Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Τα έπαιρναν απο την Novartis οι εκπρόσωποι της τρόϊκας των ξένων δανειστών; Ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, που χρήζει απαντήσεως.


Το F.B.I. τους έχει φακελλωμένους και ξέρει το τί έπραξε ο κάθε ένας, από αυτούς. Το τί και μέχρι ποίου σημείου, θα εκθέσει όλη αυτή την εγκληματική οργάνωση, που έχει συγκροτηθεί, μέσα στις τάξεις του κλασικού ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου, είναι κάτι άλλο. Το οποίο μένει να το δούμε. Οι εξελίξεις, πάντως, γύρω από την υπόθεση των δωροδοκιών της Novartis, η οποία, με εσωτερικό έγγραφό της, που περιέχεται, στην δικογραφία, αποδέχεται ότι η πολιτική, για τις τιμές των φαρμάκων και την προστασία των συμφερόντων της, περιλάμβανε και την δωροδοκία πολιτικών προσώπων, θα είναι πολύ ενδιαφέρουσες...




Τα έπαιρναν, από την Novartis, οι γνωστοί, στο ευρύ κοινό - και αλλά και οι λιγότερο γνωστοί και οι άγνωστοι - εκπρόσωποι της τρόϊκας των ξένων θεσμικών δανειστών;

Γιατί όχι; Οι σαφείς υπόνοιες, που προκύπτουν, από την δικογραφία, αφήνουν τα περιθώρια, για να δοθεί μια θετική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Οι καταιγιστικές εξελίξεις, με τις αποκαλύψεις για τον χρηματισμό κορυφαίων Ελλήνων πολιτικών, από την γερμανοελβετική φαρμακοβιομηχανία Novartis, αφορούν, βέβαια, μια πολύ ευρύτερη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις αμερικανικές και τις ευρωπαϊκές - με προεξάρχουσες τις γερμανικές, αλλά όχι μόνο αυτές - πολυεθνικές βιομηχανίες, λόγω των αθέμιτων πρακτικών, που, εκατέρωθεν αναπτύσσονται και οι οποίες βλάπτουν τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά, όπως συνέβη, στο παρελθόν και με την συναφή υπόθεση της γερμανικής πολυεθνικής SIEMENS, έρχεται να πλήξει, καίρια και καθοριστικά, το παλαιό κατεστημένο του αστικού πολιτικού κόσμου, το οποίο, όπως φαίνεται και όπως είναι σίγουρο, δηλαδή, έβαλε πολύ βαθιά το χέρι στο "μέλι" αθέμιτων και εντελώς, παράνομων "χορηγιών" της Novartis, η οποία, άλλωστε, είναι, βαθύτατα, εμπλεκόμενη σε αθέμιτες και παράνομες πρακτικές, σε όλον τον κόσμα, από τις Η.Π.Α. και την Τουρκία, μέχρι την Κίνα και την Νότια Κορέα, σε ανάλογα, με το ελληνικό, σκάνδαλα, τα οποία την ταλαιπωρούν και θα εξακολουθήσουν, επί πολύ να την ταλαιπωρούν.

Στην παρούσα φάση, δεν είναι, απλώς ο γνωστός, για την πολύ κακή και αδηφάγα ποιότητά του, αστικός ελληνικός πολιτικός κόσμος της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, που θα μας απασχολήσει, διότι, για μένα και για την μεγίστη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, δεν υπάρχει καμμία ουσιαστική αμφιβολία, για το γεγονός ότι όλοι αυτοί εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών, αλλά και των άλλων εντόπιων μεγάλων, ή μεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν ως αντικείμενά τους, διάφορες πλευρές της ελληνικής παραγωγής και της εμπορίας των προϊόντων, που αφορούν τον τζίρο των εργασιών και των κερδών τους.

Προφανώς, κανένας, από όσους πολιτικούς εμπλέκονται, στην σκανδαλώδη υπερτιμολόγηση των φαρμάκων της Novartis, προκειμένου η εταιρία να κτίσει το επιδιωκόμενο επίπεδο υψηλών τιμών, στην Ευρώπη (και όχι μόνο σε αυτήν), για τα φάρμακα, που πωλεί, δεν το έπραξε, για λόγους, που έχουν να κάνουν, με την καλή του καρδιά. Αυτοί που έπραξαν όσα έπραξαν, επιδιώκοντας να ικανοποιήσουν τα ιδιοτελή προσωπικά τους συμφέροντα και έδρασαν, όπως λένε οι μάρτυρες στην υπόθεση, είτε άμεσα, είτε μέσα από τους προσωπικούς τους ταμίες και συνεργάτες.

Αλλά όλοι αυτοί, όπως φαίνεται και από τις συσπειρωμένες αντιδράσεις των κομματικών μηχανισμών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, όσοι ενεπλάκησαν, στις υπερτιμολογήσεις των φαρμάκων και στις ανήθικες πληρωμές των φαρμάκων της, βάσει των κυβερνητικών αποφάσεων, που εξεδίδοντο, εξυπηρετούσαν και τα αντίστοιχα συμφέροντα των κομμάτων τους, αφού οι μίζες, που έδινε η φαρμακοβιομηχανία, προκειμένου να κάνει την δουλειά της, προφανώς, δεν πρέπει να αφορούσε, μόνο, τον ιδιωτικό πλουτισμό των ενδιαφερομένων πρωθυπουργών, υπουργών και λοιπών κυβερνητικών και κομματικών στελεχών.

Ένα μικρότερο, ή μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρηματισμών πρέπει να κατευθύνθηκε, στα κομματικά ταμεία (όπως έγινε στην περίπτωση του 1.000.000 γερμανικών μάρκων, από την SIEMENS, που δόθηκαν, στον Θεόδωρο Τσουκάτο, ο οποίος τα παρέδωσε, στους ταμίες του ΠΑΣΟΚ και όπως, από την άλλη πλευρά δεν έγινε, στην περίπτωση του Άκη Τσοχατζόπουλου, με τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων, τις οποίες ο πρώην υπουργός των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη, τις έφαγε, μόνος του, ή τους τις έκλεψε ο πρώην τροτσκιστής και Γενικός Γραμματέας εξοπλισμών Γιάννης Σμπώκος), γεγονός, το οποίο εξηγεί, εν μέρει, την λυσσώδη προσπάθεια απαξίωσης των μαρτύρων και της όλης διαδικασίας, που αφορά την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των δωροδοκιών της Novartis, στα πολιτικά πρόσωπα, από τον Αντώνη Σαμαρά, μέχρι τον Σπυρίδωνα - Άδωνι Γεωργιάδη, τον Ανδρέα Λοβέρδο, τον Γιάννη Στουρνάρα, τον Ροβέρτο Σπυρόπουλο, τον Γιώργο Κουτρουμάνη και όλο αυτό το σύνολο των παλαιών και νυν ενεργών πολιτικών, που οι προστατευόμενοι μάρτυρες, εδώ και στις Η.Π.Α., έχουν δώσει στο FBI και στις ελληνικές δικαστικές αρχές.

Αλλά, στην παρούσα φάση, δεν είναι, τόσο, τα πεπραγμένα όλων αυτών, που θα μας απασχολήσουν. Όχι ότι δεν έχουν σημασία. Κάθε άλλο. Έχουν υψίστη σημασία, αφού όλο αυτό το μακάβριο και ιταμό παιχνίδι, με τις τιμές των φαρμάκων, που με μια μεθοδευμένη χειραγώγηση κρατιόντουσαν (εις βάρος των δύστυχων ασθενών, αλλά και του ελληνικού δημοσίου, το οποίο πλήρωνε τα φάρμακα, σε αλμυρές τιμές, όπως και οι ασθενείς, που συμμετέχουν στην τιμή των φαρμάκων), σε υψηλά επίπεδα, προκειμένου να είναι ικανοποιημένη η Novartis, ούτως ώστε να διατηρεί μια διεθνή και εσωτερική τιμή, στα φάρμακά της, η οποία να ταιριάζει, στις προδιαγραφές της εταιρίας και να μην έχει καμμία σχέση - ή, έστω, μια μακρινή σχέση - με τα κόστη των φαρμάκων αυτών.

Στην παρούσα φάση, μας ενδιαφέρουν οι τροϊκανοί "φίλοι" μας, για τους οποίους υπονοείται ότι συμμετείχαν, σε όλο αυτό το πάρτυ των φαρμάκων και των τιμών τους και οι οποίοι, εάν αληθεύουν όσα λέει ο Σπυρίδων - Άδωνις Γεωργιάδης, για τα όσα λένε οι προστατευόμενοι μάρτυρες, προφανώς, δημιουργούσαν τέτοιους μνημονιακούς όρους, οι οποίοι έρχονταν κουτί, στην φαρμακοβιομηχανία Novartis, αφού η θέση αυτών των όρων συνηρτώντο, με την υποχρεωτική (και γρήγορη, βεβαίως-βεβαίως) πληρωμή αυτών των, με αθέμιτο και καταφανώς, παράνομο τρόπο, θεσμοθετημένων "υποχρεώσεων" του ελληνικού κράτους, προς την, εν λόγω, πολυεθνική εταιρεία, που σύμφωνα, με τους τροϊκανούς - τον Poul Tomsen και την παρέα του -, έπρεπε να αποπληρωθούν, μέσα σε τακτή προθεσμία.

Και βέβαια, αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για τους εκπροσώπους της τρόϊκας της Commission, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ., δεν επιδεικνύεται επειδή δεν έχω άποψη, για τα όσα φέρεται ότι έπραξαν τα "βαρβάτα" ονόματα του ελληνικού πολιτικού κόσμου, που εμπλέκεται, στον καταγγελλόμενο χρηματισμό τους, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Novartis. Κάθε άλλο.

Και προσωπική γνώμη έχω, για όσα καταγγέλλονται και δεν φοβάμαι να την εκφράσω, αφού η γνώμη αυτή δεν είναι καθόλου καλή, για τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, έχουν το τεκμήριο της ενοχής, από πλείστες άλλες περιπτώσεις, τις οποίες κουκούλωσαν και φρόντισαν να παραγραφούν, με τον νόμο περί (μη) ευθύνης υπουργών, που έχουν ψηφίσει και επιμένουν να μην αλλάζουν, με περισσότερο κωμική την περίπτωση του χρηματισμού του νεοδημοκράτη υπουργού της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, Αριστοτέλη Παυλίδη, τον οποίο η Ν.Δ. "έβγαλε καθαρό", δια της αποχής της από την ψηφοφορία, στην Βουλή, το 2008, για να μην τον παραπέμψει στο ειδικό δικαστήριο περί ευθύνης υπουργών, αλλά και με την διακομματική (ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ.) συγκάλυψη του πολύκροτου σκανδάλου της SIEMENS, κατά την διερεύνηση του οποίου είχε διαπιστωθεί, με δικαστικές αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων, ο χρηματισμός αυτών των δύο εταίρων του ατελούς παλαιού ελληνικού δικομματισμού, από τον Μιχάλη Χριστοφοράκο, στον οποίο το ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα επέτρεψε να διαφύγει, στην Γερμανία και επειδή κατείχε και την γερμανική υπηκοότητα να αποφύγει την έκδοσή του, στην Ελλάδα, για να μην εμφανισθεί, στα ελληνικά δικαστήρια και φυσικά, για να μην μιλήσει και να μην εκθέσει το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, το οποίο έχει παγιδεύσει, με την υποκλοπή των συνομιλιών, με τους επιφανείς εκπροσώπους του.

Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στους "λεβέντες" τους τροϊκανούς εκπροσώπους των ξένων θεσμικών δανειστών και την εμπλοκή τους, στο σκάνδαλο της Novartis.

