Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)...









 Η αλήθεια, όπως προκύπτει, από τον πίνακα, με την εξέλιξη του ΑΕΠ της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κίνας, κατά την περίοδο 2006 - 2017, είναι ότι ο αμερικανικός σχεδιασμός, για το φρενάρισμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, με στόχο την διακοπή της ξέφρενης ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας, έχει φέρει κάποια αποτελέσματα, τα οποία αν και δεν είναι ασήμαντα, από στατική άποψη, στην πραγματικότητα, είναι επουσιώδη, όταν βλέπουμε, την μεγάλη εικόνα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής - και κυρίως - της γεωστρατηγικής δυναμικής του κινεζικού γίγαντα. Από αυτή την σκοπιά, η αμερικανική στρατηγική πολιτική ενός νέου containment, ενός σύγχρονου εγκιβωτισμού της Κίνας είναι αλυσιτελής, επειδή είναι διστακτική και, ως εκ τούτου, περιορισμένης και ως εκ τούτου, ασήμαντης ισχύος. Οι εκφραστές της στρατηγικής της αμερικανικής υπερδύναμης την έχουν πατήσει...



Παρά τις ανθεκτικές αντιρωσικές εμμονές του παραδοσιακού ηγετικού τμήματος της ελίτ του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, εάν κάποιος δει την πραγματικότητα, στην μεσοπρόθεσμη και την μακροπρόθεσμη διάστασή της, τηρώντας τις απαραίτητες αποστάσεις, από τους συναισθηματισμούς και την τρέχουσα πρώτη ύλη των γεγονότων του στατικού και του βραχυπρόθεσμου σήμερα, ο, εξ αντικειμένου, πραγματικός αντίπαλος των Η.Π.Α. και της Δύσης δεν είναι η Ρωσία του σήμερα και - πολύ περισσότερο - του αύριο.

Ο πραγματικός αντίπαλος της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης είναι η Κίνα του, όχι και πολύ μακρινού, αύριο.

Το μεγαλύτερο τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου αρνείται να δει αυτή την πραγματικότητα, αλλά, όπως και να το κάνουμε, οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και όπως και αν τους δει κάποιος, αποβαίνουν, εις βάρος των Η.Π.Α., ενώ η δυναμική της εξέλιξής τους, καθιστά, από το 2012, τις προοπτικές της, ήδη, διαταραγμένης ισορροπίας των εκατέρωθεν δυνάμεων, απελπιστικά, σκοτεινές, για την ηγεσία της Ουάσινγκτων και τις τωρινές ελίτ των χωρών της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Βέβαια, η ιστορική εξέλιξη των τελευταίων 100 χρόνων υπήρξε ευνοϊκή, για την αμερικανική υπερδύναμη, αφού, μέσα σε αυτό το χρονικό εύρος, η Ουάσινγκτων κατέστη, η ουσιαστική πρωτεύουσα του πλανήτη. Οι δύο ευρωπαϊκοί πόλεμοι, που εξελίχθηκαν, σε παγκόσμιους, με αποκορύφωμα τον δεύτερο, έκαναν τις Η.Π.Α. αυτό που είναι. Μία υπερδύναμη, που κυριαρχεί, στους ωκεανούς, η οποία κατέστησε υποχείριους τους βιομηχανικούς ανταγωνιστές της (Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ιταλία), οι οποίοι είχαν υποστεί μια ολοκληρωτική καταστροφή των οικονομιών, αλλά και των υποδομών των κοινωνιών τους, ευρισκόμενοι, στα όρια της κατάρρευσης.

Με αυτά τα πολύ ωμά, αμείλικτα, πραγματικά και πλήρως αποϊδεολογικοποιημένα δεδομένα η Αμερική (όπως επικράτησε να αποκαλούνται οι Η.Π.Α., σφετεριζόμενες την κοινή ονομασία των δύο αμερικανικών υποηπείρων) έφθασε, πολύ φυσιολογικά, να είναι η πρώτη και η μόνη μεγάλη βιομηχανική δύναμη, στον δυτικό κόσμο και στον πλανήτη ολόκληρο, συγκεντρώνοντας, περί το 50% του παγκόσμιου πλούτου - ενώ αριθμούσε, μόνο το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού - και αφήνοντας, μακριά πίσω της την "Σοβιετική Ένωση" του Ιωσήφ Στάλιν και των επιγόνων του, όπως και όλες τις άλλες δευτερεύουσες και τριτεύουσες δυνάμεις, που υπήρχαν στον πλανητικό χάρτη. 

