Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Βουλευτικές εκλογές 20/9/2015 : Ένα διαφορετικό σενάριο, που ήταν και το πιο πιθανό να συμβεί, αλλά η κομμουνιστική αριστερά κατάφερε να μην συμβεί. (Γιατί δεν μπήκε και τί θα είχε συμβεί εάν η ΛΑΕ είχε περάσει το όριο του 3% και είχε μπει στην βουλή).


Εδώ βλέπουμε το τελευταίο κύμα των δημοσκοπήσεων της "Public Issue", που πραγματοποιήθηκε, πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015. Μια εβδομάδα, πριν, από το κύμα αυτό, το προηγούμενο κύμα δημοσκοπήσεων, που δημοσιεύτηκε, στην εφημερίδα "Αυγή", ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και η Νέα Δημοκρατία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη μοιράζονταν τα ίδια ποσοστά (31%) και η ΛΑΕ έμπαινε, άνετα, στην βουλή. Τελικά, κατάφερε να μείνει έξω, παρά το γεγονός ότι οι ΑΝΕΛ και η Ένωση Κεντρώων κατάφεραν να μπουν, στην βουλή, ενώ η "Public Issue", στην εκτίμηση των κομμάτων υπολόγιζε ότι δεν θα μπουν. Κόπιασε πολύ η ΛΑΕ, για να μην μπει, στην βουλή, αλλά το κατάφερε, αφού το τεράστιο κύμα της αποχής των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία (43,43%) φούντωσε, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και επιτάθηκε, στο τελευταίο τριήμερο, μέχρι την ημέρα της διεξαγωγής των εκλογών. Και το κατάφερε, εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία δεν πρέπει να φορτώνονται τα βάρη αυτής της εξέλιξης. Είναι η τελευταία που φταίει...







Καθώς οι βουλευτικές εκλογές πλησιάζουν - αφού, είτε σε τρεις μήνες, είτε, το αργότερο, σε οκτώ, αυτές θα διεξαχθούν -, η επιστροφή στο παρελθόν των εκλογών, που προηγήθηκαν, πριν τέσσερα χρόνια, είναι, απολύτως, απαραίτητη, αν θέλουμε να καταλάβουμε, όχι, μόνο, το διακύβευμα των εκλογών, που έρχονται, αλλά, πολύ περισσότερο, τα, αμέσως, χρειώδη, προκειμένου να αποφευχθούν τα ολέθρια σφάλματα, που διαπράχθηκαν εκείνη την καυτή και άκρως, απογοητευτική εποχή, η μετεκλογική εξέλιξη της οποίας, με τον επανασχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, που κυβέρνησε, απρόσκοπτα, επί μία τετραετία και συνεχίζει, μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ, ως, περίπου, μονοκομματική κυβέρνηση, δεν ήταν ούτε μοιραία, ούτε αναπόφευκτη.

Αντιθέτως, αυτή η εξέλιξη ήταν η λιγότερο πιθανή να συμβεί και προέκυψε, μέσα από όσα συνέβησαν, κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και όχι, όπως συμβαίνει, συνήθως, πριν από την έναρξη των εκάστοτε προεκλογικών εκστρατειών. Οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 ήσαν πραγματικά και ουσιαστικά, αμφίρροπες, όχι, ως προς την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ως προς τον αριθμό των εδρών των κομμάτων, ως προς την κομματική σύνθεση της βουλής και εν τέλει, ως προς τον σχηματισμό της κυβέρνησης και ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα των εκλογών αυτών, θα στοιχειώνουν, για πολλά χρόνια, την ελληνική κοινωνία. 

Όμως, τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015 θα στοιχειώνουν, πολύ περισσότερο, την ελληνική κομμουνιστική αριστερά, που βρίσκεται, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία - και αναφέρομαι, στην Λαϊκή Ενότητα και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ -, κυριολεκτικά, αυτοχειριάσθηκε, όπως προκύπτει από τον παραπάνω συνδυασμό γραφημάτων της "Public Issue".

Πολλοί φίλοι θα ρωτήσουν, γιατί αυτά τα γραφήματα της συγκεκριμένης δημοσκοπικής εταιρείας και όχι κάποιας άλλης, έχουν ιδιαίτερη αξία. Έχουν ιδιαίτερη αξία, επειδή η "Public Issue", σε εκείνη την προεκλογική περίοδο συνεργάστηκε, με το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως μια μη φιλική, προς το κυβερνόν κόμμα, δημοσκοπική εταιρεία. Κάθε άλλο. Ήταν φιλικότατη. Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά. Υπάρχει και άλλη.

Και αυτή η άλλη προσδιορίζεται, από το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα των προεκλογικών ερευνών ερευνών της "Public Issue"  του Γιάννη Μαυρή ήταν, ως εκτίμηση εκλογικής επιρροής (και όχι, ως απλή πρόθεση ψήφου), πιο κοντά, στο εκλογικό αποτέλεσμα, από όλες τις άλλες δημοσκοπικές εταιρείες.

Φυσικά και αυτή η δημοσκοπική έρευνα έπεσε έξω, σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα. Όμως, δεν η εταιρεία δεν το έπραξε αυτό, σκοπίμως και για να ευνοήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και η δημοσίευσή της δεν ήταν καθόλου αθώα και έγινε, εντασσόμενη μέσα στην προεκλογική τακτική του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, για να εμπνεύσει μια λελογισμένη σιγουριά, στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία, όμως, άφηνε ανοικτή μιαν όχι ασήμαντη χαραμάδα αβεβαιότητας, ως προς το τελικό αποτέλεσμα, η οποία θα λειτουργούσε συσπειρωτικά.

Η πραγματικότητα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο πλησιάζαμε, στην ημέρα, που θα άνοιγαν οι κάλπες, αποκρυστάλλωνε ένα προβάδισμα, το οποίο, όσο ασταθές και αν ήταν, ήταν δεδομένο, πλην, όμως, δεν ήταν δεδομένα ο αριθμός των ψήφων και το ποσοστό, που θα ελάμβανε. Όπως, επίσης, δεν ήταν δεδομένη η δυνατότητά του να σχηματίσει, εκ νέου, κυβέρνηση, με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, οι οποίοι φαινόταν ότι το πιο πιθανό ήταν να μην εισέλθουν, στην βουλή. Το πρόβλημα του σχηματισμού της μετεκλογικής κυβέρνησης παρέμενε ανοικτό. Θα ήταν μια συμμαχική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που ο κυβερνητικός εταίρος αποτελούσε ένα ζήτημα, το οποίο παρέμενε εκκρεμές.

Μέσα, στα πλαίσια του προεκλογικού αγώνα αυτό που φαινόταν ως δεδομένο, ήταν το γεγονός ότι η ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη θα εξασφάλιζε την είσοδό της, στην βουλή, αφού οι περισσότερες δημοσκοπήσεις έδιναν, στο κόμμα αυτό, ποσοστά, πάνω από το 3%. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Η ΛΑΕ, παρά το γεγονός ότι ξεκίνησε, με μια κάποια δυναμική, που της έδινε ποσοστά, πάνω από το 3%, στο τέλος, ξεφούσκωσε, περνώντας κάτω από τον πήχη του 3%, αφού έλαβε 2,86% και 155.242 ψήφους, με αποτέλεσμα να μείνει, εκτός βουλής, προς μεγάλη έκπληξη των στελεχών της.

(Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξ αρχής, δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία. Με δεδομένες τις εσωκομματικές συγκρούσεις και την εκλογική συμμαχία, με το τροτσκιστικό ΕΕΚ, το κόμμα αυτό, εξ αιτίας των δικών του επιλογών, δεν είχε καμμία εκλογική τύχη, πέραν του γεγονότος να καταγράψει ένα ποσοστό, πολύ κάτω του 3%. Όπως άλλωστε και έγινε, λαμβάνοντας 0,85% και 46.096 ψήφους).

Ότι η ΛΑΕ είχε προοπτικές να πάει πολύ καλύτερα, είναι δεδομένο και το καταγράφουν, οι ψήφοι και το ποσοστό, που, εν τέλει, συγκέντρωσε. Δεν το κατάφερε, για πολύ ειδικούς λόγους, οι οποίοι σχετίζονται, με την δική της προεκλογική συμπεριφορά, αλλά και εξ αιτίας, όλων όσα,, ως "Αριστερό Ρεύμα", έπραξε, εντός του ΣΥΡΙΖΑ, πριν αποχωρήσει, από το κυβερνητικό κόμμα, όταν ο Αλέξης Τσίπρας συμφώνησε, με τους ευρωθεσμούς, και αποφάσισε να ψηφίσει το 3ο Μνημόνιο. 

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή του Παναγιώτη Λαφαζάνη, στο πρώτο κυβερνητικό σχήμα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και η παραμονή του, μαζύ με τα λοιπά στελέχη της ΛΑΕ (και τους συνεργαζόμενους Γιάννη Βαρουφάκη και Ζωή Κωνσταντοπούλου), στον ΣΥΡΙΖΑ και η αδυναμία τους να κατανοήσουν τις προθέσεις της ηγεσίας του κόμματος αυτού και να αντισταθούν, σε αυτές, υπήρξε ένα σαφές πολιτικό μειονέκτημα, για όλους όσους σχημάτισαν την ΛΑΕ, αφού η δικαιολογία ότι δεν γνώριζαν, ή ότι δεν ανέμεναν πως ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα έκαναν, αυτή την ανοικτή μνημονιακή στροφή, ιδίως μετά μετά την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, στερείται νοήματος, ενώπιον της μάζας των ψηφοφόρων, όταν δεν εκλαμβάνεται, από την πλειοψηφία τους, ως μια επικίνδυνη ανοησία, η οποία δείχνει ότι όλοι αυτοί, που ξεγελάστηκαν, ή παραπλανήθηκαν, από τον Αλέξη Τσίπρα και την παρέα του, είναι ανώριμοι, ή ανίκανοι να κυβερνήσουν και να τους εμπιστευθούν οι ψηφοφόροι την ψήφο τους.

Αυτό το βαρύ πολιτικό μειονέκτημα των στελεχών της ΛΑΕ και των συνεργαζόμενων, με αυτήν, πολιτικών στελεχών, που έφυγαν, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μαζύ με την περιχαράκωσή τους, στην κομμουνιστική ιδεολογία (από αυτό εξαιρούνται η Ζωή Κωνσταντοπούλου, της οποίας η παρουσία, όμως, υποσκελίστηκε, από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, αλλά και ο Γιάννης Βαρουφάκης) μπορεί να απομάκρυνε ένα μεγάλο μέρος από το εκλογικό σώμα, όμως, αυτή η απομάκρυνση δεν στερούσε την πολύ υπαρκτή και αποτυπωμένη, στις μετρήσεις της προεκλογικής περιόδου, κοινοβουλευτική παρουσία της Λαϊκής Ενότητας. Κάθε άλλο. Υπήρχε μια ικανοποιητική καταγραφή ενός ρεύματος του εκλογικού σώματος, προς την ΛΑΕ, η οποία μπορεί να ήταν περιορισμένη, αλλά της έδινε την σαφέστατη δυνατότητα να περάσει, σχετικά, άνετα το όριο του 3% και να εισέλθει στην νέα βουλή.