Από όσα είπε ο εμπλεκόμενος, στην υπόθεση, πρώην υπουργός Σπυρίδων - Άδωνις Γεωργιάδης, που κατηγορείται, για χρηματισμό, με το, διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν των 2.000.000,00 €, το οποίο ο ίδιος αρνείται ότι έλαβε (όπως και όλοι οι άλλοι αρνούνται, οποιαδήποτε παθητική δωροδοκία, για την οποία κατηγορούνται), οι τρεις προστατευόμενοι μάρτυρες αφήνουν να εννοηθεί, όπως προκύπτει από την δικογραφία, που διαβιβάστηκε, στον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή, ότι ο αντιπρόεδρος της φαρμακοβιομηχανίας αυτής Κωνσταντίνος Φρουζής, που καταγγέλλεται ότι είχε το γενικό πρόσταγμα και την διαχείριση των δωροδοκιών, στον αστικό πολιτικό κόσμο, χειριζόταν και την τρόϊκα, με την οποία είχε ό ίδιος επαφές, για την απόσπαση των εκκρεμουσών αποζημιώσεων, τις οποίες - υποτίθεται ότι - όφειλε το ελληνικό κράτος, η εξόφληση των οποίων η τρόϊκα είχε αναγάγει, σε μνημονιακή υποχρέωση. 

Ότι η τρόϊκα των ξένων θεσμικών δανειστών του ελληνικού κράτους ήλθε, εδώ, για να εξυπηρετήσει και να ικανοποιήσει πολλά και διάφορα χρονίζοντα και εκκρεμή αιτήματα της ξένης και της εντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας είναι δεδομένο, αφού όλοι όσοι είχαν τέτοιου είδους αιτήματα προσέφυγαν, στους εκπροσώπους της τρόικας, προκειμένου να τα θέσουν και να τα ικανοποιήσουν. Οι εντόπιοι ολιγάρχες, μάλιστα, ανέλαβαν και τον ρόλο, που είχαν και οι παλαιοί κουκουλοφόροι, κατά την εποχή της γερμανικής Κατοχής, προκειμένου να γίνουν αρεστοί, στους τροϊκανούς, οι οποίοι δεν γνώριζαν πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, στην χώρα μας.

Αλλά άλλο πράγμα είναι το να ενεργούν οι εκπρόσωποι της τρόϊκας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ε.Κ.Τ. και του Δ.Ν.Τ., ως εκφραστές των συμφερόντων της διεθνούς και της εγχώριας οικονομικής ελίτ και άλλο το να χρηματίζονται, όπως άφησε σαφές ότι προκύπτει, από τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων της δικογραφίας, που αφορά την Novartis, που διαβιβάστηκε, στην Βουλή, από την εισαγγελέα διαφθοράς κ. Ελένη Τουλουπάκη και τους εισαγγελείς, που την επικουρούν Χρήστο Ντζούρα και Στέλιο Μανώλη (που τόσο πολύ έχουν δυσαρεστήσει, με όσα έπραξαν τον Αντώνη Σαμαρά, τον Σπυρίδωνα-Άδωνι Γεωργιάδη και πολλούς από τους άλλους κατηγορούμενους, στην υπόθεση αυτή), όπως και από το ελληνικό δικαστικό σύστημα.

Φυσικά, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες, για τον ρόλο όλων αυτών. Και εγώ αυταπάτες δεν έχω. Αλλά, όπως είπαμε, άλλο είναι να ικανοποιείς συμφέροντα, επειδή το επιτρέπει η πολιτική που θέλεις να επιβάλλει κάποιος και την οποία ασκεί και άλλο το να χρηματίζεται, προκειμένου να πλουτίσει και να γίνει αρεστός, στην διεθνή και την εγχώρια ολιγαρχία. Η διαφορά είναι μεγάλη. Πολύ μεγάλη.

Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο οι "θεσμοί" (που λένε και οι συριζαίοι), δηλαδή, οι επί κεφαλής τους, ο Jean-Claude Juncker της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στην οποία βρίσκεται, άλλωστε, ο εμπλεκόμενος, ως κατηγορούμενος, πρώην υπουργός Υγείας της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή Δημήτρης Αβραμόπουλος), ο Mario Draghi της Ε.Κ.Τ. (στην οποία υπάγεται ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων Γιάννης Στουρνάρας) και η Christine Lagarde  του Δ.Ν.Τ., να διενεργήσουν τις έρευνες, που χρειάζονται και να απαντήσουν, για τα όσα λέγονται, για τους υφισταμένους τους, οι οποίοι ασχολήθηκαν, στο παρελθόν και εξακολουθούν να ασχολούνται και στο παρόν, με την εφαρμογή και την επιτήρηση των Μνημονίων.

Θα αναμένουμε, στο ακουστικό μας, έστω και χωρίς ελπίδα απάντησης...






Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Αθώο, ή ένοχο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας; Προφανώς, ένοχο, αλλά, με ένα τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό. (Η ευρωζώνη το PSI, οι τραγικές περιπέτειες και οι βασικές ευθύνες της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας. Πώς, πόσο και γιατί).





Αθώο, ή ένοχο, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία, την κρίση και την κατάρρευση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα;

Και βέβαια, είναι ένοχο, παρά τα όσα θρυλούμενα.

Το πώς, το γιατί και το πόσο, είναι αυτό, που θα εξετάσουμε στο παρόν δημοσίευμα.


Από την αρχή της εισόδου της οικονομίας της χώρας μας και συνακόλουθα, της ελληνικής κοινωνίας στο καθεστώς της σύγχρονης νεοαποικιακής χρεωδουλείας των Μνημονίων, με αφορμή την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, έχει διατυπωθεί η - πολύ βολική, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία - άποψη, ότι, για όλα αυτά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει καμμία πραγματική και ουσιαστική ευθύνη. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός είναι, εξ όψεως, προδήλως, αβάσιμος, αλλά, παρά ταύτα, προβάλλεται, άλλες φορές δίκην προπαγάνδας και άλλες φορές, καλόπιστα, αφού, στην ουσία, αυτό γίνεται, μέσα από μια διαδικασία επιχειρημάτων, που συνιστούν έναν οφθαλμαπατικό αποπροσανατολισμό, ο οποίος, όμως, δεν είναι επουσιώδης. Έχει και ουσία και περιεχόμενο, που πρέπει να καταδείξουμε.

Μάλιστα, η καλλιέργεια αυτή της άποψης έχει επανέλθει, στις ημέρες μας και υποστηρίζεται, από μια επιχειρηματολογία, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι, προφανώς, παραπλανητική η επιχειρηματολογία αυτή, αλλά δεν είναι δυνατόν να μην αντικρουσθεί, διότι οι ισχυρισμοί, στους οποίους επικεντρώνεται, είναι βάσιμοι, αλλά, συγχρόνως, είναι άσχετοι, με τους πραγματικούς, ουσιαστικούς και βαρύτατους λόγους ευθύνης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, στην όλη αλύσωση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, που ξέσπασε το 2010, προκειμένου να σωθεί το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία), δηλαδή κυρίως, οι γαλλικές, οι γερμανικές και οι ολλανδικές τράπεζες και το σαθρό σύστημα του ευρώ και της ζώνης του.

Φυσικά, στο επίκεντρο των αθωωτικών, για την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, συλλογισμών και επιχειρημάτων, βρίσκεται η αδυναμία δανεισμού του ελληνικού κράτους, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, που εκδηλώθηκε, ως σαφέστατη επιλογή της γερμανικής κυβέρνησης και της Ε.Κ.Τ., τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και κλιμακώθηκε, στην συνέχεια, με αποτέλεσμα την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου - Μαΐου 2010. Αυτό είναι, άλλωστε, πολύ φυσικό, αφού αυτή η αρχική δυσκολία κρατικού δανεισμού, που εξελίχθηκε, σε πλήρη αδυναμία, υπήρξε η λυδία λίθος, για τις καταστροφικές εξελίξεις, που ακολούθησαν.

Έτσι και οι επιχειρηματολογούντες, υπέρ της αθωότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, για την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και της μπατιροτραπεζικής ελίτ της χώρας μας, είναι υποχρεωμένοι να αποσείσουν τα βάρη των ευθυνών, από το τραπεζικό σύστημα και την ελίτ του, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία και να την μεταφέρουν αλλού - είτε αυτό το αλλού, αφορά, το ίδιο το ελληνικό κράτος (δηλαδή το ελληνικό πολιτικό σύστημα), είτε τους ξένους δανειστές, είτε την ελληνική κοινωνία. Όχι, δηλαδή, ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα (όχι, όμως, το κράτος) και οι ξένοι δανειστές δεν έχουν τις δικές τους, επίσης βαρύτατες ευθύνες (τις οποίες, βεβαίως, δεν έχει η ελληνική κοινωνία, ως μια κοινωνία διοικουμένων, από την εντόπια ελίτ), αλλά αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δεν απαλλάσσει, από τις δικές της ευθύνες την εντόπια μπατιροτραπεζική ελίτ.

Ας παρακολουθήσουμε την συνάρθρωση της σχετικής επιχειρηματολογίας, για να αντιληφθούμε το περιεχόμενό της και την παραπλάνηση, που, μέσω αυτής της αλύσωσης, γίνεται.

Ο πρώτος κρίκος αυτής της επιχειρηματολογίας επικεντρώνεται, στην άποψη ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών δεν μετατράπηκε, πρωτογενώς, σε δημόσιο χρέος και ως εκ τούτου δεν φορτώθηκε, στις πλάτες του πληθυσμού της χώρας.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτή η άποψη, αποδέχεται το αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών τραπεζών, μετατράπηκε, μερικώς, σε δημόσιο χρέος, μέσα από τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, που έγιναν, από το 2012 και μετά, αλλά το κύριο σημείο του επιχειρήματος, που προβάλλουν οι υπερασπιστές του, εστιάζεται, στην ανυπαρξία οποιουδήποτε πρωτογενούς επιδραστικού στοιχείου, στην αλληλεπίδραση των ενεργειών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στο δημόσιο χρέος της χώρας.

Το επιχείρημα αυτό δεν στερείται βάσεως, όταν επικεντρώνεται, στο γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν, επισήμως, καταγράψει χρέη, επιπέδου, περίπου, 252 δισ. €, κατά την περίοδο 2008 - 2012 και ως εκ τούτου, ούτε τα δανεικά της τρόϊκας, από το 1ο Μνημόνιο, ύψους 110 δισ. €, και το 2ο Μνημόνιο, ύψους 141 δισ. €, δεν δόθηκαν, για να καλύψουν τις πρωτογενείς ζημιές των ελληνικών τραπεζών. Συνολικά, δηλαδή, ήσαν, προς διάθεση,  251 δισ. €, από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν 35,2 δισ. €, που δεν χρησιμοποιήθηκαν (24,3 δισ. € από το 1ο Μνημόνιο, ενώ, από το 2ο Μνημόνιο, πρέπει να αφαιρεθούν, άλλα 10,9 δισ. €, τα οποία επιστράφηκαν, στις αρχές του 2015, χωρίς να χρησιμοποιηθούν, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, για την οποία είχαν προβλεφθεί 50 δισ. €). Έτσι, το - πραγματικά διατεθέν - συνολικό ποσόν των δανείων, από τα δύο πρώτα Μνημόνια, φθάνει, στα 215,8 δισ. €, ενώ από το 3ο Μνημόνιο, το διατεθέν, έως το τέλος του 2016, ποσόν των δανείων των ξένων θεσμικών δανειστών φθάνει, στα 38.8 δισ. €.