Έτσι, η αναγόρευση της Ουάσιγκτων, σε παγκόσμιο κέντρο και ηγεμόνα του πλανήτη υπήρξε, μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, μια φυσική απόληξη των εξελίξεων, που είχαν προηγηθεί, ήδη, από τον Πρώτο Πόλεμο και επισημοποιήθηκαν, μέσα στα ερείπια, που άφησε πίσω του, ο Δεύτερος, με το ιστορικό διάγγελμα του Αμερικανού προέδρου Harry Truman, δια του οποίου, την 19/12/1945, διακήρυξε την αμερικανική πλανητική πρωτοκαθεδρία, λέγοντας ότι "η νίκη, στον παγκόσμιο πόλεμο, μας υποχρεώνει να είμαστε οι ηγέτες της ανθρωπότητας".

Με αυτά τα δεδομένα, ανοικοδομήθηκαν η κατεστραμμένη από τον πόλεμο, Δυτική Ευρώπη και η Ελλάδα και μαζύ με αυτές, η Ιαπωνία, μέσα από έναν πακτωλό χρημάτων, από το αμερικανικό νομισματοκοπείο, που χορηγήθηκαν, στα πλαίσια του σχεδίου Marshall και τότε, είναι, που οικοδομήθηκαν, το ΝΑΤΟ, το ΣΕΑΤΟ και η ΕΟΚ, προφανώς, για να αντιμετωπισθεί ο κομμουνισμός, που εξέφραζαν η "Σοβιετική Ένωση", οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η Κίνα του Μάο Τσετούνγκ, αλλά ο όλος αμερικανικός στρατηγικός σχεδιασμός υπερέβαινε την ιδεολογικοπολιτική συγκυρία της εποχής, αποσκοπώντας, στην πρόσδεση της δυτικής Ευρώπης και του μη κομμουνιστικού ασιατικού χώρου, στο αμερικανικό άρμα.

Στα πλαίσια αυτά το δόγμα του βαθέος αμερικανικού κράτους ήταν, μεν, σύνθετο, αλλά, συνάμα και πολύ απλό :

Αυτό το τετραπλό δόγμα, προέβλεπε και υλοποίησε την ύπαρξη ενός παγκόσμιου σχήματος, με μια εγκιβωτισμένη "Σοβιετική Ένωση", στα πλαίσια της πολιτικής της ανάσχεσης, που εισηγήθηκε ο George Kennan, μια υποταγμένη Γερμανία, μια κατακτημένη Ιαπωνία και έναν χαλαρό ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, που αποκλείει το ενδεχόμενο της ευρωπαϊκής κρατικής ενότητας, προκειμένου να μην επιτραπεί η δημιουργία μιας τρίτης βιομηχανικής, οικονομικής και πολιτικής δύναμης και ενός νέου ανεξάρτητου παγκόσμιου ανταγωνιστή.

Ο στρατηγικός στόχος του αμερικανικού κατεστημένου ήταν, ουσιαστικά, το να συντηρηθεί αυτή η κατάσταση της ανισότητας, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και τον υπόλοιπο κόσμο, αδιαφορώντας για τον φθόνο, το μίσος και την εχθρότητα, που προκαλείται, από αυτή την πλεονεκτική θέση της ασύμμετρης πρωτοκαθεδρίας της Ουάσινγκτων. Μπορεί, σε βάθος χρόνου, οι σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής των Η.Π.Α. να απέτυχαν - και σίγουρα, απέτυχαν -, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο θα το εξετάσουμε, παρακάτω.

Κάπως έτσι, οικοδομήθηκε η έννοια του θεμελιώδους εθνικού συμφέροντος και του αντίστοιχου καθήκοντος, για τους σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής. Και φυσικά, όπως προέβλεπε το "μακρύ τηλεγράφημα, υπ' αριθμ. 23" του George Kennan, το οποίο ήταν μια μελέτη στρατηγικού πολιτικού σχεδιασμού, η αμερικανική ηγεσία και τα εκτελεστικά όργανά της, δεν θα έπρεπε να διακατέχονται, από συναισθηματισμούς και ιδεοληψίες, αλλά να επικεντρωθούν, στους άμεσους εθνικούς σκοπούς και σε υλοποιήσιμους στόχους, η επίτευξη των οποίων απαιτεί την ύπαρξη και την διατήρηση της καθαρής ισχύος.

