Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Πάμε Βάρκιζα; Ελπίζω - αλλά δεν εγγυώμαι - πως όχι. (Η απαίτηση των συριζαίων, για αντικατάσταση του ελληνικού δανεισμού, από ένα δωρεάν αναπτυξιακό πακέτο, έως 50 δισ. €, ή και περισσότερο, η αλλαγή παραδείγματος, στην ευρωζώνη και η απειλή μιας ελληνικής στάσης πληρωμών).





Για το γεγονός ότι οι ευρωελίτ (με επί κεφαλής, τις γερμανικές), αποτελούνται από έναν σωρό ηλιθίων, ουδέποτε είχα αμφιβολία. Αυτό ήταν, πάντοτε, δεδομένο και μάλιστα ένα κομβικό και συνάμα, απαραίτητο στοιχείο όλων των αναλύσεων, στις οποίες έχω προβεί όλα αυτά τα χρόνια της εξέλιξης της ευρωζωνικής κρίσης και φυσικά, της ιδιαίτερης και καρκινικής μορφής, που έλαβε αυτή η κρίση, στην περίπτωση της Ελλάδας.
 

Έτσι, όλοι αυτοί οι "λεβέντες" οδήγησαν την ελληνική οικονομία, στην χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και στην σκοπούμενη και άτυπη, μεν, πλην όμως, ουσιαστική πτωχευτική διαχείρισή της, μέσω των Μνημονίων του 2010 και του 2012 και των επί μέρους, "διορθώσεων" και (πάντοτε, επί τα χείρω) μεταβολών τους, με αποτέλεσμα να διαλύσουν, άκριτα, το παλαιό πολιτικό σύστημα της χώρας, καθοδηγούμενοι, κυρίως, από μιαν εκδικητική και στενά συμφεροντολογική λογική, αν και στην πορεία του χρόνου και ιδίως, από τις αρχές του 2014, έβλεπαν ότι αυτή η τακτική οδηγούσε, σε, ακόμη, χειρότερες - γι' αυτούς - εξελίξεις, τις οποίες, όμως, μέσα από μιαν βλακώδη επίδειξη άκρατης και υπεροπτικής ισχυρογνωμοσύνης πίστευαν (και κάποιοι από αυτούς, όπως ο δρ. Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, πιστεύουν, ή καμώνονται πως πιστεύουν) ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν.

Κάπως έτσι, έμπλεξαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Αλέξη Τσίπρα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, τον Πάνο Καμμένο και την κυβέρνησή τους, εισερχόμενοι σε μια διελκυστίνδα διαπραγματεύσεων και εκβιασμών, οι οποίοι, μέχρι τώρα, έχουν αποδειχθεί χωρίς περιεχόμενο, ενώ η διαπραγματευτική ομάδα των συριζαίων, η οποία, έχει καταστεί μισητή, στον κύκλο των ευρωζωνιτών, ως προς τα κυβερνητικά της στελέχη, με τον Γιάννη Βαρουφάκη να αποτελεί το "μαύρο πρόβατο", το οποίο, όμως, ο πρωθυπουργός (τον οποίο, αν και σιχαίνονται, όπως και όλους τους άλλους, προσπαθούν να παρουσιάσουν, ως "αγαπητό", προκειμένου να μπορούν να έχουν μια κάποια σταθερά, μέσα σε όλο αυτό το πρωτοφανές διαπραγματευτικό αλαλούμ, στο οποίο έχουν εισέλθει, προσπαθώντας να βγάλουν άκρη) δεν έχει διάθεση να αντικαταστήσει.

Μπορεί, βέβαια, η διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα να είναι - και είναι - εσφαλμένη, όπως έχω γράψει ( Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές ), αφού άλλη θα έπρεπε να είναι η διάρθρωση και η εξειδίκευσή της, στην πράξη, αλλά, παρ' όλ' αυτά, η αλήθεια είναι ότι οι ευρωζωνίτες έχουν νοσταλγήσει τους σαμαροβενιζέλους, τους οποίους, όμως, αφρόνως ποιούντες, οι ίδιοι κατέστρεψαν, με τα πεπραγμένα τους, αφού ζητούσαν, από την θνήσκουσα κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου, να κάνει πράγματα, τα οποία μπορούσαν να μην γίνουν εκείνη την στιγμή, που τα ζητούσαν και τα οποία θα μπορούσαν να πάρουν μια κάποια - μικρότερη, ή μεγαλύτερη - χρονική παράταση, ή και ήταν δυνατό να μην γίνουν καθόλου.
 

Φυσικά, αυτό θα επιβάρυνε τους ευρωζωνίτες, με ένα κάποιο κόστος, το οποίο, ίσως, κρατούσε στην ζωή τους σαμαροβενιζέλους, αλλά οι ευρωζωνικοί θεσμοί, οι ελίτ και η γραφειοκρατία τους, μαζύ με την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. του Μάριο Ντράγκι διακρίνονται, πάντοτε, για την φιλαργυρία και την τσιγκουνιά και καθόλου, για την "δοτικότητά" τους, όπως, άλλωστε, είναι, παγκοίνως, γνωστό. Γι' αυτό και άφησαν τους σαμαροβενιζέλους να πέσουν, στον κουβά με τα σκατά και υπό ένα καθεστώς πλήρους αναξιότητας και αναξιοπιστίας, πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να διαχειριστούν τους όποιους επόμενους, που, μπορεί να  φαίνονταν αλλοπρόσαλλοι, αλλά, συνάμα, ήσαν και άπειροι, στα ζητήματα κυβερνητικής διαχείρισης και ακόμη περισσότερο, σε αυτά της διαπραγμάτευσης, όχι μόνο με την τρόϊκα των εκπροσώπων των δανειστών, αλλά και με τον κεντρικό καθοδηγητικό πυρήνα τους, δηλαδή την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και του Δ.Ν.Τ. και κυρίως, με την γερμανική κυβέρνηση.

Κάπως έτσι, έχουν εισέλθει στα βαθιά και πλέον, αντιμετωπίζουν την "πρωτοφανή" απαίτηση των συριζαίων, για μια συνολική συμφωνία, η οποία δεν θα περιέχει έναν νέο δανεισμό, από την ευρωζώνη και το Δ.Ν.Τ., της τάξεως των 50 δισ. € και τα οποία, με όρους και προϋποθέσεις και κυρίως, με δόσεις και "αξιολογήσεις", είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι δανειστές, κάνοντας σκόντο, σε πολλά άλλα, που αφορούν τα εργασιακά, τους μισθούς και τις συντάξεις.

Προφανώς, ο Γιάννης Βαρουφάκης και οι λοιποί συριζαίοι διαπραγματευτές δεν αρνούνται την χρηματοδότηση των 50 δισ. €, από τους ευρωζωνικούς θεσμούς. Αντιθέτως, την επιζητούν, αφού αυτή θα καλύψει το χρηματοδοτικό κενό των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, για το 2015 και για τα επόμενα χρόνια. Την χρηματοδότηση αυτή την χρειάζονται και την έχουν ανάγκη. Θα ήσαν ανόητοι να μην την επιθυμούν.

Βέβαια, οι συριζαίοι διαπραγματευτές, όπως και οι ίδιοι έχουν ομολογήσει, δεν έχουν επιδείξει και πολύ μεγάλη εξυπνάδα, στην διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων - ιδίως, κατά την υπογραφή της αποκαλούμενης, ως συμφωνίας της 20/2/2015, όπου συμφώνησαν, χωρίς να εξασφαλίσουν ρητές και γραπτές δεσμεύσεις, για την χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας και ιδιαίτερα, του ελληνικού δημοσίου, μέσα από την Ε.Κ.Τ. -, αλλά τόσο ανόητοι δεν είναι, αφού, άλλωστε, γνωρίζουν την ύπαρξη του χρηματοδοτικού κενού, που υπάρχει και το οποίο θα κληθούν να διαχειριστούν. Τα 50 (και πολύ παραπάνω, από αυτά τα 50) δισ. € τα χρειάζονται.
 
Με αυτή την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεδομένη, ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η λοιπή διαπραγματευτική ομάδα, απαιτούν, από τους δανειστές - δηλαδή, ουσιαστικά, από τους θεσμούς της ευρωζώνης -, να χορηγηθεί, στην Ελλάδα, μια γενναία οικονομική βοήθεια, υπό την μορφή "αναπτυξιακού πακέτου", μέσα από το οποίο θα χρηματοδοτηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος και θα πληρωθούν οι οφειλές του ελληνικού κράτους, προς αυτούς και φυσικά, χωρίς υποχρέωση επιστροφής των ποσών αυτού του "πακέτου" βοήθειας, χωρίς "δόσεις", ως προς την καταβολή του και χωρίς οποιαδήποτε "αξιολόγηση".
 

Ο Γιάννης Βαρουφάκης είναι, απόλυτα, σαφής, ως προς τον προσανατολισμό της ελληνικής πλευράς :


1) Τέρμα τα δάνεια.
 
2) Τέρμα και η αποπληρωμή τους από τα ισχνά αποθέματα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών.

3) Καιρός είναι, πλέον, να πληρώσουν οι δανειστές. Δηλαδή οι θεσμοί της ευρωζώνης.


