Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Donald Trump vs Kim Jong-un, σημειώσατε τι; (Ο ωμός​ ορθολογισμός του καθεστώτος της κορεατικής κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, η ένταξή του στην αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών της ασιατικής Ανατολής και η τρώση του ηγεμονικού γοήτρου των Η.Π.Α.).



Δεν είναι λίγες οι φορές, που έχουμε μιλήσει, για την, σε πλανητικό επίπεδο, κάμψη της αμερικανικής ισχύος και επιρροής και για την τρώση του αμερικανικού ηγεμονισμού και του γοήτρου, που είχε εμπεδώσει η Ουάσινκγτων, ως το κέντρο μιας πλανητικής υπερδύναμης, η οποία μπορούσε να ασκεί, με επιτυχία τα καθήκοντα μιας σύγχρονης Ρώμης, με μια συστηματική και ενεργό πλανηταρχία, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το έχουμε κάνει, πλειστάκις, σε αυτό εδώ το μπλογκ και φυσικά, όλα όσα συμβαίνουν, γύρω μας, έρχονται να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. Η συνεχιζόμενη κρίση των πυραύλων, στην κορεατική χερσόνησο, δεν αποτελεί εξαίρεση. Κάθε άλλο.

Πέρα από όσα λέγονται και θρυλούνται και κατά κόρον, γράφονται, η σύγχρονη λεκτική και πραγματική αντιπαράθεση, ανάμεσα, στο καθεστώς της ιδιότυπης κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που, από την δεκαετία του 1950, δηλαδή, από την εποχή του Ιωσήφ Στάλιν και του Mao Zedong, έχει εγκαθιδρυθεί, στην Βόρεια Κορέα και την Ουάσιγκτων, αποτελεί και αυτή, ένα ουσιώδες δείγμα της παρούσας ηγεμονικής αμερικανικής παρακμής.

Donald Trump vs Kim Jong-un σημειώσατε τι;

Παρά την στομφώδη, σκληρή και αντισυμβατική φρασεολογία, που έχει υιοθετήσει ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, απέναντι, στο καθεστώς του Kim Jong-un, του δεύτερου απογόνου της δυναστείας των Kim, που εγκατέστησε, η "Σοβιετική Ένωση", στο βόρειο τμήμα της κορεάτικης χερσονήσου, αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ίδρυσε ο Kim Il-sung, ως γνήσιο πολιτικό τέκνο του σταλινισμού και αφήνοντας, στην άκρη, αυτήν την αποπροσανατολιστική ρητορική του Αμερικανού προέδρου, στην πραγματικότητα, η αμερικανική υπερδύναμη έχει χάσει την παλαιά (και σχετικά, πρόσφατη) ηγεμονική ικανότητα να θέτει την ατζέντα, στον χώρο της ασιατικής Ανατολής.

Δεν είναι, πλέον, η Ουάσινγκτων, αυτή που προσδιορίζει τα θέματα ημερησίας διατάξεως, στην περιοχή και φυσικά, δεν είναι η θέση, που, κάθε φορά, λαμβάνει η αμερικανική κυβέρνηση, ο κύριος γνώμονας, για την συμπεριφορά των κρατών της ανατολικής Ασίας. Αυτό, βέβαια, δεν αρέσει, στον Donald Trump και στην αμερικανική ελίτ, αλλά αυτή είναι η πικρή, για την υπερδύναμη, αλήθεια. Ο κύριος παίκτης, στην περιοχή δεν είναι οι Η.Π.Α. Κύριος παίκτης και ουσιαστικός διαμορφωτής της ατζέντας, στην ανατολική Ασία, είναι η Κίνα. Και φυσικά, οι θέσεις του Πεκίνου είναι αυτές που, κατά πρώτο λόγο, λαμβάνονται υπόψη, από τις χώρες, που βρίσκονται και ενεργούν, μέσα στον χώρο αυτόν.

Δεν είναι ότι ο λόγος της αμερικανικής ηγεσίας, στην ανατολική Ασία, δεν έχει καμμία βαρύτητα. Κάθε άλλο. Προφανώς και έχει βαρύτητα. Αλλά η Ουάσινγκτων δεν έχει, πλέον, τον πρώτο λόγο. Τον έχει χάσει. Και αυτό έχει συμβεί, πρωτίστως, εξ αιτίας των δικών της ιστορικών στρατηγικών ανοησιών, που, στην συνέχεια, ακολουθήθηκαν, από την δεδομένη, ως ανεξέλεγκτη, φορά των πραγμάτων, αφού τα, εν εξελίξει, συγκριτικά μεγέθη των δύο χωρών λειτουργούν, όσο περνούν τα χρόνια και όσο θα κυλούν οι δεκαετίες, υπέρ του κινεζικού γίγαντα και εις βάρος της ασθμαίνουσας αμερικανικής υπερδύναμης. Και φυσικά, αυτό θα συμβαίνει και θα εξελίσσεται, ολοένα και δυσμενέστατα, για την Ουάσινγκτων και την Δύση, όσο δεν ασκείται, μία ρεαλιστική και ουσιαστική πολιτική μιας γοργής και ριζικής ανάσχεσης της ταχύτατης ανόδου της κινεζικής αναπτυξιακής δυναμικής και της στρατιωτικής ισχύος της χώρας αυτής και οι οποίες οδηγούνται, εκ των πραγμάτων, να καταστούν ανεξέλεγκτες.

Με αυτά τα δεδομένα, η στάση, η συμπεριφορά και η συγκεκριμένη αμυντική πολιτική του βορειοκορεατικού καθεστώτος έχουν ένα πραγματικό έρεισμα, αφού προϋποθέτουν και στηρίζονται, σε αυτήν την αθόρυβη, σταδιακή, αλλά και επιταχυνόμενη ανατροπή των ισορροπιών, στον ανατολικό ασιατικό χώρο. Η αμερικανική υπερδύναμη αντιμετωπίζεται, ως μια παρακμιακή δύναμη, η οποία, ακριβώς επειδή είναι επικίνδυνη, μπορεί να αγνοηθεί, να προκληθεί και να εκτεθεί, όταν ο αντίπαλός της έχει την βούληση και κυρίως, την απαραίτητη ισχύ, για να την βλάψει.

Η παλαιά σταλινική ελίτ, που διοικεί την Πιονγιάνγκ και το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου, είναι σαφές και εύκολα, αντιληπτό ότι δεν αποτελείται από παράφρονες, παρά τους αλλοπρόσαλλους ισχυρισμούς της νοτιοκορεατικής και της αμερικανικής προπαγάνδας (με ενορχηστρώτρια την CIA), που υιοθετούν τα ΜΜΕ της Δύσης και οι οποίοι επιχειρούν να οριοθετήσουν την συμπεριφορά και τα έργα του Kim Jong-un και της κομματικής και της κρατικής ηγεσίας, που τον περιβάλλει, ως προϊόντα μιας ορδής, που αποτελείται από τρελούς και  sociopaths.

Προφανώς, δεν πρόκειται περί αυτού. Η CIA και οι Νοτιοκορεάτες, λένε τις βλακείες, που τους είναι χρήσιμες και που τους συμφέρουν. Αυτές οι βλακείες, όμως, δεν είναι καθόλου αθώες, διότι αποκρύπτουν την πραγματικότητα και αποπροσανατολίζουν την αναγκαία συζήτηση, που γίνεται, γύρω από τα συμβαίνοντα, σε αυτή την μακρινή περιοχή, στην οποία, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ένα ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, που στάλθηκε εκεί, μετά από απαίτηση των Αμερικανών, πολέμησε κατά των Κορεατών του Kim Il-sung  και των Κινέζων του Mao Zedong.

Οι ενέργειες, οι στόχοι και η ρητορική του βορειοκορεατικού καθεστώτος διακατέχονται από έναν πλήρη, ωμό και στυγνό ορθολογισμό, ο οποίος δεν είναι καθόλου πολύπλοκος, ούτε γριφώδης. Είναι πολύ απλός, στην ουσία του και επικεντρώνεται, σε έναν σκοπό, ο οποίος είναι κεφαλαιώδης, για την γραφειοκρατία του Κόμματος Εργασίας της Κορέας. Αυτόν τον σκοπό, που είναι και ο κεντρικός στόχος της ελίτ, που διοικεί την Πιονγιάνγκ, δεν είναι δύσκολο να τον μαντέψουμε.

Αυτό, που ενδιαφέρει την κομματική και την κρατική ελίτ του κομμουνιστικού καθεστώτος (το οποίο, όμως, έχει αφαιρέσει, από το Σύνταγμα της χώρας, κάθε αναφορά, στον κομμουνισμό, ήδη, από την εποχή του Kim Jong-il) είναι η επιβίωση και η διαιώνιση αυτού του καθεστώτος. Αυτό και τίποτε άλλο. Και φυσικά, όλα όσα σχεδιάζει, πράττει και λέει υπηρετούν αυτόν τον σκοπό και κινούνται, μέσα στα πλαίσια του ορθού λόγου, έτσι όπως αυτός οριοθετείται​, ως εργαλείο, για την επιβίωση και την διαιώνιση της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κορέας και του καθεστώτος της.

Ας αφήσουμε, λοιπόν​, στην άκρη, ολόκληρη την ανοησιολογική παραφιλολογία, που εξαντλείται, ως περιεχόμενο, στον ανορθολογισμό της ελίτ και του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας. Αυτοί, που διευθύνουν την χώρα αυτή, είναι, απολύτως, ορθολογιστές, ως προς την στοχοθεσία και τους σχεδιασμούς τους. Και μάλιστα, έχουν αφομοιώσει, πλήρως, τα διδάγματα της στρατηγικής και της σύγχρονης Ιστορίας και έχουν μάθει το τί πρέπει να πράξουν, μέσα από τα σφάλματα και τα παθήματα των άλλων.  

Η βορειοκορεατική κομματική και κρατική γραφειοκρατία, πράττοντας, απολύτως, ορθολογικά, ενδιαφέρεται, για την επιβίωση και την μακροημέρευση του καθεστώτος της και της ίδιας και φυσικά, με αυτά τα κριτήρια πρέπει να κριθεί και όχι με βάση την συστηματική προπαγανδιστική ανοησιολογία των αντιπάλων της. Και βέβαια, εάν κριθεί, έτσι όπως πρέπει, τότε, οι σχεδιασμοί, τα πεπραγμένα και η συνοδεύουσα ρητορεία της κυβερνώσας ελίτ του Κόμματος Εργασίας της Κορέας και του Κορεατικού "Λαϊκού Στρατού" αποτελούν ένα επιτυχές σύνολο, το οποίο έχει οδηγήσει τους αντιπάλους τους, σε αδιέξοδα και την Ουάσινγκτων, στην διαρκή καταρράκωση του ηγεμονικού γοήτρου της.

Για να γίνει κατανοητή αυτή η τοποθέτηση, πρέπει να επεξηγηθούν ορισμένα πράγματα, τα οποία αφορούν τις δεδομένες ανισορροπίες, στην κορεατική χερσόνησο και την δυσχερή θέση της "Λ. Δ." της Κορέας, μετά την διάσπαση και τον πόλεμο των αρχών της δεκαετίας του 1950 και κυρίως, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και του "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι βορειοκορεατικές ένοπλες δυνάμεις είναι οι μεγαλύτερες ενεργές, στον κόσμο, αφού αριθμούν ένα συνολικό προσωπικό, που ξεπερνά τα 9,5 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή το 40% του πληθυσμού της χώρας, στην πραγματικότητα, η θέση τους, στο πεδίο ενός πραγματικού συμβατικού πολέμου, απέναντι, στον νοτιοκορεατικό στρατό και τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, που βρίσκονται, στην Νότια Κορέα και στην γύρω περιοχή, είναι πολύ δυσχερής.

Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο να το αντιληφθούμε. Ο "Λαϊκός Στρατός", έχει μικρή δύναμη πυρός, έναντι των αντιπάλων του, επειδή η τεχνολογία του πολεμικού​ υλικού του (αεροπλάνα, άρματα μάχης κλπ) είναι παρωχημένη, παρά το γεγονός ότι το υλικό αυτό είναι ευμεγέθες και πιθανότατα, είναι μεγαλύτερο, από αυτό, που υπολογίζεται (4200 άρματα μάχης, 620 πολεμικά αεροσκάφη, 70 υποβρύχια, 244 αποβατικά πλοία κ.α.). Στην συντριπτική τους πλειοψηφία τα συμβατικά μέσα πολέμου των Βορειοκορεατών έχουν κατασκευαστεί, στην δεκαετία του 1980, προέρχονται από την "Σοβιετική Ένωση" και παρά την συντήρησή τους, είναι ξεπερασμένα και δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν, στα αντίστοιχα οπλικά συστήματα και μέσα των Αμερικανών και των Νοτιοκορεατών.

Το μόνο πραγματικό πλεονέκτημα του στρατού της "Λ. Δ." της Κορέας, στο πεδίο των μαχών, είναι το μαζικό πυροβολικό του, το οποίο, λόγω της ιδιομορφίας των κορεατικών οροσειρών, είναι, δύσκολα, εντοπισμό και μπορεί να ισοπεδώσει την Σεούλ, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά, στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που έχει μείνει, από την εποχή της συμφωνίας ανακωχής, που υπογράφηκε, στις 27/8/1953, με την παύση των εχθροπραξιών, στην κορεατική χερσόνησο.

Το κεντρικό συμπέρασμα, από όλα αυτά, είναι ότι η βορειοκορεατική πλευρά βρίσκεται, όσον αφορά τους συσχετισμούς​ και την ισορροπία των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων, στην κορεατική χερσόνησο, σε πολύ δυσχερή θέση, απέναντι, στους αντιπάλους της. Εάν ξεσπάσει ένας συμβατικός πόλεμος,στην περιοχή, οι Νοτιοκορεάτες και πολύ περισσότερο, οι Αμερικανοί έχουν όλες τις πιθανότητες να νικήσουν, ευκολότερα, ή δυσκολότερα, τον "Λαϊκό Στρατό" των Βορειοκορεατών. Ως εκ τούτου, η κατάληψη της χώρας, από τις εχθρικές δυνάμεις και η ανατροπή του καθεστώτος, θα προκύψει, εκ των πραγμάτων, ως φυσικό επακόλουθο, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να φθάσουν, στα σύνορα της Βόρειας Κορέας, με την Κίνα και την Ρωσία.

Ως εκ τούτου, οι ισορροπίες των αντιτιθέμενων δυνάμεων δεν έχουν αλλάξει, από την εποχή του κορεατικού πολέμου της περιόδου 1950 - 1953. Οι ένοπλες δυνάμεις της "Λ. Δ." της Κορέας, μετά την επέμβαση των Η.Π.Α., δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την αντεπίθεση των αντιπάλων τους, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις της Δύσης, υπό τον μανδύα του Ο.Η.Ε., να φθάσουν κοντά στα κινεζικά σύνορα και να χρειασθεί η απροσχημάτιστη επέμβαση του κινεζικού στρατού, που, μετά από τεράστιες απώλειες, σε ανθρώπινες ζωές, υποχρέωσε τους Αμερικανούς, σε άτακτη οπισθοχώρηση, μέχρι τα σημερινά σύνορα, που χωρίζουν τα δύο κορεατικά κράτη.

Με αυτά τα δεδομένα, οι επιλογές της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας της Πιονγιάνγκ δεν είναι και δεν θα μπορούσαν να είναι πολλές. Είναι ελάχιστες. Και είναι, απόλυτα, κατανοητές.

Η βορειοκορεατική γραφειοκρατία, για να επιβιώσει και να αισθανθεί ασφαλής, χρειάζεται μια τεράστια δύναμη αποτροπής, που δεν θα επιτρέπει, στους εχθρούς της, να πραγματοποιήσουν μια εισβολή, με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος. Χρειάζεται, δηλαδή, ένα καταστροφικό οπλικό σύστημα, το οποίο θα αποτρέψει τους Αμερικανούς και τους Νοτιοκορεάτες, από την διεξαγωγή ενός πολέμου.

Στην εποχή μας, η κατοχή των πυρηνικών όπλων και των βαλλιστικών πυραύλων, που εκτοξεύουν τα όπλα αυτά, στους στόχους τους, είναι το μόνο πολύ σοβαρό αποτρεπτικό οπλικό σύστημα, το οποίο αποτελεί μια πραγματική και φυσικά, ολέθρια απειλή, για κάθε αντίπαλο. 

Αυτή είναι η απλή αλήθεια, όσο ωμή και αν είναι. Και αυτή η αλήθεια δεν ήταν δυνατόν να μην επισημανθεί, από την ηγεσία της Βόρειας Κορέας, από τα ύστερα χρόνια του γενάρχη του καθεστώτος, του Kim Il-sung και μετέπειτα, από τους διαδόχους του, σε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που θυμίζει και αντιστοιχίζεται, περίπου πλήρως, ως μία σύγχρονη αναβίωση των καθεστώτων του ασιατικού τρόπου παραγωγής, στον οποίο έχει αναφερθεί ο Karl Marx.

Ως εκ τούτου, η βορειοκορεατική ελίτ, ενεργώντας, μέσα στα πλαίσια μιας τετράγωνης λογικής και διακατεχόμενη, από ένα ωμό και αδυσώπητο ορθολογισμό, που, όπως είπαμε, στοχεύει, στην επιβίωση του καθεστώτος της, ήταν, απόλυτα, φυσικό να στραφεί, με κάθε τρόπο και μέσο, συστηματικά και οργανωμένα, στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και βαλλιστικών πυραύλων, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η βορειοκορεατική ηγεσία όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε αταλάντευτη, στον στόχο της και ουδέποτε παρεξέκλινε, από αυτόν, παρά τους οποίους τακτικισμούς της, τους οποίους, τα τελευταία χρόνια και πολύ περισσότερο, τους τελευταίους μήνες έχει εγκαταλείψει. Έμεινε προσηλωμένη στην απόλυτη προτεραιότητα της απόκτησης των απαραίτητων πυρηνικών όπλων και στο πρόγραμμα των εκτοξευσεων των βαλλιστικών πυραύλων, που κατάφερε να αποκτήσει, είτε, μέσω του λαθρεμπορίου, είτε με τα δικά της παραγωγικά μέσα. Και φυσικά, με την (τουλάχιστον) ανοχή της Κίνας και της Ρωσίας.

Έτσι, όλον αυτόν τον καιρό της σύγχρονης κορεατικής κρίσης, απλώς, παρακολουθούμε την ηγεσία της Βόρειας Κορέας να δρέπει  τους καρπούς των μακροχρόνιων σχεδιασμών της, αφού, μέσα από τις συνεχείς εκτοξεύσεις​ βαλλιστικών πυραύλων, παρά τις απειλές της Ουάσιγκτων, επιδεικνύει την ικανότητα του πυρηνικού της οπλοστασίου να καταφέρει συντριπτικά πλήγματα, όχι μόνο, στους εχθρούς της Πιονγιάνγκ, στην γύρω περιοχή, αλλά και στα ηπειρωτικά εδάφη των Η.Π.Α.

Απέναντι, σε αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα βρίσκεται η αμερικανική υπερδύναμη και αυτήν έχει να αντιμετωπίσει και να διαχειρισθεί. Οι Η.Π.Α. δεν είναι, πλέον, προστατευμένες, όχι, μόνο, από την Ρωσία, ή την Κίνα, αλλά ούτε και από έναν λιλιπούτειο αντίπαλο, σαν την "Λ. Δ." της Κορέας.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα, που έχει ταράξει την αμερικανική ελίτ, έχει διαμορφωθεί, εξ αιτίας της αφασίας των αμερικανικών κυβερνήσεων, οι οποίες επέτρεψαν όλο αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα, στο βορειοκορεατικό καθεστώς, να υλοποιήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να καταστήσει την χώρα του μία πυρηνική δύναμη, η οποία, πλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Με λίγα λόγια, η αμερικανική υπερδύναμη έχασε το mommentum, στην περίπτωση του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας και επέτρεψε στην γραφειοκρατία της Πιονγιάνγκ να το πραγματοποιήσει και να το εξελίξει, στο προχωρημένο και ουσιαστικά, ολοκληρωμένο σημείο, που βρίσκεται σήμερα, αφού ο βορειοκορεατικός στρατός έχει, πέρα από τις πυρηνικές κεφαλές και τους απαραίτητους βαλλιστικούς πυραύλους, για να κτυπήσει τους εχθρούς του καθεστώτος και ιδίως τους Αμερικανούς, στα εδάφη τους. 

Οι διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, από την εποχή του προέδρου Bill Cinton, μέχρι τον καιρό, που, τώρα, διανύουμε, άφησαν τους Βορειοκορεάτες να πράξουν όπως επιθυμούσαν και δεν κατέστρεψαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, όταν μπορούσαν να το πράξουν, ανώδυνα, με αποτέλεσμα να βρίσκονται, πλέον, σε δυσχερή θέση και η επικράτεια τους, στο έλεος των ηγετών της Πιονγιάνγκ.

Το πώς έφθασαν τα πράγματα, στο σημείο να καταφέρουν οι Βορειοκορεάτες στρατιωτικοί να αποκτήσουν την τεχνολογική ικανότητα να αναπτύξουν βαλλιστικούς​ πυραύλους, οι οποίοι μπορούν να πλήξουν το ηπειρωτικό έδαφος των Η.Π.Α., έχει, μεν, την όποια αξία του, αλλά δεν είναι το κεντρικό ερώτημα της όλης υπόθεσης. 






Προφανώς, ο βορειοκορεατικός στρατός, είτε θα δημιούργησε κάποια δική του πατέντα, είτε - το πιθανότερο - θα απέκτησε, μέσω του εμπορίου (το οποίο κινείται εντός των πλαισίων του ανοικτού λαθρεμπορίου και της παρασκηνιακής ευμενούς μεταχείρισης, εκ μέρους των αφανών πωλητών), κάποιον βαλλιστικό πύραυλο SS9, σοβιετικής κατασκευής, με βεληνεκές 12000 km  και μέγιστη απόκλιση βολής τα τα 1200 μέτρα, σαν τον εικονιζόμενο. Όμως, το ουσιώδες πρόβλημα δεν εντοπίζεται, σε αυτό το σημείο.

Οι Αμερικανοί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν πίστεψαν ότι το καθεστώς της Πιονγιάνγκ θα μπορούσε να καταφέρει να αναπτύξει βαλλιστικούς πυραύλους, που θα μπορούσαν να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο του αμερικανικού ηπειρωτικού εδάφους και αμέλησαν να ασκήσουν την πολιτική της αιφνιδιαστικής προληπτικής επίθεσης, κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων και των βαλλιστικών δοκιμών του "Λαϊκού Στρατού". Και φυσικά, τώρα διαπιστώνουν ότι την πάτησαν. Έσφαλαν και σήμερα, βρίσκονται σε, απείρως, δυσχερέστερη θέση, αφού απειλούνται, άμεσα και προκαλούνται να δράσουν, υπό, απείρως, δυσχερέστερες συνθήκες, από οποτεδήποτε, στο παρελθόν.

Αυτό συμβαίνει, επειδή το καθεστώς της ιδιότυπης κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που κατοικοεδρεύει στην Πιονγιάνγκ έχει διδαχθεί τα απαραίτητα μαθήματα της απαιτούμενης, στις περιστάσεις, στρατηγικής συμπεριφοράς, από την τραγική εμπειρία του Σαντάμ Χουσεΐν, στο Ιράκ (που αποδέχτηκε την καταστροφή του χημικού του οπλοστασίου) και του Μουαμάρ Καντάφι, στην Λιβύη (που αποδέχτηκε την εγκατάλειψη του πυρηνικού του προγράμματος), τα καθεστώτα των οποίων καταστράφηκαν, από τις Η.Π.Α.

Έτσι, λοιπόν, η ηγεσία του βορειοκορεατικού κράτους, όχι μόνο δεν διαπραγματεύτηκε, στην πράξη, το πυρηνικό πρόγραμμα της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κορέας, αλλά ξεκαθαρίζει, με τα έργα και την συμπεριφορά της, ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά όπλα, που κατέχει, εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων της υπερδύναμης, στην περιοχή, προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη επιβίωση του καθεστώτος της.

