Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Ο αποπληθωριστικός πληθωρισμός και το χρέος, η συρρίκνωση του εθνικού εισοδήματος και της παραγωγής και οι θεσμικές ανεπάρκειες της ευρωζώνης. (Γιατί η αποπληρωμή του χρέους, χωρίς seigniorage, οδηγεί στην καταστροφή της προσφοράς χρήματος).





Μια ημέρα πριν την επίσκεψη του Γερμανού αφεντικού (περί του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε ο λόγος), ο νεοκατοχικός πρωθυπουργός αποπειράται να παρουσιάσει - με διάγγελμα!!! - στον ελληνικό λαό, ως επιτυχία του, την άδεια που του εδόθη, από τους τοκογλυφικούς δανειστές της χώρας (και μάλιστα, παρά τις αντιρρήσεις της τρόϊκας, που τους εκπροσωπεί), για μια δοκιμαστική μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, από το 23%, στο 13%, με αρχή την 1/8/2013. Ο Αντώνης Σαμαράς, φυσικά, μπέρδεψε τα λόγια του και αγανακτώντας, on camera, τα έβαλε, με το κεφάλι του, αποκαλώντας τον εαυτό του, με την γνωστή λέξη, που εύκολα χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή.

Δεν είχε άδικο. Πρέπει κάποιος να είναι πολύ μαλάκας, για να μπορεί να δέχεται αδιαμαρτύρητα να του λέει ο Σόϋμπλε "Ξεχάστε το κούρεμα του χρέους, αυτή είναι μια συζήτηση, που δεν σας κάνει καλό", ή ότι "Δεν συζητούμε για δεύτερο κούρεμα. Εάν το 2014 έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις, και υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε, για πιθανή βοήθεια και πρόσθετα μέτρα, προς την κατεύθυνση ελάφρυνσης του χρέους. Όμως, εάν συζητάτε για κούρεμα, πέρα από το 53% στον ιδιωτικό τομέα, δεν συζητάμε καθόλου. Εάν μιλάτε για κούρεμα από τον μηχανισμό στήριξης, είμαστε εντελώς αντίθετοι, διότι, εφ' όσον παίρνετε βοήθεια από αυτόν τον μηχανισμό και μιλάτε, για κούρεμα, είσθε ψεύτες"!

Και πρέπει κάποιος να είναι πολύ μαλάκας, όταν δεν τολμάει να απαντήσει στον Γερμανό επικυρίαρχο ότι αυτό το χρέος είναι αδύνατο να πληρωθεί από την χώρα, διότι έτσι καταστρέφει την δημιουργία και την προσφορά του χρήματος στην ελληνική οικονομία συρρικνώνει και διαστρέφει την ζήτησή του, μεταφέροντας πλούτο, από την οφειλέτρια Ελλάδα στους δανειστές, την ώρα, που η χώρα χρειάζεται αναπτυξιακά μέτρα, με αύξηση της προσφοράς και της ζήτησης του χρήματος, με συντονισμένες και έντονες κρατικές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες.

Επίσης, θα πρέπει κάποιος να είναι πολύ μαλάκας, όταν αποδέχεται τα ψίχουλα, που του προσφέρει, για την δήθεν εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους, με μείωση των επιτοκίων και επιμήκυνση των δόσεων - γιατί αυτό εννοεί ο Σόϋμπλε, όταν μιλάει για "ελάφρυνση του χρέους" - δεν βάζει στο τραπέζι και δεν ζητάει από τον επικυρίαρχο Γερμανό, την πληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους από την Ε.Κ.Τ., αποδεχόμενος την παραμονή της χώρας σε ένα διαρκές αδιέξοδο και την συντήρηση της ελληνικής οικονομίας σε μια κατάσταση ενός παρατεταμένου αργού και βασανιστικού θανάτου, μέσα από την διαδικασία της ελεγχόμενης πτώχευσης, στην οποία αυτή έχει τεθεί, από τους ευρωζωνίτες.

Η οικονομική πολιτική, που ακολουθείται στην ευρωζώνη, από την Ε.Κ.Τ., με την πείσμονα ενθάρρυνση της γερμανικής ελίτ, αποσκοπεί στην, πάση θυσία, αποπληρωμή των χρεών, μέσα από την μείωσή τους και η οποία έχει οδηγήσει σε πτώση των εισοδημάτων και σε έναν αποπληθωριστικό πληθωρισμό των τιμών, ο οποίος, συνοδεύεται από μια ραγδαία πτώση των εισοδημάτων και σε ένα βάθος χρόνου, θα οδηγήσει σε μια καθαρά αποπληθωριστική διαδικασία, παλαιού τύπου, με βασικό χαρακτηριστικό την πτώση, άν όχι όλων των τιμών, τουλάχιστον εκείνου του τμήματός τους, που απευθύνεται στον μέσο γενικό πληθυσμό και σίγουρα της τιμής της εργατικής δύναμης και των κερδών, που σχετίζονται με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (και όχι μόνο αυτές).

Πράγματι, οι δραστικές μειωτικές μεταβολές (είτε αυτές προκύπτουν απροσδόκητα είτε είναι προϊόν μιας στοχευμένης πολιτικής) στις τιμές - και ειδικότερα στους μισθούς και σε εκείνες τις τιμές που προσδιορίζουν τα εισοδήματα εξ ιδιοκτησίας - οδηγούν, όπως έχουμε πει, σε μια αναδιανομή του πλούτου, ανάμεσα σε οφειλέτες και δανειστές. Αυτό συμβαίνει, είτε έχουμε να κάνουμε, με ένα φαινόμενο, σαν αυτό της GREAT DEPRESSION, της δεκαετίας του 1930, το οποίο είναι κλασσικό υπόδειγμα ισχύος της θεωρίας αντιπληθωρισμού - χρέους (deflation-debt theory) εκφράστηκε, με μια τεράστια πτώση των τιμών, κυρίως κατά την προρουσβελτιανή περίοδο 1929 - 1932, αλλά και κατά διακοπτόμενες περιόδους, στην διάρκεια της διακυβέρνησης του F. D. Roosevelt, είτε έχουμε να κάνουμε, με το σύγχρονο φαινόμενο του αποπληθωριστικού πληθωρισμού και της συνάφειάς του με το χρέος, ένα φαινόμενο, που ανήκει στην κεϋνσιανή και μετακεϋνσιανή εποχή και τροποποιεί την αρχική θεωρία αντιπληθωρισμού - χρέους, ως θεωρία αποπληθωριστικού πληθωρισμού - χρέους (deflational inflation-debt theory), όπως εγώ την αποκαλώ και η οποία ισχύει στην σύγχρονη εποχή, έχοντας, ως χαρακτηριστικό υπόδειγμα, την ευρωζώνη, μετά την εσωτερίκευση της διεθνούς ύφεσης του 2008 και την έλευση της ελληνικής κρίσης στις αρχές του 2010.

Έτσι, λοιπόν, όταν ένας οφειλέτης χρωστάει στον δανειστή του 100,00 €, το ποσόν της οφειλής του, στην πραγματική του διάσταση, ισορροπεί στα 100,00/ΕΤ ευρώ - όπου ΕΤ είναι το επίπεδο τιμών, κατά την περίοδο της δημιουργίας, ή της αποπληρωμής της οφειλής, ή του μέρους αυτής της οφειλής, που κάθε φορά πληρώνεται. Όσο το επίπεδο των τιμών είναι τέτοιο, που μπορεί να εξυπηρετείται η οφειλή, από τον οφειλέτη, δεν υπάρχει πρόβλημα. Τα πράγματα είναι σε ισορροπία και εξελίσσονται ομαλά, όσον αφορά το γενικό πλαίσιο, εντός των οποίων κινούνται οι συναλλαγές. Η ισορροπία, ανάμεσα στην εξυπηρέτηση της οφειλής και στο γενικό πλαίσιο της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, που δεν διαταράσσεται από το επίπεδο των τιμών και δι' αυτών, από το επίπεδο των εισοδημάτων, μπορεί να διαταραχθεί, μόνο σε μεμονωμένες προσωπικές περιπτώσεις, που έχουν να κάνουν, με γεγονότα, τα οποία ανάγονται στην ατομική συμπεριφορά του οφειλέτη, δεν συμποσούνται σε μια γενική συμπεριφορά, που αφορά το σύνολο, ή ένα σημαντικό μέρος των οφειλετών και ως εκ τούτου, δεν επρεάζουν την συνολική οικονομία μιας χώρας.

Το πρόβλημα στην συμπεριφορά της συνολικής οικονομίας δημιουργείται όταν η οικονομική πολιτική οδηγεί σε μια προσδοκώμενη, ή απροσδόκητη πτώση των τιμών και δι αυτής στην πτώση των εισοδημάτων, αφού η πτώση των τιμών αυξάνει το πραγματικό ποσόν του χρέους, που έχουν οι οφειλέτες, έναντι των δανειστών τους. Αυτό, όπως γίνεται κατανοητό, συμβαίνει επειδή το ποσόν της αγοραστικής δύναμης, που είναι εκφρασμένο σε νόμισμα (το οποίο λογίζεται ως σκληρό, αφού δεν πέφτει η τιμή του, κάτι που, για να συμβεί, πρέπει, τρόπον τινα, πληθωριστεί), δεν ακολουθεί τις πτωτικές τάσεις των επιπέδων των τιμών και έτσι το βάρος για τους οφειλέτες αυξάνει, με αποτέλεσμα ο αντιπληθωρισμός στην δεκαετία του 1930 και ο αποπληθωριστικός πληθωρισμός, στις ημέρες μας, να καθιστά πλουσιότερους τους δανειστές και πτωχότερους τους οφειλέτες.

Το, εις βάρος των οφειλετών, διαταραγμένο επίπεδο ισορροπίας οφειλών και επιπέδου τιμών, με τα μειωμένα εισοδήματα, εξ εργασίας, ή εκ κέρδους, ή πάσης άλλης φύσεως δραστηριότητας, οδηγούν τους οφειλέτες στην δαπάνη ολοένα και λιγότερων χρημάτων για αγαθά και υπηρεσίες, ενώ οι δανειστές, πιθανώς, θα δαπανήσουν περισσότερα, από όσα δαπανούσαν, προηγουμένως - χωρίς αυτό να είναι, εξ ορισμού, δεδομένο, ούτε και εφ' όσον συμβεί, να είναι δεδομένο ότι θα συμβαίνει στο διηνεκές. Κάθε άλλο.

Η συμπεριφορά αυτή των οφειλετών είναι απόλυτα φυσιολογική, αφού ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα, που έχουν δημιουργηθεί από την, εις βάρος τους, διατάραξη της ισορροπίας επιπέδου τιμών και οφειλών και την μεταφορά πλούτου από τους αυτούς, προς τους δανειστές. Ομοίως, λογική φαίνεται και η τυχούσα, αρχικά, μεγαλύτερη δαπάνη των δανειστών, οι οποίοι, αποκτώντας περισσότερο πλούτο, μέσα από την ευνοϊκή μεταχείριση, που τους επιφύλαξε η διατάραξη της αρχικής ισορροπίας οφειλών και επιπέδου τιμών, μέσα από την πτώση των τιμών και των εισοδημάτων των οφειλετών, θα κοιτάξουν να το δαπανήσουν, εν όλω, ή εν μέρει (περισσότερο, εν μέρει και λιγότερο εν όλω), υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διακινδυνεύσει ο πλούτος τους.

Όσο οι καταναλωτικές ροπές των δύο αυτών ομάδων του πληθυσμού είναι ισοδύναμες και όσο αυτές οι ροπές επιτρέπουν την ομαλή μετατροπή των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις (ή πρόσθετη κατανάλωση), δεν υφίσταται πρόβλημα. Η ανισορροπία που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στο καθοδικό, ή, αποπληθωριστικά, πληθωριστικό επίπεδο των τιμών, στις οφειλές και στα εισοδήματα, δεν λειτουργεί, βλαπτικά, για το οικονομικό σύστημα. Μπορεί να έχει δημιουργήσει νέες ανισότητες και φυσικά, μπορεί να κριθεί, ως άδικο, αλλά, εφ' όσον δεν δημιουργεί πρόβλημα στην γενικότερη οικονομική και ειδικότερα στην χρηματοπιστωτική λειτουργία του συστήματος, επιτρέποντας την ομαλή συνέχιση της ροής χρήματος (ρευστότητας) στους αρμούς της οικονομικής ζωής, είναι λειτουργικό.

Συνήθως, αυτή η ισορροπία είναι ασταθής και το τέλος της είναι δεδομένο. Μπορεί να έλθει σύντομα. Μπορεί να αργήσει να έλθει. Είναι σίγουρο, όμως, ότι, εάν το οικονομικό σύστημα, μείνει αρρύθμιστο, ή εάν έχει, εντελώς, ανεπαρκείς ρυθμιστικούς μηχανισμούς, το τέλος της ασταθούς αυτής ισορροπίας θα συμβεί. Το γιατί θα συμβεί αυτό, είναι νομίζω, απολύτως, σαφές.

Οι οφειλέτες και οι δανειστές, οι δύο αυτές ομάδες του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (πολύ περισσότερο, εάν συμπεριλάβουμε, όπως είναι και ορθό, και τον μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό), μέσα σε ένα πλαίσιο αντιπληθωρισμού και αποπληθωριστικού πληθωρισμού, δεν έχουν τα ίδια επίπεδα καταναλωτικών ροπών. Οι οφειλέτες, αν και γενικώς, έχουν υψηλότερες καταναλωτικές ροπές, στην πράξη, σε συνθήκες αντιπληθωρισμού και αποπληθωριστικού πληθωρισμού, έχουν μικρότερες και συρρικνούμενες καταναλωτικές ροπές. Οι δανειστές, από την πλευρά τους, συνήθως, έχουν μικρότερες καταναλωτικές ροπές, οι οποίες μπορεί, περιστασιακά, μέσα από την αρχική αύξηση του πλούτου τους, σε συνθήκες πτώσης του επιπέδου των τιμών και σε συνθήκες αποπληθωριστικού πληθωρισμού, να αυξηθούν, όμως, γρήγορα, θα αποσύρουν τα επενδυτικά τους ενδιαφέροντα, μέσα σε συνθήκες πτώσης της ζήτησης, για αγαθά και υπηρεσίες, οδηγώντας την διαδικασία στο τέρμα της. Δηλαδή στην αδυναμία μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις και σε αύξηση της ροπής προς αποταμίευση.




Ο αντιπληθωρισμός, όπως και ο αποπληθωριστικός πληθωρισμός, που οδηγούν στις μεγάλες μειώσεις των τιμών και των εισοδημάτων, έχουν, ως αποτέλεσμα την αύξηση της επιβάρυνσης των οφειλετών και στην μεγέθυνση του πλούτου των πιστωτών (φαινόμενο, για το οποίο έχει μιλήσει ο Irving Fisher), μέσα από την μεταφορά πλούτου από τους μεν στους δε, λόγω της διατάραξης της ισορροπίας οφειλών και επιπέδου τιμών, υπέρ των πιστωτών, οι οποίοι επωφελούνται από την αύξηση της αγοραστικών δύναμης των πιστώσεών τους, η οποία προξενείται από την πτώση των τιμών και ειδικά των μισθών και των εισοδημάτων των οφειλετών. Η όλη διαδικασία οδηγεί στην μείωση των επενδύσεων και στην βίαιη μετατόπιση της καμπύλης IS, προς τα κάτω. Έτσι, το συνολικό εισόδημα πέφτει από το επίπεδο Y1, στο επίπεδο Y2. Έναν μικρό ρόλο - ο οποίος στην αρχή της διαδικασίας μπορεί να είναι και περισσότερο σημαντικός -, στην όλη διαδικασία, παίζουν και οι κινήσεις του επιτοκίου, αφού ο αντιπληθωρισμός και ο αποπληθωριστικός πληθωρισμός οδηγούν, σε αποκλίσεις, ανάμεσα στα πραγματικά και τα ονομαστικά επιτόκια, αυξάνοντας τα πραγματικά επιτόκια (από r1, σε r2) και μειώνοντας τα ονομαστικά επιτόκια (από i1, σε i2). Πάντως, σε συνθήκες αποπληθωριστικού πληθωρισμού και ουσιαστικού μηδενισμού των επιτοκίων - όπως στις Η.Π.Α. και στις αγγλοσαξωνικές χώρες, πλην Βρετανίας - τα επιτόκια δεν παίζουν κανένα, έστω και μη ουσιώδη ρόλο, στα ζητήματα της μακροοικονομικής πολιτικής. Στην ευρωζώνη, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά και τα επιτόκια παίζουν έναν ρόλο.


Με αυτόν τον τρόπο το οικονομικό σύστημα εισέρχεται σε ύφεση, η οποία γρήγορα, λόγω της ανυπαρξίας (ή ατελούς ύπαρξης) ρυθμιστικών μηχανισμών, μετασχηματίζεται σε οικονομική κρίση, αφού οι οφειλέτες μειώνουν τις δαπάνες τους, περισσότερο από όσο τις αυξάνουν οι πιστωτές, οι οποίοι, στην συνέχεια, μειώνουν και τις δικές τους δαπάνες. Αυτό, που, τελικά, συμβαίνει, είναι η μείωση της δαπάνης να οδηγεί σε μια βίαιη συσταλτική μετατόπιση της καμπύλης IS και φυσικά, σε χαμηλότερο εθνικό εισόδημα, το οποίο, εφ' όσον δεν υπάρξει ευρύτερη ρυθμιστική παρέμβαση - η οποία μπορεί να είναι μόνον, ή κυρίως, κρατική -, θα μειώνεται, έως ότου ισορροπήσει, σε μια ανισορροπία ανάμεσα στην αποταμίευση, τις επενδύσεις, την απασχόληση και την παραγωγή, μια ανισορροπία, η οποία θα κατασταλάξει σε μειωμένα επίπεδα παραγωγής, αργία μεγάλου τμήματος του παραγωγικού δυναμικού και αυξημένα επίπεδα ανεργίας. Αυτή είναι η κατάσταση, την οποία βιώνει η ευρωζώνη, με το σκληρό της νόμισμα και την ανεξέλεγκτη Ε.Κ.Τ. Και ακόμη, χειρότερα, αυτή είναι η κατάσταση, που βιώνει η Ελλάδα.


