ιράκ, με την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, τον Μάρτιο του 2003, ύστερα την απρόκλητη επίθεση του απίθανου George Bush jr και του ανερμάτιστου επιτελείου του και η εγκατάλειψή του, το 2011, από τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής, χωρίς καμμιά πραγματική εναλλακτική κατάσταση, στην χώρα αυτή, σε συνδυασμό, με την περιβόητη αμερικανική πολιτική της "αραβικής άνοιξης", που ξήλωσε το καθεστώς της Λιβύης και ξεχαρβάλωσε το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ, στην Συρία, ενώ, παράλληλα, κόντεψε να διαλύσει και την Αίγυπτο, αποτελούν τις αιτίες των σημερινών εξελίξεων, στον χώρο της Μέσης Ανατολής. Η Δύση έπαιξε και έχασε. Και καλώς, έχασε...



Από την εποχή, που δημοσίευσα το κείμενό μου, για τον υποδαυλιζόμενο, από τις Η.Π.Α. και την Δύση, εμφύλιο πόλεμο, στην Συρία (έναν πόλεμο, που ήταν και εξακολουθεί να είναι αχρείαστος), με τίτλο : Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία, για την ανατροπή του Bashar al Assad και η σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας, για το Ιράν και τα πετρέλαια. (Ένας πόλεμος δι' αντιπροσώπων), έχει κυλήσει πολύ νερό, στο αυλάκι. Έχουν περάσει περισσότερο, από τρία χρόνια, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι εξελίξεις, που ακολούθησαν, όλον αυτόν τον καιρό, όπως, επίσης και όλα όσα συμβαίνουν, στις ημέρες μας, με τα επίμονα και επαναλαμβανόμενα, εντός του 2015, αιματηρά γεγονότα, στο Παρίσι και ευρύτερα, στην Γαλλία, έρχονται να επιβεβαιώσουν τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα, που είχα κάνει εκείνη την εποχή.

Η Δύση οδεύει, προς μια ονειδιστική ήττα, όχι, μόνο, στα πεδία των μαχών, όπου οι αντιπρόσωποί της ηττώνται, κατά κράτος, αλλά έχει βρεθεί και χωρίς αξιόλογη δύναμη πυρός, επί του εδάφους, αφού η κυριαρχία των πολιτικοστρατιωτικών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, (το διαβόητο ISIS), που έχουν στραφεί εναντίον της και τους οποίους αυτή, μαζί με τα αραβικά κράτη του Κόλπου και την Τουρκία του Ερντογκάν, εξόπλισε και εξέθρεψε, προκειμένου, όλοι μαζύ, να ανατρέψουν, το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ, είναι δεδομένη και αναμφισβήτητη.

Το Ισλαμικό Κράτος των σουνιτών τζιχαντιστών, το οποίο εμφανίζεται, ως ένα νέο Χαλιφάτο, στην περιοχή της Συρίας και του Ιράκ, δεν αστειεύεται, ως προς την πολιτικοστρατιωτική του ατζέντα. Από την στιγμή, που οι ηγέτες του μπόρεσαν να αποκτήσουν μια ικανή και μεγάλη έκταση, στα συριακά εδάφη, που απέσπασαν, από τον στρατό του Άσαντ και παράλληλα, κατάφεραν, χωρίς δυσκολία, να αποσπάσουν ένα μεγάλο κομμάτι, από τα εδάφη του Ιράκ, αμέσως, μόλις, τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την χώρα αυτή, την οποία, χωρίς ουσιώδη λόγο, κατέκτησαν, τον Μάρτιο του 2003, ανατρέποντας το σουνιτικό μπααθικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, η κυριαρχία των ριζοσπαστικοποιημένων ισλαμιστών του ISIS, στην περιοχή αυτή και η ανάπτυξη της πολιτικής τους ατζέντας, ήταν δεδομένη.

Οι Αμερικανοί δεν έκαναν τίποτε άλλο, από το να καταστρέψουν την χώρα αυτή, αποσύροντας, στα τέλη του 2011, τα στρατεύματά τους και αφήνοντάς την, στην κακή της τύχη και στις ορέξεις των γειτονικών ισλαμιστών, που μάχονταν κατά του Μπασάρ αλ Άσαντ, οι οποίοι, φυσικά, δεν μπορούσαν να βρουν καλύτερη, γι' αυτούς, ευκαιρία, για την επέκταση της εδαφικής τους κυριαρχίας και την αύξηση της πολιτικής και της ευρύτερης εξουσιαστικής τους επιρροής. Η άφρων αμερικανική αποχώρηση, από το Ιράκ, άνοιξε τον δρόμο, στο Ισλαμικό Κράτος και η ηγεσία του, μαζύ με τα ένοπλα τμήματά του, με την υποστήριξη παλαιών αξιωματικών του έκπτωτου σανταμικού καθεστώτος, αυτόν τον δρόμο, τον βάδισαν.




Ο, παραπάνω, εικονιζόμενος Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκνταντί και οι άλλοι ηγέτες του Ισλαμικού Κράτους ευρισκόμενοι μπροστά, στην ουσιαστική αδυναμία τους να ανατρέψουν το καθεστώς του σιίτη Άσαντ και να επεκτείνουν τα εδαφικά τους κέρδη, στην Συρία, φρόντισαν να καλύψουν το κενό, που άφησε πίσω τους, η αποχώρηση του αμερικανικού στρατού, από το γειτονικό Ιράκ και κατέλαβαν ένα μεγάλο τμήμα των ιρακινών εδαφών, στα οποία κατοικούν οι ομόθρησκοι, με τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, σουνίτες μουσουλμάνοι, αφού ο ιρακινός στρατός, τον οποίο είχαν συγκροτήσει και εκπαιδεύσει οι Αμερικανοί, κατέρρευσε, χωρίς να προβάλει καμμία ουσιαστική αντίσταση.

Και φυσικά, από την δική τους πλευρά, οι ηγέτες των τζιχαντιστών έπραξαν, ορθότατα, αφού η μεγάλη εδαφική επέκταση, που πέτυχαν, στο Ιράκ και στις πετρελαιοπηγές του, τους απέφερε, μαζύ με την χρηματοδότηση, από την Σαουδική Αραβία (και όχι, μόνο), εκείνους τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, που τους ήσαν αναγκαίοι, για να στερεώσουν την κυριαρχία τους και να συμπεριφέρονται, ως ηγέτες ενός μη επίσημου κράτους, το οποίο, όμως, ασκεί όλες εκείνες τις λειτουργικές δραστηριότητες, που ασκεί κάθε κράτος. Καλύτερη ευκαιρία δεν μπορούσαν να βρουν. Και αυτή η ευκαιρία τους δόθηκε, έτοιμη. Κυριολεκτικά, στο πιάτο.

Με αυτό τον τρόπο, το ραντεβού, που έκλεισε ο αλ Μπαγκνταντί, ο ηγέτης των πολιτικών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε, στους Αμερικανούς, όταν, το 2009, τον άφηναν να φύγει, από ένα αμερικανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων, στο Ιράκ, λέγοντας, στους φρουρούς του : "Τα λέμε στη Νέα Υόρκη, παιδιά", πραγματοποιήθηκε, σε άλλη τοποθεσία. Αυτή η τοποθεσία, βέβαια, δεν ήταν η Νέα Υόρκη. Είναι η Συρία και το Ιράκ.

Ότι αυτόν τον άνθρωπο - όπως και πολλούς άλλους - τον άφησαν ελεύθερο οι Αμερικανοί, είναι προφανές ότι δεν ήταν τυχαίο. Δεν τον άφησαν να πάει στο σπίτι του. Δεν ήταν αυτές οι προθέσεις του. Και είναι, περίπου, σίγουρο ότι αυτές δεν ήσαν ούτε οι προθέσεις των απελευθερωτών του. Εκείνη την εποχή, ο Barack Obama και η Hillary Clinton, ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησής του πρώτου, ετοίμαζαν, μαζύ με τις μυστικές τους υπηρεσίες, την αποκαλούμενη "αραβική άνοιξη", με κεντρική επιδίωξη την ανατροπή των δεδομένων, στον αραβικό κόσμο και στην Μέση Ανατολή, έχοντας ως κύριους στόχους, το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι, στην Λιβύη και του Μπασάρ αλ Άσαντ, στην Συρία και αποσκοπώντας, στην αποβολή των Ρώσων και των Κινέζων, από την περιοχή και το σφίξιμο του κλοιού, γύρω από το σιιτικό Ιράν.





Στις 16/3/2003 ο Αμερικανός πρόεδρος George Bush jr μπορούσε, με το γνωστό αλαζονικό ύφος του, να διακηρύσσει ότι σκόπευε να γράψει το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., στα παλαιότερα των υποδημάτων του και ότι θα έκανε τον πόλεμο, στο Ιράκ, ό,τι και αν αποφάσιζε ο Ο.Η.Ε., όπως, άλλωστε και έπραξε. Μια δεκαετία μετά, ο διάδοχός του, στην προεδρία των Η.Π.Α., ο Barack Obama, δεν μπόρεσε να πράξει το ίδιο, ηττώμενος, κατά κράτος...



Με κύριο εργαλείο τους τζιχαντιστές των απομειναριών της αλ Κάϊντα και τις νέες ισλαμικές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις, που ανδρώθηκαν, πριν και μετά την δολοφονία του Οσάμα μπιν Λάντεν, από τους Αμερικανούς, τον Μάϊο του 2011, στο Πακιστάν και με την δραστική βοήθεια των νατοϊκών βομβαρδισμών, στους οποίους η Γαλλία πρωτοστάτησε, οι συνασπισμένοι Δυτικοί, υπό την καθοδήγηση των Η.Π.Α., μπορεί να άργησαν, αλλά, εν τέλει, κατάφεραν να ανατρέψουν το καθεστώς του Καντάφι, τον οποίο οι τζιχαντιστές, υπό τις επευφημίες της απερίγραπτης Hillary Clinton, δολοφόνησαν, με έναν βασανιστικό τρόπο, αφού η κινεζική ήγεσία επέτρεψε, στις Η.Π.Α. και στους λοιπούς Δυτικούς να το πράξουν. Στην Συρία, όμως, τα πράγματα ήσαν, εντελώς, διαφορετικά.

