Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Η οξυδερκής πρόβλεψη του Μιχαήλ Μπακούνιν για τα αδιέξοδα του μίζερου καπιταλιστικού διεθνισμού και η αποδιοργανωτική πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. (Από την εμπειρία της διάλυσης της Λατινικής Ένωσης, στην, σε slow motion, κατάρρευση της "Ευρωπαϊκής Ένωσης").



Μιχαήλ Αλεκσάντροβιτς Μπακούνιν (30/5/1814 - 1/7/1876) : Ο προφήτης του ζοφερού μέλλοντος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, που επιβεβαιώνεται, διαχρονικά...



Το έχουμε πει πολλές φορές, αλλά δεν βλάπτει να το επαναλάβουμε. Η απόπειρα για την αποκαλούμενη ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, δεν είναι κάτι το νέο. Η δημιουργία της κολοβής "Ευρωπαϊκής Ένωσης", υπό την μορφή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ακόμη και μια, προχωρημένης μορφής και συστάσεως, κατασκευή μιας Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, με έναν μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, που φιλοδόξησε να είναι σταθερός, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Έχει προϋπάρξει, ως συγκροτημένο θεσμικό σχήμα. Μπορεί αυτό το σχήμα να χάθηκε, στα βάθη της νεώτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας, αλλά υπήρξε και λειτούργησε - όπως λειτούργησε -, επί δεκαετίες, μέχρι την αυτοδιάλυσή του.

Πρόκειται για την αποκαλούμενη Λατινική Νομισματική Ένωση, στην οποία έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές. Μάλιστα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, έχω αφιερώσει ειδικό δημοσίευμα, με τίτλο : 1893 - 1932 - 2010 : Από την Λατινική Νομισματική Ένωση στην ΟΝΕ. Ομοιότητες και διαφορές τριών ελληνικών χρεωκοπιών. (Seigniorage, ευρωομοσπονδία και επιστροφή στην δραχμή), το οποίο θεωρώ ότι είναι ένα από τα περισσότερο αξιόλογα κείμενά μου και μπορώ να πω ότι αυτό το άρθρο αξιολογήθηκε, πολύ θετικά, ως πηγή ιστορικής γνώσης, από τους αναγνώστες και τιμήθηκε, από αυτούς ιδιαίτερα. Βέβαια, η Ένωση αυτή έχει διαλυθεί και απαντάται, πλέον, μόνον, στις δέλτους της Ιστορίας, αλλά η εμπειρία της δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και δεν μπορεί να αγνοηθεί, διότι η σύγχρονη εμπειρία και η πορεία της ευρωζώνης και της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", προς την αποδιοργάνωση και την διάσπαση, έχει πολλά βασικά κοινά στοιχεία, με την καταστροφή της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης.

Η Λατινική Ένωση, που ήταν μια πρώιμη και ατελής προσπάθεια των ευρωπαϊκών ελίτ του 19ου αιώνα να σχηματίσουν μια ευρωπαϊκή κοινότητα, που θα έβαζε, σε τάξη και θα έθετε, κάτω από τους κανόνες του οικονομικού φιλελευθερισμού, όπως τους είχαν διαμορφώσει ο Adam Smith, ο David Ricardo και οι λοιποί πατέρες της οικονομικής επιστήμης, τις δοσοληψίες, που λάμβαναν χώρα, εντός των κρατών, τα οποία συμμετείχαν, στην Ένωση αυτή, η οποία ήταν, πρώτ' απ' όλα, μια γαλλική πρωτοβουλία, δεν άφησε αδιάφορους τους κοινωνικούς επαναστάτες των χρόνων εκείνων. Κάθε άλλο.

Και ο Karl Marx και ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχαν πλήρη γνώση, γύρω από την απόπειρα της γαλλικής ελίτ και των άλλων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών τάξεων, όπως αυτές εκφράζονταν, από τα κράτη τους, αφού η διεθνιστική ιδεολογία του κοινωνικού εργατισμού, ήταν, ήδη, πολύ νωρίτερα, συγκροτημένη και εξαπλωμένη, ως ενεργός κοινωνική διεκδίκηση, από αυτόν τον ιδιότυπο, μερικό, εδαφικά, περιοριστικό και ως εκ του περιεχομένου του, μίζερο (ανάμεσα στα άλλα και επειδή ήταν πρώιμος και ως εκ τούτου, κοινωνικά, πρόωρος) διεθνισμό των καπιταλιστικών ελίτ.

Και αν, για τον Karl Marx, η Λατινική Ένωση εξέφραζε μια θετική έμπρακτη απόπειρα επίδειξης και συγκρότησης ενός καπιταλιστικού διεθνισμού, στηριγμένη, στην διεθνοποιημένη συσσώρευση, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφάλαιου, έτσι όπως αυτή περιγράφεται, στο μνημειώδες έργο του, "ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που αποτελεί την σύγχρονη Βίβλο του μαρξισμού και των οπαδών του, για τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τα πράγματα κινούνται, σε μια διαφορετική κατεύθυνση, η οποία χαρακτηρίζεται, από τον Ρώσο επαναστάτη, ως, εκ του αποτελέσματος, αρνητική.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ως σαφέστατος γνώστης της μίζερης απόπειρας του ημιτελούς ευρωπαϊκού καπιταλιστικού διεθνισμού, ήδη, από το 1867, έχει γνωστοποιήσει την αρνητική του στάση, απέναντι, σε αυτό το οικονομικό και κοινωνικό εγχείρημα των καπιταλιστικών τάξεων και των κρατών της εποχής του, στηριζόμενος, όχι, στην κοινωνική ιδεολογία, στην οποία ο ίδιος είχε προσχωρήσει, αλλά, κυρίως, στην κοινωνική αναποτελεσματικότητα της προσπάθειας του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού σχηματισμού και στα αδιέξοδα, που προέκυπταν, από την ίδια την συγκρότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, των κρατών τους και την θέση τους, στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική ιεραρχία και στον συναφή καταμερισμό της εργασίας και των κεφαλαίων, όπως αυτή προέκυπτε, από τους δεδομένους (ή όποιους άλλους) συσχετισμούς των ευρωπαϊκών κοινωνικοοικονομικών δυνάμεων και του διαφορικού δυναμισμού των οικονομιών τους.

Η πρόβλεψη του Μιχαήλ Μπακούνιν, για το μέλλον της διαδικασίας της οικονομικής ένωσης των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών της εποχής του, δηλαδή για την μελλοντική πορεία της Λατινικής Ένωσης, υπήρξε δυσμενής, έως ζοφερή και φυσικά, αν και ο ίδιος δεν ήταν οικονομολόγος και παρά το γεγονός ότι δεν είχε καλό δάσκαλο (ό,τι έμαθε για την οικονομία, σύμφωνα, με την δική του ομολογία, το έμαθε από τον Karl Marx), είχε δίκιο, αφού η πορεία της Λατινικής Ένωσης, μέσα στον χρόνο, υπήρξε καταστροφική.

Για τον Ρώσο επαναστάτη, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης  - δεν είναι δυνατόν και για την ακρίβεια, είναι αδύνατον να δημιουργηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη, όπως αυτά είναι συγκροτημένα, επί του παρόντος, με δεδομένη την χαοτική ανισότητα, που υφίσταται, λόγω της ανισομερούς κατανομής της οικονομικής και της πολιτικής δύναμης, ανάμεσά τους.

[Η έννοια της "Πολιτείας", στον Μπακούνιν δεν χρησιμοποιείται, ως συνώνυμη του Κράτους, όπως πράττουν οι σύγχρονοι συνταγματολόγοι, αλλά ως αντίθετή του και η ενότητα, στην οποία αναφέρεται, είναι συνώνυμη της κοινωνικής συνομοσπονδίας, έτσι όπως την έβλεπε και την περιέγραφε ο Pierre-Joseph Proudhon - δείτε, σε αυτό εδώ το μπλογκ, το δημοσίευμα, με τίτλο : 19/1/1865 - 19/1/2015 : Ο Pierre-Joseph Proudhon και το έργο του, 150 χρόνια μετά. Μια απόπειρα ιστορικής αποτίμησης των προορατικών επισημάνσεων ενός επίδοξου κοινωνικού αναμορφωτή, για τα αδιέξοδα του κρατικιστικού κομμουνισμού. (Για τις οποίες τιμωρήθηκε με το άθλιο περιεχόμενο της λιβελλογραφικής νεκρολογίας του, από τον Karl Marx)].

Για να γίνουν κατανοητά, στην πληρότητά τους, τα παραπάνω, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι η αναφορά του Μπακούνιν, στην, "επί του παρόντος", συγκρότηση των ευρωπαϊκών κρατών, δεν έχει την έννοια μιας προσωρινότητας, σε αυτή την κατάσταση, η οποία θα μπορούσε να αντικατασταθεί, από το αντίθετό της. Αυτή η αναφορά σχετίζεται, με την σταθερή και αταλάντευτη πεποίθηση του Ρώσου επαναστάτη ότι τα κράτη και ο κρατισμός δεν έχουν μέλλον και ότι, εάν καταφέρουν να επιβιώσουν, η ίδια η παρουσία τους θα λειτουργήσει διασπαστικά, μέχρι την έλευση ενός πολύ μακρινού μέλλοντος, όπου, ίσως, οι εξελίξεις να κινηθούν, σε διαφορετική κατεύθυνση, εάν οι χαοτικές διαφορές μετριασθούν. Έτσι, η έλευση αυτού του μέλλοντος, λόγω των προϋποθέσεων, που απαιτούνται και λόγω της τεράστιας χρονικής απόστασής του, από τις ημέρες, στις οποίες ζούσε και δρούσε ο Ρώσος επαναστάτης, δεν μπορεί να προβλεφθεί. (Και το οποίο, 150 χρόνια μετά, δεν έχει έλθει, ακόμη. Και φυσικά, θα αργήσει να έλθει, αν, ποτέ, έλθει. Εάν, δηλαδή, οι άνθρωποι και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δημιουργήσουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις).

Ως εκ τούτου, για τον Μιχαήλ Μπακούνιν, αφήνοντας, στην άκρη, τις δικές του αυταπάτες, οι οποίες ήσαν προϊόν της - νοουμένης, ως ψευδούς συνειδήσεως - κοινωνιστικής ιδεολογίας του (δεν είναι αυτές, που μας ενδιαφέρουν, στο παρόν δημοσίευμα), το συνομοσπονδιακό σχήμα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, για να υπάρξει, είναι απαραίτητο αυτό να είναι όχι, μόνο, μη κρατικό, αλλά και αντικρατικό, ούτως ώστε να καταστεί αδύνατος ο εμφύλιος πόλεμος, μεταξύ των διαφορετικών λαών της ευρωπαϊκής οικογένειας, η οποία πρέπει να αντιμετωπισθεί, ως μία ενιαία οντότητα, χωρίς αποκλεισμούς και εξαιρέσεις, οι οποίες - εάν υπάρξουν - θα καταστήσουν την όποια προσπάθεια, ψευδεπίγραφη και ως εκ τούτου αλυσιτελή. Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης πρέπει να συγκροτηθούν, ως μια αδελφότητα και οι συμμετέχοντες λαοί πρέπει να μετασχηματίσουν τα κράτη τους, σε ένα σύμπλεγμα αποτελούμενο, από ελεύθερες ενώσεις των ανθρώπων, σε συμβούλια, σε κομμούνες, σε ομοσπονδίες, που θα συνομοσπονδιοποιηθούν και θα αποτελέσουν, εν τέλει, όχι, μόνο, τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, αλλά και του πλανήτη ολόκληρου.

