Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)...









 Η αλήθεια, όπως προκύπτει, από τον πίνακα, με την εξέλιξη του ΑΕΠ της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κίνας, κατά την περίοδο 2006 - 2017, είναι ότι ο αμερικανικός σχεδιασμός, για το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, με στόχο την διακοπή της ξέφρενης ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας, έχει φέρει κάποια αποτελέσματα, τα οποία αν και δεν είναι ασήμαντα, από στατική άποψη, στην πραγματικότητα, είναι επουσιώδη, όταν βλέπουμε, την μεγάλη εικόνα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής - και κυρίως - της γεωστρατηγικής δυναμικής του κινεζικού γίγαντα. Από αυτή την σκοπιά, η αμερικανική στρατηγική πολιτική ενός νέου containment, ενός σύγχρονου εγκιβωτισμού της Κίνας είναι αλυσιτελής, επειδή είναι διστακτική και, ως εκ τούτου, περιορισμένης και ως εκ τούτου, ασήμαντης ισχύος. Οι εκφραστές της στρατηγικής της αμερικανικής υπερδύναμης την έχουν πατήσει...



Παρά τις ανθεκτικές αντιρωσικές εμμονές του παραδοσιακού ηγετικού τμήματος της ελίτ του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, εάν κάποιος δει την πραγματικότητα, στην μεσοπρόθεσμη και την μακροπρόθεσμη διάστασή της, τηρώντας τις απαραίτητες αποστάσεις, από τους συναισθηματισμούς και την τρέχουσα πρώτη ύλη των γεγονότων του στατικού και του βραχυπρόθεσμου σήμερα, ο, εξ αντικειμένου, πραγματικός αντίπαλος των Η.Π.Α. και της Δύσης δεν είναι η Ρωσία του σήμερα και - πολύ περισσότερο - του αύριο.

Ο πραγματικός αντίπαλος της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης είναι η Κίνα του, όχι και πολύ μακρινού, αύριο.

Το μεγαλύτερο τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου αρνείται να δει αυτή την πραγματικότητα, αλλά, όπως και να το κάνουμε, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και όπως και αν τους δει κάποιος, αποβαίνουν, εις βάρος των Η.Π.Α., ενώ η δυναμική της εξέλιξής τους, καθιστά, από το 2012, τις προοπτικές της, ήδη, διαταραγμένης ισορροπίας των εκατέρωθεν δυνάμεων, απελπιστικά, σκοτεινές, για την ηγεσία της Ουάσινγκτων και τις τωρινές ελίτ των χωρών της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Βέβαια, η ιστορική εξέλιξη των τελευταίων 100 χρόνων υπήρξε ευνοϊκή, για την αμερικανική υπερδύναμη, αφού, μέσα σε αυτό το χρονικό εύρος, η Ουάσινγκτων κατέστη, η ουσιαστική πρωτεύουσα του πλανήτη. Οι δύο ευρωπαϊκοί πόλεμοι, που εξελίχθηκαν, σε παγκόσμιους, με αποκορύφωμα τον δεύτερο, έκαναν τις Η.Π.Α. αυτό που είναι. Μία υπερδύναμη, που κυριαρχεί, στους ωκεανούς, η οποία κατέστησε υποχείριους τους βιομηχανικούς ανταγωνιστές της (Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ιταλία), οι οποίοι είχαν υποστεί μια ολοκληρωτική καταστροφή των οικονομιών, αλλά και των υποδομών των κοινωνιών τους, ευρισκόμενοι, στα όρια της κατάρρευσης.

Με αυτά τα πολύ ωμά, αμείλικτα, πραγματικά και πλήρως αποϊδεολογικοποιημένα δεδομένα η Αμερική (όπως επικράτησε να αποκαλούνται οι Η.Π.Α., σφετεριζόμενες την κοινή ονομασία των δύο αμερικανικών υποηπείρων) έφθασε, πολύ φυσιολογικά, να είναι η πρώτη και η μόνη μεγάλη βιομηχανική δύναμη, στον δυτικό κόσμο και στον πλανήτη ολόκληρο, συγκεντρώνοντας, περί το 50% του παγκόσμιου πλούτου - ενώ αριθμούσε, μόνο το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού - και αφήνοντας, μακριά πίσω της την "Σοβιετική Ένωση" του Ιωσήφ Στάλιν και των επιγόνων του, όπως και όλες τις άλλες δευτερεύουσες και τριτεύουσες δυνάμεις, που υπήρχαν στον πλανητικό χάρτη. 

Έτσι, η αναγόρευση της Ουάσιγκτων, σε παγκόσμιο κέντρο και ηγεμόνα του πλανήτη υπήρξε, μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, μια φυσική απόληξη των εξελίξεων, που είχαν προηγηθεί, ήδη, από τον Πρώτο Πόλεμο και επισημοποιήθηκαν, μέσα στα ερείπια, που άφησε πίσω του, ο Δεύτερος, με το ιστορικό διάγγελμα του Αμερικανού προέδρου Harry Truman, δια του οποίου, την 19/12/1945, διακήρυξε την αμερικανική πλανητική πρωτοκαθεδρία, λέγοντας ότι "η νίκη, στον παγκόσμιο πόλεμο, μας υποχρεώνει να είμαστε οι ηγέτες της ανθρωπότητας".

Με αυτά τα δεδομένα, ανοικοδομήθηκαν η κατεστραμμένη από τον πόλεμο, Δυτική Ευρώπη και η Ελλάδα και μαζύ με αυτές, η Ιαπωνία, μέσα από έναν πακτωλό χρημάτων, από το αμερικανικό νομισματοκοπείο, που χορηγήθηκαν, στα πλαίσια του σχεδίου Marshall και τότε, είναι, που οικοδομήθηκαν, το ΝΑΤΟ, το ΣΕΑΤΟ και η ΕΟΚ, προφανώς, για να αντιμετωπισθεί ο κομμουνισμός, που εξέφραζαν η "Σοβιετική Ένωση", οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η Κίνα του Μάο Τσετούνγκ, αλλά ο όλος αμερικανικός στρατηγικός σχεδιασμός υπερέβαινε την ιδεολογικοπολιτική συγκυρία της εποχής, αποσκοπώντας, στην πρόσδεση της δυτικής Ευρώπης και του μη κομμουνιστικού ασιατικού χώρου, στο αμερικανικό άρμα.

Στα πλαίσια αυτά το δόγμα του βαθέος αμερικανικού κράτους ήταν, μεν, σύνθετο, αλλά, συνάμα και πολύ απλό :

Αυτό το τετραπλό δόγμα, προέβλεπε και υλοποίησε την ύπαρξη ενός παγκόσμιου σχήματος, με μια εγκιβωτισμένη "Σοβιετική Ένωση", στα πλαίσια της πολιτικής της ανάσχεσης, που εισηγήθηκε ο George Kennan, μια υποταγμένη Γερμανία, μια κατακτημένη Ιαπωνία και έναν χαλαρό ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, που αποκλείει το ενδεχόμενο της ευρωπαϊκής κρατικής ενότητας, προκειμένου να μην επιτραπεί η δημιουργία μιας τρίτης βιομηχανικής, οικονομικής και πολιτικής δύναμης και ενός νέου ανεξάρτητου παγκόσμιου ανταγωνιστή.

Ο στρατηγικός στόχος του αμερικανικού κατεστημένου ήταν, ουσιαστικά, το να συντηρηθεί αυτή η κατάσταση της ανισότητας, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και τον υπόλοιπο κόσμο, αδιαφορώντας για τον φθόνο, το μίσος και την εχθρότητα, που προκαλείται, από αυτή την πλεονεκτική θέση της ασύμμετρης πρωτοκαθεδρίας της Ουάσινγκτων. Μπορεί, σε βάθος χρόνου, οι σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής των Η.Π.Α. να απέτυχαν - και σίγουρα, απέτυχαν -, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θα το εξετάσουμε, παρακάτω.

Κάπως έτσι, οικοδομήθηκε η έννοια του θεμελιώδους εθνικού συμφέροντος και του αντίστοιχου καθήκοντος, για τους σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής. Και φυσικά, όπως προέβλεπε το "μακρύ τηλεγράφημα, υπ' αριθμ. 23" του George Kennan, το οποίο ήταν μια μελέτη στρατηγικού πολιτικού σχεδιασμού, η αμερικανική ηγεσία και τα εκτελεστικά όργανά της, δεν θα έπρεπε να διακατέχονται, από συναισθηματισμούς και ιδεοληψίες, αλλά να επικεντρωθούν, στους άμεσους εθνικούς σκοπούς και σε υλοποιήσιμους στόχους, η επίτευξη των οποίων απαιτεί την ύπαρξη και την διατήρηση της καθαρής ισχύος.

 Ότι αυτή η πολιτική υπήρξε επιτυχής, σε αρκετά και σημαντικά της σημεία, είναι δεδομένο. Η τελική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού στρατοπέδου του "υπαρκτού σοσιαλισμού", αρχικά και στην συνέχεια, της "Σοβιετικής Ένωσης", μέσα από την αυτοδιάλυσή της, η οποία προέκυψε, ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας συγκεκριμένων - και βλακωδών, από στρατηγική άποψη - αποφάσεων της ύστερης "σοβιετικής" ηγεσίας, (Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, Μπορίς Γέλτσιν, Λεονίντ Κραβτσούκ, Αλεκσάντρ Λουκασένκο και Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ) είναι το σημαντικότερο επίτευγμα των αμερικανικών στρατηγικών επιλογών. 