Στην Συρία, οι Η.Π.Α. και η Δύση δεν μπορούσαν να κηρύξουν πόλεμο. Όχι, γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν ένα ψήφισμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. - το οποίο, όντως, δεν μπορούσαν να το πάρουν, αφού η Ρωσία και η Κίνα δεν έδιναν, έστω και μια έμμεση συγκατάβαση, σε μια στρατιωτική επέμβαση των Η.Π.Α. και της Δύσης. Για τους ξιπασμένους Δυτικούς, ο Ο.Η.Ε. και το Συμβούλιο Ασφαλείας αποτελούν προφάσεις νομιμοποίησης των δραστηριοτήτων τους και φυσικά, αγνοούνται, επιδεικτικά και με περιφρόνηση, όταν τα διεθνή αυτά όργανα δεν επικροτούν τις ενέργειες, που οι Η.Π.Α. και η Δύση κρίνουν, ως απαραίτητες, για την διαχείριση και την προώθηση των συμφερόντων τους.

Αυτό, που φόβιζε και φοβίζει τις Η.Π.Α. και τις λοιπές δυτικές δυνάμεις, αυτό, που έχει αποτρέψει όλους αυτούς, στην περίπτωση της Συρίας, να ασκήσουν απροκάλυπτη επιθετική συμπεριφορά και να κηρύξουν τον πόλεμο, στο καθεστώς του Άσαντ, ήταν και είναι το ρωσοσυριακό αμυντικό σύμφωνο, το οποίο ισχύει, από την εποχή της "Σοβιετικής Ένωσης", με αντάλλαγμα την ρωσική στρατιωτική βάση, στην Λατάκεια, η απομάκρυνση της οποίας βρίσκεται, άλλωστε, στο επίκεντρο όλων αυτών των υπόγειων πολεμικών δραστηριοτήτων των Η.Π.Α., οι οποίες θέλουν να απομακρύνουν τους Ρώσους, από αυτή την μόνη εναπομείνασα βάση τους, στην Μοσόγειο.

Το πρόβλημα, λοιπόν, των Αμερικανών και των Ευρωπαίων συμμάχων τους ήταν και είναι η Ρωσία και το πυρηνικό της οπλοστάσιο. Αυτό και κανένα άλλο. Γι΄ αυτό και νόμισαν ότι μπορούσαν να κάνουν, στην Συρία, έναν πόλεμο, δι' αντιπροσώπων, αφού ο ανοικτός, ο ευθύς και ωμός πόλεμος ήταν απαγορευτικός, για τις Η.Π.Α. και τις άλλες δυνάμεις της Δύσης. Εάν οι Η.Π.Α. επιχειρούσαν, μια απροκάλυπτη και ευθεία πολεμική περιπέτεια, η Ρωσία θα εμπλεκόταν, σε αυτό τον πόλεμο και αυτή η εξέλιξη θα ήταν τόσο δραματική, που η Δύση δεν θα την άντεχε.

Γι' αυτό και ο Barack Obama δεν τόλμησε την στρατιωτική επέμβαση, στην Συρία, πριν, από τρία χρόνια και υποχρεώθηκε να πάρει πίσω τα αεροπλανοφόρα, που έστελνε, για να κτυπήσουν την Συρία και να ανατρέψουν το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ. Η αποφασιστική άρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν και η γνώση των καταστροφικών συνεπειών, μιας αγνόησης των σαφέστατων θέσεων της Ρωσίας, οδήγησαν τον Αμερικανό πρόεδρο, στην πολιτική αναδίπλωση και στην ντροπιαστική απόσυρση των αεροπλανοφόρων του.

Ήδη, από, τότε, οι Η.Π.Α. και οι άλλες δυτικές δυνάμεις, στο πεδίο της Συρίας, είχαν ηττηθεί.

Όμως, παρά την ήττα τους, δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχισαν να πολεμούν, δι' αντιπροσώπων. Και αυτοί οι αντιπρόσωποι των Δυτικών, που χρηματοδοτούνταν, υποστηρίζονταν και εξοπλίζονταν, από τους Σαουδάραβες, τους Καταριανούς, τους Τούρκους και όλους όσους είχαν συμφέροντα, στην περιοχή να διώξουν τους Ρώσους και να "πνίξουν" τους Ιρανούς - και μέσω αυτών, τους Κινέζους -, δεν ήσαν άλλοι, από την συριακή σουνιτική αντιπολίτευση, στην οποία, πολύ γρήγορα, το πάνω χέρι πήραν οι τζιχαντιστές του Χαλιφάτου του Ιράκ και του Λεβάντε, δηλαδή το Ισλαμικό Κράτος, οι καθοδηγημένοι ακτιβιστές του οποίου, την περασμένη Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015, αιματοκύλισαν το Παρίσι.

Το αστείο και συνάμα, το τραγικό, στην όλη υπόθεση, είναι ότι οι Η.Π.Α. και οι δυτικοί σύμμαχοί τους, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν και φυσικά, εξακολουθούν να μην έχουν, το θάρρος και την ικανότητα να αντιμετωπίσουν την ρωσική στρατιωτική ισχύ και τις ολέθριες συνέπειες μιας χρήσης του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου, με την οποία χρήση, προφανώς (αμέσως, ή εμμέσως), απειλήθηκαν, από τον Ρώσο πρόεδρο, δεν μπόρεσαν - στην πραγματικότητα, δεν θέλησαν και αρνήθηκαν, ως στρουθοκάμηλοι -, να αντιληφθούν το αδιέξοδο των όποιων ενεργειών τους, στον βαθμό, που η ρωσική ελίτ (και από κοντά και η κινεζική) ήταν αποφασισμένη να μην τους επιτρέψει, με οποιοδήποτε μέσον και με οποιοδήποτε κόστος, να ανατρέψουν το μπααθικό καθστώς της Δαμασκού και να μην επικρατήσουν, στην Συρία.

Έτσι, συνέχισαν να στηρίζουν την εξοπλισμένη, από τους ίδιους, συριακή αντιπολίτευση και τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, όσο απεχθείς και αν τους ήσαν οι τελευταίοι, οι οποίοι έθεταν, σε εφαρμογή, την δική τους πολιτική ατζέντα, η οποία περιλάμβανε και τους αποκεφαλισμούς των χριστιανών της Ασσυρίας, των ατυχών Γεζιντί, των διάφορων δυτικών ομήρων, των ανυπότακτων Κούρδων, καθώς και όλων όσων δεν υπέκυπταν και δεν αποδέχονται την ισλαμιστική ατζέντα του Χαλιφάτου. Και όλα αυτά οι κυβερνώσες ελίτ της Δύσης τα έπραξαν, με την κρυφή, αλλά και συνάμα ανόητη, έως αφελή και σε κάθε περίπτωση, φρούδα ελπίδα ότι το Ισλαμικό Κράτος - όσο αποκρουστικό και αν είναι - και οι λοιποί αντιπολιτευόμενοι το συριακό Μπάαθ και το καθεστώς του, θα κατάφερναν να καταβάλουν τον συριακό στρατό, ή να οδηγήσουν το καθεστώς αυτό, στην πλήρη κοινωνική κατάρρευση και στην εσωτερική αποσύνθεση.

Ανοησίες. Το κοσμικοσιιτικό καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ, όσο μειοψηφικό και αν είναι, εντός της Συρίας, αφού στηρίζεται, κυρίως, στην σιιτική μειοψηφία, από την οποία προέρχεται η ηγεσία του συριακού Μπάαθ, έχει ρίζες, μέσα στην σιιτική κοινότητα της χώρας, έχοντας, παράλληλα και την υποστήριξη των εκκοσμικευμένων στοιχείων, που προέρχονται, από την πλειοψηφική σουνιτική κοινότητα της χώρας. Και φυσικά, έχει, στα χέρια του, το καθεστώς, αυτό την κεντρική και την κυρίαρχη θέση στις θέσεις-κλειδιά της διοίκησης της Συρίας, τον στρατό της οποίας το σιιτικό στοιχείο έχει, υπό τον, περίπου, πλήρη έλεγχό του.

'Ετσι, το συριακό μπααθικό καθεστώς, με δεδομένη την υποστήριξη της Ρωσίας και της Κίνας και την πλήρη στρατιωτική στήριξη, επί του εδάφους, των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης και της μαχητικής Χεζμπολλάχ των σιιτών του σεΐχη Νασράλα του Λιβάνου, δεν ήταν δυνατό να πέσει και να υποκύψει, στους ένοπλους σχηματισμούς της συριακής αντιπολίτευσης και του Χαλιφάτου. Η δύναμη του πυρός αυτών των ομάδων δεν επαρκούσε, για ένα τέτοιο έργο.

Το δυστύχημα, για τις Η.Π.Α. και όλους αυτούς, που εμπλέκονται, στην αποσταθεροποίηση της συριακής κοινωνίας και στην διαδικασία της διάλυσής της, μέσα από τα τεράστια κύματα των προσφύγων, που έχουν δημιουργήσει, στις όμορες, με την Συρία, χώρες, οι οποίες δεν εμπλέκονται, στον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο της χώρας αυτής, είναι ότι το ξεδίπλωμα της πολιτικοστρατιωτικής και θρησκευτικής ατζέντας του Χαλιφάτου, με την ωμότητά της και με τις διαπραχθείσες βαρβαρότητες των τζιχαντιστών, κατέστησε απεχθές, όχι μόνο το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος, αλλά και το σύνολο της αμερικανοκίνητης συριακής αντιπολίτευσης.

