Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ, ανάμεσα στους φόβους και στους εφιάλτες της. (Η Ελλάδα, η σύγκρουση Η.Π.Α. - "Ε.Ε." και οι επιπτώσεις, από την αλλαγή στην αμερικανική στρατηγική, απέναντι στην Κίνα και την Ρωσία).




28/5/1979 : Η ιστορική αφίσα του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, που κυκλοφόρησε και αναρτήθηκε, σε όλη την χώρα, όταν ο, τότε, πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε, στο Ζάππειο, μαζύ με τους, τότε, ηγέτες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., βλάπτοντας, βαρύτατα, την ελληνική οικονομία, όπως, ακριβώς, περιέγραφαν οι ιστορικές πολιτικές θέσεις, που εξέφρασαν ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ (αλλά, για να είμαστε δίκαιοι και το Κ.Κ.Ε.), οι οποίες, μέσα στο βάθος του χρόνου δικαιώθηκαν, πλήρως, παρά το γεγονός ότι προδόθηκαν, από την πασοκική νομενκλατούρα και εγκαταλείφθηκαν. Το χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι οι διάδοχοι του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, από την αποφράδα εποχή του Κώστα Σημίτη και των παμφάγων "εκσυγχρονιστών" του, υιοθέτησαν, πλήρως (και φυσικά, βλακωδώς), την πολιτική ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με αποτέλεσμα να καταντήσουν ευρωλιγούρηδες του αισχίστου είδους και υπό την ηγεσία του ευήθους ΓΑΠ να οδηγήσουν την χώρα στην χρεωκοπία και στην μετατροπή της σε μια σύγχρονη αποικία του Βερολίνου και των Βρυξελλών, προδίδοντας, με τον πιο αισχρό και ιταμό τρόπο, την κοινωνική και την πολιτική τους βάση, η οποία τους εγκατέλειψε και ουδέποτε τους συγχώρησε, για αυτή την τεράστια πολιτική ατιμία που διέπραξαν. Από εκεί και πέρα, η αστραπιαία πολιτική εξαέρωση και η πλήρης ηθική απαξίωση, την οποία υπέστησαν, ήταν το λιγότερο, που μπορούσε να τους συμβεί, αφού, έως τώρα, κατάφεραν - πλην του Άκη Τσοχατζόπουλου - να αποφύγουν τα χειρότερα...



Οι "άρχοντες" των Αθηνών έχουν κάθε λόγο να είναι περιδεείς. Ο τρόμος, τον οποίο αισθάνονται είναι, απόλυτα, δικαιολογημένος. Βέβαια, ούτε άρχοντες των Αθηνών είναι, ούτε ορίζουν οι ίδιοι, έστω και για λίγο, την τύχη τους. Στην πραγματικότητα, είναι απλοί τοπάρχες και εκτελεστές των εντολών των ξένων δανειστών, τους οποίους υπηρετούν, ως επιστάτες, στο, οιονεί, κατασχεμένο οικόπεδο, που αποκαλείται - ακόμη - Ελλάδα, μεταφέροντας τις εντολές του κ. Thomas Wieser (ο οποίος όπως, δημοσίως ανέφερε ο Γιάννης Βαρουφάκης και όπως, άλλωστε, είναι γνωστό, σε όλους όσους ασχολούνται, με τα ελληνικά πράγματα, μετά την χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, είναι ο πραγματικός κυβερνήτης αυτού του τόπου), στον εντόπιο πληθυσμό των σύγχρονων πεόνων-δουλοπαροίκων. Μπορεί, στην πλειοψηφία της, η σύγχρονη ελίτ του τόπου μας να αποτελείται από σκουπίδια, με αποτέλεσμα να σκουπιδοποιούνται και όσα από τα μέλη της δεν τους αξίζει αυτός ο "τίτλος", όμως, όλοι τους, έλπιζαν ότι, με την πάροδο του χρόνου, τα πράγματα θα άλλαζαν κατεύθυνση. Η κατάσταση κάποια στιγμή θα οδηγούνταν, εκ των πραγμάτων, ή από έναν, από μηχανής, θεό, σε μια διαδικασία ομαλοποίησης. Δυστυχώς, γι' αυτούς, αυτή η ελπίδα δεν απέκτησε μια κάποια υπόσταση - έστω και ασθενή.

Αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει την υπάρχουσα κατάσταση, αφού οι εντόπιοι υποτακτικοί των ξένων δανειστών, που εμφανίζονται, με την λεοντή του "ευρωπαϊστικού" πολιτικού προσωπικού της χώρας και η, υπό κατάρρευση, εντόπια οικονομική ελίτ, βλέπουν ότι τίθενται, υπό αίρεση και καθίστανται αμφίβολα και αυτά τα λίγα κόκκαλα της εξουσίας, που τους έχουν αφήσει να νέμονται τα, εκ της Εσπερίας, αφεντικά. Η, νεοαποικιοκρατικού τύπου, υποτέλεια και το ξεπούλημα της χώρας και του πληθυσμού της, ουδόλως, απασχολούν τους εντόπιους επιστάτες των ξένων. Άλλα είναι αυτά που τους απασχολούν και κυριολεκτικά, τους καίνε.

Η "Ευρώπη", στην οποία τόσα επένδυσαν όλες αυτές τις δεκαετίες, από την αποφράδα, εκείνη ημέρα της 28ης Μαΐου 1979, που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπέγραψε την πράξη προσχώρησης της χώρας μας, στην Ε.Ο.Κ. (τότε, που τα στελέχη και η μαχητική βάση του ΠΑΣΟΚ του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου αφισοκολλούσαν, σε όλη την επικράτεια την πολύ επιτυχημένη αφίσα, με τον χάρτη της Ελλάδας και το πωλητήριο πάνω του) και το φαιδρό ιδεολόγημα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", πάνω στο οποίο στήθηκε όλη η παραμυθολογία, περί της "ενωμένης Ευρώπης", δεν πάει, καθόλου, καλά. Το σαθρό οικοδόμημα τρίζει και οδεύει, στο να ακολουθήσει την άδοξη τύχη του ομογάλακτου "υπαρκτού σοσιαλισμού" . Η τοξική ευρωζώνη έχει δηλητηριάσει όλο το αυτοαποκαλούμενο, ως ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η "Ευρωπαϊκή Ένωση" θνήσκει.

Ως εκ τούτου, την ίδια στιγμή, που η Angela Merkel υποχρεώθηκε, από τις ωμές επιθέσεις και ευρισκόμενη, υπό την ασφυκτική πίεση του επιτελείου του Donald Trump, να παραδεχθεί ότι η αξία του μέσου ευρώ αποτελεί πρόβλημα, επειδή είναι ένα πολύ υποτιμημένο νόμισμα, σε σχέση με την αξία του "γερμανικού" ευρώ και ως εκ τούτου, λειτουργεί, ευνοϊκά, για την γερμανική παραγωγή, η οποία, κατά το ήμισυ του ΑΕΠ της Γερμανίας, είναι προσανατολισμένη, στις εξαγωγές και ενώ ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέϊ Λαβρώφ μίλησε, για την έλευση της μεταδυτικής εποχής, στον σύγχρονο κόσμο, καθιστώντας σαφές, στα νέα αφεντικά του κρατικού διοικητικού μηχανισμού της Ουάσιγκτων, ότι η Ρωσία δεν είναι δεδομένη και ότι οι ρωσικές απαιτήσεις θα είναι πολλές και επώδυνες, στην Αθήνα, αυτοί που αποφασίζουν, για τις τύχες του ερειπωμένου κράτους και της κατεδαφισμένης ελληνικής οικονομίας, έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε παρατηρητής να μην γελάει, με την απελπιστική θέση, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, αντιλαμβανόμενη ότι έπονται πολύ σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, βλέπει ότι η γη φεύγει κάτω από τα πόδια της και περιδεής δεν γνωρίζει το τί της μέλλεται και τί πρέπει να πράξει, προκειμένου να προστατευθεί. Οι ασφαλείς ισορροπίες του, εντελώς, πρόσφατου παρελθόντος έχουν διαταραχθεί, ανεπανόρθωτα και έχουν πάρει τον δρόμο, προς την πλήρη αποδόμησή τους, καθιστώντας την πορεία της χώρας ανασφαλή και το μέλλον αυτής της, θεληματικά, αφημένης, στις - υποτιθέμενες, ως αυτοματοποιημένες - διαδικασίες του "ευρωπαϊστικού" κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης, ελίτ, απολύτως, αβέβαιο και προοπτικά, σκοτεινό.

Όμως, στις ημέρες μας έχει καταστεί σαφές ότι η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει οδηγηθεί στην κατάρρευσή της, επειδή υπήρξε, ενδογενώς, αδιέξοδη και εφαρμόστηκε ως ένα σχέδιο των εκφραστών του βαθύτατου κράτους των Η.Π.Α., το οποίο (αφελώς) αποσκοπούσε, στην εδραίωση και στην διατήρηση της αμερικανικής κυριαρχίας, στον πλανήτη, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", με την προφανή συνεπικουρία του ευρύτερου συνασπισμού, που, συμβατικά, μεν, αλλά και ουσιαστικά, αποκαλούμε Δύση, στον οποίο συνασπισμό η ελίτ, που διοικεί την Ουάσινγκτων, έχει τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο.

Αλλά αυτός ο εθνικός σχεδιασμός της αμερικανικής ελίτ, που χρησιμοποίησε την παγκοσμιοποίηση, ως εργαλείο, για την δαιώνιση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., υπήρξε, υπερβολικά, φιλόδοξος και στην πραγματικότητα ήταν και απεδείχθη και στην πράξη, εξωπραγματικός, αφού η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, από την στιγμή, που περιέλαβε και δεν απέκλεισε, ή δεν περιόρισε άλλα μεγάλα και μεσαία κράτη (είτε αυτά ήσαν ιστορικά, είτε εμφανίστηκαν, στα νεώτερα χρόνια), ήταν καταδικασμένος να αποτύχει, ακριβώς επειδή η ίδια η ανάπτυξη αυτών των μεγάλων και μεσαίων κρατών, με πρωτοστατούσα την συμπαγή, αχανή και πολυπληθέστατη Κίνα και δευτερευόντως, την Ρωσία, θα στρεφόταν εναντίον των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων, όπως και των συμφερόντων της Δύσης, αφού τα κράτη αυτά, με πρώτη την Κίνα και από κοντά, την Ρωσία, θα αμφισβητούσαν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και την κυριαρχία του ευρύτερου συνασπισμού της Δύσης.

Όπως ήταν φυσικό και όπως συνέβη, ιστορικά, πάντοτε, όταν τα οικονομικά κριτήρια παρουσιάστηκαν, ως κυρίαρχα, στις διακρατικές σχέσεις και στην δημιουργία και την λειτουργία ευρύτερων διεθνικών συσσωματώσεων και οικονομικών ενοτήτων, η παγκοσμιοποίηση και η ταχύτατη αποδόμησή της, ύστερα από την χρηματοπιστωτική κατάρρευση της Wall Street, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθύτατη οικονομική ύφεση, που, άμεσα, έπληξε την ευρισκόμενη, υπό την επίδραση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, διεθνή οικονομία, κτύπησε, χωρίς έλεος, την, θεσμικά, ασθενή και αθωράκιστη ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, όπως, άλλωστε, έκαναν, στον παρελθόν, όλες οι διεθνείς καπιταλιστικές κρίσεις, όταν εύρισκαν μπροστά τους οποιεσδήποτε νομισματικές ενώσεις κρατών, αποδεικνύοντας τον βαμπιρικό χαρακτήρα της χαοτικής ευρωζώνης.