Η Ρωσία, που υπήρξε ο πρωταρχικός διάδοχος του "σοβιετικού" καθεστώτος, υπέστη μια πρωτοφανή στρατηγική καταστροφή και βρέθηκε, από υπερδύναμη, να είναι, επί μακρόν, ένας παρίας της διεθνούς πολιτικής, ενώ, παράλληλα, η συνεχής διεύρυνση του ΝΑΤΟ, προς Ανατολάς, την οδήγησε, στο να βρεθεί περικυκλωμένη, από τις αμερικανονατοϊκές δυνάμεις. Η ρωσική ελίτ την πάτησε και η νοσταλγία της, για την παλαιά κραταιά "Σοβιετική Ένωση", έτσι όπως αυτή η νοσταλγία έχει διαμορφωθεί, μέσα στα πλαίσια του καθεστώτος του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, στον οποίο ο αποτυχημένος Μπορίς Γέλτσιν παρέδωσε, αυτοπροαιρέτως, την εξουσία, μετά την διάλυση της μετατιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας, είναι, απολύτως, δικαιολογημένη, ύστερα από τις παρασπονδίες των Αμερικανών και των Δυτικών συμμάχων τους. 

Όμως, το πουλάκι πέταξε, για την ρωσική ηγεσία, αφού η αναστροφή της υπάρχουσας κατάστασης και η αποκατάσταση των τεράστιων ζημιών, που προέκυψαν, από αυτή την στρατηγική καταστροφή, που άφησε πίσω της η διάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού", είναι, εξαιρετικά, δυσχερής. Είναι, απολύτως, αβέβαιη, απαιτεί ένα μεγάλο βάθος χρόνου, ενώ οι συνθήκες, υπό τις οποίες κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί, είναι - κομψότατα ομιλώντας - τουλάχιστον, μη ομαλές.

Μια δεύτερη σημαντική επιτυχία των στρατηγικών σχεδιαστών της Ουάσινγκτων είναι η δημιουργία, κάπου 820 στρατιωτικών βάσεων, σε όλη την υφήλιο, με αποτέλεσμα οι Η.Π.Α. να έχουν τον έλεγχο και την κυριαρχία, στις οδούς και στις ίδιες τις πηγές ενέργειας, στον κόσμο ολόκληρο, προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα των εθνικών και των πολυεθνικών τους εταιριών, με την δημιουργία φιλικών και εξαρτώμενων καθεστώτων, σε όλες σχεδόν τις περιοχές του πλανήτη.

Παρά ταύτα, όμως, η αμερικανική στρατηγική επιτυχία υπήρξε μερική και ως εκ τούτου αποσπασματική, αφού δεν πέτυχε έναν πολύ βασικό στόχο, του όλου σχεδιασμού. Ο στόχος αυτός σχετίζεται με την, σε βάθος χρόνου, πτώση - μπορούμε να πούμε την κατακρήμνιση - της σχετικής ισορροπίας της ανισότητας του πλούτου και των δυνάμεων, ανάμεσα, στις Η.Π.Α. και τον υπόλοιπο κόσμο -, με αποτέλεσμα την ανάδειξη μιας νέας παγκόσμιας υπερδύναμης, της Κίνας, η οποία, τώρα, απειλεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, στον πλανήτη και τηρουμένων των δυναμικών, που εκατέρωθεν, αναπτύσσονται και εφ' όσον αυτές δεν ανασχεθούν, πρόκειται να καταλύσει, αντικαθιστώντας την, με την δική της, στο όχι πολύ μακρινό αύριο.





Ο παραπάνω πίνακας, που απεικονίζει την φρενήρη άνοδο του, κατά κεφαλήν, Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της Κίνας, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μέχρι το 2017, είναι ενδεικτικός, αν και είναι απολύτως, ανεπαρκής. Σε συνδυασμό, με τον πρώτο πίνακα, που αφορά την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Κίνας, βέβαια, αναδεικνύει την αλματώδη οικονομική μεγέθυνση του κινεζικού γίγαντα, αλλά δεν περιγράφει την πραγματικότητα, που έχει διαμορφωθεί. 

Αυτό συμβαίνει, επειδή ο πίνακας αυτός απεικονίζει το, κατά κεφαλήν, κινεζικό ΑΕΠ, σε δολλάρια, υπολογισμένο, με την τρέχουσα συναλλαγματική τους αξία, η οποία, όμως, δεν απεικονίζει τον πραγματικό πλούτο της χώρας, ο οποίος μπορεί να περιγραφεί, με ακρίβεια, μόνον όταν η κινεζική οικονομία καταγραφεί, με βάση την αγοραστική αξία (τα περίφημα PPP) και όχι με την συναλλαγματική αξία. Την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις δύο μετρήσεις, όσον αφορά την κινεζική οικονομία, μπορούμε, πολύ εύκολα, να την διαπιστώσουμε, κάνοντας την απαραίτητη σύγκριση.

Ας δούμε τα σχετικά στοιχεία.

Όπως προκύπτει, από τα υπάρχοντα στοιχεία (Factbook - CIA), το 2017, ο κινεζικός πληθυσμός ανήλθε, περίπου, στους 1,379 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Έτσι, εάν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κίνας ανέρχεται, το 2017, στα 8.000 $, τότε, το συνολικό ΑΕΠ της χώρας αυτής φθάνει, περίπου, στα 11,03 τρισ. $, γεγονός, που κατατάσει την Κίνα, στην δεύτερη, σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, τοποθετώντας την, πίσω από τις Η.Π.Α

Όμως, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά, διότι, όπως είπαμε, ο πίνακας αυτός μετράει το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας, με όρους συναλλαγματικής αξίας και όχι αγοραστικής δύναμης.

Έτσι, όταν μετρήσουμε την κινεζική οικονομία, με όρους αγοραστικής δύναμης (Purchase Power Parity - PPP), τότε, το, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ της Κίνας εκτοξεύεται, στα 16.600 $ και συνακόλουθα το συνολικό κινεζικό ΑΕΠ φθάνει, στα 23,12 τρισ. $, αναδεικνύοντας την Κίνα, με ρυθμό ανάπτυξης, στο 6,8%, ως την μεγαλύτερη οικονομία, στον κόσμο, αφήνοντας πίσω, τις Η.Π.Α.

Αντιστοίχως, οι Η.Π.Α. βρίσκονται, σε ολοένα και δυσχερέστερη θέση, η οποία μπορεί, τώρα, να μην είναι τόσο εμφανής, λόγω του υψηλού βιοτικού επιπέδου και της μοντέρνας βιομηχανικής οικονομίας της χώρας αυτής, αλλά όσο περνάει ο καιρός και δεν ανατρέπονται οι δυναμικές των συσχετισμών, δεν θα αργήσει πολύ να έλθει η εποχή, που η Κίνα θα είναι ασυναγώνιστη. 

Οι αριθμοί μιλούν μόνοι τους. Οι Η.Π.Α., με, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, ίσο με 59.500 $, μετρημένο με βάση την αγοραστική δύναμη (που, στην περίπτωση τους, ισούται με την συναλλαγματική αξία του δολλαρίου, αφού αυτό είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα) και με ένα πληθυσμό ίσο, με 326,66 εκατομμύρια ανθρώπους, έχουν συνολικό ΑΕΠ, ίσο με 19,36 τρισ. $, βρίσκονται, ήδη, από το 2014, πίσω από την Κίνα, έχοντας, έναν ρυθμό ανάπτυξης, ίσο με 2,2%.

Παρά την αναμφισβήτητη τωρινή ισχύ της Ουάσινγκτων, οι μέλλουσες εξελίξεις είναι ζοφερές, για τους Αμερικανούς σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής της χώρας τους. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε, πολύ παραστατικά, όταν δούμε, εκτενέστερα την εξέλιξη των μεγεθών, που προσδιορίζουν την αντιπαρατιθέμενη ισχύ Η.Π.Α. και Κίνας. Αυτή η προβλεπόμενη εξέλιξη είναι καταθλιπτική, για την αμερικανική ηγεσία, εάν δούμε την δυναμική εξέλιξη της αμερικανικής αυτοκρατορικής κατάπτωσης και του κινεζικού ΑΕΠ.

Όπως είπαμε, το 1943, στην εποχή του Franklin Delano Roosevelt, οι Η.Π.Α. κατείχαν το 50% του παγκόσμιου πλούτου, αποτελώντας, μόνο, το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού. Τώρα τα πράγματα και στον τομέα αυτόν, είναι, πλήρως, απογοητευτικά, για την αμερικανική ηγεσία. Η αμερικανική ισχύς φθίνει.

Έτσι, ενώ σήμερα, ο παγκόσμιος πλούτος (το παγκόσμιο ΑΕΠ) ανέρχεται, στα 128 τρισ. $, το αμερικανικό ΑΕΠ των 19,36 τρισ. $, αντιστοιχεί, μόλις, στο 15,24% αυτού του πλούτου, ενώ ο πληθυσμός των Η.Π.Α. αντιστοιχεί, στο 4,4% του παγκόσμιου πληθυσμού, ο οποίος, το 2017, ανερχόταν, στα 7,405 δισεκατομύρια ανθρώπους. Οι κάτοικοι του πλανήτη, πλέον, δεν είναι οι, κατά μέσον όρο, πένητες των μέσων του 20ου αιώνα. Με ένα, κατά κεφαλήν, παγκόσμιο ΑΕΠ, ίσο με 17.300 $ (και με ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 3,5%) ο παγκόσμιος πληθυσμός, κατά μέσον όρο, δεν μπορεί, πλέον να χαρακτηρισθεί πτωχός - αν και βέβαια, οι αριθμοί δεν περιγράφουν την σκληρή πραγματικότητα, που προκύπτει, από τις χαώδεις εθνικές και κοινωνικές ανισότητες, στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.

Ας εξετάσουμε, τώρα, ένα άλλο στοιχείο της δυναμικής του κινεζικού ΑΕΠ, το οποίο αναπτύσσεται, με τριπλάσιο ρυθμό, από το αμερικανικό. Το 2017, το, κατά κεφαλήν, κινεζικό ΑΕΠ αντιστοιχούσε, στο 27,89% του αμερικανικού (16.600 $, έναντι 59.500 $). 