Οι επανειλημμένες αποτροπιαστικές ακρότητες, που οι άνθρωποι του Ισλαμικού Κράτους κάνουν, στην Συρία και στο Ιράκ, οι ανηλεείς μάχες τους, με τους Κούρδους και οι, κατά συρροήν, δολοφονίες, που οι ριζοσπαστικοποιημένοι νεαροί Γάλλοι μουσουλμάνοι τζιχαντιστές, αραβικής και λοιπής εξωευρωπαϊκής καταγωγής, διαπράττουν, στο Παρίσι, από την σφαγή, τον περασμένο Ιανουάριο, στο Charlie Hebdo, μέχρι το μακελειό της περασμένης Παρασκευής, με τους - μέχρι τώρα - 129 νεκρούς και τους 352 τραυματίες, έχουν απονομιμοποιήσει, στα μάτια των πολιτών της Δύσης, τον όποιον αγώνα δίδουν οι άνθρωποι αυτοί.

Μαζύ με αυτούς, φυσικά, όλες αυτές οι βαρβαρότητες έχουν απονομιμοποιήσει και τις δυτικές ελίτ, που στήριξαν, εκπαίδευσαν, χρηματοδότησαν και όπλισαν, τα χέρια αυτών των ανθρώπων, εκτρέφοντας τερατώδεις μηχανισμούς, οι οποίοι, τώρα, στρέφονται, κατά των κοινωνιών και των πολιτιών της Δύσης, ασκώντας μια πολιτική τρομοκρατίας, η οποία έχει μια μαζική και άκρως, αιματηρή έκταση, με αμέτρητα θύματα, τα οποία είναι, περισσότερο από σαφές ότι θα πολλαπλασιασθούν και πιθανότατα, θα λάβουν απίστευτες διαστάσεις, μπροστά, στις οποίες, ίσως, τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, στην Νέα Υόρκη, που οργάνωσαν και σχεδίασαν ο Οσάμα μπιν Λάντεν και οι λοιποί επιτελείς της al Qaeda, θα ωχριούν. 

Οι πολιτικές, οικονομικές και λοιπές κοινωνικές ελίτ των Η.Π.Α. και των άλλων μεγάλων και κραταιών χωρών της Δύσης, που ασκούν εξουσία και εφαρμόζουν, άκριτα, τον, ήδη, παραπαίοντα αμερικανικό εθνικό σχεδιασμό, που στηρίζεται στην παγκοσμιοποίηση, την οποία έχει, ως βασικό εργαλείο, για την διατήρηση και την επέκταση της αμερικανικής κυριαρχίας, σε πλανητικό επίπεδο, είναι σαφές ότι θα κοιμηθούν, όπως έστρωσαν.

Και η αλήθεια είναι ότι έστρωσαν, πολύ άσχημα, χρησιμοποιώντας την πολιτική έκφραση του ισλαμικού τζιχαντισμού των σουνιτών, με μήτρα το, άκρως, αντιδραστικό και απολύτως, μεσαιωνικό βασίλειο των ουαχαμπιστών και των σαλαφιστών της Σαουδικής Αραβίας, προκειμένου να ανακόψουν την επανεμφάνιση της Ρωσίας, στην παγκόσμια σκηνή και να αναχαιτίσουν την ραγδαία άνοδο της Κίνας, η οποία, σε λίγες δεκαετίες, θα διεκδικήσει την πλανητική πρωτοκαθεδρία, από τις Η.Π.Α.

Τα ίδια είχαν πράξει οι Δυτικοί, στο παρελθόν, απέναντι στην "Σοβιετική Ένωση", κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980, στο Αφγανιστάν, με την ενίσχυση των ισλαμιστικών ομάδων του Οσάμα μπιν Λάντεν και τότε, είχαν επιτύχει τους σκοπούς τους, αφού πέταξαν τους "Σοβιετικούς", έξω από την χώρα αυτή και τους οδήγησαν, σε μια τέτοιας έκτασης εσωστρέφεια, η οποία οδήγησε, τελικά, την ηγεσία του Κ.Κ.Σ.Ε. και την κομματική γραφειοκρατία, ως κυρίαρχη τάξη της χώρας, στην επιλογή της αυτοδιάλυσης της "Ε.Σ.Σ.Δ.". 

Αυτή η επιλογή, που, όπως πολλές φορές έχουμε πει, δεν υπήρξε αναγκαστική και δεν προέκυψε μοιραία, στο διάβα του χρόνου, αποδείχτηκε και κρίθηκε, από την ρωσική ελίτ, ως καταστροφική. Και στην πράξη, ήταν, ακριβώς, αυτό, αφού οδήγησε σε μια τεράστια και συνάμα, ολέθρια γεωπολιτική ανακατάταξη, η οποία κατέστησε την Ρωσία, έναν παρία της διεθνούς ζωής και την υποβάθμισε, στην θέση μιας περιφερειακής δύναμης, η οποία δεν λεηλατήθηκε, από τους Δυτικούς, μόνο και μόνο, επειδή είχε κληρονομήσει το παλαιό και πάντοτε, κραταιό πυρηνικό οπλοστάσιο, που είχαν κατασκευάσει ο Ιωσήφ Στάλιν και οι διάδοχοί του, μέχρι, πριν την εμφάνιση του μοιραίου Μιχαήλ Γκορμπατσώφ.

Βέβαια, εκείνη η επιτυχία των Δυτικών δεν υπήρξε, χωρίς ένα σημαντικό αρνητικό αντίκρισμα, για τους ίδιους. Οι τζιχαντιστές του Οσάμα μπιν Λάντεν και της al Qaeda μπορεί να συνεργάστηκαν, στενά, με τους Αμερικανούς και τους λοιπούς Δυτικούς, στο Αφγανιστάν, εναντίον των "Σοβιετικών", αλλά αυτό δεν τους έκανε τυφλά όργανα των Η.Π.Α. και της Δύσης, αφού οι πολιτικές ισλαμιστικές ελίτ και οι μαχητές των οργανώσεών τους, είχαν τις δικές τους προτεραιότητες, στην δική τους ατζέντα, η οποία περιείχε τους "άπιστους" της Δύσης, ως στόχους, αμέσως, μετά την ήττα των "Σοβιετικών".

Αυτή την ατζέντα ήταν, που διεκπεραίωσαν, οι τζιχαντιστές της al Qaeda, επιτιθέμενοι, πριν και μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, σε διάφορους και πολλαπλούς, στόχους, κατά των Δυτικών δυνάμεων, με αποκορύφωμα, το γκρέμισμα των δίδυμων πύργων, στην Νέα Υόρκη και το κτύπημα, στο αμερικανικό Πεντάγωνο, στην Ουάσινγκτων. Και δεν είναι καθόλου περίεργη, ούτε πρωτοφανής αυτή η εναλλαγή στόχων. Κάθε άλλο. Ήταν και είναι, απόλυτα, φυσιολογική, αφού η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των Δυτικών, στο Αφγανιστάν, εξυπηρετούσε τους στόχους και τις επιδιώξεις των ηγετών του ριζοσπαστικοποιημένου, στον πόλεμο, πολιτικού ισλαμισμού των σουνιτών, ο οποίος έλκει την καταγωγή του, ως μια σύγχρονη σύλληψη της ιδέας της δημιουργίας ενός ισλαμικού κράτους, με νόμο την Σαρία, μέσα από μια, ακόμη, πανουργία της Ιστορίας, στους σιίτες ισλαμιστές του Αγιατολλάχ Χομεϊνί, που ανέτρεψαν τον Ιανουάριο του 1979, τον Σάχη της Περσίας Ρεζά Παχλεβί, εγκαθιδρύοντας ένα πολιτικά ριζοσπαστικό ισλαμικό κράτος, το οποίο έχει μακροημερεύσει και αποτελεί, πάντοτε, έναν επικίνδυνο αντίπαλο, για τους Δυτικούς.

Αυτή την ίδια πολιτικοστρατιωτική ατζέντα έχουν και σήμερα ο αλ Μπαγκνταντί και οι λοιποί ηγέτες του Ισλαμικού Κράτους. Και αυτή την ατζέντα εφαρμόζουν επιτιθέμενοι, σε διάφορους στόχους, ανάμεσα, στους οποίους η Γαλλία έχει "περίοπτη" και "προνομιακή" θέση, ακριβώς, επειδή, στα προάστια του Παρισιού και άλλων γαλλικών πόλεων, έχει συσσωρευθεί ένα μαζικοποιημένο υποπρολεταριάτο, από απογόνους, δεύτερης και τρίτης γενιάς, μουσουλμάνων μεταναστών, κυρίως, από τις χώρες του Μαγκρέμπ (και όχι μόνο), οι οποίοι έχουν πάρει την γαλλική υπηκοότητα και ζουν, εκτός, ή στα όρια των πόλεων αυτών, τις οποίες, ουσιαστικά, μαθαίνουν να μισούν.

Είναι προφανές ότι ο Φρανσουά Ολλάντ και η γαλλική ελίτ θα απαντήσουν, στο κτύπημα των τζιχαντιστών. Και ήδη, το πράττουν, εντείνοντας τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, κατά του Χαλιφάτου, στην Ράκκα, την οποία η γαλλική πολεμική αεροπορία είχε, ήδη, βομβαρδίσει, πριν λίγες ημέρες, γεγονός, το οποίο, σαφέστατα, έδωσε την ευκαιρία, σε κάποια τοπικά κλιμάκια τζιχαντιστών, που εδρεύουν, στο Παρίσι, να επιτεθούν, με αυτόν τον ανηλεή τρόπο, κατά πολιτών, οι οποίοι ουδεμία ευθύνη έχουν, για τα άθλια πεπραγμένα της γαλλικής κυβερνητικής ελίτ, η οποία είναι μπλεγμένη, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, στις αθλιότητες, που διαπράττονται, στην Συρία και στο Ιράκ. Είναι σαφές ότι η γαλλική ελίτ είναι συνυπεύθυνη, για την εγκαθίδρυση και την ενδυνάμωση του Ισλαμικού Κράτους, ως ένας μικρός εταίρος, στην οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια των Αμερικανών να εξωπετάξουν τους Ρώσους, από την Συρία και την Μεσόγειο.