Στην συνέντευξή του, στην τηλεοπτική εκπομπή "Ενικός" στον Νίκο Χατζηνικολάου, στις 2/3/2015, ο υπουργός Οικονομικών υπήρξε σαφής :
 
«Γιατί, πώς να το κάνουμε, είμαστε σε μια νομισματική ένωση. Το πρόβλημα είναι η νομισματική ένωση. Αν το 1933 έθετες εσύ, σε κάποιον πολιτικό της Νότιας Ντακότα, το ερώτημα : “μα καλά γιατί δεν μεταρρυθμίζεστε εσείς, αφήστε την Μεγάλη Ύφεση των ΗΠΑ”, θα του φαινόταν αστείο. Η νότια Ντακότα δεν θα μπορούσε, μόνη της, να λύσει τα προβλήματά της, αν ο Ρούζβελτ δεν εφάρμοζε το New Deal. Έτσι, λοιπόν, χρειαζόμαστε ένα New Deal ,για την Ευρώπη, το οποίο από κάπου πρέπει να ξεκινήσει. Μακάρι να ξεκινήσει από το Βερολίνο. Το εύχομαι και το ελπίζω».

 

 
Από τότε δεν έχει αλλάξει κάτι, επί του θέματος αυτού. Όλες οι συζητήσεις έχουν μείνει, σε εκκρεμότητα και αυτό είναι το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο αγκάθι των διαπραγματεύσεων, με τους ευρωζωνίτες.
 
 
Η απαίτηση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης, για ένα μεγάλο και δωρεάν "αναπτυξιακό πακέτο", που θα αποπληρώνει τις ελληνικές κρατικές υποχρεώσεις, προς τους δανειστές, με στόχο να οδηγήσει, στην επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, στην ανάπτυξη (συνδυασμένη με την, με οποιοδήποτε τρόπο, μεγάλη και ικανή μείωση  του ελληνικού δημόσιου χρέους), εκλαμβάνεται, από τους θεσμούς της ευρωζώνης, ως μια αναιδής και απίστευτη, ως προς το μέγεθός της, πρόκληση.

Είναι, για τους δανειστές, μια σκέτη ιεροσυλία, που τους προξενεί οργή και την οποία "ιεροσυλία" μόνο διάφορα "αρρωστημένα" μυαλά, σαν αυτά των συριζαίων και του Γιάννη Βαρουφάκη, θα μπορούσαν να σκαρφισθούν.
 
Παρά ταύτα και πέρα από τον απέραντο θυμό τους, που έρχεται, ως αποτέλεσμα της (υποτιθέμενης ως) εξοργιστικής συμπεριφοράς της ελληνικής κυβέρνησης, οι ευρωζωνίτες, ακριβώς, επειδή αποτελούν, ως σύνολο, ένα σκέτο κωλοχανείο, την πρόταση αυτή της ελληνικής κυβέρνησης, για την χορήγηση ενός γενναίου αναπτυξιακού πακέτου, την συζητούν.

Δεν είναι καθόλου περίεργο, που την συζητούν. Το πράττουν, επειδή βρίσκονται, υπό πίεση. Συζητούν, λοιπόν, την πρόταση, για την χορήγηση ενός ευμεγέθους "αναπτυξιακού πακέτου", στα σοβαρά, κάτω από την πίεση των Αμερικανών, για την επίτευξη μιας συμφωνίας, με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία απειλεί - και φαίνεται ότι το πράττει, στα σοβαρά -, με την άρνηση και την αθέτηση κάποιων εκ των προσεχών πληρωμών, οι οποίες θα τρέξουν, από τις 12 Ιουνίου και μέχρι το τέλος του μήνα αυτού, καθώς και μετά από αυτόν.
 
Η απειλή αυτή της ελληνικής κυβέρνησης, για επιλεκτική στάση πληρωμών, προς το Δ.Ν.Τ. ή/και την Ε.Κ.Τ., φαίνεται να θεωρείται, από τους δανειστές και τους Αμερικανούς, ως σοβαρή, ανά πάσα στιγμή, υλοποιήσιμη και επικείμενη, γεγονός το οποίο τους φοβίζει, ως προς τα "μεθεόρτια", αφού η ελληνική κυβέρνηση επιμένει να κινείται, στην κόψη του ξυραφιού, αφήνοντας να πραγματοποιείται η αφαίμαξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με την φυγή των καταθέσεων των Ελλήνων, προς το εξωτερικό, ή προς τα σεντούκια και τις, ανά την επικράτεια, θυρίδες και άλλους θεωρούμενους, ως ασφαλείς, προορισμούς, εξαντλεί, αργά και βασανιστικά, όλες τις δυνατότητες πληρωμών των δανειακών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους, ξετινάζοντας και ρευστοποιώντας, στην κυριολεξία, όλα τα χρηματικά αποθέματα του ελληνικού δημοσίου.
 
Στο τέλος της διαδικασίας, το οποίο δεν φαίνεται να είναι η 5η Ιουνίου, όπως διατυμπανιζόταν, μέχρι πριν από λίγες ημέρες (πλην όμως, το τέλος αυτό δεν είναι και πολύ μακριά) αυτό, που θα ακολουθήσει, είναι μια χαοτική αναστάτωση, αφού η οποιαδήποτε εμπλοκή, στις διαπραγματεύσεις, θα οδηγήσει, στην παύση πληρωμών κάποιων δόσεων, προς το Δ.Ν.Τ., ή /και όσον αφορά τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κατέχει η Ε.Κ.Τ.


 
Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα λέει ότι θα το πράξει και δεν θα πληρώσει κάποια δόση, αλλά θα το πράξει ευρισκόμενη, σε πραγματική κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, όταν θα φθάσει στο σημείο εκείνο, κατά το οποίο, υπολογίζοντας τα αποθεματικά της, θα έχει να διαλέξει, ανάμεσα, στην εξυπηρέτηση των εσωτερικών υποχρεώσεών της, για την πληρωμή των μισθών και των συντάξεων και την πληρωμή των δόσεων, προς τους ξένους δανειστές. Φθάνοντας, σε αυτή την χρονική στιγμή, θα επιλέξει να καταβάλει τους μισθούς και τις συντάξεις, στον πληθυσμό της χώρας και φυσικά, δεν θα πληρώσει τους δανειστές. Τότε, είναι που θα ρίξει, σε αυτούς, δηλαδή, στην Ε.Κ.Τ., στην Commission, στην γερμανική κυβέρνηση και στο Δ.Ν.Τ., τα βάρη και τις ευθύνες, για την κατάσταση, που θα έχει προκύψει.
 
Έτσι, αυτή η υλοποιημένη, πλέον, μορφή άτακτης χρεωκοπίας του ελληνικού δημοσίου, πέραν από το πανικό που θα ενσπείρει, θα καταστήσει σαφές ότι τα χρήματα, που έχουν ρίξει οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, στο ελληνικό δημόσιο χρέος, θα πάνε χαμένα. Όχι μόνο τα 240 δισ. €, αλλά και αυτά, που γίνονται, για την στήριξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, μέσω του E.L.A., συν τις υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που απορρέουν, από το σύστημα συναλλαγών του TARGET 2. Τα ποσά δεν είναι ασήμαντα, αφού φθάνουν και ξεπερνούν το 1 τρισ. €.
 
Με αυτόν τον τρόπο, η πραγματοποίηση του σεναρίου της ελληνικής στάσης πληρωμών, εντός ευρώ, θα οδηγήσει, σε έναν ευρωζωνικό αρμαγεδώνα, με αποτέλεσμα (το πιθανότερο, που είναι να συμβεί) την επάνοδο όλων των εμπλεκόμενων μερών, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, την ίδια στιγμή, που σε παγκόσμιο επίπεδο, η ευρωζώνη και οι "Ευρωπαίοι", ως σύνολο, θα έχουν πληγεί, βαθύτατα και πιθανώς, ανεπανόρθωτα, αφού όλοι θα σκεφθούν ότι αυτοί είναι ανίκανοι να λύσουν τα προβλήματά τους. Κάτι, που, βέβαια, είναι αλήθεια, αφού οι ευρωπαϊκές και συγκεκριμένα, οι "ευρωπαϊστικές" ελίτ είναι ανίκανες να δέσουν και τα κορδόνια των παπουτσιών τους, στηριζόμενες, μόνο, στον φόβο, που εμποιούν, στους άλλους, κάτι, που, προφανώς, συμβαίνει μόνον όταν οι άλλοι τις λαμβάνουν, στα σοβαρά και δεν τις αντιμετωπίζουν, ως μια αγέλη γελωτοποιών, που είναι ξεμωραμένοι και ξεπερασμένοι, από τις εξελίξεις και οι οποίοι απέχουν έτη φωτός, από τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των σύγχρονων καιρών.
 
Όπως είναι αναμενόμενο, η διαμόρφωση ενός τέτοιου σκηνικού, ουδόλως, αρέσει, στους δανειστές, οι οποίοι ψάχνουν, απεγνωσμένα, για μια κάποια λύση, ευελπιστώντας (για να πούμε την αλήθεια, όχι, εντελώς, αβάσιμα) ότι οι συριζαίοι, έστω και την τελευταία στιγμή, θα υποχωρήσουν. Γι' αυτό και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να εκφοβίσουν τον Αλέξη Τσίπρα και την ελληνική κυβέρνηση και να τους αποτρέψουν, από την στάση πληρωμών και την απαίτηση ενός "αναπτυξιακού πακέτου", το οποίο θα υποκαταστήσει την ροή των δανείων, προς την Ελλάδα - και μέσω αυτών, θα απομακρύνει τον ασφυκτικό έλεγχο της ελληνικής οικονομίας και της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας και των κατοίκων της.
 
