Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ο ΣΥΡΙΖΑ και νεκρούς ανασταίνει! (Οι 210264 ψηφοφόροι, που συμμετείχαν στην εκλογή αρχηγού του νέου ΠΑΣΟΚ καταγράφουν ένα κόμμα με διψήφια ποσοστά και μια νεοσυντηρητική στροφή στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, αλλά...).


Μια υποτιθέμενη και πιθανολογούμενη απεικόνιση της δυναμικής της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης" (στην οποία πρέπει να προστεθεί - υποτίθεται - και η όποια δυναμική του "Ποταμιού"). Οι εκτιμήσεις αυτές είναι πρόωρες και ως εκ τούτου, απολύτως, παρακινδυνευμένες...



Όσο και αν ήταν μη αναμενόμενη και όσο και αν φαίνεται ακατανόητη, η συμμετοχή των 210264 ψηφοφόρων, στην εκλογική διαδικασία της 12ης Νοεμβρίου, αλλά και των 155560 ψηφοφόρων, στον β' γύρο της 19ης Νοεμβρίου, για την ανάδειξη νέου αρχηγού, στην "Δημοκρατική Συμπαράταξη", η οποία φιλοδοξεί να διαδεχθεί και να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ, στον χώρο της κεντροαριστεράς, η εξέλιξη αυτή, όσο δυσάρεστη και δυσμενής και αν είναι, μέσα στα πλαίσια της ζοφερής και ασταθούς πραγματικότητας, που έχει διαμορφωθεί, από την υπερεπταετή εφαρμογή των τριών Μνημονίων, δεν είναι καθόλου περίεργη.

Αντιθέτως, με δεδομένη την έλευση του 4ου Μνημονίου, του οποίου ένα τμήμα έχει, ήδη, προσυμφωνηθεί και έχει καταστεί γνωστό, στην ελληνική κοινωνία, αυτή η συντηρητική πολιτική στροφή αυτού του τμήματος του εκλογικού σώματος, η δυναμική του οποίου δείχνει ότι υπερβαίνει, κατά πολύ, τις ψήφους, που έλαβαν η "Δημοκρατική Συμπαράταξη" και "Το Ποτάμι", στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έχει σαφέστατα φυσιολογικά χαρακτηριστικά.

Η αιτία αυτής της στροφής, επί το συντηρητικότερον, αυτού του τμήματος των ψηφοφόρων, καθώς και όλων εκείνων που έχουν μια συναφή στάση, με αυτούς, που συμμετείχαν στην ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, είναι πολύ απλή και συνοψίζεται, στην πρώτη φράση του τίτλου του παρόντος δημοσιεύματος :


Ο ΣΥΡΙΖΑ και νεκρούς ανασταίνει!

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού έχει καταστεί σαφέστατο και είναι, απολύτως, υπαρκτό το ρεύμα μιας αξιοσημείωτης τάσης επιστροφής ενός τμήματος των παλαιών ψηφοφόρων του, πάλαι ποτε, κραταιού ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι είχαν μετοικήσει, εκλογικά, στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, πλέον, μετά την κοροϊδία, που υπέστησαν από τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, έχουν αρχίσει να επανεξετάζουν την εκλογική τους συμπεριφορά.

Σε αυτά τα θολά (και υπό συγκρότηση) νερά ψαρεύει η εναπομείνασα πασοκική νομενκλατούρα, μαζύ με τα απομεινάρια των "ανανεωτών" οπαδών του Λεωνίδα Κύρκου και τα διάφορα σοσιαλδημοκρατικά και φιλελεύθερα κεντρώα (ακόμη και δεξιά) πολιτικά περιτρίμματα, που θέλουν να ανασυγκροτήσουν τον (αυτο)αποκαλούμενο χώρο της "Κεντροαριστεράς", ως ένα κόμμα, υπό την μορφή πολιτικής ομπρέλας, όπως ήταν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η αλήθεια είναι ότι εκεί, που έχουν απλώσει τα δίκτυα τους, υπάρχει ψαριά, γεγονός το οποίο κατέδειξε η συμμετοχή στις δύο ψηφοφορίες, για την ανάδειξη αρχηγού στην "Δημοκρατική Συμπαράταξη", που, με την (επαν)εκλογή της Φώφης Γεννηματά κατέληξαν να αποτελέσουν μια ενδοπασοκική υπόθεση, αφού απέναντι στην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αντίπαλός της αναδείχτηκε, από την πρώτη ψηφοφορία, ένα άλλο στέλεχος της πασοκικής νομενκλατούρας, ο "βενιζελικός" Νίκος Ανδρουλάκης.

Αλλά, όσο και αν αυτή η ψαριά έχει περιεχόμενο, άλλο τόσο είναι δεδομένο το γεγονός ότι η δεξαμενή της δεν είναι ανεξάντλητη, αφού είναι περιορισμένα τα περιθώρια της αλίευσης των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, που, στις περασμένες βουλευτικές εκλογές, μετανάστευσαν, στον ΣΥΡΙΖΑ, λόγω της εισαγωγής της καταιγιστικής και συνάμα, ολέθριας μνημονιακής πολιτικής, που ακολούθησε, από το 2010 και μετά, η πασοκική νομενκλατούρα, η οποία, ανερυθρίαστα και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πρόδωσε τα συμφέροντα της κοινωνικής βάσης, που την ανέδειξε, ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη, στα χρόνια, που ακολούθησαν, μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Το δυστύχημα, για όλους αυτούς, που έχουν αντιληφθεί την δυνατότητα να επιβιώσουν, πολιτικά, με την εκμετάλλευση και την άντληση ψήφων, από αυτή την πολιτική δεξαμενή, την οποία τροφοδοτεί η δυσαρέσκεια, που πυροδοτείται, από την εξαθλιωτική πολιτική, που ακολουθεί η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι ότι και η δική τους κεντροαριστερή (υποτιθέμενη, ή πραγματική) πολιτική, ουδόλως, διαφέρει από την τρέχουσα και την μέλλουσα οικονομική και κοινωνική πολιτική της παρούσας κυβέρνησης των Αλέξη Τσίπρα και Πάνου Καμμένου.

Για να κατανοήσουμε του λόγου το αληθές, αρκεί να δούμε, κάποια από τα στοιχεία του προϋπολογισμού του 2018, που κατέθεσε, στην βουλή, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, τα οποία έχουν υπαγορεύσει οι ξένοι δανειστές και στα οποία οι πολιτικοί, που θέλουν να συγκροτήσουν την αποκαλούμενη κεντροαριστερά, ως ενιαίο πολιτικό φορέα, ουδόλως, διαφωνούν και είναι πρόθυμοι να υπηρετήσουν, ως μέλλοντες κυβερνήτες, για την ευόδωση τους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να κλείσει την τωρινή τρίτη, στην σειρά, αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου, είναι το θηριώδες μέγεθος των κόκκινων και των, εν γένει, προβληματικών δανείων, που έχουν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες των τραπεζών, τα οποία η κυβέρνηση αποδέχτηκε, μέσω του Μνημονίου, να μειωθούν, με πωλήσεις, ρευστοποιήσεις και διαγραφές, την ίδια στιγμή που τα προβλεπόμενα πόσα, έως το 2019, είναι αστρονομικά και φθάνουν τα 7,4 δισ. €, από πωλήσεις, τα 11,5 δισ. €, από ρευστοποιήσεις και τα 13,9 δισ. €,  από διαγραφές. 


Σύμφωνα με όσα έχουν συμφωνηθεί με τους ξένους δανειστές, οι πλειστηριασμοί, το πρώτο τρίμηνο του 2018, θα πρέπει να ξεπεράσουν τους 700, ανά μήνα και στην πορεία, πρέπει να αυξηθούν, δραματικά, ούτως ώστε, στο τέλος του έτους, να φθάσουν, στον αριθμό των 18000 και στην συνέχεια, αυτός ο αριθμός να διατηρηθεί, επί σειρά ετών. 
Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πλειστηριασμοί θα πέσουν σαν μια διαρκής ορμητική καταιγίδα, πάνω, στις ιδιοκτησίες των ιδιωτών, οι οποίες θα κληθούν να κλείσουν τις χαώδεις τρύπες της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, με αποτέλεσμα την δραματική ένταση των κοινωνικών αντιπαραθέσεων και την περαιτέρω, επιβάρυνση του δηλητηριώδους κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της χώρας.



Αλλά η ακανθώδης και ζοφερή, για την ελληνική κοινωνία, "επίλυση" των χαωδών ανοιγμάτων των ισολογισμών της μπατιροτραπεζοκρατίας, δεν είναι το μόνο μη επιλύσιμο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η παρούσα κυβέρνηση και το οποίο θα αντιμετωπίσουν (προφανώς, με όμοιο τρόπο) και οι κεντροαριστεροί της διευρυμένης "Δημοκρατικής Συμπαράταξης". Το, διαρκώς, αυξανόμενο ύψος του ελληνικού δημοσίου χρέους επιβάλλει και άλλα αιματηρά και ουδόλως, ανεκτά, από την ελληνική κοινωνία, μέτρα.


Αυτό συμβαίνει επειδή και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και όποια άλλη βρεθεί στην θέση της, τον Αύγουστο του 2018 και μετά, επιθυμεί να μην υπογράψει, ανοικτά και ομολογημένα, ένα 4ο Μνημόνιο. Και για να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει, με την βοήθεια των ξένων δανειστών, να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση του ελληνικού δημοσίου, από τις διεθνείς χρηματαγορές. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, εάν η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, που θα κληθεί να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της χώρας μας, δεν πεισθεί ότι θα πάρει, πίσω τα δανεικά.



Έτσι, προκειμένου να σχηματισθεί ένα μαξιλαράκι ασφαλείας, σε ρευστό χρήμα, ύψους 20 δισ. €, εντός του 2018, ούτως ώστε να πεισθούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, να δανείσουν το ελληνικό δημόσιο, όταν λήξει το 3ο Μνημόνιο, η κυβέρνηση θα δανειστεί ένα ποσό, που μπορεί να υπερβεί τα 20 δισ.  €, ήτοι 13,2 δισ.  € το 2017  (7,7 δισ. €, μετά την δεύτερη αξιολόγηση και άλλα 5,5 δισ. €, όταν ολοκληρωθεί η τρίτη αξιολόγηση), συν άλλα, περίπου 7 δισ. €, μέχρι τον Αύγουστο του 2018.



Κάπως έτσι ελπίζουν οι κυβερνώντες και οι ξένοι δανειστές ότι θα μπορέσει να χρηματοδοτηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο και εξ αυτού του λόγου, από τα 326,358 δισ. €, το 2016, θα φθάσει, στα 334,700 δισ. €, ενώ το 2018, υπολογίζεται ότι θα εκτοξευτεί, στα 344,900 δισ. €, το 2018, για να κυμανθεί - σύμφωνα με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς -, κάπου στο 185% του ΑΕΠ.

Αλλά, για να γίνουν όλα τα παραπάνω, προκειμένου να πεισθούν οι διεθνείς μπατιροτραπεζίτες να δανείσουν το ελληνικό δημόσιο, το κόστος, που καλείται να πληρώσει η ελληνική κοινωνία είναι, πολύ μεγαλύτερο, από τα μέτρα διάσωσης των ελληνικών τραπεζών, διότι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη, έναντι των ξένων δανειστών, να συμβάλει και η ίδια, στον σχηματισμό των ταμειακών αποθεμάτων, στα οποία αναφερόμαστε. Έτσι, σύμφωνα, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ελληνική κυβέρνηση, την περίοδο 2017 - 2018, πρέπει να εξοικονομήσει 4,8 δισ. € (3,2 δισ. €, το 2017 και 1,6 δισ. €, το 2018), από ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας και άλλα 4,4 δισ. € (1,4 δισ. €, το 2017 και 3 δισ. €, το 2018), από δημοσιονομική προσαρμογή, ήτοι, από περικοπές των δημοσίων δαπανών και από αύξηση των λοιπών δημοσίων εσόδων. Δηλαδή, με λίγα λόγια, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας θα πάει σύννεφο.

