Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

90 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ : Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ.






ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΩΣ ΠΡΩΙΜΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ.




Ρόζα Λούξεμπουργκ.



Συμπληρώθηκαν στις 15 Ιανουαρίου εννενήντα χρόνια από την δολοφονία της Ράζας Λούξεμπουργκ και με ευκαιρία το θέμα που άνοιξε ο karhergr στο http://www.phorum.gr/ με θέμα ''Γαρύφαλλα για την Ρόζα'' http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=142441 , έγραψα γύρω από την ανεκτίμητη προσφορά της, με το αμείλικτο κατηγορητήριο, που εξαπέλυσε, κατά του Λένιν και του μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας του μπολσεβίκικου κόμματος, που εκείνος συνέλαβε και πραγματοποίησε, ήδη από το 1904, για να το επεκτείνει στην συνέχεια στην μετεπαναστατική Ρωσία, με την δημιουργία της Ε.Σ.Σ.Δ.



Οι απόψεις που, εδώ, εκφράζω, δεν είναι πρωτοφανείς, ούτε πρωτάκουστες. Φυσικά, μέσα από την μακρά πορεία των κοινωνικοαπελευθερωτικών κινημάτων - και το εργατικό κίνημα, όσο δεν μολύνθηκε από τον επιστημονικοφανή μυστικισμό του μαρξισμού, υπήρξε ένα κοινωνικοαπελευθερωτικό κίνημα, εκφραζόμενο και από τα πιο δημιουργικά στοιχεία της μαρξικής θεωρίας (και όχι μόνο), που στην πορεία πνίγηκαν από την ιστορική επικράτηση των γραφειοκρατικών πλευρών της - εκφράστηκαν, ως προειδοποιήσεις, από εκείνους τους ανθρώπους, που σε κάθε ιστορική συγκυρία όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην γραφειοκρατική πλημμυρίδα και τους θεωρητικούς εκπρόσωπούς της.

Ένα πρώτο καμπανάκι κινδύνου, για την γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος, υπήρξε με την αντιπαράθεση του Μιχαήλ Μπακούνιν (αμέσως μετά την Κομμούνα του Παρισιού και την ήττα της, που οδήγησε στην επικράτηση οργανωτιστικών αντιλήψεων, μέσα στο κοινωνικοαπελευθερωτικό εργατικό κίνημα), με τους μαρξιστές και τους μπλανκιστές, γύρω από τα ζητήματα της γραφειοκρατικοποίησης του εργατικού κινήματος, με τον τρόπο, που αυτά εκφράζονταν εκείνη την εποχή και την ιστορική δικαίωση του Ρώσου επαναστάτη, που πέθανε συκοφαντημένος και αηδιασμένος από την γραφειοκρατική πρακτική του Καρλ Μαρξ και των ρεφορμιστών υποστηρικτών του στην Διεθνή των Εργαζομένων, παρά, βέβαια, τις όποιες ανεπάρκειές του, προσωπικές και πολιτικές, που σε ένα μεγάλο βαθμό ξεπήγαζαν (και) από την αποδοχή των οικονομικών θεωριών του Καρλ Μαρξ.

Στο παρόν σημείωμα θα δούμε τις θέσεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, για την πρακτική και θεωρητική αιτία όλων των κακών, που ταλάνισαν το κοινωνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην παλιά τσαρική Ρωσία και οδήγησαν στον τραγικό εκτροχιασμό, την γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος στην χώρα και στον κόσμο ολόκληρο, μέσω της υποταγής του σε μια πειθαρχημένη δράκα αστών, μικροαστών και μισοπρολεταρίων διανοουμένων, με τελική κατάληξη το έκτρωμα της Ε.Σ.Σ.Δ. (βάλετε όσα εισαγωγικά θέλετε, ή μην βάλετε καθόλου). Αυτή η πρακτική και θεωρητική αιτία ευρίσκετο στις λενινιστικές θέσεις, για τον κομματικό συγκεντρωτισμό και την ιεραρχική υποταγή των κομματικών οργάνων στην Κεντρική Επιτροπή και φυσικά στην στενή κομματική ηγεσία, όπως αυτή συμπυκνώθηκε στο πολιτμπυρώ.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ - αυτή η ηρωϊκή φυσιογνωμία του ρωσογερμανικού κοινωνικοαπελευθερωτικού κινήματος, με το τόσο τραγικό τέλος, που την γλύτωσε από τις λενινοσταλινικές συκοφαντίες - περιέγραψε, πλήρως, παρά τις δεσμεύσεις της από την πίστη της στην μαρξιστική θεωρία, τα θεωρητικά και πρακτικά αδιέξοδα του λενινιστικού οργανωτικού μοντέλου του κόμματος, ως εργαλείου για την κοινωνική απελευθέρωση και κατέδειξε καθαρά, πάντα μέσα από τις δεσμεύσεις της εποχής της, την μετατροπή του σε ένα όργανο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων, που, μέσα από το λενινιστικό οργανωτικό μοντέλο, καθίστανται οι κυρίαρχοι του κόμματος, θέτοντας στην άκρη την ευρύτερη εργατική βάση, μέσα από την μονοπώληση της εξουσίας, την οποία η Λούξεμπουργκ, ειρωνικά, αλλά παραστατικά ταύτισε με την ''αποστειρωμένη εξουσία του επιστάτη'', παραλληλίζοντας τις απόψεις και το μοντέλο οργάνωσης του κόμματος, που πρότεινε ο Λένιν, ως μπλανκικής προέλευσης.

Παραθέτω, εδώ, ως στοιχείο στον αναπτυσσόμενο διάλογο, το παρακάτω ηλεκτρονικοποιημένο κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που γράφτηκε, τότε που ο Λένιν σχηματοποιούσε και πάλευε για να περάσει στο ρωσικό σοσιαλιστικό κίνημα τις γραφειοκρατικές θέσεις του, για το μοντέλο οργάνωσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της χώρας του, οι οποίες εκφράστηκαν στο ''ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣ, ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ'' και στο ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;'', με τις δικές μου επισημάνσεις:


ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ Ή ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ;
(Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας).

Ένα ακόμα θεωρητικό άρθρο της ΡΟΖΑΣ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ δημοσιεύει σήμερα το ''ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ'' στο ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ.

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ.

