Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Οι σχεδιαστές της διεθνούς πολιτικής της Ουάσινγκτων ενώπιον των οδυνηρών διλημμάτων που τίθενται από την διαφαινόμενη, ως βέβαιη, απώλεια της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α. (Η ήττα των Αμερικανών, στην Συρία, οι ρωσικές απαιτήσεις και η ταχεία άνοδος της Κίνας, φέρνουν, στην επιφάνεια, τον κίνδυνο ενός μαζικού πρώτου πυρηνικού πλήγματος).



Οι Η.Π.Α. παραμένουν η χώρα εκείνη, η οποία δαπανά τα πιο πολλά χρήματα - μακράν, πολύ περισσότερο, από όλες τις άλλες -, για τις ένοπλες δυνάμεις της. Ακολουθεί, με αυξανόμενους ρυθμούς η Κίνα και μετά, όλοι οι άλλοι, με την Ρωσία να υπολείπεται της Σαουδικής Αραβίας. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο πίνακας αυτός δεν είναι, ούτε καν, ενδεικτικός, αφού οι πραγματικοί στρατιωτικοί προϋπολογισμοί της Κίνας και της Ρωσίας, είναι άγνωστοι, στο πολύ κοινό, αφού τα μεγέθη, που ανακοινώνονται, αποτελούν απλές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να διασταυρωθούν. Φυσικά, κάτι ανάλογο, πιθανότατα, σε μικρότερο (αλλά όχι ασήμαντο) βαθμό, συμβαίνει και στους αμερικανικούς προϋπολογισμούς. Ως εκ τούτου, τα μεγέθη αυτά είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζονται, με την σχετικότητα, που τους αρμόζει.


Αυτοί, που κατευθύνουν την αμερικανική στρατηγική πολιτική και κάθε ημέρα, ανασκοπούν, αναλογίζονται και λαμβάνουν τις αποφάσεις, για την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτων, είναι περισσότερο από προφανές ότι δυσαρεστούνται και αισθάνονται πολύ άβολα, από τις τρέχουσες εξελίξεις και από την προβολή των αποτελεσμάτων τους στο εγγύς και στο απώτερο μέλλον.

Η κυριαρχία των αμερικανικών ελίτ, στον πλανήτη έχει κλονισθεί και έχει βλαβεί, ανεπανόρθωτα. Η πρωτεύουσα θέση, στην υφήλιο και η ανάλογη ισχύς των Η.Π.Α., στον οικονομικό και στον γεωπολιτικό τομέα, οδεύουν, στο να μετατραπούν, σε ένα απλό περιστατικό, το οποίο θα πάρει και αυτό την δική του θέση, ανάμεσα στα ανάλογα πολλά και ποικίλα περιστατικά, που έχουν προκύψει και έχουν καταγραφεί, κατά την διάρκεια των απρόβλεπτων διαδρομών της Ιστορίας.

Η αναμενόμενη, ως βέβαιη, αμερικανική ήττα, στην Συρία, που συνοδεύεται και από την πλήρη κυριαρχία της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν και του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος του σιιτικού κλάδου του Ισλάμ, στον χώρο αυτόν, αλλά και η βαρύτατη αμερικανονατοϊκή ήττα, στα εδάφη του Αφγανιστάν, όπου, μετά, από έναν, σχεδόν, 16ετη πολυαίμακτο και δαπανηρό πόλεμο, οι πολεμικές δυνάμεις των Ταλιμπάν κυριαρχούν, στην αφγανική επαρχία και θα καταλάβουν την εξουσία, όταν οι ξένοι στρατοί υποχρεωθούν να αποχωρήσουν, οδηγεί τον σκληρό πυρήνα του βαθέος αμερικανικού κράτους, στην απελπισία και σε συμπεριφορές και πρακτικές, οι οποίες είναι ριψοκίνδυνες, ως προς τα αποτελέσματά τους και επικίνδυνες​, ως προς τις άμεσες επιπτώσεις τους.

Δεν είναι περίεργη αυτή η έκφραση της τρέχουσας εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής πρακτικής της Ουάσινγκτων. Είναι αναμενόμενη και ανταποκρίνεται στους βαθύτατους φόβους της αμερικανικής ελίτ, η οποία θέλει (και πρέπει) να αποδείξει ότι είναι και παραμένει ικανή να επιβάλει​ τις επιθυμίες της και ότι είναι και παραμένει το αφεντικό, στον πλανήτη. Γι' αυτούς​ τους ουσιώδεις λόγους, η αμερικανική πολιτική διακρίνεται από έναν εγγενή τυχοδιωκτισμό, που ενέχει το στοιχείο της ριψοκινδυνότητας και της αστοχασίας.

Η αλματώδης αύξηση των πολεμικών δαπανών, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2018, από τα 521,8 δισ. $, που εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 2017, στα 574,5 δισ. $ (αύξηση της τάξεως του 10,10%), είναι ένα σαφές δείγμα​, για τις προθέσεις της Ουάσινγκτων, αλλά δεν είναι εκεί, που εντοπίζεται η ακραία και άμεση επικινδυνότητα​ και ο τυχοδιωκτισμός της αμερικανικής εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής, η οποία χαρακτηρίζεται από τις σπασμωδικές κινήσεις ενός γίγαντα, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι οι χρόνοι της παντοδυναμίας του ευρίσκονται εν αποδρομή.

Ο εντοπισμός του τυχοδιωκτισμού, στην αμερικανική εξωτερική και στρατιωτική πολιτική αφορά την τρέχουσα στρατιωτική δραστηριότητά της, έτσι όπως αυτή εκφράστηκε, με την πρόσφατη κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, στον συριακό εναέριο χώρο, μία δραστηριότητα, η οποία μπορεί να ανταποκρίνεται στην προστασία των συμμάχων της, στην περιοχή, αλλά αποτελεί συνέχεια του βομβαρδισμού της συριακής αεροπορικής βάσης, τον περασμένο Απρίλιο.

Βέβαια, εκείνη την εποχή, η αμερικανική πολεμική αεροπορία, αμέσως μετά τον​ βομβαρδισμό της βάσης, έπαυσε, επί έναν μήνα, τις πτήσεις της, στον συριακό εναέριο χώρο, επειδή οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις διέκοψαν κάθε επαφή με τις αμερικανικές, καθιστώντας​ σαφές ότι θα κατερρίπτετο κάθε αεροπλάνο, που θα πετούσε και δεν θα είχε την έγκριση των συριακών και των ρωσικών πολεμικών αρχών και τις ξανάρχισε, όταν οι Ρώσοι αποφάσισαν να ανοίξουν και πάλι, τον δίαυλο της επικοινωνίας, με τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, στην περιοχή, αλλά, παρά ταύτα, η Ουάσινγκτων δεν έβγαλε τα πρέποντα συμπεράσματα και αποφάσισε, ίσως και λόγω των πιεστικών αναγκών, που προέκυψαν, από τις περιστάσεις, να καταρρίψουν το συριακό πολεμικό αεροπλάνο, το οποίο το καθεστώς του πατρός Άσαντ προμηθεύτηκε, από την αλήστου μνήμης "Ε.Σ.Σ.Δ.".

Όπως ήταν φυσικό και απόλυτα, αναμενόμενο, αμέσως, μετά την κατάρριψη του συριακού πολεμικού, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις διέκοψαν, για μία ακόμη φορά, τις επαφές, με τις αμερικανικές, διακηρύσσοντας ότι θα καταρρίπτονται, ως αγνώστου ταυτότητος, όλα τα αεροπλάνα των Αμερικανών και των συμμάχων τους, που θα πετούν, δυτικά του Ευφράτη ποταμού, φέρνοντας, σε δυσχερή θέση, τα σχέδια της Ουάσινγκτων. Αυτό, άλλωστε, θα πρέπει να ήταν (και ήταν) εκ των προτέρων, γνωστό, στο αμερικανικό επιτελείο.

Αλλά, όπως συμβαίνει, συνήθως, σε αυτού του είδους τα παίγνια τακτικής, τα οποία εντάσσονται, στα πλαίσια της στρατηγικής στόχευσης των αντιπάλων υπερδυνάμεων, η ρωσική απάντηση, στην κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, που πραγματοποιήθηκε, στις 18 του τρέχοντος μηνός, δεν έμεινε και δεν περιορίστηκε, στον χώρο, που διεξάγονται οι μάχες, για τον έλεγχο των εδαφών, στην Συρία. Επεκτάθηκε, άμεσα, στον εναέριο χώρο της Βαλτικής Θάλασσας, όπου ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη πλησίασαν - σύμφωνα, με τους αμερικανικούς ισχυρισμούς -, "επικίνδυνα", κάποια αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη, που έκαναν πτήσεις, στον χώρο αυτόν και φυσικά, το γεγονός αυτό δεν υπήρξε τυχαίο. Ήταν μία σαφής προειδοποίηση των ορίων, που έχουν επιβληθεί, στους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, από την ρωσική πλευρά, εντός των οποίων αυτοί είναι υποχρεωμένοι να κινούνται.

Ως εκ τούτου, το ερώτημα, που τίθεται, αφορά τις πραγματικές επιχειρησιακές προθέσεις και τους ευρύτερους στόχους των Αμερικανών, οι οποίοι, προφανώς, δεν δρουν, ερασιτεχνικά. Κάθε άλλο. Τυχοδιωκτισμό, προφανώς, επιδεικνύουν, αλλά, ερασιτέχνες δεν είναι οι σχεδιαστές της τρέχουσας αμερικανικής πολεμικής τακτικής και στρατηγικής, η οποία, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται το ρωσικό γενικό επιτελείο, στοχεύει, στην δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων, για ένα άμεσο πολεμικό και φυσικά, πυρηνικό πλήγμα, κατά της Ρωσίας, το οποίο θα εξασφαλίζει και την πλήρη κατάρρευση της.

Μπορεί αυτός ο ισχυρισμός να ενέχει όλα τα στοιχεία μιας προπαγανδιστικής αφήγησης, που ταιριάζει, πλήρως, στις ανάγκες του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος συμφερόντων, που έχει εγκαθιδρυθεί, στην μεγάλη αυτή χώρα, από την σοβιετική εποχή (και προφανώς, τα έχει), αλλά δεν είναι άνευ αντικειμένου. Έχει περιεχόμενο. Όπως έχει περιεχόμενο και ο διαρκής φόβος του αμερικανικού επιτελείου, που εστιάζεται, στις προθέσεις της ελίτ του βαθέως ρωσικού κράτους, για ένα μαζικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, που θα έθετε, εκτός μάχης, τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Η ρωσική πυρηνική ισχύς είναι πολύ μεγάλη και φυσικά, μπορεί να αποκτήσει αυτή την δυνατότητα.