Η ουσία είναι ότι, μετά από 7 και πλέον, χρόνια "μεταρρυθμίσεων", οι οποίες συμπυκνώθηκαν, σε μια ατέρμονη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι μια οικονομία, που έχει μια φθίνουσα και αδύναμη βιομηχανία, που δεν έχει εξαγωγική δυναμική και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις εισαγωγές, στις οποίες η χώρα παραμένει να είναι ευάλωτη, με μια γεωργία, που δεν αντέχει, στον διεθνή ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα η χώρα να συνεχίζει να στηρίζεται, στην παραγωγή υπηρεσιών, οι οποίες είναι, εκτός ανταγωνισμού, ή/και έχουν χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Έχοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, όλη αυτή η κατακρημνιστική διαδικασία, που οδήγησε την ελληνική οικονομία, από το 2014 και μετά, στην παρούσα φάση της νεκροφανούς στασιμότητας, η οποία θα μακροχρονίσει, με διάφορα, κατά περιόδους, σκαμπανεβάσματα, ήταν φυσικό και επόμενο να οξύνει τις ταξικές ανισότητες, να φέρει και να επεκτείνει την φτώχεια, στην ελληνική κοινωνία, η οικονομία της οποίας θα διακρίνεται από την ασταθή ανάπτυξη, την διογκωμένη φορολογία, την μείωση των κρατικών δαπανών, την φυγή των νέων, στο εξωτερικό, την παρατεταμένη υποκατανάλωση, την διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και φυσικά, την θεσμοποίηση της παρατεταμένης πενίας εκτεταμένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού.

Έτσι έχουν τα πράγματα, η προοπτική εξέλιξη των οποίων θα είναι πολύ χειρότερη, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Ως εκ τούτου και με δεδομένη την φανατική πίστη και προσήλωση, στα δόγματα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", η οικονομική και η κοινωνική πολιτική της πολύφερνης κεντροαριστεράς, που, μέσω της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", επιθυμεί να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ και να κληρονομήσει την παλαιά κραταιά εκλογική του πελατεία, είναι και θα είναι το ίδιο - αλλά και ακόμη, περισσότερο - υποταγμένη στα κελεύσματα των ξένων δανειστών, με την πολιτική της τωρινής κυβέρνησης των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού.

Εδώ εντοπίζεται και το βαρύτερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει το πολύ φιλόδοξο εγχείρημα της διεύρυνσης και ουσιαστικά, της δημιουργίας του ενιαίου πολιτικού φορέα και ενός κόμματος της κεντροαριστεράς, με όχημα την "Δημοκρατική Συμπαράταξη" και με κύρια δεξαμενή, την παλαιά εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί, πριν από την διαλυτική, για το κόμμα αυτό και για τον ευρύτερο πολιτικό χώρο της "Kεντροαριστεράς", ελληνική χρεωκοπία του 2010.

Αυτή η δυσμενής πραγματικότητα και η ακόμη δυσμενέστερη μακροχρόνια προοπτική της εξέλιξη, σε συνδυασμό, με τις ιδεολογικές και πολιτικές δεσμεύσεις της πασοκικής νομενκλατούρας, των ιδεολογικών ορφανών του Λεωνίδα Κύρκου και των λοιπών πολιτικών γκρουπούσκουλων του κεντρώου χώρου, που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν ενιαίο και μεγάλο πολιτικό φορέα, δυσχεραίνουν, στο έπακρο και καθιστούν επισφαλές - ακόμη, μέχρι θνησιγενείας - το σύνολο του εγχειρήματος, παρά το γεγονός ότι η παρούσα δυναμική του, οδηγεί την "Δημοκρατική Συμπαράταξη", σε επίπεδα ποσοστών, άνω του 10%.

Αυτή η δυναμική, καταγράφεται, ανενδοίαστα, από την συμμετοχή των εκλογέων, στις ψηφοφορίες, για την ανάδειξη αρχηγού, σε αυτόν τον, υπό διεύρυνση, πολιτικό οργανισμό και οι οποίοι ανταποκρίθηκαν, στο κάλεσμα των πυρήνων των πολιτικών γραφειοκρατιών, για την (κατ' αρχήν) συντήρηση της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", ως ενιαίου πασοκικού χώρου, με την υπέρβαση της κομματικής διάσπασης, που επέβαλε, στα τέλη του 2014, ο ΓΑΠ, με σκοπό να υπονομεύσει τον, τότε, πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο - στον οποίο, το 2012, είχε παραδώσει, το, υπό κατάρρευση, παλαιό κραταιό κόμμα, αφού προηγουμένως, το είχε οδηγήσει στην κοινωνική και πολιτική κατακρήμνιση και στην διάλυση - και (δευτερευόντως), για την διεύρυνσή της, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι, άνω του 85% αυτών, που συμμετείχαν, στην διαδικασία των ψηφοφοριών, ήσαν οι παλαιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προσδιόρισαν την εκλογική διαδικασία, ως μία, κατά βάση, ενδοπασοκική υπόθεση.

Όμως, αυτή η προοπτική, για την πολιτική διεύρυνση, την κοινωνική ενδυνάμωση και την εκλογική απογείωση της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", όπως προαναφέραμε, αποδομείται, από τις σκληρές "ευρωπαϊστικές" πολιτικές θέσεις των πολιτικών γραφειοκρατιών, οι οποίες ομνύουν, στο όνομα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", με τον ίδιο τυφλό δογματισμό, που οι κνίτες όμνυαν (και εξακολουθούν να ομνύουν), στο όνομα της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που κατέρρευσαν, σαν τραπουλόχαρτα.

Αυτοί, που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα αυτών των πολιτικών γραφειοκρατιών, παρά την μεγάλη σπορά των αυταπατών, που έχουν καλλιεργήσει, στην ελληνική κοινωνία, έχουν να αντιμετωπίσουν και την μη υπερβάσιμη - την, ουσιαστικά, ανυπέρβλητη - πραγματικότητα, δηλαδή το, ομοίως, σκληρό παρόν, αλλά και το, ακόμη, σκληρότερο, μέλλον, που επιφυλάσσει, στην ελληνική κοινωνία, η συμμετοχή της χώρας μας, στο ευρώ και την ζώνη του, όπως, επίσης και στην (προπαγανδιστικώς και δια σφετερισμού) αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, δυστυχώς, για όλο αυτό το σύνολο των κεντροαριστερών και των λοιπών πολιτικών γραφειοκρατιών, όλοι αυτοί, όπως και η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, δεν μπορούν να την υπερβούν, παρά τις συναφείς αυταπάτες των  ψηφοφόρων τους.



Περασμένα, ναι. Ξεχασμένα, όχι. Διότι η οικονομία, η στρατηγική πολιτική και η διαμορφούμενη, εξ αυτών, πραγματικότητα, δεν συγχωρούν, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Και φυσικά, τιμωρούν τους επιλήσμονες...



Όπως, επίσης, η πασοκική γραφειοκρατία - η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τιμωρείται επειδή εγκατέλειψε, προδίδοντας τις ορθές και ιστορικά, πλέον, δικαιωμένες στρατηγικές πολιτικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ, που συνοψίζονταν, στην άρνηση της εισόδου της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και στην διαμόρφωση μιας ειδικής σχέσης της χώρας μας, με την Κοινότητα -, θα δυσκολευθεί να αντιμετωπίσει τους δεξιούς, τους κεντρώους και τους αριστερούς γραφειοκράτες και εκλογείς, οι οποίοι, συμμετείχαν, στην όλη διαδικασία, προκειμένου, μέσω ενός πολιτικοεκλογικού ρεσάλτου, να κατακτήσουν τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ ... χωρίς το ΠΑΣΟΚ.

Κάπως έτσι, την πάτησαν ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Γιώργος Καμίνης, διότι, έστω και σπαραγμένο, το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ο εκλογικός του πυρήνας, ο οποίος, με την υπέρβαση της αντιπαράθεσης "βενιζελικών" και "γιωργοπαπανδρεϊκών", καθώς και με την επιστροφή ενός (μικρού, έστω, αλλά, απολύτως, ορατού και καταγεγραμμένου) τμήματος των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που, το 2015 και το 2012, είχαν ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι εδώ.

Αυτή η εξέλιξη, προφανώς, θα οδηγήσει πολλούς από τους ψηφοφόρους, που επέλεξαν τον Σταύρο Θεοδωράκη, τον Γιώργο Καμίνη και τους άλλους υποψηφίους, που δεν πέρασαν, στον δεύτερο γύρο, στην κάλπη άλλων κομμάτων. Και κυρίως, της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και φυσικά, η εκλογή της Φώφης Γεννηματά, αυτού του άχρωμου, άοσμου και βεβαρημένου, με τις αμαρτίες του παλαιού ΠΑΣΟΚ, τέκνου της πασοκικής νομενκλατούρας, αφαιρεί και δεν προσθέτει ψήφους, στον νέο πολιτικό οργανισμό, που φιλοδοξεί να καλύψει τον χώρο της "Κεντροαριστεράς".

Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει ό,τι μπορεί, για να αναστήσει τους πεθαμένους, αυτοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν, διότι τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ίδια η πραγματικότητα δεν τους ευνοεί, παρά τις όποιες αναλαμπές, που τους επιτρέπουν και που στο μέλλον, θα τους επιτρέψουν, πρόσκαιρα, να παρουσιάσουν, οι αυταπάτες και η σύγχυση, που επικρατεί, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας.

Ως εκ τούτου, οι μέλλουσες εξελίξεις, στον χώρο αυτόν και σε ολόκληρο το πολιτικό τοπίο της χώρας μας, δεν πρόκειται να είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Κάθε άλλο, μάλιστα...

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Συριακός εμφύλιος πόλεμος : Ρωσία και Η.Π.Α. ενώπιοι ενωπίοις, μετά την κατάρρευση του Ισλαμικού Κράτους και τα αδιέξοδα του αμερικανικού σχεδιασμού, λόγω της απαγόρευσης πτήσεων, που έχει επιβληθεί στην αμερικανική πολεμική αεροπορία. (Ο "Satan 2", ως αποτελεσματικό εργαλείο άσκηση στρατιωτικής τρομοκρατίας).


"Satan 2". Ο νέος υπερηχητικός βαλλιστικός πύραυλος της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας, ο οποίος δοκιμάστηκε, με επιτυχία, ύστερα από εντολή του Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι ένας πραγματικός "σατανάς", αφού μπορεί να εξαφανίσει από τον χάρτη ολόκληρες περιοχές, ίσες με την έκταση της Βρετανίας, ή της Γαλλίας, όπως και τις δύο ακτές των Η.Π.Α. Τώρα, που η στρατιωτική αντιπαράθεση, στο συριακό μέτωπο, μετά την κατάρρευση του "Ισλαμικού Κράτους", φέρνει ενώπιους ενωπίοις τους στρατιωτικούς μηχανισμούς των Ρώσων και των Αμερικανών και το ρίσκο μιας εκτεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων, η ρωσική ηγεσία φροντίζει να φέρει και πάλι στην επιφάνεια, με την απαραίτητη ωμότητα, την πολιτική της άσκησης στρατιωτικής τρομοκρατίας, απέναντι, στους αντιπάλους της, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τις αμερικανικές ελίτ και τους συμμάχους της, στην Δύση. Και πραγματικά, μέσω του "Satan 2" και με την επίδειξη των καταστροφικών του δυνατοτήτων, ο Ρώσος πρόεδρος δείχνει το πολύ ζοφερό μέλλον, που θα έχουν αμερικανικές και οι δυτικές ελίτ και οι κοινωνίες τους, εάν οι ηγεσίες τους δεν προσέξουν και εάν διαβούν τον Ρουβικώνα, αγνοώντας τα συμφέροντα της χώρας του και τις συναφείς επιθυμίες της ρωσικής ελίτ, έτσι όπως αυτές εκφράζονται από την κυβέρνηση της Μόσχας...



