Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

1918 - 2014 : Η Ουκρανία στο μεταίχμιο. Μια αναδρομή στην κριτική της Rosa Luxemburg, για το ουκρανικό ζήτημα και στην ανολοκλήρωτη ουκρανική εθνογένεση, με αφορμή τις σύγχρονες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας και το περιφρονητικό "Fuck EU".



Rosa Luxemburg (5/3/1871 - 15/1/1919). Η γερμανοπολωνίδα επαναστάτρια, μέσα από την φυλακή, το 1918, τα είχε "ψάλει", στον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, για το ζήτημα της "περιοχής των συνόρων" (της "Ουκρανίας"). Και ιστορικά, είχε δίκιο. Αυτό πληρώνει, τώρα, η μετα"σοβιετική" (η μετα"συμβουλιακή") Ρωσία. Και θα το πληρώσει, πολύ ακριβά, εν όψει της επιχειρούμενης, από τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε., απόσπασης της Ουκρανίας, από κάθε ρωσική επιρροή. Αν και η αλήθεια είναι ότι η τωρινή ρωσική ελίτ, την οποία κουμαντάρει ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ηγετική του ομάδα, δεν έχει πει τον τελευταίο της λόγο, ο οποίος, δικαιωματικά, της ανήκει. Και τον οποίο, εξ ανάγκης και μόνον, θα τον πει και θα δείξει της προθέσεις της, αφού η Ουκρανία αποτελεί, ιστορικά και γεωπολιτικά, τμήμα της, του οποίου, ούτε καν η διχοτόμηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού αντιστρατεύεται, ευθέως, τα άμεσα συμφέροντα της ίδιας της Ρωσίας και της ελίτ, που την διοικεί.
 
Πολλές φορές η τροπή της Ιστορίας είναι τόσο απρόβλεπτη, που φέρνει στην επιφάνεια, γεγονότα, ανθρώπους, θεωρίες, γνώμες και απόψεις, που, στο σύνολό τους έχουν περάσει στην λήθη, αφού οι αλλεπάλληλες στρώσεις της σκόνης του χρόνου, που έχει διανυθεί, έχουν επικαλύψει όλα όσα έχουν σχέση, με αυτό το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η επαναφορά της εσωτερικής και της διεθνούς οξύτητας του λεγόμενου ουκρανικού ζητήματος, με έκανε να θυμηθώ και να χαμογελάσω, πικρά, αλλά και συγκαταβατικά, όσον αφορά τα παιχνίδια της Ιστορίας, μια παλιά ξεχασμένη κριτική, η οποία υπήρξε δριμεία και ασκήθηκε από την Ρόζα Λούξεμπουργκ, που δεν δίσταζε, υπό οιεσδήποτε περιστάσεις, να εκφράσει την γνώμη της και να απευθύνει την πιο ανελέητη, αλλά, πάντοτε, τεκμηριωμένη επίκριση, σε όσα θεωρούσε ότι έπρεπε να επικριθούν. Οι αποδέκτες αυτής της επικριτικής κριτικής ήσαν ο Λένιν, ο Τρότσκυ και οι μπολσεβίκοι, για την στάση τους στο ουκρανικό ζήτημα, μετά το οργανωμένο και σχεδιασμένο κίνημα του Οκτωβρίου του 1917, την κατάληψη της εξουσίας και τον σχηματισμό της πρώτης συμβουλιακής κυβέρνησης συνασπισμού, ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες, μιας κυβέρνησης, η οποία κατέρρευσε, με την σύναψη της λεόντιας Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ.

Σε αυτή την κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ, την οποία η πολωνογερμανίδα επαναστάτρια άσκησε, κατά την περίοδο της Ρωσικής Επανάστασης του 1917, οπότε το ουκρανικό ζήτημα γεννήθηκε, ως ένα πρακτικό πρόβλημα, προς αντιμετώπιση, ουδείς έχει κάνει αναφορά. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτό συμβαίνει επειδή όλοι - ή σχεδόν όλοι - οι αναλυτές και οι διάφοροι σχολιαστές αγνοούν την κριτική της Ρόζας, όπως, επίσης, αγνοούν και το σύνολο των γεγονότων, στα οποία αυτή αναφέρεται και τα οποία προσδιόρισαν, αμετάκλητα, το βάθρο όλων μετέπειτα εξελίξεων, καθώς και των σημερινών αντιπαραθέσεων, γύρω από την Ουκρανία, τους "Ουκρανούς", που ψάχνοντας να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους, οδηγούνται, ως προς ένα τμήμα του πληθυσμού αυτής της χώρας (η οποία είναι καθαρό δημιούργημα των μπολσεβίκων και των ταξικών αντιπαραθέσεων, που προέκυψαν, από το κίνημα του Οκτωβρίου του 1917), στο να μετατραπούν σε Ουκρανούς και τους Ρώσους.

Αυτή την αναφορά, στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και στην κριτική της, στους μπολσεβίκους, για τους παιδαριώδεις χειρισμούς τους, στο ουκρανικό ζήτημα, που καταταλαιπωρούν τους πληθυσμούς της Ρωσίας και της Ουκρανίας, ακόμη και σήμερα και θα εξακολουθήσουν να τους ταλαιπωρούν και να τους ματώνουν, για πολύν καιρό, ακόμη και όταν όλοι μας δεν θα υπάρχουμε, στον κόσμο, που ζούμε, πραγματοποιώ, με το παρόν δημοσίευμα, ως έναν φόρο τιμής, σε αυτήν την τεράστια προσωπικότητα, έχοντας την πεποίθηση ότι επιτελώ ένα χρέος, στην μνήμη της και στα όσα αυτή έγραψε και τα οποία βρίσκουν, για μια, ακόμη, φορά, την δικαίωσή τους, μέσα από μια ψύχραιμη συγκριτική αποτίμηση και μέσα από μια αντικειμενική εκτίμηση των γραπτών της Ρόζας, για το ουκρανικό ζήτημα, υπό το φως των σημερινών εξελίξεων, γύρω από αυτό.

Το ζήτημα της μεθοριακής περιοχής της Ρωσίας, προς τον ευρωπαϊκό νότο και την Μαύρη Θάλασσα, που έχει έλθει αυτές τις ημέρες, στην επικαιρότητα, έχοντας λάβει τέτοιες διαστάσεις, των οποίων το μέγεθος δεν έχει, ακόμη, εκτιμηθεί, ως προς την στρατηγική τους βαθύτητα, στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο και ως προς τις απώτερες μακροπρόθεσμες στοχεύσεις των βασικών παικτών στην παγκόσμια σκακιέρα (Η.Π.Α - Ρωσία - Κίνα), δεν είναι, καθόλου, νέο, όπως φαίνεται από το παρακάτω κείμενο της αείμνηστης Ρόζας Λούξεμπουργκ, στο οποίο ασκείται μια δριμεία, αλλά δίκαιη και ιστορικά, ορθή κριτική, στην πολιτική του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και των Μπολσεβίκων, έτσι όπως αυτή εξειδικεύτηκε και εφαρμόστηκε, στον χώρο, που σήμερα αποκαλούμε Ουκρανία, αμέσως, μετά το πραξικόπημα της 25ης Οκτωβρίου 1917 και την επικράτηση τους.

Η Ουκρανία, που στα ρωσικά, σε όλες τους τις παραλλαγές, όπως και σε όλες τις ουκρανικές εκδοχές των διαλέκτων της ρωσικής γλώσσας, σημαίνει την "περιοχή των συνόρων", δηλαδή την μεθοριακή περιοχή, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα μιας τραγικής διαχείρισης ενός εθνικού και κοινωνικού ζητήματος, το οποίο, η κακή αυτή διαχείριση, από ασόβαρο και περιθωριακό, το μετέτρεψε και το κατέστησε σοβαρό και κομβικό σημείο έντασης, ανάμεσα στην Δύση και την Ρωσία, αφού, προηγουμένως, τραυμάτισε, βαθύτατα, την ενότητα του ρωσικού έθνους, οδηγώντας ένα ευάριθμο τμήμα του, στην διάσπαση και στην, μέχρι τώρα, ανολοκλήρωτη εθνογένεση, κάτω από την θολή ομπρέλλα ενός "ουκρανικού έθνους", το οποίο, ιστορικά, δεν υπήρξε, μέχρι τα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Όμως, σε αυτό το ανύπαρκτο, έως τότε, "ουκρανικό έθνος", του οποίου η κατασκευή άρχισε, τότε να οικοδομείται και του οποίου η εθνογένεση βρίσκεται, εν εξελίξει, ουδείς μπορεί, αβασάνιστα, να του αρνηθεί την προσπάθεια της συγκρότησής του, μέσα από αυτή την συντελούμενη και εξελισσόμενη εθνογένεση.

Ας δούμε, όμως, την προϊστορία και την έναρξη αυτής της διαδικασίας, έτσι όπως την παρουσιάζει, με την γνωστή εμβριθή αναλυτική της δεινότητα και με την, χωρίς περιστροφές, αμεσότητα του λόγου της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ :

"Οι Μπολσεβίκοι είναι, εν μέρει, υπεύθυνοι, για το γεγονός ότι η στρατιωτική ήττα, μετασχηματίστηκε, σε κατάρρευση και διάσπαση της Ρωσίας. Επιπλέον, οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι όξυναν, σε μεγάλο βαθμό, τις αντικειμενικές δυσκολίες αυτής της κατάστασης, με ένα σύνθημα, το οποίο τοποθέτησαν, στο προσκήνιο της πολιτικής τους: Το επιλεγόμενο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών - ή κάτι που, ουσιαστικά, ενυπήρχε, σε αυτό το σύνθημα - την διάσπαση της Ρωσίας.

Η φόρμουλα του δικαιώματος των διαφόρων εθνοτήτων της ρωσικής αυτοκρατορίας να καθορίσουν την μοίρα τους, ανεξάρτητα, "ακόμη και μέχρι του σημείου να έχουν το δικαίωμα της κυβερνητικής αυτονομίας, από την Ρωσία", διακηρύχθηκε και πάλι, με δογματικό πείσμα, ως μια ειδική πολεμική ιαχή του Λένιν και των συντρόφων του, κατά την αντίθεσή τους, με τον ιμπεριαλισμό του Μιλιούκωφ και του Κερένσκυ. Αποτελούσε, επίσης, τον άξονα της εσωτερικής πολιτικής τους, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και ολόκληρη την πλατφόρμα των Μπολσεβίκων, στο Μπρεστ Λιτοφσκ. Ήταν το μόνο, που είχαν να αντιπαραθέσουν, στην επίδειξη δύναμης του γερμανικού ιμπεριαλισμού.

Εντυπωσιάζεται κανείς, αμέσως, με την ισχυρογνωμοσύνη και την άκαμπτη συνέπεια, με την οποία ο Λένιν και οι σύντροφοί του έμειναν πιστοί, σε αυτό το σύνθημα, ένα σύνθημα, που έρχεται, σε έντονη αντίφαση, με τον, κατά τα άλλα, εκφρασμένο συγκεντρωτισμό τους, στην πολιτική, καθώς και με την στάση, που υιοθέτησαν, απέναντι σε άλλες δημοκρατικές αρχές. Ενώ έδειξαν μια πολύ ψυχρή περιφρόνηση, για την Συντακτική Συνέλευση, το καθολικό δικαίωμα ψήφου, την ελευθερία του τύπου και του συνέρχεσθαι, με λίγα λόγια, για όλον τον μηχανισμό των βασικών δημοκρατικών ελευθεριών του λαού, που, στο σύνολό τους, αποτελούν το "δικαίωμα της αυτοδιάθεσης", μέσα στην Ρωσία, χειρίστηκαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, ως ένα κόσμημα της δημοκρατικής πολιτικής, για χάρη του οποίου πρέπει να σιγήσουν όλα τα πρακτικά μελήματα της πραγματικής κριτικής. Αν και δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να ενοχληθεί καθόλου από την εκλογική διαδικασία, για την Συντακτική Συνέλευση της Ρωσίας, μια εκλογική διαδικασία βασισμένη, στην πιο δημοκρατική ψηφοφορία, στον κόσμο, που πραγματοποιήθηκε, μέσα στα πλαίσια της πλήρους ελευθερίας μιας λαϊκής δημοκρατίας και ενώ, απλώς, κήρυξαν αυτήν την εκλογική διαδικασία άκυρη, με βάση μια πολύ νηφάλια αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της, παρ' όλ' αυτά, υπεράσπισαν την "λαϊκή ψήφο" των ξένων εθνοτήτων της Ρωσίας, όταν αυτές ερωτήθηκαν, σε ποιά χώρα ήθελαν να ανήκουν, ως κάτι που διασφάλιζε κάθε ελευθερία και δημοκρατία, ως την ανόθευτη ουσία της θέλησης των λαών και τελικό γνώμονα, στα θέματα της πολιτικής μοίρας των εθνών.....

Ενώ ο Λένιν και οι σύντροφοί του, προφανώς, περίμεναν ότι, ως υπερασπιστές της εθνικής ελευθερίας, ακόμη και μέχρι του σημείου της αυτονομίας, θα μετέτρεπαν την Φινλανδία, την Ουκρανία, την Πολωνία, την Λιθουανία, τις Βαλτικές χώρες, του Καυκάσου κλπ, σε πιστούς συμμάχους της Ρωσικής Επανάστασης, είδαμε να συμβαίνει, ακριβώς, το αντίθετο. Το ένα μετά το άλλο, αυτά τα "έθνη" χρησιμοποίησαν την νεοπαραχωρημένη ελευθερία τους, για να συμμαχήσουν, με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, κατά της Ρωσικής Επανάστασης, ως θανάσιμοι εχθροί της και υπό την γερμανική προστασία, να μεταφέρουν την σημαία της αντεπανάστασης, μέσα στην ίδια την Ρωσία. Το μικρό παιχνίδι με την Ουκρανία, στο Μπρεστ, που προκάλεσε μια αποφασιστική τροπή των διαπραγματεύσεων και δημιούργησε όλη την εσωτερική και εξωτερική πολιτική κατάσταση, που επικρατεί αυτή την στιγμή, για τους Μπολσεβίκους, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η συμπεριφορά της Φινλαδίας, της Πολωνίας, της Λιθουανίας, των Βαλτικών χωρών, των λαών του Καυκάσου, δείχνει, πολύ πειστικά, ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια εξαιρετική περίπτωση, αλλά με ένα τυπικό φαινόμενο.

