Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η Τουρκία θα φύγει από την Κύπρο, έτσι ακριβώς όπως ήλθε το 1974 και φυσικά, δεν πρόκειται να αποσύρει τον στρατό της, όποια συμφωνία και αν υπογράψει. (Θα αντέξουν οι απόγονοι των Αχαιών, ή, σε βάθος χρόνου, θα εκδιωχθούν, από το νησί);




Μαρτυρίες πρωταγωνιστών του πραξικοπήματος, και της τουρκικής εισβολής, στην Κύπρο, σε μια παλαιά τηλεοπτική εκπομπή του Αλέξη Παπαχελά, με τίτλο "ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ", όπου αναδεικνύεται η προδοτική συμπεριφορά της ηγεσίας της χούντας των Αθηνών, η οποία υπηρετώντας τον γενικό σχεδιασμό των Η.Π.Α. και τον εξειδικευμένο στόχο του Henry Kissinger, για την διχοτόμηση του νησιού, έφερε τον τουρκικό στρατό, στην Κύπρο, στον οποίο παρέδωσε τον κυπριακό ελληνισμό, έρμαιο και όμηρο. Το προδοτικό έργο των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής, συνεχίζεται, στις ημέρες μας, μετά την παταγώδη αποτυχία του σχεδίου του Kofi Annan,  το 2004, του οποίου ο παρών σχεδιασμός, αποτελεί συνέχεια. Μια  θλιβερή, οδυνηρή και καταστροφική συνέχεια, που συνίσταται, στην ολοκλήρωση της παράδοσης του πληθυσμού των απογόνων των Αχαιών, στην τουρκική επικυριαρχία και στην μετατροπή της Κύπρου, αρχικά, σε ένα κοινοπρακτικό προτεκτοράτο της Άγκυρας και της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και σε μια αποικία της Τουρκίας, μεταγενέστερα...




Παρά τα όσα λέγονται, από τους οπαδούς μιας οποιαδήποτε "λύσης" του κυπριακού ζητήματος, μέσω της υπογραφής μιας οποιαδήποτε συμφωνίας, στις συνομιλίες, που επίκεινται, αυτές τις ημέρες, στην Γενεύη, η ωμή και πικρή αλήθεια, που συνάμα είναι απλούστατη και προκύπτει από την διάταξη και τον συσχετισμό των δυνάμεων, στην Κύπρο, έχει ως εξής :

Η Άγκυρα δεν πρόκειται να αποσύρει τον στρατό της από την Κύπρο, ό,τι και αν η παρούσα - η επόμενη, ή όποια άλλη - τουρκική κυβέρνηση υποσχεθεί και όποια συμφωνία υπογράψει. Και αυτό θα συμβεί, οποιοδήποτε και αν είναι το χρονοδιάγραμμα "αποχώρησης" των τουρκικών στρατευμάτων, που θα προβλεφθεί (εάν προβλεφθεί), στα πλαίσια της οποιασδήποτε συμφωνίας.

Αυτή η πραγματικότητα δεν διαφεύγει, από την παρούσα ελληνοκυπριακή ηγεσία, από την ελληνική κυβέρνηση και από τον πολιτικό κόσμο της μεγαλονήσου και της Ελλάδας. Όλοι έχουν πλήρη γνώση αυτού του δεδομένου, το οποίο προκύπτει από τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, που έχει διαμορφωθεί, στο νησί, μετά την τουρκική εισβολή και την ήττα των Ελλήνων την περίοδο Ιουλίου - Αυγούστου 1974, τα αποτελέσματα της οποίας όχι μόνον δεν ανατράπηκαν, έκτοτε, αλλά, αντιθέτως, ισχυροποιήθηκαν.

Αυτό συνέβη, απλούστατα, επειδή οι τουρκικές θέσεις, στην Κύπρο παγιώθηκαν και επέτρεψαν στην Άγκυρα να επιβάλει, στην πράξη, τις θελήσεις της, αφού αυτή είναι που, στην πραγματικότητα, ασκεί την πλήρη εξουσία, στην βόρεια Κύπρο, υπαγορεύοντας, παράλληλα και την συμπεριφορά της ελληνοκυπριακής διοίκησης και της Ελλάδας, οι οποίες αποδέχτηκαν, στην πράξη, το status quo, επί του κυπριακού εδάφους, που η παρουσία του τουρκικού στρατού, έχει επιβάλει. 

Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση, που επικρατεί στην Κύπρο, έτσι όπως έχει προκύψει, μετά την τουρκική κατάκτηση του βόρειου τμήματος του νησιού, το καλοκαίρι του 1974 και με δεδομένο τον δυσμενή συσχετισμό των εκατέρωθεν δυνάμεων, που αυτή έχει δημιουργήσει, το συμπέρασμα, που, αβίαστα, εξάγεται, ως αποτέλεσμα αυτού του συσχετισμού, πάρα τις φρούδες και εν πολλοίς, παραπλανητικές και υποκριτικές ελπίδες των ενδοτικών, οι οποίοι αρέσκονται να αυτοπαρουσιάζονται, ως οπαδοί της "λύσης" του κυπριακού, ενώ, στην πράξη, οι πλείστοι εξ αυτών - όσοι, τουλάχιστον, είναι μέλη των εξουσιαστικών ελίτ της Κύπρου και της Ελλάδας και προωθούν την αμερικανονατοϊκή και δυτικότροπη καταιγιστική προπαγάνδα της "ευκαιρίας", για το τωρινό momentum αυτής της "λύσης", προκειμένου να κάνουν business as usual, με τις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες και τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου, που είναι υπό εξόρυξη, στην θάλασσα, που περιβάλει την Κύπρο, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο -, απλώς, είναι συμβιβασμένοι, με την ιδέα της παράδοσης της Κύπρου και των απογόνων του πληθυσμού των Αχαιών, που, εδώ και χιλιάδες χρόνια, κατοικοεδρεύουν, στην μεγαλόνησο (μέσα από μια - υποτιθέμενη, ως πραγματική - συνδιοίκηση, με τα όργανα του τουρκικού κράτους), στην εξουσιαστική κυριαρχία των σύγχρονων απογόνων των Οθωμανών,  είναι προφανές και αφοπλιστικά, απλό :

Ο τουρκικός στρατός δεν πρόκειται να φύγει, με ομαλό τρόπο, από την Κύπρο. Αν φύγει, θα φύγει, έτσι όπως ήλθε, στο νησί, στις 20 Ιουλίου 1974. Θα εκδιωχθεί, με πόλεμο και μετά από την ήττα του, στα πεδία των μαχών.

Αυτή είναι η σκληρή και αδυσώπητη αλήθεια, που αντιμετωπίζουν, οι Έλληνες της Κύπρου, μαζύ με το σύνολο του Ελληνισμού, αλλά και ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός, ο οποίος, όπως φαίνεται, έχει οδηγηθεί, στο να γίνει μειοψηφία, στον τόπο του και στα εδάφη που του έχουν παραχωρηθεί, στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, υπό το καθεστώς της αποκαλούμενης Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, ως αποτέλεσμα του αφανούς εκπατρισμού του και των διαδοχικών κυμάτων του εποικισμού, με πληθυσμούς, από την Ανατολία, την Βουλγαρία και από άλλες τουρανικές περιοχές, που έχει επιβάλλει η Άγκυρα.

Όσο και αν αυτό φαίνεται, ως παράδοξο, η αλήθεια είναι ότι η ελίτ του μικρασιατικού τουρκικού κράτους ουσιαστικά, αδιαφορεί, για τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό, τον οποίο διοικεί, με το "έτσι θέλω", μέσα, από μια σειρά εγκάθετων, ή χειραγωγούμενων αχυρανθρώπων (είτε πρόκειται, για τον Mustafa Akıncı, σήμερα, είτε, για τον Mehmet Ali Talat, χθες, με εξαίρεση τον Rauf Denktaş, ο οποίος, στην εποχή του, υπήρξε ο ίδιος μέλος του βαθέος τουρκικού κράτους και συνδιαμορφωτής, με τους πασάδες της Άγκυρας της τουρκικής στρατηγικής πολιτικής), οι οποίοι ως υπαγόμενοι, στις διαταγές των κυβερνητών της Άγκυρας και του τουρκικού στρατού στην Κύπρο, αποτελούν τα όργανα και τους μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας της Τουρκίας, στο κρατικό μόρφωμα, που αυτή έχει εγκαταστήσει, στην βόρεια Κύπρο και το οποίο λειτουργεί, έτσι όπως έχει, διεθνώς, αναγνωρισθεί, δηλαδή, ως παράρτημα του τουρκικού κράτους, το οποίο, manu militari, ασκεί, άμεσα, την εξουσία, στο έδαφος, στην θάλασσα και στον εναέριο χώρο της Κύπρου, που κατέχονται, από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Ο Ahmet Davutoğlu έχει περιγράψει, πλήρως και με απόλυτη σαφήνεια, την μακροπρόθεσμη τουρκική πολιτική, όσον αφορά την Κύπρο, λέγοντας ότι η Τουρκία πρέπει να βρίσκεται και να ελέγχει το νησί, ακόμη και αν σε αυτό δεν υπήρχε ούτε ένας Τούρκος. Αυτή ήταν, πάντοτε, η μακροπρόθεσμη στρατηγική θέση της Άγκυρας. Αυτή την στρατηγική εξυπηρέτησαν οι εγκάθετοι της αμερικανικής C.I.A. και της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτων, που διοικούσαν το ελληνικό κράτος, κατά την εποχή της δικτατορίας, αλλά και μεταγενέστερα, όπως έχω περιγράψει, με πλήρη σαφήνεια, σε δύο παλαιότερα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ. [Τα κείμενα των δημοσιευμάτων αυτών είναι πολύ χρήσιμα και οι αναγνώστες είναι απαραίτητο να τα δουν και όσοι τα έχουν, στο παρελθόν, δει, καλόν είναι να τα ξαναδούν :
 Ιούλιος - Αύγουστος 1974 : Η τουρκική απόβαση, στην Κύπρο, που εξελίχθηκε σε αποβίβαση. (Από την προδοσία της στρατιωτικής ηγεσίας, στην υποκριτική "απολογία" του Henry Kissinger και στο διχοτομικό σχέδιο του Helmut Sonnenfeldt) και Απρίλιος - Ιούλιος 1974 : Τα παρασκήνια του πραξικοπήματος στην Κύπρο. (Ο σχεδιασμός της CIA, για την ανατροπή του Μακαρίου και η ανοησία του Ιωαννίδη, που έβλεπε την Ένωση, την στιγμή που το NATO και ο Henry Kissinger ετοίμαζαν την διχοτόμηση)].