Στο υπόδειγμά μας και στον πίνακα, που παρατίθεται, παραπάνω, λαμβάνεται υπόψη και μια δευτερεύουσα παράμετρος, η οποία βοηθάει στην βίαιη μετατόπιση της καμπύλης IS, προς τα κάτω. Είναι η παράμετρος των επιτοκίων, η οποία, όμως, μόνον, ως υποπερίπτωση, έχει κάποια επιρροή στην κίνηση των επενδύσεων. Δεν είναι το κύριο σενάριο, ούτε ο κύριος παράγοντας, που επηρεάζει τις επενδύσεις και την ζήτηση του χρήματος. Αυτά τα μεγέθη επηρεάζονται, κυρίως, από την κατάσταση στην πραγματική οικονομία, από τις κινήσεις στην αγορά και λιγότερο, έως καθόλου, από τα επιτόκια.

Έτσι, το πραγματικό επιτόκιο, παρά τα όσα λέει η θεωρία, ασκεί πολύ μικρή επιρροή στις επενδύσεις και το ονομαστικό επιτόκιο, επίσης, πολύ μικρή επιρροή στην ζήτηση του χρήματος. Πολύ περισσότερο, όταν έχουμε να κάνουμε με έναν, ουσιαστικά, πτωχευμένο χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως συνέβη στην δεκαετία του 1930 στις Η.Π.Α. και όπως συμβαίνει, σήμερα, στην ευρωζώνη, αφού το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, έχει, εν τοις πράγμασι, μετατραπεί σε μια μπατιροτραπεζοκρατία. Σε έναν χρηματοπιστωτικό τομέα, που βρίσκεται σε αυτή την τραγική θέση, η προσφορά οποιουδήποτε επιτοκίου είναι άνευ ουσίας (και συνουσίας).

Όμως, η πολιτική των επιτοκίων, που ασκούν οι τράπεζες, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, αν και δεν μπορεί να ανατάξει την κατάσταση, μπορεί, κάλλιστα, να την επιδεινώσει. Και συνήθως, αυτό πράττει.

Ο μηχανισμός της επικουρικής επιδείνωσης των μακροοικονομικών μεγεθών μιας οικονομίας, που βρίσκεται σε κρίση, από την επίδραση των επιτοκίων είναι αρκετά απλός, στην περίπτωση του προσδοκώμενου αντιπληθωρισμού και κάπως περισσότερο σύνθετος, στην περίπτωση του αποπληθωριστικού πληθωρισμού. Στην ουσία και στην μία και στην άλλη περίπτωση, η μεγάλη πτώση των τιμών και η πληθωριστική σπείρα, που οδηγεί στην πτώση των τιμών, κατατρώγουν τα εισοδήματα, οδηγώντας, άμεσα στην μία περίπτωση και βαθμιαία στην άλλη, σε αρνητικό πληθωρισμό.

Έτσι τα πραγματικά επιτόκια είναι υψηλότερα των ονομαστικών επιτοκίων, γεγονός, το οποίο επικουρεί στην συμπίεση της επενδυτικής δαπάνης, την οποία έχει επιφέρει, ήδη, η ίδια η αντιπληθωριστική και η αποπληθωριστικά πληθωριστική σπείρα, που ξεκίνησε την διαδικασία πτώσης των τιμών και επέφερε την μείωση των εισοδημάτων, μέσα και από την μεταφορά του πλούτου από τους οφειλέτες, στους πιστωτές. Με αυτόν τον τρόπο, η αύξηση των πραγματικών επιτοκίων μπορεί να συνδράμει και να ενισχύσει την βίαιη μετατόπισης της καμπύλης IS, από IS1, σε IS2 και, σε μείωση του εθνικού εισοδήματος, από Y1, σε Y2, σύμφωνα με το παρουσιαζόμενο γράφημα, στο οποίο ο προσδοκώμενος πληθωρισμός συμβολίζεται με το πe και το πραγματικό επιτόκιο r ισούται, με i-πe.

Φυσικά και τα δύο σενάρια (εκείνο του αντιπληθωρισμού, που ίσχυσε στην GREAT DEPRESSION, κυρίως στην περίοδο 1929 - 1932 και αυτό του αποληθωριστικού πληθωρισμού, που ισχύει στην περίπτωση της ευρωζώνης), οι σύστοιχες πτώσεις των τιμών και κυρίως των εισοδημάτων, λειτουργούν συμπιεστικά, στο εθνικό εισόδημα και στην παραγωγή, μετατοπίζοντας την καμπύλη IS, προς τα κάτω, προσδιορίζοντας την ευθύνη για τις κρίσεις, στις Κεντρικές Τράπεζες των Η.Π.Α., όσον αφορά την κρίση της δεκαετίας του 1930 και της ευρωζώνης, όσον αφορά το σήμερα, επειδή και στις δύο περιπτώσεις η μείωση της προσφοράς του χρήματος υπήρξε πολύ μεγάλη.

Όμως, τα πράγματα υπήρξαν και είναι περισσότερο πολύπλοκα. Η ευθύνη, για τον αντιπληθωρισμό και τον αποπληθωριστικό πληθωρισμό, ως προς τις αρχικές τους αιτίες και την διατήρησής τους, ως διογκούμενων χιονοστιβάδων, είναι άλλης τάξεως ζήτημα και δεν έχει να κάνει, με την μείωση της προσφοράς του χρήματος στις αγορές. Η μείωση της προσφοράς του χρήματος, προφανώς, επέτεινε τις δυσκολίες και χειροτέρευσε την κατάσταση, αλλά οι πρωταρχικές αιτίες  των συμφορών που βρήκαν την αμερικανική οικονομία το 1929 και την ευρωζώνη το 2010, είχαν να κάνουν με την μεγάλη πτώση της ζήτησης, η οποία διαταράχθηκε και διευρύνθηκε, από τις διαφοροποιημένες καταναλωτικές ροπές των ομάδων του, οικονομικά, ενεργού και μη ενεργού πληθυσμού των μεγάλων αυτών κοινωνιών (εκ των οποίων η ευρωζώνη δεν αποτελεί καν ενιαία κοινωνία και οικονομία), που έπληξαν την καταναλωτική ζήτηση και δι' αυτής, άμεσα την παραγωγή.

Όπως, έχω πολλές φορές γράψει, επαναλαμβάνοντας (μονότονα, αλλά πάντοτε χρήσιμα) τον John Maynard Keynes και την συνάρτηση κατανάλωσης, που αυτός εφηύρε, η αύξηση του εισοδήματος, κατά μια χρηματική μονάδα, απαιτεί, για την διατήρηση της ισορροπίας και της ομαλής λειτουργίας του οικονομικού συστήματος, μια αύξηση και της κατανάλωσης, κατά μία, επίσης, μονάδα. Όμως, η ροπή προς κατανάλωση, σε μια κοινωνία δεν ακολουθεί αυτό το σενάριο της ισότητας/ισοδυναμίας, ανάμεσα στην αύξηση του εισοδήματος και στην αύξηση της κατανάλωσης, που προβλέπει η κλασική θεωρία.

Στην πραγματικότητα, όσο οι κοινωνίες πλουτίζουν, αυξάνοντας το συνολικό εισόδημα, η αύξηση της κατανάλωσης κυμαίνεται, ανάμεσα στο μηδέν και στην μονάδα. Αυτή η εξέλιξη, που προσδιορίζεται, ως φθίνουσα οριακή ροπή προς κατανάλωση, μιας πλουτίζουσας κοινωνίας, καθιστά το κλασικό σενάριο της ισορροπίας, ανάμεσα στην αύξηση του εισοδήματος και στην ισόποση αύξηση της κατανάλωσης, ένα σενάριο, το οποίο συνυπάρχει μαζύ με πλείστα άλλα σενάρια, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι σενάρια ανισορροπίας, ανάμεσα στα δύο αυτά μακροοικονομικά μεγέθη. Η συνύπαρξη των σεναρίων ανισορροπίας, μαζύ με το κλασικό σενάριο ισορροπίας, το καθιστά ένα σενάριο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, προσδιορίζοντάς το, έτσι, ως μειοψηφικό σενάριο και ως σενάριο, το οποίο έχει τις λιγότερες πιθανότητες να συμβεί, επί μακρόν και αδιατάρακτα. 

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η πολύ πιθανότερη επικράτηση των σεναρίων ανισορροπίας, ανάμεσα στην αύξηση του εισοδήματος και την αύξηση της κατανάλωσης, παραπέμπει σε έλλειμμα στην αγοραστική δύναμη και σε οικονομική ύφεση, ως προϊόν της πτώσης της μέσης ροπής προς κατανάλωση της κοινωνίας αυτής, αφού οι πλούσιότερες ομάδες του πληθυσμού τείνουν προς την αύξηση της κατανάλωσής τους, σε μικρότερο βαθμό από την αύξηση των εισοδημάτων τους, ρέποντας προς την αύξηση των αποταμιεύσεών τους, ενώ οι πτωχότερες αυξάνουν την κατανάλωσή τους, όσο αυξάνεται το εισόδημά τους, με όποιον τρόπο και αν αυτό αυξάνεται - ακόμη και με τον δανεισμό.

Κάπου εδώ, λοιπόν, φθάνουμε στο πραγματικό υπόβαθρο του σχήματος της debt-deflation theory και στις δύο μορφές του. Το κλασικό του αντιπληθωρισμού-χρέους και το τροποποιημένο σύγχρονο (όπως τουλάχιστον το τοποθετώ εγώ, αναπροσαρμόζοντας το κλασικό σχήμα) του αποπληθωριστικού πληθωρισμού-χρέους.

Όλα αυτά δεν θα είχαν καμμία σημασία, διότι τα σφάλματα, που έγιναν στην δεκαετία του 1930, από την διοίκηση του προέδρου Herbert Hoover, δεν φαίνεται ότι είναι δυνατόν να επαναληφθούν, στην ίδια έκταση, στις Η.Π.Α., στην σημερινή εποχή. (Αν και ουδείς μπορεί να αποκλείσει ο,τιδήποτε). Η αλήθεια είναι ότι τα λάθη αυτά πήγαν, σε έναν βαθμό, να ξαναγίνουν τον Σεπτέμβριο του 2008, επί προεδρίας George Bush jr., με αποτέλεσμα να πυροδοτήσουν την βαθιά ύφεση εκείνης της εποχής, η οποία παγκοσμιοποιήθηκε, αλλά η μετάπτωσή της σε κρίση, απετράπη, χάρη στις διορθωτικές κινήσεις του, τότε, ρεπουμπλικανού προέδρου και του οικονομικού του επιτελείου, που σαν κεντρικό τους άξονα είχαν τις μαζικές κρατικές παρεμβάσεις, παντού και την υπέρμετρη αύξηση της προσφοράς χρήματος.

Όμως, όλα αυτά, αποκτούν κεφαλαιώδη σημασία, διότι ναι μεν, ίσως να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη στην αμερικανική οικονομία, αλλά, ήδη, εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια, επαναλαμβάνονται στην ευρωζώνη, με δυσοίωνες προοπτικές, αφού αυτή δεν αποτελεί κρατική ομοσπονδία, όπως οι Η.Π.Α., αλλά είναι, κυρίως, μια ατελέστατη και χαοτική νομισματική ένωση, με ουσιώδεις θεσμικές ανεπάρκειες (όπως άλλωστε έχει συμβεί με όλες τις νομισματικές ζώνες στην ιστορία και η ευρωζώνη δεν αποτελεί εξαίρεση), την οποία νομισματική ένωση η οικονομική ύφεση του 2008 κατέστησε, ουσιαστικά,  νεκρή, το πτώμα της οποίας οι εταίροι της ζώνης του ευρώ, αρνούνται να το θάψουν, διότι αρνούνται να αποδεχθούν την προφανή πραγματικότητα του θανάτου της.

Το χειρότερο και κυριολεκτικά, θανατηφόρο, που έχει κάνει η ευρωζώνη είναι η θεσμοθέτηση του νομίσματός της - του ευρώ -, το οποίο είναι κοινό σε 17 χώρες, ως ενός υπέρσκληρου νομίσματος, το οποίο, εκ συστάσεως, επιδιώκει να μην πληθωριστεί, προκειμένου να μπορέσει να σταθεί, ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Ο στόχος αυτός είναι αδύνατο να επιτευχθεί, ακριβώς επειδή είναι αντιφατικός και προσκρούει στην πραγματικότητα της υπερχρέωσης των κρατών, που την απαρτίζουν και της ευρωζώνης ως σύνολο, αλλά και της ιδιωτικής οικονομίας, που δραστηριοποιείται, εντός των οικονομιών αυτών.

Με δεδομένη, μάλιστα, την ανυπαρξία μιας κεντρικής κυβέρνησης και μιας πραγματικής κεντρικής τράπεζας, που να υπάγεται σε μια κεντρική κυβέρνηση, είναι φυσική και αναμενόμενη εξέλιξη η μετατροπή της μετρίας εντάσεως διεθνούς ύφεσης του 2008, σε μια ανοικτή κρίση της ευρωζώνης, ως αποτέλεσμα των χαοτικών θεσμικών της ανεπαρκειών, οι οποίες καθιστούν εφιαλτική την ισχύ της τροποποιημένης θεωρίας αποπληθωριστικού πληθωρισμού-χρέους, που εξετάσαμε παραπάνω, μιλώντας, μόνον για τα ιδιωτικά χρέη και την επίπτωσή τους στην μεταφορά πλούτου από τους οφειλέτες, στους δανειστές και την συμβολή αυτής της διαδικασίας στην έλευση της οικονομικής ύφεσης.

Το σενάριο αυτό, στην περίπτωση της ευρωζώνης, καθίσταται εφιαλτικότερο, διότι η μετατροπή της ύφεσης, σε κρίση, προέρχεται από και συμπεριλαμβάνει, μαζύ με το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος των χωρών, που απαρτίζουν την ευρωζώνη, όπως, πολύ παραστατικά, έδειξε η ελληνική κρίση του 2010 και η εξάπλωσή της στο σύνολο της ευρωζώνης, αφού στο κοινό νόμισμα της ευρωζώνης δεν επιτρέπεται να πληθωριστεί και να βοηθήσει στην διαδικασία ομαλής πληρωμής των δημοσίων (και των ιδιωτικών) χρεών και δι' αυτής, στην ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας. Πολύ περισσότερο, που το σύνολο του δημόσιου χρέους στην ευρωζώνη ξεπερνά, κατά πολύ, τα όρια που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ (είναι πάνω από το 80% του ΑΕΠ της ευρωζώνης).

Καλόν είναι να θυμηθούμε εδώ, το πως το κράτος χρηματοδοτεί τις δαπάνες του. Οι τρόποι, για τους οποίους έχω μιλήσει στο παρελθόν, δεν είναι πολλοί. Έτσι το κράτος δημιουργεί έσοδα :

1) Μέσω της φορολογίας.
2) Μέσω του δανεισμού.
3) Μέσω του seigniorage. Δηλαδή, με την νομισματοποίηση των εσόδων, μέσω της, απ' ευθείας, εκτύπωσης νομίσματος.
4) Μέσω των μη φορολογικών και μη νομισματοποιημένων εσόδων (πώληση περιουσιακών στοιχείων κλπ).

Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι το κράτος, που δημιουργεί το νόμισμα, θα μπορούσε, μέσω των δαπανών του, να νομισματοποιήσει και την φορολόγηση και όλες τις άλλες πηγές των δαπανών αυτών, χρηματοδοτώντας, έτσι την οικονομία, στην οποία το χρήμα θα κυκλοφορήσει, μέσω της πραγματοποίησης των δαπανών αυτών. Άλλωστε, ο Thomas Edison, που ήταν ένας πρακτικός άνθρωπος και έμπαινε, κατ' ευθείαν, στην ουσία των πραγμάτων, υπήρξε, απόλυτα, περιγραφικός, όταν έγραφε στην εφημερίδα "New York Times", στις 6 Δεκεμβρίου1921, ότι "είναι παράλογο να λέμε ότι η χώρα μας μπορεί να εκδώσει ένα ομόλογο 30.000.000 δολαρίων και όχι νόμισμα 30.000.000  δολλαρίων".

Με την απολύτως, ορθολογική αυτή θέση του Thomas Edison, συμφωνώ, χωρίς δεύτερη σκέψη. Όποιος έχει παρακολουθήσει την σκέψη μου, όπως αυτή αποτυπώνεται, μέσα από τα κείμενά μου, πριν και κατά την διάρκεια της κρίσης, που προέκυψε, μετά την ύφεση του 2008, γνωρίζει ότι η νομισματοποίηση των δημόσιων δαπανών, τουλάχιστον αυτών, που δεν χρηματοδοτούνται από την πρώτη πηγή των εσόδων του κράτους, δηλαδή την, πάσης φύσεως, φορολογία, είναι η μόνιμη θέση μου.

Ο Thomas Edison είχε - και εξακολουθεί να έχει - δίκαιο, στην διαπίστωσή του αυτή, παρά το γεγονός ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ελίτ και οι αντίστοιχες πολιτικές ελίτ, στην πράξη, προτίμησαν να δοθεί πρωταρχική και κύρια βαρύτητα στην χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών, μέσω του τραπεζικού δανεισμού, με την αγορά κρατικών ομολόγων και όχι στην νομισματοποίηση των κρατικών δαπανών, μέσω του seigniorage. Αυτό το έπραξαν, για να ενισχυθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας και η συναφής τοκογλυφία, αν και θα μπορούσε να προκριθεί, άνετα, η λύση της προσφυγής στο εκτυπωτικό δικαίωμα του κράτους, για την κοπή νομίσματος, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στην εποχή εκείνη, οι δημόσιες δαπάνες ήσαν πολύ μικρές και ζήτημα είναι, εάν άγγιζαν το 11% του ΑΕΠ των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου.

Βέβαια, στην πραγματικότητα το κράτος νομισματοποιεί την φορολόγηση, μόνον, εν μέρει και σε μικρό βαθμό. Αυτό το πράττει όταν καταφεύγει στην, απ' ευθείας, εκτύπωση νομίσματος (το seigniorage), ασκώντας το εκδοτικό του δικαίωμα. Το αμερικανικό κράτος, προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες του, προβαίνει σε μια έκδοση νομίσματος, μέσω του Fed, που αντιπροσωπεύει, περίπου, το 3%, έως 4% (και σπανίως πολύ περισσότερο, όπως έπραξε κατά την περίοδο της κρίσης, μετά το 2008) των ετησίων εσόδων του. Το ελληνικό και το ιταλικό δημόσιο, πριν την ένταξη των χωρών τους στην ευρωζώνη, προέβαιναν σε εκτύπωση νομίσματος, μέσω των κεντρικών τραπεζών τους, για την κάλυψη των δαπανών τους, η οποία αντιπροσώπευε το 10% των ετήσιων εσόδων τους.