Η κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, παρά το γεγονός ότι δεν είναι πλήρης, αφού θύλακες των μαχητών του υπάρχουν ακόμη και αντιστέκονται, μαζύ με την σαρωτική ήττα των Κούρδων του βορείου Ιράκ, από την, σιιτική κυβέρνηση της Βαγδάτης, που βρίσκεται κάτω από την ιρανική επιρροή και στηρίχθηκε στην βοήθεια της Τουρκίας, την ίδια στιγμή, που οι στηριζόμενοι, από τις Η.Π.Α., Κούρδοι της Συρίας βρίσκονται κάτω από την ασφυκτική πίεση του τουρκικού στρατού, που δεν πρόκειται να τους επιτρέψει, σε συνεργασία, με τους Ιρανούς και την ιρακινή κυβέρνηση, να κεφαλαιοποιήσουν την ήττα των τζιχαντιστών και να ιδρύσουν ένα κουρδικό κράτος, στα συριακά εδάφη, αναδεικνύει, για μία, ακόμη, φορά τα αδιέξοδα, στα οποία έχει περιέλθει η Ουάσινγκτων, από την τεράστια και συνάμα, εξευτελιστική ήττα, που υπέστη, στο συριακό μέτωπο.

Δυστυχώς, για τους ανόητους σχεδιαστές της εφαρμοσμένης, στην περιοχή, αμερικανικής πολιτικής, τα χειρότερα δεν έχουν παρέλθει. Βρίσκονται μπροστά τους και η φορά των πραγμάτων καθιστά αναπότρεπτα και αναπόφευκτα αυτά τα επερχόμενα χειρότερα και η καταλυτική ήττα των Κούρδων του Μασούντ Μπαρζανί, στο "ιρακινό" Κουρδιστάν, που αφήνει ακάλυπτους τους μαχητές του YPG, δηλαδή τους μαρξιστές - λενινιστές Κούρδους της Συρίας (οι οποίοι είναι ομογάλακτοι του PKK), που ενισχύονται, από την Ουάσιγκτων, είναι το πρώτο βήμα του ολέθρου, που αναμένει τον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, ο οποίος, ομολογουμένως, υπήρξε, απολύτως, παιδαριώδης, αφού στηρίχθηκε, σε μια ισορροπία δυνάμεων, η οποία, εδραζόμενη, στην αμερικανική παντοκρατορία, έχει παύσει, εδώ και κάποια χρόνια, να υπάρχει.

Επί της ουσίας, η κατάσταση, στο ανατολικό μέτωπο του πολέμου, στην Συρία, μετά την κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, είναι πολύ απλή και εξαιρετικά, δυσμενής, για τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους, οι οποίοι στηρίζονται, στην Ουάσιγκτων, η οποία τους χρησιμοποιεί και τους παρέχει όση βοήθεια μπορεί, η οποία, βέβαια, είναι, ασφυκτικά, περιορισμένη, αφού οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής δεν μπορούν να αναπτύξουν, επί του εδάφους, τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας τους, ή/και των συμμάχων τους, στο ΝΑΤΟ, ούτε μπορούν να παράσχουν, στους Κούρδους μαχητές και στο υπόλοιπο τμήμα των σουνιτών συμμάχων τους του αυτοαποκαλούμενου "Ελεύθερου Συριακού Στρατού" και της al Nusra, την απαραίτητη αεροπορική στήριξη. Το γιατί συμβαίνει αυτό, δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Αντιθέτως, είναι πανεύκολο.

Η ενεργός παρουσία των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και η καταλυτική εμπλοκή τους, στο συριακό μέτωπο, υπέρ του συριακού στρατού του Μπασάρ αλ Άσαντ, ανέτρεψε την ισορροπία των δυνάμεων και κατέστρεψε, εκ θεμελίων, τον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό. Αυτό ήταν, που, βλακωδώς, οι Αμερικανοί επιτελείς δεν ανέμεναν να συμβεί και το οποίο τελικώς, συνέβη.

Βέβαια, κακώς, δεν ανέμεναν οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής την ενεργό στρατιωτική ανάμειξη των Ρώσων, στην Συρία και τούτο διότι η Ρωσία έχει υπογράψει αμυντικό σύμφωνο, με την χώρα αυτή, στην οποία έχει μια πολύ σημαντική στρατιωτική βάση στην Λατάκεια, όπως επίσης, έχει και επενδυμένα μεγάλα συμφέροντα, τα οποία σχετίζονται, με την ενέργεια και τις οδούς διέλευσής της. Η ρωσική ελίτ δεν μπορούσε να μείνει απαθής, σε όσα συμβαίνουν εκεί, χωρίς να υποστεί η ίδια μια τεράστια ζημιά. Ως εκ τούτου, αφού δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, δεν θέλησε να μείνει απαθής. 

Έτσι, η ρωσική κυβέρνηση αποφάσισε να δράσει. Και αυτό ήταν, απολύτως, αναμενόμενο, για όλους όσους έχουν τον κοινό νου. Για όλους, πλην των σχεδιαστών της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, που αποδείχτηκαν κοινοί βλάκες.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έλαβε, τότε, που έκρινε εκείνος ότι έπρεπε, την σχετική απόφαση (κατά την γνώμη μου, μάλιστα, άργησε πολύ να την λάβει) και η Ρωσία επενέβη, ενεργά, στην συριακή σύγκρουση, την στιγμή, κατά την οποία οι δυνάμεις του Μπασάρ αλ Άσαντ άρχισαν να κάμπτονται. Και αυτή η ενεργή ρωσική στρατιωτική παρουσία, με τους συνεχείς βομβαρδισμούς των δυνάμεων των αντικαθεστωτικών, άλλαξε, πλήρως, τα δεδομένα της σύγκρουσης, οδηγώντας τους υποστηριζόμενους, από την Ουάσινγκτων, αντάρτες, στην άτακτη υποχώρηση και στην ήττα.

Αυτό, που συμβαίνει, στην συριακή επικράτεια και το οποίο έχουν, με μεγίστη πικρία, ομολογήσει οι αποτελούντες το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο, που ασχολείται με τα τεκταινόμενα, στην περιοχή, είναι απλούστατο και συνάμα, πρωτοφανές : 

Οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής έχουν βρεθεί, υπό το καθεστώς της έμπρακτης απαγόρευσης των πτήσεων των αμερικανικών αεροπλάνων, που έχει επιβληθεί,  από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, με την μεταφορά, στην Συρία των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400, η ύπαρξη των οποίων εγγυάται το ότι, εάν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στείλουν πολεμικά αεροπλάνα να πετάξουν, στον συριακό εναέριο χώρο, χωρίς την έγκριση της ρωσικής κυβέρνησης, αυτά θα καταρριφθούν.

Στην Συρία, δεν μπορεί να πετάξει, ούτε πουλί, χωρίς την ρωσική έγκριση. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί επιτελείς δεν μπορούν να προβούν σε εναέριες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Δεν μπορούν να προβούν σε ταχεία μεταφορά στρατευμάτων, στο συριακό έδαφος. Και φυσικά, στην συριακή επικράτεια, δεν μπορούν να στηρίξουν καμμία εισβολή στρατιωτικών δυνάμεων, δικών τους, ή/και των συμμάχων τους, στο ΝΑΤΟ. Και τούτο επειδή οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα συντριβεί άμεσα. Οι αμερικανικές και οι συμμαχικές απώλειες θα είναι τεράστιες και η ήττα τους θα είναι εξευτελιστική.

Με αυτά τα δυσάρεστα, για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, δεδομένα, δεν αποτελεί καμμία έκπληξη το γεγονός ότι η Ουάσινγκτων εξακολουθεί να μην στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις και να περιορίζεται, στο να ενισχύει τους εντόπιους εχθρούς του καθεστώτος, στην Συρία, τους οποίους έχει καταστήσει αντιπροσώπους της. Και φυσικά, είναι να γελάει κανείς, με αυτή την κατάντια και τον ξεπεσμό των, έως πρόσφατα, παντοδύναμων και ως εκ τούτου, υπερφίαλων και αλαζόνων Αμερικανών ηγετών και επιτελών.

Κάπου, εδώ αρχίζουν τα χειρότερα, για τους Αμερικανούς και τους επιτόπιους συμμάχους τους, στην ανατολική Συρία, αφού η ήττα των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους φέρνει αντιμέτωπους τους συμμάχους της Ουάσιγκτων, τους Αμερικανούς και τους νατοϊκούς (κυρίως Βρετανούς) στρατιωτικούς και λοιπούς συμβούλους, που τους υποστηρίζουν και τους βοηθούν, με τον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, αλλά και με τους Ιρανούς "Φρουρούς της Επανάστασης", όπως επίσης και με τους μαχητές της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, που μάχονται, στο πλευρό του καθεστώτος του Σύρου προέδρου.

Όλοι αυτοί, όμως, δεν αποτελούν ένα υπολογίσιμο αντίπαλο δέος, για τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους. Αυτοί, από μόνοι τους, είναι αντιμετωπίσιμοι. Το βασικό και μη διαχειρίσιμο πρόβλημα, για το αμερικανικό επιτελείο, είναι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες επιχειρούν, επί του συριακού εδάφους και έχουν οδηγήσει, τον αμερικανικό σχεδιασμό, σε πλήρες αδιέξοδο.

Έτσι, μετά την κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του ISIS, οι στρατιωτικές δυνάμεις όλων των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή επί της ουσίας, των Ρώσων και των Αμερικανών βρίσκονται αντιμέτωπες, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να έχουν δεχθεί τις "περιποιήσεις" των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, όσες φορές αποτόλμησαν να ενεργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο, που το ρωσικό επιτελείο έκρινε ότι δεν ήταν αποδεκτός.

Προφανώς, οι Αμερικανοί επιτελείς θα προτιμούσαν η περιοχή, που βρίσκεται ανατολικά του Ευφράτη ποταμού και η οποία έχει περιέλθει, στο μεγαλύτερο μέρος της, στον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, να καταληφθεί, από τους αντικαθεστωτικούς και τους Κούρδους, προκειμένου να μπορέσει να προκύψει μια εδαφική διάσπαση της Συρίας και για να σταθεί δυνατόν να περιέλθουν, στα χέρια τους, οι μισές πετρελαιοπηγές της Συρίας, οι οποίες βρίσκονται σε αυτή την περιοχή.

Ο σχεδιασμός της Ουάσιγκτον, μετά την αποτυχία του Ισλαμικού Κράτους (το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι δημιούργημα του αιμοσταγούς διδύμου Barack Hussein Obama και Hillary Clinton - από τους οποίους, μετά και την χθεσινή φονική τρομοκρατική επίθεση, στην Νέα Υόρκη, με τουλάχιστον 8 νεκρούς και πολλούς τραυματίες, οι Αμερικανοί πολίτες πρέπει να ζητήσουν λογαριασμό - και εντάχθηκε, μέσα στον αρχικό αμερικανικό σχεδιασμό, που προέβλεπε την δημιουργία ενός εμβόλιμου "Σουνιστάν", αποτελούμενου από συριακά και ιρακινά εδάφη, με την έκταση, που κατακτήθηκε από τους μαχητές του πρώην κρατούμενου των Αμερικανών Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκνταντί, ο οποίος απελευθερώθηκε, για να επιτελέσει το έργο, που, προφανώς, του ανατέθηκε) και την κατάρρευσή του, άλλαξε περιεχόμενο, προσαρμοζόμενος, στις νέες δυσμενείς συνθήκες που δημιούργησε η ενεργός ρωσική στρατιωτική εμπλοκή, στον πόλεμο της Συρίας.

Έτσι, τώρα, η Ουάσινγκτων επιθυμεί, μέσα από την κατάληψη των πετρελαιοπηγών της περιοχής, να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση του κουρδικού κράτους, αλλά και ενός σουνιτικού αραβικού κράτους, το οποίο εξακολουθεί η αμερικανική ηγεσία να θέλει να δημιουργήσει, όπως-όπως και όσο είναι δυνατόν, στην περιοχή, με την ενίσχυση τους και από ιρακινά εδάφη.