Όσο και αν αυτή η επιτυχής πρόβλεψη του Ρώσου επαναστάτη , ως προς το πραγματικό αρνητικό και απορριπτικό της σκέλος, δηλαδή ως προς την ανικανότητα των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών ελίτ και των κρατών τους να συγκροτήσουν το maximum, ήτοι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, αλλά και το έλασσον, δηλαδή να καταστήσουν λειτουργικό το θεσμικό σχήμα της νομισματικής ενοποίησης, έτσι όπως αυτή υλοποιούνταν, μέσα από την Λατινική Νομισματική Ένωση, φαίνεται, ως ένα ιστορικό παράδοξο, στην πραγματικότητα, το αληθινό παράδοξο δεν είχε να κάνει, με την, απολύτως, φυσιολογική πρόβλεψη του Μιχαήλ Μπακούνιν.

Παράδοξη και εξωπραγματική ήταν η απόπειρα των ευρωπαϊκών ελίτ, που παρέβλεπαν, αυτό που ήταν μπροστά στα μάτια τους - δηλαδή τα ανταγωνιστικά τους συμφέροντα και την ανισομέρεια στην κατανομή της ισχύος, μέσα στα πλαίσια του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, η οποία εντείνεται και κορυφώνεται, μέσα στα πλαίσια των κανόνων μιας νομισματικής ένωσης - και το οποίο αποτελούσε την ίδια την φύση και την ύπαρξή τους, προκειμένου να υλοποιήσουν, στην πράξη ένα μίζερο και ως εκ τούτου χιμαιρικό και μη δυνάμενο, στο βάθος του χρόνου, να στερεοποιηθεί και να ανθέξει ευρωπαϊκό/διεθνιστικό σχέδιο, ως μια νομισματική και οικονομική ένωση, η οποία, εκ της συγκροτήσεώς, της λειτουργεί, ως μια θεσμική κατασκευή, που αντιτίθεται, ως μη δυνάμενη να συγκεράσει τα διαφοροποιημένα και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των διάφορων καπιταλιστικών ομάδων, τα οποία προσβλέπουν, στην προστασία τους, από τα εθνικά τους κράτη, τα οποία έχουν συγκροτήσει και στα οποία προσφεύγουν κάθε φορά, που αυτά τα συμφέροντα βλάπτονται. Όπως, επίσης, η θεσμική κατασκευή των νομισματικών ζωνών, εκ συστάσεως, αντιτίθεται - και αυτό είναι, επίσης πολύ σημαντικό -, στα συμφέροντα των διάφορων εθνικών κρατών, τα οποία, ως αυτοτελείς οντότητες, δεν μπορούν να υποταχθούν στους φιλελεύθερους οικονομικούς κανόνες και - το κυριότερο - δεν μπορούν και δεν επιθυμούν να αποδεχθούν τα αποτελέσματα, που προκύπτουν, από την εφαρμογή αυτών των κανόνων. 

Κάπως έτσι, βρέθηκε να έχει δίκιο ο Μιχαήλ Μπακούνιν, στην οξυδερκή πρόβλεψή του, για την αδυναμία, δηλαδή για την ανικανότητα των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών αρχουσών τάξεων και των αντίστοιχων κρατών της εποχής του, να διεκπεραιώσουν την διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (Και δεν είναι, μόνο, σε αυτό, που είχε δίκιο, ο Ρώσος επαναστάτης. Οι προβλέψεις του, σε μια μεγάλη σειρά εξελίξεων, υπήρξαν, εκπληκτικά, ορθές). 

Μάλιστα, είναι πολύ διασκεδαστικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός είχε δίκιο και υπήρξε, διαχρονικά, οξυδερκής, ως προς την πρόβλεψή του αυτή, όχι, μόνο, για τις καπιταλιστικές άρχουσες τάξεις και τα κράτη της εποχής του, αλλά και τα αντίστοιχα κοινωνικά υποκείμενα των εποχών, που ακολούθησαν την δική του, αφού και οι σύγχρονες ευρωπαϊκές γραφειοκρατικές καπιταλιστικές άρχουσες τάξεις και τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη εμφανίζουν, για μία ακόμη φορά, την ίδια ανικανότητα διαχείρισης της προσπάθειας, για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, η οποία αποδεικνύεται και πάλι, εκ του αποτελέσματος, ως μια αλυσιτελής, μακρόσυρτη και βασανιστική πορεία, προς μια χαοτική ευρωπαϊκή αποδιοργάνωση, όπως προκύπτει από την χρονίσασα και βαθύτατη κρίση της ευρωζώνης και από το εξαντλητικό Brexit - φαινόμενα, τα οποία δεν πρόκειται να σταματήσουν, εδώ.

Η σύγχρονη εμπειρία, με την διαβρωτική και διαλυτική διαδικασία, που εξελίσσεται, στην αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, μας δείχνει ότι η Λατινική Ένωση εξέπνευσε, εξ αιτίας της αδυναμίας, της ανικανότητας και τελικά, της ουσιαστικής άρνησης των στυλοβατουσών αρχουσών τάξεων και ομάδων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να προχωρήσουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και όχι, απλά και μόνο, εξ αιτίας της μη ύπαρξης, ενός κοινού νομίσματος, όπως αρέσκονται πολλοί να λένε και κάποιοι άλλοι να πιστεύουν. 

Βέβαια, η ανυπαρξία ενός κοινού νομίσματος, στην Λατινική Ένωση - στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συμμετείχε και η Ελλάδα, γεγονός, το οποίο δημιούργησε πλείστα όσα προβλήματα, όπως συνέβη, πάνω από 100 χρόνια μετά και με την ευρωζώνη - και η υποκατάστασή του, από το χρυσό γαλλικό φράγκο, με βάση το οποίο (υποτίθεται ότι) στήθηκε ένας μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο οποίος προσδιόριζε την ισοτιμία του φράγκου αυτού, με τα άλλα νομίσματα των χωρών της Λατινικής Ένωσης, στο 1 : 1, έπαιξε τον ρόλο της, αλλά, μόνο, ως αποτέλεσμα και όχι ως αιτία, όπως, ανοήτως, θέλει η σύγχρονη ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία (και οι υποτακτικοί της) ναι διακηρύσσει. 

Όμως, στην πραγματικότητα, ήταν η βούληση των αρχουσών τάξεων, που διέλυσε την Λατινική Ένωση και όχι ο ίδιος ο μηχανισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αφού τα κράτη και οι καπιταλιστικές ολιγαρχίες επέλεξαν να σπάσουν αυτή την ισοτιμία και να τυπώνουν χαρτονομίσματα, στα εθνικά τους νομίσματα, προκειμένου να "κλέβουν" η μία την άλλη και στην πραγματικότητα, για να ρεφάρουν τις απώλειές τους, από την λειτουργία των κανόνων του οικονομικού φιλελευθερισμού, με βάση τους οποίους λειτουργούσε η Λατινική Ένωση, ως νομισματική ζώνη και όπως, άλλωστε, λειτουργεί κάθε νομισματική ένωση, είτε έχει καθιερώσει έναν μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, είτε λειτουργεί, με ένα κοινό νόμισμα, το οποίο, όμως, ουσιαστικά, λειτουργεί, ως παγωμένος, ή ως δυσελαστικός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως συμβαίνει με το ευρώ, στην σύγχρονη ευρωζώνη.

Η σύγχρονη μπατιροτραπεζοκρατία και οι πολιτικοί εκφραστές της υποτίθεται ότι "διδάχθηκαν", από την αρνητική εμπειρία της Λατινικής Ένωσης και δημιούργησαν την ευρωζώνη, με το ευρώ ως κοινό νόμισμα των κρατών, που εντάχθηκαν, σε αυτήν, προκειμένου να αποφύγουν τους μπελάδες ενός αντίστοιχου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών, τον οποίο χρησιμοποίησαν, προσωρινά, με το ECU και τον οποίο, σχετικά, γρήγορα, αντικατέστησαν, με το ευρώ, ως κοινό νόμισμα, το οποίο, για χάρη των γερμανικών εξαγωγικών ελίτ (και όχι, μόνον, αυτών), από την αρχική "φυσιολογική" ισοτιμία 1 ευρώ, προς 0,80 του αμερικανικού δολλαρίου (την οποία κράτησαν για μικρό χρονικό διάστημα), το εκτόξευσαν, στην εξωφρενική και καταστροφική ισοτιμία του 1, προς 1,40 (έως 1, προς 1,60), για να καταλήξουν, στην τωρινή (σταθερά αφύσικη) ισοτιμία του 1, προς 1,19.

Στην πραγματικότητα τα έκαναν μαντάρα, αφού με το ξέσπασμα της κρίσης της ευρωζώνης επέτρεψαν, στην ιρλανδική κυβέρνηση να τυπώσει 50 δισ. €, προκειμένου να μειώσει, σημαντικά, το βάρος που θα σήκωνε το ιρλανδικό κράτος, από την διάσωση του καταρρέοντος χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας του, ενώ στην συνέχεια, με τον μηχανισμό της "ποσοτικής χαλάρωσης" και του ELA, προέβησαν, στην εκτύπωση εκατοντάδων δισ. €, για να σώσουν το σύνολο της ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας και εμμέσως, των κρατών της, ακολουθώντας τον παλαιό γνωστό και "καλό" δρόμο της εκτύπωσης χαρτονομισμάτων, τον οποίο είχαν ακολουθήσει και οι πρόγονοί τους, στην Λατινική Ένωση, αναγνωρίζοντας, στην πράξη, ότι το κοινό νόμισμα - το ευρώ - δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από έναν υποκρυπτόμενο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Το γιατί προέκυψε αυτή η εξέλιξη δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Η γερμανική οικονομική ελίτ, που, κατά βάση, στηρίζεται, στην εξαγωγική βιομηχανία και στις τράπεζες, πέρα από την "νομιμοποιημένη" αθέτηση των προπολεμικών και των πολεμικών της υποχρεώσεων, που υπερβαίνουν, κατά πολύ, το 1 τρισ. €, πέτυχε να συνδυάσει την δημιουργία του ευρώ, ως σκληρού και ανατιμημένου νομίσματος, με την Συνθήκη Σταθερότητας και (υπ)Ανάπτυξης, με τους απίστευτα, αντιαναπτυξιακούς όρους του μέγιστου ελλείμματος των κρατικών προϋπολογισμών, τα οποία θα έπρεπε να κυμαίνονται, ανάμεσα, στο 1% και στο 3% του ΑΕΠ,  του πληθωρισμού, ο οποίος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 2% και του δημόσιου χρέους, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ.

Με αυτό τον τρόπο, η γερμανική οικονομική ελίτ προστατεύει την κερδοφορία της και την κεκτημένη κατανομή του εισοδήματος, την οποία αναβαθμίζει, φυσικά, υπέρ της, την ίδια στιγμή, που το γερμανικό ευρώ (δηλαδή το ευρώ, ως μάρκο) είναι δραστικά υποτιμημένο, σε σχέση, με το μέσο ευρώ, που χρησιμοποιείται, στην ευρωζώνη, για τις καθημερινές συναλλαγές (η σχετική ισοτιμία είναι 1,88 γερμανικό ευρώ, προς 1 μέσο ευρώ και φυσικά, ακόμη και με την σημερινή τιμή του ευρώ του 1 : 1,19, προς το αμερικανικό δολλάριο, το γερμανικό ευρώ είναι πολύ υποτιμημένο), ενώ οι αντίστοιχες ισοτιμίες των εθνικών ευρώ, προς το μέσο ευρώ, λειτουργούν, γι' αυτές, με έναν, καταστροφικά, ανατιμητικό τρόπο, υποβαθμίζοντας την παραγωγή τους, στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αγορά.