Στην ευρωζώνη, όμως, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά. Τα κράτη έχουν δεσμευθεί και δεν προβαίνουν στην εκτύπωση νομίσματος, για την, απ' ευθείας, κάλυψη, έστω και ενός μικρού μέρους των δαπανών τους, αφού η έκδοση του νομίσματος και του εν γένει χρήματος έχει ανατεθεί στην ανεξέλεγκτη Ε.Κ.Τ. και κατά παραχώρηση, στις εμπορικές και τις επενδυτικές τράπεζες του επίσημου και του σκιώδους χρηματοπιστωτικού τομέα της ευρωζώνης. Κάτι το οποίο απέβη καταστροφικό και για την ίδια την αναπτυξιακή διαδικασία, μέσα στην ευρωζώνη, αλλά και για τα ίδια τα κράτη, τα οποία, έτσι, αποδέχτηκαν την προσφυγή τους στον δανεισμό και στην πράξη υποχρεώθηκαν να καταφύγουν και να εξαρτηθούν, απολύτως από αυτόν τον δαπανηρό και τοκογλυφικό τρόπο χρηματοδότησης των δαπανών τους.

Όσο και αν φαίνεται οξύμωρο και βλακώδες, το κράτος, που εκδίδει το νόμισμα, δημιουργεί χρέη, στον εαυτό του, διότι έχει επιλέξει τον δανεισμό, ως βασική πηγή, από την οποία αντλεί το χρήμα, που χρειάζεται, για να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες του. Και αν στις Η.Π.Α., το κράτος μπορεί να ελέγχει την διαδικασία, παρά τις όποιες δυσλειτουργίες, που δημιουργεί, μια τέτοια επιλογή (αφού το αμερικανικό δημόσιο χρέος, από 0% του ΑΕΠ, που ήταν το 1836, επί προεδρίας Andrew Jackson, και 7,45% του ΑΕΠ, που ήταν το 1913, έφθασε στο 104% του ΑΕΠ, το 2013), στην ευρωζώνη, κάτι τέτοιο είναι θεσμικά αδύνατο, αφού η Ε.Κ.Τ. έχει τον πρώτο λόγο, γύρω από τα ζητήματα δανεισμού των κρατών και δεν παρεμβαίνει στην πρωτογενή αγορά κρατικών ομολόγων, αφήνοντας τα κράτη της ευρωζώνης έρμαια στις τοκογλυφικές διαθέσεις των χρηματοπιστωτικών ολιγοπωλιακών αγορών και στην χρεωκοπία. 

Η διαδικασία έκδοσης ενός κρατικού ομολόγου, με το οποίο το κράτος θα δανειστεί, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες του, δεν έχει κάποια πρωτοτυπία. Η Κεντρική Τράπεζα, στην οποία το κράτος έχει παραχωρήσει το δικαίωμα της εκτύπωσης του νομίσματος (είτε αυτή είναι κρατική, είτε ιδιωτική), εκδίδει νόμισμα, από το μηδέν, για να καλύψει το κρατικό ομόλογο και την αγορά του. Το χρήμα, που εκδίδει η Κεντρική Τράπεζα ισούται, με την συμφωνημένη αξία του ομολόγου αυτού - π.χ. 100,00 €. Με το χρήμα αυτό η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει το κρατικό ομόλογο, καταθέτωντας τα χρήματα σε έναν κρατικό λογαριασμό (από τον οποίο το κράτος αντλεί το κατατεθειμένο ποσόν, για να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες του) και στην συνέχεια πωλεί το κρατικό ομόλογο στην πρωτογενή αγορά ομολόγων, ουσιαστικά υποχρεώνοντας το τραπεζικό σύστημα, με την πολιτική της ανοικτής αγοράς, να αγοράσει το ομόλογο και στην συνέχεια να το πουλήσει και αυτό με την σειρά του, στο ευρύτερο αποταμιευτικό κοινό.

Αυτή η διαδικασία, που συμβαίνει σε όλα τα άλλα κράτη, δεν λαμβάνει χώρα στην ευρωζώνη, για τους λόγους που είπαμε. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν ασκεί λειτουργίες που αφορούν την πρωτογενή αγορά ομολόγων και η επεξήγηση, που μόλις έκανα, καθιστά, έτι περετέρω, φανερή την εμπλοκή και την τεράστια δυσλειτουργία, που δημιουργεί αυτή η χαοτική θεσμική ανεπάρκεια της ευρωζώνης, η οποία οδηγεί σε μια ακόμη χειρότερη δυσλειτουργία, που καταστρέφει την ομαλή διαδικασία της δημιουργίας χρήματος και την σύστοιχη χρηματοδότηση των οικονομιών των κρατών που την απαρτίζουν, ως ζώνη κοινού νομίσματος.

Το κρατικό ομόλογο των 100,00 €, όμως, το οποίο είναι τοκοφόρο (ας πούμε με επιτόκιο 4%), έχει κάποια ημερομηνία λήξεως, στην οποία πρέπει να αποπληρωθεί και το αρχικό κεφάλαιο και ο τόκος. Πως, όμως και από πού θα πληρωθούν τα 104,00 €, που αντιπροσωπεύουν το αρχικό κεφάλαιο των 100,00 € και τον επιπρόσθετο τόκο των 4,00 €; Το υφιστάμενο νομισματικό σύστημα, που έχει εμπλέξει την διαδικασία δημιουργίας του χρήματος, με τον κρατικό δανεισμό, επιτρέπει την αποπληρωμή των χρεών, μόνον εφ' όσον δημιουργηθεί ένα νέο επιπρόσθετο κρατικό χρέος, το οποίο θα χρηματοδοτήσει, εν όλω, ή εν μέρει (συνήθως εν όλω), το προηγούμενο κρατικό χρέος. Δηλαδή, με την δημιουργία ενός νέου κρατικού ομολόγου, το οποίο θα αποπληρώσει το προηγούμενο κρατικό ομόλογο, του οποίου έχει ωριμάσει η αποπληρωμή, μαζύ με το κόστος, που έχει προσθέσει η τοκοφορία του. Αυτό, όμως. για να συμβεί, πρέπει να το εγκρίνουν οι αγορές ομολόγων, οι οποίες θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν το νέο ομόλογο.

Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι, στο μέτρο που η προέλευση του χρήματος, όπως και η παραγωγή/δημιουργία του, δηλαδή, εν τέλει, η προσφορά του χρήματος, μέσω της χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών, αλλά και η ζήτησή του, μέσω της πραγματοποίησης αυτών των δαπανών, κατά ένα μέγιστο μέρος, προκύπτει από τον κρατικό δανεισμό, η μη δανειακή αποπληρωμή του δημόσιου χρέους και η προσφυγή στην αυτοδύναμη εξυπηρέτηση (μερικώς ή ολικώς), μέσω των μη δανειακών πηγών εσόδων του δημοσίου, συρρικνώνει, δραματικά και πολλλαπλασιαστικά, την προσφορά και την ζήτηση του χρήματος, σε ολόκληρη την οικονομία, οδηγώντας της στην ύφεση και στην κρίση. Πολύ περισσότερο όταν το δικαίωμα της προσφυγής του κράτους στην απ' ευθείας, εκτύπωση χρήματος (seigniorage) είναι ένα θέμα, που δεν συζητείται καν. Ένα γεγονός, το οποίο συμβαίνει, κατ' εξχήν, στην ευρωζώνη, ακριβώς, επειδή αυτή δεν αποτελεί μια κρατική ομοσπονδία.

Αυτή η διαδικασία της δανειακής πληρωμής του δημόσιου χρέους μπορεί, σε ένα κανονικό κράτος να έχει κάποιους κινδύνους, αλλά όσο το ομόλογο έχει εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα του κράτους και είναι εκφρασμένο στο τοπικό νόμισμα και για όσο η Κεντρική Τράπεζα παρεμβαίνει στην πρωτογενή και στην δευτερογενή αγορά ομολόγων, το ζήτημα αντιμετωπίζεται.

Στις Η.Π.Α. η δανειστική πληρωμή του δημόσιου χρέους, αυτό που αποκαλούν αναχρηματοδότηση, μέσω της Κεντρικής της Τράπεζας και την έκδοση ομολόγων στο τοπικό νόμισμα, μπορεί να γίνεται, με σχετική ομαλότητα παρά το γεγονός της ανελαστικής ύπαρξης μιας οροφής στο δημόσιο χρέος της χώρας, την οποία μπορούν να αναπροσαρμόζουν ο Πρόεδρος της χώρας και το Κογκρέσσο και η οποία οροφή, που, το 2012, ήταν στο 100% του ΑΕΠ, αναπροσαρμόστηκε, με δυσκολία λόγω των πολιτικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στον Barack Obama και τους Ρεπουμπλικάνους.

Στην ευρωζώνη, όμως, αυτή η διαδικασία είναι, εντελώς, ανύπαρκτη, σαρώνοντας κυριολεκτικά την προσφορά και την ζήτηση του χρήματος, αφού, η αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους των χωρών της ευρωζώνης εξαρτάται από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, χωρίς την παρέμβαση της Ε.Κ.Τ., στην πρωτογενή αγορά και εάν αυτές καταστήσουν τα διαφορικά επιτόκια των κρατικών ομολόγων απαγορευτικά (γεγονός για το οποίο η ευθύνη της Ε.Κ.Τ. είναι ουσιώδης και καθοριστική, όσο η Κεντρική Τράπεζα της ευρωζώνης δεν έχει και δεν ασκεί αυτή την πρωταρχική αρμοδιότητα και δεν παρεμβαίνει στην πρωτογενή αγορά ομολόγων), τότε απαιτείται από τα κράτη η δραματική συρρίκνωση των δαπανών τους, ή, έστω. η επιβολή ενός καταστροφικού stop στην αναπτυξιακή διαδικασία, την στιγμή, ακριβώς, που αυτή καθίσταται αναγκαία, για λόγους, που έχουν να κάνουν με την τοκογλυφική διάρθρωση του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παρ' όλα αυτά, όμως, πρέπει να ειπωθεί ότι, ακόμη και οι μεγάλες διαδικαστικές δυνατότητες, που παρέχει η κρατική δομή των Η.Π.Α. και η ύπαρξη εθνικού νομίσματος, δεν επέτρεψαν, διαχρονικά, στις αμερικανικές κυβερνήσεις, μετά τον πόλεμο, να αποπληρώσουν το δημόσιο χρέος της χώρας τους, παρά τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, που υπήρξαν. Αυτό συνέβη, προφανώς, εσκεμμένα και με πλήρη γνώση του γεγονότος ότι μια απόπειρα αποπληρωμής του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α., χωρίς καταφυγή στο seigniorage, θα εξαφάνιζε τα κρατικά ομόλογα και έτσι θα καταστρεφόταν η κυκλοφορία του χρήματος, μέσω της δραματικής συρρίκνωσης της προσφοράς του.

 

Τα κρατικά και τα ιδιωτικά χρέη στην ευρωζώνη και σε όλον τον κόσμο δεν μπορούν να πληρωθούν, χωρίς μια διαρκή αναχρηματοδότησή τους, με βάση την τυπική χρηματοπιστωτική καπιταλιστική λογική. Ακόμη και η ανάσχεση της δημιουργίας των χρεών, που μπορεί να συμβεί με την ανάσχεση της χορήγησης των δανείων από τον τραπεζικό τομέα (επίσημο και σκιώδη), οδηγεί σε βαθιά κρίση το σύστημα, διότι, με την ανάσχεση της χορήγησης των δανείων, ανακόπτεται η δημιουργία του χρήματος και έτσι συρρικνώνεται η προσφορά του, οδηγώντας στην καταστροφή της εμπιστοσύνης στο χρήμα, στην αγορά και στην τραπεζική πίστη, με αποτέλεσμα την συρρίκνωση του εθνικού εισοδήματος, της παραγωγής και στις τραπεζικές χρεωκοπίες. Αυτό είναι το ουσιώδες πρόβλημα της ευρωζώνης, το οποίο είναι απότοκο του πρωταρχικού της προβλήματος, όταν επήλθε η διεθνής ύφεση του Σεπτεμβρίου του 2008 και το οποίο πρωταρχικό πρόβλημα της νομισματικής ζώνης του ευρώ είναι το θεσμικό της χάος, το οποίο δεν είναι ιστορικά πρωτοφανές, αφού, όπως συνέβη σε όλες τις νομισματικές ενώσεις του παρελθόντος, αφού η ευρωζώνη δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος και δεν έχει κεντρική κυβέρνηση, που να μπορεί να ελέγχει την Ε.Κ.Τ.  και την έκδοση του νομίσματος, το οποίο, έτσι, λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, για όλες τις οικονομίες, που απατρίζουν την νομισματική αυτή ένωση.



Όταν, λοιπόν, γίνει κατανοητό το απλό δεδομένο του γεγονότος ότι η μη δανειακή αποπληρωμή των κρατικών χρεών είναι αδύνατη, αφού η αρχική οφειλή, αν αντιμετωπισθεί, ως αρχική προσφορά χρήματος, υπολείπεται της τελικής οφειλής, η οποία συμπεριλαμβάνει και τους τόκους και με δεδομένο ότι το νέο κρατικό δάνειο, για την πληρωμή του προηγούμενου, από τελεί μια νέα προσφορά χήματος στους αρμούς της οικονομίας, η απόπειρα μιας συνεχούς μη δανειακής αποπληρωμής του χρέους, χωρίς την καταφυγή στο seigniorage, θα σήμαινε καταστροφή της προσφοράς του χρήματος, η οποία είναι συνυφασμένη στο σύγχρονο νομισματικό σύστημα, με την δημιουργία κρατικών (και ιδιωτικών) χρεών, μπορεί να γίνει αντιληπτό το μέγεθος των δυσκαμψιών του ίδιου του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και πολύ περισσότερο των παραλυτικών ακαμψιών της ευρωζώνης, οι οποίες την έχουν καταστήσει κλινικά νεκρή, οδηγώντας στον θάνατο και τις οικονομίες που την απαρτίζουν.

Έτσι, ουσιαστικά, το χρέος, ως δημιουργία και ως προσφορά χρήματος, οδηγείται, εκ των πραγμάτων, στην αναγκαστική αναχρηματοδότησή του και στην αέναη διόγκωσή του, καθιστάμενο ένα διαρκές χρέος (perpetual debt).

Με τον τρόπο αυτόν, η συζήτηση ξεφεύγει από τον ουσιαστικό της πυρήνα, που αφορά την προσφορά και την ζήτηση του χρήματος και οδηγείται σε μια ατέρμονη και συνάμα καταστροφική βυζαντινολογία, για την διατηρησιμότητα του δημόσιου χρέους, για την πληρωμή του, μέσω των αποκρατικοποιήσεων και όλα τα λοιπά συναφή, που όχι μόνο δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά το καθιστούν, ακόμη, περισσότερο δύσκολο να λυθεί, καταστρέφοντας τις οικονομίες των χωρών της ευρωζώνης, μέσα από την απότομη συρρίκνωση της προσφοράς του χρήματος, όπως προκύπτει από το γράφημα, που παρουσίασα, παραπάνω και τα σχετικά δεδομένα της ανάλυσης της deflation-debt theory και η οποία συρρίκνωση έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις στον ευρωπαϊκό νότο, με πρώτη την Ελλάδα.

Φυσικά και όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος, η κατάσταση δεν είναι διαφορετική. Είναι, απλώς, πολύ χειρότερη, σε σχέση με το δημόσιο χρέος. (Αν και καθόλου, παραδόξως, όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα η κατάσταση είναι καλύτερη από αυτήν της ευρωζώνης, παρά τα όσα, αβασίμως και εκ του πονηρού, θρυλούνται, αφού οι Ελληνες απέφυγαν τον υπέρμετρο δανεισμό, σε αντίθεση, με τους λοιπύς, Ευρωπαίους, όμως, η κατάρρευση της δημόσιας οικονομίας, συμπαρέσυρε και την υπόλοιπη, με αποτέλεσμα ο ιδιωτικός δανεισμός στην χώρα μας να γίνει "κόκκινος").

Παρά τα όσα λέγονται από τους οικονομολόγους, η αλήθεια είναι ότι ο ρόλος των τραπεζών δεν είναι ένας ρόλος μεσολαβητή, ανάμεσα στις αποταμιεύσεις του καταθετικού κοινού και στις επενδύσεις. Ο ισχυρισμός, που θέλει τον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας, απλώς να μεσολαβεί και να μετατρέπει τις καταθέσεις, σε επενδύσεις είναι παραπλανητικός. Όχι ότι δεν υπάρχει ο ρόλος αυτός. Υπάρχει. Αλλά είναι ένας ρόλος δευτερεύων και χρησιμοποιείται, για να αποκρύπτει τον κυρίαρχο ρόλο του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος είναι διαφορετικός, αφού, ο βασικότερος ρόλος των τραπεζών είναι η δημιουργία του χρήματος.

Οι τράπεζες και ο χρηματοπιστωτικός τομέας, εν γένει, δημιουργούν χρήμα, μέσω του δανεισμού. Τα δάνεια δεν δίδονται, απλώς, από τις καταθέσεις, όπως θέλει να ισχυρίζεται, δογματίζοντας, η επισημη οικονομική θεωρία. Οι τράπεζες δημιουργούν καταθέσεις, μέσα από τον δανεισμό, που παρέχουν. Μπορεί η αρχική στήριξη να βρίσκεται στην πρωταρχική καταθετική βάση των τραπεζών, αλλά η δανειστική διαδικασία που ακολουθεί, με την πρωτοβουλία των τραπεζών, δημιουργεί μια θάλασσα καταθέσεων. Δηλαδή, εν τέλει, δημιουργεί χρήμα, το οποίο αν και δημιουργείται, κατά παραχώρηση του κράτους και της Κεντρικής Τράπεζας, στην ουσία δεν αποτελεί δημόσιο αγαθό, αφού με την απορρύθμιση των αγορών, η δημιουργία του χρήματος έχει καταστεί υπόθεση μιας ανεξέλεγκτης μπατιροτραπεζοκρατίας.




