Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Προϋπολογισμός 2010 : Ένας προϋπολογισμός μακροχρόνιας αντιαναπτυξιακής λογικής και ομιχλώδους στόχευσης.







Τα βασικά μεγέθη του ελληνικού προϋπολογισμού 2010.


Η κατάθεση του σχεδίου του προϋπολογισμού του 2010 από την νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον ΓΑΠ έγινε μέσα σε βαρύ κλίμα, με δεδομένη την κακή οικονομική συγκυρία και την είσοδο της χώρας στο τούνελ της οικονομικής ύφεσης, από τα τέλη του περασμένου χρόνου και την ολοσχερή αποτυχία της απελθούσας κυβέρνησης Καραμανλή να διαχειριστεί αυτήν την ύφεση, η οποία έλαβε σημαντική διάσταση (χωρίς όμως να φθάσει, μέχρι τώρα, στο εύρος της έκτασης, που θα λάβει στις άλλες χώρες της ευρωζώνης, ένα εύρος, το οποίο θα γίνει ορατό σύντομα, ευθύς ως έλθουν τα πρώτα απολογιστικά στοιχεία, για το 2009 - αυτό, που τώρα μπορούμε να πούμε, με αρκετή βεβαιότητα, είναι ότι στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης και στον υπόλοιπο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι σημαντικά αρνητικοί, της τάξης του -3%, ή -4% και σε κάποιες ίσως και περισσότερο) και θα αγγίξει τώρα, σε μέσα επίπεδα, ως προς την μεγέθυνση του ΑΕΠ, το -1,2%, ενώ ο ρυθμός της μείωσής του, στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 υπολογίζεται ότι θα φθάσει το -1,6%.

Η ανικανότητα της κυβέρνησης Καραμανλή να διαχειριστεί, στοιχειωδώς, την οικονομική ύφεση οδήγησε την χώρα να βιώσει, για πρώτη φορά από το 1993, αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (αν και, όπως είπα, η οικονομία του τόπου άντεξε, όπως, με εμφανή έκπληξη και ικανοποίηση, επεσήμανε στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον περασμένο Σεπτέμβριο και ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής) και έφερε τις πρόωρες εκλογές της 4/10/2009, οι οποίες υπήρξαν προϊόν του απίστευτου πελαγώματος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης Καραμανλή και της επιθυμίας του τότε πρωθυπουργού να παραδώσει ουσιαστικά την χώρα στην επόμενη κυβέρνηση (του ΓΑΠ ή του οποιουδήποτε άλλου), προκειμένου να αποφύγει τον επερχόμενο εκλογικό διασυρμό (τον οποίον, τελικά, δεν απέφυγε, αλλά, απλώς, τον επέσπευσε).

Όμως, εδώ, στο παρόν θέμα δεν είναι η ήττα της Ν.Δ., που μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει ο προϋπολογισμός του 2010, πολύ περισσότερο, που οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009 έγιναν με κύρια αφορμή και αιτία την κατάσταση της οικονομίας.

Ο νυν πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, με δεδομένες και πλήρως γνωστές τις αρνητικές συνθήκες και την κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, εμφάνισε ένα πρόγραμμα, κεϋνσιανής έμπνευσης, με υποσχέσεις, για στήριξη της κατανάλωσης, ανάταξη της ανάπτυξης, στήριξη της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, δημόσιου δανεισμού για χρηματοδότηση και των επενδύσεων και της δημόσιας κατανάλωσης και φορολόγησης των εχόντων και κατεχόντων, με την επιβολή φόρων στις μεγάλες περιουσίες (ακίνητες κυρίως, αλλά και κινητές), αλλά και με την επιβολή ενιαίας προοδευτικής φορολογίας, για όλα τα εισοδήματα.

Με αυτό το πρόγραμμα, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τις οδηγίες του διευθυντηρίου των Βρυξελλών, ο ΓΑΠ πήρε άνετα τις εκλογές (χωρίς ουσιαστικά να αυξήσει τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ, σε σχέση με τις εκλογές του 2004, στις οποίες το ΠΑΣΟΚ είχε υποστεί μια μεγάλη ήττα), καλλιεργώντας στους ψηφοφόρους ένα κλίμα ''αγοράς ελπίδας'', το οποίο του απέδωσε εκλογικούς καρπούς, αφού, συγκρινόμενο με το βαθιά καταθλιπτικό περιεχόμενο των προεκλογικών επαγγελιών του Κώστα Καραμανλή και του ανεκδιήγητου ''μπετούγια'' (Γιάννη Παπαθανασίου), ο οποίος ήταν ο front man του άσχετου από οικονομική διαχείριση Γιώργου Σουφλιά, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται, ήταν ο ουσιαστικός πρωθυπουργός - με άτυπες αρμοδιότητες αντιπροέδρου της κυβέρνησης - του τελευταίου έτους διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, αλλά και με το ουσιαστικό κλίμα εσπευσμένης εγκατάλειψης του κυβερνητικού σκάφους, ήταν μακράν καλύτερο και ως περιεχόμενο και ως ουσία και ως επαγγελία ελπίδας - ακόμα και αν η ελπίδα αυτή ήταν φρούδα και χωρίς αντίκρυσμα, όπως ήταν φανερό, αν και μη ομολογημένο, κατά την προεκλογική περίοδο.



Ένας προϋπολογισμός, ήδη από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης της δεκαετίας του '30, δεν αποτελεί μια απλή λογιστική απεικόνιση εσόδων και εξόδων του κράτους, ούτε είναι αποτέλεσμα της κλασσικής οικονομικής αναγκαιότητας να υπάρχει ένας λογαριασμός, που να δείχνει το πως δουλεύει το δημόσιο ''μαγαζί'' και να γνωρίζουν οι φορολογούμενοι το που ξοδεύονται οι εισπραττόμενοι από το κράτος φόροι, ως προϊόν, δηλαδή της απαίτησης της ηγεμονεύουσας οικονομικής και κοινωνικής ελίτ και της ευρύτερης κοινωνίας για διαφάνεια.

Οι δημόσιοι προϋπολογισμοί, εδώ και πάνω από 70 χρόνια και πολύ περισσότερο, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελούν κρίσιμο και προσδιοριστικό δομικό στοιχείο της οικονομίας των χωρών του σύγχρονου οικονομικά αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και μάλιστα σε όλες του τις εκδοχές, αφού το κράτος, ως τεράστιο, πλέον, οικονομικό μέγεθος, παίζει καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό του μεγέθους της οικονομικής ανάπτυξης, των επιπέδων και της σύνθεσης της κατανάλωσης, των επενδύσεων, της διαχείρισης των αποταμιεύσεων, της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού, της χρηματοδότησης ή/και της εισαγωγής της τεχνολογικής καινοτομίας στην οικονομία, της εκπαίδευσης του συνολικού πληθυσμού και με λίγα λόγια, του προσδιορισμού της διάρθρωσης των συνόλου των εσόδων μιας οικονομίας.
Αλλά το κυριότερο και περισσότερο αποφασιστικό γεγονός είναι το ότι το τεράστιο σύγχρονο κράτος και ο προϋπολογισμός του είναι οι αποφασιστικοί παράγοντες προσδιορισμού, ρύθμισης και εξισορρόπισης του όγκου της ολικής δαπάνης και της συναθροιστικής ζήτησης της οικονομίας για αγαθά και υπηρεσίες.

Έχοντας παύσει το κράτος να αποτελεί παρία της οικονομικής δραστηριότητας, έχει καταστεί, μέσα από το κεϋνσιανής εμπνεύσεως εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής, άμεσα καθοριστικός παράγοντας της οικονομικής μεγέθυνσης και γενικά όλων των μεγεθών της οικονομίας. Οι προϋπολογισμοί των σύγχρονων αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών δεν αποτελούν παθητικές αποκρίσεις στις εξελίξεις του πάλαι ποτε ανεξέλεγκτου οικονομικού κύκλου, αλλά είναι καθοριστικοί μηχανισμοί δημοσιονομικής πολιτικής, οι οποίοι προσδιορίζουν τις εξελίξεις και την πορεία του οικονομικού κύκλου των σύγχρονων κοινωνιών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και αναδεικνύουν τις κυβερνητικές οικονομικές προτεραιότητες και επιλογές.

Αναδεικνύουν, δηλαδή, το εάν οι κυβερνητικές επιλογές προσανατολίζονται στην ανάπτυξη της οικονομίας (οπότε αυτό που πρέπει να εξετάζεται είναι το επιδιωκόμενο επίπεδο ανάπτυξής της), ή επιδιώκουν την συρρίκνωσή της - αυτό που αποκαλείται, συνήθως, ''δημοσιονομική προσαρμογή'' και ''σταθεροποίηση'' -, οπότε το εξεταστέο είναι το επίπεδο αυτής της συρρίκνωσης και σε κάθε περίπτωση (είτε έχουμε να κάνουμε με ανάπτυξη, είτε έχουμε να κάνουμε με ''σταθεροποίηση'') οι λόγοι για τους οποίους ακολουθείται η μία, ή η άλλη, κυβερνητική οικονομική πολιτική, καθώς και το ποιοί ωφελούνται από την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, μέσω του εργαλείου της δημοσιονομικής πολιτικής.


Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την πρακτική σημασία των δημοσιονομικών πολιτικών και την κρισιμότητα των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία, πρέπει να δούμε το μέγεθος του κράτους, ως οικονομικού παράγοντα, μέσα στις σύγχρονες αναπτυγμένες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες.

Πράγματι, με μια τάξη μεγέθους κυμαινόμενη από 20%, έως 92% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, το κράτος ασκεί μια καθοριστικής σημασίας επίδραση στην οικονομική ζωή των κοινωνιών αυτών, έτσι ώστε ουδείς μπορεί να φανταστεί τις οικονομίες των κοινωνιών αυτών, χωρίς το κράτος, ή με ένα κράτος μικρότερου μεγέθους και - πολύ περισσότερο -με ένα κράτος, το οποίο δεν θα ασκεί δημοσιονομική πολιτική.

Ας δούμε από το FACTBOOK της αμερικανικής CIA, με υπολογιστικά στοιχεία του 2008 (εν αναμονή των στοιχείων του 2009, που θα είναι σημαντικότερα, αφού θα συνυπολογισθούν και οι εξελίξεις της οικονομικής ύφεσης, η ένταση της οποίας ξέσπασε εφέτος στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες), τα μεγέθη του ΑΕΠ, των κρατικών εσόδων δαπανών και τα ποσοστά τους, επί του ΑΕΠ των παρακάτω αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, σε αντιπαραβολή με αυτά της υπανάπτυκτης (ακόμα) κινεζικής οικονομίας και βλέποντας τα μεγέθη αυτά, θα αντιληφθούμε ότι πολλά από τα στερεότυπα, που δημιουργήθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια της επικράτησης των νεοφιλελεύθερων ιδεών, δεν έχουν καμμία βάση :


ΕΛΛΑΔΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 32.100 $.
ΑΕΠ : 343,8 δισ. $
ΕΣΟΔΑ : 126,5 δισ.$
ΕΞΟΔΑ : 144,4 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 36,79%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 42,00%.
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/gr.html

ΓΕΡΜΑΝΙΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 35.500 $.
ΑΕΠ : 2,925 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 1,591 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 1,591 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 54,39%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 54,39%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/gm.html


ΓΑΛΛΙΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 33.300 $.
ΑΕΠ : 2,133 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 1,407 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 1,506 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 65,82%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 70,60%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/fr.html


ΒΡΕΤΑΝΙΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 36.700 $.
ΑΕΠ : 2,236 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 1,056 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 1,204 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 53,85%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 70,60%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/uk.html

ΣΟΥΗΔΙΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 38.200 $.
ΑΕΠ : 345,1 δισ. $
ΕΣΟΔΑ : 259,9 δισ. $
ΕΞΟΔΑ : 248,1 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 75,31%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 71,89%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/sw.html

ΟΛΛΑΝΔΙΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 40.500 $.
ΑΕΠ : 673,5 δισ. $

ΕΣΟΔΑ : 405,9 δισ. $
ΕΞΟΔΑ : 397,3 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 60,27%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 58,99%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/nl.html


ΔANΙΑ : 

ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 37.200 $.
ΑΕΠ : 204,1 δισ. $
ΕΣΟΔΑ : 188,6 δισ. $
ΕΞΟΔΑ : 176,3 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 92,46%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 86,38%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/da.html



 
ΙΡΛΑΝΔΙΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 45.500 $.
ΑΕΠ : 189 δισ.
ΕΣΟΔΑ : 92,57 δισ.
ΕΞΟΔΑ : 109,9 δισ.
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 48,98%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 58,15%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/ei.html


ΙΤΑΛΙΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 31.400 $.
ΑΕΠ : 1,827 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 1,066 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 1,132 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 58,34%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 61,96%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/it.html


ΙΣΠΑΝΙΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 34.600 $.
ΑΕΠ : 1,402 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 598,1 δισ. $
ΕΞΟΔΑ : 659,1 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 42,66%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 47,01%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/sp.html



ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 22.200 $.
ΑΕΠ : 237,3 δισ. $
ΕΣΟΔΑ : 105,5 δισ. $
ΕΞΟΔΑ : 111,9 δισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 44,45%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 47,16%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/po.html


ΙΑΠΩΝΙΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 34.100 $.
ΑΕΠ : 4,340 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 1,720 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 1,788 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 39,63%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 41,20%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/ja.html


ΗΠΑ:
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 47.500 $.
ΑΕΠ : 14,440 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ : 2,524 τρισ. $
ΕΞΟΔΑ : 2,978 τρισ. $
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 17,48%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 20,62%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/us.html


ΚΙΝΑ :
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 6.000 $.
ΑΕΠ : 7,992 τρισ.
ΕΣΟΔΑ : 847 δισ.
ΕΞΟΔΑ : 847 δισ.
ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 10,60%
ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 10,60%
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/ch.html


Από τα παραπάνω μακροοικονομικά στοιχεία προκύπτει, αβίαστα και πλήρως παραστατικά, η κρίσιμη και προσδιοριστική των οικονομικών εξελίξεων παρουσία του κράτους, ως ουσιαστικού παράγοντα καθορισμού της πορείας των οικονομικών μεγεθών, μέσα στις σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες.