Οπωσδήποτε, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν πραγματικά, ο "λαός", εκείνος, που επιδόθηκε, σε αυτές τις αντιδραστικές πολιτικές, αλλά, μόνο, η αστική και μικροαστική τάξη, η οποία - σε αντίθεση με τις προλεταριακές μάζες - διαστρέβλωσε το εθνικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το μετέτρεψε, σε ένα όργανο της αντεπαναστατικής πολιτικής τους. Όμως - και εδώ φθάνουμε στην καρδιά του θέματος -, εδώ, ακριβώς, έγκειται ο ουτοπικός μικροαστικός χαρακτήρας αυτού του εθνικιστικού συνθήματος : Ότι στην μέση της σκληρής πραγματικότητας της ταξικής κοινωνίας και όταν οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, στο έπακρο, το σύνθημα αυτό, απλώς, μετατρέπεται, σε ένα μέσο κυριαρχίας της αστικής τάξης. Οι Μπολσεβίκοι θα μάθαιναν, προς μεγάλη βλάβη των ιδίων και της Επανάστασης, ότι, υπό την κυριαρχία του καπιταλισμού, δεν υπάρχει αυτοδιάθεση των λαών, ότι, σε μια ταξική κοινωνία, κάθε τάξη του έθνους προσπαθεί να "αυτοδιατεθεί", με διαφορετικό τρόπο και ότι, για τις αστικές τάξεις, η εθνική ελευθερία υποτάσσεται, πλήρως, στην ταξική κυριαρχία. Η φινλανδική μπουρζουαζία, όπως και η ουκρανική, προτίμησαν, ομόφωνα, την βίαιη κυριαρχία της Γερμανίας, από την εθνική ελευθερία, αν η δεύτερη συνδεόταν, με τον Μπολσεβικισμό.

Η ελπίδα ότι αυτές οι υπαρκτές ταξικές σχέσεις θα μετασχηματίζονταν, με κάποιον τρόπο, στο αντίθετό τους και θα εξασφαλιζόταν, έτσι, μια πλειοψηφική ψήφος ένωσης, με την Ρωσική Επανάσταση, που θα στηριζόταν στις επαναστατικές μάζες - αν ήταν, όντως, αυτός ο σκοπός του Λένιν και του Τρότσκυ -, αντιπροσώπευε έναν ακατανόητο βαθμό αισιοδοξίας. Και αν ο σκοπός τους ήταν, απλώς, να κάνουν έναν εντυπωσιακό τακτικό ελιγμό, στην μονομαχία, με την γερμανική πολιτική της δύναμης, τότε αντιπροσώπευε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με την φωτιά.....

Το γεγονός και μόνο ότι μπήκε ο θέμα των εθνικών βλέψεων και τάσεων, προς την αυτονομία, στην μέση της επαναστατικής πάλης και μάλιστα, προωθήθηκε, στο προσκήνιο, ως αποτέλεσμα της ειρήνης του Μπρεστ (Λιτόφσκ), προκάλεσε την μεγαλύτερη σύγχυση, στις σοσιαλιστικές τάξεις και ουσιαστικά, κατέστρεψε την θέση του προλεταριάτου, στις μεθοριακές χώρες.

Στην Φινλανδία, όσο το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πολεμούσε, ως μέρος της κλειστής ρωσικής πεαναστατικής φάλαγγας, διέθετε μια κυρίαρχη θέση δύναμης : Είχε την πλειοψηφία, στο φινλανδικό κοινοβούλιο και στον στρατό, είχε υποβαθμίσει την αστική τάξη της Φινλανδίας, σε μια θέση ολοκληρωτικής αδυναμίας και ήταν κυρίαρχο της κατάστασης, μέσα στα σύνορά του.

Ή πάρτε την Ουκρανία. Στην αρχή του αιώνα, πριν επινοηθεί η ανοησία του "ουκρανικού εθνικισμού" ... και το χόμπυ του Λένιν, για μια "ανεξάρτητη Ουκρανία", η χώρα ήταν το προπύργιο του ρωσικού επαναστατικού κινήματος. Από εκεί, από το Ροστόφ, από την Οδησσό, από την περιοχή του Ντόνετς, ξεχύθηκαν τα πρώτα ποτάμια λάβας της επανάστασης (ήδη, από το 1902 - 1904), που μετέτρεψαν όλη την νότια Ρωσία, σε μια θάλασσα φωτιάς, προετοιμάζοντας, έτσι, την εξέγερση του 1905. Το ίδιο επαναλήφθηκε, στην τωρινή επανάσταση, στην οποία το προλεταριάτο της νότιας Ρωσίας παρείχε τα επίλεκτα στρατεύματα της επαναστατικής φάλαγγας. Η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής ήσαν το 1905, οι πιο ισχυρές και αξιόπιστες εστίες της επανάστασης και σε αυτές, το σοσιαλιστικό προλεταριάτο έπαιξε έναν  εξέχοντα ρόλο.

Πώς γίνεται, λοιπόν, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, να θριαμβεύει, ξαφνικά, η αντεπανάσταση; Το εθνικιστικό κίνημα, επειδή απέσπασε το προλεταριάτο, από την Ρωσία, το εξάρθρωσε και το παρέδωσε στα χέρια της μπουρζουαζίας των μεθοριακών χωρών..........

.... οι Μπολσεβίκοι, με την κούφια εθνικιστική φρασεολογία τους, για το "δικαίωμα αυτοδιάθεσης, μέχρι σημείου αυτονομίας" ... εφοδίασαν την μπουρζουαζία, σε όλες τις μεθοριακές χώρες, με την καλύτερη την πιο επιθυμητή πρόφαση, την ίδια την σημαία των αντεπαναστατικών προσπαθειών. Αντί να προειδοποιήσουν το προλεταριάτο των μεθοριακών χωρών, ενάντια σε όλες τις μορφές αυτονομισμού, χαρακτηρίζοντάς τες αστικές παγίδες, δεν έκαναν τίποτε άλλο, από το να προκαλέσουν σύγχυση στις μάζες, σε όλες τις μεθοριακές χώρες, με το σύνθημά τους και να τις παραδώσουν, στην δημαγωγία των αστικών τάξεων. Με αυτό το εθνικιστικό αίτημα, προκάλεσαν την διάσπαση της Ρωσίας και έβαλαν, στο χέρι του εχθρού, το μαχαίρι, που θα έμπηγε, στην καρδιά της Ρωσικής Επανάστασης.

Οπωσδήποτε, χωρίς την βοήθεια του γερμανικού ιμπεριαλισμού, χωρίς "τα γερμανικά τουφέκια, στα γερμανικά χέρια", όπως το έθεσε η "Neues Zeit", του Κάουτσκυ, οι Λουμπίνσκι και οι άλλοι αχρείοι της Ουκρανίας, οι Έριχ και οι Μάνερχαϊμ της Φινλανδίας και οι βαρώνοι της Βαλτικής, δεν θα είχαν επιβληθεί, ποτέ, στις σοσιαλιστικές μάζες των εργατών, στις αντίστοιχες χώρες τους. Όμως, ο εθνικός αυτονομισμός ήταν ο δούρειος ίππος, μέσα στον οποίο οι Γερμανοί "σύντροφοι", με τις μπαγιονέτες, στα χέρια, έκαναν την είσοδό τους, σε όλες αυτές τις χώρες. Οι πραγματικές ταξικές αντιπαλότητες και οι σχέσεις της στρατιωτικής δύναμης επέφεραν την γερμανική παρέμβαση. Αλλά, οι Μπολσεβίκοι παρείχαν την ιδεολογία, που έκρυψε αυτήν την εκστρατεία της αντεπανάστασης. Αυτοί δυνάμωσαν την θέση της μπουρζουαζίας και εξασθένισαν εκείνη του προλεταριάτου.

Η καλύτερη απόδειξη είναι η Ουκρανία, που θα έπαιζε έναν τόσο τρομερό ρόλο, στην μοίρα της Ρωσικής Επανάστασης. Ο ουκρανικός εθνικισμός, στην Ρωσία, ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, από τον τσεχικό, ή τον πολωνικό, ή τον φινλανδικό εθνικισμό, για παράδειγμα, γιατί ο πρώτος ήταν ένα καπρίτσιο, μια ανοησία μερικών δεκάδων μικροαστών διανοουμένων, χωρίς τις παραμικρές ρίζες, στις οικονομικές, πολιτικές, ή ψυχολογικές σχέσεις της χώρας, που δεν είχε καμμιά ιστορική παράδοση, αφού η Ουκρανία δεν σχημάτισε, ποτέ, έθνος, ή κυβέρνηση και δεν είχε καμμία εθνική κουλτούρα, πέρα από τα αντιδραστικο-ρομαντικά ποιήματα του Σεβτσένκο. Είναι, ακριβώς, λες και μιά ωραία πρωΐα, οι κάτοικοι του Βασερκάντε να θελήσουν να ιδρύσουν ένα νέο Κάτω-Σαξονικό έθνος, με δική του κυβέρνηση! Και αυτή η γελοία πόζα μερικών φοιτητών και καθηγητών πανεπιστημίου διογκώθηκε, σε πολιτική δύναμη, από τον Λένιν και τους συντρόφους του, μέσα από την δογματική τους αγκιτάτσια, για το "δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, συμπεριλαμβανομένου κλπ". Έτσι, έδωσαν τόση σπουδαιότητα, σε κάτι, που, αρχικά, ήταν μια φάρσα, ώστε αυτή η φάρσα έγινε ένα, θανάσιμα, σοβαρό θέμα - όχι με την μορφή ενός σοβαρού εθνικού κινήματος, για το οποίο, τόσο πριν, όσο και μετά, δεν υπάρχουν, καθόλου, ρίζες, αλλά, με την μορφή μιας ενιαίας σημαίας συσπείρωσης, για την αντεπανάσταση! Στο Μπρεστ (Λιτόφσκ), μέσα από αυτό το κλούβιο αυγό, βγήκαν, ύπουλα, οι γερμανικές μπαγιονέτες.

Υπάρχουν φορές, που τέτοιες φράσεις έχουν ένα πολύ πραγματικό νόημα, στην ιστορία των ταξικών αγώνων. Ήταν η άτυχη μοίρα του σοσιαλισμού, σε αυτόν τον Παγκόσμιο Πόλεμο, να δώσει τα ιδεολογικά παραπετάσματα, για την αντεπαναστατική πολιτική. Με το ξέσπασμα του πολέμου, η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία έσπευσε να στολίσει την αρπακτική πολιτική του γερμανικού ιμπεριαλισμού, με μια ιδεολογική ασπίδα, από την αποθήκη αχρήστων του Μαρξισμού, δηλώνοντας ότι πρόκειται για μια απεπευθερωτική αποστολή, κατά του ρωσικού τσαρισμού, σαν αυτή, που λαχταρούσαν να δουν οι παλιοί μας δάσκαλοι (ο Μαρξ και ο Ένγκελς). Και ήταν η μοίρα των Μπολσεβίκων, οι οποίοι ήσαν το άκρο αντίθετο των κυβερνητικών σοσιαλιστών μας, να τροφοδοτήσουν τον μύλο της αντεπανάστασης, με τις φράσεις τους, για την αυτοδιάθεση των λαών, παρέχοντας, με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο την ιδεολογία, για τον στραγγαλισμό της ίδιας της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά, ακόμη και τα σχέδια, για τον κατευνασμό της κρίσης, που προκλήθηκε, από τον Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έχουμε κάθε λόγο να εξετάζουμε, πολύ προσεκτικά, την πολιτική των Μπολσεβίκων, από αυτή την άποψη. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, σε συνδυασμό, με την Κοινωνία των Εθνών και τον αφοπλισμό, ελέω του προέδρου Ουΐλσον, αποτελεί την πολεμική ιαχή, κάτω από την οποία θα διευθετηθεί η επερχόμενη αναμέτρηση του διεθνούς σοσιαλισμού, με την μπουρζουαζία. Είναι φανερό ότι οι φράσεις, που αφορούν την αυτοδιάθεση των λαών και το όλο εθνικιστικό κίνημα, που, αυτή την στιγμή, αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, για τον διεθνή σοσιαλισμό, ενισχύθηκαν, εξαιρετικά, από την Ρωσική Επανάσταση και τις διαπραγματεύσεις του Μπρεστ (Λιτόφσκ). Θα πρέπει να εξετάσουμε αυτήν την πλατφόρμα, διεξοδικά. Η τραγική μοίρα αυτών των φράσεων, στην Ρωσική Επανάσταση, πάνω στα αγκάθια των οποίων θα μάτωναν οι Μπολσεβίκοι, πρέπει να χρησιμεύσει, ως προειδοποίηση και μάθημα, στο διεθνές προλεταριάτο.

Και μετά από αυτό, ακολούθησε η δικτατορία της Γερμανίας, στο διάστημα, από την Συνθήκη του Μπρεστ (Λιτόφσκ), μέχρι την "συμπληρωματική Συνθήκη". Οι διακόσιες εξιλαστήριες θυσίες, στην Μόσχα. Από αυτή την κατάσταση,  προήλθε ο τρόμος και η καταπίεση της δημοκρατίας." 

Rosa Luxemburg : "Η Ρωσική Επανάσταση" (Κεφάλαιο 3 : Το ζήτημα των εθνοτήτων). Οκτώβριος 1918.


Το παραπάνω κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που το έγραψε το 1918, μέσα στην φυλακή, ένα κείμενο ξεχασμένο και το οποίο θεωρήθηκε, κατά τις δεκαετίες, που πέρασαν, από τότε, ως ένα "δογματικό" και "εσφαλένο" κείμενο, ως προϊόν μιας προσωπικής ιδιοτροπίας της επαναστάτριας, ή ως προϊόν της "κακής πληροφόρησης", που είχε, λόγω της φυλάκισής της, είναι, περισσότερο, από ποτέ, επίκαιρο, είναι, άκρως, κατατοπιστικό, για την Ιστορία και την κατάσταση των πληθυσμών της Ουκρανίας, εκείνη την εποχή και αποτελεί πολύτιμο βοήθημα, για την κατανόηση του σήμερα, καθώς και για το τί πήγε στραβά, με αποτέλεσμα η ιστορική αλληλουχία των γεγονότων να οδηγήσει, στην σημερινή εξέλιξη, δημιουργώντας, μέσα από την σώρευση των γεγονότων, μια ιστορική αλύσσωση, η οποία κατέστησε υπαρκτό το ανύπαρκτο, σοβαρό το ασόβαρο και κυρίαρχο το περιθωριακό.

Η Ρόζα δεν ήταν ανήξερη. Γνώριζε, πολύ καλά, για πιό πράγμα μιλάει. Είχε άμεση γνώση και αντίληψη, για τους ανθρώπους αυτής της περιοχής, που ονομάστηκε Ουκρανία. Και φυσικά, η κριτική της, για τα πεπραγμένα των μπολσεβίκων, ήταν στέρεη. Βέβαια, αυτήν την κριτική - όπως και το σύνολο των απόψεών της, για τα γεγονότα στην Ρωσία, μετά το πραξικόπημα των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917 - δεν πρόλαβε η Λούξεμπουργκ να την ξαναδεί. Ούτε αυτήν την, επί μέρους, κριτική, για το ουκρανικό ζήτημα και το ζήτημα των εθνοτήτων, ούτε το σύνολο των αμείλικτων θέσεών της, για όσα συνέβησαν στην, τότε, οικοδομούμενη "Ε.Σ.Σ.Δ.". Τον Ιανουάριο του 1919, θα εκτελεστεί, από μια ακροδεξιά παραστρατιωτική ομάδα, αλλά, ακόμη και αυτά, που άφησε πίσω της, είναι αρκετά. 