Όμως, τί θα συμβεί, όταν το κινεζικό ΑΕΠ φθάσει να ισούται, στο 40%, ή στο 50% του αμερικανικού; Όταν δηλαδή θα φθάσει, στα 23.800, ή στα 29.750 σημερινά δολλάρια;

Τότε η κινεζική οικονομία θα ξεπεράσει, κατά πολύ (υπολογιζομένου και του ρυθμού αύξησης του κινεζικού πληθυσμού) τα 32,8 τρισ. και τα 41 τρισ. σημερινά δολλάρια. 

Πότε μπορεί να συμβούν όλα αυτά; Με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξεως του 4% και τετραπλάσιο από τον αντίστοιχο αμερικανικό, αυτά θα συμβούν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2030 και του 2040, αντίστοιχα. Δηλαδή, ουδόλως, μακριά, από σήμερα

Αυτοί οι στόχοι, για την κινεζική ηγεσία, είναι, απολύτως, επιτεύξιμοι, εάν η αμερικανική ηγεσία αφήσει τις εξελίξεις να προκύψουν και εάν δεν μπορέσει να τις αναχαιτίσει. Και εδώ είναι που τα πράγματα καθίστανται επικίνδυνα, διότι είναι προφανές ότι η Ουάσινγκτων θα κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να ανακόψει την ταχύτατη κινεζική άνοδο, που απειλεί την πρωτοκαθεδρία της.

Το πώς φθάσαμε, ως εδώ, δεν είναι καθόλου δύσκολο να το δούμε και να το κατανοήσουμε. Και φυσικά, αναλογιζόμενοι τα όσα συνέβησαν, από την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Richard Nixon, το 1971, στο Πεκίνο και μετά την διάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης", δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε τα χαώδη στρατηγικά σφάλματα της αμερικανικής ηγεσίας, από την εποχή του George Bush sr και του καταστροφικού Bill Clinton.

Η συμφωνία του Πεκίνου, με την οποία οικοδομήθηκε, η στρατηγική συμμαχία των Η.Π.Α., με την μαοϊκή Κίνα, μια συμμαχία, που διατηρήθηκε και από τους διαδόχους του ιδρυτή του κινεζικού καθεστώτος, προφανώς, συνέβαλε, λιγότερο, ή περισσότερο (μάλλον λιγότερο και όχι περισσότερο), στην αυτοδιάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Αυτό το γεγονός, όμως και η επιδειχθείσα αλαζονεία των Αμερικανών ηγετών, που οδήγησε τις αμερικανικές ηγεσίες, στην ομαδική ανοησία, είχε, ως επακόλουθο, την διάπραξη ενός, γιγαντιαίων διαστάσεων, στρατηγικού όλεθρου, για τις Η.Π.Α. και την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία τους, με την ένταξη της Κίνας, στο αμερικανικό στρατηγικό σχέδιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Ένα σχέδιο, το οποίο ξεκίνησε, για να εξυπηρετήσει το αμερικανικό εθνικό συμφέρον, αλλά κατέληξε, μεσοπρόθεσμα, κατά την διάρκεια της εφαρμογής του, να στραφεί, κατά των άμεσων και των μακροπρόθεσμων αμερικανικών συμφερόντων και του συνακόλουθου στρατηγικού σχεδιασμού της Ουάσινγκτων. 

Όμως, αυτή η καταστροφική, για τα αμερικανικά συμφέροντα, κατάληξη του αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού, για την σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, ήταν, εκ γενετής, απόλυτα, φυσιολογική και θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενη, από τους σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής των αμερικανικών ηγεσιών και κυβερνήσεων, αλλά, όπως φαίνεται, εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν (αν και για μένα ήταν και είναι). Αυτή η απίστευτη βλακεία των αμερικανικών ελίτ θα μπορούσε να συγκριθεί, με την στρατηγική ηλιθιότητα της ύστερης "σοβιετικής" ελίτ - αν και υπολείπεται αυτής.

Το γιατί η ένταξη της Κίνας, στην διαδικασία της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, αποτελεί μια απίστευτη στρατηγική βλακεία των αμερικανικών ελίτ, δεν είναι κάτι το δύσκολο να κατανοηθεί. Η βλακεία της ενθάρρυνσης και της αποδοχής της εισόδου της Κίνας, στην μεταψυχροπολεμική παγκοσμιοποίηση, απεικονίζεται, παραστατικότατα, στους δύο πίνακες, που υπάρχουν, στο παρόν δημοσίευμα. Το συμπέρασμα είναι απλό :

Όταν έχεις την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία και παράλληλα, τεράστια εμπορικά ελλείμματα, όπως οι Η.Π.Α. δεν μπορείς να εισαγάγεις, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια χώρα, που λειτουργεί με έναν, σχεδόν πλήρως, συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, σαν την Κίνα, με τόσο φθηνούς παραγωγικούς συντελεστές και με έναν τεράστιο και πειθαρχημένο πληθυσμό, όπως η χώρα αυτή. Μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να μην υπολογίσεις τις συνέπειες, όπως έπραξαν οι σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής της Ουάσινγκτων, στην δεκαετία του 1990, αλλά, μεσοπρόθεσμα, θα τις βρεις μπροστά σου και μακροπρόθεσμα, δεν θα μπορείς να τις αντιμετωπίσεις.

 Οι Αμερικανοί ηγέτες εισήγαγαν μια τεράστια χώρα, με συγκεντρωτικό κεντρικό οικονομικό και πολιτικό σχεδιασμό, στην σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, σαν την νεοσταλινική Κίνα και όπως ήταν φυσικό, την πάτησαν.

Το γιατί το έπραξαν, αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα, αλλά έχει έναν, καθαρά, φιλολογικό χαρακτήρα, διότι η συζήτησή του δεν λύνει τα πολύ σημαντικά άμεσα και πρακτικά προβλήματα, που έχουν τεθεί, επί τάπητος. Αξίζει, όμως, να δούμε τις παραμέτρους του ερωτήματος, διότι αυτό το ερώτημα σχετίζεται (όπως και η ίδια η διαδικασία της σύγχρονης παραγωγικής και ευρύτερα, της οικονομικής παγκοσμιοποίησης), με την κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος της αποκαλούμενης, ως κεϋνσιανής συναίνεσης, γύρω από την οποία συνασπίσθηκαν οι πολιτικές δυνάμεις της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με πρώτη και καλύτερη την σοσιαλδημοκρατία. Μια συναίνεση, γύρω από τις βασικές ιδέες του John Maynard Keynes και του Eduard Bernstein, μέσα στα πλαίσια της οποίας, η εργατική τάξη και το ευρύ κοινωνικό στρώμα των μισθωτών αποδέχονται τον καπιταλισμό, ως κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, με αντάλλαγμα την πλήρη απασχόληση, την κοινωνική προστασία και την διαρκή αύξηση του βιοτικού επιπέδου. 

Σε αυτό το υπόδειγμα της κοινωνικής συναίνεσης, στις χώρες του αναπτυγμένου δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είναι που έδωσε ένα οδυνηρό τέλος η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση και η ορμητική είσοδος της Κίνας του Ντενγκ Σιάοπινγκ και των διαδόχων του, μέχρι τον Σι Τζίνπινγκ, αφού η εισαγωγή αυτής της χώρας, στο οικονομικό σύστημα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, υπήρξε η ναυαρχίδα του κατακλυσμού των αγορών των αναπτυγμένων χωρών του δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, από προϊόντα φθηνού κόστους και της τεράστιας απαξίωσης των εργατικών τους τάξεων, αλλά και των άλλων μικρών και μεσαίων κοινωνικών τους στρωμάτων. 

Ο πρώτος λόγος της στρατηγικής αμεριμνησίας των ηγεσιών των Η.Π.Α. σχετίζεται, με το μοίρασμα των λαφύρων του νικηφόρου πολέμου κατά της "Σοβιετικής Ένωσης". Μια νίκη, στην οποία η μαοϊκή και η μεταμαοϊκή Κίνα συνέβαλε και έτσι πήρε τα ανταλλάγματά της. Μπορεί αυτά τα ανταλλάγματα να αποδείχτηκαν, απείρως περισσότερα και - επίσης απείρως - μεγαλύτερα από την όποια συμβολή της Κίνας, στην πτώση του "σοβιετικού" καθεστώτος και στην τεράστια στρατηγική ήττα, που υπέστη η Ρωσία, αλλά έτσι έγινε.

 Ο δεύτερος λόγος της ευήθειας, που επέδειξαν οι Αμερικανοί ηγέτες σχετίζεται, με τις αμερικανικές πολυεθνικές (και λοιπές) εταιρείες και την εξυπηρέτηαη των συμφερόντων τους. Οι εταιρείες αυτές είδαν, στην αχανή Κίνα, την τεράστια ευκαιρία του φθηνού κόστους και των μεγάλων κερδών, που προέκυπταν, από την εγκατάστασή τους, στην χώρα αυτή. Έτσι, δεν άφησαν την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη. Μπορεί τα μακροπρόθεσμα, τα στρατηγικά, εθνικά συμφέροντα του αμερικανικού κράτους και της κοινωνίας των Η.Π.Α. να βλάπτονταν, από αυτή την τεράστια μεταφορά παραγωγικού πλούτου, που έγινε προς την Κίνα, αλλά τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών κινούνταν - και εξακολουθούν να κινούνται - στην αντίθετη κατεύθυνση.