Φυσικά, όπως έχουμε πει, η αμερικανική ελίτ δεν άφησε, τυχαία, να ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008. Όσο και αν αυτό φαίνεται αδιανόητο, στην πραγματικότητα, οι διοικούντες, στην Ουάσινγκτων, έβαλαν φρένο στην παγκοσμιοποίηση, όταν, οριστικά, συνειδητοποίησαν ότι τα αποτελέσματα αυτού του αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού των αρχών της δεκαετίας του 1990 είχαν καταστεί, στα τέλη της δεκαετίας του 2000, ασύμφορα, για τις Η.Π.Α. αφού ανέδειξαν τα παλαιά και τα νέα μεγάλα κράτη, δηλαδή, πρωτίστως, την νεοκομμουνιστική Κίνα, με εργαλείο μια σύγχρονη μορφή του λενινισμού, έτσι όπως υλοποιήθηκε, από τον Ντενγκ Ξιάοπινγκ και τους διαδόχους του, με την εφαρμογή μιας μοντέρνας εκδοχής της πολιτικής της ΝΕΠ, που εξέφρασε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, αμέσως, μετά τον ρωσικό εμφύλιο και την νίκη του μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά, δευτερευόντως και την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν

Έτσι, με δεδομένο ότι η παγκοσμιοποίηση λειτούργησε, εις βάρος και εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων, τα οποία συνοψίζονταν, στην διατήρηση της αμερικανικής πλανητικής πρωτοκαθεδρίας και της κυριαρχίας του δυτικού συνασπισμού, στον οποίο οι Η.Π.Α. ηγούνται, η αποδόμηση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και η αναδόμησή της, μέσω μιας (πιθανότατα, απέλπιδας) απόπειρας αποκοπής, από αυτήν την, υπό αναδόμηση, διαδικασία, της Κίνας, αλλά και της Ρωσίας, δεν είναι καθόλου αφύσικη και μη αναμενόμενη. Αντιθέτως είναι, απολύτως, φυσιολογική και αναμενόμενη, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική ελίτ είναι, βαθύτατα, διχασμένη, επί του πρακτέου και ιδίως, ως προς τις προτεραιότητες, που κάθε πλευρά, εκ των αντιμαχόμενων μερίδων του αμερικανικού κατεστημένου, βάζει.

Φυσικά, όλα αυτά τα πυκνά και δύσκολα δεδομένα, που ταράζουν τις καθιερωμένες ισορροπίες, στην διεθνή σκηνή και στην ευρωπαϊκή υποήπειρο, έρχονται να ταράξουν τον βαθύ ύπνο μιας ανέμελης και συνάμα, ανόητης (ευρισκόμενης, στα όρια της ιδιωτείας) ελίτ, όπως είναι αυτή των Ελλήνων "ευρωπαϊστών", οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν "πού την κεφαλήν κλείναι", αφού όλες οι θεμελιώδεις παραδοχές τους και τα υποτιθέμενα, ως απαρασάλευτα, δόγματα της πολιτικής στρατηγικής τους, ανατρέπονται, ραγδαία, αφήνοντας πίσω τους ένα κενό, το οποίο καθιστά επισφαλή την ίδια την ύπαρξη αυτής της βλακώδους ελίτ, που διακατέχεται, από μια κεκτημένη συβαριτική νοοτροπία και η οποία είχε συνηθίσει να λειτουργεί, με δεδομένο έναν μηχανισμό αυτόματου πιλότου, όσον αφορά τις γεωπολιτικές και τις γεωστρατηγικές της επιλογές, οι οποίες στηρίζονταν, στον εθελόδουλο "ευρωπαϊσμό", που εκφράζονταν, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση" και τον πυρήνα της (την ευρωζώνη) και την αμερικανική προστασία, με κεντρικό πυλώνα το ΝΑΤΟ.

Τώρα και αυτοί οι δύο άξονες βρίσκονται, σε δοκιμασία. Η αμερικανική ελίτ έχει θέσει, εν αμφιβολία, την ύπαρξη και των δύο. Πολύ περισσότερο, αυτόν της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και ιδιαίτερα, της ευρωζώνης, αν και λιγότερο εκείνον του ΝΑΤΟ, αφού η αμερικανική ελίτ αλλάζει τις γεωστρατηγικές της επιδιώξεις και τις γεωπολιτικές αναζητήσεις συμμαχιών.

Έτσι, οι Η.Π.Α., και η νέα κυβέρνηση του προέδρου Donald Trump φαίνεται να τοποθετεί, ως προτεραιότητά της, την ανάσχεση του, ταχύτατα, ανερχόμενου κινεζικού γίγαντα.

Η "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κίνας (και όχι, πλέον, η Ρωσία) φαίνεται ότι αναγνωρίζεται, ως ο στρατηγικός αντίπαλος του αμερικανικού κράτους και της δυτικής συμμαχίας. Αν η Κίνα δεν ανασχεθεί, είναι σαφές ότι σε, όχι πολλά χρόνια, από τώρα, δεν θα μπορεί να ανασχεθεί. Και φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει το τέλος της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας.

Στα πλαίσια αυτά, η νέα αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να υπολογίζει, σε μια συμμαχία, με την Ρωσία. Ή, τουλάχιστον, μπορεί να ελπίζει ότι θα καταφέρει να διαρρήξει την άτυπη συμμαχία της Ρωσίας, με την Κίνα, που προστατεύει την τελευταία, από την ορατή - και υποτιθέμενη, ως μη αντιμετωπίσιμη, εάν η Κίνα μείνει μόνη της - απειλή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και του πυρηνικού οπλοστασίου των Η.Π.Α.

Βέβαια, σε αυτή την πολιτική δεν υπάρχει ομοφωνία, αφού το αντιπολιτευόμενο την νέα κυβέρνηση τμήμα της αμερικανικής ελίτ, που εκφράζεται, από την Hillary Clinton και τον ημίμουρλο ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή John McCain, θεωρεί ότι οι Η.Π.Α. και η Δύση, ως σύνολο, μπορούν να αντιμετωπίσουν και να ανασχέσουν, εκ παραλλήλου και την, οικονομικά, ανερχόμενη, αλλά στρατιωτικά και πυρηνικά, ασθενέστερη Κίνα και την οικονομικά, υποδεέστερη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μια πυρηνική υπερδύναμη. Τα δεδομένα, που έχουμε, δείχνουν ότι αυτή η μερίδα της αμερικανικής ελίτ υπερβάλλει, ως προς τις εκτιμήσεις της, όμως, η άποψή της δεν μπορεί - ακόμη - να αγνοηθεί.

Οι νέες επιλογές της προεδρίας του Donald Trump οδηγούν τις Η.Π.Α., σε νέες ατραπούς, οι οποίες μεταφέρουν τα βάρη και τα ανάλογα κόστη, στους συμμάχους τους, με δεδομένο τον κυρίαρχο ρόλο του αμερικανικού κράτους, εντός των συμμαχιών, που έχει συνάψει. Αυτό σημαίνει ότι το τζάμπα τελείωσε, για τους συμμάχους των Αμερικανών. Οι σύμμαχοι θα πληρώσουν. Και πρώτη, από όλους, αυτή, που θα κληθεί - δηλαδή, ήδη, καλείται - και θα συνεχίσει να καλείται να πληρώσει, είναι η Γερμανία και η αποκαλούμενη, ως "Ευρώπη".

Αυτή η "Ευρώπη" είναι εκείνη, η οποία θα κληθεί να πληρώσει την όποια προσέγγιση επιτύχει η νέα αμερικανική κυβέρνηση και το ευρύτερο μπλοκ των Αγγλοσαξώνων (που περιλαμβάνει τις Η.Π.Α. και την απεξαρτημένη, από την "Ε.Ε.", Βρετανία), με την Ρωσία, αφού η τελευταία, όπως δείχνουν και οι απαξιωτικές, για την Δύση, δηλώσεις του Σεργκέϊ Λαβρώφ, δεν είναι δεδομένη, στις επιδιώξεις των Η.Π.Α., για την σύμπηξη, αντικινεζικού χαρακτήρα, συμμαχίας με την αμερικανική υπερδύναμη και φυσικά, πρόκειται να ζητήσει σαφή και συγκεκριμένα ανταλλάγματα, στον ευρωπαϊκό χώρο, εάν πρόκειται να συναινέσει, στην δημιουργία ενός συμμαχικού άξονα Ουάσινγκτων - Μόσχας.

Θα πρέπει, επίσης, να θεωρείται δεδομένο ότι, το αμερικανικό κράτος, από εδώ και πέρα, θα κινείται, με βάση τα δικά του ιδιαίτερα συμφέροντα. Και αυτό αφορά, όχι μόνο τους συμμάχους των Η.Π.Α., αλλά και τις πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες, είτε είναι αμερικανικών συμφερόντων, είτε όχι, θα υποχρεωθούν να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές τους, σύμφωνα, με τις επιταγές της Ουάσινγκτων, εάν θέλουν να τα έχουν καλά, με την αμερικανική διοίκηση και να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση, στην αμερικανική αγορά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μέλλον της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" είναι σκοτεινό. Η "Ε.Ε." έχει μείνει, ουσιαστικά, μόνη και ήδη, αντιμετωπίζει την αμερικανική μήνι, για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, που υφίσταται η οικονομία της πλανητικής υπερδύναμης, από τον "ευρωπαϊκό", δηλαδή, τον γερμανικό ανταγωνισμό, αφού - και μάλιστα, ορθότατα - η αυτοαποκαλούμενη ως Ευρώπη, θεωρείται και αντιμετωπίζεται, από τον Donald Trump και την ελίτ, που αυτός εκφράζει, ως ένα εργαλείο της ισχύος του Βερολίνου.

Και εδώ, που τα λέμε, δεν είναι, απλά και μόνο, ο χειρισμός της ελληνικής κρίσης, αυτός, που θα βοηθήσει την αμερικανική κυβέρνηση να αποσαρθρώσει την "Ε.Ε.". Η Ιταλία είναι, για την Ουάσινγκτων, πολύ πιο πρόσφορη περίπτωση, για την υπονόμευση της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και πολύ πιο ώριμη, για αποχώρηση από την ευρωζώνη. Μια αποχώρηση, η οποία θα δώσει το τελικό κτύπημα, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, έτσι όπως, μέχρι σήμερα, την γνωρίζουμε.

Και εδώ είναι που η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ έχει χάσει τον μπούσουλα και δεν ξέρει τί της μέλλεται και τί να πράξει, αφού, πλέον, δεν μπορεί να πατάει, σε δύο βάρκες. Ως εκ τούτου, θα κληθεί να διαλέξει. Και φυσικά, αυτό που θα έχει να διαλέξει, είναι, ανάμεσα, στην Γερμανία και στις Η.Π.Α.

Εννοείται, βέβαια, ότι, στα πλαίσια μιας τέτοιας επιλογής, οι Η.Π.Α. δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η αμερικανική πλευρά έχει το πάνω χέρι και φυσικά, μπορεί να επιβάλει, με το καλό, ή με το άγριο, στην εντόπια ελίτ, τις επιθυμίες της κυβερνώσας, στην Ουάσινγκτων, μερίδας του αμερικανικού κατεστημένου. Και φυσικά, δεν είναι η ελληνική ελίτ εκείνη, που θα αρνηθεί να ακολουθήσει, τις αμερικανικές επιθυμίες. Κάθε άλλο.

Αυτό, που τρομάζει περισσότερο την πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου μας δεν είναι η υπακοή, στα αμερικανικά κελεύσματα. Σε αυτά είναι συνηθισμένη. Η Ουάσινγκτων, άλλωστε, ήταν το αποκούμπι της, σε κάθε κρίση, με την Τουρκία και όχι οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο, ή το Παρίσι. 

Αυτό που τρομάζει την ελληνική ελίτ, αυτό, που συνολικοποιεί και ενώνει τους φόβους και τους εφιάλτες της, είναι η (ουδόλως, μικρή) πιθανότητα, τελικά, διαλέγοντας τις Η.Π.Α., να παραχωρηθεί, το ελληνικό οικόπεδο, στην Ρωσία, μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου αμερικανορωσικού deal, μια εξέλιξη, η οποία θα πρέπει να θεωρείται, ως, σφοδρότατα, πιθανή, εάν οι δύο υπερδυνάμεις καταλήξουν, σε μια οριστική - και φυσικά, υπόγεια και μυστική - συμφωνία.

