Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Γιατί ο Πάνος Καμμένος μαδάει την μαργαρίτα του χρόνου της παραίτησής του από την κυβέρνηση; (Οι πιέσεις της Ουάσινγκτων, για εσπευσμένη ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική βουλή, εν όψει του μπλοκαρίσματός της, από τον πρόεδρο της FYROM και ο εκβιασμός του υπουργού Άμυνας, για εκλογές).





Υπό άλλες συνθήκες, το παρόν δημοσίευμα δεν θα γραφόταν. Όμως, στις παρούσες συνθήκες κρίνω ότι χρειάζεται να γραφεί. Αφορά τον Πάνο Καμμένο, το κόμμα του και τις προοπτικές της παρούσας κυβέρνησης, στην πορεία της προς τις εκλογές. Και αφορά τις ίδιες τις εκλογές. Δηλαδή, τον χρόνο της διεξαγωγής τους. Και αυτό δεν είναι λίγο. Είναι πολύ και είναι αρκετό, για να μας απασχολήσει.

Οι συνεχείς τοποθετήσεις και επανατοποθετήσεις, μέσα από ένα αλαλούμ δηλώσεων, του Πάνου Καμμένου, για το πότε σκοπεύει να παραιτηθεί, από την θέση του υπουργού Άμυνας, μαζύ με τα μέλη των Ανεξάρτητων Ελλήνων, που συμμετέχουν, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, θέτουν το ζήτημα όχι μόνο της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και το θέμα της πρόωρης και εκτός του τρέχοντος προγραμματισμού, προσφυγής, στις κάλπες των βουλευτικών εκλογών.

Έτσι, ενώ ο τρέχων προγραμματισμός προβλέπει ότι, κάπου μέσα στον Μάρτιο του 2019, με την κατάθεση, στην ελληνική βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο Πάνος Καμμένος θα παραιτηθεί, από υπουργός και θα αποσυρθεί, μαζύ με το κόμμα του και όσους βουλευτές και υπουργούς τον ακολουθήσουν, από την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να ρίξει την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, όταν η Νέα Δημοκρατία καταθέσει, στην βουλή, πρόταση μομφής, την Πέμπτη το πρωΐ αυτά τα δεδομένα άλλαξαν, για να ξαναλλάξουν το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

Βέβαια, ο πληθωρικός και λογορροϊκός αρχηγός των Ανεξαρτήτων Ελλήνων συνηθίζει να λέει και να ξελέει. Όχι, μόνο, για το Μακεδονικό και την παρουσία του, στην κυβέρνηση, αλλά και για πολλά άλλα. Γι' αυτό και η διαρκής ασυνέπεια των λόγων και των έργων του, τον έχει καταστήσει αναξιόπιστο. Όχι ότι οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί είναι αξιόπιστοι. Δεν είναι. Όμως, ο Πάνος Καμμένος κάπου έχει χάσει το μέτρο.

Δεν είναι τρελλός ο αρχηγός των ΑΝΕΛ. Ασταθή χαρακτήρα έχει, αλλά έχει σώας τας φρένας. Ως εκ τούτου, όσα λέει, όσο αντιφατικά και  αλληλοσυγκρουόμενα και αν είναι, προφανώς εξυπηρετούν κάποιες πολιτικές σκοπιμότητες, που αφορούν την εκάστοτε συγκυρία, μέσα στην οποία αυτά διατυπώνονται. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, μέσα στα πλαίσια της σκοπούμενης αβεβαιότητας, την οποία καλλιεργεί ο Πάνος Καμμένος.

Στην παρούσα φάση και εδώ και πολύ καιρό, η κυβερνητική πολιτική των τελευταίων τριών και πλέον, χρόνων, μετά την απίστευτη (αλλά όχι απρόσμενη) μνημονιακή στροφή του Ιουλίου του 2015, ύστερα από το δημοψήφισμα, το κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων έχει αποψιλωθεί, ενώ η υπόθεση του Μακεδονικού και η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, παρά τις υποτιθέμενες διαφωνίες του Πάνου Καμμένου και του κόμματός του, έχει οδηγήσει τους ΑΝΕΛ, σε πλήρη αποδόμηση.

Φυσικά, το κόμμα αυτό, που, με δυσκολία ανιχνεύεται, πλέον, στις δημοσκοπικές έρευνες, καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται να βρίσκεται, στα έδρανα της επόμενης βουλής, εάν κατεβεί, στις εκλογές μόνο του.

Από την άλλη πλευρά, ο Πάνος Καμμένος και το κόμμα του δεν μπορούν να βρουν εκλογικούς εταίρους, στον χώρο της, πέραν της Νέας Δημοκρατίας, δεξιάς, ενώ και το σενάριο μιας κοινής καθόδου, με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν τραβάει. Αν κάτι μπορεί να γίνει, με τον τωρινό κυβερνητικό εταίρο, αυτό μπορεί να είναι κάθοδος του ίδιου του Πάνου Καμμένου, στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων συνεργατών του υπουργού Άμυνας, στα ψηφοδέλτια του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα. Πέραν τούτου, ουδέν.

Αλλά έτσι όμως, δεν υπάρχει συνεργασία κομμάτων. Και αυτό σημαίνει ότι οι ΑΝΕΛ θα εξαφανισθούν, από την πολιτική σκηνή. Μικρό το κακό, βέβαια, αλλά ο Πάνος Καμμένος  προσπαθεί, ακόμη, να βρει τρόπους, για την εκλογική και πολιτική επιβίωση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Γι' αυτό και είχε, μέχρι πριν κάποιους μήνες, επαφές με τον Φαήλο Κρανιδιώτη, τον αρχηγό του κόμματος της "Νέας Δεξιάς" και ρυμούλκησε το περασμένο καλοκαίρι την διαγραμμένη (από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη) βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας Κατερίνα Παπακώστα, την οποία ο Πάνος Καμμένος έχει βοηθήσει, τα μέγιστα, στο κτίσιμο της πολιτικής της καριέρας.

Όμως, η φιλοδοξία του υπουργού Άμυνας να παίξει σημαντικό ρόλο, στον λεγόμενο χώρο της κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς, σκοντάφτει, στην στάση του, στην υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών, αφού είναι αυτός, που επέτρεψε, στους Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Κοτζιά να υπογράψουν αυτή την συμφωνία, αλλά και εξακολουθεί να επιτρέπει, στον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί την ολοκλήρωση της διαδικασίας, για την ψήφισή της, αυτόν τον καιρό, από την βουλή της πΓΔΜ και το να φθάσει, προς κύρωση, στην ελληνική βουλή, κρατώντας ζωντανή την παρούσα κυβέρνηση.

Βέβαια, στην πολιτική, ποτέ μην λες ποτέ, όπως είπε και ο αρχηγός της Ένωσης Κεντρώων Βασίλης Λεβέντης, τον οποίο, επίσης, προσεγγίζει ο Πάνος Καμμένος, προκειμένου να βρει μια σανίδα πολιτικής επιβίωσης του ιδίου και του κόμματος του. Ως εκ τούτου, το τί θα συμβεί, με τις αναζητήσεις, συμμάχων, στις οποίες έχει επιδοθεί και θα συνεχίσει να επιδίδεται ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Μπορεί να συμβούν τα πάντα και τίποτε. Όμως, αυτό που είναι δεδομένο, είναι ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και ο Πάνος Καμμένος δεν μπορούν να συνεχίσουν να παραμένουν, έτσι όπως είναι. Αν μείνουν, έτσι, δεν έχουν μέλλον. Και αυτό το γνωρίζουν.

Εννοείται ότι το τί θα πράξουν και το τί δεν θα πράξουν ο Πάνος Καμμένος και το κόμμα του, θα ήταν, παντελώς, αδιάφορο, σε άλλες συνθήκες. Όμως, στις παρούσες συνθήκες αυτό δεν συμβαίνει. Ο Πάνος Καμμένος και οι ΑΝΕΛ συμμετέχουν, στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου, παίζουν σημαντικό ρόλο και στο θέμα της ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών και στο ζήτημα του χρόνου της διεξαγωγής των επικείμενων βουλευτικών εκλογών.

Με αυτά τα δεδομένα, οι αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις του Πάνου Καμμένου, σχετικά, με το πόσο θα παραμείνουν αυτός και το κόμμα του, στην κυβέρνηση και το πότε θα αποχωρήσουν, δεν στερούνται σημασίας. Έτσι ο αρχηγός των ΑΝΕΛ μαδάει την μαργαρίτα του χρόνου της αποχώρησής του, από την κυβέρνηση, σκοπούμενα και αποβλέποντας, στην πολιτική επιβίωσή του.

Στην πραγματικότητα, λέγοντας, ξαφνικά, την περασμένη Πέμπτη (ενώπιον των αξιωματικών της 1ης Στρατιάς, στην Λάρισα) ότι θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση, στις 15 Ιανουαρίου 2019, την ημέρα, δηλαδή, που η βουλή της πΓΔΜ - υποτίθεται ότι - θα ολοκληρώσει την διαδικασία της ψήφισης των αλλαγών, στο Σύνταγμα της χώρας, αυτής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, στην Συμφωνία των Πρεσπών, ο Πάνος Καμμένος φαίνεται (αλλά, μόνο, φαίνεται) ότι προσπαθεί να εκβιάσει τον Αλέξη Τσίπρα και να τον αποτρέψει να ολοκληρώσει την διαδικασία ψήφισης της συμφωνίας αυτής, από την παρούσα βουλή και να την αφήσει, για την επόμενη. Θέλει να μην κατατεθεί το κείμενο της συμφωνία, με την μορφή νομοσχεδίου, στην βουλή. Να μην πάει καθόλου. 

(Αυτή η τοποθέτηση είναι γεγονός ότι έφερε έναν κάποιο πανικό στο Μέγαρο Μαξίμου, αλλά, μετά από συνεννοήσεις, ο υπουργός Άμυνας επανήλθε, με δηλώσεις, που επιβεβαιώνουν τον αρχικό κυβερνητικό σχεδιασμό. Η ρουκέτα, όμως, είχε ριφθεί. Και προφανώς, ο Πάνος Καμμένος δεν έριξε άσφαιρα πυρά. Είπε αυτό που ήθελε να πει. Το μάζεψε, μετά, αλλά το είπε).

Με αυτόν τον τρόπο και εφόσον ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ υποκύψουν στον εκβιασμό (εάν αυτός αφορά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, για την ψήφιση της συμφωνίας), ο αρχηγός των Ανεξάρτητων Ελλήνων θέλει να παρουσιάσει, ως δική του επιτυχία την μη ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών - που, όντως, θα είναι - και να μαζέψει τις απαραίτητες ψήφους, που θα του επιτρέπουν να επιβιώσει, εκλογικά και πολιτικά, ο ίδιος, μαζύ με το κόμμα του.

Υπάρχει περίπτωση να δεχθεί ο Αλέξης Τσίπρας αυτό που θέλει ο Πάνος Καμμένος; Όχι, δεν υπάρχει. 

Υπάρχει περίπτωση ο Πάνος Καμμένος να επαναφέρει αυτά που είπε την περασμένη Πέμπτη, στην Λάρισα; Προφανώς και υπάρχει.

Υπάρχει περίπτωση να πραγματοποιήσει αυτή την απειλή ο αρχηγός των ΑΝΕΛ; Ναι υπάρχει, εφόσον αυτό τον συμφέρει, εκλογικά και εφόσον έχει εξασφαλισθεί, όμως, η ψήφισή της Συμφωνίας των Πρεσπών, από τον ΣΥΡΙΖΑ και από άλλους πολιτικούς χώρους, ή μεμονωμένους βουλευτές.

Από εκεί και πέρα, η προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών, εκτός του κυβερνητικού προγραμματισμού, θα του είναι χρήσιμη, μόνον, εάν έχει συγκροτήσει τις απαραίτητες συμμαχίες, στα δεξιά, ή στα αριστερά, ή στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Και αυτό είναι το πρόβλημα. (Αλλιώς, θα τις αποφύγει και θα ακολουθήσει τον κυβερνητικό προγραμματισμό, τον οποίο έχει συμφωνήσει, με τον πρωθυπουργό).