Αυτή η εξέλιξη είναι προϊόν και αποτέλεσμα της διαδικασίας γραφειοκρατικοποίησης του κλασσικού ολιγοπωλιακού καπιταλισμού και πραγματοποιήθηκε, με όχημα - όπως σχεδόν πάντα - την ανάγκη και όχι την προβλεπτικότητα των ανθρώπων, ή των ηγεμονευόντων στρωμάτων των ελίτ. Η ανάγκη προέκυψε από την σαρωτική οικονομική κρίση, που ξέσπασε το 1929 και επεκτάθηκε σε όλη την δεκαετία του '30, οπότε με όργανο τις ιδέες του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς και με πρακτικό εργαλείο την εφαρμογή την, κεϋνσιανής εμπνεύσεως, δημοσιονομική πολιτική των αυξημένων κρατικών δαπανών, των ελλειμματικών προϋπολογισμών και την χρηματοδότηση τους, με κρατικό δανεισμό, ο οποίος κατευθυνόταν σε εκτεταμένα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων και αύξησης της δημόσιας κατανάλωσης, ανέκοψε αρχικά την διαλυτική των πάντων ορμή της κρίσης, για να την ξεπεράσει, με την βοήθεια και την επίκληση των αναγκών του πολέμου της δεκαετίας του '40, που έθεσαν στο περιθώριο τις αντιδράσεις.

Εκτεταμένες αναφορές στην μεγάλη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος της περιόδου 1929 – 1941 έχω κάνει σε πολλά άρθρα μου στο Διαδίκτυο στα οποία και παραπέμπω (στο μπλογκ μου στο θέμα, που άνοιξα τον Απρίλιο του 2009 : ‘‘Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1929 – 1932 ΚΑΙ Η ΥΦΕΣΗ ΤΟΥ 2008 – 2009 : ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΩΝ’’ http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/04/1929-1932-2008-2009.html , καθώς και στο θέμα που άνοιξα τον Νοέμβριο του 2009 και το οποίο είναι, ουσιαστικά, συνέχεια του προηγουμένου, με τίτλο : ''29/10/1929 Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ 80 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ!'' http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/29101929-80.html .

Θυμίζω, εδώ, ένα σημαντικό απόσπασμα από το βιβλίο του Τζων Κέννεθ Γκαλμπραίηθ ''ΤΟ ΧΡΗΜΑ'', που δείχνει την εξέλιξη των μεγεθών του αμερικανικού κράτους, πριν την οικονομική κρίση της δεκαετίας του '30, τότε δηλαδή που το αμερικανικό κράτος ήταν ασήμαντο, ως οικονομικός παράγοντας (οι δαπάνες του ανέρχονταν μόλις στο 2% του ΑΕΠ) και την κατοπινή τους εξέλιξη μέχρι την δεκαετία του '70 :

‘‘Η κεϋνσιανή πολιτική, εκείνα τα χρόνια, περιορίζονταν επίσης από τον μικρό ρόλο που μπορούσε να παίξει η φορολογία. Ως ένα σημείο αυτό οφείλονταν στις περιστάσεις. Πριν απ' τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ένα μικρό πράγμα. το 1930 οι συνολικές δαπάνες του ήταν 1,4 δισεκατομμύριο δολλάρια. Το 1940 εξακολουθούσε ακόμα να είναι λιγότερες από 10 δισεκατομμύρια. Οι κρατικές αγορές αγαθών και υπηρεσιών ήταν το 2 στα εκατό του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος το 1930, και 6 στα εκατό το 1940. Προς το τέλος των δεκαετιών 1950-60 και 1960-70, συγκριτικά, ήταν ανάμεσα στα 10 και 12 στα εκατό. Όσο οι κρατικές δαπάνες ήταν τόσο μικρές, άλλο τόσο ήταν και οι φόροι που τις χρηματοδοτούσαν. Σε κατοπινά χρόνια η κεϋνσιανή πολιτική θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από δύο μορφές φορολογικών μεταβολών. Αν μία είναι η τάση και των εταιρικών και των ιδιωτικών φόρων εισοδήματος να προσαρμόζονται μ' έναν τυχαίο τρόπο. Όταν μειώνονται η παραγωγή και η απασχόληση, μειώνονται και τα κέρδη και τα εισοδήματα, που περιλαμβάνουν και τα εισοδήματα τα οποία υφίστανται επιπρόσθετους φόρους. Και όσο μειώνονται τα εισοδήματα τόσο μειώνονται, και πιο πολύ πιο αναλογικά, οι φόροι που καταβάλλονται. Συμβαίνει το αντίστροφο όταν η παραγωγή, η απασχόληση, τα κέρδη και τα εισοδήματα αυξάνονται. Στην δεκαετία 1930-40 μια και οι φόροι ήταν μικροί, το αποτέλεσμα αυτό ήταν μηδαμινό. Σε κατοπινά χρόνια επίσης, θα γινόταν αποδεκτή η ιδέα του περιορισμού της φορολογίας με σκοπό την αύξηση του ελλείμματος και συνεπώς την αύξηση του δανεισμού και των δαπανών από τα δανεισμένα κεφάλαια.’’.


[Ο αδύναμος κρίκος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, με την επικράτηση της ιδεολογίας - ο όρος χρησιμποιείται με την μαρξοεγελιανή κοινωνιολογική και φιλοσοφική έννοια της ψευδούς συνείδησης - των νεοφιλελεύθερων, ήταν ο αμερικανικός γραφειοκρατικός καπιταλισμός, ο οποίος είχε και έχει (παρά το γεγονός ότι και το υπαρκτό μέγεθος του κράτους στην αμερικανική οικονομία είναι μεγάλο) ένα συγκριτικά μικρότερο κομμάτι της οικονομίας, σε σχέση με τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.
Παρά ταύτα, πρέπει να δούμε, διαχρονικά, ότι η παρουσία του αμερικανικού κράτους διογκώθηκε, μέσα από το πέρασμα των δεκαετιών και από το 6% του ΑΕΠ, που ήταν το μέγεθος του αμερικανικού κράτους στην οικονομία, έφθασε στο 12% στην δεκαετία του '70 και στην δεκαετία του 2000 βρίσκεται στο 17% με 20% του αμερικανικού ΑΕΠ, παρά την επικράτηση, από την δεκαετία του '80, των νεοφιλελεύθερων και των νεοσυντηρητικών οικονομικών πολιτικών των Ρήγκαν - Μπους πατρός - Μπους υιού και του πανταχού παρόντος κεντροτραπεζίτη των ΗΠΑ Άλαν Γκρήνσπαν, τον οποίον διατήρησε στην θέση του, ακολουθώντας την πολιτική της ολοσχερούς κατάργησης του ελέγχου των χρηματοπιστωτικών αγορών και ο οπορτουνιστής Μπιλ Κλίντον την περίοδο 1993 - 2000.
Στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτό που έκαναν οι νεοφιλελεύθεροι και οι νεοσυντηρητικοί είναι το ότι ακολούθησαν μια πολιτική ενός ''ντροπαλού'' κεϋνσιανισμού, χρησιμοποιώντας την πιο συντηρητική εκδοχή του, προκειμένου να ανασχέσουν την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση του μεγέθους του αμερικανικού κράτους στην οικονομία της κοινωνίας τους.
Γεγονός είναι και τα μεγέθη αποδεικνύουν, ότι κατάφεραν να ανασχέσουν τον ρυθμό της διόγκωσης του κράτους στην αμερικανική οικονομία. Αλλά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την μεγέθυνσή του, η οποία, για τα δεδομένα της υπερατλαντικής υπερδύναμης, είναι πολύ μεγάλη, αφού ανάμεσα στην δεκαετία του 1970 και στην παρούσα πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα το κράτος, ως οικονομικό μέγεθος, σχεδόν διπλασιάστηκε.
Αυτή η ανάσχεση της αύξησης του ρυθμού της μεγέθυνσης του κράτους στην αμερικανική οικονομία, την οποία πέτυχαν οι νεοσυντηρητικοί πολιτικοί, όλων των αποχρώσεων - πάντοτε σε σύγκριση με την εξέλιξη των μεγεθών στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στις οποίες η αποδιοργάνωση της κρατικής παρουσίας ουδέποτε έλαβε τέτοιες διαστάσεις, όπως στις ΗΠΑ, αλλά η αλήθεια είναι ότι και σε αυτές οι νεοσυντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που έγιναν και εκεί της μόδας, αποδιοργάνωσαν, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο, τον ρυθμιστικό ρόλο και την παρουσία του κράτους στην οικονομία, με αποτέλεσμα να πληγούν και αυτές από την κρίση - είναι η αιτία της σύγχρονης οικονομικής ύφεσης, που ξέσπασε στην αμερικανική οικονομία πέρυσι τον Σεπτέμβριο και αμέσως επεκτάθηκε σε όλον τον πλανήτη, για να αντιμετωπιστεί επειγόντως με κλασσικά κεϋνσιανά μέτρα στήριξης και με κρατικοποιήσεις επενδυτικών και επιχειρηματικών κολοσσών, μέτρα και κρατικοποιήσεις που έγιναν στα στερνά της νεοσυντηρητικής κυβέρνησης του υιού Μπους από τους Πώλσον και Μπερνάκι και συνεχίζονται, με αμείωτη ένταση, από το επιτελείο του προέδρου Ομπάμα, οδηγώντας το αμερικανικό κράτος στο να αποκτήσει το αναγκαίο μερίδιο στην οικονομία της χώρας, το οποίο η αμερικανική κοινωνία στερήθηκε, όλα αυτά τα χρόνια, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Όπως φαίνεται το νεοφιλελεύθερο πάρτυ στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη, έληξε, αν και στην πραγματικότητα οι νεοσυντηρητικοί και οι νεοφιλελεύθεροι δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από έναν ''ντροπαλό'' κεϋνσιανισμό. Έδωσαν μια μάχη οπισθοφυλακών, για την ανάσχεση του ολοένα και αυξανόμενου μεγέθους του κράτους. Μείωσαν τον ρυθμό μεγέθυνσης του κράτους στην οικονομία, αλλά δεν κατάφεραν να μειώσουν την ίδια την μεγέθυνσή του, η οποία στις ημέρες του συνεχίστηκε και περίπου διπλασίασε το μέγεθος του κράτους στην οικονομία].


Μετά τις παραπάνω παρατηρήσεις, ας έλθουμε στα δικά μας.

Τα παραπάνω στοιχεία, που αφορούν τις εξελίξεις των οικονομικών μεγεθών των κρατικών μηχανισμών στο ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και την μεγάλη βαρύτητα και το μέγεθος των εσόδων και των δαπανών του κράτους, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους, δείχνουν και την ρηχότητα του κρατισμού στην Ελλάδα, καθώς και την μεγάλη υστέρηση, από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους και ως προς το σκέλος των εσόδων και ως προς το σκέλος των δαπανών.

Αυτή η εξέλιξη δείχνει τα αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων και νεοσυντηρητικών οικονομικών πολιτικών και πρακτικών, που ακολουθήθηκαν, υπό την επίδραση των, εκ του εξωτερικού εισαχθεισών, νεοφιλελεύθερων και νεοσυντηρητικών ιδεών και τον αντίκτυπό τους στην ελληνική πολιτική, οικονομική πνευματική και κοινωνική ελίτ, αλλά και στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία, από τα τέλη της δεκαετίας του '80, με σκαπανέα των ιδεών αυτών τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και το επιτελείο του (Στέφανος Μάνος, Γιώργος Αλογοσκούφης κ. α.), την πολιτική του οποίου ακολούθησαν στην συνέχεια οι επόμενες κυβερνήσεις, με αποκορύφωμα την διακυβέρνηση της χώρας από το επιτελείο του Κώστα Σημίτη, που, υπό τον μανδύα του ''εκσυγχρονισμού'', μπόλιασε τις νεοφιλελεύθερες και νεοσυντηρητικές πολιτικές στην ελληνική κοινωνία, μειώνοντας τον ρόλο του κράτους, ανατρέποντας τις εργασιακές σχέσεις, δημιουργώντας πρωτοφανείς μισθολογικές, ασφαλιστικές και κοινωνικές σχέσεις στην αγορά εργασίας και στην ευρύτερη κοινωνία.