Σε αυτή την ισορροπία τρόμου βρίσκονται οι δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις και αυτοί είναι οι καθημερινοί φόβοι των επιτελείων τους, όσο και αν αυτό ακούγεται, στα αυτιά, σχεδόν, όλων, ως υπερβολικό. Δεν είναι, καθόλου, υπερβολικό. Αποτελεί μία σκληρή αλήθεια, η οποία, απλούστατα, περιγράφει την ωμή πραγματικότητα.

Ως εκ τούτου, η κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, από τους Αμερικανούς, κινείται, μέσα, σε κάποια συγκεκριμένα πλαίσια και εκφράζει την στόχευση του αμερικανικού επιτελείου, η οποία προσδιορίζεται από την βούληση της Ουάσινγκτων να επιβεβαιώνεται, κατά καιρούς, η αντίστοιχη βούληση της ρωσικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική των απαγορεύσεων και των υπαγορεύσεων, στην συμπεριφορά των Αμερικανών, στα πεδία των συριακών μαχών, αλλά και η ικανότητα της ρωσικής​ στρατιωτικής μηχανής να αντιμετωπίσει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στην Συρία και αλλαχού.

Τα χειρότερα, όμως, για το αμερικανικό επιτελείο, δεν εξαντλούνται, σε αυτή την διπλή αντίδραση των Ρώσων. Οι Αμερικανοί βρέθηκαν ενώπιον μιας εφιαλτικής, για τους ίδιους και τους συμμάχους τους, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, εξέλιξης, όταν οι Ρώσοι έφεραν στο προσκήνιο των μαχών, την ιρανική στρατιωτική μηχανή, επιτρέποντας, στην ιρανική στρατιωτική ηγεσία να βομβαρδίσει, με πολλαπλά κτυπήματα βαλλιστικών πυραύλων, πιθανότατα, τους αντικαθεστωτικούς, στην Συρία και κυρίως τις θέσεις των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους.

Τα πολύ απλά αυτά μηνύματα, που εξέπεμψε η ρωσική ηγεσία και η επίσημη ενεργοποίηση της ιρανικής στρατιωτικής μηχανής, καθιστούν σαφές, στην Ουάσινγκτων, ότι δεν έχει καμμία ελπίδα, στο μέτωπο των συριακών μαχών. Η ήττα των Αμερικανών και των συμμάχων τους είναι βέβαιη και θεωρείται, πλέον, ως δεδομένη. Και φυσικά, είναι χρήσιμο, για την αμερικανική κυβέρνηση, να αποδεχθεί αυτή την δυσμενή, για τα αμερικανικά συμφέροντα, προοπτική και να προσαρμοστεί, σε αυτήν.

Αυτό που είναι προφανές, όσον αφορά την Συρία, είναι, συνάμα και πολύ απλό. Απλούστατο :

1) Η Ρωσία δεν πρόκειται να αποδεχθεί τον εδαφικό ακρωτηριασμό, ή τον τεμαχισμό της Συρίας. Δεν βρίσκεται, εκεί, για να εποπτεύσει, στο μοίρασμα των τεμαχίων της χώρας αυτής. Θέλει και θα επιβάλει την ενότητα του συριακού κράτους και της επικρατείας του. Και φυσικά, αυτή η ενιαία Συρία θα βρίσκεται, κάτω από την εξουσία του Μπασάρ αλ Άσαντ και του μπααθικού καθεστώτος των Αλεβιτών, των κοσμικών σουνιτών και των χριστιανικών μειονοτήτων, που επιβιώνουν, στην περιοχή.

2) Ο Μπασάρ αλ Άσαντ και το μειοψηφικό καθεστώς του θα επιβιώσουν, θα κυριαρχήσουν και θα αναδιοργανώσουν την μεταπολεμική Συρία, εις βάρος των συμφερόντων των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, αφού η επιβλητική παρουσία της Ρωσίας και κυρίως, η ανάδυση του Ιράν, ως μιας μεγάλης και μη αντιμετωπίσιμης περιφερειακής δύναμης, συνδυαστικά, θα ανατρέψουν τους αμερικανικούς και τους δυτικούς σχεδιασμούς, με την βοήθεια και των σιιτικών πληθυσμών, στην Αραβική Χερσόνησο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αλλά η ρωσική παρουσία, στην Συρία, δεν είναι ο μόνος μπελάς των Αμερικανών. Το ουσιαστικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί είναι οι (κατ' αυτούς) αυθάδεις απαιτήσεις της ρωσικής ηγεσίας, στην Ευρώπη, όπου ο Βλαντιμίρ Πούτιν, με την διακήρυξη του αμυντικού δόγματος της Μόσχας, το οποίο στηρίζεται στην χρήση πυρηνικών όπλων, όταν και αν το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο εκτιμήσει ότι απειλείται η ασφάλεια του ρωσικού κράτους, από τους αντιπάλους του - δηλαδή, από το ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς -, τους οποίους, φυσικά, απειλεί με την χρησιμοποίηση ενός πρώτου πυρηνικού πλήγματος, ανά πάσα στιγμή.

Άλλωστε, οι Αμερικανοί, με πρώτον και καλύτερο τον διαβόητο "mad dog", τον υπουργό Άμυνας, στρατηγό ε.α. James Mattis, γνωρίζουν ότι η ρωσική στρατιωτική ηγεσία έχει κάνει και συνεχίζει να υλοποιεί όλους τους απαραίτητους σχεδιασμούς, για να εμποδίσει τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ να κάνουν ό,τι θέλουν, στο στενό περιβάλλον του ευρωπαϊκού χώρου, με πρώτη και καλύτερη την πολλαπλή αντιπυραυλική άμυνα, που, εύκολα, καθίσταται εργαλείο επίθεσης, με την δημιουργία επιτηρούμενων ζωνών στους κρίσιμους εναέριους χώρους, που ενδιαφέρουν την ρωσική στρατιωτική ηγεσία.

Οι ρωσικές απαιτήσεις είναι σαφείς και συγκεκριμένες και εντοπίζονται, στην ουσιαστική παραίτηση των Αμερικανών, από την κυριαρχία, στον ευρωπαϊκό χώρο και στην αντικατάστασή της, από μια κάποια μορφή συγκυριαρχίας, με την δημιουργία συγκεκριμένων και καθορισμένων ζωνών επιρροής. Αυτές τις απαιτήσεις, η Ουάσινγκτων δεν είναι, ακόμη, έτοιμη να τις αποδεχθεί. Μπορεί, στο παρασκήνιο, να τις συζητεί, αλλά, έως τώρα, δεν έχει φθάσει στο σημείο να τις αποδεχθεί. Και ως εκ τούτου, προφανώς, προσπαθεί να τις αποφύγει.

Αλλά η Ρωσία δεν είναι ο μόνος, ούτε ο χειρότερος εφιάλτης των Αμερικανών. Ο χειρότερος εφιάλτης τους είναι η Κίνα, ως αποτέλεσμα των δικών τους στρατηγικών λαθών, τα οποία εντοπίζονται, στο γεγονός ότι οι αμερικανικές ηγεσίες του παρελθόντος αποδέχτηκαν την ένταξη της Κίνας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, χωρίς να προβλέψουν την ανεξέλεγκτη δυναμική, που θα ακολουθούσε, ως επακόλουθο και η οποία θα καθιστούσε, μέσα σε λιγότερο, από 20 χρόνια, το Πεκίνο μια ανερχόμενη υπερδύναμη, η οποία θα αποκτούσε μια αυτοτροφοδοτούμενη και εκτός ελέγχου, μεγέθυνση της ισχύος της.

Η πικρή, για τους Αμερικανούς, αλήθεια, είναι ότι η ισχύς της Κίνας, μάλιστα, έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε, σε όχι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, από σήμερα, οι άρχοντες του Πεκίνου (το γεγονός ότι αυτοί αποτελούνται, από την γραφειοκρατία του κινεζικού Κ. Κ. είναι, γεωπολιτικά και ιστορικά, εντελώς, αδιάφορο, αφού το ίδιο θα συνέβαινε, εάν αντί των κομμουνιστών διαδόχων του Mao Zedong, στην ηγεσία της χώρας, θα είχαν βρεθεί, οι εθνικιστές διάδοχοι του Κουόμινταγκ και του Chiang Kaishek) να μπορούν να εκτοπίσουν την Ουάσινγκτων, από την πλανητική πρωτοκαθεδρία. Εκτός εάν, μέσα στον χρόνο, που μεσολαβεί, η Ουάσινγκτων προβεί σε εκείνες τις ενέργειες, που θα ανασχέσουν την αύξουσα και ανεξέλεγκτη κινεζική δυναμική και οι οποίες ενέργειες θα καθίστανται αναποτελεσματικές και ολοένα και περισσότερο δραματικές, όσο οι Αμερικανοί χρονοτριβούν.

Η ουσία, στην όλη υπόθεση είναι ότι η κινεζική ηγεσία έχει ρίξει όλο το βάρος της, στην γοργή ανάπτυξη των συμβατικών (και όχι, μόνο) στρατιωτικών της δυνάμεων, η δράση των οποίων μπορεί, στην παρούσα φάση, να εντοπίζεται, κυρίως, στον άμεσο χώρο, που περιβάλλει την Κίνα, αλλά η απώτερη στόχευση του Πεκίνου επεκτείνεται, στην ενίσχυση της πλανητικής​ κλίμακας​ δράσης των ενόπλων δυνάμεων του κινεζικού κράτους.

Στο παρόν στάδιο, η αμερικανική ηγεσία βλέπει, έντρομη ότι η δυναμική των εξελίξεων, εάν αυτές αφεθούν, ως έχουν, οδηγεί, σύντομα, στην απώλεια της αμερικανικής κυριαρχίας​ στις θάλασσες της Νότιας Κίνας, στην οποία διακινούνται, ετησίως, εμπορεύματα, η αξία των οποίων φθάνει, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, γύρω στα 5 τρισ. $.

Και φυσικά, αυτή η απώλεια δεν θα μείνει εκεί. Προφανώς, θα επεκταθεί και στην​ θάλασσα που περιβάλλει την κορεατική χερσόνησο και την Ιαπωνία, γεγονός, το οποίο θα οδηγήσει, στον εξοβελισμό των Αμερικανών, από την περιοχή και στην δορυφοροποίηση των τωρινών συμμάχων της Ουάσινγκτων. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν, στην κινεζική πίεση, ενώ, ακόμη και η Αυστραλία, όπως και η Νέα Ζηλανδία θα βρεθούν, σε δύσκολη θέση.