Εννοείται, βέβαια, ότι ο αμερικανικός σχεδιασμός στηρίζεται σε έναν λογαριασμό, που γίνεται χωρίς τον ξενοδόχο. Και ξενοδόχος, στην Συρία, δεν είναι, μόνον - ούτε, καν, κυρίως -, ο Μπασάρ αλ Άσαντ. Ξενοδόχος, στο συριακό ξενοδοχείο, την σήμερον ημέραν, είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος δεν πρόκειται να επιτρέψει, στους ηττημένους, στο πεδίο της μάχης, να κερδίσουν ούτε ένα ψίχουλο, από τα λάφυρα του πολέμου. 

Παρά τις όποιες φρούδες ελπίδες και τις αυταπάτες της Ουάσιγκτων, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν έχει κανέναν σοβαρό λόγο, για να επιτρέψει, στους Αμερικανούς και τους νατοϊκούς και τους Άραβες συμμάχους τους, να διατηρήσουν οποιοδήποτε έρεισμα, ή οποιαδήποτε βάση, στην περιοχή. Και φυσικά δεν θα το πράξει, διότι δεν υπάρχουν εκείνα τα ανταλλάγματα, που θα μπορούσαν να αποδεχθούν να δώσουν οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί, ούτως ώστε να τον πείσουν να τους κάνει οποιεσδήποτε παραχωρήσεις, στην Συρία. 

Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, καθίσταται, απολύτως, κατανοητή η σαφής προειδοποίηση, την οποία έστειλε το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο, στους σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής, στην Ουάσινγκτων, ότι δεν πρόκειται να γίνουν ανεκτά οποιαδήποτε πυρά (βομβαρδισμοί κλπ), που θα προέρχονται, από τις θέσεις των συμμάχων των Η.Π.Α., στην επίμαχη περιοχή, που βρίσκεται, στα ανατολικά του Ευφράτη. Και βέβαια, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα αφήσει τις πετρελαιοπηγές, στα χέρια των συμμάχων των Αμερικανών.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η ρωσική ηγεσία δεν είναι μόνη της, στον πόλεμο της Συρίας. Πέρα από τον Μπασάρ αλ Άσαντ και το μπααθικό καθεστώς, που διεκδικούν να επανακαταλάβουν κάθε σπιθαμή του συριακού εδάφους, που κατέχουν οι αντικαθεστωτικοί, έχει, ως άμεσους στρατηγικούς συμμάχους της, τους Ιρανούς, ως άμεσους τακτικούς συμμάχους της, τους Τούρκους και επίσης, ως, εκ του μακρόθεν (αλλά, ουδόλως, απαθείς) τους Κινέζους, οι οποίοι εξαρτώνται, πλήρως, από τα πετρέλαια του Ιράν και της Συρίας και δεν βλέπουν, με καθόλου, καλό μάτι την αμερικανική παρουσία, στην περιοχή την επιστασία της οποίας έχουν αφήσει, στην Μόσχα, αλλά δεν θα διστάσουν να εμπλακούν, άμεσα, εάν χρειασθεί, αφού έχουν απειλήσει την Ουάσιγκτων, με πόλεμο, εάν οι Η.Π.Α. στείλουν στρατό, στην Συρία. 

Ως εκ τούτου, ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει την ευχέρεια να ικανοποιήσει την οποία παράκληση της Ουάσιγκτων, στους ηγέτες της οποίας, άλλωστε, δεν έχει καμμία εμπιστοσύνη. 

("Ήταν λάθος μας, που σας δείξαμε εμπιστοσύνη", έχει πει, δημοσίως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος, στις σχέσεις της χώρας του, με τις Η.Π.Α. και την Δύση, στην ύστερη περίοδο της "Σοβιετικής Ένωσης" και στην πρώτη μετασοβιετική εποχή, η οποία έληξε, με την άνοδο του, στην εξουσία, τον Αύγουστο του 1999. "Αυτό το λάθος δεν θα το ξανακάνουμε". Και φυσικά, ο Ρώσος ηγέτης έχει δίκιο).

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν πρόκειται να αφήσει τους Αμερικανούς και τους αντιπάλους του Άσαντ να κρατήσουν, όχι, μόνο, τις πετρελαιοπηγές της διεκδικούμενης περιοχής, αλλά ούτε ένα - μικρό, έστω - τμήμα της συριακής επικράτειας. Και φυσικά, πέρα από τον Πούτιν, είναι και οι Ιρανοί, που δεν θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο, σε όλους αυτούς, αφού η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται ότι, με την συγκυριαρχία της, στην Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τον καθοριστικό ρόλο, που παίζει, στο Ιράκ, μέσω της σιιτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας αυτής, η οποία, χάρη στις απίθανες ηλιθιότητες της Ουάσινγκτων, όλα τα προηγούμενα χρόνια, οδηγείται, στο να μεταστραφεί, σε έναν δορυφόρο της περσικής ηγεσίας, θα κυριαρχήσει σε όλη την περιοχή και θα βρει  μια στρατηγική διέξοδο προς την Μεσόγειο. 

Το ίδιο θα πράξουν και οι Τούρκοι, οι οποίοι, αν και δεν έχουν πρόβλημα, με τους αντικαθεστωτικούς Άραβες σουνίτες, δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν τα αμερικανικά σχέδια και ειδικά, την δημιουργία ενός κουρδικού κράτους, στην περιοχή, ιδιαίτερα, τώρα, μετά την ήττα των Κούρδων, στο βόρειο Ιράκ. Μια ήττα, στην επέλευση της οποίας ο ρόλος των Τούρκων υπήρξε σημαντικός. 

Αν οι Αμερικανοί επιμείνουν, να στηρίζουν, με τις μικρές ειδικές δυνάμεις, που έχουν αποστείλει και οι οποίες παρέχουν, στους Κούρδους του YPG και στους αντικαθεστωτικούς του "Ελεύθερου Συριακού Στρατού", όπως και στις άλλες δυνάμεις (al Nusra κλπ), σημαντική τακτική, επιμελητειακή και επικοινωνιακή υποστήριξη και το κυριότερο, μια κάποια σχετική - έστω και περιορισμένη - ομπρέλα προστασίας, από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, η Μόσχα θα συνεχίσει έναν πόλεμο, εναντίον της Ουάσινγκτων, στο συριακό μέτωπο και φυσικά, θα συντρίψει τις αμερικανικές δυνάμεις, οι οποίες είναι μικρές και απολύτως, ανεπαρκείς.

Αυτές οι βοηθητικές δυνάμεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και οι πράκτορες της CIA και των άλλων μυστικών υπηρεσιών των συμμάχων των Αμερικανών, βρίσκονται, κυριολεκτικά, στο έλεος των Ρώσων και, φυσικά, όπως έχουμε πει, δεν μπορούν να υποστηριχθούν, από τις Η.Π.Α., αφού η ρωσική κυριαρχία, στον εναέριο χώρο της Συρίας είναι απόλυτη, λόγω των αντιπυραυλικών συστημάτων S-400 και την, εν τοις πράγμασι, απαγόρευση πτήσεων, που έχει επιβληθεί, στην αμερικανική πολεμική αεροπορία. Οι Αμερικανοί θα υποστούν πανωλεθρία. Και αυτή η διαμορφωμένη κατάσταση είναι κάτι που, προφανώς, οι επιτελείς, στην Ουάσινγκτων, δεν το αγνοούν. Προφανώς, το γνωρίζουν. Και μάλιστα, πολύ καλά.

Ως εκ τούτου, με το καλό, ή με το άγριο, οι Αμερικανοί θα τα μαζέψουν και θα φύγουν, έτσι, όπως, πήγαν, διότι είναι, απολύτως, αναξιόπιστοι και φυσικά, αντιμετωπίζονται, από την ρωσική ηγεσία, ως αυτό, που είναι. Δηλαδή, ως εχθροί, οι οποίοι μπορούν να συνετισθούν, μόνο όταν βρίσκονται κάτω από το καθεστώς του τρόμου, που τους επιβάλλεται από την προοπτική της χρήσης της ωμής βίας, από έναν αντίπαλο, τον οποίο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, επειδή δεν είναι της τάξεως ενός Σαντάμ Χουσεΐν, ή ενός Slobodan Milošević.

Έτσι, οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής ευρισκόμενοι ενώπιον της απόλυτης καταστροφής, ξαναθυμήθηκαν τα χημικά όπλα του συριακού καθεστώτος και την χρήση τους και με όπλο την απόφανση μιας επιτροπής του Ο.Η.Ε., με την οποία αποδίδεται η χρήση τέτοιων όπλων, στον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, ζητούν την αποπομπή ανατροπή του Σύρου προέδρου και επιχειρούν, προπαγανδιστικά, να εκθέσουν την Μόσχα.

Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, προφανώς, ο Άσαντ, το καθεστώς του και ο συριακός στρατός δεν έχουν κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσουν τα χημικά όπλα, που κατέχουν, κατά των αντιπάλων τους και κατά του άμαχου πληθυσμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το καθεστώς των Σύρων αλεβιτών, που έχει εγκατασταθεί, στην χώρα, είναι μειοψηφικό και η ίδια η ανικανότητα του να αντιμετωπίσει την ανταρσία δείχνει ότι ο συριακός πληθυσμός, που στην πλειοψηφία του είναι σουνιτικός, δεν επιθυμεί να παραμείνει, υπό την εξουσία του Μπασάρ αλ Άσαντ και του κόμματος Μπάαθ, στο οποίο κυριαρχούν οι αλεβίτες.

Ως εκ τούτου, το καθεστώς είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την μέγιστη βία, που μπορεί και να επιδείξει την πλήρη ωμότητα, από την οποία διακατέχεται. Πιθανότατα, λοιπόν, οι ένοπλες δυνάμεις του έχουν πράξει όσα κατηγορούνται και έχουν χρησιμοποιήσει χημικά όπλα, στα πεδία των μαχών, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, όπως το έχουν πράξει και οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες, σύμφωνα με μια πρόσφατη ομολογία της αμερικανικής κυβέρνησης. 

Φυσικά, από ένα σημείο και πέρα, αυτή η χρήση του χημικού οπλοστασίου του συριακού στρατού έχει γίνει, με την αποδοχή της Μόσχας, η οποία έχει δώσει το σχετικό OK, προκειμένου, ανάμεσα στα άλλα, να τρομοκρατήσει και να πτοήσει το ηθικό των Αμερικανών και των Δυτικών συμμάχων τους, ως προς το μέχρι πού είναι ικανή να φθάσει και να καταδείξει το ακραίο μέγεθος της βίας, που μπορεί να μεταχειρισθεί, εάν και όταν το κρίνει αναγκαίο. Όπως έχουμε, ήδη, γράψει, το δόγμα της χρήσης του πρώτου πυρηνικού πλήγματος, το οποίο έχουν υιοθετήσει οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και το οποίο έχει επισημοποιήσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν, από το 2014 και μετά, στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται και ο φονικός βαλλιστικός πύραυλος "Satan 2", δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια παρερμηνειών.

Ως εκ τούτου, οι αντιπερισπασμοί των Η.Π.Α. και της Δύσης δεν πρόκειται να έχουν καμμία τύχη. Ο στρατός του συριακού καθεστώτος θα συνεχίσει τις μάχες, με την σαρωτική υποστήριξη της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και οι S-400 θα συνεχίσουν να καλύπτουν τον συριακό εναέριο χώρο, από οποιαδήποτε αμερικανική αεροπορική επιδρομή (γεγονός, που οι Ισραηλινοί, ως παθόντες, το γνωρίζουν, πολύ καλά). Και φυσικά, όλοι αυτοί θα γευθούν το πικρό ποτήρι της σαρωτικής ήττας, που υπέστησαν, σε έναν πόλεμο, που οι ίδιοι άρχισαν, όταν εξαπέλυσαν, στον απλό συριακό λαό, τους ανέμους, τις θύελλες και τους δαίμονες, ανοίγοντας το μεσανατολικό Κουτί της Πανδώρας.

Για όσα παθαίνουν οι μαθητευόμενοι μάγοι της  Ουάσινγκτων και οι κολαούζοι τους, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της Δύσης, δεν τους φταίει κανείς, παρά μόνο οι εαυτοί τους. 

Ας πρόσεχαν...


Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, ως καθοριστικός παράγοντας και βασικό εργαλείο, για τον συστημικό επαναπροσδιορισμό του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού. (Το 19ο Συνέδριο του Κ.Κ.Κ., η αρραγής ενότητα και η αδιάκοπη συνέχιση της πορείας της Κίνας προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία).




Η διεξαγωγή του 19ου Συνεδρίου του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η αναμφισβήτητη κυριαρχία του Γενικού Γραμματέα του κόμματος Xi Jinping, ο οποίος είναι, ex officio και πρόεδρος της αχανούς Κίνας, μας δίνει την ευκαιρία να αναρωτηθούμε, για το πού πάει αυτό το κόμμα, όπως και για τον ρόλο, τον οποίο παίζει, μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο και καθοριστικό τμήμα, αφού είναι ο κυρίαρχος παράγοντας, που προσδιορίζει το σύνολο της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής της μεγάλης αυτής χώρας, η οποία, σταθερά, βαδίζει προς την κατάκτηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας, μέσα από μια συγκυριαρχία, με άλλες δυνάμεις και τον παραγκωνισμό των Η.Π.Α. και της Δύσης.

Όσοι, πριν από λίγες δεκαετίες, θεωρούσαν (ανάμεσα σε αυτούς και εγώ) ότι ένα απομεινάρι της αλήστου μνήμης Komintern (της Κομμουνιστικής Διεθνούς), ενός δημιουργήματος της στρατηγικής πολιτικής και προσωπικά, του ίδιου του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, θα βρισκόταν επικεφαλής, στον ριζικό επανακαθορισμό και τον συστημικό επαναπροσδιορισμό του ουσιώδους περιεχομένου του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, αντιμετωπίζονταν - στην καλύτερη περίπτωση - ως περίεργοι και γραφικοί.

Και όμως, μέσα από ένα απίστευτο, για πολλούς, αλλά και απολύτως, αναμενόμενο, για τους λιγότερους, σλάλομ των ιστορικών γεγονότων, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας βρίσκεται, εκ των πραγμάτων, τα οποία προκύπτουν από τον πλανητικό συσχετισμό των υπαρχουσών δυνάμεων, στην πρωτοπορεία της επανασύνδεσης του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με μια μετακεϋνσιανή εκδοχή του ουσιώδους περιεχομένου του, η οποία εμποτίζεται, με τα λενινιστικά δόγματα, που εφαρμόζονται, μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου μοντέλου της κινεζικής οικονομικής και κοινωνικής διοίκησης και διαχείρισης.

Όσο και αν η συστηματική απορρύθμιση των αγορών, που προέκυψε από τον σχεδιασμό των σύγχρονων παγκοσμιοποιητικών δυνάμεων, προσπάθησε να συσκοτίσει και να αντιστρέψει την εσώτερη δυναμική και το ουσιώδες περιεχόμενο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όπως αναδείχθηκε, μέσα από την GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, η αλήθεια είναι ότι αυτό το περιεχόμενο και η ίδια η συγκρότησή του, προσδιορίζουν τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό, όχι ως ένα φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα, αλλά ως ένα σύστημα οικονομικής και κοινωνικής διακυβέρνησης, το οποίο εδράζεται και συγκροτείται, ως διευθυνόμενη οικονομία, η οποία καθοδηγείται από ένα σαφές ρυθμιστικό κέντρο, εντός του οποίου λαμβάνονται οι καθοριστικές αποφάσεις, όπως επίσης και αυτές, που αφορούν πλείστες λεπτομέρειες, οι οποίες δεν μένουν, μόνο, στον σχεδιασμό, αλλά αφορούν την υλοποίηση και την καθημερινή λειτουργία του συστήματος, σε επίπεδο οικονομικών επιχειρήσεων.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός, στην σύγχρονη έκδοσή του, πήγε να εξωκείλει, σε ένα αρρύθμιστο και δυναμικά, χαοτικό πλανητικό οικονομικό σύστημα, οι εμπνευστές του οποίου (η διεθνοποιημένη μπατιροτραπεζοκρατία, η τεχνοδομή των πολυεθνικών επιχειρήσεων και το υποταγμένο, σε αυτές, πολιτικό προσωπικό),  επιδίωξαν την επαναφορά, σε ισχύ, των παλαιών φιλελευθέρων δογμάτων των πατέρων της οικονομικής επιστήμης. Όπως έχει καταστεί γνωστό, αυτή η αποδιοργανωτική εξέλιξη, που έπληξε τα θεμέλια του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, υπήρξε αναπόφευκτη, μέσα στα  πλαίσια της δυτικόστροφης εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, που επέβαλε το αμερικανικό κατεστημένο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ύστερα από την αυτοδιάλυση της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Η Ιστορία, όταν επισκοπείται, εκ των υστέρων, φαίνεται ότι παίζει πολλά περίεργα, και απροσδόκητα παιχνίδια. Η αλήθεια είναι ότι η ίδια η Ιστορία, ως μη έχουσα οποιονδήποτε, αφ' εαυτής, προσανατολισμό, δεν μπορεί να παίξει και δεν παίζει κανένα παιχνίδι. Όμως, στην πράξη, οι άνθρωποι και οι κοινωνικές τους συσσωματώσεις, μέσα από τον εγγενή εθισμό τους, στις κανονικότητες, εντός των οποίων συμβιούν και κινούνται, έτσι (ήτοι ως παίγνια της Ιστορίας) εκλαμβάνουν την αέναη ροή των ιστορικών γεγονότων, όταν επισκοπούν το όποιο ιστορικό υλικό. Όταν, δηλαδή, καλούνται να προβούν στην εξέταση του.

Η στάση αυτή, ούσα αντιεπιστημονική, αποτελεί ένα ουσιώδες μεθοδολογικό σφάλμα, το οποίο οδηγεί, σε συστημική αλλοίωση του εξεταζόμενου ουσιαστικού περιεχομένου του ιστορικού υλικού. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, που σχηματίζουν, ρέπουν, προς το σφάλλειν και στις πλείστες των περιστάσεων, σφάλλουν. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Προφανώς, είναι δυσάρεστη, είναι άβολη και καθόλου, κολακευτική, για τους ανθρώπους και τους κοινωνικούς τους σχηματισμούς, αλλά είναι αυτή, που είναι και έτσι όπως, εδώ, περιγράφεται. Και ο παραγκωνισμός, όπως και η άγνοια αυτής της οχληρής πραγματικότητας αποπροσανατολίζει και συσκοτίζει, όταν καλούμεθα να προβούμε, σε μια, έστω, στοιχειώδη εξέταση των ιστορικών δεδομένων.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια της ιστορικής καταγραφής και ανάλυσης των γεγονότων, η ανάδειξη του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ως ενός καθοριστικού αποφασιστικού παράγοντα και κρίσιμου εργαλείου, στην διαδικασία της δομικής ανασυγκρότησης του, χαοτικά, αποδιοργανωμένου γραφειοκρατικού καπιταλισμού της εποχής μας, δεν πρέπει να προξενεί καμμία έκπληξη. Και φυσικά, δεν προξενεί καμμία έκπληξη, σε μένα.

Η εξέλιξη αυτή των σύγχρονων κληρονόμων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, του Ιωσήφ Στάλιν και του Mao Zedong, υπήρξε, απολύτως, αναμενόμενη, σε όλους όσους βλέπουν την συνολική συγκρότηση, την ιστορική πορεία του καπιταλιστικού συστήματος και τον μετασχηματισμό του, από τις πρωτόλειες φιλελεύθερες μορφές του, στον ολιγοπωλειακό καπιταλισμό των μέσων του 19ου αιώνα και από εκεί, στον διευθυνόμενο και σχεδιασμένο καπιταλισμό των γραφειοκρατιών των μεγάλων κρατικών και εταιρικών επιχειρήσεων και των μαζικών πολιτικών κομμάτων, αυτόν δηλαδή, που αποκαλούμε σήμερα, γραφειοκρατικό καπιταλισμό.

Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, η γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, όπως προκύπτει από την ιστορική διαδρομή του, προέκυψε, μέσα από δύο διαφορετικές κοινωνικές κατευθύνσεις, οι οποίες, όμως, υπήρξαν και συμφυείς, αφού γεννήθηκαν από την ίδια μήτρα, η οποία δεν είναι άλλη από την διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και της εντατικής (και εκτατικής, φυσικά) καπιταλιστικής ανάπτυξης, με όργανο την εκρηκτική τεχνολογική πρόοδο και την εισαγωγή της εφαρμοσμένης τεχνολογίας, στην σύγχρονη παραγωγική διαδικασία και τις διαρκείς καταλυτικές επιπτώσεις της, στην, ολοένα και περισσότερο, διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή.

Η μία κοινωνική κατεύθυνση, στην οποία αναφερόμαστε, αφορά την ίδια την συγκρότηση των καπιταλιστών, ως άρχουσας τάξης, η οποία, από τους αρχικούς μικρούς ιδιοκτήτες παραγωγούς, οδηγήθηκε, από την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, των μέσων μαζικής παραγωγής και την, ολοένα και περισσότερο, πολυπλοκοποιημένη διόγκωση των αναγκών, για την διοίκηση και την διαχείριση τους, στην γραφειοκρατικοποίηση και την υποκατάσταση της, από την τεχνοδομή, δηλαδή από ένα διευρυμένο κοινωνικό στρώμα γραφειοκρατών, οι οποίοι, με την εμφάνιση των μεγάλων εταιρικών επιχειρήσεων, ανέλαβαν την ουσιαστική διοίκηση και διαχείρισή τους, στο όνομα - υποτίθεται - των μετόχων των εταιρειών αυτών, αλλά στην πραγματικότητα, για την εξυπηρέτηση των δικών τους αυτοτελών και φυσικά, ιδιοτελών συμφερόντων.

Η δεύτερη κοινωνική κατεύθυνση, η οποία συγκαθόρισε την γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος έχει να κάνει με την γραφειοκρατικοποίηση του άλλου "εταίρου" των υποκειμένων της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας. Και αυτός ο άλλος "εταίρος" είναι η μισθωτή εργασία - η εργατική τάξη -, η οποία ακολούθησε τον αντίστοιχο δρόμο της δικής της διαδικασίας γραφειοκρατικοποίησης, αφού, σε ένα μεγάλο βαθμό, υποκαταστάθηκε, από μια μάζα μισθωτών, στα πλαίσια της οποίας δημιουργήθηκε η συνδικαλιστική και η εργατιστική κομματική γραφειοκρατική αριστοκρατία, οι οποίες ανέλαβαν τον διφυή ρόλο της διοίκησης της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού και κρατικού ανασχεδιασμού, αλλά και της εκπροσώπησής της, απέναντι στους καπιταλιστές και το κράτος.

Ως εκ τούτου, με δεδομένα τα παραπάνω, διαυγάζεται και γίνεται κατανοητός ο ρόλος ενός εκάστου, στα πλαίσια της ιστορικής πορείας της συμφυούς γραφειοκρατικοποίησης του καπιταλιστικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Μια γραφειοκρατικοποίηση, η οποία δεν υπήρξε τυχαία, ούτε ήταν ένα κάποιο ιστορικό λάθος, το οποίο θα μπορούσε να διορθωθεί.

Έτσι, εάν η ιστορική πορεία της τάξης των παλαιών καπιταλιστών, την οδήγησε, μέσω της εντατικής ανάπτυξης, στην γραφειοκρατικοποίησή της και στην δημιουργία της δυτικής εκδοχής του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η ίδια διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης ενέσκηψε και μέσα στις τάξεις του κόσμου της μισθωτής εργασίας, με απότοκο την ανατολική εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, έτσι όπως αυτή προέκυψε, ως κρατικό καπιταλιστικό μοντέλο, στην ακραία του έκδοση, μέσα από την ρωσική επανάσταση του 1917 και τον "υπαρκτό σοσιαλισμό".