 Ότι αυτή η πολιτική υπήρξε επιτυχής, σε αρκετά και σημαντικά της σημεία, είναι δεδομένο. Η τελική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού στρατοπέδου του "υπαρκτού σοσιαλισμού", αρχικά και στην συνέχεια, της "Σοβιετικής Ένωσης", μέσα από την αυτοδιάλυσή της, η οποία προέκυψε, ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας συγκεκριμένων - και βλακωδών, από στρατηγική άποψη - αποφάσεων της ύστερης "σοβιετικής" ηγεσίας, (Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, Μπορίς Γέλτσιν, Λεονίντ Κραβτσούκ, Αλεκσάντρ Λουκασένκο και Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ) είναι το σημαντικότερο επίτευγμα των αμερικανικών στρατηγικών επιλογών. 

Η Ρωσία, που υπήρξε ο πρωταρχικός διάδοχος του "σοβιετικού" καθεστώτος, υπέστη μια πρωτοφανή στρατηγική καταστροφή και βρέθηκε, από υπερδύναμη, να είναι, επί μακρόν, ένας παρίας της διεθνούς πολιτικής, ενώ, παράλληλα, η συνεχής διεύρυνση του ΝΑΤΟ, προς Ανατολάς, την οδήγησε, στο να βρεθεί περικυκλωμένη, από τις αμερικανονατοϊκές δυνάμεις. Η ρωσική ελίτ την πάτησε και η νοσταλγία της, για την παλαιά κραταιά "Σοβιετική Ένωση", έτσι όπως αυτή η νοσταλγία έχει διαμορφωθεί, μέσα στα πλαίσια του καθεστώτος του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, στον οποίο ο αποτυχημένος Μπορίς Γέλτσιν παρέδωσε, αυτοπροαιρέτως, την εξουσία, μετά την διάλυση της μετατιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας, είναι, απολύτως, δικαιολογημένη, ύστερα από τις παρασπονδίες των Αμερικανών και των Δυτικών συμμάχων τους. 

Όμως, το πουλάκι πέταξε, για την ρωσική ηγεσία, αφού η αναστροφή της υπάρχουσας κατάστασης και η αποκατάσταση των τεράστιων ζημιών, που προέκυψαν, από αυτή την στρατηγική καταστροφή, που άφησε πίσω της η διάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού", είναι, εξαιρετικά, δυσχερής. Είναι, απολύτως, αβέβαιη, απαιτεί ένα μεγάλο βάθος χρόνου, ενώ οι συνθήκες, υπό τις οποίες κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί, είναι - κομψότατα ομιλώντας - τουλάχιστον, μη ομαλές.

Μια δεύτερη σημαντική επιτυχία των στρατηγικών σχεδιαστών της Ουάσινγκτων είναι η δημιουργία, κάπου 820 στρατιωτικών βάσεων, σε όλη την υφήλιο, με αποτέλεσμα οι Η.Π.Α. να έχουν τον έλεγχο και την κυριαρχία, στις οδούς και στις ίδιες τις πηγές ενέργειας, στον κόσμο ολόκληρο, προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα των εθνικών και των πολυεθνικών τους εταιριών, με την δημιουργία φιλικών και εξαρτώμενων καθεστώτων, σε όλες σχεδόν τις περιοχές του πλανήτη.

Παρά ταύτα, όμως, η αμερικανική στρατηγική επιτυχία υπήρξε μερική και ως εκ τούτου αποσπασματική, αφού δεν πέτυχε έναν πολύ βασικό στόχο, του όλου σχεδιασμού. Ο στόχος αυτός σχετίζεται με την, σε βάθος χρόνου, πτώση - μπορούμε να πούμε την κατακρήμνιση - της σχετικής ισορροπίας της ανισότητας του πλούτου και των δυνάμεων, ανάμεσα, στις Η.Π.Α. και τον υπόλοιπο κόσμο -, με αποτέλεσμα την ανάδειξη μιας νέας παγκόσμιας υπερδύναμης, της Κίνας, η οποία, τώρα, απειλεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, στον πλανήτη και τηρουμένων των δυναμικών, που εκατέρωθεν, αναπτύσσονται και εφ' όσον αυτές δεν ανασχεθούν, πρόκειται να καταλύσει, αντικαθιστώντας την, με την δική της, στο όχι πολύ μακρινό αύριο.