Δεν αποκλείεται να το καταφέρουν και ο Αλέξης Τσίπρας να κάνει πίσω, ίσως, με κάποια ψευδοανταλλάγματα, με την διάσπαση της συμφωνίας, σε δύο μέρη - ένα τώρα, που θα αφορά τα άμεσα και ένα αργότερα, μετά το καλοκαίρι, όπου, εκεί, υποτίθεται ότι θα περιληφθούν τα μακροπρόθεσμα.
 
Οι ελπίδες τους, βέβαια, δεν είναι και πάρα πολλές (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ανύπαρκτες - κάθε άλλο, όσο διαρκεί αυτή η εμφανιζόμενη, ως διβουλία, στις προθέσεις του κεντρικού πυρήνα της τρόικας και ιδιαίτερα, στην γερμανική κυβέρνηση) και γι' αυτόν τον λόγο, έχουν αρχίσει να προετοιμάζουν την κοινή γνώμη των χωρών τους - κυρίως οι Γερμανοί -, για μια τέτοια εξέλιξη, η οποία θα περιλαμβάνει, για πρώτη φορά την χορήγηση ενός "αναπτυξιακού πακέτου", το οποίο, ουσιαστικά, θα αντικαθιστά την αέναη και αλυσιτελή δανειοδότηση του ελληνικού δημοσίου.

Έτσι, παρά τους όποιους αποπροσανατολισμούς, που γίνονται, εκατέρωθεν, στην πραγματικότητα, αυτό το αναπτυξιακό πακέτο, που οδηγεί στην κατάργηση του δανεισμού του ελληνικού κράτους είναι το διακύβευμα των διαπραγματεύσεων, που διεξάγονται και το οποίο αφορά την υποκατάσταση του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, από τις χρηματικές ροές του συζητούμενου "αναπτυξιακού πακέτου".





(Μπροστά σε μια τέτοια πιθανότητα, έχει κάθε δίκιο να βαρυγκομάει ο Αντώνης Σαμαράς και να διαμαρτύρεται, προς τον Jean-Claude Juncker, λέγοντάς του, ότι για πέντε χρόνια τους είχαν - εννοεί τον εαυτό του, τον ΓΑΠ και τον Ευάγγελο Βενιζέλο - στην πρέσσα και τώρα, ετοιμάζονται να δώσουν τζάμπα χρήμα και χωρίς έλεγχο, στον Τσίπρα. Έχει ένα δίκιο. Όμως, αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα, για τον ίδιο, έτσι ώστε να αντιληφθεί πόσο κορόϊδο και ευήθης υπήρξε. Ίδιος ο συμμαθητής του, ο ΓΑΠ)!
 
Μια τέτοια υποκατάσταση των δανειστικών συμβάσεων, με την ευρωζώνη και το Δ.Ν.Τ., από "αναπτυξιακά πακέτα", σαν αυτά, που ζητάει ο Γιάννης Βαρουφάκης, τα οποία τον έχουν καταστήσει μισητό στην γερμανική ελίτ και στην γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ. και της λοιπής ευρωζώνης, είναι προφανές ότι συνιστά μια αλλαγή παραδείγματος, η οποία, εάν συμβεί - και μπορεί να συμβεί -, θα αποτελεί κάτι το πρωτοφανές, για αυτήν την θνήσκουσα νομισματική ένωση.
 
Έτσι, το θρίλερ των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα καλά κρατεί και καλά θα κρατεί, όσο οι διαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς συνεχίσουν να τηρούν την στάση, που τηρούν και όσο περισσότερο την σκληραίνουν.
 
Όπως έχω πει, η στάση αυτή είναι εσφαλμένη, αλλά, τώρα, στις δεδομένες συνθήκες και με δεδομένη, επίσης, την ύπαρξη ισχυρών "ευρωπαϊστικών" αυταπατών, στην πλειοψηφία της κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες αυταπάτες συγκροτούν, αυτό που έχω αποκαλέσει, ως "υπαρκτό ευρωπαϊσμό" και έχουν υποκαταστήσει τις παλαιές αυταπάτες τους, για τον αλήστου μνήμης "υπαρκτό σοσιαλισμό", ο Αλέξης Τσίπρας και οι συριζαίοι δεν έχουν άλλη δυνατότητα, από το να εμείνουν στην στάση τους αυτή, έναντι των ευρωζωνιτών.
 
Μόνον, έτσι, θα κερδίσουν - έστω και προσωρινά, αλλά με ένα κάποιο σημαντικό βάθος χρόνου, αφού οι ευρωζωνίτες βρίσκονται, σε τέτοια χάλια, που θα τους οδηγήσουν, στο να υποκύψουν, στις αξιώσεις της ελληνικής πλευράς, την οποία βρίζουν, όπου σταθούν και όπου βρεθούν, αλλά την οποία δεν μπορούν να αγνοήσουν - ακόμη και για λόγους γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής, αφού μια πολιτική μεταστροφή της ελληνικής κυβέρνησης, που θα φέρει τον ρωσικό στόλο και την ρωσική επιρροή, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την στιγμή, που το ουκρανικό μέτωπο σκοτεινιάζει και πάλι και ενώ επαπειλείται, μια αμερικανοκινεζική σύγκρουση, για τα νησιά Σπράτλι, στις θάλασσες της νότιας Κίνας, δεν είναι, καθόλου, επιθυμητή, στην Δύση.
 
Σε κάθε άλλη περίπτωση, εάν δηλαδή ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του κάνουν  πίσω και δεχθούν συμβιβασμούς, οι οποίοι δεν θα αντιμετωπίζουν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, ή εάν, μέσα από μια διαδικασία, σαν αυτή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, αποδεχθούν τις αξιώσεις των δανειστών, η καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και των ιδίων είναι δεδομένη και δεν πρόκειται να καθυστερήσει, επί πολύ.
 
Βέβαια, το εάν καταστραφεί ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του, αυτό είναι κάτι, που, λίγο - μπορώ να πω, ελάχιστα -, μας αφορά. Αυτό που μας αφορά, ως άτομα και ως κοινωνία, είναι η τύχη της χώρας, αφού αυτή είναι συνυφασμένη, με την δική μας. Αυτό είναι, που έχει σημασία.
 
Πάμε Βάρκιζα, λοιπόν;
 
Δεν αποκλείεται, αλλά ελπίζω, πως όχι.
 
Οψόμεθα. Και μάλιστα, ο καιρός εγγύς...



 

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Πού πάει ο ΣΥΡΙΖΑ; Η κομματική ηγεσία, παρά το ευρωζωνικό bullying, θέλει να υπογράψει μια ολοκληρωμένη συμφωνία παραμονής στην ευρωζώνη, αλλά... [Γιατί και με ποιές προϋποθέσεις οποιαδήποτε συμφωνία θα αποτελέσει ένα νέο επαχθές Memorandum of (not) understanding].



Μπορεί να κάνει ό,τι είναι δυνατόν και να συνεχίζει να προσπαθεί να αποφύγει να το ομολογήσει, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα επιθυμούν να υπογράψουν μια νέα συμφωνία, με τους ευρωζωνίτες, που θα κρατάει την Ελλάδα, μέσα στην ευρωζώνη, ανεξάρτητα, από το πόσο καλή, ή λιγότερο καλή, ή από το πόσο περισσότερο, ή λιγότερο κακή θα είναι αυτή η συμφωνία. Άλλωστε, οι λενινιστικές και οι σταλινικές καταβολές αυτής της ηγεσίας της επιτρέπουν να γνωρίζει, πολύ καλά, τα παιχνίδια της εξουσίας και την ίδια την φύση της τρέχουσας πολιτικής πρακτικής, ως μιας τέχνης του κάθε φορά παρουσιαζόμενου, ως εφικτού.

Ως εκ τούτου, δεν είναι,  απλώς και μόνο, το περιεχόμενο της όποιας συμφωνίας, αυτό που απασχολεί τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς, το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν τους είναι καθόλου αδιάφορο. Κάθε άλλο. Τους ενδιαφέρει και πολύ, μάλιστα. Όμως, δεν είναι αυτό, που τους εμποδίζει να προχωρήσουν, στην υπογραφή της. Και φυσικά, η όλη υπόθεση της υπογραφής της συμφωνίας, δεν εμπλέκεται και δεν εμποδίζεται, από ζητήματα, που αφορούν τις όποιες πολιτικοϊδεολογικές αρχές όλων αυτών, που κάνουν κουμάντο, στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση.

Αυτό, που μετράει, στην όλη υπόθεση, για την ηγετική ομάδα αυτού του κόμματος της αναπαλαιωμένης παραδοσιακής αριστεράς του τόπου μας, τελικά, είναι όχι, μόνον, η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ, στην κυβερνητική εξουσία, αλλά και η πολιτική σωτηρία του συγκεκριμένου χώρου και των στελεχών του, χωρίς, φυσικά, να πρέπει να αγνοούμε και τις ιδεολογικές και πολιτικές αυταπάτες, που όλοι αυτοί εκτρέφουν και από τις οποίες και οι ίδιοι εκτρέφονται.

Έτσι, τον συγκεκριμένο χώρο του ριζοσπαστικοφανούς αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο συγκρότησαν δύο συγκεκριμένα πολιτικά ρεύματα - από την μια πλευρά, αυτό των νεοσταλινικών και νεολενινιστικών στελεχών, που αποχώρησαν, το 1992, από το Κ.Κ.Ε., όταν έχασαν, για λίγο την γενική γραμματεία του κόμματος, από την Αλέκα Παπαρρήγα και από την άλλη, όλων εκείνων των ευρωκομμουνιστικών στελεχών του παλαιού Κ.Κ.Ε. (Εσωτερικού) του Λεωνίδα Κύρκου και του Γιάννη Μπανιά, που βρήκαν στέγη στον ΣΥΡΙΖΑ και τα οποία, τον Ιούνιο του 2010, έμειναν σε αυτόν, επιβιώνοντας, πολιτικά και κοινοβουλευτικά.

