Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Hillary Clinton vs Donald Trump : Μια πολύ κακή προεκλογική μάχη, που παραμένει αβέβαιη. (Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η αναγκαία διαπραγμάτευση για την ομαλή μετάβαση σε ένα νέο πλανητικό σύστημα ισορροπίας και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν).






Μπορεί ο γνωστός αμοραλιστής πολιτικός Bill Clinton, που συνελήφθη, επανειλημμένως να ψεύδεται και ο οποίος κατεξευτελίστηκε, δημοσίως, να επανέλθει, από την πίσω πόρτα, στον Λευκό Οίκο και στην αμερικανική πολιτική;

Ναι, εάν η Hillary Rodham Clinton κερδίσει τον Donald Trump, στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι καθόλου απίθανη, αφού η μεγάλη πλειοψηφία της ελίτ, που συναπαρτίζει το βαθύ αμερικανικό κράτος και επιδιώκει την συνέχιση και την, παραπέρα, ενίσχυση της παγκόσμιας κυριαρχίας της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης, υποστηρίζει, με νύχια και με δόντια, την επικράτηση της συζύγου του πρώην προέδρου των Η.Π.Α.

Βέβαια, παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αμερικανικών και των δυτικών ΜΜΕ έχει εξαπολύσει μια επικοινωνιακή καταιγίδα, υπέρ της Hillary Clinton και θεωρεί, περίπου δεδομένη την άνετη επικράτησή της, επιδιώκοντας να μετατρέψει, σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, την επιθυμία των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ, που στηρίζουν την εκλογή της υποψήφιας των Δημοκρατικών, στην προεδρία των Η.Π.Α., η αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών δεν είναι μια τελειωμένη υπόθεση.


Poll
Trump
Clinton
Other
Undecided
Spread
ABCNews                                   
Oct 20 – Oct 22
874 Likely Voters
 
415332Clinton +12
IBD/TIPP                                   
Oct 17 – Oct 22
783 Likely Voters
4342510Trump +1


Η νίκη της Hillary Clinton, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται δεν είναι δεδομένη. Κάθε άλλο. Προφανώς, η εκλογή της φαίνεται, επειδή παρουσιάζεται και εκλογικεύεται, με την βοήθεια των αμερικανικών και των δυτικών συστημικών ΜΜΕ, ως η περισσότερο πιθανή εξέλιξη, αλλά το τελικό αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών παραμένει ασαφές και αβέβαιο, όσο περνούν οι ημέρες και όσο πλησιάζει η 8η Νοεμβρίου.

Όπως φαίνεται, από τις τελευταίες κυλιόμενες δημοσκοπήσεις και με δεδομένο το γεγονός ότι δεν είναι δεδομένη, ούτε γνωστή η σύνθεση του αμερικανικού εκλογικού σώματος, που θα συμμετάσχει, στην εκλογική διαδικασία, αφού η πλειοψηφία των Αμερικανών ψηφοφόρων απέχει από τις εκλογές, ο δρόμος, που έχουν να διανύσουν, μέχρι την 8η Νοεμβρίου, οι δύο υποψήφιοι είναι μακρύς και αβέβαιος, αφού ο Donald Trump έχει αντέξει στα κτυπήματα, που έχει δεχθεί, από τον αρνητικό επικοινωνιακό καταιγισμό, τον οποίο έχει υποστεί.

Η Hillary Clinton έχει ένα - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - προβάδισμα, αλλά αυτό είναι ασταθές και ως εκ τούτου, αβέβαιο, με δεδομένη την ιδιομορφία των αμερικανικών προεδρικών εκλογών, οι οποίες είναι έμμεσες εκλογές, αφού οι ψηφοφόροι εκλέγουν, ανά ομοσπονδιακή πολιτεία, τους εκλέκτορες, οι οποίοι, στην συνέχεια θα εκλέξουν τον πρόεδρο, γεγονός, που σημαίνει ότι την προεδρική εκλογή μπορεί να κερδίσει και ένας υποψήφιος, ο οποίος θα δεν θα έχει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα αρκεί ο υποψήφιος πρόεδρος να έχει την πλειοψηφία των 270 μελών του ομοσπονδιακού σώματος των εκλεκτόρων, έστω και αν μειοψηφεί στο εκλογικό σώμα των ψηφοφόρων, που συμμετέχουν στην ψηφοφορία. Κάπως έτσι, άλλωστε, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 2000 ο Al Gore, από τον George W. Bush.

Για το ότι ο προεκλογικός αγώνας αυτών των προεδρικών εκλογών είναι ο χειρότερος όλων όσων έχουμε παρακολουθήσει, εδώ και 45 χρόνια, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. Το επίπεδο των επιχειρημάτων και των τακτικών, που ακολουθούν οι δύο υποψήφιοι και τα επιτελεία τους είναι, απίστευτα, χαμηλό. Και φυσικά, θα πέσει, ακόμη περισσότερο, όσο πλησιάζει η ημέρα της τελικής ψηφοφορίας. Αυτό είναι κάτι, που, δυστυχώς, θα το υποστούν οι Αμερικανοί πολίτες και όλοι οι υπόλοιποι, που ασχολούνται, με τις εκλογές της 8ης Νοεμβρίου.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι, πέρα και παρά το όποιο επίπεδο της προεκλογικής εκστρατείας, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αφορούν την πορεία της ηγέτιδας δύναμης του πλανήτη και την πολιτική, που αυτή θα ακολουθήσει και ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον, για την εκλογή του Αμερικανού προέδρου, που θα διαδεχθεί τον απερχόμενο Barack Hussein Obama, είναι δεδομένο και απολύτως, φυσιολογικό, αφού οι αποφάσεις, που θα λάβει ο υποψήφιος, που θα εκλεγεί, θα έχουν άμεσες και μεγάλες επιπτώσεις, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου.

Τα τύμπανα ενός μεγάλου πολέμου, με την χρήση πυρηνικών οπλών, έχουν αρχίσει, εδώ και καιρό, να ηχούν και μια πιθανή εκλογή της Hillary Clinton είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει, στην διεξαγωγή του. Οι ελίτ, που συναπαρτίζουν το βαθύ αμερικανικό κράτος και στηρίζουν την εκλογή της Hillary Clinton δεν είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν την ηγεμονική πολιτική της Ουάσινγκτων και δεν θα αφήσουν τις Η.Π.Α. να υποβαθμισθούν, σε μια δευτερεύουσα παγκόσμια δύναμη, ή να μοιραστούν την πλανητική κυριαρχία, με την Κίνα, την Ρωσία, ή οποιαδήποτε άλλη ανερχόμενη δύναμη.

Αυτή η εμμονή των αμερικανικών ελίτ, για την πλανητική πρωτοκαθεδρία είναι η πηγή των μεγαλύτερων κινδύνων, όσον αφορά τον σύγχρονο κόσμο. Η αμερικανική υπερδύναμη και η Δύση, ως σύνολο, πρέπει να παραδεχθούν το απλούστατο γεγονός ότι τα χρόνια της παγκόσμιας κυριαρχίας τους πλησιάζουν, στο τέρμα τους.

Αυτή την, προφανώς, δύσκολη, επίπονη και πολλές φορές δυσάρεστη - έως οδυνηρή - πραγματικότητα οι αμερικανικές και οι δυτικές ελίτ οφείλουν να την αποδεχθούν, προκειμένου να περάσουν, στην συνέχεια, στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης, με τις παρούσες και τις ανερχόμενες υπερδυνάμεις, η οποία διαπραγμάτευση πρέπει να οδηγήσει στην ομαλή μετάβαση, σε ένα καινούργιο πλανητικό σύστημα ισορροπίας, στο οποίο οι Η.Π.Α. και η Δύση δεν θα έχουν τον πρώτο και μοναδικό λόγο, ως προς την λήψη των αποφάσεων, που αφορούν τον πλανήτη και τα διεθνή προβλήματα, που προκύπτουν.

Σε αυτή την αναγκαία και μακρόσυρτη διαπραγματευτική διαδικασία, στην οποία πρέπει να εμπλακούν οι Η.Π.Α. και η Δύση, η τυχούσα εκλογή της Hillary Clinton, ως προέδρου της δύουσας και φθίνουσας αμερικανικής υπερδύναμης δεν θα είναι επιβοηθητική. Θα δυσκολεύσει πάρα πολύ την διαπραγματευτική διαδικασία, στην οποία αρνείται να εισέλθει, αν και στην πολιτική ουδέν αποκλείεται, αφού, έστω και δύσκολα, η τωρινή υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος μπορεί, ως πρόεδρος των Η.Π.Α. να αλλάξει πορεία και να πράξει αυτό που, τώρα, διακηρύσσει ότι δεν πρόκειται να πράξει.

Όμως, με δεδομένη την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και με, επίσης, δεδομένη την πρόσφατη ιστορία της Hillary Clinton, ως υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης του Barack Hussein Obama και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τα έκανε κυριολεκτικά θάλασσα, στην Μέση Ανατολή (και όχι μόνο, αφού αυτή είναι η πραγματική "μητέρα" των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους), η ήττα της υποψήφιας του Δημοκρατικού Κόμματος είναι η προτιμότερη και ασφαλέστερη εξέλιξη, όσον αφορά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, η Hillary Clinton, είναι προτιμότερο να ηττηθεί, τώρα, από το να εκλεγεί και στην συνέχεια, να περιμένουμε την μεταστροφή της πολιτικής της, κάτω από την πίεση της ανάγκης και της πραγματικότητας, που θα έχει να αντιμετωπίσει.

Και είναι προτιμότερη η τωρινή ήττα της Hillary Clinton, διότι,  εάν εκλεγεί, ως πρόεδρος των Η.Π.Α., κάτω από αυτές τις συνθήκες, που θα αντιμετωπίσει, η λήψη - από την ίδια και υπό την επήρεια του επιτελείου της - των εσφαλμένων αποφάσεων είναι πολύ πιθανή, με δεδομένο το ηγεμονικό και επιθετικό πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο της ιδίας, αλλά και των ελίτ, που την στηρίζουν.

Βέβαια, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι, που θα προσέλθουν στις κάλπες, όταν τελειώσει όλο αυτό το αλλόκοτο και νοσηρό προεκλογικό περιβάλλον, θα έχουν τον τελικό λόγο. Ο δρόμος, που οι δύο υποψήφιοι έχουν να διαβούν, μέχρι την ψηφοφορία της 8ης Νοεμβρίου είναι δύσβατος, μακρύς και έως τώρα (αργότερα, βλέπουμε), παραμένει αβέβαιος.

Το τί θα προκύψει, ως αποτέλεσμα δεν μπορούμε να το επηρεάσουμε. Αν και αυτό θα μας επηρεάσει.