Αυτή την καταγραφή της, περίπου, άνετης κοινοβουλευτικής παρουσίας της ΛΑΕ, στην νέα βουλή, τα στελέχη του κόμματος αυτού κατάφεραν να την εξαφανίσουν και να μείνουν εκτός. Αν δούμε τους αριθμούς, αυτό που συνέβη, δεν είναι ανεξήγητο. Ας τους δούμε, λοιπόν, συνδυάζοντας τα δύο παραπάνω γραφήματα.

Όπως προκύπτει, από το πρώτο γράφημα, το οποίο παρουσιάζει την τελευταία προεκλογική εκτίμηση επιρροής, που έκανε η "Public Issue", η εκτίμηση αυτή έγινε, με δεδομένο το γεγονός ότι καταγράφηκε, μια δεξαμενή αδιευκρίνιστης ψήφου, η οποία ήταν, εξαιρετικά, υψηλή, για προεκλογική περίοδο, που αφορά τρεις ημέρες πριν την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Συνήθως, σε αυτή την περίοδο, αυτή η δεξαμενή ψήφων είναι περιορισμένη, κάτι, που, στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή της προεκλογικής περιόδου των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, δεν συνέβη. Η δεξαμενή της αδιευκρίνιστης ψήφου - για προεκλογικές δημοσκοπήσεις - υπήρξε πολύ μεγάλη. Και τελικώς, αποδείχτηκε, ότι ήταν, πολύ μεγαλύτερη και απλώς, δεν καταγράφηκε, από όλες τις δημοσκοπικές εταιρείες.

Έτσι, ενώ σύμφωνα, με τις μετρήσεις της "Public Issue", η αδιευκρίνιστη ψήφος (που περιλαμβάνει, τις κατηγορίες "δεν ξέρω/δεν απαντώ", "απέχω", "ψηφίζω λευκό, ή άκυρο", "δεν έχω αποφασίσει"), έφθανε τρεις ημέρες, πριν από τις εκλογές, στο 24%, τελικά, όταν άνοιξαν οι κάλπες, αυτή η δεξαμενή ψηφοφόρων εμφάνισε μια πρωτοφανή αποχή της τάξεως του 43,43%, η οποία ανέτρεψε όλα τα δεδομένα, ισχυροποιώντας, ως προς τα ποσοστά, τα μεγάλα κόμματα, τα οποία, όμως, υπέστησαν μεγάλες απώλειες, σε ψήφους, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 320.074 ψήφους, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και η Νέα Δημοκρατία 192.489 ψήφους.

Τοιουτοτρόπως, ενώ το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, τον Σεπτέμβριο του 2015, έφθασε, με βάση το εκλογικό σώμα των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, στο 31,16%, η τεράστια διόγκωση της αποχής εκτόξευσε αυτό το ποσοστό, στο 35,46%, ενώ, ως την Νέα Δημοκρατία, αντίστοιχη ήταν η εκτόξευση του δικού της ποσοστού, το οποίο, έφθασε, από 24,70%, που, πραγματικά, ήταν, με βάση το εκλογικό σώμα του Ιανουαρίου του 2015, στο 28,10%.

Αυτή η εκτόξευση της αποχής, σε αυτά τα υπερμεγέθη ύψη του 43,43%, ήταν, που οδήγησε την ΛΑΕ, στο να μην φθάσει το όριο του 3%, με αποτέλεσμα να μείνει, εκτός βουλής. Και αυτό συνέβη, επειδή, απλούστατα, η διόγκωση της αποχής προήλθε από ψηφοφόρους, οι οποίοι προέρχονταν, από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και της κομμουνιστικής αριστεράς, οι οποίοι, αν και προσανατολίζονταν, στο να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, όπως καταγραφόταν, από τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, τελικά, προτίμησαν την αποχή από την ψηφοφορία.

Δεν χρειάζεται να καταβάλουμε πολύν κόπο, για να δούμε αυτή την εξέλιξη. Με δεδομένο το γεγονός ότι, μεταξύ Ιανουαρίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 320.074 ψήφους, εκ των οποίων, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πήγαν, στην ΛΑΕ, η οποία έλαβε, όπως είπαμε 155.042 ψήφους, βλέπουμε ότι η διαφορά των δύο αυτών μεγεθών ισούται με 164.832 ψήφους, οι οποίοι χάθηκαν, για το κόμμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι συμμετείχαν, στην ψηφοφορία, είναι προφανές ότι θα αυξάνονταν και όσοι ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και έτσι ο αριθμός των ψηφισάντων θα ανερχόταν, στους 5.596.682 ψηφοφόρους, αντί των 5.431.850 ψηφοφόρων, που τελικά ψήφισαν. Αυτή η συμμετοχή, εάν συνέβαινε, θα ανέτρεπε όλα τα δεδομένα του τελικού εκλογικού αποτελέσματος, όταν θα έκλειναν οι κάλπες, το βράδυ της ημέρας των εκλογών.

Έτσι, το εκλογικό ποσοστό της ΛΑΕ, εάν συμμετείχαν στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όλοι όσοι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν προσήλθαν στις κάλπες, θα μπορούσε να εκτοξευθεί, έως το 5,71%. Και πάντως, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη την προσέλευση των ψηφοφόρων αυτών, η Λαϊκή Ενότητα θα ξεπερνούσε, άνετα, το 3%,

Το τί συνέβη και οι 164.832 πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, προτίμησαν την αποχή και δεν ψήφισαν, τελικά, την ΛΑΕ, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Τα στελέχη της ΛΑΕ δεν υπήρξαν πειστικά. Δεν είχαν σαφές πρόγραμμα. Δεν είχαν σαφείς προτάσεις, ενώ το κυβερνητικό παρελθόν τους λειτουργούσε, εις βάρος τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να σπάσουν το κύμα της απογοήτευσης, που διογκωνόταν, όσο διαρκούσε η προεκλογική εκστρατεία. Δεν επιδείχτηκε η απαραίτητη μαχητικότητα, που απαιτούσαν οι συνθήκες, ενώ ο επί κεφαλής του συνδυασμού, δεν ήταν ο κατάλληλος, για να αντεπεξέλθει, στις δυσκολίες της προεκλογικής εκστρατείας. Ζωή Κωνσταντοπούλου, ως επί κεφαλής, είναι προφανές ότι θα επιτύγχανε καλύτερα αποτελέσματα).

Αλλά, όπως έχουμε πει, ακόμη και χωρίς τις ψήφους των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που απείχαν, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, η ΛΑΕ μπορούσε να εισέλθει, στην βουλή, εάν είχε σχηματίσει τις απαραίτητες εκλογικές συμμαχίες, τις οποίες δεν σχημάτισε. Και όσον αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα στελέχη της ΛΑΕ δεν έχουν ευθύνη, διότι έκαναν την σχετική πρόταση, την οποία τα στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέρριψαν.

Όμως, οι ευθύνες των στελεχών της ΛΑΕ είναι βαρύτατες, διότι, αν και ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις, για εκλογική συνεργασία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, τελικά απέρριψαν αυτή την εκλογική σύμπραξη, επειδή - λέει - ο Καζάκης δεν ήταν αριστερός. Όπως έχουμε πει, η πραγματικότητα, πέραν από τον πολιτικοϊδεολογικό δογματισμό των παλαιών κνιτών, που στελεχώνουν την ΛΑΕ, είναι ότι ήσαν βέβαιοι ότι θα μπουν στην βουλή και γι' αυτό αρνήθηκαν την συνεργασία, με τον Καζάκη, ούτως ώστε να μην μπορέσει αυτός να εκλεγεί βουλευτής και να αποκτήσει ένα μεγαλύτερο εκλογικό ακροατήριο. Και φυσικά, στο τέλος την πάτησαν, διότι δεν είχαν επίγνωση των δικών τους αδυναμιών και της αστάθειας του τμήματος του εκλογικού σώματος, στο οποίο απευθύνονταν.

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το εκλογικό του επιτελείο (Χριστόφορος Βερναρδάκης και Κώστας Πουλάκης), στάθηκαν τυχεροί και εκμεταλλεύθηκαν, όχι τόσο την δική τους πολιτική δυναμική, η οποία ήταν φθίνουσα (το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ εάν συμμετείχαν, στην ψηφοφορία, όλοι οι πρώην ψηφοφόροι του και ψήφιζαν την ΛΑΕ και άλλα κόμματα, θα έπεφτε, στο 34,39% και όπως είπαμε, στο 31,16%, εάν στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ψήφιζαν όλοι οι ψηφοφόροι των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015), αλλά τις απίστευτες πολιτικές ανοησίες των αντιπάλων του.

(Σε πολλούς υπάρχει μια μεγάλη απορία, που αφορά το πώς κατόρθωσαν και μπήκαν, στην βουλή, η Ένωση Κεντρώων και οι ΑΝΕΛ. Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι δύσκολο να δούμε το πως στάθηκε δυνατό να ξεπεράσουν αυτά τα δύο κόμματα το όριο του 3%. Η εξήγηση βρίσκεται, στην αύξηση της αποχής, η οποία επέτρεψε, στα κόμματα αυτά, με αυτόν τον αριθμό ψήφων να συγκεντρωσουν τα ποσοστά που συγκέντρωσαν και να μπουν, στην βουλή. Εάν η αποχή ήταν μικρότερη, είναι πιθανόν να μην έμπαιναν. Υπήρξαν πολύ τυχεροί και μπήκαν).

Έχοντας υπόψη όλα αυτά, που αφορούν τις περασμένες εκλογές, είναι σαφές ότι αυτά τα παθήματα μπορούν να γίνουν μαθήματα, αρκεί η προσέγγιση, στα γεγονότα να είναι νηφάλια και αδογμάτιστη. Το υπάρχον κοινοβουλευτικό σκηνικό είναι περισσότερο από σαφές ότι έχει καταρρεύσει. Δεν είναι, μόνο, τα μικρά κόμματα, σαν το Ποτάμι, τους ΑΝΕΛ, ακόμη και την Ένωση Κεντρώων, που βρίσκονται, ουσιαστικά, εκτός της νέας βουλής (με το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη να έχει κάποιες πιθανότητες να καταφέρει να μπει). Είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει πολύ μεγάλο πρόβλημα, ως προς τον στόχο του, ο οποίος είναι το να επιτύχει ένα αξιοπρεπές ποσοστό. Είναι δεδομένο ότι το ποσοστό του 35,46%, που πήρε τον Σεπτέμβριο του είναι πολύ μακριά, από αυτό, που θα λάβει. Αυτό το ποσοστό ένα όνειρο θερινής νυκτός. Αν φθάσει το 24%, θα πρέπει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να είναι πολύ ευχαριστημένη.

Λογικά, παρά τα όσα λέγονται και ακούγονται, δεν πρέπει να φθάσει, σε αυτό το ποσοστό. (Εάν το φθάσει, αυτό, όπως συνέβη και στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν θα οφείλεται, στις ενέργειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Θα οφείλεται και πάλι, στην βλακεία των αντιπάλων του, στον χώρο της αριστεράς).