Αυτή η στρατηγική πολιτική της τουρκικής ελίτ δεν έχει αλλάξει. Και δεν πρόκειται να αλλάξει, όσες φρούδες ελπίδες και αυταπάτες, συνοδευμένες, από πολλές απάτες και αν τρέφουν οι εγχώριοι και οι Ελληνοκύπριοι ενδοτικοί. Η Τουρκία και το δυναμικό όργανο της κυριαρχίας της, στην Κύπρο, που είναι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, δεν πρόκειται να φύγουν, με ειρηνικό τρόπο, από το νησί. Η Άγκυρα δεν θα επιτρέψει, την μετατροπή της Κύπρου, σε μια νέα Κρήτη.


Αλλά, εάν, τελικά, η Τουρκία δεν αποσύρει τον στρατό της και δεν φύγει, από την Κύπρο, τότε αυτό, που θα συμβεί, ιστορικά, δεν είναι καθόλου πρωτόγνωρο. Αντιθέτως, είναι πολύ γνωστό και απλό :

Η παραμονή των δυναμικών ερεισμάτων του τουρκικού κράτους, στην Κύπρο, θα οδηγήσει, στην συντήρηση της πλήρους κυριαρχίας του, στο τμήμα εκείνο της μεγαλονήσου, που θα μείνει, υπό την υποτιθέμενη τουρκοκυπριακή διοίκηση και στην ομηρεία του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, από την Άγκυρα, αφού η τουρκική κυβέρνηση - εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά, δηλαδή ένα μικρό, ή μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου των Ελλήνων της Κύπρου και ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης, ως νέος Εφιάλτης, μαζύ με όποιους από τον πολιτικό κόσμο του ελλαδικού χώρου συμπορευθούν, δεχθούν την υπογραφή μιας συμφωνίας, που θα καταργεί, έστω, δια της υποκατάστασής του, το παρόν κυπριακό κράτος - θα μπορεί να έχει πλήρη και απόλυτο λόγο και κατοχυρωμένα δικαιώματα, στο νέο κυπριακό κράτος (πολύ περισσότερο, μάλιστα, εάν η συμφωνία συμπεριλάβει και την συγκρότηση μιας, εκ περιτροπής, προεδρίας του νέου κυπριακού κράτους, η οποία, για ένα όποιο χρονικό διάστημα θα παραδίδεται, στους Τουρκοκύπριους και μέσω αυτών, στην Άγκυρα), το οποίο υποτίθεται ότι θα έχει συγκροτηθεί, σε μια διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδιακή βάση, ενώ, στην πραγματικότητα θα αποτελεί μια συνομοσπονδία.

Ουσιαστικά, λοιπόν, η κυβέρνηση της Άγκυρας θα έχει ουσιαστικό και κυρίαρχο λόγο και στα πολιτικά και λοιπά ζητήματα των Ελληνοκυπρίων, των οποίων θα μπορεί και θα δικαιούται - και όταν δεν θα δικαιούται, το τουρκικό κράτος θα μπορεί, μέσω των εκπρόσωπών του και των δυναμικών ερεισμάτων του, στην Κύπρο, με την δύναμη της επιβολής, που θα προκύπτει, από την απειλητική παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων, στο νησί - να κατευθύνει την πολιτική συμπεριφορά.


Ως εκ τούτου, η Άγκυρα μπορεί να υπογράψει οποιοδήποτε μακρόσυρτο χρονοδιάγραμμα "αποχώρησης" των στρατευμάτων της, από τα κυπριακά εδάφη, μαζύ με ένα λιγότερο, ή περισσότερο πολύπλοκο σύνολο προϋποθέσεων υλοποίησης αυτής της σταδιακής "αποχώρησης", το οποίο, φυσικά, ουδέποτε, ουσιαστικά και στην πραγματικότητα, θα υλοποιήσει. Και αυτό η τουρκική ελίτ θα το πράξει, οποτεδήποτε και με οποιοδήποτε πρόσχημα (πραγματικό, ή ανύπαρκτο), στηριζόμενη, στην δύναμη επιβολής, που διαθέτει και την οποία της δίνει ο δυσμενής συσχετισμός δυνάμεων. Έτσι, η Άγκυρα θα μπορεί να αρνηθεί (και κάποια στιγμή, στην πράξη, θα αρνηθεί) την τήρηση των συμφωνηθέντων και θα οδηγήσει το νέο κυπριακό κράτος, σε μια θεμελιώδη υπαρξιακή κρίση, η οποία θα έχει τραγικές συνέπειες.

Η πρώτη ουσιαστική συνέπεια, που θα ακολουθήσει, θα είναι το γεγονός ότι η υπαρξιακή κρίση του νέου κυπριακού κρατικού μορφώματος θα αφήσει την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, στο κενό, αφού οι Ελληνοκύπριοι θα έχουν χάσει το τωρινό κράτος, το οποίο, σήμερα, διοικούν, σύμφωνα, με τους συμβατικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. 

Η δεύτερη και χειρότερη συνέπεια, που θα ακολουθήσει είναι άλλη. Και αυτή θα προκύψει, είτε εάν η ελληνοκυπριακή πλευρά ακολουθήσει έναν δικό της χωριστό δρόμο, αποδεχόμενη την νομιμοποίηση μιας ανοικτής διχοτόμησης, με νέους δυσμενέστερους όρους (εάν αυτοί της παραχωρηθούν, από την Άγκυρα - κάτι που δεν είναι δεδομένο και θα εξαρτηθεί, από το διεθνές περιβάλλον, που θα υπάρχει εκείνη την εποχή), είτε θα οδηγηθεί, σε έναν νέο δυσμενέστερο συμβιβασμό.




Και στις δύο περιπτώσεις, σε ένα βάθος χρόνου, λιγότερο, ή περισσότερο μεγάλο, οι απόγονοι των Αχαιών, που κατοικούν, στην μεγαλόνησο, θα έχουν την τύχη, που είχε και ο υπόλοιπος Ελληνισμός, που βρέθηκε, κάτω από την κατοχή του τουρκικού κράτους, που ίδρυσε ο Mustafa Kemal, είτε αυτό διοικήθηκε από την κοσμική ελίτ των πασάδων, είτε από την ισλαμική ελίτ, παλαιότερα, του Ali Adnan Ertekin Menderes, είτε, τώρα, από τους ισλαμιστές του AKP του απρόβλεπτου Recep Tayyip Erdoğan.

Οι Έλληνες της Κύπρου, σταδιακά, αφανώς, εμφανώς, κατά μόνας και κατά κύματα, θα υποχρεωθούν, όπως οι Κωνσταντινουπολίτες, οι Ίμβριοι και οι Τενέδιοι, να εγκαταλείψουν την μεγαλόνησο. Θα οδηγηθούν, στον αναγκαστικό, ή "εθελούσιο" εκπατρισμό και στην καταφυγή τους στην Ελλάδα, στην Βρετανία, στην Αυστραλία, τις Η.Π.Α. και οπουδήποτε αλλού.

Εξαίρεση θα αποτελέσουν εκείνοι, οι οποίοι θα αποδεχθούν τον εκτουρκισμό τους (όπως είχε πράξει και ένα όχι ασήμαντο μέρος των προγόνων των σημερινών Τουρκοκυπρίων, κατά τους αιώνες της οθωμανικής κατοχής από την εποχή του σουλτάνου Selim Β', που το 1571, κατέκτησε το νησί), ή, όντας, πλέον, αριθμητικά, ελάχιστοι, θα αποδεχθούν την πλήρη υποταγή τους, στην μοίρα τους. Θα υποταγούν, δηλαδή, την τουρκική εξουσία. Και αυτό, φυσικά, θα είναι, ακόμη, χειρότερο.

Για να συμβούν, όμως, όλα τα παραπάνω, είναι απαραίτητο να προχωρήσει η πενταμερής διάσκεψη της Γενεύης, που θέτει, εκ ποδών και εξαφανίζει το παρόν κυπριακό κράτος και να ολοκληρωθεί η, εντός των προσεχών ημερών, υπό συζήτηση συμφωνία, που τελεί, υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. και στην πραγματικότητα, διεξάγεται, με σαφή και πλήρη αμερικανονατοϊκή υπαγόρευση, ως έργο της γνωστής Victoria Nuland, της υφυπουργού Εξωτερικών της εκμετρήσασας τον καταστροφικό και εν μέσω εγκληματικών ανομημάτων διατελέσαντα, βίο της, υπό καθεστώς απόλυσης, ευρισκόμενης κυβέρνησης του έγχρωμου αφεντικού των Ουκρανών ναζιστών, των σουνιτών τζιχαντιστών και του συνασπισμού των Αράβων "προθύμων", που βομβαρδίζουν και δολοφονούν, σωρηδόν, τον σιιτικό πληθυσμό της Υεμένης - περί του αιματοβαμμένου απερχόμενου Αμερικανού προέδρου Barack Hussein Obama ο λόγος.




Παρά την δεδομένη προθυμία ενός μεγάλου τμήματος του ελληνοκυπριακού πολιτικού προσωπικού, το οποίο στηρίζεται, εκθύμως και από τους ομόφρονές του, στην Αθήνα, δεν είναι, καθόλου, δεδομένη η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας, που θα καταλύει το κυπριακό κράτος και θα αναγνωρίζει, ως νόμιμα, τα τετελεσμένα, που προέκυψαν, από την τουρκική εισβολή το 1974, αφού, στην θέση του τωρινού κυπριακού κράτους θα βρεθούν δύο κυρίαρχα κράτη - αυτό των Ελληνοκυπρίων και εκείνο των Τουρκοκυπρίων -, τα οποία θα συστήσουν ένα νέο, υποτιθέμενο, ως ομόσπονδο, κράτος, το οποίο, στην πραγματικότητα και πέραν, από τις τυπικές και άνευ ουσιώδους περιεχομένου, ονοματοδοσίες, θα αποτελεί, μια συνομοσπονδία, αφού, σε αυτό, θα υπάρχουν τρεις ιθαγένειες, τρεις υπηκοότητες και τρία συντάγματα (του Ε/Κ κράτους, του Τ/Κ κράτους και της "ομοσπονδίας") και σαφείς εδαφικές περιοχές, στις οποίες θα ασκείται η εξουσία των "ομοσπόνδων" κρατών.

Η ουσία της όλης υπόθεσης, πέρα, από τα πολύ σημαντικά οικονομικά συμφέρονται, που παίζονται, όσον αφορά τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, που βρίσκονται, στα θαλάσσια οικόπεδα της Κύπρου, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, εντοπίζεται, στον αποκλεισμό της Ρωσίας, από την όλη διαδικασία επίλυσης του κυπριακού και στην επίσημη και πλήρη ένταξη της νήσου, στον νατοϊκό άξονα και στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, συν το γεγονός ότι στόχος και σκοπός των Δυτικών είναι αυτά τα κοιτάσματα και οι αγωγοί, που θα γίνουν, να χρησιμοποιηθούν, για την αποδυνάμωση της ενεργειακής επιρροής και της οικονομίας της Ρωσίας.

