Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ο πειραγμένος, από την Bundesbank και την Ε.Κ.Τ., μηχανισμός των αυθαίρετων συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρώ και ο θανατηφόρος εγκλωβισμός της ελληνικής οικονομίας, στην ευρωζώνη. (Η ανατροπή της λειτουργίας της θεωρίας των τριών P - Purchasing Power Parity - και η λυτρωτική υποτίμηση του ευρώ που οι ταγοί του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" δεν επιτρέπουν να γίνει).




Όταν, στις 14 Μαρτίου 1998 ο, τότε, πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ανακοίνωνε, χρησιμοποιώντας έναν αναμενόμενο "αιφνιδιασμό", την υποτίμηση της δραχμής, κατά 13,8%, αποσκοπώντας, στην ένταξη της Ελλάδας, στον ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) και στην σχεδιαζόμενη ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση (Ο.Ν.Ε.), λίγοι, ελάχιστοι, ήσαν εκείνοι, οι οποίοι αντιλήφθηκαν ότι, με αυτόν τον τρόπο, άνοιγε τον δρόμο, προς την παρούσα καταστροφή. Ίσως, να μην το κατάλαβε, ούτε ο ίδιος, αν κρίνουμε, από όσα ανέφερε, στο διάγγελμα, που έκανε εκείνο το Σάββατο, μένοντας, στην άρθρωση και την εκφορά της ηλιθιολόγας επιχειρηματολογίας, την οποία επικαλέστηκε, προκειμένου ο, λειτουργικά, αγράμματος κύριος καθηγητής, να πείσει, για την αναγκαιότητα της πράξης του και των σκοπών και των στόχων, τους οποίους υπηρετούσε.

Αυτός ο στρωμένος, από τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και τις πράξεις αυτού του τσούρμου των ανεγκέφαλων ηλιθίων (οι οποίοι, μάλιστα, εκείνον το καιρό, είχαν περί πολλού τους εαυτούς τους), δρόμος προς την καταστροφή, δεν αφορούσε, μόνο, την πορεία της ελληνικής οικονομίας, προς την χρεωκοπία, η οποία επήλθε, ως, περίπου, φυσικό και φυσιολογικό αποτέλεσμα της ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Αφορούσε, επίσης και την αδυναμία χρήσης του εργαλείου της υποτίμησης του νομίσματος, ως όπλου, για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής και την πειραγμένη και εξωπραγματικά, ακριβή συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, εντός και εκτός της ευρωζώνης, που καθιστά, το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, εκ των πραγμάτων και κατά πολύ, ένα μέγεθος, το οποίο είναι αδύνατο να αντεπεξέλθει, στον ενδοευρωζωνικό και στον ευρύτερο διεθνή ανταγωνισμό.

Η συνέχεια, που ακολούθησε την υποτίμηση εκείνης της εποχής, η οποία ήταν και η προτελευταία, πριν την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, είναι γνωστή. Ο Κώστας Σημίτης και οι "εκσυγχρονιστές", με την πλήρη σύμπνοια και την συνεργασία της Commission και των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Γερμανίας, στην πορεία του χρόνου, από το 1999, οπότε η Ελλάδα έγινε δεκτή, στον Ο.Ν.Ε. και στην συνέχεια, μέχρι την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, οδηγήθηκαν, στο να πλαστογραφήσουν τα μακροοικονομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, που σχετίζονταν, με τα κριτήρια ένταξης μιας χώρας, στην σχεδιαζόμενη ευρωζώνη και παράλληλα, ελαστικοποίησαν τα κριτήρια αυτά, προκειμένου να εντάξουν την χώρα μας - μαζύ με πολλές άλλες -, στην Ο.Ν.Ε.

Αυτή η επιχείρηση παραποίησης και συγκάλυψης των στοιχείων τελεσφόρησε και από 1/1/2002. η Ελλάδα εντάσσεται, στην ευρωζώνη, υφιστάμενη (όπως και το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης) μια αφανή χρεωκοπία, η οποία, με την πάροδο του χρόνου και την έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, θα εξελιχθεί, τον Απρίλιο του 2010, σε μια ανοικτή και επίσημη χρεωκοπία του ελληνικού κράτους και της οικονομίας, στο σύνολό της.

Με αυτόν τον τρόπο, άνοιξε ο δρόμος προς την κόλαση, που βιώνει η ελληνική κοινωνία...

Εννοείται, βέβαια, ότι η συνεχιζόμενη πορεία της ελληνικής κοινωνίας, προς την καταστροφή, η οποία μπορεί να την οδηγήσει, μέχρι το έσχατο σημείο της διάλυσης, εάν οι εξελίξεις αφεθούν να προχωρήσουν, χωρίς να υπάρξει μια κάποια παρέμβαση, που θα την ανασχέσει, δεν ήταν, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ούτε μοιραία, ούτε αναπόφευκτη. Όλα όσα συνέβησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν, στην χώρα μας, είναι αποτελέσματα των συγκεκριμένων - και φυσικά, παταγωδώς, αποτυχημένων και ολέθριων - στρατηγικών και τακτικών επιλογών, στις οποίες προέβη και τις οποίες συνεχίζει να υποστηρίζει, στην μεγίστη πλειοψηφία της, η εντόπια ηγέτιδα τάξη, δηλαδή η ελληνική πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, η οποία προέβη, άκριτα, αβασάνιστα και ανόητα, σε αυτές τις επιλογές, ενώ, κάλλιστα, θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά και να κινηθεί, σε άλλες κατευθύνσεις, οι οποίες, όχι μόνο δεν θα είχαν κανένα κόστος, αλλά, παράλληλα, θα οδηγούσαν την ελληνική οικονομία, εάν αυτές οι διαφορετικές επιλογές προκρίνονταν και υλοποιούνταν, σε ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι θα ήσαν φρενήρεις.

Όπως έχουμε, επανειλημμένως, όλα αυτά τα χρόνια, υποστηρίξει, η ελληνική οικονομία, ως οικονομία, που στηρίζεται, εκ της κατασκευής της, στην λειτουργία ενός μαλακού νομίσματος, δεν έπρεπε να εγκλωβισθεί, στα πλαίσια της ΟΝΕ. Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στην ευρωζώνη, με την κατάργηση της μαλακής δραχμής και η υπαγωγή της, σε ένα σκληρό νόμισμα, όπως είναι το ευρώ, υπήρξε, εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να είναι, όσο η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη και όσο το ευρώ είναι - και θα είναι - σκληρό νόμισμα, η αιτία της παρούσας και εξελισσόμενης καταστροφής.

Άλλωστε, ακόμη και όταν, κατά το παρελθόν, η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε, σε ένα σκληρό νόμισμα, αυτό το έπραξε, την περίοδο 1953 - 1973, σε συνθήκες, οι οποίες επέτρεπαν την απορρόφηση του μεγάλου ποσοστού ανεργίας, στο εργατικό δυναμικό της, από την διεθνή αγορά εργασίας, αλλά, παράλληλα, είχε σε πλήρη και αποτελεσματική λειτουργία όλους εκείνους τους εμπορικούς και συναλλαγματικούς φραγμούς και προστατευτικούς μηχανισμούς, με τους δασμούς, την φορολογία και τους περιορισμούς, στην κίνηση των κεφαλαίων, οι οποίοι φρενάριζαν τον διεθνή ανταγωνισμό, συγκρατούσαν το μοναδιαίο κόστος εργασίας και επέτρεπαν, στην εντόπια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, κατ' αρχήν, να υπάρξει, στην συνέχεια, να ανασυγκροτηθεί και παράλληλα, να έχει μια εξασφαλισμένη εσωτερική, αλλά και εξωτερική αγορά, για την απορρόφηση των προϊόντων της.

Αυτοί οι προστατευτικοί εμπορικοί και συναλλαγματικοί  μηχανισμοί, βέβαια, δεν έπαυσαν να υπάρχουν, όταν, με πρωτοβουλία των Η.Π.Α., κατέρρευσαν, το 1971, οι κλειδωμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες, που είχαν συμφωνηθεί, στο Bretton Woods, με αποτέλεσμα δύο χρόνια, μετά, η δραχμή να παύσει να είναι σκληρό νόμισμα. Παρέμειναν, ως είχαν, μέχρι την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., την 1/1/1981, αλλά και όταν συρρικνώθηκαν, μετά από αυτήν την, επίσης, ζημιογόνα, ένταξη, ήταν το εργαλείο της μαλακής δραχμής, που ερχόταν να προστατεύσει την ελληνική παραγωγή, από τον διεθνή ανταγωνισμό, αναλαμβάνοντας κεντρικό ρόλο, στην συναλλαγματική και συνακόλουθα, στην νομισματική πολιτική της χώρας, όσο τα λοιπά προστατευτικά εργαλεία εξασθενούσαν.

Μπορεί οι μηχανισμοί αυτοί να υπήρξαν ανεπαρκείς (διότι - κακά τα ψέματα - χωρίς την ύπαρξη της διεθνούς οικονομίας και την τεράστια και μακρόχρονη διεθνή οικονομική μεγέθυνση, κατά την μεταπολεμική περίοδο, στην Γερμανία, τις Η.Π.Α., τον Καναδά και την Αυστραλία, η ανεργία, στο ελληνικό εργατικό δυναμικό, σε όλη αυτή την περίοδο, ήταν τεράστια και δεν θα μπορούσε να απορροφηθεί, με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που επιλέχθηκε, από την ηγέτιδα τάξη και τους διεθνείς της συμμάχους), αλλά υπήρξαν λειτουργικοί και αποτελεσματικοί.

Η δρομολόγηση της ένταξης της ελληνικής οικονομίας, στην Ο.Ν.Ε. και η τελική ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, απογύμνωσε την ελληνική οικονομία, από όλα τα μέσα προστασίας της ελληνικής παραγωγής, χωρίς να τα αντικαταστήσει, με κάποια άλλα, τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά. Η ελληνική παραγωγή αφέθηκε απροστάτευτη, στον ευρωπαϊκό και στον διεθνή ανταγωνισμό, χωρίς, όμως, να έχει αλλάξει η παραγωγική βάση και η σύνθεση των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, στην χώρα.

Έτσι μια οικονομία, κατά βάση, μικρών παραγωγών και αυτοαπασχολούμενων, χωρίς επαρκή και στερεά διαρθρωμένη βιομηχανική παραγωγή και χωρίς εδραιωμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία, οδηγήθηκε, σε ένα πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού - το οποίο, βέβαια, ήταν, ήδη, τοξικό, από μόνο του, για όλες τις οικονομίες, που εντάχθηκαν, σε αυτό - και στο οποίο δεν μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να σταθεί και να αντιμετωπίσει τα βιομηχανικά και τεχνολογικά μεγαθήρια, που είχαν, απέναντί τους οι, πάσης λογής και φύσεως, παραγωγικές και εμπορικές μονάδες της ελληνικής οικονομίας, αλλά, ούτε και τους διεθνείς εκείνους ανταγωνιστές, οι οποίοι στηρίζονταν, όχι, στο χαμηλό κόστος των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, αλλά, στην παραγωγή, η οποία στηρίζεται, στο χαμηλό εργατικό κόστος.

Με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, η ελληνική οικονομία και το ελληνικό κράτος έχασαν και την μόνη δυνατότητα, που είχαν, μέσα από τον δημόσιο τομέα, να μπορούν να αναδιατάσσουν την κατανάλωση, στην κατεύθυνση της απορρόφησης της εσωτερικής παραγωγής και τις επενδύσεις, προς την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, σε αναπτυξιακή τροχιά, κάθε φορά, που, είτε, για εσωτερικούς λόγους, είτε για αιτίες, που οφείλονταν, στην διεθνή οικονομική συγκυρία, η ελληνική οικονομία εισερχόταν σε ύφεση.



Η Ελλάδα, σε photo της 24/12/2015, από το Διάστημα. Από εκεί, δηλαδή, όπου την πέταξε και την έστειλε, εκτός  κάθε τροχιάς, η συμμετοχή της στην ευρωζώνη, εξασφαλίζοντάς της, μια σίγουρη πορεία, προς την καταστροφή...