Αυτή την πολιτική συνέχισε, με την λογική του αυτόματου πιλότου και η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή από το 2004, μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής ύφεσης πέρυσι τον Σεπτέμβριο, για να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, λόγω της ατολμίας της να λάβει μέτρα επεκτατικής οικονομικής πολιτικής, με κεντρικό εργαλείο την δημοσιονομική πολιτική και ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, χρηματοδοτούμενο από αυξημένες δημόσιες δαπάνες και συνακόλουθη μεγέθυνση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού, προκειμένου να προλάβει την συρρίκνωση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης και της πτώσης της συναθροιστικής ζήτησης στην ελληνική οικονομία.

Αντ' αυτού, η κυβέρνηση Καραμανλή αναλώθηκε σε ένα φρούδο πρόγραμμα στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας, με παροχή ρευστότητας 28 δισ. ευρώ, μέσω του τραπεζικού συστήματος, με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, το οποίο πρόγραμμα ναυάγησε από την ίδια την έλευση της ύφεσης, που συρρικνώνοντας την κατανάλωση, έριξε την ιδιωτική συναθροιστική ζήτηση και συνακόλουθα τον τζίρο των επιχειρήσεων, οδηγώντας τους ιδιώτες επιχειρηματίες σε μια διαδικασία περιστολής των δαπανών, της απασχόλησης και των επενδύσεων, αφού δεν υπήρχε καμμία πιθανότητα, για οποιαδήποτε απόδοση και κερδοφορία στην αγορά, στην οποία κυριαρχούσε το κλίμα της καθοδικής κίνησης όλων των μεγεθών και δεικτών, που αφορούν την κατανάλωση, τον τζίρο και την απασχόληση και τις επενδύσεις.

Αυτή η έντονα αρνητική κατάσταση οδηγούσε τους επιχειρηματίες στο να μην ενδιαφέρονται για την ύπαρξη της ρευστότητας, αφού το πρόβλημα εντοπιζόταν στον τομέα της κατανάλωσης και της συνακόλουθης πτώσης της συναθροιστικής ζήτησης στην ελληνική οικονομία και ξεκινούσε από την πτώση της κατανάλωσης και όχι από την δυσχέρεια της ρευστότητας, η οποία ήταν επακόλουθο και όχι αιτία της επικρατούσας οικονομικής ύφεσης.

Έτσι, η παροχή ρευστότητας, στην οποία προχώρησε η κυβέρνηση Καραμανλή, αποδείχτηκε αναποτελεσματική, για την αντιμετώπιση της ύφεσης, ακριβώς επειδή το πρόβλημα ήταν και ξεκινούσε από αλλού, ενώ παράλληλα και η τσιγγουνιά του τραπεζικού συστήματος και η γραφειοκρατική λογική του, δυσχέραιναν την διαδικασία άντλησης αυτής της ρευστότητας, από όσους ενδιαφέρονταν για να την καρπωθούν.


Αλλά, ακόμα και εκείνοι που τελικά μπήκαν στην διαδικασία λήψης χαμηλότοκων δανείων από το κεφάλαιο αυτό (διατέθηκαν περί τα 13 δισ. ευρώ από τα συνολικά 28 δισ. ευρώ), δεν προχώρησαν σε επενδύσεις, αλλά επανακατάθεσαν, με καλύτερο τόκο, τα ποσά που έλαβαν και αυτό το έπραξαν, ως πρόσθετη ασφάλεια, έναντι των κινδύνων, που εγκυμονούσε, η επισφαλής κατάσταση στην αγορά και η ολοένα συρρικνούμενη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες.


Αυτή η κατάσταση δεν βοήθησε καθόλου την τόνωση της χειμαζόμενης αγοράς, αντίθετα μάλιστα η ρευστότητα παρέμεινε στα λόγια και το υποτιθέμενο ζεστό χρήμα, που υπολογιζόταν ότι θα έμπαινε και θα τροφοδοτούσε την αγορά, έμεινε εγκλωβισμένο στις τράπεζες, ως αποταμίευση και έτσι παρέμεινε, ουσιαστικά, εκτός της νομισματικής κυκλοφορίας.

Με λίγα λόγια, το χρήμα έμεινε εγκλωβισμένο στις τράπεζες, με αποτέλεσμα να επαναληφθεί, εν έτει 2009, η νομισματική ιστορία των ΗΠΑ, κατά το έτος 1933, όταν ο Ρούσβελτ και το επιτελείο του επεδίωξαν την τόνωση της χειμαζόμενης από την μεγάλη κρίση της δεκαετίας του '30, αγοράς, με την παροχή φθηνών και χαμηλότοκων δανείων, πλην όμως απέτυχαν παταγωδώς, ακριβώς επειδή, μέσα στις συνθήκες εκείνης της εποχής, όπου η συναθροιστική ζήτηση, για αγαθά και υπηρεσίες και η ιδιωτική κατανάλωση κατακρημνίζονταν, ουδείς ενδιαφερόταν να δανειστεί, για να επενδύσει σε μια αγορά, στην οποία οι περισταλτικές κινήσεις και οι καθοδικές κινήσεις όλων των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, αποτελούσαν την μόνη βέβαιη προοπτική, καταστρέφοντας κάθε επενδυτικό κλίμα.

Αυτή η νομισματική ιστορία του 1933 επαναλήφθηκε πανομοιότυπα στην Ελλάδα του 2009, ακριβώς εξ αιτίας του πελαγώματος, στο οποίο περιήλθε η κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία αιφνιδιασμένη από την έλευση της ύφεσης, έπραξε ό,τι ακριβώς έπρεπε να αποφύγει και γρήγορα εγκλωβίστηκε από την μέγγενη στην οποία βρέθηκε και η οποία σχηματίστηκε :

1) από την μια πλευρά, από την νεοσυντηρητική μονεταριστική πολιτική των ευρωπαίων κεντροτραπεζιτών, που ζητούσαν μέτρα, για την μείωση του ελλείμματος του ελληνικού προϋπολογισμού στα επίπεδα του 3% του ΑΕΠ, ή έστω στην δημιουργία και την εφαρμογή ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος ''δημοσιονομικής προσαρμογής'' και αυτό μέσα σε συνθήκες εντεινόμενης ύφεσης και


2) και από την άλλη πλευρά, από την θεσμική παγίδα στην οποία είχε εγκλωβιστεί, γύρω από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 2010 και την εμμονή του ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ στην διεξαγωγή, πάση θυσία, βουλευτικών εκλογών, πριν από την προεδρική εκλογή.

Αυτές οι δύο συγκυρίες, μαζί με την μεγάλη ήττα της Ν.Δ. στις ευρωεκλογές της 7/6/2009, έφεραν τον πανικό στο άβουλο και ανίκανο επιτελείο του Κώστα Καραμανλή, που προτίμησε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 2009, με την ελπίδα της αποφυγής της εκλογικής συντριβής τον Μάρτιο του 2010.

Τελικά, το μόνο που κατάφερε το επιτελείο του πρώην πρωθυπουργού, κατά την τραγελαφική και οπερεττική προεκλογική εκστρατεία των βουλευτικών εκλογών της 4/10/2009, ήταν να επισπεύσει την συντριβή, που πανικόβλητη επιχειρούσε να αποφύγει με τις πρόωρες εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου, αφού η ήττα ήταν πρωτόγνωρη, της τάξεως των 10,48 μονάδων πίσω από το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, το οποίο έκανε έναν εκλογικό περίπατο, τέτοιον, που ουδέποτε έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα, μετά τις εκλογές της 17/11/1974 (όταν ο θείος του Κώστα Καραμανλή είχε κερδίσει τις πρώτες μεταπολιτευτικές βουλευτικές εκλογές, με το απίθανο ποσοστό του 54,37%) και μάλιστα χωρίς να κερδίσει σχεδόν ούτε μία ψήφο, σε σχέση με τις εκλογές της 7/3/2004, όταν το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ είχε υποστεί μια μεγάλη εκλογική ήττα από την Ν.Δ. του συνονόματου ανηψιού του Κωνσταντίνου Καραμανλή.


Ο ΓΑΠ και το ΠΑΣΟΚ επανήλθαν, λοιπόν, στην κυβέρνηση προτείνοντας ένα θολό, μεν, αλλά με σωστές προτάσεις, δε, κεϋνσιανό προεκλογικό πρόγραμμα, το οποίο συνοψιζόταν στην ανάταξη της ανάπτυξης της οικονομίας, στην τόνωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, στην στήριξη της κατανάλωσης (μέσα από το περίφημο σλόγκαν ''λεφτά υπάρχουν'', το οποίο αντέκρουε την καταθλιπτική και καταστροφολογική πολιτική πρόταση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος ενστερνιζόμενος τις προτάσεις του διευθυντηρίου των Βρυξελλών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκλαΐκευε ένα οικονομικό πρόγραμμα παγώματος των μισθών και σκληρής τριετούς λιτότητας) και στην προοδευτική φορολόγηση όλων των εισοδημάτων, ώστε να επωμισθούν την πληρωμή των φόρων οι έχοντες και κατέχοντες και φυσικά οι φοροδιαφεύγοντες.


Παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ έμοιαζαν με μαγική εικόνα, στην βάση τους ήσαν ορθές, αν και δύσκολες στην εφαρμογή, με δεδομένη την κακή ποιότητα του κρατικού μηχανισμού και την κακή κατάσταση του εισπρακτικού μηχανισμού του κράτους, η οποία έχει επιταθεί από την αποδιάρθρωση, που υπέστη κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Καραμανλή, ιδίως στον τελευταίο χρόνο της, οπότε έλαβε χώρα η περιγραφείσα ήδη παραλυσία, λόγω του αλαλούμ, που επεκράτησε στον κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο, το οποίο πελάγωσε, μπροστά στην αιφνιδιαστικώς επελθούσα ύφεση και αδυνάτησε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα, με αποτέλεσμα να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο όλα τα μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και συνακόλουθα και τα μεγέθη του προϋπολογισμού, με έναν τρόπο άτακτο και αναποτελεσματικό, αφού η όλη διαδικασία αφέθηκε κυριολεκτικά στην τύχη της, για να πάρει, μάλιστα και κωμικοτραγικές διαστάσεις - ένας σκέτος τραγέλαφος - όταν το καλοκαίρι εφέτος, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Καραμανλή εφάρμοσε το μέτρο της απόσυρσης των αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας, προκειμένου να ενισχυθούν τα ταμεία και οι εισπράξεις των αυτοκινητοβιομηχανιών της κ. Μέρκελ!
























Κρίσιμα μεγέθη του προϋπολογισμού 2010.







Δαπάνες Τακτικού Προϋπολογισμού 2010.


Τώρα, μετά την άνετη εκλογική νίκη, ήλθε η ώρα για την εκπλήρωση των υπεσχημένων και για την πραγματοποίηση των ελπίδων του ελληνικού λαού, τις οποίες ο ΓΑΠ και το ΠΑΣΟΚ καλλιέργησαν με το προεκλογικό εμπόριο ελπίδας που έκαναν.

Αφού, λοιπόν, ''λεφτά υπάρχουν'', όπως εξήγγειλαν ο ΓΑΠ, τα στελέχη του οικονομικού του επιτελείου και ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος, με τον προϋπολογισμό του 2010, είχαν μια καλή ευκαιρία να παρουσιάσουν τις πηγές αυτών των χρημάτων, καθώς και να διαθέσουν αυτά τα χρήματα, για την ανάταξη της ανάπτυξης, την στήριξη της κατανάλωσης, την προστασία του εισοδήματος των μισθωτών, που υποσχέθηκαν και την καταπολέμηση της ανεργίας, μέσα από ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.

Από όσα το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο προσδιορίζει, με τον προϋπολογισμό του 2010, δεν φαίνεται ότι πρόκειται να τηρηθούν οι παραπάνω προεκλογικές εξαγγελίες.

Ο προϋπολογισμός του 2010 κινείται πάνω σε μια αντιαναπτυξιακή λογική, η οποία, αν και περιορίζει τον ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ σε σχέση με το 2009, συνεχίζει πάνω στο ίδιο μοτίβο, αφού και το 2010 δεν υπάρχει αναπτυξιακή προοπτική, για την ελληνική οικονομία, όπως και το 2009.

Πράγματι, το 2010 το ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται και στην ουσία επιδιώκεται, με τον προϋπολογισμό του 2010, να παρουσιάσει (αν οι κυβερνητικοί υπολογισμοί είναι ορθοί και αυτό δεν είναι δεδομένο, αλλά είναι ζητούμενο και καθόλου εξασφαλισμένο) περαιτέρω μείωση, κατά 0,3%, σε σχέση με το 2009, έτος κατά το οποίο, επίσης το ΑΕΠ της χώρας υπολογίζεται ότι θα μειωθεί κατά 1,2% περίπου, σε σχέση με το 2008, το οποίο ήταν το τελευταίο έτος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, στο οποίο έτος η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, έφθασε στα επίπεδα του 2,9%.