Βέβαια, οι περισσότεροι από τους ευρωκομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ, στην πορεία, προτίμησαν να μην ακολουθήσουν τις οδηγίες του Λεωνίδα Κύρκου και τις διασπαστικές πρωτοβουλίες του Φώτη Κουβέλη και των αυτοαποκαλούμενων "Ανανεωτικών", ενός ρεύματος, το οποίο εξέφρασε ό,τι το πιο σάπιο και το πιο αναχρονιστικό μπορούσε να εκφρασθεί και να εκπροσωπηθεί, στον χώρο της ελληνικής αριστεράς. Τα στελέχη αυτού του ρεύματος, που ακολούθησαν τον Φώτη Κουβέλη, στην δημιουργία του διάττοντος αστέρα της ΔΗΜΑΡ (η οποία, κατ΄ουσίαν, ετελεύτησε τον πολιτικό της βίο, μέσα, στην γενική περιφρόνηση), στην μεγίστη πλειοψηφία τους, εντάχθηκαν, μέσα από διάφορες πολιτικές πιρουέτες πέραν και έξω, από οποιεσδήποτε ιδεολογικές αναφορές, στο "Ποτάμι" του Σταύρου Θεοδωράκη, δηλαδή, στον αποϊδεολογικοποιημένο πολιτικό χώρο, που εκφράζει τον σύγχρονο "ευρωπαϊστικό" αναχρονισμό και την, επί του πρακτέου, πολιτική γραμμή, έτσι όπως αυτή αρέσει, στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες.

Σε αυτές τις δύο κυρίαρχες ομάδες, προστέθηκαν και διάφοροι χώροι και διάσπαρτα στελέχη, από την παλαιά εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με τροτσκιστικές και μαοϊκές πολιτικές καταβολές και όλοι αυτοί μαζύ, βρέθηκαν, αναπάντεχα και μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, εξ αιτίας της ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010 και της βαθύτατης και βαρύτατης οικονομικής κρίσης, που ακολούθησε, ως αποτέλεσμα της πολιτικής των Μνημονίων, καβάλα, στο κύμα, που τους οδήγησε στην εξουσία, αφού, στην πορεία, προστέθηκαν και διάφορα στελέχη της παλαιάς κεντροαριστεράς, τα οποία διαφώνησαν, με τις σκληρές μνημονιακές πολιτικές, που, στο όνομα ενός, ιδεολογικά, θολού και πολιτικά και οικονομικά, καταστροφικού "ευρωπαϊσμού", εφάρμοσε η πασοκική νομενκλατούρα, ύστερα, από την ασθένεια και τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, που άνοιξε τον δρόμο, στον κομφουζιονιστικό κσυγχρονισμό" του Κώστα Σημίτη, με αποτέλεσμα την καταβαράθρωση και την διάλυση, όχι μόνον του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ίδιας της κεντροαριστεράς, ως διακριτού πολιτικού και ιδεολογικού χώρου.

Έτσι, στην μεγίστη πλειοψηφία της, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ διακατέχεται, από δύο ιδεολογικοπολιτικά σύνδρομα, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Αφ' ενός, μεν, από την παλαιά κομμουνιστική ιδεολογία, η οποία, μετά την κατάρρευση του, αλήστου μνήμης "υπαρκτού σοσιαλισμού", έχει υποκατασταθεί, από έναν ιδιότυπο αριστερό νεοκεϋνσιανισμό (στον βαθμό, που ο "σοσιαλισμός", ή  ο "κομμουνισμός",  δεν αποτελούν ένα επίκαιρο πολιτικό καθήκον, προς υλοποίηση), συνοδευόμενη, πάντοτε, από την, λενινιστικής προέλευσης, πίστη στο κόμμα, ως ενός συλλογικού ιερού, στο οποίο όλοι πρέπει να δίνουν λόγο, ως μηχανισμό ελέγχου και σχεδιασμού της κοινωνίας.

Αφ' ετέρου, δε, από την ευρωπαϊστική ιδεολογία και συγκεκριμένα, από την σύγχρονη εκδοχή της, δηλαδή την έμπρακτη υλοποίηση του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι όπως αυτός προσδιορίζεται και εφαρμόζεται, από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έτσι όπως αυτοί οι θεσμοί υλοποιούνται σήμερα και ιδιαίτατα, αυτός της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης - της ευρωζώνης.





Ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι και παραμένουν εγκλωβισμένοι, μέσα στο παραληρηματικό "ευρωπαϊστικό" ιδεολόγημα, που διακατέχει την μεγάλη πλειοψηφία των ελίτ, που κουμαντάρουν τις τύχες των χωρών της ευρωζώνης. Μπορεί να αποτελούν τα "μαύρα πρόβατα", μέσα σε αυτές τις ελίτ, λόγω της ριζοσπαστικοφανούς ρητορικής τους και λόγω των κομμουνιστικών καταβολών τους και ιδιαίτερα, επειδή δεν έχουν αποκοπεί, πλήρως, από αυτές και τις οποίες δεν έχουν αποκηρύξει, αλλά, όσο και αν κατηγορούνται, από τους αντιπάλους τους, ως "αντιευρωπαϊστές", στην πραγματικότητα, μένουν δεμένοι, στο άρμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" (ακόμη και αν, στην πορεία, υποχρεωθούν να διαπράξουν μία, ακόμη, "πατροκτονία" - ανάμεσα, στις πολλές άλλες, που έχουν διαπράξει, κατά την διάρκεια του πολιτικού τους βίου). 

Ακόμη και η (ευκαιριακή, ή μη ευκαιριακή) πρόσδεση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, στο αμερικανικό άρμα, το οποίο ήταν - ανάμεσα και σε πολλά άλλα - αυτό, που της επέτρεψε να της μείνει ο δρόμος ανοικτός, προς την κυβερνητική εξουσία, την οποία και κατέλαβε, με την βοήθεια του κεντροδεξιού κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου και η προσκόλληση του Γιάννη Βαρουφάκη (ο οποίος κουβαλάει τις δικές του ιδεοληψίες και αυταπάτες, για το ευρώ και την ευρωζώνη), στον στενό κύκλο των συνεργατών του Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή το ταξίδι του στο Τέξας, όπου, ο, τότε, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, γνώρισε τον τωρινό υπουργό Οικονομικών, καθώς και όλον αυτόν τον κύκλο ανθρώπων, που, μέχρι την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, περιστοίχιζαν το επιτελείο του ΓΑΠ (James Galbraith, Joseph Stiglitz, Έλενα Παναρίτη), ήλθαν να σηματοδοτήσουν τις εμμονές του Αλέξη Τσίπρα και της πλειοψηφίας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, στο παραδοξολογικό ιδεολόγημα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού".

Βέβαια, αυτόν τον "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", που υλοποιείται και εκφράζεται, από τον επικρατούντα και εφαρμοσμένο, σε όλη την επικράτεια της ευρωζώνης, νεοσυντηρητικό "κεϋνσιανό φιλελευθερισμό", ο οποίος είναι προσαρμοσμένος, στην ασθμαίνουσα και αποσυντονιζόμενη λογική της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλησε (και εξακολουθεί να θέλει), με την βοήθεια του αμερικανικού παράγοντα, να τον αλλάξει, αλλά, ενώπιον των τεράστιων αντιστάσεων, στις οποίες έχει βρεθεί, που, όμως, ήσαν γνωστές και αναμενόμενες και τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει, αντιλαμβάνεται ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, ακριβώς, επειδή η ίδια βρίσκεται, σε θέση αδυναμίας.

Αυτή η επικρατούσα κατάσταση, που λογίζεται, ως "η πραγματικότητα" και η παραδοσιακή καθεστωτική αντίληψη, που έχουν όλοι οι εξουσιαστές, για την εξουσία, φαίνεται να σπρώχνουν και να οδηγούν τον Αλέξη Τσίπρα, στην λογική των "ρεαλιστικών συμβιβασμών" και στην επιδίωξη της υπογραφής μιας συμφωνίας, με τους ευρωζωνίτες, η οποία θα δώσει χρόνο, στην κυβέρνηση και στον ΣΥΡΙΖΑ, για να περιμένουν "ευνοϊκότερους καιρούς" και "καλύτερους συσχετισμούς δυνάμεων", μέσα στην ευρωζώνη - όλων αυτών μεταφραζόμενων, στην προσπάθεια, για την στερεοποίηση του εδάφους, στο οποίο κινείται η νέα κυβερνητική εξουσία και η παραμονή του κόμματος αυτού της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, στην κυβέρνηση, με την, κατά το δυνατόν, εξάντληση της τετραετίας, δηλαδή όλου του χρόνου, που έχει στην διάθεσή του, με βάση τα, συνταγματικώς, προβλεπόμενα, ή ακόμη και με την διαμόρφωση εκείνων των συνθηκών, που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν μια νέα θητεία, με κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Αυτά λέει η κοινή λογική, αλλά, εδώ, σε αυτή την κοινή λογική, είναι, που βρίσκονται τα δύσκολα, αφού το σύνολο, σχεδόν, των ευρωπαϊκών πολιτικών διαμορφώνει και οικοδομεί απόψεις, οι οποίες στηρίζονται σε ασθενή και ως εκ τούτου, σαθρά θεμέλια.

