Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, ενώπιον μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, η οποία θα αποτύχει. (Ο πλουτισμός, η πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, η υπεραποταμίευση και η μισθωτική καχεξία, ως αιτίες της σύγχρονης οικονομικής κρίσης).



 
Ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την συγκριτική παρακολούθηση της πορείας της παραγωγικότητας της αμερικανικής οικονομίας, σε σχέση, με την αντίστοιχη πορεία των ωριαίων αποζημιώσεων, για την παρεχόμενη εργασία, κατά τις μακροχρόνιες χρονικές περιόδους 1948 - 1973 και 1973 - 2014, απεικονίζει, με τον πιο παραστατικό τρόπο, τις αιτίες της βαθιάς, μακροχρονίσασας και εξελισσόμενης σύγχρονης διεθνούς οικονομικής ύφεσης, η οποία, στον χώρο της ευρωζώνης, έχει μετατραπεί, σε ανοικτή οικονομική κρίση και στην περίπτωση της Ελλάδας, έχει προχωρήσει, σε ακραία επίπεδα, τα οποία προσιδιάζουν σε - και θυμίζουν - εκείνα της οικονομικής κρίσης, που έπληξε την αμερικανική οικονομία, στην δεκαετία του 1930.

Η χαώδης διαφοροποίηση και η επακολουθήσασα αναντιστοιχία, ανάμεσα στην τεράστια και ιλιγγιωδώς, αλματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην ισχνή και αναιμική αύξηση των εισοδημάτων από την εξαρτημένη εργασία, που προκύπτει, από την σύγκριση της εξέλιξης αυτών των μεγεθών, από την πρώτη μακρά χρονική περίοδο (1948 - 1973), στην δεύτερη, ακόμη, μακρότερη, χρονική περίοδο (1973 - 2014), περιγράφει, με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, όλο το υπόβαθρο της σύγχρονης παρακμής του ύστερου γραφειοκρατικού καπιταλισμού των ημερών μας, ο οποίος, ύστερα, από την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και κατ' επιταγήν, του εθνικού σχεδιασμού των αμερικανικών ελίτ, που αποσκοπούσε, στην εμπέδωση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., με κύριο και βασικό όπλο, την παγκοσμιοποίηση, οδήγησε, αναπόδραστα και οργανωμένα, στην πλήρη επικράτηση της τεχνοδομικής ελίτ του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος,  

Η, με αυτό τον παραστατικό τρόπο, περιγραφόμενη ιλιγγιώδης αύξηση της κερδοφορίας και η δραματική ποσοστιαία συρρίκνωση των εισοδημάτων, που προέρχονται, από την μισθωτή εργασία, σε σχέση, με τα εισοδήματα, από το κεφάλαιο, τα οποία, προφανώς, καρπώθηκαν και καρπούνται, την κατακλυσμιαία απόκλιση των αυξητικών πορειών της παραγωγικότητας και των αποδοχών από τις αμοιβές από την εξαρτημένη εργασία των μισθωτών, δεν είναι φαινόμενο, μόνον, της αμερικανικής οικονομίας, από το 1973, μέχρι τις ημέρες μας. Κάθε άλλο. Αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο επικρατεί, σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού - τουλάχιστον, στην δυτική εκδοχή του και το φαινόμενο αυτό συμπυκνώνεται, ως μια τερατώδης, ως προς το μέγεθός της, ποσοστιαία αύξηση των εισοδημάτων των ανώτερων εισοδηματικών, ελίτ, τάξεων, ομάδων και συσσωματώσεων, η οποία αυξάνει, ακόμη, περισσότερο, όσο ανερχόμαστε, στην εισοδηματική κλίμακα των διάφορων πληθυσμών των κοινωνιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Και αν στις Η.Π.Α. και στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι κατορθωτό οι παρενέργειες αυτού του φαινομένου να μπορούν, σε έναν βαθμό, να συμμαζευτούν, λόγω της ύπαρξης της εξουσίας των κρατών και των κεντρικών κυβερνήσεών τους, στην Ευρώπη - και ειδικότερα, στην ευρωζώνη - τα πράγματα είναι χείριστα, ανάμεσα, στα άλλα και επειδή, εδώ, τα κράτη είναι αποδυναμωμένα, ως προς τις νευραλγικές τους λειτουργίες, που αφορούν την έκδοση του νομίσματος και συνακόλουθα, ως προς τις ασκούμενες νομισματικές, πιστωτικές και δημοσιονομικές πολιτικές.

Αυτό, που, συμβατικά, ονομάζαμε - και εξακολουθούμε να αποκαλούμε - "Ευρώπη", ουσιαστικά, με την συγκρότηση της ευρωζώνης, πνέει τα λοίσθια, αφού το σύνολο του τραπεζικού της συστήματος (η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία) βρίσκεται, υπό το καθεστώς μιας άτυπης χρεωκοπίας, η οποία δεν αφορά, μόνο, την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία. Και η γερμανική τραπεζική τεχνοδομή δεν αντιμετωπίζει λιγότερα προβλήματα, παρά το γεγονός ότι προσπαθεί  - και μέχρι τώρα, καταφέρνει - να τα συγκαλύψει.