Και για να είμαστε ειλικρινείς και ακριβείς, σε όσα λέμε, πρέπει να πούμε, ότι στην ελληνική οικονομία, δεν δόθηκαν, όχι μόνο οι ίσες δυνατότητες, αλλά ούτε και οι ίδιες ευκαιρίες, ως προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, στον οποίο κλήθηκε να συμμετάσχει, αφού οι κανόνες αυτοί υπήρξαν, σκανδαλωδώς, μεροληπτικοί, υπέρ των χωρών εκείνων, οι οποίες είχαν, ήδη, μια τεράστια και παραδοσιακά, εδραιωμένη και διαρθρωμένη βιομηχανική και χρηματοπιστωτική μεγέθυνση και αποτελούσαν εξαγωγικά μεγαθήρια, με προεξάρχουσα την Γερμανία - και όχι μόνο. Το πώς και το γιατί συνέβη αυτό, το έχουμε επισημάνει πολλές φορές, στο παρελθόν (όποιος επιθυμεί, μπορεί, ενδεικτικά, να δει την επιχειρηματολογία, που αναπτύσσω, σε ένα από τα καλύτερα, κατά την γνώμη μου, κείμενα, που έχω γράψει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : 2014 : Η αναδιάρθρωση της απασχόλησης, η προλεταριοποίηση του πληθυσμού, η αύξηση της φορολογίας, η δημοσιονομική αστάθεια, το δημόσιο χρέος και η εμβάθυνση των αδιεξόδων της ελληνικής οικονομίας και της ευρωζώνης, ως αποτελέσματα του ισχύοντος Δημοσιονομικού Συμφώνου και στο οποίο κείμενο περιγράφονται, ανάγλυφα, τα διαρκή και δομικά δημοσιονομικά και - γενικότερα και ευρύτερα - μακροοικονομικά αδιέξοδα, στα οποία οδηγείται η ελληνική οικονομία, από την ίδια την φύση και την συγκρότηση της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης), αλλά θα το επαναλάβουμε και πιο κάτω.

Έτσι, με την κατάργηση της μαλακής δραχμής, η οποία ήταν ένα χρήσιμο και αποτελεσματικό εργαλείο, για την παραμονή, ή την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, στην ανάπτυξη και με την αντικατάστασή της, από το σκληρό ευρώ και μάλιστα, σε ένα επίπεδο, μη ανταποκρινόμενο, στις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και τον ρεαλιστικό συσχετισμό του μοναδιαίου κόστους εργασίας, εντός αυτής και σε σύγκριση, με τις λοιπές οικονομίες της ευρωζώνης, αλλά και τις άλλες οικονομίες των ανταγωνιστριών χωρών, που έμειναν, εκτός αυτής, η ελληνική οικονομία, με αποκλειστική υπαιτιότητα της αρχοντοχωριάτικης "ευρωπαϊστικής" ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ,  με την συνεπικουρία της γερμανικής και της γαλλικής κυβέρνησης, καθώς και της Commission, βρέθηκε, κυριολεκτικά, στο καναβάτσο.

Μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, όπως, επίσης και μέσα στα πλαίσια οποιασδήποτε άλλης νομισματικής ένωσης, στην οποία θα τύχαινε να συμμετάσχει η ελληνική οικονομία, αυτή η εξέλιξη ήταν δεδομένη και θα προέκυπτε, δίκην φυσικού φαινομένου, αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, χρήσιμο είναι να σταθούμε και να περιγράψουμε τις συγκεκριμένες αιτίες και πράξεις, που οδήγησαν, στις παρούσες εξελίξεις, οι οποίες ισοδυναμούν, με μια πολεμική καταστροφή, αφού το σύνολο της ελληνικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, απο το 2008, μέχρι σήμερα, συρρικνώθηκε, με οδηγό μέτρησης, την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, περίπου, κατά 30%.

Αυτό συνέβη, βέβαια, για πολλούς λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν, με την επιτηδευμένη ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την μνημονιακή πολιτική, που επέβαλαν οι ξένοι δανειστές, την οποία αποδέχτηκαν και εφάρμοσαν οι εντόπιοι κυβερνήτες, οι οποίοι μετατράπηκαν, σε εισπράκτορες και μπράβους των ξένων αφεντικών τους, αλλά η πρωταρχική αιτία όλων των δεινών, που υπέστη, υφίσταται και θα εξακολουθεί να υφίσταται η ελληνική οικονομία και συνακόλουθα, η ελληνική κοινωνία εντοπίζεται, στις επιλεχθείσες, από την Bundesbank και την Ε.Κ.Τ. συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις δραματικές επιπτώσεις τους, στις ενδοευρωζωνικές και τις εξωευρωζωνικές συναλλαγές των οικονομιών των χωρών της ευρωζώνης, αφού το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι, μόνον, ελληνικό.

Έτσι, η αφετηρία όλων των κακών βρίσκεται στον σκληρό προσδιορισμό των συγκεκριμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, που επιλέχθηκαν, από την ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία, με επί κεφαλής, την Bundesbank και από την απαίτησή της να προσαρμοστούν, σε αυτές τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, η παραγωγή και οι οικονομίες των χωρών της ευρωζώνης και όχι το αντίθετο, το οποίο αντιμετωπίστηκε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται, ως "αμάρτημα" και έγκλημα καθοσιώσεως.

Γι' αυτόν τον λόγο, το επίπεδο των ενδοευρωζωνικών και εξωευρωζωνικών συναλλαγματικών ισοτιμιών, προσδιορίστηκε, ιδιαίτερα, από ένα χρονικό σημείο και μετά, απολύτως, αυθαίρετα, προκειμένου να ευνοηθεί η γερμανική βιομηχανική και λοιπή παραγωγή, καθώς και ο γερμανικός χρηματοπιστωτικός τομέας και να καμφθούν, έτσι, οι όποιες αντιρρήσεις των γερμανικών ελίτ, στην ένταξη της Γερμανίας, στην ευρωζώνη. Και φυσικά, προκειμένου να ευνοηθούν και οι ελίτ των λοιπών βιομηχανικών χωρών του ευρωπαϊκού βορρά.

Για τους λόγους αυτούς, η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, ενώ, αρχικά, ορίστηκε, σε σχέση, με το αμερικανικό δολλάριο, στα επίπεδα του 1,00 €/0,80 $, που ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, στην συνέχεια η ισοτιμία αυτή εκτινάχθηκε, από την Ε.Κ.Τ., στα επίπεδα του 1,00 €/1,60 $ (ενώ, ακόμη και τώρα, η ισοτιμία αυτή παραμένει, εξωπραγματικά, ακριβή και ισορροπεί, περίπου, στο 1,00 €/1,10 $), την ίδια στιγμή, που η πραγματική μέση ισοτιμία των δύο νομισμάτων βρίσκεται, στα επίπεδα του 1,00 €/0,90 $.

Αλλά, ακόμη και έτσι, το ευρώ, παραμένει, ένα πολύ σκληρό νόμισμα, για την ελληνική οικονομία και αποτελεί μια θανατηφόρα θηλιά, γι' αυτήν, αφού και αυτή η παρούσα συναλλαγματική  ισοτιμία του ευρώ δεν ανταποκρίνεται, ούτε στην πραγματική ισοτιμία του μέσου ευρώ, όπως, επίσης, δεν πλησιάζει, καν, ούτε στην πραγματική ισοτιμία του "ελληνικού" ευρώ, προς το αμερικανικό δολλάριο, αφού αυτή ισορροπεί κάπου, στο 1,00 €/0,60 $, καθιστώντας, εξωπραγματικά, ακριβή, ακόμη και την μέση συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, εάν αυτή επιλεγεί, ως ακολουθητέα ισοτιμία, από την Ε.Κ.Τ. - κάτι, που, βέβαια, δεν πρόκειται να συμβεί.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, που λειτουργούν, ως ένας ασφυκτικός μηχανισμός θανάτου της ελληνικής οικονομίας, η μόνη επιλογή του ισοσκελισμένου κρατικού προϋπολογισμού, που έχει αφεθεί, στην Ελλάδα, την οδηγεί, στην αδυναμία να μπορεί να έχει δημόσιες δαπάνες, που να αντιστοιχούν, στα δημόσια έσοδα, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που τα έσοδα μειώνονται, να οδηγείται το ελληνικό κράτος, σε μια αντίστοιχη μείωση των δαπανών του προϋπολογισμού του και φυσικά, στην συνέχεια, σε μια καθοδική ισορροπία, η οποία, ακόμη και όταν, κάποια χρονική στιγμή, φθάσει σε ένα τέρμα, αυτή θα είναι μια ισορροπία τρόμου, που θα εξελίσσεται, στα χαμηλότερα δυνατά σημεία ισορροπίας και ισοσκελισμού αυτών των μακροοικονομικών μεγεθών.

Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική οικονομία, πέρα, από οποιεσδήποτε εφήμερες και πρόσκαιρες αναλαμπές, ήταν, εξ αρχής, δεδομένο ότι θα οδηγείτο, εντός της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, σε μια χαοτική κατρακύλα, η οποία θα κρατούσε ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, θα ακολουθείτο, από μια παρατεταμένη στασιμότητα, σε επίπεδα, τα οποία θα προσιδίαζαν, έντονα, σε μια τριτοκοσμική οικονομία, το μέγεθος της οποίας θα θύμιζε κάτι, από Λατινική Αμερική, νοτιοανατολική Ασία, ή, ακόμη και υποσαχάρια Αφρική.





Ο Κώστας Σημίτης και οι "εκσυγχρονιστές", με βοηθητικό όπλο την υποτίμηση της δραχμής, επιχείρησαν μια δραστική εσωτερική υποτίμηση των παραγωγικών συντελεστών της ελληνικής οικονομίας και κυρίως, του κόστους εργασίας, προκειμένου να εντάξουν την Ελλάδα, στην σχεδιαζόμενη ευρωζώνη.

Η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα της οικονομίας, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, οι δραστικές περικοπές, στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και η φιλελευθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και γενικότερα, της οικονομίας, στον βαθμό, που - και όσο - ακολούθησαν την υποτίμηση της δραχμής, απετέλεσαν το πρόγραμμα δράσης των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη και του Κώστα Καραμανλή, εκείνα τα χρόνια, πριν και μετά την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη.

Αυτό το εγχείρημα, στην πραγματικότητα, παρά τις όποιες γκρίνιες των νεοφιλελεύθερων και των λοιπών, κάθε λογής και διαλογής, φιλελεύθερων, πέτυχε πολλά, από όσα στόχευε να επιτύχει. Και σε κάθε περίπτωση, πέτυχε, πολύ περισσότερα, από όσα του αναγνωρίζεται ότι πέτυχε. 

Φυσικά, το εγχείρημα αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει, τόσο πολύ την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία, παρά τις αλλαγές, που έκανε η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, παρέμενε μια, κατά βάση, κλειστή οικονομία, που στηριζόταν, στην ατομική και την μικρή παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και απευθυνόταν, κυρίως και βασικώς, στην εσωτερική αγορά, με ένα δημόσιο, το οποίο είχε, ως βάρος, ένα μεγάλο μαλακό δραχμικό, κατά βάση, χρέος, το οποίο, όμως, μετατρεπόμενο, σε ένα χρέος, σε ευρώ, κατέστη, ως προς αυτή την νέα νομισματική του βάση και σύνθεση, αδύνατο να εξυπηρετηθεί, από τις δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό το γεγονός, το οποίο ήταν, άμεσα, ορατό, δυστυχώς, δεν κατέστησε την εντόπια ελίτ και τους ευρωζωνίτες περισσότερο σοφούς και συγκρατημένους, αφού, πλέον, το όπλο της υποτίμησης του νομίσματος, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, θα ήταν, οριστικά χαμένο. Έτσι, επιλέγοντας την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, μέσα από την παραποίηση των μακροοικονομικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, ο Κώστας Σημίτης και η παρέα του, μαζύ με τους ευρωζωνίτες, θα οδηγήσουν την χώρα, στην χρεωκοπία και στην παρούσα καταστροφή, η οποία συνεχίζει να εξελίσσεται.

Όσο και να φαίνεται λιγότερο σημαντική, στην πραγματικότητα, η συναλλαγματική ισοτιμία ενός εγχώριου νομίσματος, αποτελεί ένα κρίσιμο και καθοριστικό μέγεθος, μέσα στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού, είτε αυτός διεξάγεται, εντός μιας νομισματικής ένωσης, είτε ευρύτερα. Και φυσικά, η έννοια της ισοτιμίας αναφέρεται, στην τιμή ενός ξένου νομίσματος, σε μονάδες του εγχώριου νομίσματος.