Ο παραπάνω πίνακας, που απεικονίζει την φρενήρη άνοδο του, κατά κεφαλήν, Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της Κίνας, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μέχρι το 2017, είναι ενδεικτικός, αν και είναι απολύτως, ανεπαρκής. Σε συνδυασμό, με τον πρώτο πίνακα, που αφορά την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Κίνας, βέβαια, αναδεικνύει την αλματώδη οικονομική μεγέθυνση του κινεζικού γίγαντα, αλλά δεν περιγράφει την πραγματικότητα, που έχει διαμορφωθεί. 

Αυτό συμβαίνει, επειδή ο πίνακας αυτός απεικονίζει το, κατά κεφαλήν, κινεζικό ΑΕΠ, σε δολλάρια, υπολογισμένο, με την τρέχουσα συναλλαγματική τους αξία, η οποία, όμως, δεν απεικονίζει τον πραγματικό πλούτο της χώρας, ο οποίος μπορεί να περιγραφεί, με ακρίβεια, μόνον όταν η κινεζική οικονομία καταγραφεί, με βάση την αγοραστική αξία (τα περίφημα PPP) και όχι με την συναλλαγματική αξία. Την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις δύο μετρήσεις, όσον αφορά την κινεζική οικονομία, μπορούμε, πολύ εύκολα, να την διαπιστώσουμε, κάνοντας την απαραίτητη σύγκριση.

Ας δούμε τα σχετικά στοιχεία.

Όπως προκύπτει, από τα υπάρχοντα στοιχεία (Factbook - CIA), το 2017, ο κινεζικός πληθυσμός ανήλθε, περίπου, στους 1,379 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Έτσι, εάν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κίνας ανέρχεται, το 2017, στα 8.000 $, τότε, το συνολικό ΑΕΠ της χώρας αυτής φθάνει, περίπου, στα 11,03 τρισ. $, γεγονός, που κατατάσει την Κίνα, στην δεύτερη, σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, τοποθετώντας την, πίσω από τις Η.Π.Α

Όμως, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά, διότι, όπως είπαμε, ο πίνακας αυτός μετράει το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας, με όρους συναλλαγματικής αξίας και όχι αγοραστικής δύναμης.

Έτσι, όταν μετρήσουμε την κινεζική οικονομία, με όρους αγοραστικής δύναμης (Purchase Power Parity - PPP), τότε, το, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ της Κίνας εκτοξεύεται, στα 16.600 $ και συνακόλουθα το συνολικό κινεζικό ΑΕΠ φθάνει, στα 23,12 τρισ. $, αναδεικνύοντας την Κίνα, με ρυθμό ανάπτυξης, στο 6,8%, ως την μεγαλύτερη οικονομία, στον κόσμο, αφήνοντας πίσω, τις Η.Π.Α.

Αντιστοίχως, οι Η.Π.Α. βρίσκονται, σε ολοένα και δυσχερέστερη θέση, η οποία μπορεί, τώρα, να μην είναι τόσο εμφανής, λόγω του υψηλού βιοτικού επιπέδου και της μοντέρνας βιομηχανικής οικονομίας της χώρας αυτής, αλλά όσο περνάει ο καιρός και δεν ανατρέπονται οι δυναμικές των συσχετισμών, δεν θα αργήσει πολύ να έλθει η εποχή, που η Κίνα θα είναι ασυναγώνιστη. 

Οι αριθμοί μιλούν μόνοι τους. Οι Η.Π.Α., με, κατά κεφαλήν, ΑΕΠ, ίσο με 59.500 $, μετρημένο με βάση την αγοραστική δύναμη (που, στην περίπτωση τους, ισούται με την συναλλαγματική αξία του δολλαρίου, αφού αυτό είναι το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα) και με ένα πληθυσμό ίσο, με 326,66 εκατομμύρια ανθρώπους, έχουν συνολικό ΑΕΠ, ίσο με 19,36 τρισ. $, βρίσκονται, ήδη, από το 2014, πίσω από την Κίνα, έχοντας, έναν ρυθμό ανάπτυξης, ίσο με 2,2%.