Ως εκ τούτου, το πεδίο, για τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς, είναι ανοικτό. Το τί θα επιτύχουν είναι το ζητούμενο.

Και μπορούν να επιτύχουν πολλά, ανατρέποντας, πλήρως, το πολιτικό σκηνικό της χώρας, αρκεί να σχηματίσουν τις απαραίτητες εκλογικές συμμαχίες.

Αρκεί να περισσεύσει το μυαλό.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

"Η τάξη βασιλεύει, στην Αθήνα", αλλά οι αιτίες, που συντηρούν την φωτιά, παραμένουν. (Η αντισυστημική ψήφος και οι εκλογικές συμμαχίες, που αν και είναι απαραίτητες, έχουν καθυστερήσει).



"H τάξη βασιλεύει, στην Αθήνα"; Αυτό είναι το ερώτημα - που παραφράζοντας την γνωστή ρήση της Rosa Luxemburg, την οποία η εικονιζόμενη Πολωνοεβραία επαναστάτρια έκανε αναφερόμενη, στο Βερολίνο της εποχής της -, που πλανάται, πάνω από την χώρα μας, μετά από μια δεκαετή πολιτική σαρωτικής λιτότητας και καταστροφής της ελληνικής οικονομίας. Φαίνεται πως, ναι. Η τάξη βασιλεύει, στην Αθήνα. Αλλά αυτή η διαπίστωση είναι αμφιλεγόμενη, διότι είναι πρόωρη. Η τάξη, στην Αθήνα βασιλεύει, μόνον, επί του παρόντος. Και τούτο διότι, κάτω από την επιφάνεια, οι αιτίες, που συντηρούν την φωτιά, παραμένουν...






Από την εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 έχει περάσει πολύ καιρός. Σε εκείνες τις εκλογές, τις οποίες διεξήγαγε, ενώ το τρίτο Μνημόνιο, μόλις είχε υπογραφεί, χωρίς, ακόμη, να έχουν γίνει αντιληπτές, στο εκλογικό σώμα, οι πρακτικές επιπτώσεις των μέτρων που περιείχε, η νίκη του υπήρξε άνετη, λόγω της τεράστιας αποχής και παρά την απώλεια 320.074 ψήφων, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ενώ, παράλληλα, μεγάλη υπήρξε και η ανακούφιση, στο ευρύτερο μνημονιακό στρατόπεδο, αφού η χώρα εξακολουθούσε να βαδίζει, στον δρόμο των Μνημονίων, με την πλήρη απαλλαγή από την αντιμνημονιακή ρητορική και από εκείνο το πολιτικό προσωπικό, που, μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, υποστήριζε την έξοδο της Ελλάδας, από το ευρώ και την ζώνη του.

Πράγματι, η πολιτική αφασία, που διακατείχε τις τάξεις των στελεχών της ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που δεν διεκδίκησαν, αφ' ενός, μεν, την διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος, για την συμφωνία του Αλέξη Τσίπρα, με τους ευρωζωνίτες, για το τρίτο Μνημόνιο και αφ' ετέρου, δε, δεν προέβησαν, στην απαραίτητη εκλογική συνεργασία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη (ο οποίος έχει πει ότι, παρά τις προχωρημένες επαφές, που υπήρξαν, τελικά, ο Λαφαζάνης του είπε ότι η εκλογική σύμπραξη ΛΑΕ - ΕΠΑΜ δεν μπορούσε να γίνει, επειδή δεν ήταν .... αριστερός και προφανώς ο Καζάκης, δεν λέει ψέμματα), με αποτέλεσμα το κόμμα τους να μην συγκεντρώσει το 3% των ψήφων, που ήταν το απαραίτητο όριο, για την είσοδό τους, στην βουλή και να μείνουν, χωρίς κοινοβουλευτική παρουσία, αφού έλαβαν το 2,86% των ψήφων.

Κάπως έτσι έμειναν όλοι τους, έξω, αφού το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη πήρε το 0,77% των ψήφων, ενώ, εάν αυτή η εκλογική συμμαχία των δύο αυτών κομμάτων είχε πραγματοποιηθεί, τα κόμματα αυτά θα είχαν εισέλθει, στην βουλή και θα είχαν ανατρέψει όλα τα κοινοβουλευτικά δεδομένα, αφού ο μετεκλογικός κυβερνητικός συνασπισμός του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί, διότι η είσοδος των ΛΑΕ και ΕΠΑΜ θα αποσπούσε, από τον ΣΥΡΙΖΑ, έναν ικανό αριθμό βουλευτικών εδρών, με αποτέλεσμα η κοινοβουλευτική αριθμητική των εδρών των κομμάτων να μην έδινε την δεδηλωμένη στήριξη, στην συνέχιση της παρουσίας της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, με τον Πάνο Καμμένο.

Προφανώς, η χώρα δεν θα έμενε ακυβέρνητη. Μια άλλη κυβέρνηση θα σχηματιζόταν, με το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, ή και με το ΠΑΣΟΚ, αλλά αυτή η κυβέρνηση θα ήταν υπονομευμένη, ευθύς εξ αρχής. Η παρουσία της ΛΑΕ και του ΕΠΑΜ, στην βουλή και ο συνεχής ακτιβισμός τους θα καθιστούσαν πολύ δύσκολη την ζωή αυτής της κυβέρνησης και θα την είχαν οδηγήσει, γρήγορα, σε παράλυση, αφού τα κόμματα αυτά θα αποκτούσαν την απαραίτητη πρόσβαση στα συστημικά ΜΜΕ, που σήμερα, δεν έχουν και θα επικοινωνούσαν, διαρκώς, τις δραστηριότητές τους, αναπτερώνοντας την ελπίδα και την αγωνιστικότητα, σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και ιδιαίτερα, των νέων. Κάπως έτσι και η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου θα είχε και αυτή υπονομευθεί.

Δυστυχώς, εκείνη την προεκλογική εποχή του Σεπτεμβρίου του 2015, τα στελέχη της ΛΑΕ θεωρούσαν σίγουρη την είσοδο του νεοπαγούς κόμματός τους και δεν θέλησαν να σχηματίσουν τον εκλογικό συνασπισμό, με το ΕΠΑΜ, προφανώς, επειδή δεν επιθυμούσαν να αναδείξουν, κοινοβουλευτικά και να δώσουν τον αντίστοιχο χώρο δημοσιότητας, στον Δημήτρη Καζάκη. Αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Και γι' αυτόν τον λόγο, την πάτησαν, αφού η πεποίθησή τους, ότι δεν χρειάζονται το ΕΠΑΜ, για να μπουν, στην βουλή, ήταν εσφαλμένη.

Αυτά τα έχω ξαναγράψει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τα επαναλάβω. Με δεδομένο το γεγονός ότι, ήδη, έχει αρχίσει και εντείνεται η προεκλογική εκστρατεία, εν όψει των ευρωεκλογών της 26/5/2019 και των βουλευτικών εκλογών, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν, η υπενθύμιση των ολέθριων σφαλμάτων, που έγιναν, τον Σεπτέμβριο του 2015, είναι πάντοτε, αναγκαία και διδακτική, προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψή τους, εν όψει των εκλογών, που έρχονται.

Βέβαια, τώρα, υπάρχει το, περίπου, τετραετές παρελθόν της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απολέσει κάθε ριζοσπαστικό στοιχείο και έχει μετατραπεί, σε ένα κλασικό κόμμα νομής της κυβερνητικής εξουσίας, ο πρωθυπουργός, εδώ και καιρό, έχει καταστεί αντιπαθής, σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εμπνέουν, παρά το γεγονός ότι είναι εμφανές ότι έχουν, εκλογικά, υπερσκελίσει, τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ από την άλλη πλευρά το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά έχει μείνει, στην σκιά των πολιτικών εξελίξεων, αφού δεν έχει να προτείνει τίποτε άλλο, εκτός από την συνέχιση της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών, που προτείνει η παρούσα κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία.

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έχει καταστεί, εντελώς, αναξιόπιστη, λέγοντας ότι αποδέχτηκε το τρίτο Μνημόνια, για να "σώσει" την κοινωνία, ενώ είναι σαφές, σε όλους, ότι ψεύδεται, όταν ισχυρίζεται ότι έβγαλε την χώρα, από το καθεστώς των Μνημονίων, το οποίο, όμως, το έχει, με κάποιες ασήμαντες ιδιοτυπίες, παρατείνει, αφού, σε τελική ανάλυση, είναι οι ξένοι δανειστές εκείνοι, οι οποίοι ελέγχουν και αποφασίζουν, για το τί θα γίνει και για το τί δεν θα γίνει και αναλόγως, των, κάθε φορά, συμφερόντων τους, σφίγγουν, ή χαλαρώνουν τα λουριά, στην εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική και στην ελληνική οικονομία.

Το ίδιο αναξιόπιστη είναι και η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, αφού η αιχμή της προεκλογικής προπαγάνδας της εξαντλείται, στην εξαγγελία φοροαπαλλαγών, που υποτίθεται ότι θα τονώσουν την ανάπτυξη και την μείωση των ετήσιων πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων - μαμούθ του 3,5% του ΑΕΠ, την στιγμή που όλα αυτά δεν εξαρτώνται, από την βούληση του οικονομικού επιτελείου της όποιας κυβέρνησης, αλλά από τους ευρωθεσμούς, με τους οποίους έχουν συμφωνηθεί και η τροποποίηση των οποίων θα σημάνει απλώς, την αλλαγή της δοσολογίας του μείγματος της οικονομικής πολιτικής, το οποίο, τελικά, θα πρέπει να δώσει ισοδύναμα αποτελέσματα και να αποπληρώσει το ελληνικό δημόσιο χρέος. 

Ακόμη και ως προς την καταπολέμηση του υποτιθέμενου ως σπάταλου κράτους, η οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας πρόκειται να είναι δραματική, για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αφού η προτεινόμενη μείωση των κρατικών δαπανών, που θα αντισταθμίσουν τις όποιες απώλειες των κρατικών εσόδων, από τις όποιες φοροελαφρύνσεις συμφωνηθούν, με τον E.S.M. και τους ευρωθεσμούς, θα γίνει, με ένα μεγάλο πλήγμα, στην συνταξιοδοτική και την μισθολογική δαπάνη, το οποίο θα πτωχοποιήσει, έτι περαιτέρω, ένα σημαντικότατο κομμάτι του πληθυσμού, που θα πληγεί, από τα μέτρα αυτά, τα οποία, φυσικά, θα πλήξουν και την μικρή και μεσαία εντόπια αγορά, αφού το εισόδημα αυτών των ανθρώπων, κυριολεκτικά, θα χαθεί, για χάρη της αποκαλούμενης "δημοσιονομικής ισορροπίας", η οποία θα ενισχύσει την απορρύθμιση και την ανισορροπία, στην ελληνική οικονομία.