Σε αυτόν τον σχεδιασμό, τον ρόλο του κρίσιμου απρόβλεπτου παράγοντα παίζει ο Τούρκος πρόεδρος Recep Tayyip Erdoğan, ο οποίος, πλέον, μετά το, αμερικανονατοϊκής εμπνεύσεως, αποτυχημένο πραξικόπημα των κεμαλιστών αξιωματικών και των αμερικανοτραφών ισλαμιστών του Muhammed Fethullah Gülen, της 15ης Ιουλίου 2016 και τις φημολογούμενες 4 απόπειρες δολοφονίας του - που, εάν και όσες έγιναν, προφανώς, διοργανώθηκαν, από την C.I.A. και το ΝΑΤΟ -, δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένος να παίξει το παιχνίδι των Αμερικανών και των Δυτικών, τους οποίους αντιμετωπίζει, ως αυτό, που, στην πραγματικότητα, είναι. Δηλαδή, ως εχθρούς, οι οποίοι του την φυλάνε και συνεχίζουν να είναι διατεθειμένοι να τον καταστρέψουν.

Και αυτό θα το πράξουν οι αμερικανονατοϊκοί και οι ασθμαίνοντες Ευρωπαίοι υποτακτικοί της Ουάσινγκτων, πολύ περισσότερο, τώρα, που ο Recep Tayyip Erdoğan και η παρούσα ισλαμική ηγεσία του AKP και της τουρκικής κυβέρνησης βρίσκεται, υπό την επιρροή της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν

Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι, ήδη, από το 2012, ο Recep Tayyip Erdoğan , λόγω της έμπρακτης αυτοτέλειας των σχεδιασμών του, εντός της Τουρκίας, όπως και στον περίγυρο της χώρας του, δεν ήταν, πλέον, αρεστός στην αμερικανική κυβέρνηση και δεν εντασσόταν στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, στην περιοχή.

Για τον λόγο αυτόν η αμερικανική κυβέρνηση στήριξε το κοσμικό και κεμαλικό κίνημα, στο πάρκο Γκεζί, το 2013 και την ανάδειξη του κουρδικού κόμματος HDP, στις βουλευτικές εκλογές της 7/6/2015, όπως και στις βουλευτικές εκλογές της 1/11/2015, που ακολούθησαν, λόγω της ακυβερνησίας, που προέκυψε, ως αποτέλεσμα, τις οποίες ο Recep Tayyip Erdoğan και οι Τούρκοι ισλαμιστές, αδίστακτα και εκτεταμένα, νόθευσαν, προκειμένου να επιτύχουν την αυτοδυναμία του AKP, την οποία και κατόρθωσαν. 

Ο Τούρκος πρόεδρος δεν ήταν εκείνο το πειθήνιο όργανο, που, με την βοήθεια της C.I.A. και του αμερικανικής κατασκευής και επιρροής κινήματος του Fethullah Gülen, ανέδειξαν, ως πρωθυπουργό, οι Αμερικανοί, το 2002. Τότε, τα όργανα της αμερικανικής κυβέρνησης κατάφεραν να επιβάλουν τον Recep Tayyip Erdoğan, στους πασάδες της Άγκυρας, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουν, ως υπόδειγμα, στους σχεδιασμούς τους, για την ανατροπή του σκηνικού, στις χώρες της Μέσης Ανατολής, έχοντας, ως δεδομένο τον έλεγχό του, από το κεμαλικό στρατιωτικό κατεστημένο. Τώρα, τα πράγματα έχουν ανατραπεί, πλήρως, αν και η ανάληψη της αμερικανικής προεδρίας, στις 20 του τρέχοντος μηνός, από τον Donald Trump, αλλάζει τα δεδομένα των τρεχουσών ισορροπιών.

Με δεδομένη την συμμαχία του, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Recep Tayyip Erdoğan δεν πρόκειται να αγνοήσει τα δικά της συμφέροντα, στην περιοχή. Και τα ρωσικά συμφέροντα είναι, απολύτως, αντίθετα, με την νατοποίηση της Κύπρου - εκτός, εάν τα ανταλλάγματα, που θα δώσουν στον Ρώσο πρόεδρο, οι Δυτικοί, θα είναι τέτοια και τόσο μεγάλα, ώστε ο Βλαντιμίρ Πούτιν και οι συν αυτώ, να αποδεχτούν την πλήρη κυριαρχία των νατοϊκών, στην μεγαλόνησο.

Φυσικά, τέτοια ανταλλάγματα οι Δυτικοί δεν θέλουν και δεν μπορούν να τα δώσουν. Δεν υπάρχουν, ή, έστω, - εάν υπάρχουν - δεν είναι, προς το παρόν, ορατά.

Από την άλλη πλευρά, παρά το μεγάλο οικονομικό δέλεαρ της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων του φυσικού αερίου των κυπριακών θαλάσσιων οικοπέδων και τα προφανή συμφέροντα και της επερχόμενης νέας αμερικανικής διοίκησης του Donald Trump και του Rex Wayne Tillerson, στελέχους του πετρελαϊκού κολοσσού της Exxon Mobil, τον οποίο ο εκλεγμένος Αμερικανός πρόεδρος προορίζει, ως υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησής του, ο Recep Tayyip Erdoğan δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο να αποδεχθεί μια συγκυριαρχία, με την Ε.Ε., στην Κύπρο και ιδιαίτερα, στο βόρειο τμήμα της, που κατέχεται, από τον τουρκικό στρατό και του οποίου την οικονομία ελέγχει πλήρως, η Άγκυρα.

Με δεδομένη την ανταγωνιστική αδυναμία της τουρκοκυπριακής οικονομίας (μόνο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της θα χρειασθούν, γύρω, στα 6 δισ. €), είναι σαφές ότι αυτή θα καταρρεύσει και προφανώς, είναι οι Ελληνοκύπριοι, που θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος.

Αλλά δεν θα είναι, μόνο, οι Ελληνοκύπριοι - και οι Ευρωπαίοι -, που θα κληθούν να επιμερισθούν το κόστος αυτής της κατάρρευσης και την διαχείρισή της. Θα κληθεί και η Άγκυρα να συνεισφέρει, αφού η τουρκοκυπριακή οικονομία ελέγχεται, πλήρως, από αυτήν. Αν η τουρκική κυβέρνηση αρνηθεί να το πράξει, θα βρεθεί ενώπιον του ζητήματος της αποδοχής της αποσωλήνωσης της οικονομίας των Τ/Κ, από την τουρκική οικονομία. Και αυτό, από ένα όριο και πέρα, οποιαδήποτε κυβέρνηση, στην Άγκυρα, δεν μπορεί να το δεχθεί, χωρίς να σκεφθεί το κόστος της απομάκρυνσης της Τουρκίας και των στρατευμάτων της, από το νησί.

Φυσικά, η Άγκυρα, μπορεί να προβεί, στην επιλογή της επίδειξης χαοτικών συμπεριφορών, ως πολιτική ωμών εκβιασμών, προς την Ε.Ε. Αυτό, ουδόλως, αποκλείεται, όσο η ίδια δεν βλέπει την προοπτική ένταξης της Τουρκίας, στην Ε.Ε., προκειμένου να μπορεί να εκβιάζει τους "Ευρωπαίους" και να τους επιβάλει τις θελήσεις της, από πολύ καλύτερες, για την ίδια, θέσεις. Γι' αυτό και η ένταξη, στην Ε.Ε., έχει παύσει να αποτελεί προτεραιότητα, για την τουρκική ελίτ.

Αλλά το τί θα πράξει η Άγκυρα είναι δικός της λογαριασμός. Με τα παρόντα δεδομένα και τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων, οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να απορρίψουν την οποιαδήποτε συμφωνία, που θα καταλύει το τωρινό κυπριακό κράτος, στο οποίο, νομίμως, κυριαρχούν.

Οι απόγονοι των Αχαιών, που κατοικούν, στην Κύπρο, εδώ και χιλιάδες χρόνια, πρέπει να αντέξουν. Πρέπει να το πράξουν, προς χάρη και του σύνοικου στοιχείου, στο νησί - των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι , όπως είπαμε, αποτελούν, πλέον, μειοψηφία, μέσα στην τουρκική κοινότητα, που έχει διαμορφώσει, με την εποικιστική της πολιτική, η Άγκυρα, αφού, στον υπολογιζόμενο πληθυσμό των 220.000 Τούρκων, οι Τουρκοκύπριοι έχουν περιορισθεί, σε έναν αριθμό, ο οποίος βρίσκεται, κάτω από τις 100.000.

Οι Ελληνοκύπριοι, λοιπόν, πρέπει να αντέξουν. Διότι, εάν δεν αντέξουν, απλώς, σε βάθος χρόνου (του οποίου η έκταση, ιστορικά, καθίσταται αδιάφορη, όσο μεγάλη και αν είναι), θα εξαφανισθούν.

Προηγουμένως, όμως, θα έχει ανοίξει, για την Τουρκία, ο δρόμος, για την κατάληψη της Θράκης και της ανατολικής περιοχής του Αιγαίου. Συμπεριλαβανομένων και των νησιών αυτής της περιοχής...

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Ένα αντίο και ένας ελάχιστος φόρος τιμής, στην αγαπημένη μου κυρία Ιφιγένεια.



Ιφιγένεια Διονυσιάδου - Αναστασοπούλου (Βασιλειάδα Καστοριάς 8/1/1938, Μελίσσια Αττικής 19/12/2016).



Καθώς τα χρόνια περνούν, τα γεγονότα, που συναρθρώνουν την ζωή όλων μας, δεν είναι, πάντοτε ευχάριστα, ή, έστω, ανώδυνα. Κάθε άλλο. Μαζύ με τα ευχάριστα και τα ανώδυνα συμβάντα της καθημερινής μας ζωής, έρχονται - τις περισσότερες φορές απρόσμενα και απροσδόκητα - και τα δυσάρεστα, τα πικρά και τα οδυνηρά γεγονότα, που αλλάζουν τις ζωές μας, αποτελώντας ένα χρονικό ορόσημο, που διαχωρίζει, σαφέστατα και ανεξίτηλα, το πριν και το μετά.

Πολλές φορές αυτή την δυσάρεστη διαπίστωση την ξεχνάμε, ή την απωθούμε, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα και την φορά τους, μέσα στην καθημερινότητα. Η διαπίστωση αυτή είναι διαχρονική και διατοπική και ως εκ τούτου, υπερβαίνει και αφορά τους πάντες, σε κάθε τόπο, σε οποιαδήποτε εποχή και χρόνο.

Κάπως έτσι, απρόσμενα και απροσδόκητα, έχασα την κυρία Ιφιγένεια, την Φιφή μας, την αγαπημένη μου μητέρα, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, ύστερα από μια πολύ δύσκολη 25νθήμερη μάχη, που έδωσε αυτή και εμείς (εγώ και η Χριστίνα) μαζύ της, με ένα ξαφνικό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο υπέστη, κατά το απόγευμα, προς το βράδυ της 24ης Νοεμβρίου, αφού, προηγουμένως, νοσηλεύτηκε στο "Αμαλία Φλέμμινγκ", από τις 25 έως τις 29 Νοεμβρίου, χωρίς νευροχειρουγική αντιμετώπιση και χωρίς την βοήθεια αξονικού τομογράφου και μέσα σε τραγικές συνθήκες νοσηλείας, με πρώτη ιατρική διάγνωση "βαριά λοίμωξη στα όρια της σήψης", γεγονότα, που καταδεικνύουν την ουσιαστική κατάρρευση του αποκαλούμενου Εθνικού Συστήματος Υγείας, στην σύγχρονη μνημονιακή εποχή.