Κάπως έτσι, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία έχουν οδηγηθεί, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, ενώ η γερμανική ελίτ θέτει, με τους απίστευτα, εξωπραγματικούς όρους της Συνθήκης, κάτω από τον έλεγχό της, την σύνθεση, την διάρθρωση και την κατανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, στην ευρωζώνη και καταφέρνει να ανατρέψει, υπέρ της, τους συσχετισμούς, στην ευρωπαϊκή αγορά, αφού, πριν το ευρώ και με τα μαλακά νομίσματα των κρατών αυτών, οι οικονομίες τους μπορούσαν να έχουν - και είχαν - ικανοποιητικούς, έως μεγάλους αναπτυξιακούς ρυθμούς, μέσω των υποτιμήσεων και να πολλαπλασιάσουν την βιομηχανική τους παραγωγή, κατά την διάρκεια της 30ετίας 1970 - 2000 (η Γαλλία, από 120 δισ. $, σε 244 δισ. $, η Ιταλία, από 110 δισ. $, σε 290 δισ. $ και  και η Ισπανία, από 58 δισ. $, σε 149 δισ. $, την ίδια στιγμή, που η Γερμανία, κατά την ίδια περίοδο, με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να αυξήσει την βιομηχανική της παραγωγή, από 367 δισ. $, σε 550 δισ. $), επιτυγχόνοντας να έχουν μια πολύ καλή εγχώρια παραγωγή και ένα κόστος, το οποίο υπήρξε πολύ ανταγωνιστικό.

Όλα αυτά, με την ευρωζώνη έλαβαν τέλος, για τις άλλες χώρες ενώ η Γερμανία είναι ο μεγάλος κερδισμένος, ως παραγωγός και ως εξαγωγέας. Έτσι, δεν αποδιοργανώθηκαν, μόνο, οι εσωτερικές αγορές της μεγίστης πλειοψηφίας των άλλων χωρών της ευρωζώνης, αλλά και στραπατσαρίστηκε και η βιομηχανική τους παραγωγή, αφού μπορούμε να δούμε, συγκριτικά, ότι, κατά την περίοδο 2001 - 2015, η βιομηχανική παραγωγή της Γαλλίας, από τα 244 δισ. $, πήγε στα 267 δισ. $, της Ιταλίας, μειώθηκε, από τα 290 δισ. $, στα 258 δισ. $ και της Ισπανίας, επίσης, μειώθηκε, από τα 149 δισ. $, στα 134 δισ. $.

Για την γερμανική ελίτ, όμως, τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Το ευρώ την ωφέλησε, αφού η γερμανική βιομηχανική παραγωγή υπεραυξήθηκε και από τα 550 δισ. $, έφθασε, στα 680 δισ. $. Κάπως έτσι, η Γερμανία παρέμεινε 4η βιομηχανική δύναμη, στον κόσμο (αν και η επένδυσή της, στο ευρωπαϊκό χρέος την οδηγεί και αυτήν στην χρεωκοπία), ενώ η Γαλλία κατρακύλισε, στην 7η θέση, η Ιταλία, πήγε, στην 8η θέση και η Ισπανία καταβαραθρώθηκε, στην 15η θέση.  

Μπορούμε, τώρα, μετά από την παράθεση αυτών των στοιχείων, να κατανοήσουμε τους λόγους, για τους οποίους ο Μιχαήλ Μπακούνιν, από την μακρινή δεκαετία του 1860, δικαιώνεται, σε μια, ευρύτατα, μακροπρόθεσμη βάση, μέσα από την, σε slow motion, κατάρρευση του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", που εκφράζεται, από την κολοβή και μίζερη "Ευρωπαϊκή Ένωση" και την τοξική ευρωζώνη, ως προς την διατύπωση των απόψεών του, για την αδυναμία, την ανικανότητα (αλλά και την ουσιαστική απροθυμία, προσθέτω εγώ) των διάφορων καπιταλιστικών ομάδων να προχωρήσουν την διαδικασία της ευρωπαϊκής (πολύ περισσότερο, της παγκόσμιας) ενοποίησης. 

Και φυσικά, μπορούμε να καγχάσουμε, για την πολιτική και ιδεολογική μιζέρια των παλαιότερων και των σύγχρονων "ευρωπαϊστών" μας, οι οποίοι (ουδόλως τυχαίως) είναι και εραστές της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, η οποία καταρρέει, μαζύ με τον ψευδεπίγραφο ευρωπαϊσμό. 

Θα ήσαν για γέλια, αν δεν ήσαν, για κλάματα.

Δεν τους φταίει κανείς. Ας πρόσεχαν...

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Να καταλήξουν σε συμφωνία οι ελληνο"μακεδονικές" διαπραγματεύσεις; Όχι, ευχαριστώ. (Ο αμερικανικός σχεδιασμός, για την ένταξη της Σλαβομακεδονίας, στο ΝΑΤΟ, μέσα από την ελληνική συγκατάνευση, αποτελεί έναν επαρκέστατο λόγο για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων).




Αυτές τις ημέρες η κυβέρνηση των παραπάνω εικονιζόμενων ορφανών του ελληνικού σταλινισμού (Αλέξης Τσίπρας, Γιάννης Δραγασάκης και σια) και των παρηκμασμένων και γονατισμένων στους ξένους πατριωτών (Πάνος Καμμένος κλπ) προχώρησε - αιφνιδίως, για τους πολλούς, αλλά, καθόλου, ξαφνικά, για όσους γνωρίζουν το πλήθος, την σοβαρότητα και την βαρύτητα των συναρπαστικών διεθνών και πλανητικών εξελίξεων - στην αναζωπύρωση της παραγκωνισμένης δημόσιας συζήτησης, για το σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα, το οποίο, αν και είχε τεθεί, στο ράφι, ουδέποτε ξεχάστηκε, παρά την γνωστή και διαψευσθείσα ρήση του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη

Έτσι, το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής FYROM, του κράτους του αταίριαστου και δυσχερέστατου συνεταιρισμού των, βουλγαρικής καταγωγής, Σλαβομακεδόνων, που, επί του παρόντος, πλειοψηφούν, στο σύνολο του πληθυσμού και των Αλβανών, που, τώρα, μειοψηφούν, αλλά, παρερχομένου του χρόνου, αυξάνονται, με μεγαλύτερη ταχύτητα, από τον υπόλοιπο πληθυσμό - ο οποίος περιέχει και άλλες μειονότητες (Τούρκους, Ρομά, Σέρβους), θυμίζοντας την παλαιά πολυεθνική και ενιαία οθωμανική Μακεδονία -, επικαιροποιείται, για μία, ακόμη, φορά.

[Για το σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα, έχω γράψει αρκετά πράγματα, εδώ και χρόνια, αναφερόμενος, στην ουσία του περιεχομένου του. Όποιος έχει την επιθυμία μπορεί να δει, σε αυτό το μπλογκ, ενδεικτικά, τα δημοσιεύματα, με τίτλο :  Ελλάδα και FYROM : Το μακεδονικό ζήτημα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, και Το Μακεδονικό (και οι ... τσάμηδες) στις δεκαετίες 1920 - 1930 : Ένας αποκαλυπτικός διάλογος του Λέοντα Τρότσκυ με το ελληνικό "Αρχείο του Μαρξ", αλλά και το, σχετικά, πρόσφατο Η Ρωσία, το λιλιπούτειο Μαυροβούνιο, το ΝΑΤΟ, η αναμόχλευση του γιουγκοσλαβικού ζητήματος, το Κόσοβο, η FYROM και οι πιθανές επιπτώσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. (Τί συμβαίνει με τους Αμερικανούς; Τους τρώει ο πισινός τους; Αν, ναι· έχουν μπλέξει. Εκτός εάν)...].

 Όμως, τα πράγματα δεν είναι, καθόλου, απλά. Κάθε άλλο. Η αλήθεια είναι ότι ο ενδοτικός πολιτικός κόσμος της χώρας επιθυμεί αυτή η επαναφορά της συζήτησης να είναι και η τελευταία, αλλά, δυστυχώς, για όλους τους, ακόμη και εάν υπάρξει μια οποιαδήποτε κατάληξη, στις δύσκολες να περάσουν, στο κοινό της χώρας μας (όπως και στο κοινό της πΓΔΜ), ελληνο‘‘μακεδονικές’’ διαπραγματεύσεις, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Η σύγχρονη εκδοχή του μακεδονικού προβλήματος θα εξακολουθήσει να ταλαιπωρεί την χώρα μας, τον πολιτικό κόσμο και να επανέρχεται, στην δημόσια συζήτηση, γιατί δεν αφορά, απλώς και μόνο την ονομασία της γείτονος, αλλά έχει να κάνει και με τις βλέψεις, τον σαφή και ομολογημένο αλυτρωτισμό και τα σύμβολα, που χρησιμοποιούνται, για την υλοποίησή τους, από την τιτοϊκής καταγωγής ελίτ της πΓΔΜ, η οποία τα χρησιμοποιεί, ως εργαλείο, για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της και την εξουσία, που ασκεί, στον σλαβομακεδονικό πληθυσμό.

Πέραν τούτου, με δεδομένο το άτυπο, αλλά, απολύτως, υπαρκτό χρονοδιάγραμμα, για την κατάληξη της διαπραγμάτευσης των δύο μερών, την οποία οι ενδιαφερόμενοι (οι φανεροί και οι παρασκηνιακοί) θέλουν να τελειώσουν, μέχρι τα μέσα του ερχόμενου καλοκαιριού, καθίσταται προφανές ότι η ελληνική πολιτική ζωή θα υποστεί σημαντικές αναταράξεις. Όσο ο χρόνος θα περνάει και καθώς η συζήτηση θα εξελίσσεται, το πολιτικό κλίμα θα βαραίνει, με δεδομένα τα πολιτικά παίγνια, που θα γίνουν, προκειμένου τα κόμματα και οι πολιτικοί να αποκτήσουν τα επιδιωκόμενα κέρδη και να αποφύγουν, ή, έστω, να περιορίσουν τις πολιτικές ζημιές, που θα προκύψουν, κυρίως, από την στάση του πληθυσμού του βορειοελλαδικού χώρου, αλλά όχι, μόνον, αυτού.

Αλλά, όποια και αν είναι τα παιχνίδια της πολιτικής τακτικής, που θα γίνουν από τα πολιτικά κόμματα και τους κύριους παίκτες του ελληνικού πολιτικού κόσμου, στο τέλος της διαδρομής, θα ξεπροβάλουν οι απαιτήσεις της γενικότερης στρατηγικής, η οποία, δυστυχώς, για τους υποταγμένους, στους ξένους επικυρίαρχους, πολιτικούς ηγέτες των αστικών κομμάτων και για την κυβερνώσα αριστερά των σταλινικών ορφανών, δεν προσδιορίζεται από τον ελληνικό κοινοβουλευτικό πολιτικό κόσμο. Αν καθοριζόταν, από αυτόν, τα πράγματα θα ήσαν εύκολα. Δεν είναι, όμως.

Δεν είναι εύκολα τα πράγματα, για τον ελληνικό πολιτικό κόσμο, επειδή η στρατηγική πολιτική, για το σύγχρονο μακεδονικό και οι συναφείς απαιτήσεις, που προβάλλονται, προσδιορίζονται από τους σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής, δηλαδή από το βαθύ αμερικανικό κράτος. Και η βασική απαίτηση της Ουάσιγκτων, όσον αφορά την FYROM, είναι μια και μόνη.

Η αμερικανική ηγεσία επιθυμεί, σταθερά, την ένταξη της Σλαβομακεδονίας, στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να αποτρέψει την διείσδυση της Ρωσίας, στον βαλκανικό χώρο. Αυτή είναι η ουσία της όλης υπόθεσης, που αφορά την τρέχουσα ανακίνηση του μακεδονικού ζητήματος. 

Αυτή την στρατηγική καλούνται να υπηρετήσουν οι κυβερνώντες και ο κατεστημένος αστικός πολιτικός κόσμος της χώρας μας, δεδομένου του παραθύρου ευκαιρίας, που άνοιξε, η περυσινη εκλογική ήττα του Νικόλα Γκρούεφσκι και του σλαβομακεδονικού VMRO και ο σχηματισμός της παρδαλής κυβέρνησης των Σοσιαλιστών και των αλβανικών κομμάτων, υπό τον αμερικανόφιλο (και για την ακρίβεια : αμερικανόδουλο) Ζόραν Ζάεφ.