Τα χειρόγραφα, που περιέχουν το παραπάνω απόσπασμα, βρέθηκαν, μετά την δολοφονία της, όπως τα είχε γράψει, στις φυλακές του Μπρεσλάου. Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι κομμουνιστές προσπάθησαν να τα καταστρέψουν, αλλά ο Πάουλ Λέβι κατάφερε να τα διασώσει και να τα δημοσιεύσει, στα τέλη του 1921.

Από την άνοιξη του 1918, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, είχε γνωστοποιήσει την πρόθεση της να δημοσιεύσει, μια σειρά από κριτικά άρθρα για την προλεταριακή εξέγεση, στην Ρωσία, για τα έργα, την συνθηματολογία, την τακτική και την γραφειοκρατική εκτροπή της εξουσίας των μπολσεβίκων. Οι γερμανοί σπαρτακιστές, με την αντίληψη ότι τα άρθρα αυτά θα μπορούσαν να βλάψουν την επαναστατική διαδικασία, στην Ρωσία, αλλά και στην Γερμανία, παρακάλεσαν, μέσω του Πάουλ Λέβι, την Λούξεμπουργκ να μην προβεί σε μια τέτοια σειρά δημοσιεύσεων, ζητώντας να την αναβάλει, για αργότερα, όταν οι καιροί θα ήσαν καλύτεροι. Η Ρόζα δεν επέμεινε και αποφάσισε να επεξεργαστεί, ευρύτερα και λεπτομερέστερα, το θέμα. Έτσι, προέκυψε αυτό το ανεκτίμητο δοκίμιό της, για την ρωσική επανάσταση, το οποίο αποδεικνύεται, ιστορικά, βάσιμο και διορατικό, αναδεικνύοντας και την απίστευτα μεγάλη διεισδυτική και αναλυτική ικανότητα της γερμανίδας επαναστάτριας. 



Το κείμενο της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ (3/3/1918), η οποία σηματοδότησε τον επαναπροσδιορισμό της πορείας του κοινωνικοαπελευθερωτικού συμβουλιακού εργατοαγροτικού πειράματος στην επαναστατική Ρωσία, από το άλμα προς μια ελευθεριακή κοινωνία, στον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό ολοκληρωτισμό...



(Εδώ πρέπει να κάνω κάποιες επεξηγήσεις. Η "συμπληρωματική συνθήκη", στην οποία αναφέρεται η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο κείμενό της, αναφέρεται στην υπογραφή, έξι μήνες, μετά την Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ, ενός παραρτήματος της Συνθήκης αυτής. Η αναφορά της, στις διακόσιες εξιλαστήριες θυσίες, έχει γίνει για τις εκτελέσεις των μελών του κόμματος των Σοσιαλεπαναστατών, που σκότωσαν τον Γερμανό πρέσβη στην Μόσχα κόμη Μίρμπαχ. Οι Ρώσοι Σοσιαλεπαναστάτες, που συμμετείχαν, όπως είπαμε, μαζύ με τους μπολσεβίκους, στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού των εργατοαγροτικών συμβουλίων στην Ρωσία, διαφώνησαν, με την σύναψη Συνθήκης Ειρήνης, με την Γερμανία και αποχώρησαν από την κυβέρνηση, για να προσπαθήσουν, στην συνέχεια, να αποτρέψουν την υπογραφή και την εφαρμογή της, με διάφορους τρόπους, ανάμεσα στους οποίους ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, από την Φανή Καπλάν, καθώς και άλλων στελεχών του μπολσεβίκικου κόμματος, όπως, επίσης και η δολοφονία του Γερμανού πρέσβη, στην Μόσχα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν τραγικό και εν πολλοίς, αναπότρεπτο. Από αυτό το χρονικό σημείο και πέρα - Μάρτιος 1918 - η κυβέρνηση των συμβουλίων, μετατράπηκε, σε μονοκομματική κυβέρνηση των μπολσεβίκων, για να εξελιχθεί, σε μια τυπική σοβιετική κυβέρνηση, με την τρέχουσα έννοιά της. Ο δρόμος προς την μπολσεβικική αυταρχία και τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ήταν, πλέον, ανοικτός, γεγονός, το οποίο η Ρόζα διείδε και το κατήγγειλε, χωρίς περιστροφές. Και οι μπολσεβίκοι τον δρόμο αυτόν τον διήνυσαν, πλήρως. Όταν, πια, η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν απούσα)...
 


Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν (22/4/1870 - 21/1/1924). Ο αταλάντευτος στους στόχους του, ηγέτης των μπολσεβίκων, ακόμη και όταν αυτοί επαναπροσανατολίζονταν και άλλαζαν κατεύθυνση, τα έκανε σαλάτα, με το ουκρανικό ζήτημα - και όχι μόνο... 



Η σαρωτική κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ, για την άκριτη υποστήριξη, από τους Λένιν και Τρότσκυ, του συνθήματος για την αυτοδιάθεση των λαών, μια υποστήριξη - η οποία ξεκίνησε, ως προϊόν του ιδεολογικού δογματισμού των μπολσεβίκων, της καχυποψίας τους, απέναντι στο μεγαλορωσικό έθνος, που ήταν κυρίαρχο, μέσα στον χώρο της καταρρέουσας αυτοκρατορίας και ενός τακτικισμού, απέναντι, στην Γερμανία του Κάϊζερ, καθώς και απέναντι στις παλιές κυρίαρχες τάξεις των διαφόρων εθνοτήτων, που ζούσαν, μέσα στην εδαφική περιοχή του παλαιού καθεστώτος, στην περίπτωση της επιλεγόμενης Ουκρανίας -, που έφθασε και ξεπέρασε τα όρια της ιδεοληψίας, αφού, στην περιοχή αυτή, που ομιλούντο διάφορες διάλεκτοι και παραλλαγές της ρωσικής γλώσσας, δεν υπήρχαν "Ουκρανοί", ως χωριστή εθνότητα. Υπήρχαν Ρώσοι, που μιλούσαν διάφορες διαλέκτους της ρωσικής και μειοψηφικές εθνότητες (Πολωνοί, Γερμανοί, Βούλγαροι, ακόμη και Έλληνες της Κριμαίας και των γύρω περιοχών, καθώς και άλλοι), που μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες. 

Όμως, ο λενινιστικός δογματισμός και ο ανελέητος ταξικός πόλεμος, που ξέσπασε, ανάμεσα στην διαπλασσόμενη νεοπαγή "σοβιετική" γραφειοκρατία - η οποία, για να ανέλθει στην εξουσία, στηρίχθηκε, στο προλεταριάτο - και στις παλιές κυρίαρχες τάξεις, που ηττήθηκαν (μαζύ με το προλεταριάτο), μέσα από την εξέλιξη αυτού του ταξικού πολέμου και στα γεγονότα, που ακολούθησαν, μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και το μπολσεβίκικο κίνημα του Οκτωβρίου του ίδιου έτους, οδήγησαν - μεταξύ των πολλών άλλων - και στην έναρξη της διαδικασίας μιας νέας εθνογένεσης. Της γέννησης του ουκρανικού έθνους, η οποία, αν και ακόμη, δεν έχει ολοκληρωθεί, συνεχίζει τον δρόμο της και τώρα, βρίσκεται, σε μια νέα κρίσιμη καμπή, η οποία, προφανώς, θα είναι και καθοριστική, αφού η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας υποστηρίζεται, αναφανδόν, από την Δύση.

Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν, ενώ, παράλληλα, η μετασοβιετική Ρωσία βρίσκεται, πάντα, εκεί και φυσικά, θα δώσει την δική της απάντηση, η οποία θα είναι σκληρή, στον βαθμό που η σημερινή Ρωσία δεν μπορεί, με βάση τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα, να ανεχθεί, ούτε καν τον διαμελισμό της Ουκρανίας και θα κινηθεί, στρατιωτικά, κατά του coup d' etat, που επιχείρησαν οι Δυτικοί - αν και φυσικά, δεν είμαι εγώ εκείνος που θα υποδείξει το ποιά είναι τα συμφέροντα της ρωσικής ελίτ, η οποία ξέρει, πολύ καλά, το τί διακυβεύεται, σήμερα, στην Ουκρανία, καθώς και το ποιοί είναι οι κίνδυνοι, από την στροφή της γειτονικής της χώρας, προς την Δύση. Ακόμη και αν πρόκειται, για ένα κάποιο τμήμα της - μικρότερο, ή μεγαλύτερο. 


Η ουκρανική εθνογένεση, βέβαια, μπορεί να μην έχει, ακόμη, ολοκληρωθεί, αλλά, έχει προχωρήσει, σημαντικά και καθίσταται, ως ιστορικό δημιούργημα και κοινωνικό φαινόμενο, ορατή, μετά την ανακήρυξη του πρώτου ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους, το 1991, που ήλθε ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της "Ε.Σ.Σ.Δ.", αλλά και ύστερα από τα τελευταία γεγονότα, με την ουσιαστική ανατροπή του προέδρου Βίκτορ Γιανούκοβιτς, ο οποίος είναι ο εκφραστής του ρωσόφιλου τμήματος του πληθυσμού και την προσωρινή επικράτηση των αποκαλούμενων φιλοδυτικών, ύστερα από μια λαϊκή εξέγερση, την κλιμάκωση της οποίας παρακολουθούμε, ουσιαστικά, από τον περασμένο Νοέμβριο.

Αυτή η λαϊκή εξέγερση, η οποία, όμως, ουδόλως έχει πάνδημο χαρακτήρα, μέσα στον πληθυσμό της χώρας, που έχει σαν πρώτη γλώσσα του, κάποια από τις ουκρανικές διαλέκτους της ρωσικής γλώσσας και λαμβανομένων, υπόψη, των συνθηκών, που επικρατούν τους τελευταίους μήνες, στην χώρα, μπορεί να υποστηρίχθηκε, να χρηματοδοτήθηκε και να καθοδηγήθηκε, σε σημαντικό βαθμό, από τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε., με προεξάρχουσα την Γερμανία, εκφράζει, όμως, μόνον, ένα τμήμα του "ουκρανόφωνου" πληθυσμού και φυσικά, περίπου, ουδόλως εκφράζει τον ρωσικό πληθυσμό της χώρας.




"Hitler ο απελευθερωτής", αναγράφεται στο πορτραίτο, που έχει αναρτηθεί, στο Κίεβο. Οι σύγχρονοι ναζιστές, που κυριάρχησαν στους δρόμους και στην εξέγερση κατά του εκλεγμένου προέδρου Γιανουκόβιτς, δεν ξεχνούν τις ιδεολογικές τους αναφορές. Ούτε και την ιστορική διασύνδεση των προγόνων τους, με τους Γερμανούς ναζιστές εισβολείς, κατά την δεκαετία του 1940. Το να καταδικάσουμε την ωμή και απροκάλυπτη επανεμφάνιση της ναζιστικής ιδεολογίας, που κέρδισε την μάχη των οδοφραγμάτων, στο Κίεβο, όσο και αν καθίσταται αναγκαίο, είναι εύκολο. Προφανώς, είναι και βολικό, εάν μείνουμε σε αυτό. Όμως, πολύ περισσότερο αναγκαίο, κατάλληλο και χρήσιμο είναι το να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το τί συμβαίνει εκεί και να αντιληφθούμε τις αιτίες, που οδήγησαν και επέτρεψαν, σε αυτό να συμβεί. Ίσως, αυτό να ακούγεται και να φαίνεται εύκολο. Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι...



Έτσι, το εξεγερμένο τμήμα του πληθυσμού της χώρας, δεν αποτελεί την πλειοψηφία των κατοίκων της. Είναι μια μεγάλη μειοψηφία (η οποία, εύκολα, ανάλογα με τις εξελίξεις, μπορεί να γίνει πλειοψηφία), αλλά, έστω και έτσι, δεν μπορεί να αγνοηθεί, παρά το γεγονός ότι ένα μέρος του - το πιο δυναμικό, αφού αποτελείται από το νεώτερο κομμάτι αυτού του πληθυσμού -, έχει στραφεί, ιδεολογικά, προς τον ναζισμό, μιμούμενο κάποιους από τους προγόνους του πληθυσμού αυτού, οι οποίοι συμμάχησαν, με την ναζιστική Γερμανία, όταν τον Ιούνιο του 1941 ο Adolf Hitler επιτέθηκε στην "Σοβιετική Ένωση".

Όπως, φυσικά, δεν μπορούν να αγνοηθούν και οι ρωσικοί πληθυσμοί της χώρας αυτής, καθώς και οι ρωσόφιλοι κάτοικοί της, που ομιλούν την ουκρανική διάλεκτο της ρωσικής γλώσσας - ή, ορθότερα, τις ουκρανικές διαλέκτους της ρωσικής γλώσσας. Άλλωστε, οι κάτοικοι της σημερινής Ουκρανίας, η οποία είναι η κοιτίδα του ρωσικού έθνους, από την εποχή της ίδρυσης του κράτους των "Ρως του Κιέβου" και οι οποίοι μιλούσαν την ρωσική, σε όλες της τις παραλλαγές και εκδοχές, μέσα στο διάβα των αιώνων, που πέρασαν, από τον 10ο και 11ο μ.Χ. αιώνα, δεν παρουσίαζαν εσωτερικές εθνικές διαφοροποιήσεις. Η γλώσσα τους, μέσα από την εξέλιξή της, από την αρχική σλαβονική, ήταν η ρωσική, με τις τοπικές της παραλλαγές και διαλέκτους, οι οποίες διαφοροποιούν την λεγόμενη κοινή ρωσική, από την ουκρανική εκδοχή των ρωσικών (αυτή που, τώρα, αποκαλείται "ουκρανική γλώσσα"), με τον ίδιο τρόπο, που διαφοροποιούνται, π.χ. οι διάφορες εκδοχές της κρητικής, ή της ελληνικής κυπριακής διαλέκτου, από την λεγόμενη κοινή ελληνική.

Και όμως, παρά τις επισημάνσεις αυτές, παρά την κοινή εθνική πορεία των ρωσόφωνων πληθυσμών, που έζησαν, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, στον εδαφικό χώρο της σημερινής Ουκρανίας, οι πληθυσμοί αυτοί έφθασαν να βρίσκονται, στο χείλος του διαχωρισμού και του οριστικού χωρισμού. Και το ερώτημα εντοπίζεται, στο πώς και στο γιατί.

