Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η αδυναμία διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους, οι διαμάχες, για την αμοιβαιοποίηση των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης, η E.K.T., το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης και τα αδιέξοδα της απόφασης του Eurogroup της 24/5/2016.


Τον πίνακα αυτόν με τις τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις του ελληνικού δημοσίου, από το 2015, μέχρι το 2030, τον έχουμε ξαναδεί. Εν όψει, της απόφασης του Eurogroup της 24/5/2016 είναι χρήσιμο να τον δούμε, για μία ακόμη, φορά, προκειμένου να αντιληφθούμε τα ουσιώδη προβλήματα της αδυναμίας της εξυπηρέτησης του χρέους αυτού. Αυτό, που βλέπουμε, είναι ότι, κατά την περίοδο 2021 - 2024, εμφανίζεται μια υπερμεγέθης αύξηση των καταβλητέων τόκων, οι οποίοι (υπολογισμένοι με το κυμαινόμενο, από 0,2%, έως 1,8% - και ακόμη περισσότερο - επιτόκιο euribor) εκτοξεύονται, στα επίπεδα των 66,64 δισ. €, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, το 2012, συμφωνήθηκε, στα πλαίσια του 2ου Μνημονίου, να υπάρξει μια περίοδος - υποτιθέμενης - χάριτος, χρονικής διάρκειας 10 ετών, κατά την οποία το ελληνικό κράτος δεν θα κατέβαλε τους τόκους του δανεισμού του, οι οποίοι θα καταβάλλονταν, μετά την λήξη της δεκαετίας. Έτσι, από το 2021, έως το 2024, σωρεύθηκε αυτό το ποσόν των επιτοκιακών επιβαρύνσεων του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο, μαζύ με τις χρεωλυτικές υποχρεώσεις του κράτους, φθάνει, στα επίπεδα των 104,74 δισ. €. Εννοείται ότι αυτά τα ποσά, όπως και εκείνα, που, φθάνουν, μέχρι το 2030 και υποτίθεται ότι λογίζονται, ως ευρισκόμενα στην ζώνη των ελεγχόμενων υποχρεώσεων, είναι αδύνατον να καταβληθούν, από το ελληνικό δημόσιο και δεν πρόκειται να αναχρηματοδοτηθούν, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, χωρίς την εγγύηση της Ε.Κ.Τ. και των λοιπών θεσμών της ευρωζώνης, ή χωρίς την δραστική μείωση του συνόλου του ελληνικού δημόσιου χρέους. Μόνο, οι τόκοι της περιόδου 2021 - 2030 φθάνουν, στα 114,45 δισ. €, ενώ το σύνολο των τοκοχρεωλυτικών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους φθάνει, στα 201,07 δισ. €! (Μια αριθμητική απόκλιση της τάξεως του 0,06, οφείλεται, προφανώς, σε στρογγυλοποίηση). Ως εκ τούτου, χωρίς μια μορφή σαφών εγγυήσεων των ευρωζωνικών θεσμών και της Ε.Κ.Τ., για την ομαλή πληρωμή των ποσών της αναχρηματοδότησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, οποιαδήποτε αναχρηματοδότησή του, από τον αποκαλούμενο ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, αποκλείεται...




Αυτό, που μένει, ως πραγματικό αποτέλεσμα του Eurogroup της 24ης Μαΐου 2016, δεν είναι τίποτε άλλο, από την επανεξαγωγή ενός σημαντικότατου επιβεβαιωτικού συμπεράσματος, στο οποίο έχουμε καταλήξει, ευθύς εξ αρχής, με την έλευση της μεθοδευμένης και κατευθυνόμενης, από τις ευρωζωνικές ελίτ, ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010 και την ένταξη της χώρας μας, στην διαδικασία του, νεοαποικιακού τύπου, καθεστώτος χρεοδουλοπαροικίας, που επιβλήθηκε, στον πληθυσμό της χώρας, μας, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές, με την πλήρη και αγαστή συνεργασία του, πάσης φύσεως και κοινωνικοϊδεολογικής προελεύσεως, "ευρωπαϊστικού" πολιτικού, πνευματικού και λοιπού προσωπικού, το οποίο υπηρετεί τα συμφέροντα της εντόπιας ολιγαρχικής ελίτ, η οποία καθορίζει και προσδιορίζει - παλαιότερα, ευκολότερα και τώρα, δυσκολότερα - την πορεία αυτού του τόπου.

Το συμπέρασμα αυτό έχει δύο σκέλη, τα οποία δεν είναι, καθόλου, ασήμαντα. Ας τα δούμε και πάλι.

Το βαρύτατο και καταθλιπτικό ελληνικό δημόσιο χρέος χρησιμοποιείται, από τις ευρωζωνικές ελίτ, ως μηχανισμός πίεσης και εκβιασμού, προκειμένου να καταστραφεί το συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στηρίζεται, στην μικρομεσαία επιχείρηση, στον δημόσιο τομέα και στην εσωτερική ζήτηση, με την δημιουργία ενός εκτεταμένου τομέα, διεθνώς, μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, που θωράκιζε την ελληνική οικονομία, από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Η άφρων και απολύτως, ασυλλόγιστη ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, έθεσε αυτό το μοντέλο, εκτός των ευρωζωνικών θεσμών. Καταλύτης, σε αυτή την διαδικασία υπήρξε το βαρύτατο ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, όπως, επανειλημμένως, έχουμε πει, μετατράπηκε, από ένα ακίνδυνο μαλακό και εξυπηρετίσιμο δραχμικό χρέος, σε ένα καταστροφικό, σκληρό και αδύνατον να εξυπηρετηθεί χρέος, εκφρασμένο σε ευρώ και οδήγησε, στην συνολική χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας, με δεδομένη την ισχυρή θέληση των ευρωζωνικών ελίτ και της γερμανικής κυβέρνησης να μην τροποποιήσουν τους θεσμούς και την λειτουργία της ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι, με δική τους συνευθύνη, αποδέχτηκαν την είσοδο της χώρας μας, στην νομισματική αυτή ένωση, ενώ γνώριζαν ότι η ελληνική οικονομία δεν είχε καμμία σχέση, με το μοντέλο λειτουργίας της ευρωζώνης και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να ενταχθεί, σε αυτήν.

Με δεδομένη αυτή την πολύ άσχημη πραγματικότητα, η οποία, με διαφορετικούς ρυθμούς δυσκολίας, αφορά και τις πλείστες άλλες χώρες της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, οι ευρωζωνικές ελίτ επέλεξαν να ακολουθήσουν την δυσχερέστατη οδό της αποκαλούμενης "δημιουργικής καταστροφής", δηλαδή την οδό του, δια πυρός και σιδήρου, μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, σε μια ανοικτή οικονομία, η οποία θα στηρίζεται, στην φθηνή μισθωτή εργασία, στην συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και στις εξαγωγές.

Όμως, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, τα εργαλεία, που είχαν, στην διάθεσή τους οι ευρωζωνικοί θεσμοί, δεν ήσαν πολλά, ούτε και αποτελεσματικά. Το μόνο εμβρυουλκό εργαλείο, που είχαν, στην διάθεσή τους, οι ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ., ήταν η ύπαρξη του βαρύτατου ελληνικού χρέους και η αδυναμία εξυπηρέτησής του, από το ελληνικό κράτος. Το ελληνικό κράτος έπρεπε να οδηγηθεί, στην χρεωκοπία, ούτως ώστε το εργαλείο αυτό να καταστεί, απολύτως, ενεργό, στα χέρια των ευρωζωνικών θεσμών, οι οποίοι πήραν την μορφή των δανειστών του, από την στιγμή, που οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές έπαυσαν να χρηματοδοτούν την εξυπηρέτηση του χρέους αυτού.

Αυτό, άλλωστε, είναι που συνέβη τον Απρίλιο του 2010. Το ελληνικό κράτος οδηγήθηκε, εξ αιτίας του βαρύτατου και μη εξυπηρετίσιμου χρέους του, στην χρεωκοπία. Και μαζύ με αυτό, οδηγήθηκε, στην χρεωκοπία και η ελληνική οικονομία, της οποίας το μοντέλο λειτουργίας αποφάσισαν να μετασχηματίσουν οι ευρωζωνικοί θεσμοί, με manual τις συνταγές και την υποτιθέμενη τεχνογνωσία του Δ.Ν.Τ. και με βασικό εργαλείο πίεσης και εκβιασμού το ελληνικό δημόσιο χρέος και την σταδιακή, μέσω δόσεων και υποδόσεων, εξυπηρέτησή του.

Αυτό, που, προφανώς, επιθυμούν, οι ξένοι δημόσιοι θεσμικοί δανειστές, που σταδιακά, υποκατέστησαν τους ιδιώτες δανειστές του ελληνικού δημοσίου, είναι η επιστροφή των δανεικών, που έχουν δώσει και την λήψη των τόκων, που προσκτώνται, ως ωφελήματα και ως κέρδη, από αυτά τα δανεικά. Ως προς το δεύτερο σκέλος, που αφορά τους τόκους, τα επίπεδα των επιτοκίων, τα ποσά και τους χρόνους είσπραξής τους, είναι διατεθειμένοι να προβούν, σε μια συζήτηση, σε ένα μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο. Όπως, επίσης, είναι διατεθειμένοι η συζήτηση αυτή να περιλάβει και τους χρόνους αποπληρωμής των ίδιων των δανείων.

Αυτό, που δεν είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν οι ξένοι δανειστές - έτσι, λένε, τουλάχιστον, τώρα και έτσι θα λένε, για πολύ καιρό, ακόμη - είναι μια ευθεία διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους. Σημασία, βέβαια, δεν έχει το τί είναι διατεθειμένοι οι ευρωζωνικοί δανειστικοί θεσμοί και το Δ.Ν.Τ. να συζητήσουν. Σημασία έχει το τί είναι διατεθειμένοι να πράξουν, με το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Αυτό που φαίνεται ότι θα ήσαν διατεθειμένοι, υπό προϋποθέσεις, να πράξουν οι ξένοι δανειστές και το οποίο συζητούν, χωρίς να δεσμεύονται, είναι να προχωρήσουν, σε μια 50ετή επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του ελληνικού κρατικού δανεισμού, από τα 30 έτη, που είναι τώρα, με χαμηλά επιτόκια, τα οποία, όμως, εάν μείνουν κυμαινόμενα, θα είναι επισφαλή, όσον αφορά το κόστος του δανεισμού, αφού, σε τόσο μακρές περιόδους, δεν μπορεί να υπολογισθεί η πραγματική επιτοκιακή επιβάρυνση του χρέους. Και φυσικά, δεν είναι δεδομένο ότι οι ξένοι δανειστές θα δεχθούν μια σταθερή και μάλιστα χαμηλή επιτοκιακή επιβάρυνση του χρέους αυτού.

Αλλά και να δεχθούν οι ξένοι δανειστές, μια σταθερή επιτοκιακή επιβάρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους, μαζύ με την παράλληλη 50ετή επιμήκυνσή του, μια τέτοια εξέλιξη δεν θα αλλάξει πολύ την πραγματική κατάσταση, που έχει να κάνει, με την αδυναμία εξυπηρέτησής του, από το ελληνικό δημόσιο. Χωρίς την εγγύηση της αποπληρωμής του, από την Ε.Κ.Τ. και τους ευρωζωνικούς θεσμούς, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές δεν θα συναινέσουν, στην αναχρηματοδότησή του.

Αλλά μια τέτοια εγγύηση της Ε.Κ.Τ. και των θεσμών της ευρωζώνης θα καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος, ένα διαρκές χρέος, το οποίο θα μετακυλιθεί, στις προσεχείς δεκαετίες και αν γίνει δεκτή η πρόταση του  Δ.Ν.Τ., τότε, η πληρωμή του θα πάει 40 χρόνια πίσω, με αποτέλεσμα αυτό το χρέος να εξοφληθεί, κάπου, το 2097, με αξία ίση, με 600 εκατομμύρια, έως 1 δισ. σημερινά ευρώ (ή και περισσότερα, αλλά, πάντως, σαφέστατα πολύ λιγότερα, από την σημερινή αξία των 322 δισ. € του ελληνικού δημόσιου χρέους), λαμβανομένου υπόψη και του πληθωρισμού, που συνεπάγεται η υιοθέτηση αυτής της λύσης.

Μια τέτοια λύση, η γερμανική κυβέρνηση και οι ευρωζωνικοί θεσμοί δεν πρόκειται να την αποδεχθούν, αφού, ουσιαστικά, παραπέμπει στην αμοιβαιότητα των κρατικών χρεών, εντός της ευρωζώνης. Και η αμοιβαιότητα των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης, με την σειρά της, παραπέμπει, στην κατάργηση της ίδιας της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης και στην αντικατάστασή της, από μια ομοσπονδία των ευρωπαϊκών κρατών, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και με μια πραγματική κεντρική τράπεζα, η οποία θα βρίσκεται, υπό τον άμεσο έλεγχο αυτής της κεντρικής κυβέρνησης.