Με αυτά τα δεδομένα, η πρωτοκαθεδρία των Αμερικανών, στην Άπω Ανατολή, οδεύει, προς ένα άδοξο και πιθανότατα, οδυνηρό τέλος.

Αλλά το κακό, άδοξο και οδυνηρό τέλος της αμερικανικής κυριαρχίας δεν θα περιοριστεί, στην Άπω Ανατολή και στις θάλασσες της περιοχής αυτής. Υπάρχει και συνέχεια, η οποία θα είναι, ακόμη χειρότερη, αφού η παρουσία και οι συνδυαστικές επιπτώσεις και οι δράσεις της Κίνας και της Ρωσίας, οδηγούν, στην ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης και της "πλανητικής τάξης πραγμάτων", δηλαδή της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, στην υφήλιο.

Η αναμενόμενη ταχεία κατασκευή και ανάπτυξη, μέχρι το 2025, δύο ευάριθμων στόλων​, από ρωσικά και κινέζικα αεροπλανοφόρα και άλλα πλοία επιφανείας και υποβρύχια, καθώς και επίγειων βάσεων, με στόχο την καταστροφή του στόλου του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού και της κυριαρχίας του, στις θάλασσες της υδρογείου και μάλιστα, από μεγάλες αποστάσεις, με την χρήση πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, οδηγεί τις εξελίξεις, προς αυτή την κατεύθυνση.

Πράγματι, αυτοί που αποτελούν το βαθύ αμερικανικό κράτος, αντιλαμβάνονται, με βαθύ και απέριττο τρόμο, ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Κίνας και της Ρωσίας, που είναι προϊόντα και αποτελέσματα της ένταξης τους, με τις ευλογίες της Ουάσινγκτων, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αμφισβητούν, ευθέως και οδηγούν, στην πλήρη ανατροπή της παγκόσμιας κυριαρχίας των Η.Π.Α. και του Δυτικού Συνασπισμού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, γίνεται κατανοητό ότι, όχι μόνο, αμφισβητείται η παγκόσμια εναέρια, θαλάσσια, όπως και η υποβρύχια αμερικανική κυριαρχία, αλλά, εκ παραλλήλου, έχουν τεθεί οι ασφαλείς και βέβαιες βάσεις, για την ανατροπή της, η οποία δεν θα αργήσει να πραγματοποιηθεί (εάν και όσο αυτό δεν ​έχει, ήδη, εν μέρει, συμβεί).

Για τους λόγους αυτούς, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η γενική κατάσταση, που έχουν διαμορφωθεί, στον πλανήτη, δημιουργούν ένα κλίμα, το οποίο είναι, άκρως, επικίνδυνο, αφού η αμερικανική υπερδύναμη δεν έχει, ακόμη, εκτοπισθεί, ενώ, από την άλλη πλευρά, οι αντίπαλες της Ουάσινγκτων δυνάμεις, δεν είναι έτοιμες να την αντικαταστήσουν και δεν έχουν συμπτύξει συμμαχία, πιστεύοντας ότι μπορούν να διαπραγματευθούν και να επιτύχουν (κυρίως, η Ρωσία), μία συμφέρουσα συμμαχία, με τις Η.Π.Α.

Αυτή η παρατεταμένη, επαμφοτερίζουσα και επισφαλής ισορροπία, στις σχέσεις, ανάμεσα, στις παλαιές υπερδυνάμεις και στον ανερχόμενο κινεζικό γίγαντα, μαζύ με μία σειρά από εσφαλμένες (ή και μη εσφαλμένες) εκτιμήσεις, μπορούν, κάλλιστα, να οδηγήσουν, σε μία ξαφνική και εκτεταμένη σύγκρουση, μεταξύ Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας, στην διεξαγωγή της οποίας, με οποιαδήποτε αφορμή, μπορούν να καταφύγουν οι δύο παλαιές πυρηνικές υπερδυνάμεις, οι οποίες έχουν και το στρατηγικό πλεονέκτημα, για να προβούν σε ένα τέτοιου είδους δραματικό και εξοντωτικό κτύπημα.

Έτσι, με δεδομένο τον ρόλο του μπαλαντέρ, που φαίνεται να επιφυλάσσει, για τον εαυτό της, η ρωσική ηγεσία, αναμένοντας τις αντιπροσφορές της Ουάσινγκτων, η αμερικανική κυβέρνηση είναι εκείνη, που αποτελεί έναν υπαρκτό και πραγματικά, άμεσο κίνδυνο, για την πραγματοποίηση ενός ξαφνικού και εξολοθρευτικού πρώτου μαζικού πυρηνικού πλήγματος κατά της Ρωσίας, ή/και ενός μερικού πυρηνικού και συμβατικού πλήγματος, κατά της Κίνας, στοχεύοντας, στην ανάσχεση των διεθνών​ ανταγωνιστών και αντιπάλων της.

Το ερώτημα, που γεννάται, δεν είναι το, εάν η αμερικανική ηγεσία επιθυμεί ένα τέτοιο κτύπημα, το οποίο θα μπορούσε να εξολοθρεύσει τους αντιπάλους της, ή να τους τρομοκρατήσει τόσο, ώστε αυτοί να υποταχθούν, στους όρους και στους κανόνες μιας αναθεωρημένης, επί τα χείρω, "Pax Americana".

Προφανώς, η αμερικανική ηγεσία, είτε αυτή εκφράζεται από την κυβέρνηση του Donald Trump, είτε από οποιαδήποτε άλλη, το επιθυμεί, αφού θα έλυνε, δραστικά, το ουσιώδες και εν πολλοίς, ανυπέρβλητο, κάτω από ομαλές συνθήκες, πρόβλημα, που αντιμετωπίζει και το οποίο δεν είναι άλλο, από την δεδομένη απώλεια της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας, την οποία, ακόμη (θεωρεί ότι) απολαμβάνει.

Βέβαια, η ηθική απαξία μιας τέτοιας ενέργειας είναι, σαφώς, τεράστια και βαρύτατη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασήκωτη και μη δικαιολογήσιμη, ως χρήσιμη και απαραίτητη, αφού αυτή πραγματοποιηθεί και εφόσον αποβεί επιτυχής. Πάντοτε, υπάρχουν οι κατάλληλοι ιδεολογικοπολιτικοί μηχανισμοί, που συγκροτούν την κοινωνική ψευδή συνείδηση και οι οποίοι, ως κλασικοί μηχανισμοί της προπαγάνδας του νικητή, θα δικαιώσουν και θα καθαγιάσουν την πράξη του αυτή, όσο αποτρόπαιη και είναι.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι, αν η αμερικανική ηγεσία θέλει να καταφέρει, στους ανταγωνιστές της, για την παγκόσμια κυριαρχία, ένα μαζικό και εξοντωτικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, που θα τους έθετε, εκτός μάχης, ή που θα τους εξανάγκαζε, στην πλήρη υποταγή και στην μετατροπή τους, σε σύγχρονους παρίες, στην διεθνή σκηνή, μέσα από τον κατατεμαχισμό και την αποικιοποίησή τους.

Το ζήτημα είναι, εάν οι αποτελούντες το βαθύ αμερικανικό κράτος έχουν την δυνατότητα να καταφέρουν ένα τέτοιο πλήγμα, στους αντιπάλους τους, χωρίς να καταστραφούν. Και εδώ, τα πράγματα δεν είναι και τόσο σαφή, όσο πολλοί - δηλαδή η μεγίστη πλειοψηφία των ανθρώπων - νομίζουν. Είναι περισσότερο πολύπλοκα, από όσο φαίνονται.

Γενικά, μιλώντας, φαίνεται ότι η αμερικανική στρατιωτική μηχανή (παράρτημα της οποίας είναι το ΝΑΤΟ) δεν μπορεί να καταφέρει ένα τέτοιο μαζικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, στους κύριους και βασικούς αντιπάλους της (Κίνα - Ρωσία), χωρίς καταστροφικά αντίποινα, τα οποία θα εξαφάνιζαν τις Η.Π.Α. και την Δύση, από τον παγκόσμιο χάρτη.

Αυτή η διαπίστωση, όμως, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, δεν αποθαρρύνει το αμερικανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, από το να προσπαθεί να βρει και να κατασκευάσει εκείνα τα οπλικά συστήματα, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και να υλοποιήσουν την πιθανότητα, για την επιτυχή υλοποίηση μιας τέτοιας στρατιωτικής επιχείρησης. Κάθε άλλο. Οι Η.Π.Α. δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια, όσο και αν αυτή φαίνεται, ως απονενοημένη. Και αυτό το πράττουν διότι οι ειδικοί γνωρίζουν ότι, στην ζωή και στην Ιστορία, τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο και τίποτε δεν είναι απονενοημένο, όσο αυτό εξαρτάται από τα έργα των ανθρώπων και ευρύτερα των, ιεραρχικά, δομημένων κοινωνιών.

Άλλωστε, τα πράγματα, στην τρέχουσα διεθνή σκηνή και στο επίπεδο των στρατιωτικών ισορροπιών, είναι πολύ μπλεγμένα και τούτο διότι η Ουάσινγκτων, ως ενεργή παγκόσμια υπερδύναμη, βρίσκεται, σε πλεονεκτική θέση, απέναντι στην ανερχόμενη Κίνα, στην οποία μπορεί να καταφέρει ένα μαζικό πυρηνικό πρώτο πλήγμα και να επιβιώσει, από τα όποια αντίποινα υποστεί, από το Πεκίνο.

Το δυστύχημα, για τους Αμερικανούς ηγέτες, είναι ότι αυτό το τακτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα, που έχουν, έναντι της Κίνας, δεν το έχουν, έναντι της Ρωσίας, αφού η ρωσική πυρηνική ισχύς είναι τέτοια, που μπορεί να ανταποδώσει ένα πυρηνικό πρώτο πλήγμα, προερχόμενο από την Ουάσινγκτων και να καταστήσει τις Η.Π.Α. και τους συμμάχους τους, μια τεράστια πυρηνική σκόνη.