Το μόνο που μπορούμε να πράξουμε, είναι να παρακολουθούμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας, στο μη χείρον...



 

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

ΣΥΡΙΖΑ : Από το 2ο συνέδριο, στον προδιαγραφόμενο πολιτικό όλεθρο. (Ο Αλέξης Τσίπρας, ο Wolfgang Schäuble, το επιδιωκόμενο Grexit και η μετάθεση της συζήτησης, για την ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους).




Το τέλος του 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, για μια εκτίμηση της μελλοντικής πορείας του κόμματος αυτού και της κυβέρνησης συνασπισμού του Αλέξη Τσίπρα, αφού, η αναμενόμενη πλήρης κυριαρχία του πρωθυπουργού και της ηγετικής ομάδας, που προσδιορίζει την κυβερνητική πολιτική και την ένταξή της, στις δαιδαλώδεις, λεπτομερείς και ανεξάντλητες απαιτήσεις του 3ου Μνημονίου και των ξένων δανειστών, πραγματοποιήθηκε, χωρίς την παραμικρή αναταραχή και άνευ ουσιαστικής αντίδρασης.

Τα στελέχη, που απέμειναν, στον ΣΥΡΙΖΑ, μετά την υπογραφή του 3ου Μνημονίου και την διάσπαση του Αυγούστου του 2015, ενστερνίστηκαν τον κυβερνητισμό και ενσωματώθηκαν, πλήρως, στον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο έχουν κατακτήσει, με αποτέλεσμα να τον αντιμετωπίζουν, ως πολιτικό λάφυρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πλέον, είναι ένα κλασικό καθεστωτικό και εξουσιαστικό κυβερνητικό πολιτικό κόμμα, όπως όλα τα άλλα, που άσκησαν, στο παρελθόν, την κυβερνητική εξουσία.

Και φυσικά, σε ουδέν διαφέρει, από αυτά, πέραν της θέσης του, ως κόμματος της Αριστεράς, στην καθιερωμένη πολιτική γεωγραφία. Αλλά αυτό το γεγονός είναι αδιάφορο, αφού η διακυβέρνηση και οι ανάγκες, για την διατήρηση και την διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας, έχουν την δική τους εσωτερική λογική, οι οποίες δεν εμπίπτουν, σε πολιτικές ταξινομήσεις, ούτε εντάσσονται, στις πολιτικοϊδεολογικές αφηγήσεις, που πηγάζουν από την κομματική γεωγραφία.

Η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας πραγματοποιείται, στο όνομα των συμφερόντων, που η κάθε κυβέρνηση επιλέγει και έρχεται να ικανοποιήσει και ως εκ τούτου, στην πράξη, οι έννοιες της αριστεράς, του κέντρου και της δεξιάς, αποτελούν φενάκη και ουσιαστικά, στερούνται νοήματος. Με λίγα λόγια, η κυβερνητική εξουσία ασκείται από εκείνους, που την ασκούν, υπέρ των ίδιων και πρωτίστως, υπέρ των εντοπίων και ξένων ελίτ, που επιτρέπουν (ή/και που τους αφήνεται και τους παρέχεται η δυνατότητα να επιτρέπουν), στους κυβερνώντες, να ασκούν την εξουσία αυτή. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν οι κυβερνώντες - όπως ο Αλέξης Τσίπρας, ο συγκυβερνήτης Πάνος Καμμένος και οι γύρω από αυτούς - έχουν κάνει τις στρατηγικές τους επιλογές, ως προς τις κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής.

Ο Αλέξης Τσίπρας, η ηγετική ομάδα του κόμματός του και ο εναπομείνας, μετά την περυσινή διάσπαση, ΣΥΡΙΖΑ, με όλα τα στελέχη και τις ομάδες τους, επέλεξαν την υπογραφή του 3ου Μνημονίου και την, πάση θυσία, παραμονή, στο ευρώ και την ζώνη του. Και αυτή την πολιτική είναι διατεθειμένοι να υπηρετήσουν. Και αυτό προτίθενται να το πράξουν, όπως φαίνεται και όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, με όποιο κόστος. Τουλάχιστον, όσο αυτό το κόστος φαίνεται, ως διαχειρίσιμο.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, με την φράση του ("Όλοι μαζύ τα κάναμε και όλοι μαζύ τα εφαρμόζουμε"), που εκστόμισε, στο συνέδριο, εξέφρασε, πολύ παραστατικά, αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, με δεδομένο τον ζόφο, που αυτή εκφράζει, για την ελληνική κοινωνία, αλλά και για το πολιτικό μέλλον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - Ανεξάρτητων Ελλήνων και του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμματος της αριστεράς.

Ως εκ τούτου, η πορεία, που επέλεξαν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι προκαθορισμένη, από την στρατηγική επιλογή, που έκαναν και η οποία έχει σαν βάση της, την παραμονή της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Και αυτή η επιλογή δεν ήταν, απλώς, μια επιλογή ανάγκης. Έχει τις ρίζες της, στις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες και ιδεοληψίες αυτής της ηγετικής ομάδας των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, όπως προκύπτει και από τους ισχυρισμούς του πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Θανάση Πετράκου, γύρω από έναν έντονο διάλογό του, με τον Αλέξη Τσίπρα, τον Απρίλιο του 2015 και το επιχείρημα του πρωθυπουργού, για την δικαιολόγηση της επιλογής της παραμονής στο ευρώ και την ζώνη του ("Τι θέλεις, να πάμε στη δραχμή; Το ξέρω κι εγώ, σ’ ένα χρόνο, η ανάπτυξη θα είναι πολύ μεγάλη αν πάμε σε εθνικό νόμισμα, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε τους πρώτους 3 έως 6 μήνες"), αφού  και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα, που τον περιβάλλει, γνώριζαν, πολύ καλά, ότι η επιστροφή, στο εθνικό νόμισμα, θα οδηγούσε την χώρα, σε μια ξέφρενη αναπτυξιακή πορεία.

Από εκεί και πέρα, η επίκληση, από τον πρωθυπουργό, του φόβου του, ως προς το ότι η ελληνική οικονομία δεν θα μπορούσε να αντέξει το σοκ, κατά το πρώτο τρίμηνο, με εξάμηνο, της επαναφοράς της δραχμής, ως νομίσματος της χώρας, αποτελεί μια φθηνή δικαιολογία, η οποία δεν έχει βάση και είναι προσχηματική, διότι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, οι ίδιοι οι ευρωζωνίτες, με πρώτον και καλύτερο τον Wolfgang Schäuble, του πρότειναν μια λύση ομαλής εξόδου, της Ελλάδας από την ευρωζώνη, την οποία η ελληνική κυβέρνηση (κακώς) δεν δέχτηκε να συζητήσει.

Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση ήταν και αυτή διατεθειμένη να παράσχει λύσεις και βοήθεια, εάν η ελληνική κυβέρνηση επέλεγε την ενδιάμεση λύση της κυκλοφορίας ενός παράλληλου, με το ευρώ, τοπικού νομίσματος, που επεξεργαζόταν ο, τότε, υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, ακόμη και αν αυτό οδηγούσε, τελικά, στην έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.

Και φυσικά, η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν διατεθειμένη να τυπώσει ελληνικές δραχμές, εάν η ελληνική κυβέρνηση επέλεγε να επαναφέρει το εθνικό νόμισμα, εγκαταλείποντας το ευρώ. Αυτή την απάντηση είχε δώσει ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος ("Αν το ζητήσετε, μπορούμε"), στον Αλέξη Τσίπρα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση, πέραν αυτής της διερευνητικής επαφής, ουδέν άλλο έπραξε.

Σε κάθε περίπτωση, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν, για την γερμανική κυβέρνηση και τους λοιπούς ευρωζωνίτες, δεδομένη. Ως εκ τούτου, οι όποιοι τακτικισμοί της ήσαν χωρίς αντίκρισμα, αφού οι ξένοι δανειστές γνώριζαν τα όρια, μέσα στα οποία αυτή η ηγετική ομάδα εκινείτο. Και τα όρια αυτά ήσαν το ευρώ και η ζώνη του. Δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προσδιόριζαν, ακόμη και ως προς την παραμικρή του λεπτομέρεια, η γερμανική κυβέρνηση, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και η Ε.Κ.Τ.

Ο μόνος πραγματικός φόβος και η πιο μεγάλη πηγή κινδύνου, για τις ελίτ της ευρωζώνης εντοπίζονταν, στον Γιάννη Βαρουφάκη και στον δικό του σχεδιασμό, ο οποίος περιλάμβανε, ακόμη και την μετατροπή της ευρωζώνης, σε ένα πλήρως χαοτικό τοπίο, με την κυκλοφορία παράλληλου νομίσματος και την εκτύπωση ποσοτήτων ευρώ, χωρίς την έγκριση της Ε.Κ.Τ. Πολύ περισσότερο, βέβαια, ο φόβος των ευρωζωνιτών εντοπίζονταν, στην δύναμη, που είχε ο Γιάννης Βαρουφάκης, ως εκφραστής ενός άτυπου, αλλά και ισχυρού τμήματος της αμερικανικής διοίκησης, το οποίο ήταν διατεθειμένο να βοηθήσει, στην υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού, εάν αυτός είχε την έγκριση του Αλέξη Τσίπρα. Αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε, αφού ο Γιάννης Βαρουφάκης απομακρύνθηκε, αμέσως, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015.

Έτσι, ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Γιώργος Σταθάκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο Νίκος Βούτσης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και οι συν αυτοίς, αποδέχτηκαν, υπέγραψαν και ψήφισαν το 3ο Μνημόνιο, με αποτέλεσμα να φθάσουν, στο τωρινό αδιέξοδο και να αντιμετωπίζουν την ραγδαία πολιτική και δημοσκοπική αποψίλωση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν έχει πραγματικούς δεσμούς, με την ελληνική κοινωνία. Μπορεί να προσπαθεί, ως κυβέρνηση, να τους αποκτήσει, αλλά, ως ένα κόμμα της ελληνικής αριστεράς, της τάξης του 4%, αυτούς τους δεσμούς, δεν τους έχει κατοχυρώσει. Και αν έφθασε, στα επίπεδα του 35%, τα έφθασε, πάνω, σε μια, καθαρά, ευκαιριακή βάση και για έναν συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος εντοπίζεται, στην απαλλαγή της χώρας και της κοινωνίας, από την μνημονιακή κηδεμόνευση των ξένων δανειστών.