Όπως είπαμε, μια τέτοια ριζική ανατροπή των δεδομένων, στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί η γερμανική ελίτ, η τεχνοδομή της γερμανικής μπατιροτραπεζοκρατίας και η καρδιά του γερμανικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, δηλαδή ο τεράστιος εξαγωγικός τομέας της γερμανικής βιομηχανίας, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 50% της γερμανικής παραγωγής, η ελίτ του οποίου τομέα δεν είναι διατεθειμένη να ασχοληθεί, με τα προβλήματα της εσωτερικής ζήτησης των οικονομιών της ευρωζώνης και να τα λύσει, μέσω μιας αναδιανομής, η οποία, προφανώς, θα λειτουργήσει, εις βάρος των συμφερόντων της.

Με αυτά τα δεδομένα, επί της ουσίας και η ρύθμιση, που προβλέπει ότι οι ετήσιες καταβολές, για το σύνολο του βραχυπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου δημόσιου χρέους της χώρας μας, δεν θα ξεπερνούν το 15% του ελληνικού ΑΕΠ, δεν είναι λειτουργική, ούτε εφικτή,  αφού οι ακαθάριστες δαπάνες, για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημοσίου δανεισμού, πρέπει να είναι πολύ μικρότερες, από το 10% του ΑΕΠ της χώρας μας, όχι, μόνο, μέχρι το 2040, που υπολογίζει το Δ.Ν.Τ., αλλά και πολύ μετά, από το 2040, αν λάβουμε, υπόψη, τις νομισματικές ισορροπίες του ελληνικού δημόσιου χρέους, έτσι όπως αυτές είχαν κατασταλάξει, όταν, πριν την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, μέχρι το 2001, το χρέος αυτό ήταν, κατά 80-85%, δραχμικό.

Με νόμισμα βάσης το ευρώ, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα φούσκωνε, υπέρμετρα, χρηματοδοτούμενο, με τα επιβαρυντικά επιτόκια της αγοράς και πολύ γρήγορα, το ελληνικό δημόσιο θα αντιμετώπιζε νέο κίνδυνο χρεωστασίου, ακόμη και χωρίς να προβεί, σε πρωτογενή δανεισμό, αφού θα αυξάνονταν οι χρηματοδοτικές του ανάγκες και το ίδιο το δημόσιο χρέος, ως μέγεθος.

Έτσι, χωρίς την ουσιαστική αντιμετώπιση του ελληνικού δημόσιου χρέους - μία εκδοχή της οποίας είναι η δραστική μείωσή του, αλλά δεν είναι η μόνη, ούτε, καν, η κύρια και η ενδεδειγμένη -, η πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας θα είναι, αρκούντως επισφαλής και θα συνεχίσει να παραμένει δραματική.

Άλλωστε, όπως έχω πει πολλές φορές, από το 2010, δηλαδή, την αρχή της ελληνικής κρίσης, η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ουσία της αντιμετώπισης του προβλήματος του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν βρίσκεται, στην μερική, ή την ολική διαγραφή του, αλλά, στην διασφάλιση της ομαλής πληρωμής του. Και όπως, επίσης, έχω πει, η διασφάλιση αυτή ήταν και είναι, διαδικαστικά, δυνατή, αφού υπήρχαν και υπάρχουν τα απαραίτητα τεχνικά εργαλεία, για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Αυτό, που έπρεπε να γίνει ήταν απλό και εύκολο, ως γνώση. Αλλά ήταν, συνάμα, πολύ δύσκολο, στα όρια του ακατόρθωτου, ως πράξη (δείτε τα παλαιά, αλλά, πάντοτε, εξαιρετικά, επίκαιρα κείμενά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ : Οιονεί δημόσιο χρέος της ευρωζώνης θα γίνει το ελληνικό δημόσιο χρέος (το οποίο, παρά τα όσα λέγονται, είναι αντιμετωπίσιμο) και θα εξυπηρετείται από την Ε.Κ.Τ. και Η ανάληψη της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους - και όλων των δημόσιων χρεών στην Ευρωζώνη - από την Ε.Κ.Τ., θα καταστήσει ανεπίκαιρη την συζήτηση για την αναδιάρθρωσή του. (Μια απάντηση στον Κώστα Καλλωνιάτη) , που δημοσιεύθηκαν, στις 23 Μαΐου 2010 και στις 12 Σεπτεμβρίου 2010 και το περιεχόμενο των οποίων αντιμετωπίστηκε, τότε, ως γραμμένο, σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, ή ως μια ιδιορρυθμία του συγγραφέα).

Ας το επαναλάβουμε, για μία, ακόμη, φορά  :

Η Ε.Κ.Τ. έπρεπε να αναλάβει την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και όχι μόνο, αυτού, αλλά και όλων των δημόσιων χρεών των κρατών της ευρωζώνης.

Αλλά κάτι τέτοιο, ή, κάτι το, έστω και εκ του μακρόθεν, ανάλογο, δεν έγινε. Δεν συζητήθηκε, καν.

Απλώς, η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, η γερμανική κυβέρνηση και οι νεοσυντηρητικές ευρωζωνικές ελίτ δεν θέλησαν να εντάξουν, στα θεσμικά πλαίσια της ευρωζώνης και να χρησιμοποιήσουν αυτά τα τεχνοοοικονομικά θεσμικά εργαλεία, για την αντιμετώπιση της ελληνικής χρεωκοπίας, η οποία, ως εκδήλωση της χρεωκοπίας της ευρωζώνης, κατέστησε φανερή την πραγματική κατάσταση, στην οποία είχε, φυσικώ τω λόγω και τω τρόπω, περιέλθει η ευρωζώνη, ως θεσμός και ως οντότητα.

Το ζήτημα αυτό, που, ουσιαστικά, οδηγεί, στην αμοιβαιοποίηση των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης, εξακολουθεί να μην συζητείται. Και φυσικά, δεν συζητήθηκε, ούτε, στο Eurogroup της 24ης Μαΐου 2016.

Όπως είπαμε, παραπάνω, ο Wolfgang Schäuble και η γερμανική κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποδεχθούν μια τέτοια λύση, η οποία σημαίνει ότι η Ε.Κ.Τ. θα μπορεί να παρεμβαίνει, στην πρωτογενή αγορά ομολόγων και να αγοράζει κρατικά ομόλογα, απευθείας, από τα κράτη - μέλη της ευρωζώνης, όπως επίσης, θα μπορεί να τα αγοράζει, από την δευτερογενή αγορά. Στα πλαίσια αυτά, η Ε.Κ.Τ., όπως άλλωστε κάνει, εν μέρει και τώρα, θα αγοράζει και ιδιωτικά ομόλογα εταιρειών και μετοχές.

Το αποτέλεσμα, που θα προέκυπτε, θα είναι σαφές και άμεσο και θα οδηγούσε τα επιτόκια δανεισμού των κρατών - μελών της ευρωζώνης, στα επίπεδα των ιαπωνικών επιτοκίων δανεισμού, αφού τα επιτόκια αυτά θα καταστούν, περίπου, μηδενικά, έως και αρνητικά.

Ακόμη, η Ε.Κ.Τ. θα μπορούσε να δώσει παρατάσεις, οι οποίες θα ήταν δυνατόν να είναι και συνεχείς, στην λήξη των ίδιων των κρατικών ομολόγων και τα κράτη να πληρώνουν, μόνο, τους χαμηλούς τόκους, προκειμένου να τονωθεί η αναπτυξιακή διαδικασία, στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αλλά η Γερμανία και οι άλλες πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης δεν δέχονται τέτοιες λύσεις, οι οποίες έχουν έναν σαφή αναδιανεμητικό χαρακτήρα, υπέρ των ασθενέστερων οικονομιών, μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού. Και τούτο επειδή αυτή η αναδιανομή του πλούτου, θα επιβάρυνε, ως κόστος, την γερμανική οικονομία, κατά ένα ποσοστό ίσο, τουλάχιστον, με το 30% του συνολικού κόστους του όλου εγχειρήματος.

Ως εκ τούτου, η γερμανική ελίτ αντιστέκεται, με όλες της τις δυνάμεις, στην άμεση και σαφή πίεση, που δέχεται, με αφορμή την ελληνική και την ευρύτερη ευρωζωνική κρίση, από την αμερικανική κυβέρνηση, μέσω του Δ.Ν.Τ., να αποδεχθεί μια οποιαδήποτε μορφή πλήρους αμοιβαιοποίησης των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης.

Μπορεί, προσωρινά,  η Γερμανία να υπέκυψε και να αποδέχτηκε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που εφαρμόζει ο Mario Draghi και το οποίο αποσκοπεί στην τόνωση του μέσου ευρωπαϊκού πληθωρισμού, στα επίπεδα του 2%, για να σπάει ο φαύλος κύκλος του αποπληθωρισμού και να τονωθεί η αναπτυξιακή διαδικασία (άσχετα, από το ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται, για άλλους λόγους, οι οποίοι σχετίζονται, με τον ζουρλομανδύα των μηδενικών κρατικών ελλειμμάτων, που πνίγει την ζήτηση), αλλά, ακριβώς, επειδή η Angela Merkel, ο Wolfgang Schäuble, και ο Jens Weidmann και οι συν αυτοίς, αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία της ποσοτικής χαλάρωσης, από την Ε.Κ.Τ., οδηγεί, σε μια έμμεση αμοιβαιοποίηση - ίση με το 30% των ομολόγων, που εκδίδει ο E.S.M. και αγοράζει η Ε.Κ.Τ. - των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης, που συμμετέχουν, στο πρόγραμμα αυτό, είναι, απολύτως, διατεθειμένοι να περιορίσουν την λειτουργία αυτού του μηχανισμού, ο οποίος, άλλωστε, είναι (όπως ήταν και αναμενόμενο να συμβεί) και αναποτελεσματικός.

Όπως είπαμε η γερμανική οικονομική και πολιτική ελίτ δεν έβαλε την χώρα της, στην ευρωζώνη, για να πληρώνει τέτοια κόστη. Την έβαλε στην ευρωζώνη, την οποία δημιούργησε, ως νομισματική ένωση, προκειμένου να κερδίσει. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν δέχτηκε και δεν πρόκειται να δεχθεί, στο ορατό και προβλεπτό μέλλον, την μετατροπή της ευρωζώνης, σε οποιαδήποτε μορφή ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας.

Έτσι, μπορεί να αναγνωρίστηκε ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί, αλλά η γερμανική πλευρά, κατάφερε να μεταθέσει την όποια συζήτηση, για το χρέος αυτό, μετά τις γερμανικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2017, το αποτέλεσμα των οποίων, όμως, πιθανότατα, θα δυσχεράνει την διεξαγωγή μιας ουσιαστικής συζήτησης, για την αντιμετώπιση του ελληνικού δημόσιου χρέους, αφού το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα AfD, αναμένεται να επιτύχει υψηλά ποσοστά και θα εμποδίσει μια τέτοια συζήτηση.

Ουσιαστικά, λοιπόν, η υπόσχεση, που είχε δοθεί, στην κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων, τον Νοέμβριο του 2012, από το Eurogroup, εκείνη την εποχή, για την ενδεχόμενη ελάφρυνση του ελληνικού δημοσίου χρέους, μετά το τέλος της αξιολόγησης του 2ου Μνημονίου, με την απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, πηγαίνει, ακόμη, πιο πίσω, σε ένα μέλλον, το οποίο καθίσταται αβέβαιο, ως προς τις συνθήκες, που θα επικρατούν, τότε.

Την ίδια στιγμή, ο στόχος, για πρωτογενές πλεόνασμα, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό του 2018, παραμένει, ως έχει, ενώ, στην απόφαση του Eurogroup, δεν γίνεται κανένας λόγος, για το ποιοί θα είναι οι αντίστοιχοι, στόχοι, για τα επόμενα έτη. Όλα όσα αφορούν την στοχοθεσία των επόμενων χρόνων, παραπέμπονται, στις αποφάσεις, που υποτίθεται ότι θα ληφθούν, στα μέσα του 2018.






Ας κρατήσουμε, εδώ, το κείμενο της απόφασης του Eurogroup, της 24/5/2016. Θα είναι, πολλαπλώς, χρήσιμο, στο μέλλον :

"The Eurogroup welcomes that a full staff-level agreement has been reached between Greece and the institutions. Also, the Eurogroup notes with satisfaction that the Greek authorities and the European institutions have reached an agreement on the contingency fiscal mechanism, which is in line with the Eurogroup statement adopted on 9 May in particular as regard the possible adoption of permanent structural measures, including revenue measures, to be agreed with the institutions. It therefore provides further reassurances that Greece will meet the primary surplus targets of the ESM programme (3.5% of GDP in the medium-term), without prejudice to the obligations of Greece under the SGP and the Fiscal Compact.