''Ένα καθήκον άνευ προηγουμένου στην ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος έχει πέσει στους ώμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Είναι το να αποφασίσει για το ποια είναι η καλύτερη σοσιαλιστική πολιτική τακτική σε μια χώρα όπου κυριαρχεί η απόλυτη μοναρχία. Θα ήταν λάθος να τραβήξουμε μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κατάστασης στη Ρωσία και αυτής της Γερμανίας στην περίοδο 1879-90, όπου ίσχυαν οι αντισοσιαλιστικοί νόμοι του Βίσμαρκ. Οι δυο καταστάσεις έχουν ένα κοινό- την αστυνομοκρατία. Αλλιώς δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση συγκρίσιμες.
Τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στο δρόμο της σοσιαλδημοκρατίας από την απουσία δημοκρατικών ελευθεριών είναι σχετικά δευτερεύουσας σημασίας. Ακόμη και στη Ρωσία, το λαϊκό κίνημα πέτυχε να ξεπεράσει τα εμπόδια που έθεσε το κράτος. Ο λαός κέρδισε ένα (έστω και επισφαλές) σύνταγμα μέσα από τις ταραχές στους δρόμους. Μένοντας στην πορεία αυτή, ο λαός της Ρωσίας θα πετύχει με τον καιρό ολική νίκη ενάντια στον αυταρχισμό.
Η βασική δυσκολία που αντιμετωπίζει η σοσιαλιστική δράση στη Ρωσία απορρέει από το γεγονός ότι στη χώρα αυτή η κυριαρχία της μπουρζουαζίας είναι καλυμμένη από το πέπλο της απολυταρχίας. Η κατάσταση αυτή δίνει στην σοσιαλιστική προπαγάνδα έναν αφηρημένο χαρακτήρα, ενώ η άμεση πολιτική δράση παίρνει ένα δημοκρατικό-επαναστατικό χαρακτήρα.
Οι αντισοσιαλιστικοι νόμοι του Βισμαρκ έθεσαν το κίνημα μας εκτός συνταγματικών ορίων και αυτό σε μια υψηλά αναπτυγμένη αστική κοινωνία, όπου οι ταξικοί ανταγωνισμοί είχαν ήδη φτάσει σε πλήρη άνθηση στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό (εδώ, παρεμπιπτόντως, φαίνεται και ο παραλογισμός της τακτικής του Βισμαρκ). Η κατάσταση είναι διαφορετική στη Ρωσία. Το πρόβλημα είναι το πώς θα δημιουργήσουμε ένα σοσιαλδημοκρατικό κίνημα σε μια περίοδο που το κράτος δεν έχει έρθει ακόμη στα χέρια της μπουρζουαζίας.
Η κατάσταση αυτή έχει αντίκτυπο στην δράση μας, με την έννοια ότι πρέπει να μπολιάσουμε το ρωσικό έδαφος με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Επίσης, με έναν περίεργο και άμεσο τρόπο, μας φέρνει μπροστά στο ζήτημα της οργάνωσης του κόμματος.
Κάτω από συνηθισμένες συνθήκες, όπου δηλαδή η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει προηγηθεί της εμφάνισης του σοσιαλιστικού κινήματος, η ίδια η μπουρζουαζία ενσταλάζει στην εργατική τάξη τα πρώτα ίχνη πολιτικής αλληλεγγύης. Στο σημείο αυτό, διαβάζουμε στο κομμουνιστικό μανιφέστο, η ενοποίηση της εργατικής τάξης δεν προέρχεται ακόμη από την δικιά της λαχτάρα για ενότητα, αλλά έρχεται σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητας της μπουρζουαζίας, "…η οποία προκειμένου να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους, είναι υποχρεωμένη να βάλει σε κίνηση το προλεταριάτο…"
Παρ' όλα αυτά στη Ρωσία η σοσιαλδημοκρατία με τις δικές της προσπάθειες πρέπει να καλύψει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Πρέπει να οδηγήσει τους ρώσους προλετάριους από την τωρινή "εξατομικοποιημενη" κατάσταση, την οποία παρατείνει το αυταρχικό καθεστώς, σε μια ταξική οργάνωση που θα τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν τους ιστορικούς τους στόχους και θα τους προετοιμάσει στον αγώνα για την επίτευξη τους.
Οι ρώσοι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν το χτίσιμο μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς να έχουν τα οφέλη από μια τέτοια οργάνωση, χωρίς να έχουν τα οφέλη των τυπικών εγγυήσεων που συνήθως βρίσκονται μέσα στο αστικό-δημοκρατικό σκηνικό. Δεν διαθέτουν την πολιτική πρώτη ύλη, η οποία στις άλλες χώρες παρέχεται από την ίδια την αστική κοινωνία. Σαν να λέμε ότι σαν τον παντοδύναμο θεό πρέπει να δημιουργήσουν μια τέτοια οργάνωση από το κενό.
Πως θα επιτύχουμε την μετάβαση από τον τύπο οργάνωσης τον χαρακτηριστικό για το προπαρασκευαστικό στάδιο του σοσιαλιστικού κινήματος- συνήθως μη συνδεμένες τοπικές ομάδες και όμιλοι με κύρια δράση την προπαγάνδα- στην ενότητα ενός μεγάλου, πανεθνικού σώματος, κατάλληλου για συγκεντρωμένη πολιτική δράση σε όλη την έκταση του ρωσικού κράτους; αυτό είναι το συγκεκριμένο πρόβλημα που η ρωσική σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει εδώ και κάποιο καιρό.
Η αυτονομία και η απομόνωση είναι τα πιο πολυειπωμένα χαρακτηριστικά του παλιού τύπου οργάνωσης. Είναι λοιπόν κατανοητό το γιατί το σύνθημα όλων όσων θέλουν να δούνε μια περιεκτική πανεθνική οργάνωση θα έπρεπε να είναι "Συγκεντρωτισμός!".
Στο συνέδριο του κόμματος έγινε προφανές ότι ο όρος "συγκεντρωτισμός" δεν καλύπτει πλήρως το ζήτημα της οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Για μια ακόμη φορά μάθαμε ότι καμιά αυστηρή φόρμουλα δεν μπορεί να μας εφοδιάσει με την λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα του κοινωνικού κινήματος.
Το "ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω" του Λένιν, ενός έξοχου μέλους της ομάδας της Ισκρα, είναι μια μεθοδική έκθεση των ιδεών της υπέρ-συγκεντρωτικής τάσης στο ρωσικό κίνημα. Τα επιχειρήματα που στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με ασύγκριτη δύναμη και λογική, είναι αυτά του ανελέητου συγκεντρωτισμού. Σαν αρχή παρουσιάζεται η αναγκαιότητα της επιλογής και της συγκρότησης ως ξεχωριστό σώμα, όλων των ενεργών επαναστατών, σε διάκριση με την ανοργάνωτη, αν και επαναστατική , μάζα που πλαισιώνει αυτή την ελίτ.
Η άποψη του Λένιν είναι ότι η κεντρική επιτροπή του κόμματος θα πρέπει να έχει το προνόμιο να συγκροτεί όλες τις τοπικές επιτροπές του κόμματος. Θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διορίζει τα αποτελεσματικά όργανα όλων των τοπικών σωμάτων από τη Γενεύη ως τη Λιέγη και από το Τομσκ ως το Ιρκουτσκ. Πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να επιβάλλει σε όλες τις επιτροπές τους δικούς της έτοιμους κανόνες διοίκησης του κόμματος. Πρέπει να έχει το δικαίωμα να καθορίζει χωρίς αμφισβήτηση ζητήματα όπως η διάλυση και η επανασύσταση των τοπικών οργανώσεων. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως την βολεύει, την σύνθεση των υψηλότερων οργάνων του κόμματος. Η κεντρική επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της.
Ο Λένιν ισχυρίζεται ότι ο συνδυασμός του μαζικού σοσιαλιστικού κινήματος με έναν τόσο ισχυρά συγκεντρωτικό τύπο οργάνωσης είναι μια συγκεκριμένη αρχή του επαναστατικού μαρξισμού. Προκειμένου να στηρίξει την άποψη αυτή αναπτύσσει μια σειρά επιχειρημάτων, με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Μιλώντας γενικά, είναι αναμφισβήτητο το ότι κάποια ισχυρή τάση προς την συγκεντροποίηση είναι έμφυτη στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Η τάση αυτή πηγάζει από το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού που είναι βασικά ένας συγκεντρωτικός παράγοντας. Το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναπτύσσει την δραστηριότητα του μέσα στο μεγάλο αστικό κέντρο. Η αποστολή του είναι να εκπροσωπήσει, μέσα στα όρια του εθνικού κράτους, τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου και να αντιπαραθέτει αυτά τα κοινά συμφέροντα με όλα τα τοπικά και συλλογικά συμφέροντα.
Έτσι η σοσιαλδημοκρατία είναι κατά κανόνα εχθρική σε κάθε εκδήλωση που προωθεί τον τοπικό ή ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Παλεύει για την ένωση όλων των εργατών και των εργατικών οργανώσεων σε ένα κόμμα ανεξαρτήτως εθνικών, θρησκευτικών ή επαγγελματικών διαφορών. Η σοσιαλδημοκρατία εγκαταλείπει την αρχή αυτή και υποχωρεί στον φεντεραλισμό μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως στην περίπτωση της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας.
Είναι ξεκάθαρο το ότι η ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν θα έπρεπε να οργανωθεί σαν ένα ομοσπονδιακό μόρφωμα πολλών εθνικών ομάδων. Πρέπει να γίνει ένα ενιαίο κόμμα για ολόκληρη την αυτοκρατορία. Παρ΄ όλα αυτά δεν είναι αυτό το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε εδώ. Αυτό που μας απασχολεί είναι το σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητος ο συγκεντρωτισμός σ΄ αυτό το ενοποιημένο ρωσικό κόμμα από την άποψη των ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στις οποίες το κόμμα αυτό πρέπει να λειτουργήσει.
Κοιτάζοντας το ζήτημα από τη σκοπιά των τυπικών καθηκόντων της σοσιαλδημοκρατίας, της δυναμικής του ως κόμμα του ταξικού αγώνα, φαίνεται κατ αρχήν ότι η δύναμη και η ενέργεια του κόμματος είναι χαρακτηριστικά ευθέως εξαρτημένα από την πιθανότητα να συγκεντροποιηθεί το κόμμα. Παρ΄ όλα αυτά, αυτά τα τυπικά καθήκοντα απαντώνται σε όλα τα ενεργά κόμματα. Στην περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας είναι λιγότερα σημαντικά από την επιρροή των ιστορικών συνθηκών.
Η σοσιαλδημοκρατία είναι το πρώτο κίνημα στην ιστορία των ταξικών κοινωνιών που βασίζεται, σε όλες τις φάσεις και την πορεία του, στην οργάνωση και στην άμεση, ανεξάρτητη δράση των μαζών.
Εξ αιτίας αυτού η σοσιαλδημοκρατία δημιουργεί έναν οργανωτικό τύπο που είναι τελείως διαφορετικός από τους κοινούς ανάμεσα στα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, όπως των Γιακοβινων και των υποστηρικτών του Μπλανκί.
Ο Λένιν φαίνεται να παραμερίζει το γεγονός αυτό όταν παρουσιάζει στο βιβλίο του την άποψη ότι ο επαναστάτης σοσιαλδημοκράτης δεν είναι τίποτε άλλο από "Γιακωβινος ακατάλυτα δεμένος στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου".
Για τον Λένιν, η διαφορά μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του μπλανκισμου ανάγεται στην παρατήρηση ότι στη θέση μιας χούφτας συνωμοτών έχουμε το ταξικά-συνειδητό προλεταριάτο. Ξεχνά ότι η διάφορα αυτή επιβάλλει την ολική αναθεώρηση των ιδεών μας για την οργάνωση και συνεπώς μια τελείως διαφορετική αντίληψη του συγκεντρωτισμού και των σχέσεων μεταξύ του κόμματος και του αγώνα.
Ο μπλανκισμός δεν βασιζόταν στην άμεση δράση της εργατικής τάξης. Έτσι δεν χρειαζόταν να οργανώσει τον κόσμο για την επανάσταση. Ο κόσμος θα έπαιζε το ρόλο του μόνο εκείνη τη στιγμή της επανάστασης. Η προετοιμασία για την επανάσταση αφορούσε μόνο το μικρό τμήμα εκείνων των επαναστατών των οπλισμένων για το πραξικόπημα. Μάλιστα, για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επαναστατικής συνωμοσίας, θεωρούνταν συνετό να κρατούνται οι μάζες σε κάποια απόσταση από τους συνωμότες. Μια τέτοια σχέση θα μπορούσαν να τη συλλάβουν μόνο οι μπλανκιστές, αφού η συνωμοτική δραστηριότητα της οργάνωσης τους δεν είχε σχέση με τον καθημερινό αγώνα των λαϊκών μαζών.
Η τακτική και τα καθήκοντα των μπλανκιστών επαναστατών μόνο μικρή σχέση είχε με τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Έτσι ήταν σχεδιασμένα ελεύθερα. Μπορούσαν να αποφασίζονται εκ των προτέρων και να παίρνουν τη μορφή ενός σχεδίου προς εκτέλεση. Σαν συνέπεια αυτού, τα απλά μέλη της οργάνωσης ήταν απλά εκτελεστικά όργανα, εκτελώντας τις εντολές ενός σχεδίου έξω από τη δικιά τους σφαίρα δραστηριοτήτων. Ήταν τα όργανα της κεντρικής επιτροπής. Εδώ συναντάμε ένα δεύτερο παράδοξο του συνωμοτικού συγκεντρωτισμού: την απόλυτη και τυφλή υποταγή όλων των κομματικών σχημάτων στην θέληση του κέντρου και την επέκταση της εξουσίας αυτής σε όλα τα μέρη της οργάνωσης.
Όμως η σοσιαλδημοκρατική δραστηριότητα διεξάγεται κάτω από ριζικά διαφορετικές συνθήκες. Προκύπτει ιστορικά από τον στοιχειώδη ταξικό αγώνα. Εξαπλώνεται και αναπτύσσεται σύμφωνα με την ακόλουθη διαλεκτική αντίφαση. Ο προλεταριακός στρατός στελεχώνεται και συνειδητοποιεί τους στόχους του στην πορεία του αγώνα. Η δραστηριότητα της οργάνωσης του κόμματος, η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης των στόχων του αγώνα μέσα στους προλετάριους και ο ίδιος ο αγώνας δεν είναι πράγματα που χωρίζονται χρονολογικά και μηχανικά. Είναι μόνο διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα και έτσι για την σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρχουν λεπτομερή σχήματα τακτικής με τα οποία η κεντρική επιτροπή μπορεί να εκπαιδεύσει τα μέλη με τον ίδιο τρόπο που εκπαιδεύονται οι στρατιώτες στα στρατόπεδα. Ακόμη, το εύρος της επιρροής του σοσιαλιστικού κόμματος συνεχώς παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογες μ' αυτές του αγώνα μέσα στον οποίο η οργάνωση δημιουργείται και αναπτύσσεται.
Για το λόγο αυτό ο συγκεντρωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να βασιστεί στη μηχανική καθυπόταξη και την τυφλή υπακοή των μελών στο κέντρο του κόμματος. Για τον λόγο αυτό το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα δεν μπορεί να επιτρέψει τον αεροστεγή διαχωρισμό μεταξύ του ταξικά συνειδητού πυρήνα του προλεταριάτου που βρίσκεται μέσα στο κόμμα και του άμεσου λαϊκού περιβάλλοντος του, των μη κομματικών τμημάτων του προλεταριάτου.
Έτσι οι δυο αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο συγκεντρωτισμός του Λένιν είναι ακριβώς αυτές:
1. Η τυφλή καθυπόταξη, και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, όλων των οργάνων του κόμματος στο κέντρο του κόμματος που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα.
2. Ο αποφασιστικός διαχωρισμός του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από το κοινωνικό-επαναστατικό περιβάλλον τους.
Αυτός ο συγκεντρωτισμός είναι μια μηχανική μετάθεση των οργανωτικών αρχών του μπλανκισμού στο μαζικό κίνημα των σοσιαλιστών εργατών.
Σε συμφωνία με τη λογική ο Λένιν ορίζει τον επαναστάτη σοσιαλδημοκράτη "Γιακωβίνο δεμένο στην οργάνωση του ταξικά συνειδητοποιημένου προλεταριάτου".
Το γεγονός είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι δεμένη με την οργάνωση του προλεταριάτου. Είναι η ίδια προλεταριάτο. Και εξ αιτίας αυτού, ο σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι βασικά διαφορετικός από τον μπλανκικό συγκεντρωτισμό. Μπορεί να είναι μόνο η συγκεντρωμένη θέληση των ατόμων και των ομάδων των αντιπροσωπευτικών της εργατικής τάξης. Είναι σαν να λέμε ο "αυτο-συγκεντρωτισμός" των προχωρημένων τμημάτων του προλεταριάτου. Είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας μέσα στο κόμμα του.
Οι απαράβατοι όροι για την πραγμάτωση του σοσιαλδημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι:
1. Η ύπαρξη ενός μεγάλου αντιπροσωπευτικού τμήματος της εργατικής τάξης, εκπαιδευμένου στην ταξική πάλη.
2. Η δυνατότητα για τους εργάτες να αναπτύσσουν τη δικιά τους πολιτική δραστηριότητα μέσα από την άμεση επιρροή στην δημόσια ζωή, στον κομματικό τύπο, στις δημόσιες συγκεντρώσεις κ.λ.π.
Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως στη Ρωσία. Η πρώτη- μια προλεταριακή εμπροσθοφυλακή με συνείδηση των ταξικών συμφερόντων και ικανή να αυτοδιευθύνεται στην πολιτική δραστηριότητα- μόλις τώρα εμφανίζεται στη Ρωσία. Όλες οι προσπάθειες για σοσιαλιστική δράση και οργάνωση θα πρέπει να στοχεύουν στο να επιταχύνουν το σχηματισμό μιας τέτοιας εμπροσθοφυλακής. Η δεύτερη συνθήκη μπορεί να υπάρξει μόνο κάτω από καθεστώς πολιτικών ελευθεριών.
Με τα συμπεράσματα αυτά ο Λένιν διαφωνεί έντονα. Είναι πεισμένος ότι όλες οι αναγκαίες συνθήκες για το σχηματισμό ενός τέτοιου ισχυρού και συγκεντρωτικού κόμματος, υπάρχουν ήδη στη Ρωσία. Διακηρύσσει ότι: "δεν είναι πια οι προλετάριοι, αλλά συγκεκριμένοι διανοούμενοι στο κόμμα μας που χρειάζονται εκπαίδευση στα θέματα της οργάνωσης και της πειθαρχίας". Μεγαλοποιεί την εκπαιδευτική επιρροή του εργοστασίου, το οποίο λέει ότι μαθαίνει στο προλεταριάτο "πειθαρχία και οργάνωση".
Με το να λέει όλα αυτά, ο Λένιν δείχνει ξανά ότι η αντίληψη του για τη σοσιαλιστική οργάνωση είναι αρκετά μηχανιστική. Η πειθαρχία, που ο Λένιν έχει στο μυαλό του, δεν εμφυτεύεται στην εργατική τάξη μόνο από το εργοστάσιο αλλά και από το στρατό και την κρατική γραφειοκρατία, δηλαδή από ολόκληρο τον μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους.
Κακοποιούμε τις λέξεις και αυταπατόμαστε όταν χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο - την πειθαρχία - σε τόσο διαφορετικές καταστάσεις όπως: α) η απουσία σκέψης και θέλησης σε ένα σώμα με χιλιάδες αυτόματα κινούμενα πόδια και χέρια, και β) ο αυθόρμητος συνδυασμός της συνειδητής πολιτικής πράξης σε ένα σώμα ανθρώπων. Ποιο είναι το κοινό μεταξύ της συστηματικής υποταγής μιας καταπιεσμένης τάξης και την αυτό-πειθάρχηση και οργάνωση μιας τάξης που αγωνίζεται για την χειραφέτηση της;

Η αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι καθόλου η αντικατάσταση της εξουσίας των αστών από την εξουσία της σοσιαλιστικής κεντρικής επιτροπής. Η εργατική τάξη θα επιζητήσει την αίσθηση μιας νέας πειθαρχίας, την ελεύθερα επιλεγμένη αυτό-πειθάρχηση της σοσιαλδημοκρατίας, όχι σαν αποτέλεσμα της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το αστικό κράτος, αλλά με το να ξεριζώσει μέχρι την τελευταία ρίζα τις παλιές της συνήθειες της υπακοής και της δουλοπρέπειας.
Ο συγκεντρωτισμός, με τη σοσιαλιστική έννοια, δεν είναι κάτι απόλυτο που βρίσκει εφαρμογή σε κάθε φάση του εργατικού κινήματος. Είναι μια τάση που πραγματώνεται σε αναλογία με την ανάπτυξη και την πολιτική εκπαίδευση που οι εργαζόμενες μάζες κατακτούν στην πορεία του αγώνα τους.