Αυτά τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών είναι, που εξυπηρέτησαν οι αμερικανικές ηγεσίες, διαπράττοντας ένα τεράστιο στρατηγικό σφάλμα, με την εισαγωγή της Κίνας, στον παγκοσμιοποιημένο σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, με αποτέλεσμα να εκσυχρονισθεί και να αναπτυχθεί, αλματωδώς, η κινεζική βιομηχανία, να αυξηθεί, ταχύτατα, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού και να αποκτηθεί, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, μια τεράστια και αυτόνομη τεχνογνωσία, στα πλαίσια της κινεζικής οικονομικής δραστηριότητας, η οποία, πλέον, δεν εξαρτάται από την δυτική τεχνολογία και έχει αποκτήσει την δική της ανεξέλεγκτη δυναμική.

Η Κίνα, πλέον, βρίσκεται παντού, σε όλον τον κόσμο, κατακτώντας, αγορές, χρήμα (κατέχει, μάλιστα, ένα τεράστιο μέρος του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α., ύψους 1,5 τρισ. $) και επιρροή. Και αυτό, χάρη, στις αμερικανικές ηγεσίες και στην στρατηγική αφέλεια, που επέδειξαν.  

Κάποια στιγμή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, βλέποντας τα μεγέθη και την αναδυόμενη συμπεριφορά της Κίνας, ως παγκόσμιας δύναμης, αντελήφθησαν το σφάλμα τους και προσπάθησαν να ανασχέσουν την δυναμική του κινεζικού γίγαντα, με το φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης και την προσπάθεια εντατικού και γρήγορου ελέγχου των παγκόσμιων ενεργειακών πηγών (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κλπ), τις οποίες η Κίνα στερείται και από τις οποίες εξαρτάται.

Όπως έχουμε πολλές φορές γράψει και όπως φαίνεται από τον πρώτο πίνακα, που παραθέτω, στο παρόν δημοσίευμα, έχουν πετύχει, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από την μεθοδευμένη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κάποια πράγματα, τα οποία, αν και δεν είναι αναξιόλογα, είναι, όμως, απολύτως, ανεπαρκή, για να αλλάξουν την δυναμική φορά των τρεχουσών, αλλά και των μελλουσών εξελίξεων, οι οποίες παραμένουν, για την Ουάσινγκτων, να παρουσιάζουν μια ζοφερή προοπτική.  

Η ιλιγγιώδης κινεζική δυναμική δεν αναχαιτίζεται με παυσίπονα και με ημίμετρα

Αυτό είναι το συμπέρασμα και το επιμύθιο του κειμένου αυτού. Και όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα, για τους Αμερικανούς, δυσκολεύουν. Και γι' αυτό οι μέλλουσες εξελίξεις είναι, άκρως, επικίνδυνες.

Ας πρόσεχαν...  


Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Τα έπαιρναν απο την Novartis οι εκπρόσωποι της τρόϊκας των ξένων δανειστών; Ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, που χρήζει απαντήσεως.


Το F.B.I. τους έχει φακελλωμένους και ξέρει το τί έπραξε ο κάθε ένας, από αυτούς. Το τί και μέχρι ποίου σημείου, θα εκθέσει όλη αυτή την εγκληματική οργάνωση, που έχει συγκροτηθεί, μέσα στις τάξεις του κλασικού ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου, είναι κάτι άλλο. Το οποίο μένει να το δούμε. Οι εξελίξεις, πάντως, γύρω από την υπόθεση των δωροδοκιών της Novartis, η οποία, με εσωτερικό έγγραφό της, που περιέχεται, στην δικογραφία, αποδέχεται ότι η πολιτική, για τις τιμές των φαρμάκων και την προστασία των συμφερόντων της, περιλάμβανε και την δωροδοκία πολιτικών προσώπων, θα είναι πολύ ενδιαφέρουσες...




Τα έπαιρναν, από την Novartis, οι γνωστοί, στο ευρύ κοινό - και αλλά και οι λιγότερο γνωστοί και οι άγνωστοι - εκπρόσωποι της τρόϊκας των ξένων θεσμικών δανειστών;

Γιατί όχι; Οι σαφείς υπόνοιες, που προκύπτουν, από την δικογραφία, αφήνουν τα περιθώρια, για να δοθεί μια θετική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Οι καταιγιστικές εξελίξεις, με τις αποκαλύψεις για τον χρηματισμό κορυφαίων Ελλήνων πολιτικών, από την γερμανοελβετική φαρμακοβιομηχανία Novartis, αφορούν, βέβαια, μια πολύ ευρύτερη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις αμερικανικές και τις ευρωπαϊκές - με προεξάρχουσες τις γερμανικές, αλλά όχι μόνο αυτές - πολυεθνικές βιομηχανίες, λόγω των αθέμιτων πρακτικών, που, εκατέρωθεν αναπτύσσονται και οι οποίες βλάπτουν τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά, όπως συνέβη, στο παρελθόν και με την συναφή υπόθεση της γερμανικής πολυεθνικής SIEMENS, έρχεται να πλήξει, καίρια και καθοριστικά, το παλαιό κατεστημένο του αστικού πολιτικού κόσμου, το οποίο, όπως φαίνεται και όπως είναι σίγουρο, δηλαδή, έβαλε πολύ βαθιά το χέρι στο "μέλι" αθέμιτων και εντελώς, παράνομων "χορηγιών" της Novartis, η οποία, άλλωστε, είναι, βαθύτατα, εμπλεκόμενη σε αθέμιτες και παράνομες πρακτικές, σε όλον τον κόσμα, από τις Η.Π.Α. και την Τουρκία, μέχρι την Κίνα και την Νότια Κορέα, σε ανάλογα, με το ελληνικό, σκάνδαλα, τα οποία την ταλαιπωρούν και θα εξακολουθήσουν, επί πολύ να την ταλαιπωρούν.

Στην παρούσα φάση, δεν είναι, απλώς ο γνωστός, για την πολύ κακή και αδηφάγα ποιότητά του, αστικός ελληνικός πολιτικός κόσμος της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, που θα μας απασχολήσει, διότι, για μένα και για την μεγίστη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, δεν υπάρχει καμμία ουσιαστική αμφιβολία, για το γεγονός ότι όλοι αυτοί εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών, αλλά και των άλλων εντόπιων μεγάλων, ή μεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν ως αντικείμενά τους, διάφορες πλευρές της ελληνικής παραγωγής και της εμπορίας των προϊόντων, που αφορούν τον τζίρο των εργασιών και των κερδών τους.

Προφανώς, κανένας, από όσους πολιτικούς εμπλέκονται, στην σκανδαλώδη υπερτιμολόγηση των φαρμάκων της Novartis, προκειμένου η εταιρία να κτίσει το επιδιωκόμενο επίπεδο υψηλών τιμών, στην Ευρώπη (και όχι μόνο σε αυτήν), για τα φάρμακα, που πωλεί, δεν το έπραξε, για λόγους, που έχουν να κάνουν, με την καλή του καρδιά. Αυτοί που έπραξαν όσα έπραξαν, επιδιώκοντας να ικανοποιήσουν τα ιδιοτελή προσωπικά τους συμφέροντα και έδρασαν, όπως λένε οι μάρτυρες στην υπόθεση, είτε άμεσα, είτε μέσα από τους προσωπικούς τους ταμίες και συνεργάτες.

Αλλά όλοι αυτοί, όπως φαίνεται και από τις συσπειρωμένες αντιδράσεις των κομματικών μηχανισμών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, όσοι ενεπλάκησαν, στις υπερτιμολογήσεις των φαρμάκων και στις ανήθικες πληρωμές των φαρμάκων της, βάσει των κυβερνητικών αποφάσεων, που εξεδίδοντο, εξυπηρετούσαν και τα αντίστοιχα συμφέροντα των κομμάτων τους, αφού οι μίζες, που έδινε η φαρμακοβιομηχανία, προκειμένου να κάνει την δουλειά της, προφανώς, δεν πρέπει να αφορούσε, μόνο, τον ιδιωτικό πλουτισμό των ενδιαφερομένων πρωθυπουργών, υπουργών και λοιπών κυβερνητικών και κομματικών στελεχών.

Ένα μικρότερο, ή μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρηματισμών πρέπει να κατευθύνθηκε, στα κομματικά ταμεία (όπως έγινε στην περίπτωση του 1.000.000 γερμανικών μάρκων, από την SIEMENS, που δόθηκαν, στον Θεόδωρο Τσουκάτο, ο οποίος τα παρέδωσε, στους ταμίες του ΠΑΣΟΚ και όπως, από την άλλη πλευρά δεν έγινε, στην περίπτωση του Άκη Τσοχατζόπουλου, με τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων, τις οποίες ο πρώην υπουργός των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη, τις έφαγε, μόνος του, ή τους τις έκλεψε ο πρώην τροτσκιστής και Γενικός Γραμματέας εξοπλισμών Γιάννης Σμπώκος), γεγονός, το οποίο εξηγεί, εν μέρει, την λυσσώδη προσπάθεια απαξίωσης των μαρτύρων και της όλης διαδικασίας, που αφορά την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των δωροδοκιών της Novartis, στα πολιτικά πρόσωπα, από τον Αντώνη Σαμαρά, μέχρι τον Σπυρίδωνα - Άδωνι Γεωργιάδη, τον Ανδρέα Λοβέρδο, τον Γιάννη Στουρνάρα, τον Ροβέρτο Σπυρόπουλο, τον Γιώργο Κουτρουμάνη και όλο αυτό το σύνολο των παλαιών και νυν ενεργών πολιτικών, που οι προστατευόμενοι μάρτυρες, εδώ και στις Η.Π.Α., έχουν δώσει στο FBI και στις ελληνικές δικαστικές αρχές.