Αυτό που πιστεύω εγώ είναι κάτι διαφορετικό. Ο εκβιασμός, που επιχειρεί ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, αφορά την Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά στοχεύει αλλού. Φαίνεται ότι ο ξένος παράγοντας (Ουάσινγκτων και Βερολίνο) πιέζουν, για την λύση της εκκρεμότητας, πολύ νωρίτερα, από τον ερχόμενο Μάρτιο. Με δεδομένη την ψήφιση των συνταγματικών αλλαγών - εάν, βέβαια, αυτή προκύψει -, από την βουλή της FYROM, στις 15 Ιανουαρίου, οι νατοϊκοί δεν έχουν κανένα λόγο να περιμένουν τον Μάρτιο, προκειμένου να ψηφισθεί, η Συμφωνία των Πρεσπών, από την ελληνική βουλή, εν όψει του γεγονότος ότι η κατάσταση, στην Βαλκανική είναι και θα παραμείνει ρευστή και απρόβλεπτη.






Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ψήφιση των συνταγματικών αλλαγών, από την βουλή της Σλαβομακεδονίας, δεν σημαίνει και την αυτόματη και απρόσκοπτη εφαρμογή τους. Για να εφαρμοσθούν, πρέπει να τις υπογράψει ο πρόεδρος της χώρας αυτής, ο παραπάνω εικονιζόμενος Γκιόργκε Ιβάνωφ, ο οποίος δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένος να το πράξει, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σλαβομακεδόνας πολιτικός δεν υπέγραψε ούτε την Συμφωνία των Πρεσπών, που το καλοκαίρι ψήφισε η βουλή της γειτονικής χώρας, ούτε, μάλιστα, υπέγραψε το ψηφισμένο νομοσχέδιο, για την καθιέρωση της αλβανικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους, μαζύ με την επίσημη "μακεδονική" γλώσσα. 

Το αποτέλεσμα είναι αυτά τα ψηφισμένα, από την βουλή της πΓΔΜ, νομοσχέδια να μην έχουν δημοσιευθεί, στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και να μην ισχύουν, ως νόμοι του κράτους. Για τον λόγο αυτόν, μάλιστα, το (ποδηγετημένο από την κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ) δικαστικό σύστημα της χώρας έχει ξεκινήσει έρευνα, εις βάρος του προέδρου του κράτους, η οποία εκκρεμεί, αλλά δεν έχει πτοήσει τον Γιόργκε Ιβάνωφ

Ως εκ τούτου, είναι  προφανές ότι ο εκβιασμός του Πάνου Καμμένου, στην παρούσα φάση, πρέπει να αφορά την μη εισαγωγή της Συμφωνίας των Πρεσπών, τον Ιανουάριο, αλλά τον Μάρτιο, όπως, άλλωστε, έχει συμφωνηθεί, με τον πρωθυπουργό. Βλέποντας, λοιπόν, ότι ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (τα γνωστά ορφανά του ελληνικού σταλινισμού) τείνουν ευήκοα ώτα, στις απαιτήσεις της κυβέρνησης του Donald Trump και των νατοϊκών του Jens Stoltenberg και παραβιάζουν τα συμφωνηθέντα, ανατρέποντας τον πολιτικό και εκλογικό σχεδιασμό του, ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, παίζει σκληρό παιχνίδι, προκειμένου να δείξει, στον πρωθυπουργό και στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δεν είναι διατεθειμένος να δεχθεί την αναπτροπή των συμφωνηθέντων.

Αυτός ο εκβιασμός του υπουργού Άμυνας της χώρας μας μπορεί να είναι τελεσφόρος. Μπορεί να επιτύχει τον σκοπό του. Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να κάνει πίσω, αφού το γενικότερο πλάνο εξυπηρετείται. Αυτό αποτελεί μια ρεαλιστική επιλογή.

Αν, όμως, οι Αμερικανοί - ο "ανθύπατος", που έλεγε ο παλαιός πρόεδρος της βουλής Απόστολος Κακλαμάνης, αναφερόμενος, στον πρέσβη των Η.Π.Α., στην χώρα μας, ήτοι ο Geoffrey Ross Pyatt - επιμείνουν, για τους δικούς τους λόγους, επειδή προβλέπουν ότι, ναι, μεν, η Συμφωνία των Πρεσπών θα ψηφισθεί στην "μακεδονική" βουλή, αλλά θα μπλοκαρισθεί, από τον πρόεδρο Γκιόργκε Ιβάνωφ και θα κολλήσει, με απρόβλεπτες συνέπειες, τα πράγματα σκουραίνουν, διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η ψήφιση της συμφωνίας από την βουλή της πΓΔΜ, για να προχωρήσει η διαδικασία, στην ελληνική βουλή.

Προφανώς, η Ουάσινγκτων και οι νατοϊκοί δεν θέλουν να κολλήσει η διαδικασία, στην Ελλάδα και να περιμένουν το τί θα πράξει ο Σλαβομακεδόνας πρόεδρος. Θέλουν να τελειώσει, γρήγορα, η διαδικασία ψήφισης, στην ελληνική βουλή, πριν η κοινή γνώμη της χώρας μας αντιληφθεί ότι η ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, από την "μακεδονική" βουλή, που προβλέπει το κείμενο της συμφωνίας αυτής (με πλήρη και ακέραιη ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα και του Νίκου Κοτζιά), είναι, απολύτως, ανεπαρκής, για να ολοκληρωθεί και η διαδικασία ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών, από την ελληνική βουλή.

Έτσι, ο Πάνος Καμμένος δεν είναι τρελλός, που αντιδρά, όπως αντιδρά και λέει, όσα λέει, εκβιάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα. Το πολύ κοινό δεν το έχει αντιληφθεί αυτό. Ούτε και οι πολιτικοί παρατηρητές και οι διάφοροι αναλυτές έχουν εστιάσει, σε αυτό το πολύ κρίσιμο σημείο της όλης διαδικασίας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, εάν αναλογισθούμε ότι, ούτε η η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας, ούτε οι νατοϊκοί επιθυμούν κάτι τέτοιο.

Μέσα στα πλαίσια αυτού του εκβιασμού είναι και η διαρροή του διαλόγου, που έγινε, ανάμεσα, στον Πάνο Καμμένο και τον βουλευτή των ΑΝΕΛ Βασίλη Κόκκαλη, όπου, όταν ο βουλευτής τον ρώτησε τί θα κάνουν, εάν ο Αλέξης Τσίπρας ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, εν όψει της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο αρχηγός του κόμματος του απάντησε ότι "αν ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, θα καταψηφίσουμε", για να ακολουθήσει σιωπή, στις τάξεις της κοινοβουλευτικής ομάδας των ΑΝΕΛ.

Έχοντας υπόψη μας, τα παραπάνω, πρέπει να αναμένουμε ότι έχει να πέσει πολύ γέλιο, με όσα πρόκειται να συμβούν. Αλλά εμείς, ας δούμε ψύχραιμα τα δεδομένα, που έχουμε μπροστά μας.

Ο Πάνος Καμμένος δεν ενδιαφέρεται, για το Μακεδονικό και για την Συμφωνία των Πρεσπών. Αν ενδιαφερόταν, για την μη χρήση του όρου Μακεδονία, όπως, τώρα, λέει, θα είχε διαφοροποιηθεί, το 2008, τότε, που η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή και η υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη είχαν δεχθεί, δημοσίως, την χρήση του όρου Μακεδονία, με έναν επιθετικό προσδιορισμό, από την πΓΔΜ. Εκείνη την εποχή ο τωρινός αρχηγός των ΑΝΕΛ ήταν βουλευτής και υπουργός της κυβέρνησης αυτής και δεν διαφοροποιήθηκε.

Η (φαινόμενη) διαφωνία του, με την χρήση του όρου Μακεδονία, ως επιθετικού προσδιορισμού, ή οπωσδήποτε αλλιώς, από την γειτονική χώρα διατυπώθηκε, τώρα, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, αλλά αυτή η διαφωνία δεν εκφράστηκε, ούτε στις προγραμματικές δηλώσεις την πρώτης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, τον Φεβρουάριο του 2015, ούτε τον Οκτώβριο του 2015, κατά την διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων της δεύτερης κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, παρά το γεγονός ότι, σε αυτές, περιλαμβανόταν η αναγνώριση της χρήσης του όρου Μακεδονία, από τους Σλαβομακεδόνες των Σκοπίων.

Έστω και έτσι, εάν η διαφοροποίηση του Πάνου Καμμένου, ως προς την ονομασία του γειτονικού κράτους, ήταν - αν και μεταγενέστερη - πραγματική και ειλικρινής, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας και αρχηγός του συγκυβερνώντος κόμματος μπορούσε να παρεμποδίσει τις διαδικασίες, για την επίτευξη συμφωνίας, ανάμεσα στην Ελλάδα και την πΓΔΜ, στο σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα, ή/και την υπογραφή της Συμφωνία των Πρεσπών, παραιτούμενος και αποσύροντας το κόμμα του από την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία.

Δεν το έπραξε. Και δεν το έπραξε, όχι μόνο, για λόγους καρεκλοκενταυρισμού και θεσιθηρίας. Η γνώμη μου είναι και περί αυτού έχω σχηματίσει στερεή πεποίθηση ότι ο Πάνος Καμμένος το έπραξε κυρίως, για άλλους λόγους, οι οποίοι σχετίζονται, με την βούλησή του να μην δυσαρεστεί την, πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη, η οποία, από παλαιά, αλλά, εδώ και έναν χρόνο, με ένταση, επιθυμεί την ταχεία λύση του ονοματολογικού ζητήματος, που αφορά την πΓΔΜ, καθώς και τα υπόλοιπα, που αφορούν την εθνότητα και την γλώσσα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ένταξη της FYROM, στο ΝΑΤΟ, με σκοπό την ανάσχεση της ρωσικής επιρροής, στα Βαλκάνια.  

Εδώ εντοπίζεται η βαθύτερη ουσία όλου αυτού του αλαλούμ και της παραμονής, στην άσκηση της εξουσίας, αυτής της παρδαλής αριστεροδεξιάς κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου - της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Και σε αυτήν την κυβέρνηση είναι που δίνει το παρατεταμένο - εδώ και έναν χρόνο - φιλί της ζωής, ο υπουργός Άμυνας.

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια, όσον αφορά τα δεδομένα και τα πεπραγμένα του Πάνου Καμμένου, του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ

Αυτή η κυβέρνηση δεν θα υπήρχε, από την αρχή, εάν δεν είχε συγκροτηθεί, μέσα από μια διαδικασία, που ξεκίνησε, μετά τις διπλές εκλογές του Μαΐου του 2012 και κατέληξε, στην επισημοποίηση του "γάμου", λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, με δικαιολογία την "αντιμνημονιακή" πολιτική των δύο κομμάτων, η οποία, όμως, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015 κουρελιάστηκε, αλλά αυτό το γεγονός δεν επηρέασε την πολιτική συμμαχία των δύο παρδαλών κυβερνητικών εταίρων, η οποία συνεχίστηκε και μετά τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στις οποίες, αναπάντεχα, το κόμμα του Πάνου Καμμένου κατάφερε να διασωθεί εκλογικά, να μπει, στην βουλή και να συνεχίσει να είναι ο κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην ουσία, λοιπόν, αυτό που ενδιαφέρει τον Πάνο Καμμένο, είναι η εκλογική και η πολιτική επιβίωσή του. Τράβηξε την όλη διαδικασία της Συμφωνίας των Πρεσπών, μέχρι εδώ, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να σπαταλήσει και να χάσει όλα τα πλεονεκτήματα που - νομίζει ότι - έχει, σκοπεύοντας να υποδυθεί τον "μακεδονομάχο" και να προσφέρει, τις εναλλακτικές λύσεις, που προσέφερε, τον Οκτώβριο, στον αμερικανικό παράγοντα (τις βάσεις, στην Ελλάδα και το "περίφημο" ημιβαλκανικό σύμφωνο, το οποίο θα υποκαθιστούσε, την είσοδο της πΓΔΜ, στο ΝΑΤΟ, απομακρύνοντας την ρωσική επιρροή, από τα Βαλκάνια), με βασικό υπολογισμό του δικού του σχεδιασμό.