Και ακόμη, χειρότερα, για την αμερικανική ηγεσία, αυτή η αποτρεπτική δυνατότητα, που έχει η Ρωσία, εξ αιτίας του τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου της, επιτρέπει, στην Κίνα, να μπορεί να διατηρείται, ως ανερχόμενη υπερδύναμη και να απολαμβάνει μια άτυπη προστασία, από το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο, επειδή οι ηγέτες της Μόσχας δεν μπορούν να αποδεχθούν και να επιτρέψουν μια ανεξέλεγκτη πυρηνική επίθεση, κατά της Κίνας, αφού δεν θα γνωρίζουν, το πού κατευθύνονται οι αμερικανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, που θα φέρουν τις πυρηνικές κεφαλές και οι οποίοι, κάλλιστα, θα μπορούν να μην αφορούν, μόνο, την Κίνα και τις στρατιωτικές της δυνάμεις, αλλά και την ίδια την Ρωσία, παρά τις όποιες ενδεχόμενες διαβεβαιώσεις των Αμερικανών, που μπορεί να έχουν προϋπάρξει.

Φυσικά, αυτή η πολύπλοκη πραγματικότητα καθιστά, ακόμη, πιο δυσχερή την θέση των Η.Π.Α. και των εκπροσώπων του βαθέος κράτους της αμερικανικής υπερδύναμης, που πρέπει να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, για το μέλλον της χώρας αυτής και ως προς το κρίσιμο διακύβευμα, που αφορά την κυρίαρχη θέση της, στον πλανήτη.

Υπό το φως αυτών των αμείλικτων δεδομένων, που ανέδειξαν και ουσιαστικά, επανέφεραν, στο ιστορικό προσκήνιο, μέσα από την αποτυχία της παγκοσμιοποίησης, ως αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού, για την διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας των Η.Π.Α., την δύναμη των μεγάλων εθνικών συνόλων και κρατών, τα ζητήματα, που αφορούν τα πράγματα και τις ισορροπίες, στην παγκόσμια σκηνή, έχουν καταστεί, πολύ επικίνδυνα, αφού η σύγκρουση των παλαιών υπερδυνάμεων (Η.Π.Α. - Ρωσίας) και της Κίνας, ως νέας αναδυόμενης υπερδύναμης, αποτελεί έναν κίνδυνο, που, όπως έχουμε, ήδη, αναφέρει, είναι, ανά πάσα στιγμή, πιθανός.

Και φυσικά, το τί θα συμβεί - χωρίς αυτό να καθίσταται μοιραίο - μένει να το δούμε...

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Γαλλικές βουλευτικές εκλογές 2017 - Αποχή vs Macron : It's not too close to call. (Το εκλογικό σώμα απέχει από την ψηφοφορία, αλλά θα καταβάλει το βαρύ κόστος της φαινομενικής παντοκρατορίας του ακραίου κέντρου και της γαλλικής "ευρωπαϊστικής" ολιγαρχίας).






Αυτό​, που χαρακτηρίζει τις γαλλικές βουλευτικές εκλογές είναι η ευρύτατη επικράτηση του αισθήματος της απογοήτευσης, στο σύνολο, σχεδόν, των ομάδων, που συνθέτουν την κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού της χώρας, μετά την εκλογή του Emmanuel Macron, στην προεδρία του γαλλικού κράτους. Και όπως, πάντοτε, συμβαίνει, σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, η επικράτηση της απογοήτευσης οδηγεί τις κοινωνικές πλειοψηφίες, που διακατέχονται, από αυτού του είδους το συναίσθημα και όσα το συνοδεύουν, στην αδράνεια και συνακόλουθα, στην παραίτηση.

Σε αυτή την κατάσταση, είναι, που έχει εγκλωβισθεί η μεγάλη πλειοψηφία της γαλλικής κοινωνίας. Και αυτή η κατάσταση είναι που οδήγησε το γαλλικό εκλογικό σώμα, στην πλειοψηφική επικράτηση της αποχής, κατά την διάρκεια του πρώτου γύρου των βουλευτικών εκλογών της 11/6/2017, όπως και στην επίδειξη της ίδιας, περίπου, εκλογικής στάσης και στον δεύτερο γύρο των εκλογών, που διεξήχθησαν χθες (18/6/2017).

Έτσι, μιλώντας, για τις εκλογές αυτές, το εύκολο συμπέρασμα, που μπορούμε να βγάλουμε, είναι ότι η αποχή, από την ψηφοφορία, που διακυμάνθηκε, στα επίπεδα του 52%, επικράτησε και νίκησε τον "αυγουλά" Emmanuel Macron και το νεοσύστατο​ κόμμα του. Αυτή την εύκολη (και βολική, για πολλούς) διαπίστωση είναι, που εκφράζει και το αρχικό τμήμα του  τίτλου​ του παρόντος δημοσιεύματος.

Πράγματι, αποχή vs Macron, it's not too close to call. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Γαλλίας και το κόμμα του δεν απολαμβάνουν την εύνοια των Γάλλων ψηφοφόρων. Το γαλλικό εκλογικό σώμα αποδοκίμασε και περιόρισε τον Emmanuel Macron και το "La République En Marche" (La REM), σε τόσο μικρά ποσοστά, τα οποία ουδέποτε έχουν υπάρξει, στα εκλογικά χρονικά, που έχουν καταγραφεί, στα πλαίσια της γαλλικής πολιτικής ιστορίας, από την εποχή του στρατηγού Charles de Gaulle.

Η αποχή υποτίθεται ότι - και όντως - νίκησε, κατά κράτος, τον Macron και το κόμμα του, το οποίο, λαμβάνοντας το 32% των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, στον πρώτο γύρο των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, ουσιαστικά, όταν υπολογισθεί και ο αριθμός των ψηφοφόρων που προτίμησαν να μην συμμετάσχουν, στην ψηφοφορία, περιορίζεται, στα ισχνότατα επίπεδα του 16-20% του εκλογικού​ σώματος, ακολουθώντας την φθίνουσα πορεία της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στην διαδικασία των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, όπως προκύπτει, από την παρακάτω περιγραφόμενη εξέλιξη των ποσοστών της συμμετοχής, σε αυτές τις εκλογές, μετά τον πόλεμο:

1945 : 79,83%
1946 : 81,85%
1951 : 80,19%
1956 : 82,69%
1958 : 77,18%
1962:  68,69%
1967 : 81,12%
1968 : 79,85%
1973 : 81,31%
1978 : 71,63%
1981 : 70,87%
1986 : 78,48%
1988 : 66,18%
1993 : 68,93%
1997 : 67,96%
2002 : 60,32%
2007 : 59,98%
2012 : 55,40%.


Με δεδομένη την εκτίμηση ότι, στον δεύτερο γύρο των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, η συμμετοχή έφθασε, στο 43%, η πολύ μεγάλη πτώση της συμμετοχής, στις βουλευτικές εκλογές, που παρατηρείται, ιδίως, μετά το 1997, μετατρέπεται, τώρα, σε μια πλήρη κατάρρευση και αντιστοίχως σε μια θηριώδη αύξηση της αποχής.

Αλλά αυτή είναι η μία πλευρά των γαλλικών βουλευτικών (αλλά και των προεδρικών) εκλογών. Και φυσικά, αυτή η πλευρά, όταν βλέπουμε το αποτέλεσμα και τις επιπτώσεις του, στην πραγματική ζωή, δεν είναι η πιο σημαντική. Είναι, απολύτως, δευτερεύουσα και έτσι αντιμετωπίζεται, ενώ, ουκ ολίγες φορές, η διευρυμένη αποχή των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία, αποτελεί έναν (μη διακηρυγημένο) στόχο εκείνων, που ευνοούνται, από αυτήν.

Έτσι, λοιπόν, μπορεί ο Emmanuel Macron και το κόμμα του να υπερκεράστηκαν, από την αποχή, αλλά η ωμή αλήθεια είναι ότι η στοχευμένη διεύρυνση της αποχής, στις τάξεις του εκλογικού σώματος και η, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερη απομάκρυνση των ψηφοφόρων,  από τις κάλπες των βουλευτικών εκλογών, αποτέλεσε μια βασική επιδίωξη και​ ένα από τα κύρια εργαλεία του επιτελείου του νεοεκλεγέντος Γάλλου προέδρου, για την κατάκτηση της κοινοβουλευτικής παντοδυναμίας, ούτως ώστε ο ίδιος και το κόμμα του να μπορούν να κάνουν ό,τι σχεδιάζουν και επιθυμούν, χωρίς περιορισμούς, χωρίς συμβιβασμούς και φυσικά, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.

Αρεστή, ή όχι, αυτή είναι η απλή και ωμή αλήθεια. Ο μόνος που ευνοήθηκε από την τεράστια, για τα δεδομένα της γαλλικής πολιτικής ζωής, διόγκωση της αποχής των εκλογέων, από τις ψηφοφορίες των δύο γύρων των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, είναι ο Emmanuel Macron και το κόμμα του. Βέβαια, δεν χρειάστηκε κανένας κόπος, ούτε κάποιο οργανωμένο σχέδιο, για την επίτευξη αυτής της επιδίωξης, για την στοχευμένη μεγέθυνση της αποχής του εκλογικού σώματος, από τις κάλπες των βουλευτικών εκλογών. Κάθε άλλο. Το επιτελείο του Γάλλου προέδρου δεν χρειάστηκε να κάνει πολλά πράγματα. Με δεδομένη την αδυναμία και την ανικανότητα των πολιτικών αντιπάλων τους, ήταν αρκετό το να αφήσει τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους. 

Και αυτό συνέβη διότι, απλούστατα, εκείνοι, που απείχαν από την εκλογική διαδικασία, ήσαν, όπως ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο, οι ψηφοφόροι των ηττημένων υποψηφίων των προεδρικών εκλογών, οι οποίοι (κακά τα ψέμματα) δεν φάνηκαν ικανοί και δεν μπόρεσαν να εμπνεύσουν και να κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους τους, ούτως ώστε να συμμετάσχουν, στις ψηφοφορίες των βουλευτικών εκλογών και να ανακόψουν τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς του Emmanuel Macron και της γαλλικής μπατιροτραπεζικής και λοιπής ολιγαρχίας, που υποστήριξαν, με φανατισμό, μαζύ με την παρακμιακή ακροδεξιά πτέρυγα του καταρρεύσαντος Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας, την υποψηφιότητά του.