Αυτό το μοντέλο, βέβαια, υπέστη μια κρίσιμη και καθοριστική σχετικοποίηση, στην μεταμαοϊκή κομμουνιστική Κίνα του Deng Xiaoping, ύστερα από την κατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης" και των δορυφορικών καθεστώτων, που είχε εγκαθιδρύσει ο Ιωσήφ Στάλιν, στην ανατολική Ευρώπη, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να φθάσουμε, έτσι, στην αποκαλούμενη, ως "σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς", η οποία εκφράζει ένα, κατά βάση, κρατικό καπιταλιστικό μοντέλο, μέσα στο οποίο έχουν ενσωματωθεί πολλά στοιχεία της ιδιωτικής οικονομίας, με την ειδοποιό διαφορά ότι το κινεζικό κράτος και το Κομμουνιστικό Κόμμα παραμένουν οι βασικοί ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές της κινεζικής οικονομίας, σε κάθε της λεπτομέρεια.

Στην ουσία, αυτό που συμβαίνει, στην σύγχρονη Κίνα, δεν είναι τίποτε άλλο, από μια μοντέρνα εκδοχή της λενινιστικής πολιτικής της ΝΕΠ, που ακολουθήθηκε, στην "Σοβιετική Ένωση", στα πρώτα χρόνια, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920, η οποία στηρίχθηκε, στην μερική επαναφορά της κλασικής καπιταλιστικής παραγωγής, υπό την σαφέστατη καθοδήγηση και την επιτήρηση του κυβερνώντος κόμματος των Μπολσεβίκων και η οποία, στην συνέχεια, εγκαταλείφθηκε.

Αυτή την οικονομική και κοινωνική πολιτική εγκαθίδρυσε, από την δεκαετία του 1980, η κινεζική κομματική γραφειοκρατία, με την καθοδήγηση του Deng Xiaoping και αυτήν συνεχίζουν οι επίγονοί του, με την δημιουργία και την ανάπτυξη ενός στρώματος καπιταλιστών και τεχνοκρατών γραφειοκρατών, που, μαζύ με την τεχνοδομή των ξένων πολυεθνικών επιχειρήσεων, που έχουν κινητροδοτηθεί και έχουν, μαζικά, εισρεύσει, στην χώρα, διαχειρίζεται και διοικεί τον ιδιωτικό τομέα της κινεζικής οικονομίας, ως εντολοδόχος του κόμματος και του κράτους, το οποίο, όμως, ουσιαστικά, αποτελεί ένα, οιονεί, περιουσιακό στοιχείο του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος.

Και φυσικά, αυτό το άρχον κοινωνικό στρώμα των καπιταλιστών και της τεχνοδομής των ιδιωτικών (πλείστες των οποίων είναι, εμφανώς, ή αφανώς, κομματικές και σε κάθε περίπτωση, επιτηρούμενες και ελεγχόμενες) και των κρατικών επιχειρήσεων, προέρχεται, στην ολότητά του, από τις τάξεις της κομματικής γραφειοκρατίας.




Όλα αυτά, βέβαια, έχουν συμβεί, εδώ και πολλά χρόνια, πριν από το 19ο Συνέδριο του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και αποτελούν το κεκτημένο, πάνω στο οποίο, αυτό το Συνέδριο διεξάγεται. Ως εκ τούτου, η κομματική ελίτ συνεδριάζει προκειμένου να καταγραφεί η πλήρης κυριαρχία της ηγετικής ομάδας, υπό τον Xi Jinping και για να χαράξει τις πινελιές της ηγεσίας, στην πορεία, για την ανάδειξη της Κίνας, ως ηγετικής δύναμης, στον πλανήτη.

Αυτό είναι το αντικείμενο των εργασιών του Συνεδρίου και τίποτε άλλο. Παρά τις εκκλήσεις της τεχνοδομής των πολυεθνικών εταιρειών και των διαφόρων παραγόντων της Δύσης, η κινεζική ηγεσία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την κομμουνιστική ιδεολογία και δεν έχει σκοπό να αφαιρέσει τον όρο "Κομμουνιστικό", από τον τίτλο του κόμματος και φυσικά, ουδόλως, σκέπτεται - αντιθέτως, μάλιστα, απορρίπτει, πλήρως - οποιαδήποτε εισαγωγή ενός δυτικού μοντέλου διακυβέρνησης της αχανούς χώρας του 1.379.000.000 ανθρώπων και την χαλάρωση του ασφυκτικού ελέγχου, που ασκεί, το κράτος και το κόμμα, σε όλες τις εκφράσεις της κινεζικής οικονομίας και κοινωνίας.

Αυτή η στάση, φυσικά, δεν είναι χωρίς αιτιολογία. Και αυτή η αιτιολογία έχει να κάνει, με την ίδια την κυριαρχία της άρχουσας τάξης, στην χώρα αυτή, με τους στόχους της κινεζικής ελίτ και με την ίδια την συγκρότηση της κινεζικής κοινωνίας, η οποία, στην μακραίωνη ιστορία της, έχει διδάξει την κινεζική ηγεσία ότι η οποιαδήποτε αποδυνάμωση του κεντρικού κράτους, έχει οδηγήσει, πάντοτε, στην αποδιοργάνωση της κοινωνίας, στον κατατεμαχισμό της χώρας και στην αποικιοποίησή της, μέσα από την επικράτηση ξένων δυνάμεων.

Κάπως έτσι, δηλαδή ως μια δόλια προτροπή, προς την αυτοκτονία, αντιλαμβάνεται η κινεζική κομματική και κρατική γραφειοκρατική ελίτ τις εκκλήσεις της τεχνοδομής των πολυεθνικών επιχειρήσεων, της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας και της Δύσης, για την απομάκρυνση της, από την κομμουνιστική ιδεολογία, με πρώτο βήμα την αλλαγή του τίτλου του Κόμματος.

Ως εκ τούτου και με δεδομένες τις εμπειρίες του Κ.Κ.Σ.Ε. και της "Σοβιετικής Ένωσης", από το εκτροχιασθέν πείραμα των "μεταρρυθμιστών" του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και την εσωτερική διαμάχη, στο Κ. Κ. Κίνας, τον Ιούνιο του 1989, η οποία διεξήχθη, ακριβώς, για τους ίδιους λόγους - δηλαδή για την "αποκομμουνιστικοποίηση" της Κίνας και την εισαγωγή ενός δυτικόμορφου συστήματος πολυκομματικής διακυβέρνησης - και έληξε, με την επικράτηση του Deng Xiaoping και την ανατροπή του, τότε, φιλοδυτικού Γενικού Γραμματέα του κόμματος Zhao Ziyang και των υποστηρικτών του, οι προτροπές των Δυτικών δεν έχουν καμμία τύχη. Πέφτουν και θα συνεχίσουν να πέφτουν, στο κενό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε ότι εκείνη την εποχή, ο γηραιός Deng Xiaoping έσωσε την Κίνα από μια ανάλογη περιπέτεια, με αυτή, που υπέστη η "Σοβιετική Ένωση" και η μετασοβιετική Ρωσία και φυσικά, η κινεζική ηγεσία απορρίπτει κάθε ιδέα, που θα οδηγήσει την χώρα της, σε αυτή την διαλυτική πορεία και κατεύθυνση, αφού, έτσι, θα αμφισβητήσει τις σταθερές βάσεις της εξουσίας, που ασκεί η ίδια η κομματική και η κρατική ελίτ και θα καταστρέψει το σχέδιο, για την μετατροπή της Κίνας, με το τωρινό (στοιχεία του 2016) ΑΕΠ των 21,29 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων, που την καθιστά, ήδη, πρώτη, από άποψη συνολικού μεγέθους ΑΕΠ, στον κόσμο, σε μια υπερδύναμη, η οποία φιλοδοξεί να παραγκωνίσει τις Η.Π.Α. και την Δύση και να έχει τον πρώτο λόγο, στα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη.  Η κινεζική ηγεσία δεν πρόκειται να συνεργήσει, στην ευόδωση των σχεδίων της αμερικανικής ελίτ και της Δύσης.

Με αυτή την λογική της αρραγούς κομματικής και εθνικής ενότητας, που συμπυκνώνεται, στην αντίληψη της δοκιμασμένης, στην πράξη, θεωρίας του "η ισχύς εν τη ενώσει", η κινεζική γραφειοκρατία παραμένει αγκυρωμένη, στην πάταξη κάθε αποσχιστικής, ή διασπαστικής κίνησης, είτε αυτή αφορά το κόμμα και την ιδεολογία του, είτε το κινεζικό έθνος και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, στηριζόμενη, στο γεγονός ότι το 91,6% του πληθυσμού της θεωρεί ότι ανήκει στην κινεζική φυλή των Χαν, αλλά και έχοντας υπόψη ότι μεγάλες εκτάσεις της, που είναι αραιοκατοικημένες, κατοικούνται, είτε από τους Θιβετιανούς, είτε από τους μουσουλμάνους Ουιγούρους Τούρκους, οι οποίοι θέλουν να αποσχισθούν και να ανεξαρτητοποιηθούν, από την κυβέρνηση του Πεκίνου, ενώ, παράλληλα, μένει ανοικτό και το ζήτημα της Ταϊβάν. 

Όπως τόνισε, χαρακτηριστικά, ο Xi Jinping δεν πρόκειται να παραχωρηθεί, ή να εγκαταλειφθεί ούτε μία ίντσα της χώρας. Και φυσικά, δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί η κομμουνιστική ιδεολογία.

Υπ' αυτές τις συνθήκες και με αυτά τα δεδομένα, η κινεζική ηγεσία θα απομακρύνει, στο απώτερο μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον την πιθανή σύγκρουση, που κυοφορείται, εξ αιτίας της δημιουργίας, εντός του κινεζικού κοινωνικού σχηματισμού, της ανερχόμενης τάξης των καπιταλιστών και της συναφούς τεχνοδομής των μεγάλων επιχειρήσεων και θα συνεχίσει να πορεύεται, όπως έχει συνηθίσει να πράττει, χωρίς καμμία ουσιαστική αλλαγή, πέραν από την παροχή, ακόμη, περισσότερων κινήτρων, στους ξένους επενδυτές, προκειμένου αυτοί να συνεχίσουν να βλέπουν την Κίνα, ως αυτό, που έχει καταστεί, μετά την πλήρη ένταξή της, στην σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή, ως ένας παράδεισος φθηνών παραγωγικών συντελεστών και μεγάλων και εξασφαλισμένων κερδών.

Και φυσικά, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται, προκειμένου να κερδίσει την πλανητική πρωτοκαθεδρία, μέσα από τον παραγκωνισμό της αμερικανικής υπερδύναμης και των συμμάχων της, στην Δύση, που, ως σύνολο, εμφανίζουν έντονα σημάδια παρακμής, η οποία, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται ανεπίστρεπτη.

Ίδωμεν...


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Viva Catalunya libre! Το δημοψήφισμα για την καταλανική ανεξαρτησία και τα καμώματα των Καστιλλιάνων. (Ο Marianno Rajoy, ως ένας κωμικοτραγικός "Franco minimo" και η προδοτική συμμορία του PSOE, απαγορεύουν το δημοψήφισμα, αλλά οι Καταλανοί έχουν δικαίωμα και πρέπει να αποφασίσουν, για το μέλλον τους).




Όσο και αν οι εκφραστές του περιεχομένου της παραληρηματικής ψευδοσυνειδησιακής ακολουθίας των ιδεών, που συγκροτούν το αφήγημα της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, προσπαθούν να το θέσουν εκτός συζήτησης και να αποφύγουν την υλοποίηση του, οι Καταλανοί, σήμερα, όπως και οι Κούρδοι, στο "ιρακινό" Κουρδιστάν, πριν λίγες ημέρες, ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμα τους, να αποφασίσουν για την εθνική αυτοδιάθεση τους. 