Με δεδομένη την προσπάθεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να βρει ένα modus vivendi, με την γερμανική πολιτική ελίτ, με την ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., πάνω στους κανόνες της "κοινής λογικής", έτσι, όπως αυτοί διαμορφώνονται από το επικρατές και κυρίαρχο, εντός αυτών, ιδεολογηματικό παραμόρφωμα, το οποίο περιγράφω, ως νεοσυντηρητικό κεϋνσιανό φιλελευθερισμό, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, από το να επισημάνω τα λογικά και πραγματικά αδιέξοδα, στα οποία έχουν και πρόκειται να εμπλακούν ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, όσο επιδιώκουν αυτό, που οι διάφοροι κομματικοί και κυβερνητικοί παράγοντες προσδιορίζουν, ως "έντιμο συμβιβασμό".

Όταν οι σύγχρονοι εραστές του ιδεολογήματος του νεοσυντηρητικού κεϋνσιανού φιλελευθερισμού αναφέρονται, στην "κοινή λογική" και μιλούν, για οικονομικά θέματα, εννοούν, μια συγκεκριμένη όψη αυτής της λογικής, η οποία διέπει την μικροοικονομία, δηλαδή τα ιδιωτικά οικονομικά. Τα οικονομικά της ατομικής, της μικρής και της μεσαίας επιχείρησης, καθώς και  τα οικονομικά των νοικοκυριών.


Βέβαια, η οικονομική λογική, που διέπει τις ατομικές, τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι βάσιμη και φυσικά, δεν είναι εσφαλμένη, για τους χώρους αυτούς. Η αποταμίευση, ο ισοσκελισμός εσόδων και εξόδων, η αποφυγή του δανεισμού και η φροντίδα, για την εξόφληση των δανείων, όταν αυτά πρέπει να ληφθούν, είναι οι βασικοί κανόνες των οικονομικών των ατομικών και των μικρών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Όλα αυτά, όμως, όσο βάσιμα και αν είναι, για αυτόν τον χώρο της μικροοικονομικής, δεν αφορούν και ουδεμία σχέση έχουν, με την δημόσια οικονομία και το πεδίο δράσης της μακροοικονομίας.

Αυτήν την λογική, που επικρατεί στα λεγόμενα μικροοικονομικά και η οποία, μέχρι την εποχή της Great Depression της δεκαετίας του 1930, ήταν κυρίαρχη και σε όλα τα πεδία της οικονομικής επιστήμης, είναι που (επαν)έφεραν, ως εφαρμοσμένη οικονομία, στον χώρο των μακροοικονομικών και στα δημόσια οικονομικά, οι σύγχρονοι εραστές του κεϋνσιανού νεοσυντηρητισμού, που πλειοψηφούν, συντριπτικά, στην ευρωζώνη. Φυσικά, το γεγονός ότι αυτή η απίθανη λογική είναι εξωπραγματική και αντιεπιστημονική είναι κάτι, το οποίο, ουδόλως, τους απασχολεί και τους είναι, τελείως, αδιάφορο.

Έτσι, στον χώρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, ο οποίος λειτουργεί, με ένα κοινό νόμισμα, το ευρώ, το οποίο, πρωτογενώς, αποτελεί πηγή κρίσης, για τον ενιαίο αυτόν χώρο, επειδή λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, για όλες τις χώρες, που μετέχουν, στην ευρωζώνη (ακόμη και για την Γερμανία, η οποία, εσφαλμένα, θεωρείται ότι είναι ευνοημένη, από αυτό το κοινό νόμισμα) και ο οποίος χώρος μαστίζεται, από την, δευτερογενούς φύσεως, κρίση χρέους, που συνδυάζεται, με την ακραία ανισοκατανομή των πλεονασμάτων της αποταμίευσης, την επενδυτική άπνοια, την, μακροχρονίως, επίμονα, υψηλή ανεργία και την χρονίζουσα υποπαραγωγή, η έννοια του δημόσιου χρέους και της αποταμίευσης έχουν λάβει διαστάσεις μύθου, ο οποίος έχει αποκτήσει έντονα παραληρηματικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται οι οικονομίες των χωρών, που συμμετέχουν, στην αποκαλούμενη ευρωζώνη.

Αυτό συμβαίνει επειδή το ευρώ, το κοινό νόμισμα της ευρωζώνης, είναι και λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα. Αυτή είναι η πηγή του κακού.

Εάν το ευρώ λειτουργούσε, όπως λειτουργεί  ένα εθνικό νόμισμα, εάν, δηλαδή, η ευρωζώνη ήταν ένα ομοσπονδιακό κράτος, τότε, τα πράγματα θα ήσαν, εντελώς, διαφορετικά, αφού, στις οικονομίες, που λειτουργούν, με εθνικό νόμισμα, οι έννοιες του δημόσιου χρέους και της αποταμίευσης χάνουν το νόημά τους και η όποια πολιτική αντιπαράθεση, γύρω, από αυτές, η οποία, συνήθως, καμουφλάρεται, με "οικονομολογικά" επιχειρήματα της κακιάς ώρας, τους προσδίδει ένα προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το οποίο, εάν αντιμετωπισθεί, με ένα ψύχραιμο και καθαρά επιστημονικό τρόπο, κρίνεται, ως ανεκδοτολογικό και αποτελεί μια πολύ καλή πηγή ευθυμογραφημάτων, αν και συνήθως, οδηγεί, σε οικονομικές και κοινωνικές τραγωδίες.

Έτσι, εάν η ευρωζώνη, λειτουργούσε, υπό συνθήκες εθνικού νομίσματος - κάτι, που αποτελεί αντίφαση στους όρους και ως εκ τούτου, είναι άτοπο, αφού, τότε, η ευρωζώνη δεν θα ήταν ευρωζώνη, δηλαδή δεν θα ήταν νομισματική ένωση και απλά, δεν θα υπήρχε, αφού θα είχε αντικατασταθεί από ένα ομοσπονδιακό κράτος, με κεντρική κυβέρνηση και πραγματική Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα βρισκόταν, υπό την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης - δεν θα περνούσε αυτή την κρίση χρέους, που περνάει, ούτε και θα είχε πρόβλημα, στην ανακατανομή των ανισοκατανεμημένων αποταμιεύσεων και στην ανακύκλωση των παραγόμενων πλεονασμάτων των χωρών της.

Τα προβλήματα αυτά, που κατατρώγουν και καταστρέφουν ολόκληρους τομείς των οικονομιών και των παραγωγικών δραστηριοτήτων, αλλά και τις οικονομίες ολόκληρων χωρών της ευρωζώνης, με την Ελλάδα, πρώτο και "καλύτερο" παράδειγμα, προκύπτουν, ακριβώς, επειδή το ευρώ είναι ένα ξένο νόμισμα, για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, ακόμη και όταν αυτό δεν γίνεται, άμεσα, αντιληπτό, από το ευρύτερο κοινό.

Έτσι, εάν το ευρώ λειτουργούσε, ως εθνικό νόμισμα, η έννοια της κρίσης χρέους θα ήταν αδιανόητη, για τις οικονομίες των χωρών του ευρώ, ακριβώς επειδή, τα δημόσια χρέη, στις οικονομικές περιοχές που λειτουργούν με εθνικά νομίσματα, με δεδομένο ότι αυτά δεν συνδέονται, με σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, με ξένα σκληρά νομίσματα, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι εκφρασμένα και συνομολογημένα, στο τοπικό νόμισμα της όποιας οικονομικής περιοχής, με αποτέλεσμα αυτά τα κρατικά χρέη να αποπληρώνονται, άνετα και απρόσκοπτα, μέσω ενός φθηνού και κατά βάση, εικονικού εσωτερικού δανεισμού και με την εκτεταμένη χρήση του seigniorage, δηλαδή, μέσω της έκδοσης και εκτύπωσης, από την κεντρική τράπεζα, των απαραίτητων ποσοτήτων του χρήματος, που, κάθε φορά, απαιτούνται, σε εκτέλεση των σχετικών εντολών της κυβέρνησης, η οποία, με τον τρόπο αυτόν και εξ αιτίας του γεγονότος ότι διαχειρίζεται και καθοδηγεί την οικονομία της χώρας, που διοικεί, μέσα από το εθνικό/τοπικό νόμισμά της, μπορεί να δημιουργήσει - και δημιουργεί - εκείνα τα επίπεδα αποταμιεύσεων, που της είναι, ανά πάσα στιγμή, επιθυμητά.

Αλλά, όπως, είπαμε, το ευρώ δεν είναι ένα εθνικό/τοπικό νόμισμα. Είναι ένα ξένο νόμισμα, για όλες τις χώρες της ευρωζώνης και αυτός είναι ο λόγος, για την φανερή κρίση του δημόσιου χρέους, στην ευρωζώνη, μια κρίση, η οποία αποτελεί ένα "εύηχο" ευφημισμό της ουσιαστικής και πραγματικής χρεωκοπίας της ευρωζώνης, μια χρεωκοπία, που γίνεται ακάματη προσπάθεια να κρυφτεί κάτω από το χαλί, μέσα και από την ποσοτικοποίηση και την ποσοστικοποίηση των μεγεθών, που να προσδιορίζουν την "κόκκινη ζώνη" της επέλευσης μιας κρατικής χρεωκοπίας, η οποία, κατά την κρατούσα άποψη, επέρχεται όταν ένα δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ της χώρας αυτής και καθίσταται επικίνδυνο όταν το χρέος αυτό εκτείνεται, πέραν του 60% του ΑΕΠ της.