Όπως ανέφερα πιο πάνω, η ουσιαστική οικονομική λειτουργία του κράτους στην σύγχρονη εποχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού έγκειται στην καθοριστική ρυθμιστική και παρεμβατική του πολιτική, η οποία συγκεκριμενοποιείται, με την στήριξη της κατανάλωσης και δι' αυτής με την ρύθμιση όλων των κρίσιμων μακροιοικονομικών μεγεθών της οικονομίας (επένδυση, ανεργία, πληθωρισμός, αποταμίευση, κλπ).

Στον κλασσικό καπιταλισμό και στην αρχαϊκή μορφή του - αυτήν της ελεύθερης αγοράς - αλλά και στην ολιγοπωλιακή μορφή του, η βαρύτητα δινόταν στην πραγματοποίηση της υπεραξίας (ο όρος χρησιμοποιείται με την ρικαρδιανή του έννοια) και ειδικότερα του κέρδους, σε βαθμό που να παραγνωρίζεται, ή και να αγνοείται, πλήρως, ο τελικός σκοπός μιας ζώσας οικονομίας, δηλαδή η κατανάλωση των τελικών προϊόντων, που παράγει μια οικονομία, αφού ο ενδιάμεσος σκοπός (δηλαδή η μεγιστοποιημένη πραγματοποίηση του κέρδους της επιχείρησης και του καπιταλιστή, ως ατόμου, ή ως κοινωνικής ομάδας), μέσα στην πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας, υποκαθιστούσε τον τελικό σκοπό.

Αυτός ο αποπροσανατολισμός σκοπών, ή, ορθότερα, μέσων (κέρδους) και σκοπών (τελικής κατανάλωσης) και αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην επιδίωξη του κέρδους και την αντίστοιχη επιδίωξη της κατανάλωσης των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, που συμφύονται με την λειτουργία της ιδιωτικής οικονομίας, ήσαν που οδηγούσαν το σύστημα σε κρίσεις και υφέσεις και αυτήν την ουσιώδη και πρακτικά εμφανιζόμενη αναντιστοιχία, αυτήν την λειτουργική αντίστηξη ανάμεσα σε κέρδος και κατανάλωση, ήλθε να ρυθμίσει ο Κέϋνς και ο κεϋνσιανισμός, με την δημοσιονομική πολιτική των ελλειμματικών προϋπολογισμών και των αυξημένων κρατικών δαπανών, προκειμένου να στηρίξει την ευρισκόμενη σε απότομη (λιγότερο ή περισσότερο) πτώση τελική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία έρχεται, ως αποτέλεσμα της φθίνουσας (από ένα σημείο και πέρα) ολικής ζήτησης και ώθησης της συνολικής παραγωγής σε συνθήκες όπου η καμπύλη της οριακής χρησιμότητας των προϊόντων μετακινείται σε επίπεδα όπου αυτά τα προϊόντα καθίστανται ''μη χρήσιμα'' και ως εκ τούτου, πρακτικά δεν βρίσκουν αγοραστές, διότι καθίστανται μη καταναλώσιμα.

Αυτήν την αναντιστοιχία ήλθε να λύσει η κρατική μεγέθυνση και η κρατική ρυθμιστική παρέμβαση, με σημαντικό (αλλά όχι μόνο, βέβαια) όπλο τον κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος στην σύγχρονη οικονομική λειτουργία έρχεται να στηρίξει την κατανάλωση και να κρατήσει σε ισορροπία την οικονομία, με δύο στόχους. Έναν αποτρεπτικό και έναν θετικό, ήτοι :

α) Να αποτρέψει την οικονομική κρίση, ή την ύφεση της οικονομίας, κάτι που φαίνεται εύκολο, αλλά, όπως αποδείχτηκε από την τρέχουσα οικονομική ύφεση, εδώ και πάνω από έναν χρόνο, αυτό δεν είναι αυτονόητο και είχε (και έχει ακόμα, σε όχι ασήμαντο βαθμό) παύσει να αποτελεί προτεραιότητα των σύγχρονων διαχειριστών του καπιταλιστικού συστήματος.

β) Να οδηγήσει στην οικονομική ανάπτυξη (την ονόμασαν ''αειφόρο'', αλλά έπεσαν έξω) και δι' αυτής στην ομαλή λειτουργία του συστήματος, κρατώντας ικανοποιημένους (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) όλες τις κοινωνικές ομάδες, όλους τους ''παίκτες'' του συστήματος, στο βαθμό που όλοι έχουν να λαμβάνουν από την αυξημένη πίττα του τελικού προϊόντος, ήτοι από το αυξημένο ετήσιο ΑΕΠ της οικονομίας.

Ουδέν από τα παραπάνω στοχεύει να πραγματοποιήσει ο προϋπολογισμός του 2010, που παρουσίασε ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου και φυσικά, αυτός ο προϋπολογισμός δεν επιφυλάσσει κάποια ευχάριστη έκπληξη.

Αντίθετα, μάλιστα η εξέλιξη του προϋπολογισμού του 2010 αναμένεται να είναι πολύ περισσότερο δυσάρεστη, από αυτήν που εμφανίζουν τα μεγέθη του, αφού πολλά από αυτά τα μεγέθη (κυρίως στο σκέλος των εσόδων, αλλά και στο σκέλος των δαπανών) δεν φαίνονται να είναι πραγματοποιήσιμα, λόγω της ανετοιμότητας του ίδιου του κρατικού μηχανισμού, αλλά και λόγω των πιεστικών αναγκών, που μπορούν να οδηγήσουν σε εκτροχιασμό των παρουσιαζόμενων μεγεθών του προϋπολογισμού.

Παρακολουθώντας τα μεγέθη του προϋπολογισμού (αν και τα παρουσιαζόμενα δεν αποτελούν τον συνολικό προϋπολογισμό του Δημοσίου, αλλά ένα μέρος του, το οποίο αποκαλείται Τακτικός Προϋπολογισμός του Κράτους, αλλά για να έχουμε μια επαφή με την πραγματικότητα θα μείνουμε στα ποσοστιαία μεγέθη, που έχουν ουσιαστική σημασία και όχι στους απόλυτους αριθμούς, που παρουσιάζονται και οι οποίοι, άλλωστε, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν) τα παραπάνω συμπεράσματα, στα οποία καταλήγω, φαίνονται και είναι σύμφωνα με την πραγματικότητα.
Πρέπει να πω και πάλι εδώ ότι κάθε δημόσιος προϋπολογισμός αποτελεί αυτό που πραγματικά επιδιώκει (ή που εμφανίζει ότι επιδιώκει) το όποιο κυβερνητικό επιτελείο.

Στην χώρα μας ο προϋπολογισμός δεν ήταν αυτό που, συνήθως, επεδίωκε να πραγματοποιήσει η κάθε κυβέρνηση, αλλά ήταν ένα προϊόν μιας κατασκευής, η οποία ανταποκρινόταν στις εκάστοτε συγκυρίες της στιγμής κατά την οποίαν ο κάθε προϋπολογισμός καταρτιζόταν και ως εκ τούτου απεικόνιζε την πολιτική συγκυρία και τις ανάγκες της εποχής.

Αυτή η αδήριτη πραγματικότητα οδηγούσε σε πλασματικούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι στην πράξη διαψεύδονταν και στην πορεία αναθεωρούνταν, όταν κάπου στην μέση του κάθε έτους διαπιστώνονταν η αναντιστοιχία ανάμεσα στα προϋπολογιζόμενα έσοδα και έξοδα και σε αυτά που, ενδιάμεσα, πραγματοποιήθηκαν, αλλά και σε εκείνα που εκτιμώντο ότι θα πραγματοποιηθούν στο τέλος του κάθε έτους, όπως επίσης και στις τελικές, εκ των αποτελεσμάτων, πραγματοποιήσεις.

Φυσικά και οι τέσσερεις αυτοί υπολογισμοί, δηλαδή :

α) προϋπολογισμοί εσόδων, δαπανών και ελλειμμάτων,

β) ενδιάμεσες πραγματοποιήσεις προϋπολογισθέντων μεγεθών,

 γ) εκτιμήσεις τελικών πραγματοποιήσεων, σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα μεγέθη και

 δ) τελικές, εκ των αποτελεσμάτων, πραγματοποιήσεις,

απείχαν (συνήθως πολύ, αλλά και κάποιες φορές λίγο) από την πραγματικότητα.

Και τούτο επειδή οι κυβερνήσεις κρατούσαν (και κρατούν) διπλά βιβλία, τα επίσημα (περισσότερο για τους πολίτες αυτής της χώρας και - λιγότερο - για τους ξένους των Βρυξελλών και των διεθνών οργανισμών, οι οποίοι, όμως μπορούν ευκολότερα, αλλά όχι πλήρως, να διασταυρώσουν το τι πραγματικά συμβαίνει στην χώρα μας) και τα ανεπίσημα, τα οποία τα κρατούν κρυφά και τα εμφανίζουν συνήθως όταν γίνεται κυβερνητική μεταβολή, για να μπορέσουν έτσι να δικαιολογήσουν την αναντιστοιχία ανάμεσα στις προεκλογικές εξαγγελίες και την ακολουθητέα οικονομική πολιτική και για να φορτώσουν στους προκατόχους τους την ευθύνη, για αυτήν την αναντιστοιχία (έτσι έκανε το 2004 ο Καραμανλής με την περίφημη ''απογραφή'', έτσι κάνει τώρα ο ΓΑΠ με τις ''καταγραφές'').

Με αυτά τα δεδομένα υπόψη μας, πρέπει να κρίνουμε τον προϋπολογισμό του 2010, που παρουσίασε η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι βέβαιο ότι δεν θα πραγματοποιηθεί στην πράξη και ότι αυτό που πρέπει να δούμε στην πορεία εξέλιξής του, μέσα στον ερχόμενο χρόνο, είναι το μέγεθος της απόκλισής του από την πραγματικότητα, ενδιάμεσα στις αρχές του επόμενου καλοκαιριού και στο τέλος του έτους.

Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, όμως, ότι ο προϋπολογισμός αυτός είναι προγραμματισμένο να παρακολουθείται από τις Βρυξέλλες και ότι είναι επίσης προγραμματισμένο ότι θα αναθεωρηθεί (και μία και δύο και τρεις φορές και όσες ακόμα χρειαστεί), ευθύς μόλις κριθεί ότι αρχίζει να ξεφεύγει από τους στόχους του - ή τουλάχιστον έτσι διακηρύσσεται τώρα, αφού η χώρα πήρε τριετή προθεσμία προσαρμογής του ελλείμματος του προϋπολογισμού στον ζουρλομανδύα του 3%, ως ποσοστού του ΑΕΠ, που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ.

(Παράλληλα πρέπει να πούμε ότι, αν τυχόν υπάρξει βελτίωση του κλίματος στις διεθνείς και ευρωπαϊκές οικονομίες, όλα αυτά θα μπουν στο ράφι - αν και κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα).


Ας δούμε, τώρα, τα μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, που ο προϋπολογισμός του 2010 επιδιώκει να επιτύχει :

α) Ρυθμός ανάπτυξης και ΑΕΠ : -0,3%, από -1,2% και -1,5% το 2009. (Δεν λαμβάνεται υπόψη η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,7% από τα 240,15 δισ. ευρώ στα 244,23 δισ. ευρώ).

β) Δαπάνες : Μείωση κατά 2,3%. (Με αύξηση του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων κατά 8,4%).

γ) Έσοδα : Αύξηση κατά 9%.

δ) Έλλειμμα : Μείωση κατά 3,6% (από -12,7% το 2009 σε -9,1% το 2010).

ε) Ανεργία : 9,7% (από 9% το 2009).

στ) Μισθοί και συντάξεις : Αύξηση κατά 2,8%.

ζ) Πληθωρισμός : 1,4% (από 1,2% το 2009).


Αυτά τα μεγέθη προϋπολογίζει, προϋποθέτει και ουσιαστικά επιδιώκει ο κυβερνητικός οικονομικός σχεδιασμός για το 2010. Και πρέπει να πούμε ότι δεν είναι φιλόδοξος, αφού έχει αντιαναπτυξιακή λογική.

Ας δούμε τα κρίσιμα μεγέθη ένα - ένα :


α) Ρυθμός ανάπτυξης και ΑΕΠ : -0,3%.


Όπως είπαμε, ο ρυθμός ανάπτυξης σε μια αναπτυγμένη γραφειοκρατική καπιταλιστική οικονομία δεν είναι μια απλή απόκριση στις εξελίξεις κάποιου ανεξέλεγκτου οικονομικού κύκλου, αλλά αποτελεί στόχο, ο οποίος, μέσα στα πλαίσια άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής, επιδιώκεται από τις κυβερνήσεις, οι οποίες σταθμίζουν μια σειρά από παράγοντες, οι οποίοι τις οδηγούν στην στήριξη του ενός, ή του άλλου, σεναρίου, γύρω από την οικονομική ανάπτυξη.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι το όποιο επιδιωκόμενο σενάριο είναι πάντοτε αυτό που, τελικά, πραγματοποιείται, αφού η επιτυχία, ή η αποτυχία του, κρίνεται τελικά εκ του αποτελέσματος και πάντοτε σε σχέση με τους φανερούς και τους κρυφούς του (τους μη ομολογημένους) στόχους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κυβερνητικός σχεδιασμός (φανερός και κρυφός) επηρεάζει, καθοριστικά, τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.