Χωρίς αμφιβολία, η απουσία των αναγκαίων συνθηκών για την ολοκληρωτική πραγματοποίηση αυτού του είδους συγκεντρωτισμού στο ρωσικό κίνημα, είναι ένα τρομερό εμπόδιο.
Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να αντικαταστήσουμε "προσωρινά" με την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής (που ενεργεί σαν "άτυπη εκπροσώπηση") τον ακόμη απραγματοποίητο ρόλο της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών μέσα στο κόμμα και μ' αυτό τον τρόπο να αντικαταστήσουμε τον ανοιχτό έλεγχο των εργαζόμενων μαζών πάνω στα όργανα του κόμματος με τον αντίστροφο έλεγχο της κεντρικής επιτροπής πάνω στο επαναστατικό προλεταριάτο.
Η ιστορία του ρωσικού εργατικού κινήματος μας δείχνει την αναμφισβήτητη άξια ενός τέτοιου συγκεντρωτισμού. Ένα παντοδύναμο κέντρο με κύρος, όπως αυτό που θα είχε ο Λένιν, με το απεριόριστο δικαίωμα να ελέγχει και να παρεμβαίνει, θα ήταν ένας παραλογισμός εάν αυτή η εξουσία εφαρμοζόταν μόνο σε τεχνικά ζητήματα, όπως η διαχείριση των οικονομικών, η κατανομή καθηκόντων στους οργανωτές και τους προπαγανδιστές ή η μεταφορά και κυκλοφορία των έντυπων υλικών. Ένα όργανο με τέτοιες μεγάλες εξουσίες θα είχε πολιτικό λόγο ύπαρξης μόνο εάν αυτές οι εξουσίες εφαρμοζόταν για την επεξεργασία κοινού σχεδίου δράσης, εάν το κεντρικό όργανο αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την πλατιά επαναστατική δράση.
Ποια ήταν όμως η εμπειρία του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος μέχρι τώρα; Οι πιο σημαντικές και καρποφόρες αλλαγές στην τακτική πολιτική του κατά τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν επινοήσεις των πολλών ηγετών και πολύ περισσότερο ούτε κανενός κεντρικού οργανωτικού οργάνου. Ήταν πάντα το αυθόρμητο προϊόν του κινήματος σε κατάσταση βρασμού. Έτσι ήταν τα πράγματα για την πρώτη φάση ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε με την αυθόρμητη γενική απεργία στην Αγ. Πετρούπολη το 1896, ένα γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη μιας εποχής οικονομικού αγώνα από τον εργαζόμενο λαό της Ρωσίας. Έτσι ήταν επίσης και στην επόμενη περίοδο που ξεκίνησε με τις αυθόρμητες διαδηλώσεις των φοιτητών της Αγ. Πετρούπολης τον Μάρτη του 1901. Η γενική απεργία στο Ρόστοβ του Ντον ,το 1903, που σηματοδοτεί την επόμενη μεγάλη τακτική στροφή του ρωσικού προλεταριακού κινήματος, ήταν επίσης αυθόρμητη ενέργεια. "Από μόνη της" η απεργία επεκτάθηκε σε πολιτικές διαδηλώσεις, ζύμωση στους δρόμους και μεγάλες ανοιχτές συγκεντρώσεις που και ο πιο αισιόδοξος επαναστάτης δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί μερικά χρόνια πριν.
Η υπόθεση μας κέρδισε πολλά με τα γεγονότα εκείνα. Παρ' όλα αυτά η πρωτοβουλιακή και συνειδητή ηγεσία των σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων έπαιξε έναν ασήμαντο ρόλο στην ανάπτυξη αυτή. Είναι αλήθεια ότι οι οργανώσεις αυτές δεν ήταν προετοιμασμένες για γεγονότα σαν κι αυτά. Όμως ο ασήμαντος ρόλος που έπαιξαν οι επαναστάτες δεν μπορεί να εξηγηθεί έτσι. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στην έλλειψη αυτού του παντοδύναμου κομματικού κέντρου σαν κι αυτό που ζητάει ο Λένιν. Η ύπαρξη ενός τέτοιου καθοδηγητικού κέντρου πιθανώς θα αύξανε την αταξία των τοπικών επιτροπών με το να τονίζει τη διαφορά μεταξύ της σφοδρής επίθεσης των μαζών και τη συνετή θέση της σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο φαινόμενο - ο ασήμαντος ρόλος που η πρωτοβουλία των κεντρικών κομματικών οργάνων έπαιξε στην επεξεργασία τακτικής πολιτικής- μπορεί να παρατηρηθεί σήμερα και στη Γερμανία και άλλες χώρες. Γενικά, η τακτική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι κάτι που μπορεί να "εφευρεθεί". Είναι το προϊόν μιας σειράς μεγάλων δημιουργικών πράξεων του συχνά αυθόρμητου ταξικού αγώνα που αναζητά τον δρόμο του.
Το ασυνείδητο έρχεται πριν από το συνειδητό. Η λογική του ιστορικού προτσές έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπων που συμμετέχουν στο ιστορικό αυτό προτσές. Η τάση των διοικητικών οργάνων του σοσιαλιστικού κόμματος είναι να παίζουν έναν συντηρητικό ρόλο. Η εμπειρία δείχνει ότι κάθε φορά που το εργατικό κίνημα κερδίζει νέο έδαφος, τα όργανα αυτά το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Την ίδια στιγμή το μεταμορφώνουν σε ένα οχυρό, που καθυστερεί την προώθηση σε πλατύτερη κλίμακα.
Η τωρινή τακτική πολιτική της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έχει κερδίσει καθολική εκτίμηση διότι είναι ευέλικτη αλλά και σταθερή. Αυτό είναι σημάδι της καλής προσαρμογής του κόμματος, στην παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινής του δραστηριότητας, στις συνθήκες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος. Το κόμμα έχει κάνει μια μεθοδική μελέτη όλων των πόρων που διαθέτει το έδαφος αυτό. Ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τους πόρους αυτούς χωρίς να τροποποιήσει της αρχές του.
Όμως αυτή η τέλεια προσαρμογή έχει αρχίσει ήδη να κλείνει τους ορίζοντες για το κόμμα μας. Υπάρχει μια τάση στο κόμμα να θεωρείται η κοινοβουλευτική τακτική σαν η αμετάβλητη και συγκεκριμένη τακτική της σοσιαλιστικής δραστηριότητας. Αρνούνται, για παράδειγμα, να θεωρήσουν την πιθανότητα (που τίθεται από τον Πάρβους) να αλλάξουμε την τακτική πολιτική μας σε περίπτωση κατάργησης των γενικών εκλογών στη Γερμανία, μια πιθανότητα που δεν αποκλείεται συνολικά από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία.
Η αδράνεια αυτή οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι είναι πολύ άβολο το να καθορίσει κανείς, μέσα στο κενό των αφηρημένων υποθέσεων, τις γραμμές και τις μορφές πολιτικών καταστάσεων που δεν υπάρχουν ακόμη. Προφανώς, το σημαντικό για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία δεν είναι η προετοιμασία ενός σχήματος οδηγιών για μελλοντικές πολιτικές. Είναι σημαντικό: α) να προωθήσουμε μια σωστή ιστορική εκτίμηση των μορφών αγώνα που αντιστοιχούν σε δεδομένες συνθήκες και β) να διατηρήσουμε την κατανόηση της σχέσης της τρέχουσας φάσης και της αναπόφευκτης ανόδου των επαναστατικών τάσεων καθώς πλησιάζουμε στον τελικό στόχο της ταξικής πάλης.
Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό, τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα. Αν η τακτική ενός σοσιαλιστικού κόμματος δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κεντρικής επιτροπής αλλά ενός ολόκληρου κόμματος ή ακόμη καλύτερα ενός ολόκληρου εργατικού κινήματος, τότε είναι ξεκάθαρο ότι οι κομματικές οργανώσεις και οι ομοσπονδίες χρειάζονται την ελευθέρια στη δράση που μόνο αυτή μπορεί να τους επιτρέψει να αναπτύξουν την επαναστατική τους πρωτοβουλία και να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητες της κατάστασης. Ο υπέρ-συγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι το πώς θα κάνει την δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα - να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά να το ενώσει.
Στην παρούσα κατάσταση, ένα τέτοιο πείραμα θα ήταν διπλά επικίνδυνο για τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Στέκεται στην παραμονή των αποφασιστικών μαχών ενάντια στο τσαρισμό. Πρόκειται να μπει ή ήδη έχει μπει σε μια περίοδο εντατικής δημιουργικής δραστηριότητας, μέσα στην οποία θα πλατύνει (καθώς είναι συνηθισμένο σε μια επαναστατική περίοδο) την σφαίρα επιρροής της και θα προωθηθεί αυθόρμητα μέσα από άλματα κι αναπηδήσεις. Το να επιχειρήσουμε να δέσουμε την πρωτοβουλία του κόμματος αυτή τη στιγμή, να το περικυκλώσουμε με συρματόπλεγμα, σημαίνει να το καταστήσουμε ανίκανο να εκπληρώσει το τρομερό καθήκον της στιγμής.
Οι γενικές ιδέες που παρουσιάσαμε στο ζήτημα του σοσιαλιστικού συγκεντρωτισμού δεν είναι από μόνες τους ικανές για το σχηματισμό ενός θεσμικού σχεδίου που να ταιριάζει στο ρωσικό κόμμα. Τελικά, ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να καθοριστεί μόνο από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η δραστηριότητα της οργάνωσης σε μια δεδομένη εποχή. Το ζήτημα της στιγμής στη Ρωσία είναι το πώς θα καταφέρουμε να βάλουμε σε κίνηση μια μεγάλη προλεταριακή οργάνωση. Κανένα θεσμικό σχέδιο δεν μπορεί να αξιώσει το αλάνθαστο. Πρέπει μέσα στη φωτιά να αποδειχθεί σωστό.
Όμως από τη γενική μας αντίληψη για τη φύση της σοσιαλδημοκρατικής οργάνωσης, αισθανόμαστε δικαιολογημένοι να συμπεράνουμε ότι το πνεύμα αυτό απαιτεί - ιδίως στα πρώτα βήματα ενός μαζικού κόμματος- τον συντονισμό και την ενοποίηση του κινήματος και όχι την αυστηρή υποταγή σε ένα σύστημα κανονισμών. Αν το κόμμα είχε το χάρισμα της πολιτικής κινητικότητας, συμπληρωμένο με την ακλόνητη πίστη σε αρχές και με ενδιαφέρον για την ενότητα, μπορούμε όλοι να είμαστε βέβαιοι ότι κάθε ελάττωμα στη θεσμική οργάνωση του κόμματος θα διορθωθεί στην πράξη. Για μας δεν είναι το γράμμα, αλλά το ζωντανό πνεύμα που έρχεται στην οργάνωση από μέλη που αποφασίζουν για την αξία της μιας ή της άλλης οργανωτικής μορφής.
Μέχρι εδώ εξετάσαμε το πρόβλημα του συγκεντρωτισμού από τη σκοπιά των γενικών αρχών της σοσιαλδημοκρατίας, και σε ένα βαθμό, κάτω από το φως των ιδιαίτερων συνθηκών της Ρωσίας. Όμως ο στρατιωτικός υπέρ-συγκεντρωτισμός που αποζητά ο Λένιν και οι φίλοι του δεν είναι απλά προϊόν τυχαίων διαφορών στις απόψεις. Λενε ότι σχετίζεται με μια εκστρατεία ενάντια στον οπορτουνισμό που ο Λένιν εξαπολύει μέχρι και την παραμικρή οργανωτική λεπτομέρεια.
"Είναι σημαντικό" λεει ο Λένιν, "να σφυρηλατήσουμε ένα περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον οπορτουνισμό". Πιστεύει ότι ο οπορτουνισμός πηγάζει συγκεκριμένα από την χαρακτηριστική στήριξη των διανοούμενων στην αποκέντρωση και την αποδιοργάνωση, από την αποστροφή τους απέναντι στην αυστηρή πειθαρχία και την "γραφειοκρατία" που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του κόμματος.
Ο Λένιν λεει ότι οι διανοούμενοι παραμένουν ατομικιστές και τείνουν στον αναρχισμό ακόμα και αν έχουν ενταχθεί στο σοσιαλιστικό κίνημα. Σύμφωνα μ' αυτόν, μόνο μεταξύ των διανοούμενων μπορούμε να συναντήσουμε την απέχθεια για την απόλυτη εξουσία μιας κεντρικής επιτροπής. Ο αυθεντικός προλετάριος, ισχυρίζεται ο Λένιν, καταλαβαίνει εξ αιτίας του ταξικού του ενστίκτου ένα είδος ηδονής στο να εγκαταλείψει τον εαυτό του στη μέγγενη μιας αυστηρής ηγεσίας και της ανελέητης πειθαρχίας. "Το να αντιπαραθέτουμε την γραφειοκρατία με την δημοκρατία" γράφει ο Λένιν, "σημαίνει το να αντιπαραθέτουμε τις οργανωτικές αρχές της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στις μεθόδους της οπορτουνιστικής οργάνωσης"
Ισχυρίζεται ότι μια παρόμοια σύγκρουση μεταξύ των συγκεντρωτικών και των αυτονομιστικών τάσεων συμβαίνει σε όλες τις χώρες όπου ο ρεφορμισμός και ο επαναστατικός σοσιαλισμός έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο. Επικεντρώνεται στην πρόσφατη διαμάχη μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία πάνω στο ζήτημα του βαθμού ελευθερίας που πρέπει να παραχωρείται στους σοσιαλιστές εκπροσώπους του κόμματος στις νομοθετικές επιτροπές.
Ας εξετάσουμε τις διαχωριστικές γραμμές που τραβάει ο Λένιν.
Πρώτα απ' όλα πρέπει να τονίσουμε ότι η μεγαλοποίηση της υποτιθέμενης ιδιοφυΐας των προλετάριων στο ζήτημα της οργάνωσης και η γενική δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους δεν είναι τα πιο βασικά σημάδια της "επαναστατικής μαρξιστικής" νοοτροπίας. Είναι πολύ εύκολο να καταδείξουμε ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι τα ίδια έκφραση οπορτουνισμού.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των καθαρών προλεταριακών στοιχείων και των μη-προλεταριακών διανοούμενων μέσα στο εργατικό κίνημα τίθεται ως ιδεολογικό ζήτημα από τις ακόλουθες τάσεις: τον μισοαναρχισμό των γάλλων συνδικαλικων, των οποίων το σύνθημα είναι "φυλάξου από τον πολιτικό!", τον αγγλικό τρειντ-γιουνιονισμο που διακατέχεται από δυσπιστία απέναντι στους "οραματιστές σοσιαλιστές" και αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές ο "αγνός οικονομισμός" που παρουσιάστηκε πρόσφατα μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία από την ραμποτσαγια μισλ, που τυπώθηκε μυστικά στην Αγ. Πετρούπολη.
Στα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης υπάρχει αναμφισβήτητα μια σύνδεση μεταξύ του οπορτουνισμού και των "διανοούμενων", όπως και μεταξύ του οπορτουνισμού και των αποκεντρωτικών τάσεων μέσα στο εργατικό κίνημα.
Τίποτε όμως δεν είναι περισσότερο αντίθετο στην ιστορική-διαλεκτική μέθοδο της μαρξιστικής σκέψης από το να διαχωρίσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα από το ιστορικό τους έδαφος και να παρουσιάζουμε τα φαινόμενα αυτά σαν αφηρημένες φόρμουλες που έχουν απόλυτη και γενική εφαρμογή.
Προσπαθώντας να εξηγήσουμε, μπορούμε να πούμε ότι ο "διανοούμενος", ένα κοινωνικό στοιχείο που ξεπηδά από την μπουρζουαζία και άρα ξένο προς το προλεταριάτο, εντάσσεται στο σοσιαλιστικό κίνημα όχι από την φυσική ταξική του κλίση, αλλά αντίθετα σ' αυτή. Για το λόγο αυτό, είναι περισσότερο επιρρεπής στις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις απ' ότι ο προλετάριος. Ο δεύτερος μπορούμε να περιμένουμε ότι θα βρει ένα ορισμένο σημείο στήριξης των ταξικών του συμφερόντων, αν δεν εγκαταλείψει το αυθεντικό του περιβάλλον, την εργαζόμενη μάζα. Η απόλυτη φόρμα όμως που εξάγεται από την τάση αυτή των διανοούμενων προς τον οπορτουνισμό και , πάνω απ' όλα, ο τρόπος με τον οποίο η τάση αυτή εκδηλώνεται στα οργανωτικά θέματα εξαρτώνται κάθε φορά από το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον.
Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είναι εκείνη η κοινωνική βάση του φαινομένου που παρατηρεί ο Λένιν στο γερμανικό, το γαλλικό και το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα. Αυτός ο κοινοβουλευτισμός είναι ο τόπος της ανάπτυξης όλων των οπορτουνιστικών τάσεων που υπάρχουν σήμερα στη δυτική σοσιαλδημοκρατία.
Αυτός ο τύπος κοινοβουλευτισμού που σήμερα έχουμε στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία παρέχει το έδαφος για τις αυταπάτες του σημερινού οπορτουνισμού, όπως η υπερεκτίμηση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, της ταξικής και κομματικής συνεργασίας της ελπίδας για μια ειρηνική ανάπτυξη προς το σοσιαλισμό κ.λ.π. Και το κάνει αυτό με το να βάζει τους διανοούμενους να ενεργούν για τους κοινοβουλευτικούς, πάνω από το προλεταριάτο και με το να χωρίζει τους διανοούμενους από τους προλετάριους μέσα στο ίδιο το σοσιαλιστικό κίνημα. Μαζί με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ο κοινοβουλευτισμός γίνεται ο βατήρας για τους πολιτικούς καριερίστες. Έτσι εξηγείται το ότι τόσοι φιλόδοξοι αποτυχημένοι της μπουρζουαζίας έρχονται κάτω από τα λάβαρα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Άλλη μια πηγή του σύγχρονου οπορτουνισμού είναι και τα σημαντικά υλικά μέσα καθώς και η επιρροή των μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων.
Το κόμμα λειτουργεί σαν κυματοθραύστης που προστατεύει το ταξικό κίνημα από τις παρεκκλίσεις προς τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Για να νικήσουν οι τάσεις αυτές πρέπει να καταστρέψουν τον κυματοθραύστη. Έτσι, πρέπει να διαλύσουν το ενεργό, ταξικά συνειδητοποιημένο τμήμα του προλεταριάτου μέσα στην άμορφη μάζα των "εκλεκτόρων".
Έτσι προέκυψαν οι "αυτονομιστικές" και αποκεντρωτικές τάσεις μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά μας κόμματα. Τονίσαμε ότι οι τάσεις αυτές ταιριάζουν σε ορισμένους πολιτικούς στόχους. Δεν μπορούν να εξηγηθούν, όπως ο Λένιν προσπαθεί, με το να αναφερόμαστε στην ψυχολογία του διανοούμενου, στην υποτιθέμενη έμφυτη αστάθεια του χαρακτήρα του. Μπορούν να εξηγηθούν μόνο με το να λαμβάνουμε υπ' όψη τις ανάγκες του αστού κοινοβουλευτικού, της οπορτουνιστικής πολιτικής.
Η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική στην τσαρική Ρωσία. Ο οπορτουνισμός στο ρωσικό εργατικό κίνημα δεν είναι, γενικά μιλώντας, το παραπροϊόν της δύναμης της σοσιαλδημοκρατίας ή της αποσύνθεσης της μπουρζουαζίας. Είναι το κύριο προϊόν της καθυστερημένης πολιτικής κατάστασης στην ρώσικη κοινωνία.
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι διανοούμενοι στρατεύονται στο σοσιαλισμό στη Ρωσία είναι πολύ πιο υποβαθμισμένο και κατά πολύ λιγότερο αστικό απ' ότι στη δυτική Ευρώπη. Μαζί με την ανωριμότητα του ρωσικού προλεταριάτου, η κατάσταση αυτή προωθεί την πλατιά θεωρητική περιπλάνηση, η οποία κυμαίνεται από την ολική άρνηση της πολιτικής οπτικής του εργατικού κινήματος μέχρι την ανεπιφύλακτη πίστη στις απομονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες ή ακόμη και το ολικά πολιτικά αδιάφορο ψάξιμο μέσα στους βαλτούς του φιλελευθερισμού και του καντιανού ιδεαλισμού.
Όμως ο διανοούμενος μέσα στο ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα μπορεί μόνο να τραβηχτεί σε αποδιοργανωτική δράση. Αυτό είναι αντίθετο με το γενικό ύφος του περιβάλλοντος του ρώσου διανοούμενου. Δεν υπάρχει αστικό κοινοβούλιο στη Ρωσία για να ευνοήσει την τάση αυτή.
Ο δυτικός διανοούμενος που σήμερα πρεσβεύει τη "λατρεία του Εγώ" και χρωματίζει ακόμη και τα σοσιαλιστικά του σκιρτήματα με μια αριστοκρατική ηθική, δεν είναι χαρακτηριστικός της αστικής διανόησης "γενικά". Αντιπροσωπεύει μόνο μια συγκεκριμένη φάση της κοινωνικής ανάπτυξης. Είναι το προϊών της αστικής παρακμής.
Οι Ναροντνικοι του 1875 ανάγκασαν τη ρωσική διανόηση να χαθεί μέσα στην μάζα των χωρικών. Οι υπέρ-πολιτισμένοι οπαδοί του Τολστόι μιλάνε σήμερα για την διαφυγή προς τη ζωή του "απλού λαού". Παρόμοια, οι παρτιζάνοι του "καθαρού οικονομισμού" στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία μας καλούνε να γονατίσουμε μπροστά στα "ροζιασμένα χέρια" των εργατών.
Εάν αντί να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε μηχανικά στη Ρωσία τις φόρμουλες που επεξεργαστήκαμε στη δυτική Ευρώπη, προσεγγίσουμε το ζήτημα της οργάνωσης από τη σκοπιά των δεδομένων ρωσικών συνθηκών, φτάνουμε σε συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα από εκείνα του Λένιν.
Το να αποδίδουμε στον οπορτουνισμό μια σταθερή προτίμηση προς μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης, την αποκεντρωτική, σημαίνει το να χάνουμε την πραγματική ουσία του οπορτουνισμού.
Στο ζήτημα της οργάνωσης, όπως και σε κάθε άλλο ζήτημα, ο οπορτουνισμός γνωρίζει μόνο μια αρχή: την απουσία αρχών. Ο οπορτουνισμός διαλέγει τα μέσα δράσης του με σκοπό να ταιριάξει πιο καλά σε ορισμένες συνθήκες, με την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά φαίνεται να οδηγούν στην εκπλήρωση του αρχικού στόχου.
Εάν, σαν το Λένιν, ορίσουμε τον οπορτουνισμό σαν την τάση εκείνη που παραλύει το ανεξάρτητο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και το μετατρέπει σε ένα εργαλείο των φιλόδοξων αστών διανοούμενων, πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι στο αρχικό στάδιο του εργατικού κινήματος, ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με τον συγκεντρωτισμό παρά με την αποκέντρωση. Είναι εξ αιτίας του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού που ένα νεαρό, ανεκπαίδευτο προλεταριακό κίνημα μπορεί να χειραγωγηθεί από τους διανοούμενους ηγέτες που στελεχώνουν μια κεντρική επιτροπή.