Και φυσικά, αυτός ο λόγος, για τον οποίο το εκλογικό σώμα εκτόξευσε, στα ύψη, τον ΣΥΡΙΖΑ, ουδόλως, έχει ικανοποιηθεί. Το αντίθετο, μάλιστα, αφού, με την υπογραφή και την υλοποίηση του 3ου Μνημονίου, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έχει καταπατήσει όλες τις δεσμεύσεις της, είτε αυτές είναι οι αρχικές και "αυθεντικές" των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, είτε οι δεύτερες των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, οι οποίες εμφανίστηκαν, ως προϊόν ενός "αναγκαίου συμβιβασμού", με τους ξένους δανειστές.

Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακραία ιδεολογική ασυνέπεια, στην πολιτική απαξίωση και στην ραγδαία δημοσκοπική συρρίκνωση. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι, ακόμη, παρουσιάζει κάποιες αντοχές, αφού κινείται, στα επίπεδα του 14%, με δεδομένη την δομική αδυναμία της διαλυμένης φιλομνημονιακής κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) να προσελκύσει τους χαμένους ψηφοφόρους της, που στράφηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όλα αυτά έχουν ένα όριο, το οποίο, όταν ξεπεραστεί, η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι παταγώδης και κατεδαφιστική.

Δυστυχώς, για τον Αλέξη Τσίπρα και την παρέα του, οι μέλλουσες εξελίξεις εμφανίζονται, απολύτως, δυσμενείς, αφού η γερμανική κυβέρνηση, με επί κεφαλής τον Wolfgang Schäuble, δεν αφήνει, στην ελληνική κυβέρνηση κανένα περιθώριο ελπίδας, όχι, μόνο, όσον αφορά την συζήτηση, για τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, τα οποία παραπέμπει, για, μετά το 2017 και τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, αλλά θέτει θέμα και πλήρους εφαρμογής των όσων έχουν συμφωνηθεί, στο 3ο Μνημόνιο, όπως και την ενεργοποίηση του αυτόματου κόφτη των δημόσιων δαπανών, που έχει ψηφισθεί, με τον Ν. 4387/2016, καθώς και όσων "μεταρρυθμίσεων" ζητήσει να γίνουν, το Δ.Ν.Τ., προκειμένου αυτό να παραμείνει, ως δανειστής ή/και "τεχνικός σύμβουλος" στο αποκαλούμενο "ελληνικό πρόγραμμα".

Ο Αλέξης Τσίπρας αντιλαμβανόμενος τον προδιαγραφόμενο όλεθρο, ο οποίος θα προκύψει, από την παράταση της εκκρεμότητας, γύρω από τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους και την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, στην Ελλάδα, η οποία θα οδηγήσει σε τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια και στον πολιτικό θάνατο του ΣΥΡΙΖΑ, προσπάθησε, με την ομιλία του, στο συνέδριο του κόμματος, να εκβιάσει τον γερμανική κυβέρνηση και τους ξένους δανειστές, ζητώντας την άμεση πρόταξη του ζητήματος του ελληνικού δημόσιου χρέους και λέγοντας ότι :

"Είχαμε σκοπό να κλείσουμε την αξιολόγηση, για να φτάσουμε στην κρίσιμη συζήτηση, για το χρέος και την ποσοτική χαλάρωση. Συνεχίζουμε να τηρούμε την συμφωνία, το ίδιο περιμένουμε και από τους εταίρους μας, να την τηρήσουν. Οι ολιγωρίες δεν μπορούν και δεν θα γίνουν αποδεκτές. Η κυβέρνηση έχει καταφέρει να χτίσει ισχυρές συμμαχίες, στην Ευρώπη. Δυνάμεις, στην Ευρώπη, πιστεύουν ότι πρέπει να γίνει η συζήτηση, για το χρέος, όχι μόνο, προς το συμφέρον της Ελλάδας, αλλά και για το συμφέρον της Ευρώπης. Δεν μιλάμε για ελληνικό, αλλά για ευρωπαϊκό πρόβλημα. Ο χρόνος της συζήτησης, για το ελληνικό χρέος είναι κρίσιμο μέγεθος. Η Ευρώπη έχει επιδείξει αμηχανία και καθυστέρηση, που τις συνέπειες τις ζούμε όλοι. Εξαιτίας της διαχείρισης, της αργής, των κρίσεων η Ευρώπη αντιμετωπίζει άνοδο των δυνάμεων της ακροδεξιάς, Γι΄ αυτό είχαμε το αποτέλεσμα, που είχαμε στο δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας, την άνοδο της ακροδεξιάς στην Γαλλία και την Γερμανία. Θεωρούμε ότι, τώρα, είναι η κρίσιμη ώρα, για να συζητηθεί το χρέος... Η τακτική της καθυστέρησης μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδία ολόκληρη την Ευρώπη".


Προφανώς, η Angela Merkel και ο Wolfgang Schäuble δεν πρόκειται να αποδεχούν τις ελληνικές απειλές. Τις έχουν ξανακούσει και έχουν αδιαφορήσει, γι' αυτές, αφού "αυτά τα σκυλιά οι Γερμανοί" - κατά τα λεγόμενα του Γάλλου υπουργού Οικονομικών Michel Sapin - θέλουν το Grexit.

Βέβαια,  το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αποτελέσει μια τραγωδία για την Ευρώπη, εάν ο πρωθυπουργός και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, μαζύ με τον Πάνο Καμμένο, θα εφαρμόσουν μια τέτοια πολιτική, η οποία θα καταστήσει ικανό αυτό το πρόβλημα να δημιουργήσει ένα "δημιουργικό χάος", στην ευρωζώνη.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει, με την έμπρακτη επαναφορά, στις πολιτικές του Γιάννη Βαρουφάκη και σε, ακόμη, ριζοσπαστικότερες λύσεις, οι οποίες, τελικά, θα οδηγούσαν την Ελλάδα, εκτός ευρωζώνης (αλλά, ακόμη και εκτός της αποκαλούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης").

Ως εκ τούτου, το "φάντασμα" της δραχμής παραμένει, πάντα εδώ.

Αυτή η πολιτική, όμως, δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα και των ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ...

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Είναι πιθανός ένας πυρηνικός πόλεμος στην Ευρώπη; (Η κλιμακούμενη όξυνση της αμερικανορωσικής αντιπαράθεσης, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές και γιατί δεν πρέπει να εκλεγεί η Hillary Clinton).




Πόσο πιθανός είναι ένας (περιορισμένος, ή μη) πυρηνικός πόλεμος στην ευρωπαϊκή ήπειρο;

Όσο και αν φαίνεται ότι η διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου, στην Ευρώπη, αποτελεί ένα ακραίο σενάριο, το οποίο υποτίθεται ότι, εκ των πραγμάτων, είναι απίθανο να συμβεί, στην πραγματικότητα, μια τέτοια δυσμενής εξέλιξη δεν είναι καθόλου απίθανη. Μπορεί, για τις δυτικές ελίτ, όπως και για την ρωσική ηγεσία, να είναι δύσκολη η επιλογή της πραγματοποίησης ενός τέτοιου αποτρόπαιου εγχειρήματος, όμως αυτή η δυσκολία, δεν είναι ανυπέρβλητη.

Και το χειρότερο δεν είναι αυτό.

Το χειρότερο όλων είναι ότι, σε ένα τμήμα των ελίτ της Δύσης (περισσότερο, στην αμερικανική, λιγότερο στις ευρωπαϊκές), αλλά και (ακόμη, περισσότερο) της Ρωσίας, φαίνεται ότι η διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου, στα ευρωπαϊκά εδάφη, θεωρείται, ως διαχειρίσιμη.

Η κατάσταση, που επικρατεί στην Βαλτική, με την επισημοποίηση της αποστολής αντιπυραυλικών συστημάτων S 400 και πυραύλους, τύπου Iskander, που μπορούν να φέρουν (και στην συγκεκριμένη περίπτωση, φέρουν) πυρηνικές κεφαλές, επιβάλλοντας, στην ευρύτερη περιοχή, μια ζώνη επιτήρησης και εν τοις πράγμασι, ουσιαστικής απαγόρευσης μη επιθυμητών πτήσεων αεροπλάνων του ΝΑΤΟ, ενώ, παράλληλα, μπορούν να ισοπεδώσουν εκτεταμένες και πυκνοκατοικημένες περιοχές, σε απόσταση 700 km, φθάνοντας, μέχρι το Βερολίνο και ακόμη πιο μακριά, είναι σαφής, ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο των παραπάνω διαπιστώσεων.

Όλα αυτά, προφανώς, δεν ήσαν τυχαία. Απετέλεσαν τμήμα του ευρύτερου σχεδιασμου της ρωσικής ηγεσίας, η οποία, ανάμεσα στα άλλα, εκτίμησε ότι η αμερικανική διοίκηση βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας και δεν μπορεί να λάβει σημαντικές αποφάσεις, λόγω της προεκλογικής περιόδου, για την ανάδειξη του διαδόχου του απερχόμενου προέδρου των Η.Π.Α. Barack Hussein Obama, στις 8 Νοεμβρίου και εν όψει της μεταβατικής περιόδου των δυόμισυ μηνών, μέχρι την παράδοση της διοίκησης, στον νέο πρόεδρο, ο οποίος θα αναλάβει τα καθήκοντά του, στις 20 Ιανουαρίου 2017.

Οι ρωσικές ενέργειες, στα πλαίσια του ευρύτερου στρατιωτικού σχεδιασμού του Κρεμλίνου, λαμβάνουν υπόσταση την στιγμή, που το ενδιαφέρον των Αμερικανών και των συμμάχων τους, είχε στραφεί, στις ασκήσεις, που, ξαφνικά, διεξήγαγε ο ρωσικός στόλος, στον Αρκτικό Κύκλο και προφανώς, δηλώνουν ότι η ρωσική ηγεσία είναι έτοιμη, για ένα συνολικότερο και γενικευμένο πόλεμο, με τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ, ο οποίος θα συμπεριλαμβάνει και τακτικά πυρηνικά πλήγματα, στην Ευρώπη, η οποία, έτσι, θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, αφού θα αντιμετωπίσει ανείπωτες και πρωτοφανείς καταστροφές, τέτοιας έκτασης, η οποία δεν έχει εμφανισθεί, μέσα στην διαδρομή της ανθρώπινης Ιστορίας. Και φυσικά, αυτές οι εξωπραγματικές καταστροφές θα καταστούν πραγματικές, θα συνοδεύονται, από τεράστια προσφυγικά κύματα, τα οποία θα είναι αδύνατο να διαχειρισθούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες είναι σαφές ότι θα καταρρεύσουν.