Και φυσικά, το καθεστώς της Πιονγιάνγκ εννοεί, απολύτως, όσα λέει. Εάν η Βόρεια Κορέα υποστεί επίθεση, από τους εχθρούς της (ή, στο απροσδιόριστο μέλλον, από τους τωρινούς φίλους της), η ηγεσία της χώρας θα χρησιμοποιήσει το πυρηνικό οπλοστάσιό της και γαία πυρί μειχθήτω.

Σε αυτό το σημείο και αφού αναφέρομαι, στους τωρινούς φίλους του βορειοκορεατικού καθεστώτος (την Κίνα και την Ρωσία), είναι χρήσιμο να επισημάνω και κάποια άλλα μαθήματα στρατηγικής συμπεριφοράς, τα οποία διδάχθηκε η κομματική και η κρατική γραφειοκρατία του καθεστώτος της Πιονγιάνγκ, από την πτώση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού", κατά την τραγική περίοδο 1989 - 1991. Τα μαθήματα αυτά είναι πασιφανή και οι διοικούντες αυτή την μακρινή ασιατική χώρα δεν τα αγνόησαν.

Η στενή σχέση και η συνεργασία της "Λ. Δ." της Κορέας και της "Λ. Δ."της Κίνας και του Κόμματος Εργασίας της Κορέας, με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας είναι σαφής και είναι δεδομένη. Όπως επίσης, είναι σαφείς οι σχέσεις της χώρας αυτής, με την Ρωσία. Προφανώς, το βορειοκορεατικό καθεστώς οφείλει την επιβίωση του, μετά την πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και της "Σοβιετικής Ένωσης", στην Κίνα, η οποία και αυτή, δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει την εδαφική περιοχή της Βόρειας Κορέας, στους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους. Το Πεκίνο δεν θέλει να φθάσουν τα αμερικανικά οπλικά συστήματα, στα κινέζικα σύνορα της κορεατικής χερσονήσου. Και αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους, που η κινεζική ηγεσία στηρίζει το καθεστώς της Πιονγιάνγκ.

Αλλά αυτό, που είναι δεδομένο, σήμερα, δεν σημαίνει ότι θα είναι δεδομένο, στο διηνεκές. Κάθε άλλο. Τα πράγματα, στην ζωή αλλάζουν. Και πολλές φορές αυτό γίνεται, απρόβλεπτα, ραγδαία και δραματικά. Η βορειοκορεατική κομματική και κρατική ελίτ δεν μπορεί να επαναπαύεται και να στηρίζεται, στην Κίνα. Πρέπει να στηρίζεται, πρωτίστως, στις δικές της δυνάμεις αποτροπής των εχθρικών επιβουλών. Αυτό είναι ένα άλλο, πολύ σημαντικό, μάθημα, που διδάχθηκε η Πιονγιάνγκ, από την δραματική εμπειρία των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την σχέση τους​, με την "Ε.Σ.Σ.Δ.".

Η εγκατάλειψη, στην κάκιστη τύχη τους, των κομματικών και κρατικών γραφειοκρατιών των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που δημιούργησε η "Σοβιετική Ένωση" την εποχή του Ιωσήφ Στάλιν (όταν, παράλληλα, στην Άπω Ανατολή, δημιουργούσε το βορειοκορεατικό κράτος), από την ύστερη "σοβιετική" ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και η καταστροφή των καθεστώτων, που είχαν επιβληθεί, στις χώρες αυτές, δείχνει ότι, στην διεθνή πολιτική, μακροπρόθεσμα, τίποτε δεν είναι δεδομένο.

Έτσι, οι όποιες σταθερές έχουν υπάρξει και οι ισορροπίες, που έχουν κατασταλάξει, επί δεκαετίες, μπορούν να ανατραπούν, εν ριπή οφθαλμού, είτε, ως αποτέλεσμα στρατηγικής ηλιθιότητας, είτε από μία αλλαγή (ορθή, ή εσφαλμένη), στην εκτίμηση των συμφερόντων και των επιδιώξεων των μεγάλων δυνάμεων, που αποτελούν ένα δίκτυ ασφαλείας των μικρών κρατών. 

Αυτή η διαπίστωση είναι το μεγαλύτερο και το πολυτιμότερο συμπέρασμα, που διδάσκει η εμπειρία της πτώσης των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης. Και η ηγεσία της Πιονγιάνγκ γνωρίζοντας τα δεδομένα αυτής της ιστορικής περιόδου, που ταιριάζουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, με τα δεδομένα της κορεατικής χερσονήσου και την δική της σχέση, με την Κίνα, έχει προσαρμόσει αυτό το συμπέρασμα, στις ισορροπίες, που επικρατούν, στην περιοχή αυτή.

Ως εκ τούτου, για την κομματική και την κρατική γραφειοκρατία του βορειοκορεατικού καθεστώτος, μπορεί η προστασία της Κίνας να είναι πολύτιμη. Και προφανώς, είναι πολύτιμη. Δεν είναι, όμως, δεδομένη, εσαεί. Κάθε άλλο. Και τούτο διότι, στο μέλλον (η έλευση του οποίου δεν μπορεί να προβλεφθεί), η Κίνα, μπορεί, είτε, εξ αιτίας μιας στρατηγικής ανοησίας της ηγεσίας του Πεκίνου, είτε επειδή, έτσι μπορεί να επιτάσσουν τα συμφέροντα της ελίτ, που διοικεί τον μεγάλο γείτονα, να εγκαταλείψει την "Λ. Δ." της Κορέας και να επιτρέψει, στους εχθρούς της Πιονγιάνγκ, να επιτεθούν και να καταλάβουν την χώρα, ή/και να ανατρέψουν αυτό το παλαιοσταλινικό καθεστώς, όπως συνέβη, με τους συμμάχους της "Ε.Σ.Σ.Δ.", στην ανατολική Ευρώπη, τους οποίους η ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ παρέδωσε, σχεδόν, αμαχητί, στους Αμερικανούς και την Δύση.

Όπως καθίσταται φανερό, το βορειοκορεατικό καθεστώς, με την κτήση των πυρηνικών όπλων και της τεχνολογίας των βαλλιστικών πυραύλων, θεωρεί ότι έχει επιτύχει τον κεντρικό στόχο του και έχει διασφαλίσει την απρόσκοπτη μακροημέρευσή του. Το πυρηνικό οπλοστάσιο του βορειοκορεατικού κράτους και η απόκτηση της τεχνολογίας των βαλλιστικών πυραύλων αποτελούν την βασική ασπίδα προστασίας της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας της Πιονγιάνγκ, έναντι των εξωτερικών εχθρών της, οι οποίοι, με πρώτους και "καλύτερους" τους Αμερικανούς, φρίττουν και μόνο, από το γεγονός ότι επέτρεψαν, στον Kim Jong-un και στο καθεστώς του, να αποκτήσουν την ικανότητα και την δυνατότητα να τους καταφέρουν μεγάλα και καταστροφικά πλήγματα.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι το βορειοκορεατικό καθεστώς έχει, πραγματικά, επιτύχει τον κεντρικό στόχο του, δηλαδή την αυτοδύναμη στρατιωτική θωράκισή του, από οποιαδήποτε ξένη επίθεση και την εξασφάλιση της επιβίωσής του.

Έτσι, αφού έχουν επιτύχει αυτόν τον κεντρικό στόχο, ο Kim Jong-un και η ελίτ του κυβερνώντος Κόμματος Εργασίας της Κορέας, δεν σκοπεύουν και δεν πρόκειται να επιτεθούν, σε κανέναν​. Απλώς, δείχνουν στην Ουάσινγκτων (και σε κάθε ενδιαφερόμενο) ότι μπορούν να καταφέρουν, στους εχθρούς τους, τεράστιες και ανυπολόγιστες ζημίες, εάν χρειασθεί. Η ηγεσία της Πιονγιάνγκ δείχνει ότι είναι διατεθειμένη να πράξει όλα όσα απειλεί να πράξει και να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά όπλα, που κατέχει, εάν υποστεί μια ξαφνική επίθεση.

Και φυσικά, θα τα χρησιμοποιήσει...


Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Η κυβέρνηση ενώπιον των αδιεξόδων του δανεισμού, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, που διογκώνει το δημόσιο χρέος και της αδυναμίας αποφυγής της υπογραφής ενός 4ου Μνημονίου. (Η καταδίκη του Ανδρέα Γεωργίου και η παρακρατική συμπεριφορά των ξένων δανειστών).




Όλα αυτά τα χρόνια των διαδοχικών Μνημονίων, στα οποία έχει ενταχθεί η ελληνική οικονομία, πολλοί είναι εκείνοι, που, ακόμη, αναρωτιούνται, για τους λόγους, που συμβαίνουν αυτά τα δυσμενή γεγονότα, με τα καταστροφικά, για την ελληνική παραγωγή και τον πληθυσμό της χώρας, αποτελέσματα.

Η χθεσινή καταδίκη του Ανδρέα Γεωργίου, από το Εφετείο (μόνο), για παράβαση καθήκοντος, επειδή δεν υπέβαλε, στο Δ. Σ. της ΕΛΣΤΑΤ, τα στοιχεία της αναθεώρησης​ του στοιχειωμένου ελλείμματος του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2009, αποτελεί ένα πολύ μικρό δείγμα, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν, στην σημερινή παρακμή.

Αν και ο διαρκής θεσμικός τραμπουκισμός των αυτοαποκαλούμενων ευρωενωσιακών​ οργάνων, που επιδεικνύουν μία απροκάλυπτη παρακρατική συμπεριφορά, απαιτώντας την πλήρη και απόλυτη ποδηγέτηση του ελληνικού δικαστικού συστήματος, το οποίο, πάση θυσία, πρέπει να αποδώσει "πάλλευκο", στην κοινωνία και στην παγκόσμια κοινή γνώμη, το πιστό όργανό των ξένων δανειστών, τον Ανδρέα Γεωργίου, που ως πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χειραγώγησε το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, προκειμένου να κρατηθεί η οικονομία και ο πληθυσμός​ της  χώρας μας, κάτω από το καθεστώς της αποικίας χρέους, που επέβαλαν, από τον Απρίλιο του 2010, οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ. (και γι' αυτό ο, τότε, εκπρόσωπος του Δ.Ν.Τ., στην Ελλάδα, ο "πολύς" Bob Traa έγραφε, το 2010, στον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης του ΓΑΠ, ότι "ο γενικός διευθυντής θα σας στείλει ενημερωτική επιστολή, σχετικά με την αποστολή λανθασμένων στοιχείων, που θα θέλαμε να παρακαμφθεί, γρήγορα και σιωπηρά") είναι αποκαλυπτικότατος, ως προς τις άθλιες μεθοδεύσεις των παρασκηνίων, στην πραγματικότητα, όλη αυτή η διαδικασία αποτελεί ένα μέρος του όλου προβλήματος.

Αυτή η διαδικασία, όσο σημαντική και αν είναι (και φυσικά, είναι πολύ σημαντική), αποτελεί, μόνον, έναν, από τους πολλούς κρίκους, που οδήγησαν την χώρα, στην παρούσα οικτρή κατάσταση. Προσωρινά, μάλιστα, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε φορτωθεί με αυτό το τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο, παρά το γεγονός ότι και αυτό δεν είναι η κύρια αιτία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η χώρα, την έχει γονατίσει και φυσικά, αποτελεί το βασικό εργαλείο των ξένων δανειστών, για την επιβολή του κοινωνικού και οικονομικού αντιμεταρρυθμιστικού προγράμματος, που επιχειρούν, με σταθερή βούληση και μακρά επίμονη, να εφαρμόσουν (το οποίο, μάλιστα, "ποιητική αδεία", αποκαλούν, για καθαρά προπαγανδιστικούς λόγους, ως μεταρρυθμιστικό), στην ελληνική κοινωνία, την οποία μεταχειρίζονται, ως κοινωνικοοικονομικό πειραματόζωο.

