Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα στις 5 Ιουλίου 2015; Καλοδεχούμενο, αν και απροετοίμαστο, αφού η διεξαγωγή του θα πλήξει, καίρια, τον σκληρό πυρήνα του ελιτιστικού κατασκευάσματος της ευρωζώνης. (Σε παράλληλο τοπικό νόμισμα, θα οδηγήσει η καταψήφιση των προτάσεων των δανειστών);





Δημοψήφισμα, λοιπόν; Και μάλιστα, δημοψήφισμα - express, στις 5 Ιουλίου, χωρίς πολλά λόγια και πολλή φασαρία. Κυριολεκτικά, μιλώντας, χωρίς ανάσα!

Όπως έχουμε πει, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξελέγη, για να εφαρμόσει όσα εφάρμοζαν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις της τελευταίας πενταετίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμόσει ένα νέο Μνημόνιο, όποιο όνομα και αν του δώσει, όπως και αν το βαπτίσει.

Και δεν μπορεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει τις πολιτικές εκείνες, που εκπορεύονται, από την ολοκλήρωση του λήγοντος 2ου Μνημονίου, ούτε αυτές τις πολιτικές, που θα περιέχονται, σε ένα 3ο Μνημόνιο, επειδή, εάν εφαρμόσει τέτοιες πολιτικές, γρήγορα και κυριολεκτικά, θα εξαφανισθεί πολιτικά, κοινωνικά, εκλογικά και κομματικά.

Κάτι τέτοιο ο Αλέξης Τσίπρας και οι περί αυτόν, δεν είναι διατεθειμένοι να το δεχτούν και φυσικά, θα κάνουν ό,τι περνάει από τα χέρια τους, για να το αποτρέψουν. (Το εάν θα τα καταφέρουν, αυτό είναι άλλο ζήτημα, το οποίο αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης).

Έτσι, την στιγμή, κατά την οποία, περίπου όλοι (με πρώτους τους ευρωζωνίτες) πίστευαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η λοιπή διαπραγματευτική ομάδα θα έκαναν πίσω και θα αποδέχονταν το τελεσίγραφο των ενωμένων δανειστών, έτσι όπως αυτό τους επιδόθηκε, στις 25/6/2015, αργά το βράδυ και κοντά στα μεσάνυκτα της επόμενης ημέρας, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την προσφυγή, σε δημοψήφισμα, μέσα σε εννέα ημέρες, με το ερώτημα, εάν το εκλογικό σώμα αποδέχεται, ή απορρίπτει τις προτάσεις των δανειστών.

Ότι οι επιπτώσεις αυτού του δημοψηφίσματος, η διεξαγωγή του οποίου εγκρίθηκε, από την βουλή, θα είναι καταλυτικές και στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη, δεν χρειάζεται να το πούμε.

Εάν το δημοψήφισμα διεξαχθεί - και αυτό το λέω επειδή η πιθανότητα να μην διεξαχθεί, δεν είναι, εκτός συζητήσεως - και μάλιστα, ανεξαρτήτως του όποιου αποτελέσματός του, αυτό θα σημάνει ότι, τελικά και στο βάθος του χρόνου, όλα όσα αποτελούν τα κρίσιμα και κεφαλαιώδη ζητήματα, που αφορούν, πρωτίστως, την ευρωζώνη, δεν αποφασίζονται και δεν πρόκειται να αποφασιστούν, από τις κλειστές και λίγο-πολύ, ομονοούσες ευρωπαϊκές ελίτ και τις γραφειοκρατικές δομές, που έχουν εγκαθιδρύσει οι ευρωσυνθήκες.

Το ελληνικό δημοψήφισμα θα κτυπήσει, καίρια και ουσιαστικά, στον πυρήνα της, την κλειστή ελιτιστική αντίληψη, που θέλει να καταστήσει δεδομένη και χωρίς αντιλογία, την αντίληψη, ότι δεν υπάρχουν δημοκρατικές επιλογές, οι οποίες να μπορούν να είναι αντίθετες, με τις διατάξεις των Συνθηκών, που εγκαθίδρυσαν την ευρωζώνη. Αυτή η αντίληψη, την οποία οι ευρωγραφειοκρατικές ελίτ θέλουν να αναγάγουν, σε κυρίαρχο πιστεύω και να την καταστήσουν ένα δόγμα, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, θα καταρρεύσει.

Η διεξαγωγή του ελληνικού δημοψηφίσματος της 5/7/2015, θα αποδείξει, στην πράξη, ότι το δόγμα αυτό δεν ισχύει, καθιστώντας τις Συνθήκες, που δημιούργησαν και συγκροτούν την ευρωζώνη, οιονεί, κουρελόχαρτα, στον βαθμό, που και η ευρωζώνη - όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση - αποτελείται, από κράτη, τα οποία, όσο και αν έχει, σε έναν μεγαλύτερο, ή μικρότερο βαθμό, πληγεί η κυριαρχία τους, παραμένουν, ως προς τον πυρήνα της συγκρότησής τους, κυρίαρχα και οι πολίτες τους, δηλαδή τα εκλογικά τους σώματα, μπορούν, κάτω από διάφορες συνθήκες και περιστάσεις, να πάρουν αποφάσεις, οι οποίες θα έλθουν σε έμμεση, ή άμεση, σε μερική, ή πλήρη ρήξη, με το περιεχόμενο του σκληρού πυρήνα των ευρωπαϊκών συνθηκών, που συγκρότησαν την ευρωζώνη (αλλά και την Ε.Ε., όπως μας δείχνει, η περίπτωση της Βρετανίας, η οποία είναι ο μεγάλος μπελάς της γερμανικής και της γαλλικής κυβέρνησης, αλλά και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών).

Για τους λόγους αυτούς, οι ευρωζωνίτες και το εντόπιο δωσιλογικό πολιτικό προσωπικό, που υπόκειται, στις εντολές των ξένων δανειστών, καθώς και η ψοφοδεής "ευρωπαϊστική" ελίτ του τόπου μας, δεν επιθυμούν την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, που προγραμματίζεται, για την επόμενη Κυριακή, χωρίς να ενδιαφέρονται, για το όποιο αποτέλεσμα της κάλπης.






Και για τους ίδιους λόγους, όλοι αυτοί - με επιτόπια όργανα τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος, όπως φαίνεται, από το παραπάνω video, λίγο πριν, επιχειρηματολογούσε, με πάθος, υπέρ της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος και τον Αντώνη Σαμαρά, που, μέχρι τότε, εμφανιζόταν, ως αντιμνημονιακός - ανέτρεψαν τον ΓΑΠ και απέτρεψαν την διεξαγωγή του ανάλογου, με το τωρινό, δημοψηφίσματος, που είχε ανακοινώσει πανικόβλητος ο, τότε, πρωθυπουργός, στα τέλη του Οκτωβρίου του 2011, αμέσως, μετά τον κατεξευτελιστικό, για τον ίδιο και την ετοιμόρροπη κυβέρνησή του, εορτασμό της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, με την άγρια αποδοκιμασία όλων των κυβερνητικών αξιωματούχων, στις, ανά την επικράτεια, παρελάσεις.

Η ευρωζώνη, ως ένας πολύπλοκος, αντιφατικός και ευάλωτος θεσμικός μηχανισμός μιας νομισματικής ένωσης, δεν μπορεί να δεχτεί και να λειτουργήσει, υπό την δαμόκλειο σπάθη του θεσμού των δημοψηφισμάτων και των ερωτημάτων, που, αναπόφευκτα, κάποια στιγμή, αργά, ή γρήγορα, θα τεθούν, ενώπιον των πολιτών και των εκλογικών σωμάτων των κρατών, που είναι μέλη της και θα αφορούν τον σκληρό πυρήνα των κανόνων, που την διέπουν, ως νομισματική ένωση.

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι αποδεκτά, από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις ευρωπαϊκές ελίτ, ακόμη και αν η απάντηση των εκλογικών σωμάτων είναι θετική. Και τούτο, διότι η ίδια η τοποθέτηση των ερωτημάτων, που αφορούν τον σκληρό πυρήνα των Συνθηκών της ευρωζώνης, ενώπιον των πολιτών, αμφισβητεί και θέτει, υπό αίρεση, την ίδια την θεσμική συγκρότηση και την ύπαρξη της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, προσδιορίζοντας ότι ο τελικός κριτής της ύπαρξης και της συγκρότησής της δεν είναι οι ανεξέλεγκτες (χρηματοπιστωτικές, βιομηχανικές, πολιτικές και άλλες) ελίτ, αλλά τα εκλογικά σώματα - δηλαδή οι πολίτες.

Η αποκάλυψη αυτής της πραγματικότητας, που θέτει, υπό αίρεση, την ύπαρξη της ίδιας της ευρωζώνης, αφού πλήττει τον σκληρό πυρήνα των κανόνων της, οι οποίοι υποτίθεται ότι θεωρούνται ανεπίστρεπτοι, αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο πλήγμα, για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, το οποίο είναι και το μεγαλύτερο, αφού όλοι, από εδώ και πέρα, θα γνωρίζουν ότι όλα όσα αφορούν την ευρωζώνη, το ευρώ, ως κοινό νόμισμα και τις όποιες δεσμεύσεις των θεσμών, που συγκροτούν αυτή την ένωση, μπορούν, στην πράξη και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις και κάτω από όποια συγκυρία, να αμφισβητηθούν, να αναιρεθούν και να γίνουν καπνός.