Όπως φαίνεται από το παραπάνω πίνακα, οι τράπεζες έχουν την υποχρέωση στην ευρωζώνη να διατηρούν, ως αποθεματικά, το 1% των καταθέσεων. Υποθέτοντας, λοιπόν, ότι στην πρώτη τράπεζα, γίνεται η αρχική κατάθεση 1000,00 €, η τράπεζα αυτή, δημιουργεί δάνεια, δηλαδή χρήμα, ύψους 990,00 €, αφαιρώντας 10,00 €, για τα απαιτούμενα αποθεματικά. Τα δάνεια αυτά - δηλαδή το νέο χρήμα, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα δάνεια αυτά αποτελούν νέο χρήμα - πηγαίνουν στην επόμενη της πρώτης τράπεζας και δημιουργούν μια νέα κατάθεση (ή νέες καταθέσεις, αν είναι περισσότερες της μιας). Η δεύτερη αυτή τράπεζα, συνεχίζει την διαδικασία, χορηγώντας νέα δάνεια, αφού κρατηθούν τα αποθεματικά και δημιουργώντας νέο χρήμα, το οποίο εμφανίζεται ως κατάθεση στην τρίτη στην σειρά τράπεζα, για να συνεχιστεί η διαδικασία δημιουργίας καταθέσεων - χορήγησης δανείων - δημιουργίας νέου χρήματος στην τέταρτη τράπεζα και από εκεί στην πέμπτη τράπεζα.

Έτσι αν αθροίσουμε το σύνολο των καταθέσεων και των δανείων, που δημιούργησε η αρχική κατάθεση των 1000,00 € στις 5 αυτές τράπεζες, βλέπουμε την πολλαπλασιαστική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην δημιουργία του χρήματος. 'Ετσι, οι τράπεζες του επίσημου και του σκιώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος, δημιουργούν χρήμα, κυριολεκτικά, από το μηδέν, και χορηγούν δάνεια τα οποία παρουσιάζουν, ως απαιτήσεις στο ενεργητικό τους και αντίστοιχα ανοίγουν άλλους λογαριασμούς στους οποίους πιστώνουν τα χρήματα που δημιουργούν και τα παρουσιάζουν, ως υποχρεώσεις στο παθητικό τους.

Φυσικά, το αποτέλεσμα είναι ότι και στον ιδιωτικό τομέα η απόπειρα αποπληρωμής των δανείων καταστρέφει προσφορά του χρήματος, δηλαδή την δημιουργία  και ακολούθως, την κυκλοφορία του χρήματος.

Έτσι, στις ημέρες μας, μόλις το 3% του χρήματος που κυκλοφορεί δημιουργείται από τις Κεντρικές Τράπεζες, ενώ, ειδικά στην ευρωζώνη, για κάθε ένα ευρώ, που κυκλοφορεί, υπάρχει σε ρευστό, μόλις 0,02 €, έτσι ώστε να εξυπρετούνται οι συναλλαγές, ενώ για τους τραπεζικούς συμψηφισμούς, που γίνονται κάθε ημέρα, υπάρχει 0,001 € και τέλος 0,01 € υπάρχει (ή υποτίθεται ότι υπάρχει), ως ελάχιστο απόθεμα, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ε.Κ.Τ. Η όλη αυτή διαδικασία καθιστά κατανοητό το γιατί ενώ οι κεντρικές τράπεζες επιδιώκουν της νομισματικής  βάσης και προβαίνουν σε αυτήν, μέσα από την διαδικασία, την οποία αποκαλούν ποσοτική χαλάρωση, διογκώνοντας τους ισολογισμούς τους την νομισματική βάση και φουσκώνουν τους ισολογισμούς τους, παρ' όλ' αυτά, δεν βοηθούν, αποφασιστικά, ούτε στην τόνωση της ανάπτυξης, ούτε στην αύξηση της απασχόλησης, αλλά ούτε και στην αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων.

Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το κατανοήσουμε. Το έχουμε πει, άλλωστε, αρκετές φορές. Η αύξηση της νομισματικής βάσης, δεν σημαίνει και αύξηση της προσφοράς χρήματος, όπως απέδειξε η GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και όπως αποδεικνύει η σύγχρονη επίμονη ύφεση, που ξέσπασε το 2008 και εγκαθίδρυσε την αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία και την κρίση στις οικονομίες της ευρωζώνης. Αλλά ούτε και η αύξηση της προσφοράς του χρήματος οδηγεί στην αυτόματη αύξηση της ζήτησής του, όπως, επίσης, απέδειξαν η GREAT DEPRESSION και η ύφεση του 2008.

Καμμιά ανάπτυξη δεν μπορεί να έλθει, ακόμη και αν επιτευχθεί η αύξηση της προσφοράς χρήματος, εάν το χρήμα αυτό δεν χρησιμοποιηθεί, εάν, δηλαδή, δεν αυξηθεί η ζήτησή του. Κάτι που, για να γίνει, απαιτείται η κρατική παρέμβαση και η αύξηση των κρατικών δαπανών, οι οποίες θα δημιουργήσουν την απαραίτητη ζήτηση του χρήματος και επειδή το χρήμα είναι, πρώτα από όλα, πίστη και εμπιστοσύνη, όχι, απλώς, στο χαρτί του νομίσματος, αλλά στο εμπόριο και στην αγορά, οι αυξημένες κρατικές δαπάνες θα διαμορφώσουν το απαραίτητο κλίμα εμπιστοσύνης, για την ενίσχυση του εμπορίου, που θα κινηθεί, μέσα από τον κύκλο των πολυπληθών εργασιών, που θα δημιουργηθούν, μέσω της αύξησης των κρατικών δαπανών.

Πολύ περισσότερο, δεν πρόκειται να υπάρξει οποιαδήποτε σοβαρή αναπτυξιακή πρωτοβουλία, όσο ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν αυξάνει τα δάνεια και την προσφορά του χρήματος, μέσω των δανείων αυτών. Αλλά, για να τα αυξήσει, απαιτείται η εγκαθίδρυση της εμπιστοσύνης στην αγορά. Και όπως είπαμε, η εμπιστοσύνη απαιτεί ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών, τις οποιες, σε συνθήκες κρίσης, μόνον το κράτος μπορεί να πάρει.

Και αν στις Η.Π.Α. κουτσά - στραβά, κάποιες πρωτοβουλίες παίρνονται, προς μια τέτοια κατεύθυνση, όσο ατελείς και ανεπαρκείς και αν είναι αυτές, αντιθέτως, στην ευρωζώνη, ουδόλως αναλαμβάνονται ανάλογες πρωτοβουλίες, ακριβώς, επειδή η ευρωζώνη, ως νομισματική ένωση, που είναι, δεν αποτελεί κράτος και δεν έχει κυβέρνηση, που να μπορεί να επιβάλει μια συγκεκριμένη οικονομική πολιτική στην Ε.Κ.Τ., η οποία, όπως είπαμε, είναι ανεξέλεγκτη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η λύση του προβλήματος της ευρωζώνης και ο τερματισμός του ελληνικού δράματος βρίσκονται πολύ, μα πάρα πολύ, μακριά...

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Ελληνικό τραπεζικό σύστημα : Πάρτε τα λεφτά σας, πριν σας τα πάρουν! (Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία και η κυβέρνηση ενώπιον των νέων αδιεξόδων και της επερχόμενης κατάρρευσης, οδηγούνται στην προσπάθεια αυτοαμνήστευσης της κυβερνώσας ελίτ, λόγω του φόβου της φυλακής).



Η "Νέα Ελλάδα" του προδότη του Αντωνάκη του πολιτευόμενου τριμηνίτη και του συνεταίρου του  - περί του Βαγγέλη του μπουχέσα, ο λόγος. Μια "Νέα Ελλάδα" της χρεωκοπίας, των πτωχεύσεων και της διαρπαγής της περιουσίας των πολιτιών της, προς χάρη των διεθνών τοκογλύφων και της σωτηρίας της κλινικά νεκρής ευρωζώνης. Αυτή είναι η Ελλάδα, που κτίζουν και την οποία θα ολοκληρώσουν, εάν τους αφήσουμε να ολοκληρώσουν το κατεδαφιστικό έργο τους... (Ένα πολύ καλό πρωτοσέλιδο σκίτσο  του Soloup, από "ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ" της 4/7/2013).




Πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο, η κολοβωμένη - μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ - κυβέρνηση της συμφοράς, έχει σκοπό, όπως έχουμε πει, να ξηλώσει ολόκληρους τομείς του κράτους, προκειμένου να ικανοποιήσει τα βίτσια των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας. Αυτά που συμβαίνουν, με την κατάργηση της δημοτικής αστυνομίας και των σχολικών φυλάκων, με την εκδίωξη χιλιάδων εκπαιδευτικών, αλλά και πολλών άλλων, που, με την μια ή την άλλη μορφή, υπηρετούν στον δημόσιο τομέα, είναι πολύ λίγα, μπροστά σε αυτά, που θα ακολουθήσουν.

Η κυβέρνηση των έντρομων δούλων, που υπακούουν, τυφλά, στα κελεύσματα της τρόϊκας των εκπροσώπων των δανειστών, προσπαθεί, με χίλιους δυό τρόπους, να ξεγελάσει τον Τόμσεν και την παρέα του, αλλά, όσο περνάει ο καιρός, τα περιθώριά της λιγοστεύουν και οδεύουν προς εκμηδένιση. Έτσι, έχοντας την ανάγκη, για την εκταμίευση των δόσεων, αλλά και εν όψει του νέου Μνημονίου, το οποίο θα συμφωνηθεί, μέσα στο 2014, δεν πρόκειται να φέρει, έστω και την ελάχιστη, αντίρρηση στις ντιρεκτίβες, που έρχονται από την γερμανική κυβέρνηση, από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και  από το Δ.Ν.Τ. Το αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι η πλήρης δυσλειτουργία του κράτους, ως κοινωνικού θεσμού και ως οικονομικού μηχανισμού εξισορρόπισης των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών - κάτι που, ως προς το τελευταίο σκέλος, που αφορά την οικονομική λειτουργία του κράτους, ήδη συμβαίνει και φυσικά, θα ενταθεί, ακόμη περισσότερο.

Το αστείο και συνάμα τραγικό, είναι ότι οι δανειστές, έχοντας δεδομένη την κυβέρνηση των υποτακτικών τους, την έχουν γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, αφού, από τα 8,1 δισ. €, που αυτή ευελπιστούσε, να της εγκριθούν, έστω και τμηματικά, στο συμβούλιο της 9/7/2013, το Eurogroup αποφάσισε να εκταμιεύσει (πάντα τμηματικά) 6,8 δισ. €, ανάλογα με την εφαρμογή του προγράμματος. Έτσι, η Ελλάδα θα λάβει 4 δισ. €, εάν, έως το τέλος του Ιουλίου, προχωρήσει σε 12.500 απολύσεις, εάν προβεί σε φορολογικές μεταρρυθμίσεις και εάν περικόψει τις δαπάνες υγείας. Το Δ.Ν.Τ. θα δώσει 1,8 δισ. € και τον Οκτώβριο θα δοθεί και άλλο 1 δισ. €, εφόσον απολυθούν άλλοι 12.500 υπάλληλοι, συν ό,τι άλλο απαιτηθεί, επιπροσθέτως, έως τότε.

Όμως, αυτά που συμβαίνουν στην ευρύτερη λειτουργία του κράτους, ως κοινωνικοοικονομικού θεσμού, δεν είναι τα μόνα και μπορεί να ειπωθεί, βάσιμα, ότι δεν είναι και τα κυριότερα των καταστροφών, που πρόκειται να επέλθουν, αφού και η κρατική λειτουργία και η λειτουργία της ελληνικής οικονομίας, θα επιδεινωθούν, από τις θυελλώδεις εξελίξεις, που θα λάβουν χώρα και οι οποίες θα οδηγήσουν, αναπόδραστα, στο νέο Μνημόνιο και στον παραπέρα ακροτηριασμό του ελληνικού δημοσίου και της ελληνικής οικονομίας.

Μία από τις καταστροφικές εξελίξεις, που θα λάβουν χώρα, είναι αυτή που αφορά τον, κλινικά, νεκρό τραπεζικό τομέα της χώρας, ο οποίος οδεύει, προς μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, αφού η μόλις λήξασα ανακεφαλαιοποίηση των 50 δισ. €, που επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος, εκτοξεύοντάς το στα ύψη των 360, με 380 δισ. €, καθώς και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, για να καλυφθεί το 10% της ανακεφαλαιοποίησης, είναι άνευ σημασίας και δεν επαρκούν ούτε για την τρέχουσα διαχείριση, αφού τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δημιουργούν νέα ελλείμματα, τα οποία οι τράπεζες βρίσκονται σε αδυναμία να καλύψουν.

Η αιτία, βέβαια, δεν βρίσκεται μόνο στα νέα κόκκινα δάνεια. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη των νέων ληξιπρόθεσμων δανείων συνοδεύεται από την μείωση της καταθετικής βάσης των τραπεζών, αφού η συνέχιση της κρίσης οδηγεί σε ανάληψη μέρους των καταθέσεων, προκειμένου οι καταθέτες να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο, το οποίο επιδεινώνει η κρίση, αλλά και σε φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, προκειμένου να προστατευθούν, από τις εγχώριες τραπεζικές χρεωκοπίες, αλλά και ένα κούρεμα των καταθέσεων, το οποίο θεωρείται κάτι περισσότερο από βέβαιο.

Με δεδομένο ότι το ύψος των καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μόλις που ξεπερνάει τα 145 δισ. €, δεν είναι καθόλου παράξενο, που η επόμενη ανακεφαλαιοποίηση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας είναι, προ των πυλών, με σκοπό την ενίσχυση της ασθενούς χρηματικής της βάσης, η οποία θα αποσαρθρωθεί, εάν επιχειρηθεί και μια μεταφορά μέρους του κεφαλαίου των 50 δισ. €, που δόθηκαν, για την περαιωμένη ανακεφαλαιοποίηση, από το ελληνικό δημόσιο χρέος, στον EFSF, αφού και για την διαδικασία αυτή θα απαιτηθεί ένα πρόσθετο κούρεμα των καταθέσεων, το οποίο θα γίνει μεγαλύτερο, εάν επιχειρηθεί μια, ακόμα μεγαλύτερη αναδιάρθρωση/διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Αφού μιλάμε, για τα κόκκινα δάνεια, πρέπει να πούμε ότι ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αγγίζει, εάν δεν ξεπερνάει, ήδη, τα 100 δισ. €. Στο πρώτο τρίμηνο του 2013, τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, προς τις τράπεζες, ξεπέρασαν τα 63,5 δισ. €, ποσόν, το οποίο αντιστοιχεί στο 29% του συνόλου των δανειακών χορηγήσεων. Με λίγα λόγια, το ποσόν αυτό ξεπέρασε, κατά πολύ, το ποσόν των 50 δισ. €, της ανακεφαλαιοποίησης, που ακολούθησε, ενώ νέα ληξιπρόθεσμα δάνεια γεννιούνται, μετά την ανακεφαλαιοποίηση, τα οποία θα ξεπεράσουν τα 37 δισ. €, μέσα στο προσεχές τρίμηνο.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, τα συνολικά ποσά των ληξιπρόθεσμων δανείων θα πλησιάσουν το 50% του συνόλου των δανείων και θα το ξεπεράσουν. Έτσι με δάνεια της τάξης, περίπου, των 220 δισ. € και με μια πραγματική καταθετική βάση της τάξης των 145 δισ. €, που προανέφερα, η οποία μειώνεται, η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία βλέπει το μέλλον της να είναι πολύ σκοτεινό και φυσικά, θα κλείσει, ακόμη, περισσότερο την κάνουλα των δανειοδοτήσεων και της παροχής ρευστότητας στην αγορά, η οποία, άλλωστε, δεν είναι πρόθυμη να πάρει δάνεια, πέραν εκείνων, που θα εξυπηρετήσουν τα, ήδη, υπάρ€χοντα δάνεια και την τρέχουσα λειτουργία των επιχειρήσεων, εάν και όσο αυτές αντέχουν.

Παρ' όλ' αυτά, το χρηματοδοτικό κενό στην ιδιωτική οικονομία - ένα κενό το οποίο θα διευρυνθεί - αγγίζει τα 20 δισ. € και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών οδήγησε, αντί στην αύξηση (ή τουλάχιστον, στην ανάσχεση της πτώσης της πιστωτικής επέκτασης), στην κατάρρευσή της, αφού, από την μείωση των 350 εκατομμυρίων ευρώ, που παρατηρήθηκε τον Μάρτιο του 2013, οδηγήθηκε, κατά το δίμηνο Απριλίου - Μαΐου 2013, σε μείωση, κατά 1,5 δισ. €.

Αυτό που έγινε είναι ότι η εντόπια μπατιροτραπεζοκρατία ανακύκλωσε τα 50 δισ. €, που πήρε από την ανακεφαλαιοποίηση, στο ευρωσύστημα, για να αποφύγει την επιδείνωση της θέσης της, μέσα από την εξάρτησή της από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας, που της παρέχει η Τρπάεζα της Ελλάδος, μέσω του ELA (κάπου περί τα 25 δισ. €) και τα υπόλοιπα, τα κράτησε, για τις τρέχουσες επισφάλειές της, εν όψει της μείωσης της καταθετικής της βάσης και της επίμονης παραμονής της βάσης αυτής ,σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, αλλά εξ αιτίας και των απαιτήσεων του ελληνικού δημοσίου, για χρηματοδότηση, μέσω του μηχανισμού των εντόκων γραμματίων, τα ποσά των οποίων, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος τους, δεν πρόκειται να επιστραφούν, αφού, κατά πάσαν πιθανότητα, θα κατασχεθούν, υπέρ του ελληνικού δημοσίου, για την μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και φυσικά, κάτι τέτοιο θα σημάνει κούρεμα - δηλαδή κατάσχεση - των καταθέσεων.