Φυσικά, για όλα αυτά, έχουμε γράψει πολλές φορές και έχουμε καταναλώσει άφθονη ηλεκτρονική μελάνη, αλλά δεν βλάπτει να τα ξαναγράψουμε. Η επανάληψη, πάντοτε, ήταν μήτηρ μαθήσεως. Και εξακολουθεί να παραμένει.

Μετά από την στημένη "επάνοδο" του ελληνικού κράτους, στις διεθνείς αγορές, που επιχειρήθηκε, παρά τους κανόνες της στοιχειώδους λογικής, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για, καθαρά, πολιτικούς λόγους, [οι οποίοι είναι οι ίδιοι, με εκείνους, που οδήγησαν, το 2014, την κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων (με υπουργούς Οικονομικών τον Γιάννη Στουρνάρα και τον Γκίκα Χαρδούβελη, αντίστοιχα), στην έκδοση δύο πανάκριβων και αποτυχημένων εκδόσεων ομολόγων, με επιτόκια, που έφθαναν στο 5%] με το πολύ ακριβό πενταετές ομόλογο, που κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα του 2014 και την πενιχρή συμμετοχή των αγοραστών, η σκληρή πραγματικότητα, όσον αφορά τα δυσμενή δημοσιονομικά δεδομένα και την καταστροφική πορεία του εξαιρετικά, μη εξυπηρετίσιμου δημοσίου χρέους, δεν έχει αλλάξει.

Ομοίως, αποτυχημένη υπήρξε και η (κοινοπρακτική και όχι μέσα από μια ελεύθερη δημοπρασία) επάνοδος του ελληνικού κράτους, στις διεθνείς αγορές της μπατιροτραπεζοκρατίας, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν, με τις "ελεύθερες αγορές", που διαφημίζουν οι κυρίαρχοι ψευδοσυνειδησιακοί μηχανισμοί των ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, αφού σε αυτές τις αγορές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι ολιγοπροσωπες, αποτελούμενες από τους εκπροσώπους των τραπεζών και φυσικά, βρίσκονται σε άμεση επαφή, με τα διάφορα κέντρα των αποφάσεων, που σχετίζονται με τις αγορές των ομολόγων, τα οποία, άλλωστε, είναι και αυτά το ίδιο ολιγοπροσωπες και φυσικά, απεχθάνονται τις αβεβαιότητες. Επιλέγουν να κινούνται, στα σίγουρα.

Στα πλαίσια αυτά, η, εκ των προτέρων, στημένη έξοδος του ελληνικού κράτους, στις αγορές των πενταετών ομολόγων, με ένα επιτόκιο της τάξεως του 4,625% και η συλλογή 3 δισ. €, εκ των οποίων το 1,6 δισ. €, εξαντλήθηκε, για την ανταλλαγή των ομολόγων της εποχής των σαμαροβενιζέλων, τα οποία έληγαν το 2019 και πήραν παράταση, για το 2022, όχι μόνο δεν παρουσιάζει κάποια επικερδή ιδιαιτερότητα, για την ελληνική οικονομία, αλλά, αντιθέτως, όπως συνέβη και το 2014, είναι, άκρως, επιβαρυντική, για το ελληνικό δημόσιο χρέος και ιδιαιτέρως, ζημιογόνα για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η οποία επωμίζεται την περαιτέρω, διόγκωση ενός βουνού από χρέη, τα οποία, είναι γνωστό τοις πάσι ότι δεν μπορεί να εξυπηρετήσει.

Αυτό συμβαίνει, επειδή όλοι οι αγοραστές (οι εγχώριες και οι ξένες τράπεζες), που έδωσαν αυτό το ποσόν, για την ανταλλαγή των ομολόγων των σαμαροβενιζέλων θα έχουν ένα σίγουρο κέρδος της τάξεως του 2,6%, αφού η ανταλλαγή, στην οποία​ συμφώνησε η κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, πρόβλεψε ότι για κάθε 100 ευρώ των παλαιών ομολόγων, θα δίδονται νέα ομόλογα, ίσα με 102,6 ευρώ.

Το δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου, εξακολουθεί να επιβαρύνεται, με ένα επιτόκιο, το οποίο παραμένει, στα επίπεδα του 5,37% και στις 483 μονάδες βάσης, παρά τις ενέσεις της καθοδηγούμενης​ αισιοδοξίας, με τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση, η εντόπια "ευρωπαϊστική" οικονομική ελίτ, οι ευρωθεσμοί και η πιεζόμενη, από τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, γερμανική κυβέρνηση επιχειρούν να αντιστρέψουν την οχληρή και άκρως, δυσάρεστη, για όλους τους ενδιαφερόμενους, επικρατούσα κατάσταση.

Αυτή η πραγματικότητα, παρά την όποια ρητορική του πρωθυπουργού, δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί, προς το καλύτερο. Προφανώς, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν θα μείνει στάσιμη. Θα διαφοροποιηθεί, αλλά η κατεύθυνση, την οποία θα ακολουθήσει, θα είναι, επί τα χείρω.

Με δεδομένη αυτή την διαπίστωση, η οποία είναι γνωστή τοις πάσι και πάντως, σε εκείνους που ασχολούνται, με την προοπτική της ελληνικής περιπέτειας, που έχει την εκκίνηση της, στην χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο μέσο, προκειμένου να αποφύγει την κακή τύχη, που της επιφυλάσσουν οι ξένοι δανειστές, σε έναν χρόνο, από τώρα.

Το τί είναι αυτό, που επιφυλάσσουν​, στην ελληνική οικονομία, οι ξένοι δανειστές δεν είναι άγνωστο. Κάθε άλλο. Είναι, απολύτως, γνωστό.

Η ελληνική κυβέρνηση θα οδηγηθεί, όπως κατέστη σαφές, από την Christine Lagarde, στην υπογραφή ενός νέου Μνημονίου, το οποίο θα είναι το 4ο, στην σειρά. Και αυτό θα το πράξει, ως απαραίτητη προϋπόθεση, για τα όποια μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημοσίου χρέους της παράσχουν (εάν της παράσχουν) οι ευρωθεσμοί, ως δανειστές και τα οποία θα εξαντλούνται, στην χρονική ανακατανομή και επέκταση των δόσεων της αποπληρωμής του και όχι στην μείωση του όγκου του.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα μειωθεί η δόση των τοκοχρεωλυσίων, που πληρώνει το ελληνικό δημόσιο. Κάθε άλλο. Η δόση των ελληνικών τοκοχρεωλυσίων δεν πρόκειται να μειωθεί, επειδή, απλούστατα, αυτή την περίοδο, μέχρι το 2020, το ελληνικό κράτος εξυπηρετεί, μόνο, το 25% του χρέους του, καταβάλλοντας ένα ποσό 6 δισ. €, για τόκους, ενώ από εκεί και πέρα, θα αρχίσει η πληρωμή των 53 δισ. €, των δανείων, που χορηγήθηκαν, στα πλαίσια του 1ου Μνημονίου, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι η ετήσια εξυπηρέτηση των τόκων θα επιβαρυνθεί, με ένα ένα ποσόν, ίσο με 1,3 δισ. €.

Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο, αφού υπάρχει το χείριστο, το οποίο θα ακολουθήσει, από το 2021, οπότε θα πρέπει να εξυπηρετηθούν και τα, περίπου, 131 δισ. € των δανείων, που έχουν χορηγηθεί, από τον EFSF, γεγονός το οποίο θα προσθέσει, ακόμη 2,6 δισ. €, μόνο, για την εξυπηρέτηση των τόκων, που θα πλησιάσουν τα 10 δισ. €, ετησίως και υποτίθεται ότι θα καλυφθούν, κατά 60%, από το πρωτογενές πλεόνασμα των κρατικών προϋπολογισμών του 3,5% του ελληνικού ΑΕΠ. 

Με δεδομένες αυτές τις δυσμενέστατες προοπτικές, τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, που κατέλαβαν την εξουσία, με την βοήθεια μιας ιδιότυπης εκδοχής του νεοκαραμανλισμού, καταφεύγουν στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και θα συνεχίσουν να το πράττουν, προκειμένου να αποφύγουν την μέγγενη του 4ου Μνημονίου, που τους ετοιμάζουν οι ξένοι δανειστές, οι οποίοι εξακολουθούν, όπως έχουμε, ήδη, αναφέρει, να χρησιμοποιούν το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, ως ένα διαρκές εργαλείο εκβιασμού, προκειμένου να διαλύσουν το σημερινό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας και να το ανατάξουν, πλήρως, μετατρέποντάς την σε ένα ερημικό τοπίο, στο οποίο θα "ανθεί" η μεγάλη ανεργία και η διαρκής πενία.

Δυστυχώς, για τα αρχικά και τα μεταγενέστερα πολιτικά τέκνα του Λεωνίδα Κύρκου, ο συστημικός πολιτικός ευρωλιγουρισμός, από τον οποίο διακατέχονται, δεν πρόκειται να τους επιτρέψει να παρατείνουν την παραμονή τους στην κυβέρνηση, όσο και αν οι ξένοι δανειστές δεν αντίκεινται, στους πολιτικούς σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αφού βλέπουν την παρούσα κυβέρνηση, ως ένα χρήσιμο εργαλείο, για την υλοποίηση της πολιτικής τους, παρά τις όποιες πολιτικές αντιπάθειες, που υπάρχουν, απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τους συνεργάτες του και τους κυβερνητικούς τους εταίρους.

Βέβαια, αυτά τα πολιτικά παιχνίδια πολιτικής επιβίωσης του παλαιού μπρεζνιεφικού Γιάννη Δραγασάκη και του μεταμοντέρνου μαρξιστή Ευκλείδη Τσακαλώτου και του συνόλου του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι πολύ ακριβά, αφού, προφανέστατα, αυτές οι απονενοημένες έξοδοι στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για κρατικό δανεισμό, προκειμένου να αποφευχθεί, το καλοκαίρι του 2018, η υπογραφή του 4ου Μνημονίου, με τα υψηλά επιτόκια, που συνοδεύονται και θα εξακολουθήσουν να συνοδεύονται, θα διογκώσουν, ακόμη, περισσότερο, το (σύμφωνα, με την διατύπωση του Δ.Ν.Τ.) "εξαιρετικά, μη βιώσιμο" ελληνικό δημόσιο χρέος.

Αυτό, όμως, είναι αδιάφορο, για τους κυβερνώντες, οι οποίοι δίνουν τον νυν, υπέρ πάντων, αγώνα, για να πείσουν την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία του επίσημου και του σκιώδους τομέα, να δανειοδοτήσει το ελληνικό δημόσιο, χρηματοδοτώντας, έτσι, την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Μάταιος κόπος.

Η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία δεν πρόκειται να συναινέσει σε αυτή την διαδικασία, χωρίς την σαφή εγγύηση των θεσμικών δανειστών του ελληνικού κράτους (ευρωθεσμοί και Δ.Ν.Τ.), οι οποίοι, βέβαια, θα επιθυμούσαν να φορτώσουν, στους "ιδιώτες επενδυτές", το, όντως, τεράστιο κομμάτι του ελληνικού δημόσιου χρέους, που έχουν επωμισθεί, αλλά δεν το πράττουν, διότι γνωρίζουν ότι υπάρχει αδιέξοδο, αφού το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα απαιτεί σαφείς και συγκεκριμένες εγγυήσεις, από την Ε.Κ.Τ. και τους ευρωθεσμούς, για την ομαλή αποπληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους, που καλείται να χρηματοδοτήσει.

Και φυσικά, αυτές τις εγγυήσεις, οι ευρωθεσμοί δεν πρόκειται να τις δώσουν.

Ως εκ τούτου, η πολιτική τύχη των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού παραμένει, εξαιρετικά, δυσμενής και κυριολεκτικά, ζοφερή, παρά το γεγονός ότι η μνημονιακή αντιπολίτευση σέρνεται, αφού δεν έχει κάποια πραγματική, ή, έστω και ανύπαρκτη, ως ψευδή, πολιτική πρόταση, απέναντι, στην παρούσα κυβέρνηση, ενώ, την ίδια στιγμή, τα διάφορα κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης δεν είναι ικανά, αλλά και δεν επιθυμούν να παρουσιάσουν, στον πληθυσμό της χώρας, κάποιο πειστικό εναλλακτικό πρόγραμμα. 