Έτσι, λοιπόν, ο κυβερνητικός σχεδιασμός για το 2010, προβλέπει και επιδιώκει μείωση του ΑΕΠ κατά 0,3%, σε συνέχεια μιας μείωσης του ΑΕΠ, που ήδη προβλέπεται για το 2009 και σε μέσα επίπεδα θα φθάσει στο 1,2%.

Αυτή η συγκεκριμένη επιδίωξη αποτελεί και τον κεντρικό στόχο του κυβερνητικού οικονομικού σχεδιασμού και εκ του προβλεπομένου αποτελέσματος κρινόμενοι (και ο ευρύτερος κυβερνητικός σχεδιασμός και ο κεντρικός στόχος) μπορούν αβίαστα και αντικειμενικά να προσδιοριστούν, ως αντιαναπτυξιακοί και υφεσιακοί.

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός, λοιπόν, παρατείνει την ύφεση στην ελληνική οικονομία, επιδεινώνει τα βασικά της μεγέθη (ΑΕΠ, ανεργία, κατανάλωση), για χάρη μεσομακροπρόθεσμων στόχων, που έχουν να κάνουν με τις μονεταριστικές επιδιώξεις της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, αλλά και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, όπως επίσης και των σύγχρονων διεθνών γραφειοκρατικών χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και με τις χρόνιες εισπρακτικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού.

Το γεγονός ότι η εναλλακτική πρόταση Καραμανλή, όπως αυτή εκτέθηκε στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο, θα οδηγούσε σε πολύ εντονώτερη ύφεση την ελληνική οικονομία, για χάρη της βελτίωσης των μεγεθών του δημόσιου χρέους και του δημοσίου ελλείμματος, δεν αλλάζει τα πράγματα, όσον αφορά τον χαρακτήρα του κυβερνητικού σχεδιασμού, ο οποίος είναι υφεσιακός και αντιαναπτυξιακός, αφού ο διακηρυγμένος του στόχος είναι η μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 0,3% το 2009.

Το αν θα επιτύχει τον στόχο του είναι το ζητούμενο και θα αποδειχτεί, εκ του αποτελέσματος και από το μέγεθος των αναθεωρήσεων, που θα υποστεί ο προϋπολογισμός, κατά την εκτέλεσή του, μέσα στο 2010. Και αυτή η επιτυχία, ή η αποτυχία του, θα είναι και προϊόν και της εσωτερικής κοινωνικής κατάστασης, που θα διαμορφωθεί, μέσα στο ερχόμενο έτος, αλλά και από τις εξελίξεις στην διεθνή οικονομία, ιδίως σε εκείνους τους τομείς της οικονομίας, που επηρεάζονται από τις εξελίξεις αυτές.

Μπορούμε, λοιπόν, να είμαστε λιγότερο, ή περισσότερο, επιφυλακτικοί, για την επιτυχία του κυβερνητικού σχεδιασμού και των στόχου του και πραγματικά οι εξελίξεις στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας δεν προοιωνίζουν κάτι καλύτερο από τα προβλεπόμενα. Αντίθετα, μάλιστα, προοιωνίζουν χειροτέρευση των εξελίξεων των κυριότερων οικονομικών μεγεθών, που έχουν σχέση με την αγορά και αυτό θέτει, υπό σκέψη, την μακροημέρευση των στόχων της κυβέρνησης και πρέπει να μας καθιστά σκεπτικούς, αφού διακηρυγμένος κυβερνητικός στόχος έχει καταστεί η μείωση της ολικής κατανάλωσης και συνακόλουθα της συναθροιστικής ζήτησης, για αγαθά και υπηρεσίες, στην ελληνική οικονομία, μέσα στο 2010.

Και φυσικά, η μείωση του ΑΕΠ, αυτές τις εξελίξεις σηματοδοτεί, αφού η πτώση του ΑΕΠ έχει σαν προϋπόθεση την πτώση της ολικής κατανάλωσης στην οικονομία και την πτώση της συναθροιστικής ζήτησης για προϊόντα, επιδεινόνωντας το ήδη κακό κλίμα στην αγορά, μια κατάσταση, η οποία, αν αφεθεί στην τύχη της, όπως έπραξε, πελαγωμένη και πανικόβλητη, η κυβέρνηση Καραμανλή το 2009, θα οδηγήσει σε περαιτέρω εκτροχιασμό το ΑΕΠ της χώρας.

Μπορούμε να ελπίσουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί, αλλά δεν υπάρχει καμμία απόλυτη σιγουριά, για κάτι τέτοιο (αν π.χ. ο Σαμαράς παρασυρθεί από τον Καρατζαφέρη και επιδιώξει εκλογές τον Μάρτιο του 2010). Πρέπει, όμως, να πούμε ότι η μεγάλη εκλογική νίκη και η άνετη κοινοβουλευτική αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια πρόσθετη εγγύηση ότι ο σχεδιασμός της κυβέρνησης δεν θα διακοπεί και ότι η όποια απόκλιση δεν θα είναι μεγάλη.


β) Δαπάνες : -2,3%.


Μετά την παραπάνω ανάλυση, σχετικά με την επιδιωκόμενη μείωση του ΑΕΠ, δεν είναι διόλου περίεργη η μείωση των δαπανών του προϋπολογισμού του 2010, κατά 2,3%.

Η μείωση της ολικής καταναλωτικής δαπάνης και συνακόλουθα της γενικής συναθροιστικής ζήτησης, για αγαθά και υπηρεσίες στην ελληνική οικονομία, κατά το προσεχές έτος δεν μπορεί να επιτευχθεί, με έναν επεκτατικό, δηλαδή με έναν προϋπολογισμό, που αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες. Μπορεί να επιτευχθεί με έναν περιοριστικό προϋπολογισμό, έναν προϋπολογισμό, ο οποίος περιορίζει τις δαπάνες και αυτό ακριβώς κάνει ο προϋπολογισμός του 2010.

Όπως είπαμε, στις σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές οικονομίες, η κρατική παρέμβαση και η διόγκωση της οικονομικής βαρύτητας του δημοσίου έχουν σκοπό να ρυθμίσουν και ουσιαστικά να στηρίξουν τα επίπεδα της συνολικής κατανάλωσης, μέσα σε μια οικονομία και δι' αυτής να προσδιορίσουν τα επίπεδα της ολικής ζήτησης, για αγαθά και υπηρεσίες, έτσι ώστε και η οικονομία να ισορροπεί και να μετασχηματίζει τον όγκο της συνολικής αποταμίευσης σε επένδυση, στηρίζοντας την δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση και δι' αυτής την ομαλή ροή της οικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με τους επιμέρους στόχους, που τίθενται κάθε φορά (όγκος απασχόλησης εργατικού δυναμικού, πολιτική μισθών, τιμών, κερδών κλπ).

Η στήριξη της κατανάλωσης από το κράτος, είναι, λοιπόν, η λυδία λίθος για την ανάπτυξη της συνολικής οικονομίας και γι' αυτόν τον λόγο υπήρξε και υπάρχει η περιγραφείσα διόγκωση του οικονομικού ρόλου και του μεγέθους των κρατών στις σύγχρονες οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση του προϋπολογισμού του 2010, η άρνηση (από πλευράς του κράτους) της στήριξης των επιπέδων της συνολικής κατανάλωσης και συνακόλουθα η άρνηση της στήριξης της συναθροιστικής ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες, γίνεται το εργαλείο της κυβερνητικής πολιτικής, για την εφαρμοσμένη αντιαναπτυξιακή του πολιτική, που στοχεύει στην αρνητική ανάπτυξη και στην συρρίκνωση όλων των κρίσιμων θετικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (π.χ. ανάπτυξη, απασχόληση, επένδυση κλπ) και στην διόγκωση των αρνητικών μακροοικονομικών μεγεθών της (π. χ. ανεργία, αλλά και πληθωρισμός).

Και φυσικά, η μείωση της ολικής κατανάλωσης στην ελληνική οικονομία περνάει μέσα από την μείωση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης του κρατικού προϋπολογισμού, η οποία δεν εξισορροπείται από την προβλεπόμενη αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, που, πάντως, είναι καλοδεχούμενη, στον βαθμό, που στην πράξη δεν είναι ένα πέταμα χρημάτων και που μπορεί μεσομακροπρόθεσμα να βοηθήσει στην μεταγενέστερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Παρακολουθώντας τα επιμέρους μεγέθη των κρατικών δαπανών, που υφίστανται την μείωση, πρέπει να σημειώσουμε ότι τα μακροοικονομικά μεγέθη που μετρούν και παίζουν ρόλο στην πτωτική εξέλιξη της συνολικής ζήτησης της ελληνικής οικονομίας το 2010 είναι οι δαπάνες ασφάλισης, που μειώνονται, κατά 1,673 δισ. ευρώ, οι λειτουργικές δαπάνες, που μειώνονται, κατά 1,157 δισ. ευρώ, οι καταναλωτικές δαπάνες, που μειώνονται κατά 897 εκατομ. ευρώ.

Αντίθετα, οι λοιπές σημαντικές μειώσεις, που αφορούν τα χρέη νοσοκομείων (μείωση κατά 1,4 δισ. ευρώ) , τα εξοπλιστικά προγράμματα (μείωση κατά 457 εκτομ. ευρώ) και τα χρεωλύσια (μείωση κατά 9,630 δισ. ευρώ), δεν παίζουν ουσιώδη ρόλο στην εσωτερική ζήτηση, αφού η εξόφληση των χρεών στα νοσοκομεία υπολογίζεται ότι δεν θα επαναληφθεί, σε αυτό το μεγάλο μέγεθος, εντός του 2010, ενώ η μείωση των δαπανών, για εξοπλιστικά προγράμματα, αφορά την εκτός Ελλάδας αγορά όπλων (και εκείνους που λαμβάνουν τις σχετικές προμήθειες).

Στην μείωση δαπανών για χρεωλύσια, που είναι σημαντική, πρέπει εδώ να γίνει ιδιαίτερη αναφορά, σε σχέση με την ''τρομοκρατία του χρέους'', μια πολιτική που ακολουθείται από τις Βρυξέλλες και την εγχώρια τραπεζοπιστωτική ελίτ, για να πνιγεί κάθε φωνή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δεν πειθαρχεί στην λογική της μονεταριστικής πολιτικής του ''αξιόπιστου'' και σκληρού ευρώ.


Η μείωση των χρεωλυσίων έχει μεγάλη σημασία, λόγω του τεράστιου μεγέθους της ( πρόκειται για ένα ποσόν, που ανέρχεται στα 9,63 δισ. ευρώ, μόνον για εφέτος), αλλά και εξ αιτίας του γεγονότος ότι, παρά την αύξηση του ποσού των τόκων, που θα πληρώσει το 2010 το ελληνικό δημόσιο (θα αυξηθούν κατά 610 εκατομ. ευρώ), το τελικό ποσόν που εξοικονομείται δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο - έστω και αν λογιστικά δεν υπολογίζεται μέσα στα εξοικονομούμενα ποσά του Τακτικού Προϋπολογισμού και εδώ πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για λογιστικό τερτίπι και όχι για την ουσία του δούναι και του λαβείν του δημοσίου -, αφού το ύψος του φθάνει τα 9,01 δισ. ευρώ. Αυτά τα στοιχεία, που αφορούν τα τρέχοντα τοκοχρεωλύσια της χώρας, είναι αρκετά για να καταδείξουν το τεράστιο μέγεθος των ανοησιολογιών, που λέγονται όλον αυτόν τον καιρό, σχετικά με τον δήθεν άμεσο κίνδυνο χρεωκοπίας της χώρας.

Ουδόλως κινδυνεύει η χώρα από οποιαδήποτε μορφή χρεωκοπίας, είτε άμεσα, είτε μακροπρόθεσμα. Τα ποσά που πληρώνει είναι ελάχιστα σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της και τα εσοδά της είναι πλήρως επαρκή για την χρηματοδότησή του χρέους της, χωρίς κανένα πρόβλημα. Αλοίμονο, δηλαδή, μια οικονομία με ετήσιο ΑΕΠ της τάξης των 244,23 δισ. ευρώ, να μην μπορεί να χρηματοδοτήσει μια ετήσια ροή δημόσιων τοκοχρεωλυσίων της τάξης των 32,46 δισ. ευρώ, ή των 41,48 δισ. ευρώ. ή και μια ροή πολύ μεγαλύτερη από αυτήν.

Και σε κάθε περίπτωση, αυτά τα χρέη μπορούν να πληρώνονται πολύ εύκολα, μέσα σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία και όχι σε μια οικονομία που έχει εισέλθει σε έναν κύκλο ύφεσης. Και σε αυτό έχει δίκιο ο ΓΑΠ στην κριτική που ασκεί στο επιτελείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - άσχετα αν έχει υποκύψει σε ουσιώδη κελεύσματά της (αν και όχι σε όλα).


γ) Έσοδα : + 9%.