Στη Γερμανία, στην απαρχή του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, και πριν την εμφάνιση ενός συμπαγούς πυρήνα συνειδητών προλεταρίων και τακτικής πολιτικής βασισμένης στην εμπειρία, οι παρτιζάνοι των δυο τύπων οργάνωσης βρισκόταν σε διαμάχη επίσης. Η "γενική ένωση των γερμανών εργατών" που ιδρύθηκε από τον Λασσαλ, υποστήριζε τον πλήρη συγκεντρωτισμό. Η αρχή της αυτονομίας υποστηριζόταν από το κόμμα που οργάνωσε το συνέδριο του Άισεναχ με τη συνεργασία του Β. Λιμπνεχτ και του Α. Μπεμπελ.
Η τακτική πολιτική των δεύτερων ήταν αρκετά μπερδεμένη. Όμως η συνεισφορά τους στο ξύπνημα της ταξικής συνείδησης των μαζών της Γερμανίας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των λασσαλικων. Από την αρχή οι εργάτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο κόμμα αυτό (γεγονός που φαίνεται και από τον αριθμό των εργατικών εκδόσεων στις επαρχίες) και υπήρξε ταχεία ανάπτυξη του βεληνεκούς του κινήματος. Την ίδια στιγμή, οι λασσαλικοι, παρά τα πειράματα τους με τους "δικτάτορες" οδηγούσαν τους οπαδούς τους από τη μια αναποδιά στην άλλη.
Γενικά οι οπορτουνιστές διανοούμενοι προτιμούνε τον ανελέητο, δεσποτικό συγκεντρωτισμό σε περιόδους που τα επαναστατικά στοιχεία μέσα στους εργάτες δεν έχουν ακόμη συνοχή και το κίνημα ψάχνει το δρόμο του, όπως σήμερα στη Ρωσία. Σε μια επόμενη φάση, κάτω από ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς και σε συνδυασμό με ένα δυνατό εργατικό κόμμα, οι οπορτουνιστικές τάσεις των διανοούμενων εκφράζονται με την κλίση προς την "αποκέντρωση".
Αν δεχθούμε την άποψη που ο Λένιν αποδίδει στον εαυτό του και φοβηθούμε την επιρροή των διανοούμενων πάνω στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το σχέδιο του Λένιν για την οργάνωση. Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, από αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θα ακινητοποιήσει το κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, από την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θα αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοδυναμίας τους.
Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.