Στην πραγματικότητα, έχει απαξιωθεί όλο το κλασικό αστικό πολιτικό σύστημα, μαζύ με τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού (κυβερνώντα και μη, διότι και το Κ.Κ.Ε. του Δημήτρη Κουτσούμπα αρνούμενο να πρωταγωνιστήσει, στην διαμόρφωση των κυβερνητικών πραγμάτων της χώρας, κατατάσσεται, από ευρέα στρώματα του πληθυσμού, ως ένα κόμμα, χωρίς πρακτική χρησιμότητα - μπορεί αυτή η πεποίθηση των πολιτών να μην είναι, πλήρως, ορθή, αλλά αυτή είναι), ενώ η Χρυσή Αυγή, μετά το βαρύ πλήγμα, που της έδωσε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, μόλις έχει αρχίσει να ανακάμπτει. Και αυτό δεν είναι καλό, για τις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι ψηφοφόροι, που θα προσέλθουν, στις κάλπες, έχουν την απαραίτητη εμπειρία και φυσικά, έτσι όπως προκύπτει από την καταγραφή της μεγάλης έκτασης της πρόθεσης του πληθυσμού της χώρας μας, για αντισυστημική ψήφο, είναι φυσικό να οδηγούμαστε, στο συμπέρασμα ότι τα, εκτός βουλής, κόμματα, που είναι, ή που εμφανίζονται ότι είναι αντισυστημικά, θα έχουν (ή θα μπορούν να αποκτήσουν) την προτίμηση ενός μεγάλου τμήματος των ψηφοφόρων, οι οποίοι φθάνουν, μέχρι και - ή και ξεπερνούν - το 1/3 του εκλογικού σώματος. 

Αλλά όλα αυτά, όσο ευνοϊκά και αν είναι, δεν αρκούν, για να εμφανίσουν την αντισυστημική ψήφο, σε όλο το μέγεθός της και να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων της χώρας. Δεν αρκούν, ούτε και για να στρέψουν αυτή την ψήφο, προς την κατεύθυνση αυτή, που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία, αφού αυτήν την ψήφο προσπαθούν να την υφαρπάξουν μνημονιακοί πολιτικοί, σαν τον Κυριάκο Βελόπουλο, με την Ελληνική Λύση, τον Γιώργο Καρατζαφέρη, με τον ΛΑΟΣ, ή τον Τάκη Μπαλτάκο, πρώην γενικό γραμματέα της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά.

Με αυτά τα δεδομένα, στην παρούσα φάση, αυτό που χρειάζεται, είναι οι κατάλληλες εκλογικές συμμαχίες. Και από αυτές τις εκλογικές συμμαχίες, προς άγρα της αντισυστημικής ψήφου, που, σίγουρα, θα εκφρασθεί, δεν μπορούν να λείψουν όλοι οι χρήσιμοι, από την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, έως το ΜΕΡΑ25 του Γιάννη Βαρουφάκη και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ της Δέσποινας Κουτσούμπα, έστω και αν το κόμμα αυτό διακατέχεται από δογματισμό και δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε ένα ανάλογο εκλογικό εγχείρημα, πλην της επανάληψης της εκλογικής συμμαχίας που έκανε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, με το Ε.Ε.Κ. (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα) του Σάββα Μιχαήλ - αν και αυτός, πλέον δεν είναι γενικός γραμματέας του κόμματος.

Αλλά από το τί πρέπει να γίνει, προκειμένου να μπλοκαρισθεί ο μνημονιακός πολιτικός κόσμος, μέχρι το να γίνει αυτό, που πρέπει να γίνει, οι αποστάσεις είναι πολύ μεγάλες και ο χρόνος μικρός. Και φυσικά, αυτό που πρέπει να γίνει, έχει καθυστερήσει πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να έχει επικρατήσει, επί μακρόν, η σύγχυση και η απογοήτευση, στις τάξεις των ψηφοφόρων, με άμεση και αποκλειστική ευθύνη όλων όσων έχουν καθυστερήσει την δημιουργία αυτής της εκλογικής συνεργασίας. 

Διότι, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεις μια οποιαδήποτε εκλογική συμμαχία την τελευταία στιγμή και να θέλεις να είσαι πειστικός. Δεν θα είσαι. Και δεν θα είσαι, διότι δεν θα έχεις πειστικό πρόγραμμα. Ή και αν έχεις, αυτό δεν θα έχει τον κατάλληλο και τον απαραίτητο χρόνο να επικοινωνηθεί, στο εκλογικό σώμα. Και ιδιαίτερα, σε αυτό το μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων, στους οποίους απευθύνεσαι και οι οποίοι προσανατολίζονται, και μετεωρίζονται, ανάμεσα, στην αντισυστημική ψήφο και στην αποχή, από την ψηφοφορία.

Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να τονίσω ότι όλα είναι, στον αέρα και όλες οι εξελίξεις πιθανές.

Το τί πρόκειται να γίνει, είναι κάτι που μένει να διαπιστωθεί. Μπορεί οι συνθήκες να φαίνονται ότι δεν είναι ευνοϊκές, για την έκφραση της αντισυστημικής ψήφου, όπως θέλουν να εμφανίσουν οι δημοσκοπικές εταιρείες, ο κατεστημένος πολιτικός κόσμος και η "ευρωπαϊστική" ελίτ του τόπου, που επιθυμούν να εξακολουθήσουν να λένε ότι "η τάξη βασιλεύει, στην Αθήνα", υπό τον φόβο των Κίτρινων Γιλέκων της Γαλλίας, τα οποία επιμένουν, στον αγώνα τους, υπονομεύοντας την εξουσία του Emmanuel Macron και της κυβέρνησης του Edouard Philippe

Όμως, δεν είναι έτσι, τα πράγματα. Αυτό, που φαίνεται, είναι, απλώς, το επιφαινόμενο. Κάτω από την επιφάνεια, οι αιτίες, που συντηρούν την φωτιά παραμένουν. Και ανά πάσα στιγμή, αυτή η φωτιά μπορεί να διαρρήξει την λεπτή κρούστα της μνημονιακής τάξης.

Ίδωμεν...


Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Από τον "προλεταριακό διεθνισμό" των εργαζόμενων τάξεων, στον κοσμοπολιτικό διεθνισμό του σύγχρονου γραφειοκρατικού αστισμού. (Μια ματιά, στις αιτίες και στην αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών της εποχής μας).


Η Πρώτη Διεθνής μπορεί και έχει να μας διδάξει πολλά. Και για το μεταναστευτικό. Η σύγχρονη Αριστερά, σε όλες, σχεδόν, τις εκδοχές της το έχει ξεχάσει και παραδέρνει, μέσα στα ιδεολογήματα του κοσμοπολιτικού διεθνισμού των κεφαλαιοκρατικών ελίτ, τον οποίο συγχέει - καθόλου αθώα, αφού η ίδια έχει ενσωματωθεί, ως γραφειοκρατική πολιτική και κοινωνική δύναμη, μέσα στο σύγχρονο καπιταλιστικό φαντασιακό -, με τον παλαιό και εξ αιτίας της, παρεξηγημένο προλεταριακό διεθνισμό. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τα πράγματα...






"Εδώ και λίγο καιρό, οι ραφτεργάτες του Λονδίνου ίδρυσαν μια γενική ομοσπονδία, για να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους, εναντίον των εργοδοτών, που, στην πλειοψηφία τους, είναι μεγαλοκαπιταλιστές. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ανέβουν οι μισθοί ,στα επίπεδα των διαρκώς αυξανομένων τιμών των μέσων επιβίωσης, αλλά και να μπει ένα τέλος, στην υπερβολικά σκληρή μεταχείριση των εργατών, σε αυτόν τον κλάδο της βιομηχανίας.

Οι εργοδότες πίστεψαν ότι θα ματαιώσουν αυτό το σχέδιο, φέρνοντας εργάτες από το Βέλγιο, την Γαλλία, ή την Ελβετία. Πάνω σε αυτό το θέμα, το Κεντρικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης Εργατών δημοσίευσε στις βελγικές, γαλλικές και ελβετικές εφημερίδες, μια προειδοποίηση, η οποία είχε πλήρη επιτυχία. Η μανούβρα των εργοδοτών του Λονδίνου απέτυχε. Αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να ανταποκριθούν στα δίκαια αιτήματα των εργατών. 

Έχοντας ηττηθεί, στην Αγγλία, οι εργοδότες προσπαθούν τώρα να πάρουν αντίμετρα, ξεκινώντας από την Σκωτία. Σαν αποτέλεσμα των όσων συνέβησαν στο Λονδίνο, αναγκάστηκαν, αρχικά και στο Εδιμβούργο, να συμφωνήσουν, σε μια αύξηση μισθών 15%. Την ίδια στιγμή, όμως, μυστικά, έστειλαν, στην Γερμανία, ανθρώπους, για να στρατολογήσουν εργάτες, ειδικά, από τις περιοχές του Αννόβερου και του Μεκλεμβούργου και να τους φέρουν, στο Εδιμβούργο. Η πρώτη ομάδα έχει, ήδη, μεταφερθεί. Ο σκοπός αυτής της εισαγωγής εργατών είναι ίδιος, με την εισαγωγή Ινδών κούληδων στην Τζαμάϊκα, δηλαδή η διατήρηση της δουλείας.

Αν οι εργοδότες του Εδιμβούργου πετύχουν, μέσω της εισαγωγής Γερμανών εργατών, να εξουδετερώσουν τις παραχωρήσεις που, ήδη, έχουν κάνει, αυτό θα έχει, αναπόφευκτα, τον αντίκτυπό του και στην Αγγλία. Και αυτοί, που θα υποφέρουν περισσότερο, θα είναι οι ίδιοι οι Γερμανοί εργάτες, που, στην Μεγάλη Βρετανία, είναι περισσότεροι, από τους εργάτες άλλων εθνών της ηπειρωτικής Ευρώπης. 

Αυτοί οι ίδιοι οι νεοεισαγόμενοι εργάτες, όντας τελείως αβοήθητοι, σε μια ξένη χώρα, θα βυθιστούν, σύντομα, στο επίπεδο ενός παρία. Είναι ζήτημα τιμής, για τους Γερμανούς εργάτες να αποδείξουν, στους εργάτες των υπολοίπων χωρών, ότι και αυτοί, όπως οι αδελφοί τους, στην Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ελβετία, γνωρίζουν πως να υπερασπιστούν τα κοινά συμφέροντα της τάξης τους και δεν θα γίνουν υποτακτικά όργανα του κεφαλαίου, στον αγώνα του, εναντίον της εργατικής τάξης".

Για λογαριασμό του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών.

Καρλ Μαρξ, Λονδίνο 4 Μαΐου 1866.



Ότι οι κοινωνίες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους, ή ότι οδηγούνται, στην υιοθέτηση εσφαλμένων μεθοδολογικών και πρακτικών λύσεων, όσον αφορά την αντιμετώπιση των μαζικών μεταναστευτικών ροών της εποχής μας είναι περισσότερο από βέβαιο. Αλλά οι κοινωνίες αυτές, ως ενιαία σύνολα, που λειτουργούν, κατά πλειοψηφία και κάτω από την επιρροή διάφορων πολιτικών - όπως και άλλης φύσεως - ιδεολογημάτων και ιδεοληψιών, είναι δικαιολογημένες να βρίσκονται σε σύγχυση, όταν αντιμετωπίζουν τα πρακτικά αποτελέσματα αυτών των μεταναστεύσεων και βομβαρδίζονται από την καθεστωτική προπαγάνδα των διάφορων, δεξιών, κεντρώων και αριστερών ελίτ, που τις διοικούν. Πολύ περισσότερο όταν το συγκεκριμένο πρόβλημα διαιωνίζεται, χωρίς να επιλύεται.