Οι, κάπου, 7.500.000 κάτοικοι αυτής της χώρας, που έχει έκταση 32.114 τ.χ., οι Καταλανοί, δηλαδή αυτοί που αποτελούν το εκλογικό σώμα, σε αυτόν τον τόπο, καλούνται, από την Generalidad, την τοπική κυβέρνηση, να ψηφίσουν, παρά και ενάντια, στο Σύνταγμα των κατακτητών, για το εάν η χώρα τους, η Καταλωνία, θα ανεξαρτητοποιηθεί, από το κράτος της περιοχής, που οι Έλληνες αποκαλούσαν "Ισπανία" (Ο Πλούταρχος αναφέρει, στο "Περί Ποταμών" 16: «Διόνυσος, νικήσας καί Ίβηρίαν, Πάνα κατέλιπεν έπιμελητήν. Ός τήν χώραν άπ’ αύτου Πανίαν μετωνόμασε: Ην οί μεταγενέστεροι, παραγώγως, Σπανία προσαγόρευσαν, ώς ιστορεί Σωσθένης, έν ΙΓ’ Ίβηρικών». Από, τότε, ήταν, που η περιοχή αυτή αποκλήθηκε Γη Πανός και όποιος πήγαινε εκεί, μετέβαινε, Εις Γην Πανία, δηλαδή Εις Πανία) και οι Ρωμαίοι "Hispania", την οποία οι Καστιλιάνοι βασιλείς ένωσαν, manu militari, ή εάν θα παραμείνουν στην σύγχρονη Ισπανία.

Αυτό είναι, που, παντί τρόπω, η ολιγαρχία της Μαδρίτης και το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα του ισπανικού κράτους, με πρώτους και χειρότερους, τον κωμικοτραγικό "Franco minimo", τον Marianno Rajoy και την προδοτική συμμορία, που συγκροτεί την ηγεσία του PSOE, θέλουν να αποτρέψουν, καταφεύγοντας, ακόμη και στην χρήση της ωμής βίας. Και έχουν τους λόγους τους, που πράττουν, αυτά που πράττουν.

Αν επιτρέψουν, στους Καταλανούς να αποφασίσουν, για την αυτοδιάθεσή τους, ακόμη και εάν το εκλογικό σώμα, στην Καταλωνία, αποφασίσει να παραμείνει, στην Ισπανία, τότε οι σύγχρονοι απόγονοι του καστιλιάνικου ηγεμονισμού θα έχουν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από αιτήματα διεξαγωγής αντίστοιχων δημοψηφισμάτων, στο Εουσκάντι, στην Γαλικία, στην Ανδαλουσία. Και όχι, μόνο, σε αυτές τις περιοχές. Και φυσικά, στο τέλος της διαδικασίας, η Ισπανία, ως ενιαία - έστω και ομόσπονδη - χώρα και μαζύ της το ισπανικό κράτος θα καταρρεύσουν και θα αντικατασταθούν, από μια σειρά, από χώρες και κρατίδια, που οι Καστιλιάνοι βασιλείς, με τον έναν, ή τον άλλο τρόπο υπέταξαν και ένωσαν, υπό την ηγεμονία τους.

Βέβαια, μπορεί η ισπανική ολιγαρχία να επέβαλε την κυριαρχία της, στις χώρες της Ισπανίας και να απαγόρευσε την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων, με το ερώτημα της απόσχισης, με το Σύνταγμα, που κατασκεύασαν οι μεταλλαγμένοι Φαλαγγίτες του Adolfo Suarez και ο βασιλιάς Juan Carlos του οίκου των Βουρβώνων, που διαδέχτηκαν τον στρατηγό Francisco Franco, μετά τον θάνατό του, αλλά η πικρή, για όλους τους, αλήθεια είναι ότι αυτά τα ερωτήματα και την διεξαγωγή των  αντίστοιχων δημοψηφισμάτων, δεν ήταν δυνατόν να τα αποφύγουν.

Για πρώτη φορά, οι Καταλανοί ψήφισαν, με την διεξαγωγή ενός μη δεσμευτικού δημοψηφίσματος, για την ανεξαρτησία τους, στις 9 Νοεμβρίου 2014. Τα ερωτήματα, που τέθηκαν, σε αυτό το δημοψήφισμα, ήσαν δύο ("Θέλετε η Καταλωνία να γίνει κράτος;" και "Θέλετε αυτό το κράτος να είναι ανεξάρτητο;") και τα αποτελέσματα υπήρξαν απογοητευτικά, για τους Ισπανούς της Μαδρίτης, έτσι όπως τα ανακοίνωσε η κυβέρνηση της Βαρκελώνης :


Επιλογή   Ψήφοι    Ποσοστό
Ναι - Ναι  1.861.753   80,76%
Ναι - Όχι     232.182   10,07%
Ναι - λευκό       22.466     0,97%
Όχι     104.772     4,54%
Λευκά       12.986     0,56%
Λοιπά       71.131     3,09%

Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, η βουλή της Καταλωνίας έκδωσε ψήφισμα, για την ανεξαρτησία της χώρας αυτής. Φυσικά, οι Καστιλιάνοι δεν έμειναν άπραγοι. Κάθε άλλο. Το συνταγματικό δικαστήριο του ισπανικού κράτους ακύρωσε το ψήφισμα αυτό, μετά από προσφυγή της ισπανικής κυβέρνησης του Marianno Rajoy, κατά του ψηφίσματος και κατά της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, το οποίο χαρακτηρίστηκε, ως παράνομο.



1/10/2017 Η ισπανική δημοκρατία, ως γνήσιος διάδοχος του φασιστικού καθεστώτος του Francisco Franco, εν πλήρη δράσει. Οι ψηφοφόροι, έστω και ηλικιωμένοι, εμποδίζονται να μεταβούν στις κάλπες και προκειμένου να μην ψηφίσουν στο δημοψήφισμα, μεταφέρονται σηκωτοί... 





Τώρα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, για την ισπανική κυβέρνηση και τον σκληρό πυρήνα του ισπανικού κράτους, το οποίο, από την αρχέγονη σύσταση του, έχει συγκροτηθεί, πάνω στην βάση ενός ανελαστικού δεσποτισμού και του συγκεντρωτικού αυταρχισμού, που τον συνοδεύει, εξ αιτίας του απλού γεγονότος, ότι δεν μπόρεσε, μέσα, στην διαδρομή των αιώνων, να δημιουργήσει ένα εκτεταμένο ισπανικό εθνικό συναίσθημα και την αντίστοιχη συνείδηση, εντός της οποίας να συγκερασθούν και να αφομοιωθούν, τα εθνικά συναισθήματα και οι αντίστοιχες εθνικές συνειδήσεις των λαών της Ιβηρικής. 

Το σημερινό δημοψήφισμα δεν είναι, απλώς, συμβουλευτικό. Η τοπική κυβέρνηση, στην Βαρκελώνη, δεν το προκήρυξε, ως μη δεσμευτικό. Το δημοψήφισμα γίνεται, για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας και η επόμενη ημέρα θα είναι πολύ δύσκολη, για την Μαδρίτη, αφού το ζήτημα της απόσχισης της Καταλωνίας, από την Ισπανία, θα τεθεί, άμεσα, εάν οι ψηφοφόροι επιλέξουν την έξοδο, από την ισπανική ομοσπονδία. 

Η ισπανική κυβέρνηση, ο ισπανικός πολιτικός κόσμος, οι Ισπανοί ολιγάρχες και ο διάδοχος του Juan Carlos, ο βασιλιάς Felipe VI και η παγκόσμια κοινότητα θα υποχρεωθούν να αντιμετωπίσουν και να διαχειρισθούν το αποτέλεσμα της σημερινής ψηφοφορίας, την οποία καλό για όλους είναι να την αποδεχθούν, ή να διαπραγματευθούν την επανάληψη της, μέσα σε συνθήκες, πλήρους ομαλότητας και θεσμικής κανονικότητας, με την ακύρωση της συνταγματικής διάταξης, που "νομιμοποιεί" τον σκληρό πυρήνα του ισπανικού δεσποτισμού.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό,τι και να συμβεί, σε κάθε περίπτωση, είναι οι άνθρωποι, ως συλλογικότητες, τα κοινωνικά σύνολα, οι λαοί, αυτοί που πρέπει να αποφασίζουν, για τις τύχες τους και για το, εάν θα παραμείνουν, ή όχι, μέσα στα πλαίσια ευρύτερων κοινωνικών σχηματισμών.

 Ως εκ τούτου, οι Καταλανοί, ως ένα συγκροτημένο και σαφέστατα, διακριτό, μέσα από την μακραίωνη διαδρομή του ιστορικού χρόνου, εθνικό και κοινωνικό σύνολο, έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν την εθνική και την κοινωνική τους αυτοδιάθεση και να αποφασίσουν, εάν το μέλλον τους, ως εθνικής και κοινωνικής ομάδας, θα εξακολουθήσει να εντάσσεται, μέσα στα πλαίσια μιας σύγχρονης ισπανικής ένωσης, ή εάν η πορεία της Καταλωνίας θα συνεχιστεί, χωριστά, από την Ισπανία.

Με αυτά τα δεδομένα, οι εξελίξεις δεν θα είναι καθόλου βαρετές. Κάθε άλλο.

Viva Catalunya libre, λοιπόν...




Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γερμανικές βουλευτικές εκλογές της 24/9/2017 : Προς εκλογική καθίζηση οδηγείται ο κομματικός συνασπισμός CDU - CSU της δεξιάς, μαζύ με το SPD και το λοιπό πολιτικό προσωπικό της γερμανικής ολιγαρχίας. (Η κοινωνία αντιδρά και το AfD θα αποτελέσει την νέμεση της Angela Merkel).


Κόμματα
Περιφέρεια
Κομματική λίστα
Σύνολο εδρών
Ψήφοι
 %
+/−
Έδρες
+/−
Ψήφοι
 %
+/−
Έδρες
+/−
Έδρες
+/−
 %
Χριστιανική Ένωση  (CDU)
16.233.642
37,2
+5,2
191
+18
14.921.877
34,1
+6,9
64
+43
255
+61
40,5
Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD)
12.843.458
29,4
+1,5
58
−6
11.252.215
25,7
+2,7
135
+53
193
+47
30,5
Η Αριστερά (DIE LINKE)
3.585.178
8,2
−2,9
4
−12
3.755.699
8,6
−3,3
60
±0
64
−12
10,2
Πράσινοι GRÜNE)
3.180.299
7,3
−1,9
1
±0
3.694.057
8,4
−2,3
62
−5
63
−5
10,0
Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) 
3.544.079
8,1
+0,7
45
±0
3.243.569
7,4
+0,9
11
+11
56
+11
8,9
Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP)
1.028.645
2,4
−7,1
0
±0
2.083.533
4,8
−9,8
0
−93
0
−93
0
Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD)
810.915
1,9
+1,9
0
±0
2.056.985
4,7
+4,7
0
±0
0
±0
0
Πειρατές(PIRATEN)
963.623
2,2
+2,1
0
±0
959.177
2,2
+0,2
0
±0
0
±0
0
Εθνικό Κόμμα Γερμανίας  (NPD)
635.135
1,5
−0,3
0
±0
560.828
1,3
−0,2
0
±0
0
±0
0
Ελεύθεροι Ψηφοφόροι (FW)
431.640
1,0
+1,0
0
±0
423.977
1,0
+1,0
0
±0
0
±0
0
Ανθρώπινο Περιβάλλον - Πρόνοια για τα ζώα(Tierschutzpartei)
4.437
0,0
+0,0
0
±0
140.366
0,3
−0,2
0
±0
0
±0
0
Οικολογικό Δημοκρατικό Κόμμα (ödp)
128.209
0,3
±0,0
0
±0
127.088
0.3
±0,0
0
±0
0
±0
0
Ρεπουμπλικάνοι(REP)
27.299
0,1
±0,0
0
±0
91.193
0.2
−0,2
0
±0
0
±0
0
Το Κόμμα (Die PARTEI)
39.388
0,1
+0,1
0
±0
78.674
0,2
+0,2
0
±0
0
±0
0
Κόμμα της Βαυαρίας (BP)
28.430
0,1
±0,0
0
±0
57.395
0,1
±0
0
±0
0
±0
0
Λαϊκή Συμμαχία(Volksabstimmung)
1.748
0,0
±0
0
±0
28.654
0,1
±0
0
±0
0
±0
0
Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα(MLPD)
12.904
0,0
±0,0
0
±0
24.219
0,1
±0,0
0
±0
0
±0
0
Κόμμα Συνταξιούχων(RENTNER)
920
0,0
±0
0
±0
25.134
0,1
−0,1
0
±0
0
±0
0
Πιστοί Χριστιανοί στην Βίβλο (PBC)
2.081
0,0
±0,0
0
±0
18.542
0.0
−0,1
0
±0
0
±0
0
Κίνημα Αλληλεγγύης και Πολιτικών Δικαιωμάτων(BüSo)
17.988
0,0
±0,0
0
±0
12.814
0,0
−0,1
0
±0
0
±0
0
Συνασπισμός 21/RRP  (Bündnis 21/RRP)
5.324
0,0
−0,1
0
±0
8.578
0,0
−0,2
0
±0
0
±0
0
Οι Βιολετί (DIE VIOLETTEN)
2.516
0,0
±0,0
0
±0
8.211
0,0
−0,1
0
±0
0
±0
0
Κόμμα της Οικογένειας(FAMILIE)
4.478
0,0
±0,0
0
±0
7.449
0.0
−0,3
0
±0
0
±0
0
Κόμμα Κοινωνικής Ισότητας (PSG)
4.564
0,0
±0
0
±0
0
±0
0
Εκλογικές ομάδες και ανεξάρτητοι
131.873
0,3
±0
0
±0
143.462
0,3
±0
0
±0
0
±0
0
Σύνολο έγκυρα
43.625.042
98,4
+0,2
299
±0
43.726.856
98,7
+0,1
331
+8
630
+8
±0
Άκυρα
684.883
1,6
−0,1
583.069
1,3
−0,1
Σύνολο (συμμετοχή: 71,5%)
44.309.925
100,0
44.309.925
100,0