Η αλήθεια είναι ότι δεν στηρίζει την στρατηγική του, σε μια ανύπαρκτη βάση. Ο Πάνος Καμμένος πιστεύει ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν θα περπατήσει. Θεωρεί ότι δεν θα ψηφισθούν οι συνταγματικές αλλαγές, από την "μακεδονική" βουλή και τώρα, που βλέπει ότι, μετά την αποστασία των 8 βουλευτών του αντιπολιτευόμενου ΒΜΡΟ, οι πιθανότητες, βαραίνουν, υπέρ της ψήφισης των συνταγματικών αλλαγών, στηρίζεται, στην άρνηση του προέδρου Γκιόργκε Ιβάνωφ, να υπογράψει και να δημοσιεύσει στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, πέραν της Συμφωνίας των Πρεσπών - κάτι, που, όπως είπαμε, έχει, ήδη, πράξει - και το νομοσχέδιο που θα ψηφισθεί, από την βουλή της πΓΔΜ και θα περιλαμβάνει τις συνταγματικές αλλαγές.

Δεν έχει άδικο, που στηρίζεται, σε αυτή την άρνηση του Σλαβομακεδόνα προέδρου. Ο Γκιόργκε Ιβάνωφ θα δυσκολεύσει την ζωή όλων. Και της κυβέρνησης του Ζόραν Ζάεφ και των νατοϊκών και όπως φαίνεται και της ελληνικής κυβέρνησης.

Μπορεί όλα αυτά να οδηγήσουν την χώρα μας, σε μια πρόωρη και μη προγραμματισμένη προσφυγή, στις κάλπες, αρκετά νωρίτερα, από τον Μάϊο;  Δεν αποκλείεται.

Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εφεδρείες. Πέραν από την πλειοψηφία των βουλευτών του Ποταμιού του Σταύρου Θεοδωράκη, υπάρχουν ο Γιάννης Σαρίδης της Ένωσης Κεντρώων (που μόλις εμφανίστηκε, στο προσκήνιο και λέει ότι θα ψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό του 2019), ο ανεξάρτητος βουλευτής Χάρης Θεοχάρης και διάφοροι άλλοι, που, πιθανόν θα εμφανισθούν, στην πορεία.

Ως εκ τούτου, το μέλλον επιφυλάσσει εκπλήξεις. 

Θα είμαστε, εδώ, για να τις παρακολουθήσουμε.



Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Δεν περικόπτονται οι συντάξεις; Και όμως, παρά την κυβερνητική φιλολογία οι συντάξεις περικόπτονται. (Το ζοφερό μέλλον των συντάξεων, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018 - 2022, η αναβολή και όχι κατάργηση της περικοπής των παλαιών συντάξεων και η περικοπή των νέων συντάξεων).






Η υπόθεση με την περικοπή των συντάξεων, από 1/1/2019, που θεσπίστηκαν, βάσει των διατάξεων του Ν. 4472/2017 και την τωρινή (εικαζόμενη ως πραγματική και διαρκή) κατάργηση των περικοπών αυτών, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, που γίνεται με το σχέδιο νόμου, το οποίο εισήγαγε, με την διαδικασία του επείγοντος, στην βουλή, όπου και ψηφίστηκε, ομοφώνως, την περασμένη Τρίτη (με δεδομένο ότι μέχρι τώρα, από την αρχή της μεταπολίτευσης, η αρίθμηση των νόμων έχει φθάσει, στο αριθμό 4582, καθώς και ότι, τώρα, δεν εκκρεμεί η δημοσίευση άλλου νόμου, ο νόμος, που εκκρεμεί να αριθμηθεί, είναι αυτό το νομοσχέδιο των μη περικοπών των συντάξεων,  το ψηφισμένο αυτό νομοσχέδιο θα γίνει ο Ν. 4583/2018), μπορεί να είναι - και προφανώς, είναι - μια καθαρά προεκλογική πράξη, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, που κάποια στιγμή, εντός του 2019, πρόκειται να διεξαχθούν, όμως αυτό που έχει σημασία, είναι η ουσία του περιεχομένου αυτής της πράξης. Το εάν, δηλαδή, όντως, καταργούνται  - όπως αναφέρει η κυβερνητική φιλολογία - αυτές οι περικοπές, ή όχι. Η εάν, απλώς, αναβάλλονται και θα επανέλθουν κάποια στιγμή, στο, όχι μακρινό, προσεχές μέλλον.

Ας δούμε την σχετική ρύθμιση του νομοσχεδίου, που, μόλις αυτές τις ημέρες, ψηφίστηκε, από την βουλή, για να έχουμε μια εικόνα, περί τίνος πρόκειται :

"Καταργούνται, από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι ρυθμίσεις που όριζαν περικοπή:
– Της προσωπικής διαφοράς στις καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, κύριες συντάξεις, κατά το μέρος που δεν υπερβαίνει το 18% της καταβαλλόμενης, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, σύνταξης. Η προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται στους δικαιούχους, συμψηφιζόμενη κατ" έτος, μέχρι την πλήρη εξάλειψή της, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων κατά τα ισχύοντα.
– Της οικογενειακής παροχής (των συντάξεων του Δημοσίου) και του επιδόματος συζύγου (των συντάξεων του ιδιωτικού τομέα) που εξακολουθεί να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη για όσους εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες του ν. 4387/2016 διατάξεις.
– Της προσωπικής διαφοράς που προβλεπόταν για τις καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, επικουρικές συντάξεις, κατά το μέρος που δεν υπερβαίνει το 18% της καταβαλλόμενης, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, σύνταξης.
– Των προσωπικών διαφορών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4387/2016 για τους συνταξιούχους, των οποίων οι αιτήσεις συνταξιοδότησης κατατέθηκαν/κατατίθενται εντός των ετών 2016, 2017 και 2018".


Για να καταλάβουν οι αναγνώστες, περί τίνος πρόκειται, δηλαδή το ποιές περικοπές συντάξεων (υποτίθεται ότι) καταργεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, εδώ να παραθέσω τις (επιφαινομενικώς) καταργούμενες διατάξεις. Αυτές είναι, κατά βάση, δύο. Ας τις δούμε :

Α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του Ν. 4472/2017, η οποία έχει, ως ακολούθως :

"Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/ 2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Από την 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προ- κύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται. Το ποσό που περικόπτεται κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Αν, μετά την εφαρμογή της ρύθμισης του ανωτέρω εδαφίου, το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3»".

Β) Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του Ν. 4472/2017, η οποία έχει ως ακολούθως :

"Στο άρθρο 96 του ν. 4387/2016 προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, παράγραφος 7 ως εξής: «7. Από 1.1.2019 και εντεύθεν, η καταβαλλόμενη κατά την ημερομηνία αυτή επικουρική σύνταξη, εφόσον υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό της σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 4 και της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 6 του παρόντος, αναπροσαρμόζεται στο ύψος της επανυπολογισθείσας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται μετά την ως άνω αναπροσαρμογή το ποσό της επικουρικής σύνταξης να μειωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ποσού επικουρικής σύνταξης.». 3. Στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 και της παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω προσωπικές διαφορές καταβάλλονται έως 31.12.2018»".

Υπάρχουν και άλλες διατάξεις, που εμπλέκονται, σε αυτά, που (υποτίθεται ότι) καταργεί το ψηφισμένο νομοσχέδιο, αλλά δεν χρειάζεται να μπλέξουν οι αναγνώστες, με νομικές και διάφορες τεχνικές λεπτομέρειες. Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουν, όσοι ασχοληθούν, με αυτό εδώ το δημοσίευμα, το τί έχει συμβεί και να εντοπίσουν το πραγματικό πρόβλημα, που δημιουργείται, με την προσωρινή (και ως εκ τούτου, υποτιθέμενη) κατάργηση των περικοπών των συντάξεων, η οποία, στην πραγματικότητα, αποτελεί μιαν απλή αναβολή της περικοπής τους.

Σε αυτή την κατανόηση των προεκλογικών κυβερνητικών πεπραγμένων και στον εντοπισμό του πραγματικού προβλήματος, με τις περικοπές των συντάξεων, που στην πραγματικότητα, δεν έχουν περικοπεί οριστικά και δια παντός, αλλά, απλώς, έχει αναβληθεί η περικοπή τους, φιλοδοξεί να συμβάλει το παρόν δημοσίευμα.

Αυτό που έχει συμβεί, είναι πολύ απλό. Στα πλαίσια του 3ου Μνημονίου, που συνομολόγησε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τους ξένους δανειστές και των αξιολογήσεων, που ακολούθησαν, εκτιμήθηκε ότι η ετήσια συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη και ότι δημιουργεί ελλείμματα. Υποτίθεται, λοιπόν, ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα, το 2015, είχε φθάσει, στο 17% του ΑΕΠ και ότι αυτή η δαπάνη, που υπερβαίνει, κατά πολύ, την αντίστοιχη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις χώρες της "Ε.Ε.", που φθάνει, στο 11,1% του κοινοτικού ΑΕΠ, πρέπει να περικοπεί, διότι - υποτίθεται ότι - δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί.

Στην Ελλάδα, η μέση μηνιαία σύνταξη, το 2015, ήταν 893,00 €, ανά συνταξιούχο, ενώ, στην "Ε.Ε.", η αντίστοιχη μέση σύνταξη φθάνει, στα 1150,00 €, περίπου. Επίσης, από τα στοιχεία της Eurostat, προκύπτει ότι, στην Ελλάδα, η συνολική δαπάνη, ανά συνταξιούχο, ανερχόταν, το 2015, στα 11332,00 €, κατ' έτος, ενώ, στην Γερμανία, η αντίστοιχη δαπάνη φθάνει, στα 14690,00 € και στην Ιταλία, φθάνει, στα 16618,00 €.

Στις σχετικές συγκρίσεις, που έκαναν, οι ξένοι δανειστές, αλλά και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, κατέληξαν, στο συμπέρασμα ότι η μέση σύνταξη, ως ποσοστό του μισθού, ήταν πολύ υψηλή, στην Ελλάδα, αφού έφθανε, στο 65% του μισθού, την ίδια στιγμή, που, στην Γερμανία, έφθανε, στο 39%.

Βέβαια, όλα αυτά είναι ανοησίες, διότι αυτό που μετρούν, το μετρούν, με βάση τα αποτελέσματα της βαριάς οικονομικής κρίσης, που έφερε η ελληνική κρατική χρεωκοπία και τα Μνημόνια. Αν δούμε τα σχετικά, στοιχεία, η διαπίστωση αυτή είναι καταφανής.

Έτσι, το 2008, η συνταξιοδοτική δαπάνη, στην Ελλάδα, με συντάξεις, που δεν είχαν περικοπεί και οι οποίες αυξάνονταν, μέχρι τότε, σε όλες τις προηγούμενες χρονιές, έφθανε, στο 8,3% του ΑΕΠ της χώρας.

Από εκεί και πέρα, με την είσοδο της Ελλάδας, στον αστερισμό των Μνημονίων και παρά τις συνεχείς περικοπές των συντάξεων, το 2010, η συνταξιοδοτική δαπάνη έφθασε, στο 15,5% του ΑΕΠ και το 2014, στο 17,1% του ΑΕΠ, ενώ το 2016, έφθασε στο 17,4% του ΑΕΠ, για να υπολογισθεί ότι το 2017, θα έχει καταλήξει, στο 14,3% του ΑΕΠ.