The Eurogroup also welcomes the adoption by the Greek parliament of most of the agreed prior actions for the first review, notably the adoption of legislation to deliver fiscal parametric measures amounting to 3% of GDP that should allow to meet the fiscal targets in 2018, to open up the market for the sale of loans and to establish the agreed Greek Privatisation and Investment Fund that should operate in full independence. The Eurogroup mandates the EWG to verify in the next few days the full implementation of the outstanding prior actions on the basis of an assessment by the institutions, in particular the corrections to the legislation on the opening up of the market for the sale of loans, and on the pension reform, as well as the completion of all prior actions related to the government pending actions in the field of privatization.

Following the full implementation of all prior actions and subject to the completion of national procedures, the ESM governing bodies are expected to endorse the supplemental MoU and approve the disbursement of the second tranche of the ESM programme. The second tranche under the ESM programme amounting to EUR 10.3 bn will be disbursed to Greece in several disbursements, starting with a first disbursement in June (EUR 7.5 bn) to cover debt servicing needs and to allow a clearance of an initial part of arrears as a means to support the real economy. The subsequent disbursements to be used for arrears clearance and further debt servicing needs will be made after the summer. The disbursements for arrears clearance will be subject to a positive reporting by the European Institutions on the clearance of net arrears. The additional disbursement for debt servicing needs will be subject to milestones related to privatization, including the new Privatization and Investment Fund, bank governance, revenue agency and energy sector to be assessed by the European institutions and verified by the EWG and the ESM Board of Directors.

In line with the 9 May Eurogroup statement, and in view of the forthcoming full implementation of all the prior actions by Greece and completion of the first review, the Eurogroup considered today the sustainability of Greek public debt.

The Eurogroup agrees to assess debt sustainability with reference to the following benchmark for gross financing needs (GFN): under the baseline scenario, GFN should remain below 15% of GDP during the post programme period for the medium term, and below 20% of GDP thereafter.

The Eurogroup recalls the medium-term primary surplus target of 3.5% of GDP as of 2018 and underlines the importance of a fiscal trajectory consistent with the fiscal commitments under the EU framework.

The Eurogroup recalls the following general guiding principles agreed on 9 May for possible additional debt measures: (i) facilitating market access in order to replace over time public financed debt with privately financed debt; (ii) smoothening the repayment profile; (iii) incentivising the country's adjustment process even after the programme ends; and (iv) flexibility to accommodate uncertain GDP growth and interest rate developments in the future. On 9 May the Eurogroup also reconfirmed that nominal haircuts are excluded, and that all measures taken will be in line with existing EU law and the ESM and EFSF legal frameworks.

Guided by these principles and on the basis of technical work carried out by the EWG, the Eurogroup agreed today on a package of debt measures which will be phased in progressively, as necessary to meet the agreed benchmark on gross financing needs and will be subject to the pre-defined conditionality of the ESM programme.

For the short-term, the Eurogroup agrees on a first set of measures which will be implemented after the closure of the first review up to the end of the programme and which includes:

Smoothening the EFSF repayment profile under the current weighted average maturity
Use EFSF/ESM diversified funding strategy to reduce interest rate risk without incurring any additional costs for former programme countries
Waiver of the step-up interest rate margin related to the debt buy-back tranche of the 2nd Greek programme for the year 2017

The Eurogroup asks the EFSF and ESM management to take these measures forward within their mandate, on the basis of preparatory work by the EWG, and where needed to prepare formal decision making by the relevant EFSF and ESM decision-making bodies. The decision on the smoothening of the EFSF repayment profile and the reduction of interest rate risks should be taken as a matter of priority.

For the medium term, the Eurogroup expects to implement a possible second set of measures following the successful implementation of the ESM programme. These measures will be implemented if an update of the debt sustainability analysis produced by the institutions at the end of the programme shows they are needed to meet the agreed GFN benchmark, subject to a positive assessment from the institutions and the Eurogroup on programme implementation.

Abolish the step-up interest rate margin related to the debt buy-back tranche of the 2nd Greek programme as of 2018
Use of 2014 SMP profits from the ESM segregated account and the restoration of the transfer of ANFA and SMP profits to Greece (as of budget year 2017) to the ESM segregated account as an ESM internal buffer to reduce future gross financing needs.
Liability management - early partial repayment of existing official loans to Greece by utilizing unused resources within the ESM programme to reduce interest rate costs and to extend maturities. Due account will be taken of exceptionally high burden of some Member States.
If necessary, some targeted EFSF reprofiling (e.g. extension of the weighted average maturities, re-profiling of the EFSF amortization as well as capping and deferral of interest payments) to the extent needed to keep GFN under the agreed benchmark in order to give comfort to the IMF and without incurring any additional costs for former programme countries or to the EFSF.

For the long-term, the Eurogroup is confident that the implementation of this agreement on the main features for debt measures, together with a successful implementation of the Greek ESM programme and the fulfilment of the primary surplus targets as mentioned above, will bring Greece's public debt back on a sustainable path over the medium to long run and will facilitate a gradual return to market financing. At the same time, the Eurogroup agrees on a contingency mechanism on debt which would be activated after the ESM programme to ensure debt sustainability in the long run in case a more adverse scenario were to materialize. The Eurogroup would consider the activation of the mechanism provided additional debt measures are needed to meet the GFN benchmark defined above and would be subject to a decision by the Eurogroup confirming that Greece complies with the requirements under the SGP. Such mechanism could entail measures such as a further EFSF reprofiling and capping and deferral of interest payments. Also, the Eurogroup commits to long-term technical assistance to boost Greek growth.

The Eurogroup recognises that over the exceptionally long time horizon of assessing debt sustainability there can be no forecasts, only assumptions, given the sizable degree of uncertainty over macroeconomic developments.

Against the background of the forthcoming successful completion of the first review and the agreement on debt relief, the Eurogroup welcomes the intention of the IMF management to recommend to the Fund's Executive Board to approve a financial arrangement before the end of 2016 that will support the implementation of the agreed fiscal and structural reforms. It is recognised that, consistent with IMF policies, approval of this arrangement will also be based on a new DSA and the assessment of possible debt relief measures mentioned above. The possible debt relief will be delivered at the end of the programme in mid-2018 and the scope will be determined by the Eurogroup on the basis of a revised DSA in cooperation with the European Institutions for purposes of taking into account the European policy framework, subject to full implementation of the programme.

The Eurogroup stands ready, in line with usual practice, to support the completion of future reviews provided that the policy package considered today, including the contingency mechanism, is implemented as planned. The Eurogroup confirms that programme implementation, as well as policy conditionality and targets, will be reviewed regularly based on input from the institutions".



Αυτό, που, ουσιαστικά, έλαβε η ελληνική κυβέρνηση, είναι τα εξοντωτικά μέτρα λιτότητας, τον τεμαχισμό των δόσεων του δανεισμού των 10,3 δισ. €, σε υποδόσεις και τους αστερίσκους, στην λεγόμενη αξιολόγηση, η οποία, παρά τα, δημοσίως, διατυμπανιζόμενα, δεν έκλεισε. Παρέμεινε ανοικτή, αφού ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος πρέπει να διορθώσουν τον ν. 4387/12-5-2016 και το πολυνομοσχέδιο, που, πριν από λίγες ημέρες, ψήφισαν, προκειμένου να πάρουν την πρώτη δόση των 7,5 δισ. €. 

Άλλωστε, ο επικεφαλής του ESM Klaus Regling καταμέτρησε τα προαπαιτούμενα, τα οποία αφορούν την αγορά των κόκκινων δανείων, το ασφαλιστικό, τις αποκρατικοποιήσεις και διάφορα άλλα, που, ακόμη, δεν έχουν διευκρινισθεί, δημοσίως. Χωρίς όλα αυτά, η εκταμίευση, που υπολογίζεται να γίνει, στο δεύτερο ήμισυ του Ιουνίου, δεν πρόκειται να υπάρξει, την ίδια στιγμή, που δεν είναι διευκρινισμένος, ούτε ο τρόπος καταβολής της δεύτερης δόσης των υπόλοιπων 2,8 δισ. €, τα οποία δεν είναι δεδομένο ότι θα δοθούν, εφ' άπαξ, αφού μένει ανοικτή η πιθανότητα (που πλησιάζει τα όρια της βεβαιότητας) η δόση αυτή να σπάσει, σε υποδόσεις.

Αυτό, φυσικά, θα συμβεί, προκειμένου να ελέγχουν οι ξένοι δανειστές την διαδικασία της εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ελληνικού κράτους, οι οποίες δημιουργήθηκαν, από την αποστράγγιση της εσωτερικής ζήτησης, προκειμένου να πληρωθούν, μεσούσης της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης, με τους ξένους δανειστές, οι εξωτερικές δανειακές υποχρεώσεις του ελληνικού δημοσίου.

Με αυτά τα δεδομένα, οι προβλέψεις, για την συνέχιση της σαρωτικής συρρίκνωσης του ελληνικού ΑΕΠ, κατά 2%, το 2017 και κατά 7,2% το 2018, δεν είναι, καθόλου, εξωπραγματικές.

Ως εκ τούτου, όλα είναι και μένουν ομιχλώδη και πολύ δύσκολα, έως δραματικά...


Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο αλυσιτελής σχεδιασμός του NATO, για την ευρωπαϊκή περικύκλωση της Ρωσίας και η ανατομία των επικίνδυνων γεωστρατηγικών αδυναμιών του, από την Σκανδιναβία και την Βαλτική, μέχρι το Αιγαίο. (Ο Halford Mackinder και τα γεωγραφικά pivot της Ιστορίας, στην σύγχρονη εποχή).


Ο χάρτης αυτός μέσα από την συγκεκριμένη οπτική του γωνία, δείχνει πολύ χαρακτηριστικά, τον κεντρικό ρόλο και την αντίστοιχη θέση της αχανούς Ρωσίας, στον πλανήτη. Ο ίδιος χάρτης δείχνει, επίσης και τις εγγενείς αδυναμίες, που προκύπτουν, για αυτή την στρατιωτική υπερδύναμη, από την παρούσα πολιτική και στρατιωτική γεωγραφία, που έχει προκύψει στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο και ειδικά στην Σκανδιναβία, ύστερα από την κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "σοσιαλιστικού στρατοπέδου". Όμως, πέρα, από αυτά, ο χάρτης αναδεικνύει και το τί δεν πρόκειται η Ρωσία να επιτρέψει να συμβεί, στην Σκανδιναβία και την Βαλτική. Όπως και το τί μπορεί να πράξει, στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο...



Την ίδια στιγμή, που η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να κατοχυρώσει την πλήρη ένταξη της χώρας μας, στον κλυδωνιζόμενο δυτικό συνασπισμό και να την προσανατολίσει, σε μια πλατιά αντιρωσική (και αντικινεζική, βεβαίως-βεβαίως) πλανητική συμμαχία, αποδεχόμενη την νομοθέτηση ενός διηνεκούς Μνημονίου, μέσω ενός λεπτομερούς και εξειδικευμένου Δημοσιονομικού Συμφώνου, καθώς και περίπου, όλες τις απαιτήσεις της καθωσπρεπιστικής συμμορίας ληστών, που συγκροτείται από τις ευρωζωνικές ελίτ, γίνεται, ολοένα και περισσότερο, φανερό ότι, καθώς, περνάει ο καιρός, τα βαριά σύννεφα μιας επερχόμενης σύγκρουσης, συσσωρεύονται, στις βορειοανατολικές και στις νοτιοανατολικές απολήξεις της ευρωπαϊκής ηπείρου, από την Σκανδιναβία και την Βαλτική, μέχρι τα Βαλκάνια, το Αιγαίο και την Μικρά Ασία και πυκνώνουν, σε βαθμό, αυξανόμενα, επικίνδυνο.

Οι, προφανώς, συντονισμένες ενέργειες της ηγεμονικής ελίτ, που κατοικοεδρεύει, στην Ουάσινγκτων και της κυβέρνησης του Barack Hussein Obama (ο οποίος, προφανώς, θέλει να προλάβει να διεκπεραιώσει το καταστροφικό έργο του, πριν απέλθει, από την προεδρία των Η.Π.Α.), στο ευρωπαϊκό πεδίο του αμερικανορωσικού ανταγωνισμού, από την Σκανδιναβία και την Βαλτική, μέχρι τα Βαλκάνια, το Αιγαίο, τα Στενά των Δαρδανελίων και την Μικρά Ασία, οδηγούν, σε μια, άκρως, επικίνδυνη κλιμάκωση της νεοψυχροπολεμικής έντασης, η οποία, με αυτόν τον τρόπο, οδηγείται, σε μια κατάσταση, η οποια θυμίζει πλεύση, σε νερά ανεξερεύνητα και ως εκ τούτου, άγνωστα.

Ας δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις :

1) Το ΝΑΤΟ, πριν από μερικές ημέρες, ανακοίνωσε την εγκατάσταση αντιπυραυλικού συστήματος, στα ρουμανικά εδάφη, ενώ προγραμματίζει να εγκαταστήσει άλλο ένα τέτοιο σύστημα, στην Πολωνία, το 2018. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να δείξει, στην Ρωσία, ότι την αγνοεί και ότι δεν την φοβάται.