Όμως, είτε η κατάσχεση των καταθέσεων, που βρίσκονται στην εγχώρια μπατιροτραπεζοκρατία είναι μονή (αφορώντας την ενίσχυση της χρηματικής βάσης των τραπεζών), είτε διπλή (συμπεριλαμβάνοντας και την μεταφορά μέρους των 50 δισ. €, που δόθηκαν για την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, από το ελληνικό δημόσιο χρέος στον EFSF, ή και ποσά μεγαλύτερα από τα 50 δισ. €, εάν επιχειρηθεί μεγαλύτερη ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους, παρα τους τωρινούς, περί του αντιθέτου, ισχυρισμούς των Μέρκελ - Σόϋμπλε - Βεστερβέλλε , οι οποίοι, όμως, παρά το προεκλογικό κλίμα, που επικρατεί στην Γερμανία, είναι πολύ περισσότερο αξιόπιστοι από τους εντόπιους υποτακτικούς τους, αφού οι Γερμανοί πολιτικοί είναι πολύ προσεκτικοί, σε όσα λένε στο γερμανικό εκλογικό σώμα, το οποίο δεν ξεχνά τις δεσμεύσεις της πολιτικής του ελίτ), οι επιπτώσεις της θα είναι σαρωτικές, για την πραγματική ελληνική οικονομία. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι θα συνεχισθεί η ανυπαρξία παροχής οποιασδήποτε ρευστότητας στην αγορά. Αυτό, μέσα στις παρούσες συνθήκες, είναι το λιγότερο, αφού τα επίπεδα της καταναλωτικής ζήτησης είναι τόσο καταβαραθρωμένα, που δεν επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να αναλάβουν οποιεσδήποτε επενδυτικές πρωτοβουλίες, αφού δεν υπάρχουν αγοραστές, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.

Το κυριότερο είναι ότι η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων θα επεκταθεί σε ποσά καταθέσεων, κάτω των 100.000,00 €, αφού στο σύνολο των 145 δισ. €, στο οποίο φθάνουν οι τραπεζικές καταθέσεις στο εγχώριο σύστημα, μόνον τα 32 δισ. €, αφορούν ποσά, άνω των 100.000,00 €. Όλες οι άλλες καταθέσεις αφορούν μικρότερα ποσά. Το γιατί έχει συμβεί αυτό δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Οι Έλληνες καταθέτες, μετά όσα συνέβησαν στην Κύπρο και μετά την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup, με την οποία επισημοποιήθηκε το κούρεμα (το οποίο ισοδυναμεί με κατάσχεση) των καταθέσεων στην ευρωζώνη, όταν μια τράπεζα, ή ένα εθνικό τραπεζικό σύστημα, αντιμετωπίζει δυσκολίες, διέσπασαν τις καταθέσεις τους, σε ποσά, κάτω των 100.000,00 € προκειμένου να τα προστατεύσουν, από την μερική, ή ολική, κατάσχεσή τους - ή τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.

Ως εκ τούτου, το κούρεμα των καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών δεν θα μείνει στο όριο των άνω των 100.000,00 €, αφού το ποσόν, που θα πρέπει να καλυφθεί, δεν θα μπορέσει, ούτε κατά διάνοια, να καλυφθεί από την καταθετική βάση των 32 δισ. €. Για τον λόγο αυτόν, το κούρεμα, που θα έλθει τον ερχόμενο χειμώνα, ή και αργότερα, με όποια αιτία και αν γίνει, δεν θα περιοριστεί στις καταθέσεις, άνω των 100.000,00 €. Το κούρεμα θα επεκταθεί στο σύνολο των καταθέσεων, των οποίων η κατάσχεση θα γίνει, πάνω σε μια ποσοστιαία βάση, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της ανακεφαλαιοποίησης - είτε της παλαιάς, είτε της νέας, είτε και των δύο μαζύ.

Και φυσικά, το κούρεμα αυτό θα ρίξει την ελληνική οικονομία σε έναν ακόμη μεγαλύτερο φαύλο κύκλο κρίσης, αφού οι, ακόμη περισσότερο, κουτσουρεμένες καταθέσεις, θα λείψουν από την ελληνική οικονομία και την συντήρηση των, ήδη, ασθενών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται σε αυτήν και της ευρύτερης καταναλωτικής ζήτησης, ενώ θα ανοίξει, ακόμη περισσότερο την κάνουλα της φυγής κεφαλαίων προς το εξωτερικό, είτε στον βορρά της ευρωζώνης, είτε σε άλλους προορισμούς, εκτός ευρωζώνης, οι οποίοι είναι πολύ περισσότερο ασφαλείς.

Ήδη, η τρόϊκα των δανειστών προβλέπει δημοσιονομικά κενά, για το 2013 και 2014, ίσα με το 0,5% του ΑΕΠ, για κάθε έτος. Δηλαδή με ένα ποσόν, το οποίο ισούται, με 1,8 δισ. €, για την διετία αυτή. Παράλληλα, υπολογίζει ότι το δημοσιονομικό κενό, για την διετία 2015 - 2016, θα φθάσει στο 2% του ΑΕΠ. Δηλαδή, ίσο, με ένα ποσόν το οποίο θα φθάσει στα 3,2 δισ. €.

Κατά πάσα πιθανότητα, η τρόϊκα σφάλλει. Τα κενά θα είναι πολύ μεγαλύτερα, αφού, ήδη, τον Ιούνιο που μας πέρασε, η υστέρηση των εσόδων ξεπέρασε τα 1,6 δισ. €, ενώ, μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2013 ο κίνδυνος της κατάρρευσης είναι υπαρκτός, αφού η σώρευση των φορολογικών υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών.

Αλλά και να μην σφάλλει στους υπολογισμούς της η τρόϊκα, τα 5 δισ. €, που λείπουν, είναι προφανές ότι θα καλυφθούν, με, επί πλέον, μέτρα λιτότητας, τα οποία θα προστεθούν στα, ήδη, αποφασισμένα και θα γονατίσουν, ακόμη περισσότερο, την ελληνική οικονομία, η οποία βλέπει τις εξαγωγές της να οπισθοδρομούν - ή στην καλύτερη περίπτωση να παραμένουν στάσιμες -, ενώ ο τουρισμός δεν αποδίδει τα αναμενόμενα και διατυμπανιζόμενα. Το σκληρό και ακριβό ευρώ, συνεχίζει να επιδεικνύει και εδώ την καταστροφική, για την ελληνική οικονομία, λειτουργία του.

Όμως, για την κυβέρνηση των προδοτών, τίποτε από όλα αυτά δεν κρίνεται ως άξιο προσοχής, εκτός από την προστασία των μελών της, καθώς και των υποτακτικών της, που πρωτοστάτησαν στην εξυπηρέτηση και στην προστασία των συμφερόντων των ξένων τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού δημοσίου.

Έτσι, με τον νόμο 4129/2013 (αρθρο 68, παραγρ. 3) η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων απαλλάσσει τους υπουργούς, για κάθε ζημιά, που επήλθε στο Δημόσιο, ως συνέπεια της δράσης τους. Παράλληλα, με το άρθρο 12 του Ν. 4138/2013, οι στουρνοσαμάράδες απαλλάσσουν από κάθε ευθύνη τα μέλη των υπό κρατικοποίηση εταιριών, που παρέχουν πληροφορίες, για την κατάστασή τους στο ΤΑΙΠΕΔ, ή σε εγκεκριμένα από αυτό πρόσωπα, καθώς και από τα μέλη του ίδιου του ΤΑΙΠΕΔ, για την γνωστοποίηση αυτών των πληροφοριών.

Η βρωμερή αυτή υπόθεση των προκαταβολικών και των εκ των υστέρων, απαλλαγών, από τις ευθύνες, τον καταλογισμό των οποίων βλέπουν ότι έρχεται, δεν σταματά εδώ. Με το άρθρο 31, παραγρ. 4 του Ν. 4141/2013, οι στουρνοσαμαράδες αναστέλλουν την ποινική δίωξη, για οφειλές των, υπό κρατικοποίηση, εταιριών προς το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το τραγικό στην όλη υπόθεση είναι ότι η αναστολή της ποινικής δίωξης ισχύει, μέχρι την ολοκλήρωση της αποκρατικοποίησης και στην συνέχεια η ποινική δίωξη παύει, διότι, με τον νόμο αυτόν, αίρεται το αξιόποινο των πράξεων, ενώ η αστική ευθύνη, για την εξόφληση των οφειλών, παραμένει στην, υπό κρατικοποίηση, εταιρία, η οποία είναι και υπόχρεη για την εξόφλησή τους, με επιβάρυνση της περιουσίας της.

Οι στουρνοσαμαράδες, βέβαια, δεν μπορούσαν να αφήσουν, χωρίς κάλυψη και τους υποτακτικούς των κόμματων τους, τα οποία πήραν τεράστια θαλασσοδάνεια, από τις πτωχευμένες τράπεζες και τα οποία δάνεια δεν πρόκειται να εξυπηρετήσουν. Έτσι, με το άρθρο 78 του Ν. 4146/2013 ορίστηκε ότι δεν συνιστά απιστία, για τα ηγετικά και άλλα στελέχη των τραπεζών, που χορήγησαν δάνεια σε νομικά πρόσωπα δημοσίου, ή ιδιωτικού, δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Όπως, επίσης, δεν συνιστά απιστία η συμμετοχή των τραπεζών στο πρόγραμμα επαναγοράς των ομολόγων, καθώς και η συμμετοχή του Κοινού Κεφαλαίου των ασφαλιστικών ταμείων και των ΝΠΔΔ, στο πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του ελληνικού δημοσίου, που αποφάσισε η Τράπεζα της Ελλάδος και τα στελέχη της, των οποίων η καλύτερη ανταμοιβή, για τις "υπηρεσίες" αυτές είναι ένα κελλί, μαζύ με τους βαρυποινίτες των φυλακών Κορυδαλλού.

Μετά την ασυλία των μπατιροτραπεζιτών, οι στουρνοσαμαράδες νομιμοποίησαν και τις πράξεις των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στα οποία εξασφάλισαν το ακαταδίωκτο, για το γεγονός ότι παρείχαν, αφειδώς και με παραγγελία, γνωμοδοτήσεις, που αφορούν τα Μνημόνια, την ανταλλαγή ομολόγων, καθώς και όλες τις σχετικές πράξεις που σχετίζονται με το καθεστώς πεονίας, που επιβλήθηκε στην χώρα και τον πληθυσμό της. Ο σχετικός νόμος έχει ψηφιστεί, πριν μερικές ημέρες και εκκρεμεί η δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ελληνικής αποικίας χρέους της ευρωζώνης.

Τώρα, μάλιστα, στο νέο νομοσχέδιο - σκούπα, με το οποίο διαλύουν ολόκληρες υπηρεσίες του δημοσίου και προβαίνουν σε μια νέα φοροεπιδρομή, φροντίζουν να προσθέσουν νέα διάταξη, με την οποία απαλλάσσουν, από κάθε αστική και ποινική ευθύνη, τα μέλη του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, των οποίων οι πράξεις τεκμαίρονται ότι είναι επωφελείς και συμφέρουσες, για το ελληνικό δημόσιο!!!


Αυτά είναι που απασχολούν και καίνε την κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων και του μπουχέσα Βαγγέλη Βενιζέλου, όπως και τον, έως πρότινος, συνέταιρό τους Φώτη Κουβέλη (του οποίου οι ευθύνες, όπως και του συνόλου της ΔΗΜΑΡ, είναι βαρύτατες και απαράγραπτες), των κολλητών της και των ξένων τοκογλύφων. Όλα τα άλλα, τους είναι αδιάφορα, αφού προφανώς, αντιλαμβάνονται ότι πλησιάζει - αργά ή γρήγορα - το τέλος του παιχνιδιού και αυτό που επιθυμούν είναι το να αποφύγουν την τσιμπίδα του νόμου και την φυλακή.

Δεν πρέπει να αποφύγουν ούτε την τσιμπίδα του νόμου, ούτε τα κάτεργα. Και δεν θα αποφύγουν, ούτε την τσιμπίδα, ούτε την φυλακή, εάν η κυβέρνηση, που  θα διαδεχθεί, είτε αυτούς, είτε εκείνους, που, τυχόν, αναλάβουν την εξουσία, μετά από αυτούς - οποτεδήποτε και αν γίνει αυτό -, είναι σοβαρή και αποφασισμένη να τους στείλει πίσω από τα κάγκελα.

Αυτό, άλλωστε, είναι εκείνο που τους αξίζει...
 

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

1890 - 2013 : Η ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, ως αιτία των οικονομικών κρίσεων. Ένα οδοιπορικό στις ακραίες εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική κοινωνία, πριν και μετά τις κρίσεις του 1929 και του 2008 και η περίπτωση της Ελλάδας.



Η εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, όπως απεικονίζεται, κατά την περίοδο 1960 - 2009, σύμφωνα, με τον δείκτη S80/S20, που επεξεργάστηκε, στην πολύτιμη μεταπτυχιακή του εργασία ο κ. Δημήτρης Κιβωτός, δείχνει, με έναν ανάγλυφο τρόπο, το άνοιγμα της ψαλίδας, ανάμεσα στο ανώτερο εισοδηματικά, τμήμα του πληθυσμού, σε σχέση με το κατώτερο 20%. Από το 1997, το άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας, ανάμεσα στην βάση και την κορυφή, έλαβε ιλιγγιώδεις διαστάσεις και κατέστη, πρακτικώς, ανεξέλεγκτη. Η γοργή ένταξη της χώρας, στην χαοτική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, χωρίς καμμία προετοιμασία, χωρίς την αντίστοιχη υποδομή, χωρίς επανορθωτικούς μηχανισμούς προστασίας της εντόπιας παραγωγής και με την επακολουθήσασα κατάργηση του εθνικού νομίσματος της χώρας από το 2002, λόγω της αποσαρθρωτικής ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, ήταν επόμενο να προξενήσει, μια ανεξέλεγκτη τεράστια διαφυγή κεφαλαίων και σε συνδυασμό, με το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας και τις μεγάλες απώλειες των μεριδίων στην εντόπια και την διεθνή αγορά, να οδηγήσει την ελληνική οικονομία στην χρεωκοπία και στην παρούσα καταστροφή, ευθύς ως η διεθνής ύφεση του 2008 εσωτερικεύτηκε στον κομφουζιονιστικό χώρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.




Δεν είναι λίγες οι προσπάθειες που έχω κάνει για να διερευνήσω την έκταση και τις επιπτώσεις της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην λειτουργία του σύγχρονου οικονομικού συστήματος του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, από την ανάδυσή του, ως διάδοχης κατάστασης, απέναντι στην ολιγοπωλιακή μορφή του κλασικού καπιταλισμού, την οποία - έστω και μετά βίας - περιέγραφαν οι ιδρυτές της οικονομικής επιστήμης από τον Adam Smith, τον David Ricardo και τον Thomas Robert Malthus, μέχρι τον John Stuart Mill, όπως και όλοι όσοι, δημιουργώντας την κρατούσα, μέχρι την έλευση του John Maynard Keynes, κλασική οικονομική σχολή, ακολούθησαν τα βήματα των πατέρων της οικονομικής επιστήμης. Όμως, όσες προσπάθειες και να καταβάλω, το θέμα αυτό παραμένει ανεξάντλητο και από άποψη στοιχείων, αλλά και ως προς την σοβαρότητα των επιπτώσεων του οικονομικού φαινομένου της ανισοκατανομής του εισοδήματος στο σύνολο του πληθυσμού, στην λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος.

Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στις διάφορες κατηγορίες του γενικού πληθυσμού, είτε αυτός είναι οικονομικά ενεργός, είτε όχι, δεν είναι καθόλου αδιάφορη, για την οικονομική λειτουργία του συστήματος - εδώ του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, είτε στην κλασική, είτε (και μάλιστα πολύ περισσότερο) στην σύγχρονη γραφειοκρατική του μορφή. Κατέχει έναν κεντρικό ρόλο στην σύγχρονη οικονομική λειτουργία, της οποίας η δυσλειτουργία, ή/και η παράλυση είναι φαινόμενα, τα οποία περιγράφονται, ως οικονομική ύφεση και ως οικονομική κρίση και αποτελούν εκδηλώσεις και αποτελέσματα όχι της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, όπως πίστευαν ο Karl Marx και οι κλασικοί οικονομολόγοι και όπως εξακολουθούν να πιστεύουν οι μαθητές τους, με προεξάρχοντες τους νεοκλασικούς, αλλά, σε ένα πολύ σημαντικό βαθμό, είναι προϊόντα της σφαίρας της διανομής του οικονομικού προϊόντος και της κατανομής του εισοδήματος, στον συνολικό πληθυσμό.


Βέβαια, τον κυριότερο ρόλο στην έλευση των οικονομικών υφέσεων και κρίσεων, τον έχει η ενεργός συναθροιστική ζήτηση, δηλαδή η κατανάλωση, η οποία είναι εκείνη, που, σε τελική ανάλυση, προσδιορίζει το τί θα αγοραστεί και τι δεν θα αγοραστεί, θέτοντας το βασικό κριτήριο για το τι θα μείνει και το τι δεν θα μείνει στην παραγωγική διαδικασία. Όπως, επίσης και για το τι θα προχωρήσει και τι όχι σε αυτήν, καθώς και σε ποιά γκάμα και σε ποιά ποσότητα προϊόντων θα προσανατολιστεί και θα ισορροπήσει.


Αυτή η πραγματικότητα, αποτελεί - όσο και αν φαίνεται περίεργο - σκάνδαλο, για την παραγωγιστική αντίληψη, που προέκυψε από την συλλογιστική και την ογκώδη εργασία και σχολιογραφία των πατέρων της οικονομικής επιστήμης και των επιγόνων τους, που, επί αιώνες, κυριάρχησαν και εξακολουθούν να κυριαρχούν στα μυαλά και πλείστων, από τους σύγχρονους νεοκλασικούς και μετανεοκλασικούς οικονομολόγους, που θέλησαν να συγκεράσουν την αντίληψη των κλασικών, που έδιναν βαρύτητα στην παραγωγή, με την κεϋνσιανή λογική, που δίνει βαρύτητα στην συνάρτηση της κατανάλωσης, μέσα από την κατασκευή του θεωρητικού σχήματος της ισχύος των κεϋνσιανών ιδεών στις βραχείες χρονικές σειρές, ένα πεδίο στο οποίο η ενεργός συναθροιστική ζήτηση (η κατανάλωση) παίζει ρόλο και επηρεάζει την παραγωγή, λόγω, κυρίως της ακαμψίας των τιμών, κατά την βραχυχρόνια περίοδο και της αντίστοιχης ισχύος των νεοκλασικών αντιλήψεων στις μακροπρόθεσμες χρονικές σειρές, στις οποίες ρόλο παίζει η παραγωγή, λόγω της - υποτιθέμενης - ευκαμψίας των τιμών στην μακροχρόνια περίοδο.