Ας μην ξεχνάμε ότι η επανάσταση που σύντομα θα ξεσπάσει στη Ρωσία θα είναι αστική και όχι προλεταριακή. Αυτό τροποποιεί ριζικά όλες τις συνθήκες της σοσιαλιστικής πάλης. Οι ρώσοι διανοούμενοι, επίσης, γρήγορα θα διαποτιστούν από την αστική ιδεολογία. Η σοσιαλδημοκρατία είναι, προς το παρόν, ο μόνος οδηγός του ρωσικού προλεταριάτου. Όμως από την επόμενη μέρα της επανάστασης, η μπουρζουαζία και κυρίως οι αστικές μάζες θα είναι η γέφυρα προς την κυριαρχία τους.
Το παιχνίδι των αστών δημαγωγών στην παρούσα φάση θα γίνει ευκολότερο, αν η αυθόρμητη δράση, πρωτοβουλία και πολιτική αίσθηση των προχωρημένων τμημάτων της εργατικής τάξης εμποδιστούν στην ανάπτυξη τους και περιοριστούν από το προτεκτοράτο της αυταρχικής κεντρικής επιτροπής.
Πολύ πιο σημαντικό είναι το θεμελιακό λάθος της ιδέας που διέπει τον ανεπιφύλακτο συγκεντρωτισμό, ότι δηλαδή ο δρόμος του οπορτουνισμού μπορεί να εμποδιστεί με τις παραγράφους του κομματικού καταστατικού.
Εντυπωσιασμένοι από τα πρόσφατα γεγονότα στα σοσιαλιστικά κόμματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες τείνουν να θεωρούν τον οπορτουνισμό σαν ένα ξένο συστατικό, που έρχεται στο εργατικό κίνημα από τους αντιπροσώπους της αστικής δημοκρατίας. Αν ήταν έτσι, καμία ποινή προβλεπόμενη από το καταστατικό δεν θα μπορούσε να σταματήσει την εισβολή αυτή. Αυτή η εισροή μη προλετάριων στο κόμμα του προλεταριάτου είναι το αποτέλεσμα βαθιών κοινωνικών αιτιών, όπως η οικονομική κατάρρευση των μικροαστών, η χρεοκοπία του αστικού φιλελευθερισμού και ο εκφυλισμός της αστικής δημοκρατίας. Είναι αφελές το να ελπίζουμε να σταματήσουμε το ρεύμα αυτό με τα μέσα που παρέχει κάποια φόρμουλα γραμμένη στο καταστατικό.
Ένα εγχειρίδιο κανονισμών μπορεί να καθορίσει τη ζωή μιας σέκτας ή ενός ιδιωτικού κύκλου. Ένα ιστορικό ρεύμα, όμως, θα περάσει ακόμη κι από το κόσκινο της πιο προσεκτικά διατυπωμένης παραγράφου. Είναι επίσης λάθος το ότι να απωθούμε τα στοιχεία που σπρώχνονται στο σοσιαλιστικό κίνημα από την αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας σημαίνει ότι υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Η σοσιαλδημοκρατία πάντα περηφανευόταν ότι δεν εκφράζει μόνο τα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά όλους τους προοδευτικούς πόθους του συνόλου της σύγχρονης κοινωνίας. Ότι εκφράζει τα συμφέροντα όλων εκείνων που καταπιέζονται από την αστική ηγεμονία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλα αυτά τα συμφέροντα ενσωματώνονται ιδανικά στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Στη δυναμική της σαν πολιτικό κόμμα, η σοσιαλδημοκρατία, γίνεται το λιμάνι όλων των δυσαρεστημένων στοιχείων της κοινωνίας μας και έτσι ολόκληρου του κόσμου, σε αντιπαράθεση με την μικρή μειοψηφία των καπιταλιστών ηγεμόνων.
Οι σοσιαλιστές, όμως, πρέπει να ξέρουν πώς να καθυποτάσσουν την αγωνιά, το μίσος και την ελπίδα αυτού του ετερογενούς αθροίσματος στον τελικό στόχο της εργατικής τάξης. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να περιορίσει την οργή των μη προλετάριων, των δυσαρεστημένων από την υπάρχουσα κοινωνία, μέσα στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου. Πρέπει να αφομοιώνει τα στοιχεία που προσχωρούν σ' αυτή.
Αυτό είναι πιθανό μόνο αν η σοσιαλδημοκρατία περιέχει ήδη ένα δυνατό, πολιτικά εκπαιδευμένο προλεταριακό πυρήνα τόσο ταξικά συνειδητοποιημένο που να μπορεί να τραβήξει πίσω του τα υποβαθμισμένα και τα μικροαστικά στοιχεία που εντάσσονται στο κόμμα. Στην περίπτωση αυτή, η μεγαλύτερη αυστηρότητα στην εφαρμογή της αρχής του συγκεντρωτισμού και η πιο σοβαρή πειθαρχία, μορφοποιημένη συγκεκριμένα στους εσωτερικούς κανόνες του κόμματος, μπορεί να είναι μια αποτελεσματική ασφάλεια απέναντι στον οπορτουνιστικό κίνδυνο. Ακριβώς έτσι, το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα στη Γαλλία υπερασπίσθηκε τον εαυτό του ενάντια στη ζωρεσικη σύγχυση. Η τροποποίηση του καταστατικού της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας προς την κατεύθυνση αυτή θα ήταν ένα πολύ επίκαιρο μέτρο.
Αλλά ακόμη και εδώ, δεν θα πρέπει να θεωρούμε το κομματικό καταστατικό σαν ένα όπλο, αρκετό από μόνο του. Μπορεί να είναι το πολύ ένα εργαλείο καταναγκασμού που θα επιβάλλει την θέληση της προλεταριακής πλειοψηφίας του κόμματος. Στην περίπτωση που η πλειοψηφία αυτή είναι απούσα, ακόμη και τα πιο τρομερά θεσπίσματα πάνω στο χαρτί δεν θα έχουν κανένα όφελος.
Όμως η εισροή αστικών στοιχείων μέσα στο κόμμα απέχει από το να είναι η μόνη αιτία για τις οπορτουνιστικές τάσεις που τώρα αρχίζουν να σηκώνουν κεφάλι στη σοσιαλδημοκρατία. Μια άλλη αιτία είναι η ίδια η φύση της σοσιαλιστικής δραστηριότητας και οι έμφυτες αντιφάσεις της.
Η διεθνής κίνηση του προλεταριάτου προς την ολική χειραφέτηση του είναι μια περίεργη διαδικασία από την ακόλουθη άποψη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού, οι άνθρωποι εκφράζουν τη θέληση τους συνειδητά και σε αντιπαράθεση με όλες τις άρχουσες τάξεις. Η θέληση αυτή όμως μπορεί να πραγματωθεί μόνο πέρα από τα όρια του υπάρχοντος συστήματος.
Σήμερα οι μάζες μπορούν να αποκτήσουν και να δυναμώσουν τη θέληση αυτή μέσα στην πορεία του καθημερινού αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη, μέσα όμως στα όρια της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Από τη μια μεριά έχουμε τις μάζες. Από την άλλη τον ιστορικό τους στόχο που εντοπίζεται πέρα από τα όρια αυτής της κοινωνίας. Από τη μια μεριά έχουμε τον καθημερινό αγώνα και από την άλλη την κοινωνική επανάσταση. Αυτοί είναι οι όροι της διαλεκτικής αντίφασης μέσα από την οποία πορεύεται το σοσιαλιστικό κίνημα.
Συμπεραίνουμε ότι το κίνημα αυτό, μπορεί καλύτερα να προχωρήσει με το να ελίσσεται ανάμεσα από τους δυο κινδύνους που συνεχώς το απειλούν. Δηλαδή από την απώλεια του μαζικού χαρακτήρα και την εγκατάλειψη του τελικού στόχου. Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος της επιστροφής στο χαρακτήρα της σέκτας, ο δεύτερος είναι αυτός του να καταντήσουμε ένα κίνημα αστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
Αυτός είναι ο λόγος που είναι αυταπάτη και αντίθετο στην ιστορική εμπειρία το να ελπίζουμε να θέσουμε μια και καλή τις κατευθύνσεις της επαναστατικής σοσιαλιστικής πάλης με τη βοήθεια τυπικών μέσων, που θα διασφαλίσουν το εργατικό κίνημα ενάντια σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης.
Η μαρξιστική θεωρία μας προσφέρει ένα αξιόπιστο εργαλείο που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και να πολεμάμε τις εκδηλώσεις του οπορτουνισμού. Το σοσιαλιστικό κίνημα, όμως, είναι ένα μαζικό κίνημα. Οι κίνδυνοι του δεν είναι προϊόν κάποιων ύπουλων μηχανορραφιών ατόμων ή ομάδων. Γεννιούνται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν μπορούμε να προφυλαχθούμε εκ των προτέρων απέναντι σε κάθε πιθανότητα οπορτουνιστικής παρέκκλισης. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορούν να υπερνικηθούν μόνο από το ίδιο το κίνημα -ασφαλώς με τη βοήθεια της μαρξιστικής θεωρίας- αλλά μόνο αφότου οι κίνδυνοι αυτοί πάρουν χειροπιαστή μορφή στην πράξη.
Από αυτή την άποψη ο οπορτουνισμός φαίνεται να είναι ένα προϊόν και μια αναπόφευκτη φάση στην ιστορική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος.
Η ρωσική σοσιαλδημοκρατία έχει εμφανιστεί εδώ και λίγο καιρό. Οι πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες το προλεταριακό κίνημα αναπτύσσεται στη Ρωσία είναι κάπως ανώμαλες. Στη χώρα αυτή, ο οπορτουνισμός είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ένα παραπροϊόν της αναζήτησης και των πειραματισμών της σοσιαλιστικής δραστηριότητας που ψάχνει τον τρόπο να προωθηθεί σε ένα έδαφος που όμοιο του δεν υπάρχει στην Ευρώπη.
Από την άποψη αυτή, είναι εκπληκτικό το να ισχυριζόμαστε ότι είναι πιθανό να αποφύγουμε κάθε πιθανότητα εμφάνισης του οπορτουνισμού στο ρωσικό κίνημα με το να γράφουμε κάποιες λέξεις αντί για κάποιες άλλες στο καταστατικό του κόμματος. Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τον οπορτουνισμό με ένα κομμάτι χαρτί μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη -όχι για τον οπορτουνισμό αλλά για το εργατικό κίνημα.
Εάν σταματήσεις τους φυσικούς παλμούς ενός ζωντανού οργανισμού, τον αποδυναμώνεις και μειώνεις την αντίσταση και το μαχητικό του πνεύμα -στην περίπτωση αυτή όχι μόνο απέναντι στον οπορτουνισμό, αλλά επίσης (και αυτό είναι το σημαντικό) απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Τα μέσα που προτείνονται στρέφονται ενάντια στο σκοπό που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
Στην αγχωτική επιθυμία του Λένιν να θεμελιώσει τη φύλαξη μιας παντοδύναμης κεντρικής επιτροπής που ξέρει τα πάντα, με σκοπό να προφυλάξει με προοπτικές ένα εργατικό κίνημα απέναντι σε κάθε παραπάτημα, αναγνωρίζουμε τα συμπτώματα του ίδιου υποκειμενισμού που ήδη έχει κάνει αρκετά κόλπα στη σοσιαλιστική σκέψη στη Ρωσία.
Είναι διασκεδαστικό το να τονίσουμε τα περίεργα άλματα που το σεβαστό ανθρώπινο "Εγώ" ήταν αναγκασμένο να κάνει στην πρόσφατη ρωσική ιστορία. Ριγμένο στο έδαφος, σχεδόν ένα με τη σκόνη, από τη ρωσική απολυταρχία, το "Εγώ" παίρνει την εκδίκηση του με το να μετατρέπεται σε επαναστατική δραστηριότητα. Στο σχήμα μιας επιτροπής συνωμοτών, στο όνομα μιας ανύπαρκτης Θέλησης του Λαού, κάθεται σε κάποιο είδος θρόνου και διακηρύσσει την παντοδυναμία του. Το "αντικείμενο" όμως αποδεικνύεται δυνατότερο. Το μαστίγιο θριαμβεύει και ο τσαρισμός φαίνεται να είναι η "νόμιμη" έκφραση της ιστορίας.
Κάποια στιγμή βλέπουμε να μπαίνει στο προσκήνιο ένα πιο "νόμιμο" παιδί της ιστορίας- το ρωσικό εργατικό κίνημα. Για πρώτη φορά στο ρωσικό έδαφος εμφανίζονται οι βάσεις για το σχηματισμό μιας πραγματικής "λαϊκής θέλησης".
Εδώ όμως εμφανίζεται ξανά το "Εγώ" του ρώσου επαναστάτη! Κάνοντας πιρουέτες πάνω στο κεφάλι του, για μια φορά ακόμη ανακηρύσσει τον εαυτό του στον παντοδύναμο διευθυντή της ιστορίας- αυτή τη φορά με τον τίτλο της Αυτού Εξοχότητας της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.
Ο σβέλτος ακροβάτης αποτυγχάνει να αντιληφθεί ότι το μόνο "υποκείμενο" που αξίζει τον ρόλο του διευθυντή, είναι το συλλογικό "Εγώ" της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη απαιτεί το δικαίωμα να κάνει τα λάθη της και να μάθει τη διαλεκτική της ιστορίας.
Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Ιστορικά, τα λάθη που διαπράττονται από ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα είναι απείρως περισσότερο καρποφόρα από το οποιοδήποτε αλάθητο της πιο έξυπνης κεντρικής επιτροπής.
''



Με τους όποιους περιορισμούς της εποχής αυτού του κειμένου, που γράφτηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα, πολύ πριν από την εποχή, που οι μπολσεβίκοι έγιναν εξουσία, έχοντας εγκολπωθεί τις πολιτικοοργανωτικές αντιλήψεις του Β. Ι. Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ προειδοποίησε, όσο μπορούσε και με πλήρη σαφήνεια για το τι επέρχετο και που οδηγούσαν οι συγκεντρωτικές οργανωτικές αντιλήψεις του μεγαλοφυούς, είναι η αλήθεια, ηγέτη των μπολσεβίκων, οι οποίες απόψεις έδειχναν την ατσάλινη θέλησή του, για τον μετασχηματισμό του κόμματος σε ένα όργανο προετοιμασμένο, για την κατάληψη της εξουσίας, με όποιο κόστος.

Αυτή η απόλυτη εργαλειοποίηση του κόμματος και ο μετασχηματισμός του σε μια εξουσιαστική ελίτ, συμβάδισε με την εργαλειοποίηση της κοινωνικής τάξης, την οποία - υποτίθεται - ότι θα εκπροσωπούσε, δηλαδή τους πειθαρχημένους από την λειτουργία του καπιταλιστικού εργοστασίου προλετάριους και την γραφειοκρατικοποίηση των αστών διανοουμένων, με την εισαγωγή της εργοστασιακής πειθαρχίας και σε αυτούς, μέσω της συγκεντρωτικής και αυστηρά ιεραρχικής δομής του λενινιστικού κόμματος.

Προφανώς, το θέμα δεν ήταν οργανωτικό. Όπως το έθεσε - σωστά - και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, το θέμα ήταν πολιτικό και πάνω σε αυτήν την βάση το αντιμετώπισε και η ίδια, με τις μεγαλοφυείς επισημάνσεις της, όπως παρακάτω :

''Εάν, σαν το Λένιν, ορίσουμε τον οπορτουνισμό σαν την τάση εκείνη που παραλύει το ανεξάρτητο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και το μετατρέπει σε ένα εργαλείο των φιλόδοξων αστών διανοούμενων, πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι στο αρχικό στάδιο του εργατικού κινήματος, ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με τον συγκεντρωτισμό παρά με την αποκέντρωση. Είναι εξ αιτίας του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού που ένα νεαρό, ανεκπαίδευτο προλεταριακό κίνημα μπορεί να χειραγωγηθεί από τους διανοούμενους ηγέτες που στελεχώνουν μια κεντρική επιτροπή.''

ή

''Αν δεχθούμε την άποψη που ο Λένιν αποδίδει στον εαυτό του και φοβηθούμε την επιρροή των διανοούμενων πάνω στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το σχέδιο του Λένιν για την οργάνωση. Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, από αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θα ακινητοποιήσει τον κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, από την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θα αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοδυναμίας τους.
Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.''


Βλάντιμιρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν) - εδώ με την Ναντέζντα Κρούπσκαγια, μετά την κατάληψη της εξουσίας.

Φυσικά, ο Λένιν δεν φοβόταν τους αστούς διανοούμενους, παρά μόνον όσον αυτοί δεν ήσαν μεταμορφωμένοι σε πειθαρχημένους γραφειοκράτες. Όταν αυτοί μετασχηματίζονταν στην πειθαρχημένη ελίτ, για την οποία μιλάει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, τότε έπαυαν να αποτελούν κίνδυνο γι' αυτόν και ''καθαγιάζονταν'', ως η πεμπτουσία των ''επιστημόνων της επαναστατικής κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας'', δηλαδή ως η ελίτ των γραφειοκρατών επαγγελματιών επαναστατών, ως συγκροτημένης κοινωνικής ομάδας, εντός του κόμματος, την εξουσία του οποίου κατέχει, μέσω της ειδικής σχέσης, που μυστικιστικά αποκτά με την θεωρία και πρακτικά, μέσω της ειδικής σχέσης, που έχει με τον εκάστοτε ηγέτη και την πραγμοποιημένη και υποταγμένη κοινωνική τάξη, που το κόμμα (υποτίθεται ότι) εκφράζει και σε τελική ανάλυση, με την κοινωνία ολόκληρη, όταν το κόμμα κατέλαβε την εξουσία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέβλεψε και προέβλεψε το που θα πήγαινε το πράγμα, με τις λενινιστικές θεωρίες, παρά τις δεσμεύσεις της από την πίστη της στην μαρξιστική θεωρία και παρά το γεγονός ότι δεν έζησε, δεν πρόλαβε να ζήσει την γραφειοκρατικοποίηση της Ε.Σ.Σ.Δ., δολοφονημένη το 1919 από τα όργανα του Έμπερτ, του Νόσκε και του Σάϊντεμαν.

Αυτό, που της αναλογούσε να πράξει το έπραξε και μάλιστα με το παραπάνω, ξεπερνώντας την εποχή της και τους περιορισμούς, που αυτή η εποχή της έθετε.


Φυσικά, για εμάς τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα, αφού υπάρχει όλη αυτή η σωρευμένη εμπειρία από εκείνη την μακρυνή εποχή, μέχρι τις ημέρες μας, η οποία εμπειρία δεν μας επιτρέπει να μην δούμε το πασιφανές και πασίδηλο, αυτό για το οποίο και ο Μιχαήλ Μπακούνιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ και πολλοί, μετά από αυτήν - ανάμεσα σε αυτούς και ο Κορνήλιος Καστοριάδης -, με τα όποια λάθη τους, τις παραλείψεις τους και τις ανεπάρκειές τους, μίλησαν και έδειξαν ο καθένας στην δική του εποχή και με τους περιορισμούς, που τους επέβαλε η ιδεολογία τους και οι θεωρίες που ανέπτυξαν, ή είχαν αποδεχτεί :

Το πρόβλημα βρίσκεται στις λενινιστικές ιδέες για τον ''δημοκρατικό συγκεντρωτισμό'' και για τους μεταμορφωμένους, σε γραφειοκράτες, δήθεν, ''επιστήμονες της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας'', αστούς διανοουμένους, που εισάγουν την προλεταριακή συνείδηση στους αμαθείς εργάτες, οι οποίοι από μόνοι τους είναι ανίκανοι να την αποκτήσουν.

Επαναλαμβάνω, για μία ακόμη φορά, ότι είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι οι μαρξιστές θεωρητικοί δεν είδαν ή - το ορθότερο - δεν θέλησαν να το δουν αυτό, παρά το γεγονός ότι και τις σχετικές δυνατότητες είχαν και απέκτησαν στην πορεία την εμπειρία από την εξέλιξη της ιστορίας.