Από την εποχή του Σεπτεμβρίου του 2008, όταν κατέρρευσε η Lehmann Bros, με μια αποτιμημένη αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος, που έφθανε, στο 1/11,6, τα πράγματα, στον χώρο της Ευρώπης και ιδίως, της ευρωζώνης, όπου οι κατεστημένες ελίτ αρνήθηκαν να κάνουν, ακόμη και τα ελάχιστα, που έπραξαν οι αμερικανικές κυβερνήσεις, οι οποίες έθεσαν έναν, ανεπαρκή, μεν, αλλά, έστω στοιχειώδη μηχανισμό ελέγχου, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, έχουν επιδεινωθεί, κατά πολύ.

'Ετσι, με δεδομένο το γεγονός ότι στον γερμανικό τραπεζικό χώρο, όπως μας δείχνει η περίπτωση της Deutsche Bank, οι διαρκείς μοχλεύσεις και αναμοχλεύσεις του χρήματος και η δημιουργία ενός τεράστιου όγκου χρηματικών ποσοτήτων, σε συνδυασμό, με - και παρά - την αποπληθωριστική πολιτική της Ε.Κ.Τ., έχουν φουσκώσει την αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος, στα επίπεδα του 1/45 και κατά πάσα πιθανότητα, ο συγκεκριμένος υπολογισμός δεν απεικονίζει όλη την πραγματικότητα, αφού, όπως συμβαίνει, συνήθως, με τους υπολογισμούς των ανεξέλεγκτων μπατιροτραπεζικών τεχνοδομών, αυτή η αναφερόμενη αναλογία πραγματικού και εικονικού χρήματος είναι υποεκτιμημένη.


Βέβαια, η κατάσταση, που επικρατεί, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, είναι, απείρως, χειρότερη. Από την εποχή εκείνη (Ιούνιος 2013), που περιγράφαμε τα αδιέξοδα, στα οποία έχει εμπλακεί, παρά την πρώτη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησής του, την οποία είχαμε χαρακτηρίσει, ως αποτυχημένη [ Η παταγώδης αποτυχία της επανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών και τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής, μέσω της αύξησης της προσφοράς του χρήματος και του πολλαπλασιαστή.( Η κρίση σε Ελλάδα και ευρωζώνη και το παράδειγμα των Η.Π.Α. από το 1930, μέχρι το 2008 και έως σήμερα) ], τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει, στον υπερθετικό βαθμό, αφού οι καταστροφικές, για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξελίξεις του περασμένου Ιουλίου, με την επιβολή των ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων και ορίων στις αναλήψεις, από τους καταθετικούς λογαριασμούς του αποταμιευτικού κοινού, που εμπιστεύθηκε τα χρήματά του, στις ελληνικές τράπεζες, προσομοιάζουν και ουσιαστικά, επιβεβαιώνουν τις, ακόμη περισσότερο, δυσοίωνες προβλέψεις μας, που έγιναν, λίγο αργότερα και αφορούσαν την σωτηρία των χρημάτων των Ελλήνων καταθετών, όπως αυτές αναφέρονται στο κείμενο, που δημοσίευσα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, τον Ιούλιο του 2013, με τίτλο : Ελληνικό τραπεζικό σύστημα : Πάρτε τα λεφτά σας, πριν σας τα πάρουν! (Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία και η κυβέρνηση ενώπιον των νέων αδιεξόδων και της επερχόμενης κατάρρευσης, οδηγούνται στην προσπάθεια αυτοαμνήστευσης της κυβερνώσας ελίτ, λόγω του φόβου της φυλακής).





Ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ περιέπλεξε και επιδείνωσε, σε μεγάλο βαθμό, την κακή κατάσταση της ελληνικής  οικονομίας και, πολύ περισσότερο, της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και της ανίκανης τεχνοδομής, που διοικεί τον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα, είναι σαφές και δεδομένο. Αλλά, όπως έχουμε πει, αυτό δεν έγινε, πάνω, στο έδαφος μιας - στοιχειωδώς, έστω - συμμαζεμένης οικονομικής και τραπεζικής δραστηριότητας. Έγινε πάνω, στην βάση μιας κατεστραμμένης οικονομίας και ενός, εν τοις πράγμασι, πτωχευμένου και ασυμμάζευτου τραπεζικού συστήματος.