Αυτή η ηλίθια και ανίκανη να προβεί, σε απλές στρατηγικές εκτιμήσεις ελίτ των Αθηνών, θα ήταν για γέλια, εάν δεν ήταν για κλάματα. Αν και, στην πραγματικότητα, είναι και για τα δύο.

Η τύχη της δεν είναι καθόλου ευοίωνη. Αντιθέτως, είναι, εντελώς δυσοίωνη και θα είναι, σε κάθε περίπτωση, κακή.

Και φυσικά, θα είμαστε, εδώ, για να παρακολουθήσουμε τον πλήρη ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό εξευτελισμό, όπως και τον έσχατο οικονομικό ξεπεσμό της...

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Η καταστροφική πολιτική των οικονομικών πλεονασμάτων, η επανεμφάνιση των εθνικών κρατών και αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα βαδίζει τον δρόμο προς τον όλεθρο. (Let's go back to drachma).


1929 - 2014 :  Τα στοιχεία, που αφορούν την ελληνική οικονομική κρίση, συγκρινόμενα, με αυτά της αμερικανικής οικονομικής κρίσης του 1929 - 1939, είναι, απολύτως, καταθλιπτικά. Η ελληνική οικονομία δεν ανακάμπτει και βρίσκεται πολύ πίσω, από την αντίστοιχη περίοδο της αμερικανικής GREAT DEPRESSION. Ομοίως, πολύ καταθλιπτική είναι η σύγκριση της ελληνικής κρίσης, με την ευρωζωνική, παρά την στασιμότητα της τελευταίας, μια στασιμότητα, που αποδεικνύει ότι η ευρωζώνη δεν παράγει πλούτο και είναι ένα ζόμπυ, που, απλώς, περιμένει, τον νεκροθάπτη του. Από την άλλη πλευρά, η σαφής ανάκαμψη της Βρετανίας, ύστερα από την βαθιά οικονομική ύφεση του Σεπτεμβρίου του 2008, δείχνει τον δρόμο, που πρέπει να ακολουθήσει και η Ελλάδα. Μετά το BREXIT, έχει έλθει η ώρα του GREXIT...




Αυτό που δεν έχει, αλλά, τείνει να καταστεί σαφές, όσο περνάει ο καιρός και όσο τα αδιέξοδα εντείνονται, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τον Σεπτέμβριο του 2008, έως τις ημέρες μας, όσον αφορά τις αιτίες της σύγχρονης παγκόσμιας ύφεσης και της επακόλουθης ευρωζωνικής κρίσης, παρά το γεγονός ότι, με πείσμονα τρόπο, επιχειρούν να κρύψουν και να θέσουν, εκτός της ατζέντας κάθε συζήτησης, οι διεθνείς γραφειοκρατικές καπιταλιστικές ελίτ, με επί κεφαλής, την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, την τεχνοδομή των πάσης φύσεως πολυεθνικών εταιρειών, αλλά και την εξουσιαστική κρατική και κομματική γραφειοκρατία του κινεζικού κράτους και του Κ. Κ. Κίνας, είναι ότι οι πλεονασματικές πολιτικές και οι επακόλουθες πολιτικές της συστηματικής λιτότητας αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του αδιεξόδου, στο οποίο έχει οδηγηθεί ο οικονομικός χώρος των αναπτυγμένων οικονομιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Για αυτές τις ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (εκ των οποίων οι δύο πρώτες είναι διεθνείς και παγκοσμιοποιημένες, ενώ η τελευταία έχει τοπικά/εθνικά χαρακτηριστικά και απλώς, εκμεταλλεύεται την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης) οι πολιτικές, που ευνοούν τα οικονομικά πλεονάσματα και διαχειρίζονται την οικονομική και κοινωνική λιτότητα, έχουν ένα σαφέστατο οικονομικό και κοινωνικό/ταξικό αποτέλεσμα, το οποίο προσανατολίζεται στον διαρκή προσπορισμό κερδών, με στόχευση την σταθεροποίηση και την αναβάθμιση των επιπέδων τους, κατά την διάρκεια της κοινωνικής διανομής και αναδιανομής τους.

Στα πλαίσια αυτά, οι πολιτικές αυτές, που ευνοούν την διαρκή επίτευξη και την παράλληλη αύξηση των οικονομικών πλεονασμάτων, ταυτίζονται, περίπου, απόλυτα, με την δημιουργία κερδών, αφού αυτά τα πλεονάσματα αποτελούν τον σκληρό πυρήνα και την βάση της κερδοφορίας των επενδύσεων, της κοινωνικής διαφοροποίησης και της διανομής του οικονομικού προϊόντος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τις ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η διαχείριση των πολιτικών της λιτότητας αυτό που έρχεται να πραγματοποιήσει, δεν είναι τίποτε άλλο, από την δημιουργία και την σταθερή λειτουργία αυτού του μηχανισμού, ο οποίος θα διατηρήσει τις, περίπου και κατά το δυνατόν, πολιτικές προϋποθέσεις, για την αναπαραγωγή και την (υποτιθέμενη ως) ομαλή λειτουργία του συστήματος, έτσι όπως αυτό, σε αυτό εδώ το κείμενο, περιγράφεται, στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης.

Αυτή, τουλάχιστον, είναι η ελπίδα όλων των ελίτ, που εμπλέκονται και έχουν εγγενή συμφέροντα, από την λειτουργία αυτού του σχήματος, που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του γραφειοκρατικού καπιταλισμού των ημερών μας και της σύστοιχης παγκοσμιοποίησης, που εκκίνησε, με τις ευλογίες της αμερικανικής ελίτ, στις αρχές του 1990, με αφορμή την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης". Μπορεί αυτή η ελπίδα, η οποία, επί μακρόν, συντηρήθηκε, να αποδεικνύεται ότι είναι μια φρούδα ελπίδα, αλλά δεν είναι αυτό, που ενδιαφέρει τους σύγχρονους παγκοσμιοποιητές.

Ο εντοπισμός των οικονομικών αιτιών, ένεκα των οποίων η σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει περιέλθει, σε ένα αδιέξοδο, του οποίου οι προοπτικές τείνουν να καταστούν εφιαλτικές, δεν είναι καθόλου δύσκολος. Είναι πανεύκολος αφού το θεωρητικό τους υπόβαθρο ανάγεται στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν της οικονομικής επιστήμης και έχει διερευνηθεί και αναλυθεί, με περισσή ενάργεια, από τον John Maynard Keynes. [Έχουμε εκτεταμένα και πλείστες φορές μιλήσει, για το φαινόμενο αυτό, που αφορά την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση, στα πλαίσια των καπιταλιστικών οικονομιών και του πλούτου, που σχηματίζεται, μέσα στις κοινωνίες, ως αποτέλεσμα της διανομής, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και τάξεις, του συνολικού εισοδήματος, που παράγεται. Οι αναγνώστες του παρόντος κειμένου μπορούν να ανατρέξουν ενδεικτικά στο παλαιό δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλόγκ, με τίτλο : Η χρησιμότητα της θεωρίας του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, για την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση (marginal and average propensity to consume) στην εξέταση της παρούσας καπιταλιστικής ύφεσης. (Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών"). Επίσης, μπορούν να διαβάσουν και άλλο ένα άρθρο μου, σε αυτό το μπλογκ, με τίτλο : 1890 - 2013 : Η ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, ως αιτία των οικονομικών κρίσεων. Ένα οδοιπορικό στις ακραίες εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική κοινωνία, πριν και μετά τις κρίσεις του 1929 και του 2008 και η περίπτωση της Ελλάδας].


Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, οι πολιτικές, οι οποίες αποσκοπούν στην διαρκή και αέναη δημιουργία και στην επέκταση παραγωγικών/οικονομικών πλεονασμάτων και κερδών και στην επενδυτική ανακύκλωσή τους, μέσα από την αποταμιευτική διαδικασία του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθίσταται, από ένα σημείο και μετά, αδιέξοδη. Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, διότι η, επί μακρόν, σώρευση των πλεονασμάτων και των κερδών οδηγεί, στην πτώση της κατανάλωσης, η οποία επέρχεται, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αυτά τα πλεονάσματα και αυτά τα κέρδη χάνουν την οικονομική τους λειτουργικότητα, με δεδομένο το γεγονός ότι, σε βάθος χρόνου, αν και οι κοινωνικές τάξεις, ή - ευρύτερα - οι κοινωνίες, αυξάνουν τον πλούτο τους, δεν αυξάνουν, στον ίδιο βαθμό και τα επίπεδα της κατανάλωσής τους.

Το αποτέλεσμα αυτής της - πολύ απλής, στην κατανόησή της - οικονομικής λειτουργίας, είναι οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του επίσημου και του σύγχρονου σκιώδους χρηματοπιστωτικού τομέα να εμφανίζουν μια προφανή και σαφέστατη δυσχέρεια, στο να μετατραπούν, σε επικερδείς επενδύσεις, δίνοντας, έτσι, ένα επιφανειακό δίκαιο, στην θεωρία του Karl Marx, περί της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, αν και όπως έχουμε πει, το πρόβλημα είναι, κατά πολύ, ευρύτερο και συναρτάται, με την πτώση των επιπέδων της ολικής/συναθροιστικής ζητήσεως, της κατανάλωσης. Αν αυτά δεν πέσουν, ή αν αυτά δεν λιμνάσουν, η οικονομική ύφεση και η κρίση δεν θα ξεσπάσουν.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη αυτή την, κοινωνικά, ανισόρροπη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, επέρχεται ένα χρονικό σημείο, το οποίο αποτελεί ορόσημο, κατά το οποίο αυτή η οικονομική και κοινωνική ανισορροπία εκφράζεται με την εμφάνιση του φαινομένου της οικονομικής ύφεσης, η οποία, όταν δεν προσέχεται και όταν δεν λαμβάνονται τα απαιτούμενα εκείνα μέτρα, για την αντιμετώπισή της και την άρση των δημιουργημένων οικονομικών και κοινωνικών ανισορροπιών, μεταπίπτει σε οικονομική κρίση.

Αυτό είναι εκείνο, που συνέβη το 1929. Αυτό, το ίδιο, ως φαινόμενο, είναι εκείνο, που συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει από το 2008. Βέβαια, πίσω από όλα αυτά, βρίσκονται οι κοινωνικές ομάδες, οι τάξεις, οι κοινωνίες και τα επενδυμένα συμφέροντά τους. Και φυσικά, στην πρώτη θέση των κοινωνικών ομάδων και των επενδυμένων συμφερόντων τους βρίσκονται οι γραφειοκρατικές ελίτ του σκιώδους χρηματοπιστωτικού τομέα των funds και του επίσημου τραπεζικού τομέα και οι διάφοροι και ποικίλοι αποταμιευτές και χρηματοπιστωτικοί επενδυτές, ως διαχειριστές αυτών των τοξικών αποταμιεύσεων, που επιζητούν επίπεδα κερδοφορίας, η αναζήτηση των οποίων, από ένα σημείο και πέρα, καθίσταται ατελέσφορη.

Στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αυτή η διαδικασία υπήρξε πολύ πιο σύνθετη, αφού οι παράγοντες, που υπεισήλθαν, στην διαμόρφωση των παραμέτρων των σχετικών εξισώσεων, σε πλανητικό επίπεδο, υπήρξαν πλείστοι και ως εκ τούτου, κατέστησαν όλο αυτόν τον μηχανισμό, εξαιρετικά, πολύπλοκο, αβέβαιο, ως προς την παραγωγή των σχετικών αποτελεσμάτων και κατ' εξοχήν, ανεξέλεγκτο, αφού δεν υπήρχε κάποια πλανητική κεντρική αρχή, η οποία θα μπορούσε να παρέμβει, για να μετριάσει τα αποτελέσματα των αναμενόμενων ανισορροπιών, που ήταν φυσικό να προκύψουν, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Παράλληλα, η όλη διαδικασία της υποτιθέμενης μετατροπής της πλανητικής οικονομικής δραστηριότητας, σε μια λειτουργική οικονομική ενότητα, την οποία εξέφραζε η παγκοσμιοποιητική ιδεολογία, που είχε ως σπόνσορες την τεχνοδομή των πολυεθνικών εταιρειών και την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, ήταν ευάλωτη, απέναντι στην επανεμφάνιση του παράγοντα των μεγάλων ισχυρών κρατών και των συμφερόντων ισχύος, που εκφράζουν οι βαθείες ελίτ, που τα διοικούν και παίρνουν τις σχετικές αποφάσεις, για την δράση τους.