Στην ουσία η λεγόμενη και υποτιθέμενη ως μεγάλη συνταξιοδοτική δαπάνη, στην χώρα μας, έχει προκύψει, λόγω της κατάρρευσης του ελληνικού ΑΕΠ και του κύματος μαζικής συνταξιοδότησης, που έφεραν οι, επί το δυσμενέστερον, μεταβολές της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας. Αυτή είναι η αλήθεια και όλα τα άλλα, όταν δεν είναι βλακείες αμαθών, ή παραπληροφορημένων, είναι δικαιολογίες, οι οποίες θέλουν να ντύσουν, με παραμυθολογικά "επιχειρήματα" το καταστροφικό έργο των δανειστών και των εντόπιων συνεργατών τους.

Για τον λόγο αυτόν ψηφίστηκε ο Ν. 4387/2016 (ο "περίφημος" νόμος του Γιώργου Κατρούγκαλου), ο οποίος, ανάμεσα σε πολλά άλλα, προέβλεψε τον, εξ αρχής, επανυπολογισμό όλων των συντάξεων, που καταβάλλονταν, στους δικαιούχους. Το τελικό ποσόν όλων αυτών των επανυπολογισμένων συντάξεων, στην μεγίστη πλειοψηφία των συνταξιούχων είναι μικρότερο - πολύ μικρότερο -, από αυτό, που, μέχρι τότε, καταβαλλόταν. 

Το ποσόν της διαφοράς, ανάμεσα στην καταβαλλόμενη και στην επανυπολογισμένη σύνταξη κάθε δικαιούχου, χαρακτηρίστηκε, ως "προσωπική διαφορά" και συνέχισε να καταβάλλεται, μέχρις ότου να ληφθεί απόφαση, για την τύχη του. Δηλαδή, για το πώς και πότε θα περικοπεί.

Ο Ν.4472/2017, που ψήφισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, καθόρισε ότι η περικοπή αυτής της προσωπικής διαφοράς, μέχρι το ύψος του 18% αυτής, θα ξεκινούσε την 1/1/2019. Αυτός ήταν ο σχεδιασμός και σε αυτή την κατεύθυνση βάδιζαν τα πράγματα, μέχρις ότου, τώρα, που έφθασε η "ώρα της κρίσεως", δηλαδή, τώρα, που έφθασε η ώρα της εφαρμογής της σχετικής διάταξης (η οποία δεν είναι μια μεμονωμένη ρύθμιση, αλλά εντάσσεται, σε ένα γενικότερο σχέδιο περικοπών των κρατικών δαπανών), η κυβέρνηση κατάφερε να πείσει τους ξένους δανειστές, ότι αυτή η περικοπή, μπορεί να μην γίνει, με την δικαιολογία ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού, το 2019, θα φθάσει, στο 3,56% του ΑΕΠ και ως εκ τούτου, η περικοπή των συντάξεων είναι εφικτό να μην πραγματοποιηθεί.

Όλα θα ήσαν καλά καμωμένα, εάν η (παρουσιαζόμενη ως) κατάργηση των περικοπών των συντάξεων ήταν πραγματική κατάργηση και όχι αναβολή τους, που, ουσιαστικά, είναι. Δυστυχώς, δεν έχουμε να κάνουμε, με ουσιαστική κατάργηση των περικοπών των συντάξεων. Οι περικοπές αυτές, παρά το παραπλανητικό λεκτικό που χρησιμοποιεί το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, απλώς, αναβάλλονται, διότι μπορεί, μεν, να καταργούνται οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4472/2017, αλλά δεν καταργούνται, δε, οι διατάξεις εκείνες, που τις καθιστούν αναγκαίες και βρίσκονται, μέσα στον κυβερνητικό προγραμματισμό. Απλώς, οι παρόντες κυβερνητικοί παράγοντες κλωτσούν το τενεκεδάκι των περικοπών, παρακάτω, επιχειρώντας να παραδώσουν το πρόβλημα, στους επόμενους. 

Ας δούμε το γιατί συμβαίνει αυτό και όχι κάτι άλλο.

Όπως είναι άμεσα ορατό, από το κείμενο της σχετικής διάταξης του ψηφισμένου νομοσχεδίου, που (υποτίθεται ότι) καταργεί τις περικοπές των συντάξεων, η έννοια της "προσωπικής διαφοράς", που προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου δεν καταργείται. Έτσι, ο επανυπολογισμός των συντάξεων, που έγινε, παραμένει, σε ισχύ και ως εκ τούτου, το νέο ποσόν της σύνταξης του κάθε συνταξιούχου, το οποίο, ακόμη, δεν έχει δει στην τσέπη του, παραμένει στο παρασκήνιο, προκειμένου να αντικαταστήσει, στο μέλλον (που δεν θα είναι πολύ μακρινό), την παρούσα σύνταξη των συνταξιούχων και φυσικά να την μειώσει, όταν αποφασισθεί.

Αυτός είναι και ο λόγος, που δεν καταργείται η "προσωπική διαφορά" των συντάξεων των συνταξιούχων (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στην καταβαλλόμενη και στην επανυπολογισθείσα σύνταξη των ενδιαφερομένων, οι οποίοι υπερβαίνουν τους 1.400.000 συνταξιούχους). Η "προσωπική διαφορά" των συντάξεων παραμένει, προκειμένου να είναι έτοιμο το ποσόν του κάθε συνταξιούχου, που θα περικοπεί, στο μέλλον. Και με δεδομένο ότι οι συντάξεις, κατά τα προσεχή έτη, δεν πρόκειται να αυξηθούν, η "προσωπική διαφορά" δεν πρόκειται να συμψηφισθεί, με τις αυξήσεις αυτές. Ως εκ τούτου, όσα αναφέρει το ψηφισμένο νομοσχέδιο, για συμψηφισμό της "προσωπικής διαφοράς", με τις αυξήσεις, είναι άνευ αντικειμένου. Πρόκειται, για ουσιαστική κοροϊδία.

Εδώ, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος - και αυτό θέλουν να ισχυρίζονται οι κυβερνώντες - ότι αυτή η περικοπή δεν θα χρειασθεί να πραγματοποιηθεί. Λένε, λοιπόν, οι κυβερνητικοί παράγοντες πως ό,τι έγινε, σχετικά με την περικοπή των συντάξεων, έγινε, υπό καθεστώς πίεσης και με άλλα στατιστικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν ισχύ, πλέον.





Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι αληθής, στο ουσιαστικό περιεχόμενό του. Προφανώς, βέβαια, η κυβέρνηση πιέστηκε, το 2016 και ψήφισε τον Ν. 4387/2016, αλλά τα στατιστικά στοιχεία δεν άλλαξαν. 

Και δεν είναι αληθής, διότι το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018 - 2022 και οι στόχοι του, δεν άλλαξαν. Ο Ν. 4549/2018, όσον αφορά τον προγραμματισμό του επιπέδου των περικοπών, στην συνταξιοδοτική δαπάνη, κατά την περίοδο 2019 - 2022, δεν τροποποιήθηκε, ούτε καταργήθηκε. Παραμένει ως έχει, όπως φαίνεται, στον παραπάνω, πίνακα, που αποτελεί τμήμα του νόμου αυτού.

Στον πίνακα αυτόν, προβλέπεται ότι οι "συνταξιοδοτικές παρεμβάσεις", δηλαδή οι συνταξιοδοτικές περικοπές, θα αποδώσουν :

το 2019 :  2,882 δισ. €,
το 2020 :  2,967 δισ. €,
το 2021 :  3,115 δισ. €,
το 2022 :  2,918 δισ. €.
Σύνολο : 11,882 δισ. €.

Αυτά είναι τα μεγέθη των προβλεπόμενων περικοπών των συντάξεων, οι οποίες είναι να αθροισθούν στις μειώσεις των συντάξεων, ύψους 45 δισ. € (και περισσότερο), που έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και όσες έχει κάνει, μέχρι τώρα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Τα μεγέθη αυτά, που προβλέπονται να γίνουν, είναι πολύ μεγάλα. Και αν - λέμε, αν - σταθεί δυνατό κάποια χρονική στιγμή να αποφευχθούν οι προγραμματισμένες περικοπές των συντάξεων, αυτή η δυνατότητα είναι περιορισμένη. Εάν είναι υπαρκτή και όχι συγκυριακή, ή κατασκευασμένη.

Και φυσικά, το πρόβλημα, με τις συντάξεις, μέσα στα πλαίσια του ευρώ, ως ενός νομίσματος, το οποίο είναι και θα παραμείνει να είναι ένα σκληρό νόμισμα, το οποίο δεν εκδίδεται, σύμφωνα με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, αλλά σύμφωνα, με τις επιθυμίες της μπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης, είναι τεράστιο, αφού το νόμισμα αυτό είναι ακριβό, για την ελληνική παραγωγή και το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, είναι μια οικονομία, με ραχοκοκκαλιά τους αυτοαπασχολούμενους και την μικρομεσαία επιχείρηση.

Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα του κράτους δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν, πέραν ενός περιορισμένου ορίου τις δημόσιες δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι συντάξεις. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η κυβέρνηση εξαγγέλλει και πραγματοποιεί μειώσεις, στις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολουμένων και των ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίες αντιστοιχίζονται, σε έναν πολύ σημαντικό βαθμό (ή και πλήρως), στην συνταξιοδοτική δαπάνη, αφού - υποτίθεται ότι - την χρηματοδοτούν.

Για τους λόγους αυτούς δεν καταργήθηκε η έννοια της "προσωπικής διαφοράς". Και για τους ίδιους λόγους παραμένει, η εφαρμογή της, στην πράξη, μετά τον επανυπολογισμό όλων των καταβαλλόμενων συντάξεων, ο οποίος έγινε και εξακολουθεί να ισχύει, παρά την καταργητική διάταξη του νομοσχεδίου, που ψηφίστηκε, στην βουλή, η οποία προαναφέρθηκε και - υποτίθεται ότι - καταργεί τις περικοπές των συντάξεων αυτών. 

Έτσι, η "προσωπική διαφορά" εξακολουθεί να υπάρχει και να είναι έτοιμη, σε όλες τις καταβαλλόμενες συντάξεις των, προ της ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου, παλαιών συνταξιούχων και να μπορεί, οποιαδήποτε κριθεί απαραίτητο, να αποτελέσει την καύσιμη ύλη των σταδιακών (ή εφ' άπαξ και εξ ολοκλήρου) περικοπών των συντάξεων αυτών.

Αλλά, πέραν των παλαιών, προ της ισχύος του Ν. 4387/2016, καταβαλλόμενες συντάξεις και την, κατ' ουσίαν, προσωρινή αναβολή της περικοπής τους, η μεγάλη σφαγή των συντάξεων, που έχει γίνει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ίδιου νόμου, αφορά όσους συνταξιοδοτούνται, από 1/1/2015 και εφεξής, στις οποίες οι περικοπές του απονεμόμενου ποσού των εκδιδόμενων συντάξεων, με το νέο καθεστώς του νόμου Κατρούγκαλου, είναι τεράστιες και υπερβαίνουν το 30%, ή το 40%, ή και κατά περίπτωση, ακόμη περισσότερο (υπάρχουν και πρώην Ταμεία, στα οποία, σε ολόκληρες κατηγορίες συνταξιούχων, το ποσόν της σύνταξής τους είναι μειωμένο κατά 5 φορές, σε σχέση με εκείνο το οποίο θα ελάμβαναν, με την προ νόμου Κατρούγκαλου, ισχύσασα νομοθεσία, ενώ σε άλλες κατηγορίες νέων συνταξιούχων, το ποσόν της σύνταξης είναι μειωμένο, ακόμη, πιο πολύ), στο, σε σχέση, με το εάν αυτές οι συντάξεις είχαν εκδοθεί, με βάση την προϊσχύσασα νομοθεσία.

Στην περίπτωση όλων των νέων συντάξεων, που εκδίδονται, από 1/1/2015 και μετά, γίνεται η "σφαγή της νύκτας του Αγίου Βαρθολομαίου". Δεν μένει ούτε μια σύνταξη χωρίς μια πολύ "γενναία" περικοπή, σε σχέση με την παλαιά νομοθεσία. Και παρ' όλ' αυτά, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ λένε και πανηγυρίζουν, για το "γεγονός" ότι δεν περικόπτονται οι συντάξεις!