Παρά την αναμφισβήτητη τωρινή ισχύ της Ουάσινγκτων, οι μέλλουσες εξελίξεις είναι ζοφερές, για τους Αμερικανούς σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής της χώρας τους. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε, πολύ παραστατικά, όταν δούμε, εκτενέστερα την εξέλιξη των μεγεθών, που προσδιορίζουν την αντιπαρατιθέμενη ισχύ Η.Π.Α. και Κίνας. Αυτή η προβλεπόμενη εξέλιξη είναι καταθλιπτική, για την αμερικανική ηγεσία, εάν δούμε την δυναμική εξέλιξη της αμερικανικής αυτοκρατορικής κατάπτωσης και του κινεζικού ΑΕΠ.

Όπως είπαμε, το 1943, στην εποχή του Franklin Delano Roosevelt, οι Η.Π.Α. κατείχαν το 50% του παγκόσμιου πλούτου, αποτελώντας, μόνο, το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού. Τώρα τα πράγματα και στον τομέα αυτόν, είναι, πλήρως, απογοητευτικά, για την αμερικανική ηγεσία. Η αμερικανική ισχύς φθίνει.

Έτσι, ενώ σήμερα, ο παγκόσμιος πλούτος (το παγκόσμιο ΑΕΠ) ανέρχεται, στα 128 τρισ. $, το αμερικανικό ΑΕΠ των 19,36 τρισ. $, αντιστοιχεί, μόλις, στο 15,24% αυτού του πλούτου, ενώ ο πληθυσμός των Η.Π.Α. αντιστοιχεί, στο 4,4% του παγκόσμιου πληθυσμού, ο οποίος, το 2017, ανερχόταν, στα 7,405 δισεκατομύρια ανθρώπους. Οι κάτοικοι του πλανήτη, πλέον, δεν είναι οι, κατά μέσον όρο, πένητες των μέσων του 20ου αιώνα. Με ένα, κατά κεφαλήν, παγκόσμιο ΑΕΠ, ίσο με 17.300 $ (και με ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 3,5%) ο παγκόσμιος πληθυσμός, κατά μέσον όρο, δεν μπορεί, πλέον να χαρακτηρισθεί πτωχός - αν και βέβαια, οι αριθμοί δεν περιγράφουν την σκληρή πραγματικότητα, που προκύπτει, από τις χαώδεις εθνικές και κοινωνικές ανισότητες, στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.

Ας εξετάσουμε, τώρα, ένα άλλο στοιχείο της δυναμικής του κινεζικού ΑΕΠ, το οποίο αναπτύσσεται, με τριπλάσιο ρυθμό, από το αμερικανικό. Το 2017, το, κατά κεφαλήν, κινεζικό ΑΕΠ αντιστοιχούσε, στο 27,89% του αμερικανικού (16.600 $, έναντι 59.500 $). 

Όμως, τί θα συμβεί, όταν το κινεζικό ΑΕΠ φθάσει να ισούται, στο 40%, ή στο 50% του αμερικανικού; Όταν δηλαδή θα φθάσει, στα 23.800, ή στα 29.750 σημερινά δολλάρια;

Τότε η κινεζική οικονομία θα ξεπεράσει, κατά πολύ (υπολογιζομένου και του ρυθμού αύξησης του κινεζικού πληθυσμού) τα 32,8 τρισ. και τα 41 τρισ. σημερινά δολλάρια. 

Πότε μπορεί να συμβούν όλα αυτά; Με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξεως του 4% και τετραπλάσιο από τον αντίστοιχο αμερικανικό, αυτά θα συμβούν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2030 και του 2040, αντίστοιχα. Δηλαδή, ουδόλως, μακριά, από σήμερα

Αυτοί οι στόχοι, για την κινεζική ηγεσία, είναι, απολύτως, επιτεύξιμοι, εάν η αμερικανική ηγεσία αφήσει τις εξελίξεις να προκύψουν και εάν δεν μπορέσει να τις αναχαιτίσει. Και εδώ είναι που τα πράγματα καθίστανται επικίνδυνα, διότι είναι προφανές ότι η Ουάσινγκτων θα κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να ανακόψει την ταχύτατη κινεζική άνοδο, που απειλεί την πρωτοκαθεδρία της.