Ως εκ τούτου, χρήσιμο είναι να δούμε την αιτία της καταστροφής αυτής, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν είχαν γίνει οι κατάλληλες ενέργειες, με δεδομένο το γεγονός ότι, μετά την έλευση και την εσωτερίκευση της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης του φθινοπώρου του 2008, η οποία μετατράπηκε σε μια βαθιά παγκόσμια οικονομική ύφεση, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στο τέλος του 2009, είχε μια καλή ισορροπία, ανάμεσα στις καταθέσεις (237,5 δισ. €) και στις χορηγήσεις δανείων (240 δισ. €).

Δυστυχώς, αυτές οι ενέργειες, οι οποίες συνοψίζονταν, στην κρατικοποίηση των ελληνικών τραπεζών, δεν έγιναν, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η οποία, όμως, οφειλόταν, σε δευτερογενείς λόγους και δεν είχαν να κάνουν, με το ίδιο το τραπεζικό σύστημα και την δική του πρωτογενή ευθύνη, η οποία υπήρξε βασικότατη - την οποία, όμως, θα εξετάσουμε αργότερα.

Ας δούμε, τώρα, αυτούς τους δευτερογενείς λόγους της κατάρρευσης της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.

 Η μπατιροτραπεζοκρατία της χώρας μας κατέρρευσε, λόγω των Μνημονίων και της σαρωτικής οικονομικής κρίσης, που αυτά επέφεραν, με αποτέλεσμα την δραματική πτώση των εισοδημάτων του πληθυσμού, γεγονός, το οποίο, αφ' ενός, μεν, οδήγησε, στην καταστροφική πτώση των τραπεζικών καταθέσεων, αρχικά, το 2010, στα 207 δισ. € (μείωση, κατά 28,5 δισ. €), το 2011, στα 172 δισ. € (μείωση, κατά 35 δισ. €) και το 2012, στα 159 δισ. € (μείωση, κατά 13 δισ. €). Από εκεί και πέρα, υπήρξε μια επανάκαμψη των καταθέσεων, που το 2013 έφθασαν, στο αναιμικό ύψος των 180 δισ. €, για να ξαναπέσουν, το 2014, στα 169 δισ. € και στην συνέχεια να πέσουν, το 2015, κατακόρυφα, στα 123 δισ. €, όπου εξακολουθούν, μέχρι σήμερα, να λιμνάζουν και αφ' ετέρου, δε, να κοκκινίσει ένα τεράστιο μέγεθος των χορηγηθέντων δανείων, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να φθάσει, στα σημερινά του χάλια, παρά τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, όπως, παραπάνω, περιγράψαμε.

Με δεδομένο το τεράστιο μέγεθος της οικονομικής κρίσης και της ανασφάλειας, που αυτή έφερε, ήταν, απόλυτα, λογικό να συνεχισθεί, με ορμητικό τρόπο, η φυγή των μεγάλων καταθέσεων, στο εξωτερικό, πολύ περισσότερο, που η επιβολή απαγορεύσεων, στην κίνηση των κεφαλαίων, άργησε να γίνει και όταν έγινε, πραγματοποιήθηκε, σε συνθήκες ανοικτής πολιτικής κρίσης και μάλιστα, στο τέλος μιας μακρόσυρτης πολιτικής κρίσης, το καλοκαίρι του 2015, με αποτέλεσμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να χάσει, πάνω από 115-120 δισ. €.

Η ολοκλήρωση της καταστροφής ήλθε, με το PSI του Φεβρουαρίου του 2012 και τα 27 δισ. €, που απώλεσαν οι ελληνικές τράπεζες, από την όλη διαδικασία, η οποία μείωσε την αξία των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που είχαν, στην κατοχή τους (και τα οποία, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, υποχρεώθηκαν, από τις κυβερνήσεις των ΓΑΠ και Λουκά Παπαδήμου, καθώς και, ατύπως, αλλά, ουσιαστικά, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές, να επαναγοράσουν). Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, έγινε και η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, αμέσως, μετά το PSI.

Αναδιφώντας, μάλιστα, τα σχετικά στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, δεν ήσαν ούτε οι κρατικές εγγυήσεις, που δόθηκαν, υπέρ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, οι οποίες υποτίθεται ότι συμποσούνται, στα επίπεδα των 250 δισ. €, η αιτία της κατάρρευσης του ελληνικού δημοσίου και του δανεισμού του, από τα Μνημόνια, που στήθηκαν, από τους ξένους θεσμικούς δανειστές. Οι κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θα ρευστοποιούνταν, όταν οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις ζημιές, για τις οποίες ήσαν καλυμμένες, ουδέποτε ρευστοποιήθηκαν, διότι η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία ουδέποτε άφησε ακάλυπτες τις υποχρεώσεις αυτές, για τις οποίες είχε δεχθεί τις κρατικές εγγυήσεις. Έτσι, οι εγγυήσεις αυτές δεν ρευστοποιήθηκαν και δεν επιβάρυναν, φανερά και άμεσα, το δημόσιο χρέος της χώρας.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία επιβαρύνθηκε, έμμεσα, από την ύπαρξη αυτών των εγγυήσεων και πριν από το 1ο Μνημόνιο και πολύ περισσότερο, μετά από αυτό και επίσης, αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν έκαναν στάση πληρωμών, λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων, που έγιναν, με τα χρήματα των ξένων δανειστών, που επιβάρυναν το δημόσιο χρέος, αλλά όλα αυτά ήσαν μια έμμεση και δευτερογενής επιβάρυνση, η πρωταρχική αιτία της οποίας βρίσκεται, στην σαφέστατη και πλήρη ανικανότητα του ελληνικού δημοσίου να δανειστεί, από τις χρηματαγορές, με βασική ευθύνη της Ε.Κ.Τ., της γερμανικής κυβέρνησης, του Eurogroup και της Commission, όπως, επίσης και της ελληνικής κυβέρνησης του αχαρικτήριστου ΓΑΠ, που αποδέχτηκε την σαλαμοποίηση της διαδικασίας υπαγωγής της χώρας μας, στο νεοαποικιακό καθεστώς της χρεωδουλείας (μια διαδικασία ξεκίνησε τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 2009 και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2010), που είχαν κατάληξη, την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010.

Έτσι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, η πραγματική - τοις μετρητοίς - χρηματοδότηση της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, από τα χρήματα των ξένων θεσμικών δανειστών, η οποία επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος, κατά την διάρκεια των 3 ανακεφαλαιοποιήσεων των ελληνικών τραπεζών, το 2012, το 2013 και το 2015, έφθασε, κάπου, στα 45, με 47 δισ. €. Βέβαια, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν μπατιριμένες, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης κρίσης, αφού τώρα πλέον, οι μαύρες τρύπες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, από τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια, ανέρχονται, στο 45% του ενεργητικού τους, γεγονός το οποίο είναι, απολύτως, καταστροφικό.

Προφανώς, λοιπόν, όλο αυτό το, πραγματικά διατεθέν, συνολικό ποσόν των 254,6 δισ. €, από τα δάνεια των ευρωθεσμών (Commission, Ε.Κ.Τ., ESM) και του Δ.Ν.Τ., δεν δαπανήθηκε, για τις ελληνικές τράπεζες και τα χρέη τους. Ο όποιος ισχυρισμός, που θέλει να τεκμηριώσει, κάτι το διαφορετικό, είναι αβάσιμος και αστείος. Δεν πήραν, αυτά τα χρήματα οι Έλληνες μπατιροτραπεζίτες και ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία, που θέλει να υπερασπιστεί και να αναδείξει αυτό το γεγονός, είναι ορθή.

Αλλά η συζήτηση, περί της "αθωότητας" της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ως προς την ελληνική κρατική χρεωκοπία, σταματάει εδώ, διότι, όπως είπαμε, όλη η επιχειρηματολογία των υπερασπιστών των ενεργειών των μελών της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, είναι αποπροσανατολιστική, διότι η χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, σαφέστατα, οφείλεται και στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, της οποίας οι ευθύνες είναι βαρύτατες, αν και, όπως είναι φυσικό, δεν περιγράφονται.

Αυτές οι ευθύνες της ελληνικής τραπεζικής ελίτ, προφανέστατα, αφορούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα και την - κοινότατα, διαδεδομένη, αν και μη ομολογημένη, προ της οικονομικής κρίσεως του 2008 - τοξικότητά τους. Ως εκ τούτου, η συμπερασματολόγηση των υπερασπιστών της επιχειρηματολογίας, που αθωώνει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, για την ελληνική κρατική χρεωκοπία του 2010, με τον ισχυρισμό ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν κατείχε τοξικά ομόλογα και ως εκ τούτου, δεν φταίει, όπως έφταιγαν τα αντίστοιχα τραπεζικά συστήματα, για τις κρίσεις, σε Ιρλανδία, Ισπανία και Κύπρο, είναι ψευδής και αποπροσανατολιστική. Βέβαια, δεν είναι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μόνο του, υπεύθυνο, για την χρεωκοπία αυτή, όπως έχουμε πει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αθώο. Κάθε άλλο.

Επίσης, προφανέστατα, τα Μνημόνια έφεραν την κρίση και την κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών, όπως, επίσης, το 2013, έφεραν και την κρίση στην κυπριακή οικονομία, η οποία ήταν φορτωμένη με ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κουρεύτηκαν, με το ελληνικό PSI, αλλά πριν από αυτή την διαδικασία, είχε προϋπάρξει μια άλλη, πολύ σημαντική αλύσωση γεγονότων, τα οποία οδήγησαν, αναπόφευκτα, στην ελληνική κρατική κατάρρευση του 2010.

Αυτή η αλύσωση των γεγονότων, μπορεί, εσκεμμένα και συστηματικά, να λησμονήθηκε (ορθότερα : να μην επισημάνθηκε, καν), αλλά αυτό δεν αλλάζει το περιεχόμενο αυτών των αλυσιδωτών συμβάντων, ούτε και εξαφανίζει, ή περιθωριοποιεί, την καίρια σοβαρότητα της πρωταρχικής ευθύνης και της καθοριστικής συμμετοχής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην μακρά διαδικασία, που οδήγησε, στην επισημοποίηση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010.

Κάπου εδώ, είμαστε υποχρεωμένοι να πιάσουμε τον ταύρο, από τα κέρατα και να αναφερθούμε, στο ευρώ και την ζώνη του, που, εκ των πραγμάτων, αποτελούν το ύστατο καταφύγιο όσων, εκ των υπερασπιστών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προβάλλουν την εξεζητημένη και ορθή επιχειρηματολογία, που αγγίζει τις ευθύνες αυτών των καίριων παραγόντων της ελληνικής κρίσης.

Προφανώς, η ευρωζώνη αποτελεί τον κύριο λόγο της ελληνικής χρεωκοπίας. Αλλά το ευρώ και η ζώνη του, δεν φταίνε, αφ' εαυτών, για την ελληνική κρίση και την κρατική χρεωκοπία της χώρας μας, αφού θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή ευκαιρία γοργής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, από την βαθιά ύφεση του 2008, εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε ενταχθεί, στην ευρωζώνη. Κάποιοι την έβαλαν, μέσα σε αυτήν, αγνοώντας και παρακάμπτοντας τις τραγικές επιπτώσεις, που όλοι γνώριζαν (και που όφειλαν να γνωρίζουν).