Παρά ταύτα, η συνέχεια του ελληνικού δράματος δεν θα είναι χωρίς ενδιαφέρον. Κάθε άλλο. Μπορώ να πω ότι, παρά το σημερινό θλιβερό πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό τοπίο, οι εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν θα είναι, άκρως, ενδιαφέρουσες...

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Turkey vs Germany σημειώσατε τί; (Τα αίτια της πολιτικής και διπλωματικής κλωτσοπατινάδας μεταξύ Άγκυρας και Βερολίνου, το πραξικόπημα της 15/7/2016 και τα αποτελέσματά του, έναν χρόνο μετά).




Έναν χρόνο, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου​ 2016, από τους κεμαλιστές αξιωματικούς και το δίκτυο του ιμάμη Fethullah Gülen, κατά του προέδρου της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan και τα όσα ακολούθησαν, τα πράγματα, ως προς τους εξωτερικούς διοργανωτές του τραγελαφικού αυτού εγχειρήματος και τις επιδιώξεις τους έχουν, αρκούντως, ξεκαθαρίσει.

Όσον αφορά το βαθύ αμερικανικό κράτος - και τα όργανά του, δηλαδή την CIA και το ΝΑΤΟ -, ήταν, ευθύς εξ αρχής, φανερό ότι το πραξικόπημα των κεμαλιστών και των γκιουλενιστών υπήρξε ένα δικό του έργο.

Η διοίκηση του Barack Hussein Obama, μέσα στον τεράστιο πανικό της, από όσα συνέβαιναν, στο παρασκήνιο και με δεδομένη την κλασική αλαζονεία της αμερικανικής υπερδύναμης, η οποία συνίσταται στην πεποίθηση ότι όλοι πρέπει να συμπεριφέρονται, όπως η ίδια επιθυμεί και ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε τα όργανά της έχουν την επιχειρησιακή ικανότητα να πράττουν ό,τι θέλουν, αποπειράθηκε, σε συνεργασία, με τα απομεινάρια του κεμαλικού στρατιωτικού κατεστημένου και το διαβρωμένο, από την CIA, δίκτυο των γκιουλενιστών, να ανατρέψει τον πρόεδρο της Τουρκίας και την κυβέρνηση των ισλαμιστών του AKP, με τον μόνο τρόπο, που υποτίθεται ότι μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό των σχεδιαστών του επιτελείου της Ουάσινγκτων. Με ένα κλασικό στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο η αμερικανική πρεσβεία, στην Άγκυρα, όπως προκύπτει από το παραπάνω μήνυμά της, προς τους Αμερικανούς πολίτες, που ήσαν στην Τουρκία, εκείνο το βράδυ, χαρακτήριζε, ως ... "τουρκικό ξεσηκωμό".

Το γεγονός ότι αυτή η απόπειρα απέτυχε παταγωδώς, απλώς, δείχνει την ηλιθιότητα και την ανικανότητα των σχεδιαστών και των εκτελεστών του βλακώδους και ουσιαστικά, απονενοημένου εγχειρήματος. Η Ουάσινγκτων, πλέον, δεν έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και δεν έχει την δύναμη να φέρει, σε πέρας, πραξικοπήματα. Οι παλαιοί "ωραίοι" καιροί, κατά τους οποίους "τα δικά μας παιδιά" (όπως αποκαλούσαν, στην CIA τους πραξικοπηματίες, που είχαν, υπό την κηδεμονία τους) επιτύγχαναν την ανατροπή των, εκάστοτε, ανεπιθύμητων ηγετών, σε οποιαδήποτε γωνιά της υφηλίου, πέρασαν, ανεπιστρεπτί.

Όμως, στο αμερικανονατοϊκό πραξικόπημα της 15/7/2016, δεν ήταν, μόνο, η CIA και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, που έδρασαν. Οι Αμερικανοί, βέβαια, αποτελούσαν το big boss του όλου εγχειρήματος, αλλά, στην όλη υπόθεση υπήρξε και συμμετοχή τουλάχιστον, ενός guest star, ο οποίος συνέπραξε, στην διεξαγωγή του πραξικοπήματος. Με δεδομένο το γεγονός της συμμετοχής του ΝΑΤΟ, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτόν τον guest star. Κάθε άλλο.

Ο εντοπισμός είναι πολύ εύκολος, αφού το κράτος, που συμμετείχε, στον σχεδιασμό του πραξικοπήματος, προφανώς, είναι μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας και είχε στρατιωτική παρουσία, στην βάση του Ιντσιρλίκ, η οποία έλαβε μέρος και στον επιτόπιο σχεδιασμό και στην υλοποίηση του πραξικοπήματος. Στο πραξικόπημα, λοιπόν, εκτός από τις Η.Π.Α., είχε συμμετοχή μια χώρα του ΝΑΤΟ. Μια ευρωπαϊκή χώρα. Τα πράγματα, τώρα, γίνονται περισσότερο ξεκάθαρα.

Η πολιτική και η διπλωματική κλωτσοπατινάδα, που εκτυλίσσεται, ανάμεσα, στο τουρκικό και το γερμανικό κράτος, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, που έχει μεσολαβήσει, από την 15η Ιουλίου 2016, μέχρι και σήμερα, δείχνει ποιος είναι αυτός ο guest star.

Η κυβέρνηση της Angela Merkel, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες [η BND (Bundesnachrichtendienst)] και το τμήμα των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, που ήταν στο Ιντσιρλίκ, σύμφωνα με την τουρκική κυβέρνηση, συμμετείχαν, στο πραξικόπημα, ως κολαούζοι των Αμερικανών και φυσικά, η διαρκής διαπόμπευση του γερμανικού κράτους είναι ένα από τα τιμήματα, που καλείται να πληρώσει η Γερμανία, για την αστοχασιά της αυτή.

Όλα αυτά η τουρκική ηγεσία τα γνώριζε, από πολύ νωρίς και πάντως, πριν από την διεξαγωγή του πραξικοπήματος και απλώς, τα επιβεβαίωσε, όταν άρχισε να εξαρθρώνει το δίκτυο των πραξικοπηματιών. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν, καθόλου, δύσκολο, αφού οι αθρόες συλλήψεις, που έγιναν, κατά την διάρκεια και μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, οδήγησαν, στο άνοιγμα πολλών στομάτων και στην αποκάλυψη των όσων είχαν σχεδιασθεί.

Έτσι, ήδη, από τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου 2016, η MIT του Hakan Fidan και η τουρκική αστυνομία συνέλαβαν τον στρατιωτικό διοικητή της επαρχίας Χατάϊ, τον οποίο ανέκριναν και πληροφορήθηκαν ότι όλη η διαδικασία του έμπρακτου σχεδιασμού του πραξικοπήματος είχε ξεκινήσει, πριν από τρεις μήνες, στην νατοϊκή βάση του Ιντσιρλίκ, με την παρουσία Αμερικανών αξιωματικών, που καθοδήγησαν και εκπαίδευσαν τους πιλότους, που βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο και την τουρκική εθνοσυνέλευση, στην Άγκυρα και επιτέθηκαν, στο ξενοδοχείο της Μαρμαρίδας, στο οποίο διέμενε ο Recep Tayyip Erdoğan.

Βέβαια, οι πραξικοπηματίες απέτυχαν να βρουν τον Τούρκο πρόεδρο, παρά τις πληροφορίες, που είχαν δοθεί, από τον γραμματέα του, επί των στρατιωτικών ζητημάτων, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι η αποτυχία αυτή οφείλεται, στο γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος ήταν ενημερωμένος και έφυγε, από το ξενοδοχείο, πριν φθάσουν οι πραξικοπηματίες, οι οποίοι, για κακή τους τύχη, δεν τον βρήκαν, εκεί.




15/6/2016 Οι πραξικοπηματίες βομβαρδίζουν το ξενοδοχείο, στην Μαρμαρίδα, όπου διέμενε, κάνοντας τις καλοκαιρινές του διακοπές, ο Recep Tayyip Erdoğan, αλλά δεν τον βρίσκουν εκεί. Είχε ειδοποιηθεί και είχε φύγει...



Έτσι, ένα από τα τρία ελικόπτερα, που κτύπησαν το ξενοδοχείο, καταρρίφθηκε και όλοι όσοι επέβαιναν, σε αυτό - μαζύ με τον πιλότο του, που ήταν εκείνος, ο οποίος είχε καταρρίψει το ρωσικό Suhoy, στον εναέριο χώρο των συροτουρκικών συνόρων, τον Νοέμβριο του 2015, μετά από εντολή του, τότε, πρωθυπουργού Ahmet Davutoğlu  και υπό την καθοδήγηση του ΝΑΤΟ - έχασαν την ζωή τους. Το δεύτερο ελικόπτερο ήταν αυτό, που ο πιλότος και οι επιβάτες του, το οδήγησαν, στο ελληνικό έδαφος και για τους οποίους έγινε όλος αυτός ο θόρυβος, για το, εάν έπρεπε, ή δεν έπρεπε να εκδοθούν, στην Τουρκία, ενώ η τύχη του τρίτου ελικοπτέρου δεν έχει γίνει γνωστή.

(Με δεδομένη την, εντελώς, βρώμικη και πρακτόρικη μεθόδευση του πραξικοπήματος, που διεξήγαγε το βαθύ αμερικανικό κράτος και η κυβέρνηση του ανεκδιήγητου Barack Hussein Obama, του έγχρωμου αφεντικού των κεμαλιστών και γκιουλενιστών αξιωματικών, οι Τούρκοι πραξικοπηματίες, που επέβαιναν, στο ελικόπτερο, σκέπτομαι ότι, κανονικά, θα έπρεπε να εκδοθούν, στην Άγκυρα, για να βρουν την τύχη, που τους αξίζει. Αυτό δεν έγινε, αφού το ελληνικό δικαστικό σύστημα δεν δέχτηκε το αίτημα της τουρκικής κυβέρνησης, αν και σε άλλες περιπτώσεις, είχε κρίνει διαφορετικά. Βέβαια, η απόφαση αυτή έχει στερεή νομική βάση, αλλά αποτελεί ερώτημα το εάν η απόφαση αυτή ελήφθη, με αποκλειστικά νομικά κριτήρια).

Η αποτυχία του πραξικοπήματος έχει φέρει, στην επιφάνεια, την πραγματοποίηση όλων των φόβων, που οδήγησαν το βαθύ κράτος της Ουάσινκτων, στην προσπάθεια της ανατροπής του Recep Tayyip Erdoğan. Και οι φόβοι αυτοί, που είχαν φθάσει, στα όρια του πανικού, αφορούσαν - πέραν από την πολιτική αυτονόμησης της Τουρκίας, από την αμερικανονατοϊκή επιρροή και καθοδήγηση, την οποία η Ουάσινγκτων, μπορούσε, μέχρις ενός σημείου, να ανεχθεί - την προσέγγιση του Τούρκου προέδρου, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αυτή η προσέγγιση είχε αρχίσει να γίνεται, ήδη, από τον Ιούνιο του 2016 και οδήγησε το επιτελείο της Ουάσινγκτων, στις σπασμωδικές κινήσεις της 15/7/2016 και στην παταγώδη αποτυχία του τραγελαφικού πραξικοπήματος.