Βλέποντας και πάλι, τα ιστορικά στοιχεία, που αφορούν την ελληνική τραπεζική συστοιχία, θα θυμηθούμε ότι, όταν το 2002, η ελληνική οικονομία εντάχθηκε, στην ευρωζώνη - όντας, απολύτως, αταίριαστη, με το περιβάλλον, που η τελευταία, ως νομισματική ένωση είχε δημιουργήσει -, οι τραπεζικές καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα έφθαναν τα 121 δισ. €, για να φθάσουν το 2005, στα 147 δισ. € και να αγγίξουν, το 2009, περίπου, τα 238 δισ. €, την ίδια στιγμή, που η ελληνική οικονομία εμφάνισε μια διαρροή κεφαλαίων, προς το εξωτερικό, της τάξεως των, σχεδόν, δύο ετήσιων ελληνικών ΑΕΠ.

Αυτή η ζοφερή πλευρά της πραγματικότητας, που προδιέγραφε την πορεία και την χείριστη μοίρα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και συνακόλουθα, της ελληνικής οικονομίας, μέσα στο νέο οικονομικό περιβάλλον της ευρωζώνης, μπόρεσε τα χρόνια εκείνα να αποκρυβεί, επειδή ο ξένος δανεισμός κάλυψε και με το παραπάνω ,τα αποταμιευτικά κενά και τις τεράστιες καταθετικές τρύπες, που δημιούργησε αυτή η μαζική φυγή του, εσωτερικά, παραγόμενου πλούτου, προς τα θησαυροφυλάκια των ξένων τραπεζών. Έτσι, ουδείς ασχολήθηκε - και δεν είχε καμμία διάθεση να ασχοληθεί -, με αυτά τα δυσοίωνα και αναμενόμενα φαινόμενα, αφού δεν ήταν δυνατόν να τα περιορίσει, λόγω της κατάργησης κάθε ελέγχου, στην διεθνή κίνηση των κεφαλαίων, που κατοχύρωναν οι Συνθήκες, που δημιούργησαν το ευρώ και την ζώνη του.

Όμως, η έλευση της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και η αστραπιαία μετατροπή της, σε μια βαθιά και επίμονη διεθνή οικονομική ύφεση, η οποία, με την σειρά της, έπληξε την ευρωζώνη, οδηγώντας την, στην χρεωκοπία, ως νομισματική ένωση, κτύπησε, αλύπητα, την ελληνική οικονομία, η οποία αποτελούσε τον πιο αδύναμο κρίκο της, σαρώνοντας, κατ' αρχήν το ελληνικό κράτος και την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία.

Η μεθοδευμένη, από την Ε.Κ.Τ. και την Commission, ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, οδήγησε, στην ταχεία συρρίκνωση της καταθετικής βάσης των ελληνικών τραπεζών, η οποία τον Μάϊο του 2009, έπεσε, στα 232 δισ. €, για να φθάσει, στο τέλος της διακυβέρνησης της χώρας, από τους σαμαροβενιζέλους, περίπου, στα 170 δισ. € και αυτό, αφού, προηγουμένως, είχε μεσολαβήσει η σταδιακή ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, την περίοδο 2013 - 2014, με 29 δισ. €, το 2013, στην οποία συμ­με­τεί­χε, κυ­ρί­ως, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, με πο­σο­στό 85% και 8 δισ. €, το 2014, στην οποία συμ­με­τεί­χαν, μόνον, ιδιώ­τες.

Τώρα, βαδίζοντας, προς το τέλος του 2015 και μετά την μεγάλη φυγή των κεφαλαίων, δηλαδή, κυρίως, - αλλά όχι, μόνο - των τραπεζικών καταθέσεων, που επισυνέβη, στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Πάνο Καμμένο και την επιβολή, στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, των αποκαλούμενων capital controls, το ύψος των καταθέσεων, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, έχει περιοριστεί, δραματικά και φθάνει, στα 121,5 δισ. €. Δηλαδή οι ελληνικές τραπεζικές καταθέσεις, έχουν συρρικνωθεί, στα επίπεδα του 2002, το οποίο ήταν και το έτος εκείνο, κατά το οποίο η Ελλάδα εισήλθε στην νομισματική ζώνη του ευρώ.

Αυτή η κολοσσιαία καταστροφή, η οποία, όσον αφορά τις αποταμιευτικές ροές, προς το εξωτερικό, του εσωτερικά παραγόμενου πλούτου, είναι πολύ μεγαλύτερη, έχει δημιουργήσει μια, τελείως, σαθρή βάση, στα δεδομένα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και της ελληνικής οικονομίας, αφού το δυνητικό και ουσιαστικά, πραγματικό δημόσιο χρέος της χώρας ξεφεύγει από τα γνωστά δεδομένα των 320 δισ. € του κρατικού χρέους και είναι, κατά πολύ, μεγαλύτερο.