Και φυσικά, επειδή και ο ελληνικός αστικός πολιτικός κόσμος, στον οποίο έχουν προσχωρήσει και τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, που διοικούν, σήμερα την ελληνική κοινωνία, με την πλήρη υποστήριξη της Ουάσινγκτων, αποτελείται, από αμερικανόδουλους, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε το πολιτικό σλάλομ, το οποίο, όλοι αυτοί θα πραγματοποιήσουν και να δούμε την τελική μυθοπλασία την οποία σκοπεύουν να βρουν και να κατασκευάσουν, προκειμένου να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τον άμεσο αμερικανικό σχεδιασμό, για την περιοχή των Βαλκανίων και να ακολουθήσουν, χωρίς (ή, έστω, με περιορισμένες) απώλειες, κυρίως, το βαθύ αμερικανικό κράτος, αλλά και την κυβέρνηση του Donald Trump, στην ανοικτή και απροσχημάτιστη αντιρωσική πολιτική, την ολοκλήρωση της οποίας, το State Department, το Υπουργείο Άμυνας των Η.Π.Α. και φυσικά, η CIA, ως εκτελεστικό όργανο, επείγονται να φέρουν σε πέρας, με δεδομένη την αστάθεια του χώρου των Βαλκανίων, που έχει επιδεινώσει η τουρκική μεταστροφή, υπέρ της Ρωσίας, ύστερα από το αποτυχημένο αμερικανονατοϊκό πραξικόπημα της 15/7/2016.

Αλλά όλα αυτά δεν είναι εύκολο να συνδυασθούν. Πολύ περισσότερο, καθίσταται δύσκολη η επιτυχής αποπεράτωση του σχεδιασμού της Ουάσινγκτων - αν και η υλοποίηση της στρατηγικής στόχευσης των Αμερικανών έχει, με την τωρινή θέαση των επικείμενων εξελίξεων, στο μακεδονικό ζήτημα, πολλές πιθανότητες , να ευοδωθεί -, επειδή η βιαστική επαναφορά του μακεδονικού ζητήματος συμπίπτει, με την βαθύτατη και χρόνια, πλέον, οικονομική κρίση, στην οποία έχει εμπλακεί η ελληνική κοινωνία, ως αποτέλεσμα των μνημονιακών πολιτικών, που ακολουθούνται, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου - Μαΐου του 2010 και οι οποίες δεν πρόκειται να σταματήσουν, παρά την, περί του αντιθέτου κυβερνητική παραφιλολογία, η οποία συνεπικουρείται και από την αστική κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι απώλειες είναι δεδομένες, για όλους όσους δεχθούν να συμμετάσχουν, στην υλοποίηση του αμερικανικού σχεδιασμού, για την επίλυση του σύγχρονου μακεδονικού ζητήματος, που, προπαγανδιστικά, εστιάζεται, στην ονομασία του γειτονικού κράτους, ενώ, στην πραγματικότητα, το όλο ζήτημα την υπερβαίνει και σχετίζεται, με τον αλυτρωτισμό και την Ιστορία, ως ενεργού και ταυτοποιητικού μύθου, που δίνει υπόσταση, στον σλαβομακεδονικό πληθυσμό και κυρίως, στην ελίτ του γειτονικού κράτους, που διοικεί, την χώρα αυτή και την αποκόπτει, από τις βουλγαρικές της ρίζες και την βουλγαρική επιρροή.




Στην χειρότερη θέση όλων όσων μετέχουν στο πολιτικό παιχνίδι βρίσκονται οι φυλλορροούντες Ανεξάρτητοι Έλληνες και ο αρχηγός τους, ο Πάνος Καμμένος, οι οποίοι γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι θα εξαφανισθούν, από την πολιτική σκηνή, εάν αποδεχθούν, επιτρέψουν, ή ανεχθούν, με οποιονδήποτε τρόπο, οποιαδήποτε ονομασία του γειτονικού κράτους, που θα περιέχει τον όρο "Μακεδονία", είτε, ευθέως, είτε, ως επιθετικό προσδιορισμό. Ως εκ τούτου, πρέπει να δούμε την εξέλιξη των πραγμάτων, γύρω από την στάση του υπουργού Άμυνας και του κόμματος του, αφού η παρούσα κυβέρνηση δεν είναι, μόνο, κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι κυβέρνηση και των Ανεξάρτητων Ελλήνων, αφού, σε αυτήν, συμμετέχει και την στηρίζει, κοινοβουλευτικά και το κόμμα αυτό.

Προφανώς, η τωρινή κυβέρνηση της αριστεροδεξιάς έχει σχηματισθεί, με την έγκριση και την προτροπή της Ουάσιγκτων και είναι, απολύτως, σαφές ότι τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να ικανοποιήσουν τις αμερικανονατοϊκές απαιτήσεις.

Ομοίως και ο Πάνος Καμμένος, προφανώς, επιθυμεί να βρει ένα modus vivendi, για να εξυπηρετήσει τον αμερικανικό σχεδιασμό. Αλλά, "όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη". Οι περιστάσεις απαιτούν την πολιτική αυτοκτονία του Πάνου Καμμένου και των, συν αυτώ. Ως εκ τούτου, μένει να δούμε, εάν θα την διαπράξει, ή, εάν θα επιλέξει την απομάκρυνσή του, από το σημερινό κυβερνητικό σχήμα.

Μετά τον Πάνο Καμμένο και το κόμμα του, η αλήθεια είναι ότι, παρά τους τωρινούς επιθετικούς αντικυβερνητικούς τόνους και την - ομολογουμένως, χαμηλής εντάσεως - (ψευδο)πατριωτική ρητορική, που εκπέμπουν, σε δυσχερή θέση βρίσκονται ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία, που έχουν εγκλωβισθεί, ανάμεσα στα δάκρυα του γηραιού Κωνσταντίνου Καραμανλή και στην περίφημη Απόφαση του Βουκουρεστίου, που απέσπασε ο Κώστας Καραμανλής, τον Απρίλιο του 2008, κατά την, τότε, Σύνοδο του ΝΑΤΟ, για το μακεδονικό - την οποία Απόφαση, την πλήρωσε, πολύ ακριβά, ο, τότε, πρωθυπουργός.

Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, όσο θα λιγοστεύει η άμμος, στην κλεψύδρα του χρόνου και καθώς θα εκτυλίσσονται οι διαπραγματεύσεις, θα είναι υποχρεωμένος, παρά την όποια πολιτική τακτική, που του επιτρέπει να πετάει την μπάλα, στην εξέδρα, θα υποχρεωθεί να ανοίξει τα χαρτιά του και να τοποθετηθεί, επί της ουσίας του μακεδονικού ζητήματος και θα κληθεί να επιλέξει την υποστήριξη της αμερικανικής στρατηγικής. Και φυσικά, θα υποχρεωθεί να μην αγνοήσει τον αμερικανικό σχεδιασμό, τον οποίο καλείται να υποστηρίξει - εκτός εάν του επιτρέψει να τον αγνοήσει (ανοήτως, ποιών) ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτό, όμως, είναι κάτι, που δεν προβλέπεται να συμβεί. Και δεν θα συμβεί.



Η Σάρα, η Μάρα και το κακό συναπάντημα...

Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ και την Δημοκρατική Συμπαράταξη της Φώφης Γεννηματά, αυτός ο πολιτικός χώρος έχει προδώσει τις πολιτικές του θέσεις και σε αυτό το ζήτημα, εδώ και πολλά χρόνια. Ήδη, από την εποχή του Κώστα Σημίτη και του ΓΑΠ και τώρα, απλούστατα,
θα υποχρεωθεί να εμφανίσει τις δικές του θέσεις, στο σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα. Και φυσικά, αυτές οι πολιτικές θέσεις της πασοκικής γραφειοκρατίας και των συμμάχων της, στο Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη και την, πάλαι ποτε, "ανανεωτική Αριστερά" των επιγόνων του Λεωνίδα Κύρκου, δεν είναι άλλες, από αυτές, που εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα, στην περιοχή της χερσόνησου του Αίμου.

Από εκεί και πέρα, το πώς θα εμφανίσουν και το πώς θα διακοσμήσουν αυτήν την πολιτική οι αφελέστατοι - ως προς την δουλοφροσύνη τους, στις επιταγές και τα κελεύσματα της Ουάσινγκτων - Κεντροαριστεροί, έχει ενδιαφέρον να το παρακολουθήσουμε, αφού δεν αποκλείεται να αυτοχειριασθούν, για πολλοστή φορά και να στηρίξουν, άμεσα, ή έμμεσα, τις κυβερνητικές επιλογές. Πολύ περισσότερο, εάν ο Πάνος Καμμένος και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αποφασίσουν να αποχωρήσουν, από το σημερινό κυβερνητικό σχήμα.

Αλλά η ουσία του μακεδονικού ζητήματος, στην τωρινή του φάση, δεν αφορά την ονομασία του γειτονικού κράτους και το εάν αυτή θα ισχύει erga omnes, ή όχι. Δεν αφορά, ούτε τον "μακεδονικό" αλυτρωτισμό και τα σύμβολά του. Κάθε άλλο, παρά όλα αυτά, αφορά. Άλλωστε, περί αυτών οι θέσεις μου είναι γνωστές και όποιος επιθυμεί μπορεί να τις δει, στα δημοσιεύματα, στα οποία αναφέρομαι, παραπάνω.

Η ουσία της τωρινής φάσης του μακεδονικού και των διαπραγματεύσεων, που, άρον-άρον, έχουν, ήδη, παρασκηνιακά, ξεκινήσει, με τον "αθάνατο" επιδιαιτητή Matthew Nimitz, βρίσκεται στην βιασύνη των Η.Π.Α. να εντάξουν την Σλαβομακεδονία, στο ΝΑΤΟ και να βάλουν, ακόμη, έναν λίθο, στην προσπάθειά τους να αποκόψουν την εγκατάσταση της Ρωσίας, στα Βαλκάνια.

Αυτός και μόνον, ο λόγος είναι υπερεπαρκής, προκειμένου να αιτιολογηθεί, σαφέστατα, η αναγκαιότητα, για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Ο αμερικανονατοϊκός σχεδιασμός πρέπει να αποτύχει.

Και για να αποτύχει, πρέπει να μην προκύψει καμμία συμφωνία, ανάμεσα, στην χώρα μας και την πΓΔΜ. Οι όποιες διαπραγματεύσεις είναι απαραίτητο να αποβούν άκαρπες και το ΝΑΤΟ να ηττηθεί. (Μακροπρόθεσμα, θα ηττηθεί και θα οδηγηθεί, στην διάβρωση, στην αποδιοργάνωση και στην διάλυσή του. Αλλά, όσο το γρηγορότερο, κάτι τέτοιο συμβεί, τόσο το καλύτερο).

Αυτός είναι ο λόγος, που καθιστά αναγκαία, την αποτυχία των ελληνο"μακεδονικών" διαπραγματεύσεων. Η ελληνική συγκατάνευση, στον αμερικανικό σχεδιασμό, δεν πρέπει να δοθεί. 

Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο...

                             

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Ο ΣΥΡΙΖΑ και νεκρούς ανασταίνει! (Οι 210264 ψηφοφόροι, που συμμετείχαν στην εκλογή αρχηγού του νέου ΠΑΣΟΚ καταγράφουν ένα κόμμα με διψήφια ποσοστά και μια νεοσυντηρητική στροφή στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, αλλά...).


Μια υποτιθέμενη και πιθανολογούμενη απεικόνιση της δυναμικής της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης" (στην οποία πρέπει να προστεθεί - υποτίθεται - και η όποια δυναμική του "Ποταμιού"). Οι εκτιμήσεις αυτές είναι πρόωρες και ως εκ τούτου, απολύτως, παρακινδυνευμένες...