Φυσικά, η διάγνωση αυτή, που ήταν διάγνωση του προσωπικού της ιατρού, το βράδυ της 24ης Νοεμβρίου, αλλά και των ιατρών του νοσοκομείου, το πρωΐ της επόμενης ημέρας, όταν την διακομίσαμε, σε αυτό, με το ΕΚΑΒ και ύστερα από τις εργαστηριακές και τις λοιπές εξετάσεις, που της έκαναν, δεν είχε καμμία σχέση, με αυτό, που είχε η ατυχήσασα μητέρα μου. Την είχε βρει, όπως είχα επισημάνει, από την πρώτη στιγμή, στους ιατρούς, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο, στην πορεία του χρόνου είχε μια κακή πορεία και από ελαφρύ, με καλή πρόγνωση που αρχικά, ήταν, εξελίχθηκε, σε βαρύτατο και όπως αποδείχτηκε, στην συνέχεια - αθεράπευτο.




13/10/2016 : Γιορτάσαμε, με την κυρία Ιφιγένεια, τα 58α γενέθλιά μου. Τότε, λίγες εβδομάδες πριν, από αυτή την απροσδόκητη εξέλιξη, με αυτό το τραγικό τέλος, ουδείς μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα ερχόταν. Το οποίο, άλλωστε, δεν ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο...



Ακριβώς, επειδή η κλινική (και - υποτίθεται - όχι η απεικονιστική ακτινογραφική) εξέλιξη του εγκεφαλικού επεισοδίου υπήρξε δυσμενής, παρουσιάστηκε η ανάγκη να μεταφερθεί σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η ασθενής διασωληνώθηκε στο "Αμαλία Φλέμμινγκ", το οποίο δεν έχει Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, με αποτέλεσμα η κυρία Ιφιγένεια να παραμείνει, επί μιάμιση ημέρα, στο δωμάτιο της Παθολογικής Κλινικής του νοσοκομείου.

Τελικά, με όλους τους κινδύνους, που υπήρχαν και την επιβάρυνση της κλονισμένης υγείας της, το μεσημέρι, προς το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου, μεταφέρθηκε, μέσω του αυτοαποκαλούμενου Εθνικού Συστήματος Υγείας, στην Εντατική της (ιδιωτικής) Κλινικής "ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΕΙΟ", όπου παρέμεινε, μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου και από την οποία εξήλθε το πρωΐ της ημέρας αυτής, με την ένδειξη "Βελτίωση", για να μεταφερθεί πίσω, στο νοσοκομείο "Αμαλία Φλέμμινγκ", όπου και απεβίωσε, στις 22.10 το βράδυ της ίδιας ημέρας, από καρδιοαναπνευστική ανακοπή, συνεπεία του εγκεφαλικού επεισοδίου.

Όλη αυτή την περίοδο των 20 ημερών, που παρέμεινε, στην Εντατική του "Βουγιουκλάκειου", η ζωή της κυρίας Ιφιγένειας παρέμενε να βρίσκεται, στην κόψη του ξυραφιού και δυστυχώς, παρά τις, περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, το εγκεφαλικό επεισόδιο της κυρίας Ιφιγένειας είχε και μια κακή απεικονιστική εξέλιξη, αφού το αρχικό αιμάτωμα, που είχε βρεθεί, στην πρώτη αξονική τομογραφία της 25/11/2016, η εικόνα του οποίου υποτίθεται ότι είχε βελτιωθεί, στην δεύτερη αξονική τομογραφία, που της είχε γίνει, στις 27/11/2016 (και για τις δύο αυτές αξονικές τομογραφίες η ασθενής μετεφέρθη, με το ΕΚΑΒ, από το "Αμαλία Φλέμμινγκ, στο "Σισμανόγλειο"), είχε επεκταθεί, όπως προέκυψε από την διάγνωση, που έγινε, στην τελευταία αξονική τομογραφία, που έγινε, στις 2/12/2016, στο "Βουγιουκλάκειο".



Μόνο βελτίωση δεν υπήρξε. Αυτό, που υπήρξε, ήταν επιβίωση. Αυτό και μόνον, αυτό και τίποτε άλλο...



Το μόνο παρήγορο (αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι) γεγονός είναι ότι η κυρία Ιφιγένεια, την τελευταία εβδομάδα μπόρεσε να ανακτήσει την συνείδησή της και να συνεννοείται μαζύ μας, με νοήματα, αφού, κατά τα άλλα, δεν μπορούσε να μιλήσει, ούτε και να κινηθεί. Και φυσικά, δυστυχώς, μπόρεσε να αντιληφθεί την απελπιστική κατάσταση, στην οποία βρισκόταν.

Η ουσία είναι ότι, αν και τελικά, η καρδιά της δεν άντεξε, κάτι που ήταν επίφοβο, εξ αιτίας της βαρύτατης εξέλιξης του εγκεφαλικού επεισοδίου, που υπέστη, στην πραγματικότητα, η κυρία Ιφιγένεια μπορούσε να ζήσει πολλά χρόνια, ακόμη, εάν δεν την έβρισκε το εγκεφαλικό επεισόδιο, αφού όλα τα όργανά της ήσαν σε καλή κατάσταση, γεγονός το οποίο της έδινε ένα σημαντικό προσδόκιμο ζωής.

Αυτό το εγκεφαλικό επεισόδιο δεν ήταν αναπόφευκτο. Μπορούσε, εύκολα, να αποφευχθεί, εάν η αγαπημένη μου κυρία Ιφιγένεια δεν έκανε λάθος, με τις δόσεις του φαρμάκου Sintrom, που έπαιρνε και το οποίο της προξένησε την εγκεφαλική αιμορραγία της 24ης Νοεμβρίου και εάν ήταν λιγότερο αγχώδης.





18/8/2007 : Με την κυρία Ιφιγένεια στο Δημάριο του νομού Ξάνθης. Πίσω από την κάμερα η αγαπημένη της (και αγαπημένη μας) Χαμιδέ...


Όμως, η ζωή δεν κινείται με τα εάν. Γράφεται με όσα, τελικά, συμβαίνουν. Ως εκ τούτου, η αγαπημένη μου μητέρα έπαυσε να είναι ένα δρον πρόσωπο, έπαυσε να μετέχει στον κόσμο μας, έτσι όπως εμείς τον γνωρίζουμε.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα κάνει το κενό, το οποίο αισθάνομαι, βαρύ, ασήκωτο και ουσιαστικά, αδύνατο να καλυφθεί. Όσο και αν ο συμβιβασμός, με αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα φαίνεται ότι είναι - και πράγματι, είναι - αναγκαίος, τελικά, αυτό το κενό δεν πρόκειται ποτέ να καλυφθεί, πλήρως και να ξεπεραστεί.






23/4/1995 : Γιορτάζοντας το Πάσχα, με την κυρία Ιφιγένεια και τον κύριο Τάκη - τους γονείς μου. Παλιές καλές εποχές, που πέρασαν, ανεπιστρεπτί...



Αυτό, που θα συμβεί, όπως έχω διδαχθεί από την προ 12ετίας, περίπου, απώλεια του πατέρα μου, είναι ότι, απλώς, θα υποχρεωθώ να ζήσω, με ό,τι μείνει από αυτό το κενό.

Και αυτό, που θα μείνει, από αυτό το τεράστιο, το απέραντο κενό, που τώρα, αισθάνομαι δεν θα είναι, καθόλου μικρό και ουδόλως, λίγο...




Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Hillary Clinton vs Donald Trump : Μια πολύ κακή προεκλογική μάχη, που παραμένει αβέβαιη. (Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η αναγκαία διαπραγμάτευση για την ομαλή μετάβαση σε ένα νέο πλανητικό σύστημα ισορροπίας και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν).






Μπορεί ο γνωστός αμοραλιστής πολιτικός Bill Clinton, που συνελήφθη, επανειλημμένως να ψεύδεται και ο οποίος κατεξευτελίστηκε, δημοσίως, να επανέλθει, από την πίσω πόρτα, στον Λευκό Οίκο και στην αμερικανική πολιτική;

Ναι, εάν η Hillary Rodham Clinton κερδίσει τον Donald Trump, στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι καθόλου απίθανη, αφού η μεγάλη πλειοψηφία της ελίτ, που συναπαρτίζει το βαθύ αμερικανικό κράτος και επιδιώκει την συνέχιση και την, παραπέρα, ενίσχυση της παγκόσμιας κυριαρχίας της, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμης, υποστηρίζει, με νύχια και με δόντια, την επικράτηση της συζύγου του πρώην προέδρου των Η.Π.Α.

Βέβαια, παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αμερικανικών και των δυτικών ΜΜΕ έχει εξαπολύσει μια επικοινωνιακή καταιγίδα, υπέρ της Hillary Clinton και θεωρεί, περίπου δεδομένη την άνετη επικράτησή της, επιδιώκοντας να μετατρέψει, σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, την επιθυμία των αμερικανικών και των δυτικών ελίτ, που στηρίζουν την εκλογή της υποψήφιας των Δημοκρατικών, στην προεδρία των Η.Π.Α., η αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών δεν είναι μια τελειωμένη υπόθεση.


Poll
Trump
Clinton
Other
Undecided
Spread
ABCNews                                   
Oct 20 – Oct 22
874 Likely Voters
 
415332Clinton +12
IBD/TIPP                                   
Oct 17 – Oct 22
783 Likely Voters
4342510Trump +1


Η νίκη της Hillary Clinton, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται δεν είναι δεδομένη. Κάθε άλλο. Προφανώς, η εκλογή της φαίνεται, επειδή παρουσιάζεται και εκλογικεύεται, με την βοήθεια των αμερικανικών και των δυτικών συστημικών ΜΜΕ, ως η περισσότερο πιθανή εξέλιξη, αλλά το τελικό αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών παραμένει ασαφές και αβέβαιο, όσο περνούν οι ημέρες και όσο πλησιάζει η 8η Νοεμβρίου.

Όπως φαίνεται, από τις τελευταίες κυλιόμενες δημοσκοπήσεις και με δεδομένο το γεγονός ότι δεν είναι δεδομένη, ούτε γνωστή η σύνθεση του αμερικανικού εκλογικού σώματος, που θα συμμετάσχει, στην εκλογική διαδικασία, αφού η πλειοψηφία των Αμερικανών ψηφοφόρων απέχει από τις εκλογές, ο δρόμος, που έχουν να διανύσουν, μέχρι την 8η Νοεμβρίου, οι δύο υποψήφιοι είναι μακρύς και αβέβαιος, αφού ο Donald Trump έχει αντέξει στα κτυπήματα, που έχει δεχθεί, από τον αρνητικό επικοινωνιακό καταιγισμό, τον οποίο έχει υποστεί.