Η προσέγγιση, με την Ρωσία ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η τουρκική κυβέρνηση, μετά την απομάκρυνση, από την πρωθυπουργία, του φιλοαμερικανού Ahmet Davutoğlu, είχε αντιληφθεί ότι η αμερικανική πολιτική του προσεταιρισμού των Κούρδων της Συρίας του YPG και των Κούρδων της Τουρκίας του PKK, που στρεφόταν, κατά των συμφερόντων του τουρκικού κράτους, δεν μπορούσε να αναχαιτισθεί. Οι προτάσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, στην Αντιόχεια, ενώπιον εκπροσώπων του PKK, του YPG και του συριακού FSA, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, από τον Τούρκο πρόεδρο και την κυβέρνηση του Binali Yıldırım

Αυτό, που πανικόβαλε την Ουάσινγκτων (η οποία, με περισσή αλαζονεία, ανάμεικτη με ηλιθιότητα, απειλούσε, μέσω του ελεγχόμενου, από αυτήν, αμερικανικού τύπου, την Άγκυρα, με την διεξαγωγή πραξικοπήματος, νομίζοντας ότι ο Recep Tayyip Erdoğan ήταν ... Manuel Norriega), ήταν η επιστολή της συγγνώμης, που ζήτησε ο Τούρκος πρόεδρος, από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, για την κατάρριψη του ρωσικού Suhoy. Αυτή η πράξη ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, με την MIT και ένα τμήμα του FSA, στο Γκαζιαντέπ και η ρωσοτουρκική συμφωνία, που προέκυψε, για την καταπολέμηση του ISIS και του YPG, ταυτοχρόνως, γεγονός, το οποίο σήμαινε ότι οι αμερικανικές προτάσεις είχαν απορριφθεί, άνευ επαίνων.

Τότε, ήταν, που ελήφθη, στην Ουάσινγκτων, η απόφαση, για την επίσπευση του σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος. Μόνο, που οι Αμερικανοί και οι νατοϊκοί έσπασαν τα μούτρα τους.

Έχοντας υπόψη όλα αυτά τα δεδομένα, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της ενδημικής βλακείας, της παροιμιώδους επιχειρησιακής ανικανότητας και της απύθμενης υποκρισίας των Αμερικανών και των Γερμανών κολαούζων τους, όσον αφορά τις ... "δημοκρατικές ελευθερίες" του τουρκικού λαού, τις οποίες όλη αυτή η κακόγουστη δυτική κουστωδία είχε αποπειραθεί να καταστείλει, με την επιβολή μιας στρατιωτικής δικτατορίας, στην οποία θα συμμετείχε ένα πλήθος από αξιωματικούς, πολιτικούς και διάφορα μέλη της "πνευματικής" ελίτ της γειτονικής χώρας.

Παρά το γεγονός ότι το κόμμα και η κυβέρνηση των Τούρκων ισλαμιστών και ο Recep Tayyip Erdoğan έχουν εκμεταλλευθεί την όλη κατάσταση, που, ανοήτως και αστόχαστα, δημιούργησε η Ουάσινγκτων, το Βερολίνο και το ΝΑΤΟ του απίστευτου Jens Stoltenberg (τον οποίο, ίσως και να μην είχαν, καν, πληροφορήσει για το πραξικόπημα, τα αφεντικά του) και έχουν εξαπολύσει ένα κύμα εκφοβισμού των πολιτικών αντιπάλων τους και πιθανότατα, έχουν συλλάβει και ανθρώπους, οι οποίοι δεν συμμετείχαν, στο πραξικόπημα και δεν γνώριζαν τίποτε, γι' αυτό, δεν μπορούμε, παρά να καγχάσουμε και να γελάσουμε, ηχηρότατα, με την καρδιά μας, για όλο αυτό το show της επίδειξης υποκρισίας, παραπληροφόρησης και αποπροσανατολισμού, στο οποίο επιδίδονται οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί υποτακτικοί τους.

Και καλά, ως προς τους Αμερικανούς. Αυτοί είναι πιο συγκρατημένοι και απολύτως, μετρημένοι, διότι γνωρίζουν ότι διέπραξαν μια ανοησία. Οι Γερμανοί, όμως, είναι, απολύτως, ξεκαρδιστικοί, με τα καμώματά τους. Επιχειρούν, με ένα κωμικοτραγικό θράσος χιλίων πιθήκων να παρουσιασθούν, ως αμύντορες της ... δημοκρατίας, την οποία προσπάθησαν, στην περίπτωση της Τουρκίας, να καταλύσουν, επειδή δεν τους αρέσει το γεγονός ότι η παρούσα τουρκική ηγεσία προσπαθεί να κατοχυρώσει την αυτονομία του κράτους της και υπερασπίζεται τα συμφέροντά του (ακόμη και όταν κάποια και πολλά, από αυτά είναι, κακώς, εννοούμενα).

Ακόμη χειρότερα, καθίστανται τα πράγματα, για την γερμανική πολιτική τάξη, όταν την υπεράσπιση των ... δημοκρατικών δικαιωμάτων του τουρκικού λαού αναλαμβάνουν πολιτικοί, που προέρχονται, από το SPD, το αποσυντιθέμενο κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας του εγκλήματος και της προδοσίας, σαν τον Sigmar Gabriel και τον Frank-Walter Steinmeier, τους οποίους ο Recep Tayyip Erdoğan και η τουρκική κυβέρνηση έχουν πάρει, στον μεζέ και τους δουλεύουν κανονικότατα, αρνούμενοι να επιτρέψουν, στους Γερμανούς βουλευτές να επισκεφθούν τους Γερμανούς στρατιωτικούς, που υπηρετούσαν, έως πρόσφατα, στο Ιντσιρλίκ (από όπου υποχρεώθηκαν να τα μαζέψουν και να φύγουν), ή στο Ικόνιο.

Και φυσικά, οι Τούρκοι ηγέτες πράττουν, ορθώς, αφού γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι η ίδια η παρουσία του Τούρκου προέδρου και της κυβέρνησης των ισλαμιστών εκνευρίζει την Angela Merkel, τον Wolfgang Schäuble και όλους τους άλλους, διότι τους θυμίζει την παταγώδη αποτυχία τους να τους ανατρέψουν και την πολιτική βλακεία, που έκαναν, ακολουθώντας τους Αμερικανούς, στην υλοποίηση αυτού του αποτυχημένου σχεδιασμού, τα αποτελέσματα του οποίου καλούνται να πληρώσουν. Και τα οποία θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν, μέσα από τον διαρκή διασυρμό και τον εξευτελισμό τους.

Ως εκ τούτου, ο αγώνας Γερμανίας - Τουρκίας (Angela Merkel - Recep Tayyip Erdoğan) σημειώνεται, με καθαρό 2 και είναι - και θα είναι - πολύ διασκεδαστικός, λόγω του δεδομένου διασυρμού του γερμανικού πολιτικού κόσμου, ο οποίος έχει επιδοθεί, σε έναν αγώνα, ο οποίος είναι ασύμμετρος και στον οποίο η Γερμανία δεν μπορεί να ανταποκριθεί, αφού ο αντίπαλος είναι σκληρός, αποτελεί μια ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη και μπορεί να βλάψει και εσωτερικά, το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο, το οποίο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει μπροστά του, την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών.

Σε κάθε περίπτωση, η όλη υπόθεση μέλλεται να έχει άφθονο γέλιο...



Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η δραματική πτώση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ως βασική αιτία της τεράστιας υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και η παταγώδης αποτυχία της αναβίωσης του "Νόμου του Jean-Baptiste Say". (Τα αδιέξοδα και οι ολέθριες επιπτώσεις της κρατούσας θεωρίας των ευρωζωνικών ελίτ, περί της κυριαρχίας του "Νόμου των αγορών").




Η έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και η μετατροπή της, σε μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση, έδωσε την ευκαιρία, στις διεθνείς ελίτ και ιδιαίτερα, στις κυριαρχούσες παρακμιακές ελίτ της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", με έμφαση, στις ελίτ της ευρωζώνης, να αναβιώσουν τον (προ πολλού χρόνου, εκμετρήσαντα τον βίο του) "Νόμο του Jean-Baptiste Say", ως μια θεωρία, που απεικονίζει την πραγματικότητα. 

Για να είμαι, μάλιστα, ακριβής, ως προς τις αληθείς επιδιώξεις των, εν λόγω, ελίτ, η κρίση αυτή τους έδωσε την ευκαιρία να αποπειραθούν, με περισσή επίμονη και συστηματική προσπάθεια, να προσαρμόσουν και να καναλιζάρουν την πραγματικότητα, στους κανόνες και στις νόρμες του "Νόμου του Say", στον οποίο θέλησαν να αποδώσουν τα εχέγγυα της αντικειμενικής επιστημονικής κατασκευής, που ουδέποτε είχε, ακόμη και τότε, που αυτός και οι αξιωματικές παραδοχές του, στην εποχή του απλού ανταγωνιστικού καπιταλισμού των ελεύθερων αγορών των ατομικών παραγωγών και των μικρών επιχειρήσεων, μπορούσαν να βρίσκονται κοντά, στα δεδομένα της οικονομικής δραστηριότητας.

Και φυσικά, όλα αυτά τα πράττουν, σύμφωνα, με τα συμφέροντα, που αυτές οι παρακμάζουσες ελίτ έχουν και τα οποία υπερασπίζονται, αφήνοντας, στην άκρη, τα αξιώματα του "Νόμου του Say", που έρχονται, σε αντίθεση, με την τεράστια δύναμη, που έχουν, στην αγορά και στην διαμόρφωση, των επιπέδων των τιμών και των κερδών (που είναι, αρκούντως, δύσκαμπτα, έως ανελαστικά και ουδόλως, εύκαμπτα και ελαστικά, παρά τις σχετικές αξιωματικές παραδοχές του "Νόμου του Say") οι υπερμεγέθεις πολυεθνικές και λοιπές μεγάλες γραφειοκρατικές επιχειρήσεις του αποκαλούμενου, ως ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. 

Ο πίνακας, που, παραπάνω, παρουσιάζω και ο οποίος περιγράφει την διαχρονική, επίμονη και συστηματική προσπάθεια, που οι ευρωθεσμοί καταβάλλουν, για να επιτύχουν μια, τεράστιας έκτασης, συρρίκνωση του σύγχρονου κράτους και την αποξένωσή του, από τον κλασικό ρόλο του σταθεροποιητή των επιπέδων της ολικής αγοραστικής δύναμης και της οικονομίας, ως λειτουργικού και αποτελεσματικού συνόλου, που του επιφύλασσαν τα κεϋνσιανά οικονομικά, είναι μια μερική, μεν, αλλά πολύ σημαντική, δε, απόδειξη της προσπάθειας αυτής, η οποία συνίσταται, στην, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερη επαναφορά των κανόνων λειτουργίας των κλασικών νόμων της - υποτιθέμενης ως - ελεύθερης αγοράς, που ταυτίζονται με και περικλείονται στον περίφημο αυτόν "Νόμο του Say".

Για το περιεχόμενο του νόμου αυτού έχουμε κάνει, στο παρελθόν, εκτενείς αναφορές [όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει, ένα κατατοπιστικό δημοσίευμα του Δεκεμβρίου του 2009, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Η σύγχρονη οικονομική ύφεση, ο Κέϋνς και ο νόμος του Say. (Μια καλή συζήτηση στο μπλογκ του Μίμη Ανδρουλάκη, με τον φίλο Παναγιώτη Μπαζιωτόπουλο)]. Δεν παρουσιάζει, άλλωστε, κανένα μυστήριο, αφού η όλη αντιεπιστημονική κατασκευή του είναι σαφής, από την πρώτη ανάγνωσή του.

Έτσι, σύμφωνα, με τον αποκαλούμενο, ως "Νόμο του Say", η παραγωγή ενός αγαθού δημιουργεί και τα εισοδήματα, για την κατανάλωσή του και φυσικά αυτό το γεγονός επεκτείνεται και στο σύνολο των παραγόμενων αγαθών, δηλαδή, στο σύνολο οποιασδήποτε οικονομίας. 

Από την παραγωγή προέρχεται η αγοραστική δύναμη, που αγοράζει όλη την παραγωγή, μέσα σε κάθε χρονική περίοδο. Η προσφορά προσδιορίζει την ζήτηση και η παραγωγή την κατανάλωση.

Κατόπιν τούτου, αυτό που ακολουθεί, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, είναι το γεγονός ότι όλοι - ή, περίπου, όλοι - οι διαθέσιμοι παραγωγικοί συντελεστές της οικονομίας αξιοποιούνται, σε επίπεδα πλήρους (ή, περίπου, πλήρους) απασχόλησης, πέραν της συνήθους εποχιακής ανεργίας τριβής, η οποία υπολογίζεται, στα επίπεδα του 1,% έως 2% του εργατικού δυναμικού και της εκούσιας ανεργίας, η οποία αποτελεί ατομική επιλογή και φυσικά, αποτελεί στρέβλωση.