Έτσι, αν, στο στενό κρατικό χρέος, προσθέσουμε τις υποχρεώσεις των ελληνικών τραπεζών, στο ευρωσύστημα, που ανέρχονται, κάπου στα 125 δισ. € και τις "κόκκινες" οφειλές των ιδιωτών, προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, που φθάνουν τα 105 δισ. €, καθώς και τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, μέσω των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, για τα οποία υπάρχει σοβαρό θέμα, ως προς την καταμέτρησή τους, στο μέγεθος του ελληνικού δημόσιου (κρατικού) χρέους, αφού αυτός ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός του ελληνικού δημοσίου, ο οποίος φθάνει, στο απίστευτο ποσόν των 550 δισ. €, δεν συνυπολογίζεται στο επίσημο δημόσιο χρέος της χώρας, τότε το δυνητικό/πραγματικό ελληνικό δημόσιο χρέος πρέπει να ξεπερνάει το 1 τρισ. €, όπως, εδώ και πολύ καιρό, επισημαίνει - σχεδόν, μόνος - ο καθηγητής οικονομικών Γεώργιος Βάμβουκας.

Αν, μάλιστα, προσθέσουμε και το αναλογιστικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων, που ανέρχεται, κάπου, στα 275 δισ. €, όπως, επίσης και το άγνωστο ποσόν των εγγυήσεων, που έχει παράσχει το ελληνικό δημόσιο και οι οποίες θα καταπέσουν, τότε, το μέγεθος, για το οποίο μιλάμε, καθίσταται - πέρα από αστρονομικό - και ανυπολόγιστο.

Στα πλαίσια αυτά, ο ασφυκτικός έλεγ­χος που ασκεί η Ε.Κ.Τ., στο ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα και η μανιώδης επιλογή του Mario Draghi και του συνόλου της ευρωμπατιροτραπεζικής ελίτ, για την αποφυγή της λειτουργικής κρατικοποίησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αν και αυτό, ουσιαστικά, είναι κρατικοποιημένο, αποσκοπούν, στην και επιδιώκουν, συστηματικά, την απορρόφηση της ρευστότητας, από την ελληνική οικονομία, με σκοπό την συγκέντρωση και την, περαιτέρω, συγκεντροποίηση του τραπεζικού κεφαλαίου, ούτως ώστε να τεθούν, εκτός αγορών, τα μη ανταγωνιστικά κεφάλαια και να προωθηθεί, μια τεράστια και πρωτοφανής, για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος, με την, περίπου, πλήρη εξαφάνιση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεσαίων στρωμάτων και επιχειρηματιών και την (υποτιθέμενη, ως αναμενόμενη) αντικατάστασή τους, από μια νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, η οποία θα αποτελείται από μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και τους απαραίτητους, σε έναν ευμεγέθη όγκο, επιπέδου, άνω του 10%, ανέργους, οι οποίοι, με την παρουσία τους, θα πιέζουν τους μισθωτούς και θα συγκρατούν, τα επίπεδα των μισθών, σε χαμηλά και ανταγωνιστικά επίπεδα.


Το παραπάνω αρχαιοελληνικό νόμισμα, κυκλοφόρησε, γύρω, στο 120 π.Χ., στην Αντιόχεια, από τον βασιλιά Αντίοχο Η’ Γρυπό (τον γαμψομύτη), που ανήκε στη δυναστεία των Σελευκιδών, επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην μία πλευρά απεικονίζεται ο ίδιος ο Αντίοχος Η' και στην άλλη, ο ημίγυμνος ∆ίας κρατά, στο δεξιό του χέρι, ένα σκήπτρο και στο αριστερό, ένα αστέρι, ενώ πάνω από το κεφάλι του, εµφανίζεται η ηµισέληνος. Το νόμισμα αυτό ήταν ένα κρατικό νόμισμα, μιας κοπής και δεν ξανακυκλοφόρησε. Ως προς το δεύτερο σκέλος των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού του νομίσματος, η ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία φιλοδοξεί να το μιμηθεί, επιδιώκοντας την, ασφυκτικά, ελεγχόμενη, από την ίδια, έκδοση της ποσότητας του χρήματος, σε ευρώ, ενώ, την ίδια στιγμή, επιδιώκει την πλήρη αποξένωση των κρατών της ευρωζώνης, από κάθε νομισματική και πιστωτική λειτουργία και παρέμβαση, όπως, επίσης και τον, περίπου, πλήρη έλεγχο, από την ίδια, των ασκούμενων δημοσιονομικών πολιτικών.