Όλα αυτά είναι ανοησίες. 

Η χρεωκοπία ενός κράτους και συνακόλουθα της οικονομίας του, μπορεί να επέλθει, όταν το κράτος αυτό δρα μέσα σε μια οικονομία, η οποία λειτουργεί με ένα ξένο νόμισμα, είτε έχει συνδέσει το εθνικό νόμισμα, με ένα ξένο σκληρό νόμισμα. Και αυτή η κρατική χρεωκοπία, μπορεί να συμβεί και συνήθως, συμβαίνει, με πολύ μικρότερα, ποσοστά του δημόσιου χρέους, ως προς το ΑΕΠ, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα, που απεικονίζει τα ποσοστά του δημόσιου χρέους της Αργεντινής, το 2001, δηλαδή την χρονιά εκείνη, κατά την διάρκεια της οποίας χρεωκόπησε, με δημόσιο χρέος, το οποίο, μόλις, υπερέβαινε το 40% του ΑΕΠ της.

Και φυσικά, αυτή κρατική χρεωκοπία, που έγινε, την στιγμή, κατά την οποία η Αργεντινή είχε, το πέσο, ως δικό της τοπικό νόμισμα, δεν συνέβη τυχαία. Συνέβη, επειδή η αργεντίνικη πολιτικοοικονομική ελίτ είχε, αφρόνως, συνδέσει το τοπικό αυτό νόμισμα, με το σκληρό αμερικανικό δολλάριο, την πορεία του οποίου η αργεντίνικη οικονομία δεν μπορούσε να παρακολουθήσει.

Και αν η Αργεντινή μπόρεσε να σταματήσει την σφοδρή υπαναπτυξιακή διαδικασία και την βαριά οικονομική κρίση, που ξεκίνησε, από την εσφαλμένη αυτή διασύνδεση του τοπικού της νομίσματος, με ένα σκληρό νόμισμα, μέσω της αποσύνδεσης του πέσο, από το δολλάριο των Η.Π.Α., γεγονός, το οποίο την οδήγησε, στο να κηρύξη και επισήμως, ένα κρατικό χρεωστάσιο, που στηρίχθηκε, σε μια επιλεκτική στάση πληρωμών, στα κρατικά ομόλογα της χώρας, στην ευρωζώνη δεν μπορεί να γίνει μια τέτοια ενέργεια, διότι είναι το ίδιο το κοινό νόμισμα. το ευρώ, που λειτουργεί ως και είναι ένα σκληρό νόμισμα, το οποίο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί, από οποιοδήποτε άλλο. Και τούτο επειδή η τιμή του (η ισοτιμία του) δεν εξαρτάται, από κανένα άλλο νόμισμα.

Έτσι, το ευρώ, θα συνεχίσει να λειτουργεί, ως σκληρό νόμισμα και θα καταστρέφει - αλλού λιγότερο, αλλού περισσότερο - την παραγωγική βάση των οικονομιών της ευρωζώνης, ή θα υποτιμηθεί, ευρύτατα, εκτεταμένα και σε μακρά διάρκεια, στο χαμηλότερο εκείνο επίπεδο, στο οποίο βρίσκονται οι οικονομίες των χωρών εκείνων, που λειτουργούσαν, πριν την ένταξή τους, στην ευρωζώνη, ως οικονομίες μαλακών νομισμάτων, ή οι χώρες αυτές θα υποχρεωθούν, εκ των πραγμάτων, να επιστρέψουν, στα εθνικά τους νομίσματα.


Σε αυτή την παγίδα έχει εμπλακεί και έχει εγκλωβιστεί η παρούσα κυβέρνηση και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός το οποίο δεν ήταν καθόλου άγνωστο, στον Αλέξη Τσίπρα και στην πλειοψηφία της κομματικής ηγεσίας, που βρίσκεται, γύρω του.

Έτσι, οι αποκαλούμενοι "εταίροι" της ευρωζώνης και το Δ.Ν.Τ., δηλαδή οι δανειστές, αυτό που ζητούν, από την παρούσα κυβέρνηση είναι αυτό, που ζητούσαν και από τους προηγούμενους. Απαιτούν την συνέχιση της δανειοδότησης της ελληνικής οικονομίας, με όρους την αποπληρωμή των προηγούμενων δανείων, με ισοσκελισμένους κρατικούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι θα συνοδεύονται και με διάφορα και σε κάθε περίπτωση, ικανά μεγέθη πρωτογενών πλεονασμάτων, δια των οποίων θα χρηματοδοτούνται οι πληρωμές των δανεικών.

Φυσικά αυτή η επιδίωξη είναι, οικονομικά, αντιφατική και ως εκ τούτου, αδύνατο να επιτευχθεί και βεβαίως, απαράδεκτη, επειδή είναι εσφαλμένη, αφού, όπως είπαμε, στηρίζεται, στην λογική, στην συλλογιστική, στις συνεπαγωγές και στα συμπεράσματα των μικροοικονομικών, τα οποία, ουδόλως, σχετίζονται με την μακροοικονομία, κινούμενα, στην, εντελώς, αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν.

Με αυτά τα δεδομένα, δηλαδή, με αυτό το ευρώ, ως σκληρό νόμισμα, το οποίο έχει υιοθετήσει η ελληνική οικονομία, ως νόμισμά της, αντικαθιστώντας, αφρόνως, την μαλακή δραχμή, μαζύ με το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία δεν είναι μια οικονομία η οποία να στηρίζεται, στην εξωτερική ζήτηση και στις εξαγωγές, αφού το ύψος των εξαγωγών της και το 2014, παραμένει, εξακολουθητικά χαμηλό, με πτωτικές τάσεις (26,90 δισ. €) και αντιστοιχεί, στο 15,05% του ελληνικού ΑΕΠ, οι εισαγωγές της, παρά την ραγδαία πτώση τους, λόγω της κρίσης, παραμένουν μεγάλες 46,76 δισ. € (έναντι 46,13 δισ. €, το 2013), ποσόν, το οποίο αντιστοιχεί, στο 26,16% του ΑΕΠ του 2014. 


Έτσι, αφού οι καθαρές εξαγωγές της παραμένουν και το 2014, σταθερά, αρνητικές, παρουσιάζοντας ένα έλλειμμα, που φθάνει τα 19,86 δισ. €, δηλαδή στο -11,11% του ΑΕΠ της χώρας, γίνεται αντιληπτό ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να γίνει εκείνος ο εξαγωγικός γίγαντας, ο οποίος, με  καθαρές εξαγωγές της τάξεως, τουλάχιστον, του +5% του ΑΕΠ, να μπορεί να χρηματοδοτήσει τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και τα πλεονάσματα εκείνα, τα οποία θα μπορούν να εξυπηρετήσουν το ελληνικό δημόσιο χρέος. Και φυσικά, η ελληνική οικονομία δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει, ούτε και το ελληνικό ιδιωτικό χρέος, διαιωνίζοντας και εμβαθύνοντας την ανασφάλεια, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αφού δεν μπορεί να υπάρχει το απαιτούμενο θετικό ισοζύγιο εισροών, ούτε, στα δημόσια οικονομικά, που να χρηματοδοτούν τα επιδιωκόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, ούτε, στην ιδιωτική οικονομία, η οποία καλείται και θα συνεχίσει να καλείται να σηκώσει βάρη, τα οποία δεν μπορεί να αντέξει.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, οποιαδήποτε απόπειρα της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να υπογράψει μια συμφωνία, με την ευρωζώνη και τους λοιπούς δανειστές, η οποία δεν θα λύνει αυτόν τον γόρδιο δεσμό, μέσα στον οποίο έχει εμπλακεί η ελληνική οικονομία και κοινωνία, προφανώς, θα αποτελεί συνέχεια της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, με αποτέλεσμα την εξακολούθηση της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας, όσο περισσότερο, ή λιγότερο "καλή" και όσο "λιγότερο κακή" θα είναι η συμφωνία αυτή, από εκείνες, που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ύστερα από την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010.

Τα πεπραγμένα και οι κινήσεις της νέας κυβέρνησης, που προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 δείχνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ επιθυμούν τον συμβιβασμό, με τους ευρωζωνίτες. 

Για τον λόγο αυτόν, οι κυβερνητικοί εταίροι αποδέχτηκαν την ανακοίνωση της 20/2/2015, που έγινε από το Eurogroup , η οποία, μάλιστα, αν και είναι ένα απλό ανακοινωθέν, το οποίο δεν παράγει κάποια έννομα αποτελέσματα, που δεσμεύουν την χώρα (αφού έχει, μόνον, πολιτικό χαρακτήρα, ο οποίος, φυσικά και μπορεί να αναιρεθεί), αναβιβάστηκε και παρουσιάστηκε, καταχρηστικώ τω λόγω, ως συμφωνία, όπου, μάλιστα, ευηθώς, πράττουσα, η διαπραγματευτική ομάδα των Γιάννη Δραγασάκη και Γιάννη Βαρουφάκη και φυσικά, ο πρωθυπουργός απεδέχθησαν ότι η ελληνική πλευρά θα εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, προς τους δανειστές του ελληνικού δημοσίου.

Όμως, οι όποιες προθέσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, όση βαρύτητα και αν έχουν - και προφανώς, έχουν μεγάλη βαρύτητα -, στην πραγματικότητα, δεν είναι, καθόλου, εύκολο να υλοποιηθούν και λόγω του, εκ των πραγμάτων, ετεροβαρούς περιεχομένου, που θα έχει μια συμφωνία, με τους δανειστές. 