Το πώς φθάσαμε, ως εδώ, δεν είναι καθόλου δύσκολο να το δούμε και να το κατανοήσουμε. Και φυσικά, αναλογιζόμενοι τα όσα συνέβησαν, από την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Richard Nixon, το 1971, στο Πεκίνο και μετά την διάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης", δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε τα χαώδη στρατηγικά σφάλματα της αμερικανικής ηγεσίας, από την εποχή του George Bush sr και του καταστροφικού Bill Clinton.

Η συμφωνία του Πεκίνου, με την οποία οικοδομήθηκε, η στρατηγική συμμαχία των Η.Π.Α., με την μαοϊκή Κίνα, μια συμμαχία, που διατηρήθηκε και από τους διαδόχους του ιδρυτή του κινεζικού καθεστώτος, προφανώς, συνέβαλε, λιγότερο, ή περισσότερο (μάλλον λιγότερο και όχι περισσότερο), στην αυτοδιάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Αυτό το γεγονός, όμως και η επιδειχθείσα αλαζονεία των Αμερικανών ηγετών, που οδήγησε τις αμερικανικές ηγεσίες, στην ομαδική ανοησία, είχε, ως επακόλουθο, την διάπραξη ενός, γιγαντιαίων διαστάσεων, στρατηγικού όλεθρου, για τις Η.Π.Α. και την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία τους, με την ένταξη της Κίνας, στο αμερικανικό στρατηγικό σχέδιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Ένα σχέδιο, το οποίο ξεκίνησε, για να εξυπηρετήσει το αμερικανικό εθνικό συμφέρον, αλλά κατέληξε, μεσοπρόθεσμα, κατά την διάρκεια της εφαρμογής του, να στραφεί, κατά των άμεσων και των μακροπρόθεσμων αμερικανικών συμφερόντων και του συνακόλουθου στρατηγικού σχεδιασμού της Ουάσινγκτων. 

Όμως, αυτή η καταστροφική, για τα αμερικανικά συμφέροντα, κατάληξη του αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού, για την σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, ήταν, εκ γενετής, απόλυτα, φυσιολογική και θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενη, από τους σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής των αμερικανικών ηγεσιών και κυβερνήσεων, αλλά, όπως φαίνεται, εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν (αν και για μένα ήταν και είναι). Αυτή η απίστευτη βλακεία των αμερικανικών ελίτ θα μπορούσε να συγκριθεί, με την στρατηγική ηλιθιότητα της ύστερης "σοβιετικής" ελίτ - αν και υπολείπεται αυτής.

Το γιατί η ένταξη της Κίνας, στην διαδικασία της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, αποτελεί μια απίστευτη στρατηγική βλακεία των αμερικανικών ελίτ, δεν είναι κάτι το δύσκολο να κατανοηθεί. Η βλακεία της ενθάρρυνσης και της αποδοχής της εισόδου της Κίνας, στην μεταψυχροπολεμική παγκοσμιοποίηση, απεικονίζεται, παραστατικότατα, στους δύο πίνακες, που υπάρχουν, στο παρόν δημοσίευμα. Το συμπέρασμα είναι απλό :

Όταν έχεις την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία και παράλληλα, τεράστια εμπορικά ελλείμματα, όπως οι Η.Π.Α. δεν μπορείς να εισαγάγεις, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια χώρα, που λειτουργεί με έναν, σχεδόν πλήρως, συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, σαν την Κίνα, με τόσο φθηνούς παραγωγικούς συντελεστές και με έναν τεράστιο και πειθαρχημένο πληθυσμό, όπως η χώρα αυτή. Μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να μην υπολογίσεις τις συνέπειες, όπως έπραξαν οι σχεδιαστές της στρατηγικής πολιτικής της Ουάσινγκτων, στην δεκαετία του 1990, αλλά, μεσοπρόθεσμα, θα τις βρεις μπροστά σου και μακροπρόθεσμα, δεν θα μπορείς να τις αντιμετωπίσεις.

 Οι Αμερικανοί ηγέτες εισήγαγαν μια τεράστια χώρα, με συγκεντρωτικό κεντρικό οικονομικό και πολιτικό σχεδιασμό, στην σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, σαν την νεοσταλινική Κίνα και όπως ήταν φυσικό, την πάτησαν.