Αυτός είναι και ο λόγος της νέας ανακεφαλαιοποίησης, που - υποτίθεται ότι - είναι, σε εξέλιξη και η οποία θα ολοκληρωθεί, όπως φαίνεται (εάν όλα προχωρήσουν ομαλά - κάτι, που, όμως, δεν είναι δεδομένο), σε δύο στάδια, μέχρι το 2017 και θα φθάσει, κοντά, στα 25 δισ. €. Οι ευρωμπατιροτραπεζοκράτες θέλουν να διατηρήσουν τον ιδιωτικό χαρακτήρα των ελληνικών τραπεζών και να ολοκληρώσουν τον διαχωρισμό της τραπεζικής πίστης, από την δημοσιονομική πολιτική και το δημόσιο χρέος, προσελκύοντας, έτσι, το αποταμιευτικό κοινό. Με αυτό τον τρόπο, η Ε.Κ.Τ. επιδιώκει να αναθέσει την δημιουργία του χρήματος και των ροών του, στις ιδιωτικές τράπεζες, θέτοντας το ελληνικό δημόσιο, έξω από αυτή την διαδικασία.

Στην ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία, το ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα φαίνεται, ως ένα καλό - θα μπορούσε να πει κάποιος, ιδανικό - πεδίο άσκησης μιας τέτοιας πειραματικής πολιτικής, αφού δεν υπάρχουν εσωτερικές αντιστάσεις. Οι ελληνικές τράπεζες είναι, πλέον, μόλις τέσσερεις, έχοντας την μεγαλύτερη συγκέντρωση, στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ, παράλληλα, έχουν, περίπου, πλήρως, εξαρτημένη την οικονομική δραστηριότητα, στην χώρα και ελέγχονται, απολύτως, από τους ευρωθεσμούς της χρηματοπιστωτικής τεχνοδομής της Ε.Κ.Τ. Ως εκ τούτου, για την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, (φαίνεται ότι) δεν υπάρχει αντίπαλος.

 Αυτή η διαδικασία, με την οποία θα απομοχλευθεί η τραπεζική πίστωση, είναι σαφές και αναμενόμενο ότι θα σαρώσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αφού θα φέρει, στην πρώτη προτεραιότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, την πληρωμή των δανείων, η οποία, εκ των πραγμάτων, θα γίνει, μέσα από τον περιορισμό των δαπανών, που θα οδηγήσει, στην, περαιτέρω, πτώση της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης και στις μειώσεις των μισθών και των εισοδημάτων όσων δεν μπορούν και δεν θα μπορέσουν να μείνουν, στην αγορά, είτε, ως εργοδότες, είτε, ως μισθωτοί, ενώ και η όποια σταθεροποίηση προκύψει, στο μακρινό μέλλον, αυτή θα στηρίζεται, στις χαμηλές αποδοχές και στην ευμεγέθη ανεργία, η οποία, δύσκολα, θα πέσει (και στην πραγματικότητα, δεν θα πέσει), κάτω από το 20% του εργατικού δυναμικού. Και αν, κάποια στιγμή, κάτι τέτοιο γίνει κατορθωτό, αυτό το "επίτευγμα", θα αργήσει, θα είναι ασταθές και σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό της ανεργίας θα παραμείνει υψηλό, αφού η όποια πτώση του θα αποτελεί, σε έναν βαθμό, προϊόν της αύξησης της μετανάστευσης μέρους του νεανικού εργατικού δυναμικού, στο εξωτερικό, προς εύρεση καλύτερων συνθηκών εργασίας και υψηλότερης υλικής διαβίωσης.

Όμως, κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι οποίες δεν πρόκειται να αποδώσουν αυτά, που η ευρωγραφειοκρατία αναμένει, οι ελληνικές τράπεζες, με τα 121,5 δισ. € των καταθέσεων, που τους έχουν απομείνει και τα οποία θα εξαφανισθούν, από τα τραπεζικά χρηματοφυλάκια, εν ριπή οφθαλμού, εάν αποτολμηθεί οποιαδήποτε απόπειρα άρσης των περιορισμών, στις αναλήψεις των μετρητών, από τις τραπεζικές καταθέσεις, σε συνδυασμό, με την άρση των ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων, δεν έχουν, στον ήλιο, μοίρα.

Έτσι, οι ελληνικές τράπεζες έχοντας χορηγήσει δάνεια της τάξεως των 207 δισ. € και με "κοκκινισμένα" τα 105 δισ. €, εκ των δανείων αυτών, έχουν ένα τεράστιο πρόβλημα χρηματικής βάσης, η οποία είναι όχι, μόνο, ασθενέστατη, αλλά και ανύπαρκτη, αφού το πρώτο κενό της ρευστότητας  φθάνει, περίπου, στα 85,5 δισ. € και στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγαλύτερο, εάν ληφθούν, υπόψη και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών τραπεζών και εάν εκτεθούν, στην δημοσιότητα τα πλήρη χρηματοοικονομικά τους στοιχεία και τα σχετικά ισοζύγια.