Έτσι, όλα αυτά τα δεδομένα, που αφορούν την ευρωζώνη, ακριβώς, επειδή μπορούν να αναιρεθούν και να εξαφανισθούν, χωρίς πολλά-πολλά και χωρίς προειδοποίηση, για τον λόγο αυτόν είναι και αναξιόπιστα, για τους όποιους τρίτους συναλλάσσονται, με τα θεσμικά όργανα, που την συγκροτούν.

Μεγαλύτερο πλήγμα, για την ευρωζώνη, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, εάν αυτή η σκληρή διαπίστωση, που αποτελεί και την οδυνηρή πραγματικότητα, κυριαρχήσει, ως πεποίθηση. Και αυτή η δυσάρεστη κατάσταση είναι εκείνη, που οδηγεί τους πάντες, στην ευρωζώνη, να μην επιθυμούν την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Και για τον ίδιο λόγο, δεν είναι επιθυμητό το ελληνικό δημοψήφισμα - πλην εκείνων, οι οποίοι έχουν μια διαρκή κρυφή ατζέντα, όσον αφορά την συγκρότησή της.

Το ελληνικό δημοψήφισμα, λοιπόν, εάν διεξαχθεί,  είναι καλοδεχούμενο, αν και είναι, απολύτως, απροετοίμαστο (καμμιά σοβαρή χώρα δεν κάνει δημοψηφίσματα, χωρίς μια κάποια στοιχειώδη προετοιμασία), διότι, πέρα από έναν άμεσο κίνδυνο, αποτελεί και μια βραδυφλεγή ωρολογιακή βόμβα, για την ευρωζώνη, ακόμη και αν ελεγχθεί το αποτέλεσμα του.



Αυτοί που υποτίθεται ότι "μένουν Ευρώπη", δεν θέλουν, ούτε να ακούν, για οποιαδήποτε διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Αν αφήσουμε, στην άκρη, τον ιδεοληπτικό δογματισμό των καλοπερασάκηδων, από τον οποίο διακατέχονται, στην πραγματικότητα, πρέπει να αναρωτηθούμε, ως προς το τί είναι αυτό που τους κάνει και φοβούνται το δημοψήφισμα, καθώς και υπέρ ποίου πράγματος κόπτονται. Προφανώς, έχουν ("κακο"/"καλο")μάθει, στην μέχρι σήμερα πρακτική του να παίρνουν τέτοιες σημαντικές,(καθώς και όλες τις άλλες) αποφάσεις οι παρεούλες του Κολωνακίου και της Εκάλης και όχι ο "βάρβαρος" και "αμαθής" πληθυσμός της χώρας, που "δεν ξέρει τί του γίνεται" (ενώ υποτίθεται ότι οι παρεούλες ξέρουν, αν και βέβαια, όπως, πανηγυρικά, αποδείχτηκε, δεν ξέρουν τί τους γίνεται, αλλά αυτό δεν έχει - για τους αφελείς και αμαθείς "ευρωπαϊστές" μας - σημασία). Κατανοώ τους φόβους της ελίτ, στην οποία όλοι αυτοί είναι ενταγμένοι, ή την οποία, σε διάφορες εκφάνσεις της, υποστηρίζουν και οι οποίοι βλέπουν τις κινητοποιήσεις, ως ένα happeninig, πλην όμως, ήλθε η ώρα να τρέξουν - δηλαδή να βγάλουν φτερά στα πόδια τους - και να ιδρωκοπήσουν προκειμένου να πείσουν τον απλό κόσμο, περί του όποιου υποτιθέμενου (και εδώ που τα λέμε, ανύπαρκτου) δίκιου τους. Καλόν είναι, πολλοί εξ αυτών, να θυμηθούν και ολίγον τα νειάτα τους (έστω και αν πλείστοι, εξ αυτών, κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση, από τότε). Πού ξέρουν; Μπορεί η τύχη να είναι με το μέρος τους...




Το πώς θα μπορούσε, βραχυπρόθεσμα, να ελεγχθεί το αποτέλεσμα αυτού του δημοψηφίσματος, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Εάν το εκλογικό σώμα την ερχόμενη Κυριακή ψηφίσει υπέρ των προτάσεων των ξένων δανειστών, βραχυπρόθεσμα, το οξύ πρόβλημα, που αυτοί και τα εντόπια όργανά τους, αντιμετωπίζουν, προσωρινά, επιλύεται, με έναν τρόπο, που θα τους καθιστά ευτυχείς.

Και η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έκανε μια σωρεία σφαλμάτων, τα οποία είναι σοβαρά και δεν αποκλείεται να επηρεάσουν, αρνητικά, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, την επόμενη Κυριακή, λόγω της συγκεκριμένης συγκυρίας, μέσα, στην οποία κατέφυγε, στην λύση της προσφυγής, στην λαϊκή ψήφο, με την λήξη της παράτασης του 2ου Μνημονίου και με προβληματική την, περαιτέρω, χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών και τον εφοδιασμό της οικονομίας και των νοικοκυριών, με ρευστό. Ο όλος σχεδιασμός των κινήσεων του ελληνικού κυβερνητικού επιτελείου υποδεικνύει προχειρότητα και ως εκ τούτου δείχνει να βρίσκεται στον αέρα. Εκτός, εάν υπάρχουν πράγματα, τα οποία δεν γνωρίζουμε και τα οποία θα φανούν στην συνέχεια.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι είναι πιθανό, μέσα στην κρίσιμη εβδομάδα, που έρχεται, το έντονο κλίμα αβεβαιότητας, που καλλιεργείται, στον πληθυσμό, όπως, επίσης και διάφορα "ατυχήματα", στον χώρο των τραπεζών, να δημιουργήσουν μια τέτοιου είδους ανασφάλεια, την οποία θα χρεωθεί η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα η έκβαση της ψηφοφορίας να εμφανίσει μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη, για τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνησή του. Και η έκπληξη αυτή - διότι περί εκπλήξεως, θα πρόκειται, αφού σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, οι προτάσεις των δανειστών δεν θα είχαν καμμία τύχη - δεν θα είναι άλλη, από την υπερψήφιση του ΝΑΙ, στις προτάσεις των ξένων δανειστών.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα υποχρεωθεί, εκ των πραγμάτων, αργά, ή γρήγορα, να παραιτηθεί και επειδή η παρούσα βουλή δεν θα μπορέσει, κατά πάσα πιθανότητα, να δώσει μια νέα κυβέρνηση, η προσφυγή στην κάλπη, για την ανάδειξη νέας βουλής, που να αντανακλά, κάπως, την λαϊκή ψήφο, έτσι όπως αυτή θα έχει προκύψει, από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, θα καταστεί αναπόφευκτη.

(Το τι έπρεπε να κάνει, καθώς και πότε έπρεπε να το κάνει, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, το έχω περιγράψει, την επόμενη ημέρα της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ. Δείτε το δημοσίευμά μου, με τίτλο :
Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές . Δυστυχώς, ο δρόμος, που ακολούθησε ο πρωθυπουργός ήταν άλλος. Και αυτό θα το βρει μπροστά του, τώρα, ή αργότερα)...

Όμως, όσο και αν η υπερψήφιση των προτάσεων της Commission, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ. δεν μπορεί να αποκλεισθεί, η αλήθεια είναι ότι, στην παρούσα φάση, σήμερα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το προβάδισμα, σε επίπεδο κοινής γνώμης και εκλογικού σώματος. Αυτό το γεγονός της δίνει αρκετά περιθώρια να διαχειρισθεί τα σφάλματά της, στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων, με τους ξένους δανειστές, με δεδομένη την ανικανότητα της αντιπολίτευσης να αντιπαρατεθεί, στοιχειωδώς, μαζύ της. Και αυτή η κατάσταση είναι που σώζει την κυβέρνηση, από τον κακό εαυτό της.

Όλα αυτά οδηγούν, στο συμπέρασμα ότι η θέση της κυβέρνησης, υπέρ της απόρριψης των προτάσεων των ξένων δανειστών, έχει τις περισσότερες πιθανότητες να ψηφιστεί, από το εκλογικό σώμα. Οι θέσεις των δανειστών είναι τόσο καταθλιπτικές, που, το περιεχόμενο τους δεν τις κάνει, καθόλου, ελκυστικές,  στην πλειοψηφία των ψηφοφόρων, που θα πάνε, στις κάλπες την επόμενη Κυριακή. Όπως είπαμε, αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει, αλλά, αυτή την στιγμή, το ΟΧΙ, στις προτάσεις των ξένων δανειστών έχει το προβάδισμα.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ψήφος, υπέρ του ΟΧΙ, στις προτάσεις των δανειστών, δεν οδηγεί, σε κάποια απεμπλοκή της όλης κατάστασης, εάν η κυβέρνηση μείνει σε όσα λέει ότι θα πράξει.