2) Στην σύνοδο του ΝΑΤΟ, που έγινε, στις 19-21 Μαΐου, οι χώρες που είναι μέλη του, έκαναν αποδεκτό το αίτημα της εισόδου του Μαυροβουνίου, στην δυτική συμμαχία, με μόνο εκκρεμές θέμα, την διαδικασία επικύρωσης αυτής της συμφωνίας, από το ίδιο το Μαυροβούνιο και τις 28 χώρες, που μετέχουν, στο ΝΑΤΟ. Ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο, το ΝΑΤΟ, δηλώνει ότι ήλθε, στα Βαλκάνια, με απώτερο σκοπό να διευρυνθεί και φυσικά, να μείνει.

3) Οι Αμερικανοί ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να φέρουν πολλές μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού τους, στο Αιγαίο, στο Κρητικό (και προφανώς και στο Λυβικό) Πέλαγος, προκειμένου να ενισχυθεί η παρουσία τους, στην περιοχή και να υποστηριχθεί η παρούσα νατοϊκή ναυτική δύναμη, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών, από την Λιβύη.

4) Η Σουηδία, πριν μερικές ημέρες ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ενταχθεί, στο ΝΑΤΟ, ενώ μια ανάλογη πρόθεση, στο πρόσφατο παρελθόν, είχε επιδείξει και η Φιλανδία.

5) Όμως, αυτό, που κάνει τα πράγματα, ακόμη, χειρότερα, είναι άλλο. Στην ίδια σύνοδο, τα μέλη του ΝΑΤΟ αποφάσισαν να συγκεντρώσουν τον μεγαλύτερο όγκο των στρατιωτικών τους δυνάμεων, στα σύνορα με την Ρωσία, μετά το τέλος της περιόδου του παλαιού Ψυχρού Πολέμου και αυτό, όπως είπε ο γνωστός Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg (τον οποίο ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος αποκάλεσε, με σαφέστατη ευτελιστική διάθεση, "αδελφή"), αποτελεί μία "απάντηση, προς το Κρεμλίνο, το οποίο θα πρέπει να μάθει την ισορροπία, μεταξύ της άμυνας και του διαλόγου".

Προφανώς, υπό το πρόσχημα της ρωσικής επιθετικότητας, η αμερικανική ηγεσία επιθυμεί, σε ένα πρώτο στάδιο, να ελέγξει την συμπεριφορά του Βλαντιμίρ Πούτιν και της κυβερνώσας ελίτ, που κατοικοεδρεύει, στην Μόσχα. Και από εκεί και πέρα, εάν αυτό επιτευχθεί, να την καθυποτάξει, τουλάχιστον, τόσο όσο αυτό είχε πραγματοποιηθεί, την παλαιά καλή εποχή, που ένοικοι, στο Κρεμλίνο ήσαν ο Μπορίς Γέλτσιν και η παρέα του.

Οι κινήσεις αυτές της αμερικανικής υπερδύναμης, των νατοϊκών της εταίρων, των μελών του ευρύτερου δυτικού συνασπισμού και της ηγεσίας των πολιτικών μαφιόζων της Ποντγκόριτσα (η οποία επείγεται να εντάξει το Μαυροβούνιο, στο ΝΑΤΟ, ελπίζοντας ότι θα περισώσει την κλυδωνιζόμενη εξουσία της), που, στο σύνολό τους, τελούν, υπό την καθοδήγηση της Ουάσινγκτων, εμπεριέχουν ένα μείγμα πράξεων και απειλητικών προθέσεων, που, είναι σαφές ότι δεν μπορούν να αγνοηθούν. Είναι πολύ σοβαρές, για να αγνοηθούν, αφού, άλλωστε, δεν αποτελούν, μόνο, ένα μείγμα μη πραγματοποιημένων απειλών, που αποσκοπούν, στον εκφοβισμό της ρωσικής ηγεσίας.

Αν οι κινήσεις αυτές ήσαν, μόνο, αόριστες, ή μη πραγματοποιημένες απειλές θα μπορούσαν να αγνοηθούν και από το ευρύτερο κοινό και από τους Ρώσους. Αλλά, εδώ, δεν φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε, με κάτι τέτοιο. Εδώ, έχουμε να κάνουμε, με την έμπρακτη εφαρμογή του αντιπυραυλικού προγράμματος του ΝΑΤΟ, για την εγκατάσταση αντιπυραυλικών συστημάτων, τα οποία είναι βασισμένα στην αμερικανική τεχνολογία και το οποίο πρόγραμμα προβλέπει την σταδιακή εγκατάσταση οπλικών συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας, στην ανατολική Ευρώπη και στην Τουρκία.

Οι, παραπάνω, περιγραφόμενες κινήσεις της Ουάσινγκτων, πέρα από προθέσεις και απειλές, εμπεριέχουν και πράξεις, η σοβαρότερη των οποίων είναι η εγκατάσταση (ό,τι και αν σημαίνει αυτό), στις 12/5/2016 αντιπυραυλικού συστήματος, στην νατοϊκή βάση του Ντεσεβέλου της Ρουμανίας, παρά το γεγονός ότι η Ρωσία έχει εκφράσει την αντίθεσή της, στην εγκατάσταση, στα σύνορά της, τέτοιων συστημάτων και την παρασκηνιακή προειδοποίηση, που, ουσιαστικά, αποτελεί μια ευθεία απειλή, προς την νατοϊκή συμμαχία ότι, εφ' όσον τέτοια συστήματα εγκατασταθούν, θα τα καταστρέψει, χωρίς άλλη προειδοποίηση.

Όπως είπαμε, το ΝΑΤΟ, χρησιμοποιώντας την αστεία και βλακώδη δικαιολογία ότι τα αντιπυραυλικά συστήματα, που θα εγκατασταθούν, στις χώρες που βρίσκονται κοντά στα σύνορα της Ρωσίας, στρέφονται κατά πυραυλικής απειλής, από το ... Ιράν - το οποίο, όμως, δεν έχει τέτοιες πυραυλικές δυνατότητες και φυσικά, δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον, για να πραγματοποιήσει μια πυραυλική επίθεση, στην Ευρώπη - και όχι, κατά της Ρωσίας, φαίνεται να αγνοεί τις ρωσικές απειλές και προχώρησε, στην εφαρμογή του διακηρυγμένου σχεδιασμού του, για την οικοδόμηση της αντιπυραυλικής ασπίδας, στην Ευρώπη και ειδικά, στις χώρες εκείνες, οι οποίες, πριν την κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης", ήσαν μέλη του διαλυθέντος Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Το γεγονός ότι η Ρωσία αντέδρασε, μέσω του Ντιμίτρι Πεσκώφ, δηλαδή, μέσω του εκπροσώπου του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, λέγοντας ότι, αναμφίβολα, η εγκατάσταση του αντιπυραυλικού συστήματος RPO συνιστά πραγματική απειλή, για την ασφάλεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ότι λαμβάνονται μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειας, για την Ρωσία, δεν είναι κάτι το μη αναμενόμενο.

Προφανώς, αυτά τα μέτρα, που αφορούν την ασφάλεια του ρωσικού κράτους παίρνονται και θα παρθούν. Το ζήτημα, που τίθεται, αφορά την έκτασή τους. 

Η έκταση αυτών των μέτρων, όμως, για τα οποία κάνει λόγο η ρωσική πλευρά, είναι άγνωστη και ουσιαστικά, απρόβλεπτη, αφού οι προειδοποιήσεις του Κρεμλίνου και η ίδια η συγκρότηση του νέου ρωσικού αμυντικού δόγματος, που διακήρυξε ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος, για την χρήση του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου, εάν απειληθούν τα ζωτικά συμφέροντα, η ασφάλεια και η ύπαρξη του ρωσικού κράτους, ακόμη και χωρίς να έχει υπάρξει στρατιωτική (συμβατική, ή πυρηνική) επίθεση, κατά της Ρωσίας  - χωρίς να προσδιορίζεται, μάλιστα, ο χρόνος και ο τόπος μιας τέτοιας αντίδρασης -, αφήνουν ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα και τα αντίστοιχα σενάρια, γύρω από το τι μέλλει γενέσθαι, από ρωσικής πλευράς.

Βέβαια, το αντιπυραυλικό σύστημα της βάσης του Ντεσεβέλου θα ενταχθεί, επίσημα, στο αντιπυραυλικό πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, τον ερχόμενο Ιούλιο, αλλά αυτό δεν λέει και πολλά πράγματα, διότι η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτή που μετράει και όχι οι όποιες επισημότητες. Άλλωστε, ο Ιούλιος δεν είναι μακριά.

Και μπορεί, βέβαια, οι Η.Π.Α. και η Ρουμανία να "έγραψαν ιστορία", όπως, είπε ο Αμερικανός στρατηγός και διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, σε Ευρώπη και Αφρική Mark Ferguson, αλλά η ουσία είναι ότι η Ρουμανία βρίσκεται, πλέον, στην ρωσική ατζέντα και μάλιστα, σε θέση υψηλής προτεραιότητας. Η αμερικανονατοϊκή βάση του Ντεσεβέλου, που έχει κοστίσει, γύρω στα 800 εκατομμύρια δολλάρια, δεν αποτελεί πηγή ασφαλείας, για τον πληθυσμό της χώρας αυτής. Αποτελεί μια τεράστια πηγή κινδύνων.

Βέβαια, όσον αφορά την υλοποίηση της νατοϊκής απόφασης, για την συγκέντρωση του μεγαλύτερου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων, από την εποχή του παλαιού Ψυχρού Πολέμου, στις ευρωπαϊκές περιοχές του ΝΑΤΟ, που γειτνιάζουν, με την Ρωσία, αυτή είναι κάτι το, εντελώς, διαφορετικό, από την απλή ανακοίνωσή της. Μεσολαβεί αρκετός χρόνος, για να λάβει σάρκα και οστά. Και φυσικά, η αλήθεια είναι ότι όσο στρατό και αν μαζέψει η Ατλαντική Συμμαχία, στα σύνορα, με την Ρωσία, την Λευκορωσία και την Ουκρανία, λίγα πράγματα θα καταφέρει να επιτύχει. Ο νατοϊκός στρατός θα σαρωθεί, εάν η όποια διεξαγωγή ενός ευρύτερου πολέμου μείνει, στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ως εκ τούτου, ο σχεδιασμός της Ουάσινκτων, με εκτελεστικό όργανο το ΝΑΤΟ, για την ευρωπαϊκή περικύκλωση της Ρωσίας καθίσταται αλυσιτελής. Τα γεωγραφικά πίβοτ, στα οποία υπολογίζει η αμερικανική υπερδύναμη, προκειμένου να στρέψει την ροή των γεγονότων, στην κατεύθυνση της υποστήριξης της διηνεκούς κοσμοκρατορίας της, με την βοήθεια του δυτικού συνασπισμού, δεν λειτουργούν, όπως λειτούργησαν, κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Η Κίνα δεν βρίσκεται, πλέον, στο πλευρό της. Έχει πάρει θέση, εναντίον του αμερικανικού γίγαντα, την πρωτοκαθεδρία του οποίου ετοιμάζεται να διεκδικήσει.

Όμως, αυτή η διαπίστωση, η οποία, εξ άλλου θα πρέπει να επιβεβαιωθεί, στα πεδία των μαχών (κάτι, που, βέβαια, θα πρέπει, παντί τρόπω, να αποφευχθεί, αφού οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, όπως και ο αμερικανικός, πρέπει να αποτρέψουν την διεξαγωγή ενός τέτοιου πολέμου), δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. - πιθανότατα, αναλώμασι των Ευρωπαίων, αφού η ίδια η Ουάσινγκτων δεν φαίνεται διατεθειμένη και μάλλον, δεν θα μπορέσει να στείλει επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις - και το ΝΑΤΟ αντιδρούν, στις ευρύτερες στρατιωτικές κινήσεις των Ρώσων, στην ευρωπαϊκή υποήπειρο, με έναν τρόπο, σαφώς, απειλητικό, απέναντι στο Κρεμλίνο.

Προφανώς, οι άρχοντες του Κρεμλίνου δεν πρόκειται να αγνοήσουν αυτή την νατοϊκή απειλή. Θα παρακολουθήσουν την εξελικτική της πορεία, τον βαθμό και τους ρυθμούς υλοποίησής της και θα πράξουν, αναλόγως, γνωρίζοντας ότι, στο ευρωπαϊκό έδαφος, έχουν το απόλυτο στρατηγικό πλεονέκτημα, έναντι των αντιπάλων τους. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, έναντι των δυτικοευρωπαίων, τις χώρες των οποίων θα μετατρέψουν, σε κόλαση, εάν ξεσπάσει ένας πόλεμος, στην Ευρώπη. Και αυτό θα συμβεί, ακόμη, περισσότερο, εάν, στον πόλεμο αυτόν, χρησιμοποιηθεί το τακτικό πυρηνικό οπλοστάσιο των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, σε μια έκταση, η οποία θα φθάνει (μερικώς, ή καθ' ολοκληρίαν), από την Πολωνία και την Γερμανία, μέχρι τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.