Το αστείο, στην όλη υπόθεση, είναι ότι η Λιθουανία, από την οποία περνούν και από την οποία εξαρτώνται οι προμήθειες, που πηγαίνουν, στον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ, απειλεί, με απαγόρευση διέλευσης οποιουδήποτε προϊόντος, προς τον ρωσικό θύλακα, που συνορεύει, με την χώρα αυτή και με την Πολωνία, ενώ στερείται οποιασδήποτε εδαφικής συνέχειας, με την Ρωσία. Προφανώς, αυτή η ιδέα, όπως και όλες οι άλλες, που αφορούν την σχέση της, με τον ενοχλητικό γειτονικό γίγαντα, αποτελεί μέρος του αμερικανονατοϊκού σχεδιασμού, αλλά, ως σύλληψη, είναι κακή, διότι, απλούστατα, θα οδηγήσει, εάν πραγματοποιηθεί, στην άμεση και ταχεία κατάληψη της χώρας, από τον ρωσικό στρατό, χωρίς κανείς να μπορεί να την αποτρέψει.

Το μέλλον, για τους Ευρωπαίους συμμάχους των Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ, θα γίνει, ακόμη, χειρότερο, εάν η ρωσική δύναμη δεν ανασχεθεί, αφού ο ρωσικός στρατιωτικός σχεδιασμός, που θα ξεπεράσει τα 19 τρισ. ρούβλια, περιλαμβάνει, στο μέτωπο της ανατολικής Ευρώπης την ανάπτυξη 120 συστημάτων πυραύλων Iskander, 600 μαχητικών αεροσκαφών, 1.100 ελικοπτέρων, 100 τεθωρακισμένων οχημάτων και 2.300 αρμάτων μάχης. Προφανώς, οι προθέσεις της ρωσικής ηγεσίας, όσον αφορά τους πρώην συμμάχους της, στα χρόνια του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, είναι πολύ κακές, εάν όλα αυτά συνδυασθούν, με το γεγονός ότι οι πύραυλοι Iskander, με συμβατική και πυρηνική γόμωση, έχουν τοποθετηθεί και στην Κριμαία, με αποτέλεσμα η Ρουμανία και οι γύρω περιοχές, που βρίσκονται, υπό την σκέπη του ΝΑΤΟ, να βρίσκονται, υπό την άμεση απειλή ενός επικείμενου και απολύτως, βέβαιου ολέθρου.

Αλλά και η κατάσταση, που επικρατεί, στον βάλτο της Ουκρανίας, δεν είναι καλύτερη. Η διχοτόμηση της χώρας παραμένει, ως έχει και η Ρωσία έχει επιβάλει το προσωρινό status quo, που επιθυμεί, εν όψει της τελικής λύσης του προβλήματος, η οποία, όσο και αν αργήσει, δεν μπορεί να είναι διαφορετική, από αυτήν, που επιβάλουν οι θελήσεις της ρωσικής ηγεσίας και οι οποίες δεν πρόκειται να διαφοροποιηθούν, παρά μόνον, εάν η ρωσική υπερδύναμη ηττηθεί, στα πεδία των μαχών, ή εκτός και εάν λάβει, από την αμερικανική κυβέρνηση εκείνα τα ανταλλάγματα, που επιθυμεί.

Ειδικότερα, για την Ουκρανία, επειδή πολλοί έχουν μια αφελή αντίληψη, για την διεθνή γεωπολιτική και τις σχέσεις των κρατών, καλόν είναι να πληροφορηθούν ορισμένα πράγματα, αφού κοιτάξουν, προηγουμένως, τον χάρτη της περιοχής, για την οποία μιλάμε. Εφ' όσον το πράξουν θα δουν ότι :

1) Η Ρωσία δεν πρόκειται να δεχθεί την παρουσία του ΝΑΤΟ, των δυνάμεών του και των οπλικών του συστημάτων 800 χλμ μακριά από την Μόσχα. Για την Ρωσία, μια τέτοια ενέργεια είναι αιτία πολέμου. Αυτόν τον πόλεμο θα τον πραγματοποιήσει, εάν χρειασθεί και θα τον κερδίσει. Με όποιο κόστος.

2) Η Ρωσία δεν πρόκειται να δεχθεί να μετατραπεί η Μαύρη Θάλασσα, σε αμερικανονατοϊκή λίμνη. Έχει την δύναμη να μην επιτρέψει μια τέτοια γεωπολιτική μεταβολή. Και ήδη, την έχει χρησιμοποιήσει. Και θα συνεχίσει να την χρησιμοποιεί.

3) Η Ρωσία θεωρεί, ως εχθρική ενέργεια, οποιαδήποτε ένταξη γειτονικής της χώρας, στο ΝΑΤΟ. Έχει την δύναμη να την αποτρέψει. Και θα την αποτρέψει.


Δεν θα προχωρήσω, παρακάτω, στο τί άλλο προτίθεται να κάνει η Ρωσία, με τις άλλες γειτονικές της χώρες, που έχουν ενταχθεί, στο ΝΑΤΟ. Προτίθεται να πράξει πολλά, τα οποία έχουμε περιγράψει.
 
Ιδιαίτερα, η διχοτομημένη Ουκρανία είναι εκείνη, που πρέπει να προσέξει περισσότερο, από όλους, διότι κινδυνεύει, με άμεση κατάληψη, από τον ρωσικό στρατό. Αυτό, εάν συμβεί, δυστυχώς, θα οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας, στο να προσφυγοποιηθεί, όπως συνέβη και στην Συρία.

Το μεγαλύτερο δυστύχημα, για τους Ουκρανούς είναι ότι ουδείς θα τους βοηθήσει. Γι' αυτό και πρέπει να είναι μετρημένοι, στα λόγια και στα έργα τους. Και καλόν είναι να μην τους φουσκώνουν τα μυαλά, τα όποια λόγια των Δυτικών, οι οποίοι εύκολα τα λένε και όταν έρχεται η ώρα, για έργα, ουδέν πράττουν και τελικά, καταστρέφουν τους λαούς, στους οποίους υπόσχονται, όσα οι ελίτ, που τους διοικούν, επιθυμούν να ακούσουν.







Από την άλλη πλευρά, η ταχύτατη πύκνωση των στρατιωτικών μέτρων, που λαμβάνει η Ρωσία, στα εδάφη της Συρίας και στην θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, με την αποστολή του αεροπλανοφόρου "Ναύαρχος Κουζνετσώφ" (το οποίο είναι το μοναδικό της αεροπλανοφόρο) και ενός ολόκληρου πολεμικού στόλου πλοίων επιφανείας και υποβρυχίων, από τον στόλο της Βόρειας Θάλασσας, αλλά και από, αυτόν, που βρίσκεται, στον Εύξεινο Πόντο, είναι απολύτως, ενδεικτική της τεράστιας σημασίας, που δίνει η ρωσική ηγεσία, στον πόλεμο, που διεξάγεται στην Συρία.

Στον πόλεμο αυτόν, η ρωσική συμμετοχή είναι τεράστια και σημαντική, αφού ανέτρεψε τα δεδομένα του πεδίου των μαχών, επιτρέποντας στο καθεστώς του Μπασάρ αλ Ασάντ να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του συριακού εδάφους, οδηγώντας την αμερικανική ηγεσία, στην απελπισία και στην επιχειρούμενη κλιμάκωση της, ολοένα και περισσότερο, στρατιωτικοποιούμενης έντασης, που επικρατεί, στις αμερικανορωσικές σχέσεις.

Η ουσία είναι ότι αμερικανικές ελίτ έχουν κατατρομοκρατηθεί, από την επανεμφάνιση της ρωσικής δύναμης και από το γεγονός ότι, στην παρούσα φάση, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εκμεταλλεύεται, σε επίπεδο τακτικών κινήσεων, την αρρυθμία, που έχει επιφέρει, στην εξωτερική και την στρατιωτική πολιτική της χώρας τους, η μεταβατική περίοδος, στην οποία ευρίσκεται η αμερικανική διοίκηση. Έτσι, οι κυβερνώντες, στην Ουάσινγκτων, προσπαθούν να επιτύχουν δύο πράγματα :

1) Να επιβάλουν την Hillary Clinton, ως νικήτρια της εκλογικής μάχης, για την αμερικανική προεδρία. Σε αυτή τους την προσπάθεια, είναι η αλήθεια ότι συμβάλλει και ο ίδιος ο αντίπαλος της συζύγου του Bill Clinton, με την απρόσεκτη αθυροστομία του και πολύ περισσότερο, ένα τμήμα των μεγαλοπαραγόντων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο δεν στηρίζει και υπονομεύει τον εκλογικό αγώνα του Donald Trump, με πρωταγωνιστές το γνωστό γεράκι John McCain, τον γηραιό George Bush, την Condoleezza Rice, τον Paul Wolfowitz, τον Collin Powell, τον Paul Ryan και άλλους, οι οποίοι, ως μέλη των ελίτ, που λειτουργούν, ως βαθύ αμερικανικό κράτος, αντιτίθενται, στην προσέγγιση, με την Ρωσία, μια προσέγγιση, την οποία, διακηρυκτικά, προτείνει ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τον οποίο, ουσιαστικά, επέβαλαν οι συντηρητικοί ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι, στην  αστικογραφειοκρατική κομματική νομενκλατούρα. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο κυριότερος λόγος, για τον οποίον η Hillary Clinton πρέπει να ηττηθεί. Δύσκολο μεν - λόγω των ανοησιών και της απρόσεκτης αθυροστομίας του Donald Trump -, αλλά όχι αδύνατο.

2) Να αντιστρέψουν τον τακτικό ρωσικό σχεδιασμό, με μια επικοινωνιακή καταιγίδα, η οποία στηρίζεται, στον ισχυρισμό ότι αυτή η πολιτική αρρυθμία, που προκύπτει, από την διεξαγωγή της προεδρικής εκλογής και της μεταβατικής περιόδου, μέχρι την ανάληψη της προεδρίας, από τον νεοεκλεγμένο πρόεδρο των Η.Π.Α., στις 20/1/2017, δεν αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, αλλά είναι μια εσφαλμένη υπόθεση της ρωσικής ηγεσίας. Και ότι, φυσικά, ακριβώς επειδή αποτελεί μια εσφαλμένη υπόθεση, η παρούσα απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση του Barack Hussein Obama είναι διατεθειμένη να τραβήξει τα πράγματα, στα άκρα και να δώσει τις μάχες και να διεξαγάγει τους πολέμους, που ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η λοιπή ρωσική ηγεσία θεωρούν ότι η κυβέρνηση Obama δεν πρόκειται να δώσει και  δεν είναι διατεθειμένη να διεξαγάγει. Στα πλαίσια αυτά, η σύναψη αμυντικών συμφωνιών της αμερικανικής κυβέρνησης, με την Σουηδία και την Φινλανδία, απλώς, καθιστούν, ακόμη περισσότερο, πολύπλοκη και επικίνδυνη την κατάσταση, αφού αυτές οι δύο χώρες, που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ κινδυνεύουν, από μια ξαφνική επίθεση της Ρωσίας. Μια επίθεση, η οποία θα είναι καταιγιστική και καταστροφική, για τις χώρες αυτές.