Ως εκ τούτου, οι προοπτικές, για το μέλλον των συντάξεων, μέσα στην ευρωζώνη, ήσαν, είναι και θα παραμείνουν ζοφερές. Αυτό, βέβαια, το έχουμε ξαναπεί. [Όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει σε αυτό, εδώ το μπλογκ, το παλαιότερο δημοσίευμα, με τίτλο :Το δυσοίωνο και ζοφερό μέλλον των συντάξεων και των συνταξιούχων, μέσα από τους αριθμούς και τα μεγέθη του "Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής 2018 - 2022" και του "μεταμνημονιακού" Μνημονίου. (Ο σώζων εαυτόν, σωθείτω)...]. Δεν βλάπτει, όμως, να το ξαναπούμε. Διότι χρήσιμο είναι να μην μένουμε, στα "επιχειρήματα", που εξαπολύουν οι κυβερνητικοί παράγοντες.

Βέβαια, γεγονός είναι ότι, όσον αφορά τις παλαιές, προ του νόμου Κατρούγκαλου, καταβαλλόμενες συντάξεις, η προγραμματισμένη, από την 1/1/2019, περικοπή τους δεν γίνεται. Αναβάλλεται, για αργότερα, αλλά, τώρα, δεν γίνεται. Αυτό είναι ένα γεγονός.

Το ερώτημα, στην παρούσα φάση και μέχρι τις βουλευτικές εκλογές, όταν αυτές διεξαχθούν, είναι, εάν αυτή η αναβολή των προγραμματισμένων περικοπών των παλαιών συντάξεων, που, εντέχνως και με οργουελλιανό τρόπο και φρασεολογία, διαφημίζεται, από την κυβέρνηση (αλλά, ανοήτως και από την μνημονιακή αντιπολίτευση, που ψήφισε την σχετική διάταξη), ως κατάργηση των περικοπών αυτών, θα ωφελήσει (ή όχι) και κατά πόσο, τα κυβερνητικά κόμματα.

Προφανώς, θα τα ωφελήσει. Κατ' αρχήν, επικοινωνιακά. Αλλά και ουσιαστικά. Το ζήτημα είναι το πόσο θα τα ωφελήσει.

Κατ' αρχήν, όσον αφορά τον μικρό κυβερνητικό εταίρο, τους ΑΝΕΛ, οι θετικές επιπτώσεις αυτής της νομοθετικής ρύθμισης θα είναι ελάχιστες, στα όρια του μη ανιχνεύσιμου. Δεν πρόκειται να σώσουν το κόμμα του Πάνου Καμμένου, το οποίο πνέει τα λοίσθια.

Όμως, όσον αφορά τον μεγάλο κυβερνητικό εταίρο, τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι προφανές ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα θα ενισχυθεί. Το ζήτημα είναι το πόσο θα ενισχυθεί.

Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ενίσχυσή του θα είναι ορατή, μεν, αλλά δεν θα είναι τόσο μεγάλη όσο θέλει, ή όσο πιστεύει, η ηγεσία του κόμματος αυτού. Αυτό θα συμβεί, επειδή οι ηλικιωμένοι ψηφοφόροι - και η συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων εντάσσονται, σε αυτή την κατηγορία του εκλογικού σώματος - ψηφίζουν, κατά προτίμηση τον συντηρητικό χώρο. Κατά πρώτο λόγο, την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και δευτερευόντως, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά

Βέβαια και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παρουσία, στον χώρο των συνταξιούχων, αλλά δεν προκύπτει ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης θα προσθέσει στο κόμμα αυτό, νέους ψηφοφόρους, από τον χώρο των συνταξιούχων. Προφανώς, θα συγκρατήσει τις διαρροές του. Αλλά μέχρι εκεί. Και αυτό, φυσικά, δεν είναι λίγο, μέσα σε αυτή την συγκυρία, στην οποία (παρά τα όσα λέγονται) ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να καταρρεύσει, εκλογικά.

Ένα δεύτερο στοιχείο, που συνηγορεί ότι τα κέρδη του ΣΥΡΙΖΑ, από την αναβολή των περικοπών, στις συντάξεις, δεν θα είναι μεγάλα, προκύπτει, από την διαπίστωση, που διαχέεται (και από τους δημοσκόπους), ότι οι ψηφοφόροι - και κυρίως, οι ηλικιωμένοι, δηλαδή οι συνταξιούχοι - έχουν σχηματίσει την πεποίθηση ότι και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν ήταν, στην θέση του πρωθυπουργού, θα κατάφερνε να επιτύχει την μη περικοπή των συντάξεων.

Αυτή η διαπίστωση, για το περιεχόμενο της πεποίθησης, που διαμορφώνεται, στο ευρύτερο εκλογικό σώμα και ειδικότερα, στους συνταξιούχους, λειτουργεί αποσυμπιεστικά, στον χώρο αυτόν και αφοπλίζει, στην πράξη, σε σημαντικό βαθμό την επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία λειτουργεί κινδυνολογικά και προσπαθεί να σπείρει τον φόβο ότι η Νέα Δημοκρατία, εάν και όταν έλθει, στην κυβερνητική εξουσία, θα περικόψει τις συντάξεις. 

Αυτό το αφήγημα, με δεδομένη αυτή την διαφαινόμενη πεποίθηση, που επικρατεί, στο εκλογικό σώμα και ειδικά στους συνταξιούχους, χάνει ένα μεγάλο μέρος από την δυναμική και τον αντίκτυπό του, στην πρόθεση ψήφου του ειδικού αυτού τμήματος του εκλογικού σώματος, αλλά και σε ολόκληρο το σώμα των ψηφοφόρων (όσων, τελικά, φθάσουν μπροστά, στις κάλπες και ψηφίσουν - το πόσοι θα είναι αυτοί, αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο ερώτημα).

Το τί μέλλει γενέσθαι, μένει να το δούμε.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Μια διεξοδική ανάλυση των στρατηγικών σφαλμάτων της Δύσης. [Η.Π.Α. - Ρωσία - Κίνα : Ο τριπολικός νέος Ψυχρός Πόλεμος, οι σύγχρονες γεωπολιτικές ισορροπίες στην παγκόσμια νήσο (Heartland και Rimland) και οι άμεσοι κίνδυνοι].



Προκειμένου να ανακόψουν την αυτοκρατορική δύναμη της Ρωσίας και μεταγενέστερα, της "Σοβιετικής Ένωσης" οι αγγλοσαξωνικές ελίτ εφεύραν την γεωπολιτική θεωρία της "Κεντρικής Γης" (Heartland) του Βρετανού Halford Mackinder και της "Δακτύλιου Γης" (Rimland) του Αμερικανού Nicholas J. Spykman, όπως αυτές περιγράφονται, στον παραπάνω πίνακα. Όποιος ελέγχει την "Κεντρική Γη" της ευρασιατικής παγκόσμιας νήσου, η οποία "Κεντρική Γη" έχει - ή υποτίθεται ότι έχει - ανεξάντλητους φυσικούς και λοιπούς πόρους, σύμφωνα, με τον Halford Mackinder, με την πάροδο του χρόνου, θα καταστεί θαλάσσια δύναμη και θα κυριαρχήσει, στον πλανήτη.

Όμως, αυτή η "Κεντρική Γη" δεν είναι μόνη της. Περιβάλλεται, όπως φαίνεται, επίσης, στον χάρτη, από την "Δακτύλιο Γη", η οποία λειτουργεί ανασχετικά, ως προς την προώθηση της δύναμης του κυρίαρχου, στην "Κεντρική Γη" και ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα, αυτός, που κυριαρχεί, στην "Δακτύλιο Γη" εγκιβωτίζει και περιορίζει την δύναμη του προηγούμενου, αποκόπτοντάς τον, από τις θερμές θάλασσες και από την ναυτική κυριαρχία, στον πλανήτη.

 Αυτή ήταν η στρατηγική, που εφευρέθηκε, το 1904 και την οποία ακολούθησαν οι αγγλοσαξωνικές δυνάμεις (Η.Π.Α. και Βρετανία), με ένταση, απέναντι, στην "Σοβιετική Ένωση", κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου (1945 - 1991) και με χαλαρούς ρυθμούς, απέναντι στην μετασοβιετική Ρωσία, από το 1992, μέχρι τον ρωσογεωργιανό πόλεμο το 2008 και το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, που έπληξε, κατόπιν προφανούς σχεδιασμού, τον αμερικανικό και τον παγκόσμιο καπιταλισμό. (Απέναντι, στην τσαρική Ρωσία, δεν πρόλαβαν να εφαρμόσουν αυτή την στρατηγική, διότι προέκυψε το πρόβλημα της Γερμανίας).

Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, που ακολούθησε, απαρέγκλιτα, η αμερικανική υπερδύναμη, είναι κατανοητός ο λόγος του δόγματος του προέδρου των Η.Π.Α. Harry S. Truman, η προσκόλληση της αμερικανικής υπερδύναμης, στην Ελλάδα και στην Τουρκία, η διεξαγωγή του αιματηρού ελληνικού εμφυλίου πολέμου, κατά την περίοδο 1946 - 1949, αλλά και οι πολύ αιματηρότεροι πόλεμοι της Κορέας, του Βιετνάμ, του Αφγανιστάν, του Ιράκ και τώρα, της Συρίας. Όπως κατανοητοί είναι και οι λόγοι της ουκρανικής κρίσης του 2014, που κατέληξε, στην προσάρτηση της Κριμαίας, από την Ρωσία. (Στα πλαίσια αυτά, κατανοητοί γίνονται και οι λόγοι των πιθανών μελλοντικών πολέμων, στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην Ουκρανία).

Βέβαια, τα πράγματα πολυπλοκοποιήθηκαν, μετά την ενοποίηση της Γερμανίας και την αμφισβήτηση, εκ μέρους της του status quo, γεγονός το οποίο σήμαινε την κυριαρχία στο ευρωπαϊκό κομμάτι της "Δακτυλίου Γης" ενός νέου παγκόσμιου παίκτη, ο οποίος θα περικύκλωνε και θα κατακτούσε την "Κεντρώα Γη" (την Ρωσία/"Ε.Σ.Σ.Δ.") και θα απειλούσε την ναυτική δύναμη του Νέου Κόσμου (New World) - δηλαδή των Η.Π.Α.

Αυτός ήταν ο λόγος των συμμαχιών της Ρωσίας/"Ε.Σ.Σ.Δ." και  των Η.Π.Α. (και των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων), στον Α' και ακόμη περισσότερο, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Δεν είναι λίγες οι φορές, που έχουμε αναφερθεί, στις καταλυτικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως ένα αμερικανικό εθνικό σχέδιο πλανητικής κυριαρχίας, το οποίο ξέφυγε, από τους σκοπούς των σχεδιαστών του. Πολλές φορές το έχουμε πράξει. Όμως, καθώς ο χρόνος κυλάει και σωρεύονται τα γεγονότα, η επανεκτίμηση της κατάστασης, στην οποία βρίσκεται το χωριό του πλανήτη μας, καθίσταται αναγκαία. Αυτή την επανεκτίμηση της κατάστασης των παγκόσμιων πραγμάτων θα επιχειρήσουμε, σήμερα.

Οι Αμερικανοί και γενικότερα, οι Δυτικοί γκρινιάζουν, για το γεγονός ότι έχουμε εισέλθει σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, ο οποίος, όσο και αν δεν γίνεται αντιληπτό, από τον πολύ κόσμο, είναι πολύ πιο επικίνδυνος, από εκείνον, που ξεκίνησε, αμέσως, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και έληξε, με την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης". Μπορούν να γκρινιάζουν, όσο θέλουν, όμως, δίκιο δεν έχουν, αφού είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι, για αυτή την δυσμενή εξέλιξη.