Όπως έχουμε τονίσει, επανειλημμένα, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, αλλά και πρόσφατα [δείτε τα δύο τελευταία δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ : (Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου και 2010 - 2017 : Η ελληνική οικονομία υπό το καθεστώς των 3 Μνημονίων 8 χρόνια, μετά. (Μια ψύχραιμη αποτίμηση των αποτυχιών και των επιτυχιών των μνημονιακών στόχων, που έχουν θέσει οι ξένοι δανειστές και η φιλοτομαριστική συμπεριφορά της εντόπιας ελίτ)], η καταστροφή, που επήλθε, δεν προέκυψε, από μια κάποια μικρή, ή μεγάλη τυχαιότητα. Κάθε άλλο.

Η είσοδος της Ελλάδας, την 1/1/2002, στην ευρωζώνη, συνοδεύτηκε, από μια αφανή, σιωπηρή και υπόκωφη χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, η οποία, όσο και αν, τότε, κουκουλώθηκε, από το εντόπιο, αλλά και το λοιπό ευρωζωνικό ελιτιστικό κατεστημένο των χωρών της νομισματικής ένωσης (με κυρίαρχες την Γερμανία και την Γαλλία, αλλά και την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ.), προέκυψε, από το απλούστατο γεγονός της ύπαρξης ενός μεγάλου δημόσιου χρέους, το οποίο, τότε, αλλά και πολύ πριν, από το 2002 (ήδη, από το 1993) υπερέβαινε το 100% του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, λόγω της τοκογλυφικής υφής του, σωρευόταν, από χρόνο, σε χρόνο, με σαρωτικούς ρυθμούς και με ταχύτητες πολύ μεγαλύτερες από την αύξηση των δημοσίων εσόδων, η οποία όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι το 2010, ήταν, από αρνητική, έως μικρή και σε κάθε περίπτωση, αναιμική.

Όπως, επίσης, έχουμε τονίσει, όλα αυτά συνέβησαν, εξ αιτίας της φύσεως και της δομής της ελληνικής οικονομίας, η οποία είναι, κατά βάση, μια οικονομία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να μην μπορεί να έχει μια σταθερή βάση εσόδων, πάνω στην οποία να μπορεί να υπολογίζει τις ετήσιες εισπράξεις του και να μην μπορεί ελέγξει τις πηγές των εσόδων του, σε αντίθεση, με τις δαπάνες του, τις οποίες μπορούσε να υπολογίσει, να τις ελέγξει και να τις πραγματοποιήσει - πριν την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002 -, με την χρήση του χρηματοοικονομικού μηχανισμού του seigniorage, δηλαδή με την χρηματοδότηση των κρατικών εξόδων, με την εκτύπωση χρήματος (της τάξεως του 10% των κρατικών δαπανών, κατά ετήσιο μέσο όρο και όταν χρειαζόταν, κάτι παραπάνω), στο ελληνικό νομισματοκοπείο, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ήταν, κάτω από άμεσο κυβερνητικό/κρατικό έλεγχο.

Όμως, αυτός ο μηχανισμός χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών της χώρας μας σταμάτησε την 1/1/2002, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, αφού το δικαίωμα εκτύπωσης χρήματος πέρασε στα χέρια της Ε.Κ.Τ., παράρτημα της οποίας έγινε και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έπαυσε να δέχεται εντολές, από την Αθήνα. Αυτό, αμέσως, με την ένταξη της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, οδήγησε στην δημιουργία ενός τεράστιου χρηματοδοτικού κενού, ως προς την κάλυψη των κρατικών δαπανών, οι οποίες, στο μέγιστο μέρος τους (κατά 70-75%), κατευθύνονταν, στην αναχρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως δείχνει, άλλωστε, σαφέστατα και δίχως κάποια σοβαρή αμφισβήτηση, ο πίνακας, που παρουσιάζω (για πολλοστή φορά) και στην αρχή του παρόντος δημοσιεύματος.

Αυτή είναι και η αιτία της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, η οποία συνέβη, ήδη, τότε, με την κατάργηση της δραχμής και την υιοθέτηση του ευρώ, δηλαδή ενός νομίσματος, το οποίο, ουσιαστικά, άμεσα και στην πράξη λειτούργησε και λειτουργεί, ως ξένο νόμισμα, για την ελληνική οικονομία, η κυκλοφορία του οποίου δεν ελέγχεται από τα θεσμικά όργανα της χώρας μας, αλλά από την Φραγκφούρτη και τα συμφέροντα, που η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία υπερασπίζει και εκπροσωπεί, τα οποία αποσκοπούν, στην διαφύλαξη των κερδών των μεγάλων ελίτ (πρωτευόντως, της γερμανικής, της ολλανδικής και της γαλλικής ελίτ και δευτερευόντως, της ισπανικής και της ιταλικής) και όχι τις ανάγκες αναδιανομής του πλούτου, όπως, εξ ανάγκης και εκ των πραγμάτων, ήταν υποχρεωμένη να πράξει η ελληνική (αλλά και η ιταλική και η ισπανική) ελίτ, με την εκτύπωση χρήματος.

Με αυτόν τον τρόπο, η εντόπια ελίτ μετέτρεψε, βλακωδώς και ηλιθιωδώς, ένα μαλακό και εύκολα, χρηματοδοτίσιμο δημόσιο χρέος, όπως ήταν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, μάλιστα, ήταν εκφρασμένο, κατά 80-85%, στο τοπικό νόμισμα της χώρας, την δραχμή, σε ένα σκληρό και αδύνατο να χρηματοδοτηθεί, αυτογενώς, από την ελληνική οικονομία, δημόσιο χρέος, εκφρασμένο, σε ένα, οιονεί και εν τοις πράγμασι, ξένο νόμισμα, στο ευρώ. Κάπως, έτσι, το ελληνικό δημόσιο χρεωκόπησε, αφανώς, ήδη, από την 1/1/2002, γεγονός το οποίο κρύφτηκε, τότε, χάριν των ανοήτων και αρχοντοχωριατικών σκοπιμοτήτων, που είχε, τότε, η εντόπια ελίτ, με επί κεφαλής την διεφθαρμένη κυβέρνηση των, από στρατηγική άποψη, βλακών του Κώστα Σημίτη, όπως και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, μαζί με τις κυβερνήσεις του Lionel Jospin και του Gerhard Schröder, στην Γαλλία και στην Γερμανία.

Και εδώ, είναι, που αρχίζει ο εντοπισμός των πρωτογενών και βαρύτατων ευθυνών της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, για την έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, για τα Μνημόνια της πεονικής Κατοχής και για την ολέθρια οικονομική κρίση, που ακολούθησε.

Η ηγεσία της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, ο καταστροφικός Λουκάς Παπαδήμος, ο Νίκος Γκαργκάνας, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο Γιάννης Στουρνάρας (που ήταν ο επί κεφαλής της ελληνικής διαπραγματευτικήε ομάδας, με τους ευρωζωνίτες) και όλη η ελίτ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, γνώριζαν, πολύ καλά και από πρώτο χέρι, όσα, παραπάνω, αναφέρονται και περιγράφονται. Μάλιστα, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ο, τότε - από το 1994 - Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκάς Παπαδήμος είχε περιγράψει, σαφέστατα, στον έγκριτο δημοσιογράφο και, τότε (το 2002), ευρωβουλευτή Γιάννη Μαρίνο (δείτε, χαρακτηριστικά, το : Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου), την καταστροφική εξέλιξη, που θα ακολουθούσε την είσοδο της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, αλλά παρά ταύτα, έπραξε ό,τι έπρεπε και ό,τι δεν έπρεπε, για να βοηθήσει την ένταξη της Ελλάδας, στην ζώνη του ευρώ.

Και σε αυτό δεν ήταν μόνος του ο Λουκάς Παπαδήμος, αφού είχε, στο πλευρό του, σύσσωμη, όλη την ελληνική μπατιροτραπεζική ελίτ, η οποία στήριξε την πολιτική επιλογή του Κώστα Σημίτη και του συνόλου, σχεδόν, της εντόπιας ελίτ, η οποία, τότε, διακατεχόταν, από μια αρχοντοχωριατική λογική ενός ξέφρενου και δουλικού ευρωλιγουρισμού και από την άτοπη και ανόητη λογική της, απραγματοποίητης, στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής και  της συναφούς, με αυτήν, χρηματοοικονομίας, "αειφόρας ανάπτυξης", η οποία τσακίστηκε, μέσα στον βάλτο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τον Σεπτέμβριο του 2008.

Αλλά οι βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής μπτιροτραπεζικής ελίτ δεν εξαντλούνται, μόνο, στην στήριξη, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, της καταστροφικής στρατηγικής επιλογής της ένταξης της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του. Πηγαίνουν, πολύ πιο πέρα, από αυτές.

Με δεδομένη την γνώση του γεγονότος ότι η ελληνική κρατική χρεωκοπία είχε, ήδη, την 1/1/2002, άτυπα και υπόκωφα, επέλθει, οι ελληνικές τράπεζες, με την μετατροπή, σε ευρώ, των δραχμικών κρατικών ομολόγων, είχαν καταστεί τοξικές, εξ αιτίας του γεγονότος ότι είχαν φορτωθεί, με αυτά τα άχρηστα και καταφανώς, υπερτιμημένα ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία, στην πραγματικότητα, είχαν μηδενική αξία. Αυτό το γεγονός, βέβαια, άργησε να επισημοποιηθεί, αφού άρχισε, σιγά-σιγά, να έρχεται, στην επιφάνεια, από το τέλος του 2008, αλλά αυτή η εξέλιξη δεν επηρεάζει την, ήδη, από το 2002, διαμορφωμένη αντικειμενική πραγματικότητα, που μόλις, περιγράψαμε. 

Για να ξεφορτωθεί αυτά τα τοξικά ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που είχαν καταστήσει τοξικά και τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η μπατιροτραπεζική ελίτ του, προχώρησαν, στην μεταβίβασή τους, στην ευρωπαϊκή και στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία (γαλλικές, γερμανικές, ολλανδικές, ιταλικές ισπανικές και κυπριακές τράπεζες, αλλά και αλλού, εκτός ευρωζώνης), με αποτέλεσμα να μεταφέρουν και να συνεχίσουν να μεταφέρουν, στην πορεία των ετών, που ακολούθησαν, μέχρι το 2010, τον συστημικό κίνδυνο της τραπεζικής πτώχευσης, εκτός Ελλάδας.

Αλλά η ευρωπαϊκή και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, όταν τα πράγματα, στην ευρωζώνη, έσφιξαν, δεν ήσαν διατεθειμένες να αποδεχθούν, χωρίς να αντιδράσουν, αυτήν την διαρκή μεταφορά του συστημικού κινδύνου των τραπεζικών πτωχεύσεων. Αυτός ήταν και ο λόγος της δημιουργίας του 1ου Μνημονίου, το οποίο αποσκοπούσε, στην διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, της ευρωζώνης και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, με την μερική επαναφορά του κινδύνου αυτού, που αποτελούσαν τα σκουπίδια των ελληνικών κρατικών ομολόγων, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δια της άτυπης, μεν, αλλά ουσιαστικής, δε, επαναγοράς των μηδενικής αξίας ελληνικών κρατικών ομολόγων, από την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, αλλά και από άλλους ελληνικούς κρατικούς θεσμικούς επενδυτές (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια κλπ), γεγονός το οποίο έγινε, με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, τον Μάϊο του 2010, όπως και όλων όσων, στην συνέχεια, ακολούθησαν.

Για τον λόγο αυτόν, που, όπως, δείξαμε, είναι η επαναφορά του πρωτογενούς συστημικού κινδύνου, που αποτελούσαν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, είναι που κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, από το 2010 και μετά.