Το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών δεν είναι ένα καινούργιο πρόβλημα, στην εποχή του καπιταλισμού. Βέβαια, από ιστορική, άποψη δεν είναι ένα φαινόμενο, που απαντάται, μόνο στην καπιταλιστική εποχή. Κάθε άλλο. Είναι πανάρχαιο πρόβλημα, αλλά εδώ δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε, στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, για να βρούμε λύσεις, στο σύγχρονο πρόβλημα, που αντιμετωπίζουμε. Δεν χρειάζεται εμείς και οι νεώτεροί μας να ανακαλύψουμε, ξανά τον τροχό. Αρκεί να ανατρέξουμε, στο παρελθόν των καπιταλιστικών κοινωνιών, για να αντιληφθούμε, το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει να πράξουμε, ως κοινωνίες, σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα.  

Το παραπάνω κείμενο, που είχε γράψει, το 1866, για λογαριασμό του κεντρικού συμβουλίου της Πρώτης Διεθνούς, ο Karl Marx, δεν είναι ένα θεωρητικό - ούτε και δυσνόητο - κείμενο. Δεν αφορά την θεωρία, για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών της εποχής του, οι οποίες, φυσικά, δεν ήσαν καθόλου τυχαίες και καθόλου αθώες. όπως δεν είναι καθόλου τυχαίες και καθόλου αθώες και οι μεταναστευτικές ροές της σύγχρονης εποχής. (Προφανώς, το, εν λόγω, κείμενο έχει κάποια προβλήματα, όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των μαρξικών διαπιστώσεων, αφού το βιοτικό επίπεδο, στις καπιταλιστικές κοινωνίες ανέβηκε, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές οι προοπτικές, έτσι όπως υλοποιήθηκαν, προέκυψαν, στην πράξη, μέσα και από την ώσμωση των μαρξικών και των εργατιστικών ιδεών, με την καθημερινή πράξη των κινημάτων, που ανδρώθηκαν, μέσα στις καπιταλιστικές κοινωνίες του 19ου αιώνα και ως εκ τούτου, αυτά τα προβλήματα δεν αλλοιώνουν την ορθότητα της μεθοδολογικής κατεύθυνσης της δράσης της Α' Διεθνούς και του Karl Marx. Κάθε άλλο).

Το κείμενο αυτό, που έγραψε ο Karl Marx, αν και μικρό, δεν είναι ένα τυχαίο κείμενο. Είναι ένα κείμενο, το οποίο είναι τεκμηριωμένο και αφορά, λεπτομερειακά, την συγκεκριμένη δράση, για την αντιμετώπιση αυτών των καθοδηγημένων, από τις καπιταλιστικές ελίτ της εποχής του, μεταναστευτικών ροών και περιέχει μια πλήρη ιδεολογική τεκμηρίωση, για την ανάληψη αυτής της συγκεκριμένης δράσης και για τις πρακτικές πολιτικές κατευθύνσεις της.

Αφορά μιαν άλλη εποχή, λένε οι σύγχρονοι μαρξιστές και οι αριστεροί, πάσης φύσεως και προελεύσεως, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι, με αυτό το κείμενο του Karl Marx και με τις περιγραφόμενες δράσεις της Πρώτης Διεθνούς. Προφανώς, αφορά μιαν άλλη εποχή. Αλλά το πρόβλημα είναι το ίδιο. Και το κυριότερο είναι ότι οι άνθρωποι και οι κοινωνικές και πολιτικές ομάδες και τάξεις εκείνης της εποχής είχαν τα μέσα και τους τρόπους να το αντιμετωπίσουν. Σήμερα, δυστυχώς, δεν συμβαίνει αυτό που συνέβαινε τότε, όσον αφορά τις εργαζόμενες τάξεις. 

Ο έμπρακτος προλεταριακός διεθνισμός της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων δεν υπάρχει. Και δεν υπάρχει, επειδή, σήμερα, δεν υπάρχει η αντίστοιχη "Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων". Αν υπήρχε, θα μπορούσε να διαμορφώσει και να συντονίσει τις αντίστοιχες δράσεις, αυτού του είδους. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα της Αριστεράς, όλων των αποχρώσεων. Από την κομμουνιστική, μέχρι την σοσιαλιστική εκδοχή της.

(Υπάρχει, βέβαια, το απομεινάρι της Δεύτερης Διεθνούς, η "Σοσιαλιστική Διεθνής", στην οποία προεδρεύει ο απίθανος ΓΑΠ, αλλά αυτή έχει μετατραπεί, ήδη, από την εποχή του τέλους του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια ένωση πολιτικών γραφειοκρατών και τίποτε περισσότερο, χωρίς εργατικό προσανατολισμό, έχοντας αποβάλει κάθε εργατικό και εργατιστικό χαρακτήρα).

Αλλά, εάν δεν υπάρχει, ως έμπρακτη δύναμη, ο προλεταριακός διεθνισμός, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο κλασικός διεθνισμός του κεφαλαιοκρατικού κόσμου, ο οποίος, πλέον, έχει μετατραπεί, στον κοσμοπολιτικό διεθνισμό του σύγχρονου γραφειοκρατικού αστισμού, που συμπεριλαμβάνει τους παλαιούς αστούς και την γραφειοκρατική τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων, στις οποίες οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν τον πρώτο λόγο.

Όπως είπαμε, οι μαζικές μεταναστευτικές ροές της εποχής μας δεν είναι τυχαίες, όπως δεν ήσαν τυχαίες και οι μεταναστευτικές ροές του κοντινότερου και του πιο απόμακρου παρελθόντος. Οι σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές ελίτ, οι οποίες προέκυψαν, από την ίδια την συσσώρευση, την συγκέντρωση και την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και οδήγησαν φυσιολογικότατα, στην δημιουργία των σύγχρονων τεράστιων επιχειρήσεων και στην δομική διοικητική γραφειοκρατικοποίησή τους, μέσα από την κυριαρχία του στρώματος των μεγάλων διοικητικών στελεχών, στο οποίο ενσωματώνονται και οι παλαιοί καπιταλιστές (όταν αυτοί υφίστανται, ως μονάδες), εξακολουθούν, όπως και οι παλαιοί καπιταλιστές να επιθυμούν και να προωθούν, εμπράκτως, την μαζική μετανάστευση, στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Και αυτό το πράττουν, προκειμένου να επιτύχουν την μαζική μείωση του εργατικού κόστους, σε κάθε τομέα δραστηριότητας, με την δημιουργία ενός τεράστιου δυναμικού, δηλαδή του αποκαλούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού ανέργων και ημιαπασχολουμένων. 

Δεν αποτελεί κάτι το νέο αυτή η συνειδητή και οργανωμένη καπιταλιστική επιδίωξη. Όπως είναι γνωστό, από παλιά, η υπερκοσμία, σε έναν γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο, ρίχνει τους μισθούς και τα μεροκάματα. Αυτή ήταν, πάντοτε, η αλήθεια, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως και στις κοινωνίες, εντός των οποίων ασκούνταν και καπιταλιστικές δραστηριότητες. Ο υπερπληθυσμός φέρνει τον ανταγωνισμό, για τις δουλειές και φθηναίνει το κόστος των παραγόμενων προϊόντων.

Οι τεράστιες μεταφορές αυτού του εργατικού δυναμικού, από τις χώρες της αποικιακής καταστροφής και της εγκατάλειψης των χωρών αυτών, στην κακή τύχη τους (η οποία συμπεριλαμβάνει και πολέμους, τους οποίους, σκοπίμως, διεξάγουν οι σύγχρονες υπερδυνάμεις, επιδιώκοντας και αποδεχόμενες τα αποτελέσματά τους, ως προς την αύξηση και την διόγκωση των μεταναστευτικών ροών), αποτελούν ένα σαφέστατο και αναμφισβήτητο παρακολούθημα των επιδιώξεων των σύγχρονων καπιταλιστικών ελίτ, όπως επιδιωκόμενη είναι και η πρόκληση των συμφορών, στους πληθυσμούς των χωρών αυτών, που επενεργούν έτσι ώστε αυτές οι μεταναστευτικές ροές να πραγματοποιηθούν και να διογκώσουν τον εφεδρικό βιομηχανικό - και λοιπό - στρατό, στις αναπτυγμένες οικονομίες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού της εποχής μας.

Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα, που οι κοινωνίες της εποχής μας έχουν να αντιμετωπίσουν και την οποία θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν, όσο η ανθρωπότητα θα βρίσκεται, μέσα στον κλοιό της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. 

Παλαιά, στον 19ο και στον 20ο αιώνα, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, που κατέρρευσε ο "υπαρκτός σοσιαλισμός", υπήρχαν οι Διεθνείς Πρώτη, η Δεύτερη και η Τρίτη), αλλά και ο φόβος του κομμουνισμού, που εκπορευόταν από την ύπαρξη της "Σοβιετικής Ένωσης", όπως και η άνοδος των εθνικισμών, που είχαν ανακόψει την διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. 

Τώρα δεν υπάρχει τίποτε από όλα αυτά. Έμειναν τα ερείπια όλων τους, με αποτέλεσμα οι σύγχρονες κοσμοπολιτικές γραφειοκρατικές καπιταλιστικές ελίτ και τα πολιτικά τους φερέφωνα, να επαναφέρουν, μαζύ με την παγκοσμιοποίηση και την χαώδη μεταφορά του εφεδρικού εργατικού δυναμικού, από τις χώρες των διάφορων ζωνών καταστροφής, είτε είναι η Αφρική, είτε η Μέση Ανατολή, είτε η κεντροδυτική Ασία, στην Ευρώπη, ή στις άλλες αναπτυγμένες χώρες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Και αν οι ελίτ επιδιώκουν να φέρνουν - και φέρνουν -, χωρίς σταματημό και κατά μάζες, μετανάστες και πρόσφυγες (δηλαδή μετανάστες, τους οποίους οι Δυτικοί, προηγουμένως, προσφυγοποίησαν, με κλασικό παράδειγμα τους Σύρους, οι οποίοι, εάν δεν γινόταν ο μεθοδευμένος πόλεμος, δεν θα προσφυγοποιούνταν), στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι εργαζόμενες τάξεις των χωρών υποδοχής δεν έχουν τα μέσα και τον τρόπο να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, που διαμορφώνεται, από αυτή την έλευση των δεκάδων και των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών.

Εδώ, είναι, όπως είπαμε, η τεράστια ευθύνη της, πάσης φύσεως, Αριστεράς. Οι εργαζόμενες τάξεις δεν έχουν τα μέσα και τους τρόπους να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτής της χαοτικής παγκοσμιοποίησης, επειδή τα εργατικά συνδικάτα δεν έχουν μια παγκόσμια υπόσταση, ούτως ώστε να δώσουν τις πρέπουσες απαντήσεις, στην παγκοσμιοποιημένη υπόσταση των καπιταλιστικών ελίτ. Αυτή είναι η αλήθεια.