Όσο και αν ήταν μη αναμενόμενη και όσο και αν φαίνεται ακατανόητη, η συμμετοχή των 210264 ψηφοφόρων, στην εκλογική διαδικασία της 12ης Νοεμβρίου, αλλά και των 155560 ψηφοφόρων, στον β' γύρο της 19ης Νοεμβρίου, για την ανάδειξη νέου αρχηγού, στην "Δημοκρατική Συμπαράταξη", η οποία φιλοδοξεί να διαδεχθεί και να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ, στον χώρο της κεντροαριστεράς, η εξέλιξη αυτή, όσο δυσάρεστη και δυσμενής και αν είναι, μέσα στα πλαίσια της ζοφερής και ασταθούς πραγματικότητας, που έχει διαμορφωθεί, από την υπερεπταετή εφαρμογή των τριών Μνημονίων, δεν είναι καθόλου περίεργη.

Αντιθέτως, με δεδομένη την έλευση του 4ου Μνημονίου, του οποίου ένα τμήμα έχει, ήδη, προσυμφωνηθεί και έχει καταστεί γνωστό, στην ελληνική κοινωνία, αυτή η συντηρητική πολιτική στροφή αυτού του τμήματος του εκλογικού σώματος, η δυναμική του οποίου δείχνει ότι υπερβαίνει, κατά πολύ, τις ψήφους, που έλαβαν η "Δημοκρατική Συμπαράταξη" και "Το Ποτάμι", στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έχει σαφέστατα φυσιολογικά χαρακτηριστικά.

Η αιτία αυτής της στροφής, επί το συντηρητικότερον, αυτού του τμήματος των ψηφοφόρων, καθώς και όλων εκείνων που έχουν μια συναφή στάση, με αυτούς, που συμμετείχαν στην ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, είναι πολύ απλή και συνοψίζεται, στην πρώτη φράση του τίτλου του παρόντος δημοσιεύματος :


Ο ΣΥΡΙΖΑ και νεκρούς ανασταίνει!

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού έχει καταστεί σαφέστατο και είναι, απολύτως, υπαρκτό το ρεύμα μιας αξιοσημείωτης τάσης επιστροφής ενός τμήματος των παλαιών ψηφοφόρων του, πάλαι ποτε, κραταιού ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι είχαν μετοικήσει, εκλογικά, στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, πλέον, μετά την κοροϊδία, που υπέστησαν από τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, έχουν αρχίσει να επανεξετάζουν την εκλογική τους συμπεριφορά.

Σε αυτά τα θολά (και υπό συγκρότηση) νερά ψαρεύει η εναπομείνασα πασοκική νομενκλατούρα, μαζύ με τα απομεινάρια των "ανανεωτών" οπαδών του Λεωνίδα Κύρκου και τα διάφορα σοσιαλδημοκρατικά και φιλελεύθερα κεντρώα (ακόμη και δεξιά) πολιτικά περιτρίμματα, που θέλουν να ανασυγκροτήσουν τον (αυτο)αποκαλούμενο χώρο της "Κεντροαριστεράς", ως ένα κόμμα, υπό την μορφή πολιτικής ομπρέλας, όπως ήταν, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η αλήθεια είναι ότι εκεί, που έχουν απλώσει τα δίκτυα τους, υπάρχει ψαριά, γεγονός το οποίο κατέδειξε η συμμετοχή στις δύο ψηφοφορίες, για την ανάδειξη αρχηγού στην "Δημοκρατική Συμπαράταξη", που, με την (επαν)εκλογή της Φώφης Γεννηματά κατέληξαν να αποτελέσουν μια ενδοπασοκική υπόθεση, αφού απέναντι στην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αντίπαλός της αναδείχτηκε, από την πρώτη ψηφοφορία, ένα άλλο στέλεχος της πασοκικής νομενκλατούρας, ο "βενιζελικός" Νίκος Ανδρουλάκης.

Αλλά, όσο και αν αυτή η ψαριά έχει περιεχόμενο, άλλο τόσο είναι δεδομένο το γεγονός ότι η δεξαμενή της δεν είναι ανεξάντλητη, αφού είναι περιορισμένα τα περιθώρια της αλίευσης των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, που, στις περασμένες βουλευτικές εκλογές, μετανάστευσαν, στον ΣΥΡΙΖΑ, λόγω της εισαγωγής της καταιγιστικής και συνάμα, ολέθριας μνημονιακής πολιτικής, που ακολούθησε, από το 2010 και μετά, η πασοκική νομενκλατούρα, η οποία, ανερυθρίαστα και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πρόδωσε τα συμφέροντα της κοινωνικής βάσης, που την ανέδειξε, ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη, στα χρόνια, που ακολούθησαν, μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Το δυστύχημα, για όλους αυτούς, που έχουν αντιληφθεί την δυνατότητα να επιβιώσουν, πολιτικά, με την εκμετάλλευση και την άντληση ψήφων, από αυτή την πολιτική δεξαμενή, την οποία τροφοδοτεί η δυσαρέσκεια, που πυροδοτείται, από την εξαθλιωτική πολιτική, που ακολουθεί η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι ότι και η δική τους κεντροαριστερή (υποτιθέμενη, ή πραγματική) πολιτική, ουδόλως, διαφέρει από την τρέχουσα και την μέλλουσα οικονομική και κοινωνική πολιτική της παρούσας κυβέρνησης των Αλέξη Τσίπρα και Πάνου Καμμένου.

Για να κατανοήσουμε του λόγου το αληθές, αρκεί να δούμε, κάποια από τα στοιχεία του προϋπολογισμού του 2018, που κατέθεσε, στην βουλή, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, τα οποία έχουν υπαγορεύσει οι ξένοι δανειστές και στα οποία οι πολιτικοί, που θέλουν να συγκροτήσουν την αποκαλούμενη κεντροαριστερά, ως ενιαίο πολιτικό φορέα, ουδόλως, διαφωνούν και είναι πρόθυμοι να υπηρετήσουν, ως μέλλοντες κυβερνήτες, για την ευόδωση τους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να κλείσει την τωρινή τρίτη, στην σειρά, αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου, είναι το θηριώδες μέγεθος των κόκκινων και των, εν γένει, προβληματικών δανείων, που έχουν χορηγήσει οι ελληνικές τράπεζες των τραπεζών, τα οποία η κυβέρνηση αποδέχτηκε, μέσω του Μνημονίου, να μειωθούν, με πωλήσεις, ρευστοποιήσεις και διαγραφές, την ίδια στιγμή που τα προβλεπόμενα πόσα, έως το 2019, είναι αστρονομικά και φθάνουν τα 7,4 δισ. €, από πωλήσεις, τα 11,5 δισ. €, από ρευστοποιήσεις και τα 13,9 δισ. €,  από διαγραφές. 


Σύμφωνα με όσα έχουν συμφωνηθεί με τους ξένους δανειστές, οι πλειστηριασμοί, το πρώτο τρίμηνο του 2018, θα πρέπει να ξεπεράσουν τους 700, ανά μήνα και στην πορεία, πρέπει να αυξηθούν, δραματικά, ούτως ώστε, στο τέλος του έτους, να φθάσουν, στον αριθμό των 18000 και στην συνέχεια, αυτός ο αριθμός να διατηρηθεί, επί σειρά ετών. 
Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πλειστηριασμοί θα πέσουν σαν μια διαρκής ορμητική καταιγίδα, πάνω, στις ιδιοκτησίες των ιδιωτών, οι οποίες θα κληθούν να κλείσουν τις χαώδεις τρύπες της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, με αποτέλεσμα την δραματική ένταση των κοινωνικών αντιπαραθέσεων και την περαιτέρω, επιβάρυνση του δηλητηριώδους κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της χώρας.



Αλλά η ακανθώδης και ζοφερή, για την ελληνική κοινωνία, "επίλυση" των χαωδών ανοιγμάτων των ισολογισμών της μπατιροτραπεζοκρατίας, δεν είναι το μόνο μη επιλύσιμο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η παρούσα κυβέρνηση και το οποίο θα αντιμετωπίσουν (προφανώς, με όμοιο τρόπο) και οι κεντροαριστεροί της διευρυμένης "Δημοκρατικής Συμπαράταξης". Το, διαρκώς, αυξανόμενο ύψος του ελληνικού δημοσίου χρέους επιβάλλει και άλλα αιματηρά και ουδόλως, ανεκτά, από την ελληνική κοινωνία, μέτρα.


Αυτό συμβαίνει επειδή και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και όποια άλλη βρεθεί στην θέση της, τον Αύγουστο του 2018 και μετά, επιθυμεί να μην υπογράψει, ανοικτά και ομολογημένα, ένα 4ο Μνημόνιο. Και για να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει, με την βοήθεια των ξένων δανειστών, να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση του ελληνικού δημοσίου, από τις διεθνείς χρηματαγορές. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, εάν η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, που θα κληθεί να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της χώρας μας, δεν πεισθεί ότι θα πάρει, πίσω τα δανεικά.



Έτσι, προκειμένου να σχηματισθεί ένα μαξιλαράκι ασφαλείας, σε ρευστό χρήμα, ύψους 20 δισ. €, εντός του 2018, ούτως ώστε να πεισθούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, να δανείσουν το ελληνικό δημόσιο, όταν λήξει το 3ο Μνημόνιο, η κυβέρνηση θα δανειστεί ένα ποσό, που μπορεί να υπερβεί τα 20 δισ.  €, ήτοι 13,2 δισ.  € το 2017  (7,7 δισ. €, μετά την δεύτερη αξιολόγηση και άλλα 5,5 δισ. €, όταν ολοκληρωθεί η τρίτη αξιολόγηση), συν άλλα, περίπου 7 δισ. €, μέχρι τον Αύγουστο του 2018.



Κάπως έτσι ελπίζουν οι κυβερνώντες και οι ξένοι δανειστές ότι θα μπορέσει να χρηματοδοτηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο και εξ αυτού του λόγου, από τα 326,358 δισ. €, το 2016, θα φθάσει, στα 334,700 δισ. €, ενώ το 2018, υπολογίζεται ότι θα εκτοξευτεί, στα 344,900 δισ. €, το 2018, για να κυμανθεί - σύμφωνα με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς -, κάπου στο 185% του ΑΕΠ.

Αλλά, για να γίνουν όλα τα παραπάνω, προκειμένου να πεισθούν οι διεθνείς μπατιροτραπεζίτες να δανείσουν το ελληνικό δημόσιο, το κόστος, που καλείται να πληρώσει η ελληνική κοινωνία είναι, πολύ μεγαλύτερο, από τα μέτρα διάσωσης των ελληνικών τραπεζών, διότι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη, έναντι των ξένων δανειστών, να συμβάλει και η ίδια, στον σχηματισμό των ταμειακών αποθεμάτων, στα οποία αναφερόμαστε. Έτσι, σύμφωνα, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ελληνική κυβέρνηση, την περίοδο 2017 - 2018, πρέπει να εξοικονομήσει 4,8 δισ. € (3,2 δισ. €, το 2017 και 1,6 δισ. €, το 2018), από ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας και άλλα 4,4 δισ. € (1,4 δισ. €, το 2017 και 3 δισ. €, το 2018), από δημοσιονομική προσαρμογή, ήτοι, από περικοπές των δημοσίων δαπανών και από αύξηση των λοιπών δημοσίων εσόδων. Δηλαδή, με λίγα λόγια, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας θα πάει σύννεφο.