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία, σχετικά με τα γεγονότα, που αποτέλεσαν την αφορμή, για να ξεσπάσει η κρίση στην Ουκρανία.

 Από την εποχή της πτώσης της "Σοβιετικής Ένωσης" και ως κληρονομιά της, επιβιώνει, στην Ουκρανία, μια ισχυρή ολιγαρχία - φιλοευρωπαϊκή, ή αντιευρωπαϊκή -, η οποία, για πάνω, από 20 χρόνια ζει, κυριολεκτικά, πάνω στις πλάτες της κοινωνίας, την οποία αφαιμάσσει και έχει θέσει, υπό τον έλεγχό της, ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Ένα σημαντικό μέρος των σημερινών μεγάλων καπιταλιστών προέρχεται από την παλαιά γραφειοκρατία του Κ.Κ.Σ.Ε., οι οποίοι ήσαν οι διευθυντές των κρατικών εταιριών τις οποίες "αγόρασαν", αντί πινακίου φακής (στην ουσία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κρατικών εταιριών τους χαρίστηκαν, από την άθλια ηγεσία του Λεονίντ Κραβτσούκ και των διαδόχων του), γεγονός το οποίο κάνει κυρίαρχη την άποψη ότι ο πληθυσμός είναι θύμα μιας συμμορίας, η οποία αποτελείται από τα ίδια πρόσωπα και τους φυσικούς διαδόχους αυτών των προσώπων, που διοικούσαν και στο παλαιό κομμουνιστικό καθεστώς - μια αντίληψη, η οποία, βεβαίως, δεν απέχει από την πραγματικότητα.

Ακόμη, η επιρροή της Μόσχας, η οποία, παρά τις αυξομειώσεις της, παραμένει, πάντα, σημαντική, έως καθοριστική, δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος, για τον διαχωρισμό και την δημιουργία εχθροτήτων, μέσα στον πληθυσμό της χώρας, γεγονός, το οποίο, μαζύ με την κρατική πολιτική, που τις καλλιεργεί, προωθεί, εκ των πραγμάτων, το αίτημα, για την ολοκλήρωση της ουκρανικής εθνογένεσης, ενώ από την άλλη πλευρά, η μοσχοβίτικη επιρροή επιτείνει την κυριαρχία της πεποίθησης ότι το κομμουνιστικό παρελθόν είναι, πάντα, παρόν, καλλιεργώντας, σε ένα τμήμα του πληθυσμού - δηλαδή, στο ουκρανικό - την ελπίδα ότι η Ευρώπη και οι Η.Π.Α. είναι η μόνη λύση, για την χώρα.



20/2/2014 : Το αίμα ρέει στο Κίεβο. Και από ό,τι φαίνεται, παρά την προσωρινή επικράτηση των φιλοδυτικών πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες στηρίχθηκαν, με κάθε τρόπο, από την Δύση, το αίμα θα εξακολουθήσει να ρέει, ανάμεσα στα άλλα και επειδή η Ρωσία θα επανακάμψει, ακόμη και με την χρήση στρατιωτικής βίας, αφού δεν μπορεί να αφήσει την Ουκρανία, στα χέρια των Η.Π.Α. και των δυτικοευρωπαίων ουραγών της πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμης...




Έτσι, όταν ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις, ο δρόμος, για την ουκρανική ακροδεξιά και τους νοσταλγούς των ναζί, ήταν εύκολος και βατός, αφού τα ακροδεξιά κόμματα και οι οργανώσεις, τα οποία στηρίζονται στο νεανικό κομμάτι του πληθυσμού, άσκησαν έναν έντονο και συνεχή ακτιβισμό, ο οποίος έφθασε και ξεπέρασε τα όρια της ένοπλης εξέγερσης, κατά του καθεστώτος, με την βοήθεια της συνασπισμένης Δύσης, η οποία, ως κύριο στόχο, έχει τοποθετήσει, στην δική της ατζέντα, την απόσπαση, της Ουκρανίας, από κάθε ρωσική επιρροή, δουλεύοντας, σε μια παραλλαγή, το ίδιο σενάριο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε, στην Συρία, για την ανατροπή του Μπασάρ αλ Ασάντ.

Αυτό, άλλωστε, είναι και το διακύβευμα στην Ουκρανία : 

Η αποκόλληση από την Ρωσία και η στροφή στην Δύση - δηλαδή στις Η.Π.Α. και στην Ε.Ε. -, ή η ενσωμάτωση της Ουκρανίας, στην Ρωσία, η οποία ενσωμάτωση, θα μπορούσε να υποκατασταθει από την δορυφοροποίηση του ουκρανικού κράτους, στο ρωσικό. Και φυσικά, η συμφωνία σύνδεσης, με την Ε.Ε., μια συμφωνία, η οποία υπήρξε το πεδίο της εσωτερικής αντιπαράθεσης των φιλοευρωπαϊστών (και φιλοαμερικανών), με τους ρωσόφιλους, είναι ένα μέσο, ή, ορθότερα, η αφορμή, που αναδεικνύει το πραγματικό περιεχόμενο των όσων διακυβεύονται, στην τωρινή φάση του ουκρανικού ζητήματος.



Ένας σχηματικός χάρτης της Ουκρανίας, που θέλει να περιγράψει τον εθνικό διαχωρισμό της χώρας αυτής (δυτικά οι Ουκρανοί και ανατολικά οι Ρώσοι). Ο χάρτης αυτός, όσο και αν οι σχεδιαστές του επιθυμούν να περιγράψουν την πραγματικότητα, η αλήθεια είναι διαφορετική. Και οι εσωτερικές ισορροπίες, επί του εδάφους, είναι πολύ περισσότερο πολύπλοκες...



Πολλοί, βέβαια, δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι μια συμφωνία σύνδεσης, με την Ε.Ε. Μια τέτοια συμφωνία είναι, πάντοτε, μια γενικού περιεχομένου συμφωνία, με την οποία διακηρύσσεται ότι οι συμβαλλόμενες πλευρές έχουν κοινές αρχές και συνοδεύεται, κάποιες φορές, με εμπορικά προνόμια και ειδική μεταχείριση, για την συνδεδεμένη χώρα και κάποιες διευκολύνσεις κυκλοφορίας, εντός της Ε.Ε., για τους υπηκόους της χώρας αυτής.

Βέβαια, δέσμευση, για κάποια μελλοντική ένταξη, στην Ε.Ε. δεν υπάρχει - ίσως, το πολύ να υπάρξει κάποια αναφορά, ως ευχή, ή ως στόχο, η οποία αναφορά, όμως, δεν συνεπάγεται καμμία δέσμευση περί ένταξης, όπως, επίσης, δεν συνεπάγεται δέσμευση, για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο μέλλον, όπως αποδεικνύει η συμφωνία σύνδεσης της Ε.Ε., με την Τουρκία, που υπάρχει από το 1963, χωρίς να ακολουθήσει η ένταξη. Όπως, επίσης, συμφωνίες σύνδεσης, με την Ε.Ε. έχουν υπογράψει η Χιλή και το Μαρόκο, χωρίς, φυσικά, να υπάρχει προοπτική ένταξής τους, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση της Ουκρανίας, η στόχευση δεν είναι, απλώς, η σύνδεση της Ουκρανίας, με την Ε.Ε. Το πρόβλημα είναι η επιχειρούμενη, μέσω αυτής της σύνδεσης, απόσπαση της Ουκρανίας, από την ρωσική σφαίρα επιρροής.

Η Ε.Ε. είναι ένας από τους εμπόλεμους, στην ουκρανική σύγκρουση. Και φυσικά, λειτουργεί, ως ο γειτνιάζων πολεμικός βραχίονας της Δύσης, στην αμείλικτη σύγκρουσή της, με την Ρωσία και στην προσπάθεια, για την περιθωριοποίηση και την απώθηση της ρωσικής αρκούδας, έξω από τα όρια της Ευρώπης.  

Δεν πρόκειται για μια κάποια άποψη, γύρω από το πώς έχουν τα πράγματα, στην γεωπολιτική σκακιέρα. Η άποψη αυτή δεν είναι καν η γερμανική άποψη. Η Γερμανία έχει άποψη, αλλά, σπανίως, την ακολουθεί, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αποτελεί αποικία των ΗΠΑ και ακολουθεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική - με κάποιες εξαιρέσεις όταν συντονίζεται με την Γαλλία, χωρίς αυτό να αλλάζει τους βασικούς όρους του παιχνιδιού). 

Αυτά είναι τα γεγονότα. Η ΕΕ αποτελεί τον τοπικό βραχίονα του ΝΑΤΟ. Και λειτουργεί, έτσι όπως ορίζουν οι ΗΠΑ. Η όλη υπόθεση εδράζεται στην αμερικανονατοϊκή στόχευση - που είναι και στόχευση της ΕΕ - να πεταχτεί η Ρωσία, έξω από την Μαύρη Θάλασσα και την Κεντρική Ευρώπη. Ο στόχος δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί, αλλά αυτό δεν αποτρέπει τους ενδιαφερόμενους. Κάθε άλλο...

Όσον αφορά την Ρωσία, προφανώς και είναι Ευρώπη. Δεν νοείται η Ευρώπη χωρίς την Ρωσία, ούτε πολιτιστικά, ούτε ιστορικά, ούτε πολιτικά. Αλλά, η Ρωσία δεν είναι επιθυμητή στην Ευρώπη - και για να ακριβολογώ, στην ευρωπαϊκή Δύση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα υπερατλαντικά τέκνα της. Γι' αυτό και πάντοτε εθεωρείτο εχθρική δύναμη (έως ότου ήλθε η Γερμανία). Κάτι που επαναλήφθηκε, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Και το οποίο συνεχίζεται. 

Επίσης, για να είμαστε και αντικειμενικοί, πρέπει να πούμε ότι η Ρωσία, εκ των πραγμάτων και γεωστρατηγικά, δεν είναι, κυρίως, μια ευρωπαϊκή δύναμη. Πρωταρχικά, είναι μια ευρασιατική δύναμη. Ιδίως, μάλιστα, είναι μια στρατιωτική υπερδύναμη, η οποία μπορεί, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", να έχει υποβαθμιστεί, πολιτικά και οικονομικά, στον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης, έχοντας εκμηδενιστεί, ιδεολογικά, αλλά η πυρηνική της ισχύς παραμένει ακέραιη, αφού είναι η μόνη στρατιωτική δύναμη, στον κόσμο, που μπορεί να εξαφανίσει τις Η.Π.Α., από τον πλανήτη. 

Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο, ούτε το κύριο, που ανησυχεί την υπερατλαντική υπερδύναμη. Αυτό που δημιουργεί πρόβλημα, στην αμερικανική ελίτ, είναι το μακροπρόθεσμό μέλλον - το οποίο μπορεί να μην είναι και πάρα πολύ μακρινό -, έτσι, όπως αυτό το μέλλον μπορεί να προκύψει, από τις εξελίξεις, στον Ειρηνικό Ωκεανό, στον οποίο έχει, πλέον, στραφεί η προσοχή της αμερικανικής ελίτ και όπου μεταφέρεται το επίκεντρο της στρατιωτικής ισχύος των Η.Π.Α., ως αποτέλεσμα της ανάδυσης και των κλιμακούμενων προκλήσεων του κινεζικού γίγαντα, ο οποίος, εάν δεν ανασχεθεί, θα αποτελέσει, όχι πολύ μακριά, από τώρα, μια υπερδύναμη, η οποία θα αμφισβητήσει, έμπρακτα και δυναμικά, την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, όπως και συνολικά, την κυριαρχία της Δύσης.

Έτσι, οι Αμερικανοί ιθύνοντες αντιλαμβάνονται και βλέπουν, στην πράξη, ότι η ρωσική στρατιωτική ισχύς, στον χώρο της Ευρασίας, αποτελεί έναν, εν δυνάμει και εν τοις πράγμασι, θανάσιμο κίνδυνο, για τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα και για την κυριαρχία των Η.Π.Α., στην υφήλιο, αφού, μέσα από μια αντιστροφή της στρατηγικής συμμαχίας των Η.Π.Α., με την μαοϊκή Κίνα, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η οποία συμμαχία συνέτεινε στην κατάρευση της "Σοβιετικής Ένωσης", αναδύεται, σταθερά, μια νέα στρατηγική συμμαχία του ανερχόμενου ασιατικού κινεζικού γίγαντα, με την ευρασιατική Ρωσία, η οποία συμμαχία, εάν παγιωθεί, πριν ανασχεθεί, θα φέρει σε υποδεέστερη θέση τις Η.Π.Α. και την Δύση, με αποτέλεσμα η αμερικανική ελίτ να βρεθεί, στην δυσχερή θέση να υποχρεωθεί να έχει να επιλέξει, ανάμεσα, στον κατευνασμό και στην υποταγή, ή στην κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, στα όρια της στρατιωτικής σύγκρουσης. 

Και η απειλή της διαμόρφωσης ενός τέτοιου ρεαλιστικού σεναρίου, λέει πολλά, όσον αφορά τους μακροπρόθεσμους φόβους και τις επιδιώξεις της αμερικανικής ελίτ, η οποία διακατέχεται από μια κοσμοκρατορική νοοτροπία και έχει τις αντίστοιχες βλέψεις και συναφή συμφέροντα. Γι' αυτό και η αμερικανική κυβέρνηση, στην παρούσα φάση, φροντίζει, για να αποδυναμώσει την Ρωσία και να της στερήσει πολύτιμους πόρους, εδάφη και συμμάχους, στον ευρωπαϊκό χώρο, οξύνοντας την κατάσταση, στην Ουκρανία, όπως έπραξε και πράττει με την Συρία. Και όπως είχε προσπαθήσει να πράξει, στην Γεωργία, τον Αύγουστο του 2008.

Και όπως θα πράξει, στην Λευκορωσία, ακόμη και μέσα στην ίδια την Ρωσία. Όπως, επίσης και σε όλες τις άλλες γωνιές του πλανήτη.

Αυτή την ίδια απειλή είναι που συναισθάνονται και οι Ευρωπαίοι συνέταιροι των Η.Π.Α., οι οποίοι αντιλαμβάνονται, πολύ καλά, τον κίνδυνο, που αντιπροσωπεύει, για την δική τους ασφάλεια, η αναδυόμενη στρατηγική συμμαχία ανάμεσα στην Κίνα και την Ρωσία, η οποία, έτσι, παύει να είναι ο ψωραλέος και ανάπηρος γίγαντας του πρόσφατου παρελθόντος, έτσι, όπως είχε καταντήσει, μετά την κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης".