Και αυτό το γεγονός είναι, που δείχνει, πέρα από κάθε αμφιβολία, την πρωτογενή ευθύνη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, στην υπογραφή των Μνημονίων και στην σαρωτική οικονομική κρίση, που ακολούθησε, και καλά κρατεί, μέχρι σήμερα και για πολύ χρόνο ακόμη.

Αυτή η βαρύτατη πρωτογενής ευθύνη (και ως συνευθύνη) της ελληνικής μπατιροτραπεζικής ελίτ, μπορεί να έχει - και έχει -, πολύ τεχνηέντως, αποκρυβεί, από το ευρύ, όπως και από το αρκετά, ενημερωμένο κοινό. Όμως, όσο και να κρύβεται αυτή η ενοχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει παύσει να υπάρχει.

Υπάρχει και παραϋπάρχει. Και όσο περνάει ο καιρός, αποκαλύπτεται.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι, λοιπόν, ένοχο, με έναν τρόπο, που διαφεύγει, από το ευρύ κοινό.

Σε αυτή την αποκάλυψη, αυτής της, καλά κρυμμένης, αλήθειας είναι που αποσκοπεί το παρόν δημοσίευμα.

Και νομίζω ότι έκανε καλά την δουλειά του...

 

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Μια ανασκόπηση του ελληνικού δημόσιου χρέους και των ποσών των δανείων των ευρωθεσμών και του ΔΝΤ κατά την περίοδο 2010 - 2016 και οι αποκλειστικές ευθύνες της εντόπιας ελίτ και των ευρωζωνιτών, μέσα και από τα λόγια του Λουκά Παπαδήμου.


2014 - 2017 : Μια πρώτη εικόνα, για την εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία μπορεί να μην είναι, απολύτως, ακριβής, προσεγγίζει, όμως, πάρα πολύ, την πραγματικότητα.



Καθώς βαδίζουμε, προς την τελική ευθεία των συζητήσεων, για την προσεχή ολοκλήρωση των ουσιαστικών και των τεχνικών λεπτομερειών, που αφορούν την οριστική μορφή του 4ου Μνημονίου, στο οποίο θα ενταχθεί η ελληνική οικονομία, αμέσως μετά (ή λίγο αργότερα - και αυτό το "λίγο αργότερα", είναι που προβληματίζει και φοβίζει τους ξένους δανειστές, οι οποίοι, στο σύνολό τους, δεν ξεχνούν την ανολοκλήρωτη λήξη του 2ου Μνημονίου, κατά την περιπετειώδη περίοδο της πρώτης διακυβέρνησης της Ελλάδας, από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους χειρισμούς του Γιάννη Βαρουφάκη) το τέλος του 3ου Μνημονίου, είναι πολύ χρήσιμες αυτές οι ανασκοπήσεις, οι αναμοχλεύσεις και η επαναφορά, στην μνήμη, όλων αυτών των εξελίξεων, που αφορούν την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την ένταξη της χώρας μας, στο νεοαποικιακό καθεστώς της χρεωδουλείας.

Αυτό το καθεστώς της νεοαποικιακής πεονίας εγκαθιδρύθηκε, επισήμως, τον Μάϊο του ίδιου έτους, με την σύναψη του 1ου Μνημόνιου, ανάμεσα στην κυβέρνηση του ΓΑΠ και τους ξένους θεσμικούς δανειστές και παρατάθηκε, με το 2ο Μνημόνιο και το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψαν, διαδοχικά, οι κυβερνήσεις του Λουκά Παπαδήμου (δηλαδή οι Αντώνης Σαμαράς, ΓΑΠ, Ευάγγελος Βενιζέλος και Γιώργος Καρατζαφέρης) και του Αλέξη Τσίπρα (με συγκυβερνήτη τον Πάνο Καμμένο), για να φθάσουμε, στις ημέρες μας και στις επικείμενες εξελίξεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται να είναι ευχάριστες. Αντιθέτως, μάλιστα, θα είναι δραματικές, αφού η ελληνική κυβέρνηση οδηγείται, στην ολοκλήρωση της υπογραφής ενός του νέου Μνημονίου - του 4ου, στην σειρά), με το οποίο θα συμπληρωθεί και θα ολοκληρωθεί το αρχικό προσύμφωνο, που υπέγραψαν, πέρυσι, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, οι οποίοι, με έναν, όχι πρωτότυπο τρόπο, αποδέχτηκαν και συμφώνησαν, σε δημοσιονομικά και άλλα μέτρα, τα οποία έχουν ισχύ και θα εφαρμοσθούν, για χρόνια, τα οποία εκτείνονται και πολύ μετά την λήξη του 3ου Μνημονίου.

Το ελληνικό κράτος, κατά την διάρκεια των δύο πρώτων Μνημονίων, είχε δανειστεί, από τους ευρωθεσμούς και το ΔΝΤ, 215,8 δισ. €, ενώ από το 3ο Μνημόνιο, έως το τέλος του 2016, δανείστηκε, μέχρι τώρα, άλλα 38,8 δισ. €. Το σύνολο των δανείων από τους ευρωθεσμούς και το Δ.Ν.Τ. έφθασε, τα 254,6 δισ. € και πρόκειται να αυξηθεί. Κατά την επταετή περίοδο 2010 - 2016, οι δαπάνες, για τις υποχρεώσεις του κράτους, προς τους υπαλλήλους του (μισθοδοσία) και άλλες λειτουργικές και λοιπά έξοδα (εάν δεχθούμε - κάτι που είναι αμφιλεγόμενο και όχι δεδομένο - ότι) χρηματοδοτήθηκαν, από αυτά τα δάνεια, έφθασαν, μόλις, στα 14,7 δισ. € (το 5,77% των δανείων, από τους ευρωθεσμούς), ενώ οι δαπάνες, για τους τόκους των προγενέστερων δανείων, που χρηματοδοτήθηκαν, από τους παραπάνω ξένους θεσμικούς δανειστές, έφθασαν, στα 65,7 δισ. € (ήτοι, στο 25,80% των δανείων) και τα χρεωλύσια των προηγούμενων δανείων, που, επίσης, χρηματοδοτήθηκαν, από τους ευρωθεσμούς και το Δ.Ν.Τ., έφθασαν, στα 144,6 δισ. € (δηλαδή, στο 56,79% των δανείων). Συνολικά, δηλαδή, για την χρηματοδότηση του προηγούμενου ελληνικού δημόσιου χρέους, οι ξένοι θεσμικοί δανειστές, έδωσαν, προκειμένου να σώσουν τους εαυτούς τους και την ευρωζώνη 210,3 δισ. € (ήτοι το 82,60% των δανείων). 

Από εκεί και πέρα, δόθηκαν, από τα δάνεια αυτά, άλλα 42 δισ. €, για τις δύο ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, το 2012 και το 2013 (δηλαδή το 16,50% των δανείων), με αποτέλεσμα, το τελικό σύνολο των δανεικών, που έλαβε το ελληνικό κράτος, από τους ευρωθεσμούς και το Δ.Ν.Τ. και με τα οποία χρηματοδότησε τα τοκοχρεωλύσια της περιόδου 2010 - 2016 και την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, το 2012 και το 2013, να φθάνει, τα 252,3 δισ. €.

Από εκεί και πέρα, υπολείπονται, μέχρι το ποσόν των 254,6 δισ. €, στο οποίο ανήλθε η χρηματοδότηση, από την τρόϊκα των ξένων δανειστών (και με δεδομένο ότι, από τον Ιούνιο του 2014, το Δ.Ν.Τ. δεν έχει δώσει χρήματα), άλλα 2,3 δισ. €, τα οποία δόθηκαν, για την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, το 2015, με αποτέλεσμα να μένει ακάλυπτο από τα δάνεια των ξένων θεσμικών δανειστών, το ποσόν των κρατικών κονδυλίων, που πήγε, για κάλυψη των πρωτογενών ελλειμμάτων των προϋπολογισμών του ελληνικού κράτους που, κατά την διάρκεια της επταετίας 2010 - 2016, έφθασε, όπως ανέφερα παραπάνω, έφθασε, στο ύψος των 14,7 δισ. € και και στο οποίο ποσόν περιλαμβάνεται και η κρατική μισθοδοσία. 

Προφανώς, αυτά τα 14,7 δισ. € (εν όλω, ή εν μέρει) δεν χρηματοδοτήθηκαν, από το ποσόν των 254,6 δισ. € των δανείων, από τους ευρωθεσμούς και το Δ.Ν.Τ., αλλά από άλλες πηγές. Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι το τεράστιο έγκλημα έγκλημα, που έχει διαπραχθεί, σε βάρος του πληθυσμού της χώρας, δεν είναι ότι όλοι αυτοί (οι ξένοι δανειστές, οι ελληνικές κυβερνήσεις και οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης, οι ευρωθεσμοί, το Δ.Ν.Τ. και τα παπαγαλάκια τους) μας δουλεύουν, χωρίς ενδοιασμό. Αυτό είναι ένα διαχρονικό και χωρίς τελειωμό, δεδομένο και είναι το λιγότερο. Το κυριότερο είναι ότι όλοι αυτοί κατέστρεψαν την ελληνική οικονομία και την κοινωνία μας (και) για λόγους μιας βρώμικης, ωμής και αδυσώπητης τοκογλυφίας. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο και ασυγχώρητο έγκλημα, σε βάρος της χώρας μας και του πληθυσμού της.

Αλλά αυτά είναι γνωστά. Μπορεί να μην είναι, ευρέως, γνωστά, ως προς τις λεπτομέρειές τους, όμως, όποιος το επιθυμεί, μπορεί να ψάξει και να βρει τα σχετικά στοιχεία. Σε αυτό, άλλωστε, αποσκοπεί και το παρόν δημοσίευμα.

Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι αυτό που γνωρίζουν οι αναγνώστες των δημοσιευμάτων, σε αυτό εδώ το μπλογκ, επειδή το έχουμε τονίσει, επανειλημμένως, αφού αυτό αποτελεί και το κέντρο όλων των άρθρων μου, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, έως σήμερα.

Όπως πολλές φορές έχω γράψει, το ελληνικό δημόσιο χρέος, πέρα από ένα καθαρά τοκογλυφικό χρέος, είναι και ένα αχρείαστο, ένα βλακώδες χρέος και για την μετατροπή του, από ένα μαλακό και διαχειρίσιμο χρέος, σε ένα σκληρό, μη διαχειρίσιμο και ανεξέλεγκτο χρέος, όπως και για την, από εκεί και πέρα, εξέλιξή του, δεν είναι υπεύθυνος ο πληθυσμός της χώρας. Κύριοι και μόνοι υπαίτιοι είναι η ευρωλιγουρική (για να θυμηθούμε και τον, ουσιαστικά, αποπεμφθέντα υφυπουργό Παιδείας Κώστα Ζουράρι) εντόπια τραπεζική και πολιτική ελίτ και οι ευρωζωνίτες, με πρώτες και χειρότερες την γαλλική και την γερμανική κυβέρνηση, που επιδίωξαν και αποδέχθηκαν την εισδοχή της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, το 2002, με αποτέλεσμα την άμεση και υπόκωφη, στην αρχή χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, με δεδομένο το ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο, ήδη, από τότε, ξεπερνούσε, το 100% του ΑΕΠ της χώρας και δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί, από την ελληνική οικονομία.