Ο Αλέξης Τσίπρας λέει ότι, με όπλο την απόρριψη των προτάσεων των ξένων δανειστών, από το ελληνικό εκλογικό σώμα, θα προχωρήσει, στην συνέχιση των διαπραγματεύσεων, αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να το αρνηθούν οι δανειστές, οι οποίοι, απλούστατα, θα μείνουν, στις βασικές θέσεις τους, αλλάζοντας κάποιες λεπτομέρειες, στο περιεχόμενό τους. Και αυτό θα το πράξουν, ακριβώς, επειδή η ελληνική κυβέρνηση, παρά την νέα λαϊκή ετυμηγορία, έχει σκοπό να προσέλθει και πάλι, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ως εκ τούτου, οι ξένοι δανειστές θα αναμείνουν και θα επιδιώξουν κάποιες νέες υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς.

Έτσι, θα προκύψει και πάλι, ένα νέο τεράστιο δίλημμα, στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία θα κληθεί, εκ νέου, να πάρει τις αποφάσεις της και να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, καταστρατηγώντας την λαϊκή ψήφο, έτσι, όπως αυτή θα έχει εκφραστεί, στο δημοψήφισμα.

Αλλά και πάλι, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως, επίσης ο Πάνος Καμμένος και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, δεν έχουν λάβει τέτοια εντολή από το εκλογικό σώμα, που τους ψήφισε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, αλλά και στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, εάν οι ψηφοφόροι, που θα συμμετάσχουν, σε αυτό, ψηφίσουν, κατά των προτάσεων των δανειστών.

Ως εκ τούτου, η μόνη ρεαλιστική λύση, στα πλαίσια της κατάστασης, που θα έχει διαμορφωθεί, εάν το εκλογικό σώμα ψηφίσει ΟΧΙ, στις προτάσεις των ξένων δανειστών και με δεδομένες τις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες της πλειοψηφίας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η δημιουργία ενός παράλληλου, με το ευρώ, ελληνικού τοπικού νομίσματος, μιας νέας δραχμής, η οποία θα κυκλοφορεί, παράλληλα, με το ευρώ και το οποίο, με μια αρχική ισοτιμία της τάξεως, του 1/1,5, ή του 1 / 2, σε σχέση με την νέα δραχμή, γρήγορα, θα εξαφανισθεί, από τις καθημερινές συναλλαγές, καθιστάμενο, ουσιαστικά, ένα μέσο αποθησαυρισμού, λειτουργώντας, παράλληλα και ως ξένο συνάλλαγμα.

Σε αυτή την λύση, ενός παράλληλου, με το ευρώ, τοπικού νομίσματος - και η οποία λύση  θα χαρακτηρισθεί, ως "προσωρινή" - θα οδηγήσει την χώρα, η καταψήφιση των προτάσεων των ξένων δανειστών, την επόμενη Κυριακή.

Αλλά, μέχρι την επόμενη Κυριακή, έχουμε καιρό μπροστά μας...


Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

23/6/1996 - 23/6/2015 : Μια απόπειρα αποτίμησης του έργου και της πολιτικής κληρονομιάς του Ανδρέα Παπανδρέου 19 χρόνια μετά. (Ανιχνεύοντας τα σφάλματα του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, για τα οποία δεν γίνεται λόγος και τα οποία θεωρούνται, ως ορθά).





Ο Ανδρέας Παπανδρέου, 19 χρόνια, μετά τον θάνατό του, το πολιτικό έργο του και η κληρονομιά, που άφησε πίσω του, αποτελούν και θα συνεχίσουν να αποτελούν, στο διηνεκές, αντικείμενα έντονων διαφωνιών και σκληρών αντιπαραθέσεων. Η αποκαλούμενη και ως υπερχρέωση της χώρας, ο κρατισμός, η θεσμική συγκρότηση των πελατειακών σχέσεων και κυρίως, η θεσμική συγκρότηση και ενίσχυση των διαφόρων ομάδων πιέσεως, που δρουν, μέσα στην σύγχρονη αστική κοινωνία, με κυριότερη ομάδα τον συνδικαλισμό και το δέσιμο όλων αυτών, στον ιδιότυπο ελληνικό κεϋνσιανισμό (τον οποίο αυτός εφηύρε), αποδίδονται, στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και στην βαθιά πολιτική και κοινωνική επίδρασή του, στην χώρα μας.

Όλα αυτά λειτουργούν, ως ένα πεδίο μιας σκληρής πολεμικής και μιας διαχρονικής διαίρεσης της εντόπιας ελίτ, η οποία διαίρεση, παρά την πάροδο των χρόνων και με την βοήθεια της παρούσας κακής κατάστασης, που προέκυψε από τους καταστροφικούς χειρισμούς του ΓΑΠ, του αφελούς και ανίκανου υιού του Ανδρέα Παπανδρέου, που οδήγησαν στην ουσιαστική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 η οποία εξελίσσεται, βαθαίνει και μακροχρονίζει, χωρίς ένα ορατό τέλος.

Αυτές οι διαιρετικές διαφωνίες και οι αντιπαραθέσεις, μπορεί να μεταφέρονται, σε έναν κάποιο βαθμό και στο εσωτερικό της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας, η αλήθεια, όμως, είναι ότι λαμβάνουν χώρα, κυρίως και πρωτίστως, εντός της πολιτικής και οικονομικής ελίτ του τόπου μας και τίθενται, με έναν, έντονα, αρνητικό τρόπο, κατά βάση, από το "ευρωπαϊστικό" τμήμα αυτής της ελίτ, το οποίο επιθυμεί να φορτώσει, στον Ανδρέα Παπανδρέου, τις δικές της διαχειριστικές ανοησίες και - το κυριότερο - τις δικές της στρατηγικές αστοχίες.

Όπως, πολλές φορές έχουμε πει, οι ανοησίες και οι αστοχίες αυτές της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ συνδέονται, με την καταστροφική επιλογή της να εντάξει την ελληνική οικονομία, στην ευρωζώνη, την στιγμή που, από την μία πλευρά, ο ίδιος ο σχεδιασμός και η συγκρότηση της τελευταίας, ως νομισματικής ένωσης, διακατέχονταν, από όλες τις πασιφανείς και άκρως, σοβαρές δυσλειτουργίες, που συγκροτούσαν, ιστορικά, κάθε νομισματική ένωση, που δεν ολοκληρωνόταν, ως ένα ομοσπονδιακό κράτος. 

Αυτές οι σοβαρές δυσλειτουργίες, προδιέγραφαν, δίκην φυσικού φαινομένου, το τέλος της νομισματικής ένωσης,  ενώ και η ίδια η σύσταση και η συγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, ως μιας, κατά βάση, κλειστής οικονομίας μικρομεσαίων διαστάσεων και δομικών χαρακτηριστικών, ως προς τον ενεργό πληθυσμό και τον παραγωγικό μηχανισμό της χώρας, καθιστούσαν απαγορευτική την είσοδο της Ελλάδας, σε μια τέτοια νομισματική ζώνη. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η συγκεκριμένη νομισματική ζώνη είχε αποφασισθεί να λειτουργήσει, όχι, επί τη βάσει, ενός συστήματος συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά, με την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος - του ευρώ.



1961 - 1990 : Η εξέλιξη του μέσου πραγματικού μισθού και της παραγωγικότητας, στην ελληνική οικονομία.



Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, είχε να αντιμετωπίσει μια μεγάλη οικονομική ύφεση, η οποία συνδυαζόταν, με έναν μεγάλο πληθωρισμό. Η ελληνική οικονομία είχε παγιδευτεί, στο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού και για τον λόγο αυτόν, ο Ανδρέας Παπανδρέου, προχώρησε, σε μια μεγάλη αναδιανομή του εισοδήματος, υπέρ των στρωμάτων του πληθυσμού, που ήσαν εξαρτημένα, από την μισθωτή εργασία, καθώς και υπέρ των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων, ενισχύοντας, παράλληλα, την μικρή και την μεσαία επιχείρηση.

Αυτό το έκανε, με την προσφυγή, σε έναν μεγάλο εσωτερικό δανεισμό, που αντλήθηκε, από το τραπεζικό σύστημα της χώρας, προκειμένου να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, με δάνεια, τα οποία, κατά βάση, ήσαν ελκυστικά, για τις επιχειρήσεις, αφού, ουσιαστικά, ήσαν δωρεάν, ή/και είχαν το πλεονέκτημα των αρνητικών επιτοκίων, που προέκυπταν, από την ύπαρξη, επί σειρά ετών, μεγάλων ρυθμών πληθωρισμού.