Έτσι, η ανάδειξη της τεράστιας ισχύος του κινεζικού κράτους, η οποία προέκυψε, ευθέως, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και της ευφυούς εμπλοκής της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και της κρατικής και της κομματικής γραφειοκρατίας της τεράστιας αυτής χώρας, σε αυτή την διαδικασία, όπως, επίσης και η επανεμφάνιση της ρωσικής ισχύος, η οποία, αν και ήλθε καθυστερημένα (και τούτο, επειδή η Ρωσία έχασε μια δεκαετία, μετά την τεράστια γεωπολιτική καταστροφή την οποία υπέστη, ως αποτέλεσμα της βλακώδους πολιτικής των διαδοχικών ελίτ, που στήριξαν τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και τον Μπορίς Γέλτσιν), υπήρξε αποτέλεσμα της, ομοίως, ευφυούς αναστηλωτικής πολιτικής του Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν φυσικό να οδηγήσουν την αμερικανική ελίτ, στην αλλαγή πλεύσης, έναντι της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας.

Σε αυτή την διαδικασία, που η ίδια η αμερικανική ελίτ είχε θέσει σε εφαρμογή, ως ένα σχέδιο εξυπηρέτησης των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων, τα οποία συγκεκριμενοποιούνταν, στην διατήρηση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., η κυβέρνηση του George Walker Bush, με αφορμή τον ρωσογεωργιανό πόλεμο του Αυγούστου του 2008, αποφάσισε να βάλει φρένο, προκειμένου να ανακόψει την λελογισμένη αύξηση της ρωσικής ισχύος, αλλά και την φρενήρη αύξηση της ισχύος του κινεζικού κράτους, το οποίο, με διάφορες ευέλικτες πολιτικές μιας μορφής ενός πρωτόγνωρου, σε παγκόσμιο επίπεδο, κρατικού καπιταλισμού, κέρδισε τα μάλα, από την εξέλιξη της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, με ιδιαίτερη βαρύτητα, στον τομέα της τεχνογνωσίας και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που οι αντίπαλοί του αγνοούν το πραγματικό επίπεδο των τεχνολογικών δυνατοτήτων, που έχει στην διάθεσή της η κινεζική κρατική γραφειοκρατία και η ηγεσία του κινεζικού Κ. Κ.

Με αυτά τα δεδομένα, η σύμφυση αυτών των δύο παραγόντων, που αφορούν, αφ' ενός, μεν, τον διαβρωτικό και απορρυθμιστικό ρόλο του ίδιου του πολύπλοκου οικονομικού μηχανισμού, που, όπως είπαμε, ήταν γνωστός, ως προς την λειτουργία του, αφού έχει περιγραφεί, πλήρως και επαρκώς, από τον John Maynard Keynes και αφορά την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωσης, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος του πρώϊμου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και αφ' ετέρου, δε, την, έντονα, αποδιοργανωτική εμφάνιση των ισχυρών κρατών και των συμφερόντων, που αυτά εκφράζουν και υπηρετούν, ήταν, απολύτως, βέβαιο ότι θα έθεταν, εκτός τροχιάς την σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όπως είχαν πράξει και στο παρελθόν, τα αντίστοιχα φαινόμενα, που εκτροχίασαν την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, το 1914, με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην παρούσα φάση, ένα από τα θύματα της θέσεως, εκτός τροχιάς, της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης είναι η ευρωζώνη και η ίδια η αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ουδέποτε υπήρξε αυτό, που θέλει να λέει και να ισχυρίζεται ότι είναι.

Αυτό, που φιλοδόξησε να είναι η εν λόγω ένωση, δεν είναι τίποτε άλλο από μια οικονομική ένωση, από ένα πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού, που εκφράστηκε, με τον πιο εκκωφαντικό και συνάμα, χαοτικό τρόπο, με την δημιουργία του λεγόμενου και εμφανιζόμενου, ως κοινού νομίσματος, του ευρώ, το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από ένας συμπαγής μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Αυτός ο, με την μορφή του ευρώ, υποκρυπτόμενος μηχανισμός συναλλαγματικών ισορροπιών (στην πραγματικότητα, πρόκειται, περί ανισορροπιών) λειτουργεί, σκανδαλωδώς, ευνοϊκά, για την, έντονα, πλεονασματική Γερμανία, η οποία, μόλις πέρυσι, είχε ένα εμπορικό πλεόνασμα της τάξεως των 252 δισ. € και τις άλλες πλεονασματικές χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, αφού, για την γερμανική οικονομία, όπως και τις οικονομίες των υπόλοιπων πλεονασματικών χωρών, το ευρώ λειτουργεί, ως ένα, κατά πολύ, υποτιμημένο νόμισμα.

Έτσι, το "γερμανικό" ευρώ, το οποίο ισούται, με το μάρκο, εάν η Γερμανία δεν ήταν μέλος της ευρωζώνης, έχει πραγματική ισοτιμία, με το "μέσο" ευρώ, η οποία κυμαίνεται στο 1,88 "D"€/1,00 € και φυσικά, έχει ένα τεράστιο συναλλαγματικό πλεονέκτημα, έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης, αλλά και όλων των άλλων χωρών, στην υδρόγειο και φυσικά, η επιθετική ρητορική και η συνακόλουθη πολιτική, την οποία ασκεί η αμερικανική ελίτ, που εκφράζει ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Donald Trump είναι, απολύτως, τεκμηριωμένη και εδράζεται σε μια ατράνταχτη ορθολογική βάση.

Από την άλλη πλευρά, για την ελλειμματική ελληνική οικονομία και τις οικονομίες των άλλων ελλειμματικών χωρών, το ευρώ λειτουργεί, ως ένα, κατά πολύ, υπερτιμημένο νόμισμα, επιβαρύνοντας, υπέρμετρα, τις οικονομίες των χωρών αυτών, με ένα υπερμεγέθες ανταγωνιστικό μειονέκτημα, το οποίο δεν μπορούν να υπερβούν. Αυτό γίνεται κατανοητό, εάν δούμε τα οικονομικά δεδομένα, όσον αφορά τις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, που αποκρύπτει το ευρώ, το οποίο, όπως είπαμε, αν και εμφανίζεται, ως κοινό νόμισμα, στην πραγματικότητα, είναι ένας μηχανισμός σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Και αυτά τα δεδομένα είναι συντριπτικά, για την Ελλάδα, την οικονομία και την κοινωνία της, αφού το "ελληνικό" ευρώ - δηλαδή η δραχμή, εάν η ελληνική οικονομία ήταν, εκτός ευρωζώνης, με το σημερινό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας - παρά την ιλιγγιώδη πραγματική υποτίμηση, που υπέστη η ελληνική οικονομία, από το 2010, μέχρι σήμερα, στα πλαίσια της πολιτικής, για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της, εξακολουθεί να είναι υπερτιμημένο, τουλάχιστον, κατά 7%, σε σχέση με το μέσο ευρώ, το οποίο, τώρα, που μιλάμε έχει μια ισοτιμία, σε σχέση με το αμερικανικό δολλάριο, η οποία κυμαίνεται, στο 1,00 €/1,07 $. Έτσι, το "ελληνικό" ευρώ, υποτίθεται ότι ισούται, με 0,93 € (Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πράγματα είναι, ακόμη, χειρότερα, αφού η δική μου πεποίθηση είναι ότι το "ελληνικό" ευρώ πρέπει να βρίσκεται, πολύ πιο κάτω από το 0,90 του μέσου ευρώ).

Έχοντας αυτά, υπόψη μας, καθίσταται, απόλυτα, κατανοητό, ότι οι πλεονασματικές πολιτικές, που επιβάλλουν οι ξένοι δανειστές, είναι, εκ των πραγμάτων, καταστροφικές, για την ελληνική οικονομία. Τα δημοσιονομικά, τα παραγωγικά και τα αποταμιευτικά πλεονάσματα, που επιδιώκονται, είναι, απολύτως, εξωπραγματικά. Εάν οι ελληνικές κυβερνήσεις (η παρούσα και οι επόμενες) συνεχίσουν να επιδιώκουν να παραγάγουν δημοσιονομικά πλεονάσματα, έτσι όπως το επιθυμούν οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές, οι οποίοι, απλώς και μόνον, επιδιώκουν να εισπράξουν τα χρήματα, που δάνεισαν και να αρπάξουν, μέσω αισχροκερδών αγοραπωλησιών, την ελληνική δημόσια περιουσία και μέσω κατασχέσεων ιδιωτική περιουσία των Ελλήνων, είναι σαφές ότι θα περιέλθουν σε αδιέξοδο.

Αυτό θα συμβεί διότι, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει ο εξωτερικός τομέας της οικονομίας (οι εξαγωγικές επιχειρήσεις), να μπορέσει, μέσα από την αύξηση των εξαγωγών, να ισορροπήσει, σε ένα μεγάλο επίπεδο αποταμιεύσεων, το οποίο απαιτεί ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, προκειμένου να αντισταθμίσει την απώλεια των χρηματικών ροών, που προκύπτει, εις βάρος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, από τις ζητούμενες πλεονασματικές πολιτικές. Έτσι όμως, με δεδομένο το διαρκές πλεόνασμα του δημόσιου τομέα, το συνολικό πλεόνασμα του τομέα των εξαγωγών (του εξωτερικού τομέα της οικονομίας) θα πρέπει να ισορροπήσει, με τα έσοδα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το ΑΕΠ της χώρας θα μειωθεί, μέχρις ότου το πλεόνασμα των εξαγωγών οδηγήσει σε αυτά τα επίπεδα ισορροπίας.

Αλλά κάπου εδώ ελλοχεύει το παράδοξο των αποταμιεύσεων και η αδυναμία τους να μετασχηματισθούν, σε επενδύσεις, με δεδομένο το πλαίσιο του οξύτατου ανταγωνισμού, που επικρατεί στην ευρωζώνη και στην διεθνή οικονομία, όπου το πλεονέκτημα του ενός γίνεται μειονέκτημα, για τους άλλους. Έτσι, με δεδομένη την συνέχιση της οικονομικής αβεβαιότητας και την επιβάρυνση της χώρας από το υπέρμετρο τοκογλυφικό χρέος, που την έχει γονατίσει, η δεδομένη συνέχιση της αποταμίευσης και η εκροή τεράστιων ποσοτήτων χρήματος, θα οδηγήσει στην παραπέρα μείωση του ΑΕΠ και στην συνέχιση της εμφάνισης των κρατικών ελλειμμάτων, την εξάλειψη των οποίων θα συνεχίσουν να απαιτούν οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές, την ίδια στιγμή, που αυτά είναι απαραίτητα, για αντιμετώπιση της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, που την μαστίζει και για την επαναφορά της, στην οικονομική ανάκαμψη.

Λαμβάνοντας υπόψη, αυτά τα δυσμενέστατα δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, με την άσκηση των πλεονασματικών πολιτικών, που εφαρμόζει, κατά παραγγελία, κυρίως, των τοκογλύφων των ευρωθεσμών (Ε.Κ.Τ., E.S.M., Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και δευτερευόντως, της γραφειοκρατίας του Δ.Ν.Τ., το οποίο αποδέχεται την άσκηση αυτών των πολιτικών, οδηγεί την χώρα, την οικονομία και την κοινωνία της, στον όλεθρο, ο οποίος θα λάβει την μορφή της πλήρως εξαθλίωσης και της εξαχρείωσης του ελληνικού πληθυσμού, πολύ περισσότερο, εάν οι ακολουθούμενες πλεονασματικές πολιτικές συνοδευθούν, από ένα ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο θα είναι ελλειμματικό. 