Η ουσία είναι ότι, μετά από 7 και πλέον, χρόνια "μεταρρυθμίσεων", οι οποίες συμπυκνώθηκαν, σε μια ατέρμονη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι μια οικονομία, που έχει μια φθίνουσα και αδύναμη βιομηχανία, που δεν έχει εξαγωγική δυναμική και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις εισαγωγές, στις οποίες η χώρα παραμένει να είναι ευάλωτη, με μια γεωργία, που δεν αντέχει, στον διεθνή ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα η χώρα να συνεχίζει να στηρίζεται, στην παραγωγή υπηρεσιών, οι οποίες είναι, εκτός ανταγωνισμού, ή/και έχουν χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Έχοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, όλη αυτή η κατακρημνιστική διαδικασία, που οδήγησε την ελληνική οικονομία, από το 2014 και μετά, στην παρούσα φάση της νεκροφανούς στασιμότητας, η οποία θα μακροχρονίσει, με διάφορα, κατά περιόδους, σκαμπανεβάσματα, ήταν φυσικό και επόμενο να οξύνει τις ταξικές ανισότητες, να φέρει και να επεκτείνει την φτώχεια, στην ελληνική κοινωνία, η οικονομία της οποίας θα διακρίνεται από την ασταθή ανάπτυξη, την διογκωμένη φορολογία, την μείωση των κρατικών δαπανών, την φυγή των νέων, στο εξωτερικό, την παρατεταμένη υποκατανάλωση, την διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και φυσικά, την θεσμοποίηση της παρατεταμένης πενίας εκτεταμένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού.

Έτσι έχουν τα πράγματα, η προοπτική εξέλιξη των οποίων θα είναι πολύ χειρότερη, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Ως εκ τούτου και με δεδομένη την φανατική πίστη και προσήλωση, στα δόγματα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", η οικονομική και η κοινωνική πολιτική της πολύφερνης κεντροαριστεράς, που, μέσω της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", επιθυμεί να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ και να κληρονομήσει την παλαιά κραταιά εκλογική του πελατεία, είναι και θα είναι το ίδιο - αλλά και ακόμη, περισσότερο - υποταγμένη στα κελεύσματα των ξένων δανειστών, με την πολιτική της τωρινής κυβέρνησης των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού.

Εδώ εντοπίζεται και το βαρύτερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει το πολύ φιλόδοξο εγχείρημα της διεύρυνσης και ουσιαστικά, της δημιουργίας του ενιαίου πολιτικού φορέα και ενός κόμματος της κεντροαριστεράς, με όχημα την "Δημοκρατική Συμπαράταξη" και με κύρια δεξαμενή, την παλαιά εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί, πριν από την διαλυτική, για το κόμμα αυτό και για τον ευρύτερο πολιτικό χώρο της "Kεντροαριστεράς", ελληνική χρεωκοπία του 2010.

Αυτή η δυσμενής πραγματικότητα και η ακόμη δυσμενέστερη μακροχρόνια προοπτική της εξέλιξη, σε συνδυασμό, με τις ιδεολογικές και πολιτικές δεσμεύσεις της πασοκικής νομενκλατούρας, των ιδεολογικών ορφανών του Λεωνίδα Κύρκου και των λοιπών πολιτικών γκρουπούσκουλων του κεντρώου χώρου, που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν ενιαίο και μεγάλο πολιτικό φορέα, δυσχεραίνουν, στο έπακρο και καθιστούν επισφαλές - ακόμη, μέχρι θνησιγενείας - το σύνολο του εγχειρήματος, παρά το γεγονός ότι η παρούσα δυναμική του, οδηγεί την "Δημοκρατική Συμπαράταξη", σε επίπεδα ποσοστών, άνω του 10%.

Αυτή η δυναμική, καταγράφεται, ανενδοίαστα, από την συμμετοχή των εκλογέων, στις ψηφοφορίες, για την ανάδειξη αρχηγού, σε αυτόν τον, υπό διεύρυνση, πολιτικό οργανισμό και οι οποίοι ανταποκρίθηκαν, στο κάλεσμα των πυρήνων των πολιτικών γραφειοκρατιών, για την (κατ' αρχήν) συντήρηση της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", ως ενιαίου πασοκικού χώρου, με την υπέρβαση της κομματικής διάσπασης, που επέβαλε, στα τέλη του 2014, ο ΓΑΠ, με σκοπό να υπονομεύσει τον, τότε, πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο - στον οποίο, το 2012, είχε παραδώσει, το, υπό κατάρρευση, παλαιό κραταιό κόμμα, αφού προηγουμένως, το είχε οδηγήσει στην κοινωνική και πολιτική κατακρήμνιση και στην διάλυση - και (δευτερευόντως), για την διεύρυνσή της, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι, άνω του 85% αυτών, που συμμετείχαν, στην διαδικασία των ψηφοφοριών, ήσαν οι παλαιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προσδιόρισαν την εκλογική διαδικασία, ως μία, κατά βάση, ενδοπασοκική υπόθεση.

Όμως, αυτή η προοπτική, για την πολιτική διεύρυνση, την κοινωνική ενδυνάμωση και την εκλογική απογείωση της "Δημοκρατικής Συμπαράταξης", όπως προαναφέραμε, αποδομείται, από τις σκληρές "ευρωπαϊστικές" πολιτικές θέσεις των πολιτικών γραφειοκρατιών, οι οποίες ομνύουν, στο όνομα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", με τον ίδιο τυφλό δογματισμό, που οι κνίτες όμνυαν (και εξακολουθούν να ομνύουν), στο όνομα της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που κατέρρευσαν, σαν τραπουλόχαρτα.

Αυτοί, που αποτελούν τον σκληρό πυρήνα αυτών των πολιτικών γραφειοκρατιών, παρά την μεγάλη σπορά των αυταπατών, που έχουν καλλιεργήσει, στην ελληνική κοινωνία, έχουν να αντιμετωπίσουν και την μη υπερβάσιμη - την, ουσιαστικά, ανυπέρβλητη - πραγματικότητα, δηλαδή το, ομοίως, σκληρό παρόν, αλλά και το, ακόμη, σκληρότερο, μέλλον, που επιφυλάσσει, στην ελληνική κοινωνία, η συμμετοχή της χώρας μας, στο ευρώ και την ζώνη του, όπως, επίσης και στην (προπαγανδιστικώς και δια σφετερισμού) αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, δυστυχώς, για όλο αυτό το σύνολο των κεντροαριστερών και των λοιπών πολιτικών γραφειοκρατιών, όλοι αυτοί, όπως και η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, δεν μπορούν να την υπερβούν, παρά τις συναφείς αυταπάτες των  ψηφοφόρων τους.



Περασμένα, ναι. Ξεχασμένα, όχι. Διότι η οικονομία, η στρατηγική πολιτική και η διαμορφούμενη, εξ αυτών, πραγματικότητα, δεν συγχωρούν, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Και φυσικά, τιμωρούν τους επιλήσμονες...



Όπως, επίσης, η πασοκική γραφειοκρατία - η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τιμωρείται επειδή εγκατέλειψε, προδίδοντας τις ορθές και ιστορικά, πλέον, δικαιωμένες στρατηγικές πολιτικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ, που συνοψίζονταν, στην άρνηση της εισόδου της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και στην διαμόρφωση μιας ειδικής σχέσης της χώρας μας, με την Κοινότητα -, θα δυσκολευθεί να αντιμετωπίσει τους δεξιούς, τους κεντρώους και τους αριστερούς γραφειοκράτες και εκλογείς, οι οποίοι, συμμετείχαν, στην όλη διαδικασία, προκειμένου, μέσω ενός πολιτικοεκλογικού ρεσάλτου, να κατακτήσουν τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ ... χωρίς το ΠΑΣΟΚ.

Κάπως έτσι, την πάτησαν ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Γιώργος Καμίνης, διότι, έστω και σπαραγμένο, το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ο εκλογικός του πυρήνας, ο οποίος, με την υπέρβαση της αντιπαράθεσης "βενιζελικών" και "γιωργοπαπανδρεϊκών", καθώς και με την επιστροφή ενός (μικρού, έστω, αλλά, απολύτως, ορατού και καταγεγραμμένου) τμήματος των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που, το 2015 και το 2012, είχαν ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι εδώ.

Αυτή η εξέλιξη, προφανώς, θα οδηγήσει πολλούς από τους ψηφοφόρους, που επέλεξαν τον Σταύρο Θεοδωράκη, τον Γιώργο Καμίνη και τους άλλους υποψηφίους, που δεν πέρασαν, στον δεύτερο γύρο, στην κάλπη άλλων κομμάτων. Και κυρίως, της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και φυσικά, η εκλογή της Φώφης Γεννηματά, αυτού του άχρωμου, άοσμου και βεβαρημένου, με τις αμαρτίες του παλαιού ΠΑΣΟΚ, τέκνου της πασοκικής νομενκλατούρας, αφαιρεί και δεν προσθέτει ψήφους, στον νέο πολιτικό οργανισμό, που φιλοδοξεί να καλύψει τον χώρο της "Κεντροαριστεράς".

Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει ό,τι μπορεί, για να αναστήσει τους πεθαμένους, αυτοί δυσκολεύονται να ανταποκριθούν, διότι τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ίδια η πραγματικότητα δεν τους ευνοεί, παρά τις όποιες αναλαμπές, που τους επιτρέπουν και που στο μέλλον, θα τους επιτρέψουν, πρόσκαιρα, να παρουσιάσουν, οι αυταπάτες και η σύγχυση, που επικρατεί, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας.

Ως εκ τούτου, οι μέλλουσες εξελίξεις, στον χώρο αυτόν και σε ολόκληρο το πολιτικό τοπίο της χώρας μας, δεν πρόκειται να είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Κάθε άλλο, μάλιστα...

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Συριακός εμφύλιος πόλεμος : Ρωσία και Η.Π.Α. ενώπιοι ενωπίοις, μετά την κατάρρευση του Ισλαμικού Κράτους και τα αδιέξοδα του αμερικανικού σχεδιασμού, λόγω της απαγόρευσης πτήσεων, που έχει επιβληθεί στην αμερικανική πολεμική αεροπορία. (Ο "Satan 2", ως αποτελεσματικό εργαλείο άσκηση στρατιωτικής τρομοκρατίας).


"Satan 2". Ο νέος υπερηχητικός βαλλιστικός πύραυλος της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας, ο οποίος δοκιμάστηκε, με επιτυχία, ύστερα από εντολή του Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι ένας πραγματικός "σατανάς", αφού μπορεί να εξαφανίσει από τον χάρτη ολόκληρες περιοχές, ίσες με την έκταση της Βρετανίας, ή της Γαλλίας, όπως και τις δύο ακτές των Η.Π.Α. Τώρα, που η στρατιωτική αντιπαράθεση, στο συριακό μέτωπο, μετά την κατάρρευση του "Ισλαμικού Κράτους", φέρνει ενώπιους ενωπίοις τους στρατιωτικούς μηχανισμούς των Ρώσων και των Αμερικανών και το ρίσκο μιας εκτεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων, η ρωσική ηγεσία φροντίζει να φέρει και πάλι στην επιφάνεια, με την απαραίτητη ωμότητα, την πολιτική της άσκησης στρατιωτικής τρομοκρατίας, απέναντι, στους αντιπάλους της, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τις αμερικανικές ελίτ και τους συμμάχους της, στην Δύση. Και πραγματικά, μέσω του "Satan 2" και με την επίδειξη των καταστροφικών του δυνατοτήτων, ο Ρώσος πρόεδρος δείχνει το πολύ ζοφερό μέλλον, που θα έχουν αμερικανικές και οι δυτικές ελίτ και οι κοινωνίες τους, εάν οι ηγεσίες τους δεν προσέξουν και εάν διαβούν τον Ρουβικώνα, αγνοώντας τα συμφέροντα της χώρας του και τις συναφείς επιθυμίες της ρωσικής ελίτ, έτσι όπως αυτές εκφράζονται από την κυβέρνηση της Μόσχας...



Η κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, παρά το γεγονός ότι δεν είναι πλήρης, αφού θύλακες των μαχητών του υπάρχουν ακόμη και αντιστέκονται, μαζύ με την σαρωτική ήττα των Κούρδων του βορείου Ιράκ, από την, σιιτική κυβέρνηση της Βαγδάτης, που βρίσκεται κάτω από την ιρανική επιρροή και στηρίχθηκε στην βοήθεια της Τουρκίας, την ίδια στιγμή, που οι στηριζόμενοι, από τις Η.Π.Α., Κούρδοι της Συρίας βρίσκονται κάτω από την ασφυκτική πίεση του τουρκικού στρατού, που δεν πρόκειται να τους επιτρέψει, σε συνεργασία, με τους Ιρανούς και την ιρακινή κυβέρνηση, να κεφαλαιοποιήσουν την ήττα των τζιχαντιστών και να ιδρύσουν ένα κουρδικό κράτος, στα συριακά εδάφη, αναδεικνύει, για μία, ακόμη, φορά τα αδιέξοδα, στα οποία έχει περιέλθει η Ουάσινγκτων, από την τεράστια και συνάμα, εξευτελιστική ήττα, που υπέστη, στο συριακό μέτωπο.