Εδώ βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα του προϋπολογισμού του 2010. Διότι τις δαπάνες μπορούμε πιο εύκολα να τις προγραμματίσουμε (και να τις πραγματοποιήσουμε όταν έχουμε χρήμα), ενώ τα έσοδα, αν και μπορούμε να τα προγραμματίσουμε, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα τα πραγματοποιήσουμε, πολύ περισσότερο, όταν κινούμαστε και στοχεύουμε σε μια οικονομία την οποία έχουμε προγραμματίσει να την κρατήσουμε (όπως προβλέπει, προγραμματίζει και ουσιαστικά επιδιώκει η κυβέρνηση, με τον προϋπολογισμό του 2010) σε ύφεση.

Το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο υπολογίζει ότι θα αυξήσει κατά 9% τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού (υπενθυμίζω, εδώ, ότι μιλάμε μόνον για τον τακτικό προϋπολογισμό του κράτους και όχι για όλον τον δημόσιο τομέα και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε και γι' αυτό έφερα στην αρχή του παρόντος θέματος τα στοιχεία που έχουν υπολογίσει οι Αμερικανοί, γύρω από το μέγεθος των δημόσιων εσόδων και δαπανών και για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες), δηλαδή από τα 49,26 δισ. ευρώ, που υπολογίζεται ότι θα εισπράξει ο δημόσιος κορβανάς το 2009, θα φθάσει να εισπράξει 53,7 δισ. ευρώ το 2010.


Δηλαδή, η κυβέρνηση, μέσα σε συνθήκες ύφεσης και αρνητικής ανάπτυξης, υπολογίζει ότι το 2010 θα εισπράξει επιπλέον 4,44 δισ. ευρώ .

Αυτός οι υπολογισμός στηρίζεται στην αύξηση των εισπράξεων από :


α) άμεσους φόρους, κατά 1,925 δισ. ευρώ,


β) έμμεσους φόρους, κατά 1,635 δισ. ευρώ και


γ) επενδύσεις από Ε.Ε., κατά 1,554 δισ. ευρώ.

Και οι τρεις υπολογισμοί είναι προβληματικοί και κυρίως οι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους είναι εκείνοι οι οποίοι θα δημιουργήσουν μεγάλο πρόβλημα στην αγορά, αφού η επιβολή και η είσπραξή τους θα αφαιρέσουν ζεστό χρήμα από την αυτήν και αυτό θα συμβεί, μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο η πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, θα οδηγήσει στην πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων και θα επιφέρει μεγαλύτερη ασφυξία στην αγορά και την επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας (ιδιωτική κατανάλωση, ζήτηση, επενδύσεις, ανεργία).

Για να υπάρξουν αποτελέσματα πρέπει να κτυπηθεί η φοροδιαφυγή, που στην Ελλάδα ενδημεί εδώ και πολλές δεκαετίες και σε έναν σημαντικό βαθμό είναι προϊόν του μικρομεσαίου μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων, του μεγάλου αριθμού των αυτοαπασχολουμένων και της οργανωμένης κρατικής ανοργανωσιάς (όποιος εργάζεται στο κράτος αντιλαμβάνεται το τι λέω), αφού το κράτος δεν έχει την πρέπουσα μηχανογραφική υποδομή και στελέχωση, για να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και κοινωνία και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να γνωρίζει την διάρθρωση την σύνθεση και τα συγκεκριμένα επίπεδα εισοδήματος των εισοδηματικών κατηγοριών, που συναποτελούν τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της χώρας.

Η έκταση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα δεν είναι ευκαταφρόνητη. Υπολογίζεται ότι τα ελάχιστα επίπεδά της φθάνουν στο 15% του ΑΕΠ και τα μέγιστα στο 30% του ΑΕΠ.

Μιλάμε, δηλαδή, για τεράστια ποσά, τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη στα επίσημα στατιστικά στοιχεία της χώρας (τα οποία, ούτως, ή άλλως και για άλλους λόγους, που αφορούν την ελληνική μικροπολιτική, έχουν γίνει διεθνώς ρεζίλι, μαζί φυσικά, με τους φορείς που τα παρέχουν, δηλαδή την ΕΣΥΕ και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους) και ως εκ τούτου, είναι σαν να μην υπάρχουν!

Το ότι υπάρχουν, όμως, είναι δεδομένο και προκύπτει και από την κίνηση των αγαθών και των υπηρεσιών μέσα στην χώρα (κίνηση χονδρικού και λιανικού εμπορίου, καταναλωτικές εισαγωγές, καταθέσεις, περιουσιακά στοιχεία κλπ). Πλην όμως παραμένουν ασύλληπτα και αφορολόγητα.

Δεν είναι τυχαίο αυτό, ούτε είναι μόνον προϊόν της ελληνικής τσαπατσουλιάς.

Η πολιτική, κοινωνική και η οικονομική (στην οικονομική ελίτ υπάγεται και η τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων) ελίτ, που διοικεί την χώρα, προέρχεται από την διευρυμένη αριθμητικά κοινωνική ομάδα των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρηματιών και ως εκ τούτου, στήριξε και στηρίζει, όλα αυτά τα χρόνια, το αφορολόγητο και το ακαταδίωκτο των φοροφυγάδων (στην Ελλάδα π.χ. δεν είναι ποινικό αδίκημα η ψευδής φορολογική δήλωση), με χίλιους δυο τρόπους και με χίλιες δυο νομοθετικές μεθοδεύσεις και νομικές κατασκευές.

Πέρα από την κοινωνική ένταξη της ελληνικής πολιτικοκοινωνικής και οικονομικής ελίτ, μια ένταξη που εμποδίζει την πάταξη της φοροδιαφυγής, υπάρχει και η ίδια η ευάριθμη και πλούσια αυτή τάξη, η οποία είναι η δεξαμενή των χρηματοδοτών της ελληνικής πολιτικής ελίτ, όπως επίσης και αποτελεί μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων και opinion leaders, που επηρεάζει την συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, οι οποίες, με την σειρά τους επηρεάζονται από αυτήν την κοινωνική ομάδα.

Και εκεί βρίσκεται η πολιτικοκοινωνική δυσκολία του εγχειρήματος της πάταξης της φοροδιαφυγής.


Υπάρχει, όμως και μια οικονομική δυσκολία, σχετικά με την πάταξη της φοροδιαφυγής:

Αυτή η δυσκολία έχει να κάνει με το πραγματικό γεγονός ότι η φοροδιαφυγή χρησιμοποιήθηκε από την ελληνική ελίτ και ως ένα εργαλείο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, όλες αυτές τις δεκαετίες που πέρασαν και ιδιαίτερα στα τελευταία 15 χρόνια της διαρκούς ανάπτυξης, με ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, γύρω στο 3,5% με 4% ετησίως, οι οποίοι, κατά την περίοδο 1994 - 2008, σχεδόν, διπλασίασαν το ΑΕΠ της χώρας.

Πράγματι η φοροδιαφυγή χρησιμοποιήθηκε στην πράξη, ως σχεδιασμένη κρατική φοροαπαλλαγή, η οποία, μειώνοντας τα κρατικά έσοδα, άφηνε άμεσα στην πολυάριθμη κοινωνική ομάδα των φοροδιαφευγόντων ένα μεγάλο εισόδημα, προς χρήση (κατανάλωση και επένδυση) στην ελληνική οικονομία. Προφανώς, ένα μέρος του εισοδήματος αυτού έπαιξε και τον ρόλο του μοχλού και του επιταχυντή της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, όλα αυτά τα χρόνια και γι' αυτό, παρά την κατά καιρούς φιλολογία για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την μεγέθυνση του δημόσιου χρέους, ουδείς στην πράξη ενδιαφέρθηκε για την υλοποίηση αυτών των στόχων.

Μακροπρόθεσμα, βέβαια, η φοροδιαφυγή έβλαψε την ελληνική οικονομία, λόγω των απίθανων διαστάσεων, που έλαβε. Και σήμερα, βρισκόμαστε, ακριβώς, σε αυτά τα βλαπτικά αποτελέσματα της εκτεταμένης φοροδιαφυγής.

Αυτό που έκανε η φοροδιαφυγή ήταν :

1) να στρεβλώσει την κατανομή των εισοδημάτων στον ελληνικό πληθυσμό, βαθαίνοντας τις ανισότητες στα εισοδήματα και


2) να εμποδίσει το δημόσιο να παίξει τον ρυθμιστικό και εξισορροπιτικό του ρόλο στην οικονομία, μειώνοντας το ρυθμιστικά απαραίτητο και αναγκαίο κρατικό μέγεθος (και στην επίσημα και στην ανεπίσημη) οικονομική δραστηριότητα, αφαιρώντας του σημαντικά μερίδια από και από το υποεκτιμημένο φαινομενικό (εικονικό), αλλά και από το πραγματικό (ορθότερα : πραγματοποιημένο) ελληνικό ΑΕΠ.

Και οι δύο αυτές λειτουργίες της (απίστευτης, για αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, σε έκταση) φοροδιαφυγής έβλαψαν συνδυαστικά και μακροπρόθεσμα την ελληνική οικονομία, διότι :

Αφ' ενός μεν η στρέβλωση και η ανισοκατανομή των εισοδημάτων στον ελληνικό πληθυσμό (με λίγα λόγια, η αύξηση των εισοδημάτων δεν έγινε εξισορροπημένα σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, αλλά εξαιρετικά άνισα, με πρώτους και περισσότερο ευνοημένους τους φοροφυγάδες) λειτούργησε σταδιακά, με αποδιοργανωτικό τρόπο, στην εξέλιξη της ολικής ζήτησης στην ελληνική οικονομία, αφού εμφάνισε το κλασσικό φαινόμενο να υπάρξει ανισορροπία ανάμεσα στο μακροοικονομικό τρίπτυχο κατανάλωση - αποταμίευση - επένδυση, συνεπικουρούσης και της άμεσης διαφυγής εισοδήματος, σε επενδύσεις και καταθέσεις, εκτός Ελλάδας, μέσω του διεθνούς τραπεζοπιστωτικού συστήματος και τα πολυπλόκαμα σχήματα των offshore εταιρειών.
Τα ευάριθμα, λοιπόν, φοροδιαφεύγοντα στρώματα του πληθυσμού (αλλά και κάποια από τα υπόλοιπα) συμπεριφέρθηκαν, με τον κλασσικό τρόπο, όπως σε όλες τις καπιταλιστικές οικονομίες της εποχής μας, αφού δεν υπήρχε έστω και ελάχιστος έλεγχος, μέσα από την νεοφιλελεύθερης αντίληψης και ιδεολογίας κυριαρχία των γραφειοκρατικών χρηματοπιστωτικών αγορών :

Αποταμίευσαν περισσότερο από όσο κατανάλωσαν και επιδιδόμενοι σε χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες - φούσκες, πολλές εκ των οποίων στο εξωτερικό, υπονόμευσαν την ολική κατανάλωση της οικονομίας, αφού το αποταμιευμένο χρήμα δεν ανακυκλώθηκε στην οικονομία, δηλαδή δεν μεταφράστηκε στα απαραίτητα επίπεδα επενδύσεων, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε πτώση της συναθροιστικής ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες και στην συνέχεια, σε πτώση της συνολικής κατανάλωσης, σε πτώση των επενδύσεων, σε μείωση του ΑΕΠ, σε αύξηση της ανεργίας και όλα τα σχετικά, που προκύπτουν, όταν αρχίσει η ύφεση και η καθοδική κίνηση της οικονομίας.

Όσον αφορά την παρεμπόδιση του κράτους, ως προς την αναγκαία μεγέθυνσή του, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να παίξει τον εξισορροπιτικό και τον ρυθμιστικό του ρόλο, καλό είναι να θυμηθούμε τα στοιχεία της CIA, που είναι και στοιχεία των διεθνών οργανισμών :

ΕΛΛΑΔΑ : ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΕΠ : 32.100 $. ΑΕΠ : 343,8 δισ. $.  ΕΣΟΔΑ : 126,5 δισ.$.  ΕΞΟΔΑ : 144,4 δισ. $.  ΕΣΟΔΑ / ΑΕΠ : 36,79%.  ΕΞΟΔΑ / ΑΕΠ : 42,00%.
https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/gr.html

Από τα στοιχεία αυτά συγκρινόμενα με εκείνα των άλλων αναπτυγμένων γραφειοκρατικών καπιταλιστικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου (εξαιρουμένων των ΗΠΑ), βλέπουμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πίσω, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα της και την αναλογία εσόδων - εξόδων (δαπανών), ως προς το ΑΕΠ.

Μπορεί αυτό να φαίνεται εξωφρενικό, σε σχέση με την κυρίαρχη αντίληψη, που θέλει να ισχυρίζεται ότι το ελληνικό κράτος είναι υπερδιογκωμένο, αδηφάγο και σπάταλο. (Σπάταλο είναι σίγουρα και αυτό είναι προϊόν της κομματοκρατίας, που ενδημεί), αλλά θα επαναλάβω, εδώ, όσα έχω γράψει και στην αρχή του παρόντος άρθρου :

Τα παραπάνω στοιχεία, που αφορούν τις εξελίξεις των οικονομικών μεγεθών των κρατικών μηχανισμών στο ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και την μεγάλη βαρύτητα και το μέγεθος των εσόδων και των δαπανών του κράτους, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους, δείχνουν την ρηχότητα του κρατισμού στην Ελλάδα, καθώς και την μεγάλη υστέρηση από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους και ως προς το σκέλος των εσόδων και ως προς το σκέλος των δαπανών.