Αλλά, στην παρούσα φάση, δεν είναι, τόσο, τα πεπραγμένα όλων αυτών, που θα μας απασχολήσουν. Όχι ότι δεν έχουν σημασία. Κάθε άλλο. Έχουν υψίστη σημασία, αφού όλο αυτό το μακάβριο και ιταμό παιχνίδι, με τις τιμές των φαρμάκων, που με μια μεθοδευμένη χειραγώγηση κρατιόντουσαν (εις βάρος των δύστυχων ασθενών, αλλά και του ελληνικού δημοσίου, το οποίο πλήρωνε τα φάρμακα, σε αλμυρές τιμές, όπως και οι ασθενείς, που συμμετέχουν στην τιμή των φαρμάκων), σε υψηλά επίπεδα, προκειμένου να είναι ικανοποιημένη η Novartis, ούτως ώστε να διατηρεί μια διεθνή και εσωτερική τιμή, στα φάρμακά της, η οποία να ταιριάζει, στις προδιαγραφές της εταιρίας και να μην έχει καμμία σχέση - ή, έστω, μια μακρινή σχέση - με τα κόστη των φαρμάκων αυτών.

Στην παρούσα φάση, μας ενδιαφέρουν οι τροϊκανοί "φίλοι" μας, για τους οποίους υπονοείται ότι συμμετείχαν, σε όλο αυτό το πάρτυ των φαρμάκων και των τιμών τους και οι οποίοι, εάν αληθεύουν όσα λέει ο Σπυρίδων - Άδωνις Γεωργιάδης, για τα όσα λένε οι προστατευόμενοι μάρτυρες, προφανώς, δημιουργούσαν τέτοιους μνημονιακούς όρους, οι οποίοι έρχονταν κουτί, στην φαρμακοβιομηχανία Novartis, αφού η θέση αυτών των όρων συνηρτώντο, με την υποχρεωτική (και γρήγορη, βεβαίως-βεβαίως) πληρωμή αυτών των, με αθέμιτο και καταφανώς, παράνομο τρόπο, θεσμοθετημένων "υποχρεώσεων" του ελληνικού κράτους, προς την, εν λόγω, πολυεθνική εταιρεία, που σύμφωνα, με τους τροϊκανούς - τον Poul Tomsen και την παρέα του -, έπρεπε να αποπληρωθούν, μέσα σε τακτή προθεσμία.

Και βέβαια, αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για τους εκπροσώπους της τρόϊκας της Commission, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ., δεν επιδεικνύεται επειδή δεν έχω άποψη, για τα όσα φέρεται ότι έπραξαν τα "βαρβάτα" ονόματα του ελληνικού πολιτικού κόσμου, που εμπλέκεται, στον καταγγελλόμενο χρηματισμό τους, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Novartis. Κάθε άλλο.

Και προσωπική γνώμη έχω, για όσα καταγγέλλονται και δεν φοβάμαι να την εκφράσω, αφού η γνώμη αυτή δεν είναι καθόλου καλή, για τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, έχουν το τεκμήριο της ενοχής, από πλείστες άλλες περιπτώσεις, τις οποίες κουκούλωσαν και φρόντισαν να παραγραφούν, με τον νόμο περί (μη) ευθύνης υπουργών, που έχουν ψηφίσει και επιμένουν να μην αλλάζουν, με περισσότερο κωμική την περίπτωση του χρηματισμού του νεοδημοκράτη υπουργού της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, Αριστοτέλη Παυλίδη, τον οποίο η Ν.Δ. "έβγαλε καθαρό", δια της αποχής της από την ψηφοφορία, στην Βουλή, το 2008, για να μην τον παραπέμψει στο ειδικό δικαστήριο περί ευθύνης υπουργών, αλλά και με την διακομματική (ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ.) συγκάλυψη του πολύκροτου σκανδάλου της SIEMENS, κατά την διερεύνηση του οποίου είχε διαπιστωθεί, με δικαστικές αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων, ο χρηματισμός αυτών των δύο εταίρων του ατελούς παλαιού ελληνικού δικομματισμού, από τον Μιχάλη Χριστοφοράκο, στον οποίο το ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα επέτρεψε να διαφύγει, στην Γερμανία και επειδή κατείχε και την γερμανική υπηκοότητα να αποφύγει την έκδοσή του, στην Ελλάδα, για να μην εμφανισθεί, στα ελληνικά δικαστήρια και φυσικά, για να μην μιλήσει και να μην εκθέσει το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, το οποίο έχει παγιδεύσει, με την υποκλοπή των συνομιλιών, με τους επιφανείς εκπροσώπους του.

Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στους "λεβέντες" τους τροϊκανούς εκπροσώπους των ξένων θεσμικών δανειστών και την εμπλοκή τους, στο σκάνδαλο της Novartis.

Από όσα είπε ο εμπλεκόμενος, στην υπόθεση, πρώην υπουργός Σπυρίδων - Άδωνις Γεωργιάδης, που κατηγορείται, για χρηματισμό, με το, διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν των 2.000.000,00 €, το οποίο ο ίδιος αρνείται ότι έλαβε (όπως και όλοι οι άλλοι αρνούνται, οποιαδήποτε παθητική δωροδοκία, για την οποία κατηγορούνται), οι τρεις προστατευόμενοι μάρτυρες αφήνουν να εννοηθεί, όπως προκύπτει από την δικογραφία, που διαβιβάστηκε, στον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή, ότι ο αντιπρόεδρος της φαρμακοβιομηχανίας αυτής Κωνσταντίνος Φρουζής, που καταγγέλλεται ότι είχε το γενικό πρόσταγμα και την διαχείριση των δωροδοκιών, στον αστικό πολιτικό κόσμο, χειριζόταν και την τρόϊκα, με την οποία είχε ό ίδιος επαφές, για την απόσπαση των εκκρεμουσών αποζημιώσεων, τις οποίες - υποτίθεται ότι - όφειλε το ελληνικό κράτος, η εξόφληση των οποίων η τρόϊκα είχε αναγάγει, σε μνημονιακή υποχρέωση. 

Ότι η τρόϊκα των ξένων θεσμικών δανειστών του ελληνικού κράτους ήλθε, εδώ, για να εξυπηρετήσει και να ικανοποιήσει πολλά και διάφορα χρονίζοντα και εκκρεμή αιτήματα της ξένης και της εντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας είναι δεδομένο, αφού όλοι όσοι είχαν τέτοιου είδους αιτήματα προσέφυγαν, στους εκπροσώπους της τρόικας, προκειμένου να τα θέσουν και να τα ικανοποιήσουν. Οι εντόπιοι ολιγάρχες, μάλιστα, ανέλαβαν και τον ρόλο, που είχαν και οι παλαιοί κουκουλοφόροι, κατά την εποχή της γερμανικής Κατοχής, προκειμένου να γίνουν αρεστοί, στους τροϊκανούς, οι οποίοι δεν γνώριζαν πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, στην χώρα μας.

Αλλά άλλο πράγμα είναι το να ενεργούν οι εκπρόσωποι της τρόϊκας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ., ως εκφραστές των συμφερόντων της διεθνούς και της εγχώριας οικονομικής ελίτ και άλλο το να χρηματίζονται, όπως άφησε σαφές ότι προκύπτει, από τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων της δικογραφίας, που αφορά την Novartis, που διαβιβάστηκε, στην Βουλή, από την εισαγγελέα διαφθοράς κ. Ελένη Τουλουπάκη και τους εισαγγελείς, που την επικουρούν Χρήστο Ντζούρα και Στέλιο Μανώλη (που τόσο πολύ έχουν δυσαρεστήσει, με όσα έπραξαν τον Αντώνη Σαμαρά, τον Σπυρίδωνα-Άδωνι Γεωργιάδη και πολλούς από τους άλλους κατηγορούμενους, στην υπόθεση αυτή), όπως και από το ελληνικό δικαστικό σύστημα.

Φυσικά, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες, για τον ρόλο όλων αυτών. Και εγώ αυταπάτες δεν έχω. Αλλά, όπως είπαμε, άλλο είναι να ικανοποιείς συμφέροντα, επειδή το επιτρέπει η πολιτική που θέλεις να επιβάλλει κάποιος και την οποία ασκεί και άλλο το να χρηματίζεται, προκειμένου να πλουτίσει και να γίνει αρεστός, στην διεθνή και την εγχώρια ολιγαρχία. Η διαφορά είναι μεγάλη. Πολύ μεγάλη.

Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο οι "θεσμοί" (που λένε και οι συριζαίοι), δηλαδή, οι επί κεφαλής τους, ο Jean-Claude Juncker της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στην οποία βρίσκεται, άλλωστε, ο εμπλεκόμενος, ως κατηγορούμενος, πρώην υπουργός Υγείας της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή Δημήτρης Αβραμόπουλος), ο Mario Draghi της Ε.Κ.Τ. (στην οποία υπάγεται ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων Γιάννης Στουρνάρας) και η Christine Lagarde  του Δ.Ν.Τ., να διενεργήσουν τις έρευνες, που χρειάζονται και να απαντήσουν, για τα όσα λέγονται, για τους υφισταμένους τους, οι οποίοι ασχολήθηκαν, στο παρελθόν και εξακολουθούν να ασχολούνται και στο παρόν, με την εφαρμογή και την επιτήρηση των Μνημονίων.

Θα αναμένουμε, στο ακουστικό μας, έστω και χωρίς ελπίδα απάντησης...






Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Αθώο, ή ένοχο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας; Προφανώς, ένοχο, αλλά, με ένα τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό. (Η ευρωζώνη το PSI, οι τραγικές περιπέτειες και οι βασικές ευθύνες της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας. Πώς, πόσο και γιατί).





Αθώο, ή ένοχο, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατάρρευση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα;

Και βέβαια, είναι ένοχο, παρά τα όσα θρυλούμενα.

Το πώς, το γιατί και το πόσο, είναι αυτό, που θα εξετάσουμε στο παρόν δημοσίευμα.