Την άλλη διάσταση της πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου, περιγράφει ανάγλυφα, ο παραπάνω πίνακας, ο οποίος καταγράφει την εξέλιξη του δημόσιου χρέους, του ΑΕΠ και των τακτικών εσόδων του κράτους, στην Ελλάδα (τα αριθμητικά μεγέθη, που αποτελούν παλαιότερες προσωρινές επεξεργασίες της ΕΛΣΤΑΤ και είναι υπολογισμένες σε τρέχουσες τιμές, εκφράζονται σε δραχμές, μέχρι το 2001 και σε ευρώ, από το 2002), κατά την περίοδο 1975 - 2008. Ο πίνακας αυτός, που είναι κρίσιμος, ως προς την πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους και της διεύρυνσής του, από το 31,68% του ΑΕΠ, το 1981, στο 66,32% του ΑΕΠ, το 1989,  δείχνει, παραστατικά, τους λόγους για τους οποίους η χώρα μας δεν έπρεπε να εισέλθει στην ευρωζώνη.

Με δεδομένη την εγγενή αδυναμία των κρατικών εσόδων να παρακολουθήσουν την αύξηση του ΑΕΠ και με επακόλουθη την αύξηση του δημόσιου χρέους, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες λειτουργίας του κράτους και ακόμη, περισσότερο, με την, φυσιολογικά, επόμενη τοκογλυφική διεύρυνση του χρέους αυτού, το οποίο, όμως, ήταν ακίνδυνο, όσο εκφραζόταν και όσο έπρεπε να πληρωθεί, σε δραχμές, ήταν δεδομένο, εξ αρχής, για κάποιον, ο οποίος παρατηρούσε, ψύχραιμα, την εξέλιξη των πραγμάτων, από την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002 και μετά, ότι η ελληνική οικονομία όδευε, προς την πλήρη καταστροφή, εάν και εφ' όσον, εφαρμόζονταν, στην πράξη, οι κανόνες της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, έτσι, όπως αυτοί οι κανόνες διαμορφώθηκαν, από την Συνθήκη του Μάαστριχτ και κατόπιν.

Και αν η ελληνική οικονομία επιβίωσε, μετά το 2002, για όσο χρονικό διάστημα η Γερμανία και η Γαλλία, μαζύ με την Commission και την Ε.Κ.Τ., είχαν αποφασίσει να παραβιάζουν τα προβλεπόμενα, στις ευρωσυνθήκες, η έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και η βαθιά ύφεση, που ακολούθησε, άλλαξε τα δεδομένα, με αποτέλεσμα την αδόκητη και συνάμα βλακώδη επάνοδο, στους κανόνες, για τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, που προέβλεπαν οι ευρωσυνθήκες.

Αλλά αυτή η επαναφορά, σε πλήρη ισχύ, των κανόνων της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, τερμάτισε το καθεστώς χάριτος, που απολάμβανε η ελληνική οικονομία, μέχρι το 2008. Η επαναφορά της ισχύος των σκληρών νομισματικών και δημοσιονομικών κανόνων οδήγησε την χώρα, στην ουσιαστική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, στην επιβολή των Μνημονίων και στην βαθιά οικονομική κρίση, που επέφερε μια σωρευτική απώλεια, η οποία, μέχρι τώρα, ξεπερνάει, κατά πολύ, το 25% του ελληνικού ΑΕΠ.


Ρυθμός Ανάπτυξης, Πληθωρισμός, Ανεργία (%)
ΈτοςΡυθμός ανάπτυξηςΠληθωρισμόςΑνεργία
196113,21,85,9
19620,4-0,35,1
196311,83,05,0
19649,40,94,6
196510,83,04,8
19666,54,95,0
19675,71,74,4
19687,20,35,6
196911,62,55,2
19708,93,04,2
19717,83,03,1
197210,24,32,1
19738,115,52,0
1974-6,426,82,1
19756,413,42,3
19766,913,31,9
19772,912,21,7
19787,212,51,9
19793,319,01,9
19800,724,92,7
1981-1,624,54,0
1982-1,121,15,8
1983-1,120,27,9
1984218,58,1
19852,519,37,8
19860,523,07,4
1987-2,316,47,4
19884,313,57,7
19893,813,77,5
19900,020,47,0
19913,119,57,7
19920,715,98,7
1993-1,614,49,7



Αυτή την μνημονιακή πολιτική, που ακολούθησαν οι επίγονοί του, με πρώτον τον υιό του, τον αφελή ΓΑΠ, δεν θέλησε να ακολουθήσει, πρώϊμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου και αυτό είναι, που του χρεώνει η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ της σημερινής εποχής.

(Βέβαια, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, όταν το 1985 βρέθηκε, μπροστά στο ενδεχόμενο μιας κρατικής χρεωκοπίας, εξ αιτίας των ανισορροπιών, που αντιμετώπιζε το ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών και τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας είχαν περιορισθεί κάπου, στα 100.000.000 δολλάρια, υπέγραψε μια δανειστική συμφωνία, με την Ε.Ο.Κ., η οποία συμφωνία, συνοδευόταν, από ένα ελάχιστα - έως καθόλου - δεσμευτικό "μνημόνιο" εκείνης της εποχής, αλλά όλα αυτά υπήρξαν προσωρινά, αφού, στο τέλος του 1987, ο, τότε, πρωθυπουργός, ευθύς ως αποκαταστάθηκε μια ανεκτή ισορροπία, στο ισοζύγιο πληρωμών και η χώρα βρέθηκε με επαρκή συναλλαγματικά αποθέματα, εγκατέλειψε το συμφωνημένο, με τους Ευρωπαίους, πρόγραμμα της λιτότητας).

Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υποχρεώθηκε να κυβερνάει, μέσα σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον και ενώ οι κυβερνήσεις των χωρών της Ε.Ο.Κ., στην οποία η Ελλάδα είχε ενταχθεί, από την 1/1/1981, είχαν αρχίσει, σταδιακά, να καταφεύγουν, κάτω από το βάρος της ανόδου της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων και των νεοσυντηρητικών ιδεών, σε περιοριστικές οικονομικές πολιτικές, η αλήθεια είναι ότι αρνήθηκε να προχωρήσει, σε αυτόν τον βηματισμό, επιδιώκοντας να αναπτύξει την ελληνική οικονομία, με βάση την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, τον κρατικό παρεμβατισμό και την τραπεζική στήριξη της μικρομεσαίας επιχείρησης.




1960 - 2009 : Η εισοδηματική ανισοκατανομή στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τους δείκτες Gini και S80/S20, σύμφωνα, με την πολύ καλή και χρήσιμη μεταπτυχιακή εργασία του κ. Δημήτρη Κιβωτού, η οποία, εξ όσων γνωρίζω, είναι μοναδική και ως εκ τούτου, πολύτιμη. (Τον πίνακα αυτόν τον έχω ξαναδημοσιεύσει και στην αρχική μορφή του, η οποία είχε κάποια τυπογραφικά λάθη, τα οποία, εδώ, έχω διορθώσει).



Όπως φαίνεται από τους παραπάνω πίνακες, ο Ανδρέας Παπανδρέου, μέσα στα χρονικά πλαίσια της κυβέρνησής του, κατάφερε να αντιστρέψει τις βαθιές υφεσιακές εξελίξεις, που είχαν προηγηθεί, να επαναφέρει την ελληνική οικονομία, σε ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι, μπορεί να ήσαν, σε έναν μεγάλο βαθμό, αρχικά, ασταθείς, αλλά, στην πορεία του χρόνου, σταθεροποιήθηκαν και μετά την πρώτη περίοδο των κυβερνήσεών του (1981 - 1989), αλλά και κατά την τελευταία και βραχεία κυβέρνησή του (1993 - 1996), ύστερα από το εκπληκτικό πολιτικό come back, που έφερε εις πέρας, με την θριαμβευτική νίκη του, επί του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στις βουλευτικές εκλογές της 10/10/1993.

Βέβαια, οι πίνακες αυτοί πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ως τάσεις και όχι, ως, επακριβώς, προσδιορισμένα μεγέθη, λόγω της κακής κατάστασης των ελληνικών στατιστικών και με δεδομένο το γεγονός ότι το ελληνικό ΑΕΠ, διαχρονικά, είναι υποεκτιμημένο. Μάλιστα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όσο περισσότερο ανατρέχουμε, στο παρελθόν, τόσο περισσότερο υποεκτιμημένο είναι το ΑΕΠ, καθώς και τα περισσότερα μακροοικονομικά στοιχεία της χώρας μας και αυτό αποτελεί ένα γεγονός, το οποίο πρέπει να μας καθιστά επιφυλακτικούς.

Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να ανακόψει την ταχεία μεγέθυνση της εισοδηματικής ανισότητας, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Και επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην συνέχεια, ο, τότε, πρωθυπουργός, επιδίωξε και κατάφερε να μειώσει, σε διαρκή βάση και με μια επίμονη σταθερότητα, κατά την περίοδο 1982 - 1989, την εισοδηματική ανισότητα, σε τέτοια έκταση, η οποία, με βάση τις κατοπινές εξελίξεις, έως τις ημέρες μας, φαίνεται, ως απίθανη και εξωπραγματική.