Jean-Baptiste Say (5/1/1767 - 15/11/1832). Ο πατέρας του ομώνυμου Νομού, που - υποτίθεται ότι - κινεί την οικονομική δραστηριότητα και ο οποίος αποκαλείται, ως - διότι, επίσης, υποτίθεται ότι είναι - ο "Νομός των αγορών"


Υπό το καθεστώς της λειτουργίας του "Νόμου του Say", που οι σύγχρονοι μπατιροτραπεζοκράτες, οι εξαγωγικές ελίτ και η τεχνοδομή των πολυεθνικών εταιρειών, επιθυμούν (μονομερώς και όχι καθ' ολοκληρίαν, βεβαίως-βεβαίως) να φέρουν, στην επιφάνεια, αυτά που μετρούν είναι τα αγαθά και οι υπηρεσίες, διότι αυτά είναι ωφέλιμα, για την λειτουργία της οικονομίας, ενώ το χρήμα εμφανίζεται, ως ουδέτερο, αφού η οποιαδήποτε διακράτησή του δεν έχει καμμία ωφελιμότητα, με αποτέλεσμα η οικονομία να πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, προκειμένου να είναι αποδοτική και να βρίσκεται, σε καθεστώς αέναης ανάπτυξης.

Ανοησίες. Και μάλιστα, προφανείς, διότι η εμφανιζόμενη ζήτηση, ως αγοραστική δύναμη, μπορεί να προέρχεται (όχι, όμως, πάντοτε, αφού πολλές φορές δεν προέρχεται), ως εισόδημα, από την παραγωγή, αλλά, ουδόλως, ταυτίζεται μαζύ της, αφού, ως ενεργός αγοραστική δύναμη και ως ανενεργός ζήτηση διέπεται από τους δικούς της μηχανισμούς λειτουργίας, οι οποίοι δεν σχετίζονται, με τους μηχανισμούς λειτουργίας και τους εμφανιζόμενους, ως κανόνες της παραγωγής και της προσφοράς και φυσικά, αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργίας της ολικής ζήτησης, μέσα σε ένα σύστημα μιας μη διευθυνόμενης οικονομίας (ή ατελώς, ή και χαοτικώς, διευθυνόμενης οικονομίας, όπως συμβαίνει, στην σύγχρονη οικονομία του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με τυπικό παράδειγμα αυτό της ευρωζώνης) ενεργοποιούνται, με την δική τους σωρευτική διαδικασία και αναπτύσσουν την δική τους δυναμική, η οποία συνολικοποιείται, στην αντίθετη κατεύθυνση, από εκείνη, που ακολουθεί η παραγωγή και η προσφορά, όσο ο σύγχρονος καπιταλισμός γραφειοκρατικοποιείται, ολοένα και περισσότερο και (το κυριότερο) όσο παραμένει αρύθμιστος ή, ατελώς, ρυθμισμένος.

Όμως, αυτή η διαπίστωση (που έχει γίνει, εδώ και 8 δεκαετίες, εξειδικευμένα και με σαφή επιστημονική τεκμηρίωση, από τον John Maynard Keynes), η οποία καθιστά πασιφανή το ανοησιολογικό περιεχόμενο αυτού του πλέγματος των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτεί, ως θεωρητική κατασκευή, τον κυρίαρχο ιδεολογικό μηχανισμό των σύγχρονων γραφειοκρατικών ελίτ, δεν αλλάζει τα πράγματα. 

Αυτές οι ανοησίες δεν είναι οι μόνες, που συναντάμε, μέσα από την οποιαδήποτε επισκόπηση της παγκόσμιας Ιστορίας. Και τούτο, διότι αποτελούν ένα απλό επεισόδιο, στην μακρόσυρτη σειρά των άπειρων ανοησιών των κοινωνιών. Ως εκ τούτου, ακριβώς επειδή αυτό το συνονθύλευμα των ανοησιών, που αποτελεί την δέσμη των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτούν τον "Νόμο του Say", είναι ένα βασικό εργαλείο της σύγχρονης ιδεολογικής/ψευδοσυνειδησιακής κυριαρχίας των παρακμιακών ελίτ, που συγκροτούν, στους σύγχρονους καιρούς, την παρούσα ενεργό εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η επισήμανση του ανορθολογισμού, που διακατέχει όλο αυτό το ανοησιολογικό πλέγμα ιδεών και πεποιθήσεων, δεν αλλάζει την καταστροφική επιρροή του. Και φυσικά, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στον ορθολογισμό, ή στον ανορθολογισμό των επιχειρημάτων, αλλά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων και στην προπαγανδιστική παραμυθολόγηση του ευρύτερου πληθυσμού, με την επιβολή των απόψεων των ελίτ, που κυριαρχούν.

Τοιουτοτρόπως, αφού το οικονομικό σύστημα - και ιδίως, η παραγωγική διαδικασία - πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, οι όποιες παρουσιαζόμενες ακαμψίες, που οφείλονται, στις παρεμβάσεις των συνδικάτων και του κράτους (αλλά όχι, βεβαίως - βεβαίως, στην εκτεταμένη εταιρική δύναμη, που έχουν και χρησιμοποιούν οι μεγάλες επιχειρήσεις), αντιμετωπίζονται, ως δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις.

Εδώ, λοιπόν, εντοπίζεται, από τους γνωστούς θιασώτες του "Νόμου του Say", η αδήριτη αναγκαιότητα της μεγάλης συρρίκνωσης του κρατικού παρεμβατισμού, στην οικονομική δραστηριότητα και η σύστοιχη σάρωση του συνδικαλισμού, ο οποίος, στην "καλύτερη" περίπτωση, θα πρέπει, σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", να περιοριστεί, στον ρόλο, που είχαν, στα καθεστώτα του τεθνεώτος "υπαρκτού σοσιαλισμού" και που έχουν, στην κομμουνιστική Κίνα. Δηλαδή, στον ρόλο του πιστού και υπάκουου συνεργάτη της εργοδοσίας.

Με αυτά τα δεδομένα, η θέσπιση του ορίου του 3% του ΑΕΠ, στα δημόσια ελλείμματα των κρατών της ευρωζώνης και της "Ε.Ε." και πολύ περισσότερο, η πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων των κρατικών προϋπολογισμών, είναι απολύτως, κατανοητή, ως προς την στόχευσή της, όσο ανορθολογική και αντιεπιστημονική και αν είναι.

Η δραματική πτώση των ελλειμμάτων των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, σε επίπεδα, κάτω του 3% του ΑΕΠ, από το 2014, έτσι όπως - υποτίθεται ότι - πραγματοποιήθηκε και έτσι όπως προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, απεικονίζεται, στο παραπάνω διάγραμμα, το οποίο αφορά την χρονική περίοδο 2009 - 2018 (αν και η βάση, όπως και η μεθοδολογία της μέτρησης είναι, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, χειραγωγημένη, από την Eurostat του κ. Walter Radermacher) και η ανακοίνωση της πρόθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προτείνει την έξοδο της Ελλάδας, από την διαδικασία της επιτήρησης, λόγω του υπερβολικού ελλείμματος, μπορεί να οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, το, βαθύτατα και ταχύτατα, συντηρητικοποιημένο κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς, την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, σε πανηγυρισμούς, για το, εν λόγω, υποτιθέμενο, ως ευεργετικό, επίτευγμα, αλλά είναι σαφές ότι εντάσσεται, σε αυτό το νεοσυντηρητικό οικονομικό αφήγημα, με τις σαφείς και ολέθριες κοινωνικές του διαστάσεις και επιπτώσεις.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό το κατόρθωμα δεν αποτελεί, μόνο, μια στατιστική απεικόνιση της καταστροφικής κατακρήμνισης της ελληνικής οικονομίας, όλα αυτά τα χρόνια. Αν επρόκειτο περί αυτού, δεν θα άξιζε να ασχοληθεί μαζύ του. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε αυτή την στατιστική καταγραφή, ως ένα από τα πολλά, ανάμεσα στα άλλα, στοιχεία, που περιγράφουν την ελληνική οικονομική κρίση. Όμως, δεν πρόκειται, περί αυτού. Κάθε άλλο, μάλιστα.

Αυτή η σαρωτική πτώση των δημόσιων ελλειμμάτων, από το 2009, μέχρι σήμερα, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες, για τον όλεθρο, τον οποίο υπέστη η ελληνική οικονομία. Στην πράξη, μάλιστα, η σαρωτική πτώση των ελληνικών δημόσιων ελλειμμάτων, όλη αυτή την περίοδο, η οποία συμβαδίζει, με την, αναλόγως, σαρωτική πτώση της ελληνικής παραγωγής, αποτελεί την κύρια αιτία, για την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Αν δούμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, τα πράγματα καθίστανται πασιφανή και πασίδηλα.

Από το 2008, μέχρι το 2014 η ελληνική οικονομία απώλεσε 64,049 δισ. €, για να χάσει, στην συνέχεια, μέχρι το 2016, άλλα 2,053 δισ. € αθροίζοντας την συνολική καταβαράθρωση της ελληνικής παραγωγής, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και με έτος βάσης το 2008, στο ιλιγγιώδες μέγεθος των 66.102 δισ. €, το οποίο αντιστοιχεί, στο 27,32% του ΑΕΠ του 2008.

Αν, μάλιστα, θελήσουμε να πάρουμε, ως έτος βάσης το 2009, προκειμένου να μετρήσουμε, ειδικότερα, την μνημονιακή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, τότε, τα πράγματα, δεν αλλάζουν, ουσιωδώς, η πτώση της ελληνικής παραγωγής και της ελληνικής οικονομίας καταμετράται, στο 25,11% του ΑΕΠ του 2009, αφού, με δεδομένη την καταγραφή του ελληνικού ΑΕΠ του 2009, στο ύψος των 237,534 δισ. €, η κατακρήμνιση της ελληνικής παραγωγής φθάνει, κατά την περίοδο 2010 - 2016, στα επίπεδα των 59,646 δισ. €.

Αυτή η διαπίστωση γίνεται, περισσότερο από προφανής, όταν παρατηρήσουμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, από το 241,990 δισ. € που ήταν το 2008, οδηγήθηκε, δια πυρός και σιδήρου, σκοπίμως και μεθοδευμένα, μέσω των συντριπτικών πολιτικών της λιτότητας, που επιβλήθηκαν, δια των τριών διαδοχικών Μνημονίων, από τους ξένους δανειστές και τους υποτακτικούς εντόπιους "ευρωπαϊστές" κυβερνήτες, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, στα επίπεδα των 177,941 δισ. €, το 2014 και στο ύψος των 175,888 δισ. €, το 2016.

Οι εφιαλτικοί αυτοί αριθμοί δεν αποτελούν μια κάποια προσωπική αυθαιρεσία. Προέρχονται, από την ΕΛΣΤΑΤ του Ανδρέα Γεωργίου και του διαδόχου του, έχουν την έγκριση της Eurostat και των ευρωθεσμών και περιέχουν τον κλασικό παράγοντα αυθαιρεσίας, που περιλαμβάνεται, σε όλες τις στατιστικές μετρήσεις, που εποπτεύονται, από το (αστείο, καθ' όλα) επιτελείο των γραφειοκρατών στατιστικολόγων της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", απέναντι, στις μετρήσεις του οποίου, η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. είναι, απολύτως, επιφυλακτική και δύσπιστη.

Η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. δεν ιδιοτροπεύει, ούτε και σφάλλει. Αντιθέτως, μάλιστα, πράττει, ορθότατα, διότι η Eurostat αποτελεί μια σκαστή ανορθογραφία, μια σπαρταριστή φαρσοκωμωδία της σύγχρονης στατιστικής, αφού, ανάμεσα στις πολλές αμαρτίες της, οι γραφειοκράτες της επιμένουν, σταθερά, εδώ και πολλά χρόνια, να υποεκτιμούν το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ - και φυσικά, αυτή τους η επιμονή δεν υπήρξε και δεν είναι, καθόλου, αθώα. Εάν η Eurostat και η Commission αποδέχονταν ότι το ελληνικό ΑΕΠ ήταν (και παραμένει) μεγαλύτερο, από όσο, στατιστικά, καταγράφεται, θα έπρεπε να αποδεχθούν ότι οι ποσοστιαίες, επί τοις εκατό, αναλογίες του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος και του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι μικρότερες (και μάλιστα, πολύ μικρότερες) από τις παρουσιαζόμενες.