Και εδώ είναι που χρειάζεται να επανέλθουμε, στο κείμενο του Karl Marx και της Πρώτης Διεθνούς. Τότε υπήρχε η Διεθνής, ως μια ένωση των εργαζόμενων τάξεων, η ενεργός γραφειοκρατία της οποίας έδινε τις κατάλληλες κατευθύνσεις και προέβαινε, στον κατάλληλο συντονισμό, ούτως, ώστε να αποκρουστούν οι οργανωμένες μεταναστευτικές ροές, τις οποίες ανέπτυσσαν οι συντονισμένοι καπιταλιστές εργοδότες, που τις οργάνωναν, ακριβώς, επειδή, ήθελαν, να "σπάσουν" τις εργατικές αντιστάσεις, στις χώρες υποδοχής και να μειώσουν, δραστικά, το εργατικό κόστος.

Τώρα, όλες οι εκδοχές της διεθνούς Αριστεράς έχουν καταφέρει να μην υπάρχει τίποτε. Να μην υπάρχει κανένας κοινωνικός, ή, έστω, γραφειοκρατικός μηχανισμός αντίστασης των εργαζόμενων τάξεων, στις χώρες υποδοχής. Και - το κυριότερο - η διεθνής Αριστερά κατάφερε, εν μέσω παγκοσμιοποίησης, να μην υπάρχει κανένας μηχανισμός συγκράτησης αυτών των ανθρώπων, που μεταναστεύουν, στις χώρες προέλευσής τους. Και τούτο συμβαίνει, επειδή η, πάσης φύσεως, Αριστερά αρνήθηκε να διατηρήσει και να ανασυγκροτήσει αυτούς τους μηχανισμούς, σαν την Διεθνή των Εργαζομένων της εποχής του Karl Marx, που θα μπορούσαν να ανασχέσουν αυτή την χαοτική μετακίνηση των μεταναστευτικών πληθυσμών, προς όφελος και των δύο πλευρών. Και των εργαζόμενων τάξεων των χωρών υποδοχής, αλλά και εκείνων των χωρών προέλευσης.

Έτσι, συγκροτείται, στην πράξη και υλοποιείται ο προλεταριακός διεθνισμός, για τον οποίον μιλούσαν οι παλαιοί εργατικοί ακτιβιστές και οι συνδικαλιστές όλων των τάσεων - ακόμη και των συντηρητικών.

Από εκεί και πέρα, όλα τα άλλα είναι θεωρητικά φληναφήματα και συγχύσεις, που σκοπίμως, απευθύνονται, στον συναισθηματικό κόσμο και στα αισθήματα αλληλεγγύης των πληθυσμών, που υφίστανται τα δυσμενή αποτελέσματα των ανεξέλεγκτων μεταναστευτικών ροών, οι οποίες συμβάλλουν και αυτές, σημαντικά, στην πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων τάξεων των χωρών υποδοχής. 

Αυτού του είδους οι στάσεις των διαφόρων τάσεων της διεθνούς Αριστεράς, οι οποίες αρνούνται να δουν αυτό, που στην, πράξη, συμβαίνει και να διεκδικήσουν να πραγματοποιηθεί αυτό, που πρέπει να γίνει, δεν κάνουν τίποτε άλλο, από το να ταυτίζουν τον κοσμοπολιτικό διεθνισμό των σύγχρονων γραφειοκρατικών καπιταλιστικών ελίτ, με τον απαραίτητο διεθνισμό των εργαζόμενων τάξεων - τον προλεταριακό διεθνισμό των εργατικών κοινωνιστών, πριν αυτός ο όρος παύσει να σημαίνει αυτό, που τότε σήμαινε και πριν αυτός ο όρος εργαλειοποιηθεί, από τους κομμουνιστές της σταλινικής εποχής, οπότε ουσιαστικά, σήμαινε τον έμπρακτο γραφειοκρατικό διεθνισμό, προς τα συμφέροντα της κάστας, που διοικούσε την "Ε.Σ.Σ.Δ." και την Κομμουνιστική Διεθνή

Αυτό, που πρέπει να γίνει, είναι να αναχαιτισθούν και να ελεγχθούν οι μεταναστευτικές ροές, στις αναπτυγμένες χώρες του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. 




Μετανάστες, σε άσχημες συνθήκες...




Οι καπιταλιστικές ελίτ πρέπει να πιεσθούν και να υποχρεωθούν να σταματήσουν να επιδιώκουν την μαζική, χαοτική και ανεξέλεγκτη μετανάστευση και παράλληλα, πρέπει να ενθαρρυνθούν οι μετανάστες να παραμείνουν και να επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους. Αυτό φυσικά, σημαίνει ότι το εργατικό κόστος, στις χώρες υποδοχής, πρέπει να μείνει υψηλό και παράλληλα, να ενισχυθούν οι επενδύσεις, στις χώρες προέλευσης.

Αυτό σημαίνει, ακόμη, ότι οι μεταναστευτικές ροές πρέπει να περιορισθούν, στα πλαίσια της πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και οι μεταναστεύσεις να γίνονται, όταν το υπάρχον εργατικό δυναμικό, με το συγκεκριμένο βιοτικό επίπεδο, που έχει διαμορφωθεί, σε κάθε χώρα, ως αποτέλεσμα των εσωτερικών κοινωνικών αγώνων, δεν επαρκεί και πάντοτε, αναλόγως των συσχετισμών δυνάμεων, που ισχύουν, εντός των χωρών αυτών. 

Ως εκ τούτου, η ουσιαστική μελέτη των παλαιών αγώνων των εργαζόμενων τάξεων, στην καπιταλιστική Ευρώπη και οι επιτυχίες τους, έτσι όπως περιγράφονται, στο κείμενο, που συνέγραψε ο Karl Marx και το οποίο έχει μείνει, ως ντοκουμέντο της Πρώτης Διεθνούς, έχει κεφαλαιώδη σημασία, προκειμένου να μην συγχέεται ο διεθνισμός των εργαζόμενων τάξεων, με τον κοσμοπολιτικό διεθνισμό των γραφειοκρατικών καπιταλιστικών τάξεων και για να μπορεί να οικοδομηθεί μια ουσιαστική και πρακτική διεθνιστική αλληλεγγύη, στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι πρέπει να παραμείνουν και να ανορθώσουν τις χώρες τους.

Παρά τα όσα, περί του αντιθέτου, λέγονται, αυτό είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί μπορούν να ανορθώσουν τις χώρες τους. Τα παραδείγματα της Κίνας, αλλά και (πολύ λιγότερο) της Ινδίας, όπως και των αραβικών χωρών - πριν από τους πολέμους, που ξεκίνησαν, στην δεκαετία του 1990 και ενδυναμώθηκαν, από την δεκαετία του 2000 και μετά - δείχνουν ότι αυτό είναι δυνατό, αρκεί να ενθαρρυνθούν και να ακολουθηθούν πολιτικές πλήρους απασχόλησης, μαζύ με τον περιορισμό και τον έλεγχο των παγκοσμιοποιητικών διαδικασιών.

Φυσικά, αυτή η παγκόσμια κοινωνική μηχανική, που πρέπει να ξεκινήσει, από τις καπιταλιστικές χώρες και να θέσει, υπό έλεγχο, τις επιδιώξεις και τα έργα των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων, έχει τις δυσκολίες της. Αυτές οι δυσκολίες, βέβαια, είναι μεγάλες. Πολύ μεγάλες.

Το εγχείρημα αυτό, όμως, δεν είναι ακατόρθωτο. 

Κάθε άλλο. Θα πάρει πολύ χρόνο, αλλά είναι επιτεύξιμο... 
  

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

1-8/2/2019 Δημοσκόπηση Kappa Research : Η αντισυστημική ψήφος είναι εδώ. (Συμφέρει την κυβέρνηση να διεξαγάγει τις βουλευτικές εκλογές, μαζύ με τις ευρωεκλογές);





Ο χορός των δημοσκοπήσεων, εν όψει των επερχόμενων ευρωεκλογών (που πιθανόν είναι να συνοδευτούν από τις βουλευτικές εκλογές, αν και αυτό είναι, εξαιρετικά, αβέβαιο) έχει, ήδη, αρχίσει. Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, οι δημοσκοπήσεις δεν γίνονται, στο κενό και δεν είναι αθώες. Οι δημοσκόποι θέλουν να ισχυρίζονται ότι αυτές είναι απλές φωτογραφίες μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Φυσικά, δεν είναι απλές φωτογραφίες. Και όταν είναι φωτωγραφίες, σημασία έχει η οπτική γωνία, από την οποία τραβιούνται, όπως επίσης, ακόμη, μεγαλύτερη σημασία έχει το retouche, το οποίο υφίστανται.

Ως εκ τούτου, οι δημοσκοπήσεις αποτελούν μέρος του προπαγανδιστικού μηχανισμού των διάφορων κομματικών επιτελείων και των μεγαλοσχημόνων "χορηγών" τους, που θέλουν να κατευθύνουν το εκλογικό σώμα, προς συγκεκριμένες επιλογές ψήφου, οι οποίες ενδυναμώνουν την κάλπη των υποστηριζόμενων κομμάτων και αποδυναμώνουν την κάλπη των αντιπάλων. Και φυσικά, αυτό συμβαίνει, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν οι συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις, που δημοσίως, παρουσιάζονται, τυχαίνει να καταγράφουν μια πραγματική κατάσταση, που επικρατεί, στις τάξεις των ψηφοφόρων.

Η δημοσκόπηση της Kappa Research, που παρουσιάζω, εδώ, πραγματοποιήθηκε, μέσα στον Φεβρουάριο (1-8/2/2019) εμφανίζει έναν, εξαιρετικά, ασθενή και ασταθή δικομματισμό, χωρίς ευοίωνο μέλλον, όπως, επίσης και μια μεγάλη δυναμική της λεγόμενης αντισυστημικής ψήφου, με αντίστοιχη δυναμική παρουσία των μικρών κομμάτων, όσον αφορά τις υποτιθέμενες, ως επικρατούσες τάσεις του ρευστού εκλογικού σώματος, για τις ευρωεκλογές.

Ως εκκίνηση αυτή η εικόνα είναι δυσμενής, για την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι είναι πολύ δυσμενής, αφού η πρόθεση ψήφου, υπέρ αυτών των κομμάτων, όπως και η δυνητική επιρροή τους, έτσι όπως προκύπτει, από τους παραπάνω πίνακες εμφανίζεται, εξαιρετικά, ασθενής και έντονα προβληματική. 

Τα ποσοστά του 24,2% και 40%, για την Νέα Δημοκρατία και αντίστοιχα, 20,2% και 34%, για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι συρρικνωμένα, ως προς την πρόθεση ψήφου και περιορισμένα, ως προς την δυναμική της εκλογικής τους επιρροής και της δυνατότητάς τους να αυξήσουν τις ψήφους και αντίστοιχα, τα ποσοστά τους, επί των τελικών αποτελεσμάτων της κάλπης της 26/5/2019.