Έτσι, όσο "καλή" και αν είναι μια τέτοια συμφωνία, ακόμη και αν αυτή προκύψει, ως προϊόν συμβιβασμού - όσο "καλός" και "έντιμος" και αν είναι αυτός ο συμβιβασμός -, αυτή η συμφωνία, θα λειτουργήσει, όπως τα Μνημόνια, που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και, ακόμη και αν περιέχουν κάποιες βραχυπρόθεσμες ανακουφίσεις, στην πραγματικότητα, πολύ γρήγορα, θα οδηγήσουν την ελληνική οικονομία, στην στασιμότητα και στην συνέχιση της καθοδικής της πορείας, ακόμη και αν αυτή επιβραδύνει τους ρυθμούς της - κάτι, που, άλλωστε, ήδη, έχει συμβεί.

Όλα αυτά θα συμβούν, δίκην φυσικών γεγονότων, για πολλούς και διάφορους λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται, ως εξής :

1) Μια συμφωνία, με τους ευρωζωνίτες και τους λοιπούς δανειστές, εφόσον δεν ρυθμίζει το ζήτημα της χρηματοδότησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, μέσα από την εκτεταμένη άσκηση του seigniorage, από την Ε.Κ.Τ. και την Τράπεζα της Ελλάδος, όποια άμεση, ή έμμεση μορφή και αν λάβει αυτή η άσκηση του εκδοτικού δικαιώματος, υπέρ του ελληνικού δημοσίου, ή, εναλλακτικά, όσο δεν διαγράφεται, το σύνολο, σχεδόν του χρέους αυτού, θα κρατήσει την χώρα, μέσα στην παγίδα του χρέους και θα ανατροφοδοτεί, συνεχώς, τον φαύλο κύκλο, στον οποίο έχει εγκλωβισθεί η ελληνική οικονομία και προσδιορίζεται ως : Χρέος - ανεπάρκεια αποταμιεύσεων - αυξημένη φορολόγηση - στασιμότητα/πτώση της ενεργού ζητήσεως - στασιμότητα/πτώση των επενδύσεων - διογκωμένη ανεργία - στασιμότητα/πτώση του ΑΕΠ και στην συνέχεια, ανατροφοδότηση αυτού του φαύλου καθοδικού σπειροειδούς κύκλου, από τις επιπτώσεις της ίδιας της δυναμικής του κύκλου αυτού,  η οποία θα επιδεινώνεται, από την παρουσία του σκληρού και ακριβού ευρώ.

2) Το νέο Μνημόνιο - διότι περί αυτού θα πρόκειται - στο μέτρο που αυτή η συμφωνία δεν θα επανακαθορίζει και δεν θα επαναρυθμίζει τις σχέσεις της ελληνικής οικονομίας, με το ευρώ και εφ΄όσον αυτό το κοινό νόμισμα δεν πληθωρίζεται, ούτως ώστε να φθάσει, σε ανεκτά επίπεδα της τάξεως των 0,60 € έναντι 1,00 $, προκειμένου να βοηθηθούν οι ελληνικές εξαγωγές και να εμποδισθούν οι ανεξέλεγκτες εισαγωγές, που, σε συνδυασμό, με τις ολοένα και περισσότερο εξασθενούσες εξαγωγές, αποδεκατίζουν την ελληνική παραγωγή, καθώς και εάν δεν τεθούν κάποιοι σημαντικοί φραγμοί στην κίνηση κεφαλαίων, η οποία έχει στείλει, στο εξωτερικό, από το 2002 και σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, που η Ελλάδα βρίσκεται, στην ευρωζώνη, κάπου περισσότερα, από τρία ελληνικά ΑΕΠ, αυτό, που θα καταφέρει, θα είναι να συνεχίσει την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, μέσα από την αποσάρθρωση της παραγωγικής της βάσης. 

3) Όμως, η ελληνική παραγωγή δεν πρόκειται να ορθοποδήσει, όσο, η όποια συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, με τους ευρωζωνίτες, δεν θέτει κανόνες, καθώς και σαφείς και συγκεκριμένους φραγμούς, στο διεθνές εμπόριο, για την ελληνική, αλλά και για την ευρωπαϊκή παραγωγή. Έτσι, για να ορθοποδήσει η ελληνική παραγωγή χρειάζονται και άλλα μέτρα, που θα πρέπει να ενταχθούν, μέσα στα πλαίσια της όποιας συμφωνίας και τα οποία θα θέτουν φραγμό, στο ανεξέλεγκτο διεθνές εμπόριο και χωρίς τα οποία, μάλιστα, παρά τις φρούδες ελπίδες της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ, δεν πρόκειται να ορθοποδήσει, όσο οι ισορροπίες, στην ευρωζώνη, παραμένουν, ως έχουν και όσο δεν υψώνονται οι αναγκαίοι εμπορικοί (δασμολογικοί, φορολογικοί και άλλοι) φραγμοί, που θα εξισορροπούν τις καταστροφικές επιπτώσεις, που έχουν προκύψει, στην ελληνική - αλλά και στην ευρωπαϊκή - παραγωγή, από τους οικονομικούς μηχανισμούς, που έχουν να κάνουν, με το συγκριτικό κόστος των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Αλλά τέτοιες ρυθμίσεις, ούτε, που περνούν, έστω και ως ιδέες, από τα μυαλά των ευρωζωνιτών. Η μπατιροτραπεζοκρατία και οι πολυεθνικές εταιρείες, που κάνουν κουμάντο, στο πολιτικό προσωπικό και στις ελίτ της ευρωζώνης, ούτε που θέλουν να ακούσουν, έστω και ως αστείο, για την υιοθέτηση τέτοιων κανόνων και ρυθμίσεων, που θα θέτουν εμπόδια στο διεθνές επόριο και στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία, η αλήθεια είναι ότι έχει πληγεί, σοβαρότατα, από την έλευση της βαθύτατης οικονομικής κρίσης του 2008, η οποία προέκυψε από την χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

4) Τέλος, εάν η συμφωνία αυτή δεν προβλέπει την δραστική ενίσχυση των δημόσιων (ελληνικών και ευρωζωνικών) επενδύσεων θα είναι, απολύτως, καταστροφική, αφού δεν είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις αυτές, που θα ανακόψουν την κρίση και θα επαναφέρουν, στην αναπτυξιακή διαδικασία την ελληνική (αλλά και την ευρωζωνική) οικονομία. Χωρίς ένα μαζικό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, η εσωτερική αγορά, δεν πρόκειται να ανακάμψει. Αλλά, μια τέτοια πολιτική, που θα τονώνει τις δημόσιες επενδύσεις οδηγεί έξω από την νεοσυντηρητική συλλογιστική των ευρωζωνικών ελίτ, περί ισοσκελισμένων κρατικών προϋπολογισμών και περί πρωτογενών πλεονασμάτων.

Φυσικά, όλα αυτά είναι, απολύτως, γνωστά, στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, επί του οποίου ηγείται ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, όπως, επίσης, είναι το ίδιο γνωστά και στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι αυτοί αυτό, που έχουν να κάνουν μοιάζει, σαν τον τετραγωνισμό του κύκλου, πλην, όμως, δεν πρόκειται περί αυτού. Το εγχείρημα έχει  - περισσότερες της μιας - λύσεις.

Αυτές τις λύσεις, είναι που προσπαθεί να αποφύγει η γερμανική κυβέρνηση και η λοιπή ευρωζωνική ελίτ. Μπορεί ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία του Mario Draghi να ασκούν ένα πολιτικό και διαπραγματευτικό bullying, στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, όμως, παρά όλον αυτόν τον καταιγισμό των φραστικών και των λοιπών απειλών, στην πραγματικότητα, οι ευρωζωνίτες θα παρουσιάσουν ένα συμβιβαστικό πακέτο προτάσεων, για τον απεγκλωβισμό όλης αυτής της διαπραγματευτικής διελκυστίνδας, από το αδιέξοδο.

Αυτό θα το πράξουν, όχι, εξ αιτίας κάποιας εγγενούς συμβιβαστικής τάσης τους, η οποία, ως γνωστόν, είναι ανύπαρκτη, όταν η αντίπαλη πλευρά, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι - ή θεωρείται ότι είναι, ή πιστεύει η ίδια ότι είναι - αδύναμη. Θα το πράξουν επειδή οι άλλες λύσεις, που υπάρχουν στο τραπέζι είναι και για τους ίδιους οδυνηρές.

Οι λύσεις αυτές εκτείνονται, από την άσκηση του seigniorage, από την Τράπεζα της Ελλάδος, ύστερα από εντολή της ελληνικής κυβέρνησης και αφού αυτή θα έχει κηρύξει την χώρα, υπό το ειδικό νομικό καθεστώς της έκτακτης ανάγκης, διατάσσοντας τον Διοικητή της Τ.τ.Ε. Γιάννη Στουρνάρα, να προβεί, στην εκτύπωση των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού κράτους.