Από την αρχή της εισόδου της οικονομίας της χώρας μας και συνακόλουθα, της ελληνικής κοινωνίας στο καθεστώς της σύγχρονης νεοαποικιακής χρεωδουλείας των Μνημονίων, με αφορμή την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, έχει διατυπωθεί η - πολύ βολική, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία - άποψη, ότι, για όλα αυτά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει καμμία πραγματική και ουσιαστική ευθύνη. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός είναι, εξ όψεως, προδήλως, αβάσιμος, αλλά, παρά ταύτα, προβάλλεται, άλλες φορές δίκην προπαγάνδας και άλλες φορές, καλόπιστα, αφού, στην ουσία, αυτό γίνεται, μέσα από μια διαδικασία επιχειρημάτων, που συνιστούν έναν οφθαλμαπατικό αποπροσανατολισμό, ο οποίος, όμως, δεν είναι επουσιώδης. Έχει και ουσία και περιεχόμενο, που πρέπει να καταδείξουμε.

Μάλιστα, η καλλιέργεια αυτή της άποψης έχει επανέλθει, στις ημέρες μας και υποστηρίζεται, από μια επιχειρηματολογία, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι, προφανώς, παραπλανητική η επιχειρηματολογία αυτή, αλλά δεν είναι δυνατόν να μην αντικρουσθεί, διότι οι ισχυρισμοί, στους οποίους επικεντρώνεται, είναι βάσιμοι, αλλά, συγχρόνως, είναι άσχετοι, με τους πραγματικούς, ουσιαστικούς και βαρύτατους λόγους ευθύνης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, στην όλη αλύσωση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, που ξέσπασε το 2010, προκειμένου να σωθεί το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία), δηλαδή κυρίως, οι γαλλικές, οι γερμανικές και οι ολλανδικές τράπεζες και το σαθρό σύστημα του ευρώ και της ζώνης του.

Φυσικά, στο επίκεντρο των αθωωτικών, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, συλλογισμών και επιχειρημάτων, βρίσκεται η αδυναμία δανεισμού του ελληνικού κράτους, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, που εκδηλώθηκε, ως σαφέστατη επιλογή της γερμανικής κυβέρνησης και της Ε.Κ.Τ., τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και κλιμακώθηκε, στην συνέχεια, με αποτέλεσμα την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου - Μαΐου 2010. Αυτό είναι, άλλωστε, πολύ φυσικό, αφού αυτή η αρχική δυσκολία κρατικού δανεισμού, που εξελίχθηκε, σε πλήρη αδυναμία, υπήρξε η λυδία λίθος, για τις καταστροφικές εξελίξεις, που ακολούθησαν.

Έτσι και οι επιχειρηματολογούντες, υπέρ της αθωότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, για την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και της μπατιροτραπεζικής ελίτ της χώρας μας, είναι υποχρεωμένοι να αποσείσουν τα βάρη των ευθυνών, από το τραπεζικό σύστημα και την ελίτ του, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία και να την μεταφέρουν αλλού - είτε αυτό το αλλού, αφορά, το ίδιο το ελληνικό κράτος (δηλαδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα), είτε τους ξένους δανειστές, είτε την ελληνική κοινωνία. Όχι, δηλαδή, ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα (όχι, όμως, το κράτος) και οι ξένοι δανειστές δεν έχουν τις δικές τους, επίσης βαρύτατες ευθύνες (τις οποίες, βεβαίως, δεν έχει η ελληνική κοινωνία, ως μια κοινωνία διοικουμένων, από την εντόπια ελίτ), αλλά αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δεν απαλλάσσει, από τις δικές της ευθύνες την εντόπια μπατιροτραπεζική ελίτ.

Ας παρακολουθήσουμε την συνάρθρωση της σχετικής επιχειρηματολογίας, για να αντιληφθούμε το περιεχόμενό της και την παραπλάνηση, που, μέσω αυτής της αλύσωσης, γίνεται.

Ο πρώτος κρίκος αυτής της επιχειρηματολογίας επικεντρώνεται, στην άποψη ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών δεν μετατράπηκε, πρωτογενώς, σε δημόσιο χρέος και ως εκ τούτου δεν φορτώθηκε, στις πλάτες του πληθυσμού της χώρας.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτή η άποψη, αποδέχεται το αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών, μετατράπηκε, μερικώς, σε δημόσιο χρέος, μέσα από τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, που έγιναν, από το 2012 και μετά, αλλά το κύριο σημείο του επιχειρήματος, που προβάλλουν οι υπερασπιστές του, εστιάζεται, στην ανυπαρξία οποιουδήποτε πρωτογενούς επιδραστικού στοιχείου, στην αλληλεπίδραση των ενεργειών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Το επιχείρημα αυτό δεν στερείται βάσεως, όταν επικεντρώνεται, στο γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν, επισήμως, καταγράψει χρέη, επιπέδου, περίπου, 252 δισ. €, κατά την περίοδο 2008 - 2012 και ως εκ τούτου, ούτε τα δανεικά της τρόϊκας, από το 1ο Μνημόνιο, ύψους 110 δισ. €, και το 2ο Μνημόνιο, ύψους 141 δισ. €, δεν δόθηκαν, για να καλύψουν τις πρωτογενείς ζημιές των ελληνικών τραπεζών. Συνολικά, δηλαδή, ήσαν, προς διάθεση,  251 δισ. €, από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν 35,2 δισ. €, που δεν χρησιμοποιήθηκαν (24,3 δισ. € από το 1ο Μνημόνιο, ενώ, από το 2ο Μνημόνιο, πρέπει να αφαιρεθούν, άλλα 10,9 δισ. €, τα οποία επιστράφηκαν, στις αρχές του 2015, χωρίς να χρησιμοποιηθούν, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, για την οποία είχαν προβλεφθεί 50 δισ. €). Έτσι, το - πραγματικά διατεθέν - συνολικό ποσόν των δανείων, από τα δύο πρώτα Μνημόνια, φθάνει, στα 215,8 δισ. €, ενώ από το 3ο Μνημόνιο, το διατεθέν, έως το τέλος του 2016, ποσόν των δανείων των ξένων θεσμικών δανειστών φθάνει, στα 38.8 δισ. €.

Ως εκ τούτου, χρήσιμο είναι να δούμε την αιτία της καταστροφής αυτής, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν είχαν γίνει οι κατάλληλες ενέργειες, με δεδομένο το γεγονός ότι, μετά την έλευση και την εσωτερίκευση της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του φθινοπώρου του 2008, η οποία μετατράπηκε σε μια βαθιά παγκόσμια οικονομική ύφεση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στο τέλος του 2009, είχε μια καλή ισορροπία, ανάμεσα στις καταθέσεις (237,5 δισ. €) και στις χορηγήσεις δανείων (240 δισ. €).

Δυστυχώς, αυτές οι ενέργειες, οι οποίες συνοψίζονταν, στην κρατικοποίηση των ελληνικών τραπεζών, δεν έγιναν, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η οποία, όμως, οφειλόταν, σε δευτερογενείς λόγους και δεν είχαν να κάνουν, με το ίδιο το τραπεζικό σύστημα και την δική του πρωτογενή ευθύνη, η οποία υπήρξε βασικότατη - την οποία, όμως, θα εξετάσουμε αργότερα.

Ας δούμε, τώρα, αυτούς τους δευτερογενείς λόγους της κατάρρευσης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.

 Η μπατιροτραπεζοκρατία της χώρας μας κατέρρευσε, λόγω των Μνημονίων και της σαρωτικής οικονομικής κρίσης, που αυτά επέφεραν, με αποτέλεσμα την δραματική πτώση των εισοδημάτων του πληθυσμού, γεγονός, το οποίο, αφ' ενός, μεν, οδήγησε, στην καταστροφική πτώση των τραπεζικών καταθέσεων, αρχικά, το 2010, στα 207 δισ. € (μείωση, κατά 28,5 δισ. €), το 2011, στα 172 δισ. € (μείωση, κατά 35 δισ. €) και το 2012, στα 159 δισ. € (μείωση, κατά 13 δισ. €). Από εκεί και πέρα, υπήρξε μια επανάκαμψη των καταθέσεων, που το 2013 έφθασαν, στο αναιμικό ύψος των 180 δισ. €, για να ξαναπέσουν, το 2014, στα 169 δισ. € και στην συνέχεια να πέσουν, το 2015, κατακόρυφα, στα 123 δισ. €, όπου εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, να λιμνάζουν και αφ' ετέρου, δε, να κοκκινίσει ένα τεράστιο μέγεθος των χορηγηθέντων δανείων, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να φθάσει, στα σημερινά του χάλια, παρά τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, όπως, παραπάνω, περιγράψαμε.

Με δεδομένο το τεράστιο μέγεθος της οικονομικής κρίσης και της ανασφάλειας, που αυτή έφερε, ήταν, απόλυτα, λογικό να συνεχισθεί, με ορμητικό τρόπο, η φυγή των μεγάλων καταθέσεων, στο εξωτερικό, πολύ περισσότερο, που η επιβολή απαγορεύσεων, στην κίνηση των κεφαλαίων, άργησε να γίνει και όταν έγινε, πραγματοποιήθηκε, σε συνθήκες ανοικτής πολιτικής κρίσης και μάλιστα, στο τέλος μιας μακρόσυρτης πολιτικής κρίσης, το καλοκαίρι του 2015, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να χάσει, πάνω από 115-120 δισ. €.

Η ολοκλήρωση της καταστροφής ήλθε, με το PSI του Φεβρουαρίου του 2012 και τα 27 δισ. €, που απώλεσαν οι ελληνικές τράπεζες, από την όλη διαδικασία, η οποία μείωσε την αξία των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που είχαν, στην κατοχή τους (και τα οποία, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, υποχρεώθηκαν, από τις κυβερνήσεις των ΓΑΠ και Λουκά Παπαδήμου, καθώς και, ατύπως, αλλά, ουσιαστικά, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές, να επαναγοράσουν). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, έγινε και η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, αμέσως, μετά το PSI.