Όμως, όπως είπε ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος στην Συρία και αψηφώντας τις καυχησιολογίες των Αμερικανών, οι οποίοι θέλουν να ισχυρίζονται ότι οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, στην Συρία και αλλού, δεν αποτελούν πραγματικό πρόβλημα, για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις : 

"Η Ρωσία είναι εδώ και δεν έχουμε σκοπό να αποχωρήσουμε. Θα μείνουμε, για πάντα".

Στην πραγματικότητα, η ψήφιση, από την ρωσική βουλή, της νέας συμφωνίας, με την Συρία, για την μόνιμη παραμονή των ρωσικών βάσεων, στο έδαφος της χώρας αυτής, αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής, καθιστώντας την Ρωσία μόνιμο παίκτη του σημαντικού και καίριου αυτού χώρου, για τα συμφέροντα όλων των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη. 

Είναι σαφές ότι αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί, όσο και αν αυτή δυσαρεστεί και οδηγεί στην απελπισία, την αμερικανική υπερδύναμη και την Δύση, την ίδια στιγμή, που η αντιπαράθεσή της, με την Κίνα, στις περιοχή των νότιων κινεζικών θαλασσών είναι παρούσα, ενεργή και μπορεί να καταστεί εκρηκτική, ανά πάσα στιγμή.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια πυρηνική υπερδύναμη, η οποία μπορεί, μέσα σε 30 λεπτά να αφανίσει πολλές φορές τις Η.Π.Α., τους συμμάχους τους και τον πλανήτη ολόκληρο, όλοι όσοι βρίσκονται, γύρω της, αλλά και μακριά της, δεν μπορούν να την αγνοούν. Εάν την αγνοήσουν, αυτό θα αποτελέσει μια τεράστια ανοησία, εκ μέρους τους. Και αυτό επειδή εκείνοι είναι, που θα υποστούν τις συνέπειες. Όπως, ακριβώς, έπραξαν οι ηγεσίες της Γεωργίας και της Ουκρανίας.

Οι αμερικανικές ελίτ και οι Δυτικοί υποτακτικοί τους είναι ικανοί να τα βάζουν, με αντιπάλους επιπέδου Σαντάμ Χουσεΐν, Μανουέλ Νοριέγκα και Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Αλλά, από εκεί και πέρα, όταν ο αντίπαλος και η δυναμική του είναι άλλης τάξεως και άλλου μεγέθους, παραπαίουν, τρομοκρατούνται και συμπεριφέρονται, ως κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες τους, οι Αμερικανοί, το περισσότερο πιθανόν είναι ότι θα κάτσουν, στην ήπειρό τους, χωρίς να μπορέσουν να κάνουν κάτι το ουσιαστικό, πέρα, από κάποιες μεγαλόστομες φωνές διαμαρτυρίας, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την αποστολή των όποιων δυνάμεων μπορέσουν να στείλουν, προκειμένου οι σύμμαχοί τους να διεξαγάγουν τον πόλεμο εναντίον των Ρώσων, ενώ οι Ευρωπαίοι, που είναι ανύπαρκτοι, θα υποστούν τις συνέπειες.

Απλώς, οι Η.Π.Α. και η Δύση φθίνουν και απέρχονται, ως ηγετικές δυνάμεις του πλανήτη. Αυτό δεν μπορούν να το αποδεχθούν και προσπαθούν να το αποτρέψουν.

Γι' αυτό και ο συνασπισμός των Δυτικών - με επί κεφαλής τις αμερικανικές ελίτ - στο μέτρο, που εμμένει να μην παραδέχεται αυτό, που επέρχεται, καθίσταται επικίνδυνος, ως προς τις αντιδράσεις των ελίτ, που αποφασίζουν, για την τύχη του. Διότι ο πανικός και η απελπισία ουδέποτε είναι καλοί σύμβουλοι.

Οψόμεθα...

 

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Τί συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ; Από το ρεσάλτο της περιόδου 2012 - 2014, για την κατάληψη της κυβέρνησης, στην αδυναμία αντιμετώπισης της κατάστασης και στην ραγδαία κοινωνική και πολιτική αποδόμηση του κόμματος των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού.


Γιάννης Δραγασάκης - Αλέξης Τσίπρας : Την κυβερνητική εξουσία την πήραν, ανέλπιστα και περισσότερο εύκολα από όσο αναμενόταν. Αλλά...




Τι συμβαίνει, με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Αυτό είναι το ερώτημα, που πλανάται, αυτόν τον καιρό, σε όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η (για μένα), απολύτως, αναμενόμενη δημοσκοπική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι αποτέλεσμα της εμφανιζόμενης, ως πρόωρης, κοινωνικής του κατάρρευσης, δεν είναι δυνατόν, πλέον, να συγκαλυφθεί.

Βέβαια, η προσωπική μου πεποίθηση ήταν ότι η αποδόμηση της κοινωνικής και της πολιτικής επιρροής του κυβερνώντος κόμματος θα ήταν πολύ μεγαλύτερη, από αυτή, που εμφανίζουν οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις, αλλά το τι ανέμενα και αναμένω εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος, δεν είναι αυτό, που μετράει. Μετράει, τελικά, αυτό, που, εν τοις πράγμασι, συμβαίνει. Και αυτό που συμβαίνει, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγείται, σε μια γρήγορη κοινωνική και πολιτική κατεδάφιση, η οποία, τώρα, εκφράζεται δημοσκοπικά. Και το ερώτημα είναι, σε ποιόν βαθμό αυτή η κατεδάφιση θα εκφραστεί και εκλογικά, όταν έλθει η ώρα.

Προφανώς, βέβαια, ο ανηλεής και αμείλικτος πόλεμος των μεγάλων συμφερόντων, που έχει ξεσπάσει, με την υπόθεση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών και την νέα διαπλοκή, με την οποία η, κοινωνικά, αφυδατούμενη  κυβέρνηση του κόμματος της ριζοσπαστικοφανούς Αριστεράς, καθιστά εμφανή και σε ένα βαθμό, επιδεινώνει, περισσότερο, ή λιγότερο οριακά, την ραγδαία διαδικασία της κοινωνικής αποδόμησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ήταν αναμενόμενο.

Όμως, όλη η πορεία της γοργής κοινωνικής και πολιτικής φθοράς του μεγαλύτερου κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, που εκφράστηκε, αρχικά, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όταν το κόμμα των ορφανών του σταλινισμού, μετά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου και την διάσπαση, που ακολούθησε, έχασε, πάνω από 320.000 ψήφους και στην συνέχεια, με την ταχύτατη κοινωνικοπολιτική φθορά του, δεν επηρεάζεται - ή και αν επηρεάζεται, αυτή η επιρροή δεν είναι σημαντική, ούτε αξιόλογη - από αυτή την συγκυρία, η οποία θα ήταν, απολύτως, ασήμαντη, εάν οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις ήσαν ευνοϊκές, για την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Το κοινωνικό και το πολιτικό τσάκισμα του κόμματος των ορφανών του παραδοσιακού ελληνικού σταλινογενούς κομμουνισμού και των δύο του κλάδων, αυτών του παραδοσιακού σταλινισμού (όπως εκφράζονται από τον παλαιό μπρεζνιεφικό Γιάννη Δραγασάκη και τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα) και από τους ευρωσταλινικούς (δηλαδή τους πολιτικούς απογόνους του Λεωνίδα Κύρκου, υπό τους Αλέκο Φλαμπουράρη και Νίκο Βούτση) είναι προφανές ότι έχει, ως αιτία του, την αργή, αλλά και επίπονη και βασανιστική εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, το οποίο συνομολόγησε, με τους ξένους δανειστές και ψήφισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, παρά την αρνητική ψήφο του εκλογικού σώματος, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, λίγο πριν από τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του περυσινού Σεπτεμβρίου.

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια.

Αυτή η διαδικασία της ραγδαίας κοινωνικής και πολιτικής φθοράς του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, η οποία είναι πρωτοφανής, για τα ελληνικά εκλογικά χρονικά, για ένα κόμμα, το οποίο έχει τόσο λίγο χρόνο, στην εξουσία (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός και το κόμμα του κυβερνούν λιγότερο, από δύο χρόνια, την χώρα), φαίνεται ότι είναι μη αναστρέψιμη. Τα πράγματα μπορούν να γίνουν χειρότερα και όχι καλύτερα. Το μόνο καλύτερο, που μπορεί να συμβεί, στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι - από ένα μελλοντικό χρονικό σημείο και μετά - να ανακοπεί η, περαιτέρω, κατακρήμνιση.

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας εγγυάται, γι' αυτήν την εξέλιξη, μαζύ με το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει, στα μάτια των ευρωγραφειοκρατών και της γερμανικής κυβέρνησης, ένας μη αρεστός "εταίρος", τον οποίον, με ευχαρίστηση θα επιθυμούσαν να ξεφορτωθούν, παρά την ουσιαστική υποταγή του, στα κελεύσματα των ξένων δανειστών.

Με αυτά τα δεδομένα, το επόμενο ερώτημα, που γεννάται σε όλους, έχει να κάνει, με το, κατά πόσον αυτή η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη, από τον ηγετικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά, το γιατί επιδίωξε την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας.

Η εξήγηση είναι απλή.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έκανε ένα ρεσάλτο, στην κυβερνητική εξουσία, το οποίο υπήρξε επιτυχές. Σκοπός της ήταν μια κατάληψη των ελληνικών θερινών ανακτόρων, αφού πολλοί εξ αυτών φαντασιώνονταν ότι, τον Δεκέμβριο του 2014, βρίσκονταν, σε μια αντίστοιχη θέση, με εκείνη του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, τον Νοέμβριο του 1917.

Αυτό που έγινε είναι πολύ απλό, στην σύλληψη του και έγινε κατορθωτό, εξ αιτίας της τεράστιας και απρόσμενης, για την μεγίστη πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας μας, οικονομικής και κοινωνικής λαίλαπας, που εξαπέλυσε η ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010.

Και αυτό που έγινε μπροστά στα μάτια μας, είναι ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, έβαλε σε λειτουργία
το σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας, όταν, ανέλπιστα, στις εκλογές της 6/5/2012, βρέθηκε, από το πουθενά, να είναι δεύτερο κόμμα και αξιωματική αντιπολίτευση μιας κυβέρνησης, όπως αυτή του πολιτικού τυχοδιώκτη Αντώνη Σαμαρά και του, πολιτικοϊδεολογικά, αφελούς Ευάγγελου Βενιζέλου, η οποία στηριζόταν, από τα καταρρέοντα κόμματα του κλασικού αστικού πολιτικού κόσμου, τα οποία είχαν οδηγήσει την χώρα, στην χρεωκοπία.