Η πολιτική των κρατικών πλεονασμάτων, που απαιτούν οι ξένοι δανειστές και εφαρμόζουν, πιστά, οι εντόπιοι υποτακτικοί τους, θα μπορούσε να είναι βιώσιμη, εάν το πλεόνασμα του εξαγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας, θα έφθανε, σε τέτοια επίπεδα, τα οποία θα ήσαν θεόρατα και θα μπορούσαν να ισοφαρίσουν τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, μαζύ με τα πλεονάσματα του ιδιωτικού τομέα και στην συνέχεια να βοηθήσουν, στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά αυτή η περίπτωση, βρίσκεται, σε επίπεδο θεωρητικής συζήτησης. Δεν αποτελεί στοιχείο της τρέχουσας και της μελλούμενης πραγματικότητας. Πολύ περισσότερο, όταν το διεθνές εμπόριο βρίσκεται, στα κάτω του και οι προοπτικές του είναι, άκρως, δυσοίωνες.

Ως εκ τούτου, η συντεταγμένη και σχεδιασμένη εγκατάλειψη αυτού του υποκρυπτόμενου μηχανισμού σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, το οποίο έχει επιβάλλει το Βερολίνο, η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, με την μορφή του ευρώ, ως κοινού νομίσματος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, είναι απαραίτητη και απολύτως, επιβεβλημένη.

Let's go back to drachma, λοιπόν.

Ελπίζω ότι η επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, στο εθνικό νόμισμα της χώρας μας δεν θα αργήσει. Αλλά και αν αργήσει, τελικά, θα έλθει. Θα προκύψει, έστω και εξ ανάγκης...

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Οι διέξοδοι και τα αδιέξοδα του δημόσιου δανεισμού και των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε Ελλάδα και Η.Π.Α, ο κρίσιμος ρόλος και η αναγκαιότητα του εθνικού νομίσματος. (2010 - 2015 : Ούτε ένα ευρώ, από τα 234,7 δισ. € του αισχροκερδούς τοκογλυφικού μνημονιακού δανεισμού δεν πήγε για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών).




Μιλώντας, για τα πρωτογενή πλεονάσματα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού, δεν μπορούμε, παρά να γελάσουμε (ομολογουμένως, πικρά), με τις απαιτήσεις των ξένων τοκογλύφων δανειστών και παράλληλα, δεν μπορούμε να μην ανατρέξουμε, στην ιστορική εμπειρία και στην τρέχουσα πραγματικότητα, που αφορούν την, διαχρονικά, συνεχή ροή των μεγεθών των ομοσπονδιακών προϋπολογισμών των Η.Π.Α., έτσι όπως αυτά περιγράφονται, στον μακροσκελέστατο, ως προς την χρονική του διάρκεια, πίνακα.

Αυτό, που καθίσταται βέβαιο, είναι το προφανές και πασίδηλο. Οι απαιτήσεις των ξένων τοκογλύφων, για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, στους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, επί σειρά ετών, μετά το 2018, είναι εξωπραγματικές και μάλιστα αγγίζουν τα επίπεδα της ψυχοπαθολογικής εμμονής και ξεπερνούν τα όρια του παραλογισμού.

Όσο και ό,τι και αν συμβεί, το Δ.Ν.Τ. (αν και καθυστέρησε, αφού, προηγουμένως, είχε βγάλει τα αντίθετα και ως εκ τούτου, απολύτως, εσφαλμένα συμπεράσματα) έχει δίκιο, προβλέποντας ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να παραγάγει τέτοιου επιπέδου θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα, επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα. Καμμία άλλη οικονομία δεν το έχει επιτύχει, σε καμμία χρονική περίοδο, κατά την διάρκεια της γνωστής ιστορίας του καπιταλισμού και δεν είναι η Ελλάδα αυτή που θα το καταφέρει.

Από εκεί και πέρα, βέβαια, το Δ.Ν.Τ. συμμετέχει, στον συλλογικό παραλογισμό των τοκογλύφων ευρωδανειστών, αφού, αποδεχόμενο την συλλογιστική τους, παρά το γεγονός ότι την περιγράφει, ως εξωπραγματική, προτείνει μια σειρά, από σκληρά μέτρα λιτότητας, προκειμένου να επιτευχθούν οι (περιγραφόμενοι ως, εγγενώς, άπιαστοι) στόχοι των συνεχών πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% του ΑΕΠ, στους κρατικούς προϋπολογισμούς της χώρας μας, για μια σειρά ετών, που φθάνουν, μέχρι την δεκαετία. Όσο και αυτό φαίνεται ότι αποτελεί μια - εξωπραγματικά, ανορθόλογη - παραδοξολογική θεσμική συμπεριφορά, η οποία δεν έχει καμμία θέση, στην σκέψη και στην δράση θεσμών, οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν, με βάση μια συνολική θέαση των προβλημάτων, που έρχονται να αντιμετωπίσουν, στην πραγματικότητα, αυτή η συμπεριφορά δεν είναι, ούτε μεμονωμένη, ούτε αναιτιολόγητη.  

Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί συνέχεια της, ομοίως, εξωπραγματικής και ανορθόλογης δανειοδότησης του, ουσιαστικά, χρεωκοπημένου ελληνικού δημοσίου, από τους δανειστές του, μεταξύ των οποίων ήταν και το Δ.Ν.Τ., μαζύ με την Ε.Κ.Τ. και την Commission, στο πρώτο Μνημόνιο του Μαΐου του 2010, έως και το δεύτερο Μνημόνιο του Μαρτίου του 2012, στο οποίο συμμετείχε, επίσης το Δ.Ν.Τ. 

Αλλά αυτή η συμπεριφορά, όσο ανορθόλογη και αν είναι, έχει την αιτία της. Και η αιτία της δεν είναι άλλη από αυτή, που βρίσκεται, σε αυτού του τύπου τις δανειοδοτήσεις. Δηλαδή την τοκογλυφία, η οποία προσδιορίζεται και χαρακτηρίζεται από τον επιμερισμό της δανειοδότησης, με βάση του ποσού, που επιστρέφει στους δανειστές και του ποσού, που μένει, στον δανειζόμενο.

Με αυτό το κριτήριο (που δεν είναι το μόνο και ίσως, να μην είναι και το κύριο, αλλά, που, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό), οι δανειοδοτήσεις, των ξένων θεσμικών δανειστών, στο ελληνικό δημόσιο, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία κατά την περίοδο 2010 - 2015, είναι, απολύτως και πλήρως, αισχροκερδείς και ως εκ τούτου, τοκογλυφικές. Αυτό το γεγονός καθίσταται, απολύτως, σαφές, όταν δούμε, το πού πήγαν τα 234,70 δισ. €, με τα οποία δανειοδοτήθηκε το ελληνικό κράτος, από το θανατηφόρο τρίο των ξένων θεσμικών δανειστών.

Η διαδεδομένη πεποίθηση, που έχει σχηματισθεί, με βάση τους ισχυρισμούς, που πρόβαλε η γερμανική εφημερίδα Handelsblat, είναι ότι, από το ποσόν των 234,70 δισ. €, με τα οποία Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ. και Ευρωπαϊκή Επιτροπή δανειοδότησαν το ελληνικό δημόσιο, μόλις το 5% (δηλαδή κάπου 11,74 δισ. €) πήγε για να καλυφθούν εσωτερικά ελλείμματα, ενώ το υπόλοιπο 95% των δανείων πήγε, για να πληρωθούν οι ξένες τράπεζες - κυρίως οι γαλλικές και οι γερμανικές.

Όμως, αν δούμε τα στοιχείων των απολογισμών των κρατικών προϋπολογισμών αυτής της περιόδου, θα παρατηρήσουμε ότι, κατά το διάστημα της περιόδου 2010 - 2015, το ελληνικό κράτος πλήρωσε, συνολικά, 240,50 δισ. €, εκ των οποίων τα 195,50 δισ. € πήγαν για την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων (136,90 δισ. €, για χρεωλύσια και 58,60 δισ. €, για τόκους), ενώ κατέβαλε και 45 δισ. €, για την ανακεφαλαιοποίηση της καταρρέουσας ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.

Το προφανές συμπέρασμα, από τα παραπάνω, είναι ότι ο μνημονιακός δανεισμός δεν επάρκεσε, για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του ελληνικού δημοσίου. Αλλά η αλήθεια είναι, ακόμη, περισσότερο πολύπλοκη και λαβυρινθώδης, αφού οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους ήσαν μεγαλύτερες, από το 240,50 δισ. € που, ήδη, αναφέραμε. Αυτό συμβαίνει, επειδή το συνολικό πρωτογενές έλλειμμα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, κατά την περίοδο 2010 - 2015, ανήλθε στα 28,15 δισ. €, διογκώνοντας τις ανάγκες του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, στο ύψος των 268,65 δισ. €.

Το πώς εξυπηρετήθηκε αυτό το σύνολο των δημόσιων δαπανών της χώρας μας, γίνεται κατανοητό, εάν θυμηθούμε, ότι, κατά την διάρκεια του 1ου εξαμήνου του 2010, πριν ο ευήθης ΓΑΠ κηρύξει (με την καθοδήγηση των Barack Hussein Obama - Angela Merkel - Nicolas Sarkozy, οι οποίοι είχαν προσυμφωνήσει, ως προς την ακολουθητέα διαδικασία), την ημιεπίσημη, πλην, όμως, ουσιαστική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, από το Καστελλόριζο, ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. είχε προλάβει να δανειστεί, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, περίπου 20,48 δισ. €. Κάπως έτσι, υπερκαλύφθηκε το ποσόν των 240,50 δισ. €, που πλήρωσε το ελληνικό κράτος, για να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις και για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.

Αλλά το άθροισμα των δανείων, που πήρε το ελληνικό δημόσιο, από το τρίο των θεσμικών του δανειστών (Δ.Ν.Τ. - Ε.Κ.Τ. - Ευρωπαϊκή Επιτροπή), μαζύ με τον δανεισμό, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, κατά τους πρώτους μήνες του 2010, δεν επαρκούσε, για να καλύψει τις υποχρεώσεις του, όταν, σε αυτές περιλάβουμε και τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα των 28,15 δισ. € που προέκυψαν, κατά την περίοδο 2010 - 2015.

Αυτό συνέβη, απλούστατα, επειδή τα εμφανιζόμενα, ως διαθέσιμα χρήματα του ελληνικού δημοσίου, στην περίοδο 2010 - 2015, έφθασαν τα 255,18 δισ. € (234,70 δισ. € δάνεια, από την τρόϊκα + 20,48 δισ. €, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία), ενώ, όπως είπαμε, προσθέτοντας και τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα των 28,15 δισ. €, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες, στην ίδια περίοδο, έφθασαν τα 268,65 δισ. €. Ως εκ τούτου, υπάρχει ένα υπόλοιπο, της τάξης των 13,47 δισ. € το οποίο εξυπηρετήθηκε, από άλλες πληγές.

Βέβαια, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, όσον αφορά την προέλευση αυτών των πηγών. Όπως προκύπτει, από τα στοιχεία του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., το ποσόν των 13,47 δισ. € καλύφθηκε, από τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου, που έφθασαν τα 4,6 δισ. € και τα repos, που έκανε το ελληνικό κράτος, με τα διαθέσιμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία έφθασαν τα 8,9 δισ. €.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται κατανοητό ότι ο μνημονιακός δανεισμός του ελληνικού δημοσίου, από το τρίο των ξένων θεσμικών δανειστών δεν αφορούσε, ούτε, κατ' ελάχιστον, τις ανάγκες του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού. Αφορούσε, τις τράπεζες, το Δ.Ν.Τ. και τους ίδιους τους ξένους δανειστές, οι οποίοι ανακυκλώνουν, πλέον, εδώ και κάποια χρόνια, την εξυπηρέτηση αυτού του δανεισμού, ο οποίος, εκ των πραγμάτων και εξ αυτού του λόγου, έχει καταστεί, απολύτως, αισχροκερδής και τοκογλυφικός, αφού αποσκοπεί, στην διαρπαγή του πλούτου του δανειζόμενου και σε τίποτε άλλο, που να είναι ουσιώδες.