Αναδιφώντας, μάλιστα, τα σχετικά στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, δεν ήσαν ούτε οι κρατικές εγγυήσεις, που δόθηκαν, υπέρ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, οι οποίες υποτίθεται ότι συμποσούνται, στα επίπεδα των 250 δισ. €, η αιτία της κατάρρευσης του ελληνικού δημοσίου και του δανεισμού του, από τα Μνημόνια, που στήθηκαν, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές. Οι κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θα ρευστοποιούνταν, όταν οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις ζημιές, για τις οποίες ήσαν καλυμμένες, ουδέποτε ρευστοποιήθηκαν, διότι η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία ουδέποτε άφησε ακάλυπτες τις υποχρεώσεις αυτές, για τις οποίες είχε δεχθεί τις κρατικές εγγυήσεις. Έτσι, οι εγγυήσεις αυτές δεν ρευστοποιήθηκαν και δεν επιβάρυναν, φανερά και άμεσα, το δημόσιο χρέος της χώρας.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία επιβαρύνθηκε, έμμεσα, από την ύπαρξη αυτών των εγγυήσεων και πριν από το 1ο Μνημόνιο και πολύ περισσότερο, μετά από αυτό και επίσης, αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν έκαναν στάση πληρωμών, λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων, που έγιναν, με τα χρήματα των ξένων δανειστών, που επιβάρυναν το δημόσιο χρέος, αλλά όλα αυτά ήσαν μια έμμεση και δευτερογενής επιβάρυνση, η πρωταρχική αιτία της οποίας βρίσκεται, στην σαφέστατη και πλήρη ανικανότητα του ελληνικού δημοσίου να δανειστεί, από τις χρηματαγορές, με βασική ευθύνη της Ε.Κ.Τ., της γερμανικής κυβέρνησης, του Eurogroup και της Commission, όπως, επίσης και της ελληνικής κυβέρνησης του αχαρικτήριστου ΓΑΠ, που αποδέχτηκε την σαλαμοποίηση της διαδικασίας υπαγωγής της χώρας μας, στο νεοαποικιακό καθεστώς της χρεωδουλείας (μια διαδικασία ξεκίνησε τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2010), που είχαν κατάληξη, την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010.

Έτσι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, η πραγματική - τοις μετρητοίς - χρηματοδότηση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, από τα χρήματα των ξένων θεσμικών δανειστών, η οποία επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος, κατά την διάρκεια των 3 ανακεφαλαιοποιήσεων των ελληνικών τραπεζών, το 2012, το 2013 και το 2015, έφθασε, κάπου, στα 45, με 47 δισ. €. Βέβαια, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν μπατιριμένες, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης κρίσης, αφού τώρα πλέον, οι μαύρες τρύπες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, από τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια, ανέρχονται, στο 45% του ενεργητικού τους, γεγονός το οποίο είναι, απολύτως, καταστροφικό.

Προφανώς, λοιπόν, όλο αυτό το, πραγματικά διατεθέν, συνολικό ποσόν των 254,6 δισ. €, από τα δάνεια των ευρωθεσμών (Commission, Ε.Κ.Τ., ESM) και του Δ.Ν.Τ., δεν δαπανήθηκε, για τις ελληνικές τράπεζες και τα χρέη τους. Ο όποιος ισχυρισμός, που θέλει να τεκμηριώσει, κάτι το διαφορετικό, είναι αβάσιμος και αστείος. Δεν πήραν, αυτά τα χρήματα οι Έλληνες μπατιροτραπεζίτες και ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία, που θέλει να υπερασπιστεί και να αναδείξει αυτό το γεγονός, είναι ορθή.

Αλλά η συζήτηση, περί της "αθωότητας" της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ως προς την ελληνική κρατική χρεωκοπία, σταματάει εδώ, διότι, όπως είπαμε, όλη η επιχειρηματολογία των υπερασπιστών των ενεργειών των μελών της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, είναι αποπροσανατολιστική, διότι η χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, σαφέστατα, οφείλεται και στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, της οποίας οι ευθύνες είναι βαρύτατες, αν και, όπως είναι φυσικό, δεν περιγράφονται.

Αυτές οι ευθύνες της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, προφανέστατα, αφορούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα και την - κοινότατα, διαδεδομένη, αν και μη ομολογημένη, προ της οικονομικής κρίσεως του 2008 - τοξικότητά τους. Ως εκ τούτου, η συμπερασματολόγηση των υπερασπιστών της επιχειρηματολογίας, που αθωώνει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010, με τον ισχυρισμό ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν κατείχε τοξικά ομόλογα και ως εκ τούτου, δεν φταίει, όπως έφταιγαν τα αντίστοιχα τραπεζικά συστήματα, για τις κρίσεις, σε Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρο, είναι ψευδής και αποπροσανατολιστική. Βέβαια, δεν είναι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μόνο του, υπεύθυνο, για την χρεωκοπία αυτή, όπως έχουμε πει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αθώο. Κάθε άλλο.

Επίσης, προφανέστατα, τα Μνημόνια έφεραν την κρίση και την κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών, όπως, επίσης, το 2013, έφεραν και την κρίση στην κυπριακή οικονομία, η οποία ήταν φορτωμένη με ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κουρεύτηκαν, με το ελληνικό PSI, αλλά πριν από αυτή την διαδικασία, είχε προϋπάρξει μια άλλη, πολύ σημαντική αλύσωση γεγονότων, τα οποία οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην ελληνική κρατική κατάρρευση του 2010.

Αυτή η αλύσωση των γεγονότων, μπορεί, εσκεμμένα και συστηματικά, να λησμονήθηκε (ορθότερα : να μην επισημάνθηκε, καν), αλλά αυτό δεν αλλάζει το περιεχόμενο αυτών των αλυσιδωτών συμβάντων, ούτε και εξαφανίζει, ή περιθωριοποιεί, την καίρια σοβαρότητα της πρωταρχικής ευθύνης και της καθοριστικής συμμετοχής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην μακρά διαδικασία, που οδήγησε, στην επισημοποίηση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010.

Κάπου εδώ, είμαστε υποχρεωμένοι να πιάσουμε τον ταύρο, από τα κέρατα και να αναφερθούμε, στο ευρώ και την ζώνη του, που, εκ των πραγμάτων, αποτελούν το ύστατο καταφύγιο όσων, εκ των υπερασπιστών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προβάλλουν την εξεζητημένη και ορθή επιχειρηματολογία, που αγγίζει τις ευθύνες αυτών των καίριων παραγόντων της ελληνικής κρίσης.

Προφανώς, η ευρωζώνη αποτελεί τον κύριο λόγο της ελληνικής χρεωκοπίας. Αλλά το ευρώ και η ζώνη του, δεν φταίνε, αφ' εαυτών, για την ελληνική κρίση και την κρατική χρεωκοπία της χώρας μας, αφού θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή ευκαιρία γοργής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, από την βαθιά ύφεση του 2008, εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε ενταχθεί, στην ευρωζώνη. Κάποιοι την έβαλαν, μέσα σε αυτήν, αγνοώντας και παρακάμπτοντας τις τραγικές επιπτώσεις, που όλοι γνώριζαν (και που όφειλαν να γνωρίζουν).

Όπως έχουμε τονίσει, επανειλημμένα, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, αλλά και πρόσφατα [δείτε τα δύο τελευταία δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ : (Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου και 2010 - 2017 : Η ελληνική οικονομία υπό το καθεστώς των 3 Μνημονίων 8 χρόνια, μετά. (Μια ψύχραιμη αποτίμηση των αποτυχιών και των επιτυχιών των μνημονιακών στόχων, που έχουν θέσει οι ξένοι δανειστές και η φιλοτομαριστική συμπεριφορά της εντόπιας ελίτ)], η καταστροφή, που επήλθε, δεν προέκυψε, από μια κάποια μικρή, ή μεγάλη τυχαιότητα. Κάθε άλλο.

Η είσοδος της Ελλάδας, την 1/1/2002, στην ευρωζώνη, συνοδεύτηκε, από μια αφανή, σιωπηρή και υπόκωφη χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, η οποία, όσο και αν, τότε, κουκουλώθηκε, από το εντόπιο, αλλά και το λοιπό ευρωζωνικό ελιτιστικό κατεστημένο των χωρών της νομισματικής ένωσης (με κυρίαρχες την Γερμανία και την Γαλλία, αλλά και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ.), προέκυψε, από το απλούστατο γεγονός της ύπαρξης ενός μεγάλου δημόσιου χρέους, το οποίο, τότε, αλλά και πολύ πριν, από το 2002 (ήδη, από το 1993) υπερέβαινε το 100% του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, λόγω της τοκογλυφικής υφής του, σωρευόταν, από χρόνο, σε χρόνο, με σαρωτικούς ρυθμούς και με ταχύτητες πολύ μεγαλύτερες από την αύξηση των δημοσίων εσόδων, η οποία όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι το 2010, ήταν, από αρνητική, έως μικρή και σε κάθε περίπτωση, αναιμική.

Όπως, επίσης, έχουμε τονίσει, όλα αυτά συνέβησαν, εξ αιτίας της φύσεως και της δομής της ελληνικής οικονομίας, η οποία είναι, κατά βάση, μια οικονομία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να μην μπορεί να έχει μια σταθερή βάση εσόδων, πάνω στην οποία να μπορεί να υπολογίζει τις ετήσιες εισπράξεις του και να μην μπορεί ελέγξει τις πηγές των εσόδων του, σε αντίθεση, με τις δαπάνες του, τις οποίες μπορούσε να υπολογίσει, να τις ελέγξει και να τις πραγματοποιήσει - πριν την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002 -, με την χρήση του χρηματοοικονομικού μηχανισμού του seigniorage, δηλαδή με την χρηματοδότηση των κρατικών εξόδων, με την εκτύπωση χρήματος (της τάξεως του 10% των κρατικών δαπανών, κατά ετήσιο μέσο όρο και όταν χρειαζόταν, κάτι παραπάνω), στο ελληνικό νομισματοκοπείο, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ήταν, κάτω από άμεσο κυβερνητικό/κρατικό έλεγχο.