Εκεί, που τα πράγματα γίνονται, αφόρητα, δύσκολα και καταθλιπτικά, για το ΝΑΤΟ, στον ευρωπαϊκό χώρο, είναι, στον χώρο, που περιέχεται και περιβρέχεται, από την Βαλτική Θάλασσα. Βλέποντας τον χάρτη, αντιλαμβανόμαστε τους λόγους, για τους οποίους αυτή η διαπίστωση αποτελεί μια δυσάρεστη, για τους Αμερικανούς, πραγματικότητα, η οποία, όμως και για τους Ρώσους, αποτελεί μια πηγή κινδύνων, για αυτή καθ' εαυτή την ύπαρξη του κράτους τους.

Το γεγονός ότι η Φιλανδία και η Σουηδία δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ, διασπά την αμυντική ενότητα της Ατλαντικής Συμμαχίας, αφού η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία, δηλαδή τρεις χώρες της περιοχής, που είναι μέλη της και οι οποίες, μέχρι την κατάρρευσή της, ήσαν τμήματα της "Σοβιετικής Ένωσης", βρίσκονται να είναι απομονωμένες, από τον κορμό του ΝΑΤΟ. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, καθιστά, πολύ δύσκολη, έως, περίπου, αδύνατη την προστασία τους, από μια ρωσική επίθεση. Και φυσικά, αυτή η νατοϊκή αδυναμία, αποτελεί ένα βασικό πλεονέκτημα, για τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, το οποίο ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ρωσική ηγεσία δεν πρόκειται να απεμπολήσουν.

Αυτός είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς λόγους, για τους οποίους, η αμερικανική ηγεσία πιέζει τις ελίτ της Σουηδίας και της Φιλανδίας να προπαγανδίσουν και να προωθήσουν την ένταξη των χωρών τους, στο ΝΑΤΟ. Πέρυσι, τέτοια εποχή, η φιλανδική ηγεσία είχε εκφράσει μια τέτοια πρόθεση. Στις ημέρες μας, ήλθε η σειρά της σουηδικής ηγεσίας να εκφράσει την δική της πρόθεση.

Η ρωσική απάντηση, στην περυσινή εκδήλωση της πρόθεσης της φιλανδικής ηγεσίας, για ένταξη της Φιλανδίας, στο ΝΑΤΟ, υπήρξε άμεση και καταλυτική. Ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν είπε, μέσω του Ρώσου πρέσβη, στο Ελσίνκι, ότι, η ένταξη της Φιλανδίας, στο ΝΑΤΟ θα αποτελέσει την αρχή, για έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ συμβούλευσε την χώρα αυτή (γνωρίζοντας ότι ο πληθυσμός της φοβάται τις περιπέτειες και δεν επιθυμεί την ένταξη της χώρας του, στην Ατλαντική Συμμαχία) "να μην εισέλθει στο ΝΑΤΟ. Στην αντίθετη περίπτωση, η ασφάλεια, στην Ευρώπη θα επιδεινωνόταν, αντί να καλυτερεύσει", για να συμπληρώσει ότι ε τον αντισημιτισμό ξεκίνησε ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ η ρωσοφοβία μπορεί να οδηγήσει, στο ξεκίνημα του τρίτου".

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα λόγια, προκειμένου να σταματήσει η φιλανδική ελίτ τις συζητήσεις, για την ένταξη της Φιλανδίας, στο ΝΑΤΟ. Και αν, στο παρασκήνιο, απαιτήθηκε να ειπωθεί κάτι παραπάνω, αυτό, προφανώς, ειπώθηκε. Έτσι, έπαυσε οποιαδήποτε, περαιτέρω, επίσημη επαναφορά της πρόθεσης του φιλανδικού πολιτικού κατεστημένου, για την ένταξη της χώρας αυτής, στην νατοϊκή συμμαχία. Ο φόβος των Φιλανδών, απέναντι, στην Ρωσία, λειτούργησε, καταλυτικά.

Όσον αφορά την πρόσφατη δήλωση βουλήσεως της σουηδικής ηγεσίας, για την ένταξη αυτής της σκανδιναβικής χώρας, στο ΝΑΤΟ, οι εξελίξεις ακολουθούν την ίδια πορεία, με αυτήν της Φιλανδίας. Στην περίπτωση της Σουηδίας, η ρωσική αντίδραση υπήρξε, άμεσα, απειλητική, αφού η ρωσική πλευρά μίλησε, για την λήψη στρατιωτικών μέτρων, εάν αυτή η χώρα αποφασίσει να ενταχθεί, στο ΝΑΤΟ, εννοώντας, με έναν σαφή και προφανή τρόπο, ότι η χώρα αυτή θα υποστεί, τουλάχιστον, έναν ευρύ εδαφικό ακρωτηριασμό, ή και πλήρη κατάληψή της, από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, χωρίς οι Η Π.Α. και η Ατλαντική Συμμαχία να προλάβουν, ή να μπορέσουν να κάνουν ο,τιδήποτε, που θα μπορούσε να αποτρέψει τις μοιραίες, για τον σουηδικό πληθυσμό και την εδαφική επικράτεια της χώρας του, εξελίξεις.

Άλλωστε, όλες οι ενέργειες της ρωσικής πλευράς, με την εξαιρετική ένταση των κατασκοπευτικών δραστηριοτήτων και την συνεχή στρατιωτική επιτήρηση του συνόλου του σουηδικού εδαφικού, εναέριου και θαλάσσιου χώρου, παραπέμπουν, στο γεγονός ότι η Ρωσία ετοιμάζεται, για πόλεμο, με την Σουηδία. Όπως και με την Φιλανδία.

Οι λόγοι, που συμβαίνει αυτό, είναι προφανείς. Η στρατηγική θέση της Σουηδίας και της Φιλανδίας είναι, εκ των πραγμάτων, πολύ μεγάλης αξίας. Βλέποντας τον χάρτη της περιοχής, στην Βαλτική Θάλασσα, αμέσως, αντιλαμβανόμαστε ότι, σε αυτήν, δεσπόζουν τα σουηδικά νησιά Γκότλαντ και Όλαντ, όπως και το νησί Μπόρχολμ, που ανήκει, στην Δανία. 

Αυτά τα τρία νησιά, έχουν κεντρικό ρόλο, στον έλεγχο της Βαλτικής Θάλασσας και αποτελούν, μαζύ με τα Δανικά Στενά, ζωτικούς στρατηγικούς και οικονομικούς παράγοντες, για τις χώρες της Βαλτικής και την Ρωσία, αφού ελέγχουν την οδό, με την οποία οι χώρες αυτές συνδέονται, με την Βόρεια Θάλασσα και κάπου 130.000 πλοία περνούν, από αυτή την οδό, κάθε χρόνο, μεταφέροντας μια σειρά, από προϊόντα και μάλιστα, ειδικά, όσον αφορά την Ρωσία, τα πετρελαϊκά προϊόντα, που αυτή εξάγει. 

Πέραν τούτων, γίνεται κατανοητό ότι, εάν τοποθετηθούν σύγχρονα αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστημάτα άμυνας και επίθεσης, τα νησιά αυτά καθίστανται αεροπλανοφόρα και αποκτούν μια κρίσιμη σημασία, όσον αφορά τον έλεγχο της Βαλτικής Θάλασσας. Εάν το ΝΑΤΟ αποκτήσει πρόσβαση, σε αυτή την θαλάσσια περιοχή, η θέση της Ρωσίας θα γίνει απελπιστική και για τις δύο εξόδους, που έχει στην Βαλτική Θάλασσα. Και φυσικά, κάτι τέτοιο η ρωσική ηγεσία δεν θα το επιτρέψει, καθώς είναι σαφές ότι θα πάρει, όπως έχει πει, όλα τα απαραίτητα στρατιωτικά μέτρα, για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, σε αυτή την ευρύτερη οδό, επί της οποίας το ΝΑΤΟ έχει, ήδη, σημαντικά πλεονεκτήματα, πρέπει να θεωρείται, ως δεδομένο, ότι η Ρωσία δεν πρόκειται να επιτρέψει, στις Η.Π.Α. να κυριαρχήσουν. Όμως, η κυριαρχία των Η.Π.Α., στην περιοχή αυτή, είναι ζωτική, εάν η Ουάσινγκτων χρειασθεί να επέμβει, στην Βαλτική Θάλασσα, προκειμένου να αντιμετωπίσει μια ρωσική επιθετική ενέργεια, κατά των χωρών, που είναι μέλη του ΝΑΤΟ.

Και εδώ, είναι, που περιπλέκονται τα πράγματα, επειδή η Ρωσία γνωρίζει την τεράστια στρατηγική σημασία αυτών των νησιών και των Δανικών Στενών και είναι προφανές ότι θα προχωρήσει, στην άμεση κατάληψή τους, όπως και εκτεταμένων ηπειρωτικών εκτάσεων της Σουηδίας και της Φιλανδίας, εάν αυτές αποφασίσουν να προσχωρήσουν, στην Ατλαντική Συμμαχία.

Η ρωσική ηγεσία είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την εμφάνιση αντιπυραυλικών συστημάτων και στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, στα σύνορα της χώρας της, ούτε και στα τρία νησιά της Βαλτικής, για τα οποία κάναμε, ήδη, λόγο. Και φυσικά, μέσω του ρωσικού θύλακα του Καλίνινγκραντ, στον οποίο έχει αναπτύξει 25.000 στρατιώτες, πυραυλικά συστήματα "Ισκεντέρ" και S-400, ελέγχει, πλήρως, τις κινήσεις των νατοϊκών, τα πολεμικά αεροπλάνα των οποίων είναι διαρκώς, στοχευμένα, προς κατάρριψη.

Ως εκ τούτου, χωρίς την εξουδετέρωση του θύλακα του Καλίνινγκραντ, οποιαδήποτε προσπάθεια των Η.Π.Α., για προστασία των χωρών της Βαλτικής, που είναι μέλη του ΝΑΤΟ, όπως και της Πολωνίας, δεν έχει κανένα νόημα. Και τα πράγματα γίνονται χειρότερα, για τους Αμερικανούς, εάν ληφθεί υπόψη ότι, στον θύλακα αυτόν, υπάρχει ρωσικός στόλος, αεροπορικές δυνάμεις και το κυριότερο υπάρχουν εγκαταστάσεις, για τακτικά πυρηνικά όπλα, γεγονός, το οποίο παραπέμπει, στην ύπαρξη και των ανάλογων οπλικών συστημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται, απολύτως, κατανοητή η αδήριτη, για τις Η.Π.Α., αναγκαιότητα της ένταξης της Σουηδίας και της Φιλανδίας, στην Ατλαντική Συμμαχία. Και γι' αυτόν τον λόγο, η αμερικανική ηγεσία πιέζει, όσο μπορεί περισσότερο, τις ελίτ των δύο αυτών χωρών να προωθήσουν τις σχετικές διαδικασίες και να πείσουν τους πληθυσμούς τους να αποδεχθούν την ένταξη, στο ΝΑΤΟ, υπερνικώντας την επιφυλακτικότητα και την άρνηση, που αυτοί επιδεικνύουν, σε μια τέτοια ενέργεια, καθώς οι λαοί των δύο χωρών αντιλαμβάνονται την επικινδυνότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος, με δεδομένο τον φόβο τους, για την αντίδραση της Ρωσίας. Μια αντίδραση, η οποία θα είναι σκληρή και θα τους οδηγήσει, σε περιπέτειες.

Με δεδομένη την επιφυλακτικότητα και την ουσιαστική αδυναμία των ηγεσιών των δύο αυτών ουδέτερων σκανδιναβικών χωρών να προωθήσουν την ένταξη τους, στο ΝΑΤΟ, παρά την ενθάρρυνση, που έχουν, από την Ουάσινγκτων, η αμερικανική ηγεσία και οι νατοϊκοί της σύμμαχοι επωμίζονται, εκ των πραγμάτων, την βαριά και ασήκωτη ευθύνη να προχωρήσουν τα σχέδιά τους, για την αμυντική κάλυψη της Λιθουανίας, της Εσθονίας και της Λετονίας, χωρίς να υπολογίζουν, στην βοήθεια της Σουηδίας και της Φιλανδίας. Και φυσικά, αυτό δεν είναι, καθόλου, εύκολο. Στην πράξη, είναι ακατόρθωτο, χωρίς την χρήση πυρηνικών όπλων.




Ερχόμενοι, τώρα, στα όσα εξελίσσονται, στο Αιγαίο, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα αποτελεί, στα πλαίσια του σύγχρονου γεωστρατηγικού παιγνίου, που αφορά τις Η.Π.Α., που αγωνίζονται, για να διατηρήσουν, εις το διηνεκές την πλανητική πρωτοκαθεδρία τους και την Ρωσία, που επανακάμπτει, στο παγκόσμιο προσκήνιο, έναν κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα, για την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων.