Η εύκολη κατάρρευση του παλαιού κομματικού συστήματος θεωρήθηκε, από τους παλαιούς σταλινογενείς, ως δεδομένη. Και σε αυτό, δεν έπεσαν έξω. Ως εκ τούτου, η εμφανής επιχειρηματολογία τους και οι ομοίως εμφανείς αντιμνημονιακές πολιτικές θέσεις τους, αποτελούσαν προπαγανδιστικά σχήματα, τα οποία έκρυβαν τις αφανείς πραγματικές θέσεις τους, οι οποίες, στην ουσία τους, ταυτίζονταν, με τις θέσεις των παραδοσιακών ευρωπαϊστών αστικών πολιτικών κομμάτων, όπως και των παλαιών και προώρως, αποσκιρτισάντων εσωκομματικών αντιπάλων τους, που το 2010 εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ και σχημάτισαν, υπό τον Φώτη Κουβέλη, την ΔΗΜΑΡ.


Με δεδομένες τις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες και την προσκόλληση αυτού του κλειστού ηγετικού πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, στο ευρώ και την ζώνη του, η πολιτική που, αφανώς και πραγματικά, πρέσβευαν και ήσαν διατεθειμένοι να ακολουθήσουν αυτοί, που ελάμβαναν τις κρίσιμες αποφάσεις, για την πορεία της κυβέρνησης, τελικά, ήταν φυσικό και επόμενο να τους οδηγήσει, μετά από μια σειρά, από απέλπιδες μανούβρες, στο να υπακούσουν και να υποταχθούν, στις απαιτήσεις και στις εντολές των ξένων δανειστών.

Και εδώ υπήρξε καθοριστικός ο ρόλος του αντιπρόεδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη, ο οποίος ενορχήστρωσε και υλοποίησε όλη την διαδικασία της πολιτικής μανούβρας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, από την κενή περιεχομένου και καθαρά, προπαγανδιστική αντιμνημονιακή ρητορεία, στην υπογραφή του 3ου Μνημονίου και στην υποταγή στις διαταγές των ξένων δανειστών, για χάρη της σωτηρίας του ευρώ και της ζώνης του.

Βέβαια, για να συμβεί αυτή η, εντελώς, απότομη πολιτική μεταστροφή, έπρεπε να γίνει και η επώδυνη διάσπαση, με την απομάκρυνση εκείνου του τμήματος των ηγετικών κλιμακίων του ΣΥΡΙΖΑ, του κομματικού μηχανισμού και των συνεργαζόμενων, που, ως τάσεις, ως συνιστώσες και ως άτομα επέμεναν, στην παλαιά αντιμνημονιακή γραμμή, η οποία οδηγούσε, στην πολιτική επιλογή της σύγκρουσης, με τους ευρωζωνίτες, την εισαγωγή διπλού νομίσματος, καθώς και την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. 

Παρά τους φόβους, που υπήρχαν, ως προς την επιτυχία του εγχειρήματος, αυτό πραγματοποιήθηκε. Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, έγινε, αφού, άλλωστε, ήταν αδύνατο να αποφευχθεί, την ίδια στιγμή, που η παραδοσιακή αντιπολίτευση του αστικού πολιτικού κόσμου (Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ) διευκόλυνε την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα να ψηφίσει, με τεράστια πλειοψηφία το 3ο Μνημόνιο, παρά την καταψήφισή του από την Αριστερή Πλατφόρμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη, από την Ζωή Κωνσταντοπούλου, από τον Γιάννη Βαρουφάκη, αλλά και από άλλους βουλευτές συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ.

Σκοπός, λοιπόν, των μελών αυτού του στενού κύκλου της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να πάρουν την κυβερνητική εξουσία και να υποκαταστήσουν τον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ, με το κόμμα τους - εκδικούμενοι για τον πολιτικό παραγκωνισμό της Αριστεράς, το 1974 -, στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Ως σχεδιασμός, αυτό που πέτυχαν, παρά τον ωμό κυνισμό του (και εξ αιτίας αυτού του κυνισμού), δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακριβώς επειδή είναι ένα τεράστιο πολιτικό επίτευγμα. Όντως, μέσα σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, πήραν την θέση του ΠΑΣΟΚ, όπως εκείνο, κατά την μεταπολίτευση του 1974, πήρε την θέση της Ένωσης Κέντρου και περιθωριοποίησε την ελληνική κομμουνιστική Αριστερά. Και φυσικά, ένα τέτοιο επίτευγμα, δεν μπορεί να είναι και δεν είναι προϊόν μιας ομάδας ψεκασμένων. Κάθε άλλο.

Άλλο είναι το πρόβλημά τους. Και αυτό το πρόβλημα εντοπίζεται, στο γεγονός ότι δεν μπορούν να διαχειριστούν την παρούσα κατάσταση, η οποία τους υπερβαίνει.

Και για να είμαστε αντικειμενικοί, η αλήθεια είναι ότι, δεν ήσαν και δεν είναι μόνοι, σε αυτό το πρόβλημα, αφού, ούτε και οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να διαχειρισθούν την κατάσταση, που αντιμετώπιζαν, το 2010 και το 2012, αν και στην αρχή, νόμιζαν ότι μπορούσαν να την αντιμετωπίσουν. Με τα γνωστά αποτελέσματα.


Αλλά αυτό οι συριζαίοι το ήξεραν. Και αν λένε ότι δεν το ήξεραν, είναι προφανές ότι λένε - ως συνήθως και ως καθ' εξακολούθηση πράττουν - ψέμματα, αφού, σε κάθε περίπτωση, όφειλαν να το ξέρουν.

Ως εκ τούτου, είναι άξιοι της (κακής) τύχης τους...



Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

1 - 2008 μ.Χ. : Η άνοδος και η πτώση των Η.Π.Α. και του Δυτικού Κόσμου και η ακάθεκτη πορεία της Κίνας, προς την πρωτοκαθεδρία, μέσα από την ανακατανομή των ποσοστιαίων μεριδίων των μεγάλων χωρών, στο παγκόσμιο ΑΕΠ. (Η διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, οι επισφαλείς αμερικανορωσικές σχέσεις και οι κρίσιμες αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου).




Το γεγονός ότι, ως παγκόσμια κοινότητα, έχουμε εισέλθει, από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας, σε μια μακρά χρονική περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται, από το επώδυνο τέλος της κυριαρχίας αυτού του ευρύτατου συνασπισμού, που αποκαλείται και αναγνωρίζεται, διεθνώς, ως Δυτικός Κόσμος, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται χώρες και πολιτισμοί της Ανατολής (δηλαδή η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα) και ο οποίος τελεί, υπό την, περίπου πλήρη ηγεμονία των Η.Π.Α., δύσκολα, πλέον μπορεί να αποκρυβεί.

Η Δύση βρίσκεται, σε μια κατάσταση παρατεταμένης φθοράς και παρακμής, από την οποία, όπως φαίνεται δεν έχει τις δυνάμεις να ανακάμψει. Εκτός εάν αποφασίσει να πάρει και να χρησιμοποιήσει τα όπλα της και την παρούσα, ομολογουμένως, μεγάλη, ακόμη, στρατιωτική της ισχύ, έναντι των αντιπάλων της, οι οποίοι, στην ουσία (ακόμη και όταν οι δυτικές ελίτ δεν το βλέπουν), είναι ένας : Η Κίνα.

 Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις και εκδοχές, η Δύση μπορεί να επιτύχει κάποιες μικρότερες, ή μεγαλύτερες αναβολές και παρατάσεις, οι οποίες θα καθυστερήσουν την όλη διαδικασία της υπαγωγής της, σε ένα ρόλο υποδεέστερο, από αυτόν, που τώρα κατέχει, αλλά, ούτως, εχόντων των πραγμάτων και υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί, με την τρέχουσα διαχείριση των διεθνών υποθέσεων και με ομαλό τρόπο, να αποφύγει αυτό, που προκύπτει, από την ίδια την φορά και την εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων και των παγκόσμιων ισορροπιών, που προκύπτουν, από αυτές.

Η, δια μέσου των αιώνων, εξέλιξη της ποσοστιαίας κατανομής του παγκόσμιου ΑΕΠ, ανάμεσα στις μεγαλύτερες δυνάμεις, όπως προκύπτει από το παραστατικότατο και πολύ χρήσιμο γράφημα του καθηγητή του πανεπιστημίου του Michigan, Mark J. Perry, το οποίο περιγράφει αυτή την διαδικασία, από την αρχή της ύστερης αρχαιότητας (1 μ.Χ.), έως τα τέλη της περασμένης δεκαετίας (το 2008), δείχνει, με έναν τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, την ακμή, την παρακμή και την τρέχουσα φρενήρη ανάκαμψη της Κίνας, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ήδη, στα τέλη της ύστερης αρχαιότητας, από την οποία, ξεκινάει το γράφημα και αιώνες πριν από αυτήν, ήταν ένα ενιαίο κράτος και μια αυτοκρατορία.

Από το ίδιο γράφημα προκύπτει ότι η γέννηση του καπιταλισμού, που συνοδεύτηκε, από την κατάκτηση της Αμερικής, από τους Ευρωπαίους, άλλαξε, δραματικά, τις παγκόσμιες ισορροπίες οδηγώντας την Κίνα (αλλά και την Ινδία), σε μια μακραίωνη παρακμή. 

Από αυτό το γράφημα, επίσης, προκύπτει, αβίαστα και χωρίς καμμία αμφισβήτηση, η διαχρονική πορεία της αρχικής ακμής και της σύγχρονης παρακμής και η κατάρρευση της παντοδυναμίας των ευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως και της αμερικανικής υπερδύναμης των μέσων του 20ου αιώνα.

Η μακραίωνη κυριαρχία της Δύσης και αυτού, που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό οδεύει προς το τέλος της, με ένα τρόπο, ο οποίος, εκ των πραγμάτων, είναι αργός και βασανιστικός, ενώ παράλληλα, στην χειρότερη εκδοχή του και στο πιο ακραίο, αλλά ουδόλως απίθανο σενάριο, μπορεί να εξελιχθεί και σε μια αφανιστική του ανθρώπινου είδους τραγωδία, εάν δεν επικρατήσουν οι απαραίτητες ώριμες σκέψεις και η απαραίτητη περίσκεψη, στις ελίτ των μεγάλων χωρών, οι οποίες λαμβάνουν τις σχετικές αποφάσεις, που αφορούν την τύχη των ανθρώπινων κοινωνιών, στις διεθνείς τους διαστάσεις. 