Αυτό που έκανε η αμερικανική ελίτ (και από κοντά, ως παρακολουθήματα, οι Ευρωπαίοι εταίροι της), κατά την μεταψυχροπολεμική εποχή, με την δημιουργία, την εκκίνηση και την έμπρακτη εφαρμογή του σχεδίου της παγκοσμιοποίησης, είναι η παραμέληση της γεωπολιτικής, ως μιας βασικής παραμέτρου του σχεδιασμού αυτού, προς χάρη των συμφερόντων της τεχνοδομής των πολυεθνικών εταιρειών. Και φυσικά, τον λογαριασμό αυτής της αμέλειας, που οφείλεται, στην απίστευτη αφέλεια του πολιτικού προσωπικού της Ουάσινγκτων και των κυριότερων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, είναι, που οι Η.Π.Α. και η Δύση καλούνται να πληρώσουν ακριβά, τώρα. Και πολύ ακριβότερα στο επερχόμενο μέλλον.

Δυστυχώς, για τις εξουσιαστικές ελίτ της Ουάσινγκτων και του Δυτικού Κόσμου, η γνώση της Ιστορίας, που, προφανώς, έχουν, δεν μεταφράστηκε και σε επίγνωση του κέντρου βάρους του περιεχομένου και των διδαγμάτων της. Και αυτό συνέβη, επειδή αγνόησαν την δυναμική εξέλιξη της σύγχρονης γεωπολιτικής των ανθρώπινων συνόλων και της εξουσίας, που ασκείται, εντός αυτών.

Η γεωπολιτική, όντας συνδεδεμένη, με την ύπαρξη αντιτιθέμενων και ανταγωνιστικών συμφερόντων, σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, αποτελεί το κέντρο βάρους της Ιστορίας, όχι, μόνον, ως παρελθόντος, αλλά και ως παρόντος και κυρίως, ως προβολή του μέλλοντος. Αυτό το κέντρο βάρους της Ιστορίας είναι που αγνόησε η Δύση, με αποτέλεσμα να μην σταθεί ικανή να εξάγει τα πρέποντα διδάγματα, από την Ιστορία, την οποία, όμως, πολύ καλά, γνωρίζει.

Φαίνεται οξύμωρο, αλλά είναι αυτό, ακριβώς, που έχει συμβεί. Οι αγγλοσαξωνικές ελίτ, που κατασκεύασαν την γεωπολιτική θεωρία της "Κεντρικής Γης" (Heartland) και της "Δακτυλίου Γης" (Rimland) των Halford Mackinder και Nicholas J. Spykman, με προφανή σκοπό και στόχο να αναχαιτίσουν την Ρωσία και την "Σοβιετική Ένωση" (αλλά και την Γερμανία), τα έκαναν σκατά, σε σχέση, με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους, στον πλανήτη. Και αυτό το έπραξαν για τα "ωραία μάτια" - δηλαδή τα συμφέροντα της γραφειοκρατικής ελίτ των πολυεθνικών εταιρειών, τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρέτησαν. Και γι' αυτό την πάτησαν.

Ο κεντρικός πυρήνας του σφάλματος της Δύσης είναι σαφής, συγκεκριμένος και φυσικά, απόλυτα, προβλέψιμος, επειδή είναι απλοϊκός και τον έχουμε περιγράψει πολλές φορές, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ.

[Δείτε, ενδεικτικά, τα δημοσιεύματα, με τίτλο :
Κίνα : Μια αναλυτική επισκόπηση των στρατηγικών ανοησιών των αμερικανικών ηγεσιών, από το 1990, έως το 2008. (Όταν ενθαρρύνεις την είσοδο μιας χώρας με συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να την πατήσεις)... και Πού το πάει ο Δονάλδος Τραμπ; (Το ξέσπασμα των ανοικτών εμπορικών πολέμων, ως εργαλείο εμβάθυνσης της ανακοπής της παγκοσμιοποίησης και ως μέτρο ανάταξης της αμερικανικής ισχύος) και Εθνικό κράτος vs παγκοσμιοποίηση : Ο Δονάλδος Τραμπ και η δυναμική επαναφορά του εμπορικού προστατευτισμού, ως βασικού εργαλείου, για την ανάταξη της παγκόσμιας αμερικανικής κυριαρχίας. (Μια, εκ των υστέρων δικαίωση του Κορνήλιου Καστοριάδη και του John Kenneth Galbraith, για τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό και την τεχνοδομή). Υπάρχουν και πολλά άλλα, που είναι παλαιότερα, αλλά αυτά, που, εδώ, παραθέτω, είναι αρκετά, διότι δεν χρειάζεται να κουράζουμε τους αναγνώστες, με έναν όγκο πληροφοριών, που είναι αχρείαστες, αφού τα κεντρικά νοήματα των όσων θέλουμε να πούμε, μπορούν να συνοψισθούν].

Ποιό, λοιπόν, ήταν το θεμελιακό σφάλμα της αμερικανικής ελίτ; Το έχουμε ξαναπεί. Δεν βλάπτει, όμως να το επαναλάβουμε :

Όταν έχεις την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, δεν μπορείς να εισαγάγεις, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια χώρα, που λειτουργεί με έναν, σχεδόν πλήρως, συγκεντρωτικό κεντρικό σχεδιασμό, σαν την Κίνα, με τόσο φθηνούς παραγωγικούς συντελεστές και με έναν τεράστιο και πειθαρχημένο πληθυσμό, όπως η χώρα αυτή. 

Και τούτο διότι, αναπότρεπτα, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, οι συνέπειες θα είναι, εις βάρος σου, θα είναι βαρύτατες, θα τις βρεις μπροστά σου και μακροπρόθεσμα, δεν θα μπορείς να τις αντιμετωπίσεις. Πολύ περισσότερο, όταν έχεις εισαγάγει, στην παγκοσμιοποίηση - έστω, σε πολύ μικρότερο βαθμό -, έναν άλλον βασικό αντίπαλό σου. Την μετασοβιετική Ρωσία.

Αυτοί είναι οι σκληροί κανόνες της γεωπολιτικής. Και αυτούς τους κανόνες είναι που παραβίασαν οι εκφραστές των μακροπρόθεσμων, των στρατηγικών συμφερόντων του βαθέος αμερικανικού κράτους και της ελίτ, που διοικεί την αμερικανική κοινωνία. Και αυτή την παραβίαση των κανόνων αυτών είναι που πληρώνουν, τώρα, οι αμερικανικές ελίτ και οι ελίτ της κεντροδυτικής Ευρώπης, που λειτούργησαν, ως παρακολουθήματα της Ουάσινγκτων.

Το γιατί το έκαναν, το είπαμε, ήδη. Το έκαναν, για το χατήρι των μεγάλων επιχειρήσεων, των πολυεθνικών εταιρειών και της εταιρικής γραφειοκρατικής ελίτ, που τις διοικεί και τις οποίες ο John Kenneth Galbraith, από την δεκαετία του 1960, έχει ονομάσει τεχνοδομή, εννοώντας (και διευρύνοντάς την, ως κοινωνικό στρώμα, με διακριτά χαρακτηριστικά) την διευθυντική γραφειοκρατική ελίτ των επιχειρήσεων αυτών, για την οποία μίλησε ο James Burnham, ήδη, από την δεκαετία του 1930, αντιπαρατιθέμενος, με τις πολιτικές και τις κοινωνικές αυταπάτες και τις συναφείς ελπίδες, που έτρεφε ο Λέων Τρότσκυ. 




Το αποτέλεσμα αυτών των τεράστιων ανοησιών των αμερικανικών ελίτ απεικονίζεται, στον παραπάνω χάρτη, στον οποίο εμφανίζονται τα υπάρχοντα ενεργειακά αποθέματα (πετρέλαιο, άνθρακας και αέριο), στον πλανήτη. Αν αυτά τα ενεργειακά αποθέματα συνδυασθούν, με τις υπάρχουσες υπερδυνάμεις και τις ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις του πλανήτη, το μέλλον των Δυτικών είναι σκοτεινό, έως απελπιστικό, εάν δεν συνάψουν τις κατάλληλες πλανητικές συμμαχίες. 

Όπως, επίσης, από τον χάρτη αυτόν προκύπτουν οι άμεσοι κίνδυνοι, για την έκρηξη ευρύτερων πολεμικών συγκρούσεων, στην περιοχή μας, στην οποία συγκεντρώνονται πλούσιοι γεωφυσικοί πόροι, για τους οποίους και οι τρεις υπερδυνάμεις είναι διατεθειμένες να διακινδυνεύσουν τα πάντα, προκειμένου να τους ελέγξουν.

Η αλματώδης άνοδος της συγκεντρωτικής Κίνας (η οποία διοικείται, με την απαρέγκλιτη εφαρμογή του λενινιστικού μοντέλου διοίκησης, που έχει επιβάλει η γραφειοκρατία του Κομμουνιστικού Κόμματος), μέσα, στα πλαίσια της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία ωφελήθηκε τα μέγιστα και περισσότερο, από κάθε άλλη χώρα, από την διαδικασία αυτή και μετατρέπεται, από περιφερειακή δύναμη, σε μια υπερδύναμη, με την δυναμική να καταστεί, μεσομακροπρόθεσμα, ασυναγώνιστη και η πρωταγωνιστική δύναμη, στον πλανήτη, δεν αφήνει περιθώρια, για τις στρατηγικές συμμαχίες, που είναι αναγκαίες, για την Ουάσινγκτων και το Πεκίνο.

Η μόνη ρεαλιστική στρατηγική συμμαχία, σε μεσοπρόθεσμη βάση, για την αμερικανική υπερδύναμη, είναι η συμμαχία, με την Ρωσία. Και αντίστοιχα, η μόνη ρεαλιστική στρατηγική συμμαχία, για την Κίνα, είναι η συμμαχία με την Ρωσία. Και αυτό συμβαίνει, επειδή η Μόσχα, στην παρούσα φάση, δεν είναι ο κύριος στρατηγικός αντίπαλος, ούτε της Ουάσινγκτων, ούτε του Πεκίνου. 

Με δεδομένη την ανάγκη για όλο και περισσότερη ενέργεια, λόγω έλλειψης των απαραίτητων φυσικών πόρων και με δεδομένη την όξυνση της αντιπαράθεσης της Κίνας, με τις Η.Π.Α., συνδυασμένη, με την - μέχρι στιγμής - στρατιωτική υπεροχή της αμερικανικής υπερδύναμης, οι ηγέτες του Πεκίνου έχουν ανάγκη την Μόσχα.

Αναπόδραστα, οι Η.Π.Α., αντιμετωπίζοντας, στην "Δακτύλιο Γη", μια νέα δύναμη, την Κίνα - η οποία είναι, απείρως, ισχυρότερη από την αυτοκρατορική, ή την ναζιστική Γερμανία - και σε βάθος χρόνου, με την κάλυψη της απόστασης της τεχνολογικής διαφοράς, ανάμεσα στις δύο χώρες, που θα προκύψει (εάν, ήδη, δεν έχει προκύψει), είναι υποχρεωμένες να στραφούν προς την Ρωσία, η οποία, στην περίπτωση αυτή λειτουργεί, ως ένας γεωπολιτικός μπαλαντέρ. Και φυσικά, αυτό οι ηγέτες της το γνωρίζουν.

(Βέβαια, δεν είναι, μόνον, η Κίνα, που αναδύεται, στην περιφέρεια της Rimland. Κάθε άλλο. Στο ευρωπαϊκό άκρο της "Δακτυλίου Γης", αχνοφαίνεται η αναιμική παρουσία της αποκαλούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης". Όμως, αυτή, χωρίς ενιαία κρατική δομή και χωρίς την απαραίτητη στρατιωτική δύναμη, αφού βρίσκεται, υπό την σκέπη του ΝΑΤΟ - δηλαδή της Ουάσινγκτων -, δεν λαμβάνεται υπόψη, ως πραγματική δύναμη. Πρόκειται, μάλλον, για ένα, μάλλον, ασταθή και δευτερεύοντα παράγοντα, στις διεθνείς σχέσεις, ο οποίος ουδεμία σχέση έχει, με την ενιαία κρατικά και εθνικά Κίνα, ή με οποιανδήποτε άλλη μεγάλη, ή μικρή και υπολογίσιμη, πηγή κρατικής ισχύος, στον πλανήτη). 