Φυσικά, το μυαλό όλων πηγαίνει στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια, αν και θα ήταν άδικο αυτή να καταλογισθεί σε όλους. Διότι, πέραν από την ιδιοτέλεια, υπάρχει και η ιδεολογική προσκόλληση, ο οπαδισμός, η πολιτική σκοπιμότητα, καθώς και πολλά ψυχολογικής υφής στοιχεία, που κρατούν δεμένους τους ανθρώπους σε ιδέες και θεωρίες, οι οποίες, ίσως, στο παρελθόν να προσέφεραν πολλά, αλλά που έχουν εκμετρήσει το ζειν, ως κοινωνικοαπελευθερωτικές ιδέες και θεωρίες και έχουν καταστεί ιδεολογίες (με την μαρξική έννοια της ψευδούς συνειδήσεως), που υπηρετούν κατεστημένες κυρίαρχες τάξεις και μυστικοποιούν την πραγματικότητα, προκειμένου να την συγκαλύψουν, όπως ακριβώς πράττουν και οι θρησκείες....

Δυσάρεστον, πλην, όμως, αληθές....

Ουδείς κατηγόρησε τον Λένιν και τους μπολσεβίκους για επαναστατική δειλία και στυγνό αμοραλισμό. Και φυσικά η πολιτική ακτιβίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε δίκιο, εκείνη την εποχή, λίγο πριν από τον θάνατό της, που έδωσε τα εύσημα στους μπολσεβίκους και τους στήριξε - πάντοτε κριτικά - για το τολμηρό εγχείρημά τους, στο μέτρο, που αυτό συνίστατο στην προσπάθεια για την εγκαθίδρυση ενός κοινωνικοαπελευθερωτικού καθεστώτος, συγκρίνοντας τους με τους σοσιαλδημοκράτες της περιόδου εκείνης, που ούτε καν το απετόλμησαν, προτιμώντας την σίγουρη αγκαλιά του αστικού καθεστώτος. Γι’ αυτό, άλλωστε και δεν ήσαν μόνοι στην απόπειρα της εγκαθίδρυσης της συμβουλιακής εξουσίας στην Ρωσία. Είχαν μαζί τους την συντριπτική πλειοψηφία του μικρού αριθμητικά ρωσικού προλεταριάτου, ικανά τμήματα των αγροτικής προελεύσεως στρατιωτών και μια μικρή μειοψηφία των αγροτών. Στην απόπειρα της εγκαθίδρυσης της συμβουλιακής εξουσίας συμμετείχαν και οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες και οι αναρχικοί.

Δεν ήσαν, λοιπόν, δειλοί οι μπολσεβίκοι. Όπως, επίσης, δεν ήσαν και στυγνοί αμοραλιστές, επειδή, τότε, την εποχή του εγχειρήματος της εγκαθίδρυσης της συμβουλιακής εξουσίας πίστευαν στην δυνατότητα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Ρωσία, σε συνδυασμό, πάντοτε, με τις διεθνείς εξελίξεις. Η κατάληψη της εξουσίας από αυτούς δεν έγινε με σκοπό την μονοπώληση της εξουσίας. Δεν τους αποδίδω την πρόθεση για κάτι τέτοιο.

Εδώ, όμως, δεν κάνουμε δίκη προθέσεων (ούτε διεκδικούμε την … πατρότητα της Ρόζας, ή οποιουδήποτε άλλου). Η ιστορία – και αυτό είναι που θέλω να καταδείξω – δεν είναι μια ιστορία προθέσεων και είναι δεδομένο ότι πολλές φορές και μάλιστα τις περισσότερες, οι καλές προθέσεις οδηγούν κατ’ ευθείαν στην κόλαση, όταν δεν λαμβάνουν υπόψη το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ξετυλίγονται και καθίστανται δράση και πράξη και όταν επίσης, δεν λαμβάνεται υπόψη η φύση και η κοινωνική προέλευση εκείνων των κοινωνικών ομάδων, που δρουν και καθίστανται κυρίαρχες στην λήψη των αποφάσεων, που αφορούν μια κοινωνία.

Και στην πορεία της πειραματικής εγκαθίδρυσης της συμβουλιακής εξουσίας στην Ρωσία η μεγαλύτερη σε βαρύτητα κοινωνικοπολιτική ομάδα συμφερόντων (με την κοινωνιολογική έννοια της φράσης), που λάμβανε τις κρίσιμες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αποφάσεις στην Ρωσία ήσαν οι επαγγελματίες επαναστάτες του μπολσεβίκικου κόμματος, δηλαδή οι μετασχηματισμένοι σε γραφειοκράτες αστοί διανοούμενοι, οι οποίοι κατείχαν, σύμφωνα με την λενινιστική μυσταγωγία, την επιστήμη της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας, την οποία δεν κατείχαν και δεν μπορούσαν να κατέχουν, εκ φύσεως και θέσεως οι απλοί εργάτες, οι οποίοι μόνον δια μέσου των ειδικών επιστημόνων της εν λόγω θεωρίας, δηλαδή του μαρξισμού στην λενινιστική του εκδοχή, θα μπορούσαν να την αποκτήσουν, ως, επί του συγκεκριμένου πρακτική πολιτική γραμμή και δράση.

Αυτό ήταν το πρόβλημα με τους μπολσεβίκους. Καλές προθέσεις, αρχικά, είχαν - όχι πάντοτε, όχι όλοι, αλλά όλο και λιγότεροι, όλο και λιγότερο, όσο εγκαθίδρυαν την κομματική τους εξουσία, την οποία ταύτιζαν με την συμβουλιακή εξουσία, κατά την διάρκεια της πορείας προς την μονοπώλησή της και συνειδητοποιούσαν την ξεχωριστή κοινωνική τους θέση από το προλεταριάτο, το οποίο εξουσίαζαν και χειραγωγούσαν, αλλά και από την υπόλοιπη κοινωνία -, όπως, επίσης και θάρρος και αποφασιστικότητα για δράση, με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας, που πήγαζαν από το γεγονός ότι είχαν και τον καλύτερο πρακτικό πολιτικό ηγέτη του περασμένου αιώνα – και αυτό δεν το λέω για να τον κολακεύσω, αλλά επειδή έτσι είναι – τον Β. Ι. Λένιν, ο οποίος είδε τον Απρίλιο του 1917 αυτό που δεν μπορούσαν να δουν όλοι οι άλλοι πολιτικοί στην Ρωσία : Ότι υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας από ένα μικρό, αλλά αποφασισμένο και ατσάλινα πειθαρχημένο προλεταριακής σύνθεσης και με αποφασισμένους επαγγελματίες επαναστάτες κόμμα, το οποίο θα είχε μια αταλάντευτη ηγεσία με σαφές πρόγραμμα που θα προσανατολιζόταν στον σκοπό αυτό. Γι’ αυτό και το, λενινιστικής εμπνεύσεως, εγχείρημα του πραξικοπήματος της 25ης Οκτωβρίου 1917 πέτυχε, με την κοινωνική πλαισίωσή του από την ρωσική εργατική τάξη.

Αλλά, όταν έχεις να κάνεις με την κοινωνιολογική ανάλυση των κοινωνικών ομάδων (όπως οι μπολσεβίκοι στην νέα Ρωσία), σε μια οποιαδήποτε συγκυρία, πρέπει να τις βλέπεις, ως τέτοιες, δηλαδή ως διαφοροποιημένες οντότητες, με τα δικά τους συμφέροντα και επιδιώξεις, τους δικούς τους σκοπούς και αξίες και με την δική τους κοινωνική ιδιοτέλεια, ακόμα και όταν αυτές οι ομάδες δεν έχουν συνειδητοποιήσει την ύπαρξή τους και τον ρόλο τους, μέσα στην νέα κοινωνία, που σχηματίζουν, αφού όλα αυτά - μέσα στην πορεία της μετεξέλιξης των κοινωνικών ομάδων από μικρές κοινωνικές ομάδες σε δυναμικά κοινωνικά στρώματα -, καθίστανται συνειδητά και παράγουν κοινωνικά αποτελέσματα, που καθιστούν κοινωνικά ευδιάκριτες τις κοινωνικές ομάδες, που ασκούν την εξουσία στην νέα κοινωνία.

Δυστυχώς, πέρα από τις αρχικά καλές προθέσεις (όχι πάντοτε, όχι όλων, αλλά όλο και λιγότερο και όλο και λιγότερων στην πορεία των εξελίξεων), το μπολσεβίκικο κόμμα είχε συγκροτηθεί και οργανωθεί, ως ένα εξουσιαστικό, γραφειοκρατικό κόμμα ιεραρχικά δομημένο και διαχωρισμένο ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές, όπως έχει ήδη περιγραφεί – και από την Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία (αρεστόν ή όχι) είχε πλήρες δίκιο και άφησε αιώνιες παρακαταθήκες, με όσα έγραψε για τις λενινιστικές θεωρίες γύρω από την δομική συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης στην πορεία για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή -, ήτοι ως λενινιστικό κόμμα των οργανωμένων επαγγελματιών επαναστατών, που κατέχουν την επαναστατική θεωρία και εισάγουν την πολιτική συνείδηση στους αμαθείς εργάτες, οι οποίοι είναι, εκ θέσεως και φύσεως, ανίκανοι να την αποκτήσουν, με τις δικές τους δυνάμεις, καθιστά τους ''επαγγελματίες επαναστάτες'' - δηλαδή τους αστούς διανοούμενους - συγκροτημένους και μετασχηματισμένους, σε μια γραφειοκρατική ομάδα, νεομπλανκικού τύπου, που ελέγχει τα πάντα στο κόμμα, μέχρι το επόμενο συνέδριο, γεγονός, που της δίνει την δυνατότητα να αναπαραγάγει την κυριαρχία της, μέσα από την μυστικιστική πεποίθηση, που εδραιώνει στους απλούς εργάτες ότι αυτή η ηγετική ομάδα των επιστημόνων της επαναστατικής και κοινωνικής θεωρίας γνωρίζει το μέλλον των κοινωνικών εξελίξεων, μέσα από την ειδική σχέση που έχει με την επαναστατική κοινωνική θεωρία (τον μαρξισμό) της οποίας είναι κάτοχος και θεματοφύλακας.

Δυστυχώς, για τους μπολσεβίκους, το πρόβλημα της εγγενούς γραφειοκρατικής οργάνωσής τους και της συναφούς γραφειοκρατικής ιδεολογίας τους, που προσδιόρισαν και την ιδιοσυστασία τους, ως μίας ιδιότυπης πολιτικής ομάδας γραφειοκρατών, με εργατιστική ιδεολογία, χαρακτηριστικά, που κουβάλησαν από την ίδρυσή τους, μέχρι τον θάνατό τους το 1991, με τις πάμπολλες και ποικίλες διεθνείς επιβιώσεις τους, μέχρι τις ημέρες μας, δεν είναι θεωρητικό. Δεν είναι, δηλαδή, απλό ζήτημα διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων ανάμεσα στον Λένιν και την Λούξεμπουργκ. Το θέμα της υφής, της ιδιοσυστασίας και της οργάνωσης του μπολσεβίκικου κόμματος υπήρξε και αντιμετωπίστηκε, ευθέως, ως πολιτικό ζήτημα και φυσικά, επειδή όλα κρίνονται στην πράξη, αφού δεν έχουμε να κάνουμε με μεταφυσικά κείμενα των πατέρων της χριστιανικής πίστης, αλλά με πολιτικές θέσεις, οι οποίες μετουσιωμένες στην πολιτική πρακτική έδωσαν συγκεκριμένα αποτελέσματα, τα οποία υπήρξαν απογοητευτικά, όχι ως τεχνικές κατάληψης της εξουσίας, αλλά ως συγκεκριμενοποιημένες εφαρμογές, γύρω από τον πρακτικό κοινωνικό βηματισμό προς την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή: Αντί αυτού, οδήγησαν στην εγκαθίδρυση νεοφαραωνικών καθεστώτων, με την εφαρμογή σε επίπεδο κοινωνίας των λενινιστικών αρχών πρακτικής οργάνωσης, αναπαράγοντας, σε όλη του την ωμότητα τον κλασσικό κοινωνικό εξουσιαστικό διαχωρισμό, ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές, με κεντρικό κορμό το μονοκρατορικό κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο μονοπωλώντας την εξουσία και καθυποτάσσοντας τους κοινωνικοοικονομικούς θεσμούς, με πρώτα τα συμβούλια των εργαζομένων, τα οποία κατέστησε διακοσμητικά όργανα και μηχανισμούς επικύρωσης και μεταβίβασης των εντολών των ‘‘επαγγελματιών επαναστατών’’, προς τους εκτελεστές, δηλαδή τους εργαζόμενους και την ευρύτερη κοινωνία, απαξιώνοντάς τα πλήρως στην συνείδηση τους. Αυτά είχαν συμβεί, ήδη, από την εποχή του εμφυλίου πολέμου και δεν είναι προϊόν της σταλινικής εποχής. Ήδη, με το τέλος του εμφυλίου πολέμου το γραφειοκρατικό καθεστώς είχε παγιωθεί, η κεντριστική κομματική γραφειοκρατία διοικούσε με αμετροεπή και απόλυτη πυγμή και λειτουργούσε μονοκομματικά, χωρίς αντιπολίτευση και με κομματικές ντιρεκτίβες, οι οποίες δεν διεκπεραιώνονταν με χάδια, αλλά με άφθονο προλεταριακό και αγροτικό αίμα, όταν οι πραγματικοί προλετάριοι και οι προλεταριοποιούμενοι αγρότες ηρνούντο να προσαρμοστούν στις νόρμες και στις προσταγές των εξουσιαστών ‘‘επιστημόνων της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας’’ και δεν εδέχοντο την πρακτική εισαγωγή της (ψευδο)προλεταριακής πολιτικής συνείδησης, την οποία επιχειρούσαν με ντιρεκτίβες οι νέοι εξουσιαστές, όπως αυτή η ‘‘εισαγωγή της προλεταριακής πολιτικής συνείδησης’’ συγκεκριμενοποιείτο σε κάθε συγκυρία, σύμφωνα με τα κάθε φορά προσδιοριζόμενα καθήκοντα και ανάγκες, που το ολοκληρωτικό κυβερνητικό κόμμα.- δηλαδή το κομματικό απαράτ – επέβαλε.

Λέων Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν (Τρότσκυ).