Όμως, ό,τι και να πράξει η γαλλική ελίτ, η αλήθεια είναι ότι οι δυνατότητές της είναι περιορισμένες, στον βαθμό, που ο εχθρός βρίσκεται, εντός των πυλών και θα ξανακτυπήσει, με μεγαλύτερη ορμητικότητα και πιθανότατα, με μεγαλύτερη φαντασία, σκοπεύοντας, πάντοτε, στην μεγιστοποίηση των απωλειών, με επίκεντρο, δυστυχώς, τους απλούς Γάλλους πολίτες.






Κάτι ανάλογο, έγινε, στο παρελθόν και με την al Qaeda, με αποτέλεσμα την καταστροφή των δίδυμων πύργων. Οι Αμερικανοί και οι λοιποί Δυτικοί είναι αλήθεια ότι, αρχικά, δεν έδωσαν μεγάλη σημασία, στον ένοπλο ριζοσπαστισμό των σουνιτών ισλαμιστών της al Qaeda, που είχε βρει την βάση του, στα στρατόπεδα του Αφγανιστάν, που διοικούσαν οι Ταλιμπάν, αμέσως, μετά την πτώση του φιλοσοβιετικού καθεστώτος.

Στην συνέχεια, μετά την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια των ισλαμιστών να κτυπήσουν, τους δίδυμους πύργους, στην Νέα Υόρκη, που έγινε το 1993 και διάφορα άλλα κτυπήματα, ο πρόεδρος Bill Clinton, κτύπησε, όπως δείχνει και το παραπάνω βίντεο, με πυραύλους, τους θύλακες της al Qaeda και των Ταλιμπάν, στο Αφγανιστάν, όμως, όλα αυτά είχαν περιορισμένη σημασία, αφού 4 χρόνια αργότερα, από αυτόν τον βομβαρδισμό των θέσεων των σουνιτών ισλαμιστών, στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, οι τζιχαντιστές γκρέμισαν τους δίδυμους πύργους, στην Νέα Υόρκη, σκοτώνοντας, πάνω από 3.000 πολίτες.

Οι προαναφερόμενες εξελίξεις του παρελθόντος, δεν φαίνεται ότι θα είναι διαφορετικές, από αυτές, που θα ακολουθήσουν. Οι Γάλλοι θα βομβαρδίσουν, συστηματικά, το Ισλαμικό Κράτος και το ίδιο θα κάνουν και οι υπόλοιποι Δυτικοί. Θα κυνηγήσουν και τον όποιο "εσωτερικό εχθρό", στην Γαλλία και στην υπόλοιπη Δύση. Αλλά, μέχρι εκεί. Και αυτό επειδή, παρακάτω, αρχίζουν τα δύσκολα.

Αυτό, που συμβαίνει, στην πραγματικότητα και αυτό, που αποδεικνύει η περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε, με τα εγκαθιδρυμένα παρακλάδια του, στην Λιβύη και αλλού, είναι ότι η πολιτική στρατηγική της Δύσης, στην Μέση Ανατολή, κατά την τελευταία τετραετία, απέτυχε παταγωδώς.

Την ίδια στιγμή, το τακτικό σκέλος του στρατηγικού σχεδιασμού των Αμερικανών και των φιλικών, σε αυτούς, αραβικών καθεστώτων, που αποσκοπούσε, στην διεξαγωγή ενός ακήρυκτου, αλλά συνάμα, πραγματικού και ανηλεούς πολέμου, δι' αντιπροσώπων, κατά του καθεστώτος Άσαντ, στην Συρία, περιήλθε, σε αδιέξοδο, λόγω των εσωτερικών στηριγμάτων του καθεστώτος αυτού, το οποίο, αν και στηριγμένο, σε μια μειοψηφία, είχε την δυνατότητα να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του, αλλά και εκείνες τις διεθνείς συμμαχίες (Ρωσία - Κίνα - Ιράν - Χεζμπολλάχ), η απειλητική παρουσία των οποίων ακινητοποιούσε το ΝΑΤΟ, από το να παίξει τον ίδιο ρόλο, που έπαιξε, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, στον εθνοτικό πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.





Ο συνδυασμός όλων αυτών, συνοδευόμενος και από την απονομιμοποιητική βαρβαρότητα των οργάνων του Χαλιφάτου, οδήγησε, την Δύση, στην παρούσα επονείδιστη στρατιωτική ήττα, η οποία κατέστη σαφής και είναι, πλέον, δύσκολο να αποκρυβεί, μετά την πανηγυρική είσοδο των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, στον πόλεμο της Συρίας, αφού ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποφάσισε να επέμβει, στρατιωτικά, προκειμένου να προστατεύσει την ρωσική παρουσία, βομβαρδίζοντας και κτυπώντας, ανηλεώς, το Ισλαμικό Χαλιφάτο και την λοιπή συριακή αντιπολίτευση, δίνοντας, έτσι, την δυνατότητα, στον συριακό στρατό, να καθαρίσει το έδαφος, από τους τζιχαντιστές και τα άλλα επιτόπια όργανα της Δύσης. 

Μάλιστα, ο εξευτελισμός των Αμερικανών είναι πλήρης και εκπληκτικός, αφού συνέβη, για πρώτη φορά, όχι, μόνον, μετά την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", αλλά από την εποχή της ήττας τους, το 1975, στο Βιετνάμ. Και τώρα, μάλιστα, είναι, ακόμη χειρότερος, επειδή, η Ρωσία του Πούτιν, όχι μόνο, απαγόρευσε, στους Αμερικανούς, να διεξαγάγουν, κατά του συριακού καθεστώτος, έναν ανάλογο πόλεμο, με εκείνους των δύο πολέμων του Κόλπου, κατά του Ιράκ, το 1991 και το 2003, αλλά ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος έπραξε, κατά του Ισλαμικού Κράτους και της λοιπής αμερικανοκίνητης ένοπλης συριακής αντιπολίτευσης (η στρατιωτική παρουσία της οποίας είναι μηδαμινή), αυτό που απαγόρευσε, πριν τρία χρόνια, στους Αμερικανούς, να πράξουν, κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, απειλώντας τους, με την κήρυξη πολέμου, η οποία θα συνοδευόταν, ακόμη και από την χρήση, τουλάχιστον, τακτικών πυρηνικών όπλων.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, η θέση, στην οποία έχουν βρεθεί οι Δυτικοί, είναι, πραγματικά, τραγική και πιθανότατα, μη ανατάξιμη.

Οι δυτικές εξουσιαστικές ελίτ, έχοντας, πριν μερικά χρόνια, να σταθμίσουν την ακολουθητέα πολιτική τους, στην Μέση Ανατολή και να επιδιώξουν την εκδίωξη των Ρώσων και των Κινέζων, από την Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της, ενισχύοντας τον ριζοσπαστικό πολιτικό ισλαμισμό των σουνιτών, δεν δίστασαν, καθόλου. Οι ελίτ αυτές, λαμβάνοντας υπόψη και το μίσος, που αυτοί τρέφουν, για την "άπιστη" Δύση και διακινδυνεύοντας, όπως και στις περιπτώσεις της ανατίναξης των δίδυμων πύργων, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, στην Νέα Υόρκη και της φονικής επίθεσης, στην Μαδρίτη, στις 11 Μαρτίου του 2004, την δημιουργία ανάλογων περιστατικών, στις πόλεις των χωρών τους, επέλεξαν να προχωρήσουν και να εφαρμόσουν τον στρατηγικό σχεδιασμό τους, για την απομόνωση της Ρωσίας και της Κίνας και την αποστέρησή τους, από τους εντόπιους συμμάχους τους, αποδεχόμενες τις όποιες πιθανές επιθέσεις, εις βάρος των πολιτών των χωρών τους, ως παράπλευρες απώλειες.

Η τύχη και οι ζωές των αθώων και ανυποψίαστων πολιτών των χωρών τους δεν μέτρησαν, καθόλου, στο ζύγιασμα των δεδομένων και στους στρατηγικούς υπολογισμούς των δυτικών ελίτ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θεωρήθηκε ότι δεν είχαν - και εξακολουθούν να μην έχουν - καμμία αξία, για τις κυβερνώσες ηγεσίες των δυτικών χωρών, μπροστά, στο δέλεαρ της απομόνωσης και της αποδυνάμωσης του πλανητικού ηγετικού ρόλου της επανεμφανιζόμενης Ρωσίας και της ανερχόμενης Κίνας, η οποία, εάν δεν ανασχεθεί, στις προσεχείς δεκαετίες, θα πρωταγωνιστήσει, στις πλανητικές εξελίξεις, παραγκωνίζοντας τους Αμερικανούς και την Δύση.

Αυτή η διαπίστωση μπορεί να είναι - και προφανώς, είναι - πικρή και ανελέητη. Είναι, όμως, απολύτως, αληθής. Το κακό, για τις δυτικές ηγεσίες, είναι ότι είναι, συνάμα και αδιέξοδη. Η Ρωσία, όσο και αν αυτό δεν τους αρέσει, δεν μπορεί, πλέον, να αντιμετωπισθεί, ως δεύτερης διαλογής παίκτης, στην διεθνή σκακιέρα και φυσικά, δεν είναι δυνατόν να δεχθεί, από τους Δυτικούς, οποιαδήποτε υπαγόρευση της συμπεριφοράς της.