Βέβαια, οι Ευρωπαίοι  αρκούνται, στον ρόλο του πτωχού συγγενούς, αφού η δική τους ασφάλεια έχει αφεθεί, στην αμερικανική στρατιωτική δύναμη και στην παρεχόμενη, μέσω του ΝΑΤΟ, προστασία, από την αμερικανική πυρηνική ομπρέλλα και φυσικά, αντιμετωπίζονται, με αλαζονία και περιφρόνηση, από την αμερικανική ελίτ, όπως αποδεικνύει το "Fuck EU", που εκστόμισε, ασύστολα και απολύτως φυσιολογικά, η Αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ρόλος τους είναι ασήμαντος. Κάθε άλλο.

Ύστερα από όλα αυτά, γίνεται κατανοητό ότι η ρωσική απάντηση, στους αμερικανονατοϊκούς σχεδιασμούς, στο νοτιοανατολικό τμήμα της ευρωπαϊκής προέκτασης του ευρασιατικού χώρου, θα είναι τόσο άμεση και τόσο σκληρή, όσο το επιτρέπουν οι ευρύτεροι συσχετισμοί δύναμης και οι πραγματικές δυνατότητες της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Και φυσικά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι οι δυνατότητες αυτές του σύγχρονου ρωσικού κράτους, δεν είναι εκείνες της δεκαετίας του 1990, όταν στο Κρεμλίνο κυριαρχούσε η ολιγαρχία και ο, σε μια κατάσταση διαρκούς μέθης, ευρισκόμενος Μπορίς Γέλτσιν...

Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις θα είναι ενδιαφέρουσες, γοργές, όσον αφορά το ουκρανικό και άκρως, επικίνδυνες, από όποια άποψη και αν τις αντικρίσει κάποιος. Είτε τις δει βραχυπρόθεσμα, είτε μακροπρόθεσμα.

Οψόμεθα...



Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Από το φουσκωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, στο ψευδεπίγραφο "πρωτογενές πλεόνασμα" του 2013. (Ένα οδοιπορικό στις στατιστικές αλχημείες της Eurostat και στις σπαραξικάρδιες εκκλήσεις των κυβερνητικών εταίρων των Αθηνών, για βοήθεια).



2005 - 2013 : Η εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, ανά τετράμηνο, όπως προκύπτει, από το πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δείχνει το απίστευτο μέγεθος της καταστροφής, που έχει συντελεστεί, σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της χώρας, από την ηλιθιότητα του ΓΑΠ και την πλήρη ανικανότητα του οικονομικού του επιτελείου, να διαχειρισθούν το δημοσιονομικό πρόβλημα, που αντιμετώπιζε η χώρα το 2009. Μια ανικανότητα, την οποία διαδέχθηκε η σχεδιασμένη και οργανωμένη καταστροφή των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, από την συμμορία των εκτελεστικών οργάνων της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, με σκοπό την υπαγωγή της ελληνικής οικονομίας, σε καθεστώς χρεωκοπίας και στον ολέθριο "Μηχανισμό διάσωσης της ελληνικής οικονομίας", ο οποίος, στην πραγματικότητα, ήταν και είναι μηχανισμός διάσωσης της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, του ευρώ και της ζώνης του...




Όσο περνάει ο καιρός και όσο πλησιάζουν οι εκλογές του Μαΐου, γίνεται ολοένα και περισσότερο κατανοητό ότι η συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου τρώει τα ψωμιά της. Για τον λόγο αυτόν, προσπαθεί από κάπου να πιαστεί, προκειμένου να μπορέσει να κρατηθεί στα πόδια της. Ο κόπος είναι μάταιος, αλλά αυτό δεν είναι και δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να γίνει αποδεκτό από το παρόν κυβερνητικό σχήμα. Εξ ου και η ανάγκη για την εύρεση μιας σανίδας σωτηρίας, έστω και αν αυτή είναι σάπια.

Μια τέτοια σανίδα σωτηρίας, για την κυβέρνηση, φαίνεται να αποτελεί η επίτευξη του διαβόητου και ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, το οποίο οι Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος επιδιώκουν, παρουσιάζοντάς το, ως πραγματικό, να το μοιράσουν, προκειμένου να συγκρατήσουν, από την άτακτη φυγή, κάποιους ψηφοφόρους των κομμάτων τους, τα οποία παραπαίουν και πνέουν τα λοίσθια. Βέβαια, αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα, όπως είπαμε, δεν υπάρχει, αφού, στην θέση του αυτό που υπάρχει είναι ένα πρωτογενές έλλειμμα, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, αλλά αυτό δεν πτοεί τους εντόπιους μπράβους των ξένων δανειστών. Κάθε άλλο.

Παρά τα κακά μαντάτα, οι δύο συνεταίροι της χειρότερης κυβέρνησης, που γνώρισε ο τόπος, από την εποχή της τριπλής ξενικής Κατοχής, επιμένουν να παρακαλούν, φορτικά, τα αφεντικά τους να στέρξουν να υποστηρίξουν - και να χρηματοδοτήσουν - την προπαγάνδιση της ύπαρξης του ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπόλογισμό του 2013, προκειμένου να μπορέσουν να περισωθούν. Έτσι νομίζουν.

Παράλληλα, οι δύο κλόουνς της συγκυβέρνησης προσπαθούν να "εκβιάσουν" τους ξένους δανειστές, με το επιχείρημα ότι, εάν δεν στέρξουν να βοηθήσουν την παρούσα κυβέρνηση, που τους κάνει όλα τα χατήρια, τότε, στην θέση τους θα έλθει ο Τσίπρας και θα έχουν να κάνουν, με αυτόν.

Παρά τα όποια παρακάλια, τις γονυκλισίες και τις απειλές των συγκυβερνώντων εντόπιων μπράβων των δανειστών, οι ξένοι επικυρίαρχοι δεν είναι καθόλου εύκολοι. Δείχνουν να αδιαφορούν, στις εκκλήσεις των υποτακτικών τους, τους οποίους έχουν γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Άλλωστε, εν όψει των ευρωεκλογών του Μαΐου, η Angela Merkel και οι άλλοι ηγέτες της ευρωζώνης έχουν τις δικές τους προτεραιότητες και τις δικές τους εκλογικές σκοπιμότητες, αφού λογοδοτούν, σε εκλογικά ακροατήρια, τα οποία δεν διάκεινται, ευμενώς, σε οποιαδήποτε μορφή χρηματοδότησης όχι μόνο της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά ούτε και της ίδιας της χώρας μας.


Ο Βάλτερ Ραντερμάχερ της Eurostat, αφού διέλυσε, με τις αλχημείες του, την ελληνική οικονομία, πρωταγωνιστώντας, στον σχεδιασμό της καταστροφής της, κάνει τον δύσκολο, στους εκλιπαρούντες, για βοήθεια, συγκυβερνήτες των Αθηνών. Ξέρει, άλλωστε, πολύ καλά, το τι έχουν πράξει...



Έτσι οι ισχυρισμοί του Στουρνάρα και των παρατρεχάμενών του, για την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, ύψους 2 έως 4 δισ. € απορρίπτονται, ασυζητητί, από τον πασίγνωστο, για τις στατιστικές του αλχημείες, γύρω από το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, γενικό διευθυντή της Eurostat Walter Radermacher, ο οποίος, ωμά και απερίφραστα δήλωσε ότι : "Εμείς δεν υπολογίζουμε τους αριθμούς όπως θα το επιθυμούσε ο Έλληνας πρωθυπουργός Σαμαράς. Δεν υπάρχουν ακόμη ανθεκτικοί αριθμοί για το ύψος του ελλείμματος και του χρέους του 2013. Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το δ' τρίμηνο του 2013. Ετήσιος ισολογισμός βγαίνει μόνο όταν υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τα τέσσερα τρίμηνα και ότι το δ' τρίμηνο είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί στο τέλος του χρόνου, πληρώνονται φόροι και άλλες εποχιακές καταβολές. Τότε, θα δημοσιοποιήσουμε αριθμούς επί των οποίων θα μπορούμε να βασιστούμε".

Ο Βάλτερ Ραντερμάχερ ξέρει, για ποιό πράγμα μιλάει.

Οι αριθμοί που ανακοίνωσε ο Αντώνης Σαμαράς και το επιτελείο του, περί πρωτογενούς πλεονάσματος 3,9 δισ. €, είναι, παντελώς, αναξιόπιστοι και αποτελούν πολιτική προπαγάνδα. Με δεδομένη την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, η οποία θα επεκταθεί, πέραν των εκλογών του ερχόμενου Μαΐου, αφού, μετά την αναμενόμενη σαρωτική ήττα των κομμάτων της συγκυβέρνησης, θα ακολουθήσει πολιτική και κυβερνητική αστάθεια, εξ αιτίας του γεγονότος ότι, σχεδόν, αμέσως μετά τις εκλογές αυτές, θα αρχίσουν οι συζητήσεις, για την εκλογή του νέου προέδρου της χώρας, μια εκλογή, η οποία θα απαιτήσει 180 ψήφους στην Βουλή, τις οποίες η παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία δεν διαθέτει και η οποία θα δυσκολευθεί να τις βρει, με αποτέλεσμα η διενέργεια βουλευτικών εκλογών, από τον Οκτώβριο και μετά, να βρίσκεται, προ των πυλών, αφου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να συμπράξει σε εκλογή ΠτΔ, από την παρούσα Βουλή.

Με δεδομένη αυτή την δύσκολη πραγματικότητα, η συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, δεν μπορεί παρά να είναι αναγκασμένη να διοργανώσει μια γραμμή άμυνας και επιβίωσης, η οποία, υποχρεωτικά, θα στηριχθεί, στην προπαγάνδιση της ύπαρξης ενός κάποιου "πρωτογενούς πλεονάσματος", το οποίο θα πρέπει και να μοιραστεί, ή, έστω, θα πρέπει να διακηρυχθεί ότι θα μοιραστεί, προκειμένου να αποφευχθεί η κατακλυσμιαία πτώση των ποσοστών των κυβερνητικών εταίρων, ούτως ώστε να σταθεί δυνατό να επιβιώσει το τωρινό κυβερνητικό σχήμα και να βρει κάποιους νέους εταίρους, οι οποίοι να δεχθούν την στήριξή του, ούτως ώστε να μπορέσει να σχηματισθεί η απαραίτητη προεδρική πλειοψηφία των 180 ψήφων, τον Μάρτιο του 2015.

Η αλήθεια είναι ότι τίποτε δεν τους σώζει. Ό,τι και να κάνουν, τα ψωμιά τους είναι μετρημένα και ο βίος της κυβέρνησής τους βραχύς. Αυτό είναι ορατό και από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και από την γερμανική ελίτ, η οποία ετοιμάζεται, για την αλλαγή του ελληνικού πολιτικού σκηνικού και την επόμενη κυβέρνηση, η οποία θα έχει, ως μοναδικό ή κύριο εταίρο, τον ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι αυτοί είναι, σε αναμονή, για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ελπίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μια βραχυχρόνια μεταβατική λύση, η οποία θα καταρρεύσει, μέσα σε λίγους μήνες, αλλά ετοιμάζονται και για μια πιθανή μακροημέρευσή του στην εξουσία, με ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη.

Όλα αυτά προϋποθέτουν ότι οι Γερμανοί θεωρούν τους τωρινούς υποτακτικούς τους τελειωμένους και ότι δεν πρόκειται να καταβάλουν οποιαδήποτε προσπάθεια, για να τους σώσουν. Δεν είναι αλήθεια, κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονται, για μια κυβερνητική αλλαγή, που θα περιέχει τον ΣΥΡΙΖΑ, ως κύρια συνιστώσα, δεν σημαίνει ότι θα αφήσουν χωρίς καμμία βοήθεια τους τωρινoύς κυβερνήτες. Θα τους βοηθήσουν, χωρίς αυτό, όμως, να σημαίνει ότι θα χρηματοδοτήσουν και την προεκλογική εκστρατεία των Σαμαρά - Βενιζέλου, οι οποίοι επιθυμούν να μοιράσουν ένα πλεόνασμα, το οποίο είναι ανύπαρκτο.

Οι δανειστές, προφανώς, δεν ενδιαφέρονται, για την προεκλογική παρουσιάση ενός ανύπαρκτου πρωτογενούς πλεονάσματος. Μια τέτοια διακήρυξη είναι διατεθειμένοι να την δεχτούν. Ούτε και θα διαφωνήσουν, σε κάποιες προεκλογικές παροχές, που θα αποδοθούν, σε αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα". Μέσα σε λογικά πλαίσια, είναι διατεθειμένοι να δεχθούν και αυτές τις παροχές.

Στους δανειστές αρκεί το να αποσπάσουν τα κατάλληλα ανταλλάγματα, τα οποία συνίστανται, στις θεσμικές απαιτήσεις της τρόϊκας, οι οποίες είναι το σύνολο των "μεταρρυθμίσεων" στην ελληνική οικονομία, από την απελευθέρωση των αγορών, μέχρι την απελευθέρωση των απολύσεων, που βρίσκονται, σε εκκρεμότητα και οι οποίες καρκινοβατούν. Και φυσικά, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι το να μην χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν τις προεκλογικές εξαγγελίες των τωρινών συγκυβερνητών.

Για να αποφύγουν την χρηματοδότηση του προεκλογικού αγώνα των κυβερνητικών κομμάτων και για τους πιέσουν, ακόμη περισσότερο, οι δανειστές φρενάρουν τις κυβερνητικές εξαγγελίες και τους σχετικούς πανηγυρισμούς, για την ύπαρξη και την έκταση του "πρωτογενούς πλεονάσματος", που διακηρύσσουν οι κυβερνητικοί εταίροι, μέσω του Γιάννη Στουρνάρα. Και φυσικά, είναι έτοιμοι να απαιτήσουν )και να δεσμεύσουν τους εντόπιους μπράβους τους για) την επιστροφή των όποιων ποσών πρόκειται να δαπανηθούν, ως προεκλογικές παροχές.

Αυτό είναι το παιχνίδι, που παίζεται όλον αυτόν τον καιρό, με όλη αυτή την φιλολογία, για το ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα, τό οποίο, όπως είπαμε, δεν υπάρχει.

Θυμίζω, εδώ, ότι ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα ή έλλειμμα έχουμε όταν η διαφορά των κρατικών εσόδων και των κρατικών δαπανών, είναι θετική, ή αρνητική, αφού προηγουμένως, έχουν αφαιρεθεί οι υποχρεώσεις, που έχει ο κρατικός προϋπολογισμός, για την χρηματοδότηση των τρεχόντων, εντός του έτους, τοκοχρεωλυσίων του δημόσιου χρέους του, όπως, επίσης, αφαιρούνται και οι τρέχουσες αποδόσεις του χρέους, που διακρατεί, ή που επιστρέφεται. Με λίγα λόγια, το πρωτογενές αποτέλεσμα ενός προϋπολογισμού αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου μεγέθους, που έχει να κάνει με το ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (πλεόνασμα, ή έλλειμμα), που παρουσιάζει ο προϋπολογισμός αυτός. Και αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι ετήσιες τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις του κράτους, σχετίζεται με το δημόσιο χρέος της χώρας.