Ειδικότερα, μάλιστα, στις περιπτώσεις, που σε μια νομισματική ένωση, όπως αυτή της ευρωζώνης, υπάρχει ένα κοινό νόμισμα, για μια σειρά από χώρες, τότε προσδιορίζονται και κοστολογούνται αντίστοιχες εθνικές μορφές του κοινού νομίσματος, που αντιστοιχούν, σε κάθε μία από τις χώρες, που απαρτίζουν την νομισματική ένωση, με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας τους και τους ρυθμούς πληθωρισμού και σε σχέση, πάντοτε, με τον μέσο όρο του κοινού νομίσματος, προκειμένου να προσδιορισθούν τα κόστη και τα οφέλη της λειτουργίας του κοινού νομίσματος, σε κάθε χώρα.

Βέβαια, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες του κάθε εγχώριου νομίσματος είναι, πάντοτε, διμερείς και λειτουργούν, έναντι του κάθε ξεχωριστού ξένου νομίσματος (ή, στις περιπτώσεις των νομισματικών ενώσεων, έναντι της κάθε εθνικής μορφής του κοινού νομίσματος), αλλά, όπως είναι γνωστό, επειδή η σημασία κάθε ξένου νομίσματος, στο εξωτερικό εμπόριο μιας χώρας, είναι διαφορετική, αφού θα πρέπει να λαμβάνονται, πολύ περισσότερο, υπόψη, τα νομίσματα εκείνα, που έχουν μεγάλο ειδικό βάρος, στο εξωτερικό εμπόριο, από ό,τι άλλα, με μικρότερο ειδικό βάρος, τελικά, στην πράξη, προκύπτει ένας δείκτης, ο οποίος δίνει τον σταθμισμένο μέσο όρο της αξίας του εγχώριου νομίσματος, σε όρους των άλλων νομισμάτων, με την βαρύτητα, που αυτά συμμετέχουν, στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας. Και φυσικά, ουσιώδη ρόλο, στον προσδιορισμό της τιμής των νομισμάτων, παίζει το επίπεδο των τιμών των προϊόντων τους και ο ρυθμός πληθωρισμού, σε κάθε χώρα.

Έτσι, η σταθμισμένη πραγματική ισοτιμία του εγχώριου νομίσματος προσδιορίζεται ως : 

Πραγματική Σταθμισμένη Ισοτιμία = (Συνολική Τιμή Συναλλάγματος, σε εγχώριο νόμισμα) x Δείκτης Τιμών Χωρών Εξωτερικού Εμπορίου/Δείκτης Τιμών Εσωτερικού.


Στα πλαίσια αυτά, η υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος γίνεται, για να επηρεασθούν, αυξητικά, οι εξαγωγές της χώρας, αφού, έτσι, τα αγαθά και οι υπηρεσίες της, που εισέρχονται, στην προσμέτρηση του διεξαγόμενου εξωτερικού εμπορίου, είναι φθηνότερα, για τους αλλοδαπούς, των οποίων τα νομίσματα αύξησαν την αγοραστική τους δύναμη, σε σχέση, με το υποτιμημένο εγχώριο νόμισμα, ενώ, παράλληλα, οι εισαγωγές κατέστησαν ακριβότερες.

Βέβαια, για να βελτιωθεί η θέση της χώρας, στο εξωτερικό εμπόριο, είναι απαραίτητο η υποτίμηση να μην χάσει την δυναμική της, από άλλες μεταβολές, που αφορούν την ισορροπία, ανάμεσα, στις τιμές της εγχώριας οικονομίας και τις τιμές των χωρών του εξωτερικού, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί, εάν ο εσωτερικός  πληθωρισμός είναι μεγαλύτερος, από τον πληθωρισμό των άλλων χωρών. Και φυσικά, είναι κατανοητό ότι η πραγματική ισοτιμία επηρεάζεται, τόσο από την Συνολική Τιμή Συναλλάγματος, όσο και από τις μεταβολές, στις σχετικές τιμές των προϊόντων, στις διάφορες χώρες. Έτσι, είναι δυνατό η αύξηση της Συνολικής Τιμής Συναλλάγματος να οδηγεί τα ξένα νομίσματα να κοστίζουν ακριβότερα, αλλά επειδή ο Δείκτης Τιμών Εσωτερικού, επίσης, αυξάνεται, τελικά, η υποτίμηση να χάνει την δυναμική της, εν μέρει, ή και καθ' ολοκληρίαν.

Στα πλαίσια αυτά και με βάση την ρεαλιστική θεωρία της Ισοτιμίας των Αγοραστικών Δυνάμεων [ΙΑΔ, Purchasing Power Parity, ή η θεωρία των τριών P (PPP)], μπορούμε να καταλήξουμε, στο, σχετικά, ασφαλές συμπέρασμα ότι η τιμή του συναλλάγματος καθορίζεται, κυρίως, από τα επίπεδα των τιμών των διαφόρων χωρών και ότι ο πληθωρισμός, σε κάθε χώρα, παίζει καθοριστικό ρόλο, στην διαμόρφωση της τιμής του συναλλάγματος.

Εννοείται, βέβαια, ότι οι Κεντρικές Τράπεζες είναι εκείνες, οι οποίες αποφασίζουν, για την τιμή του συναλλάγματος, λαμβάνοντας υπόψη τους, μια σειρά, από πολλούς και διάφορους παράγοντες, αλλά, στις αποφάσεις, που λαμβάνονται, ο παράγοντας του συγκριτικού επιπέδου των τιμών, δεν μπορεί να αγνοηθεί, επί μακρόν. Σε μακροπρόθεσμη βάση, μάλιστα, η επιρροή του επιπέδου των τιμών, στην διαμόρφωση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, είναι, άμεσα, ορατή.

Έτσι, η ονομαστική ισοτιμία (ΟνΙ) του εγχώριου νομίσματος, με την σταθμισμένη πραγματική ισοτιμία των ξένων νομισμάτων, προσδιορίζεται, από  τον λόγο του επιπέδου των τιμών του ξένου νομίσματος, προς το εγχώριο νόμισμα.

(ΟνΙ = αλγεβρικό άθροισμα των ΞΝ/ΕΝ, όπου ΞΝ είναι τα ξένα νομίσματα και ΕΝ είναι το εγχώριο νόμισμα).

Στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, όμως, τα πράγματα λειτουργούν, διαφορετικά, δηλαδή, εντελώς, αυθαίρετα και μάλιστα, με έναν επίμονο τρόπο, ο οποίος αποδομεί την λειτουργία των οικονομιών των χωρών της και κτυπάει, ευθέως, την παραγωγή των αγαθών και των υπηρεσιών των οικονομιών εκείνων, οι οποίες βρίσκονται, σε δυσχερέστερη θέση, σε σχέση με την, αυθαίρετα, προσδιορισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του κοινού νομίσματος και τα δικά τους επίπεδα τιμών.
 
Ως εκ τούτου και επειδή τα επίπεδα των τιμών των εμπλεκόμενων, στο εξωτερικό εμπόριο, χωρών προσδιορίζουν την συναλλαγματική ισοτιμία, αντιλαμβανόμαστε, ότι, όταν η ισοτιμία αυτή εκφράζεται, σε ένα κοινό νόμισμα, όπως συμβαίνει, μέσα σε μια νομισματική ένωση, σαν αυτή της ευρωζώνης, τότε, με βάση τον αποκαλούμενο "νόμο της μιας τιμής", η τιμή του ξένου συναλλάγματος, όταν προσδιοριστεί, αυθαίρετα, θα περάσει, στην γενική συναλλαγματική ισοτιμία όλων των χωρών, που εμπλέκονται, στην νομισματική ένωση, ανεξάρτητα, από τα επίπεδα των τιμών τους, με αποτέλεσμα, η ρηγμάτωση, στα επίπεδα των τιμών, που επιφέρουν οι διαφορετικοί ρυθμοί πληθωρισμού (ή αποπληθωρισμού) και η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί, στο νόμισμα, με την, κατά περίπτωση υποτίμηση, ή ανατίμησή του, να εκφραστεί, στην παραγωγή των χωρών της νομισματικής ένωσης.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η εξέλιξη των παραπάνω μεγεθών, που αφορούν και τα επίπεδα των τιμών και τους ρυθμούς πληθωρισμού των διαφόρων συναλλασσόμενων χωρών εξελίσσονται, μέσα σε ένα, διαφοροποιούμενο και επίσης, εξελισσόμενο πλαίσιο χρονικών σειρών (ήτοι στιγμών και περιόδων μέτρησης), τελικά, ακόμη και όταν τα επίπεδα ρυθμών των διαφορικών πληθωρισμών, ανάμεσα στις συναλλασσόμενες χώρες, μένουν αμετάβλητα, αρκεί η ύπαρξη της διαφοροποίησής τους, προκειμένου, εντός μιας συγκεκριμένης μεσοπρόθεσμης, ή μακροπρόθεσμης χρονοσειράς, να διαφοροποιηθεί το επίπεδο των τιμών, σε κάθε χώρα και να αλλάξουν οι συσχετισμοί μεταξύ τους, οι οποίοι, με την σειρά τους, θα οδηγήσουν, στην βελτίωση, ή την επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης της εγχώριας, ή της ξένης παραγωγής.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η κρίσιμη ελαττωματική σχέση της Γερμανίας, με την Ελλάδα, αλλά και με τις άλλες - άμεσες, ή έμμεσες - ανταγωνίστριες χώρες της γερμανικής παραγωγής, εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. 

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η, εκ κατασκευής, ευνοϊκή, για την γερμανική παραγωγή, εσωτερική/ενδοευρωζωνική ισοτιμία του "γερμανικού" ευρώ, έναντι των άλλων "εθνικών" εκφράσεων του ευρώ, οδηγεί στην διαιώνιση της κυριαρχίας της γερμανικής παραγωγής, εντός και εκτός της ευρωζώνης. Και πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν αυτή η ελαττωματική κατασκευή του μέσου ευρώ, ενισχύεται, από την γερμανική οικονομική πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης του γερμανικού εργατικού κόστους.




Ευρισκόμενοι, εκτός τόπου και χρόνου, οι υπουργοί του Κώστα Σημίτη, πανηγυρίζουν και επιδίδονται, σε έναν κωμικοτραγικό διαγωνισμό ανοησιολογικής επιδειξιομανίας, γύρω από την υποτίμηση της δραχμής. Ο, απίστευτα, κυνικός και διαχρονικά, άτυπτος Θεόδωρος Πάγκαλος, μάλιστα, έφθασε, στο έσχατο σημείο της παρακμιακής προπαγάνδισης των θέσεων αυτής της κυβέρνησης, με το να ισχυρίζεται, χωρίς καμμία προσωπική συστολή, ότι η υποτίμηση της δραχμής, δεν ήταν υποτίμηση, αλλά μια "αναπροσαρμογή της ισοτιμίας", η οποία είναι φυσιολογική σε αυτές τις περιπτώσεις.



Με αυτόν τον τρόπο, εγκλωβίστηκε η ελληνική οικονομία, σε ένα ασφυκτικό σπιράλ θανάτου, από το οποίο δεν υπάρχει καμμία ρεαλιστική προοπτική να βγει, αφού, πάντοτε, τα επίπεδα των τιμών της θα την καθιστούν, σε σχέση, με την, βαναύσως, αυθαίρετη συναλλαγματική ισοτιμία του κοινού νομίσματος, μη ανταγωνιστική. Και μάλιστα, θα παραμένει μη ανταγωνιστική, ακόμη και στην περίπτωση, που εκείνοι, που προσδιορίζουν την συναλλαγματική τιμή του ευρώ (η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ.), επιτρέψουν, στο κοινό νόμισμα να αποκτήσει την "κανονική" μέση τιμή του και τούτο διότι η τιμή του αποκαλούμενου ως "ελληνικού" ευρώ, βρίσκεται, όπως έχουμε, ήδη, παραπάνω, πει, σε επίπεδα, πολύ μικρότερα της μέσης τιμής του ευρώ (πιθανώς, κάπου, ανάμεσα, στα 0,60, με 0,70 $/1,00 €).

Εννοείται, βέβαια, ότι, ανάλογα, με την κάθε συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, οι επιπτώσεις, στην ελληνική οικονομία είναι διαφορετικές, αλλά, σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε παρούσα, παρελθούσα, ή μέλλουσα ισοτιμία του ευρώ είναι και θα είναι, από ζημιογόνα, έως καταστροφική, για την ελληνική οικονομία, εάν η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ δεν κατασταλάξει, στα επίπεδα της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της ελληνικής εκδοχής του ευρώ.