Το γιατί το έπραξαν, αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα, αλλά έχει έναν, καθαρά, φιλολογικό χαρακτήρα, διότι η συζήτησή του δεν λύνει τα πολύ σημαντικά άμεσα και πρακτικά προβλήματα, που έχουν τεθεί, επί τάπητος. Αξίζει, όμως, να δούμε τις παραμέτρους του ερωτήματος, διότι αυτό το ερώτημα σχετίζεται (όπως και η ίδια η διαδικασία της σύγχρονης παραγωγικής και ευρύτερα, της οικονομικής παγκοσμιοποίησης), με την κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος της αποκαλούμενης, ως κεϋνσιανής συναίνεσης, γύρω από την οποία συνασπίσθηκαν οι πολιτικές δυνάμεις της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με πρώτη και καλύτερη την σοσιαλδημοκρατία. Μια συναίνεση, γύρω από τις βασικές ιδέες του John Maynard Keynes και του Eduard Bernstein, μέσα στα πλαίσια της οποίας, η εργατική τάξη και το ευρύ κοινωνικό στρώμα των μισθωτών αποδέχονται τον καπιταλισμό, ως κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, με αντάλλαγμα την πλήρη απασχόληση, την κοινωνική προστασία και την διαρκή αύξηση του βιοτικού επιπέδου. 

Σε αυτό το υπόδειγμα της κοινωνικής συναίνεσης, στις χώρες του αναπτυγμένου δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, είναι που έδωσε ένα οδυνηρό τέλος η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση και η ορμητική είσοδος της Κίνας του Ντενγκ Σιάοπινγκ και των διαδόχων του, μέχρι τον Σι Τζίνπινγκ, αφού η εισαγωγή αυτής της χώρας, στο οικονομικό σύστημα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, υπήρξε η ναυαρχίδα του κατακλυσμού των αγορών των αναπτυγμένων χωρών του δυτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού, από προϊόντα φθηνού κόστους και της τεράστιας απαξίωσης των εργατικών τους τάξεων, αλλά και των άλλων μικρών και μεσαίων κοινωνικών τους στρωμάτων. 

Ο πρώτος λόγος της στρατηγικής αμεριμνησίας των ηγεσιών των Η.Π.Α. σχετίζεται, με το μοίρασμα των λαφύρων του νικηφόρου πολέμου κατά της "Σοβιετικής Ένωσης". Μια νίκη, στην οποία η μαοϊκή και η μεταμαοϊκή Κίνα συνέβαλε και έτσι πήρε τα ανταλλάγματά της. Μπορεί αυτά τα ανταλλάγματα να αποδείχτηκαν, απείρως περισσότερα και - επίσης απείρως - μεγαλύτερα από την όποια συμβολή της Κίνας, στην πτώση του "σοβιετικού" καθεστώτος και στην τεράστια στρατηγική ήττα, που υπέστη η Ρωσία, αλλά έτσι έγινε.

 Ο δεύτερος λόγος της ευήθειας, που επέδειξαν οι Αμερικανοί ηγέτες σχετίζεται, με τις αμερικανικές πολυεθνικές (και λοιπές) εταιρείες και την εξυπηρέτηαη των συμφερόντων τους. Οι εταιρείες αυτές είδαν, στην αχανή Κίνα, την τεράστια ευκαιρία του φθηνού κόστους και των μεγάλων κερδών, που προέκυπταν, από την εγκατάστασή τους, στην χώρα αυτή. Έτσι, δεν άφησαν την ευκαιρία αυτή να πάει χαμένη. Μπορεί τα μακροπρόθεσμα, τα στρατηγικά, εθνικά συμφέροντα του αμερικανικού κράτους και της κοινωνίας των Η.Π.Α. να βλάπτονταν, από αυτή την τεράστια μεταφορά παραγωγικού πλούτου, που έγινε προς την Κίνα, αλλά τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών κινούνταν - και εξακολουθούν να κινούνται - στην αντίθετη κατεύθυνση.


Αυτά τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών είναι, που εξυπηρέτησαν οι αμερικανικές ηγεσίες, διαπράττοντας ένα τεράστιο στρατηγικό σφάλμα, με την εισαγωγή της Κίνας, στον παγκοσμιοποιημένο σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, με αποτέλεσμα να εκσυχρονισθεί και να αναπτυχθεί, αλματωδώς, η κινεζική βιομηχανία, να αυξηθεί, ταχύτατα, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας και το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού και να αποκτηθεί, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, μια τεράστια και αυτόνομη τεχνογνωσία, στα πλαίσια της κινεζικής οικονομικής δραστηριότητας, η οποία, πλέον, δεν εξαρτάται από την δυτική τεχνολογία και έχει αποκτήσει την δική της ανεξέλεγκτη δυναμική.