Πριν την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, όταν η ελληνική οικονομία - μια οικονομία, η οποία ήταν και παραμένει, κατά βάση, μια κλειστή οικονομία αυτοαπασχολουμένων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων - λειτουργούσε, με το δικό της νόμισμα, την δραχμή, την ποσότητα και την κυκλοφορία της οποίας οριοθετούσε η, εκάστοτε, ελληνική κυβέρνηση, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, το ελληνικό δημόσιο χρέος, υπερέβαινε, ήδη, από το 1993 το 100% του ελληνικού ΑΕΠ, αλλά αυτό το χρέος, ήταν ένα μαλακό και άνετα, εξυπηρετίσιμο χρέος, επειδή, στην μεγίστη πλειοψηφία του, ήταν ένα δραχμικό χρέος. Ήταν, δηλαδή ένα χρέος εκφρασμένο, κατά 85%, περίπου, εκφρασμένο, σε δραχμές, τις οποίες έκοβε το ελληνικό νομισματοκοπείο και κατά 15%, περίπου, σε ξένα νομίσματα. Αυτό το γεγονός καθιστούσε το ελληνικό δημόσιο χρέος ακίνδυνο, όποιο και αν ήταν το μέγεθός του, σε σχέση, με το ΑΕΠ της χώρας, όπως συμβαίνει, άλλωστε, με όλα τα δημόσια χρέη των χωρών, που έχουν δικά τους νομίσματα και δεν ανήκουν, σε νομισματικές ζώνες και δεν έχουν συνδέσει τα νομίσματα αυτά, με άλλα σκληρά νομίσματα.

Όταν η Ελλάδα εισήλθε, βλακωδώς, στην ευρωζώνη, τότε αυτή η διαδικασία παραγωγής ενός αέναου και ακίνδυνου δημόσιου χρέους, έπαυσε για την χώρα μας. Και όχι, μόνο, αυτό, αλλά, παράλληλα, με την μετατροπή του χρέους αυτού, από δραχμές, σε ευρώ, το κατέστησε, θανάσιμα, επικίνδυνο, διότι, με αυτόν τον τρόπο, το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν, πλέον, αδύνατο να εξυπηρετηθεί, αφού οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν, πιά, να ασκήσουν το προνομιακό κρατικό δικαίωμα του seigniorage, δηλαδή να διατάξουν την Τράπεζα να τυπώσει νόμισμα, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το δημόσιο χρέος και τις δημόσιες δαπάνες, με αποτέλεσμα, η Ελλάδα να υποστεί, άμεσα, το 2002, μια αφανή, αλλά, παράλληλα, ουσιαστική χρεωκοπία, η οποία, τότε, δεν έγινε αντιληπτή, από το μέγα πλήθος. Άργησε, αλλά έγινε αντιληπτή, το 2010, με την επισημοποίηση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του Απριλίου του έτους αυτού και με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, το οποίο κατέστησε την χώρα μας, μια αποικία χρέους, μια πεονία.

Δεν τα γνώριζαν όλα αυτά η εντόπια ελίτ και οι ευρωζωνίτες της Ε.Κ.Τ. και των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας, που έβαλαν, κακήν-κακώς και με πλαστά στοιχεία, την Ελλάδα, στην ευρωζώνη; Προφανώς και τα γνώριζαν.

Όπως έχουμε γράψει και η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη και η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα, με την Ε.Κ.Τ. και την, υπό συγκρότηση, ευρωζώνη, με την πρωτοκαθεδρία του Γιάννη Στουρνάρα, που ήταν ο κύριος διαπραγματευτής και η Τράπεζα της Ελλάδος του Λουκά Παπαδήμου, γνώριζαν, πλήρως, τα πάντα, αλλά προχώρησαν, σε αυτή την βρωμοδουλειά και μάλιστα πίσω από τις πλάτες και εις βάρος του πληθυσμού της χώρας, για να υπηρετήσουν τις ιδεοληψίες τους, περί της (χιμαιρικής και ως εκ τούτου, ανύπαρκτης) "αειφόρας ανάπτυξης", καθώς και την βλακεία τους, όπως, επίσης και άλλα συμφέροντα, όπως αποδείχτηκε, αργότερα, το 2010, όταν η κυβέρνηση της Angela Merkel άρχισε να βγάζει στην φόρα τις αφανείς και βρώμικες δωσοληψίες της κυβέρνησης του Gerhard Schröder, με την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη και την εντόπια ελίτ, που, με την σειρά της, πρακτόρευε τα συμφέροντα των γερμανικών εταιρειών, στην χώρα μας. Χαρακτηριστικά είναι όσα έχει γράψει και έχει πει ο αειθαλής συντηρητικός δημοσιογράφος και παλαιός ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Μαρίνος, για όσα του είχε πει, εκείνη την εποχή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκάς Παπαδήμος, τα οποία έχουμε αναδημοσιεύσει, στο παρόν μπλογκ [δείτε το δημοσίευμα, με τίτλο : Ο Βαγγέλης Βενιζέλος υποδέχεται το 2012, ράβοντας κοστούμι για την πρωθυπουργία, αλλά... (Ο ΓΑΠ, οι δελφίνοι, το PSI, η επερχόμενη ελεγχόμενη, ή ανεξέλεγκτη ελληνική χρεωκοπία και ο ορατός, πλέον, κίνδυνος ενός κοινωνικού λυντσαρίσματος)].

Χρήσιμο είναι να τα ξαναθυμηθούμε :


"Ο κ. Παπαδήμος μου είχε εκμυστηρευθεί τις ανησυχίες του, για την αντοχή της ελληνικής οικονομίας στην Ευρωζώνη, το 2002, έτος εισόδου της Ελλάδας στον πολλά υποσχόμενο κόσμο του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος... Αυτό συνέβη λίγους μήνες μετά από την υιοθέτηση και από την Ελλάδα του ευρώ, όταν, ως ευρωβουλευτής, είχα ορισθεί, ως εισηγητής της ετήσιας έκθεσης για την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ο κ. Παπαδήμος ανησυχούσε, ότι, με την ένταξή μας στο ενιαίο νόμισμα, θα κινδύνευε να επιδεινωθεί η, ούτως ή άλλως, επισφαλής διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας και ότι θα είχαμε σοβαρό πρόβλημα στο ισοζύγιο πληρωμών, λόγω αδυναμίας υποτιμήσεώς του. Οι εξαγωγές μας θα εξασθενούσαν, ενώ οι εισαγωγές θα κατέκλυζαν την ελληνική αγορά, εκτοπίζοντας τα εγχώρια, όπως ακριβώς συνέβη".
 
Αυτά είπε ο Λουκάς Παπαδήμος, ο, εκ των βασικών πρωταγωνιστών, της σκοτεινής και δυσώδους εισόδου της Ελλάδας, στην ευρωζώνη και προφανώς, ο Γιάννης Μαρίνος δεν ψεύδεται, αφού, άλλωστε, ουδείς τον έχει διαψεύσει.

Αυτά, πλέον, είναι γνωστά. Και όσοι δεν τα γνωρίζουν είναι απαραίτητο να τα μάθουν, διότι, κάποια στιγμή, η ελληνική κοινωνία πρέπει να ζητήσει λογαριασμό από όλους αυτούς, που την ενέπλεξαν και την οδήγησαν, στην παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή.

Αλλά από εδώ και πέρα, αυτό, που έχει σημασία, είναι αυτά,  που θα ακολουθήσουν, μετά τον Αύγουστο του 2018, που λήγει το 3ο Μνημόνιο, τα οποία, όπως είπαμε, θα είναι δραματικά, όπως, επίσης, έχει σημασία το να δούμε, με προιόν τρόπο και με ποιά μορφή θα εμφανίσουν, στο ευρύ κοινό, το νέο, το 4ο Μνημόνιο, που τώρα και το επόμενο χρονικό διάστημα, μέχρι το καλοκαίρι, ετοιμάζεται, στα παρασκήνια.

Με δεδομένη την διενέργεια των 10.000 πλειστηριασμών, που ο Ευκλείδης Τσακαλώτος συμφώνησε να διενεργηθούν, μέχρι το τέλος του έτους και τα stress tests των ελληνικών τραπεζών, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα (ή η όποια άλλη την διαδεχθεί) θα έχει να διαχειρισθεί την μορφή και το περιεχόμενο του νέου Μνημονίου, το οποίο θα πρέπει να παρουσιασθεί, στον πληθυσμό  της χώρας, αλλά και στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, η οποία θα κληθεί να χρηματοδοτήσει το ελληνικό δημόσιο. Και αυτό δεν είναι, καθόλου, εύκολο, αφού η ελληνική οικονομία παραμένει να είναι υποβαθμισμένη, από τις διεθνείς χρηματαγορές και να αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, αφού η Ε.Κ.Τ., παρά την πρόσφατη αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, δεν μπορεί να άρει το waiver, από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, αφού η οικονομία της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται υποβαθμισμένη, κατά πέντε θέσεις, από το όριο, που θα επέτρεπε, στους μπατιροτραπεζίτες της Φραγκφούρτης, να προβούν, σε αυτή την ενέργεια.

Βέβαια, αυτοί θα μπορούσαν, εφόσον το επιθυμούσαν, να άρουν το waiver, αλλά, προφανέστατα, δεν το επιθυμούν. Και δεν το επιθυμούν, διότι θα έπρεπε να αλλάξουν την εφαρμοσμένη πολιτική τους, αλλά και επειδή παραμένει ακέραιος ο "επιτοκιακός κίνδυνος", δηλαδή η ραγδαία αύξηση των επιτοκίων, τα οποία, μέχρι σήμερα, έχουν αποκλιμακωθεί, ως προς τα 5ετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, στα επίπεδα των 313,3 μονάδων βάσης (ήτοι στο 3,711%), που μπορεί να προκύψει, εάν και όταν το ελληνικό δημόσιο αφεθεί, στις διαθέσεις των διεθνών χρηματαγορών, χωρίς πιστοληπτική γραμμή "βοήθειας", από την ευρωζώνη και το Δ.Ν.Τ. (εάν ο οργανισμός της Christine Lagarde συμμετάσχει σε ένα τέτοιο εγχείρημα).

Όπως είπαμε, όμως, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Η δημιουργία μιας πιστοληπτικής γραμμής, για χάρη του ελληνικού κράτους, απαιτεί ένα νέο Μνημόνιο, με το οποίο οι ξένοι θεσμικοί δανειστές θα επιβάλουν τους όρους και τις προϋποθέσεις, για την συνέχιση της δανειστικής χρηματοδότησης. Και φυσικά, είναι απαραίτητο να συμφωνήσει, στην δημιουργία της πιστοληπτικής γραμμής και να αποδεχθεί η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, την επισημοποίηση της ολοκλήρωσης του 4ου Μνημονίου, χωρίς κανένα φύλλο συκής.

Η παρούσα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων προσπαθεί, όπως και όσο μπορεί, να αποφύγει μια τέτοια εξέλιξη, η οποία θα είναι δυσμενής και θα βλάψει καίρια τις μέλλουσες εκλογικές επιδόσεις των κυβερνητικών κομμάτων. Αλλά δεν είναι στο χέρι της να την αποφύγει, αν και επιθυμεί να υπάρξει ένα, έστω και μικρό time out, κατά την διάρκεια του οποίου ευελπιστεί να μπορέσει να διεξαγάγει τις βουλευτικές εκλογές, χωρίς την πίεση του νέου Μνημονίου και των μέτρων, που αυτό συνεπάγεται.

Η ελληνική κυβέρνηση πιέζει, προς αυτή την κατεύθυνση, τους ξένους δανειστές και εξ αιτίας αυτών των πιέσεων, εκείνοι είναι πολύ επιφυλακτικοί, ως προς τις άμεσες και τις μεσοπρόθεσμες εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, εντός του τρέχοντος έτους, αφού οι εκλογικές σκοπιμότητες των κυβερνώντων, στην Αθήνα, μπορούν να εκτρέψουν την ροή των γεγονότων, σε μια ανεπιθύμητη και ανεξέλεγκτη κατεύθυνση, αφού το ελληνικό δημόσιο (και μαζύ του η ευρωζώνη), σε αυτή την περίπτωση, θα καταστεί εύκολος στόχος των διεθνών χρηματαγορών, οι οποίες είναι αρνητικές, στο να χρηματοδοτήσουν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο τώρα, στην μεγίστη πλειοψηφία του, κατέχουν οι ευρωθεσμοί και κάτι λίγο - αλλά όχι ασήμαντο - το Δ.Ν.Τ.   

Ως εκ τούτου, λοιπόν, το νέο ελληνικό Μνημόνιο βρίσκεται, όχι μόνο, στα σκαριά, αλλά είναι, ήδη, σε προχωρημένο στάδιο, ενώ καθίσταται σαφές ότι οποιαδήποτε "αβλεψία", ή οποιαδήποτε είσοδος των εκλογικών σκοπιμοτήτων των κυβερνητικών κομμάτων, στην όλη διαδικασία, θα εκτροχιάσει το τραίνο της ελληνικής οικονομίας, από τις ράγες, στις οποίες οι ξένοι δανειστές ευελπιστούν ότι έχει δρομολογηθεί, από την περίοδο του περιπετειώδους καλοκαιριού του 2015.



 



Όμως, όσο και αν όλοι θέλουν να την βάλουν, στην άκρη, η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι πολύ σκληρή, για να παραγκωνισθεί. Και αυτή δεν είναι άλλη, από το απλούστατο και καταλυτικό γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έφθασε σε αυτά τα παρατεταμένα χάλια, εξ αιτίας του τεράστιου δημόσιου χρέους, που την βαραίνει.

Η πικρή πραγματικότητα είναι ότι οι κυβερνήσεις των χωρών της ευρωζώνης (με επί κεφαλής την γαλλική και την γερμανική κυβέρνηση), οι ευρωθεσμοί και (κατόπιν υπόδειξης της αμερικανικής κυβέρνησης το Δ.Ν.Τ.), με την συμφωνία των ελληνικών κυβερνήσεων, από τον Απρίλιο του 2010, μέχρι σήμερα - και όσο δεν αλλάζει η κατάσταση, εις το διηνεκές -, κατέστρεψαν την χώρα μας, προκειμένου να σώσουν τις τράπεζές τους (οι οποίες ήσαν κατάφορτες από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα και έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να τα ξεφορτωθούν, για να μην καταρρεύσουν) και το ετοιμόρροπο κατασκεύασμα του ευρώ και της ζώνης του, το οποίο θα βυθιζόταν αύτανδρο, μετά από μια επίσημη ελληνική στάση πληρωμών.

Ακόμη και αν δεχθούμε ότι όλο το ποσόν των μισθοδοτικών και λοιπών λειτουργικών δαπανών, ως πρωτογενών ελλειμμάτων του ελληνικού δημοσίου, μέσα στην επταετία 2010 - 2016, καλύφθηκε, από τα δάνεια των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ. (κάτι, που, όπως έχουμε, ήδη, γράψει, δεν συμβαίνει), τότε, η συντριπτική πλειοψηφία του ποσού των 254,6 δισ. € και συγκεκριμένα, τα 239,9 δισ. € (δηλαδή ποσοστό 94,23%), πήγε, στην ανακύκλωση του τεράστιου, αέναου και αδηφάγου δημόσιου χρέους της χώρας. Η απλή και ωμή πραγματικότητα, λοιπόν, δεν μπορεί να συγκαλυφθεί.

Σε όλα όσα, παραπάνω, ανέφερα, βρίσκονται και εντοπίζονται οι βαρύτατες και αποκλειστικές ευθύνες όλων αυτών και της εντόπιας ευρωλιγουρικής ελίτ, για την παρούσα καταστροφή, η οποία δεν πρόκειται να έχει τέλος, όσο η χώρα συνεχίζει να πορεύεται, όπως, μέχρι τώρα, πορεύεται.

Και αυτές οι ευθύνες είναι, μόνο, δικές τους και όχι του πληθυσμού της χώρας, ή των λαών των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και αυτές οι ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν και να αποδοθούν.

Όσο και αν αυτό αργήσει να γίνει...



 



 

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

2010 - 2017 : Η ελληνική οικονομία υπό το καθεστώς των 3 Μνημονίων 8 χρόνια, μετά. (Μια ψύχραιμη αποτίμηση των αποτυχιών και των επιτυχιών των μνημονιακών στόχων, που έχουν θέσει οι ξένοι δανειστές και η φιλοτομαριστική συμπεριφορά της εντόπιας ελίτ).

Όπως φαίνεται και από αυτόν τον πρόσφατο πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, η ελληνική οικονομία και το 2016 παρουσίασε μια - καθόλου ασήμαντη - πτώση, από τα 176,312 δισ. €, όπως εκτιμώνται, για το 2015, στα 174,199 δισ. €. Η κρίση συνεχίστηκε, με περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, μια συρρίκνωση, που εκτιμάται, στο -1,2%, για το 2016, παρά τις προηγηθείσες εκτιμήσεις, που εμφάνιζαν, αρχικά θετικούς δείκτες και στην συνέχεια, έστω και οριακά, αρνητικούς. Τώρα, για το 2017 οι αρχικές εκτιμήσεις, που ακόμη, δεν έχουν αποτυπωθεί, ομιλούν, για μια μικρή ανάκτηση των απωλειών του 2016, αλλά, ακόμη και αν αυτές οι εκτιμήσεις αποδειχθούν, ως "ορθές", η πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας, δεν αλλάζει. Η κρίση παραμένει αλώβητη και συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της.



Μετά από τα 8 χρόνια των Μνημονίων και της σαρωτικής κρίσης, που αυτά, με κατακλυσμιαίο τρόπο και ρυθμό, σώρευσαν, στην ελληνική οικονομία, όταν προβαίνουμε σε μια ανασκόπηση των αποτελεσμάτων, που προκύπτουν, από όλη αυτή την λαίλαπα, κάποια από τα μεγάλα, ουσιώδη και πολύ σημαντικά ερωτήματα, που, εκ των πραγμάτων τίθενται, έχουν να κάνουν, με το εάν, τελικά, με όλες τις αβαρίες, με τις αστοχίες και με την καταστροφική ισοπέδωση, που υπέστησαν η ελληνική παραγωγή, ως μέγεθος, αλλά και οι συντελεστές της, έγινε κατορθωτό να επιτευχθούν ο ριζικός - ή, έστω, ένας μετριοπαθής - μετασχηματισμός και η αλλαγή της δομής, της σύνθεσης και της συμπεριφοράς της ελληνικής οικονομίας. Εάν δηλαδή, η ελληνική παραγωγή και μαζύ με αυτήν, η ελληνική οικονομία προχωρεί, έστω και δύσκολα, στην "πολυπόθητη" διαδικασία του "εξευρωπαϊσμού" και της "ορθολογικής" συγκρότησης του ελληνικού καπιταλιστικού συστήματος, με την ενίσχυση των μεγάλων και εξωστρεφών παραγωγικών μονάδων και την δραστική συρρίκνωση της θάλασσας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολουμένων, κάτι, που, συμπερασματικά, θεωρείται ότι είναι ο (υποτιθέμενος ως) βασικός στόχος των ξένων επικυρίαρχων, δηλαδή του Δ.Ν.Τ. και των ευρωθεσμών.

Θέτοντας τα παραπάνω ερωτήματα, είναι σαφές ότι αυτά πρέπει να απαντηθούν, με βάση τα κριτήρια, που τίθενται, ως βάση, για την διατύπωσή τους και τα οποία αποτελούν την πεμπτουσία των ιδεολογήματων της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ και των ξένων δανειστών, όπως και του πολιτικού προσωπικού, που υπηρετεί και τους δύο αυτούς καθοριστικούς και καίριους προσδιοριστικούς παράγοντες του οικονομικού και κοινωνικού βίου, στην χώρα μας.

Ως εκ τούτου, το απλό ερώτημα που συνοψίζει όλα τα παραπάνω, τίθεται, επεξηγήματικα, ως εξής :

Τελικά, όλα όσα έγιναν, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, άξιζαν τον κόπο; Άλλαξε κάτι, έστω και στο ελάχιστο, όσον αφορά την δομή, την σύνθεση, την διάρθρωση, τους προσανατολισμούς και την συμπεριφορά της ελληνικής παραγωγής και οικονομίας;

Με δεδομένο το γεγονός ότι το ελληνικό ΑΕΠ, που το μέγεθος του, το 2008, διαμορφώθηκε, στα 241,990 δισ. € (και το 2009 έπεσε, στα 237,534 δισ. €) κατακρημνίστηκε, το 2016, στα 174,199 δισ. €, το ερώτημα δεν είναι, καθόλου, θεωρητικό. Δεν αφορά κάποια συζήτηση φιλολογικού χαρακτήρα, που διεξάγεται, μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Είναι, άκρως, σημαντικό και η απάντησή του είναι καθοριστική, για το παρόν και - απείρως περισσότερο -, για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Ως προς το να δοθεί αυτή η απάντηση, δεν παρουσιάζει ιδαίτερες δυσκολίες. Αν δούμε τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος του κ. Γιάννη Στουρνάρα, η ίδια η ζώσα κατάσταση της ελληνικής χρηματικής οικονομίας, λέει πολλά, για τα αποτελέσματα της 8χρονης πολιτικής των Μνημονίων, στην Ελλάδα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που προσανατολίζονται, κυρίως, στην εσωτερική αγορά.

Ας ρίξουμε μια ματιά, στα στοιχεία αυτά.

Σύμφωνα με τις κατανομές, που έχουν γίνει, στα πλαίσια της Ε.Κ.Τ. και του ευρωσυστήματος, προφανώς, επί τη βάσει του επίσημου ΑΕΠ της χώρας και της νομισματικής κυκλοφορίας, που, σε αυτό, υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί, τα κυκλοφορούντα χαρτονομίσματα και κέρματα φθάνουν, γύρω στα 30,5 δισ. €. Αυτοί είναι οι επίσημοι υπολογισμοί.

Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, διότι, η ζήτηση των καταναλωτών (νοικοκυριά και επιχειρήσεις), για το καθημερινό χρήμα, που κυκλοφορεί, σε φυσική μορφή, είναι πολύ μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα, η Ε.Κ.Τ. να υποχρεώνεται να χορηγεί, σε έκτακτη βάση, περίπου, άλλα 5,2 δισ. €, προκειμένου να καλύψει αυτή την υπερβάλλουσα ζήτηση, η οποία, τελικά, διαμορφώνει την πραγματική αξία των ποσοτήτων του κυκλοφορούντος, σε μορφή φυσικού χρήματος, ευρώ, στα επίπεδα των 35,7 δισ. €, περίπου.

Αλλά και αυτή η διαπίστωση είναι μετριοπαθής και ως εκ τούτου, απολύτως, ψευδής, διότι, το χρήμα, σε φυσική μορφή, που κινείται, μέσα στα πλαίσια των καθημερινών συναλλαγών, που συντελούνται, εντός της ελληνικής οικονομίας, υπερβαίνει, κατά πολύ τα 72 δισ. €, αφού, ξεπερνά τα 90 δισ. € (το μέγεθος αυτό υπερβαίνει, κατά πολύ, το 50% του ΑΕΠ της χώρας), αφού, όπως προκύπτει από τις διακινήσεις των αξιών, αυτές, φθάνουν τις 2250, σε καθημερινή βάση και, ξεπερνούν τις 800000, ετησίως.

Ο αριθμός αυτός, όσο και αν φαίνεται απίστευτος, είναι πραγματικός και προκύπτει από τα στοιχεία των χρηματαποστολών, που διενεργούν οι αντίστοιχες εταιρείες, στην ελληνική επικράτεια και συμπεριλαμβάνουν και πολλές αξίες, που δεν καταγράφονται, στα στοιχεία, που τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού το "μαύρο χρήμα", που κυκλοφορεί, μαζύ με το χρήμα, που βρίσκεται, στα σεντούκια των σπιτιών και στις θυρίδες των τραπεζών είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας, από αυτή, που η Τράπεζα του κ. Γιάννη Στουρνάρα φαίνεται (και θέλει να ισχυρίζεται) ότι υπολογίζει.

Δεν είναι, καθόλου, τυχαίο αυτό. Το, γιατί δεν είναι τυχαίο αυτό το φαινόμενο, γίνεται κατανοητό, εάν γυρίσουμε, στο έτος της ελληνικής χρεωκοπίας, το 2010, στα μέσα του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις έφθαναν, στα 245 δισ. €. Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, αφού οι τραπεζικές καταθέσεις, το 2014, γκρεμίστηκαν, στα επίπεδα των 170 δισ. €, ενώ, το 2015, μέχρι την κρίση του καλοκαιριού του 2015, έπεσαν, στα 122 δισ. € και από τότε, έχουν κολλήσει και περιστρέφονται, γύρω από αυτό το μέγεθος.

Το χρήμα των τραπεζικών καταθέσεων του παρελθόντος έχει διαρρεύσει - όπως και του παρόντος και εξακολουθεί να διαρρέει -, προς άλλες κατευθύνσεις. Τα χρήματα, πλέον, δεν εισρέουν, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Μένουν, στα σπίτια, πηγαίνουν, στις τραπεζικές θυρίδες (μιλάμε, για πάνω από 10 δισ. €) και αδρανοποιούνται, ενώ κάνει θραύση και το "σπόρ" της μεγάλης διαφυγής κεφαλαίων, στο εξωτερικό, το οποίο είναι ένα γεγονός, το οποίο έλαβε τεράστιες διαστάσεις, από την εποχή της εισόδου τη Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002. (Κάπου τρία - και πολύ περισσότερο - ΑΕΠ της χώρας έχουν φύγει, ανεμπόδιστα, από τότε, στο εξωτερικό και είναι σίγουρο ότι, τα 8 χρόνια της κατακλυσμικής κρίσης, που έφεραν η ελληνική χρεωκοπία και τα 3 Μνημόνια, επέτειναν το πρόβλημα και πιθανότατα, το έχουν καταστήσει ανεξέλεγκτο).

Αυτό, που χειροτερεύει τα πράγματα, είναι το γεγονός της μεγέθυνσης της παραοικονομίας, η οποία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζας του Γιάννη Στουρνάρα, στα χρόνια των Μνημονίων, έχει αυξηθεί, από το (επισήμως, υπολογιζόμενο, πλην όμως, απολύτως, μετριοπαθές) 15%, στο (επίσης, μετριοπαθές) 40% του ΑΕΠ της χώρας και ενώ - υποτίθεται ότι - ο βασικός στόχος  των μνημονιακών προγραμμάτων ήταν η καταπολέμηση και η συρρίκνωση της παραοικονομίας (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, κατά την γνώμη μου, ήταν μεγαλύτερη από τους υπολογισμούς, που κάνει η Τράπεζα της Ελλάδας και πιθανότατα, είναι και τώρα, μεγαλύτερη από το υπολογιζόμενο μέγεθος της παραοικονομίας). Το 40% του ΑΕΠ της χώρας δεν είναι το τωρινό μέγεθος της ελληνικής παραοικονομίας. Το μέγεθός της είναι, κατά την γνώμη μου μεγαλύτερο. Και αυτό προκύπτει, όχι μόνο, ως αίσθηση και πεποίθηση, αλλά και από τα άλλα στοιχεία, που προαναφέρθηκαν.

Έτσι, αν δεχθούμε, το ποσοστό αυτό, που εκτιμάται, από την Τράπεζα της Ελλάδος, τότε η ελληνική παραοικονομία φθάνει, στα χρόνια της κρίσης και ιδιαίτερα το 2016, στα 69,6 δισ.€, όταν, το 2008, έφθανε (σύμφωνα, με τα επίσημα στοιχεία), στα 60 δισ. € και το 2010 (εάν δεχθούμε ότι η παραοικονομία, τότε, ισούτο, με το 25% του ΑΕΠ), στα 56,5 δισ. € - ενώ, αν δεχθούμε ότι η παραοικονομία φθάνει, στο 40% του ελληνικού ΑΕΠ, τότε, τα μεγέθη αλλάζουν, άρδην (για το 2010, η παραοικονομία εκτινάσσεται, στα 90,4 δισ. €). 

Αλλά τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα - ή καλύτερα, αναλόγως, με το πώς τα βλέπει κάποιος -, διότι η παραοικονομία έχει φουντώσει, από το 2010 και μετά, όπως καταγράφεται και από τις τάσεις των μακροοικονομικών μεγεθών, που παρουσιάζονται, από την Τράπεζα της Ελλάδος. Και προφανώς, το μέγεθός της ξεπερνά το 50% (ίσως και το 60%) του ΑΕΠ, ήτοι, στα 87 δισ. €, (ή, στα 100, με 104 δισ. €).

Τα παραπάνω στοιχεία, που αφορούν, κυρίως, την κατάσταση της χρηματικής ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, δείχνουν, με τον πιο εμφατικό τρόπο, την πλήρη αποτυχία των εμφανιζόμενων, ως κύριων στόχων των μνημονιακών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται, κατά την διάρκεια της οκταετίας της σαρωτικής ελληνικής κρίσης, ιδίως όταν συνοδευτούν, από την δραματική πτώση της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής, η οποία εντάθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και από την συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των θέσεων εργασίας των αυτοαπασχολουμένων, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, όπως και των θέσεων εργασίας των, πάσης φύσεως, μισθωτών.

Με δεδομένη την πλήρη αποτυχία των ξένων δανειστών να προσεγγίσουν, έστω και κατ' ελάχιστον, τους στόχους τους, για τον "ευρωπαϊστικό εξορθολογισμό" της ελληνικής παραγωγής και της οικονομίας, το ερώτημα, που εξετάζουμε, μετατοπίζεται, σε μια άλλη κατεύθυνση, διότι είναι προφανές ότι οι μη επιτευχθέντες (το λέμε κομψά, αλλά αυτό δεν κρύβει το πασίδηλο γεγονός της παταγώδους αποτυχίας) στόχοι δεν είναι οι μόνοι στόχοι των ξένων δανειστών και της εντόπιας ελίτ, η οποία έχει αποδεχθεί την - πάση θυσία - εφαρμογή των μνημονιακών προγραμμάτων και την σκληρότατη λιτότητα, που έρχεται, ως φυσική συνέπειά τους. 

Μάλιστα, το κωμικοτραγικό στοιχείο, στην όλη υπόθεση, είναι αυτό, που αναδεικνύεται, από την εξέταση των αποτελεσμάτων της αποτυχίας επίτευξης των στόχων αυτών. Και αυτό, που αναδεικνύεται, δεν είναι άλλο, από την αντιφατικότητα των επιδιώξεων ενός μεγάλου μέρους της εντόπιας ελίτ, με τους στόχους αυτούς, που, στο σύνολό τους, αποσκοπούν,  όπως είπαμε, στον "ευρωπαϊστικό εξορθολογισμό" της ελληνικής οικονομίας, αφού είναι, κυρίως, η εντόπια ελίτ, που κρύβει τα εισοδήματά της, χωρίς να τα περνάει, μέσα από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τα βγάζει, νόμιμα και παράνομα, στο εξωτερικό, προκειμένου να αισθάνεται ασφαλής, από τις συνέπειες των μνημονιακών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται, με την δική της αποδοχή, στο εσωτερικό της χώρας, χρησιμοποιώντας, ως πειραματόζωο την λοιπή ελληνική κοινωνία, που δεν έχει τις δυνατότητες (ή έχει περιορισμένες δυνατότητες) να πράξει και να συμπεριφερθεί, αναλόγως.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι γνωστά, στους ξένους δανειστές. Για τον λόγο αυτόν, αυτοί έχουν αποδεχθεί την παρούσα κατάσταση, αφήνοντας στην τύχη τους, αυτούς τους μακρόσυρτους και μακροπρόθεσμους στόχους, αρκούμενοι, στους άλλους, τους βραχυπρόθεσμους στόχους, που αποδείχτηκαν περισσότερο επιτεύξιμοι και οι οποίοι αφορούν την βίαιη και διαλυτική δημοσιονομική προσαρμογή, που, για τα δικά τους συμφέροντα, είναι κάτι το πολύ σπουδαίο.

Αρκούνται, λοιπόν, οι ξένοι δανειστές, στο να "φέρουν σε τάξη" τα έσοδα και τα έξοδα του ελληνικού κράτους, ούτως ώστε οι ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί να μην παρουσιάζουν ελλείμματα (για να μην χρειάζεται να χρηματοδοτηθούν), αλλά να παρουσιάζουν μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, προκειμένου να αυτοχρηματοδοτείται το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Από εκεί και πέρα, οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ. έχουν αφήσει, όπως είπαμε, στην τύχη τους, τους άλλους, τους μακρόσυρτους και μακροπρόθεσμους, στόχους και δεν ενδιαφέρονται, για τίποτε άλλο, πέρα από την επίτευξη των βραχυπρόθεσμων, των άμεσων, στόχων τους - που εξυπηρετούν τα άμεσα και τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντά τους - και οι οποίοι συνοψίζονται, στην παραγωγή μιας τέτοιας ισορροπίας, ανάμεσα στα έσοδα και τα έξοδα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, ούτως ώστε να μην επανατροφοδοτείται το ελληνικό δημόσιο χρέος (για να μην χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί) και στην, επί μακρόν, δημιουργία επαρκέστατων πρωτογενών πλεονασμάτων, για να εξυπηρετείται το ελληνικό δημόσιο χρέος, την μεγίστη πλειοψηφία του οποίου έχουν αναλάβει οι ξένοι θεσμικοί δανειστές και την οποία προσπαθούν, με το ζόρι, να επαναμεταβιβάσουν στον ιδιωτικό τομέα - δηλαδή, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία. (Κάτι, που δεν θα είναι, καθόλου, εύκολο. Θα είναι δύσκολο και οδυνηρό, αφού θα υποχρεωθούν να φάνε τις σάρκες του ελληνικού πληθυσμού, αλλά και τις δικές τους σάρκες).

Και φυσικά, οι ξένοι δανειστές, όπως και η εντόπια εξωνημένη και φιλοτομαριστική ελίτ (που κοιτάζει και ασχολείται, μόνο, με το να σώσει τα "χρήματά της" και την "περιουσία της", που με πολλαπλούς παράνομους τρόπους - κρινόμενους, με βάση την ίδια, την δική της, αστική νομιμότητα -, απέκτησε, εις βάρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας), αδιαφορούν, τελείως, επιδεικνύοντας μια ωμότατη και πλήρως, κυνική στάση και συμπεριφορά, για το γεγονός ότι αυτοί οι στόχοι και οι πολιτικές της σκληρότατης λιτότητας, που εφαρμόζονται, για να επιτευχθούν, βλάπτουν τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας, της οποίας η οικονομία οδηγείται, στην υπανάπτυξη, μέσα από αυτή την επικράτηση της λογικής του "γαία, πυρί μειχθήτω".

Και φυσικά, όποιος αντέξει.

Έως ότου παύσει να αντέχει...