Για το δημόσιο έλλειμμα έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο. Και έχουμε κάνει πολλές φορές λόγο, διότι οι ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί, εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες δεν είναι πλεονασματικοί. Είναι ελλειμματικοί. Αλλά χρήσιμο είναι να ξαναπούμε, εδώ, κάποια πράγματα.

Η άμεση σχέση των δημόσιων ελλειμμάτων, με το δημόσιο χρέος, είναι περισσότερο από σαφής. Είναι σαφέστατη. Το δημόσιο χρέος είναι, πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, τα σωρευμένα δημόσια ελλείμματα των προηγουμένων ετών. Έτσι το δημόσιο έλλειμμα του 2013 ισούται με την διαφορά του δημόσιου χρέους του 2013, από το δημόσιο χρέος του 2012. Και επειδή αυτό το μέγεθος, ως ένα απλό αριθμητικό μέγεθος, δεν λέει κάτι, από μόνο του, παρά μόνο, σε σχέση με το ΑΕΠ (και ορθότερα, με τις εισπράξεις του κράτους), για τον λόγο αυτόν, η εξίσωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος περιλαμβάνει, ως αριθμητή το αποτέλεσμα της παραπάνω αφαίρεσης και ως παρονομαστή το ετήσιο ΑΕΠ της χώρας, πολλαπλασιασμένο επί το 100, προκειμένου να υπολογισθεί το επί % ποσοστό του εν λόγω αποτελέσματος.

Βέβαια, όσον αφορά την καταγραφή των εσόδων και των δαπανών, που συνθέτουν και προσδιορίζουν το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα (εδώ το δημόσιο έλλειμμα), τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο φαίνονται στην απλουστευτική μορφή της εξίσωσης που, μόλις, παρουσίασα. Κάθε άλλο. Είναι πολύ πιο σύνθετα και μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα, εάν αυτοί, χειρίζονται τα μεγέθη αυτά είναι άσχετοι, βλάκες, ή βαλτοί και επιδιώκουν να επιφέρουν αυτό που υποτίθεται ότι κλήθηκαν να αποτρέψουν (εν προκειμένω, στην ελληνική περίπτωση του 2009, την χρεωκοπία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας).

'Ετσι, στην σύνθετή της μορφή, η παραπάνω εξίσωση διαφοροποιείται, σημαντικότατα, με την εισαγωγή ενός ρυθμιστικού κονδυλίου των αποθεμάτων ροής (ή του μεγέθους σφάλματος) και στο οποίο δεν προσμετρώνται διάφορα μεγέθη, τα οποία θα μπορούσαν να προσμετρηθούν και τα οποία κάποιες φορές προσμετρώνται και κάποιες άλλες όχι. Με αυτόν τον τρόπο και με την χρήση του ειδικού αυτού κονδυλίου - και όχι μόνον με αυτό - μπορούν τα κράτη να φουσκώνουν, ή να ξεφουσκώνουν, δημόσια ελλείμματά τους (πρωτογενή, ή δημοσιονομικά) και να χειρίζονται την Στατιστική επιστήμη, όχι ως μηχανισμό, ο οποίος θα δώσει από κάποια ανεπαρκή δεδομένα, κάποια, αντικειμενικώς, επαρκή συμπεράσματα, αλλά, ως μηχανισμό, ο οποίος θα δώσει, από τα δεδομένα αυτά, ορισμένα επιθυμητά συμπεράσματα.

Είναι προφανές ότι τα στατιστικά μεγέθη μπορούν να βοηθήσουν, στην κατανόηση της πραγματικότητας και στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων, αρκεί αυτοί, που τα χειρίζονται, να ξέρουν και να μπορούν να τα επεργαστούν και να τα διαβάσουν. Πολλές φορές αυτό δεν συμβαίνει, αλλά, ακόμη και όταν συμβαίνει, άλλες είναι οι προτεραιότητες των ενδιαφερομένων - δηλαδή των κυβερνητών του τόπου, της Eurostat και των αφεντικών τους, που χρησιμοποιούν την λεγόμενη "δημιουργική λογιστική", προκειμένου να κρύψουν και να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, για να ικανοποιήσουν κάποιες συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκοπιμότητες, μετατρέποντας την στατιστική, σε ένα εργαλείο παραπλάνησης και κοροϊδίας.

Έτσι, το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ετήσια στατιστική ροή, μπορεί, εύκολα, να μειωθεί, με την παράκαμψη και την απόκρυψη κάποιων ετήσιων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, ή, με το φούσκωμα των εσόδων, ή με την διόγκωση του ΑΕΠ, στο οποίο μπορούν να ενταχθούν πολλές περίεργες δραστηριότητες, με διάφορα γκρίζα παραγωγικά και άλλα μεγέθη, ακόμη και όταν αυτά δεν αποδίδουν κάποια έσοδα, στο δημόσιο, έτσι όπως επιχείρησε να πράξει, το 2007, επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης.

Ομοίως, το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ετήσια στατιστική ροή, μπορεί, εύκολα, να διογκωθεί, αρκεί να ενταχθούν, στα χρέη της Γενικής Κυβέρνησης, μεγέθη, τα οποία, μέχρι εκείνη την στιγμή, κατά την οποία γίνεται η καταμέτρηση, δεν προσμετρώνταν. Αυτό, ακριβώς, έγινε, εκ των υστέρων, από την κυβέρνηση του ΓΑΠ, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τον Όλι Ρεν, τον Βάλτερ Ραντερμάχερ της Eurostat και τον βαλτό Ανδρέα Γεωργίου, με το δημόσιο έλλειμμα του 2009, με τελικό σκοπό, την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και την ένταξή της, στο Μνημόνιο του Μαΐου του 2010 - αν και όλα ξεκίνησαν, αμέσως, μετά τις μοιραίες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009 και την ανάληψη της διακυβέρνησης, από τον Γιώργο Παπανδρέου, ως αποτέλεσμα της απίστευτης ηλιθιότητας και της παντελούς διαχειριστικής ανικανότητας του οικονομικού επιτελείου και του ιδίου του ΓΑΠ, το οποίο επιτελείο αποτελούσαν οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Λούκα Κατσέλη και Φίλιππος Σαχινίδης, που αποφάσισαν την παρουσίαση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος, για το 2009, της τάξεως του 12,7% του ΑΕΠ, το οποίο, ψευδώς, ανακοίνωσαν και το οποίο, στην πράξη διόγκωσαν και οι ίδιοι. Ύστερα, από την απίστευτη αυτή βλακεία, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και κατέληξαν, στην οργάνωση του σκηνικού της ελληνικής χρεωκοπίας, με τελικό σκοπό, την ένταξη της Ελλάδας, στον μηχανισμό του Μνημονίου.

Ας δούμε το πως έκαναν αυτό το "κατόρθωμα", για το οποίο ο ΓΑΠ, η παρέα του, ο Όλι Ρεν, τα μεγαλοστελέχη της Eurostat, σαν τον Βάλτερ Ραντερμάχερ, όπως και ο Ανδρέας Γεωργίου, που ήλθε πακέτο, από το Δ.Ν.Τ., πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσουν.

Η μεγαλύτερη χοντράδα (που δεν ήταν η πρώτη, ούτε και η μόνη) έγινε, εκ των υστέρων, στον προϋπολογισμό του 2009, με τα χρέη 17 ΔΕΚΟ, τα οποία οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου και Ανδρέας Γεωργίου, με την καθοδήγηση της Eurostat, ενέταξαν μέσα σε μια νύχτα, στο δημόσιο χρέος της χώρας, εκτοξεύοντας, στα ύψη, το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα και το χρέος, χωρίς να εκπονηθούν οι απαραίτητες στατιστικές μελέτες και οι οποίες για να πραγματοποιηθούν, χρειαζόταν, τουλάχιστον, έξι μήνες, προκειμένου να ικανοποιηθούν τα πολύπλοκα και πολλά - τουλάχιστον 15 - κριτήρια, που θέτει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών, το περίφημο ESA, το οποίο, άλλωστε, αποτελεί προτιμώμενο σχέδιο αναφοράς και μια δέσμη πιθανών σχέδιων δράσης και όχι κάποιον υποχρεωτικό κοινοτικό κανονισμό. Και για τον λόγο αυτόν, δεν ακολουθείται από τις στατιστικές υπηρεσίες των χωρών της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, αν και έχει 19 χρόνια ζωής, αφού η εφαρμογή του είναι θέμα πολιτικής επιλογής, την οποία οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφεύγουν.

Ετσι, αρχικά, ο Ανδρέας Γεωργίου έκανε λόγο, για την ένταξη, στα δημοσιονομικά στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης, 13 ΔΕΚΟ, τις οποίες, τελικά, τις αύξησε, στις 17, για να επηρεάσει, με τον τρόπο αυτόν, αυξητικά και μάλιστα, κατά πολύ, το μέγεθος του ελλείμματος, χωρίς να προβεί, σε οποιαδήποτε αιτιολόγηση αυτής της επιλογής.

Προφανώς, η πράξη αυτή υπήρξε πολιτική επιλογή, αλλά δεν είναι καθόλου δεδομένη η ορθότητα της πράξης αυτής, ούτε και ο τρόπος, με τον οποίο έγινε, διότι είναι βέβαιο ότι δεν τηρήθηκαν τα πολύπλοκα και πολλά κριτήρια ένταξης, τα οποία θέτει ο ESA95, με πιό γνωστό, το κριτήριο του 50%, σύμφωνα με το οποίο μια επιχείρηση εντάσσεται στην Γενική Κυβέρνηση, όταν τα έσοδα από το εμπορεύσιμο προϊόν, που προσφέρει, δεν καλύπτουν, τουλάχιστον, το 50% του κόστους παραγωγής. 

Αλλά αυτό το κριτήριο δεν είναι το μόνο, αφού χρειάζεται λεπτομερής μελέτη, η οποία να πρέπει να δείξει εάν το κριτήριο αυτό ισχύει, σε βάθος χρόνου, κατά το παρελθόν, ή εάν ισχύει στον τρέχοντα χρόνο και αναμένεται να ισχύσει και στο προσεχές μέλλον.

Κάτι ανάλογο έπραξε ο Διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέας Γεωργίου, με την περίπτωση του Αττικό Μετρό, την οποία θεώρησε ζημιογόνα και ένταξε τις αποσβέσεις, που είναι εμπορική λογιστική γραφή, στο κόστος παραγωγής και ως ζημία, μέσα σε ένα έτος, προκειμένου να εντάξει τις αποσβέσεις αυτές, ως ζημιά, στις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι το Αττικό Μετρό είναι ένα πρόσφατο έργο, του οποίου οι αποσβέσεις - και οι, εν γένει, δαπάνες - δεν μπορούν να ενταχθούν στις δαπάνες μιας χρονιάς, αντί να τις επιμερίσει, στα επόμενα πολλά χρόνια.

Αυτά, όπως προανέφερα, δεν ήσαν τα μόνα, ούτε τα πρώτα. Ας δούμε και τα υπόλοιπα. Κάποια από αυτά τα έχω γράψει πριν από 4, περίπου, χρόνια, αλλά δεν βλάπτει να τα υπενθυμίσω.


 Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του ΓΑΠ, στην κρίσιμη περίοδο του Οκτωβρίου 2009 - Μαΐου 2010, υπήρξε βασικός υπαίτιος της καταστροφής, που άφησε πίσω του. Μια καταστροφή, την οποία ο πληθυσμός της χώρας θα την πληρώνει, για πολλά χρόνια, ακόμη...



Στις 19 και 20 Οκτωβρίου 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ως νέος υπουργός Οικονομικών, ανακοίνωσε, στην σύσκεψη της ECOFIN, χωρίς να απαιτείται από οιονδήποτε κανονισμό της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, την αναθεώρηση του ελληνικού δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009, υπερδιπλασιάζοντας, την πρόβλεψη, για το έλλειμμα αυτό, από το 6% του ΑΕΠ, που είχε ανακοινώσει, στις 2 Οκτωβρίου 2009, ο προηγούμενος υπουργός Οικονομικών Γιάννης Παπαθανασίου, στο 12,5% του ΑΕΠ.

Έτσι, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με έναν αυτοκτονικό τρόπο και εντελώς, έξω από καθε λογική, σε μια κρίσιμη περίοδο, για την ελληνική οικονομία, φούσκωσε την πρόβλεψη, για το δημόσιο έλλειμμα του 2009, κατά 3,8 δισ. €, αλλά και το δημόσιο έλλειμμα του 2008, αναδρομικά, κατά 2,5 δισ. €, επιμερίζοντας τα 6 δισ. €, του χρέους, που είχε συσσωρευθεί, προς τα νοσοκομεία, μεταξύ των ετών 2008 και 2009, χωρίς την έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για το ποσό αυτό - μια έγκριση, η οποία ήταν απαραίτητη, προκειμένου να κριθει ποιό μέρος αυτής της δαπάνης ήταν νόμιμο και έπρεπε να ενταχθεί, στις κρατικές δαπάνες και ποιό δεν ήταν νόμιμο και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να ενταχθεί, στις δαπάνες αυτές και στο έλλειμμα, που προέκυπτε.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εμφανιζόμενα χρέη των νοσοκομείων, προς τους ιδιώτες, για προμήθεια νοσοκομειακού υλικού έφθαναν τα 6,2 δισ. € και με δεδομένο ότι οι υπερτιμολογήσεις υπολογίζονταν στο 500% και η ετήσια αύξηση αγορών ορισμένων νοσοκομείων ήταν ίση, με ... 3000%, γίνεται αντιληπτό ότι οπι δαπάνες αυτές δεν μπορούσαν να ενταχθούν στο δημόσιο έλλειμμα. Έπρεπε, πρώτα, να γίνει ένας λεπτομερειακός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο και στην συνέχεια, να περάσει ένα τμήμα τους, στις κρατικές δαπάνες.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά τα χρέη αυτά, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η Eurostat, δεν έπρεπε να καταχωρηθούν, μόνο στο 2009, διότι αφορούσαν χρήσεις παλαιών ετών, ήτοι από το 2005. 