Το ελληνικό κράτος (αν και σπάταλο, ως κακοοργανωμένο που είναι), ούτε υπερδιογκωμένο είναι, ούτε αδηφάγο. Υστερεί σημαντικά σε σχέση με τα άλλα κράτη των κοινωνιών του αναπτυγμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και εκεί βρίσκεται και η κακοδαιμονία του, αλλά και η κακοδαιμονία που έχει πλήξει την ελληνική οικονομία τον τελευταίο χρόνο.

Σε επίπεδο κρατικών εσόδων βρίσκεται πολύ πίσω από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρώπης των 15, αφού με ποσοστό εσόδων στο υποεκτιμημένο επίσημο ελληνικό ΑΕΠ, της τάξης του 36,79%, έχει πολύν δρόμο να διανύσει για να φθάσει στα επίπεδα άνω του 45%, για να μπορέσουμε να πούμε ότι είμαστε κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα, ή άνω του 50% για να πούμε ότι είμαστε στους μέσους όρους των επιπέδων αυτών.

Βέβαια, τα πράγματα στην πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερα, διότι, το πραγματικό ποσοστό των ελληνικών δημοσίων εσόδων είναι πολύ μικρότερο, όσον αφορά το πραγματικό (ορθότερα : πραγματοποιημένο) ελληνικό ΑΕΠ, όταν, δηλαδή, προσθέσουμε και την ανεπίσημη, την φοροδιαφεύγουσα, οικονομία, μέσα στο επίσημο ΑΕΠ της χώρας.

Στην πραγματικότητα, δηλαδή, η κατάσταση είναι τραγική, όσον αφορά την κατάσταση του ελληνικού κράτους, το οποίο αφέθηκε στην τύχη του και στην παλαιοκομματική (και νεοκομματική) βούληση της ελληνικής πολιτικής ελίτ, η οποία επί σκοπόν και σχεδιασμένα έπραξε όσα έπραξε, προκειμένου να εξυπηρετήσει και τα μικροκομματικά της πελατειακά συμφέροντα, με αθρόες και ανοργάνωτες προσλήψεις ημετέρων, αλλά και τα συμφέροντα των χρηματοδοτών της να ικανοποιήσει αφήνοντας το κράτος παρία των οικονομικών εξελίξεων στην χώρα και ανίκανο να ρυθμίσει και να εξορθολογίσει την οικονομική λειτουργία της αγοράς, χάρη των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της κοινωνικής και οικονομικής ελίτ, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος.

Αυτή είναι η αλήθεια και όλα τα άλλα, που λέμε για το ''τεράστιο'' ελληνικό κράτος που (δήθεν) ''απομυζά'' τους οικονομικούς  πόρους και τους ''στερεί'' από την ιδιωτική οικονομία, ή ότι κάνει κοινωνική πολιτική, είναι ιστορίες για μικρά παιδιά.

Ουδέν από αυτά συμβαίνει. Το κράτος έχει αφεθεί στην τύχη του και έχει παραμεληθεί, για χάρη κάποιων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ανάμεσα στις οποίες εκείνοι που φοροδιαφεύγουν (και εισφοροδιαφεύγουν) έχουν περίοπτη θέση και όσο πιο γρήγορα αυτό γίνει αντιληπτό, τόσο καλύτερα για όλους μας. Και αυτό έγινε από όλες τις κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης και ιδεολογίας.

Τώρα, ο ΓΑΠ, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, λέει ότι θα αυξήσει τα έσοδα, κτυπώντας την φοροδιαφυγή. Το έργο αυτό, όμως, είναι ηράκλειο, απαιτεί μεσομακροπρόθεσμο σχεδιασμό και στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, καθώς και μια επιμονή και σταθερότητα στην πολιτική βούληση, για την διεκπεραίωσή του, δηλαδή κάτι που - αν κρίνουμε από το παρελθόν - είναι άγνωστο στην ελληνική πολιτική και διοικητική ελίτ.

Για να είμαστε ρεαλιστές, αυτό που όλοι εύχονται, μέσα στα ηγεμονεύοντα κοινωνικά στρώματα της χώρας είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας, προκειμένου να πάρει εμπρός και η ελληνική οικονομία, να επανέλθουν οι αναπτυξιακοί δείκτες στην πρότερη κατάστασή τους και να μην χρειαστεί να γίνουν στην πράξη οι μεταρρυθμίσεις, που πρέπει να γίνουν. Αλλά, κάτι τέτοιο, δεν είναι άμεσα ορατό (τουλάχιστον, για το προσεχές 18μηνο).

Για να πείσει, λοιπόν ο ΓΑΠ, ότι έχει σκοπό να κάνει τα όσα λέει (και δεν έχει τόση σημασία η ακριβής πραγματοποίηση των προβλέψεών του, όσο έχει σημασία, η παρουσίαση των μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η θέση τους σε, εν τοις πράγμασι, λειτουργία) πρέπει να φέρει την νομοθεσία, που θα του επιτρέψει να το κάνει και να οργανώσει το κράτος - δηλαδή τον εισπρακτικό του μηχανισμό, ο οποίος έχει διαφθαρεί, σε μεγάλο βαθμό -, έτσι ώστε να μπορέσει να το καταφέρει. Οι Βρυξέλλες δεν πιστεύουν ότι αυτό θα το καταφέρει, με τον παρόντα εισπρακτικό μηχανισμό του δημοσίου και δεν μπορεί να πει κάποιος ότι αυτή η πεποίθηση είναι εσφαλμένη.



δ) Έλλειμμα : -3,6%.

Έχοντας δεδομένο ότι θα πραγματοποιήσει τους προηγούμενους στόχους του, το κυβερνητικό επιτελείο, προϋπολογίζει ότι θα καταφέρει να μειώσει το έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού, κατά 3,6% και από 12,7% το 2009, θα το φθάσει στο 9,1% το 2010.

Κάποια δεδομένα για την μείωση του ελλείμματος το 2010, προφανώς υπάρχουν ήδη έτοιμα από εφέτος. Π.χ. οι δαπάνες, που έγιναν το 2009, για πληρωμή χρεών στα νοσοκομεία  και οι οποίες δεν θα επαναληφθούν το 2010 (μείωση κατά 1,400 δισ. ευρώ), αλλά και η καταβολή ενός μέρους του έκτακτου επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης εφέτος, αν και δεν προβλεπόταν μια τέτοια καταβολή στον εφετινό προϋπολογισμό. Οι δαπάνες αυτές διόγκωσαν αρκετά το έλλειμμα του προϋπολογισμού του 2009 και αποτελούν καλό βατήρα, για μια εύκολη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος του προϋπολογισμού του 2010. Και εδώ είναι που, δικαίως, διαμαρτύρεται η Ν.Δ. για τεχνητή διόγκωση του εφετινού ελλείμματος, έτσι ώστε το 2010 να προκύψει, ως επιτυχία, μια εύκολη και άκοπη μείωσή του - εδώ, άλλωστε, εξαντλούνται και τα ελάχιστα δίκια του κόμματος που κυβέρνησε την χώρα τα τελευταία πεντέμισυ χρόνια.

Αλλά η ουσία, όσον αφορά την μείωση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού, βρίσκεται στο γεγονός του αντιαναπτυξιακού χαρακτήρα αυτής της δημοσιονομικής πολιτικής.


Οι ελληνικοί προϋπολογισμοί ήσαν σταθερά ελλειμματικοί όλες τις δεκαετίες, κυρίως μετά την δικτατορία, για τους λόγους που προεξετέθησαν :

Οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά, με ένταση μετά το 1981 και πολύ περισσότερο, μετά το 1993, αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της φοροδιαφυγής. Αντίθετα το διόγκωσαν, για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους και της ίδιας της διακομματικής πολιτικής ελίτ, αλλά και προς χάριν της κοινωνικής και οικονομικής ελίτ, η οποία επιδόθηκε στο ''σπορ'' της φοροδιαφυγής και η οποία κοινωνική και οικονομική ελίτ στήριξε την διακομματική πολιτική ελίτ πολιτικά και οικονομικά.

Αυτοί οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, προφανώς, τροφοδότησαν και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αν και - όπως ήδη είπαμε - μεσομακροπρόθεσμα την έβλαψαν, αποδιαρθρώνοντας το κράτος και στρεβλώνοντας την εισοδηματική κατανομή, μέσα στον ενεργό και μη ενεργό πληθυσμό της χώρας.

Και αυτοί οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί πήραν την έκταση που πήραν, προκειμένου, ως προς το σκέλος των δημοσίων εσόδων, να μην ενοχληθούν τα φοροδιαφεύγοντα κοινωνικά στρώματα και ως προς το σκέλος των δαπανών, να ικανοποιηθούν οι ωφελούμενοι από τις όποιες δημόσιες παροχές.

Εκείνη την εποχή, που έπρεπε να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα και να εξορθολογισθούν οι δημόσιες δαπάνες και αυτό ήταν τεχνικά και ουσιαστικά εύκολο να γίνει, αφού η οικονομία ήταν σε αναπτυξιακή τροχιά και ήταν δυνατό, χωρίς ουσιώδεις δυσκολίες, να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα, η ελληνική πολιτική ελίτ, μέσα από ένα μίγμα κοντοπρόθεσμου ωφελιμισμού και νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής τύφλωσης, η οποία - καθόλου τυχαία - συμβάδιζε με τα προσωπικά συμφέροντα αυτής της ελίτ, αρνήθηκε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα.

Γι' αυτό και υπό την δαμόκλειο σπάθη των Βρυξελλών, λέει ότι έρχεται, τώρα, να πάρει τα μέτρα αυτά.

Αλλά, με τον ερχομό της ύφεσης, αυτά τα μέτρα είναι ακατάλληλα, ακριβώς επειδή σε περιόδους ύφεσης είναι που πρέπει να αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες και να δημιουργούνται και να διευρύνονται τα δημόσια ελλείμματα, προκειμένου να αντιμετωπίζεται η οικονομική ύφεση και να επαναφέρεται η οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά, με την άσκηση, δηλαδή, στο έπακρον, του ρόλου του κράτους, ως σημαντικού οικονομικού παράγοντα και ρυθμιστή της εξέλιξης των μακροοικονομικών μεγεθών της οικονομίας και πρώτ' απ' όλα της στήριξης της συνολικής κατανάλωσης και της συναθροιστικής ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες.

Ο προϋπολογισμός του 2010, που παρουσιάζουν ο ΓΑΠ και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησής του, με τις περισταλτικές κινήσεις στα συνολικά μεγέθη του προϋπολογισμού (εξαιρούνται οι μισθοί, αλλά και εκεί η αύξηση του κονδυλίου για μισθούς είναι σταγόνα στον ωκεανό), μπορεί να είναι περισσότερο ανώδυνος από τον προϋπολογισμό που θα παρουσίαζε ο Καραμανλής - το τι θα κατάφερνε αυτός είναι κάτι άλλο -, δεν κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Δεν οδηγεί, δηλαδή την οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά, αλλά την βυθίζει στην ύφεση για μια ακόμη χρονιά, χωρίς προοπτική εξόδου, ούτε σε δύο χρόνια από τώρα.

Χωρίς επεκτατικό προϋπολογισμό, χωρίς αυξημένες δημόσιες δαπάνες, χωρίς εκτεταμένες δημόσιες επενδύσεις, χωρίς αυξημένα ελλείμματα, δεν είναι δυνατόν, σε συνθήκες ύφεσης, να επιτευχθούν αναπτυξιακοί στόχοι (και το γεγονός ότι, με έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2009 στα επίπεδα του 12,7%,  η ελληνική οικονομία παρουσίασε μείωση του ΑΕΠ κατά 1,2% περίπου, δείχνει ότι το έλλειμμα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερο και προφανώς με υψηλότερο ποσοτικά επίπεδο και διαφορετική διάρθρωση των δαπανών του προϋπολογισμού).

Φυσικά, ο προϋπολογισμός του 2010 έχει ομολογημένη την αντιαναπτυξιακή του κατεύθυνση, αφού ουδόλως στηρίζει την συνολική καταναλωτική δαπάνη, ούτε φυσικά την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (και κυρίως των μισθωτών), παρά τα όποια προεκλογικά ευχολόγια του ΓΑΠ και του ΠΑΣΟΚ.

Και αυτό είναι εκείνο που θέλω να καταδείξω στο παρόν άρθρο. Ακριβώς επειδή αυτά  τα ευχολόγια μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, σε έναν μεγάλο βαθμό, αν η ελληνική πολιτικοοικονομική και κοινωνική ελίτ ήταν περισσότερο σοβαρή και αξιόπιστη - και σε αυτό η γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κεντροτραπεζίτες έχουν δίκιο, που έχουν εκμανεί με την κοινωνική και ατομική ανευθυνότητα της ηγεμονεύουσας ελίτ της χώρας μας και δεν πιστεύουν κανένα μέλος της, αντιμετωπίζοντάς την σαν να αποτελείται από απατεώνες.




ε) Ανεργία : 9,7%.