Και φυσικά, αυτή την υπέρμετρη αύξηση της αποχής, από την προσέλευση στις κάλπες, την αποδέχτηκε και την καλλιέργησε το επιτελείο του Γάλλου προέδρου, αφού, μέσα από όλες τις μορφές ανάγνωσής της, ως συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος, αυτή η έκφραση της απογοήτευσης, δηλαδή η παραίτηση, ως πολιτική επιλογή της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων, πέρα από την ίδια την απογοήτευση, αλλά και την αδιαφορία, για την τρέχουσα κατάσταση των πολιτικών πραγμάτων της χώρας και την μελλοντική τους πορεία, διακρίνεται και η ύπαρξη μιας κάποιας - καθόλου ασήμαντης - ανοχής ενός ευάριθμου τμήματος του εκλογικού σώματος και της κοινωνίας, στον νεοεκλεγμένο πρόεδρο και την κυβέρνησή του.

Μένοντας, στην ουσία του τρέχοντος πολιτικού παιγνίου, του οποίου το διακύβευμα, μέσα στα πλαίσια των κανόνων του, είναι η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η άσκησή της, από τις ομάδες, που την διεκδικούν, τελικά, η γαλλική κοινωνία έχει δεχθεί, ως αναπόφευκτο, το γεγονός της άσκησης της εξουσίας, κατά την διάρκεια της προσεχούς πενταετίας, από τον Emmanuel Macron. Και ως εκ τούτου, δίδει, στον εκλεγμένο πρόεδρο την φυσιολογικά, αναμενόμενη ανοχή, παρά το γεγονός ότι δεν επικροτεί το πρόγραμμά του και δεν τον επιλέγει, ως κυβερνήτη.

Όμως, με δεδομένες τις ρυθμίσεις και τις (καθόλου περίεργες) προβλέψεις του γαλλικού εκλογικού συστήματος, που ευνοούν την συγκρότηση μεγάλων και συμπαγών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, οι οποίες, συνηθέστατα, στηρίζουν τις κυβερνήσεις, που πρόσκεινται, στον πρόεδρο του κράτους, τελικά, ο πολιτικός πεσσιμισμός των ψηφοφόρων αυτή η μοιρολατρική στάση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, που εκφράζεται, με την αποχή, από την διπλή ψηφοφορία των βουλευτικών εκλογών, οδηγεί στην πολιτική παντοδυναμία, στην, οιονεί, παντοκρατορία του Γάλλου προέδρου, ο οποίος έχει κάθε λόγο να μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι η εκλογική διαδικασία τον καθιστά απερίσπαστο, στην εφαρμογή του πολιτικού του προγράμματος.

Όπως φαίνεται, από τα πρώτα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου, για την εκλογή των μελών της γαλλικής εθνοσυνέλευσης και με δεδομένες τις τεράστιες και χαοτικές ιδιομορφίες του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος των γαλλικών βουλευτικών εκλογών, η τελική κατανομή των εδρών, στα κόμματα, που συμμετείχαν, στις εκλογές και η οποία κατανομή είναι, εντελώς, άσχετη, από τα ποσοστά τους, σε επίπεδο ψηφοφόρων, κυμαίνεται, ως εξής :

Το κόμμα του Emmanuel Macron φαίνεται να κερδίζει 311 έδρες, στην γαλλική εθνοσυνέλευση και μαζύ με τους συνεργαζόμενους, με αυτό, κεντρώους, φθάνει στις 355 έδρες.

Οι Ρεπουμπλικάνοι (το παλαιό γκωλλικό κόμμα) φαίνεται να κερδίζουν 101 έδρες και μαζύ με τους συνεργαζόμενους, φθάνουν τις 125 έδρες.

Οι καταρρεύσαντες Σοσιαλιστές , τους οποίους, κυριολεκτικά, πούλησε η ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος, με επί κεφαλής τον οπερετικό "Hollandreou" και τον, απολύτως, αστείο Jacques Attali (ο οποίος, μάλιστα, θεωρεί τον Macron, ως δικό του δημιούργημα), για χάρη του νεοεκλεγέντος προέδρου του γαλλικού κράτους, τον οποίο, όλοι αυτοί υποστήριξαν με φανατισμό, φαίνεται να κερδίζουν 34 έδρες και μαζύ με τους συνεργαζόμενους, φθάνουν τις 49 έδρες.

Η παράταξη "La France Insoumise" του Jean-Luc Mélenchon φαίνεται να κερδίζει 19 έδρες.

Το Κ. Κ. Γαλλίας φαίνεται να κερδίζει 11 έδρες.

Το Εθνικό Μέτωπο της Marine Lepen φαίνεται να κερδίζει 8 έδρες. 

Τέλος, διάφοροι άλλοι υποψήφιοι φαίνεται να κέρδισαν 10 έδρες.

Και εδώ, εντοπίζεται το πρόβλημα, που έχει και που πρόκειται να αντιμετωπίσει η γαλλική κοινωνία, σε όλες της τις εκφάνσεις και τις διαστρωματώσεις, από τις οποίες συγκροτείται. Και αυτό το πρόβλημα έχει να κάνει, με το οικονομικό και το κοινωνικό πρόγραμμα, που και ο ίδιος θέλει και καλείται, από την γαλλική μπατιροτραπεζοκρατία και την ευρύτερη ολιγαρχία - που τον στήριξε, με όλα τα μέσα και με κάθε τρόπο, για να εκλεγεί - να εφαρμόσει.

Όπως έχουμε πολλές φορές γράψει, το οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα του Emmanuel Macron συγκροτείται από και κατά κυριολεξίαν, εξαντλείται, σε μία πυκνή δέσμη μέτρων, που συναποτελούν ένα άτυπο, μεν, αλλά και πλήρες, δε, Μνημόνιο, ελληνικού τύπου, σε πολύ πιο ήπια μορφή, το οποίο, όμως, σκοπεύει να αλλάξει, ριζικά, την παραγωγική διαδικασία και την ισορροπία των δυνάμεων, στην γαλλική οικονομία, όπως επίσης και την διαστρωμάτωση της γαλλικής κοινωνίας, με την πλήρη ανατροπή των υπαρχόντων δεδομένων και ιδίως, της διαπραγματευτικής ισχύος των κοινωνικών ομάδων και τάξεων, που την συγκροτούν.

Με δεδομένη την πεποίθηση, που επικρατεί, στους κύκλους των γαλλικών ελίτ, που ολιχαρχούν, εντός των πλαισίων του κοινωνικού σχηματισμού της χώρας αυτής και η οποία πεποίθηση έχει ως βασική της παραδοχή, την αντίληψη ότι το μέσο κόστος εργασίας, όχι μόνο, στον χώρο της γαλλικής βιομηχανίας, αλλά, ευρύτερα, εντός της γαλλικής παραγωγικής διαδικασίας, είναι υπερμεγέθες και ως εκ τούτου, πολύ ακριβό, με επακόλουθο αποτέλεσμα η γαλλική παραγωγή να μην είναι ανταγωνιστική και να χάνει, σταδιακά, τα μερίδια​ της, όχι, μόνο, στις διεθνείς αγορές, αλλά και μέσα στην ίδια την εσωτερική αγορά της χώρας, ο "εκγερμανισμός" της γαλλικής οικονομίας, καθίσταται αναγκαίος και απαραίτητος.

Και φυσικά, όταν μιλάμε, για τον "εκγερμανισμό" της γαλλικής οικονομίας, απαραίτητη προϋπόθεση της επίτευξής του είναι ο αντίστοιχος "εκγερμανισμός" της γαλλικής παραγωγικής διαδικασίας, με την επιβολή, κατ' αρχήν, μιάς δραστικής συμπίεσης του μισθωτικού κόστους και στην συνέχεια, με την ευρύτερη και αντιστοίχως, μεγάλη συμπίεση του κόστους παραγωγής της γαλλικής οικονομίας, προκειμένου αυτή να ανακτήσει την χαμένη ανταγωνιστικότητα της, στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου συστήματος του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.  

Βέβαια, είναι προφανές ότι η γαλλική "ευρωπαϊστική" ελίτ, που καταφέρνει να κουμαντάρει τις τύχες της κοινωνίας αυτής της χώρας, βρίσκεται, σε μία προγενέστερη φάση, από αυτήν, που ζούμε, σήμερα και ως εκ τούτου, σκέπτεται και συμπεριφέρεται, όπως και η γερμανική, με όρους, οι οποίοι αφορούν το, σχετικά, απόμακρο - δηλαδή το, προ της κρίσης του 2008 - παρελθόν, αλλά αυτό δεν έχει καμμία ουσιώδη σημασία, αφού, συνήθως, δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα, που μετράει, στους στοχασμούς, στις σκέψεις και στους στόχους, που προσδιορίζουν την συμπεριφορά των κυρίαρχων τάξεων και ομάδων.

Αυτό που, εν τέλει και στην πράξη, έχει σημασία και που προσδιορίζει, καθοριστικά, τις εξελίξεις, είναι οι πεποιθήσεις, που σχηματίζουν οι κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες εξουσίας, γύρω από την πραγματικότητα. Αυτές οι πεποιθήσεις είναι, που μετρούν, αφού αυτές οι πεποιθήσεις προσδιορίζουν και τον σκληρό πυρήνα των αποφάσεων και των επιδιώξεων των κυρίαρχων ελίτ, πέρα και έξω, από την σχέση τους​, με την ίδια την πραγματικότητα και τον όποιο ορθολογισμό, ή τον ανορθολογισμό τους.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος, για τον οποίο, όλοι οι Γάλλοι πρόεδροι και όλες οι γαλλικές κυβερνήσεις της τελευταίας επταετίας συμπεριφέρονται, λιγότερο, ή περισσότερο, όπως συμπεριφέρονταν ο στρατάρχης Petain, ο Pierre Laval και οι κυβερνήσεις του κατοχικού καθεστώτος του Vichy. Η γαλλική "ευρωπαϊστική" ελίτ έχει, ως προγραμματικό της στόχο, την μετατροπή της Γαλλίας, σε μια συστημική, οικονομική, κοινωνική και πολιτική εκδοχή της Γερμανίας. Και αυτόν τον συστημικό προγραμματισμό της σκοπεύει να τον φέρει, σε πέρας, με όργανο και εργαλείο τον Emmanuel Macron και την κυβέρνησή του.

Έτσι, με δεδομένη την απόφαση των "ευρωπαϊστών" Γάλλων ολιγαρχών να συμπιέσουν, δραστικά, το εργατικό και το μισθωτικό κόστος, όπως και το ευρύτερο κόστος της γαλλικής παραγωγής, προκειμένου να καταστήσουν την γαλλική οικονομία εξωστρεφή, στα πρότυπα της γερμανικής, ούτως ώστε να ανακόψουν την καθοδική πορεία των μεριδίων της γαλλικής παραγωγής, στον διεθνή καταμερισμό και να αντιστρέψουν αυτή την πολύχρονη δυσμενή εξέλιξη, στην ευρωπαϊκή, την παγκόσμια, αλλά και την εσωτερική αγορά, είναι η γαλλική κοινωνία, που θα κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό και το βαρύτατο κόστος, που αυτός ο λογαριασμός συνεπάγεται.