Η Hillary Clinton έχει ένα - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - προβάδισμα, αλλά αυτό είναι ασταθές και ως εκ τούτου, αβέβαιο, με δεδομένη την ιδιομορφία των αμερικανικών προεδρικών εκλογών, οι οποίες είναι έμμεσες εκλογές, αφού οι ψηφοφόροι εκλέγουν, ανά ομοσπονδιακή πολιτεία, τους εκλέκτορες, οι οποίοι, στην συνέχεια θα εκλέξουν τον πρόεδρο, γεγονός, που σημαίνει ότι την προεδρική εκλογή μπορεί να κερδίσει και ένας υποψήφιος, ο οποίος θα δεν θα έχει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα αρκεί ο υποψήφιος πρόεδρος να έχει την πλειοψηφία των 270 μελών του ομοσπονδιακού σώματος των εκλεκτόρων, έστω και αν μειοψηφεί στο εκλογικό σώμα των ψηφοφόρων, που συμμετέχουν στην ψηφοφορία. Κάπως έτσι, άλλωστε, έχασε τις προεδρικές εκλογές του 2000 ο Al Gore, από τον George W. Bush.

Για το ότι ο προεκλογικός αγώνας αυτών των προεδρικών εκλογών είναι ο χειρότερος όλων όσων έχουμε παρακολουθήσει, εδώ και 45 χρόνια, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. Το επίπεδο των επιχειρημάτων και των τακτικών, που ακολουθούν οι δύο υποψήφιοι και τα επιτελεία τους είναι, απίστευτα, χαμηλό. Και φυσικά, θα πέσει, ακόμη περισσότερο, όσο πλησιάζει η ημέρα της τελικής ψηφοφορίας. Αυτό είναι κάτι, που, δυστυχώς, θα το υποστούν οι Αμερικανοί πολίτες και όλοι οι υπόλοιποι, που ασχολούνται, με τις εκλογές της 8ης Νοεμβρίου.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι, πέρα και παρά το όποιο επίπεδο της προεκλογικής εκστρατείας, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αφορούν την πορεία της ηγέτιδας δύναμης του πλανήτη και την πολιτική, που αυτή θα ακολουθήσει και ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον, για την εκλογή του Αμερικανού προέδρου, που θα διαδεχθεί τον απερχόμενο Barack Hussein Obama, είναι δεδομένο και απολύτως, φυσιολογικό, αφού οι αποφάσεις, που θα λάβει ο υποψήφιος, που θα εκλεγεί, θα έχουν άμεσες και μεγάλες επιπτώσεις, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου.

Τα τύμπανα ενός μεγάλου πολέμου, με την χρήση πυρηνικών οπλών, έχουν αρχίσει, εδώ και καιρό, να ηχούν και μια πιθανή εκλογή της Hillary Clinton είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει, στην διεξαγωγή του. Οι ελίτ, που συναπαρτίζουν το βαθύ αμερικανικό κράτος και στηρίζουν την εκλογή της Hillary Clinton δεν είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν την ηγεμονική πολιτική της Ουάσινγκτων και δεν θα αφήσουν τις Η.Π.Α. να υποβαθμισθούν, σε μια δευτερεύουσα παγκόσμια δύναμη, ή να μοιραστούν την πλανητική κυριαρχία, με την Κίνα, την Ρωσία, ή οποιαδήποτε άλλη ανερχόμενη δύναμη.

Αυτή η εμμονή των αμερικανικών ελίτ, για την πλανητική πρωτοκαθεδρία είναι η πηγή των μεγαλύτερων κινδύνων, όσον αφορά τον σύγχρονο κόσμο. Η αμερικανική υπερδύναμη και η Δύση, ως σύνολο, πρέπει να παραδεχθούν το απλούστατο γεγονός ότι τα χρόνια της παγκόσμιας κυριαρχίας τους πλησιάζουν, στο τέρμα τους.

Αυτή την, προφανώς, δύσκολη, επίπονη και πολλές φορές δυσάρεστη - έως οδυνηρή - πραγματικότητα οι αμερικανικές και οι δυτικές ελίτ οφείλουν να την αποδεχθούν, προκειμένου να περάσουν, στην συνέχεια, στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης, με τις παρούσες και τις ανερχόμενες υπερδυνάμεις, η οποία διαπραγμάτευση πρέπει να οδηγήσει στην ομαλή μετάβαση, σε ένα καινούργιο πλανητικό σύστημα ισορροπίας, στο οποίο οι Η.Π.Α. και η Δύση δεν θα έχουν τον πρώτο και μοναδικό λόγο, ως προς την λήψη των αποφάσεων, που αφορούν τον πλανήτη και τα διεθνή προβλήματα, που προκύπτουν.

Σε αυτή την αναγκαία και μακρόσυρτη διαπραγματευτική διαδικασία, στην οποία πρέπει να εμπλακούν οι Η.Π.Α. και η Δύση, η τυχούσα εκλογή της Hillary Clinton, ως προέδρου της δύουσας και φθίνουσας αμερικανικής υπερδύναμης δεν θα είναι επιβοηθητική. Θα δυσκολεύσει πάρα πολύ την διαπραγματευτική διαδικασία, στην οποία αρνείται να εισέλθει, αν και στην πολιτική ουδέν αποκλείεται, αφού, έστω και δύσκολα, η τωρινή υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος μπορεί, ως πρόεδρος των Η.Π.Α. να αλλάξει πορεία και να πράξει αυτό που, τώρα, διακηρύσσει ότι δεν πρόκειται να πράξει.

Όμως, με δεδομένη την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και με, επίσης, δεδομένη την πρόσφατη ιστορία της Hillary Clinton, ως υπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης του Barack Hussein Obama και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τα έκανε κυριολεκτικά θάλασσα, στην Μέση Ανατολή (και όχι μόνο, αφού αυτή είναι η πραγματική "μητέρα" των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους), η ήττα της υποψήφιας του Δημοκρατικού Κόμματος είναι η προτιμότερη και ασφαλέστερη εξέλιξη, όσον αφορά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, η Hillary Clinton, είναι προτιμότερο να ηττηθεί, τώρα, από το να εκλεγεί και στην συνέχεια, να περιμένουμε την μεταστροφή της πολιτικής της, κάτω από την πίεση της ανάγκης και της πραγματικότητας, που θα έχει να αντιμετωπίσει.

Και είναι προτιμότερη η τωρινή ήττα της Hillary Clinton, διότι,  εάν εκλεγεί, ως πρόεδρος των Η.Π.Α., κάτω από αυτές τις συνθήκες, που θα αντιμετωπίσει, η λήψη - από την ίδια και υπό την επήρεια του επιτελείου της - των εσφαλμένων αποφάσεων είναι πολύ πιθανή, με δεδομένο το ηγεμονικό και επιθετικό πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο της ιδίας, αλλά και των ελίτ, που την στηρίζουν.

Βέβαια, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι, που θα προσέλθουν στις κάλπες, όταν τελειώσει όλο αυτό το αλλόκοτο και νοσηρό προεκλογικό περιβάλλον, θα έχουν τον τελικό λόγο. Ο δρόμος, που οι δύο υποψήφιοι έχουν να διαβούν, μέχρι την ψηφοφορία της 8ης Νοεμβρίου είναι δύσβατος, μακρύς και έως τώρα (αργότερα, βλέπουμε), παραμένει αβέβαιος.

Το τί θα προκύψει, ως αποτέλεσμα δεν μπορούμε να το επηρεάσουμε. Αν και αυτό θα μας επηρεάσει.

Το μόνο που μπορούμε να πράξουμε, είναι να παρακολουθούμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας, στο μη χείρον...



 

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

ΣΥΡΙΖΑ : Από το 2ο συνέδριο, στον προδιαγραφόμενο πολιτικό όλεθρο. (Ο Αλέξης Τσίπρας, ο Wolfgang Schäuble, το επιδιωκόμενο Grexit και η μετάθεση της συζήτησης, για την ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους).




Το τέλος του 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια πολύ καλή ευκαιρία, για μια εκτίμηση της μελλοντικής πορείας του κόμματος αυτού και της κυβέρνησης συνασπισμού του Αλέξη Τσίπρα, αφού, η αναμενόμενη πλήρης κυριαρχία του πρωθυπουργού και της ηγετικής ομάδας, που προσδιορίζει την κυβερνητική πολιτική και την ένταξή της, στις δαιδαλώδεις, λεπτομερείς και ανεξάντλητες απαιτήσεις του 3ου Μνημονίου και των ξένων δανειστών, πραγματοποιήθηκε, χωρίς την παραμικρή αναταραχή και άνευ ουσιαστικής αντίδρασης.

Τα στελέχη, που απέμειναν, στον ΣΥΡΙΖΑ, μετά την υπογραφή του 3ου Μνημονίου και την διάσπαση του Αυγούστου του 2015, ενστερνίστηκαν τον κυβερνητισμό και ενσωματώθηκαν, πλήρως, στον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο έχουν κατακτήσει, με αποτέλεσμα να τον αντιμετωπίζουν, ως πολιτικό λάφυρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πλέον, είναι ένα κλασικό καθεστωτικό και εξουσιαστικό κυβερνητικό πολιτικό κόμμα, όπως όλα τα άλλα, που άσκησαν, στο παρελθόν, την κυβερνητική εξουσία.

Και φυσικά, σε ουδέν διαφέρει, από αυτά, πέραν της θέσης του, ως κόμματος της Αριστεράς, στην καθιερωμένη πολιτική γεωγραφία. Αλλά αυτό το γεγονός είναι αδιάφορο, αφού η διακυβέρνηση και οι ανάγκες, για την διατήρηση και την διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας, έχουν την δική τους εσωτερική λογική, οι οποίες δεν εμπίπτουν, σε πολιτικές ταξινομήσεις, ούτε εντάσσονται, στις πολιτικοϊδεολογικές αφηγήσεις, που πηγάζουν από την κομματική γεωγραφία.

Η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας πραγματοποιείται, στο όνομα των συμφερόντων, που η κάθε κυβέρνηση επιλέγει και έρχεται να ικανοποιήσει και ως εκ τούτου, στην πράξη, οι έννοιες της αριστεράς, του κέντρου και της δεξιάς, αποτελούν φενάκη και ουσιαστικά, στερούνται νοήματος. Με λίγα λόγια, η κυβερνητική εξουσία ασκείται από εκείνους, που την ασκούν, υπέρ των ίδιων και πρωτίστως, υπέρ των εντοπίων και ξένων ελίτ, που επιτρέπουν (ή/και που τους αφήνεται και τους παρέχεται η δυνατότητα να επιτρέπουν), στους κυβερνώντες, να ασκούν την εξουσία αυτή. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν οι κυβερνώντες - όπως ο Αλέξης Τσίπρας, ο συγκυβερνήτης Πάνος Καμμένος και οι γύρω από αυτούς - έχουν κάνει τις στρατηγικές τους επιλογές, ως προς τις κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής.