Το ίδιο, έχει αρχίσει να συμβαίνει και με την Κίνα, η οποία υψώνει, σιγά-σιγά, το ανάστημά της, απέναντι, στους κακομαθημένους Δυτικούς, οι οποίοι, ως αποτέλεσμα των αφρόνων δολοπλοκιών τους, την ίδια στιγμή, που ηττώνται, στην Συρία, μαζεύουν πτώματα, στο Παρίσι.

Στην πραγματικότητα, αυτό που καθίσταται, επιτακτικά, απαραίτητο, για τους Δυτικούς, είναι να συνειδητοποιήσουν, επειγόντως, την οικτρή κατάσταση, στην οποία έχουν περιέλθει, εξ αιτίας των πολιτικών τους.

Και φυσικά, αφού οι Δυτικοί συνειδητοποιήσουν την δυσχερή θέση, στην οποία έχουν βρεθεί, αυτό, που χρειάζεται, ως επόμενο βήμα, είναι το να αποδεχθούν την ήττα τους και να βγάλουν τα κατάλληλα συμπεράσματα, μοιράζοντας το παιχνίδι, στην διεθνή σκακιέρα, σε περισσότερους παίκτες. Και φυσικά, σε εκείνους τους παίκτες (Ρωσία, Κίνα, Ινδία), οι οποίοι μπορούν να έχουν και να επιβάλουν τον λόγο και την παρουσία τους.

Μόνον, έτσι, είναι πιθανό να σώσουν ό,τι μπορεί να περισωθεί.

Αν και αυτό, που εγγυάται η συμπεριφορά τους, είναι ότι οι Δυτικοί θα αποφύγουν να πράξουν, αυτά, που πρέπει να πράξουν...




Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, ενώπιον μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, η οποία θα αποτύχει. (Ο πλουτισμός, η πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, η υπεραποταμίευση και η μισθωτική καχεξία, ως αιτίες της σύγχρονης οικονομικής κρίσης).



 
Ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την συγκριτική παρακολούθηση της πορείας της παραγωγικότητας της αμερικανικής οικονομίας, σε σχέση, με την αντίστοιχη πορεία των ωριαίων αποζημιώσεων, για την παρεχόμενη εργασία, κατά τις μακροχρόνιες χρονικές περιόδους 1948 - 1973 και 1973 - 2014, απεικονίζει, με τον πιο παραστατικό τρόπο, τις αιτίες της βαθιάς, μακροχρονίσασας και εξελισσόμενης σύγχρονης διεθνούς οικονομικής ύφεσης, η οποία, στον χώρο της ευρωζώνης, έχει μετατραπεί, σε ανοικτή οικονομική κρίση και στην περίπτωση της Ελλάδας, έχει προχωρήσει, σε ακραία επίπεδα, τα οποία προσιδιάζουν σε - και θυμίζουν - εκείνα της οικονομικής κρίσης, που έπληξε την αμερικανική οικονομία, στην δεκαετία του 1930.

Η χαώδης διαφοροποίηση και η επακολουθήσασα αναντιστοιχία, ανάμεσα στην τεράστια και ιλιγγιωδώς, αλματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην ισχνή και αναιμική αύξηση των εισοδημάτων από την εξαρτημένη εργασία, που προκύπτει, από την σύγκριση της εξέλιξης αυτών των μεγεθών, από την πρώτη μακρά χρονική περίοδο (1948 - 1973), στην δεύτερη, ακόμη, μακρότερη, χρονική περίοδο (1973 - 2014), περιγράφει, με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, όλο το υπόβαθρο της σύγχρονης παρακμής του ύστερου γραφειοκρατικού καπιταλισμού των ημερών μας, ο οποίος, ύστερα, από την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και κατ' επιταγήν, του εθνικού σχεδιασμού των αμερικανικών ελίτ, που αποσκοπούσε, στην εμπέδωση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., με κύριο και βασικό όπλο, την παγκοσμιοποίηση, οδήγησε, αναπόδραστα και οργανωμένα, στην πλήρη επικράτηση της τεχνοδομικής ελίτ του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος,  

Η, με αυτό τον παραστατικό τρόπο, περιγραφόμενη ιλιγγιώδης αύξηση της κερδοφορίας και η δραματική ποσοστιαία συρρίκνωση των εισοδημάτων, που προέρχονται, από την μισθωτή εργασία, σε σχέση, με τα εισοδήματα, από το κεφάλαιο, τα οποία, προφανώς, καρπώθηκαν και καρπούνται, την κατακλυσμιαία απόκλιση των αυξητικών πορειών της παραγωγικότητας και των αποδοχών από τις αμοιβές από την εξαρτημένη εργασία των μισθωτών, δεν είναι φαινόμενο, μόνον, της αμερικανικής οικονομίας, από το 1973, μέχρι τις ημέρες μας. Κάθε άλλο. Αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο επικρατεί, σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού - τουλάχιστον, στην δυτική εκδοχή του και το φαινόμενο αυτό συμπυκνώνεται, ως μια τερατώδης, ως προς το μέγεθός της, ποσοστιαία αύξηση των εισοδημάτων των ανώτερων εισοδηματικών, ελίτ, τάξεων, ομάδων και συσσωματώσεων, η οποία αυξάνει, ακόμη, περισσότερο, όσο ανερχόμαστε, στην εισοδηματική κλίμακα των διάφορων πληθυσμών των κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Και αν στις Η.Π.Α. και στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι κατορθωτό οι παρενέργειες αυτού του φαινομένου να μπορούν, σε έναν βαθμό, να συμμαζευτούν, λόγω της ύπαρξης της εξουσίας των κρατών και των κεντρικών κυβερνήσεών τους, στην Ευρώπη - και ειδικότερα, στην ευρωζώνη - τα πράγματα είναι χείριστα, ανάμεσα, στα άλλα και επειδή, εδώ, τα κράτη είναι αποδυναμωμένα, ως προς τις νευραλγικές τους λειτουργίες, που αφορούν την έκδοση του νομίσματος και συνακόλουθα, ως προς τις ασκούμενες νομισματικές, πιστωτικές και δημοσιονομικές πολιτικές.

Αυτό, που, συμβατικά, ονομάζαμε - και εξακολουθούμε να αποκαλούμε - "Ευρώπη", ουσιαστικά, με την συγκρότηση της ευρωζώνης, πνέει τα λοίσθια, αφού το σύνολο του τραπεζικού της συστήματος (η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία) βρίσκεται, υπό το καθεστώς μιας άτυπης χρεωκοπίας, η οποία δεν αφορά, μόνο, την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία. Και η γερμανική τραπεζική τεχνοδομή δεν αντιμετωπίζει λιγότερα προβλήματα, παρά το γεγονός ότι προσπαθεί  - και μέχρι τώρα, καταφέρνει - να τα συγκαλύψει.

Από την εποχή του Σεπτεμβρίου του 2008, όταν κατέρρευσε η Lehmann Bros, με μια αποτιμημένη αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος, που έφθανε, στο 1/11,6, τα πράγματα, στον χώρο της Ευρώπης και ιδίως, της ευρωζώνης, όπου οι κατεστημένες ελίτ αρνήθηκαν να κάνουν, ακόμη και τα ελάχιστα, που έπραξαν οι αμερικανικές κυβερνήσεις, οι οποίες έθεσαν έναν, ανεπαρκή, μεν, αλλά, έστω στοιχειώδη μηχανισμό ελέγχου, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, έχουν επιδεινωθεί, κατά πολύ.

'Ετσι, με δεδομένο το γεγονός ότι στον γερμανικό τραπεζικό χώρο, όπως μας δείχνει η περίπτωση της Deutsche Bank, οι διαρκείς μοχλεύσεις και αναμοχλεύσεις του χρήματος και η δημιουργία ενός τεράστιου όγκου χρηματικών ποσοτήτων, σε συνδυασμό, με - και παρά - την αποπληθωριστική πολιτική της Ε.Κ.Τ., έχουν φουσκώσει την αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος, στα επίπεδα του 1/45 και κατά πάσα πιθανότητα, ο συγκεκριμένος υπολογισμός δεν απεικονίζει όλη την πραγματικότητα, αφού, όπως συμβαίνει, συνήθως, με τους υπολογισμούς των ανεξέλεγκτων μπατιροτραπεζικών τεχνοδομών, αυτή η αναφερόμενη αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος είναι υποεκτιμημένη.


Βέβαια, η κατάσταση, που επικρατεί, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, είναι, απείρως, χειρότερη. Από την εποχή εκείνη (Ιούνιος 2013), που περιγράφαμε τα αδιέξοδα, στα οποία έχει εμπλακεί, παρά την πρώτη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησής του, την οποία είχαμε χαρακτηρίσει, ως αποτυχημένη [ Η παταγώδης αποτυχία της επανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών και τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής, μέσω της αύξησης της προσφοράς του χρήματος και του πολλαπλασιαστή.( Η κρίση σε Ελλάδα και ευρωζώνη και το παράδειγμα των Η.Π.Α. από το 1930, μέχρι το 2008 και έως σήμερα) ], τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει, στον υπερθετικό βαθμό, αφού οι καταστροφικές, για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξελίξεις του περασμένου Ιουλίου, με την επιβολή των ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων και ορίων στις αναλήψεις, από τους καταθετικούς λογαριασμούς του αποταμιευτικού κοινού, που εμπιστεύθηκε τα χρήματά του, στις ελληνικές τράπεζες, προσομοιάζουν και ουσιαστικά, επιβεβαιώνουν τις, ακόμη περισσότερο, δυσοίωνες προβλέψεις μας, που έγιναν, λίγο αργότερα και αφορούσαν την σωτηρία των χρημάτων των Ελλήνων καταθετών, όπως αυτές αναφέρονται στο κείμενο, που δημοσίευσα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, τον Ιούλιο του 2013, με τίτλο : Ελληνικό τραπεζικό σύστημα : Πάρτε τα λεφτά σας, πριν σας τα πάρουν! (Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία και η κυβέρνηση ενώπιον των νέων αδιεξόδων και της επερχόμενης κατάρρευσης, οδηγούνται στην προσπάθεια αυτοαμνήστευσης της κυβερνώσας ελίτ, λόγω του φόβου της φυλακής).





Ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ περιέπλεξε και επιδείνωσε, σε μεγάλο βαθμό, την κακή κατάσταση της ελληνικής  οικονομίας και, πολύ περισσότερο, της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και της ανίκανης τεχνοδομής, που διοικεί τον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα, είναι σαφές και δεδομένο. Αλλά, όπως έχουμε πει, αυτό δεν έγινε, πάνω, στο έδαφος μιας - στοιχειωδώς, έστω - συμμαζεμένης οικονομικής και τραπεζικής δραστηριότητας. Έγινε πάνω, στην βάση μιας κατεστραμμένης οικονομίας και ενός, εν τοις πράγμασι, πτωχευμένου και ασυμμάζευτου τραπεζικού συστήματος.

Βλέποντας και πάλι, τα ιστορικά στοιχεία, που αφορούν την ελληνική τραπεζική συστοιχία, θα θυμηθούμε ότι, όταν το 2002, η ελληνική οικονομία εντάχθηκε, στην ευρωζώνη - όντας, απολύτως, αταίριαστη, με το περιβάλλον, που η τελευταία, ως νομισματική ένωση είχε δημιουργήσει -, οι τραπεζικές καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα έφθαναν τα 121 δισ. €, για να φθάσουν το 2005, στα 147 δισ. € και να αγγίξουν, το 2009, περίπου, τα 238 δισ. €, την ίδια στιγμή, που η ελληνική οικονομία εμφάνισε μια διαρροή κεφαλαίων, προς το εξωτερικό, της τάξεως των, σχεδόν, δύο ετήσιων ελληνικών ΑΕΠ.

Αυτή η ζοφερή πλευρά της πραγματικότητας, που προδιέγραφε την πορεία και την χείριστη μοίρα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και συνακόλουθα, της ελληνικής οικονομίας, μέσα στο νέο οικονομικό περιβάλλον της ευρωζώνης, μπόρεσε τα χρόνια εκείνα να αποκρυβεί, επειδή ο ξένος δανεισμός κάλυψε και με το παραπάνω ,τα αποταμιευτικά κενά και τις τεράστιες καταθετικές τρύπες, που δημιούργησε αυτή η μαζική φυγή του, εσωτερικά, παραγόμενου πλούτου, προς τα θησαυροφυλάκια των ξένων τραπεζών. Έτσι, ουδείς ασχολήθηκε - και δεν είχε καμμία διάθεση να ασχοληθεί -, με αυτά τα δυσοίωνα και αναμενόμενα φαινόμενα, αφού δεν ήταν δυνατόν να τα περιορίσει, λόγω της κατάργησης κάθε ελέγχου, στην διεθνή κίνηση των κεφαλαίων, που κατοχύρωναν οι Συνθήκες, που δημιούργησαν το ευρώ και την ζώνη του.

Όμως, η έλευση της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και η αστραπιαία μετατροπή της, σε μια βαθιά και επίμονη διεθνή οικονομική ύφεση, η οποία, με την σειρά της, έπληξε την ευρωζώνη, οδηγώντας την, στην χρεωκοπία, ως νομισματική ένωση, κτύπησε, αλύπητα, την ελληνική οικονομία, η οποία αποτελούσε τον πιο αδύναμο κρίκο της, σαρώνοντας, κατ' αρχήν το ελληνικό κράτος και την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία.

Η μεθοδευμένη, από την Ε.Κ.Τ. και την Commission, ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, οδήγησε, στην ταχεία συρρίκνωση της καταθετικής βάσης των ελληνικών τραπεζών, η οποία τον Μάϊο του 2009, έπεσε, στα 232 δισ. €, για να φθάσει, στο τέλος της διακυβέρνησης της χώρας, από τους σαμαροβενιζέλους, περίπου, στα 170 δισ. € και αυτό, αφού, προηγουμένως, είχε μεσολαβήσει η σταδιακή ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, την περίοδο 2013 - 2014, με 29 δισ. €, το 2013, στην οποία συμ­με­τεί­χε, κυ­ρί­ως, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, με πο­σο­στό 85% και 8 δισ. €, το 2014, στην οποία συμ­με­τεί­χαν, μόνον, ιδιώ­τες.

Τώρα, βαδίζοντας, προς το τέλος του 2015 και μετά την μεγάλη φυγή των κεφαλαίων, δηλαδή, κυρίως, - αλλά όχι, μόνο - των τραπεζικών καταθέσεων, που επισυνέβη, στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Πάνο Καμμένο και την επιβολή, στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, των αποκαλούμενων capital controls, το ύψος των καταθέσεων, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, έχει περιοριστεί, δραματικά και φθάνει, στα 121,5 δισ. €. Δηλαδή οι ελληνικές τραπεζικές καταθέσεις, έχουν συρρικνωθεί, στα επίπεδα του 2002, το οποίο ήταν και το έτος εκείνο, κατά το οποίο η Ελλάδα εισήλθε στην νομισματική ζώνη του ευρώ.

Αυτή η κολοσσιαία καταστροφή, η οποία, όσον αφορά τις αποταμιευτικές ροές, προς το εξωτερικό, του εσωτερικά παραγόμενου πλούτου, είναι πολύ μεγαλύτερη, έχει δημιουργήσει μια, τελείως, σαθρή βάση, στα δεδομένα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και της ελληνικής οικονομίας, αφού το δυνητικό και ουσιαστικά, πραγματικό δημόσιο χρέος της χώρας ξεφεύγει από τα γνωστά δεδομένα των 320 δισ. € του κρατικού χρέους και είναι, κατά πολύ, μεγαλύτερο.

Έτσι, αν, στο στενό κρατικό χρέος, προσθέσουμε τις υποχρεώσεις των ελληνικών τραπεζών, στο ευρωσύστημα, που ανέρχονται, κάπου στα 125 δισ. € και τις "κόκκινες" οφειλές των ιδιωτών, προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, που φθάνουν τα 105 δισ. €, καθώς και τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, μέσω των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, για τα οποία υπάρχει σοβαρό θέμα, ως προς την καταμέτρησή τους, στο μέγεθος του ελληνικού δημόσιου (κρατικού) χρέους, αφού αυτός ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός του ελληνικού δημοσίου, ο οποίος φθάνει, στο απίστευτο ποσόν των 550 δισ. €, δεν συνυπολογίζεται στο επίσημο δημόσιο χρέος της χώρας, τότε το δυνητικό/πραγματικό ελληνικό δημόσιο χρέος πρέπει να ξεπερνάει το 1 τρισ. €, όπως, εδώ και πολύ καιρό, επισημαίνει - σχεδόν, μόνος - ο καθηγητής οικονομικών Γεώργιος Βάμβουκας.

Αν, μάλιστα, προσθέσουμε και το αναλογιστικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων, που ανέρχεται, κάπου, στα 275 δισ. €, όπως, επίσης και το άγνωστο ποσόν των εγγυήσεων, που έχει παράσχει το ελληνικό δημόσιο και οι οποίες θα καταπέσουν, τότε, το μέγεθος, για το οποίο μιλάμε, καθίσταται - πέρα από αστρονομικό - και ανυπολόγιστο.

Στα πλαίσια αυτά, ο ασφυκτικός έλεγ­χος που ασκεί η Ε.Κ.Τ., στο ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα και η μανιώδης επιλογή του Mario Draghi και του συνόλου της ευρωμπατιροτραπεζικής ελίτ, για την αποφυγή της λειτουργικής κρατικοποίησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αν και αυτό, ουσιαστικά, είναι κρατικοποιημένο, αποσκοπούν, στην και επιδιώκουν, συστηματικά, την απορρόφηση της ρευστότητας, από την ελληνική οικονομία, με σκοπό την συγκέντρωση και την, περαιτέρω, συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου, ούτως ώστε να τεθούν, εκτός αγορών, τα μη ανταγωνιστικά κεφάλαια και να προωθηθεί, μια τεράστια και πρωτοφανής, για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος, με την, περίπου, πλήρη εξαφάνιση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεσαίων στρωμάτων και επιχειρηματιών και την (υποτιθέμενη, ως αναμενόμενη) αντικατάστασή τους, από μια νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, η οποία θα αποτελείται από μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και τους απαραίτητους, σε έναν ευμεγέθη όγκο, επιπέδου, άνω του 10%, ανέργους, οι οποίοι, με την παρουσία τους, θα πιέζουν τους μισθωτούς και θα συγκρατούν, τα επίπεδα των μισθών, σε χαμηλά και ανταγωνιστικά επίπεδα.


Το παραπάνω αρχαιοελληνικό νόμισμα, κυκλοφόρησε, γύρω, στο 120 π.Χ., στην Αντιόχεια, από τον βασιλιά Αντίοχο Η’ Γρυπό (τον γαμψομύτη), που ανήκε στη δυναστεία των Σελευκιδών, επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην μία πλευρά απεικονίζεται ο ίδιος ο Αντίοχος Η' και στην άλλη, ο ημίγυμνος ∆ίας κρατά, στο δεξιό του χέρι, ένα σκήπτρο και στο αριστερό, ένα αστέρι, ενώ πάνω από το κεφάλι του, εµφανίζεται η ηµισέληνος. Το νόμισμα αυτό ήταν ένα κρατικό νόμισμα, μιας κοπής και δεν ξανακυκλοφόρησε. Ως προς το δεύτερο σκέλος των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού του νομίσματος, η ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία φιλοδοξεί να το μιμηθεί, επιδιώκοντας την, ασφυκτικά, ελεγχόμενη, από την ίδια, έκδοση της ποσότητας του χρήματος, σε ευρώ, ενώ, την ίδια στιγμή, επιδιώκει την πλήρη αποξένωση των κρατών της ευρωζώνης, από κάθε νομισματική και πιστωτική λειτουργία και παρέμβαση, όπως, επίσης και τον, περίπου, πλήρη έλεγχο, από την ίδια, των ασκούμενων δημοσιονομικών πολιτικών.