Με δεδομένη, όμως, την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της γερμανικής εκδοχής του ευρώ, η οποία ισορροπεί, με το αμερικανικό δολλάριο, στα επίπεδα του 1,00 €/1,88 $ και λαμβανομένου, υπόψη, του γεγονότος ότι το "γερμανικό" ευρώ είναι τόσο καλά υποτιμημένο, όσο χρειάζεται, για τις γερμανικές εξαγωγές, οι οποίες υπερβαίνουν την μισή γερμανική παραγωγή, φθάνοντας, πολύ πάνω, από τα 200 δισ. € και παράλληλα, η υποτίμηση αυτή είναι όση πρέπει, προκειμένου να μην αυξάνεται το κόστος των γερμανικών εισαγωγών, σε πρώτες ύλες και λοιπά προϊόντα, με διαφοροποιημένη προστιθέμενη αξία, που στηρίζουν την γερμανική παραγωγή, αντιλαμβανόμαστε ότι το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής παραγωγής δεν είναι καθόλου καλό.

Έτσι, η Ελλάδα θα ζημιώνεται ή/και θα καταστρέφεται, όσο μένει, μέσα στην ευρωζώνη και όσο η ευρωζώνη, δεν αντικαθίσταται, από ένα ομοσπονδιακό κράτος, με κεντρική κυβέρνηση και με μια κεντρική τράπεζα υποταγμένη, στα κελεύσματα αυτής της κεντρικής κυβέρνησης, προκειμένου να ανακυκλωθούν τα παραγόμενα ευρωπαϊκά πλεονάσματα και να αναπροσανατολισθούν οι επενδύσεις, εντός αυτού του ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους.

Οι γερμανικές και από κοντά, οι γαλλικές, αλλά και οι άλλες ελίτ των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης, δεν είναι διατεθειμένες να κάνουν τέτοιου είδους βήματα, προς αυτή την κατεύθυνση. Και όχι μόνο, δεν είναι διατεθειμένες να προχωρήσουν, στην συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, σαν αυτή των Η.Π.Α., αλλά και την  αρνούνται, πεισματικά και για καθαρά, συμφεροντολογικούς λόγους, οι οποίοι, όσο και αν φαίνονται - και είναι - κοντόφθαλμοι, από τα μέλη αυτών των ευρωπαϊκών ελίτ, θεωρούνται και αντιμετωπίζονται, ως πρωταρχικής σημασίας.

Στα πλαίσια αυτά, η "Ευρώπη", δηλαδή αυτό το χιμαιροϋβριδικό μερκαντιλιστικό σχήμα του νεοπαγούς και βαμπιρικού "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", που  δημιούργησαν οι ευρωελίτ, την οποία επιθυμούν και οικοδομούν, δεν είναι η Ευρώπη, που μας ταιριάζει. Δεν είναι η Ευρώπη, που αφορά τα ουσιώδη συμφέροντα των λαών της.

Και φυσικά, από αυτό το θανατηφόρο σχήμα, που έχει ζηλέψει όλα τα χειρότερα στοιχεία του τεθνεώτος δίδυμου αδελφού του - περί του μπρεζνιεφικού κατασκευάσματος του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ο λόγος - και τα οποία θα φέρει, στην επιφάνεια, μέχρι να τελευτήσει και αυτό τον ολέθριο βίο του, η Ελλάδα πρέπει να  απομακρυνθεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Διαφορετικά, η πορεία της χώρας μας, προς την καταστροφή, δεν πρόκειται να ανακοπεί και θα αποτελέσει ένα δράμα, χωρίς διαφαινόμενο τέλος...

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Πού πάει η "Νέα Δημοκρατία"; (Η ακραιφνής υποστήριξη του πτωματικού ιδεολογήματος του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ο διαρκής μαρασμός, η εντεινόμενη αποσύνθεση και η διαλυτική ανασύνθεση του συντηρητικού χώρου).




Οι εσωκομματικές εκλογές, που θα γίνουν (αν γίνουν, δηλαδή, εάν καταφέρουν να τις κάνουν), στην "Νέα Δημοκρατία", για την ανάδειξη αρχηγού, στην μισοβυθισμένη κομματική ναυαρχίδα της συντηρητικής πολιτικής παράταξης της χώρας, μπορεί να φαίνονται και να είναι (και προφανώς, είναι) αδιάφορες, για την μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν στερούνται νοήματος. Κάθε άλλο. Και νόημα έχουν και είναι σαφές ότι θα σηματοδοτήσουν την, παραπέρα, πορεία των πολιτικών εξελίξεων, στην χώρα.

Εννοείται, βέβαια, ότι δεν είναι, ούτε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ούτε ο Απόστολος Τζιτζικώστας, που (εμφανίζονται ότι) είναι οι επικρατέστεροι νικητές, στον πρώτο γύρο αυτών των εκλογών, εκείνοι, οι βασικοί παράγοντες, οι οποίοι θα προσδιορίσουν την πορεία των πολιτικών πραγμάτων της χώρας. Και φυσικά, δεν θα είναι αυτοί, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο, στην διαμόρφωση της τύχης της "Νέας Δημοκρατίας", κατά το χρονικό διάστημα, που θα ακολουθήσει, μετά την εκλογή του ενός, ή του άλλου, ή κάποιου τρίτου - και στην συγκεκριμένη περίπτωση, του Κυριάκου Μητσοτάκη, διότι ο Σπύρος - Άδωνις Γεωργιάδης δεν έχει καμμία πιθανότητα να περάσει, έστω, στον δεύτερο γύρο -, στην αρχηγία της "Νέας Δημοκρατίας", την οποία, με αφελή τρόπο, παρέδωσε ο έχων επίγνωση των μικρών προσωπικών νοητικών του διαδρομών και των χαμηλών, έως ανύπαρκτων δυνατοτήτων του, Αντώνης Σαμαράς, αμέσως, μετά την άνετη πλειοψηφική επικράτηση του "ΟΧΙ", στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015.

Το πρόβλημα της "Νέας Δημοκρατίας" έγκειται, στην, περίπου, πλήρη απαξίωσή της, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας και στην αποδόμηση του σκληρού πυρήνα της εκλογικής της βάσης, η οποία εκλογική βάση εμφάνισε πολύ μεγαλύτερες αντοχές και δεν κατέρρευσε, όπως εκείνη του ΠΑΣΟΚ, ακριβώς, επειδή η δεξαμενή των συντηρητικών ψηφοφόρων είναι, πάντοτε, ακόμη και σε περιόδους παρατεταμένων και χρονιζουσών οικονομικών κρίσεων και πολιτικών αναστατώσεων, πολύ πιο ανθεκτική, από όλες τις άλλες, οι οποίες αποδομούνται, ή διογκώνονται, με περισσότερη ευκολία.

Όμως, η πικρή αλήθεια, για την νομενκλατούρα του κόμματος, που επανίδρυσε, τον Οκτώβριο του 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά και για την εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ, που είχε και εξακολουθεί να επιθυμεί να έχει - χωρίς, πλέον, να το μπορεί -, ως αποκούμπι την παλαιά αυτή ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης της χώρας, είναι ότι η παρατεταμένη και διογκούμενη οικονομική κρίση, στην οποία έχουν εμπλακεί η ελληνική οικονομία και η ελληνική κοινωνία, έχει αποδομήσει, αυτή την ευρεία και συμπαγή κομματική δεξαμενή, κάπου, κοντά, στα όριά της.

Αυτά τα  όρια η "Νέα Δημοκρατία" υποτίθεται ότι τα έφθασε, στις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012, υπό την αρχηγία του Αντώνη Σαμαρά, όταν η καταγεγραμμένη εκλογική επιρροή της καταβαραθρώθηκε, στα επίπεδα του 18,85%, αθροίζοντας, μόλις, 1.192.103 ψήφους και ενώ, στην αμέσως, χειρότερη, έως τότε, εκλογική της επίδοση - εκείνη των βουλευτικών εκλογών της 4/9/2009, υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή, είχε πάρει ένα ποσοστό της τάξεως του 33,49% και 2.283.562 ψήφους.

Το να ανατρέξουμε, σε άλλες, καθόλου μακρινές εποχές, κατά τις οποίες η, πολιτικά, συντηρητική μερίδα του εκλογικού σώματος αιμοδοτούσε την "Νέα Δημοκρατία", με - πολύ πάνω, από - δύο εκατομμύρια, ή και με τρία εκατομμύρια ψήφους, δεν στερείται νοήματος, αν και βέβαια, κάθε εποχή πρέπει να σταθμίζεται αυτοτελώς, πολύ περισσότερο, όταν έχει μεσολαβήσει μια τεράστια οικονομική κρίση, όπως αυτή, που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Αυτή η υπενθύμιση των παλαιών και παραδοσιακών εκλογικών μεγεθών της ευρύτερης πολιτικής δεξαμενής, που τροφοδοτούσε, εκλογικά, την "Νέα Δημοκρατία", έστω στις πλησιέστερες, χρονικά, καλές εποχές της πρώτης δεκαετίας του 2000, χρησιμεύει, ως σύγκριση και για την αποτίμηση, όσων ακολούθησαν την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, αλλά και των τωρινών εξελίξεων.

Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο, να γνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε, ως τάξη συγκριτικού μεγέθους, ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 7/3/2004, η κομματική ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης είχε πάρει, ως ποσοστό, 45,36% και 3.360.424 ψήφους, ενώ, στις, αμέσως, επόμενες βουλευτικές εκλογές της 16/9/2007, είχε λάβει ποσοστό 41,84% και 2.994.979 ψήφους - πάντοτε, βέβαια, υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή και του βαριού επωνύμου του, το οποίο, όμως, δεν μπόρεσε να σώσει το κόμμα αυτό, στις βουλευτικές εκλογές της 4/9/2009, οι οποίες απετέλεσαν την πολιτική μήτρα όλων των κακών, με την ανάδειξη του ευηθέστατου και ανίκανου ΓΑΠ, στην πρωθυπουργία της χώρας. Αυτά τα ποσοστά και αυτά τα σύνολα ψήφων αποτελούν, πλέον, ένα όνειρο, απολύτως, άπιαστο, για την "Νέα Δημοκρατία".

Έτσι, παρά τις παραδοσιακές αντοχές της, η εκλογική δεξαμενή της "Νέας Δημοκρατίας" και παρά την όποια ευάριθμη, μεν, αλλά χλωμή και ανεπαρκέστατη επανασυσπείρωσή της, στις βουλευτικές εκλογές της 17/6/2012 (με ποσοστό, για την "Νέα Δημοκρατία", 29,66% και 1.825.514 ψήφους) και την, σχετικά, συγκρατημένη - αλλά όχι μικρή - αποσυσπείρωσή της, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 (ποσοστό 27,81% και 1.718.815 ψήφοι), παρουσιάζει, περαιτέρω, αποδομητικές διαρροές, οι οποίες καταγράφηκαν, στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, αυτές της 20/9/2015, στις οποίες το ποσοστό του κόμματος αυτού έφθασε, μεν, λόγω της σαρωτικής αποχής των ψηφοφόρων, στα επίπεδα του 28,10%, αλλά οι ψήφοι, που έλαβε, συρρικνώθηκαν, στον αριθμό του 1.526.205, χάνοντας 192.610 ψηφοφόρους, μέσα σε ένα οκτάμηνο.

Αυτό, που συμβαίνει, στην πραγματικότητα, είναι ότι η "Νέα Δημοκρατία", παρά τις όποιες αντοχές της παραδοσιακής πολιτικής και εκλογικής βάσης της συντηρητικής παράταξης, έχει εξαντλήσει τα πολιτικά της καύσιμα και αποτελεί μια "μαύρη τρύπα", για τον πολιτικό χώρο, μέσα, στον οποίο κινείται.

Η "Νέα Δημοκρατία" θα μπορούσε, περιστασιακά, να εκφράσει και να ενσωματώσει - και σε έναν, όχι μικρό, βαθμό το έχει πράξει - μικρότερα, ή μεγαλύτερα τμήματα "ορφανών" στελεχών, αλλά και ψηφοφόρων, άλλων πολιτικών χώρων, αλλά το πρωταρχικό πρόβλημα του κόμματος βρίσκεται, στο γεγονός ότι έχει αποδομηθεί η βασική δεξαμενή των ψηφοφόρων της, χωρίς προοπτικές ανάταξης των χασματικών κενών, που έχουν δημιουργηθεί, με αποτέλεσμα τις τεράστιες διαρροές των ψηφοφόρων της, προς άλλες κατευθύνσεις, οι οποίες εκτείνονται, σε όλα τα μήκη και πλάτη του εδάφους, στο οποίο κινούνται και εξελίσσονται τα ερειπιώδη δρώμενα της ελληνικής πολιτικής σκηνής και των όποιων, λιγότερο, ή περισσότερο περιστασιακών πρωταγωνιστών της.