Και αυτό το κόστος δεν αφορά, μόνο, τα στρώματα των εργατών και των μισθωτών. Αφορά και την ευρεία γαλλική μεσαία τάξη, η οποία θα συμπιεστεί και θα συνεχίσει να οδηγείται, στην προλεταριοποίησή της, προκειμένου να τεθεί, εκτός της παραγωγικής διαδικασίας και να ενισχύσει τον κλασικό "εφεδρικό βιομηχανικό στρατό", ο οποίος θα λειτουργεί, ως ένας κλασικός μηχανισμός, που θα αναχαιτίζει, σε μόνιμη βάση, την αύξηση του μέσου εργατικού μισθού και του κόστους εργασίας.

Υπ' αυτές τις προδιαγραφόμενες συνθήκες, που προτίθενται να διαμορφώσουν η νέα διακυβέρνηση του Emmanuel Macron και η γαλλική ελίτ, που υποστήριξε την εκλογή του, είναι προφανές ότι η γαλλική κοινωνία δεν θα παραμείνει τόσο αδρανής και παθητική, όσο υπήρξε, με δεδομένη την προφανή ανεπάρκεια των αντιπάλων του Γάλλου προέδρου, στις βουλευτικές εκλογές, που μόλις τελείωσαν.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η άνετη επικράτηση των εκπροσώπων του "ακραίου κέντρου", που, παραστατικότατα, εκφράζεται, από τον Emmanuel Macron και το κόμμα του, σημαίνει ότι το τραίνο πέρασε και η γαλλική κοινωνία, στην παρούσα φάση, το έχασε. Και αυτή η απώλεια της ευκαιρίας, για ένα ριζικό ανασχεδιασμό της Γαλλίας και της ίδιας της αυτοαποκαλούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και της ευρωζώνης, προφανώς, θα έχει επιπτώσεις, οι οποίες θα είναι δυσμενείς.

Όμως, όπως είναι φανερό, η ιστορία δεν τελειώνει, εδώ. Η γαλλική κοινωνία μπορεί, στην παρούσα χρονική περίοδο, να έχασε την ευκαιρία, αλλά οι εξελίξεις, που πρόκειται να ακολουθήσουν, θα δώσουν πολλές άλλες, ποικίλες και πλούσιες ευκαιρίες, για την ανατροπή των σχεδιασμών και του καταθλιπτικού μέλλοντος, που ετοιμάζουν οι νέοι κυβερνήτες, μαζύ με όσους, από την ελίτ του τόπου αυτού, τους στηρίζουν.

Με δεδομένη την κοινωνική διαίρεση, που γκρέμισε το παλαιό πολιτικό σκηνικό και παρά την, προσώρας, αναστήλωσή του, η διαδικασία, για την μετεξέλιξη αυτής της κοινωνικής διαίρεσης, σε έναν ανοικτό κοινωνικό διχασμό, συνεχίζεται.

Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του άτυπου Μνημονίου, που η γαλλική ελίτ επιφυλάσσει, στην μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, δεν προοιωνίζει, τίποτε το καλό, ούτε για την κοινωνία, αλλά ούτε και για όσους λαμβάνουν τις στρατηγικές αποφάσεις, για το μέλλον αυτής της χώρας και του λαού της.

Η γαλλική κοινωνία, ήδη, έχει αρχίσει να βιώνει μια προεπαναστατική περίοδο, η οποία εμφανίζεται, επί του παρόντος, να βρίσκεται, σε μια αργή διαδικασία και φάση. Μπορεί, στην παρούσα χρονική στιγμή, να φαίνεται ότι ελέγχεται και η αλήθεια είναι ότι η πολύπλοκη εκλογική διαδικασία, που, μόλις, ολοκληρώθηκε, βοηθάει και οδηγεί, σε μια προσωρινή εκτόνωση, όπως συμβαίνει, πάντοτε, με όλες τις εκλογικές διαδικασίες.

Όμως, αυτό, που προκύπτει, από την παρούσα εκλογική διαδικασία, είναι ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του γαλλικού κράτους πάσχει από μια πρόωρη και πρωτοφανή πολιτική απονομιμοποίηση, παρά το γεγονός ότι, με βάση την τελική εκλογική αριθμητική των βουλευτικών εδρών, φαίνεται ότι, είναι κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού.

Στην πραγματικότητα, η όποια νομιμοποίηση έχει δοθεί, μέσα από την εκλογική διαδικασία, στον Emmanuel Macron και στην κυβέρνησή του, θα κουρελιασθεί, όταν (και εάν) η μεγάλη πλειοψηφία της γαλλικής κοινωνίας παύσει να διακατέχεται, από το συναίσθημα της απογοήτευσης και όταν εξέλθει, από την κατάσταση της παραίτησης, στην οποία, τώρα, έχει περιέλθει.

Προφανώς, αυτή η διαδικασία θα πάρει κάποιον καιρό. Πάντοτε, σε όλες τις ανάλογες καταστάσεις, όλες οι κοινωνίες θέλουν τον χρόνο τους, για να αντιδράσουν, αφού, προηγουμένως, αντιληφθούν το status, εντός του οποίου έχουν εγκλωβισθεί και όταν βρουν τα όποια (κατάλληλα, ή και ακατάλληλα) εργαλεία, που θα τους επιτρέψουν να εκφράσουν, στην πράξη τις αντιδράσεις τους.

Έτσι και η γαλλική κοινωνία. Θέλει και αυτή τον χρόνο της, για να εκφράσει την αντίδρασή της, αφού, προηγουμένως, εκτυλιχθεί, στην πράξη, ο κυβερνητικός οικονομικός και κοινωνικός σχεδιασμός.

Και όπως, έχουμε, στο πρόσφατο παρελθόν, επισημάνει, πέρα από την παρούσα κατάσταση της παραίτησης, η γαλλική κοινωνία, πολύ περισσότερο εύκολα, από όσο, σήμερα, φαίνεται, μπορεί να φέρει, στην επικαιρότητα μια νέα και σύγχρονη εκδοχή του γαλλικού "Μάη", ή - γιατί όχι; - της Κομμούνας του Παρισιού.

Αλλά αυτές οι εξελίξεις, δεν προβλέπονται και δεν προαναγγέλονται. Η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι πολύ πιο απρόβλεπτη, από όσο, συνήθως, θεωρούμε και νομίζουμε.

Γι' αυτό και το μόνο, που μπορούμε να κάνουμε, είναι να περιμένουμε.

Άλλωστε, οι Γάλλοι (και όχι εμείς) είναι αυτοί, που θα πράξουν τα πολύ περισσότερα, ή τα πολύ λιγότερα...





Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Οι βρετανικές βουλευτικές εκλογές της 8/6/2017, η δυναμική άνοδος των Tories, που ανακόπηκε, από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, η ενίσχυση της δυναμικής της ανόδου των Labours, το Brexit, ο ανεπιτυχής σχεδιασμός για την ουσιαστική απόσυρση του UKIP και οι προπαγανδιστικές αναλύσεις στα ΜΜΕ.





Οι βουλευτικές εκλογές, στην Βρετανία τελείωσαν, με ένα outcome, με ένα αποτέλεσμα το οποίο μπορεί να αναλυθεί, σχετικά, εύκολα, πλην όμως, η εξήγηση και η εξαγωγή των απαραίτητων και χρήσιμων συμπερασμάτων, που προκύπτουν, από την ψήφο του εκλογικού σώματος, σε κάθε περίπτωση, βρίσκονται πολύ μακριά από τις τρέχουσες εκτιμήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των, κάθε λογής, πολιτικών και εκλογικών αναλυτών, των οποίων τα συμπεράσματα συνοψίζονται, στο ότι οι Tories (που ήλθαν πρώτοι και πλειοψήφησαν) έχασαν και οι Labours (που ήλθαν δεύτεροι και μειοψήφησαν) νίκησαν!

Εννοείται, βέβαια, ότι τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.  Όσο και αν φαίνεται περίεργο, τα αποτελέσματα των βρετανικών βουλευτικών εκλογών της περασμένης Πέμπτης (8 Ιουνίου 2017) υποδεικνύουν ότι οι Βρετανοί ψηφοφόροι κινήθηκαν και ψήφισαν, με τα δικά τους κριτήρια, τα οποία δεν εισέρχονται, στα στερεότυπα, στα καλούπια και στις προπαγανδιστικές ανάγκες και στις συναφείς σκοπιμότητες των διαφόρων πολιτικών αναλυτών.

Αλλά, για να γίνει αντιληπτός ο ισχυρισμός, που, εδώ, προβάλλω, είναι απαραίτητο να δούμε τα αυτούσια εκλογικά αποτελέσματα.

Ας τα δούμε, λοιπόν :


ΚόμμαΈδρεςΑλλαγή σε έδρεςΨήφοιΠοσοστό ψήφωνΑύξηση - Μείωση  σε ψήφους                    
                        
Conservative
318                          -13                         13,667,213                          42.4                                 +5.5
                       
Labour
262                         +30                         12,874,985                         40.0                                +9,5                                           
                       
Scottish National Party
35                          -21                         977,569                          3.0                                 -1.7
                       
Liberal Democrat
12 +4                         2,371,772                          7.4                                 -0.5     
                       
Democratic Unionist Party
10                          +2                         292,316                         0.9                               +0.3
                       
Sinn Fein
7                          +3                         238,915                         0.7                              +0.2   
                       
Plaid Cymru
4                          +1                         164,466                         0.5                               -0.1
                        
Green Party
1                            0                         525,371                         1.6                               -2.1 
                       
UKIP
0                          -1                         593,852                         1.8                             -10.8
                       
Social Democratic & Labour Party
0                          -3                         95,419                         0.3                                0.0
                       
Ulster Unionist Party
0                          -2                         83,280                         0.3                              -0.1
                        
Alliance Party
0                          0                         64,553                         0.2                              0.0
                       
The Yorkshire Party
0                          0                         20,958                         0.1                             0.0
                        
National Health Action
0                          0                         16,119                         0.1                            0.0
                       
Christian Peoples Alliance
0                          0                          5,869                         0.0                           0.0
                       
British National Party
0                          0                         4,642                         0.0                          0.0
                       
Monster Raving Loony Party
0                          0                          3,890                         0.0                         0.0
                       
Women's Equality Party
0                          0                          3,580                         0.0                        0.0
                       
Pirate Party
0                         0                          2,321                         0.0                       0.0
                        
English Democrats
0                        0                         1,913                         0.0                      0.0
                       
Workers Revolutionary Party
0                          0                          771                         0.0                      0.0
                       
Social Democratic Party
0                          0                          469                          0.0                     0.0
                       
Λοιπά Κόμματα
1                          0                          186,675                         0.6                   +0.3

Συμμετοχή : 68,7%

Εκλογικό Σώμα : 46.843.896 ψηφοφόροι.