Αλλά το χειρότερο, από όλα, για τις ελληνικές τράπεζες, είναι ότι δεν υπάρχει καμμία σοβαρή και άξια λόγου πιθανότητα, για κάποια σημαντική (ή, επί του παρόντος και ως προς το ορατό μέλλον, έστω και ασήμαντη) επιστροφή των ρευστών διαθέσιμων, που κατέχει, στην φυσική, ή άμεση κατοχή του, το εσωτερικό αποταμιευτικό κοινό, που απέσυρε τις τραπεζικές καταθέσεις του. Ούτε, επίσης, υπάρχει προοπτική, για την επιστροφή καταθέσεων, από το εξωτερικό.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα δεν μπορεί και δεν επιθυμεί να λειτουργήσει, ως πάροχος ρευστότητας, στην ελληνική οικονομία. Δεν μπορεί και δεν θέλει να κάνει την όποια θετική του εργασία. Το μόνο, που μπορεί να κάνει, είναι αυτό, που κάνει όλα αυτά τα χρόνια, που προηγήθηκαν. Λειτουργεί, ως συσσωρευτής ρευστότητας, προκειμένου να βελτιώσει την σαθροποιημένη και αποθετική χρηματοοικονομική του ισορροπία, για να εισπράξει ένα μικρό κομμάτι, από το κενό της ρευστότητας των 85,5 δισ. €, μέσα από την απόσπαση, κάπου 15 δισ. €, από το σώμα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία αναμένει να καρπωθεί, επιδιώκοντας την αύξηση της εξυπηρετισιμότητας των δανείων των 207 δισ. €, και ιδίως, των 105 δισ. €, των "κόκκινων" δανείων, που έχουν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες.

Με δεδομένο το κακό μέλλον του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και με υπαρκτές τις σκοτεινές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μπορούμε, τώρα, να αντιληφθούμε, το πού βαδίζει η ελληνική κοινωνία και να αναλογιστούμε τις βαριές ευθύνες και την καταστροφική επίδραση, που είχε η ταχεία κυριαρχία του σκιώδους και του επίσημου χρηματοπιστωτικού τομέα, στις κοινωνίες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, κατά την τελευταία 30ετία.






Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι καθόλου περίεργο, που η έλευση της βαθιάς, επίμονης και μακροχρονίζουσας οικονομικής ύφεσης, που πλήττει την διεθνή οικονομία και η οποία, στον χώρο της ευρωζώνης έχει μετατραπεί, σε μια μακρόχρονη οικονομική κρίση, η οποία συνδυάζεται, με την αφανή χρεωκοπία, την στασιμοχρεωδουλεία και την διαρκή επενδυτική άπνοια, παρουσιάζοντας, έτσι, όλα εκείνα τα κλασικά χαρακτηριστικά, τα οποία προσδιόρισαν και ταυτοποίησαν την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, η οποία, παραστατικά, περιγράφεται, στο παραπάνω βίντεο του BBC.

Και στην περίπτωση, που αφορά την μακροχρόνια οικονομική καχεξία, η οποία προέκυψε, από την αμερικανική χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008 και στην αντίστοιχη περίπτωση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, είναι περισσότερο, από σαφής, η επιβεβαίωση της δυναμικής και εξωθεσμικής θεωρητικής ανάλυσης του John Maynard Keynes, ως προς τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, ως κρίσεων, που οφείλονται, στον διαφορικό εσωτερικό πλουτισμό των κοινωνιών και στην κατακρημνιστική πτώση της συναθροιστικής ζήτησης και της ενεργού κατανάλωσης.

Δεν υπάρχει κάτι το μυστήριο, ή το πρωτότυπο, στην όλη διαδικασία. Η πτώση της ζήτησης προκαλείται, από την υπερβολική αύξηση των εισοδημάτων των πλουσίων στρωμάτων του πληθυσμού, αφού αυτή, έχει ως αποτέλεσμα, στην πορεία του χρόνου, να αυξάνονται, υπερβολικά, οι αποταμιεύσεις και εξ αυτού του λόγου, να δημιουργείται ένα διευρυνόμενο και διογκούμενο έλλειμμα, στην αγοραστική δύναμη, το οποίο δεν θα υπήρχε - ή θα ήταν πολύ μικρότερο -, εάν οι αυξήσεις των εισοδημάτων των πτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού ήσαν, αναλογικά, πολύ μεγαλύτερες, από αυτές, που πραγματοποιήθηκαν και σε κάθε περίπτωση, εάν ήσαν μεγαλύτερες, από τις πραγματοποιηθείσες αυξήσεις των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Τον μηχανισμό αυτής της οικονομικής δυναμικής τον έχουμε περιγράψει, κατά το παρελθόν, πολλές φορές. Όμως, δεν βλάπτει να τον υπενθυμίσουμε και εδώ.