Η αλήθεια είναι ότι η κομματική νομενκλατούρα, που κατοικοεδρεύει και προσπαθεί να επιβιώσει, πάνω, στα ερείπα της "Νέας Δημοκρατίας" και μαζύ με αυτήν και το σύνολο της ελληνικής οικονομικής ελίτ, που θέλει να ελπίζει, στην επιβίωση και στην, με όποιον πρόσφορο και δυνατό τρόπο, αναβίωση της κομματικής ναυαρχίδας των Ελλήνων συντηρητικών, αρνούνται να δουν, κατάματα, την σκληρή πραγματικότητα, όσον αφορά τις αιτίες της χρονίζουσας παρακμιακής πορείας του κόμματος.

Φυσικά, αυτό η κομματική νομενκλατούρα και η εντόπια οικονομική ελίτ το πράττουν επειδή γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι η ουσιώδης και πρωταρχική αιτία  αυτής της παρακμής, δεν είναι άλλη, από αυτήν, που έχει οδηγήσει την χώρα, στα παρόντα και ολοένα και περισσότερο χειροτερεύοντα χάλια της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής κοινωνίας. Και βέβαια, αυτή η αιτία δεν προέκυψε, εκ του μηδενός, ούτε εμφανίστηκε, ως ένα αναπότρεπτο φυσικό φαινόμενο, στο οποίο ουδείς θα ήταν δυνατό να αντισταθεί και το οποίο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει. Η αιτία, για την οποία γίνεται, εδώ, λόγος υπήρξε, είναι και σχετίζεται, άμεσα, με τις στρατηγικές επιλογές της εντόπιας πολιτικοοικονομικής ελίτ, καθιστώντας την, απολύτως υπεύθυνη και υπόλογη, για την παρούσα και ολοένα και επιταχυνόμενη πτώση της ελληνικής κοινωνίας, στο βάραθρο.

Αυτή η αιτία, στον σκληρό της πυρήνα, είναι μία και αδιαίρετη και προφανώς, έχει και ονοματεπώνυμο. Αυτό το ονοματεπώνυμο είναι, που συστηματικά, επίμονα και ακούραστα, όλοι αυτοί παλεύουν, με νύχια και με δόντια, όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης να αποφύγουν να το αναφέρουν. Αλλά όσο και να το προσπαθούν και όσο και να το έχουν, σε έναν πολύ σημαντικό βαθμό, καταφέρει, η ίδια η εξέλιξη της αδυσώπητης πραγματικότητας και η, επί τα χείρω, εξέλιξη του καθημερινού βίου των ανθρώπων, καθιστούν ορατή την αιτία της ελληνικής έκπτωσης και καταβαράθρωσης.

Το έχουμε πει και το έχουμε γράψει πολλές φορές, αλλά είναι χρήσιμο να το επαναλάβουμε, για μία ακόμη φορά :

Η αιτία της ελληνικής καταβαράθρωσης έχει το όνομα "ευρωζώνη".

Αυτή είναι η αιτία όλων των κακών και όλων των δεινών, που υφίσταται και θα εξακολουθεί να υφίσταται η ελληνική κοινωνία και μαζύ με αυτήν, η οικονομία, που αρθρώνει αυτή την κοινωνία. Προφανώς, η αρχή του κακού βρίσκεται, στην ένταξη της Ελλάδας, το 1981, στην, τότε, Ε.Ο.Κ., αλλά αυτή η ένταξη, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να είναι - και μέχρις ενός σημείου, ήταν - διαχειρίσιμη, όσο και αν, μακροπρόθεσμα, έβλαψε την χώρα μας, αφού αυτό, που έκανε, ήταν το να ανακόψει την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.  Έτσι, σε όλη την περίοδο, που μεσολάβησε, από το 1981, που η χώρα μας εντάχθηκε, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (την τωρινή Ευρωπαϊκή Ένωση), μέχρι την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002, αλλά και έως την έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, η μεγέθυνση του ελληνικού ΑΕΠ υπήρξε, πολύ μικρότερη, από την μεγέθυνση, που θα είχε προκύψει, εάν η Ελλάδα είχε μείνει, όλο αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα εκτός της Ε.Ο.Κ./Ε.Ε.

Και αν οι απώλειες της ελληνικής οικονομίας, σε όλη αυτή την περίοδο της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ./Ε.Ε. είχαν έναν αποθετικό χαρακτήρα, μετρούμενες, από την διαφορά της πραγματικής μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, σε σχέση, με την μεγέθυνση, που αυτή θα είχε, εάν η χώρα μας έμενε, έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η είσοδος της Ελλάδας, την 1/1/2002, στην ευρωζώνη, οδήγησε την ελληνική οικονομία και κοινωνία, στην παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή και οι απώλειες, πλέον, δεν αφορούν μια κάποια - μικρή ή μεγάλη - αποθετική διαφορά, στην εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, η οποία θα μπορούσε και να αμφισβητηθεί.

Οι απώλειες, έτσι όπως απεικονίζονται από την ζοφερή εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, αφορούν την άμεση και κατακλυσμιαία πτώση όλων των θετικών και αναπτυξιακών μακροοικονομικών μεγεθών, με πρώτη και χειρότερη την πτώση του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο καταβαραθρώθηκε, κατά την περίοδο 2008 - 2015, περίπου, στα επίπεδα του -30% και την άνοδο όλων των αρνητικών και αντιαναπτυξιακών μακροοικονομικών μεγεθών, με πρώτο και χειρότερο αυτό της ανεργίας του εργατικού δυναμικού, το οποίο έχει στογγυλοκαθίσει όλα αυτά τα χρόνια, περίπου, στο 25%, χωρίς καμμία προοπτική σοβαρής αποκλιμάκωσης.

Αυτή η πραγματικότητα, όμως, όσο θλιβερή και αν είναι, δεν αποτελεί έναν παραστάτη οδηγό, προς την επίδειξη μιας στοιχειωδώς, ορθολογικής συμπεριφοράς, για το πολιτικό προσωπικό της "Νέας Δημοκρατίας". Αντίθετα, μάλιστα, βυθίζει την νομενκλατούρα του κόμματος, σε μια, ακόμη περισσότερο ανορθόλογη συμπεριφορά, η οποία καταντά αυτοκτονική. Όμως, όσο περίεργη και παράδοξη και αν είναι αυτή η επίδειξη του αυτοκτονικού ιδεασμού, που διακατέχει το πολιτικό προσωπικό του πάλαι ποτε, ηγεμονεύοντος κόμματος της συντηρητικής παράταξης, που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, η συμπεριφορά αυτή της νεοδημοκρατικής νομενκλατούρας έχει τους λόγους και τις εξηγήσεις της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η "Νέα Δημοκρατία" αποτελεί εκείνο το κόμμα, το οποίο, κατ' εξοχήν, ταυτίστηκε, μέσω του συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος του μακαρίτη Κωνσταντίνου Καραμανλή, με τον σκληρό πυρήνα του σύγχρονου ευρωπαϊσμού, έτσι όπως αυτός εκφράστηκε, στον ελλαδικό χώρο, με την μορφή του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", η οποία ταυτίστηκε, ήδη, από την δεκαετία του 1960 και εντονότερα, από την δεκαετία του 1970, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία, από την δεκαετία του 1990, συμπληρώθηκε, με την ιδέα της συγκρότησης της ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, που υλοποιήθηκε, με την συγκρότηση του ευρώ και της ζώνης του.

Από αυτό το πολιτικό πρόγραμμα δράσης του ιδρυτή της, με βάση το οποίο η Ελλάδα οδηγήθηκε, χωρίς να ερωτηθεί ο πληθυσμός της, στην ένταξή της, στην Ε.Ο.Κ./Ε.Ε. και μετέπειτα, στην ευρωζώνη, η σύγχρονη "Νέα Δημοκρατία" δεν μπορεί να απομακρυνθεί.

Αντίθετα, μάλιστα, η νεοδημοκρατική νομενκλατούρα αρνούμενη να αποδεχθεί την παταγώδη αποτυχία των στρατηγικών επιλογών της και την κατάρρευση του πυρήνα του έμπρακτου πολιτικού της προγράμματος, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο ανορθολογικός και εξωπραγματικός πολιτικός, κοινωνικός και οικονομικός σχεδιασμός των ευρωπαϊκών ελίτ, δηλαδή ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός", μένει, ακόμη περισσότερο, προσκολλημένη, σε μια αταβιστική συμπεριφορά, η οποία την οδηγεί, στην επιμονή και στην επανάληψη των ίδιων πολιτικών ιδεοληψιών, οι οποίες λειτουργούν, ως επιβεβαιωτική ηχώ και ως παρηγορητικό βάλσαμο, ενώπιον μιας άλλης δέσμης παραμυθολογημάτων, τα οποία στηρίζονται, στην εξωορθολογική πεποίθηση, που έχει σχηματισθεί, στους κύκλους της - και όχι, μόνο, σε αυτούς -, περί του ότι, όλα αυτά έχουν έναν προσωρινό χαρακτήρα και ένα μη μόνιμο περιεχόμενο και ότι, στην πορεία του χρόνου, ο οποίος πρέπει να κερδηθεί, όλα αυτά θα αλλάξουν και θα βελτιωθούν, με κέρδος τον "εξευρωπαϊσμό" και την ολοκλήρωση του "εκσυγχρονισμού" της χώρας, τον οποίο η εποχή του Κώστα Σημίτη άφησε, εμφανώς, ατελή και ημιτελή.

Μπορεί αυτό το πρόγραμμα δράσης να υπήρξε - και υπήρξε - μια αφανής, αρχικά, αποτυχία και στην συνέχεια, μπορεί να μετεξελίχθηκε, σε (όπως, άλλωστε, πράγματι, αποτελεί) μια τραγωδία, για τον σύγχρονο ελληνισμό, όμως, αυτή η δυσάρεστη διαπίστωση δεν χρησιμεύει, στο πολιτικό προσωπικό της "Νέας Δημοκρατίας", ως εφαλτήριο, για την ανεύρεση ορθοτομημένων λύσεων, στο βαρύτατο ελληνικό πρόβλημα.

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε - δηλαδή να επαναλάβουμε - ότι αυτή η, καταφανώς, παραλογική συμπεριφορά, που επιδεικνύει το πολιτικό προσωπικό της, επί μακρόν, θνήσκουσας "Νέας Δημοκρατίας", δεν αφορά, μόνο αυτό το πολιτικό προσωπικό, δεν βρίσκει ευήκοα ώτα, μόνο, σε αυτό το ακροατήριο. Το σύνολο, σχεδόν, του εντόπιου πολιτικού προσωπικού της μεγίστης πλειοψηφίας του, διαρκώς, ανασχεδιαζόμενου κομματικού χάρτη της χώρας διακατέχεται από αυτές τις πεποιθήσεις, σε διάφορες παραλλαγές, οι οποίες δεν αλλάζουν το κεντρικό μοτίβο των στρατηγικών επιλογών του, οι οποίες, πάση θυσία, θεωρούν την Ελλάδα αναπόσπαστο τμήμα του ευρώ και της ζώνης του.





Μια από τις λίγες εξαιρέσεις, η οποία, όμως, δεν άντεξε στον χρόνο, υπήρξε ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος, με την βοήθεια του γνωστού alter ego του (του εξαμβλωματικού και συνάμα διασκεδαστικού χιμαιροϋβριδικού σταλινοχρύσανθου, με τις τροτσκιστικές καταβολές), κατά την περίοδο Μαΐου 2010 - Νοεμβρίου 2011, όπως μας θυμίζει και το παραπάνω βίντεο, αντιλαμβανόμενος (έστω και ενστικτωδώς και με την ελπίδα ότι οι επιπτώσεις θα είναι πολύ λιγότερο οδυνηρές, από αυτές, που ακολούθησαν) το κλίμα, που θα αναδείκνυε η εποχή, που άνοιγε η ελληνική χρεωκοπία και η υπογραφή του 1ου Μνημονίου, από την τραγελαφική κυβέρνηση του ΓΑΠ, άφησε, πολλές φορές, ανοικτή την πόρτα, στην ιδέα ότι θα ήταν δυνατόν, η "Νέα Δημοκρατία", η οποία οδήγησε την χώρα, στην καταστροφική πορεία της ένταξής της, στο έμπρακτο ανορθολογικό κατασκεύασμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι, όπως αυτό εκφράστηκε, με την Ε.Ο.Κ./Ε.Ε. και την ευρωζώνη, να οδηγήσει την Ελλάδα, σε μια λυτρωτική έξοδο, από αυτό το ευρωτρελοκομείο.