Από το ποσό των 6,2 δισ. €, μόνο, τα 2,2 δισ. € φαίνεται ότι είχαν ελεγχθεί, πολύ αργότερα (το 2010), από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ, για τα υπόλοιπα, εκκρεμούσε η εξέταση της νομιμότητάς τους. Με δεδομένο ότι όλες οι σχετικές ροές πρέπει να καταγράφονται στην βάση αυτοτελών χρήσεων, έτσι και οι δημόσιες δαπάνες πρέπει, να καταγράφονται, όταν προκύπτει υποχρέωση πληρωμής, από την παροχή του εμπορεύσιμου αγαθού και όχι κατά τη στιγμή του τελικού διακανονισμού, όπως, τελικά, έπραξαν, κατά το δοκούν και αυθαίρετα, οι Γιώργος Παπακωνσταντίνου - Ανδρέας Γεωργίου - Όλι Ρεν - Βάλτερ Ραντερμάχερ, οι οποίοι ενέταξαν, στο έλλειμμα του 2009, το επίμαχο και μη νομιμοποιημένο, από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ποσόν των 3,8 δισ. €, το οποίο δεν υπήρχε καμμία υποχρέωση, από το ESA95, να σωρευθεί ολόκληρο, στο 2009. Και αυτό το έπραξαν, με την συνενοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλησε να βγάλει την ουρά της, απ' έξω, χρεώνοντας την συμπερίληψη ολόκληρης της έκτασης των οφειλών, στα δεδομένα του ελλείμματος του 2009, σε επιθυμία και πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και χωρίς την παρότρυνση της Επιτροπής. Όμως, ο Ανδρέας Γεωργίου, ως Διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ, φρόντισε, συνενοούμενος, με τον Βάλτερ Ραντερμάχερ να τις φορτώσει όλες αυτές τις οφειλές, στο έλλειμμα του 2009.

Ανάλογη πρακτική ακολούθησαν και ως προς τον υπολογισμό, στο δημόσιο έλλειμμα του 2009, του SWAP του 2001, με το οποίο η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προσπάθησε, σε συνεννόηση, με την Goldman Sachs, να κρύψει μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους, προκειμένου να φανεί ότι η Ελλάδα πληροί τα κριτήρια, για την είσοδό της στην ευρωζώνη.

 Είναι γεγονός ότι οι ακριβείς λεπτομέρειες του SWAP του 2001 έχουν κρατηθεί μυστικές, αλλά αυτό που προκύπτει είναι ότι  αυτό υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει υπερβολικά κερδοφόρο, για την Goldman Sachs και ουσιαστική πράξη αυτοκτονίας, για την Ελλάδα, αφού αυτό που έκανε ήταν να καλύψει ένα μικρό μόνο μέρος του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος (ήτοι το 2% του ποσοστού του ΑΕΠ) , με σκοπό να ενταχθεί η Ελλάδα στην ευρωζώνη, ενώ, μιλώντας με απόλυτους αριθμούς, η κάλυψη αυτή του δημοσίου ελλείμματος ήταν 1 δισ. €.

 Όταν η κυβέρνηση Σημίτη υπέγραψε την συμφωνία του 2001, με την Goldman Sachs, το ελληνικό δημόσιο χρωστούσε, σε αυτήν, 600 εκατ. € και στο ποσόν αυτό προστέθηκαν τα 2,8  δισ. €. που δανείστηκε, για να καλύψει το δημόσιο έλλειμμα του 1 δισ. €. Η συγκεκριμένη τιμή της συναλλαγής αυτής, η οποία είναι ένα πολύπλοκο χρηματιστηριακό παράγωγο, έφθασε, το 2005, στα 5,1 δισ. €, ενώ το 2010, το κόστος του SWAP του 2001 έφθασε στα 21 δισ. € (2,8 δισ. €, από το αρχικό δάνειο συν 18,2 δισ. €, ως τοκοφορία), σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία ενέταξε αναδρομικά και πέραν πάσης λογικής και δεοντολογίας. το χρέος αυτό, στο δημόσιο χρέος των ετών 2006 - 2009, κατόπιν εισήγησης της Eurostat, αν και σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Goldman Sachs, τον γνωστό Gerald Corrigan, Διευθύνονται Σύμβουλο και Πρόεδρο της Goldman Sachs Η.Π.Α και την εκπρόσωπο Τύπου της εταιρείας αυτής Fiona Laffan, η Eurostat γνώριζε όλα όσα αφορούσαν το SWAP του 2001, με κάθε λεπτομέρεια και για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, η Ε.Κ.Τ. αρνείται να δώσει κάθε πληροφορία, γύρω από αυτό. 

Έτσι, για ένα δάνειο του 2001, ύψους 2,8 δισ. €, το ελληνικό δημόσιο πληρώνει, έως το 2017, στην Goldman Sachs, 21 δισ. € και δεν γνωρίζει πόσα, ακόμη, θα πληρώσει, διότι η τιμή της συναλλαγής είναι, αυξητικά, κυμαινόμενη.

Φυσικά, το SWAP του 2001 δεν έπρεπε να ενταχθεί στο δημόσιο χρέος, εάν είχαν ακολουθηθεί όσα ίσχυαν την εποχή, που συνάφθηκε, αφού αυτή η συναλλαγή δεν προβλεπόταν από το ESA95. Όμως η Eurostat εξέδωσε, το 2008, διαφορετική ρύθμιση και η κυβέρνηση του ΓΑΠ και ο Ανδρέας Γεωργίου δέχτηκαν τις υποδείξεις του Ραντερμάχερ, με αποτέλεσμα αυτή η ρύθμιση να εφαρμοστεί, αναδρομικά, στην χώρα μας, ως μη όφειλε. Το αστείο είναι ότι ο Ραντερμάχερ αποδέχτηκε ότι το 2001 δεν υπήρχαν ευρωπαϊκοί κανονισμοί, όπως  επίσης ότι, ούτε το ESA95 προέβλεπε ένταξη του SWAP αυτού στο δημόσιο έλλειμμα, αλλά, η Eurostat κατέφυγε, το 2008, σε ερμηνευτική οδηγία, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος θεώρησε ότι το SWAP του 2001 πρέπει να βαρύνει το χρέος και το έλλειμμα, αφού η ελληνική κυβέρνηση, το 2008, δεν έφερε αντίρρηση, ισχυριζόμενος, παράλληλα και φυσικά, ψευδόμενος, ότι η Eurostat δεν είχε ενημερωθεί.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 2010, το δημόσιο έλλειμμα, για το 2009, επιβαρύνθηκε, με, επί πλέον, 5,31 δισ. €, ή όπως λέει ο Ανδρέας Γεωργίου, κατά 2,26% του ΑΕΠ του 2009 (το οποίο ο ίδιος είχε αναθεωρήσει, στα 235,03 δισ. €), από το SWAP της Goldman Sachs του 2001.

Πριν από αυτό, η κυβέρνηση του ΓΑΠ, τον Δεκέμβριο του 2009, διόγκωσε, παραπέρα το έλλειμμα του έτους αυτού, κατά 500 εκατ. €, με την χορήγηση του έκτακτου Επιδόματος Αλληλεγγύης, το οποίο επιβάρυνε την κατάσταση.

Και όλα αυτά την στιγμή, που, από το 2009, η Ελλάδα, όπως και η ευρωζώνη, βρισκόταν σε περίοδο μιας οξείας και βαθιάς οικονομικής κρίσης και οιαδήποτε αδικαιολόγητη διόγκωση του ελλείμματος θα ήταν καταστροφική και θα ισοδυναμούσε, με καθαρή αυτοκτονία, αφού η κυβέρνηση του ΓΑΠ δεν ήταν διατεθειμένη να συγκρουστεί, με την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. και την γερμανική - κυρίως - ελίτ και να ζητήσει την άσκηση, ή να απειλήσει να ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage, προκειμένου το ελληνικό κράτος να μπορέσει να ανταποκριθεί στις άμεσες και πιεστικές, λόγω της επελθούσας διεθνούς οικονομικής κρίσης, ανάγκες του.

Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το έλλειμμα του 2009 είχε αλλάξει πολλές φορές – κατ’ αρχήν, τον Σεπτέμβριο του 2009, η ΕΣΥΕ το τοποθετούσε, γύρω στο 6,5% του ΑΕΠ, ενώ ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος το είχε εκτιμήσει, κοντά, στο 9,5% και λίγο αργότερα, στο 10% του ΑΕΠ. 

Κατόπιν, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου το ανακοίνωσε ως ευρισκόμενο στο 12,5%, ενώ, τον Φεβρουάριο του 2010, εκτιμήθηκε, από μια ειδική οικονομική επιτροπή, ότι έφθανε στο 12,7% του ΑΕΠ, για να φθάσουμε, στα τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2010, οπότε επανεκτημήθηκε, στα 13,6% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι αγορές να εκτοξεύσουν τα διαφορικά επιτόκια του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, στα ύψη και η χώρα να χρεωκοπήσει, παρά το γεγονός ότι λίγες ημέρες, προηγουμένως, στις 25/3/2010, είχε ληφθεί μια σημαντική απόφαση από την Ε.Κ.Τ., η οποία απόφαση ανακοινώθηκε από τον Jean-Claude Trichet και με την οποία δηλώθηκε καθαρά προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ε.Κ.Τ. αναγνώριζε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, ως μέσα πληρωμής και πέρα της 1/1/2011, ανατρέποντας την προηγούμενη ανακοίνωση του Γάλλου κεντροτραπεζίτη, η οποία είχε γίνει τον Νοέμβριο του 2009 και η οποία όριζε ότι η Ε.Κ.Τ θα αναγνώριζε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, μέχρι την 31/12/2010. 

Αυτή η επανεκτίμηση του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος, που διοργανώθηκε από τους Όλι Ρεν και Γιώργο Παπακωνσταντίνου, με ενορχηστρωτή τον Βάλτερ Ραντερμάχερ ήταν που οδήγησε στην τελική αδυναμια δανεισμού του ελληνικού δημόσίου, με αποτέλεσμα, στις αρχές Απριλίου του 2010, ο ΟΔΔΗΧ να βγει στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για δανεισμό και να μην μπορέσει να βρει τα απαιτούμενα ποσά, προκειμένου να συνεχίσει να αναχρηματοδοτεί το ελληνικό δημόσιο χρέος.
  
Έτσι φθάσαμε στις 23/4/2010 και στο διάγγελμα του ΓΑΠ, από το Καστελλόριζο, με το οποίο ζητήθηκε η ένταξη της Ελλάδας, στον προχειροφτιαγμένο μηχανισμό στήριξης και από εκεί στο Μνημόνιο της Πρωτομαγιάς του 2010. Για να καταλήξουμε, στην συνέχεια, τον Νοέμβριο του 2010, όταν τα ελληνικά διαφορικά επιτόκια είχαν αρχίσει να αποκλιμακώνονται, σε μια νέα αναθεώρηση του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος του 2009, από τα 13,6% του ΑΕΠ, που το είχαμε αφήσει, στα τέλη Μαρτίου, στο 15,4% του ΑΕΠ, ένα μέγεθος το οποίο ανακοινώθηκε, μετά τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, στις 15 Νοεμβρίου 2010.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η όλη υπόθεση ήταν στηριγμένη, σε πρόχειρα και αυθαίρετα στοιχεία, ενώ, παράλληλα, λειτουργούσε κάποια ευρωπαϊκή μονταζιέρα, την οποία είχε στήσει η γερμανική ελίτ και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, που αποσκοπούσαν, από ένα χρονικό σημείο και πέρα, στην οργανωμένη εκτόπιση της Ελλάδας από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ η αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009 δεν σταμάτησε, αφού, πολύ αργότερα, τον Οκτώβριο του 2011, επανεκτιμήθηκε, στο 15,7% του ΑΕΠ, με όλες τις αβαρίες, που προανέφερα.


Είναι προφανές ότι η ανακοίνωση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος στο 13,6% του ΑΕΠ, δεν έγινε, για να στηριχθούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, σύμφωνα, με την δήλωση Trichet της 25/3/2010, που προανέφερα, αλλά, για να οδηγηθεί η Ελλάδα, στην ένταξή της στον προχειροφτιαγμένο "Μηχανισμό Διάσωσης", που την ίδια ημέρα είχαν ανακοινώσει την ίδρυσή του, οι ηγέτες της ευρωζώνης, με την βλακώδη αποδοχή της απόφασης αυτής, από τον ΓΑΠ.

Έτσι, τα ελληνικά διαφορικά επιτόκια δανεισμού, στα 10ετή ομόλογα, έφθασαν τις 474 μονάδες βάσης και στην συνέχεια, ξεπέρασαν τις 3000 μονάδες και έκαναν πλέον τελείως αδύνατη την έξοδο του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ όσες φορές τα ελληνικά επιτόκια κρατικού δανεισμού, οδεύουν προς κάποια αποκλιμάκωση, οι παρεμβάσεις των ευρωζωνιτών, τα οδήγησαν και πάλι στα ύψη, όπως συνέβη στις 8/9/2010 όταν ένα πολύ αρνητικό δημοσίευμα στο Bloomberg, το οποίο δημοσίευμα ανήκε στον Ραντερμάχερ εμφανίστηκε στο Bloomberg και έθετε θέμα με την καθυστέρηση της Ελλάδος να αποκαλύψει τις μυστικές συμφωνίες για τα swaps (τα οποία, όπως είπαμε, γνώριζε, πολύ καλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή), αποδίδοντας, σε αυτή την υποτιθέμενη ενέργεια, την απόκρυψη του πραγματικού ελληνικού δημόσιου χρέους!

Το αποτέλεσμα, αυτής της δημοσίευσης, στην οποία προέβη ο Ραντερμάχερ, ήταν να εκτιναχθούν τα ελληνικά επιτόκια κρατικού δανεισμού, στα δεκετή ομόλογα, πάνω από τις 1000 μονάδες βάσης, να διακοπεί δηλαδή η αποκλιμάκωσή τους και η χώρα να παραμείνει, υπό μνημονιακή κατοχή. Κάτι που πάει να συμβεί και τώρα, με τα όσα, επί σκοπώ, πράττουν οι ευρωζωνίτες, με προεξάρχουσα την γερμανική ελίτ και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. 
Αυτές τις αβαρίες, που φούσκωσαν το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, δεν τις ανέφερα τυχαία, αφού το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως μέγεθος, είναι μια συνεχής στατιστική μεταβλητή ροή και αναφέρεται μέσα στα πλαίσια του ενός έτους. Διαφέρει από το δημόσιο χρέος, το οποίο είναι αποθεματική μεταβλητή και δείχνει το συσσωρευτικό ύψος των ελλειμμάτων, σε διαχρονική βάση.

Αυτή η διαφορά είναι, άκρως, σημαντική, διότι εάν δούμε το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους, που είναι υψηλό, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα, για το μέγεθος του δημόσιου ελλείμματος και τούτο διότι πραγματικότητα το δημόσιο έλλειμμα αποτελεί, στην πράξη, το ετήσιο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ (πάντοτε, όμως, σε συνάρτηση, με το ύψος των δημόσιων εσόδων) και για τον λόγο αυτόν, απαιτείται μεγάλη προσοχή, για το ποιές θεωρούνται και το ποιές δεν θεωρούνται, ως δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης και ως προς το ποιά ετήσια χρέη κατατάσσονται σε αυτές.