Από όλα όσα, μέχρι τώρα, εκτέθηκαν, εμφανίζεται, σε όλο του το "μεγαλείο", το αδιέξοδο του ελληνικού δημόσιου δανεισμού των 323,709 δισ. € και της χρηματοδότησής του.

Με δεδομένη την αδυναμία του ελληνικού κράτους να ελέγξει τις συνθήκες έκδοσης του ευρώ, το οποίο αντικατέστησε το παλαιό τοπικό νόμισμα της χώρας μας, με την ένταξη της Ελλάδας, το 2002, στην ευρωζώνη, το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει καταστεί, απολύτως, ανεξέλεγκτο και εξαιρετικά αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Και για τον λόγο αυτόν, πρέπει, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, να παύσει να εξυπηρετείται.

Οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ. πρέπει να φεσωθούν και να υποχρεωθούν να εγγράψουν τις ζημιές, που τους αναλογούν, ως αποτέλεσμα της θεμελιώδους απερισκεψίας τους να εκτεθούν, σε ένα χρέος, σαν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, υπό τις συνθήκες εξυπηρέτησής του, με ένα σκληρό νόμισμα, σαν το ευρώ, είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί.






Αλλά τα αδιέξοδα του ελληνικού δημόσιου χρέους και της χρηματοδότησής του, γίνονται ορατά και από άλλα στοιχεία, σαν αυτά των δύο πινάκων, που παρουσιάζουμε, στο παρόν κείμενο.

Όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, που περιγράφει, με πλήρη επάρκεια, την θηριώδη εκτόξευση του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α., κατά την περίοδο 1972 - 2015, σε συνδυασμό, με τον αρχικό πίνακα, ο οποίος απεικονίζει, με ανάγλυφο τρόπο την εξέλιξη, των διαχρονικά, ελλειμματικών ομοσπονδιακών προϋπολογισμών του αμερικανικού κράτους, κατά την περίοδο 1950 - 2016, τα δημόσια ελλείμματα, προφανώς, διογκώνουν το δημόσιο χρέος και ως σχετικό και ως απόλυτο μέγεθος, αλλά, επειδή το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. είναι εκφρασμένο, στο τοπικό νόμισμα της χώρας αυτής, το μέγεθός του και η συναφής διόγκωσή του, δεν αποτελούν κανένα κίνδυνο, επειδή η εξυπηρέτηση του χρέους αυτού μπορεί να γίνεται ομαλά, με την αντίστοιχη κοπή των εκτιμώμενων, ως απαραίτητων, κάθε φορά και κατά περίπτωση, ποσοτήτων χρήματος, που πρέπει να χρηματοδοτήσουν, απρόσκοπτα, το χρέος αυτό. Όποιο και αν είναι το απόλυτο μέγεθός του και όποια και αν είναι η ποσοστιαία σχέση του, με το ΑΕΠ των Η.Π.Α.

Αλλά, ακριβώς, επειδή οι Η.Π.Α. έχουν το δικό τους νόμισμα, του οποίου την τύχη και την ποσότητα της κυκλοφορίας του ελέγχουν, μπορούν να κάνουν αυτά, που δεν μπορεί να κάνει η Ελλάδα, η οποία δεν έχει ένα νόμισμα, το οποίο να της ανήκει. Έτσι, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. δεν περιμένει να εισπράξει τους φόρους, ή τα χρέη των πολιτών και των επιχειρήσεων, προς το κράτους, προκειμένου να δαπανήσει.  Η αμερικανική κυβέρνηση, ακόμα και στην οριακή περίπτωση, που δεν εισπράξει, ούτε ένα δολλάριο, από φόρους, δασμούς, τέλη και χρέη των πολιτών και των επιχειρήσεων, μπορεί να δαπανήσει, ακριβώς, επειδή έχει το εκδοτικό δικαίωμα, επί του νομίσματος της χώρας, στην έκδοση και την κυκλοφορία του οποίου προβαίνει, χωρίς να έχει την ανάγκη να περιμένει, πρώτα να εισπράξει και μετά να δαπανήσει.

Βέβαια, η αμερικανική κυβέρνηση και δανείζεται, από τις τράπεζες και εισπράττει φόρους, τέλη και χρέη, από τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Αλλά, για όποιον έχει μια ελάχιστη γνώση, από τα οικονομικά, αυτό, που γίνεται κατανοητό, είναι ότι η κεντρική διοίκηση της Ουάσινγκτων, είτε αυτή βρίσκεται, υπό τις οδηγίες, είτε του Franklin Delano Roosevelt, ή του Richard Nixon, είτε του Barack Hussein Obama, ή του Donald John Trump, δεν φορολογεί και δεν δανείζεται, για να ικανοποιήσει τις ομοσπονδιακές κρατικές δαπάνες.

Οι λόγοι, για τους οποίους καταφεύγει, σε κρατικό δανεισμό, από τις τράπεζες και για τους οποίους φορολογεί τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αφορά την διατήρηση της αξίας του νομίσματος, στα επιθυμητά επίπεδα και προκειμένου να μπορεί να διαμορφώνει τα επιτόκια στα, κατά περίπτωση, επιθυμητά επίπεδα και να διατηρεί τις επενδύσεις, στα μεγέθη, που κρίνονται, κάθε φορά, αναγκαία (μαζύ με το γεγονός, βέβαια, ότι η κάθε αμερικανική κυβέρνηση επιθυμεί να στηρίζει την κερδοσκοπία, στην "ιδιωτική" αμερικανική μπατιροτραπεζοκρατία, την αξία της οποίας θα μπορούσε, εάν ήθελε, ανά πάσα στιγμή, να εξαφανίσει, ή έστω, να περιορίσει, όπως είχαν πράξει, μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 1970, οι διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, που διαδέχτηκαν τον Franklin Delano Roosevelt).

Αυτή είναι η πραγματικότητα, που αφορά την έκδοση και την κυκλοφορία του χρήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας (Fiat Money), το οποίο δημιουργείται, κυριολεκτικά, ex nihilo, στην οικονομία του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, την οποία προσπάθησαν και εξακολουθούν να προσπαθούν να ανατρέψει η συνασπισμένη τεχνοδομή της αμερικανικής και της πλανητικής μπατιροτραπεζοκρατίας, είτε αυτή η τεχνοδομή ενδύεται τον μανδύα του επίσημου, είτε του σκιώδους τραπεζικού τομέα, οδηγώντας το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, σε μια βαθιά κρίση, η οποία οδηγείται, σε ένα επικίνδυνο σημείο βρασμού και τήξης. Και εδώ εντοπίζεται ο κρίσιμος ρόλος και η αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός εθνικού νομίσματος.

Σε αυτή την πραγματικότητα, οφείλει να επανέλθει η ελληνική οικονομία, προκειμένου να ορθοποδήσει και να εισέλθει, σε μια γοργή και αλματώδη διαδικασία ανάπτυξης. Και για να επιτευχθεί μια αλματώδης και ταχεία επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, η επιστροφή, στο παλαιό τοπικό νόμισμα της χώρας, στην δραχμή, είναι, απολύτως, απαραίτητη.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν αφορά το εάν πρέπει να πραγματοποιηθεί η επαναφορά, στο τοπικό νόμισμα της χώρας. Το ζήτημα είναι από ποιά ομάδα εξουσίας, πότε και υπό ποίες συνθήκες θα επιχειρηθεί αυτό το εγχείρημα.

Οψόμεθα...



Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Γιατί το ελληνικό δημόσιο πρέπει να κηρύξει στάση πληρωμών, ως προς τα τοκογλυφικά δάνεια που έχει λάβει από τον E.S.M., την Ε.Κ.Τ. και τους ευρωθεσμούς. (Το τοκογλυφικό ελληνικό δημόσιο χρέος, η επιτάχυνση της κατάρρευσης του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ο ατταβισμός των εγχώριων "ευρωπαϊστών", το χαοτικό Grexit και τα πιθανά αντισυμβατικά, ή μη, ενδεχόμενα).






2004 - 2015 : Η εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ και η ταχύτατη - στα όρια της κατακλυσμικής - κατακρήμνισή του, από το 2010, μέχρι τις ημέρες μας, εξ αιτίας της καταστροφικής πολιτικής των "ευρωπαϊστών" της εντόπιας οικονομικής ελίτ και του πολιτικού προσωπικού, που αυτή εξέθρεψε. Και όμως, παρά αυτή την τραγική πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία, μέσα σε έξι, μόλις, χρόνια, έχασε 61,837 δισ. €, ποσόν που αντιστοιχεί, στο 26,03% του ΑΕΠ της, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί το 2009, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί, προς το παρόν, να ανέχεται και να υπομένει αυτή την κατάσταση. Παρά τα επιφανειακώς, φαινόμενα, όμως, η κατάσταση αλλάζει. Και αυτό δεν θα αργήσει να φανεί...



Ότι, εδώ και τουλάχιστον, δύο χρόνια, με βάση τα υπάρχοντα οικονομικά δεδομένα και τις εσωτερικές ισορροπίες της δομής του ελληνικού δημόσιου χρέους η περίοδος, που διανύουμε και θα εξακολουθήσουμε, επί μακρόν, να διανύουμε, όσο η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη, επιτρέπει και επιβάλλει, στο ελληνικό κράτος και σε όσους λαμβάνουν τις σχετικές αποφάσεις, την άσκηση μιας επιθετικής πολιτικής, που θα αποσκοπεί και θα στοχεύει, στο να φεσώσει τους ξένους δανειστές, που τοκογλυφούν, εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας, είναι, απολύτως, βέβαιο. Έχει καταστεί, μάλιστα, εκ των πραγμάτων, επιβεβλημένο και αναγκαίο, όπως, άλλωστε, το συνομολογεί, αρρήτως, πλην όμως, σαφώς και η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ., όχι μόνο, στην τελευταία έκθεση, που, σκοπίμως, διέρρευσε, αλλά εδώ και πολύν καιρό, αφού οι επί κεφαλής τεχνοκράτες του Ταμείου, έχουν αποδεχθεί ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί, χωρίς να προηγηθεί ένα εκτεταμένο δραστικό και βαθύτατο κούρεμα.

Αυτό το κούρεμα, όμως, η γραφειοκρατική δομή του Δ.Ν.Τ. θεωρεί ως δεδομένο, ότι δεν πρέπει και δεν μπορεί να αφορά τα δάνεια, που έχουν χορηγηθεί, από το Ταμείο. Ως εκ τούτου, η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. ρίχνει το βάρος του κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους, στα δάνεια, που έχει δώσει ο E.S.M. (European Stability Mechanism), οι λοιποί ευρωθεσμοί και φυσικά τα κράτη της ευρωζώνης, που, ηλιθιωδώς, ενεπλάκησαν, στην χρηματοδότηση των δύο πρώτων Μνημονίων.

Ως εκ τούτου, αυτό που είναι ζητούμενο, δεν είναι το αν πρέπει να ασκηθεί, από το ελληνικό κράτος, μια τέτοια επιθετική πολιτική, απέναντι στους ξένους δανειστές. Η άσκηση αυτής της πολιτικής, όπως έχουμε πει, επανειλημμένως, όλα αυτή την υπερεπταετή περίοδο, που σοβεί εμβαθυνόμενη η ελληνική κρίση, ήταν αναγκαία και έπρεπε να ασκηθεί, τουλάχιστον, από τον Μάρτιο του 2010, από τότε, δηλαδή, που κατέστη σαφές ότι το ελληνικό δημόσιο είχε καταστεί αδύνατο χρηματοδοτήσει την εξυπηρέτηση του χρέους του, αφού δεν μπορούσε, πλέον, να δανειστεί.