Η διαπίστωση αυτή, προκύπτει, από τις όποιες συγκρίσεις γίνουν, αφού αυτό, που ακολούθησε, στον καιρό της πρωθυπουργίας του Κώστα Σημίτη και των διαδόχων του, δεν είναι τίποτε λιγότερο, από την ραγδαία και διαρκή μεγέθυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, όπως και αν τις μετρήσει κάποιος (και με μόνη επισήμανση ότι ένας κάποιος μετριασμός του φαινομένου αυτού υπήρξε, μόνο, κατά την περίοδο των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή - αν και αυτή, για όσο έλαβε χώρα, συνέβη, όταν οι εισοδηματικές ανισότητες είχαν φθάσει, σε πολύ μεγάλα, σε δυσθεώρητα επίπεδα, αν τα συγκρίνουμε, με τα επίπεδα των εισοδηματικών ανισοτήτων της εποχής του Ανδρέα Παπανδρέου.








Για αυτήν την πολιτική του, που συνοψίστηκε, στον περιορισμό των εισοδηματικών ανισοτήτων και η οποία επεκτάθηκε, περιλαμβάνοντας τους μισθωτούς, τους ολοένα και διευρυνόμενους, ως κοινωνικό στρώμα, μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και τον συρρικνούμενο αγροτικό πληθυσμό της χώρας, ήταν που κατηγορήθηκε και εξακολουθεί να κατηγορείται, από την σύγχρονη πολιτική και οικονομική ελίτ του τόπου μας, με ολοένα και μεγαλύτερη δριμύτητα, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και φυσικά, στους κατήγορούς του αυτούς, περιλαμβάνονται, πρώτοι και χειρότεροι, οι μαθητές του, οι οποίοι είναι αλήθεια ότι ουδέν εδιδάχθησαν, από την παρουσία του και από την μαθητεία τους, δίπλα του.

Φυσικά, αυτό, που εννοείται και το οποίο είναι δεδομένο, είναι ότι αυτό το κατηγορώ των πολυπληθών αντιπάλων του, είναι και εκείνο, το οποίο κάνει το πολιτικό, το κοινωνικό και το οικονομικό έργο του Ανδρέα Παπανδρέου να διατηρεί την αξία του, ακόμη και σήμερα. Και βοηθούσης της παρούσας δυσμενούς και καταστροφικής εξέλιξης, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, η οποία θα συνεχισθεί, επί μακρόν, το έργο αυτό θα συνεχίσει να διατηρεί, επ' αόριστον, την αξία του, συγκρινόμενο, με τα ερείπια, τα οποία έχει σωρεύσει η εφαρμοσμένη πολιτική του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι όπως αυτή εξειδικεύεται και προσδιορίζεται, στην Ελλάδα, από τους ξένους δανειστές και το δωσιλογικό πολιτικό προσωπικό του "ευρωπαϊστικού" χώρου.

Εκείνο, που δεν κατάφερε ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι να αντιστρέψει την προϊούσα αποβιομηχάνιση της χώρας και τις απώλειες, που υπέστη, στα μερίδιά της στην εσωτερική και την διεθνή αγορά και οι οποίες απώλειες υπήρξαν αποτέλεσμα της επιδείνωσης της θέσης της, στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Μπορεί να προσπάθησε να την ανακόψει και σε έναν βαθμό, να την επιβράδυνε, αλλά δεν την αντέστρεψε. 

Η επιδείνωση της θέσης της Ελλάδας, στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, προέκυψε λόγω της αδυναμίας της χώρας να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό, στον οποίο εκτέθηκε, εξ αιτίας της ένταξης της ελληνικής οικονομίας, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, μια ένταξη, η οποία, όπως, τώρα, μπορούμε να δούμε και να διαπιστώσουμε, πολύ πιο καθαρά, από ό,τι στο παρελθόν, έβλαψε την ελληνική οικονομία, με την προϊούσα και επίμονη αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, προς όφελος των χωρών εκείνων, οι οποίες ήσαν ισχυρές, μέσα στα πλαίσια του διεθνούς και ιδιαίτερα, του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού.







Και εδώ ανιχνεύεται και εντοπίζεται το πρώτο ουσιώδες στρατηγικό σφάλμα του Ανδρέα Παπανδρέου, το οποίο είναι και το μεγαλύτερο όλων των σφαλμάτων, που του καταλογίζουν. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών του αντιπάλων και των κατηγόρων του δεν αναφέρεται, σε αυτό το σφάλμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Ούτε καν του το καταλογίζουν, ως σφάλμα. Αντίθετα, μάλιστα, το προσμετρούν στα θετικά του, αποφεύγοντας, φυσικά, να το αναφέρουν.

Το στρατηγικό σφάλμα του Ανδρέα Παπανδρέου, στο οποίο αναφέρομαι, είναι η εγκατάλειψη της παλαιάς και ορθής θέσης του ιδίου και του ΠΑΣΟΚ, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και μέχρι την ανάληψη της κυβέρνησης, τον Οκτώβριο του 1981, η οποία θέση συνίστατο, στην άρνηση της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., ακριβώς, επειδή, πολύ σωστά, τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου έβλεπε ότι η Ελλάδα θα εβλάπτετο, μέσα στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, έτσι, όπως αυτός διαμορφωνόταν, στον ευρωπαϊκό χώρο (κάτι, που, πριν από την δικτατορία των συνταγματαρχών, δεν το έβλεπε, ή το παρέκαμπτε), επειδή η ελληνική οικονομία θα οδηγείτο, στον μαρασμό, εξ αιτίας του δασμολογικού και του λοιπού αφοπλισμού της, απέναντι, στις άλλες οικονομίες της Κοινότητας, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της χώρας να οδηγηθεί, στο να μετατραπεί, σε γκαρσόνια των λοιπών Ευρωπαίων.

Η ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας και οι, όντως, εξαίσιες διαπραγματεύσεις, που διεξήγαγε, για την αναθεώρηση της λεόντιας συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., καθώς και για την ανεπαρκή, έστω, ισχυροποίηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, με τα έκτακτα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (Μ.Ο.Π.), που, στην διαδρομή του χρόνου, μετατράπηκαν, σε τακτικά πακέτα στήριξης των πτωχότερων κρατών και περιφερειών της Κοινότητας, οδήγησαν, συνδυαστικά, τον Ανδρέα Παπανδρέου, στο να αλλάξει θέση και να κρατήσει την Ελλάδα, στην Ε.Ο.Κ, παρά τα όσα έλεγε και υποστήριζε, πριν από την άνοδό του, στην πρωθυπουργία. Έτσι, με την επίτευξη αυτών των στόχων, ο Ανδρέας Παπανδρέου έβαλε, στην άκρη, τον αρχικό σχεδιασμό να βγάλει την Ελλάδα, από την Ε.Ο.Κ., στην περίπτωση, κατά την οποία οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν, σε αδιέξοδο.

Ένα, ακόμη, σφάλμα, που μπορεί να καταλογισθεί, στον Ανδρέα Παπανδρέου, στην διάρκεια της δεκαετίας του 1990 (και το οποίο, επίσης, δεν του καταλογίζεται), είναι η εφεκτική του στάση, απέναντι στην είσοδο της Ελλάδας, στην, τότε, σχεδιαζόμενη ευρωζώνη και ενώ έβλεπε, πολύ καλά, τον επερχόμενο όλεθρο, από μια τέτοια ένταξη.

Φυσικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου, όπως έχουμε πει, πολλές φορές, προειδοποίησε, για τον ανεξέλεγκτο ελιτισμό του γαλλογερμανικού άξονα, που αποφάσιζε, ήδη, από τότε, για το παραμικρό, χωρίς να πολυενδιαφέρεται, για την γνώμη των άλλων, όπως επίσης, προειδοποίησε, για την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και τις μεγάλες απώλειες, που θα έφερνε, σε αυτήν, η επιδιωκόμενη και σχεδιαζόμενη ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, επικεντρώνοντας τις επισημάνσεις του, στην επικινδυνότητα, που θα αποκτούσε, το ελληνικό δημόσιο χρέος, μέσα στα πλαίσια ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, έτσι, όπως αυτά ετίθεντο, από την Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 και από όσες θα ακολουθούσαν.

Η φράση του "Η το έθνος θα αφανίσει το χρέος, ή το χρέος θα αφανίσει το έθνος" έχει καταστεί μια φράση ιστορική και συνάμα, προφητική, αφού επαληθεύτηκε, μέχρι τελευταίας κεραίας. Και φυσικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν υπήρξε, ούτε μάντης, ούτε μάγος, προβαίνοντας, σε αυτή την προειδοποίηση, προς τους επιγόνους του, οι οποίοι αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη τους, τις επισημάνσεις αυτές,  οι οποίες, εξ αυτού του λόγου, κατέστησαν προφητικές.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως οικονομολόγος, γνώριζε, πολύ καλά, τις καταστροφικές επιπτώσεις ενός ακίνδυνου μεγάλου δημόσιου χρέους, που είναι εκφρασμένο, σε ένα μαλακό τοπικό νόμισμα, όταν αυτό το χρέος, στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης, μετατρέπεται, σε ένα χρέος, το οποίο είναι εκφρασμένο, στο - κατ' ανάγκην - σκληρό νόμισμα αυτής της (και της όποιας άλλης) νομισματικής ένωσης, οπότε  αυτό το δημόσιο χρέος, καθίσταται, ένας θανάσιμος κίνδυνος, αφού οδηγεί σε χρεωκοπία. Και αυτό, ανεξαρτήτως, του ύψους του.