Α-νοησίες. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ο Αντώνης Σαμαράς ουδέποτε έδωσε βάση, στις όποιες "αντιμνημονιακές" διακηρύξεις του, οι οποίες ήσαν ευκαιριακές, ψηφοθηρικές και αποτελούσαν, καθ' ολοκληρίαν, ψευδολογήματα, τα οποία, ως κλασικός πολιτικός απατεώνας, εξέμεσε και τα οποία, κακήν-κακώς, εγκατέλειψε, ευθύς, ως η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και η γερμανική κυβέρνηση του διασφάλισαν την, επίσης, κακήν-κακώς, μετάβασή του, στην πρωθυπουργία, με ενδιάμεσο σταθμό τον Λουκά Παπαδήμο και με την αγαστή βοήθεια και συναυτουργία του ΠΑΣΟΚ και του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος, τότε (τον Νοέμβριο του 2011), μπορούσε να ελπίζει ότι θα ήταν δυνατόν, κάποια στιγμή, να τον διαδεχθεί.

Η κατάληξη του ολιγόνοος Αντώνη Σαμαρά και της οπερετικής κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων, που ταλαιπώρησαν, επί δυόμισυ χρόνια, τον τόπο και τον πληθυσμό του, δίνοντας την πρωτοφανή ευκαιρία, στον ΣΥΡΙΖΑ και στον Αλέξη Τσίπρα, ήτοι σε ένα τυχάρπαστο σύνολο τυχοδιωκτών, που, πολιτικά, προέρχεται από την ελληνική κομμουνιστογενή αριστερά, να αρπάξουν την κυβερνητική εξουσία και να εξαπατήσουν το ελληνικό εκλογικό σώμα, με έναν τόσο χυδαίο και ωμό τρόπο, τον οποίο, για να πούμε και την απλή αλήθεια, ουδείς άλλος πολιτικός χώρος, έχει, έως τώρα, χρησιμοποιήσει, είναι γνωστή. Και φυσικά, δεν είναι, καθόλου, επαινετέα, όσο και αν ο Αντώνης Σαμαράς, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και οι τυχοδιωκτικές ομάδες, που τους περιστοιχίζουν, θέλουν να πιστεύουν το αντίθετο.

Αυτή η κατάληξη είναι, απολύτως, εξευτελιστική, για όλους αυτούς και ανάλογη είναι η γνώμη του πληθυσμού της χώρας. Και αυτή η γνώμη δεν πρόκειται να αλλάξει, όσο και οι πρωταγωνιστές αυτής της μαύρης περιόδου και μαζύ τους, η μεγίστη πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού των αποκαλούμενων αστικών κομμάτων και η εντόπια "ευρωπαϊστική" οικονομική ελίτ, πιστεύουν και ελπίζουν, περί του αντιθέτου. Στην συνείδηση του ελληνικού πληθυσμού, όλοι αυτοί είναι, οριστικά, καταδικασμένοι, χωρίς καμμία περίπτωση ανάταξης της εικόνας τους. Τα Μνημόνια τρώνε τα παιδιά τους. Και αυτούς τους έχουν, ήδη, φάει.

Βέβαια, όπως τα προηγούμενα δύο Μνημόνια έφαγαν τους πολιτικούς πάτρωνες και τους εφαρμοστές τους, έτσι και το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας θα τον φάει και αυτόν, κάποια στιγμή, την οποία, τώρα, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε.




Μέχρι τότε, όμως και όσο όλοι οι προηγούμενοι πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές μένουν στο προσκήνιο και όσο οι πολιτικές, τις οποίες ακολούθησαν, εξακολουθούν να υπηρετούνται, από αυτούς και τους διαδόχους τους, ο Αλέξης Τσίπρας και οι τυχοδιώκτες, που τον περιβάλλουν, θα μπορούν να κυριαρχούν, χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

Όπως προκύπτει, μάλιστα και από την παραπάνω εκτίμηση της πρόθεσης ψήφου, στην οποία προέβη, η "Bridging Europe", ύστερα, από την δημοσκοπική έρευνα, που έκανε, από 1 έως 4/12/2015, η ραγδαία φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, συνοδεύεται από την, ακόμη, πιο ραγδαία, πτώση της "Νέας Δημοκρατίας", τα ποσοστά της οποίας έχουν κατρακυλήσει, στα επίπεδα του 13,2%, τα οποία είναι απαγορευτικά, για οποιοδήποτε κόμμα, που θέλει να λέγεται μεγάλο. Αυτά τα ποσοστά, μάλιστα, ενέχουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν το ιστορικό κόμμα της συντηρητικής παράταξης, στην ανυπαρξία, μέσω μιας διαδικασίας "ξαφνικού θανάτου", ο οποίος θα μπορούσε να προκύψει, ως προϊόν απελπισίας, εάν οι επίδοξοι αρχηγοί του κόμματος, μαζύ με την οικονομική ελίτ του τόπου και τα ξένα αφεντικά τους, θεωρήσουν ότι το κόμμα αυτό έχει χάσει κάθε δυνατότητα μιας μελλοντικής ανάταξής του. 

Και όλα αυτά, μάλιστα, καθίστανται πιθανότατα, πολύ πιο πολύ, τώρα, που η ουσιαστική ανυπαρξία της "Νέας Δημοκρατίας", συνοδεύεται  και από την, περίπου, πλήρη ανυπαρξία οποιουδήποτε άλλου σοβαρού πολιτικού αντίπαλου, απέναντι στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα - πλην του εαυτού της, ο οποίος, άλλωστε, κάνει ό,τι μπορεί για να βλάψει την, ήδη, από τόσο νωρίς, αποδιοργανωμένη πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, από μόνος του, δεν αρκεί, για να φέρει, εις πέρας, το έργο αυτό, το οποίο μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολο, όσο φαίνεται, αλλά, σίγουρα, απαιτεί και συνεργούς, οι οποίοι, επί του παρόντος, δεν υπάρχουν.




Έτσι, όπως έθαψαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή - με τις δέουσες τιμές, ή, καλύτερα και χωρίς αυτές - χρήσιμο είναι, για τους ίδιους τους νεοδημοκράτες, που συγκροτούν την νομενκλατούρα του κόμματος, να θάψουν και τις στρατηγικές επιλογές του (επαν)ιδρυτή του χώρου τους, αποδεχόμενοι την αποτυχία των πιο ακραίων εκδοχών αυτών των επιλογών, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν, τουλάχιστον, με την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Ο ανηψιός του ιδρυτή της "Νέας Δημοκρατίας", ο Κώστας Καραμανλής μπορεί να το πράξει και να το νομιμοποιήσει, στην συνείδηση της συντηρητικής παράταξης της χώρας μας. Δυστυχώς, δεν είναι διατεθειμένος να πράξει μια τέτοια "πατροκτονία", παρά το γεγονός ότι αυτή είναι, απολύτως, αναγκαία. Και είναι αναγκαία και λυτρωτική μια, αυτού του είδους, "πατροκτονία", επειδή ο μακαρίτης θείος του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έσφαλε, όταν έλεγε, ότι, "με την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., οι Έλληνες πέφτουν, στα βαθιά και έτσι θα μάθουν να κολυμπούν". Τελικά, οι Έλληνες δεν έμαθαν να κολυμπούν. Και αυτό διότι η θάλασσα δεν ήταν, απλώς, βαθιά. Αποδείχτηκε ότι είναι ένας τρικυμισμένος ωκεανός, στον οποίο ουδείς είναι δυνατόν να επιβιώσει...




Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η μόνη σωτηρία οδός για την "Νέα Δημοκρατία" είναι ο άμεσος απεγκλωβισμός της, από τις ιδεοληπτικές παρακαταθήκες του ιδρυτή της.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως πολιτικός ενορχηστρωτής των στρατηγικών επιλογών της χώρας έχει αποτύχει, πλήρως και παταγωδώς. Οι "ευρωπαϊστικές" επιλογές του έβλαψαν, σε καταστροφικό βαθμό, την χώρα και όσο εξακολουθούν να αποτελούν την κεντρική γραμμή της εντόπιας πολιτικοοικονομικής ελίτ θα συνεχίζουν να την καταστρέφουν.

Η "Νέα Δημοκρατία", για να περισωθεί, οφείλει να αλλάξει πολιτική και να οδηγήσει την χώρα, εκτός της ευρωζώνης, με ασφάλεια και με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, ο οποίος, άλλωστε, της έχει και στο παρελθόν προσφερθεί, από την γερμανική κυβέρνηση και την ευρωελίτ και θα της προσφερθεί και στο μέλλον, εάν και όταν το πολιτικό προσωπικό της φανεί διατεθειμένο να στραφεί, προς αυτή την κατεύθυνση. (Όπως, άλλωστε, είχε προσφερθεί και στον Αλέξη Τσίπρα και στην προηγούμενη κυβέρνησή του, χωρίς ανταπόκριση, από αυτόν και τον Γιάννη Βαρουφάκη, στον οποίο είχε κάνει την σχετική πρόταση ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε).

Το πρόβλημα, λοιπόν, της "Νέας Δημοκρατίας", όπως έχουμε, ήδη, πει, δεν έχει να κάνει και δεν εντοπίζεται, στα πρόσωπα εκείνων, που είναι αρχηγοί της και στο στυλ τους. Και φυσικά, δεν πρόκειται, μεσοπρόθεσμα, ή έστω, βραχυπρόθεσμα, να επιλυθεί, εάν αρχηγός του κόμματος εκλεγεί ο Απόστολος Τζιτζικώστας, ή ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ή ο αμίμητος Σπυρίδων-Άδωνις Γεωργιάδης (η υποψηφιότητα του οποίου έγινε δεκτή και προωθήθηκε, προφανώς, βάσει σχεδίου, προκειμένου να αδυνατίσει η υποστήριξη των ψηφοφόρων, προς τον Απόστολο Τζιτζικώστα). 

Οι τρεις, από αυτούς τους υποψήφιους αρχηγούς της "Νέας Δημοκρατίας", έχουν ταυτισθεί, πλήρως, με τις πολιτικές, που ακολουθήθηκαν, κατά την διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, με τις πολιτικές των Μνημονίων και της, πάση θυσία, προστασίας του ευρώ και της ζώνης του, καθώς και με αυτές τις πολιτικές, που προστάτευσαν και προστατεύουν την ελληνική και την ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατια, ενώ ο τέταρτος - ο Απόστολος Τζιτζικώστας - έχει οδηγηθεί και ο ίδιος, με την θέλησή του, στην υπεράσπιση των ίδιων πολιτικών και των ίδιων συμφερόντων.

Θέλοντας, λοιπόν και μη, η βυθιζόμενη κομματική ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης βρίσκεται και θα εξακολουθήσει να βρίσκεται, ενώπιον του πραγματικού, ουσιώδους προβλήματος επιβίωσης, που αντιμετωπίζει και το οποίο προσπαθει να αποφύγει, αρνούμενη την ύπαρξή του και προσποιούμενη ότι αυτό δεν υφίσταται. Αυτό το πρόβλημα αφορά τις κεντρικές πολιτικές της επιλογές, οι οποίες συγκροτούνται και έχουν, ως πυρήνα τους, το σύγχρονο πολιτικό πρόγραμμα του πτωματικού ιδεολογήματος του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι όπως αυτό δομείται και εξελίσσεται, με την Ε.Ε. και την ευρωζώνη.

Από αυτό το πνιγηρό και θανατηφόρο πολιτικό πρόγραμμα δράσης είναι, που πρέπει να απ εγκλωβιστεί η "Νέα Δημοκρατία", για να επιβιώσει. Εάν, φυσικά, το πολιτικό προσωπικό, που την συγκροτεί, ως κομματικό σχηματισμό, επιθυμεί αυτό το κόμμα να επιβιώσει.

Όμως, βλέποντας τις πολιτικές τάσεις, που επικρατούν, στον κομματικό μικρόκοσμο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό, με τις κομφουζιονιστικές και καταστροφικές αυταπάτες και ιδεοληψίες του στελεχιακού της δυναμικού και του πολιτικού προσωπικού του κόμματος, που διεκδικεί την αρχηγία, στις εσωκομματικές εκλογές της 20ης Δεκεμβρίου και στον δεύτερο γύρο αυτών των εκλογών, που θα γίνει, στις 10 Ιανουαρίου, γίνεται σαφές ότι οποιαδήποτε προοπτική απεγκλωβισμού της "Νέας Δημοκρατίας", από το πολιτικό πρόταγμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" και το τρέχον πολιτικό πρόγραμμα δράσης της ευρωζώνης, είναι, απλώς, ανύπαρκτη.