Αυτά είναι τα τελικά εκλογικά αποτελέσματα της 8ης Ιουνίου 2017. Αλλά, για να έχουμε μία συνολική εικόνα των αποτελεσμάτων αυτών, καθώς και της προεκλογικής περιόδου, που κατέληξε, στην εξαγωγή τους, χρήσιμο είναι να δούμε και τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν, λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες.

Ο παρακάτω παρατιθέμενος πίνακας καταγράφει τις δημοσκοπήσεις, σε επίπεδο κατανομής εδρών και όχι, με βάση την λαϊκή ψήφο. Η ιδιομορφία του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, που εφαρμόζεται, στην Βρετανία,  το επιτρέπει αυτό, αλλά, έστω και έτσι, ο πίνακας αυτός παραμένει να είναι χρήσιμος, εφόσον, βέβαια, συνδυασθεί, με τα τελικά αποτελέσματα των βρετανικών βουλευτικών εκλογών.

Ας δούμε, λοιπόν και αυτόν τον πίνακα :





Ο συγκεκριμένος πίνακας, που, όπως είπαμε, αφορά την προβλεπόμενη, από κάθε δημοσκοπική εταιρεία, κατανομή των εδρών, ανάμεσα, στα κόμματα, που συμμετείχαν, στις βουλευτικές εκλογές της 8/6/2017 και ιδιαίτερα, ανάμεσα, στο Κόμμα των Συντηρητικών και στο Εργατικό Κόμμα, δείχνει, σαφέστατα, ότι σχεδόν η παμψηφία των δημοσκοπικών εταιριών, έπεσε πολύ έξω. Αν εξαιρέσουμε την YouGov, που πλησίασε, αρκετά, στα μερίδια των εδρών, που, τελικά, καρπώθηκαν τα κόμματα, οι προβλέψεις των δημοσκόπων δεν δικαιώθηκαν.

Το γιατί συνέβη αυτό, έχει την εξήγησή του, η οποία δεν εξαντλείται, μόνο, στο γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις αυτές αποτελούν μέρος των προεκλογικών εκστρατειών των κομμάτων και αποσκοπούν, στον επηρεασμό του εκλογικού σώματος, υπέρ του ενός, ή του άλλου κόμματος, σύμφωνα με τα συμφέροντα, που κρύβονται πίσω τους. Αυτή είναι η μία διάσταση του όλου ζητήματος, που αφορά τις δημοσκοπήσεις. Είναι, προφανώς, σημαντική αυτή η διάσταση, αλλά δεν είναι η μόνη.

Πέραν αυτής της διάστασης, που αφορά τον προπαγανδιστικό χαρακτήρα των δημοσκοπήσεων, που διεξάγονται, κατά την διάρκεια του προεκλογικού αγώνα (εδώ του βρετανικού, αλλά και κάθε προεκλογικού αγώνα οπουδήποτε και αν αυτός διεξάγεται), υπάρχει και άλλη μία, επίσης, προβληματική διάσταση, που αφορά, ειδικά, τις βρετανικές βουλευτικές εκλογές. Και η διάσταση αυτή εντοπίζεται, στο γεγονός ότι η μεγίστη πλειοψηφία (σχεδόν η παμψηφία) των δημοσκοπήσεων μετρούσε τις διαθέσεις και τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, ως προς την αρχική στατική τους κατάσταση και δεν εξέφραζε την εξελισσόμενη καθημερινή τους δυναμική, έτσι όπως αυτή προέκυπτε, από τα γεγονότα του τελευταίου 10ήμερου της προεκλογικής εκστρατείας, το οποίο προσδιορίστηκε, από την δυναμική και αποδιοργανωτική, για τους Tories, ως προς την τελική συσπείρωση των ψηφοφόρων τους, παρέμβαση των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους.

Τις επιπτώσεις των μαζικών δολοφονικών ενεργειών των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, στο Μάντσεστερ και στο Λονδίνο, που υπήρξαν, άκρως, σημαντικές και προσδιόρισαν την τελική κατάληξη του εκλογικού αποτελέσματος, που προέκυψε από την ανακοπή της τελικής δυναμικής της πραγματικής εκλογικής ανόδου των Tories της Theresa May και ενίσχυσε την τελική δυναμική της, επίσης, πραγματικής εκλογικής ανόδου των Labours του Jeremy Corbyn, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις, δεν μπόρεσαν να τις μετρήσουν και να τις καταγράψουν.

Όσο και αν οι πολιτικοί αναλυτές, που ασχολούνται, με τα αποτελέσματα των βρετανικών βουλευτικών εκλογών, αποφεύγουν, συστηματικά, να αναφερθούν, στις, εκ των πραγμάτων, δραματικές επιπτώσεις των πολύνεκρων τρομοκρατικών επιθέσεων των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, που πραγματοποιήθηκαν, εκ προθέσεως και με προφανή επιχειρησιακό σχεδιασμό, στο κρίσιμο και καθοριστικό τελευταίο 10ημερο της προεκλογικής περιόδου, η πραγματικότητα είναι σαφής, ωμή και αμείλικτη.

Οι στοχευμένες τρομοκρατικές επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους άλλαξαν, άρδην, την ατζέντα της προεκλογικής περιόδου, στο πιο καθοριστικό χρονικό της σημείο, εις βάρος της κυβέρνησης και της ίδιας της πρωθυπουργού Theresa May, ανατρέποντας, ριζικά, τον σχεδιασμό των Tories και οδηγώντας, στην πρώτη γραμμή της προεκλογικής επικαιρότητας, τα ζητήματα της τρομοκρατίας και της ασφάλειας των πολιτών, για τα οποία η κυβέρνηση βρέθηκε απολογούμενη, πολύ περισσότερο, που η Theresa May ήταν, επί σειρά πολλών ετών, υπουργός Εσωτερικών των κυβερνήσεων του David Cameron και είχε την προσωπική πολιτική ευθύνη, για τα ζητήματα αυτά και την αδυναμία των διωκτικών αρχών να ελέγξουν, να εντοπίσουν και να αποτρέψουν τις επιθέσεις των τζιχαντιστών.

Έτσι, μια προεκλογική περίοδος, που ξεκίνησαν οι Συντηρητικοί, στα τέλη Απριλίου, με αναμενόμενη την συντριβή των Εργατικών του Jeremy Corbyn, άλλαξε πορεία και περιεχόμενο. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη κατέστη προφανής, μέσα στην χαοτική κατάσταση, που δημιουργήθηκε, από την ένταση και την ωμότητα των κτυπημάτων των τζιχαντιστών. Η κυβέρνηση της Theresa May ήταν φανερό ότι, την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου έχασε, όχι, μόνο, την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά και κάθε ουσιαστική δυνατότητα αντίδρασης.

Οι Εργατικοί, παρά το γεγονός ότι οι δημοτικές εκλογές της 4/5/2017 έδειξαν ότι οδηγούνται, σε κατάρρευση και σε εκλογική συντριβή, αφού, σε αυτές έχασαν, πάνω από 120 θέσεις δημοτικών συμβούλων, τελικά, όχι, μόνο, άντεξαν, αλλά, λαμβάνοντας, τελικά, στις 8/6/2076, τον συνολικό αριθμό των 12.874.975 ψήφων (και ποσοστό 40%), αύξησαν την εκλογική τους δύναμη, κατά 9,5%, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 7/5/2015, λαμβάνοντας 3.527.681 ψήφους περισσότερες, από όσες είχαν πάρει, σε εκείνη την εκλογική αναμέτρηση, στην οποία είχαν λάβει, συνολικά, 9.347.304 ψήφους (και ποσοστό 30,6%).

Έτσι, οι Labours, όχι μόνο απέφυγαν την αναμενόμενη συντριβή τους, αλλά ενίσχυσαν, κατά πολύ την δυναμική τους. Τόσο πολύ, που ούτε και οι ίδιοι δεν το περίμεναν - παρά, μόνο, σε έναν βαθμό, στις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου, οπότε καταγράφηκε, χειροπιαστά, η αλλαγή της εκλογικής ατζέντας και η ανακοπή της δυναμικής της εκλογικής ανόδου του Κόμματος των Συντηρητικών.

Όμως, οι Εργατικοί δεν αύξησαν την δυναμική τους, μόνο, λόγω των επιθέσεων, που οργάνωσαν και εκτέλεσαν οι τζιχαντιστές μαχητές του Ισλαμικού Κράτους. Υπήρξαν και άλλοι δύο παράγοντες, οι οποίοι έπαιξαν ρόλο, στην άνοδο του κόμματος του Jeremy Corbyn.

Ο ένας παράγοντας, που, κατά την γνώμη μου, υπήρξε ο σημαντικότερος, εκ των δύο, ήταν η εκλογική κατάρρευση του Κόμματος της Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (του UKIP) του Nigel Farage, ο οποίος το εγκατέλειψε, αμέσως, μετά την νίκη του Brexit, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016, προφανώς, ύστερα από κάποια παρασκηνιακή συμφωνία, με το Συντηρητικό Κόμμα, η οποία αποσκοπούσε στην εκλογική ενίσχυση των Tories, όταν αυτοί θα αποφάσιζαν να προκηρύξουν βουλευτικές εκλογές.

Φαίνεται ότι αυτοί που προέβησαν, σε αυτή την παρασκηνιακή συμφωνία, αφού, μετά την επικράτηση της εξόδου της Βρετανίας, από την αυτοαποκαλούμενη, ως "Ευρωπαϊκή Ένωση", το κόμμα του Nigel Farage - υποτίθεται ότι - δεν είχε, πλέον, λόγο ύπαρξης, προεξόφλησαν ότι οι ψηφοφόροι του κόμματος αυτού, θα αποτελούσαν μέρος μιας υποτιθέμενης, ως ανανεωμένης εκλογικής δεξαμενής των Τόρηδων, αλλά η πραγματικότητα υπήρξε, μη αναμενόμενα, πολύπλοκη και πολύ δύσκολα, διαχειρίσιμη, για τους εκλογομάγειρες των παρασκηνίων.