Αυτός είναι και ο λόγος της νέας ανακεφαλαιοποίησης, που - υποτίθεται ότι - είναι, σε εξέλιξη και η οποία θα ολοκληρωθεί, όπως φαίνεται (εάν όλα προχωρήσουν ομαλά - κάτι, που, όμως, δεν είναι δεδομένο), σε δύο στάδια, μέχρι το 2017 και θα φθάσει, κοντά, στα 25 δισ. €. Οι ευρωμπατιροτραπεζοκράτες θέλουν να διατηρήσουν τον ιδιωτικό χαρακτήρα των ελληνικών τραπεζών και να ολοκληρώσουν τον διαχωρισμό της τραπεζικής πίστης, από την δημοσιονομική πολιτική και το δημόσιο χρέος, προσελκύοντας, έτσι, το αποταμιευτικό κοινό. Με αυτό τον τρόπο, η Ε.Κ.Τ. επιδιώκει να αναθέσει την δημιουργία του χρήματος και των ροών του, στις ιδιωτικές τράπεζες, θέτοντας το ελληνικό δημόσιο, έξω από αυτή την διαδικασία.

Στην ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία, το ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα φαίνεται, ως ένα καλό - θα μπορούσε να πει κάποιος, ιδανικό - πεδίο άσκησης μιας τέτοιας πειραματικής πολιτικής, αφού δεν υπάρχουν εσωτερικές αντιστάσεις. Οι ελληνικές τράπεζες είναι, πλέον, μόλις τέσσερεις, έχοντας την μεγαλύτερη συγκέντρωση, στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ, παράλληλα, έχουν, περίπου, πλήρως, εξαρτημένη την οικονομική δραστηριότητα, στην χώρα και ελέγχονται, απολύτως, από τους ευρωθεσμούς της χρηματοπιστωτικής τεχνοδομής της Ε.Κ.Τ. Ως εκ τούτου, για την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, (φαίνεται ότι) δεν υπάρχει αντίπαλος.

 Αυτή η διαδικασία, με την οποία θα απομοχλευθεί η τραπεζική πίστωση, είναι σαφές και αναμενόμενο ότι θα σαρώσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αφού θα φέρει, στην πρώτη προτεραιότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, την πληρωμή των δανείων, η οποία, εκ των πραγμάτων, θα γίνει, μέσα από τον περιορισμό των δαπανών, που θα οδηγήσει, στην, περαιτέρω, πτώση της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης και στις μειώσεις των μισθών και των εισοδημάτων όσων δεν μπορούν και δεν θα μπορέσουν να μείνουν, στην αγορά, είτε, ως εργοδότες, είτε, ως μισθωτοί, ενώ και η όποια σταθεροποίηση προκύψει, στο μακρινό μέλλον, αυτή θα στηρίζεται, στις χαμηλές αποδοχές και στην ευμεγέθη ανεργία, η οποία, δύσκολα, θα πέσει (και στην πραγματικότητα, δεν θα πέσει), κάτω από το 20% του εργατικού δυναμικού. Και αν, κάποια στιγμή, κάτι τέτοιο γίνει κατορθωτό, αυτό το "επίτευγμα", θα αργήσει, θα είναι ασταθές και σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό της ανεργίας θα παραμείνει υψηλό, αφού η όποια πτώση του θα αποτελεί, σε έναν βαθμό, προϊόν της αύξησης της μετανάστευσης μέρους του νεανικού εργατικού δυναμικού, στο εξωτερικό, προς εύρεση καλύτερων συνθηκών εργασίας και υψηλότερης υλικής διαβίωσης.

Όμως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι οποίες δεν πρόκειται να αποδώσουν αυτά, που η ευρωγραφειοκρατία αναμένει, οι ελληνικές τράπεζες, με τα 121,5 δισ. € των καταθέσεων, που τους έχουν απομείνει και τα οποία θα εξαφανισθούν, από τα τραπεζικά χρηματοφυλάκια, εν ριπή οφθαλμού, εάν αποτολμηθεί οποιαδήποτε απόπειρα άρσης των περιορισμών, στις αναλήψεις των μετρητών, από τις τραπεζικές καταθέσεις, σε συνδυασμό, με την άρση των ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων, δεν έχουν, στον ήλιο, μοίρα.

Έτσι, οι ελληνικές τράπεζες έχοντας χορηγήσει δάνεια της τάξεως των 207 δισ. € και με "κοκκινισμένα" τα 105 δισ. €, εκ των δανείων αυτών, έχουν ένα τεράστιο πρόβλημα χρηματικής βάσης, η οποία είναι όχι, μόνο, ασθενέστατη, αλλά και ανύπαρκτη, αφού το πρώτο κενό της ρευστότητας  φθάνει, περίπου, στα 85,5 δισ. € και στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγαλύτερο, εάν ληφθούν, υπόψη και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών τραπεζών και εάν εκτεθούν, στην δημοσιότητα τα πλήρη χρηματοοικονομικά τους στοιχεία και τα σχετικά ισοζύγια.

Αλλά το χειρότερο, από όλα, για τις ελληνικές τράπεζες, είναι ότι δεν υπάρχει καμμία σοβαρή και άξια λόγου πιθανότητα, για κάποια σημαντική (ή, επί του παρόντος και ως προς το ορατό μέλλον, έστω και ασήμαντη) επιστροφή των ρευστών διαθέσιμων, που κατέχει, στην φυσική, ή άμεση κατοχή του, το εσωτερικό αποταμιευτικό κοινό, που απέσυρε τις τραπεζικές καταθέσεις του. Ούτε, επίσης, υπάρχει προοπτική, για την επιστροφή καταθέσεων, από το εξωτερικό.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να λειτουργήσει, ως πάροχος ρευστότητας, στην ελληνική οικονομία. Δεν μπορεί και δεν θέλει να κάνει την όποια θετική του εργασία. Το μόνο, που μπορεί να κάνει, είναι αυτό, που κάνει όλα αυτά τα χρόνια, που προηγήθηκαν. Λειτουργεί, ως συσσωρευτής ρευστότητας, προκειμένου να βελτιώσει την σαθροποιημένη και αποθετική χρηματοοικονομική του ισορροπία, για να εισπράξει ένα μικρό κομμάτι, από το κενό της ρευστότητας των 85,5 δισ. €, μέσα από την απόσπαση, κάπου 15 δισ. €, από το σώμα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία αναμένει να καρπωθεί, επιδιώκοντας την αύξηση της εξυπηρετισιμότητας των δανείων των 207 δισ. €, και ιδίως, των 105 δισ. €, των "κόκκινων" δανείων, που έχουν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες.

Με δεδομένο το κακό μέλλον του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και με υπαρκτές τις σκοτεινές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μπορούμε, τώρα, να αντιληφθούμε, το πού βαδίζει η ελληνική κοινωνία και να αναλογιστούμε τις βαριές ευθύνες και την καταστροφική επίδραση, που είχε η ταχεία κυριαρχία του σκιώδους και του επίσημου χρηματοπιστωτικού τομέα, στις κοινωνίες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, κατά την τελευταία 30ετία.






Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι καθόλου περίεργο, που η έλευση της βαθιάς, επίμονης και μακροχρονίζουσας οικονομικής ύφεσης, που πλήττει την διεθνή οικονομία και η οποία, στον χώρο της ευρωζώνης έχει μετατραπεί, σε μια μακρόχρονη οικονομική κρίση, η οποία συνδυάζεται, με την αφανή χρεωκοπία, την στασιμοχρεωδουλεία και την διαρκή επενδυτική άπνοια, παρουσιάζοντας, έτσι, όλα εκείνα τα κλασικά χαρακτηριστικά, τα οποία προσδιόρισαν και ταυτοποίησαν την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, η οποία, παραστατικά, περιγράφεται, στο παραπάνω βίντεο του BBC.

Και στην περίπτωση, που αφορά την μακροχρόνια οικονομική καχεξία, η οποία προέκυψε, από την αμερικανική χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008 και στην αντίστοιχη περίπτωση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, είναι περισσότερο, από σαφής, η επιβεβαίωση της δυναμικής και εξωθεσμικής θεωρητικής ανάλυσης του John Maynard Keynes, ως προς τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, ως κρίσεων, που οφείλονται, στον διαφορικό εσωτερικό πλουτισμό των κοινωνιών και στην κατακρημνιστική πτώση της συναθροιστικής ζήτησης και της ενεργού κατανάλωσης.

Δεν υπάρχει κάτι το μυστήριο, ή το πρωτότυπο, στην όλη διαδικασία. Η πτώση της ζήτησης προκαλείται, από την υπερβολική αύξηση των εισοδημάτων των πλουσίων στρωμάτων του πληθυσμού, αφού αυτή, έχει ως αποτέλεσμα, στην πορεία του χρόνου, να αυξάνονται, υπερβολικά, οι αποταμιεύσεις και εξ αυτού του λόγου, να δημιουργείται ένα διευρυνόμενο και διογκούμενο έλλειμμα, στην αγοραστική δύναμη, το οποίο δεν θα υπήρχε - ή θα ήταν πολύ μικρότερο -, εάν οι αυξήσεις των εισοδημάτων των πτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού ήσαν, αναλογικά, πολύ μεγαλύτερες, από αυτές, που πραγματοποιήθηκαν και σε κάθε περίπτωση, εάν ήσαν μεγαλύτερες, από τις πραγματοποιηθείσες αυξήσεις των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Τον μηχανισμό αυτής της οικονομικής δυναμικής τον έχουμε περιγράψει, κατά το παρελθόν, πολλές φορές. Όμως, δεν βλάπτει να τον υπενθυμίσουμε και εδώ.