Στα πλαίσια αυτά και με δεδομένη την διαδικασία της αργόσυρτης, αλλά, συνάμα και σταθερής, αποσύνθεσης της "Νέας Δημοκρατίας", αυτό, που φαίνεται, ως πιθανότερο - τώρα, ή αργότερα - και ανάλογα, με τις εξελίξεις, είναι η επιχείρηση μιας διαλυτικής ανασύνθεσης του κομματικού αυτού χώρου, με στόχο την επανασυσπείρωση της ευρύτερης παραταξιακής δεξαμενής του συντηρητικού χώρου, πάντα, μέσα στα πλαίσια των τρεχουσών "ευρωπαϊστικών" ιδεοληπτικών κατασκευών της ανόητης εντόπιας ελίτ.

Ως εκ τούτου, η κακή πολιτική τύχη και η εξαφάνιση της "Νέας Δημοκρατίας", πέρα από οποιαδήποτε πρόσκαιρη αναλαμπή, πρέπει να θεωρείται, ως αναμενόμενη, δίκην, ούτως ειπείν, φυσικού φαινομένου...

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Το έγχρωμο αφεντικό των σουνιτών τζιχαντιστών και των Ουκρανών ναζιστών, σε νέες περιπέτειες. (Οι νέοι μπελάδες του Barack Hussein Obama, καθώς η ισλαμική τρομοκρατία πλήττει, ξανά, τις Η.Π.Α.).






Θα ήταν να γελάει κανείς, με τα καμώματα του Barack Hussein Obama και του, εντελώς, αστείου επιτελείου του, που, ως σύνολο, ξεπέρασαν κάθε όριο ερασιτεχνισμού, αν δεν ήταν να μελαγχολήσει, με το γεγονός ότι αυτά τα ερασιτεχνοειδή καμώματα οδήγησαν και οδηγούν, στα παθήματα, που υφίσταται, άνευ ουσιώδους λόγου και αιτίας, ο αμερικανικός λαός, ο οποίος, όμως, σιγά-σιγά, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την αιτιώδη συνάφεια, ανάμεσα, στην "πατατοειδή" και εξόχως, κομφουζιονιστική εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου και εν γένει της αμερικανικής ελίτ και τα ανηλεή τρομοκρατικά κτυπήματα των οπαδών και των μαχητών του πολιτικού και στρατιωτικού τζιχαντισμού του Ισλαμικού Κράτους, του Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκνταντί.

Το ερασιτεχνικό επιτελείο του έγχρωμου αφεντικού των, πάσης φύσεως και προελεύσεως, ριζοσπαστικοποιημένων ακτιβιστών, μαχητών και πολεμιστών, που λειτουργούν, ως έμμισθα όργανα της CIA, ή της NSA, ή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, ή του ΝΑΤΟ και δρούν, στα όρια της τρομοκρατίας, από το 2010, μέχρι τις ημέρες μας, ανά την υφήλιο (από τους ναζιστές, στην Ουκρανία, έως τους ισλαμιστές μαχητές, στο Χαλιφάτο του Ιράκ και του Λεβάντε), μετά το μακελειό, που πραγματοποίησαν, στις 13 Νοεμβρίου, στο Παρίσι, κάποιοι από τους, εκεί, υπάρχοντες πυρήνες του Ισλαμικού Κράτους, προσπάθησε να καθησυχάσει τον αμερικανικό λαό, με την συνεχή προπαγάνδα, περί του ότι οι Η.Π.Α. δεν κινδυνεύουν, από τέτοια κτυπήματα, διότι - υποτίθεται ότι - είναι προστατευμένες, ή ότι οι μυστικές υπηρεσίες του αμερικανικού κράτους δεν έχουν επισημάνει κάποιο τέτοιο κίνδυνο, για το εσωτερικό της χώρας.

Εννοείται, βέβαια, ότι ο Barack Hussein Obama και το επιτελείο του έλεγαν ανοησίες. Μετά την 11/9/2001, η ισλαμική τρομοκρατία, πλήττει, ξανά, με ένα ευδιάκριτο, μαζικό και τυφλό κτύπημα, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όταν, στις 2 του μηνός, το ζευγάρι των μουσουλμάνων (ενός Αμερικανού και μιας Πακιστανής) δολοφονούσε, μαζικά, τους 14 ανάπηρους, στο Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνιας, οι υπηρεσίες του αμερικανικού κράτους, προσπάθησαν να ισχυρισθούν, μέσω του προέδρου Barack Hussein Obama, ότι δεν γνώριζαν τίποτε, γύρω από την ταυτότητα των δραστών και τους υποκινητές τους.

Λίγα εικοσιτετράωρα, αργότερα, προσπάθησαν να πουν ότι αυτή την στιγμή δεν υπάρχει "καμία ένδειξη" που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δράστες του μακελειού στο Σαν Μπερναρντίνο ανήκαν, σε κάποια ισλαμική τρομοκρατική οργάνωση, όπως ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος, αμέσως, μόλις το Χαλιφάτο του πρώην κρατουμένου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, στο Ιράκ, αλ Μπαγκνταντί ανέλαβε την ευθύνη των πράξεων του ζευγαριού των ενόπλων ακτιβιστών, οι οποίοι σκοτώθηκαν, κατά την ανταλλαγή των πυροβολισμών, με τις αστυνομικές και λοιπές δυνάμεις, που έφθασαν, στον τόπο του μακελειού.






Βέβαια, θέλοντας και μη και προφανώς, υπό το βάρος των προσωπικών του ευθυνών, αφού η δική του διακυβέρνηση είναι εκείνη, που όπλισε την ισλαμική τρομοκρατία των ακτιβιστών του τζιχαντισμού του Χαλιφάτου, στην Συρία, στο Ιράκ, στην Λιβύη και σε άλλες αραβικές και μουσουλμανικές κοινωνίες, όπως, επίσης και υπό το βάρος μιας θλιβερής, για τον ίδιο, πραγματικότητας, ο πρόεδρος Barack Hussein Obama υποχρεώθηκε να μισοψελίσει την αλήθεια, για την ιδιότητα, τα κίνητρα και τους σκοπούς των δύο δραστών.

Άλλωστε το FBI και οι άλλες αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που ανέλαβαν την υπόθεση της μαζικής δολοφονίας των 14 αναπήρων και των άλλων τόσων, που τραυματίστηκαν, στο Σαν Μπερναρντίνο, αντιμετώπισαν το περιστατικό, ως τρομοκρατική ενέργεια, αφού η Τασφίν Μαλίκ, που, μαζύ με τον Σαγιέντ Ρισβάν Φαρούκ, πραγματοποίησε αυτό το μακελειό, είχε δηλώσει, με ανάρτησή της, στο Facebook, λίγο πριν τις επιθέσεις ότι είναι ακόλουθος του Χαλιφάτου, με αποτέλεσμα την άμεση διαγραφή του λογαριασμού της, από το Facebook.

Με αυτά τα δεδομένα και υπό την πίεση της αμερικανικής κοινής γνώμης, έναντι της οποίας είναι, απόλυτα, εκτεθειμένος, ο Barack Hussein Obama, έχοντας αντιληφθεί ότι οφείλει εξηγήσεις, θα απευθύνει νέο διάγγελμα, στον πληθυσμό της χώρας του. Αυτό είναι και το ελάχιστο, που μπορεί να κάνει, προκειμένου να σώσει το πολιτικό του προφίλ.

Όμως, η αλήθεια είναι πως ό,τι και να κάνει, ο ακρογωνιαίος λίθος της δικής του εξωτερικής πολιτικής, η οποία υποστηρίζεται και από την αμερικανική ελίτ και το βαθύ αμερικανικό κράτος, έχει πληγεί, ανεπανόρθωτα, αφού η μαζική στήριξη των Η.Π.Α. και της Δύσης, μαζύ με την Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και την Τουρκία, στον διεθνή ένοπλο ισλαμισμό και στην συνακόλουθη τρομοκρατική δράση του σουνιτικού κλάδου του πολιτικού ακτιβισμού του ισλαμικού τζιχαντισμού, προκειμένου να εξοντωθεί ο Μπασάρ αλ Άσαντ, και το καθεστώς του, στην Συρία, έχει, κυριολεκτικά, καταρρεύσει.

Ο Barack Hussein Obama και η τρέχουσα πινακοθήκη των εξουσιαστών ηλιθίων, που αποτελείται, από τα μέλη της κυβέρνησής του, καθώς και από τα ιθύνοντα μέλη των λοιπών οργάνων του αμερικανικού κράτους, που χαράσσουν την εξωτερική, την αμυντική και την ευρύτερη γεωστρατηγική πολιτική των Η.Π.Α., με την αγχώδη επιδίωξή τους να εγκλωβίσουν την Ρωσία και την Κίνα, τις οποίες προσπαθούν να θέσουν, υπό καθεστώς υποτέλειας και να τις παραγκωνίσουν από την διεθνή σκηνή, εξασφαλίζοντας την εξωπραγματική κατοχύρωση της διαρκούς αμερικανικής πλανητικής κυριαρχίας, με την ενεργό συνδρομή του ευρύτερου συνασπισμού της Δύσης, τα έκαναν, κυριολεκτικά, θάλασσα. Σε σημείο, μάλιστα, που η κατάσταση έχει γίνει ασυμμάζευτη.

Η κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, στον χώρο της Μέσης Ανατολής, είναι τόσο ασυμμάζευτη, που ο Barack Hussein Obama, οι επιτελείς του και το σύνολο της Δύσης, θα οδηγηθούν, στον πλήρη κατεξευτελισμό, αφού θα υποχρεωθούν να επαιτήσουν, για να τους δοθεί η βοήθεια του εχθρού τους, του Μπασάρ αλ Άσαντ, τον οποίον προσπάθησαν, με όλα τα αθέμιτα και άθλια μέσα, να ανατρέψουν, χωρίς να το καταφέρουν, αν και κυριολεκτικά, κατάστρεψαν την χώρα του, με τον εμφύλιο πόλεμο, που εξαπέλυσαν, οδηγώντας, τεράστια τμήματα του συριακού πληθυσμού, στην προσφυγιά και την Ευρώπη, με τους άγουρους και ασθενείς θεσμούς της, σε σημεία διάλυσης.




Έτσι, ο Barack Hussein Obama, το ΝΑΤΟ και οι Δυτικοί θα στραφούν, προς τον Μπασάρ αλ Άσαντ, προκειμένου να τους βοηθήσει να εξαλείψουν το τέρας του Ισλαμικού Κράτους, που, οι ίδιοι, μαζύ με τα μεσαιωνικά αραβικά καθεστώτα και την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν, όπλισαν, έθρεψαν και εγκατέστησαν, ως κανονικό κράτος, σε εκτεταμένα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ, τα οποία φθάνουν, ως προς την έκτασή τους, στο μέγεθος της Γαλλίας. Και αυτό θα το πράξουν διότι, επί του εδάφους, στο οποίο διεξάγονται οι μάχες, οι Δυτικοί και το ΝΑΤΟ δεν έχουν αξιόπιστες δυνάμεις, οι οποίες θα ήταν δυνατό να τους δώσουν εκείνες τις λύσεις, που αυτοί επιθυμούν, αφού η στρατιωτική κυριαρχία των μαχητών του Χαλιφάτου, μεταξύ των δυνάμεων της συριακής αντιπολίτευσης και των όποιων απομειναριών των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων, είναι αναμφισβήτητη.

Οι Η.Π.Α. και η Δύση, στα πεδία των μαχών, που διεξάγονται, στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ, ζουν το χειρότερο δυνατό σενάριο, όσον αφορά τις επιδιώξεις και τα επενδυμένα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα τους. Οι σουνίτες τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, τους οποίους η αμερικανική κυβέρνηση, η Δύση και το ΝΑΤΟ εξέθρεψαν, έχουν στραφεί εναντίον των αφεντικών τους, ακριβώς, όπως είχε συμβεί και πριν από δύο δεκαετίες, με την αλ Κάϊντα του Οσάμα μπιν Λάντεν και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι.