Αυτή την κατάσταση, που χαρακτηρίστηκε από την κυριαρχία της Δύσης, με έσχατο εργαλείο την παντοκρατορία των Η.Π.Α. και τις ισορροπίες, που διαμορφώθηκαν, μέχρι την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης", ήλθε να αλλάξει, εξ ίσου δραματικά, η σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως ένα αμερικανικό εθνικό σχέδιο, το οποίο απέβλεπε, στην παρατεταμένη, επ' αόριστον, πλανητική κυριαρχία των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, στην αποκαλούμενη Δύση.

Η Κίνα των πολιτικών απογόνων του Μάο Τσετούνγκ και του Ντενγκ Ξιάοπινγκ, εκμεταλλευόμενη τους κανόνες του παιχνιδιού και το απλούστατο γεγονός του τεράστιου πληθυσμιακού όγκου της, ο οποίος τελεί, υπό την δεσποτική εξουσία της γραφειοκρατικής δομής του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας αυτής, ανέτρεψε, όπως ήταν (και θα έπρεπε να είναι) αναμενόμενο, τις παγκόσμιες ισορροπίες καθιστάμενη, πλέον, η πρώτη, σε μέγεθος, οικονομία, στον πλανήτη, αφήνοντας πίσω τις Η.Π.Α. με αποτέλεσμα να διεκδικεί την συγκυριαρχία και αργότερα την πρωτοκαθεδρία, στην λήψη των αποφάσεων, που αφορούν τις γενικές, αλλά και τις ειδικές και επί μέρους, υποθέσεις, που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα και αφορούν τα συμφέροντα του κινεζικού κράτους και της ελίτ, που συνδιαμορφώνεται μαζύ του και η οποία διοικεί την κινεζική κοινωνία.

(Όπως έχουμε πει αρκετές φορές, στο παρελθόν, οι εκφραστές της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού εξακολουθούν να βρίσκουν μπροστά τους, τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, παρά το γεγονός ότι νόμισαν και πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να  νομίζουν, ότι είχαν ξεμπερδέψει, μαζύ του, όταν κατέρρευσε ο "υπαρκτός σοσιαλισμός". Όμως, η Ιστορία, ως προς τις διαδρομές που ακολουθεί και τις οποίες κατασκευάζουν τα κοινωνικά υποκείμενα, που την διαμορφώνουν, είναι πολύ περισσότερο πολύπλοκη και πολυπλόκαμη, από όσο οι άνθρωποι σκέπτονται και νομίζουν. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανόν ο ηγέτης των μπολσεβίκων και ο πραγματικός πολιτικοϊδεολογικός ιδρυτής του Κ. Κ. Κίνας να πάρει την δική του ιστορική εκδίκηση, με έναν τρόπο, ο οποίος δεν διέφυγε μόνον, από τους αντιπάλους του, αλλά και από τον ίδιο).

Την ίδια στιγμή, που έχει διαμορφωθεί και διευρύνεται η κατάσταση αυτή και η ανατροπή των παγκόσμιων ισορροπιών, που περιγράψαμε, ο σκληρός πυρήνας του βαθέος αμερικανικού κράτους και των επιθετικότερων ελίτ της χώρας αυτής, που εκφράζονται από τον απερχόμενο πρόεδρο Barack Hussein Obama και την υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος, για την προεδρία των Η.Π.Α. Hillary Clinton, ασχολούνται με άλλα πράγματα, τα οποία νομίζουν ότι είναι περισσότερο ουσιώδη, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. 

Όπως πολλές φορές έχουμε πεί, το κυριότερο πρόβλημα και ο μεγαλύτερος φόβος των αμερικανικών ελίτ εντοπίζονται, στην Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Το πρόβλημα αυτό και ο φόβος, που το συνοδεύει, πηγάζουν, από το απλούστατο και συνάμα τρομακτικό γεγονός της μη αποτρέψιμης δυνατότητας και ικανότητας του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου να εξαφανίσει τις Η.Π.Α., από τον πλανήτη, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Πιστεύουν ότι, προς ώρας, αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος, που πρέπει να αντιμετωπισθεί και να εξουδετερωθεί.

Βέβαια, η αυξανόμενη και συνάμα καταθλιπτική παρουσία του κινεζικού παράγοντα, ως ενός επικίνδυνου μελλοντικού αντιπάλου, που αντιστρατεύεται τα στρατηγικά συμφέροντα και την αμερικανική επικυριαρχία, στον πλανήτη, δεν αγνοείται, από τις αμερικανικές ελίτ. Η ακάθεκτη άνοδος της Κίνας είναι τόσο εκρηκτική, που δεν μπορεί να αγνοηθεί, από την αμερικανική πολιτική, ακόμη και εάν αυτή θα ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο. Δεν είναι η άγνοια (ηθελημένη, ή μη), που οδηγεί αυτές τις εξουσιαστικές ομάδες, οι οποίες αποτελούν τα κέντρα αποφάσεων στην Ουάσινγκτων, σε αυτήν την συμπεριφορά. Κάθε άλλο.

Οι κυβερνώσες αμερικανικές ελίτ επιλέγουν αυτή την συμπεριφορά, επειδή σε ένα πολύ σημαντικό τμήμα τους, η περιορισμένη στρατιωτική και πυρηνική ισχύς του ανερχόμενου κινεζικού γίγαντα, τις οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κίνα, στην παρούσα φάση, δεν αποτελεί άμεση απειλή, για τα αμερικανικά συμφέροντα, αφού, από μόνη της, δεν μπορεί να αποτρέψει την υλοποίηση των αποφάσεων, που λαμβάνει η αμερικανική ηγεσία και οι οποίες αφορούν τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές σχέσεις και τα διάφορα τοπικά προβλήματα, στην υδρόγειο, που εμπλέκονται, με τον αμερικανικό τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό.

Όμως, αυτό, που, σύμφωνα, με τους Αμερικανούς στρατηγικούς σχεδιαστές, δεν μπορεί να αποτρέψει η (υποθετικά ή πραγματικά) περιορισμένη στρατιωτική ισχύς του κινεζικού δράκου, μπορεί να το αποτρέψει - και ήδη, το πράττει, χωρίς δισταγμό, στα μέτωπα της Συρίας και όχι μόνον, εκεί - η επανακάμψασα, ως παγκόσμια στρατιωτική πυρηνική δύναμη, ρωσική αρκούδα. Και αν η κινεζική στρατιωτική και πυρηνική ισχύς μπορεί να ανασχεθεί, από την πολλαπλάσια αμερικανική στρατιωτική και πυρηνική ισχύ, η ρωσική στρατιωτική και πυρηνική ισχύς δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακριβώς, επειδή δεν μπορεί να ανασχεθεί. Στο τέλος της διαδικασίας, η πραγματικότητα ήταν, είναι και θα παραμείνει απλή, ωμή και αδυσώπητη :

Η Ρωσία, όπως έχουμε πει, είναι η μόνη χώρα, στον κόσμο, η οποία μπορεί με μια απλή απόφαση της ηγεσίας της, να εξαφανίσει, μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, τις Η.Π.Α., από τον παγκόσμιο χάρτη. Και το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. μπορούν να ανταποδώσουν αυτό το θανατηφόρο κτύπημα, δεν αποτελεί παρηγοριά, για την αμερικανική ελίτ. Κάθε άλλο.

Ως εκ τούτου, η μερίδα των αμερικανικών ελίτ, που ασκεί την τρέχουσα διοίκηση, στην Ουάσινγκτων, ενδιαφέρεται, μόνο, για να καταστρέψει την Ρωσία ως στρατιωτικό και γεωπολιτικό ανταγωνιστή. Και για να επιτύχει τον στόχο της, προσπαθεί να την καταστρέψει, οικονομικά, να την γονατίσει και με αυτό τον τρόπο, να την διασπάσει, εδαφικά, σε πολλαπλά τιμάρια και να την αποικιοποιήσει, προκειμένου ο αμερικανικός καπιταλισμός και η Δύση, ως σύνολο, να καρπωθούν και να απολαύσουν τα θεόρατα και αστείρευτα οφέλη, από τον, μυθικών διαστάσεων, πλούτο των παραγωγικών πηγών αυτής της αχανούς χώρας.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, η Κίνα μπορεί να περιμένει την σειρά της, αφού αξιολογείται, ως δευτερεύων και μη άμεσος στρατιωτικός κίνδυνος, για τις Η.Π.Α. και τις εξαρτώμενες, από αυτές ελίτ των χωρών της Δύσης και στον βαθμό, που η παρούσα αμερικανική διοίκηση και οι ελίτ, που την στηρίζουν, προβαίνουν, σε μια, καθόλου, ασήμαντη προσπάθεια ανάσχεσης της ολοένα και αυξανόμενης κινεζικής οικονομικής δύναμης, μέσω της μελετημένης και σχεδιασμένης ανακοπής και καναλιζαρισμένης συρρίκνωσης της σύγχρονης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης.

Η προσπάθεια αυτή, που ξεκίνησε, με αφορμή τον ρωσογεωργιανό πόλεμο του Αυγούστου του 2008 και με εργαλείο την χρηματοπιστωτική κρίση στην Wall Street, τον, αμέσως, επόμενο μήνα, συνεχίζεται ακάθεκτη και χωρίς ορατό τέρμα, προκειμένου να γονατίσει, οικονομικά, την θεωρούμενη, ως ασθενή κρίκο, στον τομέα αυτόν, Ρωσία και να καθηλώσει την φρενήρη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας.



Το παραπάνω γράφημα, που περιγράφει, με έναν περισσότερο λεπτομερειακό και εκτεταμένο τρόπο, τις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις, έχοντας, ως βασικό εργαλείο την μέτρηση και τον όγκο του ΑΕΠ και αφορά την ίδια, περίπου, χρονική περίοδο, με το αρχικό γράφημα (1 μ.Χ. - 2001 μ.Χ.), υποδεικνύει, όχι, μόνο, το τι συνέβη, στην κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ και στις διαφοροποιήσεις του, ανάμεσα στις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις και συσσωματώσεις, που έχουν παρελάσει όλα αυτά 2000 χρόνια, αλλά και το γιατί οι Η.Π.Α. και η Δύση αποφάσισαν την ανακοπή, την αναστροφή και την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης.

Το τι συνέβη δεν είναι καθόλου δύσκολο να το δούμε. Είναι πανεύκολο, αφού το γράφημα τα λέει όλα. Η ανακάλυψη της Αμερικής και η αιματηρή κατάκτησή της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σήμαναν την συρρίκνωση της δύναμης της Κίνας και της Ινδίας. Παρ' όλ' αυτά, μέχρι τις αρχές του 1800, το άθροισμα του υπολογιζόμενου ΑΕΠ αυτών των δύο χωρών, υπερέβαινε το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά, από εκείνη την εποχή και μέχρι την δεκαετία του 1980, με την έκρηξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στον Δυτικό Κόσμο και την βοήθεια της αποικιοκρατίας, οι ισορροπίες αλλάζουν, δραματικά, αφού το ΑΕΠ της Δύσης, ως συνόλου, αλλά και των επί μέρους κυριότερων καπιταλιστικών χωρών (Η.Π.Α., Βρετανία, Αυστροουγγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία), όπως και των υποδεέστερων χωρών του Δυτικού Κόσμου, διογκώνεται υπέρμετρα, με διαρκή αυξητική τάση και σε μακραίωνα χρονική βάση.