Αυτό, όμως, αυτοί οι ευρωθεσμοί δεν μπορούν να το δεχθούν, επειδή αυτό, που τους ενδιαφέρει, είναι το γεγονός ότι αυτή η ποσοστιαία μείωση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, σε σχέση με το πραγματικό ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, δεν συνοδεύεται, λόγω της ιδιομορφίας της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, ως μιας οικονομίας, η οποία, όπως είπαμε, στηρίζεται, στην ατομική και στην μικρομεσαία επιχείρηση, από μια αντίστοιχη αύξηση των ελληνικών δημοσίων εσόδων να οδηγεί, σε αύξηση των δημοσίων εσόδων

Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε παρακολουθήσει, συστηματικά, την αριθμητική καταβαράθρωση της ελληνικής οικονομίας και την έχουμε περιγράψει και αναλύσει πολλές φορές, σε αυτό εδώ το μπλογκ, προλέγοντας την εξέλιξή της, βασιζόμενοι, στην ίδια την λειτουργική συλλογιστική των μνημονιακών πολιτικών και λαμβάνοντας υπόψη την καθοριστική ιδιαιτερότητα της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής παραγωγής, η οποία στηρίζεται, σε μια, κατά βάση, κλειστή οικονομία ατομικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (με πιο πρόσφατο απολογισμό, αυτόν, που δημοσίευσα, εδώ, τον περασμένο Μάϊο, με τίτλο : Από το 1ο τρίμηνο του 2016, στο 1ο τρίμηνο του 2017 : Τα αδιέξοδα της παγιδευμένης, στην κρίση, ελληνικής οικονομίας, η καταστροφική ισοτιμία του ευρώ, ως ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και η, εντός ευρωζώνης, αναπόφευκτη πολιτική της συντριβής των γενικών εισοδημάτων). Και φυσικά, μπορώ να ισχυριστώ, χωρίς καμμία υπερβολή, ότι όλα τα προλεχθέντα και όλες οι εκτιμήσεις, για τις επερχόμενες εξελίξεις, από το μοιραίο 2009, έως τώρα, όχι μόνο έχουν αντέξει, στην δοκιμασία της πραγματικότητας, αλλά και έχουν καταγραφεί ως μία αληθής και επιβεβαιωθείσα περιγραφή των γεγονότων, που ακολούθησαν, από την εφαρμογή των τριών διαδοχικών Μνημονίων.

Παρακολουθώντας, λοιπόν, την πορεία της δραματικής πτώσης των δημοσίων ελλειμμάτων, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και συγκρίνοντάς την, με την ιλιγγιώδη καταστροφή της ελληνικής παραγωγής, που επήλθε την ίδια περίοδο, ουδείς μπορεί να αρνηθεί τον συσχετισμό των δύο αυτών μακροοικονομικών μεγεθών, όσο και αν το επιθυμεί.

Απλούστατα, οι συγκρίσεις και οι συσχετίσεις των αριθμητικών μεγεθών είναι συντριπτικές και καθίστανται οφθαλμοφανείς.

Η ίδια η ζωή, η ίδια η περιρρέουσα πραγματικότητα δεν επιτρέπουν κανέναν σοβαρό αντίλογο, σε αυτό το αβίαστο συμπέρασμα, σε αυτή την λογική συνεπαγωγή, οποιοδήποτε ορθολογικοφανές - και εν τη ουσία του, απολύτως, ανορθολογικό - θεωρητικό, ή άλλο, κατασκεύασμα και αν σκαρφισθεί η κυρίαρχη, μεν, αλλά και παραπέουσα συστηματική προπαγανδιστική μυθοπλασία της ασθμαίνουσας εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής και "πνευματικής" ελίτ.

Αλλά αυτή η επίμονη και συστηματική πολιτική της συρρίκνωσης του κράτους, ως μεγέθους και ως παρουσίας, στην οικονομική ζωή, που στηρίζεται, στην μεθοδευμένη επαναφορά της ισχύος του "Νόμου του Say", συνοδεύεται από την, επίσης, συστηματική διόγκωση της ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας.

Και φυσικά, αυτή επίμονη και συστηματική διόγκωση της ανεργίας, η οποία απέχει, μακράν, από την ανεργία τριβής και δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ως εκούσια, μαζύ με την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας, που αφορούν, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και το σύνολο της ευρωζώνης, αποτελούν την πιο τρανταχτή απόδειξη της αποτυχίας του "Νόμου του Say" και του εξωπραγματικού και ανεφάρμοστου περιεχομένου του.

Ότι τα επίπεδα της πραγματικής ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην χώρα μας, στην ευρωζώνη και ευρύτερα, στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού είναι, κατά πολύ, μεγαλύτερα, από αυτά, που παρουσιάζουν οι παραμυθολογικοί μηχανισμοί των στατιστικών υπηρεσιών των κρατών, είναι πασίγνωστο και το έχουμε επισημάνει, ουκ ολίγες φορές. Δεν χρειαζόμασταν τον Mario Draghi, για να το μάθουμε. Όπως έχουμε πει και πιο πάνω, τα αμαρτωλά έργα και οι δυσώδεις ημέρες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat έχουν καταστεί κτήμα των ειδικών, αλλά, σιγά - σιγά και ενός ευρύτερου και ολοένα αυξανόμενου κοινού.

Αυτό το φαινόμενο, άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, ούτε αποτελεί προϊόν των οποίων υπαρκτών αδυναμιών της στατιστικής ανάλυσης των δεδομένων, που προκύπτουν, κάθε φορά, σε οποιοσδήποτε χρονική στιγμή. Δεν πρόκειται, περί λαθών, ή σφαλμάτων. Κάθε άλλο. Τα στατιστικά σφάλματα, προφανώς, υπάρχουν, αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε, με αυτά.

Το φαινόμενο της συνεχούς παραποίησης και της μονομέρειας, στην παρουσίαση των στατιστικών στοιχείων, που αφορούν την ανεργία και την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, είναι ένα πολύ σημαντικό και ουσιώδες εργαλείο, το οποίο αποτελεί βασικό τμήμα του ευρύτερου προπαγανδιστικού μηχανισμού των κυβερνήσεων και των διαφόρων φιλελευθέρων και νεοσυντηρητικών ελίτ της μπατιροτραπεζοκρατίας και των τεχνοδομών των γιγαντιαίων πολυεθνικών επιχειρήσεων και φυσικά, χρησιμοποιείται, για την συγκάλυψη της πραγματικότητας.

Και αυτό δεν είναι κάτι το νέο, αφού, ακόμη και στην περίοδο της ανάπτυξης, η, ουσιαστικά, κρυπτόμενη, μη αναφερόμενη και μη "διαφημιζόμενη" υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα, έφθανε, στα απίστευτα επίπεδα του 12,9%. Κάτι, άλλωστε, που συνέβαινε, αναλόγως και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Από εκεί και πέρα, η εσωτερίκευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης, στην ευρωζώνη και η ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στους καταθλιπτικούς και συντριπτικούς μηχανισμούς των Μνημονίων, ανέπτυξε την δική της καταστροφική δυναμική.

Έτσι, η καταμέτρηση, τον Δεκέμβριο του 2016, της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα της μακρόσυρτης οικονομικής κατακρήμνισης, στα επίπεδα του 31,3%, έναντι του επίσημου 23,4% των καταμετρημένων επιπέδων της ανεργίας, ουδεμία έκπληξη προξενεί. Άλλωστε, το 31,3%, δεν είναι και το χειρότερο μέγεθος, αφού, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν, η υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην ελληνική αγορά εργασίας έχει καταγραφεί, στα επίπεδα του 33,9%.

Είναι προφανές ότι η καταμέτρηση της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, ως μία διευρυμένη απόπειρα καταγραφής​ της κατάστασης, στην αγορά εργασίας και της αξιοποίησης του, οικονομικά, ενεργού πληθυσμού, βρίσκεται, πολύ πιό κοντά, στην πραγματικότητα, από ότι η καταγραφή της επίσημης ανεργίας, αφού, στην έννοια της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού περιλαμβάνονται, πέραν των, επισήμως, καταγεγραμμένων ανέργων και :

1) Όσοι βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας​ ανεργίας και έχουν απογοητευθεί​ να ψάχνουν, για δουλειά.

2) Όσοι ψάχνουν για δουλειά, αλλά δεν καταγράφονται, επειδή δεν είναι έτοιμοι να αναλάβουν εργασία, εντός των δύο εβδομάδων, που απαιτούνται, από τα στατιστικά standards.

3) Όσοι βρίσκονται, σε  εργασιακό καθεστώς μερικής απασχόλησης και επιθυμούν εργασία, με πλήρες ωράριο.


Έτσι, τα πράγματα γίνονται, πολύ απλά, όσον αφορά την προσπάθεια της ανάστασης των κανόνων του "Νόμου του Say" και την παταγώδη έμπρακτη αποτυχία του.

Με δεδομένο το γεγονός ότι, ενώ η Eurostat παρουσιάζει τα επίπεδα της ανεργίας, στην ευρωζώνη, στα, πολύ σημαντικά, έως καταστροφικά, επίπεδα του 9,5%, ο Mario Draghi και η Ε.Κ.Τ. παρουσιάζουν την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, σε όλη την ευρωζώνη, στα επίπεδα του 18,5%, αντιλαμβανόμαστε, το πελώριο μέγεθος της επίμονης και μακροχρόνιας κρίσης, στην οποία έχουν περιπέσει οι χώρες της ευρωζώνης και το πολύ σκοτεινό μέλλον, που τους επιφυλάσσει η εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Οι αριθμοί και εδώ, παραμένουν σαρωτικά, αποκαλυπτικοί, για το μέγεθος της μακρόσυρτης καταστροφής, που επιφυλάσσουν, στον πληθυσμό των χωρών της ευρωζώνης, η μπατιροτραπεζοκρατία και οι διάφορες γραφειοκρατικές και λοιπές ελίτ, που κυριαρχούν, μέσα σε αυτόν τον οικονομικό χώρο.

Το χειρότερο όλων είναι το γεγονός ότι έπεται συνέχεια, αφού, ήδη, η κυβέρνηση έχει αρχίσει να πανηγυρίζει, για την επίτευξη ενός πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, της τάξεως των 1,2 δισ. €, ενώ ο αρχικός στόχος έφθανε, στα 400 εκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα να προβλέπεται ότι, στο τέλος του χρόνου, ο προϋπολογισμός θα κλείσει, με τα επίπεδα του πρωτογενούς πλεονάσματος να υπερβαίνουν, κατά πολύ τον στόχο του 1,75% του ΑΕΠ, που έχει προϋπολογισθεί.

Βέβαια, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία έχει πιάσει πάτο και έχει, σε έναν βαθμό, σταθεροποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τα, έως τώρα, δεδομένα, που δεν προβλέπουν δραματικές περικοπές, στην ενεργό ζήτηση και εάν δεν υπάρξουν δραματικές ανατροπές, η ελληνική οικονομία θα λιμνάσει, στα απόνερα, που την έχει οδηγήσει η κατακρημνιστική κρίση της τελευταίας επταετίας, παρουσιάζοντας κάποιους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, που θα ακολουθούνται, από περιοδικές πτώσεις.

Και φυσικά, στα πλαίσια αυτά, του θεσμικού ζουρλομανδύα του 3% των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κρατών της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, που εγγυάται την σταθερή υποχρηματοδότηση των κρατικών λειτουργιών, την χαμηλή ρευστότητα και την συντήρηση της υψηλής ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, όπως και όλων των χωρών της ευρωζώνης, δεν θα είναι καθόλου ρόδινο...