Βέβαια, το σχήμα αυτό, το οποίο αποτελεί μια υποπερίπτωση της κεϋνσιανής θεωρίας, μπορεί να ταιριάζει, ως επιδίωξη για την διαμόρφωση της πραγματικότητας, δεν ταιριάζει, όμως, ως περιγραφή της, αφού άλλο πράγμα είναι το να θελήσεις να προσανατολίσεις την πραγματικότητα σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, κάτι το οποίο, σε τελική ανάλυση, είναι κοινωνική και ταξική επιλογή και άλλο πράγμα είναι να θελήσεις να την περιγράψεις.


Στην πρώτη περίπτωση, οι οικονομολόγοι ασκούν, ή υποστηρίζουν μια εφαρμοσμένη πολιτική, την οποία ενδύουν, με έναν επιστημονικό μανδύα, καθιστώντας την πολιτική αυτή, που έχει συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους και σαφείς ταξικές επιδιώξεις, μια επιστημονικοφανή πολιτική, η οποία χρησιμοποιείται, για να συγκαλύψει και να καταστήσει εύπεπτους και αποδεκτούς τους στόχους και τις επιδιώξεις, που έρχεται αυτή η πολιτική να εξυπηρετήσει. Προφανώς, είναι δικαίωμά τους να ασκούν και να υποστηρίζουν μια οποιαδήποτε οικονομική πολιτική. Αλλά αυτό θα πρέπει να βγουν και να το πουν και όχι να το κρύψουν κάτω από μια θεωρητική επιχειρηματολογία, η οποία δανείζεται επιστημονικούς όρους, προκειμένου να θεμελιώσει ένα επιστημονικοφανές ψεύδος.


Στην δεύτερη περίπτωση, οι οικονομολόγοι ασκούν επιστημονικό έργο, το οποίο, απλούστατα, έρχεται να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, χωρίς να εξυπηρετούν τις στοχεύσεις και τις επιδιώξεις των όποιων ασκούντων την οικονομική και κοινωνική πολιτική, χωρίς να αποκλείουν τίποτε, περιγράφοντας, για κάθε θεωρία, το πεδίο και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της και εξετάζοντας, το εάν αυτές οι προϋποθέσεις υπάρχουν, ή όχι, καθώς και το πως θα μπορούσαν αυτές οι προϋποθέσεις να υπάρξουν, ή να διαμορφωθούν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, που κάθε φορά υπάρχουν, ή διαμορφώνονται.


Φυσικά, αυτή η άσκηση του επιστημονικού έργου στον χώρο της οικονομίας, δεν είναι ουδέτερη στα αποτελέσματά της. Κάθε άλλο. Δεν θα μπορούσε να είναι και δεν είναι ουδέτερη. Τα όποια συμπεράσματα βγαίνουν από την επιστημονική διερεύνηση στον χώρο της οικονομίας, έχουν άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις, όταν τεθούν σε εφαρμογή και οι συνέπειές τους, επίσης, φυσικά, έχουν άμεσο αντίκτυπο και κοινωνικές επιπτώσεις, με ταξικό προσανατολισμό, αφού, σε τελική ανάλυση κάποιοι ωφελούνται, λιγότερο, ή περισσότερο, ή και καθόλου, αφού η οικονομική επιστήμη είναι μια κοινωνική επιστήμη.


Παρ' όλ' αυτά, όμως, υπάρχει διαφορά και μάλιστα, μεγάλη. Διότι άλλο είναι το να ασκεί κάποιος επιστημονικό έργο, στον χώρο της οικονομίας - ακόμη και όταν τα κίνητρά του δεν είναι καθαρά επιστημονικά - και να καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κατά το δοκούν και σύμφωνα, με τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων, που έχουν την όποια εφήμερη, ή μη, ισχύ και τα οποία έρχονται να εξυπηρετήσουν οι decision makers, μιας κοινωνίας και άλλο πράγμα είναι η εργαλειακή κατασκευή θεωριών, που σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν, εκ των προτέρων, τα όποια συμφέροντα ασκούν, άμεσα, ή επηρεάζουν την εξουσία.


Ως εκ τούτου, στις σχηματισμένες καπιταλιστικές κοινωνίες η κατανάλωση είναι εκείνη που προσδιορίζει τα επίπεδα της παραγωγής. Δεν είναι η παραγωγή εκείνη που προσδιορίζει την κατανάλωση, παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι παραγωγοί (για την ακρίβεια : οι καπιταλιστές, στην εποχή του κλασικού καπιταλισμού και η γραφειοκρατική τεχνοδομή των επιχειρήσεων, μαζύ με το κράτος, στην σύγχρονη εποχή) καταβάλουν άοκνες προσπάθειες, για να την επηρεάσουν και να την κατευθύνουν, κάτι που, πολλές φορές, πρόσκαιρα, το καταφέρνουν.


Βέβαια, αυτή η διαπίστωση δεν είναι καινούργια. Ούτε αποτελεί κάποια καινοτομία. Όπως έχω αναφέρει, σε αυτήν την διαπίστωση, που είναι αυτονόητη, έχει προβεί ο πατριάρχης της οικονομικής επιστήμης, ο Adam Smith, ο οποίος, όταν δεν επηρεαζόταν από την παραγωγιστική αντίληψη, γύρω από την οικονομία (μια αντίληψη, που, προέκυπτε, εκ των πραγμάτων και από την διαρκή σπανιότητα των αγαθών και δικαιολογημένα, έδινε προτεραιότητα στην παραγωγή), με την φράση του : "Η κατανάλωση είναι ο μοναδικός σκοπός και στόχος όλης της παραγωγής", έχει αποσαφηνίσει, σαφέστατα και απολύτως παραστατικά, τις προτεραιότητες και τις ιεραρχήσεις, μέσα στην πορεία και κατά την διάρκεια των εξελίξεων, που προσδιορίζουν και ποσοτικοποιούν τα συνολικά οικονομικά μεγέθη, αυτά, που ο Ricardo περιέγραψε και πολύ αργότερα, ο Keynes ανέλυσε, ως μακροοικονομικά μεγέθη.

Ο παραγωγισμός, ως αντίληψη για την λειτουργία της οικονομίας (και όχι ως προσανατολισμός, για τα διαρκή και αναγκαία επίπεδα του αποκαλούμενου ως κοινωνικού υπερπροϊόντος, δηλαδή του σχηματισμού των, κάθε φορά, απαραίτητων κερδών και των επακόλουθων επενδύσεων), επέδρασε εσφαλμένα, από επιστημονική άποψη, διότι η αγχωτική και άκρως καταθλιπτική σπάνις των αγαθών προσδιοριζόταν στην εποχή του Adam Smith, όπως και τώρα, από τις ανάγκες των ατόμων και της κοινωνίας, έτσι όπως αυτές προέκυπταν και όπως ακόμη και τώρα, προκύπτουν, ως δυνητική και ως πραγματική κατανάλωση, λαμβανομένων, φυσικά, υπόψη, των πραγματικών περιορισμών της παραγωγής, η οποία, εντός αυτών των περιορισμών, τελικά, είναι υποχρεωμένη να κινείται, μέσα στα πλαίσια της δεδομένης, κάθε φορά και σε κάθε εποχή, συνολικής κατανάλωσης και να προσαρμόζεται, κάθε φορά σε αυτήν. 

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι εκείνη την εποχή, κατά την οποία η οικονομική επιστήμη βρισκόταν στην διαδικασία οικοδόμησης των κεντρικών της αξόνων, όπως και αρκετά αργότερα, ήταν λογικό να επικρατεί σύγχυση και να μην είναι εύκολο να γίνει το ξεκαθάρισμα των εννοιών και η σαφής διάκριση, ανάμεσα στην λειτουργία της οικονομίας, ως συνόλου, όπου η κατανάλωση επείχε, πάντοτε, κεντρικό ρόλο και στην αναγκαιότητα της διαρκούς αύξησης της παραγωγής, μέσω της κερδοφορίας, ως μηχανισμού σχηματισμού των επενδύσεων, οι οποίες ήσαν και είναι απαραίτητες, για την αύξηση της παραγωγής, με αποτέλεσμα την κυριαρχία του παραγωγισμού και την εσφαλμένη επικράτησή του, ως αντίληψης και ως πρωταρχικού στοιχείου στην λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ως συνόλου. 

Όμως, αν αυτή η σύγχυση, γύρω από τον προσδιορισμό των εννοιών και την αποσαφήνιση των απαραίτητων διακρίσεων, ως προς την λειτουργία του οικονομικού συστήματος, ως συνόλου και των επί μέρους προσδιοριστικών του στοιχείων, ήταν στην αρχή και αρκετά αργότερα, δικαιολογημένη (αν και αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό, διότι, έστω και στρεβλωμένα, μέσα από την θεωρία του για τον υπερπληθυσμό, ο Thomas Robert Malthus είχε κάνει λόγο για την εμφάνιση του φαινομένου της ανεπάρκειας της αγοραστικής δύναμης) , αυτό έπαυσε να συμβαίνει από ένα σημείο και μετά, στον βαθμό που οι κεντρικοί άξονες της οικονομικής επιστήμης είχαν συγκροτηθεί και σίγουρα, έπαυσε να συμβαίνει, από την εποχή της μεγάλης κρίσης της δεκαετίας του 1930 και τον ερχομό του John Maynard Keynes.


Από εκεί και πέρα, με δεδομένη την κυρίαρχη επιρροή της ενεργού συναθροιστικής ζήτησης (της κατανάλωσης), στην λειτουργία του οικονομικού συστήματος και στα επίπεδα της παραγωγής, είναι ο γενικός πλούτος μιας κοινωνίας, που αποτελεί τον βασικό προσδιοριστικό παράγοντα, ως προς το γενικό επίπεδο κατανάλωσης, η οποία προσδιορίζει και το επίπεδο της παραγωγής. Έτσι, στα πλαίσια ενός αρρύθμιστου, ή ενός ατελώς ρυθμιζόμενου καπιταλιστικού (και όχι μόνο καπιταλιστικού) οικονομικού συστήματος ισχύει η παραδοσιακή κεϋνσιανή πρόβλεψη, που λέει ότι όταν μια κοινωνία αυξάνει τον πλούτο της, η εξέλιξη αυτή, από ένα σημείο και πέρα, οδηγεί σε μια φθίνουσα πορεία την ενεργό συναθροιστική ζήτηση, λόγω του ότι πέφτει η οριακή ροπή προς κατανάλωση των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση του γενικού πληθυσμού.

Δηλαδή, με λίγα λόγια και σε γενικές γραμμές, ο αυξανόμενος πλουτισμός μιας κοινωνίας οδηγεί, όταν έχουμε να κάνουμε με μη ρυθμιζόμενα, ή με ατελώς ρυθμιζόμενα οικονομικά συστήματα (όπως συμβαίνει με την κλασική ανταγωνιστική, ή την ολιγοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού, όπως και με την σύγχρονη μικτή γραφειοκρατική μορφή του), από ένα σημείο και πέρα, σε εξασθένιση της κατανάλωσης και σε μείωση των επιπέδων της, γεγονός το οποίο την εισαγάγει στο φαινόμενο της οικονομικής ύφεσης, που, εάν δεν προσεχθεί, μετεξελίσσεται, σε οικονομική κρίση.

Όμως, μιλώντας για τις επιπτώσεις του αυξανόμενου πλουτισμού μιας κοινωνίας στο πεδίο της κατανάλωσης και στην τάση, για πτώση των επιπέδων της, ως αποτέλεσμα αυτού του πλουτισμού, γεγονός το οποίο συναρτάται με την εξάντληση των προτύπων και των ευκαιριών κατανάλωσης, με δεδομένη την κλίμακα της εισοδηματικής κατανομής, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, κατηγορίες και ομάδες, εντός της κοινωνίας, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι ιδιαίτερη βαρύτητα, η οποία, μάλιστα, είναι τεράστιας σημασίας, έχει η σύνθεση της κατανάλωσης, όχι τόσο, ως γκάμα προϊόντων, αλλά, πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, ως απεικόνιση της κατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στα άτομα και στις ενεργές και μη ενεργές εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να μην σταθούμε στην μέγιστη σημασία της κλίμακας των εισοδημάτων και στην έκταση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, μέσα στην κοινωνία.

Πράγματι, η διαμόρφωση της κλίμακας της εισοδηματικής κατανομής και των επιπέδων των εισοδηματικών ανισοτήτων, που αυτή προσδιορίζει, μέσα σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, που διέπεται από τις αρχές λειτουργίας του παλαιού και του σύγχρονου καπιταλισμού προσδιορίζει, καθοριστικά, την εξελικτική πορεία των επιπέδων της συνολικής κατανάλωσης και με αυτόν τον τρόπο, προσδιορίζει και την εξελικτική πορεία των επιπέδων της συνολικής παραγωγής.

 Η μελέτη της οικονομικής ιστορίας δείχνει ότι όσο περισσότερο ανισοκατανέμεται το εισόδημα στον γενικό πληθυσμό μιας χώρας, τόσο περισσότερο ευπαθής καθίσταται, προοδευτικά, με την πάροδο του χρόνου η κατανάλωση, με αποτέλεσμα τα επίπεδά της να είναι ασταθή και να παρουσιάζουν στασιμότητα και μειώσεις, οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση οδηγούν, σε μια μακρά στασιμότητα και από εκεί και πέρα, καθίστανται μεγαλύτερες και απότομες, εφ' όσον οι εισοδηματικές ανισότητες στον γενικό πληθυσμό της χώρας, κινούνται σε πολύ μεγάλα, ή και ακραία επίπεδα. Αυτή η δυσμενής εξέλιξη στα επίπεδα της κατανάλωσης, με την σειρά της, επενεργεί, δυσμενώς, στην παραγωγή και στα δικά της επίπεδα, οδηγώντας την σε συρρίκνωση, με αποτέλεσμα την επέλευση της οικονομικής ύφεσης και της κρίσης.

Ο μηχανισμός αυτός, που περιγράφει την σχέση της έκτασης της εισοδηματικής ανισοκατανομής, με την ευπάθεια των επιπέδων της κατανάλωσης, η οποία προκύπτει από το ότι η αυξητική πορεία της κατανάλωσης είναι διαφοροποιημένη, κινούμενη σε χαμηλότερα επίπεδα, από την αυξητική πορεία του συνολικού εισοδήματος του γενικού πληθυσμού και εξηγεί, πλήρως, την αντίστοιχη ευπάθεια των επιπέδων της παραγωγής, που έρχεται ως αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων και αποκλινουσών μεταβολών στα επίπεδα κατανάλωσης και συνολικού εισοδήματος, μπορεί να είναι, εύκολα, κατανοητός, όμως δύσκολα, γίνεται αποδεκτός, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, το οποίο, εξ ορισμού και εκ συστάσεως, είναι ανταγωνιστικό και πολύ περισσότερο άνισο στην κατανομή του εισοδήματος, που αποκτάται μέσα στα πλαίσια της παραγωγικής διαδικασίας, αφού αυτή η ανισοκατανομή θεωρείται αυτονόητη και αποτέλεσμα της εξατομικευμένης και της συλλογικής (ως οικονομικής τάξης, κατηγορίας, ή ομάδας του οικονομικά ενεργού πληθυσμού) συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία και του μετρήσιμου βαθμού συμβολής των ατόμων και των κοινωνικοοικονομικών ομάδων στην παραγωγή.

Όσο σκανδαλώδης και αν ακούγεται αυτή η διαπίστωση - και για την τυπική καπιταλιστική λογική, γύρω από τους κανόνες και τις διαδικασίες απόκτησης του εισοδήματος, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, αποτελεί την πέτρα του σκανδάλου, διότι αμφισβητεί τους κανόνες και τις διαδικασίες αυτές, αφού αποσυνδέει την απόκτηση του εισοδήματος, από την συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, θέτοντας, ως κριτήρια, για την διανομή του εισοδήματος, εξωοικονομικές παραμέτρους και παραδοχές -, η ωμή και πικρή, για τις εκάστοτε καπιταλιστικές ελίτ, πραγματικότητα έρχεται να την επιβεβαιώσει, έτσι ακριβώς, όπως την περιέγραψε ο John Maynard Keynes, ήδη, από την δεκαετία του 1920, για να τεθεί, εκ των πραγμάτων, το ακανθώδες ζήτημα της αναδιανομής του ανισοκατανεμημένου εισοδήματος, προκειμένου να μην διαταραχθεί, ή προκειμένου να αποκατασταθεί η διαταραγμένη λειτουργία του συστήματος. Ένα ζήτημα, που ο Βρετανός οικονομολόγος το έθεσε, ρητά και κατηγορηματικά.

Αυτή η διαπίστωση, από μόνη της, θα μπορούσε, ίσως, να καταστεί υποφερτή, για την τυπική καπιταλιστική λογική, η οποία, ως παράδοση, έχει ενσωματώσει μέσα της, την φιλανθρωπία, ως χριστιανική αρχή και ως ιδιωτικού χαρακτήρα κοινωνική εκδήλωση, που αποδεικνύει την φιλανθρωπία των πλουσίων και το ενδιαφέρον τους, για τους πτωχούς. Όμως, επειδή αυτού του είδους η φιλανθρωπία, ως ιδιωτική εκδήλωση, είναι μηδαμινή και ο αναδιανεμητικός της ρόλος, απολύτως, αναξιόλογος και ως εκ τούτου μηδαμινός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δώσει απαντήσεις, στα προβλήματα, που ανακύπτουν στην λειτουργία του συστήματος, εξ αιτίας του άνισου διανεμητικού του χαρακτήρα και περιεχομένου, εκ των πραγμάτων, προκύπτει η διαρκής και συν τω χρόνω, αυξανόμενη αναγκαιότητα, για μια οργανωμένη και συστηματικοποιημένη  θεσμική πρέμβαση, η οποία πρέπει να φροντίσει για την εκτεταμένη αναδιανομή του εισοδήματος, με ανακατεύθυνση ενός μεγάλου μέρους του από την κορυφή και τα ανώτερα στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας, προς τα κατώτερα στρώματα και την βάση της, προκειμένου, αυτή να καταστεί χρήσιμη και λειτουργική, αποκαθιστώντας τις διαταραγμένες ισορροπίες του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, που οφείλονται στην και προξενούνται από την ένταση και την έκταση της εισοδηματικής ανισοκατανομής, μέσα στην κοινωνία, οι οποίες, όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο περισσότερα και οξύτερα προβλήματα δημιουργούν, τα οποία, αν αφεθούν χωρίς αντιμετώπιση και για όσο δεν αλλάζουν οι καταναλωτικές συμπεριφορές του πληθυσμού και ιδίως εκείνων των στρωμάτων, που κατέχουν το χρήμα και τον πλούτο, όπως, επίσης και τα σύστοιχα καταναλωτικά πρότυπα, που, σε, κάθε εποχή, επικρατούν μεταπίπτουν σε χρόνια και οδηγούν τις ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες, κάθε εποχής, σε έναν μακρόσυρτο μαρασμό.


Αυτό που ακολουθεί, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας και της άρνησης των κυρίαρχων ελίτ, που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ιδιωτικής οικονομίας, να δώσουν λύση στο πρόβλημα της αναδιανομής του εισοδήματος, προκειμένου να μπορέσει να ισορροπήσει και να λειτουργήσει, σε συνθήκες ομαλότητας, το οικονομικό σύστημα, στο σύνολό του, είναι η ανάληψη της αρμοδιότητας αυτής από έναν άλλον κοινωνικό μηχανισμό, ο οποίος κινείται, εκτός των πλαισίων της ιδιωτικής οικονομίας και μπορεί να πάρει τις σχετικές πρωτοβουλίες, για την πραγματοποίηση της αναδιανομής του εισοδήματος, από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό στο γενικό σύνολο του πληθυσμού και από τα πλουσιώτερα οικονομικά στρώματα, στα πτωχότερα, προκειμένου να ισορροπήσουν οι μηχανισμοί εισοδήματος και κατανάλωσης, έτσι ώστε να μην μπλοκαριστεί ο μηχανισμός της μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις και να μην επηρεαστεί, δι' αυτού του τρόπου, αρνητικά, η παραγωγική διαδικασία και να μην περιπέσει σε στασιμότητα και σε μια πτωτική διαδικασία, η παραγωγή.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες (και όχι μόνο σε αυτές, αλλά αυτές είναι που τώρα μας ενδιαφέρουν), ο κοινωνικός μηχανισμός, που μπορεί να πάρει αυτές τις πρωτοβουλίες και να προβεί στις ενέργειες που χρειάζονται, για να πραγματοποιηθεί η ευρεία αναδιανομή του ανισοκατανεμόμενου εισοδήματος, το οποίο σχηματίζεται και μοιράζεται, μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας και σύμφωνα, με τα κριτήρια, που επικρατούν σε αυτήν, είναι το κράτος.  

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος της αντιπαράθεσης, που, διαρκώς, υπάρχει και η οποία είναι, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, οξεία, γύρω από τον ρόλο του και ως την αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης, στα πλαίσια της λειτουργίας της ιδιωτικής οικονομίας, αφού αυτή η αυξανόμενη - άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο - κρατική παρεμβατική πολιτική  έχει συντελέσει στην γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, λόγω του, διαχρονικά, σωρευτικού σταθεροποιητικού ρόλου του κρατικού μηχανισμού, στον χώρο της οικονομίας, έτσι όπως αυτός ο ρόλος εκφράζεται, όταν παρατηρηθεί, επίσης διαχρονικά, η αύξηση του μεγέθους του κρατικού προϋπολογισμού, μέσα στην οικονομία, σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αφού π.χ. τα επίπεδα των κρατικών δαπανών, από το 10% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών, κατά την δεκαετία του 1890, έχει εκτοξευθεί στις ημέρες μας, σε επίπεδα, που ξεπερνούν το 45% του ΑΕΠ.

Πώς, όμως και γιατί φθάσαμε σε μια τέτοια εξέλιξη, η οποία γραφειοκρατικοποίησε το κλασικό καπιταλιστικό σύστημα - ή, ορθότερα, συνέτεινε και αυτή, μαζύ με άλλες τάσεις, που παρουσιάστηκαν, μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας, στην γραφειοκρατικοποίηση του συστήματος; 

Οι απαντήσεις δεν είναι δύσκολες. Άλλωστε, με όσα έχω, ήδη, γράψει, έχω δώσει το περίγραμμα των απαντήσεων αυτών.

Έτσι, στις καπιταλιστικές κοινωνίες (και όχι μόνο σε αυτές, αλλά, εδώ, αυτές είναι που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης), ο αυξανόμενος πλούτος των νοικοκυριών, τα οδηγεί στο να αυξάνουν και την κατανάλωσή τους, αλλά η αυτή αύξηση της κατανάλωσης, προοδευτικά, υπολείπεται από την αύξηση του πλούτου (δηλαδή του εισοδήματος).  

Με άλλα λόγια, η οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενός πλουτίζοντος πληθυσμού, προίόντος του χρόνου, φθίνει, διότι οι άνθρωποι των οποίων τα εισοδήματα αυξάνονται, αυξάνουν, μεν, την κατανάλωσή τους, αλλά όχι τόσο όσο αυξάνεται το εισόδημά τους. Την αυξάνουν σε μικρότερο βαθμό, αφού για κάθε μια χρηματική μονάδα, κατά την οποία αυξάνεται το εισόδημά τους, η αύξηση της κατανάλωσής τους δεν ισούται με την μονάδα, όπως θα ήταν απαραίτητο, για να διατηρηθεί η οικονομική (παραγωγική - επενδυτική - εισοδηματική) ισορροπία και να συνεχισθεί, απρόσκοπτα, η οικονομική ανάπτυξη, αλλά κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός και της μονάδας.

Η τάση αυτή, που οδηγεί τους ανθρώπους και τις κοινωνίες που πλουτίζουν να αυξάνουν την κατανάλωσή τους, σε μικρότερα επίπεδα από την αύξηση του εισοδήματός τους, έχει σαν αποτέλεσμα την εξασθένιση και της μέσης ροπής προς κατανάλωση, κατευθύνοντας το επι πλέον της κατανάλωσης αποκτώμενο εισόδημα, προς την αποταμίευση, στην οποία καταφεύγουν, συνήθως, σε μεγάλη έκταση και σε υψηλότερα επίπεδα, οι πλουσιότερες εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, οι οποίες αποταμιεύουν, φυσικά, πολύ περισσότερο, από τις λιγότερο πλούσιες και τις πτωχές εισοδηματικές κατηγορίες, καθιστώντας την αποταμίευση ένα είδος πολυτελείας, το οποίο είναι καταστροφικό, για την οικονομική ισορροπία.

Όσο και αν ξενίζει η παραπάνω διαπίστωση, για τον καταστροφικό ρόλο της αποταμίευσης, στην οποία προβαίνουν τα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού, είναι αυτονόητο ότι η αύξηση της αποταμίευσης και η επακόλουθη εξασθένιση της κατανάλωσης, λόγω της ασυμβατότητας της αύξησης του συνολικού εισοδήματος, με την αύξηση της κατανάλωσης, αφού το συνολικό εισόδημα αυξάνεται, στα μη ρυθμιζόμενα και στα ατελώς ρυθμιζόμενα οικονομικά συστήματα, με μεγαλύτερους ρυθμούς, από την αύξηση της κατανάλωσης, οδηγούν το οικονομικό σύστημα σε εμπλοκή και σε ύφεση, η οποία εξελίσσεται σε κρίση, όταν δεν υπάρξει μαζική ρυθμιστική παρέμβαση, η οποία θα αποκαταστήσει τις ισορροπίες, ανάμεσα στο εισόδημα και στην κατανάλωση, διότι η εξασθένιση της κατανάλωσης οδηγεί στην εμπλοκή του - υποτιθέμενου ως αυτόματου - μηχανισμού της μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις (ο οποίος ουδέποτε στην πραγματικότητα, υπήρξε αυτόματος), με αποτέλεσμα την έλλειψη αγοραστικής δύναμης και την έλευση του φαινομένου των οικονομικών κρίσεων, για τις οποίες οι οικονομολόγοι έχουν καταναλώσει τόνους μελάνης και χαρτιού, καθώς και άφθονη φαιά ουσία, χωρίς να καταφέρουν, μέχρι τον ερχομό του John Maynard Keynes, να προβούν σε μια σαφή, επαρκή και περιγραφική ανάλυση των αιτιών τους. Πολλοί, εξ αυτών, μάλιστα, εξακολουθούν να επιμένουν ακόμη, σε ερμηνείες παιδαριώδεις και εξωπραγματικές, όχι γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει, αλλά επειδή εθελοτυφλούν, ή εξυπηρετούν οργανωμένα συμφέροντα των καπιταλιστικών ελίτ. Ή και για τους δύο αυτούς λόγους, μαζύ.

Με όλα αυτά δεδομένα, γίνεται κατανοητή η τεράστια σημασία του ρόλου της εισοδηματικής κατανομής, για την οικονομική ισορροπία, μέσα σε μια κοινωνία. Και ιδιαίτερα, γίνεται σαφώς και χωρίς περιστροφές, αντιληπτή η κρίσιμη και καθοριστική σημασία του μεγέθους και της έκτασης της εισοδηματικής ανισοκατανομής, στον γενικό και όχι μόνο στον, οικονομικά, ενεργό πληθυσμό της κοινωνίας, καθώς και οι καταστροφικές επιπτώσεις της ανισοκατανομής του συνολικού εισοδήματος, όταν αυτή είναι μεγάλη, επίμονη, διαρκώς αυξανόμενη και καθίσταται ακραία, αφού το μέγεθός της προσδιορίζει και το αντίστοιχο μέγεθος της οικονομικής κρίσης, που θα ακολουθήσει.




1960 - 2009 : Η εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τους δείκτες Gini και S80/S20, σύμφωνα, με την εξαιρετική μεταπτυχιακή εργασία του κ. Δημήτρη Κιβωτού, η οποία, εξ όσων γνωρίζω, είναι μοναδική και ως εκ τούτου, πολύτιμη. Τον πίνακα αυτόν τον έχω ξαναδημοσιεύσει, στην αρχική μορφή του, η οποία περιείχε κάποια τυπογραφικά λάθη, τα οποία, εδώ, έχω διορθώσει. Συγκεκριμένα, στον δείκτη Gini, στο έτος 1989, η ορθή εγγραφή είναι 0,293 και όχι 0,393, που ανεφέρετο, ενώ στον δείκτη S80/S20, κατά τα έτη 1986, 1987 και 1988, οι ορθές εγγραφές, σύμφωνα με την πορεία του γραφήματος, πρέπει να είναι 9,41 - 9,15 - 9,49 και όχι 9,49 - 9,41 - 9,15, που ανεφέρετο.



Είναι γεγονός ότι, όταν εξετάζουμε την οικονομική ιστορία των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού, τα συμπεράσματα, για τον ρόλο της ανισότητας στην εισοδηματική κλίμακα των κοινωνιών τους, είναι σαφέστατα και αποκαλυπτικά, για τον καθοριστικό ρόλο της, ως προσδιοριστικής αιτίας των οικονομικών κρίσεων, που ακολούθησαν, τις περιόδους, κατά τις οποίες είχε προηγηθεί μια αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία στηρίχθηκε σε μια ολοένα και αυξανόμενη εισοδηματική ανισοκατανομή. Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες, που αφορούν την Ελλάδα και την εντεινόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, ανάμεσα στις κατηγορίες, τις ομάδες και τις τάξεις του πληθυσμού, ιδιαίτερα, από την δεκαετία του 1990, μέχρι την εσωτερίκευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης, το 2008, είναι απολύτως, παραστατικοί και, σε μεγάλο βαθμό, εξηγούν την πορεία της χώρας προς την χρεωκοπία και την εξελισσόμενη ανθρωπιστική καταστροφή, ιδιαίτερα, αν ληφθεί, υπόψη, η καταστροφική ένταξη της ελληνικής οικονομίας, το 2002, στην ευρωζώνη, η οποία την αφόπλισε και από το τελευταίο όπλο, που είχε στην διάθεσή της και το οποίο ήταν η ύπαρξη του εθνικού νομίσματος, για να αντιπαρέλθει τα οξύτατα προβλήματα, που της δημιούργησε αυτή η διευρυνόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, η οποία υπήρξε και προϊόν της άκριτης ένταξης της χώρας μας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά, πέρα από το τι συνέβη και συμβαίνει στην Ελλάδα, εάν η έρευνά μας στραφεί, εκτός των συνόρων και της οικονομικής ιστορίας της χώρας μας, θα δούμε ότι και η οικονομική ιστορία και των άλλων χωρών, είτε αυτή η ιστορία είναι πρόσφατη, είτε ανάγεται στο μακρυνό παρελθόν, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, απο το να επιβεβαιώσει, με έναν τρόπο μονότονο, την άμεση σύνδεση της αυξανόμενης ανισοκατανομής των εισοδημάτων, με την πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση και την σύστοιχη εμφάνιση οικονομικών κρίσεων, ως αποτελέσματος, αυτής της ανισοκατανομής και της φθίνουσας καταναλωτικής ροπής.

Έτσι, αν στραφούμε και εξετάσουμε τις Η.Π.Α., πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930 και συγκρίνουμε την αμερικανική οικονομία της δεκαετίας του 1920, με αυτήν, πριν από την βαθιά ύφεση του 2008, η οποία είχε παγκόσμιες επιπτώσεις, οι οποίες, ακόμη, δεν έχουν ξεπεραστεί, θα διαπιστώσουμε ότι οι ομοιότητες, που αφορούν τις αιτίες των κρίσεων, που ακολούθησαν είναι αναμενόμενα πασιφανείς και σαφέστατα, έχουν να κάνουν, με την τεράστια ανισοκατανομή του εισοδήματος, ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες του γενικού πληθυσμού της χώρας και στις δύο εξεταζόμενες χρονικές περιόδους.

Οι Η.Π.Α. και κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και κατά την δεκαετία του 2000, εμφάνισαν ακραίες εισοδηματικές ανισότητες, όπως, επίσης και ακραίες ανισότητες στην κατανομή της ισχύος, ανάμεσα στις τάξεις, τις κατηγορίες και τις ομάδες του πληθυσμού της χώρας. Πράγματι, η ισχύς και ο πλούτος των αμερικανικών ελίτ, που έδρασαν, στις αντίστοιχες ιστορικές περιόδους, που απέχουν, μετάξύ τους, γύρω στα 80 χρόνια, είναι εκπληκτικά όμοιες, όπως προκύπτει από τα συγκριτικά στοιχεία της αμερικανικής οικονομίας, αφού, στην δεκαετία του 1920, ο μέσος όρος του εισοδήματος του εισοδηματικά ανώτερου 1% του πληθυσμού, αντιστοιχούσε στο 17,3% του συνολικού εισοδήματος, χωρίς να υπολογίζονται τα κέρδη του κεφαλαίου, ενώ το 2005 το αντίστοιχο, εισοδηματικά, ανώτερο 1% του πληθυσμού, κατείχε το 17,4% του συνολικού εισοδήματος. Επίσης, στην δεκαετία του 1920, ο μέσος όρος του εισοδήματος του, εισοδηματικά, ανώτερου 10% του πληθυσμού, αντιστοιχούσε στο 43,6% του συνολικού εισοδήματος, χωρίς να υπολογίζονται τα κέρδη του κεφαλαίου, ενώ το 2005 το αντίστοιχο, εισοδηματικά, ανώτερο 10% του πληθυσμού, κατείχε το 44,3% του συνολικού εισοδήματος.

Αυτή η εκπληκτική ταύτιση της αμερικανικής οικονομίας, κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 2000, ως προς το μέγεθος της τεράστιας ανισοκατανομής του εισοδήματος, ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό και οι ακραίες διαφοροποιήσεις, στην κλίμακα των εισοδημάτων των πλουσιότερων και των πτωχότερων Αμερικανών, φυσικά, αφορά, τελείως διαφορετικά μακροοικονομικά μεγέθη, άλλα απόλυτα επίπεδα παραγωγής, κατανάλωσης και εισοδήματος. Επίσης, αφορά, τελείως, διαφορετικές κοινωνίες, αφού η κρατική παρέμβαση έχει αλλάξει τα δεδομένα και έχει ενισχύσει τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού, γεγονός που έχει κάνει την εισοδηματική ανισότητα, στην σύγχρονη εποχή, περισσότερο ανεκτή, από ό,τι ήταν την εποχή, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930, μια εποχή, η οποία ξεκινάει λίγο πριν από την έλευση του 20ου αιώνα - ίσως και ακόμη πιο πίσω, κατά την διάρκεια της οποίας εποχής η αμερικανική οικονομία διαμόρφωσε στην αμερικανική κοινωνία, μια, επίμονα, υψηλή άνιση κοινωνικοοικονομική δομή, η οποία παρέμεινε, μέχρι την δεκαετία του 1920. Και ναι, μεν, είναι σαφές και αναντίρρητο ότι η αμερικανική κοινωνία υπήρξε πολύ πλουσιώτερη, στην δεκαετία του 1920, από ό,τι ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά ήταν, επίσης και εισοδηματικά ακραία άνιση. Άλλωστε, η ύπαρξη ισχυρών μεσαίων τάξεων, μέσα σε μια κοινωνία ουδέποτε προκύπτει, μέσα από κάποιον αυτοματοποιημένο μηχανισμό, δεν αποτελεί ένα ώριμο φρούτο, μιας κοινωνίας, η οποία, επίσης ωριμάζει, μέσα από την αναπτυξιακή διαδικασία. Οι ισχυρές μεσαίες τάξεις δημιουργούνται, μέσα από κοινωνικούς αγώνες, είναι προϊόν της διαπάλης, που διεξάγεται στην κοινωνία και υποστηρίζονται, μέσα από την ανάληψη συγκεκριμένων πολιτικών δράσεων.



Franklin Delano Roosevelt (30/1/1882 - 12/4/1945) : Ο Αμερικανός πρόεδρος, που ακολούθησε μια αντισυμβατική οικονομική και κοινωνική πολιτική και έσωσε το καπιταλιστικό σύστημα, από την κατάρρευση, με την δραστική μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων, που, ως πολιτική, κράτησε, μέχρι την δεκαετία του 1970, απέδειξε, για μία ακόμη φορά, στην πράξη, ότι στις κοινωνίες δεν αρκεί η ωρίμανση, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές και να πραγματοποιηθούν οι όποιες αλλαγές. Χωρίς την ανάληψη πολιτικής δράσης, με πρόγραμμα και οργάνωση, η αναγκαιότητα των αλλαγών αυτών, είτε δεν θα γίνει καν αντιληπτή, είτε θα αυτές θα αγνοηθούν και θα μείνουν στο συρτάρι, ως σχέδια, επί χάρτου.