Η ουσία της ανάλυσης του Keynes, για τον προσδιορισμό και την παρουσίαση των αιτιών των οικονομικών κρίσεων, βρίσκεται, στην βασική του διαπίστωση ότι όσο περισσότερο πλουτίζουν οι κοινωνίες, η κατανάλωση των προϊόντων, που παράγουν, από ένα σημείο και πέρα, μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι, από ένα σημείο και πέρα, η όποια πρόσθετη χρηματική μονάδα, στο συνολικό εισόδημα των ατόμων και των νοικοκυριών, δεν είναι δεδομένο ότι θα στραφεί, στην κατανάλωση. Στην πράξη ένα ολοένα και αυξανόμενο τμήμα της θα αποταμιευθεί και θα παραμείνει εκεί, συσσωρευόμενο και διογκούμενο.

Έτσι το ποσόν της όποιας πρόσθετης χρηματικής μονάδας εισοδήματος, που θα στραφεί, προς την κατανάλωση, δεν θα ισούται, με την μονάδα, όπως, συνήθως, υποτίθεται, αλλά θα κυμανθεί, μεταξύ του μηδενός και της μονάδας, με αποτέλεσμα, η κατανάλωσή της να καθίσταται αντικείμενο προβληματισμού και να μην είναι δεδομένη και τούτο επειδή οι άνθρωποι, όταν αυξάνονται τα εισοδήματά τους, αυξάνουν και την κατανάλωσή τους, αλλά, συνήθως, δεν την αυξάνουν, όσο αυξάνουν τα εισοδήματά τους. Την αυξάνουν λιγότερο, από αυτά, με αποτέλεσμα η οριακή ροπή προς κατανάλωση (marginal propensity to consume), από ένα σημείο και μετά, να βαίνει μειούμενη και να αυξάνεται η οριακή ροπή προς αποταμίευση.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, σε ένα σύστημα μη (ή ατελώς) ρυθμιζόμενου καπιταλισμού, αυτό, που ακολουθεί είναι, ακόμη, χειρότερο, αφού πέφτει και η μέση ροπή της κατανάλωσης (average propensity to consume), η οποία εκφράζεται από τον λόγο της κατανάλωσης, προς το εισόδημα, όσο το εισόδημα αυξάνεται, ενώ, παράλληλα, αυξάνεται ο λόγος της αποταμίευσης, ως προς το εισόδημα, αφού η πτώση της κατανάλωσης οδηγεί, στην αύξηση της αποταμίευσης.

Παρατηρώντας αυτά τα οικονομικά φαινόμενα, καθίσταται σαφές ότι η φθίνουσα ροπή της κατανάλωσης και η σώρευση της αποταμίευσης, εξελικτικά και προϊόντος του χρόνου, οδηγούν και στην αποδιοργάνωση του μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων, σε επενδύσεις, ακριβώς, επειδή η σωρευθείσα υπεραποταμίευση, έχει οδηγήσει, σε πτώση την συνολική κατανάλωση της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αδρανοποίηση του μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων, σε επενδύσεις και τούτο, επειδή, όσο και να πέσουν τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού, που υποτίθεται ότι ρυθμίζουν την διαδικασία αυτή, η ανυπαρξία ενεργού ζητήσεως, αποτρέπει τις επενδυτικές πρωτοβουλίες, αφού τα όποια αγαθά και υπηρεσίες, που θα είναι αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων, δεν θα βρουν τους αντίστοιχους αγοραστές, στον βαθμό, που η οικονομία θα έχει εμπλακεί, στην αποκαλούμενη παγίδα ρευστότητας.

Το συμπέρασμα από όλη αυτή την διαδικασία, η οποία επαναλαμβάνεται - ως μη όφειλε -, εξ αιτίας της, περίπου, πλήρους κυριαρχίας της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, κατά την τελευταία 35ετία, δεν είναι άλλο, από εκείνο, που έβγαλε, οριστικά, ο J. M. Keynes, την δεκαετία του 1930 (και πρώιμα, ήδη, από την δεκαετία του 1920). Δεν αλλάζει αυτό το συμπέρασμα, διότι και τώρα, οι συνθήκες, υπό τις οποίες βιώνεται η σύγχρονη οικονομική κρίση, προσομοιάζουν, με εκείνες, υπό το καθεστώς των οποίων ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος, ανέλυε την θεωρία του, για τις αιτίες των οικονομικών κρίσεων, στις καπιταλιστικές οικονομίες (όχι, μόνο) της εποχής του.

Όπως και για τον Keynes και την εποχή του, έτσι και σήμερα, η βασική αιτία, για την φθίνουσα μέση ροπή προς κατανάλωση, είναι η αποταμίευση. Και συγκεκριμένα, η αποταμίευση, που δεν επενδύεται και η οποία, ουσιαστικά, είναι ένα είδος πολυτελείας.

Και φυσικά, για τον Keynes, στην εποχή του, όπως συμβαίνει και σήμερα, για αυτή την υπερβάλλουσα αποταμίευση την ευθύνη έχουν οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις του πληθυσμού, οι οποίες την πραγματοποιούν και μέσω του τραπεζικού συστήματος την διογκώνουν, εις βάρος της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας.




Εννοείται, βέβαια, ότι ο, παραπάνω, εικονιζόμενος John Maynard Keynes δεν ήταν ένας πολιτικός ριζοσπάστης. 'Ήταν συντηρητικός, αλλά αυτό δεν τον απέτρεψε, από το να είναι ένας ριζοσπαστικός οικονομολόγος, περιγράφοντας, με πλήρη επιστημονική ακρίβεια, τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, όσο και αν μισήθηκε, για το έργο του αυτό, από την χρηματοπιστωτική τεχνοδομή της εποχής του και της εποχής μας.

Στην ουσία των πραγμάτων, όμως, όσον αφορά τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, είχε και έχει, απολύτως, δίκιο, έστω και αν οι λύσεις, που έδωσε, τότε, σήμερα (όπως, σε ένα βαθμό και τότε) είναι ανεπαρκείς.

Έτσι, αυτή η παγίδα ρευστότητας, που έχει δημιουργηθεί, στις σύγχρονες οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού και ιδιαίτερα, της ευρωζώνης, θα διαιωνίζεται, όσο δεν υπάρχουν ρυθμιστικοί μηχανισμοί, που να επαναφέρουν την οικονομία, στην ομαλή της λειτουργία και αυτοί οι μηχανισμοί δεν μπορούν να είναι οι μηχανισμοί της επίσημης και της σκιώδους μπατιροτραπεζοκρατίας και του πολιτικού προσωπικού, που την υπηρετεί.

Πολύ απλά :

Το μοντέλο της μη χορήγησης των απαραίτητων αναλογικών αυξήσεων των εισοδημάτων του εργαζόμενου πληθυσμού, οι οποίες αυξήσεις θα έπρεπε να συμβαδίζουν, με τις αυξήσεις της παραγωγικότητας, η μεταφορά αυτών των ποσών, στα κέρδη των επιχειρηματιών και των διάφορων τεχνοδομών των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων και η άθροισή τους, στα χρηματικά και λοιπά περιουσιακά στοιχεία των ανώτερων εισοδηματικών τάξεων, οδήγησε, αναπότρεπτα, στην σύγχρονη καπιταλιστική κρίση, που βιώνουμε, την οποία και διαιωνίζει.

Αυτό συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει, πολύ περισσότερο, επειδή αυτές οι αυξήσεις, που θα έπρεπε να είχαν δοθεί, στον πληθυσμό των μισθωτών εργαζομένων και οι οποίες δεν δόθηκαν, τελικά, χορηγήθηκαν, σε αυτούς και σε διάφορους άλλους, πάσης φύσεως, εργαζόμενους και μη, με την μορφή έντοκων δανείων, τα οποία, κάποτε, θα έπρεπε να αποπληρωθούν, από μια συνολική μισθωτική και λοιπή εισοδηματική βάση, η οποία ήταν δεδομένο ότι ήταν (και παραμένει να είναι) ισχνή και δεν επρόκειτο (ούτε και πρόκειται), σε βάθος χρόνου, να μπορέσει να ανταποκριθεί, στις δανειακές υποχρεώσεις των μελών της.

Με λίγα λόγια, η σύγχρονη μπατιροτραπεζοκρατία δάνεισε, εντόκως, στους εργαζόμενους - και στο κράτος - αυτά τα ποσά, τα οποία θα έπρεπε να τους είχαν αποδώσει, οι πάσης φύσεως, εργοδότες τους και η ίδια η μπατιροτραπεζοκρατία, ως εισοδήματα, που αποκτήθηκαν από την εξαρτημένη μισθωτή (ή και λοιπή) εργασία τους και για την παροχή των κοινωνικών υπηρεσιών τους. Και μάλιστα περίμενε και περιμένει να εισπράξει και κέρδη από αυτόν τον δανεισμό!


Δεν πρόκειται να εισπράξει. Διότι δεν μπορεί να εισπράξει. Και δεν μπορεί να εισπράξει, επειδή δεν υπάρχει κάτι, για να εισπράξει.

Ως εκ τούτου, όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα [ Η χρησιμότητα της θεωρίας του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, για την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση (marginal and average propensity to consume) στην εξέταση της παρούσας καπιταλιστικής ύφεσης. (Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών") ], η πρόταση του John Maynard Keynes, για την ανάγκη της πληθωριστικής ευθανασίας των εισοδηματιών, που διατυπώθηκε, το μακρινό 1924 και η οποία αφορά, πλήρως, την σύγχρονη επίσημη και σκιώδη μπατιροτραπεζοκρατία, είναι πάντοτε, επίκαιρο.

Το, αν και το πώς θα πραγματοποιηθεί, είναι κάτι, που θα πρέπει να περιμένουμε, για να το δούμε...