Όμως, αυτός ο μηχανισμός χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών της χώρας μας σταμάτησε την 1/1/2002, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, αφού το δικαίωμα εκτύπωσης χρήματος πέρασε στα χέρια της Ε.Κ.Τ., παράρτημα της οποίας έγινε και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έπαυσε να δέχεται εντολές, από την Αθήνα. Αυτό, αμέσως, με την ένταξη της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, οδήγησε στην δημιουργία ενός τεράστιου χρηματοδοτικού κενού, ως προς την κάλυψη των κρατικών δαπανών, οι οποίες, στο μέγιστο μέρος τους (κατά 70-75%), κατευθύνονταν, στην αναχρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως δείχνει, άλλωστε, σαφέστατα και δίχως κάποια σοβαρή αμφισβήτηση, ο πίνακας, που παρουσιάζω (για πολλοστή φορά) και στην αρχή του παρόντος δημοσιεύματος.

Αυτή είναι και η αιτία της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, η οποία συνέβη, ήδη, τότε, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, δηλαδή ενός νομίσματος, το οποίο, ουσιαστικά, άμεσα και στην πράξη λειτούργησε και λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, για την ελληνική οικονομία, η κυκλοφορία του οποίου δεν ελέγχεται από τα θεσμικά όργανα της χώρας μας, αλλά από την Φραγκφούρτη και τα συμφέροντα, που η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία υπερασπίζει και εκπροσωπεί, τα οποία αποσκοπούν, στην διαφύλαξη των κερδών των μεγάλων ελίτ (πρωτευόντως, της γερμανικής, της ολλανδικής και της γαλλικής ελίτ και δευτερευόντως, της ισπανικής και της ιταλικής) και όχι τις ανάγκες αναδιανομής του πλούτου, όπως, εξ ανάγκης και εκ των πραγμάτων, ήταν υποχρεωμένη να πράξει η ελληνική (αλλά και η ιταλική και η ισπανική) ελίτ, με την εκτύπωση χρήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, η εντόπια ελίτ μετέτρεψε, βλακωδώς και ηλιθιωδώς, ένα μαλακό και εύκολα, χρηματοδοτίσιμο δημόσιο χρέος, όπως ήταν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, μάλιστα, ήταν εκφρασμένο, κατά 80-85%, στο τοπικό νόμισμα της χώρας, την δραχμή, σε ένα σκληρό και αδύνατο να χρηματοδοτηθεί, αυτογενώς, από την ελληνική οικονομία, δημόσιο χρέος, εκφρασμένο, σε ένα, οιονεί και εν τοις πράγμασι, ξένο νόμισμα, στο ευρώ. Κάπως, έτσι, το ελληνικό δημόσιο χρεωκόπησε, αφανώς, ήδη, από την 1/1/2002, γεγονός το οποίο κρύφτηκε, τότε, χάριν των ανοήτων και αρχοντοχωριατικών σκοπιμοτήτων, που είχε, τότε, η εντόπια ελίτ, με επί κεφαλής την διεφθαρμένη κυβέρνηση των, από στρατηγική άποψη, βλακών του Κώστα Σημίτη, όπως και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, μαζί με τις κυβερνήσεις του Lionel Jospin και του Gerhard Schröder, στην Γαλλία και στην Γερμανία.

Και εδώ, είναι, που αρχίζει ο εντοπισμός των πρωτογενών και βαρύτατων ευθυνών της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, για την έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, για τα Μνημόνια της πεονικής Κατοχής και για την ολέθρια οικονομική κρίση, που ακολούθησε.

Η ηγεσία της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ο καταστροφικός Λουκάς Παπαδήμος, ο Νίκος Γκαργκάνας, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Γιάννης Στουρνάρας (που ήταν ο επί κεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικήε ομάδας, με τους ευρωζωνίτες) και όλη η ελίτ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, γνώριζαν, πολύ καλά και από πρώτο χέρι, όσα, παραπάνω, αναφέρονται και περιγράφονται. Μάλιστα, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ο, τότε - από το 1994 - Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκάς Παπαδήμος είχε περιγράψει, σαφέστατα, στον έγκριτο δημοσιογράφο και, τότε (το 2002), ευρωβουλευτή Γιάννη Μαρίνο (δείτε, χαρακτηριστικά, το : Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου), την καταστροφική εξέλιξη, που θα ακολουθούσε την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, αλλά παρά ταύτα, έπραξε ό,τι έπρεπε και ό,τι δεν έπρεπε, για να βοηθήσει την ένταξη της Ελλάδας, στην ζώνη του ευρώ.

Και σε αυτό δεν ήταν μόνος του ο Λουκάς Παπαδήμος, αφού είχε, στο πλευρό του, σύσσωμη, όλη την ελληνική μπατιροτραπεζική ελίτ, η οποία στήριξε την πολιτική επιλογή του Κώστα Σημίτη και του συνόλου, σχεδόν, της εντόπιας ελίτ, η οποία, τότε, διακατεχόταν, από μια αρχοντοχωριατική λογική ενός ξέφρενου και δουλικού ευρωλιγουρισμού και από την άτοπη και ανόητη λογική της, απραγματοποίητης, στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής και  της συναφούς, με αυτήν, χρηματοοικονομίας, "αειφόρας ανάπτυξης", η οποία τσακίστηκε, μέσα στον βάλτο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τον Σεπτέμβριο του 2008.

Αλλά οι βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής μπτιροτραπεζικής ελίτ δεν εξαντλούνται, μόνο, στην στήριξη, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, της καταστροφικής στρατηγικής επιλογής της ένταξης της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του. Πηγαίνουν, πολύ πιο πέρα, από αυτές.

Με δεδομένη την γνώση του γεγονότος ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία είχε, ήδη, την 1/1/2002, άτυπα και υπόκωφα, επέλθει, οι ελληνικές τράπεζες, με την μετατροπή, σε ευρώ, των δραχμικών κρατικών ομολόγων, είχαν καταστεί τοξικές, εξ αιτίας του γεγονότος ότι είχαν φορτωθεί, με αυτά τα άχρηστα και καταφανώς, υπερτιμημένα ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία, στην πραγματικότητα, είχαν μηδενική αξία. Αυτό το γεγονός, βέβαια, άργησε να επισημοποιηθεί, αφού άρχισε, σιγά-σιγά, να έρχεται, στην επιφάνεια, από το τέλος του 2008, αλλά αυτή η εξέλιξη δεν επηρεάζει την, ήδη, από το 2002, διαμορφωμένη αντικειμενική πραγματικότητα, που μόλις, περιγράψαμε. 

Για να ξεφορτωθεί αυτά τα τοξικά ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που είχαν καταστήσει τοξικά και τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η μπατιροτραπεζική ελίτ του, προχώρησαν, στην μεταβίβασή τους, στην ευρωπαϊκή και στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία (γαλλικές, γερμανικές, ολλανδικές, ιταλικές ισπανικές και κυπριακές τράπεζες, αλλά και αλλού, εκτός ευρωζώνης), με αποτέλεσμα να μεταφέρουν και να συνεχίσουν να μεταφέρουν, στην πορεία των ετών, που ακολούθησαν, μέχρι το 2010, τον συστημικό κίνδυνο της τραπεζικής πτώχευσης, εκτός Ελλάδας.

Αλλά η ευρωπαϊκή και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, όταν τα πράγματα, στην ευρωζώνη, έσφιξαν, δεν ήσαν διατεθειμένες να αποδεχθούν, χωρίς να αντιδράσουν, αυτήν την διαρκή μεταφορά του συστημικού κινδύνου των τραπεζικών πτωχεύσεων. Αυτός ήταν και ο λόγος της δημιουργίας του 1ου Μνημονίου, το οποίο αποσκοπούσε, στην διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, της ευρωζώνης και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, με την μερική επαναφορά του κινδύνου αυτού, που αποτελούσαν τα σκουπίδια των ελληνικών κρατικών ομολόγων, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δια της άτυπης, μεν, αλλά ουσιαστικής, δε, επαναγοράς των μηδενικής αξίας ελληνικών κρατικών ομολόγων, από την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, αλλά και από άλλους ελληνικούς κρατικούς θεσμικούς επενδυτές (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια κλπ), γεγονός το οποίο έγινε, με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010, όπως και όλων όσων, στην συνέχεια, ακολούθησαν.

Για τον λόγο αυτόν, που, όπως, δείξαμε, είναι η επαναφορά του πρωτογενούς συστημικού κινδύνου, που αποτελούσαν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, είναι που κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, από το 2010 και μετά.

Και αυτό το γεγονός είναι, που δείχνει, πέρα από κάθε αμφιβολία, την πρωτογενή ευθύνη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, στην υπογραφή των Μνημονίων και στην σαρωτική οικονομική κρίση, που ακολούθησε, και καλά κρατεί, μέχρι σήμερα και για πολύ χρόνο ακόμη.

Αυτή η βαρύτατη πρωτογενής ευθύνη (και ως συνευθύνη) της ελληνικής μπατιροτραπεζικής ελίτ, μπορεί να έχει - και έχει -, πολύ τεχνηέντως, αποκρυβεί, από το ευρύ, όπως και από το αρκετά, ενημερωμένο κοινό. Όμως, όσο και να κρύβεται αυτή η ενοχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει παύσει να υπάρχει.

Υπάρχει και παραϋπάρχει. Και όσο περνάει ο καιρός, αποκαλύπτεται.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι, λοιπόν, ένοχο, με έναν τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό.

Σε αυτή την αποκάλυψη, αυτής της, καλά κρυμμένης, αλήθειας είναι που αποσκοπεί το παρόν δημοσίευμα.

Και νομίζω ότι έκανε καλά την δουλειά του...