Η Κίνα, πλέον, βρίσκεται παντού, σε όλον τον κόσμο, κατακτώντας, αγορές, χρήμα (κατέχει, μάλιστα, ένα τεράστιο μέρος του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α., ύψους 1,5 τρισ. $) και επιρροή. Και αυτό, χάρη, στις αμερικανικές ηγεσίες και στην στρατηγική αφέλεια, που επέδειξαν.  

Κάποια στιγμή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι σχεδιαστές της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, βλέποντας τα μεγέθη και την αναδυόμενη συμπεριφορά της Κίνας, ως παγκόσμιας δύναμης, αντελήφθησαν το σφάλμα τους και προσπάθησαν να ανασχέσουν την δυναμική του κινεζικού γίγαντα, με το φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης και την προσπάθεια εντατικού και γρήγορου ελέγχου των παγκόσμιων ενεργειακών πηγών (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κλπ), τις οποίες η Κίνα στερείται και από τις οποίες εξαρτάται.

Όπως έχουμε πολλές φορές γράψει και όπως φαίνεται από τον πρώτο πίνακα, που παραθέτω, στο παρόν δημοσίευμα, έχουν πετύχει, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από την μεθοδευμένη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κάποια πράγματα, τα οποία, αν και δεν είναι αναξιόλογα, είναι, όμως, απολύτως, ανεπαρκή, για να αλλάξουν την δυναμική φορά των τρεχουσών, αλλά και των μελλουσών εξελίξεων, οι οποίες παραμένουν, για την Ουάσινγκτων, να παρουσιάζουν μια ζοφερή προοπτική.  

Η ιλιγγιώδης κινεζική δυναμική δεν αναχαιτίζεται με παυσίπονα και με ημίμετρα

Αυτό είναι το συμπέρασμα και το επιμύθιο του κειμένου αυτού. Και όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα, για τους Αμερικανούς, δυσκολεύουν. Και γι' αυτό οι μέλλουσες εξελίξεις είναι, άκρως, επικίνδυνες.

Ας πρόσεχαν...  


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

... της "Σοβιετικής Ένωσης", μέσα από την αυτοδιάλυσή της, η οποία προέκυψε, ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας συγκεκριμένων - και βλακωδών, από στρατηγική άποψη - αποφάσεων της ύστερης "σοβιετικής" ηγεσίας, (Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, Μπορίς Γέλτσιν, Λεονίντ Κραβτσούκ, Αλεκσάντρ Λουκασένκο και Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ)

O Λουκασένκο δεν ευθύνεται για τη διάλυση της ΕΣΣΔ και δεν είχε κανένα ηγετικό ρόλο τοτε. Εγινε πρόεδρος της Λευκορωσίας το 1994 ενω πριν ηταν απλα βουλευτής και ήταν μάλιστα ο μόνος λευκορώσος βουλευτης που ψήφισε κατα της διάλυσεως της ΕΣΣΔ. Το καθεστως που έχει δημιουργήσει έχει διατηρήσει πολλά απο τα στοιχεία της ΕΣΣΔ απο την οικονομία (που είναι κατα 80% κρατική), τη νομοθεσία, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις σοβιετικές γιορτές και παρελάσεις. Δεν εχει σκοπο μάλιστα να προσεγγίσει την Ε.Ε αφου η Λευκορωσία εντάχθηκε στην Ευρασιατική Ενωση


ΝΙΚΟΣ

TassosAnastassopoulos είπε...

Ναι, δεν ήταν ο Λουκασένκο, Νίκο. Αυτός εξελέγη το 1994.

Ήταν ο τότε (τον Δεκέμβριο του 1991) πρόεδρος της Λευκορωσίας. Πρέπει να ήταν ο Μιετσισλαβ Χριμπ.

Χρήσιμο είναι να αποκαθιστούμε τα πράγματα, όπως είναι.

Πάντως, το ότι ο Λουκασένκο δεν στήριξε την διάλυση της "ΕΣΣΔ", είναι κάτι που το ισχυρίζεται ο ίδιος. Μπορεί να είναι έτσι..