Ο Αλέξης Τσίπρας, η ηγετική ομάδα του κόμματός του και ο εναπομείνας, μετά την περυσινή διάσπαση, ΣΥΡΙΖΑ, με όλα τα στελέχη και τις ομάδες τους, επέλεξαν την υπογραφή του 3ου Μνημονίου και την, πάση θυσία, παραμονή, στο ευρώ και την ζώνη του. Και αυτή την πολιτική είναι διατεθειμένοι να υπηρετήσουν. Και αυτό προτίθενται να το πράξουν, όπως φαίνεται και όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, με όποιο κόστος. Τουλάχιστον, όσο αυτό το κόστος φαίνεται, ως διαχειρίσιμο.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, με την φράση του ("Όλοι μαζύ τα κάναμε και όλοι μαζύ τα εφαρμόζουμε"), που εκστόμισε, στο συνέδριο, εξέφρασε, πολύ παραστατικά, αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, με δεδομένο τον ζόφο, που αυτή εκφράζει, για την ελληνική κοινωνία, αλλά και για το πολιτικό μέλλον της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - Ανεξάρτητων Ελλήνων και του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμματος της αριστεράς.

Ως εκ τούτου, η πορεία, που επέλεξαν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι προκαθορισμένη, από την στρατηγική επιλογή, που έκαναν και η οποία έχει σαν βάση της, την παραμονή της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Και αυτή η επιλογή δεν ήταν, απλώς, μια επιλογή ανάγκης. Έχει τις ρίζες της, στις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες και ιδεοληψίες αυτής της ηγετικής ομάδας των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, όπως προκύπτει και από τους ισχυρισμούς του πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Θανάση Πετράκου, γύρω από έναν έντονο διάλογό του, με τον Αλέξη Τσίπρα, τον Απρίλιο του 2015 και το επιχείρημα του πρωθυπουργού, για την δικαιολόγηση της επιλογής της παραμονής στο ευρώ και την ζώνη του ("Τι θέλεις, να πάμε στη δραχμή; Το ξέρω κι εγώ, σ’ ένα χρόνο, η ανάπτυξη θα είναι πολύ μεγάλη αν πάμε σε εθνικό νόμισμα, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε τους πρώτους 3 έως 6 μήνες"), αφού  και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα, που τον περιβάλλει, γνώριζαν, πολύ καλά, ότι η επιστροφή, στο εθνικό νόμισμα, θα οδηγούσε την χώρα, σε μια ξέφρενη αναπτυξιακή πορεία.

Από εκεί και πέρα, η επίκληση, από τον πρωθυπουργό, του φόβου του, ως προς το ότι η ελληνική οικονομία δεν θα μπορούσε να αντέξει το σοκ, κατά το πρώτο τρίμηνο, με εξάμηνο, της επαναφοράς της δραχμής, ως νομίσματος της χώρας, αποτελεί μια φθηνή δικαιολογία, η οποία δεν έχει βάση και είναι προσχηματική, διότι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, οι ίδιοι οι ευρωζωνίτες, με πρώτον και καλύτερο τον Wolfgang Schäuble, του πρότειναν μια λύση ομαλής εξόδου, της Ελλάδας από την ευρωζώνη, την οποία η ελληνική κυβέρνηση (κακώς) δεν δέχτηκε να συζητήσει.

Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική κυβέρνηση ήταν και αυτή διατεθειμένη να παράσχει λύσεις και βοήθεια, εάν η ελληνική κυβέρνηση επέλεγε την ενδιάμεση λύση της κυκλοφορίας ενός παράλληλου, με το ευρώ, τοπικού νομίσματος, που επεξεργαζόταν ο, τότε, υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, ακόμη και αν αυτό οδηγούσε, τελικά, στην έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.

Και φυσικά, η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν διατεθειμένη να τυπώσει ελληνικές δραχμές, εάν η ελληνική κυβέρνηση επέλεγε να επαναφέρει το εθνικό νόμισμα, εγκαταλείποντας το ευρώ. Αυτή την απάντηση είχε δώσει ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος ("Αν το ζητήσετε, μπορούμε"), στον Αλέξη Τσίπρα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση, πέραν αυτής της διερευνητικής επαφής, ουδέν άλλο έπραξε.

Σε κάθε περίπτωση, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν, για την γερμανική κυβέρνηση και τους λοιπούς ευρωζωνίτες, δεδομένη. Ως εκ τούτου, οι όποιοι τακτικισμοί της ήσαν χωρίς αντίκρισμα, αφού οι ξένοι δανειστές γνώριζαν τα όρια, μέσα στα οποία αυτή η ηγετική ομάδα εκινείτο. Και τα όρια αυτά ήσαν το ευρώ και η ζώνη του. Δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προσδιόριζαν, ακόμη και ως προς την παραμικρή του λεπτομέρεια, η γερμανική κυβέρνηση, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και η Ε.Κ.Τ.

Ο μόνος πραγματικός φόβος και η πιο μεγάλη πηγή κινδύνου, για τις ελίτ της ευρωζώνης εντοπίζονταν, στον Γιάννη Βαρουφάκη και στον δικό του σχεδιασμό, ο οποίος περιλάμβανε, ακόμη και την μετατροπή της ευρωζώνης, σε ένα πλήρως χαοτικό τοπίο, με την κυκλοφορία παράλληλου νομίσματος και την εκτύπωση ποσοτήτων ευρώ, χωρίς την έγκριση της Ε.Κ.Τ. Πολύ περισσότερο, βέβαια, ο φόβος των ευρωζωνιτών εντοπίζονταν, στην δύναμη, που είχε ο Γιάννης Βαρουφάκης, ως εκφραστής ενός άτυπου, αλλά και ισχυρού τμήματος της αμερικανικής διοίκησης, το οποίο ήταν διατεθειμένο να βοηθήσει, στην υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού, εάν αυτός είχε την έγκριση του Αλέξη Τσίπρα. Αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε, αφού ο Γιάννης Βαρουφάκης απομακρύνθηκε, αμέσως, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015.

Έτσι, ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Γιώργος Σταθάκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο Νίκος Βούτσης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και οι συν αυτοίς, αποδέχτηκαν, υπέγραψαν και ψήφισαν το 3ο Μνημόνιο, με αποτέλεσμα να φθάσουν, στο τωρινό αδιέξοδο και να αντιμετωπίζουν την ραγδαία πολιτική και δημοσκοπική αποψίλωση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν έχει πραγματικούς δεσμούς, με την ελληνική κοινωνία. Μπορεί να προσπαθεί, ως κυβέρνηση, να τους αποκτήσει, αλλά, ως ένα κόμμα της ελληνικής αριστεράς, της τάξης του 4%, αυτούς τους δεσμούς, δεν τους έχει κατοχυρώσει. Και αν έφθασε, στα επίπεδα του 35%, τα έφθασε, πάνω, σε μια, καθαρά, ευκαιριακή βάση και για έναν συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος εντοπίζεται, στην απαλλαγή της χώρας και της κοινωνίας, από την μνημονιακή κηδεμόνευση των ξένων δανειστών.

Και φυσικά, αυτός ο λόγος, για τον οποίο το εκλογικό σώμα εκτόξευσε, στα ύψη, τον ΣΥΡΙΖΑ, ουδόλως, έχει ικανοποιηθεί. Το αντίθετο, μάλιστα, αφού, με την υπογραφή και την υλοποίηση του 3ου Μνημονίου, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έχει καταπατήσει όλες τις δεσμεύσεις της, είτε αυτές είναι οι αρχικές και "αυθεντικές" των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, είτε οι δεύτερες των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, οι οποίες εμφανίστηκαν, ως προϊόν ενός "αναγκαίου συμβιβασμού", με τους ξένους δανειστές.

Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακραία ιδεολογική ασυνέπεια, στην πολιτική απαξίωση και στην ραγδαία δημοσκοπική συρρίκνωση. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι, ακόμη, παρουσιάζει κάποιες αντοχές, αφού κινείται, στα επίπεδα του 14%, με δεδομένη την δομική αδυναμία της διαλυμένης φιλομνημονιακής κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) να προσελκύσει τους χαμένους ψηφοφόρους της, που στράφηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όλα αυτά έχουν ένα όριο, το οποίο, όταν ξεπεραστεί, η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι παταγώδης και κατεδαφιστική.

Δυστυχώς, για τον Αλέξη Τσίπρα και την παρέα του, οι μέλλουσες εξελίξεις εμφανίζονται, απολύτως, δυσμενείς, αφού η γερμανική κυβέρνηση, με επί κεφαλής τον Wolfgang Schäuble, δεν αφήνει, στην ελληνική κυβέρνηση κανένα περιθώριο ελπίδας, όχι, μόνο, όσον αφορά την συζήτηση, για τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, τα οποία παραπέμπει, για, μετά το 2017 και τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, αλλά θέτει θέμα και πλήρους εφαρμογής των όσων έχουν συμφωνηθεί, στο 3ο Μνημόνιο, όπως και την ενεργοποίηση του αυτόματου κόφτη των δημόσιων δαπανών, που έχει ψηφισθεί, με τον Ν. 4387/2016, καθώς και όσων "μεταρρυθμίσεων" ζητήσει να γίνουν, το Δ.Ν.Τ., προκειμένου αυτό να παραμείνει, ως δανειστής ή/και "τεχνικός σύμβουλος" στο αποκαλούμενο "ελληνικό πρόγραμμα".

Ο Αλέξης Τσίπρας αντιλαμβανόμενος τον προδιαγραφόμενο όλεθρο, ο οποίος θα προκύψει, από την παράταση της εκκρεμότητας, γύρω από τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους και την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, στην Ελλάδα, η οποία θα οδηγήσει σε τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια και στον πολιτικό θάνατο του ΣΥΡΙΖΑ, προσπάθησε, με την ομιλία του, στο συνέδριο του κόμματος, να εκβιάσει τον γερμανική κυβέρνηση και τους ξένους δανειστές, ζητώντας την άμεση πρόταξη του ζητήματος του ελληνικού δημόσιου χρέους και λέγοντας ότι :

"Είχαμε σκοπό να κλείσουμε την αξιολόγηση, για να φτάσουμε στην κρίσιμη συζήτηση, για το χρέος και την ποσοτική χαλάρωση. Συνεχίζουμε να τηρούμε την συμφωνία, το ίδιο περιμένουμε και από τους εταίρους μας, να την τηρήσουν. Οι ολιγωρίες δεν μπορούν και δεν θα γίνουν αποδεκτές. Η κυβέρνηση έχει καταφέρει να χτίσει ισχυρές συμμαχίες, στην Ευρώπη. Δυνάμεις, στην Ευρώπη, πιστεύουν ότι πρέπει να γίνει η συζήτηση, για το χρέος, όχι μόνο, προς το συμφέρον της Ελλάδας, αλλά και για το συμφέρον της Ευρώπης. Δεν μιλάμε για ελληνικό, αλλά για ευρωπαϊκό πρόβλημα. Ο χρόνος της συζήτησης, για το ελληνικό χρέος είναι κρίσιμο μέγεθος. Η Ευρώπη έχει επιδείξει αμηχανία και καθυστέρηση, που τις συνέπειες τις ζούμε όλοι. Εξαιτίας της διαχείρισης, της αργής, των κρίσεων η Ευρώπη αντιμετωπίζει άνοδο των δυνάμεων της ακροδεξιάς, Γι΄ αυτό είχαμε το αποτέλεσμα, που είχαμε στο δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας, την άνοδο της ακροδεξιάς στην Γαλλία και την Γερμανία. Θεωρούμε ότι, τώρα, είναι η κρίσιμη ώρα, για να συζητηθεί το χρέος... Η τακτική της καθυστέρησης μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδία ολόκληρη την Ευρώπη".