Προφανώς, η ελίτ της Μόσχας, όπως φαίνεται, προτιμάει την συμμαχία, με την Δύση. Γι' αυτό και διέπραξε, από το 1991, με την διάλυση του "σοσιαλιστικού στρατοπέδου" και της "Σοβιετικής Ένωσης", όλες αυτές τις στρατηγικές ανοησίες, που οδήγησαν την Ρωσία, σε αυτή την πρωτόγνωρη, ιστορικά, στρατηγική καταστροφή, την οποία παρακολουθήσαμε όλοι μας, κατά την δεκαετία του 1990. 

Και για τον λόγο αυτόν, η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να είναι ανεκτική και στην επιθετική συμπεριφορά της Δύσης, παρά το γεγονός ότι, πλέον, δεν παίζει, μόνο, σε αυτό το σενάριο, στρεφόμενη, στην ανερχόμενη Κίνα, ενώπιον του νέου και πολλαπλά επικίνδυνου Ψυχρού Πολέμου, που έχει εξαπολύσει η Ουάσινγκτων, αφού τώρα πια, δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μονοπολικό κόσμο, που ξαφνικά, έγινε διπολικός.

Έχουμε, πλέον να κάνουμε, με ένα τριπολικό κόσμο. Έναν κόσμο, όπου οι συνεννοήσεις και η λήψη των σχετικών αποφάσεων είναι πολύ πιο δύσκολες, από την παλαιά εποχή του Ψυχρού Πολέμου, που ξεπήδησε, αμέσως, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καιρός είναι οι σχεδιαστές των αποφάσεων του βαθέος αμερικανικού κράτους να δουν τα πράγματα ψύχραιμα και με την απαραίτητη ωμότητα, που προκύπτει, ως ανάγκη, από τις περιστάσεις. Και φυσικά, να πάρουν τις πρέπουσες, για τα συμφέροντά τους αποφάσεις.

Αλλιώς...




Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Η Βρετανία, σε σταυροδρόμι : Η ταλάντευση της βρετανικής πολιτικής ολιγαρχίας, ανάμεσα σε ένα μαλακό, ή σκληρό Brexit, η Theresa May, ο Boris Johnson, ο Jeremy Corbyn και η εμπλοκή τους στα παιχνίδια για την κατάκτηση της εξουσίας.




Η ψηφοφορία, στο βρετανικό κοινοβούλιο, για την κύρωση, ή μη, του κειμένου της συμφωνίας, στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση της Theresa May, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση", θέτει, εκ των πραγμάτων το ερώτημα, για το εάν αυτή η συμφωνία πρέπει, ή δεν πρέπει, να ψηφισθεί.

Παρά την οξύτατη αντιπαράθεση, που γίνεται, γύρω από το θέμα αυτό και παρά το γεγονός ότι, όπως φαίνεται, αυτή η συμφωνία δύσκολα θα μπορέσει να κερδίσει την πλειοψηφία των Βρετανών βουλευτών, τα πράγματα, όσον αφορά το περιεχόμενο της συμφωνίας, μπορούν να εκτιμηθούν, με ψυχραιμία, προκειμένου να διαπιστωθούν οι πραγματικές διαθέσεις των αντιπαρατιθέμενων, να εντοπισθούν τα όποια δίκαια,  ή άδικα επιχειρήματά τους.

Μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, στο οποίο η πλειοψηφία του 51,9% του εκλογικού σώματος ψήφισε υπέρ της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τα πολιτικά στρατόπεδα, που έχουν διαμορφωθεί, στην χώρα αυτή, δεν είναι τα βασικά δύο στρατόπεδα των υποστηρικτών του Brexit και εκείνων, οι οποίοι είναι υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.".

Στα στρατόπεδα αυτά έχει προστεθεί και ένα ακόμη πολιτικό στρατόπεδο. Αυτό των υποστηρικτών μιας στενής ειδικής σχέσης της Βρετανίας, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση". Μια στενή ειδική σχέση, το περιεχόμενο της οποίας θα είναι, όσο πιο κοντά γίνεται, με το περιεχόμενο της τροποποιημένης συμφωνίας παραμονής της Βρετανίας, με την "Ε.Ε.", την οποία είχε αποσπάσει η κυβέρνηση του David Cameron και την οποία προσπάθησε να επικοινωνήσει, στο βρετανικό εκλογικό σώμα. (Ανεπιτυχώς, όπως προκύπτει, εκ του αποτελέσματος).

Αυτό το τρίτο πολιτικό στρατόπεδο, στο οποίο ηγείται η συντηρητική πρωθυπουργός Theresa May, θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία, που έχει υπογράψει, είναι η καλύτερη δυνατή, στην παρούσα φάση και ότι οι όποιες αδυναμίες της, μπορούν να διορθωθούν, σε μια επόμενη φάση, όταν θα υπογραφεί η ειδική εμπορική συμφωνία, ανάμεσα, στην Βρετανία και την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Οι σκληροί Brexiteers, που συνασπίζονται, γύρω από τον Boris Johnson, διαφωνούν, πλήρως, με αυτή την προσέγγιση. Θεωρούν ότι οι διατάξεις της συμφωνίας αυτής κρατούν την Βρετανία, υποχείρια, στην "Ε.Ε." και ότι αυτό πρέπει να αποτραπεί, με την καταψήφισή της, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο, για την διαπραγμάτευση μιας νέας συμφωνίας. Και φυσικά, εάν μια τέτοια συμφωνία δεν γίνει κατορθωτή, λόγω της επιμονής των "ευρωενωσιτών", τότε η μόνη επιλογή είναι η προετοιμασία της χώρας, για ένα σκληρό Brexit, για μια έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τον Μάρτιο του 2019, χωρίς συμφωνία.

Τα ουσιαστικά προβλήματα αυτής της συμφωνίας βρίσκονται, στα εξής σημεία :

1) Στο βορειοϊρλανδικό πρόβλημα, που αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους, στα σύνορα της βρετανική Βόρειας Ιρλανδίας, με το Έϋρε, με το ανεξάρτητο ιρλανδικό κράτος.

2) Στο πρόβλημα της τελωνειακής ένωσης της Βρετανίας, με την "Ευρωπαϊκή Ένωση", η οποία τελωνειακή ένωση υποτίθεται ότι αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση, αλλά αυτό είναι, μόνο, μια υπόθεση.

3) Στο ζήτημα της υπαγωγής της Βρετανίας, στην δικαιοδοσία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.

Αυτά είναι τα προβλήματα, που έχει αυτή η συμφωνία. Και αυτά τα προβλήματα είναι, που έχουν πυροδοτήσει την σφοδρή αντιπαράθεση, μέσα στους κόλπους, κατά πρώτο λόγο, των Tories, που κυβερνούν, σε συμμαχία με το βορειοϊρλανδικό κόμμα DUP, αλλά και μέσα στο Εργατικό Κόμμα του Jeremy Corbyn, όπου και σε αυτό υπάρχει μια ισχυρή πτέρυγα των Brexiteers, η οποία μπορεί να είναι μειοψηφική, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί.





Όπως φαίνεται το κλίμα, μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα, είναι βαρύ, για την κυβέρνηση και την συμφωνία, που έρχεται, στην κρίση του κοινοβουλίου της χώρας. Το ακανθώδες θέμα της Βόρειας Ιρλανδίας και η σύνδεσή του, με την παραμονή της Βρετανίας, στην τελωνειακή ένωση, με την "Ε.Ε.", όπως και η υπαγωγή της Βρετανίας, στην δικαιοδοσία του ευρωδικαστηρίου, εμπλέκονται, με την σύγκρουση, για την διαδοχή της Theresa May, στην αρχηγία του κόμματος και στην πρωθυπουργία, θέσεις τις οποίες διεκδικεί ο, παραπάνω, εικονιζόμενος Boris Johnson και οι Brexiteers.

Αυτή η σφοδρή εσωκομματική κόντρα, στους Tories, η οποία σοβεί, μετά την αναπάντεχη άνοδο του Εργατικού Κόμματος, στις περυσινές βουλευτικές εκλογές, που ξεπέρασε την (επίσης) άνοδο των Συντηρητικών, με αποτέλεσμα η πρωτιά των Tories να μην συνοδευτεί, με την επίτευξη της αυτοδυναμίας, έχει επανέλθει και έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, εξ αιτίας της μεσοβέζικης πολιτικής της μετριοπαθούς Theresa May, η οποία, αν και υποχρεώθηκε να διαπραγματευθεί το Brexit, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την παραίτηση του David Cameron, από την πρωθυπουργία, κατά την, προ του δημοψηφίσματος, χρονική περίοδο, είχε ταχθεί, δημοσίως, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Ο Boris Johnson και οι, συν αυτώ, ευρωσκεπτικιστές δεν έχουν καμμία εμπιστοσύνη, στους χειρισμούς και στις πραγματικές προθέσεις της Βρετανίδας πρωθυπουργού, την οποία υποψιάζονται - και την κατηγορούν -, για μια κρυφή ατζέντα, που αποσκοπεί, στην παραμονή της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", ή για την δημιουργία μιας στενής ειδικής της χώρας τους, με την "Ένωση" και μάλιστα, τόσο στενής, που θα είναι βλαπτική, για τα συμφέροντα της ελίτ, την οποία εκπροσωπούν και η οποία κατάφερε να νικήσει τους "ευρωπαϊστές", στο σχετικό δημοψήφισμα.

Αυτές τους τις διαφωνίες ο πρώην δήμαρχος του Λονδίνου και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Theresa May, ο πληθωρικός Boris Johnson και οι υπερασπιστές της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", τις χρησιμοποιούν, για το μείζον. Και αυτό το μείζον, για κάθε φιλόδοξο Βρετανό (και όχι, μόνο, Βρετανό) πολιτικό, είναι η πρωθυπουργία και το πάνω χέρι, στα πλαίσια του κόμματος.

Βέβαια, το ερώτημα που γεννάται, εδώ, έχει να κάνει, με το εάν, όντως, η Theresa May επιθυμεί την παραμονή της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" και εάν έχει μια τέτοια κρυφή ατζέντα. Προφανώς, η Βρετανίδα πρωθυπουργός επιθυμεί την παραμονή. Είναι Remainer και αυτό, όπως προανέφερα, το έχει εκφράσει, στην προεκλογική εκστρατεία του δημοψηφίσματος. Πιθανόν να επιθυμεί οι εξελίξεις να οδηγήσουν τα πράγματα, προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά κρυφή ατζέντα, για κάτι τέτοιο δεν έχει.

Η Theresa May αντιλαμβάνεται αυτό που αντιλαμβάνεται και ο ηγέτης των Εργατικών Jeremy Corbyn. Ότι δηλαδή, μια υποστήριξη της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", δεν μπορεί να περάσει τώρα. Μπορεί να περάσει, μετά από αρκετά χρόνια, από σήμερα και πάντα, μετά από διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος, αλλά όχι τώρα. Τώρα, ακόμη και ένα νέο δημοψήφισμα να προκηρυχθεί, όπως ζητούν, μέσα στην απελπισία τους, οι οπαδοί της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.", δεν πρόκειται να αλλάξει η ετυμηγορία του βρετανικού εκλογικού σώματος. Οι Remainers θα ηττηθούν και πάλι.

Αυτό που, τώρα, μπορεί να γίνει και το οποίο η ίδια μπορεί να κάνει, είναι το να κρατήσει την Βρετανία κοντά στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", αποφεύγοντας το Brexit, χωρίς συμφωνία και αφήνοντας όλα τα παράθυρα ανοικτά, προκειμένου να αξιοποιηθούν, αργότερα, όταν και εάν κάτι τέτοιο καταστεί δυνατό και επιθυμητό. Και αυτό είναι εκείνο για το οποίο μάχεται, με την συμφωνία ενός απαλού Brexit, την οποία έχει υπογράψει και την οποία αποπειράται να περάσει στο βρετανικό κοινοβούλιο, ζητώντας του να την αποδεχθεί.