 
22/9/2013 : Τα τελικά αποτελέσματα των γερμανικών βουλευτικών εκλογών εκείνης της ημέρας. Με αυτά τα αποτελέσματα πρέπει να συγκριθούν τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της ερχόμενης Κυριακής. Και αυτή η σύγκριση θα είναι δραματική, για την Angela Merkel και τον παραδοσιακό πολιτικό κόσμο της Γερμανίας. Η Γερμανίδα καγκελάριος και ο κομματικός συνασπισμός της παραδοσιακής δεξιάς θα υποστούν μια βαριά και ανεπίστρεπτη ήττα. Κυβέρνηση θα σχηματίσουν, αλλά, με δεδομένο το γεγονός ότι η γερμανική κοινωνία στενάζει, από την θεσμισμένη πολιτική της λιτότητας και της σχεδιασμένης πτώσης του κόστους εργασίας της γερμανικής παραγωγής, μέσα και από την διαχείριση του μεταναστευτικού και του προσφυγικού ζητήματος, το μέλλον, για την μέλλουσα γερμανική κυβέρνηση, αλλά και τον γερμανικό γραφειοκρατικό αστισμό και την τεχνοδομή των μεγάλων εξαγωγικών και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, δεν θα είναι καθόλου καλό. Και αυτό επειδή η γερμανική κοινωνία φαίνεται ότι θα αντιδράσει. Κατ' αρχήν, με μια συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία και κατά δεύτερο λόγο, με την στάση της, μετεκλογικά.
 
 

Όταν αναφερόμαστε, στις γερμανικές βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, αυτό που είναι σίγουρο, παρά τα όσα τα γερμανικά και τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης διαδίδουν, είναι ότι τα φαινόμενα απατούν. Οι εκλογές αυτές παρουσιάζονται, ως ένας υγιεινός περίπατος της Angela Merkel, των Χριστιανοδημοκρατών και των Χριστιανοκοινωνιστών συμμάχων τους, στην Βαυαρία. Έτσι, όλοι και κυρίως το εκλογικό σώμα της Γερμανίας πρέπει να οδηγηθούν, στο συμπέρασμα ότι, ούτως, ή άλλως, μετά την εκλογική διαδικασία της 24/9/2017, η τάξη θα εξακολουθεί να βασιλεύει, στο Βερολίνο.



Η Angela Merkel, χειροκροτούμενη από τους κομματικούς γραφειοκράτες της CDU, κοιτάζει τα αποτυπώματα της ντομάτας, που της έριξαν οπαδοί του AfD, σε προεκλογική συγκέντρωση...


Αλλά, όπως είπαμε, τα φαινόμενα απατούν. Πολύ περισσότερο, όταν τα φαινόμενα αυτά είναι προϊόν προπαγανδιστικής κατασκευής. Και ναι, μεν, κυβέρνηση θα σχηματισθεί, στο Βερολίνο, όταν πέσει η αυλαία των εκλογών και η Angela Merkel θα είναι, πιθανότατα, επικεφαλής της, αλλά η Γερμανίδα καγκελάριος δεν κάνει κανέναν περίπατο. Η εκλογική διαδικασία θα την βγάλει αποδυναμωμένη, αφού η κομματική συμμαχία της γερμανικής δεξιάς, στην οποία ηγείται, θα υποστεί μία αναμενόμενη, αλλά και μη ομολογούμενη εκλογική καθίζηση, η οποία θα είναι πολύ σημαντική. Αυτή η εκλογική καθίζηση της γερμανικής δεξιάς θα μπορούσε να αποκρυβεί, μέσα από μια αύξηση της αποχής του εκλογικού σώματος, η οποία, όμως, δεν πιστεύω ότι θα - και δεν προβλέπεται να - συμβεί.

Προφανώς, η γερμανική ολιγαρχική ελίτ των μεγάλων εξαγωγικών επιχειρήσεων και της μπατιροτραπεζοκρατίας, μαζύ με το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, που αυτή εκτρέφει, επιθυμούν την διόγκωση της αποχής, προκειμένου να ενισχυθούν τα παραδοσιακά κόμματα.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι ένα μειοψηφικό, αλλά και δυναμικό τμήμα του γερμανικού αστισμού, που στηρίζει διαφορετικές πολιτικές, από αυτές της πλειοψηφίας, έχει ανατρέψει τα δεδομένα της τωρινής εκλογικής αναμέτρησης, μέσα από την υποστήριξη, που παρέχει, στο, ευθέως, αντιευρωπαϊστικό κόμμα της γερμανικής δεξιάς AfD, το οποίο συσπειρώνει ένα μεγάλο τμήμα, από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους των παλαιών κομμάτων (οι κατεστημένοι δημοσκόποι μετρούν την δύναμή του, κάπου, ανάμεσα, στο 9 και στο 12% του εκλογικού σώματος), όπως και από τους νέους ψηφοφόρους και στα δύο τμήματα της Γερμανίας, που προέκυψε, από την επανένωση της χώρας, το 1990, κατά την διάρκεια της κατάρρευσης του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και της "Σοβιετικής Ένωσης".

Όπως φαίνεται το AfD θα αποτελέσει την εκλογική και την πολιτική νέμεση της Angela Merkel και της παραδοσιακής γερμανικής δεξιάς. Μπορεί, μάλιστα, να δούμε αυτήν την νέμεση να φθάσει στα όρια της πανωλεθρίας.

Μπορεί το γερμανικό κατεστημένο να θέλει να παρουσιάσει την εκλογική αναμέτρηση, ως κάτι το ανούσιο και βαρετό και την κυριαρχία της παραδοσιακής γερμανικής δεξιάς, ως αναμφισβήτητη, όμως οι διαρκείς αποδοκιμασίες, που υφίσταται η Angela Merkel, σε πολλές προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος της, από τους οπαδούς του AfD, αποτελούν ένα φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Στην πραγματικότητα, τα υπόγεια ρεύματα, που διακινούνται, εντός της γερμανικής κοινωνίας, δεν ακολουθούν την κατεύθυνση, που επιθυμεί η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών ολιγαρχών. Τα ρεύματα αυτά κινούνται, προς την αντίθετη κατεύθυνση και εκφράζουν την βαθιά απογοήτευση και την διογκούμενη αγανάκτηση ευρύτατων τμημάτων της γερμανικής κοινωνίας, τα οποία έχουν απηυδήσει, από την παρατεταμένη λιτότητα, από την διευρυμένη κοινωνική αδικία και από την ανοικτή και χωρίς καμμία αιδώ, συναλλαγή των μεγάλων επιχειρήσεων, με την κυβέρνηση, αλλά και με τον παραδοσιακό πολιτικό κόσμο της χώρας, που λειτουργούν, ως παραρτήματα των επιχειρήσεων αυτών και ως εκφραστές των συμφερόντων τους.

Αυτά τα ρεύματα, δηλαδή οι πολίτες, που τα συγκροτούν, με δεδομένη την αναξιοπιστία του SPD, του κόμματος του οργανωμένου εγκλήματος και της κοινωνικής προδοσίας - το οποίο τα εργατικά στρώματα του πληθυσμού και οι μισθωτοί δεν πρόκειται να συγχωρήσουν, για την καταστροφική πολιτική της "Agenda 2010", που εφάρμοσε η κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων του Gerhard Schröder - και του κωμικοτραγικού ηγέτη του (του Martin Schulz), το οποίο οδηγείται, σε μια ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση, λόγω της παραδοσιακής δουλικότητας της ηγεσίας του, στην γερμανική εργοδοσία, ψάχνουν να βρουν εναλλακτικές λύσεις, πέραν του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, για τον οποίο η περιφρόνηση ολοένα και περισσότερο, μεγεθύνεται.

Το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα και η πολιτική, που ακολουθούν η κυβέρνηση της παραδοσιακής δεξιάς και των Σοσιαλδημοκρατών, αλλά και η "Die Linke", έχουν επιτείνει την αντίδραση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, απέναντι, στην Angela Merkel, στο SPD και στον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο της Γερμανίας.

Πέρα από τα όποια φαινόμενα του ρατσισμού, που έχουν εμφανισθεί, σποραδικά, στην γερμανική κοινωνία, το εκλογικό σώμα έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι η είσοδος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην Γερμανία, θα αλλάξει, όχι μόνο τον χαρακτήρα της χώρας, αλλά, κυρίως, θα ανατρέψει, προς το πολύ χειρότερο, τις ισορροπίες, που επικρατούν, στην γερμανική αγορά εργασίας, οι οποίες είναι, ήδη και λειτουργούν, εδώ και πολλά χρόνια, εις βάρος των εργαζόμενων τάξεων και των μισθωτών και υπέρ της εργοδοσίας, η οποία, στο μεγαλύτερο μέρος της, αποτελείται, από την μεγάλη εξαγωγική βιομηχανία και την μπατιροτραπεζοκρατία.

Όλα αυτά, μαζύ, έχουν τονώσει το ενδιαφέρον του γερμανικού πληθυσμού, για τις βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής. Και για τον λόγο αυτόν, οι προοπτικές, για μία αύξηση της αποχής, από την εκλογική διαδικασία, δεν φαίνεται να είναι καλές. Το εκλογικό σώμα θα συμμετάσχει και θα προσέλθει να ψηφίσει.

Και φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να ευνοήσει την Angela Merkel και τον παραδοσιακό κομματικό συνασπισμό της CDU, με την CSU. Ακόμη και η διαφημιζόμενη άνοδος του παραδοσιακού κόμματος των Φιλελευθέρων (FDP), που είχε καταποντισθεί, στις βουλευτικές εκλογές της 22/9/2013, αποτελεί και αυτή ένα δείγμα της καθίζησης της παραδοσιακής δεξιάς και της Angela Merkel.

Ανάλογη τύχη κλιμακούμενη, σύμφωνα, με τις δυνάμεις, που κάθε κόμμα συγκεντρώνει, θα έχει και ο υπόλοιπος παραδοσιακός πολιτικός κόσμος της Γερμανίας. Το SPD, όπως είπαμε, θα έχει την πτώση, που του αξίζει, αλλά και οι Πράσινοι, θα υποστούν τις συνέπειες των πολιτικών, που εκφράζουν και υποστηρίζουν. Και είναι πιθανό, σε αυτή την πορεία να τους ακολουθήσει και το κόμμα της Αριστεράς.

Η Κυριακή είναι, πλέον, πολύ κοντά και η καθίζηση της παραδοσιακής γερμανικής δεξιάς και του κατεστημένου πολιτικού κόσμου της μεγάλης αυτής χώρας πλησιάζει.
 
Κοντός ψαλμός, αλληλούια...