Προφανώς, η Angela Merkel και ο Wolfgang Schäuble δεν πρόκειται να αποδεχούν τις ελληνικές απειλές. Τις έχουν ξανακούσει και έχουν αδιαφορήσει, γι' αυτές, αφού "αυτά τα σκυλιά οι Γερμανοί" - κατά τα λεγόμενα του Γάλλου υπουργού Οικονομικών Michel Sapin - θέλουν το Grexit.

Βέβαια,  το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε να αποτελέσει μια τραγωδία για την Ευρώπη, εάν ο πρωθυπουργός και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, μαζύ με τον Πάνο Καμμένο, θα εφαρμόσουν μια τέτοια πολιτική, η οποία θα καταστήσει ικανό αυτό το πρόβλημα να δημιουργήσει ένα "δημιουργικό χάος", στην ευρωζώνη.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει, με την έμπρακτη επαναφορά, στις πολιτικές του Γιάννη Βαρουφάκη και σε, ακόμη, ριζοσπαστικότερες λύσεις, οι οποίες, τελικά, θα οδηγούσαν την Ελλάδα, εκτός ευρωζώνης (αλλά, ακόμη και εκτός της αποκαλούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης").

Ως εκ τούτου, το "φάντασμα" της δραχμής παραμένει, πάντα εδώ.

Αυτή η πολιτική, όμως, δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα και των ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ...

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Είναι πιθανός ένας πυρηνικός πόλεμος στην Ευρώπη; (Η κλιμακούμενη όξυνση της αμερικανορωσικής αντιπαράθεσης, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές και γιατί δεν πρέπει να εκλεγεί η Hillary Clinton).




Πόσο πιθανός είναι ένας (περιορισμένος, ή μη) πυρηνικός πόλεμος στην ευρωπαϊκή ήπειρο;

Όσο και αν φαίνεται ότι η διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου, στην Ευρώπη, αποτελεί ένα ακραίο σενάριο, το οποίο υποτίθεται ότι, εκ των πραγμάτων, είναι απίθανο να συμβεί, στην πραγματικότητα, μια τέτοια δυσμενής εξέλιξη δεν είναι καθόλου απίθανη. Μπορεί, για τις δυτικές ελίτ, όπως και για την ρωσική ηγεσία, να είναι δύσκολη η επιλογή της πραγματοποίησης ενός τέτοιου αποτρόπαιου εγχειρήματος, όμως αυτή η δυσκολία, δεν είναι ανυπέρβλητη.

Και το χειρότερο δεν είναι αυτό.

Το χειρότερο όλων είναι ότι, σε ένα τμήμα των ελίτ της Δύσης (περισσότερο, στην αμερικανική, λιγότερο στις ευρωπαϊκές), αλλά και (ακόμη, περισσότερο) της Ρωσίας, φαίνεται ότι η διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου, στα ευρωπαϊκά εδάφη, θεωρείται, ως διαχειρίσιμη.

Η κατάσταση, που επικρατεί στην Βαλτική, με την επισημοποίηση της αποστολής αντιπυραυλικών συστημάτων S 400 και πυραύλους, τύπου Iskander, που μπορούν να φέρουν (και στην συγκεκριμένη περίπτωση, φέρουν) πυρηνικές κεφαλές, επιβάλλοντας, στην ευρύτερη περιοχή, μια ζώνη επιτήρησης και εν τοις πράγμασι, ουσιαστικής απαγόρευσης μη επιθυμητών πτήσεων αεροπλάνων του ΝΑΤΟ, ενώ, παράλληλα, μπορούν να ισοπεδώσουν εκτεταμένες και πυκνοκατοικημένες περιοχές, σε απόσταση 700 km, φθάνοντας, μέχρι το Βερολίνο και ακόμη πιο μακριά, είναι σαφής, ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο των παραπάνω διαπιστώσεων.

Όλα αυτά, προφανώς, δεν ήσαν τυχαία. Απετέλεσαν τμήμα του ευρύτερου σχεδιασμου της ρωσικής ηγεσίας, η οποία, ανάμεσα στα άλλα, εκτίμησε ότι η αμερικανική διοίκηση βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας και δεν μπορεί να λάβει σημαντικές αποφάσεις, λόγω της προεκλογικής περιόδου, για την ανάδειξη του διαδόχου του απερχόμενου προέδρου των Η.Π.Α. Barack Hussein Obama, στις 8 Νοεμβρίου και εν όψει της μεταβατικής περιόδου των δυόμισυ μηνών, μέχρι την παράδοση της διοίκησης, στον νέο πρόεδρο, ο οποίος θα αναλάβει τα καθήκοντά του, στις 20 Ιανουαρίου 2017.

Οι ρωσικές ενέργειες, στα πλαίσια του ευρύτερου στρατιωτικού σχεδιασμού του Κρεμλίνου, λαμβάνουν υπόσταση την στιγμή, που το ενδιαφέρον των Αμερικανών και των συμμάχων τους, είχε στραφεί, στις ασκήσεις, που, ξαφνικά, διεξήγαγε ο ρωσικός στόλος, στον Αρκτικό Κύκλο και προφανώς, δηλώνουν ότι η ρωσική ηγεσία είναι έτοιμη, για ένα συνολικότερο και γενικευμένο πόλεμο, με τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ, ο οποίος θα συμπεριλαμβάνει και τακτικά πυρηνικά πλήγματα, στην Ευρώπη, η οποία, έτσι, θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, αφού θα αντιμετωπίσει ανείπωτες και πρωτοφανείς καταστροφές, τέτοιας έκτασης, η οποία δεν έχει εμφανισθεί, μέσα στην διαδρομή της ανθρώπινης Ιστορίας. Και φυσικά, αυτές οι εξωπραγματικές καταστροφές θα καταστούν πραγματικές, θα συνοδεύονται, από τεράστια προσφυγικά κύματα, τα οποία θα είναι αδύνατο να διαχειρισθούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες είναι σαφές ότι θα καταρρεύσουν.

Το αστείο, στην όλη υπόθεση, είναι ότι η Λιθουανία, από την οποία περνούν και από την οποία εξαρτώνται οι προμήθειες, που πηγαίνουν, στον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ, απειλεί, με απαγόρευση διέλευσης οποιουδήποτε προϊόντος, προς τον ρωσικό θύλακα, που συνορεύει, με την χώρα αυτή και με την Πολωνία, ενώ στερείται οποιασδήποτε εδαφικής συνέχειας, με την Ρωσία. Προφανώς, αυτή η ιδέα, όπως και όλες οι άλλες, που αφορούν την σχέση της, με τον ενοχλητικό γειτονικό γίγαντα, αποτελεί μέρος του αμερικανονατοϊκού σχεδιασμού, αλλά, ως σύλληψη, είναι κακή, διότι, απλούστατα, θα οδηγήσει, εάν πραγματοποιηθεί, στην άμεση και ταχεία κατάληψη της χώρας, από τον ρωσικό στρατό, χωρίς κανείς να μπορεί να την αποτρέψει.

Το μέλλον, για τους Ευρωπαίους συμμάχους των Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ, θα γίνει, ακόμη, χειρότερο, εάν η ρωσική δύναμη δεν ανασχεθεί, αφού ο ρωσικός στρατιωτικός σχεδιασμός, που θα ξεπεράσει τα 19 τρισ. ρούβλια, περιλαμβάνει, στο μέτωπο της ανατολικής Ευρώπης την ανάπτυξη 120 συστημάτων πυραύλων Iskander, 600 μαχητικών αεροσκαφών, 1.100 ελικοπτέρων, 100 τεθωρακισμένων οχημάτων και 2.300 αρμάτων μάχης. Προφανώς, οι προθέσεις της ρωσικής ηγεσίας, όσον αφορά τους πρώην συμμάχους της, στα χρόνια του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, είναι πολύ κακές, εάν όλα αυτά συνδυασθούν, με το γεγονός ότι οι πύραυλοι Iskander, με συμβατική και πυρηνική γόμωση, έχουν τοποθετηθεί και στην Κριμαία, με αποτέλεσμα η Ρουμανία και οι γύρω περιοχές, που βρίσκονται, υπό την σκέπη του ΝΑΤΟ, να βρίσκονται, υπό την άμεση απειλή ενός επικείμενου και απολύτως, βέβαιου ολέθρου.

Αλλά και η κατάσταση, που επικρατεί, στον βάλτο της Ουκρανίας, δεν είναι καλύτερη. Η διχοτόμηση της χώρας παραμένει, ως έχει και η Ρωσία έχει επιβάλει το προσωρινό status quo, που επιθυμεί, εν όψει της τελικής λύσης του προβλήματος, η οποία, όσο και αν αργήσει, δεν μπορεί να είναι διαφορετική, από αυτήν, που επιβάλουν οι θελήσεις της ρωσικής ηγεσίας και οι οποίες δεν πρόκειται να διαφοροποιηθούν, παρά μόνον, εάν η ρωσική υπερδύναμη ηττηθεί, στα πεδία των μαχών, ή εκτός και εάν λάβει, από την αμερικανική κυβέρνηση εκείνα τα ανταλλάγματα, που επιθυμεί.

Ειδικότερα, για την Ουκρανία, επειδή πολλοί έχουν μια αφελή αντίληψη, για την διεθνή γεωπολιτική και τις σχέσεις των κρατών, καλόν είναι να πληροφορηθούν ορισμένα πράγματα, αφού κοιτάξουν, προηγουμένως, τον χάρτη της περιοχής, για την οποία μιλάμε. Εφ' όσον το πράξουν θα δουν ότι :

1) Η Ρωσία δεν πρόκειται να δεχθεί την παρουσία του ΝΑΤΟ, των δυνάμεών του και των οπλικών του συστημάτων 800 χλμ μακριά από την Μόσχα. Για την Ρωσία, μια τέτοια ενέργεια είναι αιτία πολέμου. Αυτόν τον πόλεμο θα τον πραγματοποιήσει, εάν χρειασθεί και θα τον κερδίσει. Με όποιο κόστος.