Το γιατί συμβαίνει αυτό, μας το έμαθε ο αείμνηστος γεωστρατηγικός και γεωπολιτικός αναλυτής Halford Mackinder, για τα γεωγραφικά πίβοτ της Ιστορίας, ο οποίος εξέφρασε την πεποίθηση ότι, εάν η Ελλάδα ελεγχθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, υπό οποιοδήποτε σχήμα και με οποιαδήποτε μορφή, από την δύναμη "Heartland" (δηλαδή, ουσιαστικά, την Ρωσία), αυτή η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, πιθανότατα, θα οδηγήσει αυτή την στρατιωτική υπερδύναμη, στην κατάκτηση της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας και στον έλεγχό της υφηλίου, την οποία, στις ημέρες μας, πιθανότατα, θα μοιραστεί - άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα -, με την Κίνα.

Η ίδια η συγκρότηση της Ελλάδας, ως μιας νησιωτικής χώρας, που ελέγχει την θάλασσα του Αιγαίου, σε συνδυασμό, με την τουρκική κυριαρχία, στα Δαρδανέλια και τον ρωσοτουρκικό και αμερικανορωσικό ανταγωνισμό, προσδιορίζει την ανεκτίμητη στρατηγική αξία της χώρας μας, αλλά και τους κινδύνους, που αυτή η αξία συνεπάγεται, όσον αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, αφού τα διάφορα σενάρια, που κυκλοφορούν και τα οποία σχετίζονται, με τον διαμελισμό της, με την ανεξαρτησία της Θράκης, αλλά και της Κρήτης, δεν είναι, καθόλου, τυχαία.




Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν πρόκειται να εκδιωχθεί, από την ευρωζώνη την Ε.Ε.), ό,τι και αν λέει ο Wolfgang Schäuble. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκύψει, μόνον, εάν η εντόπια ελίτ το αποφασίσει. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δεν είναι, επί του παρόντος, ορατό, αν και πέρυσι αντιμετωπίστηκε το σενάριο της εθελούσιας εξόδου της χώρας μας, από την ευρωζώνη, το οποίο απορρίφθηκε, οριστικά, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με την αποδοχή της ψήφισης και (τώρα) και της εφαρμογής του 3ου Μνημονίου. Γι' αυτό, άλλωστε και η χώρα μας αποικιοποιείται, στο όνομα της υπεράσπισης του ευρώ και της μπατιροτραπεζοκρατίας της βόρειας Ευρώπης, όπως, πρόσφατα και πολύ επιτυχημένα, είπε ο Paul Craig Roberts, αυτό το "κακό παιδί" της αμερικανικής ελίτ. 

Αλλά αυτή η ηττοπαθής στάση και η συναφής εξέλιξη, που ήλθε, ως αποτέλεσμα της εθελοδουλείας των εντόπιων ηγεμονευουσώνυρωπαϊστικών" ελίτ, που καθορίζουν την πορεία της χώρας μας, δεν είναι, ούτε μονόδρομος, ούτε μοιραίες. Αποτελούν μια συγκεκριμένη στρατηγική επιλογή της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ. Μια επιλογή, που είναι, καταφανώς, εσφαλμένη και η οποία, φυσικά, θα μπορούσε - και μπορεί - να είναι, εντελώς, διαφορετική. 

Από εκεί και πέρα, με δεδομένη την πολλαπλότητα των διαφοροποιημένων και ενδιάμεσων επιλογών, που έχει η ελληνική πλευρά, δεν είναι τυχαίες και οι όποιες "φιλόφρονες" κινήσεις της ρωσικής ηγεσίας και προς την παρούσα ελληνική κυβέρνηση, αλλά και τις διάφορες άλλες κυβερνήσεις του παρελθόντος, άσχετα από τον μικρότερο, ή μεγαλύτερο βαθμό ανταπόκρισης, που έτυχαν οι κινήσεις αυτές, από την ελληνική πλευρά.

Η ρωσική πλευρά φαίνεται ότι σκοπεύει να εκμεταλλευθεί τα όποια, όχι ασήμαντα, αλλά και αυξανόμενα ερείσματα έχει, στην ελληνική κοινωνία και δρα, προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να δεσμεύεται, από τους ιδεολογικούς περιορισμούς του παρελθόντος, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί, κατά την διάρκεια της "σοβιετικής" περιόδου.

Όπως έχουμε, πολλές φορές, πει (δυσαρεστώντας ουκ ολίγους γνωστούς και άγνωστους φίλους και αναγνώστες), εάν η Ρωσία μπορέσει να αποκτήσει ερείσματα, μέσα στην ιθύνουσα τάξη της Ελλάδας, η μετατροπή της χώρας μας, μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, ως μιας "γκρίζας"  και ασαφούς περιοχής, μπορεί να αποτελέσει μια γεωπολιτική πραγματικότητα (όπως, άλλωστε, συνέβαινε, κατά την πρώτη περίοδο των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου) και εκ των πραγμάτων, θα μπλοκάρει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Συμμαχίας.

Ένα τέτοιο γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να προκύψει, από έναν άτυπο (ή, ακόμη και τυπικό) σχηματισμό μιας αντιτουρκικής συμμαχίας, με την Ρωσία, όπως, επίσης, έχουμε ξαναπεί, θα αποδομούσε, σε σοβαρό βαθμό, την ενότητα του ΝΑΤΟ, θα διέλυε την νοτιοανατολική του πτέρυγα και θα έδινε την δυνατότητα, στην Ρωσία, να αποκτήσει, μέσω της αιφνιδιαστικής αποσυναρμολόγησης του τουρκικού κράτους - το οποίο κινδυνεύει, όπως έχουμε πει, ουκ ολίγες φορές, από μια άμεση πολυδιάσπαση, ως συνέπεια ενός σχεδιασμένου και συνάμα αστραπιαίου ρωσοτουρκικού πολέμου -, τέτοια και τόσα πλεονεκτήματα, ιδίως, στην Θάλασσα του Μαρμαρά, στα Δαρδανέλια και στο Αιγαίο, τα οποία, κατά την διάρκεια του παλαιού Ψυχρού Πολέμου, δεν θα μπορούσε, ούτε να τα φανταστεί. 

Έτσι, π.χ. μια πιθανή επίσκεψη του ρωσικού στόλου, στην Σούδα της Κρήτης και η στάθμευσή του, στα νερά της μεγαλονήσου, όπου βρίσκεται η πολύ σημαντική αμερικανική βάση, ή μια ελληνορωσική συμφωνία, για την (όχι μόνο) στάθμευση του ρωσικού στόλου, κάπου, στο Αιγαίο και στις άλλες ελληνικές θάλασσες, θα δημιουργούσε ένα τεράστιο και ανυπέρβλητο πρόβλημα, στην αμερικανική ηγεσία, η οποία βρίσκεται, στα όρια του πανικού, όπως και στο ΝΑΤΟ, ακριβώς, επειδή η χώρα μας κατέχει αυτή την βάση, η οποία, μαζύ με αυτήν του Ιντσιρλίκ, στην Τουρκία, είναι οι μεγαλύτερες, στην νοτιοανατολική πτέρυγα της Ατλαντικής Συμμαχίας και αποτελεί ένα κρίσιμο κλειδί, για την αμερικανική κυριαρχία, στην Μέση Ανατολή, στην Μεσόγειο, αλλά και στην μακρινή εκστρατεία των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, στο Αφγανιστάν.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, είναι, απολύτως, χρήσιμο, για την χώρα μας, να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική και την αμυντική της πολιτική, με την απαραίτητη σύνεση, αλλά και με αποφασιστικότητα και να αναδιατάξει τις συμμαχίες της, αφήνοντας τον πρέποντα χώρο, στην ρωσική στρατιωτική υπερδύναμη, προκειμένου να μπορέσει να απεγκλωβισθεί, από τον ασφυκτικό κλοιό των ξένων δανειστών και παράλληλα, να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τουρκική προκλητικότητα και τα συμφέροντά της, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Είναι σαφές, βέβαια, ότι, όπως έχουμε πει, επανειλημμένως, το παρόν ψοφοδεές ελληνικό πολιτικό κατεστημένο δεν θέλει - και επειδή δεν θέλει, συνάμα, δεν μπορεί - να πραγματοποιήσει, τέτοιου είδους κινήσεις, οι οποίες, αν και ομολογουμένως, εμπεριέχουν υψηλό ρίσκο, μπορούν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να απεγκλωβίσουν τον ελληνικό πληθυσμό, από την προκρούστεια κλίνη των τοκογλυφούντων ξένων θεσμικών δανειστών του ελληνικού δημοσίου και της εξαρτημένης από αυτούς εντόπιας μπατιροτραπεζικής τεχνοδομής.

Αλλά, όπως έχουμε πει, η ίδια η ζωή και οι ανάγκες, που, εκ των πραγμάτων δημιουργούνται, αποτελούν παράγοντες, που μπορούν να αλλάξουν το υπάρχον καταθλιπτικό πολιτικό σκηνικό, που έχει διαμορφωθεί και έχει επικαθήσει, στον σβέρκο των πολιτών αυτής της χώρας.

Οψόμεθα...


Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Νησιά Spratly και Θάλασσα της Νότιας Κίνας : Η αμερικανική θαλασσοκρατορία οδεύει προς το τέλος της, αφού το Πολεμικό Ναυτικό των Η.Π.Α. δεν μπορεί πλέον να πλέει ανενόχλητο. (Από την Άπω Ανατολή, μέχρι την Ευρώπη, η πλανητική γεωπολιτική αστάθεια συνεχίζεται).




Από την Ρουμανία, στην ανατολική Ευρώπη, μέχρι τα νησιά Σπράτλυ, στην Νότια Κινεζική Θάλασσα και ουσιαστικά, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη μας, η υπόκωφη σώρευση της αποδόμησης της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και η αμφισβήτηση της παλαιάς παντοδυναμίας της αμερικανικής υπερδύναμης και ευρύτερα του δυτικού συνασπισμού, μαζύ με τις προσπάθειες των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ να απαντήσουν, σε αυτή την, προφανώς, μακρόσυρτη διαδικασία φθοράς, συνεχίζουν την πορεία τους, επιτείνοντας την εγγενή αστάθεια, που προέκυψε στον πλανητικό γεωπολιτικό χάρτη, με την εμφάνιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008, η οποία, όπως πολλές φορές, έχουμε περιγράψει, δεν υπήρξε ένα φαινόμενο, που προέκυψε, μέσα από μια τυχαία ροή γεγονότων.

Έτσι, με εναρκτήριο λάκτισμα τον πόλεμο Ρωσίας - Γεωργίας, του Αυγούστου του 2008, και την επανεμφάνιση της Ρωσίας, ως ενός σοβαρού διεθνούς παίκτη, με πλανητικές αξιώσεις και τις επίμονες προετοιμασίες της κινεζικής ηγεσίας, για την μετατροπή της χώρας της, σε μια τρίτη υπερδύναμη και η οποία, με δυσκολία, κρύβει τις προθέσεις της να αντικαταστήσει, μακροπρόθεσμα, τις Η.Π.Α., στην πλανητική πρωτοκαθεδρία, διεκδικώντας, επί του παρόντος, μια μορφή "συγκυριαρχίας", οι εξελίξεις, που αφορούν και επικαθορίζουν την τρέχουσα, αλλά και την μακροπρόθεσμη διεθνή γεωπολιτική ισορροπία, έχουν πάρει τον δρόμο τους.

Έτσι, με δεδομένη την μεγάλη αύξηση της οικονομικής και της στρατιωτικής ισχύος της μεγάλης αυτής χώρας του 1,36 δισεκατομμυρίου ανθρώπων, η κινεζική ηγεσία, αλλάζει τις στρατιωτικές ισορροπίες, την γεωπολιτική πραγματικότητα και το συνολικό οικονομικό τοπίο, σε επίπεδο ελέγχου και κυριαρχίας, στην ευρύτερη περιοχή των Νότιων Κινεζικών Θαλασσών, η οποία είναι, προφανώς, κρίσιμη, για την διεξαγωγή του διεθνούς εμπορίου, αφού, μέσα από αυτήν την τεράστια θαλάσσια οδό, διεκπεραιώνεται, σε ετήσια βάση, η μεταφορά αγαθών, των οποίων η αξία φθάνει τα 5 τρισ. $.

Όργανο, για την ολοκλήρωση της επίτευξης αυτών των στόχων της ανερχόμενης κινεζικής δύναμης, είναι η εξελικτική διεκδίκηση και η σταδιακή έμπρακτη επιβολή της ένταξης, στην κινεζική εδαφική επικράτεια, των νησιών Spratly (όπως και των νησιών Paracel), τα οποία, έχουν μια κεντρική και απολύτως, νευραλγική στρατηγική θέση, στην Νότια Κινεζική Θάλασσα, μια θέση, που επιτρέπει, σε εκείνον, που κυριαρχεί, σε αυτά, να ελέγχει αυτή την κρίσιμη θαλάσσια οδό.