Δυστυχώς, για τους ανόητους σχεδιαστές της εφαρμοσμένης, στην περιοχή, αμερικανικής πολιτικής, τα χειρότερα δεν έχουν παρέλθει. Βρίσκονται μπροστά τους και η φορά των πραγμάτων καθιστά αναπότρεπτα και αναπόφευκτα αυτά τα επερχόμενα χειρότερα και η καταλυτική ήττα των Κούρδων του Μασούντ Μπαρζανί, στο "ιρακινό" Κουρδιστάν, που αφήνει ακάλυπτους τους μαχητές του YPG, δηλαδή τους μαρξιστές - λενινιστές Κούρδους της Συρίας (οι οποίοι είναι ομογάλακτοι του PKK), που ενισχύονται, από την Ουάσιγκτων, είναι το πρώτο βήμα του ολέθρου, που αναμένει τον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, ο οποίος, ομολογουμένως, υπήρξε, απολύτως, παιδαριώδης, αφού στηρίχθηκε, σε μια ισορροπία δυνάμεων, η οποία, εδραζόμενη, στην αμερικανική παντοκρατορία, έχει παύσει, εδώ και κάποια χρόνια, να υπάρχει.

Επί της ουσίας, η κατάσταση, στο ανατολικό μέτωπο του πολέμου, στην Συρία, μετά την κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, είναι πολύ απλή και εξαιρετικά, δυσμενής, για τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους, οι οποίοι στηρίζονται, στην Ουάσιγκτων, η οποία τους χρησιμοποιεί και τους παρέχει όση βοήθεια μπορεί, η οποία, βέβαια, είναι, ασφυκτικά, περιορισμένη, αφού οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής δεν μπορούν να αναπτύξουν, επί του εδάφους, τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας τους, ή/και των συμμάχων τους, στο ΝΑΤΟ, ούτε μπορούν να παράσχουν, στους Κούρδους μαχητές και στο υπόλοιπο τμήμα των σουνιτών συμμάχων τους του αυτοαποκαλούμενου "Ελεύθερου Συριακού Στρατού" και της al Nusra, την απαραίτητη αεροπορική στήριξη. Το γιατί συμβαίνει αυτό, δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Αντιθέτως, είναι πανεύκολο.

Η ενεργός παρουσία των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και η καταλυτική εμπλοκή τους, στο συριακό μέτωπο, υπέρ του συριακού στρατού του Μπασάρ αλ Άσαντ, ανέτρεψε την ισορροπία των δυνάμεων και κατέστρεψε, εκ θεμελίων, τον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό. Αυτό ήταν, που, βλακωδώς, οι Αμερικανοί επιτελείς δεν ανέμεναν να συμβεί και το οποίο τελικώς, συνέβη.

Βέβαια, κακώς, δεν ανέμεναν οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής την ενεργό στρατιωτική ανάμειξη των Ρώσων, στην Συρία και τούτο διότι η Ρωσία έχει υπογράψει αμυντικό σύμφωνο, με την χώρα αυτή, στην οποία έχει μια πολύ σημαντική στρατιωτική βάση στην Λατάκεια, όπως επίσης, έχει και επενδυμένα μεγάλα συμφέροντα, τα οποία σχετίζονται, με την ενέργεια και τις οδούς διέλευσής της. Η ρωσική ελίτ δεν μπορούσε να μείνει απαθής, σε όσα συμβαίνουν εκεί, χωρίς να υποστεί η ίδια μια τεράστια ζημιά. Ως εκ τούτου, αφού δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, δεν θέλησε να μείνει απαθής. 

Έτσι, η ρωσική κυβέρνηση αποφάσισε να δράσει. Και αυτό ήταν, απολύτως, αναμενόμενο, για όλους όσους έχουν τον κοινό νου. Για όλους, πλην των σχεδιαστών της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, που αποδείχτηκαν κοινοί βλάκες.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έλαβε, τότε, που έκρινε εκείνος ότι έπρεπε, την σχετική απόφαση (κατά την γνώμη μου, μάλιστα, άργησε πολύ να την λάβει) και η Ρωσία επενέβη, ενεργά, στην συριακή σύγκρουση, την στιγμή, κατά την οποία οι δυνάμεις του Μπασάρ αλ Άσαντ άρχισαν να κάμπτονται. Και αυτή η ενεργή ρωσική στρατιωτική παρουσία, με τους συνεχείς βομβαρδισμούς των δυνάμεων των αντικαθεστωτικών, άλλαξε, πλήρως, τα δεδομένα της σύγκρουσης, οδηγώντας τους υποστηριζόμενους, από την Ουάσινγκτων, αντάρτες, στην άτακτη υποχώρηση και στην ήττα.

Αυτό, που συμβαίνει, στην συριακή επικράτεια και το οποίο έχουν, με μεγίστη πικρία, ομολογήσει οι αποτελούντες το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο, που ασχολείται με τα τεκταινόμενα, στην περιοχή, είναι απλούστατο και συνάμα, πρωτοφανές : 

Οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής έχουν βρεθεί, υπό το καθεστώς της έμπρακτης απαγόρευσης των πτήσεων των αμερικανικών αεροπλάνων, που έχει επιβληθεί,  από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, με την μεταφορά, στην Συρία των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400, η ύπαρξη των οποίων εγγυάται το ότι, εάν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στείλουν πολεμικά αεροπλάνα να πετάξουν, στον συριακό εναέριο χώρο, χωρίς την έγκριση της ρωσικής κυβέρνησης, αυτά θα καταρριφθούν.

Στην Συρία, δεν μπορεί να πετάξει, ούτε πουλί, χωρίς την ρωσική έγκριση. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί επιτελείς δεν μπορούν να προβούν σε εναέριες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Δεν μπορούν να προβούν σε ταχεία μεταφορά στρατευμάτων, στο συριακό έδαφος. Και φυσικά, στην συριακή επικράτεια, δεν μπορούν να στηρίξουν καμμία εισβολή στρατιωτικών δυνάμεων, δικών τους, ή/και των συμμάχων τους, στο ΝΑΤΟ. Και τούτο επειδή οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα συντριβεί άμεσα. Οι αμερικανικές και οι συμμαχικές απώλειες θα είναι τεράστιες και η ήττα τους θα είναι εξευτελιστική.

Με αυτά τα δυσάρεστα, για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, δεδομένα, δεν αποτελεί καμμία έκπληξη το γεγονός ότι η Ουάσινγκτων εξακολουθεί να μην στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις και να περιορίζεται, στο να ενισχύει τους εντόπιους εχθρούς του καθεστώτος, στην Συρία, τους οποίους έχει καταστήσει αντιπροσώπους της. Και φυσικά, είναι να γελάει κανείς, με αυτή την κατάντια και τον ξεπεσμό των, έως πρόσφατα, παντοδύναμων και ως εκ τούτου, υπερφίαλων και αλαζόνων Αμερικανών ηγετών και επιτελών.

Κάπου, εδώ αρχίζουν τα χειρότερα, για τους Αμερικανούς και τους επιτόπιους συμμάχους τους, στην ανατολική Συρία, αφού η ήττα των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους φέρνει αντιμέτωπους τους συμμάχους της Ουάσιγκτων, τους Αμερικανούς και τους νατοϊκούς (κυρίως Βρετανούς) στρατιωτικούς και λοιπούς συμβούλους, που τους υποστηρίζουν και τους βοηθούν, με τον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, αλλά και με τους Ιρανούς "Φρουρούς της Επανάστασης", όπως επίσης και με τους μαχητές της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, που μάχονται, στο πλευρό του καθεστώτος του Σύρου προέδρου.

Όλοι αυτοί, όμως, δεν αποτελούν ένα υπολογίσιμο αντίπαλο δέος, για τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους. Αυτοί, από μόνοι τους, είναι αντιμετωπίσιμοι. Το βασικό και μη διαχειρίσιμο πρόβλημα, για το αμερικανικό επιτελείο, είναι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες επιχειρούν, επί του συριακού εδάφους και έχουν οδηγήσει, τον αμερικανικό σχεδιασμό, σε πλήρες αδιέξοδο.

Έτσι, μετά την κατάρρευση των σουνιτών τζιχαντιστών του ISIS, οι στρατιωτικές δυνάμεις όλων των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή επί της ουσίας, των Ρώσων και των Αμερικανών βρίσκονται αντιμέτωπες, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να έχουν δεχθεί τις "περιποιήσεις" των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, όσες φορές αποτόλμησαν να ενεργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο, που το ρωσικό επιτελείο έκρινε ότι δεν ήταν αποδεκτός.

Προφανώς, οι Αμερικανοί επιτελείς θα προτιμούσαν η περιοχή, που βρίσκεται ανατολικά του Ευφράτη ποταμού και η οποία έχει περιέλθει, στο μεγαλύτερο μέρος της, στον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, να καταληφθεί, από τους αντικαθεστωτικούς και τους Κούρδους, προκειμένου να μπορέσει να προκύψει μια εδαφική διάσπαση της Συρίας και για να σταθεί δυνατόν να περιέλθουν, στα χέρια τους, οι μισές πετρελαιοπηγές της Συρίας, οι οποίες βρίσκονται σε αυτή την περιοχή.

Ο σχεδιασμός της Ουάσιγκτον, μετά την αποτυχία του Ισλαμικού Κράτους (το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι δημιούργημα του αιμοσταγούς διδύμου Barack Hussein Obama και Hillary Clinton - από τους οποίους, μετά και την χθεσινή φονική τρομοκρατική επίθεση, στην Νέα Υόρκη, με τουλάχιστον 8 νεκρούς και πολλούς τραυματίες, οι Αμερικανοί πολίτες πρέπει να ζητήσουν λογαριασμό - και εντάχθηκε, μέσα στον αρχικό αμερικανικό σχεδιασμό, που προέβλεπε την δημιουργία ενός εμβόλιμου "Σουνιστάν", αποτελούμενου από συριακά και ιρακινά εδάφη, με την έκταση, που κατακτήθηκε από τους μαχητές του πρώην κρατούμενου των Αμερικανών Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκνταντί, ο οποίος απελευθερώθηκε, για να επιτελέσει το έργο, που, προφανώς, του ανατέθηκε) και την κατάρρευσή του, άλλαξε περιεχόμενο, προσαρμοζόμενος, στις νέες δυσμενείς συνθήκες που δημιούργησε η ενεργός ρωσική στρατιωτική εμπλοκή, στον πόλεμο της Συρίας.

Έτσι, τώρα, η Ουάσινγκτων επιθυμεί, μέσα από την κατάληψη των πετρελαιοπηγών της περιοχής, να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση του κουρδικού κράτους, αλλά και ενός σουνιτικού αραβικού κράτους, το οποίο εξακολουθεί η αμερικανική ηγεσία να θέλει να δημιουργήσει, όπως-όπως και όσο είναι δυνατόν, στην περιοχή, με την ενίσχυση τους και από ιρακινά εδάφη.

Εννοείται, βέβαια, ότι ο αμερικανικός σχεδιασμός στηρίζεται σε έναν λογαριασμό, που γίνεται χωρίς τον ξενοδόχο. Και ξενοδόχος, στην Συρία, δεν είναι, μόνον - ούτε, καν, κυρίως -, ο Μπασάρ αλ Άσαντ. Ξενοδόχος, στο συριακό ξενοδοχείο, την σήμερον ημέραν, είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος δεν πρόκειται να επιτρέψει, στους ηττημένους, στο πεδίο της μάχης, να κερδίσουν ούτε ένα ψίχουλο, από τα λάφυρα του πολέμου. 