Η ουσία της ανάλυσης του Keynes, για τον προσδιορισμό και την παρουσίαση των αιτιών των οικονομικών κρίσεων, βρίσκεται, στην βασική του διαπίστωση ότι όσο περισσότερο πλουτίζουν οι κοινωνίες, η κατανάλωση των προϊόντων, που παράγουν, από ένα σημείο και πέρα, μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι, από ένα σημείο και πέρα, η όποια πρόσθετη χρηματική μονάδα, στο συνολικό εισόδημα των ατόμων και των νοικοκυριών, δεν είναι δεδομένο ότι θα στραφεί, στην κατανάλωση. Στην πράξη ένα ολοένα και αυξανόμενο τμήμα της θα αποταμιευθεί και θα παραμείνει εκεί, συσσωρευόμενο και διογκούμενο.

Έτσι το ποσόν της όποιας πρόσθετης χρηματικής μονάδας εισοδήματος, που θα στραφεί, προς την κατανάλωση, δεν θα ισούται, με την μονάδα, όπως, συνήθως, υποτίθεται, αλλά θα κυμανθεί, μεταξύ του μηδενός και της μονάδας, με αποτέλεσμα, η κατανάλωσή της να καθίσταται αντικείμενο προβληματισμού και να μην είναι δεδομένη και τούτο επειδή οι άνθρωποι, όταν αυξάνονται τα εισοδήματά τους, αυξάνουν και την κατανάλωσή τους, αλλά, συνήθως, δεν την αυξάνουν, όσο αυξάνουν τα εισοδήματά τους. Την αυξάνουν λιγότερο, από αυτά, με αποτέλεσμα η οριακή ροπή προς κατανάλωση (marginal propensity to consume), από ένα σημείο και μετά, να βαίνει μειούμενη και να αυξάνεται η οριακή ροπή προς αποταμίευση.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, σε ένα σύστημα μη (ή ατελώς) ρυθμιζόμενου καπιταλισμού, αυτό, που ακολουθεί είναι, ακόμη, χειρότερο, αφού πέφτει και η μέση ροπή της κατανάλωσης (average propensity to consume), η οποία εκφράζεται από τον λόγο της κατανάλωσης, προς το εισόδημα, όσο το εισόδημα αυξάνεται, ενώ, παράλληλα, αυξάνεται ο λόγος της αποταμίευσης, ως προς το εισόδημα, αφού η πτώση της κατανάλωσης οδηγεί, στην αύξηση της αποταμίευσης.

Παρατηρώντας αυτά τα οικονομικά φαινόμενα, καθίσταται σαφές ότι η φθίνουσα ροπή της κατανάλωσης και η σώρευση της αποταμίευσης, εξελικτικά και προϊόντος του χρόνου, οδηγούν και στην αποδιοργάνωση του μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων, σε επενδύσεις, ακριβώς, επειδή η σωρευθείσα υπεραποταμίευση, έχει οδηγήσει, σε πτώση την συνολική κατανάλωση της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αδρανοποίηση του μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων, σε επενδύσεις και τούτο, επειδή, όσο και να πέσουν τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού, που υποτίθεται ότι ρυθμίζουν την διαδικασία αυτή, η ανυπαρξία ενεργού ζητήσεως, αποτρέπει τις επενδυτικές πρωτοβουλίες, αφού τα όποια αγαθά και υπηρεσίες, που θα είναι αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων, δεν θα βρουν τους αντίστοιχους αγοραστές, στον βαθμό, που η οικονομία θα έχει εμπλακεί, στην αποκαλούμενη παγίδα ρευστότητας.

Το συμπέρασμα από όλη αυτή την διαδικασία, η οποία επαναλαμβάνεται - ως μη όφειλε -, εξ αιτίας της, περίπου, πλήρους κυριαρχίας της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, κατά την τελευταία 35ετία, δεν είναι άλλο, από εκείνο, που έβγαλε, οριστικά, ο J. M. Keynes, την δεκαετία του 1930 (και πρώιμα, ήδη, από την δεκαετία του 1920). Δεν αλλάζει αυτό το συμπέρασμα, διότι και τώρα, οι συνθήκες, υπό τις οποίες βιώνεται η σύγχρονη οικονομική κρίση, προσομοιάζουν, με εκείνες, υπό το καθεστώς των οποίων ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος, ανέλυε την θεωρία του, για τις αιτίες των οικονομικών κρίσεων, στις καπιταλιστικές οικονομίες (όχι, μόνο) της εποχής του.

Όπως και για τον Keynes και την εποχή του, έτσι και σήμερα, η βασική αιτία, για την φθίνουσα μέση ροπή προς κατανάλωση, είναι η αποταμίευση. Και συγκεκριμένα, η αποταμίευση, που δεν επενδύεται και η οποία, ουσιαστικά, είναι ένα είδος πολυτελείας.

Και φυσικά, για τον Keynes, στην εποχή του, όπως συμβαίνει και σήμερα, για αυτή την υπερβάλλουσα αποταμίευση την ευθύνη έχουν οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις του πληθυσμού, οι οποίες την πραγματοποιούν και μέσω του τραπεζικού συστήματος την διογκώνουν, εις βάρος της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας.