Αυτήν την ανισότητα ανέτρεψε, με την έλευση της κρίσης στα τέλη του 1929, το New Deal του προέδρου Franklin Delano Roosevelt. Μπορεί, στις εποχές που ακολούθησαν, αυτή η εξέλιξη να φαίνεται σαν φυσιολογική, αλλά δεν ήταν. Η επίμονη παρουσία της ακραίας εισοδηματικής και κοινωνικής ανισότητας, σε όλη την περίοδο που εκτείνεται από την δεκαετία του 1890, μέχρι την έλευση της οικονομικής κρίσης του 1929, δείχνει ότι η αμερικανική κοινωνία δεν οδηγείτο από κάποιον αυτόματο πιλότο, ο οποίος την κατηύθυνε στα επίπεδα της μικρής, έως μέτριας εισοδηματικής ανισότητας, στα οποία έφθασε, κατά την περίοδο, που διοίκησαν τις Η.Π.Α. ο πρόεδρος F. D. Roosevelt και το επιτελείο του. Χωρίς αυτούς, η αμερικανική κοινωνία θα παρέμενε έντονα άνιση και θα εγκλωβιζόταν, σε μια διαρκή στασιμότητα. Και αυτό θα ήταν το μικρότερο, από όσα άλλα κακά θα μπορούσαν να την βρουν, όπως, άλλωστε, μας δείχνει, στις ημέρες μας, αρκετά παραστατικά, η επικρατούσα κατάσταση στην ευρωζώνη.



  J. Bradford DeLong : Ο ιστορικός της οικονομίας και οικονομολόγος, που διαμόρφωσε ένα ενδιαφέρον κριτήριο για προσδιορίσει, σε διαχρονική βάση τους Αμερικανούς δισεκατομυριούχους και για να διαπιστώσει, μέσω της διακύμανσής του αριθμού τους, το μέγεθος και την έκταση της εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία. 

 

 

Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε την έκταση της ανισότητας, που προϋπήρξε της κρίσης της δεκαετίας του 1930, είναι πολύ χρήσιμοι, οι υπολογισμοί και το μέτρο πλούτου, που διαμόρφωσε ο ιστορικός της οικονομίας J. Bradford DeLong, ο οποίος προσδιόρισε, σε διαχρονική βάση, ως δισεκατομμυριούχους, όσους κατέχουν πλούτο, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από την παραγωγή 22000 μέσων Αμερικανών εργατών. Τον αριθμό του ενός δισεκατομμυρίου τον διαμόρφωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι τώρα το ποσόν θα έχει υπερδιπλασιαστεί.

 

Έτσι, το 1900 υπήρχαν 22 Αμερικανοί, οι οποίοι υπερέβαιναν τον πλούτο αυτόν, ενώ τρεις δεκαετίες μετά - στα 1932 -, ο αριθμός τους είχε αυξηθεί στους 32, ακολουθώντας την αύξηση του πληθυσμού, δείχνοντας ότι τα επίπεδα της ακραίας εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία, παρέμειναν άθικτα, σε όλη αυτή την περίοδο.


Η έλευση του New Deal θα κατεβάσει, κατά πολύ τα επίπεδα της εισοδηματικής ανισότητας στην αμερικανική κοινωνία και θα περιορίσει, κατά πολύ, τα φαινόμενα των ακραίων εισοδηματικών διαφορών. Έτσι, ο αριθμός των Αμερικανών δισεκατομμυριούχων, έτσι όπως τους προσδιόρισε ο DeLong, περιορίστηκαν το 1957 στους 16 και το 1968 στους 13.

 

Ο πρόεδρος Ronald Wilson Reagan (6/2/1911 - 5/6/2004), κυβέρνησε τις Η.Π.Α. με την λογική του αγαπημένου του αποφθέγματος :  «Η κυβέρνηση δεν είναι η λύση, αλλά το πρόβλημα», παρά το γεγονός ότι στην νεότητά του, υπήρξε μέλος του Κ. Κ. Η.Π.Α. - ίσως, μάλιστα, ένας από τους λόγους, που τον οδήγησαν, στην ακραία συντηρητική ιδεολογία της δεξιάς πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να ήταν και το παρελθόν του αυτό. Με την πολιτική του αυτή, εκτόξευσε στα ύψη τις εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική οικονομία και έκτισε το ιδεολογικό υπόβαθρο, για την συνέχιση της πολιτικής αυτής και μετά από αυτόν. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα έδρεψε η αμερικανική οικονομία, με την έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και την βαθιά ύφεση, που ακολούθησε, η οποία έπληξε την διεθνή οικονομία, η οποία, υφίσταται, ακόμη, τις επιπτώσεις της ύφεσης αυτής, με κύρια επίπτωση την παρατεταμένη αστάθεια. Εδώ, είναι με την Margaret Thatcher, η οποία υπήρξε πρωτοπόρος και φανατική υποστηρίκτρια της πολιτικής αυτής, την οποία εφάρμοσε, όσο περισσότερο μπορούσε.


Αυτό, όμως, δεν κράτησε για πάντα. Σήμερα, περίπου 160 Αμερικανοί πληρούν το κριτήριο που έχει θέσει ο DeLong  και κατέχουν πλούτο, ο οποίος υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο δολλάρια, δείχνοντας την τέραστια εισοδηματική ανισοκατανομή, στην οποία έφθασε και πάλι η αμερικανική κοινωνία, ως αποτέλεσμα των πολιτικών, που ακολουθήθηκαν, από την εποχή του προέδρου Ronald Reagan και στην συνέχεια.

Βέβαια, αυτό που πρέπει να τονισθεί, είναι ότι η ακραία εισοδηματική ανισότητα, η οποία παρατηρείται, από τα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι το 1929, δεν σημαίνει ότι οι κατώτερες εισοδηματικές τάξεις, δεν συμμετείχαν στην γενκή εισοδηματική αύξηση εκείνης της περιόδου. Προφανώς και συμμετείχαν. Αυτό, όμως, έγινε, με την παραμονή του ανοίγματος της ψαλίδας στα ίδια επίπεδα και χωρίς να κλείσει αυτό το άνοιγμα, ούτε στο ελάχιστο. Με μια εξαίρεση, η οποία συνέβη, κατά την δεκαετία του 1920, όταν η εισοδηματική ψαλίδα άνοιξε, λόγω της μεγαλύτερης αύξησης των εισοδημάτων των πλουσίων στρωμάτων της αμερικανικής κοινωνίας, αφού οι εργατικές αμοιβές αυξήθηκαν πολύ λιγότερο, από τα κέρδη των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα την μεταφορά μεγάλων ποσών από τα κέρδη στις υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού.

Πάντως, στην δεκαετία του 1920, οι Αμερικανοί, που βρίσκονταν στις κατώτερες εισοδηματικές βαθμίδες ζούσαν πολύ καλύτερα, από ό,τι ζούσαν 50 χρόνια νωρίτερα, αφού βελτιώθηκε η ποιότητα της ζωής τους, αν και οι μεγάλες στερήσεις δεν έλειψαν και πολλοί Αμερικανοί ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, αφού οι άνεργοι έμεναν χωρίς εισόδημα, όπως, επίσης και όσοι γερνούσαν, χωρίς να έχουν παιδιά, για να τους ζήσουν, ή όσοι πάθαιναν κάποιο εργατικό, ή άλλο ατύχημα, ενώ πολλοί άλλοι υποαμοίβονταν, λόγω και της ουσιαστικής ανυπαρξίας των εργατικών συνδικάτων.

Αυτό συνέβαινε διότι, απλούστατα, σε όλη την περίοδο, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930, ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους ήταν ανύπαρκτος. Δεν υπήρχαν δημόσιες παροχές, ασφαλιστική κάλυψη, συντάξεις, κοινωνική πρόνοια. Το κράτος ήταν, πρακτικά, ανύπαρκτο, όπως, ουσιαστικά, ανύπαρκτη ήταν και η φορολογία, αφού το 1925, για ένα εισόδημα της τάξης των 10.000 δολλαρίων (το οποίο, σήμερα ισοδυναμεί με την αγοραστική αξία, ενός ποσού, λίγο πιο πάνω από τα 100.000 δολλάρια), οι κάτοχοί του, οι οποίοι ανήκαν στο εισοδηματικά ανώτερο 1% του αμερικανικού πληθυσμού, πλήρωναν φόρο, λιγότερο από το 1%, ενώ τώρα το αντίστοιχο εισόδημα φορολογείται, με 20%.

Εδώ, πρέπει να παρατηρηθεί  ότι, στις μεταγενέστερες εποχές, μεγάλα τμήματα των Αμερικανών , μετά την δεκαετία του 1970, με τον ερχομό της κυβέρνησης προέδρου Ronald Reagan, υπέστησαν πτώση των πραγματικών τους αμοιβών, ένα φαινόμενο, το οποίο πήρε μια τέτοια έκταση, που δεν παρατηρήθηκε στην περίοδο, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1930. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ήταν άλλο πράγμα το να είναι κάποιος πτωχός, κατά την διάρκεια εκείνης της εποχής, που προηγήθηκε της μεγάλης κρίσης. Ήταν κάτι το πολύ σκληρό και άγριο, αφού το κράτος έλειπε, παντελώς, από το πεδίο της εισοδηματικής αναδιανομής. Τότε, ήταν πολύ καλό το να είναι κάποιος πλούσιος και φυσικά, το ίδιο συμβαίναι και σήμερα. Όμως, τώρα, είναι, σχετικά, υποφερτό το να είναι κάποιος φτωχός, αφού το 20% των Αμερικανών της σύγχρονης εποχής, έχει, ως βασική εισοδηματική πηγή, τις παροχές του αμερικανικού κράτους, οι οποίες παραμένουν, πάντα, ανεπαρκείς.

Ας δούμε τις εξελίξεις στην αμερικανική οικονομία, από την δεκαετία του 1970, μέχρι σήμερα, για να κατανοήσουμε το ακραίο μέγεθος των εισοδηματικών ανισοτήτων, που καθιερώθηκαν, από την προεδρία Ronald Reagan και μετά.





1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η διαρκής άνοδος του εν λόγω μεγέθους, συνοδεύτηκε, μετά την δεκαετία του 1970, από μια ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, που διατάραξε τις ισορροπίες και οδήγησε στην ύφεση του 2008, τα απόνερα της οποίας παραμένουν.



Αποτελεί δεδομένο ότι οι Η.Π.Α., από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, μέχρι τώρα, έχουν μια οικονομία, πολύ πιο παραγωγική, από οποτεδήποτε στο παρελθόν, είτε αυτό είναι πρόσφατο, είτε απώτερο. Έτσι, η αξία του, ανά εργατοώρα, παραγόμενου προϊόντος, έχει αυξηθεί κοντά στο 50%, σε σχέση με το 1973, όπως, επίσης, αυξήθηκε και το μέσο συνολικό εισόδημα του γενικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό, όμως, από μόνο του δεν λέει τίποτε, για την σύνθεση της εισοδηματικής κατανομής, που έγινε όλες αυτές τις δεκαετίες, που ακολούθησαν την δεκαετία του 1970.

Για να σταθεί δυνατό να καταλάβουμε το μέγεθος της ανισοκατανομής του εισοδήματος, πρέπει να δούμε το διάμεσο των εισοδημάτων. Πρέπει δηλαδή, να σταθούμε στο εισόδημα εκείνο, το οποίο κατέχει όποιος είναι πλουσιότερος από τον μισό πληθυσμό και, παράλληλα, είναι φτωχότερος, από τον άλλο μισό. Ο καλύτερος τρόπος, για να δούμε το διάμεσο των εισοδημάτων είναι ο προσδιορισμός του διάμεσου εισοδήματος των νοικοκυριών, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα, που θέτει η διάκριση του γενικού πληθυσμού, ανάμεσα στο οικονομικά ενεργό και μη ένεργό πληθυσμό.

Με βάση, λοιπόν, την εξέλιξη των εισοδημάτων των αμερικανικών νοικοκυριών από το 1973, μέχρι το 2005, το αποπληθωρισμένο διάμεσο εισόδημα σημείωσε μια μέτρια αύξηση της τάξης του 16%, λαμβάνοντας υπόψη, αυτό που αναφέρω, παραπάνω - ότι, δηλαδή, μεγάλα τμήματων των Αμερικανών υπέστησαν, ακόμη και μείωση των πραγματικών αμοιβών τους. Όμως, κάτω από κανονικές συνθήκες, εάν η αύξηση της παραγωγικότητας είχε κατανεμηθεί, ισορροπημένα, στο εργατικό δυναμικό και στην εργοδοσία, η αύξηση του εισοδήματος του Αμερικανού εργαζόμενου, θα έπρεπε να φθάσει κοντά στο 50%, ανάμεσα στο 1973 και το 2005, όση ήταν, δηλαδή και η αύξηση της παραγωγικότητας, χωρίς να επιβαρυνθεί το κόστος της παραγωγής.

Αλλά και η περιορισμένη αύξηση του εισοδήματος του αμερικανικού νοικοκυριού δεν σημαίνει ότι ήταν αντίστοιχη, με την αύξηση της παραγωγικότητας, αφού, ένα πολύ μεγάλο μέρος της προήλθε από την μεγάλη αύξηση των ωρών εργασίας. Αυτό συνέβη, διότι το 1973 η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό ήταν πολύ μικρότερη, αφού πολλές από αυτές, είτε είχαν μερική απασχόληση, είτε έμεναν στο σπίτι. Αυτό, τώρα, έχει αλλάξει.

Σε ορισμένες σημαντικές και ευάριθμες κατηγορίες του αμερικανικού πληθυσμού, τα πράγματα πήγαν, πολύ χειρότερα. Πράγματι, στις ηλικίες των ανδρών, ανάμεσα στα 25 έως τα 34,  οι αποπληθωρισμένοι μισθοί, σε σχέση, με το 1973, έχουν μειωθεί, κατά 12%. Αυτό το γεγονός, φυσικά, καθιστά πολύ πιο δύσκολο να να ζήσει κάποιος, σήμερα, μια οικογένεια, σε σχέση με το 1973.

Στην πραγματικότητα, οι εξελίξεις στην εισοδηματική κατανομή πήραν μια, εντελώς, διαφορετική πορεία, σε σχέση με την εποχή, που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έως το τέλος της δεκαετίας του 1970. Το 90% των Αμερικανών, που βρίσκονταν κάτω από το ανώτερο 10% της εισοδηματικής κλίμακας, είδαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, με ρυθμούς πολύ βραδύτερους, από τον μέσο όρο, ενώ το ανώτερο 10% είδε τα δικά του εισοδήματα να αυξάνονται, με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο, αφού το τεράστιο περίσσευμα, από την περιορισμένη αύξηση του εισοδήματος του μέσου Αμερικανού, κατευθύνθηκε στα βαλάντια, του εισοδηματικά ανώτερου 10% του πληθυσμού.

Αλλά και σε αυτό το ανώτερο 10% της εισοδηματικής κλίμακας του αμερικανικού πληθυσμού οι διαφοροποιήσεις ήσαν έντονες, αφού είναι οι πολύ πλούσιοι, που ωφελήθηκαν, πολύ - μα πολύ - περισσότερο. Έτσι, κάπου κοντά στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στην δύση της προεδρίας Ronald Reagan, οι πλούσιοι διαχωρίζονταν ολοένα και περισσότερο, από τους εύπορους και οι πάμπλουτοι από τους πλούσιους. Όσοι βρίσκονταν στο κατώτερο μισό του ανώτερου 10% της εισοδηματικής κλίμακας (δηλαδή στο δεύτερο 5%), που αντιπροσωπεύει ποσά, ανάμεσα στα 100.000 και στα 150.000 δολλάρια, ενώ τα πήγαιναν πολύ καλύτερα από εκείνους που βρίσκονταν κάτω από αυτούς, δεν τα πήγαιναν καλά, σε σχέση με το ανώτερο 5%.

Πολύ καλύτερα, απ' όλους, τα πήγε το ανώτατο 1% της εισοδηματικής κλίμακας του πληθυσμού. Και ακόμη, καλύτερα, τα πήγε το ανώτατο 0,1% της εισοδηματικής κλίμακας, το οποίο πενταπλασίασε το εισοδημά του, σε σχέση με το 1973, ενώ το ανώτατο 0,01% της εισοδηματικής κλίμακας το επταπλασίασε.

Όλοι αυτοί, που βρίσκονται σε αυτά τα εισοδηματικά κλιμάκια, με τα μυθικά εισοδήματα, δεν είναι μόνον οι κλασικοί καπιταλιστές της παλαιάς εποχής. Προφανώς, είναι και οι κλασικοί καπιταλιστές ανάμεσά τους, αφού τα εισοδήματά τους, προέρχονται από την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο τυπικός Αμερικανός πλούσιος ήταν ο ιδιοκτήτης εργοστασίων. Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η οικονομική ελίτ δεν απαρτίζεται μόνον - ούτε κυρίως - από ανθρώπους οι οποίοι στηρίζουν τα εισοδήματά τους, σε τίτλους ιδιοκτησίας.

Στις ημέρες μας οι πλειονότητα των πολυεκατομμυριούχων έχουν, ως πηγή του εισοδήματός τους, την εργασία τους, αφού πρόκειται για μέλη της γραφειοκρατικής ελίτ της τεχνοδομής των επιχειρήσεων, που ασκούν πλήρη διοίκηση, σε αυτές και έχουν την πραγματική εξουσία στα χέρια τους. Αυτοί φθάνουν και στο ανώτερο 0,01% του πληθυσμού, αφού το μισό του πληθυσμού αυτής της εισοδηματικής κατηγορίας, έχει εισοδήματα και από εργασία. Σε αυτούς, δίπλα, συναθροίζονται και κλασικοί καπιταλιστές, αλλά και αστέρες του θεάματος.

Έτσι, η έλευση της ύφεσης του 2008 και η εποχή της αστάθειας, που την ακολούθησε και η οποία εξακολουθεί, έως τις ημέρες μας, δεν αποτελεί καμμία πρωτοτυπία. Ούτε μπορεί να πει κάποιος ότι ήταν πρωτόγνωρη. Έρχεται από πολύ παλιά και οφείλεται στην διατάραξη των ισορροπιών, που διαμόρφωσε η εποχή του New Deal.

Και φυσικά, το μόνο που μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ψύχραιμος παρατηρητής των εξελίξεων της τελευταίας εικοσαετίας, είναι ότι η ύφεση του 2008, απλώς, άργησε να έλθει...