Ο Τρότσκυ, άλλωστε, έστω και με βαριά καρδιά, αποδέχεται όλα τα παραπάνω – για τα οποία έχει και προσωπική ευθύνη, αφού συμμετείχε στην λήψη των αποφάσεων, που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη -, ασχέτως αν τα αποδίδει στην διεθνή συγκυρία, στο χαμηλό πολιτιστικό υπόβαθρο του πληθυσμού, ή στην γενικώτερη καθυστέρηση της Ρωσίας. Ως πολιτικός ακτιβιστής και ως μαρξιστής θεωρητικός ο Λέων Νταβίντοβιτς, με την μεγάλη του αναλυτική ικανότητα, έδωσε μια ερμηνεία της γραφειοκρατικοποίησης του μπολσεβίκικου κόμματος και της Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία υπήρξε, τότε, αληθοφανής στο πεδίο των καταιγιστικών εξελίξεων του τέλους του μεσοπολέμου, με έναν συγκεκριμένον ορίζοντα : Αυτόν της επερχόμενης παγκόσμιας σύγκρουσης. Ακόμα και τότε, ο Λέων Νταβίντοβιτς έσφαλλε αν και δεν πρέπει να του το καταλογίσουμε, αφού συμμετείχε στα γεγονότα, από την εξέλιξη των οποίων συναρτούσε την ορθότητα, ή μη, των απόψεών του, εισάγοντας (περιέργως, αλλά καθόλου αδικαιολόγητα, αφού οι συνεπείς μαρξιστές θεωρητικοί, με πρώτον τον Καρλ Μαρξ, πάντοτε ελάμβαναν σαν κριτήριο της ορθότητας των απόψεών τους, τις εξελίξεις στην πραγματική ζωή) το κριτήριο της διαψευσιμότητας , ως κριτήριο για την ορθότητα των θεωριών του και του ίδιου του μαρξισμού. Ακριβώς, όμως, επειδή ο Τρότσκυ, ως ο πραγματικά τελευταίος αξιόλογος μαρξιστής θεωρητικός, είχε, ορθότατα, θέσει ως κριτήριο για την εξέταση της ορθότητας των θεωριών του και της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας, τον επερχόμενο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όπου θα κρινόταν η ικανότητα του προλεταριάτου να οικοδομήσει την σοσιαλιστική κοινωνία και να ανατρέψει τον κλασσικό καπιταλισμό και την γραφειοκρατία της Ε.Σ.Σ.Δ., γι' αυτόν τον λόγο, δεν μπορούμε να μένουμε στις τροτσκικές αναλύσεις του 1937.

Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι Στάλιν.

Έτσι, η αποκαλούμενη ‘‘σταλινική εκτροπή’’, από εκεί και πέρα, δεν ήταν, τίποτε περισσότερο – από μια απλή συνέχεια αυτών, που ήδη, είχαν γίνει, ξεκινώντας από την απαγόρευση των άλλων κομμάτων, την απαγόρευση των φραξιών στο κυβερνητικό κόμμα, την ποδηγέτηση των συμβουλίων και των λοιπών κοινωνικών οργανώσεων από το κόμμα και φθάνοντας στην ανυπαρξία οιουδήποτε, έστω και στοιχειώδους κοινωνικού ελέγχου, σε αντίθεση με τα φιλελεύθερα ολιγαρχικά καθεστώτα των ανεπτυγμένων κοινωνιών της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Απλώς, ο Ιωσήφ Στάλιν δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να φθάσει την απάνθρωπη ωμότητα στον ύψιστο βαθμό και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό και να ‘‘δικαιολογηθεί’’ από τις πιεστικές ανάγκες του καθεστώτος την εποχή της εκβιομηχάνισης της Ε.Σ.Σ.Δ., την περικύκλωση της χώρας και την μακροβιότητα της εξουσίας της γεωργιανής αλεπούς, αφού διοίκησε την χώρα μονοκρατορικά από το 1929 μέχρι το 1953 – αν μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε, αυτά θα μας έλεγε.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι το τι είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το θέμα είναι – και κάθε άξιος λόγου μαρξιστής οφείλει να εξετάζει – τι έγινε, πως έγινε και ποιοι βοήθησαν να γίνει σε αυτό που έγινε, στην πραγματική, την ζώσα ιστορική εξέλιξη. Είναι αυτό που λέμε η εκ των υστέρων γνώση, ως αποτέλεσμα της ιστορικής εμπειρίας και ως απαύγασμά της.

Δυστυχώς, για τον Λένιν και τους μπολσεβίκους και δυστυχώς για τον Μαρξ και τους μαρξιστές και ο Μιχαήλ Μπακούνιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ (με τις δικές τους αδυναμίες και ανεπάρκειες και με τους περιορισμούς, που τους επέβαλαν οι εποχές στις οποίες έζησαν και έδρασαν, όπως επίσης και τα συστήματα ιδεών, στα οποία πίστευαν) είχαν δίκιο στα θεμελιακά ζητήματα, που έθεσαν.

Ποιος μπορεί να πει ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε άδικο για την ‘‘αποστειρωμένη εξουσία του επιστάτη’’, που απέπνεαν οι λενινιστικές θεωρίες, για τον συγκεντρωτικό τρόπο οργάνωσης της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, λέγοντας ότι : ''Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό, τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα. Αν η τακτική ενός σοσιαλιστικού κόμματος δεν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κεντρικής επιτροπής αλλά ενός ολόκληρου κόμματος ή ακόμη καλύτερα ενός ολόκληρου εργατικού κινήματος, τότε είναι ξεκάθαρο ότι οι κομματικές οργανώσεις και οι ομοσπονδίες χρειάζονται την ελευθέρια στη δράση που μόνο αυτή μπορεί να τους επιτρέψει να αναπτύξουν την επαναστατική τους πρωτοβουλία και να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητες της κατάστασης. Ο υπέρ-συγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι το πώς θα κάνει την δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα - να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά να το ενώσει.'' Η εκ των υστέρων εμπειρία έδειξε ότι, ακριβώς, αυτό συνέβη όταν το μπολσεβίκικο κόμμα κατέλαβε την εξουσία : Περιόρισε και έδεσε το κίνημα στο άρμα του, όπως και όλη την τάξη, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε. Και αυτό δεν ήταν άσχετο από την βαθιά γραφειοκρατική εξουσιαστική και ιεραρχική του δομή, η οποία υπήρξε προϊόν του λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης.

Ποιος μπορεί να αρνηθεί την αναδρομική και εκ των υστέρων δικαίωση – η οποία έχει ακριβώς τότε αξία, όταν δηλαδή το όποιο κοινωνικό ή πολιτικό φαινόμενο προσδιορίζεται πριν από την έλευσή του, διότι όλοι εμείς τώρα μιλάμε με την ασφάλεια της εκ των υστέρων γνώσης, καθιστάμενοι εύκολοι Επιμηθείς, χωρίς να έχουμε υπεισέλθει στην δύσκολη θέση εκείνου (εδώ της Ρόζας), που μιλάει πριν τα γεγονότα, προσδιορίζοντας την εξέλιξή τους – όταν προσδιορίζει τις θέσεις του Λένιν, ως οπορτουνιστικές λέγοντας ότι : ‘‘εάν, σαν το Λένιν, ορίσουμε τον οπορτουνισμό σαν την τάση εκείνη που παραλύει το ανεξάρτητο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και το μετατρέπει σε ένα εργαλείο των φιλόδοξων αστών διανοούμενων, πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι στο αρχικό στάδιο του εργατικού κινήματος, ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με τον συγκεντρωτισμό παρά με την αποκέντρωση. Είναι εξ αιτίας του υπέρμετρου συγκεντρωτισμού που ένα νεαρό, ανεκπαίδευτο προλεταριακό κίνημα μπορεί να χειραγωγηθεί από τους διανοούμενους ηγέτες που στελεχώνουν μια κεντρική επιτροπή.’’ Και εδώ, η δικαίωση της Ρόζας είναι πλήρης, αφού στο κυβερνητικό, πια, μπολσεβίκικο κόμμα οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί διανοούμενοι, οι ‘‘επαγγελματίες επαναστάτες’’ εργαλειοποίησαν το κόμμα και το κατέστησαν αντικείμενο των φιλοδοξιών τους και όργανο επιβολής της εξουσίας τους.

Δικαιώθηκε ιστορικά η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πλήρως, όταν έλεγε και κατήγγειλε ότι : ‘‘Αν δεχθούμε την άποψη που ο Λένιν αποδίδει στον εαυτό του και φοβηθούμε την επιρροή των διανοούμενων πάνω στο προλεταριακό κίνημα, τότε δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κίνδυνο για το ρωσικό κόμμα από το σχέδιο του Λένιν για την οργάνωση. Τίποτε δεν θα εγκλωβίσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα στην ελίτ της διανόησης της πεινασμένης για εξουσία, από αυτόν το γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα, που θα ακινητοποιήσει τον κίνημα και θα το μετατρέψει σε ένα αυτόματο που θα το χειρίζεται η κεντρική επιτροπή. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά μεγαλύτερη εγγύηση ενάντια στην οπορτουνιστική ίντριγκα και προσωπική φιλοδοξία, από την ανεξάρτητη επαναστατική δράση του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα της οποίας οι εργάτες θα αποκτήσουν την αίσθηση της πολιτικής υπευθυνότητας και της αυτοδυναμίας τους. Αυτό που σήμερα είναι μόνο ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη φαντασία του Λένιν, αύριο μπορεί να είναι πραγματικότητα.’’ Ακριβώς, αυτά που κατήγγειλε, για το οργανωτικό σχέδιο του Λένιν, αυτά συνέβησαν. Το ρωσικό προλεταριάτο παραδόθηκε σε μια δράκα πεινασμένων για εξουσία γραφειοκρατών αστών διανοουμένων, που συγκροτήθηκαν σε διακριτή κοινωνική τάξη και οι οποίοι ενδεδυμένοι με τον μυστικισμό που απέπνεε η ‘‘κατοχή της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας’’ του μαρξισμού και με την ισχύ της ολοκληρωτικής εξουσίας του (ψευδο)εργατικού κράτους, μετέτρεψαν την δυστυχή αυτή τάξη, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, σε ένα αυτόματο της Κεντρικής Επιτροπής και των ουκαζίων, που αυτή εξέδιδε.

Ακριβώς, λοιπόν, επειδή η Ρόζα Λούξεμπουργκ και διείδε την εξέλιξη, παρά τους περιορισμούς της εποχής της και της ιδεολογίας της, πρέπει να της αποδώσουμε την πρέπουσα αναγνώριση, όχι επειδή μας τα είπε αυτή, αλλά επειδή, αυτά που διείδε και αυτά για τα οποία προειδοποίησε, έγιναν πραγματικότητα και πήραν σάρκα και οστά, με το έκτρωμα του μπολσεβίκικου κόμματος των γραφειοκρατών αστών διανοουμένων και της Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία υπήρξε δημιούργημά τους και προϊόν της ιδεολογίας τους (δηλαδή του μαρξισμού – λενινισμού) , η οποία κατέστη κυρίαρχη και χρησίμευσε, για να κρύψει την πραγματικότητα, μυστικοποιώντας την μέσα στο φαντασιακό, όπου οι φανταστικοί εργάτες κυβερνούσαν, ενώ οι πραγματικοί αποκτηνώνονταν πραγμοποιούμενοι και χρησίμευαν, ως εργαλεία, στα σχέδια της εκάστοτε ηγεσίας, από τότε που ο Λένιν κυκλοφορούσε με τις καλύτερες λιμουζίνες της εποχής και έμενε στις ντάτσες της νέας ελίτ, ενώ παράλληλα μιλούσε για το πως ‘‘ θα γίνει πρωθυπουργός και η τελευταία νοικοκυρά’’ – κάτι που γρήγορα εγκατέλειψε -, μέχρι την εποχή που ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, μιλούσε για την ‘‘διαφάνεια’’ και έφερε τον δυτικού τύπου γραφειοκρατικό καπιταλισμό στην πιο αρπακτική εκδοχή του.

Το πεδίο της Ιστορίας είναι το πεδίο της κρίσεως, έλεγε – ορθότατα – ο Μαρξ και αυτό το πεδίο έστειλε τον μπολσεβικισμό στην θέση που του αρμόζει, δηλαδή στην θέση άλλης μιας ολοκληρωτικής εξουσιαστικής ιδεολογίας, που ήλθε να μυστικοποιήσει και να κρύψει την πραγματικότητα, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί: Των γραφειοκρατών αστών διανοουμένων ενός πολιτικού κόμματος, με εργατική ιδεολογία.

Γι’ αυτό, λοιπόν, επαναλαμβάνω αυτό που, ήδη, έχω γράψει, για να γίνει, ακόμα περισσότερο κατανοητό :

Μια απλή κοινωνιολογική ανάλυση δείχνει ότι σε όλες τις εποχές, όλες οι κοινωνικές ομάδες συγκροτούνται και συνδέονται με συγκεκριμένα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες είναι κοινωνιολογικά δεδομένο ότι συνασπίζονται, γύρω από αυτά τα συμφέροντα και τα υπερασπίζουν, έναντι όσων έρχονται να τους τα αμφισβητήσουν, ή να τα μοιραστούν με αυτές. Οι κοινωνικές ομάδες, μάλιστα, μπορούν και επιβάλλουν τις όποιες θελήσεις τους και υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, ανάλογα με τις δυνατότητες που έχουν, δηλαδή ανάλογα με την θέση τους στο σύστημα εξουσίας των κοινωνιών, στις οποίες είναι ενταγμένες και φυσικά - όταν μπορούν -, ασκούν στο έπακρο τις εξουσίες, που τους παρέχονται, ή τις οποίες κατακτούν, με όποιον τρόπο και εάν τις κατέκτησαν.

Είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι όλοι οι μαρξιστές (πλην της Ρόζας Λούξεμπουργκ, παρά και τις δικές της δεσμεύσεις από την μαρξιστική ανάλυση, στην οποία πίστευε), δεν μπόρεσαν να κάνουν αυτή την απλή κοινωνιολογική ανάλυση, ενώ προέβησαν σε σπουδαίες κοινωνιολογικές αναλύσεις αναφερόμενοι στην κοινωνική συμπεριφορά άλλων τάξεων και ομάδων!

Φυσικά, αυτό δεν είναι τυχαίο…..

Δυστυχώς, ή ευτυχώς, τόσο απλά είναι τα πράγματα με τον μαρξισμό και την εγγενή γραφειοκρατία, που αυτός εισήγαγε, ως, κατ' ουσίαν, αντικοινωνικοαπελευθερωτική ιδεολογία στο εργατικό κίνημα, καθιστάμενος, ως η κυρίαρχη ιδεολογία της γραφειοκρατίας, πέρα από προσωπικές προθέσεις και επιδιώξεις - οι οποίες δεν ήσαν, άλλωστε, πάντοτε, οι καλύτερες, αφού το στοιχείο του προσωπικού συμφέροντος, αλλά και του ομαδικού συμφέροντος γίνεται ορατό και πάντοτε, υπεισέρχεται, μέσα στην ανθρώπινη ιστορία.