 Όμως, ο παγκοσμιοποιημένος βλαξ, που είχε, τότε, την τύχη της χώρας, στα χέρια του, έπραξε τα, εντελώς, αντίθετα, ακολουθώντας μια πολιτική, η οποία εξυπηρετούσε την διάσωση της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας και της ευρωζώνης, προκειμένου να τηρήσει την υπόσχεση που είχε, ανοήτως και ένεκεν ολιγοφρενίας, δώσει, τον Ιανουάριο του 2010, στρεφόμενος, ευθέως, εις βάρος των ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, στον Nicolas Sarkozy και η οποία υπόσχεση συνίστατο, στην μη κήρυξη στάσης πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, απέναντι στις γαλλικές και τις γερμανικές τράπεζες.

Το ζητούμενο, σήμερα, εστιάζεται στο κρίσιμο ερώτημα, που εντοπίζεται, στο ποιά ομάδα (παρούσα, ή μέλλουσα) της εγχώριας πολιτικής εξουσίας θα είναι εκείνη, που θα ασκήσει αυτήν την πολιτική της στάσης πληρωμών, του ελληνικού κράτους, απέναντι στους ξένους δανειστές και ειδικότερα, στον E..S.M. του κ. Klauss Regling και στην Ε.Κ.Τ. του κ. Mario Draghi. Αυτή είναι η ουσία και ο σκληρός πυρήνας του ζητήματος του ελληνικού δημόσιου δανεισμού και του ίδιου του ελληνικού ζητήματος, που απασχολεί την ευρωζώνη και την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Υπό το φως αυτών των ανελέητων δεδομένων, οι διεθνείς εξελίξεις, που αφορούν την δραματική επιτάχυνση της διαδικασίας αποδιοργάνωσης της αυτοαποκαλούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν πάρει τον δρόμο τους, ο οποίος φαίνεται ότι είναι χωρίς επιστροφή. Την ίδια στιγμή το εντόπιο πολιτικό σύστημα των, ταχέως, αποδεκατιζόμενων και αυτογελοιοποιούμενων "ευρωπαϊστών", που εκφράζεται από τα κοινοβουλευτικά κόμματα του μνημονιακού τόξου, δηλαδή των χαμερπών κρυφομνημονιακών, που υφάρπαξαν, με έναν, χονδροειδώς, απατηλό τρόπο, την λαϊκή ψήφο, στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 και των παλαιών και πεπεισμένων μνημονιακών της συμπολιτευόμενης "αντιπολίτευσης" των παλαιών ρύπων των απομειναριών των τοξικών αποβλήτων του παλαιού δικομματισμού, σε συνεργασία με την εντόπια οικονομική ελίτ, ασχολείται με την τετριμμένη εικονική πραγματικότητα της εκκρεμούσας "αξιολόγησης", κραδαίνοντας, για πολλοστή φορά, τον "μπαμπούλα" της "πτώχευσης" του ελληνικού κράτους.

Παρά ταύτα, λοιπόν, οι εγχώριοι "λεβέντες" του καταρρέοντος "ευρωπαϊσμού", ως μισθωμένα και πιστά όργανα του Βερολίνου, υποκρίνονται ότι έχουν άγνοια αυτών των εξελίξεων, που οδηγούν στην πλήρη εξουθένωση του θνήσκοντος "ευρωπαϊστικού" οικοδομήματος και συνεχίζουν να ακολουθούν τον ίδιο βηματισμό, στον δρόμο προς την καταστροφή, που υποδεικνύει η, ομοίως με εκείνους, πανικόβλητη γερμανική ελίτ.

Έτσι, οι εντόπιοι κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι "ευρωπαϊστές", που συμπεριφέρονται και ενεργούν, ως διαχειριστές των συμφερόντων των ξένων τοκογλυφούντων δανειστών, εξακολουθούν, με πείσμα, να υποκρίνονται ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, που, τώρα (μέτρηση της 30/9/2016, από τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), φθάνει τα 323,709 δισ. €, μπορεί, με κάποιες, επί μέρους, ρυθμίσεις, να εξυπηρετηθεί, μέσα στα πλαίσια της κρατούσας νενομισμένης κανονικότητας.

Βέβαια, "ο κόσμος το έχει τούμπανο κι αυτοί κρυφό καμάρι", ότι αυτό το χρέος δεν μπορεί και δεν πρόκειται να εξυπηρετηθεί, αλλά για τους, διαρκώς, διαψευδόμενους και γελοιοποιούμενους "ευρωπαϊστές" μας, αυτό δεν έχει την παραμικρή αξία και σημασία. Γι' αυτό και συνεχίζουν τις business as usual.

Ακόμη χειρότερα, όπως έχουμε, πλείστες φορές επισημάνει, το ελληνικό δημόσιο χρέος, δεν είναι, μόνο, αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Δεν είναι, μόνο, εξαιρετικά, μη διατηρήσιμο, όπως αναφέρει η έκθεση του Δ.Ν.Τ., που, μόλις, διέρρευσε. Αυτή η διαπίστωση, αν και είναι αληθής, παραμένει, εξαιρετικά, μετριοπαθής και δεν λέει όλη την αλήθεια, όσον αφορά το ελληνικό κρατικό χρέος.




Αυτό συμβαίνει, διότι εκείνο που δεν συζητείται και το οποίο, συστηματικά, οι εντόπιοι "ευρωπαϊστές" τοποτηρητές των ξένων δανειστών, επιμένουν να αποκρύπτουν, από την κοινή γνώμη, συσκοτίζοντας τα υπάρχοντα αμείλικτα και συνάμα καταθλιπτικά δεδομένα, που σχετίζονται με αυτό, αφορά τον ίδιο το προσδιοριστικό περιεχόμενο του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, είναι, εξόχως και καθοριστικά, τοκογλυφικό, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα, που αφορά την σύνθεση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ως προς, τα  χρεωλύσια και τους τόκους, που πρέπει να πληρωθούν, κατά την περίοδο 2014 - 2030.

Τον πίνακα αυτόν, που είναι, αρκούντως, αποκαλυπτικός, τον  έχουμε παρουσιάσει, κατά το παρελθόν και φυσικά, παραμένει, πάντοτε χρήσιμος και απολύτως, απομυθοποιητικός, ως προς το απροσμέτρητο μέγεθος της συστηματικής εξαπάτησης του ελληνικού πληθυσμού, από τους εγχώριους "ευρωπαϊστές", που λειτουργούν, ως μπράβοι των ξένων δανειστών, αλλά και ως προς το πελώριο μέγεθος της τοκογλυφίας, στην οποία επιδίδονται οι ευρωθεσμοί και οι διάφορες και ποικίλες εξωχώριες ελίτ, που ομνύουν, στο όνομα του θνήσκοντος "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ο οποίος ακολουθεί τα βήματα του, εδώ και δεκαετίες, θανόντος δίδυμου αδελφού του - περί του αλήστου μνήμης "υπαρκτού σοσιαλισμού", ο λόγος.

Με δεδομένα αυτά, που κρύβουν και αρνούνται να συζητήσουν, οι αποτελούντες το πολιτικό σύστημα των εραστών των Μνημονίων, που κατέστρεψαν, επί σκοπώ και συστηματικά, την ελληνική οικονομία, ας δούμε, εδώ, την σύνθεση και τα, επί μέρους μεγέθη του ελληνικού δημόσιου χρέους, προκειμένου να καταστεί, απολύτως, σαφές, το πόσο εύκολο είναι να γίνει το αυτονόητο και να φορτωθεί, στους ευρωθεσμούς, εκείνο το τμήμα του χρέους αυτού, το οποίο οι θεσμοί αυτοί και τα κράτη της ευρωζώνης έχουν κάνει ιδιοκτησία τους, ανοήτως, σκοπίμως και με πλήρη συνείδηση των ευρωελίτ, που έλαβαν τις σχετικές καταστροφικές αποφάσεις, του αδιέξοδου, στο οποίο έχουν εμπλακεί.

Βέβαια, οι ολιγάριθμες ευρωελίτ και οι κυβερνήσεις, με προεξάρχουσα την γερμανική κυβέρνηση της Angela Merkel, που πήραν αυτές τις αποφάσεις, για την δανειακή αναχρηματοδότηση του μη διατηρήσιμου, ως μη δυνάμενου να εξυπηρετηθεί, ελληνικού δημόσιου χρέους, ακολούθησαν αυτή την αντισυμβατική και παραβατική τοκογλυφική συμπεριφορά, επειδή - υποτίθεται ότι - αποσκοπούσαν, στην (εκ των πραγμάτων, αδύνατη) σωτηρία της ευρωζώνης, όμως, οι όποιες προθέσεις, που, πάντοτε δεν είναι καθαρές και παραμένουν σκοτεινές, δεν είναι αυτές που μετρούν, ως προς το τί έπεται. Και τούτο διότι, τελικώς, αυτό, που οι ευρωζωνίτες κατάφεραν, είναι, απλούστατα, να εμβαθύνουν και να διευρύνουν την κρίση, που μαστίζει την, θεσμικά, χαοτική αυτή νομισματική ένωση, φέρνοντάς την, ακόμη, πιο κοντά, προς την πλήρη αποδιοργάνωση και την αυτοδιάλυσή της, παρασύροντας, μαζύ της και την so called "Ευρωπαϊκή Ένωση". 

Με δεδομένη, λοιπόν, την πλήρη γνώση, του αδιεξόδου, στο οποίο έχουν εμπλακεί η ευρωζωνιτική γραφειοκρατία, η γερμανική κυβέρνηση και οι ακόλουθοι όλων αυτών, αυτό που μένει να γίνει, όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο χρέος και την ομαλή εξυπηρέτησή του, η οποία, όπως είπαμε, είναι αδύνατον, να πραγματοποιηθεί, είναι το αυτονόητο :

Το ελληνικό δημόσιο χρέος, πρέπει να παύσει να εξυπηρετείται, με πρωτοβουλία της όποιας (παρούσας, ή μέλλουσας) ελληνικής κυβέρνησης και μάλιστα, εξειδικευμένα και στοχευμένα, όσον αφορά το τμήμα του χρέους αυτού, που ανήκει στον E.S.M. και στους λοιπούς θεσμούς και τα κράτη της ευρωζώνης, αφού η εξυπηρέτησή του δεν αναλαμβάνεται, με επίσημο τρόπο και θεσμικά, από την Ε.Κ.Τ., με την έκδοση ευρωομολόγων και με την άσκηση του seigniorage, υπέρ των δημόσιων προϋπολογισμών των χωρών της ευρωζώνης και από τον E.S.M., με την διαγραφή, ενός εκτεταμένου μέρους του χρέους αυτού.

Με δεδομένη την σύνθεση του ελληνικού χρέους, το οποίο, στην μεγίστη πλειοψηφία του, ανήκει, πλέον, στον E.S.M., στον E.F.S.F. (του οποίου ουσιαστικός διάδοχος και κληρονόμος είναι ο E.S.M.) και κατ' ολίγον, στα κράτη της ευρωζώνης και όχι, στην εγχώρια, στην ευρωπαϊκή και στην διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, αυτή η πολιτική της επιλεκτικής στάσης πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, είναι, απολύτως, δυνατή και θα καταστεί, πλήρως, επιτυχής, ενώ οι ξένοι δανειστές θα υποστούν ένα τεράστιο πλήγμα, από το οποίο, πιθανότατα, ουδέποτε, θα μπορέσουν να συνέλθουν.



2016 - 2059 : Το χρονοδιάγραμμα της λήξης του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης, όπως αυτό ίσχυε, στις 30/9/2016.