Αυτά είναι τα πραγματικά και ουσιαστικά λάθη του Ανδρέα Παπανδρέου. Δυστυχώς, τα λάθη αυτά δεν του καταλογίζονται. Και όχι μόνον, δεν του καταλογίζονται, αλλά, αντιθέτως, του προσμετρώνται, στα όποια (ελάχιστα) θετικά πεπραγμένα του αναγνωρίζουν οι αντίπαλοί του.


Δυστυχώς, όμως, η αλήθεια είναι, εντελώς, διαφορετική....




Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Ελλάδα και ευρωζώνη : Το παιχνίδι σκληραίνει και δυσκολεύει, για όλους, ενώ ο απεγκλωβισμός της ελληνικής οικονομίας από το ευρώ, με ένα οριστικό ή "προσωρινό" grexit, καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαίος. (Θα βαδίσει τον δρόμο αυτόν ο Αλέξης Τσίπρας);



2010 - 2015 : Η πορεία των προγνώσεων του Δ.Ν.Τ., σε σχέση με την πραγματική πορεία της ελληνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτές απεικονίζονται, στις καμπύλες του πίνακα, απέχουν, όσο η ημέρα, από την νύχτα. Και φυσικά, αυτή η πραγματικότητα δεν αφορά, μόνο το Δ.Ν.Τ., αφού, επίσης και όλες οι ανάλογες προβλέψεις των ευρωπαϊκών θεσμών, είχαν την ίδια τύχη. Αυτή η παταγώδης αποτυχία δεν είναι προϊόν της όποιας τεχνοκρατικής ανεπάρκειας των στελεχών του Δ.Ν.Τ., της Ε.Κ.Τ., της Eurostat.και της Commission. Πέραν των όποιων τεχνοκρατικών ανεπαρκειών, ο βασικότερος λόγος αυτής της στατιστικής αποτυχίας, έχει να κάνει, με το γεγονός ότι τα όποια παρουσιαζόμενα "ευρήματα" και οι προβλέψεις, που αφορούσαν και αφορούν την εξέλιξη των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, ήσαν και εξακολουθούν να είναι μακιγιαρισμένα και επεξεργασμένα, έτσι όπως ήθελε και θέλει η ηγεσία αυτών των θεσμών να τα παρουσιάσει, για λόγους, καθαρά, προπαγανδιστικούς. Αυτά είναι τα περίφημα, για το γελοιογραφικό περιεχόμενό τους, "IMF statistics" και "Eurostatistics", τα οποία πρέπει, στο σύνολό τους, να πεταχτούν στα σκουπίδια, μαζύ με το ευρώ και την ζώνη του...





Από τον περασμένο Φεβρουάριο, δηλαδή από την αρχή των λεγόμενων διαπραγματεύσεων, ανάμεσα στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και στους δανειστές, ήταν φανερό ότι και οι δύο πλευρές του τραπεζιού αυτό, για το οποίο ενδιαφέρονταν, ήταν το να κερδίσουν χρόνο και να γονατίσουν, όσο το δυνατό γρηγορότερα, τον αντίπαλο, με έναν χρονικό ορίζοντα, ο οποίος εκτεινόταν, μέχρι τον Ιούνιο.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι, τον Φεβρουάριο, ο δρ. Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και ο συνασπισμός των συμφερόντων, που αυτός εκφράζει, μέσα στα πλαίσια της γερμανικής κυβέρνησης (και τα οποία συμφέροντα είναι, άμεσα, συνδεδεμένα, με το γερμανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τον εξαγωγικό τομέα της γερμανικής οικονομίας και τις απαιτήσεις τους), είχαν άλλα σχέδια, τα οποία περιλάμβαναν την επίδοση τελεσιγράφου, με τις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, αποβλέποντας στην άμεση υποταγή της νέας ελληνικής κυβέρνησης, ή τον εξαναγκασμό της, σε μιαν ευθεία, ή, έστω, εκ του πλαγίου, άτυπη - πλην όμως, ουσιαστική - έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, αλλά οι υπόλοιποι παράγοντες, μέσα και έξω από την γερμανική κυβέρνηση, που παίζουν ρόλο, στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, με πρώτον από όλους τις Η.Π.Α. του Μπαράκ Ομπάμα, δεν ήσαν διατεθειμένοι να προχωρήσουν, σε μια τέτοια σύγκρουση. Για τον λόγο αυτόν, προκρίθηκε η σύναψη της προσωρινής συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου, με σκοπό την αγορά χρόνου, ο οποίος υποτίθεται ότι θα ήταν χρήσιμος, σε όλες τις πλευρές.

Έτσι, οι ξένοι δανειστές επέλεξαν μια συγκεκριμένη τακτική, την οποία είχαν χρησιμοποιήσει, με επιτυχία και στο παρελθόν. Η τακτική αυτή είναι ο πόλεμος φθοράς της κυβέρνησης, που σχημάτισαν ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου, μέσα από την θηλιά της χρηματοδοτικής ασφυξίας, που επέβαλαν η Ε.Κ.Τ. του Μάριο Ντράγκι, οι λοιποί δανειστές και οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας. 

Σκοπός αυτού του πολέμου φθοράς της νέας ελληνικής κυβέρνησης ήταν και είναι μια γρήγορη απονομιμοποίησή της και η απώλεια της υποστήριξης, που απολαμβάνει, από τον πληθυσμό της χώρας, ή (και) εάν κάτι τέτοιο δεν γίνει δυνατό να επιτευχθεί, να γίνει κατορθωτή, έστω, η ταχεία παράδοση του Αλέξη Τσίπρα και η αποδοχή των απαιτήσεων των δανειστών, με την υπογραφή ενός νέου Μνημονίου, το οποίο θα έλθει, ως αποτέλεσμα της σύναψης μιας νέας δανειακής σύμβασης, ανάμεσα στο ελληνικό δημόσιο και τους ξένους δανειστές - την Ε.Κ.Τ., την Commission και το Δ.Ν.Τ. -, για την κάλυψη των τρεχουσών και των μελλοντικών υποχρεώσεών του, κατά τα προσεχή χρόνια, τουλάχιστον, μέχρι το 2018. 

Αυτές οι επιδιώξεις των ξένων δανειστών - μέχρι τώρα - δεν έχουν επιτευχθεί. Η ελληνική κυβέρνηση, όπως, άλλωστε, επιδίωξε, κατάφερε να μείνει όρθια, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να απαιτεί μιαν σημαντική αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, την συγκρότηση ενός αναπτυξιακού πακέτου, για την ελληνική οικονομία και την αποφυγή μέτρων, όπως η μείωση μισθών και συντάξεων, αλλά και η γενική αύξηση της φορολογίας, που θα πλήξουν την κατανάλωση και θα εντείνουν την βαρύτατη οικονομική κρίση, την οποία, σχεδιασμένα, έφεραν, οι πολιτικές που εκπορεύτηκαν, από την τρόϊκα των ξένων δανειστών, κατά την τελευταία πενταετία, από την εποχή της, επίσης (από ένα σημείο και πέρα), σχεδιασμένης ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010 και του πρώτου Μνημονίου, που ακολούθησε την χρεωκοπία αυτή. 

Στην πραγματικότητα, όμως, το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έμεινε όρθια, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεν σημαίνει, επί της ουσίας και πολλά πράγματα. Αυτό έχει να κάνει, με τον ίδιο τον πυρήνα της επιδίωξης του Αλέξη Τσίπρα, του Γιάννη Βαρουφάκη, του Γιάννη Δραγασάκη, του Ευκλείδη Τσακαλώτου και όλων όσων μετέχουν στην ελληνική διαπραγματευτική ομάδα.

Η επιδίωξη αυτή, όπως έχουμε πει πολλές φορές, σχετίζεται, με τις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες, που διατηρεί, μέσα στις τάξεις της, η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και αφορά την επίμονη προσπάθεια της κυβέρνησης να κρατήσει την Ελλάδα, μέσα στην ζώνη του ευρώ.

Αλλά, αυτή η επιδίωξη, που θέλει να κρατήσει την ελληνική οικονομία, μέσα στο ευρώ και την ζώνη του είναι αντιφατική και καθίσταται άτοπη, όσο το ευρώ, είναι δομημένο, έτσι όπως είναι, όσο, δηλαδή, η έκδοση και η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος των χωρών της ευρωζώνης, αποτελούν μεγέθη, όπλα και εργαλεία, που βρίσκονται, αποκλειστικά, στα χέρια της κεντρικής ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας, η οποία αποτελείται, από την χρηματοπιστωτική γραφειοκρατία της Ε.Κ.Τ., σε κεντρικό και περιφερειακό (εθνικό) επίπεδο. Με αυτά τα δεδομένα, οι επιδιώξεις και οι στοχεύσεις του ελληνικού κυβερνητικού επιτελείου καθίστανται, εξ ορισμού, υπονομευμένες, αφού, σε τελική ανάλυση, το κεντρικό παιχνίδι, όσον αφορά το νόμισμα και την ακολουθητέα οικονομική πολιτική, διεξάγεται, σε ένα γήπεδο, το οποίο είναι ξένο, για την ελληνική κυβέρνηση. 

Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, επειδή άλλοι είναι οι "ιδιοκτήτες" και τα πραγματικά και ουσιαστικά αφεντικά του ευρώ.

Ως εκ τούτου, όσες παραχωρήσεις και όσες υποχωρήσεις και αν κάνουν, τα πραγματικά αφεντικά κοινού νομίσματος (η Ε.Κ.Τ. και η γερμανική κυβέρνηση), απέναντι στα αιτήματα της ελληνικής πλευράς, τελικά, εκείνοι είναι, που θα προσδιορίσουν τον κεντρικό πυρήνα της όποιας "συμφωνίας", εάν και όταν επιτευχθεί. Και ο κεντρικός πυρήνας αυτής της συμφωνίας, που επιδιώκουν οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ., είναι η ολοκλήρωση του εκκρεμούντος δανειστικού προγράμματος της χώρας μας και η σύναψη νέου δανεισμού, που θα φθάνει και θα ξεπερνάει το 2018. Και φυσικά, όλα αυτά, με δόσεις, υπό όρους, προϋποθέσεις και με προαπαιτούμενα

Ως εκ τούτου, οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ. απαιτούν την ολοκλήρωση του δεύτερου Μνημονίου και την σύναψη ενός νέου, ενός τρίτου, κατά σειράν, Μνημονίου, για την υπογραφή του οποίου, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η κυβέρνησή τους, η οποία προέκυψε, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί, από την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας και ειδικότερα, από το ευάριθμο τμήμα του εκλογικού σώματος, που τους ψήφισε. Το αντίθετο, μάλιστα. Ο πληθυσμός της χώρας και οι ψηφοφόροι των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων απαιτούν να μην υπογραφεί μια συμφωνία, η οποία θα αποτελεί ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο, ακόμη και στην πιο "ήπια" εκδοχή του, πρόκειται να συνεχίσει να οδηγεί και να διατηρεί μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, στον υποσιτισμό, στην εξαθλίωση και στην πείνα. 

Οι συριζαίοι διαπραγματευτές θέλουν να πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να υποχρεώσουν τους ευρωθεσμούς να ανατρέψουν τις πολιτικές της λιτότητας και ότι είναι εφικτό να αντικαταστήσουν το νέο Μνημόνιο, με μια συμφωνία, η οποία θα περιέχει, μεν, κάποια μέτρα, αλλά δεν θα συνοδεύεται, από έναν νέο δανεισμό και θα περιλαμβάνει μια μεγάλη μείωση (με τον ένα, ή τον άλλον τρόπο) του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία θα συνδυάζεται, με ένα δωρεάν αναπτυξιακό πακέτο, το οποίο υποτίθεται ότι θα βοηθήσει, στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Όλα αυτά, που λένε ότι επιδιώκουν οι διαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, ακούγονται πολύ ωραία, για να είναι αληθινά και φυσικά, μετά από την παρέλευση των, περίπου, πέντε μηνών, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, πλησιάζει η ώρα της αλήθειας, για όλους τους εμπλεκόμενους.

Και η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα δεν είναι καλά, για όλους όσους συμμετέχουν, σε αυτές τις συζητήσεις. Δεν είναι καλά, ούτε για την ελληνική κυβέρνηση, όσο αυτή εμμένει, στις αυταπάτες της, γύρω από την έμπρακτη ενσάρκωση του σύγχρονου τερατογεννήματος του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" και ψάχνει να βρει λύσεις, εντός των πλαισίων της ευρωζώνης, αλλά δεν είναι καλά, ούτε και για τους δανειστές, αφού, πέραν από τον κίνδυνο να χάσουν τα όσα χρήματα επένδυσαν, στο ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος και στα παράγωγά τους, μια ελληνική κρατική χρεωκοπία, έστω και αν επιχειρηθεί να παραμείνει η Ελλάδα, στην ευρωζώνη, μπορεί να οδηγήσει, σε μιαν ελληνική έξοδο, από το ευρώ και την ζώνη του και να αποτελέσει την αρχή του ξηλώματος της "ευρωπαϊκής κάλτσας" και στην διάλυση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, αφού η επιστροφή στην δραχμή (έστω και ως παράλληλου, με το ευρώ, νομίσματος), θα μετασχηματίσει το ευρώ, από ένα ενιαίο νόμισμα, που είναι - έστω και με χίλια ζόρια -, τώρα, σε έναν ιδιότυπο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο οποίος, με την πάροδο του χρόνου, θα διευρύνεται, με την επιστροφή και άλλων χωρών της ευρωζώνης, στα δικά τους εθνικά νομίσματα.

Τα πράγματα, για τους ευρωζωνίτες, είναι, ούτως, ή άλλως, δύσκολα, αφού, ουσιαστικά, η Ελλάδα βρίσκεται, από τον Φεβρουάριο του 2015, με το ενάμισυ πόδι, εκτός του ευρώ και της ζώνης του. Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, επειδή, από χρηματοοικονομική άποψη, ο μόνος δεσμός της ελληνικής οικονομίας, με το ευρώ και την ζώνη, του, μετά τον αποκλεισμό των ελληνικών κρατικών ομολόγων, από τον Μάριο Ντράγκι και την Ε.Κ.Τ., υφίσταται, μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ρευστότητας Έκτακτης Ανάγκης, του διαβόητου E.L.A., ο οποίος, εξ αιτίας της τεράστιας διαφυγής κεφαλαίων, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία, προς το εξωτερικό, χρησιμοποιείται, από την Ε.Κ.Τ. και την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εργαλείο παροχής ρευστότητας, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ούτως ώστε οι ελληνικές τράπεζες να μπορούν να έχουν μετρητό χρήμα και να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους, αλλά και να δανειοδοτούν, έστω, και περιορισμένα, το ελληνικό δημόσιο, μέσα από τον μηχανισμό των εντόκων γραμματίων. Με τον τρόπο αυτόν, ο E.L.A. σταματάει - προσωρινά, έστω, αλλά και ακριβά - τις διαρροές, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, έως ότου, αποκατασταθεί η ισορροπία των διατραπεζικών και λοιπών χρηματικών ροών, ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, με την επιστροφή, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, των χρημάτων, που διέφυγαν, στο εξωτερικό, ή αλλού (π.χ. στα σεντούκια, ή σε άλλους προορισμούς και τοποθετήσεις).

Φυσικά, οι ευρωζωνίτες θα μπορούσαν να μπλοκάρουν την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική οικονομία, με την διακοπή της δανειστικής χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, δηλαδή, με την αιφνίδια και απότομη διακοπή της παροχής ρευστότητας, από τον E.L.A., αφού, στην περίπτωση αυτή, που κοπεί αυτή η χρηματοδότηση, που έχει φθάσει και έχει ξεπεράσει τα 83 δισ. €, οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν, στις υποχρεώσεις τους, προς τους καταθέτες τους και τους πιστωτές τους και έτσι η έλλειψη ρευστότητας θα μπλοκάρει όλες τις χρηματικές συναλλαγές. Σε μια τέτοια περίπτωση, η άμεση αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης θα είναι η έκδοση ενός νέου εθνικού νομίσματος, το οποίο θα αντικαταστήσει (ή θα κυκλοφορεί και θα χρησιμοποιείται στις συναλλαγές, παράλληλα, με) το ευρώ.

Όμως, για να κάνουν κάτι τέτοιο οι ευρωζωνίτες, θα πρέπει να έχουν αποφασίσει την έξοδο (ή μια απροσδιόριστη "άδεια απουσίας") της Ελλάδας, από την ευρωζώνη. Και αυτό φαίνεται ότι δεν το έχουν αποφασίσει. Θέλει τόλμη, για να το αποφασίσουν, όσο και αν ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και πολλοί άλλοι το βλέπουν, ως μια λύση, η οποία, όσο κακή και αν είναι, αποτελεί μια κάποια λύση - η οποία, μάλιστα, μπορεί να ανοίξει και άλλους δρόμους.


Αλλά, αυτό, που δεν έχουν αποφασίσει οι ευρωζωνίτες, θα πρέπει να το αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση.

Έτσι πρέπει να εκδώσει ένα νέο μόνιμο τοπικό νόμισμα, για να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για παροχή ρευστότητας. Άλλωστε, αυτές τις επείγουσες ανάγκες, για παροχή ρευστότητας, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, θα πρέπει να τις καλύψει, ακόμη και αν επιλέξει να εκδώσει, προσωρινά έστω, ένα νέο τοπικό χρηματόγραφο, το οποίο θα χρησιμοποιείται, εν αναμονή της αποκατάστασης της ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, από την Ε.Κ.Τ., στον βαθμό, που το αρχικό σοκ, από μια τέτοια ενέργεια, ακολουθηθεί, από έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων, με τους ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ. 