Αυτό, που συνέβη είναι ότι, πράγματι, το UKIP, έκανε μια εικονική εκλογική εμφάνιση και στις 8 Ιουνίου 2017, καταποντίστηκε, λαμβάνοντας 593.852 ψήφους (1,8%), έναντι των 3.881.099 ψήφων (12,6%), που είχε λάβει στις βουλευτικές εκλογές της 7/5/2015. Όμως, η εκλογική βάση του κόμματος αυτού δεν στράφηκε, όπως υπολογιζόταν, στους Τόρηδες. Αυτή η προσδοκία των εκλογικών μαγειρείων των παρασκηνίων, που στηριζόταν, στο γεγονός ότι το Εργατικό Κόμμα και ο Jeremy Corbyn είχαν υποστηρίξει, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016, την παραμονή της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", διαψεύστηκε.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά και στην αντίθετη κατεύθυνση, από τις προσμονές των εκλογικών σχεδιασμών της συντηρητικής παράταξης. Το (πολύ) μεγαλύτερο κομμάτι των πρώην ψηφοφόρων του UKIP στράφηκε, προς τους Εργατικούς, ενώ ένα μικρότερο κομμάτι των ψηφοφόρων αυτών, στράφηκε, προς τους Τόρηδες.

Αυτή η εξέλιξη δεν παρουσιάζει κάποια σοβαρή ιδιαιτερότητα. Δεν αποτελεί κάποια αξιοσημείωτη ιδιομορφία του τμήματος αυτού του εκλογικού σώματος. Κάθε άλλο. Η αλήθεια είναι πολύ περισσότερο απλή και υποδεικνύει ότι η παρασκηνιακή συμφωνία, που οδήγησε τον Nigel Farage να αποσυρθεί, από την πολιτική σκηνή της Βρετανίας υπήρξε, απολύτως, εσφαλμένη. Αυτό το αντιλήφθηκε, έγκαιρα, το εκλογικό επιτελείο του Jeremy Corbyn και φυσικά, το εκμεταλλεύτηκε.

Παρατηρώντας, τα χαρακτηριστικά των ψηφοφόρων του UKIP, αυτό που γίνεται ορατό, είναι ότι το κόμμα αυτό άντλησε την μεγάλη πλειοψηφία τους, από την εκλογική δεξαμενή των εργατικών στρωμάτων, που, παραδοσιακά, υποστήριζαν τους Labours. Αυτοί οι ψηφοφόροι στράφηκαν, στο δημοψήφισμα της 23/6/2016, με φανατισμό, κατά της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και υπέρ του Brexit, εγκαταλείποντας το Εργατικό Κόμμα, το οποίο οδηγείτο, στον καταποντισμό, ακριβώς, επειδή η πλειοψηφία της βρετανικής εργατικής τάξης και των ευρύτερων στρωμάτων των εργαζομένων ψήφισε υπέρ της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.".

Το επιτελείο του Jeremy Corbyn, έχοντας να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του pasokisation, δηλαδή την επικείμενη εκλογική καταστροφή του Labour Party, αποφάσισε να κάνει μια πλήρη μεταστροφή και να αποδεχθεί την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", προκειμένου να καταστήσει και πάλι ελκυστικό το Εργατικό Κόμμα, στους ψηφοφόρους του, που το είχαν εγκαταλείψει, στις βουλευτικές εκλογές της 7/5/2015 και σε εκείνους, που είχαν οδηγηθεί να το εγκαταλείψουν, μέσα από την διχαστική διαδικασία του δημοψηφίσματος της 23/6/2016.

Η προσαρμογή του επιτελείου των Εργατικών του Jeremy Corbyn, στην πολιτική πραγματικότητα, που ανέδειξε η ψήφος του 52% του εκλογικού σώματος, υπέρ του Brexit, μαζύ με την παράλληλη απόσυρση του Nigel Farage, από την βρετανική πολιτική σκηνή και την συνακόλουθη αποδυνάμωση και αποδιοργάνωση του UKIP, διευκόλυνε την επιστροφή ενός μεγάλου τμήματος των βρετανικών εργαζόμενων τάξεων, στους Εργατικούς και ανέτρεψε τους σχεδιασμούς των Συντηρητικών. Η μεγάλη πλειοψηφία των πρώην ψηφοφόρων του UKIP, δεν στράφηκε, προς τους Τόρηδες. Στράφηκε, προς τους Εργατικούς.

Αλλά, για να γίνει αυτή η μεταστροφή, δεν αρκούσαν τα παραπάνω. Χρειαζόταν και κάτι άλλο. Αυτό το απαραίτητο άλλο, ήταν η κατάθεση, από τους Labours, ενός ριζοσπαστικού και κοινωνικού προγράμματος, το οποίο, στο σύνολό του, στρεφόταν, κατά των πολιτικών της λιτότητας, που ευαγγελίζονταν οι Tories.

Πράγματι, οι Εργατικοί έθεσαν, στην κρίση των ψηφοφόρων, ένα δεκαετές πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, ύψους 250 δισ. λιρών, για έργα υποδομών, με την δημιουργία επενδυτικής τράπεζας και μέσα από έναν ευρύτατο κρατικό δανεισμό, ενώ, παράλληλα, υπόσχονταν, αύξηση του κατώτατου μισθού, κατά 40%, τεράστια αύξηση των δαπανών, για την υγεία, κατασκευή ενός εκατομμυρίου κατοικιών, επιβολή φορολογίας, στις χρηματοοικονομικές εργασίες, κατάργηση των διδάκτρων, στην παιδεία και κρατικοποίηση μεγάλου τμήματος της παραγωγής ενέργειας και των σιδηροδρόμων, την ίδια στιγμή, που οι Συντηρητικοί κατέβαιναν, με ένα πρόγραμμα, το οποίο ήταν, τελείως, αντίθετο.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων είναι που έσωσε τους Labours. Και η έλευση των πολύνεκρων τρομοκρατικών κτυπημάτων των μαχητών του ISIS, στην πιο κρίσιμη φάση της προεκλογικής περιόδου και σε ένα σημείο, κατά το οποίο η κυβέρνηση της Theresa May δεν μπορούσε να αντιδράσει, ήταν, που αύξησε την δυναμική του κόμματος του Jeremy Corbyn,  ο οποίος, πλέον, είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Εργατικών. Ο ανεκδιήγητος Tony Blair οδηγείται, πλέον, προς την οριστική συνταξιοδότηση και η νεοσυντηρητική του παρέα έχει, πια αποδυναμωθεί και οδηγείται, στο περιθώριο.

Όσον αφορά τους Tories, παρά την καταιγιστική προπαγάνδα, που θέλει να τους παρουσιάζει, ως ηττημένους, η αλήθεια είναι ότι, με δεδομένες τις καταστροφικές συνθήκες, που αντιμετώπισαν, από τις επιθέσεις των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, που τους στέρησαν την αυτοδυναμία, κέρδισαν τις εκλογές της 8/6/2017.

Μάλιστα, όχι μόνο δεν έχασαν ψήφους, όχι μόνο δεν παρουσίασαν πτώση στα ποσοστά τους, αλλά, αντιθέτως και παρά τα όσα λέγονται, παρουσίασαν μια πολύ σημαντική άνοδο και σε αριθμό ψήφων και σε ποσοστά, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 7/5/2015.

Έτσι, το Συντηρητικό Κόμμα της Theresa May, αύξησε τον αριθμό των ψήφων του, αφού στις 8/6/2017 έλαβε 13.667.213 ψήφους και ποσοστό 42,4%, έναντι 11.334.576 ψήφων και ποσοστού 36,9%, που είχε λάβει, στις 7/5/2015.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται, άμεσα, κατανοητό το μέγεθος της προπαγανδιστικής ανοησίας, που έχει κατακλύσει το σύνολο των ΜΜΕ, στα οποία οι διάφοροι πολιτικοί αναλυτές προσπαθούν να περιγράψουν και να πείσουν, για την ... μεγάλη ήττα, που υποτίθεται ότι υπέστησαν οι Tories, οι οποίοι, όμως, εμφάνισαν μια πολύ μεγάλη άνοδο και σε ψήφους (τις οποίες αύξησαν, κατά 2.332.637 ψήφους) και σε ποσοστά (τα οποία αύξησαν, κατά 5,5%).

Αυτό, που δεν κατάφεραν οι Tories, είναι το να επιτύχουν τους εκλογικούς τους, στόχους, που ήταν η άνετη αυτοδυναμία, στην βουλή των κοινοτήτων και η εξαφάνιση του Εργατικού Κόμματος.

Η εσφαλμένη παρασκηνιακή συμφωνία, για την πολιτική απόσυρση του Nigel Farage και η παράλληλη ουσιαστική εκλογική απόσυρση του UKIP, βοήθησε πολύ περισσότερο τους Εργατικούς, παρά τους Τόρηδες, ενώ ο (όχι και τόσο) αστάθμητος παράγοντας των πολύνεκρων τρομοκρατικών επιθέσεων των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, άλλαξε, ριζικά, την ατζέντα της προεκλογικής περιόδου, στο πιο κρίσιμό της σημείο, εις βάρος της κυβέρνησης της Theresa May, η οποία, μάλιστα, όπως προαναφέραμε, δεν είχε τα χρονικά περιθώρια και δεν μπορούσε να αντιδράσει, αφού, τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου και ιδίως, μετά την δολοφονική επίθεση, στην γέφυρα του Λονδίνου, είχε ρίξει λευκή πετσέτα.

Με αυτά τα δεδομένα, η πραγματικότητα είναι, εντελώς, διαφορετική. Οι Tories κέρδισαν τις εκλογές, αυξάνοντας, σημαντικά, τις δυνάμεις τους, ενώ οι Εργατικοί, που αύξησαν και αυτοί τις δικές τους δυνάμεις, ακόμη, περισσότερο, επειδή προσαρμόστηκαν, στην λαϊκή απαίτηση, για το Brexit, έμειναν, μέσα στο πολιτικό παιχνίδι. Και φυσικά, αυτή η εξέλιξη απέβη, εις βάρος όλων των άλλων κομμάτων, τα οποία κατάφεραν να τα συρρικνώσουν.

Έτσι, σε κάθε περίπτωση, η συνέχεια του πολιτικού παιχνιδιού, στην Βρετανία, πρόκειται να είναι συναρπαστική...