Στην ευρύτερη αυτή θαλάσσια περιοχή της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας, υπάρχουν κάπου 300 μικρές εκτάσεις γης, από νησάκια, υφάλους, βράχους, κοραλλιογενείς νήσους κλπ, οι οποίες, ως σύνολο, δεν ξεπερνούν τα 15 τετραγωνικά χιλιόμετρα, χωρίς κατοίκους και οι περισσότερες, από αυτές, χωρίς και κάποιους υδάτινους πόρους, οι οποίες διεκδικούνται, από τα κράτη αυτής της περιοχής. Και ενώ τα νησιά Paracel, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασαν, από την κυριαρχία της Ιαπωνίας, στην Κίνα, το 1958 η, τότε, κινεζική ηγεσία, υπό τον Μάο Τσετουνγκ, προέβη στην οριοθέτηση των χωρικών της υδάτων, στην Νότια Κινεζική Θάλασσα, εντάσσοντας, στην εδαφική της επικράτεια και τα νησιά Σπράτλυ, τα οποία, αν και είναι πολύ μακριά, από τις κινεζικές ακτές, αφού απέχουν, από αυτές, περισσότερο από 950 χλμ, έχουν κεντρική θέση, στην θαλάσσια αυτή περιοχή και φυσικά, διεκδικούνται, από τις όμορες, σε αυτά, χώρες, οι οποίες, όπως φαίνεται και στον χάρτη, ευρίσκονται, πολύ κοντά τους, σε σχέση, με την Κίνα.

Στα πλαίσια αυτά,  η ενεργός - λίγο πριν τα όρια της αεροναυμαχίας - αντιπαράθεση, η οποία έφθασε κοντά στα όρια της πολεμικής επιχείρησης, ανάμεσα στο αμερικανικό αντιτορπιλικό "William P. Lawrence", κλάσεως Arleigh Burke, με δύο κινεζικά μαχητικά και τρία κινεζικά πολεμικά πλοία, στην περιοχή του τεχνητού νησιού Νάνσα, που είναι ένα από τα επτά τεχνητά νησιά, που έχουν κατασκευάσει οι Κινέζοι, στην θαλάσσια περιοχή των νησιών Σπράτλυ, τσιμεντώνοντας έναν ύφαλο, είναι, απολύτως κατανοητή. Άλλωστε και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν έστειλαν εκεί αυτό το αντιτορπιλικό, το οποίο φέρει κατευθυνόμενους πυραύλους, χωρίς λόγο. Όπως, ρητά και κατηγορηματικά, έχει διαβεβαιώσει, από πέρυσι, το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας, το "William P. Lawrence", εστάλη, στην περιοχή, ακριβώς, για να αμφισβητήσει τα έργα και την εδαφική κυριαρχία των Κινέζων και να επιβάλει την απρόσκοπτη διέλευση των πλοίων, στην περιοχή, χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο, από τις κινεζικές αρχές.

Μετά από πολύ καιρό, κατά τον οποίο υπήρξε ένας πόλεμος ανακοινώσεων, προειδοποιήσεων και διάφορων άλλων διαξιφισμών, ανάμεσα στην κινεζική και στην αμερικανική πλευρά, τελικά, στις 9 Μαΐου 2016, όταν, παρά τις προειδοποιήσεις, που είχαν υπάρξει, το "William P. Lawrence", παραβίασε τα χωρικά ύδατα των 12 μιλίων του νησιού, επενέβησαν οι κινεζικές αεροναυτικές δυνάμεις και υποχρέωσαν το αμερικανικό αντιτορπιλικό να απομακρυνθεί, από την περιοχή, προφανώς, επειδή οι ναυτικές δυνάμεις των Η.Π.Α. αντιλήφθηκαν ότι οι κινεζικές αεροναυτικές δυνάμεις, στην περιοχή, δεν αστειεύονταν.

Όπως φαίνεται, το αμερικανικό πολεμικό πλοίο δεν μπορούσε να φέρει, σε πέρας μια αεροναυμαχία, αφού στα νησιά αυτά οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις έχουν εγκαταστήσει αεροδρόμια και πολεμικά αεροπλάνα, καθώς και ναυτικές βάσεις, οι οποίες έχουν την απαραίτητη υποστήριξη, για να διεξαγάγουν μάχες και να τις φέρουν, εις πέρας.

Το σοβαρό αυτό επεισόδιο, το οποίο υποβαθμίστηκε, δείχνει, πλέον, έμπρακτα, ότι η αμερικανική θαλασσοκρατορία, στην περιοχή των Νότιων Κινεζικών Θαλασσών, οδηγείται, στο να φθάσει, στο τέλος της.

Η Κίνα, η οποία είχε προετοιμασθεί και ουδόλως υποβάθμισε την πράξη του αμερικανικού αντιτορπιλικού, δεν μένει, πλέον, μόνο, στις διαμαρτυρίες, στις προειδοποιήσεις και στις απειλές. Μπορεί και αμφισβητεί, ενεργά, την αμερικανική κυριαρχία, στην ανοικτή θάλασσα και με την χρήση στρατιωτικών μέσων, απαντά, στις χαρακτηριζόμενες από το κινεζικό υπουργείο Άμυνας, ως προκλήσεις του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού και επιβάλλει την συμμόρφωση, στις δικές της απαιτήσεις, για τον σεβασμό της εδαφικής της κυριαρχίας, έστω και αν αυτή είναι, νομικά, υπό σοβαρή αμφισβήτηση.





Μπορεί, βέβαια,  ο υφυπουργός Άμυνας των Η.Π.Α. Daniel R. Russel, που είναι αρμόδιος, για τα θέματα της Ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού, να δήλωσε και να αναρωτήθηκε ότι "δεν πρόκειται για προκλήσεις. Εάν το ισχυρότερο Ναυτικό του κόσμου δεν μπορεί να πλεύσει σε διεθνή ύδατα τότε τί γίνεται με τις μικρότερες χώρες;", όμως τα πράγματα είναι πολύ καθαρά :

Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό και οι ένοπλες δυνάμεις των Η.Π.Α., παρά το γεγονός ότι (δικαιολογημένα, ή μη) προκάλεσαν την Κίνα, προκειμένου να κατοχυρώσουν την ελεύθερη και χωρίς όρους, ναυσιπλοΐα και τις διεκδικήσεις των όμορων χωρών, στην θαλάσσια περιοχή των νησιών Σπράτλυ, δεν μπορούν, πια, να πλέουν και να δρουν, ανεξέλεγκτα, σήμερα, στην περιοχή των Νότιων Κινεζικών Θαλασσών και αύριο, ακόμη πιο πέρα.

Οι Αμερικανοί πρέπει να ρωτούν, την Κίνα.

Και αν δεν την ρωτούν, θα εμποδίζονται, έμπρακτα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη, για κάθε ενεργό κίνδυνο, ο οποίος δεν είναι άλλος, από ένα πολεμικό επεισόδιο, που, εάν υπάρξει, θα έχει ανυπολόγιστες επιπτώσεις, αλλά και θα δείχνει και τις προθέσεις της αμερικανικής ηγεσίας - όπως και της κινεζικής, άλλωστε.

Αλλά δεν είναι, μόνο, τα ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα, σε αυτήν την εκτεταμένη περιοχή, στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και η αναζήτηση στρατηγικού χώρου, που οδήγησαν την κινεζική ηγεσία, στην αδιαπραγμάτευτη κατοχύρωση των διεκδικήσεών της, στα νησιά Σπράτλυ και στην αποστολή ενός μεγάλου στόλου, ο οποίος επιδόθηκε και εξακολουθεί να επιδίδεται, στην δημιουργία τεχνητών νησιών και στην οικοδόμηση μόνιμων στρατιωτικών και λοιπών εγκαταστάσεων, πραγματοποιώντας μια σειρά πρωτόγνωρων τεχνικών επιτευγμάτων, στην περιοχή.

Ο στόχος του προέδρου της Κίνας Σι Τζιπίνγκ και της λοιπής κινεζικής ηγεσίας, βέβαια, είναι απλός και εντοπίζεται, στην εδραίωση, την κατοχύρωση και την έμπρακτη υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κίνας, σε αυτή την περιοχή. Στην ίδια περιοχή, σιγά - σιγά, μεταφέρεται και το στρατηγικό ενδιαφέρον της αμερικανικής και της ευρύτερης δυτικής ηγεσίας.

Με δεδομένη την μελλοντική ανάδειξη της Κίνας, ως μιας νέας παγκόσμιας δύναμης, η οποία θα διεκδικήσει την πλανητική πρωτοκαθεδρία, το κέντρο βάρους της αμερικανικής και της δυτικής πολιτικής θα στραφεί - και ήδη, στρέφεται -, στην περιοχή των Κινεζικών Θαλασσών, αφού, προηγουμένως, καταβάλλεται μια άπελπις προσπάθεια των δυτικών δυνάμεων, με επί κεφαλής τις Η.Π.Α., να κατοχυρώσουν την απόλυτη κυριαρχία τους, στην Μέση Ανατολή και στα εναπομείναντα πετρέλαιά της, τα οποία αναμένεται ότι, σε κάποιες δεκαετίες, από σήμερα, θα έχουν εξαντληθεί.



Τεχνητό νησί, με κινεζικές στρατιωτικές, λιμενικές και λοιπές εγκαταστάσεις, στα νησιά Σπράτλυ.


Στα πλαίσια αυτά, προφανώς, η απορρόφηση τεράστιων ποσοτήτων άμμου, από τον πυθμένα της θάλασσας, η επιχωμάτωση των υφάλων της περιοχής, η οικοδόμηση τεχνητού εδάφους και η δημιουργία των επτά νέων νησιών, συμβάλλουν - όπως και των άλλων, που το κινεζικό μηχανικό πρόκειται να δημιουργήσει -, στην αλλαγή των δεδομένων του γεωγραφικού και του γεωπολιτικού χάρτη της περιοχής, γεγονός, το οποίο ανησυχεί τις γειτονικές χώρες της Κίνας, την Δύση και ειδικά τις Η.Π.Α., οι οποίες προσπαθούν να εκφοβίσουν την κινεζική ηγεσία και να παίξουν τον ρόλο του χωροφύλακα, στην περιοχή της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, αλλά, πέρα από τις ευρύτερες γεωστρατηγικές βλέψεις και προθέσεις της ηγεσίας του κυβερνώντος κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της βρίσκονται και οι τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της αναπτυσσόμενης οικονομίας της Κίνας.

Έτσι, με δεδομένη, ως γεγονός, την πλήρη εξάρτηση της Κίνας, από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, αφού η ίδια δεν παράγει πετρέλαιο και εφ' όσον ληφθεί, υπ' όψη, η δυσμενέστατη εξέλιξη των πραγμάτων, στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον, όσον αφορά, την παγκόσμια παραγωγή του, μια πραγματικότητα, η οποία είναι αμείλικτη, αντιλαμβανόμαστε τους λόγους, για τους οποίους, η κυβερνητική και η κομματική γραφειοκρατική ελίτ του Πεκίνου επιδεικνύει αυτή την σπουδή, στα πεπραγμένα της, γύρω από τα νησιά Σπράτλυ, στα οποία υπολογίζεται ότι υπάρχουν, κάπου 17 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και άφθονα αποθέματα φυσικού αερίου.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι αντιπαραθέσεις και οι διενέξεις, στην περιοχή των Νότιων Κινεζικών Θαλασσών, είναι αναμενόμενες και απόλυτα, φυσιολογικές, αφού η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου, στα χερσαία και στα αβαθή παράκτια εδάφη, θα μειωθεί, έως το 2035 και θα πέσει, στο 1/3, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να στραφεί, στην εξερεύνηση των σχετικών αποθεμάτων των ωκεανών και στην παραγωγή ενέργειας, από τα σχιστολιθικά αποθέματα, που αφθονούν, στις Η.Π.Α. και στην Βόρεια Αμερική, τα οποία καθιστούν την αμερικανική υπερδύναμη, ενεργειακά, όχι μόνο, απολύτως, αυτάρκη, αλλά και σημαντικό, εν δυνάμει, εξαγωγέα ενέργειας.

Σε αυτό το μελλοντικό ενεργειακό περιβάλλον, η Κίνα, χωρίς την δυνατότητα να έχει δική της πετρελαϊκή παραγωγή, βρίσκεται, στην ίδια δύσκολη και ευάλωτη θέση, στην οποία βρισκόταν, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η Ιαπωνία, η οποία, επειδή ήταν, ενεργειακά, πλήρως, εξαρτημένη, από το εξωτερικό, οδηγήθηκε, σε μια επιθετική εξωτερική πολιτική, σε μακροχρόνιους πολέμους και στην κατάκτηση αχανών κινεζικών εδαφών και ολόκληρων γειτονικών και απομεμακρυσμένων, από αυτήν, χωρών, για να ηττηθεί και στο τέλος, να κατακτηθεί και να καταντήσει μια αποικία της αμερικανικής υπερδύναμης.