Και κάτι ακόμα : Το συναίσθημα, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν βοηθά στην ψύχραιμη αποτίμηση όσων συνέβησαν. Και όταν δεν μπορούμε να αποτιμήσουμε, ψύχραιμα, όσα συνέβησαν, αδυνατούμε να καταλήξουμε σε ορθές κρίσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διδαχτούμε από την ιστορία για το τι δεν πρέπει να κάνουμε……

Αυτά είναι τα πραγματικά προβλήματα της εξέλιξης της ιστορίας του εργατικού κινήματος και της υπόθεσης της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, που δεν λύνονται με συναισθηματισμούς.

Γι΄ αυτό και σημασία έχει το τι έγινε και ποιοί και πως βοήθησαν στην διαύγαση αυτού, που έγινε, με τις όποιες αδυναμίες τους και τα σφάλματά τους.

Και η Ρόζα Λούξεμπουργκ - (όπως και ο Μιχαήλ Μπακούνιν στην εποχή του, για τον Μάρξ, τους μαρξιστές και τους μπλανκιστές) και άλλοι μετά από αυτήν - προειδοποίησε, διείδε και έδειξε που πάει το πράγμα με τον Λένιν και τον λενινισμό.

Οι παρακαταθήκες της, που τέθηκαν, ως στοιχείο στον διάλογο, παραμένουν, επί της ουσίας, δίχως απάντηση - εξαιρώντας τις συναισθηματικές κορώνες, οι οποίες συσκοτίζουν και δεν βοηθούν στην νηφάλια αποτίμησή τους.

Γιατί σημασία δεν έχει το τι είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, αλλά το τι έγινε, το πως έγινε, από ποιόν έγινε και το γιατί αυτή δικαιώθηκε στις προειδοποιήσεις στις οποίες προέβη, κάτι που - όσο και αν οι μαρξιστές θέλουν να το κρύψουν και να το συγκαλύψουν - είναι άμεσα ορατό ακόμα και σε μικρά παιδιά.....

Αυτή καθ' εαυτή οποιαδήποτε αντιπαράθεση, γύρω από την ερμηνεία των ρήσεών της, αποτελεί σχολαστικισμό και είναι άνευ ουσίας. Το ζήτημα αφορά το τι έγινε στην πράξη, με τον λενινιστικό ''δημοκρατικό συγκεντρωτισμό'' και αν αυτό, που έγινε ήταν προβλέψιμο και αν ναι, ποιός, ή ποιοί προειδοποίησαν, σε ανύποπτο χρόνο, γι' αυτό, αλλά και πάνω στην εξέλιξη των γεγονότων.

Όπως προκύπτει από όσα, ήδη, εξέθεσα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ προειδοποίησε έγκαιρα και κατήγγειλε το λενινιστικό συγκεντρωτικό μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης του μπολσεβίκικου κόμματος, δείχνοντας όλες τις καταστροφικές πρακτικές του συνέπειες στην σχέση του με το εργατικό κίνημα και την κυριαρχία της ελίτ των πεινασμένων για εξουσία αστών διανοουμένων, μέσω του μπολσεβίκικου κόμματος.

Αλλά η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν έμεινε μόνον στην παλιά σαρωτική κριτική στον νεομπλανκικό λενινισμό, που είχε ασκήσει στην προεπαναστατική περίοδο. Η επαναστάτρια αυτή πιστή στις ελευθεριακές της απόψεις, για την σχέση των εργατικών μαζών, με την πολιτική οργάνωση της τάξης - δηλαδή το κόμμα - και την ανάγκη, πάντοτε, η πρωτοβουλία να περνάει σε αυτές, στήριξε κριτικά τους μπολσεβίκους, κατά την διάρκεια του πειράματος της εγκαθίδρυσης της εξουσίας των εργατικών συμβουλίων στην Ρωσία, αναγνωρίζοντάς τους το επαναστατικό θάρρος, για την πρωτοβουλία τους τον Οκτώβρη του 1917. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπέστειλε τις απόψεις της για το λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης και την απορρέουσα από αυτό πρακτική πολιτική των μπολσεβίκων, που πολύ γρήγορα, μετά την 25η Οκτωβρίου 1917, πέρασαν στην διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης του νέου καθεστώτος, συνειδητοποιώντας σταδιακά, αλλά και γοργά, την διαφοροποίησή τους - ως κοινωνικής ομάδας συμφερόντων, που λαμβάνει όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, για την χώρα και την κοινωνία - από την εργατική τάξη, που (υποτίθεται ότι) εκπροσωπούσαν.

Αυτή η διαφοροποίηση και η συνακόλουθη συνειδητοποίηση από την μπολσεβικική ηγεσία, ότι αποτελεί την κατεξοχήν κύρια εξουσιαστική κοινωνική ομάδα, μέσα στην οικοδομούμενη Ε.Σ.Σ.Δ., με διακριτά και χωριστά συμφέροντα και από την εργατική τάξη και από τις άλλες ομάδες του πληθυσμού, είχε, ήδη, ολοκληρωθεί, μέσα στο 1918 - χονδρικά μπορούμε να προσδιορίσουμε το σημείο λίγο μετά από την εποχή της ειρήνης του Μπρεστ Λιτόφσκ -, με αποτέλεσμα τον εντεινόμενο κυβερνητικό και κρατικό αυταρχισμό και την κοινωνική ανταρσία των αγροτών, που αλλητροφοδοτούνταν, ενισχύοντας η μία την άλλη και παράλληλα το πνίξιμο των εργατικών συμβουλίων, ως ανεξάρτητων αποφασιστικών οργάνων της τάξης, με την μετατροπή τους σε ιμάντες μεταβίβασης των κυβερνητικών εντολών. Μέσο, για αυτό το μέτρο, υπήρξε η κατάργηση των άλλων κομμάτων και των συναφών πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων των εργατών και των αγροτών στην υπό δημιουργία Ε.Σ.Σ.Δ. και η επαναφορά της εργασιακής πειθαρχίας στα εργοστάσια, με την κυριαρχία των αστών ειδικών της παλαιάς εξουσίας, αφού διαπιστώθηκε ότι οι εργάτες δεν ήσαν ικανοί να αντικαταστήσουν τους αστούς στην διοίκηση των βιομηχανιών. Αυτό έγινε με την επανεισαγωγή, όπως και επί της εποχής του τσαρικού καθεστώτος και με άμεσες εντολές του Λένιν, μιας έντονα διαφοροποιημένης κλίμακας μισθών, οι οποίοι αυξάνονταν, όσο ανεβαίναμε στην διοικητική ιεραρχία των επιχειρήσεων. (Φυσικά, καμμιά σχέση με την πολιτική μισθών και διοίκησης της Παρισινής Κομμούνας).

Η μονοπώληση της εξουσίας και η συνακόλουθη γραφειοκρατικοποίηση του οικοδομούμενου νέου καθεστώτος από τους μπολσεβίκους είχε, ήδη, επισυμβεί από το 1918 και πολύ πριν απομονωθεί η επαναστατική διαδικασία στην Ρωσία από την απουσία επιτυχών εργατικών εξεγέρσεων στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο της εποχής εκείνης. Γι' αυτό και είναι άσχετη από την αυτήν και οφείλεται, φυσικά στην γραφειοκρατική δομή και αντίληψη του μπολσεβίκικου κόμματος, το οποίο διεκατείχετο οργανωτικά και διοικητικά από νεομπλανκικές και ιακωβινικού τύπου αντιλήψεις, για την διοίκηση και την οργάνωση της κοινωνίας, αλλά και ιεραρχικού εξουσιαστικού τύπου σχέση με την (υποτιθέμενα) εκπροσωπούμενη σπό συτό εργατική τάξη.

Η μονοπώληση της εξουσίας από τους επαγγελματίες επαναστάτες γραφειοκρατικοποιημένους αστούς διανοούμενους του μεταμορφωμένου σε κομμουνιστικό κόμμα μπολσεβίκικου κόμματος, συνοδεύτηκε από την μονοπώληση και του τύπου και των συγκεντρώσεων, αφού εκείνη την εποχή καταργήθηκε η ελευθερία του τύπου (όχι μόνον οι καπιταλιστές ιδιοκτήτες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, αλλά και το δικαίωμα έντυπης έκφρασης των διαφορετικών από το κομματικό απαράτ απόψεων) και η ελευθερία των συγκεντρώσεων και συναθροίσεων των εργαζομένων και των πολιτών, αφού, ουδείς άλλος, πλην των καθοδηγούμενων από το Κομμουνιστικό Κόμμα πολιτικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών οργανώσεων, εδικαιούτο να προβαίνει σε συναθροίσεις και συγκεντρώσεις μελών, ή οπαδών του.

Όλα αυτά υπήρξαν προϊόν της μονοπώλησης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, της κατάργησης των άλλων κομμάτων και των μη εξαρτώμενων από το μπολσεβίκικο κόμμα πολιτικών κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης και της κοινωνίας και είναι απότοκα και των αναγκών της εποχής, αλλά κυρίως της γραφειοκρατικής ιεραρχικής δομής και των συναφών αντιλήψεων των μπολσεβίκων, προϊόν του λενινισμού και της προοδευτικής συνειδητοποίησης, μέσα στην εξελικτική πορεία των γεγονότων, μετά τον Οκτώβρη του 1917, από την κοινωνική ομάδα, που ασκούσε την εξουσία, ότι αποτελεί διαφοροποιημένη κοινωνική ομάδα, με δικά της - ιδιοτελή - συμφέροντα, σε σχέση με την δήθεν εκπροσωπούμενη τάξη και την ευρύτερη κοινωνία. Τα συμφέροντα αυτά σχετίζονταν και εξυπηρετούνταν, με την κατοχή της πολιτικής εξουσίας, η οποία, επικυριαρχώντας, πάνω στις άλλες πλευρές της ζωής της χώρας, ήταν και προσδιόριζε το πρακτικό σύστημα των αξιών της οικοδομούμενης κοινωνικής οργάνωσης και απαιτούσε την τεράστια ανάπτυξη του αρχικού πυρήνα της ελάχιστης αριθμητικά πολιτικοκοινωνικής ομάδας των μπολσεβίκων, με την ενσωμάτωση και την συνακόλουθη γραφειοκρατικοποίηση τεράστιων ομάδων από τα ερείπια της παλιάς τσαρικής και καπιταλιστικής κοινωνίας της Ρωσίας. Αργότερα, το 1921, μετά τον εμφύλιο, ολοκληρώθηκε η γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνίας στην Ε.Σ.Σ.Δ., δια της πλήρους και ολοκληρωτικής κυριαρχίας της εκάστοτε ηγετικής ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος, με την απαγόρευση των φραξιών και των τάσεων στο κόμμα, με ευθύνη των Λένιν και Τρότσκυ - ο τελευταίος, μάλιστα, υπέστη και τα επίχειρα της πράξης του και αυτό το λέω δίχως καμμία κακή προαίρεση....

Ο μπολσεβικικός νεοϊακωβινισμός δεν έμεινε απαρατήρητος από την Ρόζα Λούξεμπουργκ και καταγγέλθηκε από αυτήν, η οποία, δυστυχώς, δεν έζησε τόσο, ώστε να δει και την ολοκλήρωση της γραφειοκρατικοποίησης της Σοβιετικής Ένωσης από τους μπολσεβίκους του Λένιν - και όχι μόνον, τα ζητήματα απόρριψης από τους μπολσεβίκους της τυπικής δημοκρατίας. Οι καταγγελίες της (έναν χρόνο μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων) ήσαν καταγγελίες ουσίας και περιεχόμενου και αφορούσαν την ίδια την εξουσία, που οικοδομείτο στην υπό διαμόρφωση Ε.Σ.Σ.Δ.

Ας δούμε την σαρωτική κριτική της, κριτικά, πάντα, στηρίζουσας το συμβουλιακό πείραμα των μπολσεβίκων και των άλλων οργανώσεων της εργατικής τάξης της Ρωσίας, Ρόζας Λούξεμπουργκ, για την πρακτική των μπολσεβίκων του Λένιν και του Τρότσκυ, ένα χρόνο μετά τον Οκτώβρη του 1917 :


''Χωρίς γενικές εκλογές, χωρίς ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, πρόκειται για δικτατορία, βέβαια, αλλά όχι δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή η δικτατορία αστικού τύπου, όπως η δικτατορία των ιακωβίνων.''

Βέβαια, επαναλαμβάνω ότι σημασία δεν έχει το τι είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Αυτό από μόνο του έχει μικρή, ή καμμία αξία.

Σημασία έχει το τι έγινε, πως έγινε, γιατί έγινε, ποιοί έκαναν να συμβεί αυτό, που έγινε και ποιοί προειδοποίησαν, ποιοί κτύπησαν το καμπανάκι την ώρα που έπρεπε.

Και η Ρόζα Λούξεμπουργκ έπραξε αυτό που της αναλογούσε και πολύ περισσότερο από αυτό, πάντοτε λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών, που της έθεταν η εποχή της και η ιδεολογία της....

Δυστυχώς, επί της ουσίας, οι καταγγελίες της Ρόζας μένουν αναπάντητες από τους μαρξιστές, οι οποίοι αρνούνται πεισματικά - ακόμα και τώρα, παρά την συσσωρευμένη εμπειρία πάνω από 100 χρόνια από την συγκρότηση της μπολσεβίκικης φράξιας του Ρωσικού Εργατικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και πάνω από 90 χρόνια από την δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και των (ψευδο)εργατικών κρατών, που επιβιώνουν, μετά την κατάρρευσή της - να συζητήσουν την σχέση των μαρξιστικών - λενινιστικών ιδεών, για το μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος - (δήθεν) νέου τύπου -, με την πορεία της γραφειοκρατικοποίησης του ιδίου του μπολσεβίκικου κόμματος και της Ε.Σ.Σ.Δ., στην πορεία των εξελίξεων, μιά σχέση που και προφανής είναι και γίνεται από μακράν ορατή.


Και φυσικά, αρνούνται να δουν την κοινωνιολογική διάσταση του προβλήματος και της κοινωνικής ιδιοσυστασίας, της συγκρότησης και της σύστοιχης συμπεριφοράς των μπολσεβίκων, ως διακριτής κοινωνικής ομάδας ιδιοτελών συμφερόντων και να βγάλουν τα αντίστοιχα κοινωνιολογικά συμπεράσματα. Γι' αυτό και προτιμούν να μένουν στους συναισθηματισμούς και αυτό το γράφω επειδή δεν αρκούν τα γαρύφαλλα για την Ρόζα, όταν δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την πραγματικά ανεκτίμητη προσφορά της, στην οποία αναφέρθηκα....

Προφανώς, αυτό δεν είναι τυχαίο....

[Δείτε και το θέμα στο ‘‘PETROUPOLIS FORUMS’’ : ‘‘Κορνήλιος Καστοριάδης : Ένας απολογισμός, μια ερμηνεία’’ http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?t=1467&start=0&postdays=0&postorder=asc&highlight=&mforum=pfor ].