Μόνο, που, τώρα, δεν συμβαίνει αυτό, που οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ είχαν καταφέρει, εκείνη την εποχή και για το οποίο είχαν μισθώσει και εκπαιδεύσει (με πρωτεργάτη τον γνωστό μας συνεργάτη, σύντροφο και συνάδελφο των ηγετών της ημετέρας απριλιανής δικτατορίας, τον Ελληνοαμερικανό πράκτορα της CIA, τον αποκαλούμενο, ως "Mr Dirty", τον Gust Laskaris Avrakotos, στα βουνά του Αφγανιστάν) τον Οσάμα μπιν Λάντεν, τους Ταλιμπάν και τους λοιπούς πολεμιστές του ένοπλου τζιχαντισμού. Διότι, τότε, μπορεί η χρηματοδότηση, η εκπαίδευση και ο εξοπλισμός των ισλαμιστών μαχητών, να κατάφεραν να πετάξουν, έξω, από το Αφγανιστάν, τους "Σοβιετικούς" και στην συνέχεια, μπορεί να οδήγησαν την κομματική και κρατική ελίτ της "Ε.Σ.Σ.Δ." να αποφασίσει την διάλυση του "σοβιετικού" κράτους και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", γεγονός, που οδήγησε, σε μια κατακλυσμική γεωπολιτική καταστροφή, η οποία αποδυνάμωσε, μακροπρόθεσμα, την Ρωσία, αλλά, τώρα, το ρωσικό κράτος επανακάμπτει και εκ των πραγμάτων, έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο, στα πεδία των μαχών και στα πολιτικά πράγματα της Συρίας.

Και εδώ, είναι, που την πάτησαν οι Αμερικανοί, οι νατοϊκοί και οι Δυτικοί.

Όπως, ακριβώς, οι ισλαμιστές του Οσάμα μπιν Λάντεν, έτσι και οι σύγχρονοι σουνίτες τζιχαντιστές του ISIS και των παραφυάδων του, που, στο σύνολό τους, αποτελούν συνέχεια της αλ Κάϊντα, έχουν την δική τους πολιτικοστρατιωτική ατζέντα, η οποία δεν περιλαμβάνει, μόνο, τον Άσαντ και το καθεστώς του, όπως θα επιθυμούσαν οι Δυτικοί. Η ατζέντα αυτή περιέχει στο μενού της, ως εχθρούς, τους Αμερικανούς, τους Ευρωπαίους και την Δύση, στο σύνολό της.

Και φυσικά, με δεδομένη την δόμηση της εξουσίας του νέου Χαλιφάτου του αλ Μπαγκνταντί και του αραβικού και πολυεθνικού επιτελείου του, στο οποίο περίοπτη θέση έχουν οι, δεύτερης και τρίτης γενιάς, μουσουλμάνοι της Ευρώπης, οι οποίοι είναι απόγονοι μεταναστών, από τις αραβικές και τις άλλες μουσουλμανικές χώρες της Ασίας και της Αφρικής, τα δεδομένα, για την Δύση, είναι, απολύτως, σκοτεινά και στην συγκεκριμένη περιοχή και ευρύτερα, εντός των κοινωνιών, που την συγκροτούν.

Έτσι, η ελίτ του βαθέος αμερικανικού κράτους και οι λοιπές δυτικές ελίτ τα έκαναν σκατά. Με πρωτεργάτες το έγχρωμο αφεντικό των σουνιτών τζιχαντιστών και το επιτελείο του, τα έκαναν μαντάρα και στον αραβικό κόσμο, με τον ίδιο τρόπο, που το ίδιο επιτελείο και το ίδιο αφεντικό των Ουκρανών ναζιστών, αυτή την φορά, τα έκαναν μαντάρα, στην Κριμαία και στην Ουκρανία, με την στρατολόγηση, την νατοϊκή εκπαίδευση και την υποστήριξη, που, αφειδώς, παρείχαν, στους ναζιστές του Δεξιού Τομέα και στις λοιπές παραφυάδες τους, πριν από δύο χρόνια, όταν ανέτρεπαν την κυβέρνηση του Βίκτορ Γιανουκόβιτς, με αποτέλεσμα να βρεθούν, μπροστά στην αντίδραση της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος ενσωμάτωσε την Κριμαία, στην Ρωσία, ενώ, παράλληλα, διχοτόμησε την Ουκρανία, με την υποστήριξη διάφορων χωριστικών οργανώσεων των Ρώσων κατοίκων των ανατολικών περιοχών της χώρας αυτής, θέτοντάς την, υπό καθεστώς ομηρείας.





Το χειρότερο, με τους Αμερικανούς του ανεκδιήγητου και ανίκανου να μοιράσει δυό γαϊδουριών άχυρα, Barack Hussein Obama, με την οπερετική και άκρως, επικίνδυνη Hillary Clinton, η οποία καθοδήγησε την καταστροφική "αραβική άνοιξη", αποσταθεροποιώντας και διαλύοντας κράτη, όπως το Ιράκ (με την ηλίθια και απολύτως, άκαιρη απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής), την Συρία και την Λιβύη - και παρ' ολίγον, την Αίγυπτο -, δίνοντας έδαφος, στους σουνίτες τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, είναι, όχι, μόνο, ότι επανέφεραν τους Ρώσους, στην Μέση Ανατολή, αλλά και ότι, με τις βλακώδεις ενέργειές τους, όπως αυτή της κατάρριψης του ρωσικού πολεμικού αεροπλάνου, από την τουρκική πολεμική αεροπορία, έχουν μπει, στο στόχαστρο της πολεμικής μηχανής του ρωσικού κράτους και φυσικά, θα υποστούν τις συνέπειες, που τους αξίζουν και οι οποίες δεν θα είναι καθόλου αμελητέες.


Όσο περνάει ο καιρός, γίνεται αντιληπτό αυτό, που είπαμε, ευθύς, εξ αρχής, όταν κατερίφθη το ρωσικό Σουχόϊ, στα τουρκοσυριακά σύνορα, κοντά στην Λατάκεια. 

Η τουρκική πολεμική αεροπορία και ο Τούρκος πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, του οποίου το μέλλον, προφανώς, δεν θα είναι καθόλου καλό, αφού πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα υποστεί τα επίχειρα των πράξεών του και κανείς (ούτε οι Αμερικανοί, ούτε το ΝΑΤΟ) δεν πρόκειται να τον βοηθήσει να αποφύγει την τιμωρία, που η ρωσική ελίτ του επιφυλάσσει, δεν θα προέβαιναν, σε αυτή την ενέργεια, εάν δεν είχαν την απαραίτητη καθοδήγηση, από το ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς.

Όπως φαίνεται, εκείνη την ημέρα, ένα αμερικανικό στρατιωτικό αεροπλάνο παρακολούθησης, τύπου AWAC, πέταξε από την βάση του, στο Άκτιο, στην επίμαχη περιοχή των τουρκοσυριακών συνόρων και παρέσχε την κατάλληλη πληροφόρηση και την σχετική καθοδήγηση, για την πτήση του ρωσικού Σουχόϊ και προφανώς, όχι, μόνο, αυτού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με προφανή την συμμετοχή της αμερικανικής βάσης στο Ιντσιρλίκ της Τουρκίας, η τουρκική πολεμική αεροπορία κατέριψε το ρωσικό πολεμικό αεροπλάνο, με την καθοδήγηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και του ΝΑΤΟ.

Με αυτά τα δεδομένα, το ΝΑΤΟ και ο Barack Hussein Obama δεν μπορούν να περιμένουν, τίποτε άλλο, εκτός από τα αντίποινα, τα οποία θα έλθουν, στον χρόνο και στον τόπο και με τον τρόπο, που θα αποφασίσουν ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ρωσική στρατιωτική ηγεσία. Με δεδομένη την προβοκάτσια, με την διακοπή της παροχής ρεύματος, που έγινε, στην Κριμαία, εκείνες τις ημέρες της κατάρριψης του ρωσικού Σουχόϊ, είναι σαφές ότι η απάντηση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων δεν είναι καθόλου απαραίτητο να δοθεί (μόνο), επί τουρκικού εδάφους.

Η ρωσονατοϊκή αντιπαράθεση έχει ένα εκτεταμένο πεδίο, στον ευρωπαϊκό χώρο και ως εκ τούτου, από τις χώρες της Βαλτικής και την Σουηδία, έως την Ρουμανία και την Βουλγαρία, η ρωσική απάντηση έχει έναν τεράστιο χώρο, για να εκδηλωθεί. Όπως, επίσης και στον πλανήτη ολόκληρο, αν και ο ευρασιατικός χώρος είναι ο πιο ενδεδειγμένος, για ένα καταιγιστικό ρωσικό κτύπημα, στο οποίο οι νατοϊκοί, κατά πάσα βεβαιότητα, δεν θα μπορέσουν και στην συνέχεια, δεν θα τολμήσουν, καν, να αντιδράσουν, με ένα τρόπο, που θα είναι αξιόλογος.

Αλλά, πέρα, από τις όποιες αντιπαραθέσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής μας, το ουσιαστικό περιεχόμενο των όσων συμβαίνουν έχει να κάνει, με την, για μία ακόμη, φορά, τραγική διαπίστωση του γεγονότος ότι οι αμερικανικές και οι δυτικές κυβερνώσες ελίτ και οι νατοϊκοί, όταν έχουν να κάνουν, με τους σχεδιασμούς τους, οι οποίοι αφορούν τα ευρύτερα και μακροπρόθεσμα - υποτιθέμενα ως - συμφέροντά τους, που έχουν να κάνουν, με την διατήρηση της πλανητικής ηγεμονίας της αμερικανικής υπερδύναμης και της Δύσης, ως ενός ευρύτερου συνόλου, αδιαφορούν, για την τύχη των πληθυσμών τους και για τις αιματηρές και ολέθριες επιπτώσεις των σχεδιασμών τους, στους πολίτες των ίδιων τους των χωρών.

Αυτούς τους πολίτες τους, οι οποίοι έχουν παραχωρήσει την εξουσία, στις διάφορες αναίσχυντες, αμοραλιστικές και αήθεις ελίτ, που τους κυβερνούν, οι ελίτ αυτές τους θεωρούν ηλίθιους και αναλώσιμους και ως εκ τούτου, αδιαφορούν, για την τύχη τους και για τον όλεθρο, που τους επιφυλάσσουν οι επιλογές των κυβερνώντων. Στα πλαίσια του ευρύτερου γεωστρατηγικού παιγνίου των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ, οι πληθυσμοί των χωρών της Δύσης θεωρούνται ότι είναι αμελητέες ποσότητες και τα όποια παθήματά τους, όπως αυτά, της 11/9/2001, στην Νέα Υόρκη, ή στις 13/11/2015, στο Παρίσι, αντιμετωπίζονται, στα διάφορα εξεταζόμενα, ως πιθανά σενάρια, σαν παράπλευρες απώλειες, οι οποίες είναι ανεκτές και αποδεκτές.

Το ευτύχημα είναι ότι οι πολίτες των δυτικών κοινωνιών έχουν αρχίσει να υποψιάζονται το κακό, που τους επιφυλάσσουν οι επιλογές των ελίτ, που τους κυβερνούν. Και φυσικά, αρχίζουν να αντιδρούν, φέρνοντας τους κυβερνήτες τους, σε πολύ δύσκολη θέση.

Κάτι είναι και αυτό. Και προφανώς, είναι ελπιδοφόρο. Όμως, όσο ελπιδοφόρα και αν φαίνεται αυτή η στάση των πολιτών των δυτικών κοινωνιών, η ωμή και σκληρή αλήθεια είναι ότι αυτή δεν είναι αρκετή, για να αποτρέψει το κακό, που έρχεται και το οποίο θα προκύψει, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι δυτικές ελίτ δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν το μέλλον, που τους επιφυλάσσει το συρρικνούμενο μέγεθός τους και η μειούμενη βαρύτητά τους, μέσα στα πλαίσια της αναδιατασσόμενης παγκόσμιας κοινότητας.

Και φυσικά, οι δυτικές - με προεξάρχουσα την αμερικανική - ελίτ φαίνονται διατεθειμένες να πράξουν κάθε τι, που μπορούν να κάνουν, προκειμένου να διατηρήσουν, εσαεί, την πλανητική τους κυριαρχία, απέναντι, στην επανακάμπτουσα Ρωσία, στην, ραγδαία, ανερχόμενη Κίνα - αλλά και στις άλλες δυνάμεις, που θα προκύψουν, στο μέλλον.

Καιρός είναι οι αμερικανικές και οι λοιπές δυτικές ελίτ να το πάρουν απόφαση και να αποδεχθούν το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγούνται. Ως εκ τούτου, απαραίτητο είναι να συνετισθούν και να προσαρμοσθούν, στα νέα δεδομένα. 

Αλλιώς, το μέλλον - και των ιδίων - θα είναι πολύ σκοτεινό...