Φυσικά και αυτή η δημοσκόπηση δεν είναι αθώα, έστω και αν υποθέσουμε ότι είναι μία, όσο το δυνατόν, ακριβής καταγραφή των τάσεων, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα. Δεν δημοσιεύεται τυχαία και δεν αφορά επιστημονικούς σκοπούς. Είναι μια πληρωμένη δημοσκόπηση, η οποία, πιθανότατα, έχει υποστεί το όποιο retouche χρειάστηκε να υποστεί και παρουσιάζεται, στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους στόχους εκείνων, που ενδιαφέρθηκαν και πλήρωσαν, για να πραγματοποιηθεί. Και επίσης φυσικά, αυτή η δημοσκόπηση είναι μια φωτογραφία της στιγμής, μέσα σε μια σειρά, σε ένα puzzle αντίστοιχων φωτογραφιών, που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και έχουν μείνει στα γραφεία του επιτελείου, που τις έχουν παραγγείλει.

Με δεδομένο το γεγονός ότι αυτή η δημοσκόπηση δημοσιεύτηκε, στην εφημερίδα "Εθνος", η οποία πρόσκειται, στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι προφανές ότι αυτή η δημοσιοποίηση εντάσσεται, στην προεκλογική εκστρατεία του κυβερνητικού κόμματος (και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, πλέον, λειτουργεί, ως μονοκομματική κυβέρνηση), η οποία προσπαθεί, τώρα που είναι αρχή, να προσγειώσει την κοινωνία, σε μια πραγματικότητα, η οποία υποτίθεται ότι λέει πως δεν υπάρχουν οι τεράστιες διαφορές, τις οποίες, κατά καιρούς και συχνότατα, παρουσιάζουν, μια σειρά από άλλες δημοσκοπικές εταιρείες, εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια.

Ένα δεύτερο - και όχι ασήμαντο - μήνυμα, που θέλει να περάσει το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι οι ευρωεκλογές είναι αυτές που θα διεξαχθούν τον Μάϊο και όχι οι εθνικές εκλογές. Βέβαια, το μήνυμα αυτό παραμένει αμφισβητήσιμο, αλλά, όπως θα αναφέρω παρακάτω, έχει μια λογική βάση, η οποία προκύπτει, από την ίδια την δυναμική της κατάστασης, που επικρατεί, στο εκλογικό σώμα, έτσι, όπως καταγράφεται και περιγράφεται, χωρίς περιστροφές, σε αυτή την δημοσκόπηση, για πρώτη φορά, έως τώρα.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως, ακόμη να το σκέπτεται, αλλά φαίνεται ότι προσανατολίζεται, στο να μην διεξαγάγει βουλευτικές εκλογές, μαζύ με τις ευρωεκλογές και τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και να εξαντλήσει την θητεία της παρούσας βουλής. Η κοινή διεξαγωγή όλων αυτών των εκλογικών αναμετρήσεων, ίσως να εκτιμάται (και κατά την γνώμη μου, εάν εκτιμάται, ορθώς, εκτιμάται) ότι θα λειτουργήσει, εις βάρος των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές. Ως εκ τούτου, εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, που φαίνεται να συμβαίνει, τότε, οι βουλευτικές εκλογές μπορούν να περιμένουν, για τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, ή Οκτώβριο.

Αυτά είναι που σκέπτεται και αυτοί είναι οι στόχοι της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Με την δημοσκόπηση αυτή της Kappa Research, το εκλογικό επιτελείο της κυβέρνησης - ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και ο Κώστας Πουλάκης - θέλει να καταρρίψει όλη αυτή την δημοσκοπική και την πολιτική φιλολογία, που έχει αναπτυχθεί, κατά την διάρκεια των προηγούμενων ετών και η οποία παρουσιάζει την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη να προηγείται, στις βουλευτικές εκλογές, με μεγάλη άνεση, από τον ΣΥΡΙΖΑ, με τέτοιες διαφορές, οι οποίες υποτίθεται ότι φθάνουν, σε διψήφιους αριθμούς.

Η ευκαιρία των ευρωεκλογών, με την λεγόμενη χαλαρότητα της ψήφου, αλλά και με δεδομένη την έντονη αντισυστημική διάθεση του εκλογικού σώματος (αφού, παρά τα όσα λέγονται, οι αιτίες, για την αντισυστημική και αντικαθεστωτική ψήφο του πληθυσμού παραμένουν ενεργές), αλλά, προφανώς και οι καταγραφές, που προκύπτουν, από τις μετρήσεις της συγκεκριμένης δημοσκοπικής εταιρείας, δίνουν την δυνατότητα, στο εκλογικό επιτελείο του κυβερνώντος κόμματος, να εκκινήσει το δικό του προεκλογικό αφήγημα, με την κατάρριψη του επιχειρήματος της άνετης πρωτιάς και νίκης της Νέας Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας ότι η απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα, είναι σχετικά, μικρή και μάλιστα, σε επίπεδα τέτοια, που η απόσταση αυτή μπορεί να μικρύνει. Ακόμη, μάλιστα και να ανατραπεί - αν όχι στις ευρωεκλογές -, στις βουλευτικές εκλογές. Αρκεί, βέβαια, οι τελευταίες να γίνουν, μετά τις ευρωεκλογές.


Σε αυτή την καταγραφή της αντισυστημικής ψήφου, στις ευρωεκλογές, την οποία κάνει η Kappa Research, έχω την γνώμη ότι η εταιρεία δεν σφάλλει. Προσωπική μου πεποίθηση ήταν, πάντοτε, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, ότι η αντισυστημική ψήφος ήταν παρούσα, αν και ανενεργή, αφού δεν καταγράφηκε, σε εκείνες τις εκλογές, λόγω της τεράστιας αποχής, από την ψηφοφορία, η οποία έφθασε, στο 43,43% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Όμως, η ανυπαρξία των απαραίτητων εναυσμάτων, όλα αυτά τα 4 χρόνια, που πέρασαν, έδωσε την δυνατότητα, στην κυβέρνηση, στο πολιτικό σύστημα και στους προπαγανδιστικούς τους μηχανισμούς, να εμφανίσουν, ως εξανεμισμένη και ανύπαρκτη, την αντισυστημική ψήφο. 

Δεν είναι έτσι τα πράγματα. 

Η αντισυστημική ψήφος υπάρχει, αφού, όπως προανέφερα, οι αιτίες της ύπαρξής της ήσαν, είναι και θα παραμείνουν, επί μακρόν, ζωντανές.

Μπορεί, στην παρούσα φάση, η - με μέτρο - εμφάνισή της να εξυπηρετεί την εκλογική καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ (και προφανώς, την εξυπηρετεί), αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία υφίστανται, ανεξαρτήτως των όποιων προθέσεων και των σκοπιμοτήτων των διάφορων επιτελείων.

Έτσι, η συγκεκριμένη έρευνα, η οποία παρουσιάζει μια πρόθεση ψήφου, για τις ευρωεκλογές, που περιέχει ένα ποσοστό 18,3% ψηφοφόρων, που θα απέχουν, θα ψηφίσουν λευκό, ή άκυρο και που είναι αναποφάσιστοι (εκ των οποίων το 5,7% θα απέχουν από την ψηφοφορία, το 1,4% θα ψηφίσουν λευκό-άκυρο και το 11,2 είναι αναποφάσιστοι), έχει καταμετρήσει, παράλληλα, ότι το 40% των ψηφοφόρων προσανατολίζεται να ρίξει αντισυστημική ψήφο, στην κάλπη, έχει σημαντική απήχηση, στην πραγματική κατάσταση, που επικρατεί, στις τάξεις του ελληνικού εκλογικού σώματος.

Προσωπική μου γνώμη είναι ότι αυτό το παρουσιαζόμενο, από την εταιρεία, ποσοστό των ψηφοφόρων, που κατευθύνονται, από προς την αντισυστημική ψήφο, είναι μεγαλύτερο, από το 40%. Υπό ομαλές συνθήκες (που πρέπει να ξέρουμε, όμως, ότι ουδέποτε θα υπάρξουν) και αφού ληφθεί υπόψη η διαπίστωση του δημοσκοπικού αναλυτή της εταιρείας, ότι τα πτωχά και πιεζόμενα από την οικονομική κρίση στρώματα της κοινωνίας, προσανατολίζονται, προς την αντισυστημική ψήφο, το πραγματικό ποσοστό της ψήφου αυτής αθροίζεται, στο 65% του εκλογικού σώματος και αντιστοιχίζεται, σε έναν πολύ σημαντικό βαθμό, με το ποσοστό και των αριθμό ψήφων, που συγκέντρωσε το ΟΧΙ, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015. 

Όμως, ακόμη και αν ξεπεράσουμε, ως εικασία, αυτή την διαπίστωση, που κάνω και αν μείνουμε, στο 40% της αντισυστημικής ψήφου, που παρουσιάζει η δημοσκόπηση της Kappa Reasearch, η καταγραφόμενη  κατάσταση, για τα κόμματα του ελαφρού δικομματισμού, που ξεπήδησε, μετά τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012, δεν είναι, καθόλου, ευχάριστη.

Αυτό που προκύπτει, μέσα από την προσεκτική εξέταση των δεδομένων της έρευνας (το 1/3 των ψηφοφόρων λένε ότι προτίθενται να ψηφίσουν κόμματα, που είναι κάτω από το όριο του 3%), είναι ότι η διασπορά της ψήφου, τα μικρά κόμματα και ο εκτεταμένος πολυκομματισμός, με σοβαρά, σοβαροφανή και φαιδρά κόμματα, έχουν μέλλον, στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Και αυτό θα συμβαίνει, όσο αυτή παραμένει να είναι ριγμένη στο βαθύ πηγάδι της ευρωζώνης και της συνακόλουθης μακρόσυρτης οικονομικής κρίσης, στην οποία η ελληνική κοινωνία έχει περιέλθει, μετά την χρεωκοπία του 2010.

Πράγματι, εάν εξετάσουμε το εύρος της δυνητικής ψήφου, σε συνδυασμό, με την πρόθεση ψήφου και την εμφανιζόμενη ως ευρύτερη αποχή των ψηφοφόρων, από τις ευρωεκλογές (7,1%, διότι εδώ περιλαμβάνεται και η άκυρη και η λευκή ψήφος, αφού αυτές δεν καταμετρώνται, στο τελικό αποτέλεσμα της κάλπης, όπως και με συμβαίνει και με αυτήν που καταγράφεται ως συμβατική αποχή) και της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, τα ποσοστά των δύο αυτών κομμάτων δεν φαίνεται να ανεβαίνουν πολύ, αφού η Ν.Δ. μόλις, θα καταφέρει να ανέβει, στο 26,03%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, με την σειρά του, ανεβαίνει, με το στανιό, στο 21,63%, ελπίζοντας, σε μια οποιαδήποτε, παραπάνω άνοδο των ποσοστών τους, από την δεξαμενή του 11,2% αυτών, που, στην παρούσα δημοσκόπηση, δηλώνουν αναποφάσιστοι.