2) Η Ρωσία δεν πρόκειται να δεχθεί να μετατραπεί η Μαύρη Θάλασσα, σε αμερικανονατοϊκή λίμνη. Έχει την δύναμη να μην επιτρέψει μια τέτοια γεωπολιτική μεταβολή. Και ήδη, την έχει χρησιμοποιήσει. Και θα συνεχίσει να την χρησιμοποιεί.

3) Η Ρωσία θεωρεί, ως εχθρική ενέργεια, οποιαδήποτε ένταξη γειτονικής της χώρας, στο ΝΑΤΟ. Έχει την δύναμη να την αποτρέψει. Και θα την αποτρέψει.


Δεν θα προχωρήσω, παρακάτω, στο τί άλλο προτίθεται να κάνει η Ρωσία, με τις άλλες γειτονικές της χώρες, που έχουν ενταχθεί, στο ΝΑΤΟ. Προτίθεται να πράξει πολλά, τα οποία έχουμε περιγράψει.
 
Ιδιαίτερα, η διχοτομημένη Ουκρανία είναι εκείνη, που πρέπει να προσέξει περισσότερο, από όλους, διότι κινδυνεύει, με άμεση κατάληψη, από τον ρωσικό στρατό. Αυτό, εάν συμβεί, δυστυχώς, θα οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας, στο να προσφυγοποιηθεί, όπως συνέβη και στην Συρία.

Το μεγαλύτερο δυστύχημα, για τους Ουκρανούς είναι ότι ουδείς θα τους βοηθήσει. Γι' αυτό και πρέπει να είναι μετρημένοι, στα λόγια και στα έργα τους. Και καλόν είναι να μην τους φουσκώνουν τα μυαλά, τα όποια λόγια των Δυτικών, οι οποίοι εύκολα τα λένε και όταν έρχεται η ώρα, για έργα, ουδέν πράττουν και τελικά, καταστρέφουν τους λαούς, στους οποίους υπόσχονται, όσα οι ελίτ, που τους διοικούν, επιθυμούν να ακούσουν.







Από την άλλη πλευρά, η ταχύτατη πύκνωση των στρατιωτικών μέτρων, που λαμβάνει η Ρωσία, στα εδάφη της Συρίας και στην θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, με την αποστολή του αεροπλανοφόρου "Ναύαρχος Κουζνετσώφ" (το οποίο είναι το μοναδικό της αεροπλανοφόρο) και ενός ολόκληρου πολεμικού στόλου πλοίων επιφανείας και υποβρυχίων, από τον στόλο της Βόρειας Θάλασσας, αλλά και από, αυτόν, που βρίσκεται, στον Εύξεινο Πόντο, είναι απολύτως, ενδεικτική της τεράστιας σημασίας, που δίνει η ρωσική ηγεσία, στον πόλεμο, που διεξάγεται στην Συρία.

Στον πόλεμο αυτόν, η ρωσική συμμετοχή είναι τεράστια και σημαντική, αφού ανέτρεψε τα δεδομένα του πεδίου των μαχών, επιτρέποντας στο καθεστώς του Μπασάρ αλ Ασάντ να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του συριακού εδάφους, οδηγώντας την αμερικανική ηγεσία, στην απελπισία και στην επιχειρούμενη κλιμάκωση της, ολοένα και περισσότερο, στρατιωτικοποιούμενης έντασης, που επικρατεί, στις αμερικανορωσικές σχέσεις.

Η ουσία είναι ότι αμερικανικές ελίτ έχουν κατατρομοκρατηθεί, από την επανεμφάνιση της ρωσικής δύναμης και από το γεγονός ότι, στην παρούσα φάση, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εκμεταλλεύεται, σε επίπεδο τακτικών κινήσεων, την αρρυθμία, που έχει επιφέρει, στην εξωτερική και την στρατιωτική πολιτική της χώρας τους, η μεταβατική περίοδος, στην οποία ευρίσκεται η αμερικανική διοίκηση. Έτσι, οι κυβερνώντες, στην Ουάσινγκτων, προσπαθούν να επιτύχουν δύο πράγματα :

1) Να επιβάλουν την Hillary Clinton, ως νικήτρια της εκλογικής μάχης, για την αμερικανική προεδρία. Σε αυτή τους την προσπάθεια, είναι η αλήθεια ότι συμβάλλει και ο ίδιος ο αντίπαλος της συζύγου του Bill Clinton, με την απρόσεκτη αθυροστομία του και πολύ περισσότερο, ένα τμήμα των μεγαλοπαραγόντων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο δεν στηρίζει και υπονομεύει τον εκλογικό αγώνα του Donald Trump, με πρωταγωνιστές το γνωστό γεράκι John McCain, τον γηραιό George Bush, την Condoleezza Rice, τον Paul Wolfowitz, τον Collin Powell, τον Paul Ryan και άλλους, οι οποίοι, ως μέλη των ελίτ, που λειτουργούν, ως βαθύ αμερικανικό κράτος, αντιτίθενται, στην προσέγγιση, με την Ρωσία, μια προσέγγιση, την οποία, διακηρυκτικά, προτείνει ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τον οποίο, ουσιαστικά, επέβαλαν οι συντηρητικοί ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι, στην  αστικογραφειοκρατική κομματική νομενκλατούρα. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο κυριότερος λόγος, για τον οποίον η Hillary Clinton πρέπει να ηττηθεί. Δύσκολο μεν - λόγω των ανοησιών και της απρόσεκτης αθυροστομίας του Donald Trump -, αλλά όχι αδύνατο.

2) Να αντιστρέψουν τον τακτικό ρωσικό σχεδιασμό, με μια επικοινωνιακή καταιγίδα, η οποία στηρίζεται, στον ισχυρισμό ότι αυτή η πολιτική αρρυθμία, που προκύπτει, από την διεξαγωγή της προεδρικής εκλογής και της μεταβατικής περιόδου, μέχρι την ανάληψη της προεδρίας, από τον νεοεκλεγμένο πρόεδρο των Η.Π.Α., στις 20/1/2017, δεν αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, αλλά είναι μια εσφαλμένη υπόθεση της ρωσικής ηγεσίας. Και ότι, φυσικά, ακριβώς επειδή αποτελεί μια εσφαλμένη υπόθεση, η παρούσα απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση του Barack Hussein Obama είναι διατεθειμένη να τραβήξει τα πράγματα, στα άκρα και να δώσει τις μάχες και να διεξαγάγει τους πολέμους, που ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η λοιπή ρωσική ηγεσία θεωρούν ότι η κυβέρνηση Obama δεν πρόκειται να δώσει και  δεν είναι διατεθειμένη να διεξαγάγει. Στα πλαίσια αυτά, η σύναψη αμυντικών συμφωνιών της αμερικανικής κυβέρνησης, με την Σουηδία και την Φινλανδία, απλώς, καθιστούν, ακόμη περισσότερο, πολύπλοκη και επικίνδυνη την κατάσταση, αφού αυτές οι δύο χώρες, που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ κινδυνεύουν, από μια ξαφνική επίθεση της Ρωσίας. Μια επίθεση, η οποία θα είναι καταιγιστική και καταστροφική, για τις χώρες αυτές.


Όμως, όπως είπε ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφερόμενος στην Συρία και αψηφώντας τις καυχησιολογίες των Αμερικανών, οι οποίοι θέλουν να ισχυρίζονται ότι οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις, στην Συρία και αλλού, δεν αποτελούν πραγματικό πρόβλημα, για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις : 

"Η Ρωσία είναι εδώ και δεν έχουμε σκοπό να αποχωρήσουμε. Θα μείνουμε, για πάντα".

Στην πραγματικότητα, η ψήφιση, από την ρωσική βουλή, της νέας συμφωνίας, με την Συρία, για την μόνιμη παραμονή των ρωσικών βάσεων, στο έδαφος της χώρας αυτής, αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής, καθιστώντας την Ρωσία μόνιμο παίκτη του σημαντικού και καίριου αυτού χώρου, για τα συμφέροντα όλων των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη. 

Είναι σαφές ότι αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί, όσο και αν αυτή δυσαρεστεί και οδηγεί στην απελπισία, την αμερικανική υπερδύναμη και την Δύση, την ίδια στιγμή, που η αντιπαράθεσή της, με την Κίνα, στις περιοχή των νότιων κινεζικών θαλασσών είναι παρούσα, ενεργή και μπορεί να καταστεί εκρηκτική, ανά πάσα στιγμή.

Με δεδομένο το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια πυρηνική υπερδύναμη, η οποία μπορεί, μέσα σε 30 λεπτά να αφανίσει πολλές φορές τις Η.Π.Α., τους συμμάχους τους και τον πλανήτη ολόκληρο, όλοι όσοι βρίσκονται, γύρω της, αλλά και μακριά της, δεν μπορούν να την αγνοούν. Εάν την αγνοήσουν, αυτό θα αποτελέσει μια τεράστια ανοησία, εκ μέρους τους. Και αυτό επειδή εκείνοι είναι, που θα υποστούν τις συνέπειες. Όπως, ακριβώς, έπραξαν οι ηγεσίες της Γεωργίας και της Ουκρανίας.

Οι αμερικανικές ελίτ και οι Δυτικοί υποτακτικοί τους είναι ικανοί να τα βάζουν, με αντιπάλους επιπέδου Σαντάμ Χουσεΐν, Μανουέλ Νοριέγκα και Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Αλλά, από εκεί και πέρα, όταν ο αντίπαλος και η δυναμική του είναι άλλης τάξεως και άλλου μεγέθους, παραπαίουν, τρομοκρατούνται και συμπεριφέρονται, ως κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες τους, οι Αμερικανοί, το περισσότερο πιθανόν είναι ότι θα κάτσουν, στην ήπειρό τους, χωρίς να μπορέσουν να κάνουν κάτι το ουσιαστικό, πέρα, από κάποιες μεγαλόστομες φωνές διαμαρτυρίας, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την αποστολή των όποιων δυνάμεων μπορέσουν να στείλουν, προκειμένου οι σύμμαχοί τους να διεξαγάγουν τον πόλεμο εναντίον των Ρώσων, ενώ οι Ευρωπαίοι, που είναι ανύπαρκτοι, θα υποστούν τις συνέπειες.

Απλώς, οι Η.Π.Α. και η Δύση φθίνουν και απέρχονται, ως ηγετικές δυνάμεις του πλανήτη. Αυτό δεν μπορούν να το αποδεχθούν και προσπαθούν να το αποτρέψουν.

Γι' αυτό και ο συνασπισμός των Δυτικών - με επί κεφαλής τις αμερικανικές ελίτ - στο μέτρο, που εμμένει να μην παραδέχεται αυτό, που επέρχεται, καθίσταται επικίνδυνος, ως προς τις αντιδράσεις των ελίτ, που αποφασίζουν, για την τύχη του. Διότι ο πανικός και η απελπισία ουδέποτε είναι καλοί σύμβουλοι.

Οψόμεθα...