Φυσικά, το έργο της είναι πολύ δύσκολο, έως ακατόρθωτο, με το κλίμα, που επικρατεί. Όπως φαίνεται, δεν έχει την πλειοψηφία. Και εάν αυτό επιβεβαιωθεί, οι εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, θα είναι, ραγδαίες και προφανώς, άκρως, ενδιαφέρουσες, αφού ο αγώνας, για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, από τους αντιπάλους της, θα ενταθεί, στο έπακρο.





Αλλά δεν είναι, μόνο ο Boris Johnson, που έχει τις δικές του φιλοδοξίες, για την πρωθυπουργία. Υπάρχει και άλλος ενδιαφερόμενος. Αυτός. βέβαια, δεν επιθυμεί να αναλάβει την αρχηγία των Tories. Πρόκειται, για τον, ανωτέρω, εικονιζόμενο αρχηγό των Εργατικών Jeremy Corbyn, ο οποίος θεωρεί ότι αυτός είναι εκείνος - και όχι ο Boris Johnson, ή οποιοσδήποτε άλλος, από το Συντηρητικό Κόμμα, που μπορεί να αρπάξει την ευκαιρία να διαδεχθεί την Theresa May, στην θέση του πρωθυπουργού. Και δεν έχει άδικο. Όντως, θα έχει και αυτός την ευκαιρία, που θέλει, εάν καταφέρει να προκηρυχθούν, γενικές εκλογές, στην Βρετανία.

Μπορεί να - και προφανώς - το επιθυμεί, αλλά και ο ηγέτης των Εργατικών, ο οποίος έχει επιτύχει να αποκτήσει την κυριαρχία, μέσα στο κόμμα του, έχει τις δυσκολίες του. Το Κόμμα Εργασίας της Βρετανίας κέρδισε τις εντυπώσεις και απέκτησε την απαραίτητη πολιτική δυναμική, μετά την αναπάντεχη επιτυχία του, στις βρετανικές βουλευτικές εκλογές της 8/6/2017, αλλά έχει επιδοθεί, σε μια επίμονη προσπάθεια πειθούς της εργατικής βάσης του, στον Βορρά, η οποία, παρά την θετική στάση του αρχηγού του, στο δημοψήφισμα, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", ψήφισαν, υπέρ του Brexit, αφήνοντας τους Remainers, στα κρύα του λουτρού και φυσικά, είναι καχύποπτη, για τις προθέσεις της ηγεσίας του κόμματος.

Αυτή η διχαστική πραγματικότητα έχει οδηγήσει τον Jeremy Corbyn να αποδεχθεί την ετυμηγορία της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος και να λέει ότι θα την εφαρμόσει, αφήνοντας, για το απροσδιόριστο μακρινό μέλλον μια πιθανή επανατοποθέτηση του ερωτήματος, για την επάνοδο της Βρετανίας, στην "Ε.Ε.".

Με αυτά τα δεδομένα και με ένα προωθημένο κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο, ουδόλως, ταιριάζει, με το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" (κάτι που ο Jeremy Corbyn και η ομάδα της αριστερής πτέρυγας των Labours, που έχει κυριαρχήσει, μέσα στο κόμμα, γνωρίζουν πολύ καλά), η ηγεσία των Εργατικών προσπαθεί να οδηγήσει την χώρα, στην διεξαγωγή νέων βουλευτικών εκλογών, τις οποίες ελπίζει και θεωρεί ότι θα τις κερδίσει.

Η μόνη δυνατότητα, που έχει, για να σπρώξει την κατάσταση, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι να καταψηφισθεί η συμφωνία, που έχει συνάψει η Βρετανίδα πρωθυπουργός, με τους "ευρωενωσιακούς", ελπίζοντας, στην κατάρρευση της κυβέρνησης και στον διχασμό των Tories.

Αν δει κάποιος την κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, πριν από την ψηφοφορία της 11/12/2018, στο βρετανικό κοινοβούλιο, μπορεί να πει ότι οι ελπίδες των Εργατικών είναι υπαρκτές. Οι Συντηρητικοί δεν βρίσκονται, σε καλή κατάσταση. Είναι διχασμένοι και με δεδομένο ότι και η ίδια η βρετανική ελίτ είναι και αυτή διχασμένη, τόσο όσον αφορά τον Brexit, όσο και ως προς το τί πρέπει να γίνει, από εδώ και πέρα.

Όμως, από το να είναι διχασμένοι, μέχρι το να διασπασθούν οι Συντηρητικοί, η απόσταση είναι μεγάλη. Την κυβέρνηση της Theresa May μπορεί να την ρίξουν, με μια καταψήφιση της συμφωνίας, αν και η ίδια η πρωθυπουργός δεν έχει συνδέσει την καταψήφιση της συμφωνίας, με δική της παραίτηση. Κάθε άλλο. Όπως φαίνεται, δεν πρόκειται να κάνει, τόσο εύκολα, το χατήρι των εσωκομματικών της αντιπάλων.

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός μένει προσηλωμένη, στην παραμονή της, στην πρωθυπουργία, παρά την μεγάλη αναταραχή, που έχει προκύψει, από τις πρόσφατες παραιτήσεις των υπουργών της κυβέρνησής της, οι οποίοι διαφωνούσαν, με την υπογραφή αυτής της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι πιέζεται, για να παραιτηθεί και επίσης, παρά το γεγονός ότι έχουν μαζευτεί υπογραφές, για την εκλογή νέου αρχηγού, στο Συντηρητικό Κόμμα.

Η Theresa May αρκείται, στο γεγονός ότι δεν έχει κατατεθεί ο απαραίτητος αριθμός των επιστολών των βουλευτών του κόμματος, που είναι απαραίτητες, για να γίνει πρόταση μομφής και νέας ψηφοφορίας, για την εκλογή αρχηγού και επιμένει να αγνοεί τις σφοδρές αντιδράσεις, που υπάρχουν, για το πρόσωπό της, οι οποίες, προφανώς, δεν αφορούν, μόνο, την συμφωνία, που υπέγραψε με τους "ευρωενωσιακούς", αλλά σχετίζονται, κυρίως, με το γεγονός ότι είναι διαδεδομένη η πεποίθηση πως, με την ίδια, ως αρχηγό του κόμματος, οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές είναι χαμένες.

Στην πραγματικότητα, οι Tories θα είχαν, ήδη, διασπασθεί, εάν το πρόβλημα ήταν, μόνο αυτό που αφορά το Brexit. Οι εσωτερικές διαφορές, μέσα, στο κόμμα, που είναι, όπως έχουμε πει, αντανάκλαση των μεγάλων διαφορών, που έχουν προκύψει, μέσα στην ελίτ της χώρας, είναι τόσο μεγάλες, που θα είχαν οδηγήσει τους Συντηρητικούς, σε διάσπαση, εάν τα πράγματα, ως προς το αντίπαλο δέος των Εργατικών, ήσαν ομαλά. Εάν δηλαδή, στην θέση του Jeremy Corbyn, ήταν κάποιος σαν τον Tony Blair.

Δεν είναι, όμως. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της κομματικής γραφειοκρατίας των Συντηρητικών και της ελίτ, που αυτή εκφράζει, αφού ο Jeremy Corbyn και η ηγετική ομάδα, που τον στηρίζει, μαζύ με τα συνδικάτα, την εργατική βάση του κόμματος των Εργατικών και την νεολαία, εκφράζουν και όπως φαίνεται, έχουν την πρόθεση να εφαρμόσουν ένα προωθημένο αντινεοφιλελεύθερο και ριζοσπαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, στην αντίθετη κατεύθυνση, από αυτό, που επιθυμεί η βρετανική ολιγαρχία, η οποία τρομάζει, μπροστά, σε αυτό, που, πιθανώς, θα έχει να αντιμετωπίσει, εάν ο αρχηγός των Labours κερδίσει τις εκλογές και αναλάβει, λόγω του εκλογικού συστήματος, την κυβερνητική εξουσία.

Ως εκ τούτου, οι βουλευτικές εκλογές, για όλον αυτόν τον κόσμο των μεγάλων συμφερόντων, είναι κάτι, που πρέπει, στην παρούσα φάση, να αποφευχθεί. Οι εκλογές μπορούν να περιμένουν κάποιους καλύτερους καιρούς, μέχρι το 2022, που λήγει η θητεία του παρόντος "κολοβού" κοινοβουλίου, που έδωσε μια κυβέρνηση συνασπισμού. Εδώ, σε αυτή την ανασφάλεια, είναι που στηρίζεται η Theresa May. Και σε αυτήν την ανασφάλεια, είναι που στηρίζει την παραμονή της, στην εξουσία. 

Όμως, η αλήθεια είναι ότι, αν και οι ελπίδες, που τρέφει, για να παραμείνει πρωθυπουργός, έχουν βάση, οι εσωκομματικοί αντίπαλοί της μπορούν να ελπίζουν και αυτοί, στην ανατροπή της, εξασφαλίζοντας ότι αυτή η ανατροπή δεν θα σημάνει, σε καμμία περίπτωση, την προκήρυξη νέων βουλευτικών εκλογών και ότι η αντικατάστασή της, στην αρχηγία του κόμματος και στην πρωθυπουργία, θα γίνει με "βελούδινο" τρόπο, ούτως ώστε, είτε με οικειοθελή παραίτηση της πρωθυπουργού, είτε με την διεξαγωγή των απαραίτητων κομματικών και κοινοβουλευτικών διαδικασιών, να προκύψει νέα κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, με έναν εκ των εσωκομματικών της αντιπάλων. (Δεν είναι, μόνο, ο Boris Johnson. Υπάρχουν και άλλοι, όπως ο Michael Gove, ο οποίος, μετά το δημοψήφισμα της 23/6/2016, άφησε τον Boris Johnson, στα κρύα του λουτρού).

Σε αυτήν την διελκυστίνδα της εσωτερικής πολιτικής σκηνής, στις κομματικές αντιμαχίες και στις εσωκομματικές ίντριγκες, είναι που έχει εμπλακεί η υπόθεση της προσεχούς ψηφοφορίας, στην βουλή των κοινοτήτων, για την συμφωνία, σχετικά με την έξοδο της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Αυτό, φυσικά, δεν είναι κάτι το μη αναμενόμενο. Κάθε άλλο. Είναι σύμφυτο χαρακτηριστικό της  τρέχουσας, της καθημερινής πολιτικής, δηλαδή του αγώνα, για την εξουσία, η εμπλοκή όλων των περισσότερο, ή λιγότερο σοβαρών θεμάτων, που απασχολούν την επικαιρότητα και εντάσσονται (ή μπορούν, με οποιονδήποτε τρόπο να ενταχθούν), στην ατζέντα των κομματικών αντιπαραθέσεων και των προσωπικών φιλοδοξιών και επιδιώξεων του πολιτικού προσωπικού κάθε χώρας.

Ως εκ τούτου και υπό το φως αυτών των δεδομένων και των εξελίξεων, η ψηφοφορία της ερχόμενης Τρίτης θα είναι καθοριστική, αφού θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα, όσον αφορά την ταλάντευση της βρετανικής πολιτικής ολιγαρχίας, γύρω από το είδος της εξόδου, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", που θα πραγματοποιηθεί. Εάν δηλαδή το βρετανικό κοινοβούλιο θα πάρει, στα χέρια του, την υπόθεση του Brexit, ή εάν θα αποδεχθεί την συμφωνία, που προτείνει η παρούσα συντηρητική κυβέρνηση. 

Το τί θα προκύψει, σχετικά με το αποτέλεσμά της και ως προς τις εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν, είναι το ζητούμενο. 

Και φυσικά, θα είμαστε, εδώ, να το δούμε.