Μόνο, που η σύγχρονη Κίνα δεν είναι και δεν έχει καμμία σχέση, με την Ιαπωνία της εποχής του Μεσοπολέμου. Δεν είναι, μόνο, το γεγονός ότι είναι μια πυρηνική δύναμη, κάτι, που η Ιαπωνία, δεν ήταν. Είναι και αυτό το γεγονός, από μόνο του, σημαντικό, αλλά δεν είναι το κύριο, διότι, αν και οι Κινέζοι ηγέτες κυβερνούν μια πυρηνική δύναμη, αυτή η δύναμη δεν είναι, ακόμη, στρατιωτική υπερδύναμη, όπως είναι η Ρωσία. Και δεν είναι στρατιωτική υπερδύναμη η Κίνα, επειδή οι Η.Π.Α. μπορούν να της καταφέρουν συντριπτικά πυρηνικά πλήγματα και να την εξουδετερώσουν, εάν οι Αμερικανοί ηγέτες αποδεχθούν την σφοδρή πιθανότητα να υποστεί η χώρα τους τα αντίποινα εκείνα, που θα μπορέσουν να της καταφέρουν οι ένοπλες δυνάμεις της Κίνας και τα οποία, παρά την όποια έκτασή τους, η οποία δεν θα είναι ασήμαντη, θα επιτρέψουν, στην αμερικανική υπερδύναμη, να συνεχίσει την παρουσία της.

Το κυριότερο είναι ότι, μέσα από μια υπόκωφη και εν εξελίξει, συμμαχία της κινεζικής ηγεσίας, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την κυβερνώσα ρωσική ελίτ, η Κίνα μπορεί να αισθάνεται, σε σημαντικό βαθμό, ασφαλής (όσο μπορεί κάποιος να είναι ασφαλής, μέσα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον, το οποίο διακρίνεται και θα συνεχίσει να διακρίνεται, από την μακροπρόθεσμη αστάθειά του, από τις, συνεχώς, αναδιατασσόμενες ισορροπίες του και από τις μεταβαλλόμενες διεθνείς συμμαχίες, που προσδιορίζονται, από τις εκτιμήσεις των συμφερόντων των διάφορων ηγεσιών), από ένα σαρωτικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, το οποίο θα μπορούσε, χωρίς καμμία προειδοποίηση να εξαφανίσει την Κίνα, από τον πλανήτη.

Ως εκ τούτου, οι ηγέτες του Πεκίνου αισθάνονται ότι μπορούν να αψηφήσουν την αμερικανική υπερδύναμη, στην περιοχή των Θαλασσών της Νότιας Κίνας και όχι, μόνο, σε αυτήν. Οι ανάγκες της κινεζικής οικονομίας, για πετρέλαιο και η απεξάρτησή της, από την τροφοδοσία της, με τον λεγόμενο "μαύρο χρυσό" των κοιτασμάτων της Μέσης Ανατολής, που στρατηγικά, σε μεγάλο βαθμό, ελέγχουν οι Αμερικανοί και η Δύση και μέσω του οποίου θέλουν να καταστήσουν υποτελή την κινεζική οικονομία και την ίδια την Κίνα, ωθούν το Πεκίνο, στην πλήρη κυριαρχία και την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της θαλάσσιας περιοχής των νησιών Σπράτλυ.

Και φυσικά, η δημιουργία, από την κινεζική ηγεσία, των επτά τεχνητών νησιών και όσων άλλων ακολουθήσουν, η κατασκευή στρατιωτικών και λιμενικών εγκαταστάσεων, οι ναυτικές βάσεις, οι αεροδιάδρομοι και η εμφάνιση σε αυτούς, στρατιωτικών αεροπλάνων και πιθανότατα (τώρα, ή/και στο μέλλον) και πυραυλικών συστημάτων, στα νησιά Σπράτλυ, όπως και στα νησιά Πάρασελ - που διεκδικούνται, από το Βιετνάμ και την Ταϊβάν, την οποία, άλλωστε, θεωρεί, ως κινεζικό έδαφος η Κίνα - αποσκοπούν, στην απρόσκοπτη και συστηματική εκμετάλλευση των μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, που βρίσκονται, στην θαλάσσια αυτή περιοχή, παρά το γεγονός ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες των Η.Π.Α. και της Δύσης, ευρισκόμενες, υπό την πλήρη καθοδήγηση της Ουάσινγκτων, αρνούνται να συμμετάσχουν, στους διαγωνισμούς, που έχει προκηρύξει το κινεζικό κράτος, για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου, στην περιοχή των νησιών Σπράτλυ.

Αυτό, που αποτελεί δεδομένο είναι ότι η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση, στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, βρίσκεται, σε πλήρη εξέλιξη. Και φυσικά, αυτή η αντιπαράθεση είναι, σφοδρότατα, πιθανό να εξελιχθεί, σε σύγκρουση, όπως μας δείχνει και η αεροναυτική περιπέτεια, της 9ης Μαΐου, με το αμερικανικό αντιτορπιλικό "William P. Lawrence".

Με δεδομένα όλα αυτά, η περιοχή της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας μπορεί να φαίνεται, ως το σύγχρονο γεωπολιτικό "μήλον της έριδος", όμως, στην πραγματικότητα, η δύναμη, που οδεύει, στο να ολοκληρώσει την κυριαρχία της, σε αυτήν, είναι η Κίνα, με μόνο αξιόλογο αντίπαλο τις Η.Π.Α., οι οποίες, όμως, στις 9 Μαΐου 2016, υπέστησαν μια πρώτη ήττα, η οποία είναι σημαντική, διότι, για πρώτη φορά, υποχρεώθηκαν να αποσύρουν ναυτική τους δύναμη, από την θαλάσσια ζώνη των 12 μιλίων, που διεκδικούν οι Κινέζοι, στην θαλάσσια περιοχή των νησιών Σπράτλυ, επειδή το αμερικανικό αντιτορπιλικό, πιέστηκε, από τρία πολεμικά πλοία και δύο μαχητικά αεροπλάνα των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων.

Εννοείται, βέβαια, ότι, για τις Η.Π.Α. και τον ευρύτερο δυτικό συνασπισμό, αυτές οι εξελίξεις, στην περιοχή της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας, καθιστούν την γεωπολιτική και την στρατηγική εικόνα των υπαρχουσών ισορροπιών, απολύτως, ζοφερή, για την πορεία της δυτικόστροφης παγκοσμιοποίησης, που - αφελώς και ανοήτως - εγκαινίασαν και προώθησαν οι αμερικανικές ελίτ, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Η κατάσταση έχει ξεφύγει, από τα χέρια των Αμερικανών και δεν μπορεί, πλέον, να συμμαζευτεί, παρά μόνο, με την, ήδη, επιχειρούμενη συρρίκνωση της, υπό αποδόμηση, ευρισκόμενης παγκοσμιοποίησης.

Η "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κίνας και η κινεζική κρατική και κομματική γραφειοκρατία, ως η σύγχρονη μορφή της κινεζικής εκδοχής του μπολσεβικισμού (οι αμερικανικές ελίτ εξακολουθούν, πάντοτε, με ένα περίεργο τρόπο, να βρίσκουν, μπροστά τους, τον Β. Ι. Λένιν, μέσα από τα αποτελέσματα των δημιουργημάτων και των έργων του), επιχειρούν να αντιστρέψουν, στην περιοχή, που βρίσκεται, υπό την εποπτεία τους, την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και να ελέγξουν μια πολύ σημαντική, μια νευραλγική οδό, για το παγκόσμιο εμπόριο, αυτή της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας. Και φαίνεται ότι οδεύουν, προς μια επιτυχή διεκπεραίωση των στρατηγικών και των τακτικών τους στόχων.

Το Πεκίνο, κατοχυρώνει τις εδαφικές του διεκδικήσεις, σε μια απομεμακρυσμένη, από τις ακτές του, θαλάσσια περιοχή και με την δημιουργία τεχνητών νησιών - όσο μικρά και αν είναι αυτά - και τα οποία σκοπεύει, προφανώς, να πολλαπλασιάσει, μπορεί, πλέον, να πραγματοποιεί συνεχείς και παρατεταμένες θαλάσσιες περιπολίες, στην περιοχή, με άγνωστους (αλλά και ύποπτους), παραπέρα, στόχους και σκοπούς, όσον αφορά, τις όμορες χώρες.  

Όπως, άλλωστε, ανακοίνωσαν, πέρυσι (τον Μάϊο του 2015), οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις, με ειδικό στρατιωτικό "white Paper", η πολεμική σύγκρουση, με τις Η.Π.Α. είναι αναπόφευκτη, εάν η αμερικανική ηγεσία δεν προσαρμοστεί, στην πραγματικότητα, που διαμορφώνεται, από την Κίνα, στα νησιά Σπράτλυ και στην περιοχή των Νότιων Κινεζικών Θαλασσών και εάν δεν εγκαταλείψει την εναντίωσή της, στις ενέργειες και τις δράσεις της κινεζικής πλευράς, αφού είναι δεδομένο ότι οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις θεωρούν, ως ζήτημα ύψιστης σημασίας και θα εντείνουν τις ενέργειές τους, για την προστασία των ανοικτών θαλασσών, που βρίσκονται, στην κινεζική επικράτεια.

Εκείνη την εποχή οι Αμερικανοί είχαν στείλει ένα βομβαρδιστικό B - 52 (με ό,τι σηματοδοτεί μια τέτοια ενέργεια) να πετάξει, πάνω από τα νησιά Σπράτλυ, αγνοώντας τις εκκλήσεις των κινεζικών αρχών να απομακρυνθεί, από την περιοχή. Με αυτή την εκφοβιστική ενέργειά τους, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προκάλεσαν αυτή την, ανωτέρω, απάντηση, η οποία συνοδεύτηκε, από την δήλωση ότι η Κίνα δεν επιθυμεί την σύγκρουση, με τις ΗΠΑ, αλλά αν ήταν να έρθει μια τέτοια σύγκρουση, η κινεζική πλευρά θα την αποδεχτεί. Ως εκ τούτου, εάν η θέση των ΗΠΑ είναι ότι η Κίνα πρέπει να παύσει τις δραστηριότητές της, τότε ένας πόλεμος είναι αναπόφευκτος στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Με την ανάπτυξη πυραύλων (σαν τους πυραύλους εδάφους - αέρος, στην νήσο Γούντι, στα νησιά Πάρασελ), ραντάρ και πολεμικών αεροσκαφών και άλλων οπλικών συστημάτων, στα νησιά Σπράτλυ, η κινεζική ηγεσία αλλάζει τις στρατιωτικές ισορροπίες και το επιχειρησιακό τοπίο, στην περιοχή της Θάλασσας της Νότιας Κίνας και φυσικά, οι κινεζικοί πύραυλοι - και όχι, μόνο, αυτοί -, αποτελούν έναν κρίσιμο και καίριο κίνδυνο, για τα αμερικανικά πολεμικά πλοία και ειδικά, για τα αεροπλανοφόρα.

Με δεδομένη την, περίπου, πλήρη αδυναμία των άλλων γειτονικών χωρών να απαντήσουν, στις δραστηριότητες των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων και να τις αντιμετωπίσουν, είναι σαφές ότι η κινεζική ηγεσία κινείται, στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να κυριαρχήσει στην ανατολική Ασία. Την οποία προσπάθεια, φυσικά, μπορεί να φέρει σε πέρας.

Στα πλαίσια αυτά, ο ισχυρισμός του Υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας ότι η ανάπτυξη των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων, στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αντιστοιχεί, στην ανάπτυξη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην Χαβάη, έρχεται, απλώς να επιβεβαιώσει τις προθέσεις και τις επιδιώξεις της κινεζικής ηγεσίας.  





Σι Τζι Πινγκ - Μάο Τσετουνγκ : Προπαγανδιστική αφίσα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. (Οι δισέγγονοι δεν ξεχνούν τον γεννήτορα)...


Με αυτόν τον τρόπο, βέβαια, αλλάζει και το παλαιό κλασικό δόγμα των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων και από εδώ και πέρα, ο ρόλος τους δεν εντοπίζεται, στην άμυνα, αλλά επεκτείνεται, στην άμυνα και στην επίθεση, σε παγκόσμιο επίπεδο, με πλήγματα ακριβείας, κατά του εχθρού, τα οποία θα έχουν, πλέον, μέση και μακρά εμβέλεια.

Με λίγα λόγια, η Κίνα ετοιμάζεται και οδηγείται, από την κομματική και κρατική ηγεσία της, να γίνει παγκόσμια στρατιωτική δύναμη.

Με ό,τι σημαίνει αυτό, για την, περιορισμένης εμβέλειας και ευρισκόμενη, στα όρια της μικρόνοιας, ασθμαίνουσα αμερικανική ελίτ, που διοικεί, την πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη, για την ομοιοπαθή Δύση και για τον πλανήτη ολόκληρο...