Ούτως, ή άλλως, το ευρώ, πολύ γρήγορα, θα εξαφανισθεί, από τις καθημερινές συναλλαγές και θα μείνει, ως αποθησαυριστικό εργαλείο, μετατρεπόμενο, δηλαδή, σε ξένο συνάλλαγμα, του οποίου η ισοτιμία, με το νέο τοπικό ελληνικό νόμισμα, θα προσδιορίζεται, με βάση τα επίπεδα της προσφοράς του νέου νομίσματος αυτού και την επίπτωσή του, στην παραγωγική διαδικασία και στον σχηματιζόμενο όγκο της εγχώριας παραγωγής, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η αυξητική επίδραση, που θα έχει το νέο τοπικό νόμισμα, στην ελληνική παραγωγή, δηλαδή, στο πραγματικό ΑΕΠ της χώρας μας, με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντιστοίχιση της πραγματικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, με την αυξημένη προσφορά του νέου χρήματος, θα περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, μέσα από τον προσεκτικό έλεγχο του τμήματος εκείνου της ολικής προσφοράς χρήματος, που οικονομολόγοι περιγράφουν, ως M2 και το οποίο, σύμφωνα, με τον απλό ορισμό, που προσδιορίζει την αξία του χρήματος [και περιγράφεται, στην εξίσωση : P = (M1 x V1) + (M2 x V2) / T, όπου, το P απεικονίζει την αξία του χρήματος, το M1 αφορά το κυκλοφορούν χρήμα, το V1 απεικονίζει την ταχύτητα του κυκλοφορούντος χρήματος, το M2 αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις, το V2 απεικονίζει την ταχύτητα κυκλοφορίας των τραπεζικών καταθέσεων και το T περιγράφει τον όγκο του εμπορίου], αντιστοιχίζεται, στο αποκαλούμενο τραπεζικό χρήμα.

Μόνον έτσι, θα ανακτηθεί το σύνολο του τεράστιου τμήματος της εσωτερικής αγοράς, που έχει αποσπασθεί, από τις ελληνικές επιχειρήσεις και έχει χαθεί, στα πλαίσια της ευρωζώνης και του διεθνούς ανταγωνισμού, λόγω της ύπαρξης και της λειτουργίας του ευρώ, ως σκληρού νομίσματος, το οποίο έχει καταστήσει μη ανταγωνιστική την ελληνική παραγωγή. Και μόνο έτσι, θα κερδηθεί και πάλι, το μερίδιο της εξωτερικής αγοράς, που έχουν χάσει οι Έλληνες παραγωγοί, αφού η υιοθέτηση του σκληρού ευρώ, ως νομίσματος της χώρας, κατέστησε ακριβό και έθεσε εκτός αγορών, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής παραγωγής, που κατευθύνεται προς τις εξαγωγές.

Παρά τους όποιους κατευθυνόμενους και καλλιεργούμενους φόβους, οι οποίοι διασπείρονται, στον πληθυσμό της χώρας, εξυπηρετώντας την προπαγάνδα της ανόητης "ευρωπαϊστικής" ελίτ του τόπου μας, οι όποιες δυσμενείς επιπτώσεις της εξόδου (ή της απροσδιορίστου χρόνου "άδειας απουσίας") της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, στην πραγματικότητα και με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα είναι ανύπαρκτες, ή ελάχιστες και σε κάθε περίπτωση, πολύ μικρότερες, από αυτές, που, άκριτα, συζητούνται και λέγονται, ενώ, με την κατάλληλη οικονομική πολιτική, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και η επαναφορά της, σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, θα είναι πολύ γρήγορη και θα έλθει, σε λίγους μήνες, μετά το εγχείρημα.


Σε αυτή την εξέλιξη θα βοηθήσει και το γεγονός ότι, στην χώρα υπάρχει ένα κυκλοφορούν ρευστό, της τάξεως των 27 δισ. €, ποσόν το οποίο αφορά χαρτονομίσματα και κέρματα, σε ευρώ, τα οποία χρησιμοποιούνται, τώρα, στις συναλλαγές, εντός Ελλάδας και θα αποτελέσουν τα συναλλαγματικά αποθέματα της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ακόμη και εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage, εκτυπώνοντας τις απαραίτητες ποσότητες χρήματος, σε ευρώ, για να καλύπτει τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, έτσι όπως αυτές θα προκύψουν από το διεθνές εμπόριο και τις λοιπές διεθνείς συναλλαγές (εξαιρουμένης της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο θα πρέπει να παύσει να εξυπηρετείται, εάν η Ελλάδα δεν ασκήσει το seigniorage, με την εκτύπωση των απαραίτητων ποσοτήτων ευρώ, για την αποπληρωμή του χρέους αυτού), η χώρα θα έχει επαρκέστατα συναλλαγματικά αποθέματα, για να καλύψει τις ανάγκες της, κατά την πρώτη περίοδο της μετάβασης και για πολύν καιρό, μετά από αυτήν.

Αυτά είναι τα δεδομένα, που έχει μπροστά της η χώρα. Με αυτά τα δεδομένα βαδίζει και θα βαδίσει -  όσο υπάρχει - η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.


Αυτά τα δεδομένα οδηγούν, στο αβίαστο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα πρέπει να απεγκλωβισθεί, από τα δεσμά της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης και το ευρώ.


Και το ερώτημα, που γεννάται, έχει να κάνει, με το εάν ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του θα βαδίσουν τον δρόμο του απεγκλωβισμού της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της ευρωζώνης, ή, εάν θα προτιμήσουν να την κρατήσουν, μέσα σε αυτήν την δολοφονική ποντικοπαγίδα.


Το συμφέρον τους είναι να πάρουν τον δρόμο του - με οποιονδήποτε τρόπο και ευφημισμό - απεγκλωβισμού της χώρας, με την (οριστική, ή "προσωρινή") έξοδο της ελληνικής οικονομίας, από την ευρωζώνη. Οποιοσδήποτε συμβιβασμός, με τις ευρωζωνικές ελίτ και τις γραφειοκρατίες της Ε.Ε., ακόμη και ο καλύτερος δυνατός, θα είναι επιζήμιος και για την χώρα και για τους ίδιους και για το κόμμα τους και για την Αριστερά.

Το δυστύχημα, στην όλη υπόθεση, είναι ότι η, εκ των έσω, θέαση των συμφερόντων των κοινωνικών και των πολιτικών ομάδων, πολλές φορές (και συνήθως, τις περισσότερες) δεν είναι διαυγής και ευκρινής, για τα μέλη των ομάδων αυτών και εξ αιτίας αυτής της πραγματικότητας, πάντοτε, ελλοχεύει ο κίνδυνος να ληφθούν αποφάσεις, οι οποίες είναι - και εκ των υστέρων, αποδεικνύονται -, εξ αντικειμένου, εσφαλμένες και ενίοτε καταστροφικές.

Ελπίζω ότι κάτι τέτοιο, στην περίπτωση αυτή, που αφορά την χώρα μας, θα αποφευχθεί, αλλά, όπως έχω πει πολλές φορές, αποφεύγω να παίρνω τις όποιες ελπίδες μου, στα σοβαρά. Δεν είναι οι ελπίδες αυτές, που θα προσδιορίσουν το τί θα γίνει, στις ημέρες, που έρχονται. Άλλοι παράγοντες είναι αυτοί, που θα προσδιορίσουν την πραγματικότητα. Και αυτοί οι παράγοντες έχουν να κάνουν, με το κυβερνητικό επιτελείο και τις επιδιώξεις, τις προσδοκίες, τους στόχους, τις αυταπάτες και τον βαθμό της διαύγειας των μελών του, ως προς την διακρίβωση της πραγματικότητας, την οποία αντιμετωπίζουν και καλούνται να διαχειρισθούν, καθώς και ως προς τις επιλογές, ενώπιον των οποίων ευρίσκονται.

Έτσι, με ολοένα και περισσότερο επιταχυνόμενους ρυθμούς, όσο περνούν οι ημέρες και όσο πλησιάζουμε στο τέλος του Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου, το παιχνίδι, που διεξάγεται, ανάμεσα στους ξένους δανειστές και στην ελληνική κυβέρνηση σκληραίνει και εμπλουτίζεται, με τους όποιους εκβιασμούς, μπορούν, εκατέρωθεν, να ασκηθούν, προκειμένου να φοβηθεί ο αντίπαλος, να δειλιάσει και να οπισθοχωρήσει.

Ως εκ τούτου, όλες αυτές οι ημέρες, που έπονται, θα είναι, άκρως, ενδιαφέρουσες και θα σημαδεύσουν και αυτές την πορεία της χώρας, στα προσεχή χρόνια.

Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να τις "απολαύσουμε" - όσο αυτό είναι δυνατό...