Παράλληλα, βέβαια, το ελληνικό δημόσιο μπορεί να διατάξει την Τράπεζα της Ελλάδος να προχωρήσει, στην εκτύπωση ενός νέου χρηματόγραφου, μιας νέας δραχμής, ήτοι ενός νέου νομίσματος, το οποίο θα κυκλοφορεί, παράλληλα, με το ευρώ, το οποίο, σε σχετικά, μικρό χρονικό διάστημα, θα αντικαταστήσει στις εσωτερικές συναλλαγές, υπακούοντας, στον γνωστό "νόμο του Gresham", με βάση τον οποίο "το κακό νόμισμα διώχνει το καλό", δίνοντας την ευχέρεια, στο ελληνικό δημόσιο να προβεί στην δημιουργία όσων ποσοτήτων συναλλαγματικών αποθεμάτων, σε ευρώ, επιθυμεί, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δανειακές του υποχρεώσεις και να φέρει, άνετα, εις πέρας, τις συναλλαγματικές υποχρεώσεις, που προκύπτουν από το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο και από τις ευρύτερες διεθνείς συναλλαγές της χώρας.

Ως εκ τούτου, οι ευρωζωνίτες, παρά τους λεονταρισμούς του δρ. Σόϋμπλε και του Μάριο Ντράγκι, θα προβούν, σε συμβιβαστικές προτάσεις, διότι δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να δουν το ευρώ, από κοινό νόμισμα, που, τώρα (έστω και με πολλούς κόπους και βάσανα), είναι, να μετατρέπεται, σε έναν μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο οποίος, όσο και αν, στην αρχή, θα γίνει προσπάθεια να εμφανισθεί, ως σταθερός, στην πορεία θα καταστεί κυμαινόμενος και απρόβλεπτος, με βέβαιη την προοπτική της διεύρυνσής του, αφού, στην πορεία του χρόνου, αργά, ή γρήγορα, θα διευρυνθεί, ως τέτοιος, με την επιστροφή και άλλων χωρών της τωρινής ευρωζώνης, στα τοπικά τους νομίσματα.

Και φυσικά, οι ευρωζωνίτες δεν είναι, επίσης, καθόλου διατεθειμένοι να παρακολουθήσουν την κατάρρευση της αξίας του ευρώ, η οποία θα έλθει, από την χρήση του εκτυπωτικού δικαιώματος, ήτοι της νομισματοκοπής και την κυκλοφορία των χρηματικών ποσοτήτων, σε ευρώ, που θα δημιουργήσει, η Τράπεζα της Ελλάδος - παρά τις όποιες αντιστάσεις του Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος, κακώς, παρέμεινε, στην διοίκηση της ελληνικής κεντρικής τράπεζας, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι παράρτημα της Ε.Κ.Τ.

Όλα αυτά θα μαλακώσουν τους ευρωζωνίτες, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να οδηγήσουν τον Αλέξη Τσίπρα, στην υπογραφή μιας συμβιβαστικής συμφωνίας, η οποία θα του δώσει (δανεικό) χρήμα και χρόνο, μέχρι το ερχόμενο φθινόπωρο, στηριζόμενοι και στις ευρείες "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες, τις οποίες τρέφει και ο ίδιος και η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα, όμως, μια οποιαδήποτε συμφωνία συμβιβασμού, ανάμεσα στους ευρωζωνίτες και στην κυβέρνηση της αναπαλαιωμένης παραδοσιακής αριστεράς, που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγεί σε αδιέξοδο, όσο και αν αυτός ο συμβιβασμός είναι ένας "καλός" συμβιβασμός, απλώς και μόνο, επειδή ο οποιοσδήποτε "καλός" συμβιβασμός, που δεν θα αντιμετωπίζει τα τέσσερα ζητήματα, που θίξαμε, παραπάνω, θα αναβάλει την εμφάνιση του αδιεξόδου και θα κρατεί την ελληνική οικονομία και την κοινωνία της χώρας μας, σε μια διαδικασία παρατεταμένης φθοράς, όσο αργή και αν είναι αυτή η φθορά.

Έτσι, με την παρούσα άθλια κατάσταση του συνόλου των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών και παρά την όποια οριακή βελτίωσή τους - εάν αυτή δεχθούμε ότι θα υπάρξει, κάτι, που είναι, εξαιρετικά, αμφίβολο - η ελληνική οικονομία θα παραμείνει, μακροπρόθεσμα και για ακαθόριστο και απροσδιόριστο χρόνο, στην "καλύτερη" των πιθανών περιπτώσεων, σε μια πορεία καταστροφικής στασιμότητας, ο οποίος, πάντως, θα είναι, σε κάθε περίπτωση πολύς και θα καταστεί ατελεύτητος, όσο η ευρωζώνη παραμένει, ως έχει, εγκλωβισμένη (παρά τα όποια μέτρα  νομισματικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ.), στα δεσμά του δημοσιονομικού συμφώνου και στην απαίτηση, για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

Με αυτά τα δεδομένα, αυτή η παράταση της οικονομικής και κοινωνικής φθοράς, στην χώρα μας, θα οδηγήσει στην πολιτική, κοινωνική και εκλογική φθορά του παρόντος κυβερνητικού σχήματος και στην πλήρη απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και αν, σήμερα, το κόμμα αυτό παρουσιάζεται, ως ο κυρίαρχος του ελληνικού πολιτικού τοπίου. Αυτή η κατάσταση δεν θα του επιτρέψει να κρατήσει αυτή την αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία της τωρινής εποχής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα υποστεί και ο ίδιος την φθορά, που θα συνεχίσει να υφίσταται η ελληνική κοινωνία, εάν υπογράψει, έστω και ένα "ήπιο" Μνημόνιο. Και φυσικά, θα είναι άξιος της τύχης του.


Όμως, ακριβώς, επειδή όλα αυτά είναι γνωστά, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και επειδή το κόμμα αυτό δεν μπορεί να ακολουθήσει, αβρόχοις ποσί, μια μνημονιακή πολιτική, έστω και αν αυτή είναι "καλύτερη", από την πολιτική των κυβερνήσεων του ΓΑΠ, του Λουκά Παπαδήμου και των σαμαροβενιζέλων, στην πραγματικότητα, ουδέν έχει, ακόμη, κριθεί.

Όπως είπαμε, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να υπογράψει μια συμφωνία, που θα κρατάει την Ελλάδα, στην ευρωζώνη, αλλά έχει και την επίγνωση της δυσκολίας ενός τέτοιου εγχειρήματος, το οποίο δεν είναι, μόνο, πολιτικό. Προφανώς, είναι και πολιτικό, διότι η κομματική  και η εκλογική του βάση δεν είναι διατεθειμένη να υποστεί το άγος ενός νέου Μνημονίου και ήδη, δυσανασχετεί.

Το πρόβλημα, πάνω, από όλα είναι οικονομικό και κοινωνικό, αφού το εγχείρημα της παραμονής της χώρας, στην ευρωζώνη, υπό τις παρούσες συνθήκες και όσο η ευρωζώνη, μένει, ως έχει, δεν βγαίνει, δεν είναι δυνατό να έλθει, αισίως, εις πέρας.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει σαφέστατη γνώση όλων αυτών των δεδομένων και παραμέτρων του ακανθώδους ελληνικού προβλήματος. Ως εκ τούτου, τίποτε δεν είναι δεδομένο. Οι οριστικές αποφάσεις, για το πού θα πάει η χώρα και το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσει ο Αλέξης Τσίπρας και το στελεχιακό δυναμικό της αναπαλαιωμένης παραδοσιακής κομμουνιστικής και κομμουνιστογενούς αριστεράς, που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο στελεχιακό δυναμικό έχει καταλάβει τα ηγετικά του κλιμάκια, δεν έχουν, ακόμη, ληφθεί.

Όπως έχουμε πει, το καλύτερο, που έχει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να διαπραγματευθεί και να επιβάλει, με τον τρόπο, που υποδεικνύουμε, παραπάνω κι όπως πολλές φορές έχουμε προτείνει, στο παρελθόν [ ΕΚΛΟΓΕΣ 4/10/2009 - ΠΑΣΟΚ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΗΤΤΑ ΣΤΟΝ ΘΡΙΑΜΒΟ με τον ίδιο αριθμό ψήφων, που είχε και στις εκλογές του 2004! (Ή ΠΩΣ Η ΝΔ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ) και Greece : It's time to print euros! (Το κρατικό δικαίωμα της νομισματοκοπής, υπό το νομικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, οι Συνθήκες της ευρωζώνης, η άρση του π.δ. 500/1974, περί γενικής επιστρατεύσεως, ύστερα από απαίτηση της Comission και το παράδειγμα της Ιρλανδίας) και Οι "ευρωπαϊστές" οδηγούν την Ελλάδα σε μια τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή. (Ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" του Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός" του Λεωνίδα Κύρκου και η έμπρακτη αποτυχία της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης) και Let's occupy E.C.B. Let's destroy "deadzone". (Αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ - ή η όποια άλλη -, που θα διαδεχθεί το παρόν κυβερνητικό πτώμα, δεν ασκήσει το seigniorage θα έχει την κακή τύχη όλων των κυβερνήσεων, που προέκυψαν από την χρεωκοπία του 2010) και Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές ], την δρομολόγηση μιας συμφωνημένης, με τους ευρωζωνίτες (οι οποίοι έχουν κάθε λόγο, για να μην την δεχθούν, αλλά την οποία, μπορούν να εξαναγκαστούν να αποδεχθούν), διαδικασίας, ενός λεπτομερούς οδικού χάρτη, για την ομαλή και ασφαλή επιστροφή, στην δραχμή.

Θα το τολμήσει ο Αλέξης Τσίπρας;

Κάτι τέτοιο μπορεί να μην φαίνεται. Και όντως, δεν είναι ορατό. Πλην, όμως, ουδόλως αποκλείεται...