Δυστυχώς, όμως, για τα δύο κόμματα του ελαφρού δικομματισμού, οι τωρινοί αναποφάσιστοι, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, δεν προβλέπεται να στραφούν προς αυτά. Ίσως, ο ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να πάρει κάτι τι, παραπάνω, από αυτήν την δεξαμενή των ψηφοφόρων, από ό,τι πάρει η Νέα Δημοκρατία. Αλλά και αυτό το κάτι παραπάνω θα είναι ελάχιστο και δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει, δραματικά, τα δεδομένα.  

Μάλιστα, εάν τολμήσω να κάνω μια προβολή αυτών των ποσοστών και να προβλέψω το πώς θα ψήφιζε το ίδιο εκλογικό σώμα - έτσι όπως αυτό απεικονίζεται στην δημοσκόπηση της Kappa Research, λαμβανομένης υπόψη της καταγραφής του ισχυρισμού των ερωτηθέντων ότι, σε ποσοστό 26%, προτίθενται, στις βουλευτικές εκλογές, να ψηφίσουν διαφορετικά, από ό,τι ψήφισαν, στις ευρωεκλογές -, εάν οι εκλογές ήσαν εθνικές και όχι ευρωεκλογές, τότε, τα πράγματα, για τα δύο κόμματα θα ήσαν, επίσης, άσχημα. Η Νέα Δημοκρατία, πιθανώς, θα έφθανε κάπου, στο 32,8% και ο ΣΥΡΙΖΑ, πιθανώς, κάπου, στο 27,2%.

Όμως, όλα αυτά είναι σχετικά. Πολύ σχετικά, διότι δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της αποχής, από τις κάλπες. Λέγεται, βέβαια, ότι η αποχή θα είναι μικρότερη από την αποχή τον βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, που έφθασε, όπως είπαμε, στο 43,43% (4.274.230 ψηφοφόροι). Λέγεται ότι θα φθάσει, στο επίπεδο των ευρωεκλογών της 25/5/2014, που έφθασε, στο 40,67% (4.072.198 ψηφοφόροι), ή και ότι και θα μικρύνει, λόγω των παράλληλων ψηφοφοριών, για τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές.

Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο; Μπορεί. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αποχή θα είναι δυνατόν να περιορισθεί, λόγω της πρόθεσης, για αντισυστημική ψήφο, αλλά στις ευρωεκλογές είναι δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο, δεδομένης της μεγάλης απογοήτευσης, που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία, εξ αιτίας της πολλαπλής κοροϊδίας, που υπέστη, από τις ψευδείς υποσχέσεις των συριζαίων, με την προσχώρησή τους, στο μνημονιακό στρατόπεδο και από το αδιέξοδο των πολιτικών που ακολουθούν και προτείνουν η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, αφού και τα τρία αυτά μνημονιακά κόμματα, προτείνουν τα ίδια πράγματα και είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν την κλασική μνημονιακή πολιτική, που κατέστρεψε την ελληνική οικονομία

Όμως, η χρονική σύμπτωση των ευρωεκλογών, με τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές, πιθανώς, θα φέρουν έναν κόσμο, στις κάλπες, λόγω του τοπικού ενδιαφέροντος και των πολλών υποψηφίων, των συγγενών, των φίλων και των γνωστών τους, που - υποτίθεται και αναμένεται ότι - θα κινητοποιηθούν, για τις τοπικές εκλογές. Έτσι, υποτίθεται και αναμένεται, επίσης, ότι θα ευνοηθεί και η προσέλευση των ψηφοφόρων, στις κάλπες των ευρωεκλογών.

Το ίδιο επιχείρημα - δηλαδή η μεγαλύτερη προσέλευση των ψηφοφόρων, στις κάλπες - προβάλλεται και για την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, μαζύ με τις ευρωεκλογές. Υποτίθεται και αναμένεται ότι αυτοί που θα ψηφίσουν, στις κάλπες των ευρωεκλογών και των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, θα προσέλθουν, επ' ευκαιρία και αναγκαστικά και στις κάλπες, που θα αφορούν τις βουλευτικές εκλογές και οι οποίες θα είναι δίπλα, σε όλες τις άλλες.

Καλά όλα αυτά και μάλιστα έχουν μια αξιοπρόσεκτη βάση. Αλλά εδώ γεννάται ένα πολύ σημαντικό ερώτημα :

Συμφέρει τον ΣΥΡΙΖΑ η προσέλευση των ψηφοφόρων, στην κάλπη των βουλευτικών εκλογών, που είναι και οι κομβικές εκλογές, στην ελληνική πολιτική σκηνή, αφού αυτή η κάλπη αναδεικνύει την κυβέρνηση;

Από όσα, μέχρι τώρα, είπαμε, γίνεται κατανοητό ότι δεν συμφέρει, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ η αυξημένη  προσέλευση των ψηφοφόρων, στην κάλπη. Διότι αυτή η αυξημένη προσέλευση θα αφορά τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, οι οποίοι, εάν προσέλθουν, στις κάλπες, δεν θα ψηφίσουν τα συστημικά κόμματα. Θα ρίξουν, στις κάλπες, αντισυστημικά ψηφοδέλτια και θα φέρουν, μέσα στο Κοινοβούλιο, δυνάμεις, οι οποίες θα είναι ανταγωνιστικές, στο κυβερνητικό κόμμα, όπως φαίνεται, από τον πίνακα με την δυνητική επιρροή των κομμάτων, στις ευρωεκλογές. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό η κυβέρνηση να διεξαγάγει τις βουλευτικές εκλογές, στο τέλος της τετραετίας. 

Αξιοσημείωτη είναι η δυνητική επιρροή της Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που δεν έχει τον δεμένο και υπαρκτό, στην ακτιβιστική κοινωνική δράση κομματικό μηχανισμό της κομμουνιστικής προέλευσης ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη. Αυτό το 17%, που λαμβάνει η Πλεύση Ελευθερίας, έναντι του 13% της ΛΑΕ, μαζί με το 1,2% (και παρά το 1,4% της ΛΑΕ, στην πρόθεση ψήφου, το οποίο, ως ποσοστό, είναι πολύ μικρό, σε σχέση με την δράση του κόμματος αυτού), δείχνει ότι, πέραν την ακτινοβολίας της αρχηγού του κόμματος, είναι και η μη προσήλωσή της σε αριστερούς, ή άλλης φύσεως δογματισμούς, στους οποίους έχει εγκλωβισθεί η ΛΑΕ, την ίδια στιγμή, που η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ έχει τρώσει βαθύτατα και έχει απαξιώσει την έννοια της αριστεράς, στην ελληνική κοινωνία. 

Επίσης, αξιοσημείωτη είναι και η δυνητική επιρροή του ΜΕΡΑ25 του Γιάννη Βαρουφάκη. Αυτό το 17%, που λαμβάνει το ΜΕΡΑ25 και το 1,1%, στην πρόθεση ψήφου, παρά την ουσιαστική ανυπαρξία δράσης αυτού του κόμματος, που τώρα έχει αρχίσει να συγκροτεί μηχανισμό και να κινητοποιείται, στην κοινωνία, προφανώς, οφείλεται, στον πρώην υπουργό Οικονομικών της "ηρωϊκής" περιόδου της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015. Οφείλεται, όμως και στο γεγονός ότι και αυτός δεν εγκλωβίστηκε, στα στενά πλαίσια της σταλινογενούς νοοτροπίας των παλαιών κνιτών και των μαοϊκών της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των λοιπών γκρουπούσκουλων της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς.

Φυσικά, δεν μπορεί να μην σημειωθεί, ως αξιοπρόσεκτη και η δυνητική επιρροή της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου, αφού αυτό το 15%, στην δυνητική επιρροή και πολύ περισσότερο το 2,9%, στην πρόθεση ψήφου, δείχνει την πολύ μεγάλη δουλειά, που έχει κάνει ο Βελόπουλος, όχι, με έναν, παραδοσιακού τύπου, κομματικό μηχανισμό, αλλά με ένα εκτεταμένο δίκτυο εκπομπών τηλεπωλήσεων, που συνδυάζονται με πολιτικές αναλύσεις και διαφήμιση του κόμματός του και των εκδηλώσεών του, σε όλα, περίπου, τα περιφερειακά κανάλια της χώρας και το οποίο δίκτυο, πιθανώς, βοηθείται από ποικίλα και αλλότρια κέντρα.

Και για να μην εξαντληθούμε, στην περιπτωσιολογία όλων των μικρών κομμάτων, που έχουν μια κάποια σημαντική κομματική επιρροή, η οποία φθάνει, στο 8%, πρέπει να σημειώσω ότι όλα αυτά τα κόμματα (πολύ περισσότερο, μάλιστα ένα κάνουν τις απαραίτητες συνεργασίες) έχουν την πιθανότητα να εισέλθουν, στην ευρωβουλή. Όπως έχουν πολλές πιθανότητες να εισέλθουν και στο ελληνικό κοινοβούλιο. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, εάν υπάρξουν οι κατάλληλες συνεργασίες.

Όμως, η ουσία όλων όσων παρουσιάζονται, στην δημοσκόπηση, που εδώ εξετάζουμε, εντοπίζεται, στο μέγεθος της αποχής. Είναι προφανές ότι η αποχή δεν πρόκειται να είναι τόσο μικρή, όσο η Kappa Research την παρουσιάζει. Θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Και δυστυχώς, δεν θα αφορά, μόνο, τους αδιάφορους, τους θανόντες και εκείνους που λείπουν, στο εξωτερικό.

Η αποχή θα αφορά, κυρίως, τους απογοητευμένους και τους απελπισμένους, από όσα έχουν συμβεί, από τον Ιούλιο του 2015 και μετά, αφού το έγκλημα, που έχει διαπράξει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι τεράστιο και έχει διασπείρει, σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο από αυτά που γίνονται, υπό τις εντολές των ευρωθεσμών.

Αυτή η πεποίθηση δεν είναι σωστή. Είναι εσφαλμένη. Όμως, δεν αρκεί να το λέμε. Όσο κάποια ευάριθμα τμήματα της εντόπιας ελίτ δεν αποφασίζουν να στηρίξουν μια αντιμνημονιακή πολιτική και όσο ο αντιμνημονιακός χώρος δεν ομαδοποιείται και εξακολουθεί να αδυνατεί να εμπνεύσει την κοινωνία και να αναπτερώσει την χαμένη ελπίδα, η κατάσταση δεν θα αλλάξει. Αντίθετα, θα χειροτερεύσει.  

Ως εκ τούτου, η δημοσκόπηση της Kappa Research, ακόμη και αν δεν έχει υποστεί retouche, είναι προβληματική, ως προς αυτά, που παρουσιάζει. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ και για αυτήν την δημοσκόπηση, αλλά και για οποιανδήποτε άλλη.

Βέβαια, μέσα από την εξέταση των στοιχείων, που παρουσιάζει η συγκεκριμένη δημοσκόπηση, αφήνει ένα όχι ασήμαντο παράθυρο ευκαιρίας, για την ελπίδα.

Η αντισυστημική ψήφος, όπως, πάντα, πίστευα, ήταν, είναι και παραμένει εδώ.

Ως εκ τούτου, οι επερχόμενες εξελίξεις θα είναι ενδιαφέρουσες. Πολύ ενδιαφέρουσες.