Μέσα στα πλαίσια αυτά, ο στόχος του προϋπολογισμού, για αύξηση της ανεργίας στα επίπεδα του 9,7%,του ενεργού εργατικού δυναμικού το 2010 από τα επίπεδα του 9%, που (υποτίθεται ότι) είναι το 2009 είναι υπερβολικά ''φιλόδοξος''.

Στην πραγματικότητα η ανεργία είναι τώρα πολύ μεγαλύτερη από το 9% και η προβλεπόμενη και προγραμματισμένη αύξησή της το 2010 θα ξεπεράσει κατά πολύ το 9,7%, αφού δεν προβλέπεται κάποια έκτακτη στήριξή της από το κράτος. Με δεδομένη την αποδυνάμωση του κράτους, από τις απολύσεις των εργαζομένων στο δημόσιο, με προγράμματα STAGE και τον περιορισμό τους μόνον στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και με τις απολύσεις των μονοετούς διάρκειας εργαζομένων (ως ... ''αυτοαπασχολουμένων''!), με συμβάσεις έργου στο δημόσιο, είναι βέβαιο ότι η ανεργία θα αυξηθεί, μόνον και μόνο, λόγω της υπόσχεσης στην γραφειοκρατία των Βρυξελλών ότι δεν θα γίνει καμμία πρόσληψη στο δημόσιο το 2010.

Από εκεί και πέρα, το αρνητικό κλίμα στην αγορά και στον ιδιωτικό τομέα δεν προοιωνίζει βελτίωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας, ούτε καν στασιμότητα. Η πτώση της συνολικής αγοραστικής δύναμης και συνακόλουθα της συναθροιστικής ζήτησης για προϊόντα, θα ακολουθήσει και θα οδηγήσει στην πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία ήδη από το καλοκαίρι εφέτος έχει λάβει ρυθμούς μεγάλης πτώσης, οι οποίοι δεν προβλέπεται να μειωθούν μέσα στο 2010, ούτε και τα μεγέθη του προϋπολογισμού στοχεύουν στην καταπολέμησή της, ή, έστω στην συγκράτησή της, τουλάχιστον στα επίπεδα που προβλέπεται από το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο.

Το να ελπίζουν οι αποτελούντες το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της κατάστασης στις διεθνείς αγορές και στην επίπτωσή της στην εσωτερική οικονομία είναι ένα σενάριο που δεν φαίνεται να είναι πραγματοποιήσιμο το 2010 και ως εκ τούτου, δεν είναι ρεαλιστικό το να πιστεύει κάποιος ότι το κυβερνητικό επιτελείο στηρίζει σε ένα τέτοιο σενάριο τις προβλέψεις του, για την εξέλιξη στην ελληνική αγορά εργασίας.


στ) Μισθοί και συντάξεις : Αύξηση κατά 2,8%.


Το μόνο ενθαρρυντικό στοιχείο σε αυτόν τον προϋπολογισμό είναι η αύξηση της δημόσιας δαπάνης για μισθούς κατά 2,8%, μέσα στο 2010. Αλλά, αυτό είναι σταγόνα στον ωκεανό και φυσικά δεν λύνει κανένα πρόβλημα.

Οι περιορισμοί που κάνουν αναποτελεσματικό αυτό το μέτρο έχουν να κάνουν φυσικά και πρώτ' απ' όλα, με το μικρό του μέγεθος (αυξάνονται κατά 721 εκατομ. ευρώ), αλλά και με το γεγονός ότι περιορίζεται σε πολύ μικρότερο αριθμό προσώπων μέσα στο 2010, αφού ουδεμία πρόσληψη καινούργιου προσωπικού προβλέπεται προς αντικατάσταση των απολυθέντων και αυτών που πρόκειται να απολυθούν μέσα στο 2010, όπως επίσης ότι περιορίζεται στον στενό δημόσιο τομέα και δεν αφορά, όχι μόνον τον ιδιωτικό τομέα, αλλά ούτε και τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους στα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας.

Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να δούμε τον πίνακα των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του 2010, στο κονδύλι που περιγράφεται, ως ''Επιχορηγήσεις σε ασφαλιστικά ταμεία'', στο οποίο προβλέπεται, σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης, μείωση του κονδυλίου, κατά 12,4%, ή 1,452 δισ. ευρώ, κάτι που προοιωνίζει - αν η σχετική πρόβλεψη πραγματοποιηθεί - κακή εξέλιξη για τους εργαζόμενους και πολύ περισσότερο για τους συνταξιούχους των ταμείων αυτών, αφού αυτή η όντως δραστική μείωση μπορεί να γίνει, με μείωση των συντάξεων (αλλά και λιγότερο των μισθών των εργαζομένων σε αυτά), με όλα τα αρνητικά αποτελέσματα στην γενική αγοραστική δύναμη της ελληνικής οικονομίας, η οποία είναι, ούτως ή άλλως, ανεπαρκής, για να στηρίξει τα ήδη καχεκτικά επίπεδα της ολικής κατανάλωσης και της συναθροιστικής ζήτησης.

Και για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι αυτή η πρόβλεψη για μείωση αυτού του κονδυλίου είναι πραγματοποιήσιμη σε αυτήν την έκταση, που περιγράφεται [εκτός εάν η επικείμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι τόσο δραστική, ώστε να καταφέρει να επιτύχει μια τέτοιας έκτασης μείωση του κονδυλίου, που αφορά τις επιχορηγήσεις στα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία, συν τοις άλλοις, παρουσιάζουν λόγω της παρατεινόμενης ύφεσης στην οικονομία, πτώση των εσόδων τους της τάξης του 3% με 4% το 2009, παρά την αύξηση (ή/και σε έναν βαθμό εξ αιτίας της αύξησης), που - ανοήτως - δόθηκε στις ασφαλιστικές εισφορές].

Περισσότερο μου φαίνεται ότι το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο ''δουλεύει'' την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, η οποία αντιλαμβάνεται το ''δούλεμα'', που της γίνεται και γι' αυτό φωνάζει και σφίγγει τα λουριά στους δικούς μας. Και το ''δούλεμα'', που γίνεται από τους δικούς μας στην γραφειοκρατία των Βρυξελλών, προφανώς, δεν αφορά μόνον αυτό το κονδύλι...

Αλλά, μένοντας με τα δεδομένα του προϋπολογισμού του 2010, ούτε και οι μισθοί έρχονται να βοηθήσουν στην αποφυγή της μείωσης της συνολικής αγοραστικής δύναμης της οικονομίας και στην στήριξη των επιπέδων συνολικής κατανάλωσης στην ελληνική οικονομία, μια βοήθεια, η οποία, σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης, είναι προαπαιτούμενη, για να μείνει η ελληνική οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την σταδιακή αναδιανομή των γενικών εισοδημάτων, υπέρ των χαμηλότερων εισοδηματικά κοινωνικών ομάδων, δηλαδή υπέρ των μισθωτών, των συνταξιούχων και των ανέργων, έτσι ώστε τα εισοδήματα αυτά να αποτραβηχτούν από την ανενεργό κατάθεσή τους στις τράπεζες ή άλλες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και να εισέλθουν άμεσα στην ολική κατανάλωση, τραβώντας προς τα άνω τα επίπεδά της, τα οποία ραγδαία πέφτουν ιδιαίτερα το τελευταίο 5μηνο.

Αυτό, όμως απαιτεί πολιτική βούληση για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, με στόχευση την αναδιανομή του εισοδήματος, που ο ΓΑΠ δεν έχει και δεν σκοπεύει να αποκτήσει, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο οποίος σε ανάλογες συνθήκες το 1981, προχώρησε σε μια ευρύτατης έκτασης αναδιανομή του γενικού εισοδήματος της χώρας, οδηγώντας την χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε ευρύτατες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ανακατατάξεις, παρά τις όποιες παρενέργειές τους, οι οποίες υπήρξαν απότοκα της ελληνικής ανοργανωσιάς και ενός κλίματος έντονου νεοπλουτισμού, που ανεξέλεγκτα αναπτύχθηκε στα νέα κοινωνικά στρώματα, που αναδείχτηκαν από αυτήν την νέα μοιρασιά του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας και τα οποία έκαναν πρωταθλητισμό στην φοροδιαφυγή.



ζ) Πληθωρισμός : 1,4%.


Η αύξηση του πληθωρισμού μπορεί να είναι ανεπαίσθητη και να μην αλλάζει - το αντίθετο, μάλιστα - τις συνθήκες της επικράτησης έντονων αποπληθωριστικών φαινομένων στην ελληνική οικονομία (από το 4% στα χρόνια πριν την ύφεση, στο 1,2% το 2009 υπολογίζεται να ανέβει στο 1,4% το 2010), αλλά είναι αξιοσημείωτη, επειδή προφανώς το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, με όπλο, κυρίως, την αύξηση της ταχύτητας κυκλοφορίας του νομίσματος - δεν μπορεί να αυξήσει τις ποσότητες του χρήματος, επειδή, με την ένταξη της χώρας στην ζώνη του ευρώ, έχασε το εκδοτικό δικαίωμα κοπής νομισμάτων, ένα δικαίωμα που έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα του Ζαν Κλωντ Τρισέ στην Φραγκφούρτη - θα προσπαθήσει να αναζωογονήσει την ελληνική οικονομία και να περιορίσει τα προβλήματα ασφυξίας, λόγω έλλειψης ρευστότητας, που παρουσιάζονται στην ελληνική αγορά και ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Δεν θα καταφέρει πολλά πράγματα, διότι η βασική αιτία της έλλειψης ρευστότητας στην αγορά, πέρα από τις τσιγγουνιές του τραπεζοπιστωτικού συστήματος της χώρας, βρίσκεται στην πτώση της κατανάλωσης - κυρίως της ιδιωτικής, αλλά και της δημόσιας. Και η ανάσα που πρόκειται να δοθεί, με αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Λιγότερη από σταγόνα στον ωκεανό.

Υπάρχει και κάτι άλλο, σχετικά με αυτήν την ανεπαίσθητη άνοδο του πληθωρισμού, ο οποίος, ως σύνολο (1,4% μέσα στο 2010), παραμένει ο μεγαλύτερος πληθωρισμός στην ευρωζώνη, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας δομικού πληθωρισμού στην Ελλάδα, ο οποίος δεν καταλαβαίνει, ούτε από ύφεση, ούτε από ο,τιδήποτε άλλο. Αυτός ο σκληρός δομικός πληθωρισμός, που κρατάει ανοδικές τις τιμές της χώρας, προφανώς στηρίζεται σε υψηλά εισοδήματα, τα οποία δεν επηρεάζονται από τις υφεσιακές συνθήκες της ελληνικής αγοράς και τα οποία μπορούν και αγοράζουν ανεπηρέαστα τα αγαθά και τις υπηρεσίες, για τα οποία ενδιαφέρονται, προκαλώντας πληθωριστικές συνθήκες στην αγορά αυτών των συγκεκριμένων προϊόντων. Και είναι περισσότερο από προφανές ότι τα εισοδήματα αυτά προέρχονται κυρίως από τον χώρο της φοροδιαφυγής, από τον χώρο της τεχνοδομής των μεγάλων επιχειρήσεων και από κάποια στρώματα μισθωτών, τα οποία έχουν μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη και μπορούν και επιβάλουν την θέλησή τους, όσον αφορά το ύψος των μισθών, που απολαμβάνουν.




Αυτές είναι οι πρώτες παρατηρήσεις, πάνω στο σχέδιο του προϋπολογισμού του 2010, που έχει υποβληθεί από το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο.

Ο προϋπολογισμός αυτός είναι αντιαναπτυξιακός στην στόχευσή του και προβληματικός, ως προς την εκτέλεσή του και όσον αφορά το σκέλος των δαπανών, αλλά και ως προς το σκέλος των εσόδων, γι' αυτό και έχει προκαλέσει την έντονη δυσπιστία της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και μπορούμε να πούμε ότι αυτή η δυσπιστία δεν είναι χωρίς βάση.

Γι' αυτό και πρέπει να δούμε την εξέλιξή του, μέχρι την επίσημη ψήφισή του και τα νομοθετικά μέτρα, που θα συνοδεύσουν τις προβλέψεις του, κυρίως, όσον αφορά την φορολογία και τα μέτρα είσπραξης των εσόδων, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, την αναδιάρθρωση του εισπρακτικού μηχανισμού του κράτους κλπ.

Και τέλος, πρέπει να παρακολουθήσουμε την πορεία της εκτέλεσής του, καθώς και τις όποιες αναθεωρήσεις υποστεί, οι οποίες - αν τηρηθούν όσα λέγονται - δεν θα είναι λίγες....

Με αυτά τα δεδομένα, όσα έχουμε να πούμε στο μέλλον, σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2010, επίσης, δεν θα είναι λίγα....


(Δείτε και το θέμα, που δημοσίευσα στο ''FREE FORUMS'', με τίτλο : ‘‘Προϋπολογισμός 2010 : Αντιαναπτυξιακή λογική και ομιχλώδης στόχευση’’ http://www.freeforums.gr/index.php/topic,3803.0.html , καθώς και το θέμα που δημοσίευσα στο ‘‘PETROUPOLIS FORUMS’’ με τίτλο : ‘‘Προϋπολογισμός 2010 : Αντιαναπτυξιακή λογική και στόχευση’’ http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?t=1914&mforum=pfor ).