Το γιατί όλα αυτά είναι εύκολο να γίνουν και να προκύψουν, ως αποτέλεσμα μιας επιλεκτικής στάσης πληρωμών του ελληνικού κράτους, γίνεται, άμεσα, κατανοητό, μόλις δούμε τα σχετικά στοιχεία.

Το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, όπως, ήδη, αναφέραμε, ανέρχεται (σύμφωνα, με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), στα 323,709 δισ. €, ανήκει, στην μεγίστη πλειοψηφία του, στους θεσμούς της ευρωζώνης (E.S.M. και E.F.S.F.), αφού αυτοί οι θεσμοί έχουν αναλάβει την χρηματοδότηση του, ψευδώς, αποκαλούμενου "Μηχανισμού Στήριξης", προς το ελληνικό κράτος, το ύψος της οποίας χρηματοδότησης ανέρχεται, στα 225,059 δισ. €, ενώ τα διακρατικά δάνεια, που έχει λάβει το ελληνικό δημόσιο, ανέρχονται, στα 7,157 δισ. €.

Αυτά τα δάνεια δεν είναι ομολογιακά και φυσικά, δεν αφορούν τον ιδιωτικό τομέα των τραπεζών. Απλούστατα, οι ευρωζωνίτες έχουν οι ίδιοι, ως θεσμοί και ως κράτη, δανειστεί, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, πουλώντας τους ομόλογα του E.S.M., του E.F.S.F. και των κρατών της ευρωζώνης.

Τελικά (και αφού συμπεριληφθούν και τα δάνεια, που έχει λάβει η Τράπεζα της Ελλάδος, τα οποία ανέρχονται, στα 3,325 δισ. €, μαζύ με κάποια άλλα "ψιλά")  τα συνολικά - μη ομολογιακά - δάνεια, που έχει λάβει το ελληνικό δημόσιο, ανέρχονται, στα 251,977 δισ. €.

Σε αυτό το ποσόν των 251,977 δισ. €, το οποίο αντιστοιχεί, στο 77,84% του συνολικού ελληνικού δημόσιου χρέους των 323,709 δισ. €, το ελληνικό κράτος μπορεί, πρέπει και είναι, απόλυτα, νομιμοποιημένο να κηρύξει επιλεκτική στάση πληρωμών και να παύσει να το εξυπηρετεί, κατά το δοκούν και κατά το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ακριβώς, επειδή το χρέος αυτό είναι προϊόν συστηματικής τοκογλυφίας (αφού ουδείς δανείζει έναν χρεωκοπημένο, απαιτώντας, στην συνέχεια, από αυτόν, να πληρώσει το δάνειο αυτό, παρά μόνο, για να τοκογλυφίσει, εις βάρος του και να του αρπάξει την περιουσία) και ως εκ τούτου - ανάμεσα σε πολλά άλλα - αισχροκερδές.

Εάν το ελληνικό δημόσιο επιλέξει αυτή την λύση, είναι σαφές ότι οι ευρωζωνίτες δεν έχουν άλλα περιθώρια αντίδρασης, ενώπιον του τεράστιου προβλήματος, που θα τους προκύψει, από την άρνηση του ελληνικού κράτους να πληρώσει τις δόσεις των δανείων, πέρα από την επιλογή λύσεων, οι οποίες θα αποδομούν, ακόμη περισσότερο, την ευρωζώνη, μοιράζοντας το "φέσι" του αδιέξοδου ελληνικού δανεισμού, μεταξύ των κρατών της ευρωζώνης, που θα αναλάβουν το σχετικό κόστος, με πρώτη και "καλύτερη" την Γερμανία. 

Στα πλαίσια αυτά και προκειμένου να μην καταρρεύσει η πιστοληπτική ικανότητα του E.S.M. και των κρατών της ευρωζώνης, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, η γερμανική κυβέρνηση και οι λοιποί ευρωζωνίτες, θα πρέπει να επιτρέψουν, στην Ε.Κ.Τ. να εκδώσει φρέσκο χρήμα, ούτως ώστε να εξυπηρετηθούν, κατά την λήξη των σχετικών ομολόγων, τα χρέη, που έχουν όλοι αυτοί αναλάβει και τα οποία αποσκοπούν, στην τοκογλυφική αναχρηματοδότηση του γνωστού τοις πάσι, ως εξαιρετικά μη διατηρήσιμου (όπως, με σχετική μετριοπάθεια, αναφέρει η πρόσφατη έκθεση των γραφειοκρατών του Δ.Ν.Τ., την οποία, πεισματικά, εξακολουθούν να παρακάμπτουν οι ευρωζωνίτες), ελληνικού δημοσίου χρέους.

Εάν όλοι αυτοί δεν επιλέξουν αυτή την οδό, ένας άλλος δρόμος, που μπορούν να ακολουθήσουν, είναι αυτός της, ακόμη, πιο δραστικής και εξουθενωτικής λιτότητας, για να μαζέψουν το απαραίτητο χρήμα, που θα καλύψει τις ομολογιακές τους υποχρεώσεις, που έχουν αναλάβει, έναντι της ευρωπαϊκής και της λοιπής διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας.

Έτσι, η κυβέρνηση της Angela Merkel και του S.P.D. των Sigmar Gabriel και Martin Schulz, εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, που έχει, ήδη, αρχίσει, εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου 2017, θα δει να υλοποιείται το χειρότερο, για την ίδια, σενάριο, το οποίο θα αναδεικνύει το τεράστιο πρόβλημα της γερμανικής συμμετοχής, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, δηλαδή την ανάληψη της εξυπηρέτησης των θεόρατων δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης, από το γερμανικό κράτος, γεγονός το οποίο θα εξαλείψει και θα αντιστρέψει, κατά πολύ, τα, εικονικώς, εμφανιζόμενα ως "κέρδη" της γερμανικής οικονομίας, τα οποία, στην πραγματικότητα, είναι ένα βουνό, που αποτελείται από υπερμεγέθεις ζημιές.

Και κάπου, εκεί, ουδόλως, αποκλείεται η γερμανική ελίτ να οδηγηθεί, στην λύση, που θα βάζει την οριστική ταφόπλακα, στο άταφο κουφάρι της βαμπιρικής ευρωζώνης, ικανοποιώντας τον Donald Trump. Του οποίου, όμως, μετά από αυτή την  πιθανή εξέλιξη, οι απαιτήσεις πιθανότατα, θα αυξηθούν.

Αλλά, όπως είπαμε, οι εντόπιοι "ευρωπαϊστές" μας, περί άλλων τυρβάζουν, αν και αντιλαμβάνονται την έλευση της καταιγίδας, που έχει, ήδη, ξεσπάσει, ως προϊόν του Brexit και της (υποτιθέμενης, ως απρόσμενης) εκλογής του Donald Trump, στην προεδρία των Η.Π.Α., η νέα πολιτική του οποίου υπόσχεται να φέρει πολλά χουνέρια, στην "γερμανική Ευρώπη", την οποία εκπροσωπεί η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, αλλά και η ίδια η "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Βέβαια, όπως φαίνεται, τελικά, η Ελλάδα, ίσως, να οδηγηθεί, σε ένα χαοτικό Grexit, την ίδια στιγμή, που είναι απαραίτητη μια συντεταγμένη πορεία εξόδου της χώρας, από το ευρώ και την ζώνη του - και ίσως και από την "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Προφανώς το υπάρχον πολιτικό προσωπικό, των "ευρωπαϊστών", που διαχειρίζεται, με τόσο καταστροφικό τρόπο, τις τύχες της χώρας, δεν θέλει να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Όμως, παρά το γεγονός αυτό, δεν αποκλείεται να συρθεί, προς αυτή την κατεύθυνση και να υποχρεωθεί να υλοποιήσει μια πορεία εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.

Όσο δύσκολο και αν είναι κάτι τέτοιο, δεν είναι απραγματοποίητο. Μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και η υλοποίηση της εξόδου της χώρας, από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, από αυτό το ανίκανο πολιτικό προσωπικό των "ευρωπαϊστών, οι οποίοι, προφανώς και θα εξακολουθούν να μην πιστεύουν, σε αυτή την πολιτική, θα γίνει, με τους χειρότερους δυνατούς όρους και με τις χείριστες προϋποθέσεις.




Βέβαια, εάν η εξουθενωμένη από την κρίση εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, η οποία, με ταχείς ρυθμούς καταρρέει, αφού η κρίση έχει ενταθεί, τόσο πολύ, που κτυπά και την ίδια (τελευταίο θύμα η ναυαρχίδα του ελληνικού "ευρωπαϊσμού", ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη του  ολιγάρχη και παλαιού σταλινικού Σταύρου Ψυχάρη, που έδωσε την ίδια του την ψυχή, για να υπερασπιστεί, με φανατισμό νεοφώτιστου, τα Μνημόνια και τις διαλυτικές πολιτικές, που, μέσω αυτών, επέβαλαν οι ξένοι τοκογλύφοι στην ελληνική οικονομία και κοινωνία) και το παρόν πολιτικό προσωπικό, που αυτή στηρίζει, εξακολουθήσουν να εμμένουν, στην ίδια ατταβιστική συμπεριφορά, που έχουν, μέχρι τώρα, επιδείξει, είναι προφανές ότι θα ανοίξουν και άλλοι δρόμοι, οι οποίοι θα οδηγούν, στον πλήρη παραγκωνισμό αυτής της καταρρέουσας ελίτ και του πολιτικού της προσωπικού.

Στα πλαίσια αυτά, η ταχεία αντικατάσταση αυτού του ανίκανου πολιτικού προσωπικού, λόγω της επιμονής του να συμπεριφέρεται, αυτιστικά, πρέπει να θεωρείται, ως σίγουρη, ως δεδομένη και είναι αναμενόμενη. Μπορούν, πλέον, κάλλιστα, να δημιουργηθούν, ταχύτατα, οι προϋποθέσεις, για την εμφάνιση ενός άλλου πολιτικού προσωπικού, το οποίο θα φέρει, σε πέρας, το έργο της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη. Μπορεί αυτό να φαίνεται δύσκολο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι περισσότερο εύκολο, από ό,τι φαίνεται.

Μάλιστα, το χειρότερο όλων είναι ότι, μετά την εκλογή του Donald Trump και με δεδομένες τις ζημιές, που η πολιτική του νέου Αμερικανού προέδρου πρόκειται να επιφέρει, στο ευρώ και την ζώνη του, όπως και στην "Ε.Ε.", δεν πρέπει, πλέον, να αποκλείεται και η εμφάνιση ενδεχόμενων αντισυμβατικών εξελίξεων, οι οποίες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν την πραγματοποίηση, ακόμη και ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, κάτι που, μέχρι τώρα, ήταν, εκτός πάσης συζητήσεως και είχε αποκλεισθεί, αφού μια τέτοια λύση δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε στήριξη, στο εξωτερικό και κατ' επέκταση, στο εσωτερικό της χώρας μας.

Τώρα, μετά την εκλογή του Donald Trump, αυτή η εξέλιξη, όσο δύσκολη και αν φαίνεται ότι είναι - και όντως,  δεν είναι εύκολη -, δεν μπορεί, πλέον, να αποκλεισθεί (αν και για να μην αδικούμε τον νέο Αμερικανό πρόεδρο, η πραγματοποίηση, στην Τουρκία του - αμερικανονατοϊκής εμπνεύσεως, αλλά και καθοδήγησης - πραξικοπήματος της 15/7/2016, δείχνει ότι ο Barack Hussein Obama και η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση δεν είχαν ενδοιασμούς, ως προς την διενέργεια πραξικοπημάτων, όταν αυτά ήσαν προς το συμφέρον των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ). Σιωπηρά και χωρίς κανείς να την συζητά, βρίσκεται, πλέον, πάνω στο τραπέζι, ως ένα, ακόμη, ενδεχομενικό σενάριο.

Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, που περιέγραψα, καθίσταται σαφές ότι το επικείμενο μέλλον επιφυλάσσει συναρπαστικές εξελίξεις.

Οι οποίες, όμως, ουδόλως, αποκλείεται να είναι και σκοτεινές...