Όπως γίνεται αντιληπτό, μια τέτοια προσεκτική εκτίμηση, στην περίπτωση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος του 2009, δεν έγινε. Όλα έγιναν, με προχειροδουλειές, αρχικά, για να δυσφημισθεί η διαχείριση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή και να πάρει το ΠΑΣΟΚ, για την απογραφή, στην οποία προέβη ο Γιώργος Αλογοσκούφης, το 2004, με αποτέλεσμα τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους και μετά την προχειρόλογη δημοσιοποίηση των εκτιμήσεων του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, για το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, να ακολουθήσει ο ευρωδογματισμός της μπατιροτραπεζοκρατίας, δια του Jean-Claude Trichet και ο αντίστοιχος γερμανικός δογματισμός, που οδήγησαν στην μετατροπή της όλης υπόθεσης, σε μια ανεξέλεγκτη χιονοστιβάδα, η οποία έφερε την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, καθώς και την αντίστοιχη χρεωκοπία της ευρωζώνης.

Ένα σήριαλ, το οποίο συνεχίζεται, μέχρι τις ημέρες μας και θα μακροημερεύσει.



Αυτές οι λαθροχειρίες, που συνέβησαν, σε βάρος της χώρας μας, με την διαχείριση του ελληνικού δημόσιου ελλείμματος του 2009, χάρη στις μεθοδευμένες αλχημείες του Βάλτερ Ραντερμάχερ, της Eurostat, της Comission, της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ. και της γερμανικής ελίτ, επιθυμούν να επαναλάβουν, τώρα - υπέρ τους -, οι εντόπιοι υποτακτικοί των δανειστών.

 Η επιθυμία τους αυτή, που εκφράζεται, διαρκώς, από τον περασμένο Αύγουστο, όταν ο μπουχέσας Ευάγγελος Βενιζέλος ζήτησε από τον Γιέργκ Άσμουσεν, την αναδιοργάνωση των αριθμών του ελλείμματος, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι, που έχουν τεθεί, σκοπεύει στην επιβεβαίωση και στην πιστοποίηση της ύπαρξης ενός "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013. 

Την πιστοποίηση αυτή οι Αντώνης Σαμαράς και Ευάγγελος Βενιζέλος την χρειάζονται, ως προπαγανδιστικό εργαλείο, για να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της παραμονής τους στο κυβερνητικό πηδάλιο της χώρας και φυσικά, για μοιράσουν ένα μέρος, από αυτό το υποτιθέμενο πρωτογενές πλεόνασμα, ως προεκλογική παροχή, σε κάποια στρώματα ψηφοφόρων των δύο κυβερνητικών εταίρων, τα οποία τους έχουν εγκαταλείψει, ή ευρίσκονται καθ' οδόν, προς την στροφή τους, σε άλλες κατευθύνσεις.

Με λίγα λόγια, όπως έχω, ήδη, γράψει, πιο πάνω, οι κυβερνητικοί εταίροι των Αθηνών ζητούν από τους δανειστές να πιστοποιήσουν, το γρηγορότερο, την ύπαρξη αυτού του "πρωτογενούς πλεονάσματος" και ουσιαστικά, να δεχθούν να χρηματοδοτήσουν την προεκλογική τους εκστρατεία, αφού είναι πέρα από σίγουρο ότι πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα δεν υπάρχει στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013. Και αυτό το αίτημα, οι δύο συγκυβερνήτες το συνοδεύουν, με την σαφή υπόσχεση ότι θα εξακολουθήσουν να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των αφεντικών τους.

Όπως φαίνεται οι δανειστές δεν δέχονται τίποτε, από όλα αυτά και κάνουν τους δύσκολους, στα αιτήματα των εντόπιων μπράβων τους και για λόγους δικών τους εσωτερικών σκοπιμοτήτων, που έχουν να κάνουν, με την εκλογική συγκυρία, εν όψει των ευρωεκλογών, αλλά και για, καθαρά, διαπραγματευτικούς λόγους, αφού αυτοί είναι σε θέση ισχύος, ενώ η θέση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης είναι, άκρως, επισφαλής.

Φυσικά, οι δανειστές δεν επιθυμούν να ανοίξει, τώρα, προεκλογικά, μια συζήτηση, για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Οποιαδήποτε ελάφρυνση, είτε, με την μείωση των επιτοκίων δανεισμού και την παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων (αφού θα χάσουν τους τόκους, που θα χρηματοδοτούσαν τους προϋπολογισμούς των χωρών τους), είτε με άμεση μείωση του όγκου του ελληνικού δημόσιου χρέους (αφού θα χάσουν ένα - μεγάλο ή μικρό - μέρος από το κεφάλαιο, καθώς η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχει περιέλθει, πλέον, στα χέρια των κρατών της ευρωζώνης και των κεντρικών τους τραπεζών), σε αυτή την χρονική συγκυρία, δεν μπορεί να γίνει. Και δεν μπορεί να γίνει, επειδή, απλούστατα, κοστίζει. Κάτι, που δεν θα αρέσει, στους φορολογούμενους των χωρών της ευρωζώνης, οι οποίοι, φυσικά, είναι και ψηφοφόροι. 

Έτσι, οι συζητήσεις, για την όποια "διευθέτηση" του ελληνικού δημόσιου χρέους, θα τραβήξουν για μετά το καλοκαίρι, ενώ είναι σαφές ότι η ανακοίνωση του 3ου Μνημονίου και η εκταμίευση των σχετικών ποσών θα ακολουθήσει την ίδια πορεία και θα πάει, για, μετά τις ευρωεκλογές, ενώ, τον Μάϊο - Ιούνιο του 2013, θα έλθει η σειρά, για την πληρωμή ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, ύψους κοντά, στα 10 δισ. €, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο την καθιστά, για μία ακόμη φορά, ένα άβουλο υποχείριο των δανειστών, οι οποίοι ουδόλως βιάζονται. Απλώς, περιμένουν την ωρίμανση του χρέους αυτού, μια ωρίμανση, που θα οδηγήσει τους κυβερνητικούς εταίρους των Αθηνών, υποτακτικούς, στα κελεύσματα και στις απαιτήσεις των δανειστών.

Οι δανειστές, επί της ουσίας, φαίνεται να μην έχουν άδικο, διότι από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει η ύπαρξη, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, ενός εικονικού ρωτογενούς πλεονάσματος" της τάξης των 1,455 δισ. €, σε ταμειακή βάση. Όμως, αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα" προκύπτει, επειδή στους υπολογισμούς, που γίνονται, συμπεριλαμβάνονται και τα έσοδα από τις αποδόσεις ελληνικών ομολόγων που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες των κρατών της ευρωζώνης, αλλά και αφαιρούνται οι δαπάνες, περίπου, 6,1 δισ. €, για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Φυσικά, η Eurostat, η Ε.Κ.Τ. και οι δανειστές δεν πρόκειται, σε καμμία περίπτωση, να αποδεχθούν, ένα τέτοιο, ή ένα ανάλογο "πρωτογενές πλεόνασμα", το οποίο γίνεται με τέτοιους υπολογισμούς, οι οποίοι, από την μια, συμπεριλαμβάνουν και από την άλλη, αφαιρούν μεγέθη, που ουδέποτε συνεκτιμώνται, σε τέτοιου είδους καταμετρήσεις, που αφορούν τα πρωτογενή αποτελέσματα του προϋπολογισμού.


Έτσι, από τα ίδια τα στοιχεία της ΤτΕ, προκύπτει ότι, σε ταμειακή βάση, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού, κατά το 12μηνο του 2013, είναι ελλειμματικό κατά 6,718 δισ. €.

Αλλά και πέρα από τα πρωτογενή στοιχεία, σε δημοσιονομική βάση, δηλαδή εάν  υπολογιστούν και οι δαπάνες, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2013, παρουσίασε  ταμειακό έλλειμμα της τάξης των 12,794 δισ. €, το οποίο είναι αυξημένο, κατά 19,6% σε σχέση, με το έλλειμμα των 10,697 δισ. € του 2012.


 Όμως, τα παιχνίδια με τους αριθμούς, στα οποία επιδίδεται ο Γιάννης Στουρνάρας και το επιτελείο του, καθώς και οι αλχημείες, με τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, δεν σταματούν στην ταχυδακτυλουργική μεταμόρφωση του πρωτογενούς αποτελέσματος του κρατικού προϋπολογισμού του 2013, από έλλειμμα, σε πλεόνασμα.

Από την επεξεργασία των στοιχείων του πίνακα, με την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, από το 2005 έως το 2013, προκύπτει ότι η πτώση του ΑΕΠ, κατά το 2013, είναι πολύ μεγαλύτερη από το 3,7%, για το οποίο κάνει λόγο η κυβέρνηση της συμφοράς, η οποία προτίμησε, τώρα - σε αντίθεση, με όσα γίνονταν, μέχρι το 2013, οπότε είχαν μετρηθεί τα μακροοικονομικά μεγέθη του 2012 - να μετρήσει το μέγεθος αυτό, σε σταθερές τιμές 2005 και όχι, σε τρέχουσες τιμές, όπως, κανονικά, μετρώνται τα μακροοικονομικά μεγέθη, στα οποία περιλαμβάνεται και το μέγεθος αυτό που αφορά την μεγέθυνση, ή την συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Οι στουρνοσαμαράδες και ο μπουχέσας συγκυβερνήτης, προτιμούν να μιλούν, με σταθερές τιμές του 2005 (που και αυτή η μέτρηση, έτσι όπως έγινε, είναι τουλάχιστον, προβληματική, αφού η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει ότι υπάρχει εκκρεμότητα, με τον αποπληθωριστή) και όχι σε τρέχουσες τιμές, διότι το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης του μεγέθους του ΑΕΠ, όταν το μετρήσουμε, σε τρέχουσες τιμές, είναι πολύ χειρότερο, από αυτό το 3,7%, που εμφανίζει η κυβέρνηση, ως ποσοστό συρρίκνωσης του ΑΕΠ, κατά το 2013, σε σχέση, με το 2012.

Πράγματι, σε τρέχουσες τιμές, το ελληνικό ΑΕΠ, συρρικνώθηκε, κατά 6,21% και όχι κατά 3,7%, που θέλει να παρουσιάζει το οικονομικό επιτελείο του Γιάννη Στουρνάρα.

Έτσι, αθροίζοντας το 4 τρίμηνα του 2013, βλέπουμε ότι το ελληνικό ΑΕΠ, σε απόλυτα μεγέθη, μειώθηκε, σε σχέση, με το 2012 και διαμορφώθηκε στα επίπεδα των 181,710 δισ. €, έναντι των 193,749 δισ. €, που ήταν το 2012, συρρικνούμενο, όπως προανέφερα, κατά 6,21%.

Και φυσικά, η μέτρηση αυτή είναι πολύ πιο κοντά, στην πραγματικότητα, διότι, ο πληθυσμός της χώρας διεξάγει τις συναλλαγές του, σε τρέχουσες τιμές, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το τωρινό καλάθι της νοικοκυράς και όχι σε σταθερές τιμές του 2005. Πολύ περισσότερο, όταν το 2013, ήταν το πρώτο έτος πραγματικού αποπληθωρισμού, μετά από πολλές δεκαετίες πληθωρισμού.

Από μαγειρέματα και κουτοπονηρίες, ξέρουν πολλά οι στουρνοσαμαράδες. Αλλά αυτά τα μαγειρέματα και αυτές οι κουτοπονηρίες δεν πρόκειται να τους σώσουν, από την κατεδαφιστική σφαλιάρα, που έρχεται...



Το ερώτημα είναι, εάν οι δανειστές, τελικά, θα κάνουν το χατήρι των μπράβων τους και θα πιστοποιήσουν την ύπαρξη ενός περιορισμένου "πρωτογενούς πλεονάσματος", στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013.

Οι εκτενείς δηλώσεις του Βάλτερ Ραντερμάχερ, για τα δημοσιονομικά μεγέθη του προϋπολογισμού του 2013 (του οποίου η αξιοπιστία είναι, εντελώς, υπονομευμένη από τα έργα και τις ημέρες του, έτσι όπως αυτές εκτέθηκαν, παραπάνω, με την λεπτομερειακή αναφορά, που έκανα, γύρω από τους χειρισμούς του, όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα και το χρέος του 2009), τις οποίες προανέφερα, δεν είναι ευοίωνες, για την παραπαίουσα ελληνική κυβέρνηση. 

Η Eurostat γνωρίζει, πολύ καλά, ότι πρωτογενές πλεόνασμα δεν υπάρχει και ότι το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έχει μαγειρέψει, κατά τέτοιον τρόπο τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2013, ώστε να φαίνονται σύμφωνα, με το ESA95 και να εξυπηρετούν τις όποιες τρέχουσες και επείγουσες προεκλογικές ανάγκες της ελληνικής κυβέρνησης, μετατρέποντας ένα υπαρκτό πρωτογενές έλλειμμα, σε ένα εικονικό και φυσικά ψευδεπίγραφο "πρωτογενές πλεόνασμα". Ως εκ τούτου, οι προθέσεις της δεν είναι καλές, για τους εντόπιους κυβερνήτες και τις απαιτήσεις τους.

Όμως, παρ' όλ' αυτά, φαίνεται ότι οι δανειστές, έστω και αργά, θα αποδεχθούν να προβούν, σε μια πιστοποίηση ενός μετρημένου και συγκρατημένου, σε μέγεθος "πρωτογενούς πλεονάσματος", ως χείρα βοηθείας και καλής θέλησης, προς τους Σαμαρά και Βενιζέλο, όσο και αν στενεύουν, ασφυκτικά, τα περιθώρια μιας ικανής χρονικά εκλογικής εκμετάλλευσης αυτής της πιστοποίησης, αφού αυτή θα πραγματοποιηθεί, όπως, τώρα, λένε, στα τέλη του Απριλίου και ενώ οι ευρωεκλογές θα γίνουν, στις 25 Μαΐου. Και όλα αυτά τα πράττουν, παρά το γεγονός ότι αυτή η πιστοποίηση του "πρωτογενούς πλεονάσματος" θα έχει μια, ούτως, ή άλλως, περιορισμένη (έως ουσιαστικά ανύπαρκτη) σημασία και δεν πρόκειται να επηρεάσει τα δεδομένα, στην ελληνική πολιτική σκηνή.


Πάντως, ό,τι και να συμβεί, οι δύο συγκυβερνήτες και τα κόμματά τους είναι για κλάματα.

Ούτε φίδι στον κόρφο τους...