Εννοείται, βέβαια, ότι ο, παραπάνω, εικονιζόμενος John Maynard Keynes δεν ήταν ένας πολιτικός ριζοσπάστης. 'Ήταν συντηρητικός, αλλά αυτό δεν τον απέτρεψε, από το να είναι ένας ριζοσπαστικός οικονομολόγος, περιγράφοντας, με πλήρη επιστημονική ακρίβεια, τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, όσο και αν μισήθηκε, για το έργο του αυτό, από την χρηματοπιστωτική τεχνοδομή της εποχής του και της εποχής μας.

Στην ουσία των πραγμάτων, όμως, όσον αφορά τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων, είχε και έχει, απολύτως, δίκιο, έστω και αν οι λύσεις, που έδωσε, τότε, σήμερα (όπως, σε ένα βαθμό και τότε) είναι ανεπαρκείς.

Έτσι, αυτή η παγίδα ρευστότητας, που έχει δημιουργηθεί, στις σύγχρονες οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού και ιδιαίτερα, της ευρωζώνης, θα διαιωνίζεται, όσο δεν υπάρχουν ρυθμιστικοί μηχανισμοί, που να επαναφέρουν την οικονομία, στην ομαλή της λειτουργία και αυτοί οι μηχανισμοί δεν μπορούν να είναι οι μηχανισμοί της επίσημης και της σκιώδους μπατιροτραπεζοκρατίας και του πολιτικού προσωπικού, που την υπηρετεί.

Πολύ απλά :

Το μοντέλο της μη χορήγησης των απαραίτητων αναλογικών αυξήσεων των εισοδημάτων του εργαζόμενου πληθυσμού, οι οποίες αυξήσεις θα έπρεπε να συμβαδίζουν, με τις αυξήσεις της παραγωγικότητας, η μεταφορά αυτών των ποσών, στα κέρδη των επιχειρηματιών και των διάφορων τεχνοδομών των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων και η άθροισή τους, στα χρηματικά και λοιπά περιουσιακά στοιχεία των ανώτερων εισοδηματικών τάξεων, οδήγησε, αναπότρεπτα, στην σύγχρονη καπιταλιστική κρίση, που βιώνουμε, την οποία και διαιωνίζει.

Αυτό συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει, πολύ περισσότερο, επειδή αυτές οι αυξήσεις, που θα έπρεπε να είχαν δοθεί, στον πληθυσμό των μισθωτών εργαζομένων και οι οποίες δεν δόθηκαν, τελικά, χορηγήθηκαν, σε αυτούς και σε διάφορους άλλους, πάσης φύσεως, εργαζόμενους και μη, με την μορφή έντοκων δανείων, τα οποία, κάποτε, θα έπρεπε να αποπληρωθούν, από μια συνολική μισθωτική και λοιπή εισοδηματική βάση, η οποία ήταν δεδομένο ότι ήταν (και παραμένει να είναι) ισχνή και δεν επρόκειτο (ούτε και πρόκειται), σε βάθος χρόνου, να μπορέσει να ανταποκριθεί, στις δανειακές υποχρεώσεις των μελών της.

Με λίγα λόγια, η σύγχρονη μπατιροτραπεζοκρατία δάνεισε, εντόκως, στους εργαζόμενους - και στο κράτος - αυτά τα ποσά, τα οποία θα έπρεπε να τους είχαν αποδώσει, οι πάσης φύσεως, εργοδότες τους και η ίδια η μπατιροτραπεζοκρατία, ως εισοδήματα, που αποκτήθηκαν από την εξαρτημένη μισθωτή (ή και λοιπή) εργασία τους και για την παροχή των κοινωνικών υπηρεσιών τους. Και μάλιστα περίμενε και περιμένει να εισπράξει και κέρδη από αυτόν τον δανεισμό!


Δεν πρόκειται να εισπράξει. Διότι δεν μπορεί να εισπράξει. Και δεν μπορεί να εισπράξει, επειδή δεν υπάρχει κάτι, για να εισπράξει.

Ως εκ τούτου, όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα [ Η χρησιμότητα της θεωρίας του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, για την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση (marginal and average propensity to consume) στην εξέταση της παρούσας καπιταλιστικής ύφεσης. (Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών") ], η πρόταση του John Maynard Keynes, για την ανάγκη της πληθωριστικής ευθανασίας των εισοδηματιών, που διατυπώθηκε, το μακρινό 1924 και η οποία αφορά, πλήρως, την σύγχρονη επίσημη και σκιώδη μπατιροτραπεζοκρατία, είναι πάντοτε, επίκαιρο.

Το, αν και το πώς θα πραγματοποιηθεί, είναι κάτι, που θα πρέπει να περιμένουμε, για να το δούμε...



Δεν υπάρχουν σχόλια: