Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

1974 - 2014 : Ο Αντώνης Σαμαράς, η σύγχρονη ΕΣΠΟ και το μνημόσυνο της Νέας Δημοκρατίας. (Η προεκλογική σκηνοθεσία της "εκδίωξης" της τρόϊκας και οι χρηματοδοτικές ανάγκες του 2015, που οδηγούν την καταρρέουσα συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, εφ' όσον αποφύγει τις εκλογές).





Ενώ αυτές τις ημέρες ο αρχηγός της Ν. Δ. και όλος αυτός ο εσμός των συνεργατών και των μπράβων των ξένων τοκογλύφων, επιχειρούν να εορτάσουν τα 40 χρόνια, από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας, του ιστορικού κόμματος της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης, που, επί της αρχηγίας του Αντώνη Σαμαρά είχε την κακή τύχη να καταντήσει να γίνει ένα όργανο των κατακτητών, η σκληρή πραγματικότητα, η οποία τους αφορά, απολύτως, είναι, εντελώς, διαφορετική. Η Νέα Δημοκρατία, πλέον, δεν υπάρχει. Είναι ένα ζόμπυ, που πίνει το αίμα της ελληνικής κοινωνίας και του οποίου το κουφάρι, παραμένει άταφο.


Στην πραγματικότητα, η Νέα Δημοκρατία, ουσιαστικά, αυτοκτόνησε τον Νοέμβριο του 2011, όταν ο Αντώνης Σαμαράς κατεπρόδωσε όλα όσα - έλεγε ότι - πρέσβευε και πήρε μέρος, στην συγκρότηση της κυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου, για να συνυπογράψει, τον Φεβρουάριο του 2012, το δεύτερο Μνημόνιο και τον Μάρτιο του 2012, το καταστροφικό, για την χώρα, PSI. 



Από εκεί και πέρα, η επισημοποίηση της αυτοκτονίας του ιστορικού κόμματος της συντηρητικής παράταξης, πραγματοποιήθηκε, αμέσως, με το πέρας των βουλευτικών εκλογών της 17/6/2012 και ουσιαστικά, ήταν μια δολοφονία, την οποία διέπραξε ο ίδιος ο αρχηγός της, ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος, ωμότατα, έγραψε όλες τις προεκλογικές του υποσχέσεις, για "επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου" και για την μη εφαρμογή νέων μέτρων λιτότητας, στα παλαιότερα των υποδημάτων του και ως ένας κλασικός απατεώνας πολιτικός, έσπευσε να εφαρμόσει, πιστά, και κατά γράμμα, όλα όσα υπαγορεύονταν, από τα Μνημόνια, τις επαχθείς και απεχθείς δανειστικές συμβάσεις, που είχε υπογράψει ο ίδιος και οι εταίροι του, - οι ΓΑΠ και Βαγγέλης Βενιζέλος -, από τον Απρίλιο του 2010 και μετά. 

Από τότε, η Νέα Δημοκρατία ακολούθησε την οδό της καταστροφής, που είχε ακολουθήσει, πριν από αυτήν και το ΠΑΣΟΚ, και ουσιαστικά, αυτοδιαλύθηκε, αφού παραχώρησε και επίσημα την κυβέρνηση, στους ξένους τοκογλύφους δανειστές και στους εκπροσώπους τους.



Έτσι, αυτό, που οι δυστυχείς προσκεκλημένοι του Αντώνη Σαμαρά, (όπως και ο ίδιος ο οπερετικός αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος, αναίσχυντα και ανερυθρίαστα, καταπρόδωσε το κοινό, που τον τίμησε και τον ψήφισε, για να τον ανακηρύξει, πανηγυρικά, τον Νοέμβριο του 2009, ως αρχηγό της  πολιτικής ναυαρχίδας της συντηρητικής παράταξης) αποκαλούν "εορτή", δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από ένα μνημόσυνο, χωρίς κηδεία, την οποία όλοι τους επιθυμούν, διακαώς, να μην πραγματοποιήσουν, αφήνοντας άταφο το κουφάρι του κόμματος, προκειμένου ο θάνατος της Νέας Δημοκρατίας να μην γίνει αντιληπτός, από το ευρύτερο κοινό.

 


Δυστυχώς, για όλους αυτούς, η προσπάθειά τους είναι άπελπις και ως εκ τούτου, άκαρπη. Από τον Δεκέμβριο του 2013, που έγραφα ότι Η Νέα Δημοκρατία και οι "ευρωπαϊστές" ψυχομαχούν και η γη δεν τους τρομάσσει... , περιγράφοντας τον επικείμενο θάνατο του ιστορικού κόμματος της συντηρητικής παράταξης, έχει περάσει πολύς καιρός και το μοιραίο έχει επέλθει. Η απαίσια μυρωδιά του πτώματος της Νέας Δημοκρατίας, παρά τον συνεχή αρωματισμό του, δεν μπορεί, πλέον, να κρυφτεί, αφού η σήψη και η αποσύνθεσή του είναι προχωρημένη.

Όσα "πανηγυράκια" και αν στήσουν οι εθελόδουλοι υπηρέτες των συμφερόντων των ξένων τοκογλύφων, ό,τι και αν πράξουν, το νοήμον κοινό, που τους παρακολουθεί, γνωρίζει πολύ καλά - και όσοι, ακόμη, δεν το γνωρίζουν, έχουν αρχίσει να το αντιλαμβάνονται - ότι αυτού του είδους οι συγκεντρώσεις αποτελούν μνημόσυνα, στα οποία μοιράζονται κόλυβα, στην μνήμη του νεκρού κόμματος. 

Πρόβλημα τους.

Όσοι και αν, από το ευρύτερο κοινό της ελληνικής κοινωνίας, που ζει την παρατεταμένη και χωρίς ορατό τέλος, σύγχρονη τραγωδία, που προέκυψε, από την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, κλάψουν, για το νεκρό ιστορικό κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εις μνήμην της όποιας ιστορικής προσφοράς του, δεν πρόκειται να μείνουν στο κλάμα και στην λύπη, για την κατάντια του. Με οδηγό την λογική, που λέει ότι η θέση των νεκρών είναι, με τους νεκρούς και η θέση των ζωντανών, είναι με τους ζωντανούς, προχωρούν παρακάτω.

Και φυσικά, ουδείς πρόκειται να λυπηθεί, για την κακή τύχη, που περιμένει αυτούς που, στο όνομα του νεκρού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, έχουν κτίσει μια νέα ΕΣΠΟ, η οποία εκφράζει το σύγχρονο κατοχικό καθεστώς και τα συμφέροντα των μοντέρνων κατακτητών και των εντόπιων μπράβων τους.


Και μόνο αυτά, που λέει, ο πρώην γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου Παναγιώτης Μπαλτάκος, για την διαδικασία σύνταξης και νομοθέτησης των μνημονιακών νόμων, αρκούν, για να στείλουν τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης των Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου, κατηγορούμενους, ενώπιον του δικαστικού συστήματος της χώρας, για εσχάτη προδοσία...



Αυτή την κακή τύχη, που τους περιμένει, οι τωρινοί μοιχεπιβάτες των υπολειμμάτων της όποιας κυβερνητικής εξουσίας, τους έχουν αφήσει οι ξένοι δανειστές και οι εκπρόσωποί τους να διαχειρίζονται, την γνωρίζουν, πολύ καλά. Και φυσικά, προσπαθούν να την αποφύγουν. Ο κόπος τους, βέβαια, είναι μάταιος, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν τους οδηγεί, στο να τα παρατήσουν και να αφεθούν, μοιραία, στην κοίτη, που έχει σχηματίσει ο ρους των εξελίξεων.

Αυτό, που, τώρα, "καίει" τους δύο κυβερνητικούς εταίρους, είναι η αποφυγή της υπογραφής του αναπόφευκτου νέου - του τρίτου, κατά σειρά - Μνημονίου, πριν από τον προσδιορισμό της ημερομηνίας και την διεξαγωγή των πρόωρων βουλευτικών εκλογών, με αφορμή την αδυναμία εκλογής, από την παρούσα σύνθεση της βουλής, του νέου προέδρου της χώρας, αφού οι 180 ψήφοι, που απαιτούνται, στην τρίτη ψηφοφορία, είναι, εξαιρετικά, δύσκολο, έως απίθανο, να βρεθούν. Η μη εύρεση 180 βουλευτών, για την εκλογή προέδρου της χώρας, οδηγεί, στην διάλυση της παρούσας βουλής και σε διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, το αργότερο, μέσα στον Μάρτιο του 2015 - δηλαδή, σε λιγότερο από έξι μήνες από τώρα.

Με δεδομένη την κακή εκλογική τύχη και των δύο κυβερνητικών εταίρων, στην περίπτωση διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών, οι έντρομες και αλαφιασμένες νομενκλατούρες της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ και η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Βαγγέλη Βενιζέλου, προσπαθούν, πάση θυσία, να τις αποφύγουν, αφού γνωρίζουν ότι μια πρόωρη προσφυγή στην κάλπη θα κονιορτοποιήσει και τα δύο αυτά κόμματα, κάνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ρυθμιστή των εξελίξεων, ενώ το φάσμα των ανηλεών ποινικών διώξεων, των φυλακίσεων και των καταδικών, για εσχάτη προδοσία, η οποία συνίσταται, στο γεγονός της δολίας χρεωκοπίας της χώρας, είναι, απολύτως, ορατό και - σε διάφορες και ποικίλες παραλλαγές - δεδομένο, για όλους όσους άσκησαν κυβερνητική και παρακυβερνητική εξουσία, από το 1996, ή, τουλάχιστον, από το 2009 - 2010 και μετά.

Έτσι, η αποφυγή της υπογραφής ενός τρίτου, κατά σειρά, Μνημονίου, μέχρι τον προσδιορισμό των εξελίξεων, ως προς το εάν διεξαχθούν πρόωρες βουλευτικές εκλογές, μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2015, καθώς και η εμφάνιση στο ευρύ κοινό, με κάποιο τρόπο, μιας κάποιας "διακοπής" του τωρινού Μνημονίου, από τον Ιανουάριο του 2015, είναι μέσα στις πρώτες προτεραιότητες της κυβέρνησης. Βέβαια, όλα αυτά δεν πρόκειται να σώσουν το τωρινό κυβερνητικό σχήμα, που καταρρέει, αλλά, με δεδομένη την τραγική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται οι δύο κυβερνητικοί εταίροι, η ελπίδα είναι εκείνη, που πεθαίνει τελευταία.

Στηριγμένοι στην έσχατη ελπίδα, για την πολιτική τους επιβίωση, οι κυβερνώντες προσπαθούν να πείσουν - περισσότερο τους εαυτούς τους και την ελληνική κοινή γνώμη και όχι τους άλλους - ότι μπορούν να τα καταφέρουν και χωρίς νέα χρηματοδότηση, η οποία θα προέλθει, από ένα νέο Μνημόνιο, καθώς, επίσης και ότι μπορούν να τα καταφέρουν και χωρίς την συνέχιση του προγράμματος, με το Δ.Ν.Τ., το οποίο πρόγραμμα εκτείνεται, μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2016.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη, αφού οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους, για το 2015, είναι οι εξής :


1) Αποπληρωμή του βραχυπρόθεσμου δανεισμού, που προέρχεται από τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, τα οποία φθάνουν τα 18 δισ. €

2) Αποπληρωμή του μεσοπρόθεσμου και του μακροχρόνιου δανεισμού – επαναγορά προνομιακών μετοχών των εμπορικών τραπεζών, με συνολικό κόστος τα 7,9 δισ. €.

3) Αποπληρωμή μέρους των δανείων, από το Δ.Ν.Τ., με κόστος τα 8,6 δισ. €. 

4) Χρηματοδότηση του συνολικού ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο υπολογίζεται ότι θα φθάσει τα 2,2 δισ. €.
Το σύνολο των παραπάνω ποσών, που έχει ανάγκη το κράτος φθάνει στα 36,7 δισ. €.

Όμως, οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους δεν σταματούν εδώ. Τα δεδομένα είναι περισσότερο πολύπλοκα, διότι πρέπει να λάβουμε υπόψη και κάποιες άλλες πολύ σημαντικές παραμέτρους, οι οποίες είναι οι παρακάτω :

α) Το ελληνικό κράτος περιμένει, μέσα στο 2015, επιστροφές από την Ε.Κ.Τ., της τάξεως των 2 δισ. €, εκ των οποίων 1,5 δισ. € αφορούν SMP και 0,5 δισ. € προέρχονται από ANFA.

β) Στον υπολογισμό των εσόδων του 2015 έχουν συμπεριληφθεί και εισπράξεις, από τις προγραμματισμένες ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες φθάνουν στα 2,2 δισ. €. Αυτές, οι εισπράξεις, όμως, δεν είναι δεδομένες και είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν. Και όπως γίνεται αντιληπτό, αν δεν πραγματοποιηθούν, υπάρχει πρόβλημα, ως προς το μέγεθος του λεγόμενου δημοσιονομικού κενού, για το 2015.

γ) Υπάρχουν και οι καθυστερημένες εκκαθαρίσεις της τάξεως των 2,5 δισ. €, που πρέπει να πραγματοποιηθούν.


Έτσι, συνολικά, αν προσθέσουμε τις επιστροφές από την Ε.Κ.Τ. και τα (μη δεδομένα) έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και αφαιρέσουμε τις εκκαθαρίσεις  οι δανειακές ανάγκες (2 δισ. € + 2,2 δισ. € - 2,5 δισ. €), τότε, οι δανειακές ανάγκες του κράτους μειώνονται, κατά 1,7 δισ και οι συνολικές ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας, για το 2015, από τα 36,7 δισ. € διαμορφώνονται, στα 35 δισ. € - εάν, όπως είπαμε θεωρήσουμε, ως δεδομένες τις εισπράξεις από τις ιδιωτικοποιήσεις (που, όμως, δεν είναι δεδομένες).

Επίσης, μαζύ με όλα αυτά, κατά την διάρκεια του 2015, σύμφωνα, με το πρόγραμμα, το ελληνικό κράτος  πρέπει να παράγει ένα πρωτογενές πλεόνασμα, της τάξεως του 3,0%. Όμως, το πλεόνασμα αυτό θα αφαιρεθεί, από το εισοδηματικό κύκλωμα της ελληνικής οικονομίας και θα κατευθυνθεί, στην αποπληρωμή ενός μέρους του δημόσιου χρέους, κτυπώντας τις όποιες αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας - μια διαδικασία, η οποία θα κρατήσει, για δεκαετίες, εάν αφεθεί να εξελιχθεί.

Όσον αφορά τις πηγές χρηματοδότησης των αναγκών αυτών, για το 2015, αυτές οι πηγές, σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα, είναι :

Α) Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός, με έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, ύψους 15 δισ. € και 

Β) Οι προβλεπόμενες τέσσερεις δόσεις, από το δάνειο του Δ.Ν.Τ., οι οποίες, συνολικά, θα φθάσουν τα 7,8 δισ. €.

Γ) Ως προς το υπόλοιπο ποσόν των χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού δημοσίου, που φθάνει τα 12,2 δισ. €, υπάρχει χρηματοδοτικό κενό, το οποίο η κυβέρνηση των πρόθυμων δούλων ελπίζει ότι οι δανειστές θα της επιτρέψουν να χρησιμοποιήσει ένα μέρος, από το υπόλοιπο των 11 δισ. €, που έχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Με δεδομένο, μάλιστα, το γεγονός ότι οι 4 συστημικές τράπεζες της χώρας, ύστερα από τα προσεχή τεστ αντοχής, θα χρειασθούν 5, με 7 δισ. €, για μια νέα ανακεφαλαιοποίηση (στην πραγματικότητα οι ανάγκες τους θα είναι πολύ μεγαλύτερες και να δούμε, αν και πώς αυτό θα καλυφθεί), τα όποια περιθώρια ελιγμών, για την κυβέρνηση, ως προς την χρήση των υπολοίπων του Τ.Χ.Σ. - εάν αυτή η χρήση της επιτραπεί, από τους δανειστές -, στενεύουν, κατά πολύ.

Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ότι, εάν το Δ.Ν.Τ. αποχωρήσει, από το δανειστικό πρόγραμμα του Μνημονίου του Φεβρουαρίου του 2012 και το ελληνικό δημόσιο δεν εισπράξει τις δόσεις του 2015, τότε θα πρέπει να αναζητηθούν, επί πλέον, 20 δισ. €, τα οποία δεν έχει διαθέσιμα.

Έτσι, η κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου πρέπει να υπολογίζει, κατά βάση, σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, για να μπορέσει να καλύψει τα χρηματοδοτικά κενά του 2015.

Ένα ποσόν της τάξεως, περίπου, των 3 δισ. € μπορεί να το καλύψει, με την χρήση κάποιων αδρανών διαθεσίμων, από την διαχείριση των κονδυλίων της γενικής κυβέρνησης, αλλά αυτό, όπως γίνεται κατανοητό, είναι, εντελώς, ανεπαρκές.

Οπότε, η επόμενη λύση, που έχει, στα χέρια της η κυβέρνηση είναι η προσφυγή, σε δανεισμό, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, μέσα από την έκδοση ομολόγων, την στιγμή, που τα επιτόκια δανεισμού είναι απαγορευτικά και μεγάλώνουν, ολοένα και περισσότερο, όσο οι παράγοντες των αγορών ακούν ότι η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να βγει από το Μνημόνιο, χωρίς την υπογραφή νέου και ότι επιθυμεί να απομακρύνει το Δ.Ν.Τ., πριν από το 2016 και μάλιστα, με την έναρξη του 2015, ενώ το γεγονός της ολοφάνερης εκλογικής κατάρρευσης των συνεταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού, με αφορμή την προσφυγή, σε βουλευτικές εκλογές, με αφορμή την αδυναμία εκλογής προέδρου της χώρας, καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε καταφυγή σε δανεισμό, με την έκδοση κρατικών ομολόγων - εκτός εάν την πληρωμή των ομολόγων αυτών την εγγυηθεί η Ε.Κ.Τ.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όλα όσα λένε οι κυβερνητικοί εταίροι, μέσα στον πανικό τους, λόγω της επερχόμενης εκλογικής συντριβής τους, της πολιτικής τους εξαφάνισης και του τρόμου, μπροστά, στο πιθανότατο ενδεχόμενο του εγκλεισμού τους στις φυλακές, με ατιμωτικές κατηγορίες, η βαρύτατη των οποίων θα είναι αυτή της εσχάτης προδοσίας, βλάπτουν όχι μόνο την χώρα, αλλά και την ίδια την πορεία των όσων (λένε ότι) επιδιώκουν.





Έτσι, οι αναφορές των Σαμαρά και Βενιζέλου, στην απομάκρυνση του Δ.Ν.Τ. και στην μη υπογραφή νέου Μνημονίου, έχουν οδηγήσει, στην άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, τα οποία, στα δεκαετή ομόλογα, έφθασαν και ξεπέρασαν τις 516 μονάδες βάσης, ενώ πριν από μια εβδομάδα κυμαίνονταν στις 470 μονάδες βάσης και πιθανότατα, θα πάρουν την ανηφόρα, διότι οι διεθνείς αγορές προτιμούν να παραμείνει η Ελλάδα, στα πλαίσια προγραμμάτων προσαρμογής και ελέγχου της δημοσιονομικής της πολιτικής, από εξωτερικούς παράγοντες, σαν το Δ.Ν.Τ. και την Ε.Ε., διότι, για τους παράγοντές τους, είναι, άκρως, ανησυχητικό το γεγονός ότι ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος, θέλουν να βγουν από την επιτήρηση και να πείσουν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι "βιώσιμο", την στιγμή, που όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι και ότι δεν πρόκειται να πληρωθεί, όσο δεν υπάρχει εγγύηση, για την πληρωμή του.

Για να βγει η Ελλάδα από το Μνημόνιο απαιτούνται, γύρω, στα 65 δισ. €, μέχρι το 2020, προκειμένου να πεισθούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και να σιγουρευθεί η απρόσκοπτη δανειστική χρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου, από αυτές. Αυτό το ποσόν θα χρησιμεύει σαν απόθεμα, για την σταδιακή αποπληρωμή, μέρους του δημόσιου χρέους, ενώ η τρόϊκα θέλει να ενεργοποιηθεί και η προβλεπόμενη από τα Μνημόνια - που υπέγραφαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα και χωρίς να ενδιαφέρονται καν, για τις επιπτώσεις, στην οικονομία και την κοινωνία, οι κατοχικές κυβερνήσεις, από το 2010 και μετά -, ρήτρα, για την δημιουργία ειδικού λογαριασμού, για την αποπληρωμή του, προκειμένου να αποδεχθεί μια έξοδο της χώρας, από τον "μηχανισμό στήριξης".

Έτσι, το ελληνικό κράτος, για να βγει, από το Μνημόνιο, θα πρέπει, ετησίως, να βάζει, σε αυτόν τον ειδικό λογαριασμό, ένα ποσόν, το οποίο να φθάνει το 5% του ελληνικού ΑΕΠ, δηλαδή κάπου στα 9 δισ. € (και ακόμη, πιο πολύ).

Φυσικά, με όλα αυτά δεδομένα, η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει, από τα Μνημόνια. Οι δανειστές θεωρούν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, αναγκαίο ένα νέο δάνειο και ένα νέο Μνημόνιο, για την Ελλάδα.

Το μόνο, στο οποίο μπορούν να ελπίζουν οι παραπαίοντες Σαμαράς και Βενιζέλος είναι η συμμετοχή των δανειστών, σε ένα προεκλογικό θέατρο, το οποίο θα "διώχνει" την τρόϊκα, μέχρι να ξεκαθαριστεί, οριστικά, το, εάν η χώρα οδεύσει προς εκλογές - το αργότερο, μέχρι το Μάρτιο του 2015. Αυτό το θέατρο, φυσικά, όπως και η συμμετοχή των δανειστών, θα πρέπει να συνεχισθεί, μέχρι την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, μέσα, σε αυτό το χρονικό διάστημα, εφ' όσον οριστικοποιηθεί η αδυναμία εκλογής του νέου προέδρου της χώρας, από αυτή την βουλή.

Βέβαια, όταν τα πράγματα ξεκαθαρισθούν και εφ' όσον οι βουλευτικές εκλογές αποφευχθούν, το Δ.Ν.Τ. και η τρόϊκα των δανειστών θα επανέλθουν. Όπως, επίσης και το νέο Μνημόνιο - το τρίτο στη σειρά - θα υπογραφεί.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι, καθόλου, εύκολα. Οι δανειστές μπορεί να θέλουν να βοηθήσουν την κυβέρνηση των Σαμαρά - Βενιζέλου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δυνατό να πράξουν αυτό που θέλουν, την στιγμή, που βλέπουν ότι αυτή η κυβέρνηση έχει ελάχιστες πιθανότητες, έως καμμία ελπίδα, για να επιβιώσει. Τον Ιούνιο του 2012, οι δανειστές, το μπορούσαν και το έκαναν. Βοήθησαν, με όλες τους τις δυνάμεις την Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, καθώς και την ΔΗΜΑΡ. Έδωσαν τον αγώνα τον "καλό", για τον Αντώνη Σαμαρά, τον Βαγγέλη Βενιζέλο. και τον Φώτη Κουβέλη. Τώρα, τους είναι πολύ δύσκολο, να πράξουν κάτι ανάλογο.

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που, εάν οι βουλευτικές εκλογές διεξαχθούν, μέσα στο επόμενο εξάμηνο, η παρούσα κυβέρνηση και τα κόμματα, που την στηρίζουν, θα εξαφανισθούν, αφού ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προ των πυλών της κυβερνητικής εξουσίας.

Την οποία κυβερνητική εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ - μα, πάρα πολύ -, για να καταφέρουν να μην την πάρουν...

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ευρωζώνη : Μια νεκρή νομισματική ένωση, που όλoι αρνούνται να θάψουν. (Το ελληνικό δημόσιο χρέος, οι ιδεοληψίες του Ευάγγελου Βενιζέλου, η "ποσοτική χαλάρωση" του Mario Draghi και οι εμμονές των Γερμανών).



Το κόστος που προέκυψε, για την Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της μεθοδευμένης κρίσης χρέους, στην οποία παγιδεύτηκε, η ελληνική οικονομία, εξ αιτίας της ευρωζώνης, είναι τεράστιο και ανυπολόγιστο, ως προς την εκτίμησή του. Το ελληνικό ΑΕΠ, υπέστη μιαν απίστευτη κατακρήμνιση. Από 233 δισ. €, που ήταν, πριν την έλευση της χρεωκοπίας, έπεσε, στα 183 δισ. €, όπως φαίνεται, από τον παραπάνω πίνακα. Και φυσικά, έπεται συνέχεια. Οι καταθέσεις του ελληνικού πληθυσμού, στο τραπεζικό σύστημα της χώρας, από 238 δισ. € το 2010, γκρεμίστηκαν, στα 162 δισ. € - και η κατρακύλα δεν θα σταματήσει, αφού το κούρεμα των καταθέσεων, για την στήριξη του παραπαίοντος ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι προ των πυλών, επειδή η σωρευτική ζημία των ελληνικών τραπεζών, από το PSI του Μαρτίου του 2012 ξεπέρασε τα 42 δισ. € και συσσωματώθηκε, στις υπόλοιπες ζημιές, από την δραστική και κατακλυσμιαία οικονομική κρίση, που έφερε, στην χώρα η ευρωζώνη και οι εκπορευόμενες, από αυτήν, οικονομικές πολιτικές. Κυριότερο δείγμα, πέρα από την τεράστια εκροή των καταθέσεων, που προανέφερα, είναι τα προβληματικά, τα λεγόμενα "κόκκινα", δάνεια, τα οποία, με αιτία την βαρύτατη οικονομική κρίση, έφθασαν και ξεπέρασαν, το 34%, από το 8%, που ήσαν. Αυτός ο δείκτης σημαίνει, πολύ απλά, ότι τα κόκκινα δάνεια έχουν ξεπεράσει τα 77 δισ. € από το επίπεδο των 16 δισ. € που ήσαν, προηγουμένως, αφού τα τραπεζικά αποθέματα συνθλίβονται - ανάμεσα στα άλλα και - επειδή προέκυψε, ως προϊόν της κρίσης, η αδυναμία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν, στις δανειακές τους υποχρεώσεις. Αν υπολογίσουμε και την τεράστια απώλεια των εισοδημάτων, που προκύπτει, από την παρατεταμένη ανεργία, κάπου, 1.300.000 ενεργών πολιτών αυτής της χώρας, αντιλαμβανόμεθα, το μέγεθος της καταστροφής, που έχει επέλθει και η οποία θα συνεχισθεί.



Μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί, χωρίς να είναι μυθομανής, ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί, βλέποντας τα τωρινά του δεδομένα, ήτοι τον τεράστιο όγκο του, την σκληρή νομισματική του βάση και σύνθεση και την δομή, που το χαρακτηρίζει, ως προς τους κατόχους του;

Σε όλη την χρονική διαδρομή, που έχει κυλίσει, από την εποχή, που ξέσπασε η ουσιαστική ελληνική χρεωκοπία, δηλαδή, από τον Απρίλιο του 2010, μέχρι και πρόσφατα, έχω γράψει, σταθερά και αμετακίνητα, ότι, στα πλαίσια της ευρωζώνης, το ελληνικό δημόσιο χρέος μπορεί να εξυπηρετηθεί, εύκολα και απρόσκοπτα, μόνο, στην περίπτωση, κατά την οποία, την εξυπηρέτηση του χρέους αυτού, την αναλάβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ή ένας χρηματοδοτικός μηχανισμός, ο οποίος θα στηρίζεται, από την Ε.Κ.Τ. (Όποιος θέλει μπορεί να δει ένα παλαιό καλό και προφητικό δημοσίευμά μου του 2010, με τίτλο :  Οιονεί δημόσιο χρέος της ευρωζώνης θα γίνει το ελληνικό δημόσιο χρέος (το οποίο, παρά τα όσα λέγονται, είναι αντιμετωπίσιμο) και θα εξυπηρετείται από την Ε.Κ.Τ. ).

Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι αυτή η ανάληψη της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, από την Ε.Κ.Τ., θα πρέπει να συνοδεύεται και από την χρήση του δικαιώματος της νομισματοκοπής, από την ίδια την Ε.Κ.Τ., υπέρ του ελληνικού κράτους, στο οποίο, μάλιστα, τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα πρέπει να δίνουν το δικαίωμα να καταφεύγει, στην νομισματοκοπή (seigniorage), προκειμένου να μπορεί να εξυπηρετεί, ομαλά, τις πληρωμές (τακτικές και έκτακτες) του χρέους του. Και εάν η Ε.Κ.Τ. δεν του επιτρέπει μια τέτοια άσκηση του δικαιώματος της κρατικής νομισματοκοπής, τότε, το ελληνικό κράτος θα πρέπει να το ασκεί μόνο του, χωρίς την άδεια των οργάνων της Ε.Κ.Τ., καταφεύγοντας, στην χρήση των έκτακτων εξουσιών, που προβλέπει το Σύνταγμα και η νομοθεσία του. [Δείτε το παλαιό καλό δημοσίευμά μου, με τίτλο :  ΕΚΛΟΓΕΣ 4/10/2009 - ΠΑΣΟΚ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΗΤΤΑ ΣΤΟΝ ΘΡΙΑΜΒΟ με τον ίδιο αριθμό ψήφων, που είχε και στις εκλογές του 2004! (Ή ΠΩΣ Η ΝΔ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ) ].

Η Ε.Κ.Τ., φυσικά, ως κεντρικό τραπεζικό όργανο της νομισματικής ένωσης των χωρών, που συμμετέχουν, στην ευρωζώνη, αρνείται και να διανοηθεί την άσκηση τέτοιου είδους πολιτικών και ενεργειών, ενώ το ελληνικό δημόσιο - δηλαδή οι ελληνικές κυβερνήσεις -, μέχρι τώρα, δεν έχει διεκδικήσει, δεν έχει απαιτήσει και δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage, καταφεύγοντας, έστω, στην χρήση των έκτακτων μέτρων διακυβέρνησης, που προβλέπει η νομοθεσία της χώρας.

Έτσι, όσο το νόμισμα της Ελλάδας παραμένει το ευρώ, δηλαδή, όσο η χώρα μένει στην ευρωζώνη και δεν υιοθετεί ένα δικό της εθνικό νόμισμα, το οποίο να εκδίδει η ίδια, κατά βούληση και στις απαραίτητες ποσότητες και το οποίο να καταστήσει, ως κυρίαρχη νομισματική βάση του χρέους της, μετατρέποντας την νομισματική σύνθεση του χρέους αυτού, τουλάχιστον, στα επίπεδα που αυτή ήταν, πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη (δηλαδή κατά 80%, έως 85% εκφρασμένο, στο εθνικό νόμισμα και κατά 15%, έως 20%, σε ευρώ και άλλα ξένα νομίσματα), το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, αυτοδύναμα, από την ελληνική οικονομία και το ελληνικό δημόσιο. Αυτή είναι η τραγική αλήθεια, την οποία, έχω, επανειλημμένως, περιγράψει. Κάτω από αυτές τις, εξαιρετικά, καταθλιπτικές συνθήκες, η ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να ανακάμψει, στον αιώνα τον άπαντα. [Το παλαιό άρθρο μου, στο παρόν μπλογκ, με τίτλο :  Το χρέος αφανίζει το έθνος. (Η εξίσωση και η διαδικασία υλοποίησης της πρόβλεψης του Ανδρέα Παπανδρέου και η στρατηγική βλακεία της ελληνικής ελίτ) , εξηγεί το περιεχόμενο της παγίδας θανάτου, στην οποία έχει εγκλωβιστεί η ελληνική οικονομία. Δεν είναι, μόνον, αυτό το άρθρο, που επεξηγεί το όλο ζήτημα, αλλά είναι χαρακτηριστικό].

Παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι θεωρούν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι "βιώσιμο" (εννοώντας ότι μπορεί να εξυπηρετηθεί). Πρώτος και καλύτερος υπερασπιστής και κήρυκας της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά και υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος επιμένει, με ιεραποστολικό φανατισμό, ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος των 322 δισ. € (στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερο, αλλά, για να μην χαθούμε, στις αντιδικίες, για το ύψος του, ας μείνουμε, σε αυτόν τον επίσημο αριθμό), το οποίο αντιστοιχεί, σε ένα ΑΕΠ, που φθάνει, περίπου, στα 183 δισ. € και αποτελεί, επιεικώς, το 175,95% του ΑΕΠ αυτού, μπορεί να εξυπηρετηθεί και είναι "βιώσιμο", αφού το "πραγματικό" ύψος του χρέους αυτού (υποτίθεται, κατά τον - σταθερά, αμετροεπή Ευάγγελο - ότι) φθάνει, στο 60% του ΑΕΠ της χώρας.




Με λίγα λόγια, ο Ευάγγελος Βενιζέλος ισχυρίζεται ότι το "πραγματικό χρέος" του ελληνικού κράτους φθάνει τα 110 δισ. €. Ο ισχυρισμός αυτός, βέβαια, είναι παιδαριώδης και είναι καλό και χρήσιμο να δούμε το πώς επιχειρεί να τον καταστήσει πιστευτό. Αλλά, για να δούμε την επιχειρηματολογία του αντιπρόεδρου της κυβέρνησης (ο οποίος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, από τον Ιούνιο του 2011, μέχρι τον Μάρτιο του 2012 ήταν υπουργός Οικονομικών, στις κυβερνήσεις ΓΑΠ και Λουκά Παπαδήμου και φέρει το βαρύ φορτίο των καταστροφικών εξελίξεων εκείνης της εποχής, με πρώτη και "καλύτερη" αυτή του PSI του Μαρτίου του 2012), πρέπει να εξετάσουμε την σύνθεση των κατόχων του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Από τα 322 δισ. € του ελληνικού δημόσιου χρέους : 

Τα 54 δισ. € αφορούν ποσά, τα οποία δανείστηκε το ελληνικό δημόσιο, από τα κράτη της ευρωζώνης. 

Το ελληνικό κράτος δανείστηκε 139,8 δισ. €, από τον EFSF.

Άλλα 30,1 δισ. €, αφορούν δανεισμό, που έχει ληφθεί από το Δ.Ν.Τ. (Ο δανεισμός θα συνεχιστεί, με, επί πλέον, ποσά, μέχρι το 2016).

Η Ε.Κ.Τ. και οι άλλες κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης κατέχουν 45 δισ. €, σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Ελληνικά κρατικά ομόλογα, ύψους, περίπου 33 δισ. €, βρίσκονται, σε ιδιωτικούς φορείς του εξωτερικού και είναι εκφρασμένα, σε ευρώ, σε swaps και σε άλλα νομίσματα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος και άλλες τράπεζες κατέχουν δάνεια του ελληνικού δημοσίου, ύψους 4,7 δισ. €.

Και υπάρχει ένα χρέος εκφρασμένο σε έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, που φθάνει, περίπου, στα 14 δισ. €, το οποίο κατέχουν διάφορες ελληνικές - κατά βάση -, αλλά και ξένες τράπεζες.


Εξετάζοντας, λοιπόν, την σύνθεση των κατόχων του ελληνικού δημόσιου χρέους, αυτό, που προκύπτει, ως συμπέρασμα, ευθέως και χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι το απλούστατο γεγονός ότι ο ισχυρισμός του Βαγγέλη Βενιζέλου δεν στηρίζεται, στα πραγματικά δεδομένα. Και αριθμητικά και ποσοστιαία, το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι - και δεν μπορεί να είναι -, στο 60% του ελληνικού ΑΕΠ και δεν φθάνει, ούτε μπορεί να φθάνει, στα 110 δισ. €, όσες προσθαφαιρέσεις και αν γίνουν, με δεδομένα τα παραπάνω αριθμητικά μεγέθη της σύνθεσης των κατόχων του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Βέβαια, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, προβάλλοντας αυτούς τους ισχυρισμούς, περί της "βιωσιμότητας" του ελληνικού δημόσιου χρέους, συντονίζεται και ουσιαστικά, υπηρετεί την επίσημη γραμμή του Βερολίνου και της Ε.Κ.Τ., που θέλουν να αποφύγουν μια πραγματική συζήτηση, για το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, επισήμως, έχουν ανακηρύξει, ως βιώσιμο και επιδιώκουν, πάση θυσία, να μην κουρευτεί. 

Τί προσπαθεί, λοιπόν, να πει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, συντονιζόμενος, με την επίσημη γραμμή των Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και Μάριο Ντράγκι - δηλαδή με την επίσημη θέση των δανειστών;

Αυτό, που προσπαθεί να πει ο Βαγγέλης Βενιζέλος είναι ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος μειώθηκε, στα 322 δισ. €, από 345 δισ. €, που είχε φθάσει, μέσα στο 2012, πριν το κούρεμα του Μαρτίου του 2012, ότι οι τόκοι του μειώθηκαν, από τα 17 δισ. €, στα 6 δισ. €, ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυτού, έπεσε, από το 4,75%, στο 2% και - κυρίως - ότι άλλαξε χέρια, αφού, από ένα χρέος, κατά 85%, σε ιδιώτες, που ήταν, τον Απρίλιο του 2010, μετατράπηκε, με τα Μνημόνια (τα  οποία - όπως λέει, με απίστευτη θρασύτητα και περισσή υποκρισία, ο νέος Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Γιούρκι Κατάϊνεν -, ως προγραμματικά έγγραφα, δεν αποτελούν "ενωσιακό δίκαιο", αλλά μέσα, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της!!!), σε ένα χρέος, προς επίσημους εθνικούς και υπερεθνικούς οργανισμούς (ευρωζώνη και Δ.Ν.Τ.), σε ποσοστό, περίπου, 84%, με αποτέλεσμα, μόνο, το υπόλοιπο, περίπου, 16% του ελληνικού δημόσιου χρέους να έχει μείνει, στα χέρια ιδιωτών (κάπου 52 δισ. €).

Ο Βενιζέλος αποδίδει, σε αυτή την δραστική αλλαγή της σύνθεσης των κατόχων του ελληνικού δημόσιου χρέους, το γεγονός ότι τα ελληνικά διαφορικά επιτόκια δανεισμού των δεκαετών ομολόγων αποκλιμακώθηκαν και από τα επίπεδα των 1000 μονάδων βάσης, που βρίσκονταν, μέχρι, σχετικά, πρόσφατα, έχουν φθάσει να βρίσκονται, τώρα, στις 470 μονάδες βάσης και ένα μέσο επιτόκιο δανεισμού, γύρω, στα 5,8%. Δεν έχει άδικο, σε αυτό, διότι, όντως, η αποκλιμάκωση αυτή είναι υπαρκτή. Όμως, η εξέλιξη αυτή, οφείλεται, σε άλλους λόγους, που είναι πολύ σπουδαιότεροι, από αυτόν, που αναφέρει ο Βαγγέλης Βενιζέλος και ο οποίος λόγος δεν έχει βαρύνουσα σημασία. 

Αυτό, που έχει πραγματική σημασία είναι το γεγονός ότι τα ελληνικά κρατικά ομόλογα παραμένουν απαγορευτικά, για δανεισμό. Και αυτό είναι που ο Βενιζέλος αρνείται να δει. Γιατί, αν το δει, θα πρέπει να μιλήσει, για την αιτία του. Και αυτό, ακριβώς, είναι που θέλει να αποφύγει.

Πράγματι, το γεγονός ότι, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, κυκλοφορούν λίγα ελληνικά κρατικά ομόλογα, έχει αποκλιμακώσει τα επιτόκια δανεισμού τους. Αλλά αυτό, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι καλό. Και δεν είναι καλό, διότι η αποκλιμάκωση αυτή οφείλεται, στο γεγονός ότι αυτός ο μικρός αριθμός τους, έχει δημιουργήσει την πεποίθηση, στους αγοραστές ότι τα ομόλογα αυτά δεν κινδυνεύουν, στο ορατό μέλλον, να μείνουν απλήρωτα, ή να κουρευτούν. Και πράγματι, τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται, αφού τα ποσά είναι αναξιόλογα.

Όμως, το γεγονός ότι υπάρχει το υπόλοιπο τεράστιο ελληνικό δημόσιο χρέος, που κατέχεται, από υπερεθνικούς οργανισμούς και κράτη, το οποίο όλοι αυτοί επιχειρούν και επιδιώκουν να συνεχίσουν να επιχειρούν, την, εκ νέου, μετακύλιση του χρέους αυτού, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, χωρίς κούρεμα, καθιστά τις αγορές αυτές αρνητικές, σε μια τέτοια επαναμετακύλιση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Το γιατί συμβαίνει αυτό, είναι, εύκολα, κατανοητό.

Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, που βρίσκεται, στα χέρια των "επισήμων φορέων", δεν μπορεί να πληρωθεί και γι' αυτό απαιτούν ένα δραστικό κούρεμά του, πριν αυτό, μετακυλιθεί και πάλι στους ιδιωτικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ούτως ώστε να αποφευχθεί να σκάσει, στα χέρια τους, το αναπόφευκτο κούρεμα. Και για τον λόγο αυτόν, κρατούν, σε ακριβά και απαγορευτικά επίπεδα, τον ελληνικό δημόσιο δανεισμό - όπως, άλλωστε, ακριβός είναι και ο δανεισμός, για όλες τις χώρες της ευρωζωνικής περιφέρειας. Όλα αυτά έχουν περιγραφεί, πολύ καλά, στο παρόν μπλογκ, πολλές φορές και επί της ουσίας, τίποτε δεν έχει αλλάξει, που να διαφοροποιεί την, εδώ και πολύ καιρο, βαλτωμένη κατάσταση, στον χώρο της χρεωκοπημένης ευρωζώνης. [Δείτε τα παλαιότερα άρθρα μου, στο παρόν μπλογκ, που ασχολούνται, με το θέμα αυτό :  Σαν σκουπίδια, για πέταμα και σαν σκουλήκια, για πάτημα. (Οι κυρίαρχοι δανειστές οδηγούν τους ψοφοδεείς κυβερνητικούς εταίρους των Αθηνών, στο κρεματόριο του ESM και στο 3ο Μνημόνιο) και Τί επιδιώκουν και γιατί επιμένουν στην υπογραφή του 3ου Μνημονίου οι δανειστές, οδηγώντας τους εντόπιους μπράβους τους στον ασφυκτικό θάνατο; (Η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2014 - 2016 και η άρνηση των τραπεζων να φορτωθούν το ακούρευτο ελληνικό δημόσιο χρέος) . Το περιεχόμενο των άρθρων αυτών, παραμένει χρήσιμο και πάντα, επίκαιρο].

Αυτό, που δεν θέλει να ομολογήσει ο Βαγγέλης Βενιζέλος είναι ότι το PSI του Μαρτίου του 2012 ήταν μια απάτη, που στήθηκε, σε βάρος της ελληνικής οικονομίας, ούτως ώστε να φορτωθούν ένα επαχθέστατο κομμάτι, από το κόστος του ελληνικού δημόσιου χρέους, οι ελληνικές τράπεζες, τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, διάφοροι άλλοι ελληνικοί κρατικοί οργανισμοί και φυσικά, οι Έλληνες μικροομολογιούχοι, αφού οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν την δυνατότητα, σε όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, να ξεφορτώσουν, στην Ε.Κ.Τ. (που εξαιρέθηκε από το κούρεμα) και σε ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς φορείς, ένα μεγάλο κομμάτι, από το ελληνικό δημόσιο χρέος, με αποτέλεσμα η χώρα να πληρώσει η ίδια ένα μεγάλο μέρος του εικονικού PSI εκείνης της εποχής - ψυχή του οποίου, ως προς την εφαρμογή του (και καταστροφέας του τόπου), υπήρξε ο ίδιος ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών.

Το ελληνικό δημόσιο χρέος, λοιπόν, όσα και αν λέει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, αφού, φυσικά, όλα αυτά τα δάνεια των 245 δισ. €, που έδωσαν η ευρωζώνη και το Δ.Ν.Τ., δεν υπήρξαν άτοκα, ούτε χρηματοδοτούνται, μέσω του δικαιώματος της νομισματοκοπής, αλλά είναι έντοκα και υπάρχει η απαίτηση της αποπληρωμής τους, εις ολόκληρον. Όπως, επίσης, δεν είναι άτοκα και όλα τα υπόλοιπα.

Έτσι, όλα αυτά έχουν τον χαρακτήρα ενός σισύφειου έργου. Αυτό, βέβαια, δεν αφορά, μόνο, την Ελλάδα. Μπορεί η χώρα μας να είναι η πιο προχωρημένη - η πιο ακραία - περίπτωση, αλλά όλα αυτά αφορούν ολόκληρη την ευρωζώνη και τα κράτη, που την απαρτίζουν, αφού όλη η ευρωζώνη, ως νομισματική ένωση, έχει χρεωκοπήσει. Της Γερμανίας, μη εξαιρουμένης, αφού αυτή είναι εκείνη, η οποία θα κληθεί να πληρώσει, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, τα χρέη όλων των υπολοίπων.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οποιεσδήποτε κρούσεις, στην γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, για "χαλάρωση", είναι λόγια, εις ώτα μη ακουόντων. Ούτε ο Αντώνης Σαμαράς, που πηγαίνει την ερχόμενη Τρίτη, στο Βερολίνο, ούτε ο Mario Draghi πρόκειται να την πείσουν.


Mario Draghi. Σαν διοικητής της Ε.Κ.Τ. αποδεικνύεται αδύναμος. Όσα πράττει είναι too little, too late...




Ο Mario Draghi, μάλιστα, παρότι ανακοίνωσε ότι ελπίζει να αυξήσει σημαντικά τον ισολογισμό της Ε.Κ.Τ., δηλαδή, κατά περίπου 1 τρισ. €, με σκοπό το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αυτών να κατευθυνθούν, υπό την μορφή φθηνών δανείων, προς τις τράπεζες, σε αντάλλαγμα για collateral, θα αποτύχει, παταγωδώς, προφανώς, διότι δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Ο νομισματικός μηχανισμός είναι πολύ αδύναμος και δεν πρόκειται να λειτουργήσει, σε αντίθεση, με ό,τι έγινε το 2012 - τότε, δηλαδή, που η ευρωζώνη ήταν, σε χρηματοπιστωτική κρίση. Τώρα, το πρόβλημα είναι ο εγγενής αποπληθωρισμός της ασκούμενης πολιτικής των δημοσιονομικών πολιτικών, που ακολουθούνται, στην ευρωζώνη, αφού κράτη και νοικοκυριά προσπαθούν να μειώσουν τα χρέη τους, περιορίζουν την κατανάλωση και φυσικά, την ζήτηση, για δάνεια.

Οι πραγματικές αγορές τίτλων δεν πρόκειται να ξεπράσουν τα 450 δισ. €, γεγονός, που σημαίνει ότι, στο διάστημα τριών ετών, που προβλέπεται αυτή η διαδικασία, η μηνιαία αποτίμηση των εκροών προβλέπεται να είναι, γύρω στα 12,5 δισ. €. Και φυσικά, αυτό το ποσό είναι, απολύτως, ανεπαρκές.


Για να πετύχει η πιστωτική χαλάρωση του Μάριο Ντράγκι πρέπει να σπάσει ο φαύλος κύκλος. Αυτό θα μπορούσε, σε έναν σημαντικό βαθμό, να γίνει, με την αγορά κρατικών ομολόγων, κάπου 60 (με 70) δισ. € κάθε μήνα, όσο, δηλαδή το 0,8% του συνολικού κρατικού χρέους, στην ευρωζώνη, κάτι που κάνει η αμερικανική FED και την στιγμή, που η Τράπεζα της Ιαπωνίας αγοράζει περίπου 55 δισ. €, σε στοιχεία ενεργητικού, κάθε μήνα, για να αντιμετωπίσει τον αποπληθωριστικό φαύλο κύκλο

Αν ο Mario Draghi διοικούσε μια πραγματική κεντρική τράπεζα, θα προχωρούσε σε παραδοσιακές πράξεις ανοιχτής αγοράς και θα συνέχιζε να αγοράζει στοιχεία ενεργητικού, χωρίς όρια, για να κτυπήσει - όσο είναι δυνατό - τον αποπληθωρισμό, που πλήττει την ευρωζώνη, μέχρι να επιτύχει τον στόχο ενός πληθωρισμού, στα όρια του 2%, που έχει θέσει η Ε.Κ.Τ. Αλλά η Ε.Κ.Τ. δεν είναι πραγματική κεντρική τράπεζα. Και ως εκ τούτου, δεν το μπορεί. Και δεν το θέλει, επειδή δεν το θέλει η Γερμανία, η οποία επιθυμεί η νομισματική πολιτική  να είναι σφιχτή και η δημοσιονομική πολιτική, ακόμη, πιο πολύ σφιχτή - στα όρια της καταστροφής.


Δεν κάνω, εδώ, μια ανέξοδη και εύκολη κριτική στην Γερμανία.

Οι Γερμανοί πολιτικοί έχουν δίκιο, όταν λένε ότι μια χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, όπως, επίσης και το πρόγραμμα, για την πιστωτική επέκταση - έστω αυτό το εικονικό και ανεπαρκές, για το οποίο έχει κάνει λόγο ο Mario Draghi - είναι μια δημοσιονομική ένωση, από την πίσω πόρτα και μια παραβίαση των αρχών της ευρωζώνης, που οδηγεί, σε μια τεράστια αναδιανομή του πλούτου, εντός αυτής.

Η κριτική, που κάνω είναι μια κριτική της ίδιας της ευρωζώνης, ως μιας νομισματικής ένωσης. Μιάς νομισματικής ένωσης, η οποία είναι νεκρή. Και την οποία όλοι - μέχρι τώρα - αρνούνται να θάψουν...

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Πού πάει η παγκοσμιοποίηση; (Από το 1914, στο 2014 : Τα δομικά αδιέξοδα της παγκοσμιοποιητικής λειτουργίας, ως αποτυχημένου αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού και η εσωστρεφής αναδίπλωση των Η.Π.Α. και της Δύσης, λόγω της ανακατανομής της παγκόσμιας ισχύος, εις βάρος τους και υπέρ της Κίνας και της Ρωσίας).




Benjamin Franklin : "Ή θα μείνουμε δεμένοι, ή – είναι βέβαιο - θα μας δέσουν για κρέμασμα".


Πού πάει η παγκοσμιοποίηση;


Οι εξελίξεις, που ακολούθησαν την μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς και η τρέχουσα αντιπαράθεση της Δύσης, με την Ρωσία, γύρω, από την Ουκρανία, όπως και η ίδια η εμφάνιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δείχνουν ότι η παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε, με ορμητικό τρόπο, αμέσως, μετά την κατάρρευση και την αυτοδιάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης", ως οικονομικό και πολιτικοϊδεολογικό εργαλείο άσκησης της αμερικανικής εθνικής πολιτικής και της συντήρησης της μονοκρατορικής αμερικανικής κυριαρχίας, σε πλανητικό επίπεδο, οδεύει, προς ένα οδυνηρό τέλος. 

Η παγκοσμιοποίηση της τελευταίας 20ετίας, όπως δείνουν τα πράγματα, φαίνεται να οδηγείται, σε ένα τέρμα, το οποίο θα είναι ανάλογο, με το τέλος της αντίστοιχης παγκοσμιοποίησης, η οποία είχε προηγηθεί, του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του οποίου η έκρηξη, τον Αύγουστο του 1914, έφερε την κατάρρευσή της και ουσιαστικά έβγαλε, στην επιφάνεια, όλες εκείνες τις αντίρροπες δυνάμεις, που αντιστρατεύονταν την συνέχισή της, ως οικονομικής διαδικασίας, καθώς και τις ίδιες τις αδυναμίες της, ως οικονομικού φαινομένου, οι οποίες δεν ήσαν λίγες, ούτε χωρίς σημασία.

Έτσι, η παγκοσμιοποίηση, ως οικονομικό φαινόμενο και ως θεσμική οικονομική λειτουργία, η οποία, για να πούμε την αλήθεια, υπήρξε λιγότερο χαώδης, κατά το απώτερο παρελθόν (ήτοι στις αρχές του περασμένου αιώνα), από ό,τι είναι η τωρινή, πραγματοποιήθηκε, με τους κοσμοπολιτικούς κανόνες και τους θεσμούς της εντατικής και εκτατικής ανάπτυξης του καπιταλισμού και εκ των πραγμάτων και εξ αυτής της λειτουργίας της, προέβη, σε μια τεράστια διανομή και ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες δεν είχαν ουδέτερο χαρακτήρα και φυσικά, δεν επήλθαν, χωρίς συνέπειες, οι οποίες είχαν κεφαλαιώδη σημασία και αξία.

Όπως και τότε, κατά την εποχή, της προηγούμενης παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και έληξε, άδοξα, το 1914, με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, έτσι και τώρα, με την παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", οι κανόνες του παιχνιδιού, ως αυτόνομου οικονομικού φαινομένου και μέσα από την καθαρά οικονομική του λειτουργία, οδήγησαν, σε πολύ απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα, τα οποία είχαν να κάνουν, με την τεράστια έκταση του παραγόμενου πλούτου και της διανομής του, η οποία, εκ των πραγμάτων, οδήγησε και στην ανακατανομή του, σε διεθνές επίπεδο, ανάμεσα στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και στις νέες δυνάμεις, που προϋπήρχαν της παγκοσμιοποίησης, ως μεγάλα αριθμητικά πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά ήσαν οικονομικοί νάνοι, γεγονός, το οποίο δεν τους επέτρεπε, πριν από την έλευση της παγκοσμιοποίησης, να είναι αξιόλογα μεγέθη, στην διεθνή κατανομή της ισχύος. 

Και στην περίπτωση της τωρινής διαδικασίας παγκοσμιοποίησης, όπως συνέβη και στην προηγούμενη, η διανομή και η ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου, σε διεθνές επίπεδο, δεν υπήρξαν ουδέτερες, ούτε ήσαν, χωρίς κεφαλαιώδεις συνέπειες και επίσης, δεν στερούνται της ανάλογης τεράστιας σημασίας και αξίας.

Καί τότε, όπως και τώρα, η τεράστια έκταση του παραγόμενου πλούτου και η ανακατανομή του, οδήγησαν, σε μιάν άλλη διαδικασία, η οποία μπορεί να ήταν αναπόφευκτη και να προέκυψε, ως φυσικό αποτέλεσμα, αυτών των δύο αποτελεσμάτων των δύο παγκοσμιοποιήσεων του 20ου και του 21ου αιώνα, αλλά δεν ήταν και εξακολουθεί και σήμερα, να μην είναι αποδεκτή.

Έτσι και στις δύο αυτές παγκοσμιοποιήσεις, η παραγωγή, η διανομή και η ανακατανομή του παραγόμενου παγκόσμιου πλούτου, ως οικονομικά φαινόμενα, οδήγησαν στην δραματική ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος, ανάμεσα, στις παραδοσιακές κυρίαρχες δυνάμεις και στους νέους ανταγωνιστές τους, γεγονός, το οποίο ήταν και τότε, όπως και τώρα, καταλυτικό, αφού αυτή η δραματική ανακατανομή της ισχύος προξένησε και προξενεί την ένταση των αντιδράσεων τεράστιων αντίρροπων δυνάμεων, οι οποίες προέρχονται από εκείνους, οι οποίοι θίγονται - ή θεωρούν ότι θίγονται -, από την εξέλιξη και την φορά των πραγμάτων, έτσι, όπως αυτές προκύπτουν, από τους κανόνες και τα αποτελέσματα των δράσεων, μέσα στις παγκοσμιοποιητικές διαδικασίες.

Αυτοί οι θιγόμενοι, που αντιδρούν και διαβρώνουν το έδαφος, στο οποίο κινείται, σε κάθε χρονική περίοδο, η παγκοσμιοποίηση, είναι τα εθνικά κράτη και οι εθνικές ελίτ (αλλά, σε έναν βαθμό και από κοντά και οι κοινωνίες, επί των οποίων στηρίζονται τα κράτη και για την τύχη των οποίων αποφασίζουν οι ελίτ αυτές), που διαπιστώνουν ότι αυτή η ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος λειτουργεί, εις βάρος τους, με αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό και την περιθωριοποίησή τους, εάν έχουμε να κάνουμε, με παραδοσιακές κυρίαρχες δυνάμεις. 

Πολλές φορές, όμως, οι θιγόμενοι είναι οι νέες ανερχόμενες δυνάμεις, οι οποίες κάποια στιγμή διαπιστώνουν ότι η προϋπάρχουσα κατανομή της ισχύος, η οποία είχε διαμορφωθεί, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, εμποδίζει την - κατά την γνώμη τους - ομαλή και φυσιολογική εξέλιξη της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία, εντέλει, τείνει και πραγματοποιεί τον μετασχηματισμό της αναδιανομής της οικονομικής ισχύος, στην αντίστοιχη ανακατανομή της εθνικής, της πολιτικής και της στρατηγικής ισχύος, κάθε χώρας, ή κάθε συνασπισμού χωρών.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καθόλου αφύσικο. Είναι, απολύτως, φυσιολογικό, αφού η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, ιστορικά, δεν προέκυψε, αφ' εαυτής και δεν υπήρξε ένα καθαρά οικονομικό φαινόμενο. Σίγουρα, η παγκοσμιοποίηση έχει μια σαφέστατη οικονομική λειτουργία, η οποία είναι και άμεσα ορατή, αλλά ως μηχανισμός και ως πολιτικός και κοινωνικός σχεδιασμός, είναι κάτι, πολύ περισσότερο, από ένα οικονομικό φιανόμενο. 

Η παγκοσμιοποίηση, όσες φορές έλαβε χώρα, ως εφαρμοσμένο παγκόσμιο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σχέδιο, ήταν, μεν, προϊόν της ίδιας της διαδικασίας ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο, ως επεκτατικό οικονομικό σύστημα, ασφυκτιά, μέσα στα εθνικά πλαίσια των διαφόρων κρατών και στηρίζεται, στις θεωρίες, τις αντιλήψεις και τις δοξασίες διάφορων χρηματοπιστωτικών, κατά βάση - αν και όχι μόνο - καπιταλιστικών ελίτ, των οποίων το σύνολο των πεποιθήσεών τους υπήρξε και είναι κοσμοπολιτικό και φιλελεύθερο, αλλά, πάντοτε, στον πυρήνα της η παγκοσμιοποίηση ήταν ένα εθνικό σχέδιο των, σε κάθε χρονική περίοδο, κρατών και των ελίτ, που διοικούσαν και διοικούν αυτά τα κράτη, τα οποία ασκούν μια άτυπη, ή τυπική, αλλά, πάντως, σε κάθε περίπτωση, αναγνωρισμένη και αποδεκτή παγκόσμια κυριαρχία.

Έτσι, πάντοτε, η παγκοσμιοποίηση, σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, εμπεριέχει και εκείνο το ουσιαστικό στοιχείο, το οποίο οδηγεί, στην αναστροφή των διαδικασιών εξέλιξής της και επιφέρει την διακοπή της, η οποία δεν θα είναι χωρίς σοβαρές αρνητικές συνέπειες, που θα μπορούσαν να είναι και καταστροφικές, όπως συνέβη, πριν, από, ακριβώς, 100 χρόνια, με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1914. 

Το ουσιώδες στοιχείο, που οδηγεί την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, στην αποδιοργάνωση, στην διάβρωση και τελικά, στην κατάρρευση, δεν είναι άλλο, από την εθνική της βάση, ως σχεδίου και ως εργαλείου άσκησης εθνικής πολιτικής, σε παγκόσμια κλίμακα. 

Όμως, δεν είναι μόνον ο εθνικισμός, ως φαινόμενο, που οδηγεί την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, στα αδιέξοδα, που περιγράψαμε. Ο εθνικισμός, ως ενεργή και έμπρακτη εκδήλωση, έρχεται, ως παράγωγο, άλλων ενδογενών αδιεξόδων, στα οποία οδηγείται η παγκοσμιοποίηση, τα οποία προκύπτουν από την στιγμή, που η ανακατανομή της ισχύος, σε παγκόσμιο, ή ακόμη και σε τοπικό επίπεδο, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, ξεπερνάει κάποια όρια, τα οποία, ως διαπίστωση, έχουν και ένα υποκειμενικό περιεχόμενο, του οποίου η διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα μπορούσαμε, βέβαια, να πούμε ότι είναι, μόνον, το φαινόμενο του εθνικισμού, που αποδομεί την παγκοσμιοποίηση και να μείνουμε με την εντύπωση, ότι έχουμε περιγράψει τις αιτίες αυτής της αποδόμησης.

Όμως, δεν είναι έτσι, τα πράγματα. Ο ενεργοποιημένος εθνικισμός, ως παράγωγο φαινόμενο της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και συγκεκριμένα, ως αντίρροπη δύναμη, που δρα, μέσα στα πλαίσιά της, προφανώς, παίζει καταλυτικό ρόλο, όταν το οικοδόμημα αυτό αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές και να τρίζει. Και προφανώς, είναι αυτός ο ενεργοποιημένος και έμπρακτος εθνικισμός, που οδηγεί την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, σε αποσύνθεση. Ο ενεργός και έμπρακτος εθνικισμός είναι ο δράστης της δολοφονίας της παγκοσμιοποίησης. Ο δράστης, όμως αυτής της δολοφονίας δεν είναι η αιτία της δολοφονίας. Η αιτία - ή καλύτερα οι αιτίες - αυτής της δολοφονίας είναι αλλού. 

Ένα πολύ σημαντικό μέρος του προβλήματος της αποτυχίας του εφαρμοσμένου σχεδίου της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης έχει να κάνει, βέβαια, με το γεγονός της εγγενούς αδυναμίας, της παγκοσμιοποίησης, ως οικονομικού μηχανισμού, ο οποίος, στηριζόμενος, σε σκληρά νομίσματα, αφού το τραπεζικό σύστημα και ο ευρύτερος χρηματοπιστωτικός τομέας είναι εκείνοι οι μηχανισμοί, που προσδιορίζουν τις ροές του χρήματος, με αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό των οικονομικών λειτουργιών των εθνικών κρατών, οδήγησε, στην δημιουργία μιας συμπιεσμένης μεσαίας τάξης, αφού, μέσα από αυτήν την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, το ανώτερο 1% μάζεψε όλα τα κέρδη της διαδικασίας αυτής.

Το γεγονός αυτό, που ήταν, προφανώς, σημαντικό και βοήθησε, τα μάλα, στην αποδιοργάνωση του συστήματος, αφού, πάντοτε, η τεράστια ανισότητα, στην εισοδηματική κατανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, οδηγεί τις οικονομίες, στο ξέσπασμα υφέσεων και κρίσεων, είχε και μιαν άλλη τεράστια και κεφαλαιώδη παγκόσμια διάσταση, η οποία οδηγεί, στην αναδίπλωση, τις αμερικανικές και τις δυτικές ελίτ και στην εγκατάλειψη του σχεδίου της παγκοσμιοποίησης.

Και αυτή η διάσταση είναι καίρια, αφού έχει να κάνει, με την οικονομική λειτουργία της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή με την διανομή και την ανακατανομή, του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες λειτούργησαν εις βάρος των παραδοσιακών κυρίαρχων δυνάμεων της κάθε εποχής και υπέρ των οικονομιών των νέων δυναμικών χωρών, κοινωνιών και εθνικών ελίτ - της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, μιλώντας, για την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, σήμερα, ή της Γερμανίας, των Η.Π.Α., της Ιαπωνίας και της Ιταλίας, μιλώντας για την παγκοσμιοποίηση, που προηγήθηκε του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.


Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι οι αιτίες της δολοφονίας της παγκοσμιοποίησης βρίσκονται, στον ίδιο τον σχεδιασμό της, εντός του οποίου οι δημιουργοί του, εν λόγω σχεδιασμού εμφανίζουν την παγκοσμιοποίηση, ως ουδέτερη - ή, περίπου, ουδέτερη - διαδικασία ενοποίησης του πλανήτη, μέσα από την οικονομική αναπτυξιακή διαδικασία, που επιφέρει η καπιταλιστική κερδοφορία και της προσδίδουν ένα φιλελεύθερο κοσμοπολιτικό περιεχόμενο, το οποίο πολλές φορές παρουσιάζεται, - χωρίς, όμως, να είναι -, ως διεθνιστικό. 

Όμως, παρά τα πολιτικοϊδεολογικά ψυμίθια, με τα οποία περιβάλλεται η παγκοσμιοποίηση, ως ενεργός διαδικασία, από τους κατασκευαστές της, η ωμή αλήθεια είναι ότι ο πυρήνας και η στόχευση του παγκοσμιοποιητικού σχεδίου, σε κάθε εποχή, έχει εθνική βάση και εξυπηρετεί εθνικούς, στόχους και τις ανάλογες επιδιώξεις των εθνικών ελίτ, που εξυπηρετούνται, από το σχέδιο αυτό.

Εάν η παγκοσμιοποίηση δεν είχε εθνική βάση, εάν, δηλαδή, δεν αποτελούσε ένα εθνικό σχέδιο και εάν οι βάσεις της είχαν ένα, μίνιμουμ, έστω, διεθνισμού και όχι κοσμοπολιτισμού - ο οποίος πλασσάρεται ως διεθνισμός -, τα οικονομικά ζητήματα της όλης παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, τα οποία υποτίθεται ότι είναι ζωτικά, θα έμεναν, σε απόσταση από τις αντιπαραθέσεις, που προέρχονται, από τις εθνικές, τις πολιτικές και τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις των εμπλεκομένων.

Μια παγκόσμια οικονομία, που οδεύει, προς ενοποίηση, μέσα απο τις οικονομικές διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, έχει ανάγκη μία αρχιτεκτονική θεσμών, που θα οδηγούσαν στην πολιτική συνεργασία. Και εάν αυτό ήταν το κυριότερο πρόβλημα, θα την έβρισκαν αυτήν την θεσμική αλληλουχία, που θα προχωρούσε, παραπέρα, την παγκοσμιοποιητική διαδικασία.

Όμως, η παγκοσμιοποίηση δεν μπόρεσε, ούτε, κατά τελευταίο τέταρτο του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και όπως φαίνεται, δεν μπορεί, ούτε και στους σύγχρονούς μας καιρούς, να βρει την κατάλληλη θεσμική συγκρότηση, προκειμένου να σταθεί δυνατό να εκατασκευή, απρόσκοπτα.

Δεν μπόρεσε η παγκοσμιοποίηση να βρεί την κατάλληλη θεσμική συγκρότηση και δεν το μπορεί, διότι, ως σχεδιασμός και ως πραγματοποιημένη ιδεολογικοπολιτική κατασκευή, μπορεί να υπήρξε κοσμοπολιτική, αλλά, ουδέποτε υπήρξε διεθνιστική, αφού, σε κάθε χρονική φάση, η παγκοσμιοποίηση συγκροτήθηκε και υπήρξε, ως πολιτική μιας πλανητικά κυρίαρχης εθνικής ελίτ, περισσότερο, ή λιγότερο, μεγάλης, ως αριθμητικού μεγέθους και όχι ως διεθνιστικό σχέδιο, με οικουμενική βάση και ενοποιητική στόχευση μιας οικουμένης, ως συνόλου.

Και στην προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης, που έληξε, με καταστροφικό τρόπο, τον Αύγουστο του 1914 και όπως φαίνεται και στις ημέρες μας, τα οικονομικά ζητήματα, μπορεί να υπήρξαν και να είναι πολύ σημαντικά, αλλά δεν ήσαν και δεν είναι ζωτικά. Όπως αποδείχτηκε, με οδυνηρό τρόπο, το 1914 και όπως προκύπτει και σήμερα, τα ζωτικά ζητήματα ήσαν και εξακολουθούν να παραμένουν, για τους εμπλεκόμενους, στην όλη διαδικασία, τα άλλα. Και αυτά τα άλλα είναι οι εθνικές επιδιώξεις, οι πολιτικές στοχεύσεις και συμμαχίες, καθώς και οι γεωστρατηγικοί προσανατολισμοί των εμπλεκομένων μερών.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι, κοινωνιολογικά, δυσεξήγητο.

Η παγκοσμιοποίηση υπήρξε και υπάρχει, ως ένα εθνικό σχέδιο, προς υλοποίηση και εφαρμογή και όχι, ως πραγματοποιήσιμο διεθνιστικό σχέδιο, επειδή η ύπαρξη ενός οποιουδήποτε κοινωνικού σχεδιασμού απαιτεί και μια κοινωνική βάση, με συγκεκριμένα και ενεργά συμφέροντα, που να τον στηρίξει και πάνω από όλα, να τον σχεδιάσει. Έτσι, ο οποιοσδήποτε σχεδιασμός απαιτεί την ύπαρξη κάποιας συγκροτημένης κοινωνικής ομάδας, μέσα από την οποία θα προκύψει και θα στηριχθεί, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο σχεδιασμός αυτός θα συναρτάται και θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα αυτής της ομάδας, με τα οποία θα έχει άμεση συνάφεια.

Όπως συμβάνει, με όλα τα κοινωνικά σχέδια, έτσι συμβαίνει και με την παγκοσμιοποίηση, η οποία, ως κοινωνικό σχέδιο, που συναρτάται, με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες συμφερόντων, εκφράζει τα συμφέροντα αυτά. Όμως, στα πλαίσια της οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών και των θεσμών, που τις διαρθρώνουν, τέτοιου επιπέδου κοινωνικά σχέδια, σαν την παγκοσμιοποίηση, συγκροτούνται, από εκείνες τις ομάδες συμφερόντων, που μπορούν να προβούν, σε τέτοιους σχεδιασμούς, σαν αυτόν της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και οι οποίες μπορούν να φέρουν, σε πέρας και να υλοποιήσουν αυτόν τον σχεδιασμό.

Φυσικά, στον σύγχρονο και στον παλαιότερο κόσμο, που έχουν διαρθρωθεί, από τα εθνικά κράτη και τους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, πάνω, στους οποίους στηρίζονται τα κράτη αυτά, ανατροφοδοτόντας τους, τα όποια κοινωνικά σχέδια τέτοιας εμβέλειας, που αφορούν όλον τον πλανήτη, σαν αυτό της παγκοσμιοποίησης, ή της αποδόμησης της παγκοσμιοποίησης, ή οποιοδήποτε άλλο, παρεμφερές, ή μη, μόνον οι εθνικά οργανωμένες ελίτ και τα κράτη τους, που έχουν, παράλληλα, ένα ικανό μέγεθος, το οποίο τους επιτρέπει να διεκδικούν την παγκόσμια κυριαρχία, μπορούν να προβούν, σε τέτοιους κοινωνικούς σχεδιασμούς, που να είναι βατοί και πραγματοποιήσιμοι.

Έτσι, η παγκοσμιοποιητική διαδικασία, ως κοινωνικό σχέδιο, δεν είναι - και δεν θα μπορούσε να είναι - κάτι το διαφορετικό, ως προς τον πυρήνα της κοινωνιολογικής της βάσης και της συγκρότησής της, ως μηχανισμού, που συμπυκνώνει και εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων των εθνικών κοινωνικών ομάδων, που την έχουν σχεδιάσει και των ελίτ, που την διεκπεραιώνουν.

Ακόμη και οι πολυεθνικές εταιρίες και η τεχνοδομή τους, όπως, επίσης και οι κοινωνικές βάσεις, στις οποίες στηρίζονται, παρά την παγκόσμια στόχευσή τους και την δημιουργία μιας ελίτ, η οποία έχει διεθνείς/παγκόσμιες αναφορές και παρεμφερή συμφέροντα, δεν στερείται εθνικών αναφορών. Μπορεί να είναι οι σπόνσορες της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, αλλά δεν στερούνται εθνικής βάσης, αφού ουδείς - και πολύ περισσότερο οι ίδιες οι ελίτ, που τις διοικούν - δεν μπορούν να φαντασθούν και να δράσουν, σε ένα κόσμο, που δεν θα καταφεύγει, στην δύναμη επιρροής και επιβολής ενός στιβαρού κράτους, το οποίο θα στηρίζει τα συμφέροντά τους, στον πλανήτη, ή, έστω, στις χώρες, εντός των οποίων δραστηριοποιούνται. Ποιός, άραγε, θα μπορούσε να σκεφθεί ότι οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες θα μπορούσαν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, χωρίς την στήριξη του πανίσχυρου κράτους των Η.Π.Α. Πρακτικά, ουδείς.

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, είναι κατανοητό ότι η παγκοσμιοποίηση, ως κοινωνικός σχεδιασμός, δεν έχει κάποια σοβαρή διεθνιστική κοινωνική βάση, διότι στερείται σοβαρής έμπρακτης αναφοράς, στην εξυπηρέτηση συμφερόντων κοινωνικών ομάδων, οι οποίες να είναι οργανωμένες, σε διεθνή βάση και να εξυπηρετούν συμφέροντα, τα οποία να μην έχουν εθνικές αναφορές και να μην στηρίζονται, σε εθνικά κράτη, ή σε συμμαχίες εθνικών κρατών, όπως είναι η Δύση.

Μιλώντας, για την Δύση, οδηγούμαστε και στον εντοπισμό των εξουσιαστικών κοινωνικών ελίτ, που σχεδίασαν και εφάρμοσαν, στην πράξη, την σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, άμέσως, μόλις κατέρρευσε και αυτοδιαλύθηκε η "Σοβιετική Ένωση".

Οι ελίτ αυτές δεν ήσαν άλλες, από εκείνες, οι οποίες ασκούσαν, εκείνη την εποχή μια μονοκρατορική παγκόσμια κυριαρχία, την οποία εξακολουθούν να επιμένουν να ασκούν και στις ημέρες, που, τώρα, διανύουμε. Έτσι, την παγκοσμιοποίηση την σχεδίασαν και ενεργοποίησαν, στην πράξη, το ευρύτατο και δύσκολο αυτό κοινωνικό σχέδιο, οι αμερικανικές εξουσιαστικές ελίτ και για τον λόγο αυτόν, το ίδιο το σχέδιο της παγκοσμιοποίησης, η υλοποίησή του, η θεσμική του συγκρότηση και οι αρμοί, που το διαρθρώνουν, αποτελούν και είναι ένα σαφέστατο αμερικανικό εθνικό σχέδιο, το οποίο αποσκοπεί, στην προαγωγή και στην διατήρηση, εις το διηνεκές της αμερικανικής παντοκρατορίας.

Το γεγονός ότι ο στόχος του σχεδίου φαίνεται να εξαντλεί την αρχική του δυναμική και να οδηγείται, σε μια αντίστροφη πορεία μείωσης, μέχρι εξαντλήσεως, της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., είναι ένα, άλλης τάξεως, θέμα, που δεν έχει να κάνει, με το κλίμα ευφορίας και τις αλαζονικές πεποιθήσεις, που επικρατούσαν, στις τάξεις της αμερικανικής ελίτ, κατά την δεκαετία του 1990, οπότε ελήφθησαν και ενεργοποιήθηκαν οι σχετικές αποφάσεις, ούτε σχετίζεται, με τις εμφανιζόμενες, ως προοπτικές του όλου παγκοσμιοποιητικού εγχειρήματος, εκείνη την εποχή, κατά την οποία οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι ο 21ος αιώνας θα τους ανήκε, καθ' ολοκληρίαν. 

Αυτό το πραγματοποιηθέν αμερικανικό εθνικό σχέδιο, με τον τίτλο και το περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης, που έχει ως βασικό στόχο του, την διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας των αμερικανικών ελίτ, προφανώς, έχει και άλλες σημαντικές διαστάσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν, με την οικονομική του λειτουργία και τον κοσμοπολιτικό του χαρακτήρα, όπως, επίσης και με την, περαιτέρω, συγκρότηση της Δύσης, ως ενός συνόλου συμμάχων, οι οποίοι βρίσκουν κοινούς τόπους και ρόλους, οι οποίοι αναδιανέμονται, ανάλογα, με την συγκυρία.

Όμως, η βασική στόχευση του σχεδίου της παγκοσμιοποίησης, που είναι η εξυπηρέτηση των εθνικών αμερικανικών συμφερόντων - δηλαδή, πρωτίστως, η εξυπηρέτηση των αμερικανικών εξουσιαστικών ελίτ, που έχουν σαφείς κρατικές εξαρτήσεις, δεν έχει αλλάξει. Αυτό έχει συμβεί, για τον απλούστατο λόγο ότι η προώθηση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης δεν άλλαξε τον εθνικό χαρακτήρα και τον εθνικό προσανατολισμό των κυρίαρχων αμερικανικών ελίτ. Κάθε άλλο.

Βέβαια, η τρέχουσα αποδιοργάνωση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία οφείλεται στις εγγενείς της αδυναμίες, οι οποίες ασκούν διαβρωτική επίδραση, στο όλο οικοδόμημα, το οποίο οδηγείται, προς μια νέα διάλυση και η εμφάνιση, στο διεθνές προσκήνιο, τεράστιων χωρών και κρατών, όπως η Κίνα, η Ρωσία και κατά δεύτερο λόγο, η Ινδία και η Βραζιλία, με αντίστοιχες πολυάριθμες εθνικές ελίτ, οι οποίες λειτουργούν ανταγωνιστικά, απέναντι στις αμερικανικές και τις ευρύτερες δυτικές ελίτ, έχουν οδηγήσει κάποια μειοψηφικά τμήματα της αμερικανικής ελίτ να δουν τα πράγματα διαφορετικά, αφού αντιλαμβάνονται ότι η εξέλιξη και η φορά των πραγμάτων, αν αυτά αφεθούν να πάρουν τον δρόμο τους, οδηγεί στον μακροπρόθεσμο παραγκωνισμό και την υπαγωγή των Η.Π.Α. και των ελίτ, που απαρτίζουν τον μηχανισμό λήψης των αποφάσεων, σε αυτή την μεγάλη χώρα, σε έναν ρόλο δευτερεύοντα, αν ληφθούν, υπόψη, τα αντιπαρατιθέμενα μεγέθη και η δυναμική της εξέλιξής τους.

Το τμήμα αυτό, όμως, της αμερικανικής ελίτ είναι και παραμένει, συντριπτικά, μειοψηφικό.

Οι κρατούσες αντιλήψεις στην αμερικανική ελίτ είναι, εντελώς, διαφορετικές, αφού ενισχύονται και από την εσωτερική πολιτική, η οποία οδηγείται, σε τάσεις ενός νέου απομονωτισμού, ύστερα, από μια δεκαετία - και περισσότερο - εμπλοκής σε πολέμους, οι οποίοι έγιναν, στην πλειοψηφία τους , χωρίς να συναρτώνται, με κάποιο ουσιώδες αμερικανικό εθνικό συμφέρον και χωρίς να επιτευθούν κάποιες νίκες, οι οποίες να αντέξουν, σε βάθος χρόνου. Το Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Έτσι, οι αμερικανικές και οι δυτικές ελίτ οδηγούνται, στο να γίνονται επιφυλακτικές και να εγκαταλείπουν, σιγά-σιγά, την παγκοσμιοποίηση, ενώ οι ψηφοφόροι γίνονται, ανοικτά, εχθρικοί, αφού η παγκοσμιοποίηση διαφημίστηκε και πλασαρίστηκε, ως προϊόν και στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, ως ένα πεφωτισμένο συμφέρον, από το οποίο θα επωφελούνταν όλοι, με την καλλιέργεια της ψευδούς ιδεολογικής πεποίθησης, δηλαδή της ψευδούς συνείδησης ότι αυτό θα οδηγούσε, σε έναν κόσμο που θα καταργούσε τα εθνικά σύνορα, την ίδια στιγμή, που ο συνολικός σχεδιασμός των αμερικανικών ελίτ απέβλεπε, στην εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων, τα οποία εδράζονται, στην διατήρηση και την επέκταση της αμερικανικής κυριαρχίας, στο παγκόσμιο σύστημα. 

Αυτή η κεφαλαιώδης και καθοριστική παγκόσμια διάσταση έχει να κάνει, με την τεράστια δυναμική, που ανέπτυξαν οι νέες δυνάμεις, στο πλανητικό παιχνίδι, που στήθηκε, με την ενεργοποίηση του αμερικανικού παγκοσμιοποιητικού σχεδίου και οι οποίες, αν αφεθούν, χωρίς ανάσχεση, θα παραγκωνίσουν, στο όχι μακρινό μέλλον, τις Η.Π.Α. και την Δύση, καθιστώντας και τις δύο, παράγοντες, με δεύτερο και τρίτο ρόλο, στην διεθνή και στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ενός κοντινού μέλλοντος.







Θα καταφέρει να πάρει ο εικονιζόμενος Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, μέσω του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος - αυτού του τερατογεννημένου τέκνου του, στην ίδρυση του οποίου, το 1921, συνέβαλε, τα μάλα - την νίκη και την εκδίκησή του, απέναντι στην γερασμένη, αλλά, πάντα, ανθεκτική, δυτική εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού της εποχής μας; Διόλου απίθανο. Αρκεί να έχουμε υπομονή και ίσως, να το δούμε κι' αυτό, αφού η ζωή (όπως και η μπάλα) είναι πουτάνα...



Η Κίνα και η αναγεννημένη Ρωσία, κατά πρώτο λόγο, αποτελούν τον σύγχρονο και μελλοντικό εφιάλτη των αμερικανικών ελίτ. Αλλά, δευτερευόντως και η Ινδία, όπως, επίσης και η Βραζιλία, δεν ξεφεύγουν, από το στόχαστρο των Αμερικανών και των Δυτικών, οι οποίοι βλέπουν ότι, μακροπρόθεσμα, θα οδηγηθούν να υποταχθούν, σε κοινωνίες και δυνάμεις, οι οποίες είναι ανεξέλεγκτες και εχθρικές.

Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού οι ανταγωνιστές των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ είναι τεράστιες εθνικές κοινωνίες, που στηρίζονται, σε, αμιγώς, εθνικά κράτη, εκ των οποίων η Κίνα, που είναι και το κυριότερο, έχει μια τεράστια εθνική συνοχή και μια εθνική ελίτ, η οποία διακατέχεται, από πλήρες ανταγωνιστικό και εχθρικό πνεύμα και είναι φορέας αντιλήψεων, οι οποίες δεν έχουν καμμία σχέση με τα αμερικανικά και τα δυτικά δεδομένα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κινεζικό καθεστώς, προέρχεται από την κομμουνιστική πολιτική και κοινωνική εκδοχή του σύγχρονου φαινόμενου του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, αφού, εκεί, κυβερνά, με σιδηρά πυγμή, το Κ. Κ. Κίνας, το οποίο και συμπυκνώνει στις τάξεις του την, λενινιστικής προέλευσης, κομματική και κρατική γραφειοκρατία των κληρονόμων των "επαγγελματιών επαναστατών" και την αναπτυσσόμενη σύγχρονη υβριδική αστική τάξη της χώρας.

Η Κίνα, λοιπόν, δεν κυβερνάται από κάποια δυτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όπως συμβαίνει, με τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Και αυτό παραπέμπει, σε, εντελώς, ασύμβατες στοχεύσεις της κινεζικής γραφειοκρατίας, σε σχέση, με τις Η.Π.Α. και την Δύση, οι οποίες στοχεύσεις, πέρα από τις όποιες ιδεολογικού χαρακτήρα, παραμορφώσεις, συναρτώνται και αποτελούνται, από την εξυπηρέτηση των αμιγών εθνικών συμφερόντων της αχανούς αυτής χώρας, η ελίτ της οποίας σκέπτεται, κυρίως, με όρους, που έχουν, ως επίκεντρο και ξεκινούν από την τοπική γεωστρατηγική θέση της Κίνας.



Έτσι, ο ανερχόμενος, ως παγκόσμια δύναμη, κινεζικός εθνικισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ, του οποίου, μάλιστα, η ανάσχεση, μπορεί να είναι επείγουσα, αλλά είναι, εντελώς, προβληματική. Πολύ περισσότερο, τώρα, που η αναγεννημένη Ρωσία παρουσιάζεται ,στην διεθνή σκηνή και ιδιαίτερα, στον ευρωπαϊκό χώρο, ως ένας, ακόμη, πιο επικίνδυνος αντίπαλος, για τις Η.Π.Α. και την Δύση.

Για να αντιληφθούμε το τί έχει συμβεί, μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, πρέπει να πούμε ότι εφέτος η Κίνα είναι πολύ πιθανό να καταστεί, με βάση την ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων, η μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη. Αυτό, ακόμα και αν δεν γίνει, στο τρέχον έτος, θα γίνει του χρόνου. Ή και αν δεν γίνει το επόμενο έτος, θα γίνει μετά. Αυτό το γεγονός, όταν συμβεί, θα καταστεί, γρήγορα, μη αναστρέψιμο, εάν η Κίνα, με κάποιον τρόπο, δεν αναχαιτισθεί. Έτσι, ο πλανήτης θα περάσει και θα μάθει να ζει, με δεδομένο ότι η κινεζική οικονομία είναι και θα είναι η μεγαλύτερη οικονομία, στον κόσμο.


Από μόνο του, αυτό το γεγονός, βέβαια, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, διότι το μέγεθος του ΑΕΠ μιας μεγάλης χώρας, από μόνο του, δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι το κινεζικό ΑΕΠ δεν έχει την ίδια βαρύτητα, με αυτήν του αμερικανικού ΑΕΠ, όταν δούμε ότι η κινεζική οικονομία έχει να κάνει, με έναν πληθυσμό, που ξεπερνάει το 1.355.000.000 ανθρώπους, ακόμη και όταν το μέγεθος του κινεζικού ΑΕΠ, φθάσει να είναι διπλάσιο, ή και τριπλάσιο του ΑΕΠ των Η.Π.Α., οι οποίες έχουν έναν πληθυσμό 310.000.000 ανθρώπων και μια οικονομία, η οποία είναι πολύ πιο μοντέρνα, από την κινεζική.

Αλλά, η κινεζική πλανητική πρωτοκαθεδρία, σε επίπεδο όγκου ΑΕΠ, έναντι των Η.Π.Α. δεν είναι μόνο ένα ψυχολογικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί και να παραβλεφθεί, ως μη έχον πραγματική αξία. Η αξία της βρίσκεται, στην δυναμική φορά των πραγμάτων, μέσα στον χρόνο και μάλιστα όταν αυτόν τον χρόνο τον βλέπουμε, στην μακροπρόθεσμη προοπτική του. 

Έτσι, μπορεί σήμερα το μέσο, κατά κεφαλήν, εισόδημα, στην Κίνα, να φθάνει το 18% του αμερικανικού, όμως, αν η αναπτυξιακή δυναμική της Κίνας, συνεχισθεί και προχωρήσει, χωρίς να ανασχεθεί, τότε, πολύ γρήγορα, το, κατά κεφαλήν εισόδημά της θα φθάσει, στο 40% και στο 50% του αμερικανικού και κατόπιν, με γρηγορότερους ρυθμούς, θα συνεχίσει την ανοδική του πορεία και είναι πολύ πιθανό, κάπου, λίγο πριν, ή λίγο μετά, από τα μέσα του τωρινού αιώνα - και ίσως νωρίτερα -, το  κινεζικό, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ να προσεγγίσει, ή και να ξεπεράσει το αμερικανικό. Και φυσικά, πολύ πριν συμβεί αυτό, οι Η.Π.Α. θα έχουν βρεθεί να βρίσκονται, μακράν, πίσω, από την Κίνα και θα υποχρεούνται να ζουν, κάτω από την βαριά σκιά του κινεζικού γίγαντα και να συνομιλούν μαζύ του, από μια εμφανή θέση αδυναμίας.

Όσο και να μην θέλει κάποιος να το παραδεχθεί, η αλήθεια είναι απλή και ωμή. Η παγκοσμιοποίηση, ως οικονομικός μηχανισμός, βοήθησε στην παραγωγή ενός τεράστιου πλούτου, η κατανομή και αναδιανομή του οποίου, μακροπρόθεσμα, λειτούργησε, υπέρ των νέων δυνάμεων, που εμφανίστηκαν, στον πλανήτη, με την μερίδα του λέοντος να έχει κατευθυνθεί, στην Κίνα, η οποία μείωσε, στα τελευταία 25 χρόνια, κατά πολύ, την απόσταση, που την χώριζε, από τις Η.Π.Α. και τις άλλες αναπτυγμένες χώρες του καπιταλιστικού συστήματος, ενώ, παράλληλα, έχει αναπτύξει την επιρροή της, σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, ιδίως στην Αφρική.

Και αυτό το γεγονός της οικονομικής μεγέθυνσης της Κίνας δεν θα είχε τόσο μεγάλη σημασία, εάν δεν συνοδευόταν, από το γεγονός ότι αυτή η κατανομή και η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε, στην ανακατανομή της διεθνούς ισχύος, μεταξύ των μεγάλων χωρών του πλανήτη και στην αλματώδη αύξηση της εθνικής κρατικής ισχύος της Κίνας και της ελίτ, που την κυβερνά. Και φυσικά, αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει, με αυξανόμενους ρυθμούς, εάν η αλματώδης κινεζική αναπτυξιακή διαδικασία, δεν ανακοπεί και εάν δεν ανατραπεί.

Και αυτή την αλήθεια, οι αμερικανικές εξουσιαστικές ελίτ, που ασχολούνται, με τον στρατηγικό σχεδιασμό, για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων της χώρας τους, τα οποία είναι τα δικά τους συμφέροντα, την έχουν δει.

Η παγκοσμιοποίηση, λοιπόν, οδήγησε, στην σταδιακή σχετική αποδυνάμωση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., οι οποίες μπορεί, επί του παρόντος, να παραμένουν κυρίαρχη δύναμη, στον πλανήτη, αλλά, πλέον, δεν είναι μόνες. Η επανεμφάνιση της Ρωσίας και η δυναμική εμφάνιση της Κίνας, καθιστούν σαφές το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. δεν είναι, πλέον, μόνες, στην κυριαρχία αυτή. Έχουν ανταγωνιστές, οι οποίοι, μάλιστα, είναι και απαιτητικοί, ζητώντας - ο καθένας, με τον τρόπο του -, από τις αμερικανικές και τις δυτικές ελίτ, μια κάποια μορφή συγκυριαρχίας, όσο βλέπουν ότι η παλαιά αμερικανική υπερδύναμη, αγκομαχεί και δεν μπορεί, ή δεν επιθυμεί, να σηκώνει μόνη της τα βάρη εκείνα, τα οποία, στο παρελθόν, ήταν πρόθυμη και ικανή να σηκώσει. 

Το πρόβλημα, μάλιστα, αυτό, γίνεται πολύ χειρότερο, λόγω της αδυναμίας των δυτικών συμμάχων των Η.Π.Α., στην Ευρώπη, να αντιμετωπίσουν τις σοβαρές οικονομικές κρίσεις, που διαβρώνουν την δυνατότητά τους να ασκήσουν την απαραίτητη εξουσία, αφού η χαοτική επιλογή της δημιουργίας της ευρωζώνης, ως μιας απαρχαιωμένης νομισματικής ένωσης, μαζύ με την εσωτερίκευση, εντός της ζώνης αυτής, της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, έχουν αποδιοργανώσει την ευρωπαϊκή ενότητα και οδηγούν την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια προϊούσα αποδυνάμωση, η οποία είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει την ευρωζώνη, στην διάλυση και δεν είναι απίθανο το ίδιο να συμβεί και στην ίδια την Ε.Ε.

Και αυτά τα αποδιοργανωτικά φαινόμενα είναι προϊόντα της παγκοσμιοποίησης και του παραγκωνισμού, που αυτή έφερε, στις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις της Δύσης. Αν δούμε τους αριθμούς, θα κατανοήσουμε το τί έχει συμβεί.


Στην παγκόσμια οικονομία, η Δύση, ως σύνολο, καταλαμβάνει ένα μερίδιο, το οποίο, συνεχώς, συρρικνώνεται, με αποτέλεσμα ο παλαιός κόσμος και οι ισορροπίες του, που κρατούσαν τον κόσμο αυτόν, υπό την κυριαρχία της Δύσης, να είναι, πλέον, ένας σκέτος αναχρονισμός. Και φυσικά, αυτόν τον ενεργό αναχρονισμό είναι, που αμφισβητούν η μεγαθηριακή Κίνα, η αναγεννημένη Ρωσία, αλλά, σιγά-σιγά και η Ινδία, καθώς και άλλες ανερχόμενες δυνάμεις του πλανήτη, οι οποίες, όλες μαζύ, ευνοήθηκαν, από την παγκοσμιοποίηση, αυξάνοντας, όχι μόνο τον πλούτο τους, αλλά και την εθνική και κρατική δύναμή τους, από την τεράστια ανακατανομή της διεθνούς ισχύος, που ήλθε, ως ένα ευγεργετικό αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας.

Έτσι, οι αμερικανικές ελίτ - και κοντά σε αυτές και οι δυτικές -, διαπιστώνοντας την εξελισσόμενη υποβάθμιση της διεθνούς ισχύος της χώρας τους και της Δύσης, ως συνόλου, καθώς και το γεγονός ότι η δυναμική φορά των πραγμάτων, στο μακροπρόθεσμο, αλλά όχι και πολύ μακρινό, μέλλον οδηγεί, στον αναπόφευκτο παραγκωνισμό τους και σε μια πλανητική κυριαρχία της Κίνας και των όποιων συμμάχων της, οι οποίοι όλο και θα πληθαίνουν, όσο η τεράστια αυτή χώρα θα ωθείται, εκ των πραγμάτων και με την δική της επιδίωξη, στο να καταστεί ο κεντρικός πλανητικός παίκτης, είναι αποφασισμένες να ανακόψουν και να αναστρέψουν αυτή την διαδικασία, φρενάροντας την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, την οποία οι ίδιες, μεν, ξεκίνησαν, αλλά, στην πορεία, πλέον, διαπιστώνουν ότι αυτή έχει καταστεί αντιπαραγωγική, για τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα, που δεν είναι άλλα, από την διατήρηση της αμερικανικής - ή έστω της δυτικής - παντοκρατορίας, αφού αντιλαμβάνονται ότι το βάρος της διαχείρισης των παγκόσμιων πραγμάτων πρέπει να το μοιραστούν, με τους δυτικούς τους εταίρους, διατηρώντας, για τις ίδιες, τον πρώτο λόγο, στην διαχείριση αυτή. 

Οι αμερικανικές ελίτ, αντιλαμβανόμενες ότι η πλανητική ανακατανομή της στρατηγικής ισχύος, λειτουργεί, εις βάρος τους, όχι μόνο δεν έχουν κάποιο ζωτικό συμφέρον  να στηρίξουν την απρόσκοπτη συνέχιση της παγκοσμιοποίησης, αλλά, αντιθέτως, έχουν κάθε συμφέρον να την φρενάρουν, αφού η διατήρησή της, ως έχει, οδηγεί στην πραγματοποίηση  μίας νέας ισορροπίας δυνάμεων, στον πλανήτη, κατά την οποία αναδιανέμεται η διεθνής ισχύς και εξουσία, με έναν τρόπο, ο οποίος ευνοεί τους αντιπάλους των Η.Π.Α. και της Δύσης. 

Πέραν τούτων, αυτό που έχει καίρια σημασία είναι ότι η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και οι άλλες ανερχόμενες δυνάμεις, είναι εθνικά κράτη, χωρίς - ή με ασθενή - παγκοσμιοποιητική λογική, στόχευση και κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, δεν είναι πρόθυμες να υιοθετήσουν την παγκοσμιοποίηση, παρά, μόνο, όσο αυτή τις εξυπηρετεί και συνδυάζεται, με το εθνικό συμφέρον τους, έτσι όπως αυτό προσδιορίζεται, από τις ελίτ, που τις κυβερνούν. Και φυσικά, οι χώρες αυτές δεν έχουν κανέναν λόγο να συμφωνήσουν και να συντηρήσουν αυτή την κατάσταση, εάν οι Η.Π.Α., ως σχεδιαστής του παγκοσμιοποιητικού μηχανισμού, δεν θέλουν να είναι ο εγγυητής της λειτουργίας αυτού του μηχανισμού, επιδιώκοντας, μαζύ με την Ευρώπη, να ανακόψουν την πορεία της στρατηγικής τους εξασθένισης και υποβάθμισης και σκοπεύουν να καταστρέψουν, ή να συρρικνώσουν την παγκοσμιοποίηση.
 

Οι κυρώσεις, στην Ρωσία, για το ουκρανικό ζήτημα, προφανώς, ενισχύουν την αποδιοργάνωση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, που, όπως είπαμε, ξεκίνησε, με την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ η, φαινομενικά, αναχωρητική στάση των αμερικανικών ελίτ και η απεμπλοκή τους, από τα διεθνή δρώμενα, δείχνουν ότι οι Η.Π.Α. στοχεύουν, στον περιορισμό του διεθνούς συστήματος και στην διάσπασή του, σε, επί μέρους συνασπισμούς, οι οποίοι θα ανακόψουν, σε μια πρώτη φάση, την αύξηση της ισχύος των αντιπάλων τους (Κίνα, Ρωσία) και στην συνέχεια, θα την περιορίσουν, σε επίπεδα τέτοια, που να είναι και να παραμείνει, υπό έλεγχο και ακίνδυνη, για τα συμφέροντα τους.

Έτσι, η διαδικασία της εξελισσόμενης αποδυνάμωσης της παγκόσμιας ισχύος και της μονοκρατορικής εξουσίας των Η.Π.Α. και της Δύσης έχει παύσει να είναι μια απλή θεωρητική κατασκευή, που αφορά το μακρινό μέλλον. Ούτε είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, όπως νομίζει ο Gideon Rachman. Είναι μια ωμή πραγματικότητα.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μέλλον των Η.Π.Α. και της Δύσης φαίνεται ότι θα είναι καταθλιπτικό, ενώ ανησυχητικό θα είναι και το μέλλον της ειρήνης και της ασφάλειας, στο σύνολο του πλανήτη, αφού οι αναταράξεις, που θα προκύψουν, από την ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος και τα όποια αντίμετρα, για την αναστροφή αυτής της ανακατανομής, που λειτουργεί, σε βάρος της Δύσης, θα είναι απρόβλεπτες.

Αυτό, άλλωστε, έχουν μάθει οι παλαιότερες γενιές των ανθρώπων - άσχετα, εάν οι πολλοί, στην διαδρομή του χρόνου το ξέχασαν - και το έχουμε διδαχθεί και εμείς, μέσα από την τεράστια τραγωδία του 1914, οπότε έγινε φανερό, για μία ακόμη, φορά, ότι η οικονομική αλληλοδιασύνδεση των κρατών, μέσα από την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ ασθενής και αδυνατεί να θέσει, σε δεύτερη μοίρα, την σύγκρουση των εθνικών συμφερόντων των μεγάλων κρατών και των ελίτ, που αποφασίζουν, για τις τύχες των κοινωνιών, ακριβώς, επειδή η παγκοσμιοποίηση, πάντοτε, ήταν - και παραμένει και σήμερα - ένα εθνικό σχέδιο εκείνων, που έχουν την δύναμη να το επιβάλουν. 

Έστω και αν αυτό το σχέδιο, εξαντώντας τα όριά του, στην πορεία, λειτουργεί, εις βάρος εκείνων, που το σχεδίασαν και το εφάρμοσαν, στην πράξη.

Κάπου, εδώ, οδηγούμαστε και σήμερα.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την, μακροπρόθεσμα - αλλά όχι πολύ μακριά ευρισκόμενη - καταθλιπτική τύχη των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ, η ρήση του αξέχαστου Benjamin Franklin, που θυμάται και επικαλείται ο Gideon Rachman (στο άρθρο του : Rachman : Η Δύση κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο του κόσμου ), αναφερόμενος, στις Η.Π.Α., στην Ευρώπη και στους συμμάχους τους, που όλοι μαζύ συγκροτούν αυτό, που, ιστορικά, αποκαλούμε Δύση, ισχύει, πλήρως και απολύτως.

Ας την ξαναθυμηθούμε :

"Ή θα μείνουμε δεμένοι, ή – είναι βέβαιο - θα μας δέσουν για κρέμασμα".