Παρά τις όποιες φρούδες ελπίδες και τις αυταπάτες της Ουάσιγκτων, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν έχει κανέναν σοβαρό λόγο, για να επιτρέψει, στους Αμερικανούς και τους νατοϊκούς και τους Άραβες συμμάχους τους, να διατηρήσουν οποιοδήποτε έρεισμα, ή οποιαδήποτε βάση, στην περιοχή. Και φυσικά δεν θα το πράξει, διότι δεν υπάρχουν εκείνα τα ανταλλάγματα, που θα μπορούσαν να αποδεχθούν να δώσουν οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί, ούτως ώστε να τον πείσουν να τους κάνει οποιεσδήποτε παραχωρήσεις, στην Συρία. 

Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψη, καθίσταται, απολύτως, κατανοητή η σαφής προειδοποίηση, την οποία έστειλε το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο, στους σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής, στην Ουάσινγκτων, ότι δεν πρόκειται να γίνουν ανεκτά οποιαδήποτε πυρά (βομβαρδισμοί κλπ), που θα προέρχονται, από τις θέσεις των συμμάχων των Η.Π.Α., στην επίμαχη περιοχή, που βρίσκεται, στα ανατολικά του Ευφράτη. Και βέβαια, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα αφήσει τις πετρελαιοπηγές, στα χέρια των συμμάχων των Αμερικανών.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η ρωσική ηγεσία δεν είναι μόνη της, στον πόλεμο της Συρίας. Πέρα από τον Μπασάρ αλ Άσαντ και το μπααθικό καθεστώς, που διεκδικούν να επανακαταλάβουν κάθε σπιθαμή του συριακού εδάφους, που κατέχουν οι αντικαθεστωτικοί, έχει, ως άμεσους στρατηγικούς συμμάχους της, τους Ιρανούς, ως άμεσους τακτικούς συμμάχους της, τους Τούρκους και επίσης, ως, εκ του μακρόθεν (αλλά, ουδόλως, απαθείς) τους Κινέζους, οι οποίοι εξαρτώνται, πλήρως, από τα πετρέλαια του Ιράν και της Συρίας και δεν βλέπουν, με καθόλου, καλό μάτι την αμερικανική παρουσία, στην περιοχή την επιστασία της οποίας έχουν αφήσει, στην Μόσχα, αλλά δεν θα διστάσουν να εμπλακούν, άμεσα, εάν χρειασθεί, αφού έχουν απειλήσει την Ουάσιγκτων, με πόλεμο, εάν οι Η.Π.Α. στείλουν στρατό, στην Συρία. 

Ως εκ τούτου, ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει την ευχέρεια να ικανοποιήσει την οποία παράκληση της Ουάσιγκτων, στους ηγέτες της οποίας, άλλωστε, δεν έχει καμμία εμπιστοσύνη. 

("Ήταν λάθος μας, που σας δείξαμε εμπιστοσύνη", έχει πει, δημοσίως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος, στις σχέσεις της χώρας του, με τις Η.Π.Α. και την Δύση, στην ύστερη περίοδο της "Σοβιετικής Ένωσης" και στην πρώτη μετασοβιετική εποχή, η οποία έληξε, με την άνοδο του, στην εξουσία, τον Αύγουστο του 1999. "Αυτό το λάθος δεν θα το ξανακάνουμε". Και φυσικά, ο Ρώσος ηγέτης έχει δίκιο).

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν πρόκειται να αφήσει τους Αμερικανούς και τους αντιπάλους του Άσαντ να κρατήσουν, όχι, μόνο, τις πετρελαιοπηγές της διεκδικούμενης περιοχής, αλλά ούτε ένα - μικρό, έστω - τμήμα της συριακής επικράτειας. Και φυσικά, πέρα από τον Πούτιν, είναι και οι Ιρανοί, που δεν θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο, σε όλους αυτούς, αφού η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται ότι, με την συγκυριαρχία της, στην Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τον καθοριστικό ρόλο, που παίζει, στο Ιράκ, μέσω της σιιτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας αυτής, η οποία, χάρη στις απίθανες ηλιθιότητες της Ουάσινγκτων, όλα τα προηγούμενα χρόνια, οδηγείται, στο να μεταστραφεί, σε έναν δορυφόρο της περσικής ηγεσίας, θα κυριαρχήσει σε όλη την περιοχή και θα βρει  μια στρατηγική διέξοδο προς την Μεσόγειο. 

Το ίδιο θα πράξουν και οι Τούρκοι, οι οποίοι, αν και δεν έχουν πρόβλημα, με τους αντικαθεστωτικούς Άραβες σουνίτες, δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν τα αμερικανικά σχέδια και ειδικά, την δημιουργία ενός κουρδικού κράτους, στην περιοχή, ιδιαίτερα, τώρα, μετά την ήττα των Κούρδων, στο βόρειο Ιράκ. Μια ήττα, στην επέλευση της οποίας ο ρόλος των Τούρκων υπήρξε σημαντικός. 

Αν οι Αμερικανοί επιμείνουν, να στηρίζουν, με τις μικρές ειδικές δυνάμεις, που έχουν αποστείλει και οι οποίες παρέχουν, στους Κούρδους του YPG και στους αντικαθεστωτικούς του "Ελεύθερου Συριακού Στρατού", όπως και στις άλλες δυνάμεις (al Nusra κλπ), σημαντική τακτική, επιμελητειακή και επικοινωνιακή υποστήριξη και το κυριότερο, μια κάποια σχετική - έστω και περιορισμένη - ομπρέλα προστασίας, από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, η Μόσχα θα συνεχίσει έναν πόλεμο, εναντίον της Ουάσινγκτων, στο συριακό μέτωπο και φυσικά, θα συντρίψει τις αμερικανικές δυνάμεις, οι οποίες είναι μικρές και απολύτως, ανεπαρκείς.

Αυτές οι βοηθητικές δυνάμεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και οι πράκτορες της CIA και των άλλων μυστικών υπηρεσιών των συμμάχων των Αμερικανών, βρίσκονται, κυριολεκτικά, στο έλεος των Ρώσων και, φυσικά, όπως έχουμε πει, δεν μπορούν να υποστηριχθούν, από τις Η.Π.Α., αφού η ρωσική κυριαρχία, στον εναέριο χώρο της Συρίας είναι απόλυτη, λόγω των αντιπυραυλικών συστημάτων S-400 και την, εν τοις πράγμασι, απαγόρευση πτήσεων, που έχει επιβληθεί, στην αμερικανική πολεμική αεροπορία. Οι Αμερικανοί θα υποστούν πανωλεθρία. Και αυτή η διαμορφωμένη κατάσταση είναι κάτι που, προφανώς, οι επιτελείς, στην Ουάσινγκτων, δεν το αγνοούν. Προφανώς, το γνωρίζουν. Και μάλιστα, πολύ καλά.

Ως εκ τούτου, με το καλό, ή με το άγριο, οι Αμερικανοί θα τα μαζέψουν και θα φύγουν, έτσι, όπως, πήγαν, διότι είναι, απολύτως, αναξιόπιστοι και φυσικά, αντιμετωπίζονται, από την ρωσική ηγεσία, ως αυτό, που είναι. Δηλαδή, ως εχθροί, οι οποίοι μπορούν να συνετισθούν, μόνο όταν βρίσκονται κάτω από το καθεστώς του τρόμου, που τους επιβάλλεται από την προοπτική της χρήσης της ωμής βίας, από έναν αντίπαλο, τον οποίο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, επειδή δεν είναι της τάξεως ενός Σαντάμ Χουσεΐν, ή ενός Slobodan Milošević.

Έτσι, οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής ευρισκόμενοι ενώπιον της απόλυτης καταστροφής, ξαναθυμήθηκαν τα χημικά όπλα του συριακού καθεστώτος και την χρήση τους και με όπλο την απόφανση μιας επιτροπής του Ο.Η.Ε., με την οποία αποδίδεται η χρήση τέτοιων όπλων, στον στρατό του Μπασάρ αλ Άσαντ, ζητούν την αποπομπή ανατροπή του Σύρου προέδρου και επιχειρούν, προπαγανδιστικά, να εκθέσουν την Μόσχα.

Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, προφανώς, ο Άσαντ, το καθεστώς του και ο συριακός στρατός δεν έχουν κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσουν τα χημικά όπλα, που κατέχουν, κατά των αντιπάλων τους και κατά του άμαχου πληθυσμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το καθεστώς των Σύρων αλεβιτών, που έχει εγκατασταθεί, στην χώρα, είναι μειοψηφικό και η ίδια η ανικανότητα του να αντιμετωπίσει την ανταρσία δείχνει ότι ο συριακός πληθυσμός, που στην πλειοψηφία του είναι σουνιτικός, δεν επιθυμεί να παραμείνει, υπό την εξουσία του Μπασάρ αλ Άσαντ και του κόμματος Μπάαθ, στο οποίο κυριαρχούν οι αλεβίτες.

Ως εκ τούτου, το καθεστώς είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την μέγιστη βία, που μπορεί και να επιδείξει την πλήρη ωμότητα, από την οποία διακατέχεται. Πιθανότατα, λοιπόν, οι ένοπλες δυνάμεις του έχουν πράξει όσα κατηγορούνται και έχουν χρησιμοποιήσει χημικά όπλα, στα πεδία των μαχών, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, όπως το έχουν πράξει και οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες, σύμφωνα με μια πρόσφατη ομολογία της αμερικανικής κυβέρνησης. 

Φυσικά, από ένα σημείο και πέρα, αυτή η χρήση του χημικού οπλοστασίου του συριακού στρατού έχει γίνει, με την αποδοχή της Μόσχας, η οποία έχει δώσει το σχετικό OK, προκειμένου, ανάμεσα στα άλλα, να τρομοκρατήσει και να πτοήσει το ηθικό των Αμερικανών και των Δυτικών συμμάχων τους, ως προς το μέχρι πού είναι ικανή να φθάσει και να καταδείξει το ακραίο μέγεθος της βίας, που μπορεί να μεταχειρισθεί, εάν και όταν το κρίνει αναγκαίο. Όπως έχουμε, ήδη, γράψει, το δόγμα της χρήσης του πρώτου πυρηνικού πλήγματος, το οποίο έχουν υιοθετήσει οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και το οποίο έχει επισημοποιήσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν, από το 2014 και μετά, στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται και ο φονικός βαλλιστικός πύραυλος "Satan 2", δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια παρερμηνειών.

Ως εκ τούτου, οι αντιπερισπασμοί των Η.Π.Α. και της Δύσης δεν πρόκειται να έχουν καμμία τύχη. Ο στρατός του συριακού καθεστώτος θα συνεχίσει τις μάχες, με την σαρωτική υποστήριξη της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και οι S-400 θα συνεχίσουν να καλύπτουν τον συριακό εναέριο χώρο, από οποιαδήποτε αμερικανική αεροπορική επιδρομή (γεγονός, που οι Ισραηλινοί, ως παθόντες, το γνωρίζουν, πολύ καλά). Και φυσικά, όλοι αυτοί θα γευθούν το πικρό ποτήρι της σαρωτικής ήττας, που υπέστησαν, σε έναν πόλεμο, που οι ίδιοι άρχισαν, όταν εξαπέλυσαν, στον απλό συριακό λαό, τους ανέμους, τις θύελλες και τους δαίμονες, ανοίγοντας το μεσανατολικό Κουτί της Πανδώρας.

Για όσα παθαίνουν οι μαθητευόμενοι μάγοι της  Ουάσινγκτων και οι κολαούζοι τους, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της Δύσης, δεν τους φταίει κανείς, παρά μόνο οι εαυτοί τους. 

Ας πρόσεχαν...