Έτσι, κάπου στα 1950, το ΑΕΠ των Δυτικών χωρών, ως μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ, είχε υπερβεί, κατά πολύ, το 50%, ενώ, το αντίστοιχο ποσοστό, για την Ινδία και την Κίνα, μόλις και έφθανε, στο 2,5%, για κάθε μία από αυτές.

Το 2001, μια δεκαετία, μετά την έναρξη της σύγχρονης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, τα δεδομένα άλλαξαν το ίδιο δραματικά, όπως και προηγουμένως. Μόνο, που, τώρα, η διαδικασία ανεστράφη. Το ποσοστό των χωρών της Δύσης, στο παγκόσμιο ΑΕΠ, είχε πέσει κάπου στο 45%, ενώ της Κίνας εξακοντίστηκε, στο 14% (και της Ινδίας στο 5%).

Μετά το 2001, η κατάσταση οδηγήθηκε, στο να καταστεί ανεξέλεγκτη, για την Δύση, αφού η αναπτυξιακή πορεία της Κίνας συνεχίστηκε, με ξέφρενους ρυθμούς, οι οποίοι, το 2014, κατέστησαν την Κίνα την πρώτη οικονομική δύναμη του πλανήτη, αφού το ΑΕΠ της ξεπέρασε, για πρώτη φορά, αυτό των Η.Π.Α., φθάνοντας στα 18,14 τρισ. $, (έναντι 17,52 τρισ. $ του αμερικανικού ΑΕΠ και 18,64 τρισ. $ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, η οποία είναι, πλέον, υπ' ατμόν, μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο το βρετανικό εκλογικό σώμα ψήφισε, υπέρ του Brexit). Και φυσικά, αυτή η εξέλιξη συνεχίζεται και διευρύνεται και το 2015 (19,39 τρισ. $, για την Κίνα, έναντι 17,95 τρισ. $ των Η.Π.Α. και 19,18 τρισ. $, για τις χώρες της Ε.Ε. Και όλα αυτά, ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ, το 2015, έφθασε στα 113,7 τρισ. $, με αποτέλεσμα το ποσοστιαίο μερίδιο του κινεζικού ΑΕΠ να ανέλθει, στο 17,05%.).  




Η αντιπαραβολή της μελλοντικής εξέλιξης των ίδιων μακροοικονομικών μεγεθών, έτσι, όπως αυτά προκύπτουν, από τις προβλέψεις του ΔΝΤ και αφορούν έτη 2030 και 2050, καθιστά τα πράγματα, για τις Η.Π.Α. και τους Δυτικούς συμμάχους των αμερικανικών ελίτ, ακόμη περισσότερα καταθλιπτικά και δυσοίωνα. Και γι' αυτόν τον λόγο, οι αμερικανικές ελίτ, με την προφανή συναίνεση των Ευρωπαίων και των λοιπών δορυφόρων τους, ανέλαβαν δράση, προκειμένου να ανακόψουν την κινεζική οικονομική κυριαρχία και να γονατίσουν, οικονομικά, την ανερχόμενη Ρωσία. Μπορεί να άργησαν να το πράξουν, αλλά, τελικά, το έπραξαν.

Αυτές οι δραματικές εξελίξεις, στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα οδηγούν στην κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης και μάλιστα, με αμερικανικό σχεδιασμό, που αποσκοπεί, στην αποκοπή της Ρωσίας και της Κίνας, που ωφελήθηκαν (κυρίως, η δεύτερη) τα μάλα, από αυτήν, με αποτέλεσμα την αργή και βασανιστική υπαγωγή των ΗΠΑ, σε δευτερεύουσα παγκόσμια δύναμη. Και οι επιδιωκόμενες εμπορικές συμφωνίες των Δυτικών (TTIP, CETA κλπ) εκεί αποσκοπούν και αυτόν τον σχεδιασμό εξυπηρετούν. Γίνονται μέσα στα πλαίσια της αμερικανικής στρατηγικής για την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης και τον περιορισμό και την αποβολή της Κίνας και της Ρωσίας.


Οι Δυτικοί προσπαθούν, λοιπόν, να περιχαρακώσουν την παγκοσμιοποίηση, στα δικά τους χωράφια, υπό την σκεπή των ΗΠΑ. Η προσπάθεια, φαίνεται ότι είναι καλή, ως στρατηγικός σχεδιασμός, αλλά, ουσιαστικά, είναι άπελπις.
Ο σχεδιασμός αυτός των αμερικανικών ελίτ, με την προσπάθεια, για την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης είναι άπελπις επειδή οι Η.Π.Α. φαίνεται ότι έχουν χάσει το παιχνίδι.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, πια, η παγκόσμια μονοκρατορική δύναμη, του πρόσφατου παρελθόντος, που μπορούσε, με, ή χωρίς την βοήθεια των υποτακτικών της, να επιβάλει τις θελήσεις της, σε όλα τα διεθνή ζητήματα, στα οποία, ως η μόνη υπερδύναμη, εμπλεκόταν, δίκην δικαστή και αστυνόμου.

Οι διασπασμένες, πλέον, αμερικανικές ελίτ γνωρίζουν αυτή την κατάσταση, έστω και αν, στην πλειοψηφία τους, αρνούνται να το ομολογήσουν ανοικτά. Και δεν το πράττουν, διότι, αν το πράξουν, είναι σαν να αποδέχονται την αδυναμία τους να ελέγξουν και να ρυθμίσουν, κατά την βούλησή τους, τις πλανητικές υποθέσεις. Και αποδεχόμενες την αδυναμία τους είναι σαν να ομολογούν την ήττα τους. Και μια τέτοια αποδοχή μαζύ με μια τέτοια ομολογία, θα ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου, αφού, πλέον, οι Η.Π.Α. και η Δύση θα χάσουν την αξιοπιστία τους. Και μαζύ με αυτήν και τους συμμάχους και τους υποτακτικούς τους.

Η υποψηφιότητα του Donald Trump, παρά την όποια (πραγματική και υποτιθέμενη) ωμότητα των απόψεών του, έρχεται να εκφράσει την δεδομένη διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, ένα τμήμα των οποίων, φοβούμενο μια (έστω και περιορισμένη, στην Ευρώπη) πυρηνική αντιπαράθεση, με την ρωσική υπερδύναμη και αντιλαμβανόμενο ότι οι Η.Π.Α. δεν είναι, πλέον, το φόβητρο των αντιπάλων (αλλά και των φίλων) τους, προσπαθεί να βρεί ένα modus vivendi, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, ανοίγοντας μέτωπο, με την Κίνα, την οποία θέλει να ανασχέσει, ως μελλοντικό ανταγωνιστή.

Όμως, τίποτε δεν είναι δεδομένο, διότι οι επιδιώξεις επαναφοράς της μονοκρατορικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., που κυριαρχούν, στον σκληρό πυρήνα των κυβερνητικών ελίτ της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης και ο τρόμος των ευρωπαϊκών ελίτ, απέναντι, στην Ρωσία, παραμένουν, ως έχουν και συγκροτούν στάσεις και συμπεριφορές ισχυρότατες και κυριαρχούσες. Και φυσικά, η προεδρική εκλογή της 8ης Νοεμβρίου 2016 θα είναι, απολύτως, καθοριστική, για το μέλλον των σχέσεων Η.Π.Α. - Ρωσίας, όπως και για το μέλλον των ευρύτερων πλανητικών ισορροπιών.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την πολύπλοκη διεθνή κατάσταση, την οποία δημιουργεί η παγκόσμια ανακατανομή της ισχύος, που έφερε η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση και η αποδόμηση της τελευταίας, επανέρχονται, στο προσκήνιο, τα εθνικά κράτη, ως καθοριστικοί παράγοντες των πλανητικών υποθέσεων, την ίδια στιγμή, που οι διάφορες περιφερειακές πλαδαρές ενώσεις, σαν αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδιοργανώνονται.

Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Και οι κοινωνίες θα ξαναμάθουν να ζουν με αυτήν.
 

Περιέργως πως, η νέα ανάδυση των εθνικών κρατών και η πτώση της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, μέσα από μια νέα έκδοση του 1914 και της κατάρρευσης της παγκοσμιοποίησης εκείνης της εποχής, αλλάζει τα δεδομένα, σε μια κατεύθυνση η οποία η λογική των σύγχρονων κοσμοπολιτών δεν μπόρεσε (κακώς) να προβλέψει.
 
Εννοείται βέβαια ότι δεν υπάρχει "μπρος και πίσω" στην Ιστορία και τούτο διότι αυτή δεν διακατέχεται από τον επιστημονικοφανή μανιχαϊσμό που διατρέχει την σκέψη των Δυτικών. Ως εκ τούτου, αυτή θα ακολουθήσει τα δικά της απρόβλεπτα μονοπάτια. Και φυσικά, οι αναφορές στον κλασικό καπιταλισμό, στερούνται νοήματος, διότι ουδείς ομιλεί για επιστροφή στο παρελθόν, που έχει κλείσει τον κύκλο του.


Αυτό που συμβαίνει είναι εντελώς νέο και προφανώς, θα συνταιριάξει τα τεχνολογικά και τα λοιπά επιστημονικά δεδομένα, στις νέες κοινωνικές συνθήκες και στο νέο status quo, που θα προσδιοριστεί από τις νέες ισορροπίες, οι οποίες θα διαμορφωθούν, από τις νέες παγκόσμιες δυνάμεις, που θα εκφραστούν, από τα παλαιά και τα αναδυόμενα εθνικά κράτη.

Απλώς, ζούμε το τέλος της κυριαρχίας της Δύσης.


Αυτό είναι που οι δυτικές ελίτ δεν θέλουν να παραδεχθούν. Και πολλές από αυτές δεν το βλέπουν καν. Αυτό το τέλος μοιάζει αναπόφευκτο, ως προς την ολοκλήρωσή του, όσες αναβολές και παρατάσεις και αν δοθούν σε αυτή την διαδικασία.

Και ακριβώς, επειδή ζούμε αυτή την διαδικασία, είναι που ανέρχονται, εκ νέου, τα εθνικά κράτη. Αυτή η ανάδυση βέβαια, πολυπλοκοποιεί τα διεθνή πράγματα και τα καθιστά έναν γρίφο, που καθίσταται και επικίνδυνος.


Όμως, έτσι είναι η ζωή. Και φυσικά, πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτή...