Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Η Theresa May πάει, για βρούβες. Και μαζύ με αυτήν ακολουθούν τον ίδιο δρόμο της ήττας και της καταισχύνης, οι Βρετανοί "ευρωπαϊστές" και οι "ευρωενωσιακοί". (Το Brexit έρχεται, με βήμα ταχύ και η "Ευρώπη" δεν αισθάνεται, καθόλου, καλά)...


Είναι ο Nigel Farage ο μοιραίος άνθρωπος της βρετανικής (και της ευρωπαϊκής) Ιστορίας; Όχι, ακριβώς...






Όπως προκύπτει, από τις τρέχουσες εξελίξεις, στην Βρετανία, η Theresa May "μας αφήνει χρόνους". Η πρωθυπουργική θητεία της οδεύει, τον ερχόμενο Ιούνιο, προς το τέλος της, αφού, προηγουμένως, έκανε το παν δυνατόν, για να βρει έναν κάποιο μηχανισμό, που θα βοηθούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", ή, έστω, θα το κρατούσε, όσο ήταν δυνατόν, πιο κοντά σε αυτήν.

Η δυναμική επανεμφάνιση του Nigel Farage και του νέου κόμματός του "Brexit Party", στις ευρωεκλογές και η δραματική συρρίκνωση, κατ' αρχήν των Συντηρητικών της Βρετανίδας πρωθυπουργού και κατά δεύτερο λόγο των Εργατικών του Jeremy Corbyn, όπως έχουμε, εγκαίρως, γράψει (δείτε το πρόσφατο δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο :  Brexit is going on, "EU" is deteriorating. Τα χειρότερα, για την "Ευρωπαϊκή Ένωση" και τα καλύτερα, για μας, είναι μπροστά μας), οδηγεί, αναπόδραστα, στην κατάρρευση αυτών των παρασκηνιακών σχεδιασμών της πλειοψηφίας του βρετανικού πολιτικού κόσμου, η οποία ήταν τοποθετημένη, κατά της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.", ακόμη και όταν οι περισσότεροι πολιτικοί της χώρας αυτής, δεν τολμούσαν να εκφράσουν, ανοικτά και χωρίς περιστροφές, την θέση τους αυτή.

Η Theresa May είναι μια από αυτούς τους πολιτικούς. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, για το δημοψήφισμα της 23/6/2016, είχε εκφραστεί, δημόσια, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" και μετά την επικράτηση του Brexit, στην ψηφοφορία, υποτίθεται ότι ανέλαβε την διεκπεραίωση της εντολής της πλειοψηφίας του βρετανικού εκλογικού σώματος, αλλά, μέσα από μια σειρά καθυστερήσεων και προσπαθειών - πραγματικών ή εικονικών - να περάσει μια συμφωνία με την "Ε.Ε.", η οποία, στην ουσία, σκοπεύει να κρατήσει την χώρα, κοντά σε αυτό το "ευρωενωσιακό" θεσμικό οικοδόμημα, ή, ακόμη και να κρατήσει την Βρετανία, εντός της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", οδηγήθηκε, μαζύ με τους Βρετανούς "ευρωπαϊστές", σε πλήρη πολιτική κατάπτωση και κατάρρευση, στις τάξεις των ψηφοφόρων του Συντηρητικού Κόμματος, αλλά και ολόκληρης της βρετανικής κοινωνίας, που, προφανώς, αισθάνθηκαν ότι τους εμπαίζουν.

Κάπως έτσι επανεμφανίστηκε ο Nigel Farage και εν όψει της υποτιθέμενης, ως αιφνιδιαστικής, συμμετοχής της Βρετανίας, στις ερχόμενες ευρωεκλογές (γεγονός, το οποίο προέκυψε, λόγω της μετάθεσης της ημερομηνίας της εξόδου της χώρας, από την "Ε.Ε.", για την 31/10/2019), ήλθε να μαζέψει όλο το χαρτί των δυσαρεστημένων Βρετανών ψηφοφόρων και να παραγκωνίσει τα δύο μεγάλα κόμματα του βρετανικού δικομματισμού, ο οποίος, εάν δεν αλλάξει ρότα, είναι σαφές ότι πρόκειται να οδηγηθεί, σε πλήρη κατάρρευση.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Nigel Farage, οδηγώντας την βρετανική ελίτ, στην εφαρμογή της εξόδου της χώρας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", είναι ο άνθρωπος, που αλλάζει τον ρου της σύγχρονης βρετανικής Ιστορίας.

Υπερβολές. Μόνος του ο Nigel Farage δεν θα μπορούσε να πράξει τίποτε. 

Είναι η στήριξη και η πολλαπλή (οικονομική, επικοινωνιακή, πολιτική και λοιπή) βοήθεια, που έχει, από ένα πολύ σημαντικό τμήμα της βρετανικής ελίτ, που του επιτρέπει να πράττει ό,τι πράττει, δηλαδή να απευθύνεται, με αξιώσεις, στο εκλογικό σώμα και να ανατρέπει τους σχεδιασμούς των Βρετανών "ευρωπαϊστών". Αλλιώς, οι όποιες προσπάθειές του δεν θα είχαν καμμία τύχη.

Οι Βρετανοί Remainers και οι "ευρωενωσιακές" ελίτ νόμιζαν ότι θα μπορούσαν, με κάποιον τρόπο, να αποτρέψουν το Brexit. Πιθανότατα, πίστευαν ότι η βούληση της πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος και της βρετανικής κοινωνίας θα μπορούσε να χειραγωγηθεί, μέσα από την διασπορά του φόβου και της απογοήτευσης, όπως συνέβη, με την ελληνική κοινωνία, ύστερα από την διεξαγωγή του ελληνικού δημοψηφίσματος της 5/7/2015 και την μετατροπή του ΟΧΙ, σε ΝΑΙ.

Έσφαλαν. Το βρετανικό εκλογικό σώμα είναι, τελείως, διαφορετικό από το ελληνικό και ως εκ τούτου, συμπεριφέρεται διαφορετικά, ενώ η αλήθεια είναι ότι, στην Ελλάδα, η κυριαρχία των "ευρωπαϊστών" είναι, περίπου, πλήρης, αφού η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ έχει ποντάρει τα πάντα, υπέρ της παραμονής, στην ευρωζώνη και στην "Ε.Ε.", χωρίς καμμία επιφύλαξη, με αποτέλεσμα η αρνητική πλειοψηφική τάση, που επικρατεί, στον πληθυσμό της χώρας μας, να μην μπορεί να εκφραστεί, πολιτικά, αφού οι διάφοροι πολιτικοί και κομματικοί χώροι, που είναι υπέρ ενός Grexit παραμένουν διασκορπισμένοι και ως εκ τούτου, αναξιόπιστοι και το κυριότερο, χωρίς υποστήριξη, από το εντόπιο κατεστημένο.

Στην Βρετανία, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά. Ένα πολύ σημαντικό τμήμα της ελίτ της χώρας αυτής ευνοεί και στηρίζει, όπως είπαμε, την προοπτική της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", με αποτέλεσμα οι πολιτικές κινήσεις του Nigel Farage (αλλά και του Boris Johnson και πολλών άλλων, εντός των Συντηρητικών, όπως και αρκετών, εντός των Εργατικών) να βρίσκουν επαφή, με την πλειοψηφική τάση του βρετανικού εκλογικού σώματος και να έχουν την απαιτούμενη ανταπόκριση, υπέρ του Brexit.

Κάπως έτσι, η Theresa May πάει, για βρούβες. Και φυσικά, ο αντικαταστάτης της Βρετανίδας πρωθυπουργού (είτε αυτός είναι ο Boris Johnson, είτε κάποιος άλλος) δεν πρόκειται να είναι καλός και γαλαντόμος, με τους "ευρωενωσιακούς", οι οποίοι, άλλωστε, πρόκειται να υποστούν συντριβή, στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου. Όπως φαίνεται, θα πέσουν σφαλιάρες.

Και μαζύ με αυτήν, ακολουθούν τον ίδιο δρόμο της ήττας και της καταισχύνης, οι Βρετανοί "ευρωπαϊστές" και οι "ευρωενωσιακοί", αφού, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, η βρετανική έξοδος, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", οδηγεί αυτό το, παρά φύσιν, θεσμικό οικοδόμημα, στην μακροχρόνια διαδικασία της αποδιοργάνωσης και της καταστροφής του.

Το γελοίο της όλης υπόθεσης είναι ότι αυτή την διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία, προκειμένου η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης να τεθεί, σε νέες βάσεις, οι οποίες δεν μπορεί να ορίζονται - όπως συμβαίνει, στις ημέρες μας και μάλιστα, με έναν καπιταλισμό, ο οποίος, κυριαρχούμενος, από τα υπερεθνικά ολιγοπώλια των μεγάλων επιχειρήσεων και κρατών, συνεχώς, γραφειοκρατικοποιείται -, από τους υποτιθέμενους και ως εκ τούτου, εξωπραγματικούς κανόνες της οικονομικής επιστήμης, όπως αυτοί ίσχυαν τον 19ο αιώνα και αφορούσαν τις ελεύθερες αγορές, οι "ευρωενωσιακές" και ιδιαίτερα, οι ευρωζωνικές, ελίτ υποκρίνονται πως δεν την βλέπουν και θέλουν να συνεχίσουν να ενεργούν και να κάνουν business as usual, αν και ο πανικός τους δεν κρύβεται.

Εννοείται ότι βλακεύουν, όπως, άλλωστε, συμβαίνει, διαχρονικά, αφού, με όλα όσα έπραξαν, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, οδήγησαν τους εαυτούς τους, στα τωρινά χάλια τους, τα οποία συνίστανται, στο απλούστατο γεγονός ότι αυτό, που όλοι αυτοί αποκαλούν "Ευρώπη" (και το οποίο, όσο η Ρωσία παραμένει, εκτός αυτού του γεωπολιτικού σχήματος, φυσικά, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι Ευρώπη), αποτελεί ένα ασήμαντο μέγεθος, το οποίο ουδείς, εκ των παγκόσμιων παικτών, λαμβάνει υπόψη του, παρά μόνον, ως νηπιακό θεατή.

Και φυσικά, η έξοδος της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση" πρόκειται να καταστήσει αυτό το χαοτικό θεσμικό σχήμα, που, πλέον, δεν αισθάνεται, καθόλου, καλά, ακόμη περισσότερο αμελητέο, από ό,τι είναι σήμερα. Και στην συνέχεια, θα το στείλει, στον τάφο.

Ας πρόσεχαν...


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Ευρωεκλογές 2019 : Τί συμβαίνει, με την Χρυσή Αυγή;


Ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ανάμεσα στους "σωματοφύλακές" του. Λουφάζουν, αλλά εισπράττουν από το ζοφερό κλίμα, που έχουν δημιουργήσει οι μνημονιακοί κυβερνώντες και "αντιπολιτευόμενοι", με την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, την άθλια διαχείριση του μεταναστευτικού, αλλά και με το μακεδονικό ζήτημα, το οποίο επέλυσαν, υπέρ των νατοϊκών συμφερόντων. Δυστυχώς...




Όσο κυλούν οι ημέρες και βαδίζουμε, προς την 26η Μαΐου, αυτό γίνεται ολοένα και περισσότερο ορατός, παρά τις συστηματικές προσπάθειες των εκλογικών επιτελείων των κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, που αναδείχτηκε, από τις διπλές εκλογές του 2012 (όπως και από το εκλογικό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ), αλλά και από τα συστημικά μαζικά μέσα ενημέρωσης του τόπου μας, ο φόβος - ο οποίος πλησιάζει, στα όρια του πανικού -, για το πώς πρόκειται να συμπεριφερθεί το εκλογικό σώμα, στις επικείμενες ευρωεκλογές (αλλά και στις τοπικές εκλογές, για τις περιφέρειες και τους δήμους της χώρας) και για το πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό τοπίο, μετά από την εξαγωγή των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Έτσι, όλοι αυτοί, που κινούν τα νήματα, για την διαμόρφωση του εκλογικού κλίματος και του συνολικού προπαγανδιστικού αφηγήματος, στα οποία (υποτίθεται ότι) πρέπει να ενσωματωθούν και να ενστερνισθούν η ελληνική κοινωνία και ειδικότερα, το εκλογικό σώμα, προκειμένου να αποφύγουν τα πιθανότατα εκλογικά και πολιτικά "ατυχήματα", προσπαθούν, με έναν τρόπο, ο οποίος, όσο στενεύουν τα χρονικά περιθώρια, καθίσταται ολοένα και λιγότερο κομψός, να ποδηγετήσουν και να κατευθύνουν τον προεκλογικό αγώνα και να ελέγξουν και να περιορίσουν την διασπορά της πληροφόρησης, σε συγκεκριμένα κανάλια, τα οποία οδηγούν τον πληθυσμό της χώρας, στο κεντρικό προπαγανδιστικό αφήγημα όλων των κατευθυνόμενων ελληνικών ΜΜΕ, το οποίο αφήγημα συνίσταται, στο ότι, τελικά, ο προεκλογικός αγώνας έχει ενδιαφέρον και αφορά ένα και μοναδικό πεδίο.

Σε αυτό το πεδίο υποτίθεται ότι πρωταγωνιστούν η Νέα Δημοκρατία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον Αλέξη Τσίπρα και από εκεί και πέρα, υπάρχουν, ως αξιόλογα μεγέθη, μόνο το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά, το οποίο μπορεί να υπάρξει, ως αυριανός κυβερνητικός εταίρος της ΝΔ, με κομπάρσο το ΚΚΕ του Δημήτρη Κουτσούμπα, το οποίο, ως εκ του ρόλου του, δεν έχει κάποια ουσιαστική χρησιμότητα, αφού δεν σκοπεύει να συμμετάσχει ενεργά, στο μετεκλογικό παιχνίδι, που θα αφορά τον σχηματισμό κυβέρνησης, όταν, μετά τις ευρωεκλογές, θα ακολουθήσουν οι βουλευτικές εκλογές.

Από εκεί και πέρα, για τα συστημικά ΜΜΕ, που καθοδηγούνται, παρασκηνιακά, από τα κομματικά επιτελεία των, παραπάνω, υποτιθέμενων πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της ελληνικής πολιτικής σκηνής και από τους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι, φυσικά, βρίσκονται, σε συνεννόηση, με τα επιτελεία αυτά, αλλά και τα διάφορα εμφανή και αφανή συμφέροντα, που εξυπηρετούν, δεν υπάρχει κάτι άλλο, το οποίο να είναι άξιο λόγου, πλην ενός συγκεκριμένου πράγματος, το οποίο, αν και δεν θέλησαν, στην αρχή να το πουν, αυτό καθίσταται, όσο περνάει ο χρόνος, ολοένα και περισσότερο σαφές και γίνεται ομολογημένο, καθώς, όπως λέει η λαϊκή έκφραση : "Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει".

Το τί θέλει η εντόπια ελίτ, πέρα από την παγίωση και την ενδυνάμωση του νεόκοπου μικρού δικομματισμού και την διατήρηση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ως κυβερνητικού (αλλά και "αντιπολιτευτικού") μπαλαντέρ, έχει γίνει γίνει αντιληπτό, από την κοινή γνώμη της χώρας μας.

Αυτό, που επιδιώκουν τα ελληνικά ΜΜΕ, κατά την συγκεκριμένη προεκλογική περίοδο, που διανύουμε, είναι να εξαφανίσουν, ή, έστω να περιορίσουν την Χρυσή Αυγή και για τον λόγο αυτόν της έχουν επιβάλει έναν καθολικό αποκλεισμό, από τα ραδιοτηλεοπτικά και λοιπά (κυρίως, από το Facebook και λιγότερο από το Twitter) μέσα της χώρας, ο οποίος αποκλεισμός, βέβαια, αναδεικνύει την βαθιά αντιδημοκρατική ουσία των σύγχρονων αστικών δημοκρατιών, όσο και αν αυτή η αντιδημοκρατική πρακτική της "ευρωπαϊστικής" και λοιπής ολιγαρχίας του τόπου μας, υποτίθεται ότι ακολουθείται και υποτίθεται ότι βρίσκει δικαιολογητική βάση, στην, ομολογουμένως, απεχθή ιδεολογία των Ελλήνων νεοναζιστών της οργάνωσης του Νίκου Μιχαλολιάκου, οι οποίοι, βέβαια, έχουν, όχι αδίκως, χρεωθεί (πολιτικά, προς το παρόν) και την δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Η εντόπια πολιτική και λοιπή ελίτ θέλει να περιορίσει την Χρυσή Αυγή και ει δυνατόν, να την αντικαταστήσει, με κάποιο άλλο πολιτικό κόμμα, που να ψαρεύει, στον χώρο της άκρας δεξιάς (φαίνεται ότι, προς αυτή την κατεύθυνση πριμοδοτείται η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, αλλά υπάρχουν και άλλοι επίδοξοι διεκδικητές) και να αποτελέσει αυτό, που ο σταλινομπάμπης - ο τρόφιμος του καναλιού του Γιάννη Αλαφούζου Μπάμπης Παπαδημητρίου - έχει προσδιορίσει, ως μια "σοβαρή Χρυσή Αυγή", η οποία θα μπορούσε να συμμετάσχει και σε μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα, όπως έπραξε το ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, το 2011 - 2012, με την κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου.

Στην παρούσα φάση, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο, από κάθε τι άλλο, το συστημικό πολιτικό σύστημα της χώρας είναι να εδραιώσει το ΚΙΝΑΛ, στην τρίτη θέση, πετώντας από την θέση αυτή την Χρυσή Αυγή, την οποία επιθυμεί να την υποσκελίσει και το ΚΚΕ και να την στείλει κάτω και από την τέταρτη θέση και να ξεμπερδέψει μαζύ της, μια και καλή. Και οι λόγοι που επιθυμεί κάτι τέτοιο, πέρα από την εξαφάνιση του κόμματος των Ελλήνων νεοναζιστών, έχουν και ένα πολύ συγκεκριμένο και άμεσο περιεχόμενο.

Με την ποθούμενη και επιδιωκόμενη εδραίωση του ΚΙΝΑΛ, στην τρίτη θέση και με τον εξοβελισμό της Χρυσής Αυγής, από την θέση αυτή, το συστημικό πολιτικό σύστημα της χώρας επιδιώκει να διαμορφωθεί το κατάλληλο κλίμα, στις βουλευτικές εκλογές, που θα ακολουθήσουν, ούτως ώστε το ΚΙΝΑΛ να μπορέσει, σε περίπτωση, που η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, να πάρει αυτό την τρίτη εντολή, για σχηματισμό κυβέρνησης και να προβεί, σε εκείνους τους ελιγμούς που θα θελήσει να κάνει, για να επιτύχει τον σχηματισμό της. 

Η παρουσία της Χρυσής Αυγής, στην τρίτη θέση, στενεύει, ασφυκτικά, τα περιθώρια κινήσεων και ελιγμών των συστημικών κομμάτων, αφού ο Προκόπης Παυλόπουλος, ως πρόεδρος του κράτους, θα είναι υποχρεωμένος να δώσει, στον Νίκο Μιχαλολιάκο την τρίτη εντολή, κάτι που σημαίνει πως ό,τι είναι να γίνει, για τον σχηματισμό κυβέρνησης, θα πρέπει να γίνει πριν η, συνταγματικώς, προβλεπόμενη διαδικασία της ανάθεσης των εντολών φθάσει σε αυτό το στάδιο (εκτός εάν ο καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου Προκόπης Παυλόπουλος επιλέξει να παραβιάσει την συνταγματική διάταξη και όταν έλθει η ώρα, αυθαιρετήσει και δεν δώσει την εντολή, στον Νίκο Μιχαλολιάκο. Είναι δύσκολο και γι' αυτό προσπαθούν να το αποφύγουν, αλλά δεν το αποκλείω).

Δεν είναι, λοιπόν, "αισθητικοί", ή "καλλωπιστικοί", ή, απλώς, ιδεολογικοί, οι λόγοι, για τους οποίους το πολιτικό σύστημα και το σύνολο των ΜΜΕ προσπαθούν να συρρικνώσουν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής και έχουν αποκλείσει το κόμμα των Ελλήνων ναζιστών, από την προεκλογική εκστρατεία. Δεν είναι η αγάπη τους προς την "ανοικτή κοινωνία" και η αποστροφή τους, προς την ρατσιστική ιδεολογία και τον ναζισμό, που ωθούν όλους αυτούς, σε αυτή την, άκρως, αντιδημοκρατική συμπεριφορά του καθολικού αποκλεισμού της προεκλογικής εκστρατείας της Χρυσής Αυγής, η οποία εξελίσσεται, εκτός των τηλεοπτικών παραθύρων, των ραδιοφωνικών συχνοτήτων και του Facebook.

Όπως φαίνεται αυτή η συστημική εκστρατεία των αποκλεισμών, η οποία, ιδιοτύπως, επεκτείνεται και στις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων, στις οποίες τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής φαίνονται να είναι πολύ ψαλιδισμένα (κάποιοι δημοσκόποι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν όσα παρουσιάζουν, λένε ότι τα χαμηλά ποσοστά των χρυσαυγιτών, ίσως, να οφείλονται, στο ότι οι ψηφοφόροι τους και όσοι σκέπτονται να τους ψηφίσουν, αποφεύγουν να εκφράσουν την επιλογή τους) δεν θα επιτύχει πολλά πράγματα, παρά την ύπαρξη της Ελληνικής Λύσης και διάφορων άλλων κομμάτων της ελληνικής ακροδεξιάς.

Η Χρυσή Αυγή, η οποία, στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014, είχε λάβει 536.409 ψήφους, ποσοστό 9,40% και 3 έδρες, θα επιβιώσει και φυσιολογικά, θα υπερβεί το 10%. Και είναι πιθανόν αυτό το 10% να το υπερβεί, κατά πολύ. 

(Αντιλαμβάνομαι ότι αυτά που γράφω, θα δυσαρεστήσουν πολλούς φίλους. Όμως, δεν μπορώ να ενεργήσω, ως στρουθοκάμηλος και να κουκουλώσω αυτό, που βλέπω να έρχεται. Ούτε με ενδιαφέρει να συμμετάσχω, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αυτό το αντιδημοκρατικό παιχνίδι, που έχει στήσει ο συστημικός πολιτικός κόσμος και οι προπαγανδιστικοί του μηχανισμοί, προκειμένου όλοι αυτοί μαζύ να κάνουν την δουλίτσα τους. Κάθε άλλο. Άλλωστε, η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Κυρίως, όταν δυσαρεστεί. Ακόμη και όταν κάποιες πλευρές της δυσαρεστούν αυτόν που την λέει).





Τα νέα, από την πρωτεύουσα, αλλά και από τις περιφέρειες της χώρας, δεν προκύπτει να είναι καλά, για τα εκλογικά επιτελεία των κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού. Δεν είναι, μόνο, ότι, στην Βόρεια Ελλάδα, δεν πάνε καλά. Γενικώς, δεν φαίνεται να πάνε καλά. Π.χ., αυτό, που συμβαίνει, στον Δήμο Αθηναίων, είναι από τα άγραφα. 

Ο Ηλίας Κασιδιάρης, στον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών του Μαΐου του 2014, είχε λάβει το 16,12% των ψήφων, είχε πάρει την 4η θέση (την 3η θέση τότε την είχε πάρει ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, που δεν συμμετέχει, τώρα, στις εκλογές) και στα αστεία debates, που διοργανώνουν τα κανάλια, συμμετέχουν 4 υποψήφιοι δήμαρχοι Αθηναίων, εκ των οποίων ο Κώστας Μπακογιάννης, ο Νάσος Ηλιόπουλος και ο Παύλος Γερουλάνος δεν έχουν συμμετάσχει, στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές και τους κάλεσαν επειδή υποστηρίζονται, από την Νέα Δημοκρατία, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, δηλαδή από τα τρία μνημονιακά κόμματα (ο Νίκος Σοφιανός του ΚΚΕ είχε συμμετάσχει)

Ο Ηλίας Κασιδιάρης, που είχε ένα πολύ αξιόλογο ποσοστό ψήφων, είναι σαν να μην υπάρχει και "φυσικά", δεν καλείται να συμμετάσχει στα debates αυτά, κατά σαφέστατη και ωμότατη παραβίαση οποιασδήποτε δεοντολογίας και ενώ θεωρείται πιθανό, σύμφωνα με όσα προβλέπουν οι διάφορες στοιχηματικές εταιρείες (και όχι οι δημοσκοπικές, οι οποίες, σταθερά, προβλέπουν ότι την δεύτερη θέση πρόκειται να καταλάβει ένας εκ των Νάσου Ηλιόπουλου και Παύλου Γερουλάνου) ότι το γνωστό στέλεχος της Χρυσής Αυγής θα καταλάβει, στις εκλογές, που θα γίνουν, σε λίγες ημέρες, την δεύτερη θέση, μετά τον Κώστα Μπακογιάννη.

Όμως, παρά τις άθλιες πρακτικές του πολιτικού και του οικονομικού συστήματος και των προπαγανδιστικών του μηχανισμών, τα βαριά σύννεφα, που μαζεύονται, στον ορίζοντα, δεν μπορούν να κρυφθούν. 

Η ελληνική κοινωνία είναι θυμωμένη, με τα καμώματα της κυβέρνησης και της πολιτικοοικονομικής ελίτ της χώρας, που έχουν παραδώσει, για δεκαετίες (τουλάχιστον, μέχρι το 2060 και το 2115, εάν τα πράγματα μείνουν όπως είναι) τα κλειδιά της διοίκησης της χώρας και μάλιστα, περίπου, σε όλα τα επίπεδα της χώρας, στους ξένους δανειστές, δηλαδή, στις διάφορες ευρωσυμμορίες και στα ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτός ο θυμός και η ευρύτατα διαδεδομένη δυσαρέσκεια, που έχουν εγκατασταθεί, στο θυμικό της μεγίστης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, δεν θα μείνουν χωρίς αντίκρισμα. Θα εκφραστούν, σε λίγες ημέρες.

Αρκεί οι ψηφοφόροι να προσέλθουν, στις κάλπες...

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

1871 - 1917 Από την Κομμούνα του Παρισιού και τον Louis-Auguste Blanqui, στην ρωσική επανάσταση και τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν. (Μια ανατομία, στην ιστορική σύνδεση του μπλανκικού και του λενινιστικού πραξικοπηματισμού).



Louis-Auguste Blanqui (8/2/1805 - 1/1/1881).



Καθώς έχουν περάσει 148 χρόνια από την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού, που είναι η πραγματική (αν και μη μνημονευόμενη) μήτρα όλων των κοινωνικοϊστορικών εξελίξεων, που σηματοδοτούν, ως πραγματικό και ενεργό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό εργαστήριο της σύγχρονης Ιστορίας, την εποχή μας, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε την ιδιότυπη, εν τοις πράγμασι, ιστορική σύνδεση εκείνης της εξέγερσης, με την ρωσική επανάσταση του 1917 και το οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων, που έπιασαν το νήμα, από εκεί, που το άφησαν οι ηττημένοι Κομμουνάροι και το συνέχισαν, για να φθάσει, μέχρι τις ημέρες μας, έστω και αν φαίνεται ότι είναι (και που, ως ένα σημείο, όντως, είναι) και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως εκτροπή του αρχικού κοινωνικοαπελευθερωτικού περιεχομένου του αγώνα των εξεγερμένων Κομμουνάρων, που ανήκαν, κοινωνικά, στα μικροαστικά στρώματα και στην εργατική τάξη.

Για την Κομμούνα του Παρισιού, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (ο Λένιν), έχει γράψει ένα πολύ καλό συνοπτικό, αλλά και περιγραφικό κείμενο, στην ρωσική "Εργατική Εφημερίδα", στις 15/4/1911, το οποίο αξίζει να δούμε, εδώ, για να επισημάνουμε, παράλληλα, σε ιδεολογικό επίπεδο (δηλαδή, σε ψευδοσυνειδησιακό επίπεδο συγκροτημένων πεποιθήσεων, που οδήγησαν, στον συγκεκριμένο λενινιστικό πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σχεδιασμό, έτσι όπως αυτός εκφράστηκε, στην συνέχεια και έτσι όπως αυτός συνεχίζει να εκφράζεται και να εφαρμόζεται, μέχρι τις ημέρες μας και άγνωστο, έως πότε), το νήμα εκείνο, που συνδέει την πραγματική εκτροπή του κοινωνικοαπελευθερωτικού πειράματος της Κομμούνας του Παρισιού, η οποία εκτροπή αποτέλεσε, όμως και μια δεδομένη και μέσα στα πλαίσια των εξουσιαστικών κοινωνιών του καπιταλισμού, αναγκαία ιστορική εξέλιξη, που σηματοδότησε την ραγδαία γραφειοκρατικοποίηση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, όχι, μόνο, ως προς την πολιτική του λειτουργία, αλλά, κυρίως, ως προς την κοινωνική και την οικονομική του διάσταση.

Ας δούμε, λοιπόν, αυτό το πολυκαιρισμένο, αλλά, πάντοτε, χρήσιμο κείμενο :


"Έχουν περάσει σαράντα χρόνια, από την ανακήρυξη της παρισινής Κομμούνας. Σύμφωνα με την παράδοση, οι γάλλοι εργάτες τιμούν την μνήμη των ανδρών και γυναικών της επανάστασης της 18ης Μαρτίου 1871, με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Στο τέλος του Μαΐου, θα ξανακαταθέσουν στεφάνια, στους τάφους των Κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, θύματα της φοβερής "Εβδομάδας του Μάη", και πάνω, από τους τάφους τους, θα ξαναορκιστούν να παλέψουν, αδιάκοπα, μέχρις ότου θριαμβεύσουν οι ιδέες τους και εκπληρωθεί, πλήρως, ο σκοπός που κληρονόμησαν.

Γιατί τιμά τους άνδρες και τις γυναίκες της παρισινής Κομμούνας, ως προγόνους του, το προλεταριάτο, όχι, μόνο, στην Γαλλία, αλλά και σε όλο τον κόσμο; Και ποιά είναι η κληρονομιά της Κομμούνας;

Η Κομμούνα αναδύθηκε, αυθόρμητα. Δεν την προετοίμασε κανείς, με οργανωμένο τρόπο. Ο αποτυχημένος πόλεμος, με την Γερμανία, οι στερήσεις, στις οποίες περιήλθε ο λαός, κατά την πολιορκία, η ανεργία, μέσα στο προλεταριάτο και η καταστροφή των κατώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης· η οργή των μαζών, ενάντια στις υψηλότερες τάξεις και ενάντια στις αρχές, που είχαν επιδείξει απόλυτη ανικανότητα, η ασαφής αίσθηση ανησυχίας, μέσα στην εργατική τάξη, η οποία ήταν δυσαρεστημένη, με την θέση της και αγωνιζόταν, για ένα διαφορετικό κοινωνικό σύστημα· η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, η οποία ξύπνησε ανησυχίες, για την μοίρα της δημοκρατίας - όλα αυτά και πολλά άλλα, συνδυάστηκαν, για να οδηγήσουν τον πληθυσμό του Παρισιού, σε επανάσταση, στις 18 Μαρτίου, πράγμα που, απροσδόκητα, έφερε την ισχύ, στα χέρια της Εθνικής Φρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και των μικροαστών, που πήραν το μέρος της.

Ήταν ένα συμβάν, χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, η εξουσία βρισκόταν, κατά κανόνα, στα χέρια των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, δηλαδή στα χέρια των έμπιστων πρακτόρων τους, που απάρτιζαν την, ούτως καλούμενη, κυβέρνηση. Μετά την επανάσταση της 18ης Μαρτίου, όταν η κυβέρνηση του κυρίου Θιέρσου είχε φύγει, από το Παρίσι, μαζύ με το πεζικό της, την αστυνομία της και τους αξιωματούχους της, ο λαός έγινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε, στα χέρια του προλεταριάτου. Αλλά, στην σύγχρονη κοινωνία, το προλεταριάτο, υποδουλωμένο, οικονομικά, στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει, πολιτικά, αν δεν σπάσει τις αλυσίδες, που το δένουν με το κεφάλαιο. Για αυτό και το κίνημα της Κομμούνας ήταν αναγκασμένο να πάρει σοσιαλιστική απόχρωση, δηλαδή, να προσπαθήσει να ανατρέψει την αστική εξουσία, την εξουσία του κεφαλαίου και να καταστρέψει τα ίδια τα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνικής τάξης.

Στην αρχή, το κίνημα αυτό ήταν τρομερά ασαφές και συγκεχυμένο. Στις τάξεις του, είχαν εισχωρήσει πατριώτες, που ήλπιζαν η Κομμούνα να ανανεώσει τον πόλεμο, με τους Γερμανούς και να τον φέρει, σε πέρας, με επιτυχία. Είχε την υποστήριξη των μικροκαταστηματαρχών, που απειλούνταν με καταστροφή, αν δεν προέκυπτε αναβολή πληρωμών, για χρέη και ενοίκια (η κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει αυτή την αναβολή, αλλά οι μικροκαταστηματάρχες την πήραν, από την Κομμούνα). Τέλος, είχε αρχικά, την συμπάθεια των δημοκρατών αστών, που φοβόντουσαν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση (οι "επαρχιώτες", οι άγριοι γαιοκτήμονες), θα επανέφερε την μοναρχία. Αλλά ήσαν, φυσικά, οι εργάτες (και κυρίως οι τεχνίτες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους είχε διενεργηθεί ενεργή σοσιαλιστική προπαγάνδα, κατά τα τελευταία χρόνια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και πολλοί από τους οποίους ανήκαν, μάλιστα και στην Διεθνή, που έπαιξαν τον κύριο ρόλο, σε αυτό το κίνημα.

Μόνο οι εργάτες παρέμειναν πιστοί, στην Κομμούνα, έως το τέλος. Οι δημοκράτες αστοί και οι μικροαστοί διαχώρισαν, γρήγορα, την θέση τους : 

οι πρώτοι φοβήθηκαν τον επαναστατικό-σοσιαλιστικό, προλεταριακό χαρακτήρα του κινήματος· 

οι δεύτεροι αποσχίσθηκαν, όταν κατάλαβαν ότι ήταν καταδικασμένο, σε αναπόφευκτη ήττα.

Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι στήριξαν την δική τους κυβέρνηση, άφοβα και αδιάκοπα, μόνο αυτοί πολέμησαν, για αυτήν και πέθαναν για αυτήν - δηλαδή, για τον στόχο της χειραφέτησης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον, για όλους τους ανθρώπους του μόχθου.

Εγκατελειμμένη, από τους πρώην συμμάχους της και αφημένη, χωρίς στήριξη, η Κομμούνα ήταν καταδικασμένη να ηττηθεί. Ολόκληρη η μπουρζουαζία της Γαλλίας, όλοι οι γαιοκτήμονες, οι μεσίτες, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι ληστές, μεγάλοι και μικροί, όλοι οι εκμεταλλευτές ένωσαν τις δυνάμεις τους, εναντίον της. Αυτή η αστική συμμαχία, με την στήριξη του Βίσμαρκ (ο οποίος αποδέσμευσε εκατό χιλιάδες Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου για να βοηθήσει την συντριβή του επαναστατικού Παρισιού), κατάφερε να ξεσηκώσει τους αμόρφωτους χωριάτες και μικροαστούς της επαρχίας, ενάντια στο προλεταριάτο και να δημιουργήσει έναν χαλύβδινο δακτύλιο, γύρω από το μισό Παρίσι (το άλλο μισό πολιορκούνταν απ' τον γερμανικό στρατό). Σε μερικές από τις μεγαλύτερες πόλεις της Γαλλίας (την Μασσαλία, την Λυόν, το Σεντ Ετιέν, την Ντιζόν, κλπ), οι εργάτες προσπάθησαν, επίσης, να πάρουν την εξουσία, να ανακηρύξουν την Κομμούνα και να καταφθάσουν, σε βοήθεια του Παρισιού. Αλλά οι προσπάθειες αυτές ήσαν βραχύβιες. Το Παρίσι, που είχε πρώτο σηκώσει το λάβαρο της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε, στις δικές του δυνάμεις και καταδικάστηκε, στον βέβαιο όλεθρο.

Δύο, τουλάχιστον, συνθήκες είναι απαραίτητες, για μια νικηφόρο κοινωνική επανάσταση : ο μεγάλος βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και ένα προλεταριάτο, που να έχει επαρκή προετοιμασία, για αυτή. Όμως, το 1871, έλειπαν και οι δύο αυτές συνθήκες. Ο γαλλικός καπιταλισμός εξακολουθούσε να είναι, φτωχά, αναπτυγμένος και η Γαλλία, τον καιρό εκείνο, ήταν, κυρίως, μικροαστική χώρα (τεχνίτες, χωρικοί, μαγαζάτορες, κλπ). Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, η εργατική τάξη δεν είχε περάσει, μέσα από ένα μακροχρόνιο σχολείο πάλης και ήταν απροετοίμαστη και δεν μπορούσε, καν, ως επί το πλείστον, να δει, μπροστά της, τα καθήκοντά της και τις μεθόδους, που ήταν απαραίτητες, για να τα εκπληρώσει. Δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε ισχυρά συνδικάτα και συνεργατικές κοινότητες...

Όμως, το βασικό πράγμα, που η Κομμούνα δεν είχε, ήταν χρόνος - δεν είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει την κατάσταση και να ξεκινήσει την εκπλήρωση του προγράμματός της. Δεν είχε, καν, χρόνο να ξεκινήσει να εργάζεται, όταν η κυβέρνηση, που εδραιώθηκε στις Βερσαλίες και που υποστηρίχτηκε, από ολόκληρη την μπουρζουαζία, άρχισε τις εχθροπραξίες, σε βάρος του Παρισιού. Η Κομμούνα έπρεπε να επικεντρωθεί, κυρίως, στην αυτοάμυνα. Μέχρι το τέλος, στις 21-28 Μαΐου, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί, σοβαρά, για οτιδήποτε άλλο.

Παρ' όλα αυτά, παρά τις μη ευνοϊκές αυτές συνθήκες, παρά την σύντομη ύπαρξή της, η Κομμούνα κατάφερε να προάγει ορισμένα μέτρα, τα οποία είναι επαρκή, για να χαρακτηρίσουν την πραγματική της σημασία και τους στόχους της. Η Κομμούνα κατάργησε τον επαγγελματικό στρατό, αυτό το τυφλό όπλο, στα χέρια της άρχουσας τάξης και όπλισε όλο τον λαό. Διακήρυξε τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας, κατάργησε τις κρατικές πληρωμές, στα θρησκευτικά σώματα (πχ, τους κρατικούς μισθούς για τους ιερείς), έκανε την λαϊκή εκπαίδευση, καθαρά, κοσμική και με τον τρόπο αυτό κατάφερε ένα τεράστιο πλήγμα, στους αστυνόμους, με τα ράσα. Στην, καθαρά, κοινωνική σφαίρα, η Κομμούνα κατάφερε πολύ λίγα, αλλά και αυτά τα λίγα αποκαλύπτουν, παρ' όλα αυτά, τον χαρακτήρα της, ως λαϊκής εργατικής κυβέρνησης. Απαγορεύτηκε η νυχτερινή δουλειά, στα αρτοποιεία· καταργήθηκε το σύστημα των προστίμων, το οποίο αντιπροσώπευε την νομιμοποιημένη ληστεία των εργατών. Τέλος, υπήρχε η διάσημη διαταγή, όλα τα εργοστάσια και εργαστήρια, που εγκαταλείφθηκαν, ή έκλεισαν, από τους ιδιοκτήτες τους, να παραδοθούν, στον έλεγχο εργατικών ενώσεων, ώστε να ξαναρχίσουν αυτές την εργασία. Επίσης, σαν για να δώσει έμφαση, στον χαρακτήρα της, ως, πραγματικά, δημοκρατικής, προλεταριακής κυβέρνησης, η Κομμούνα ανακήρυξε ότι οι μισθοί όλων των αξιωματούχων της διοίκησης και της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως βαθμού, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τους φυσιολογικούς μισθούς ενός εργάτη και σε καμία περίπτωση, τα 6.000 φράγκα τον χρόνο (ή λιγότερα, από 200 ρούβλια το μήνα).

Όλα αυτά τα μέτρα έδειξαν, ξεκάθαρα, ότι η Κομμούνα ήταν θανάσιμη απειλή, για τον παλιό κόσμο, που εδραιώθηκε, στην υποδούλωση και στην εκμετάλλευση του λαού. Για αυτό και η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να ησυχάσει, όσο η Κόκκινη Σημαία του προλεταριάτου κυμάτιζε, πάνω στο Hotel de Ville του Παρισιού. Και όταν οι οργανωμένες δυνάμεις της κυβέρνησης κατάφεραν, τελικά, να πάρουν το πάνω χέρι, ενάντια στις, φτωχά, οργανωμένες δυνάμεις της επανάστασης, οι βοναπαρτιστές στρατηγοί, που είχαν ηττηθεί, από τους Γερμανούς και που έδειξαν θάρρος, μόνο, στον πόλεμο, ενάντια στους ηττημένους συμπατριώτες τους, αυτοί οι Γάλλοι Ρέννενκαμπφ και Μέλλερ - Ζακομέλσκυ, οργάνωσαν μια σφαγή τέτοια, που το Παρίσι δεν είχε ξαναδεί. Σχεδόν, 30.000 Παριζιάνοι εκτελέστηκαν, από το βάναυσο πεζικό και περίπου 45.000 συνελήφθησαν, πολλοί, εκ των οποίων, εκτελέστηκαν, αργότερα, ενώ χιλιάδες άλλοι εκτοπίστηκαν, ή εξορίστηκαν. Συνολικά, το Παρίσι έχασε, περίπου, 100.000, από τους καλύτερους ανθρώπους του, περιλαμβανομένων ορισμένων, από τους καλύτερους εργάτες, σε όλα τα επαγγέλματα.

Η μπουρζουαζία ήταν ικανοποιημένη. "Τώρα, τελειώσαμε, με τον σοσιαλισμό, για πολύ καιρό" είπε ο ηγέτης της, αυτός ο αιμοβόρος νάνος, ονόματι Θιέρσος, όταν αυτός και οι στρατηγοί του είχαν πνίξει, στο αίμα, το προλεταριάτο του Παρισιού. Αλλά τα αστικά κοράκια έκραζαν, μάταια. Λιγότερο, από έξι χρόνια, μετά την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί, από τους υποστηρικτές της, σάπιζαν στις φυλακές, ή στην εξορία, ξεπήδησε ένα νέο εργατικό κίνημα, στην Γαλλία. Μια νέα σοσιαλιστική γενιά, που εμπλουτίστηκε, από την εμπειρία των προγόνων της και δεν αποθαρρύνθηκε, ούτε στο ελάχιστο, από την ήττα τους, ανέλαβε το λάβαρο, που είχε πέσει, από τα χέρια των μαχητών, για τον σκοπό της Κομμούνας και το έφερε, μπροστά, με θάρρος και αυτοπεποίθηση. Η δική της ιαχή της μάχης ήταν : "Ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!" Και σε λίγα χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα και η καμπάνια αγκιτάτσιας, που εξαπέλυσε, εξανάγκασε την άρχουσα τάξη να ελευθερώσει τους Κομμουνάρους, που συνέχιζαν να είναι φυλακισμένοι, από την κυβέρνηση.

Η μνήμη των μαχητών της Κομμούνας δεν τιμάται, μόνο, από τους Γάλλους εργάτες, αλλά από όλο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Γιατί η Κομμούνα πάλεψε, όχι για έναν στόχο τοπικό, ή στενά εθνικό, αλλά για τη χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας του μόχθου, όλων των ποδοπατημένων και καταπιεσμένων. Ως εξέχων μαχητής, για την κοινωνική επανάσταση, η Κομμούνα έχει κερδίσει την συμπάθεια οπουδήποτε, στον κόσμο, υπάρχει προλεταριάτο, που υποφέρει και που αγωνίζεται. Το έπος της ζωής και του θανάτου της, η εικόνα μιας εργατικής κυβέρνησης η οποία κατέλαβε την πρωτεύουσα του κόσμου και την κράτησε, για πάνω από δύο μήνες, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και των μαρτυρίων, που υπέστη, μετά την ήττα του - όλα αυτά ανύψωσαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, ενίσχυσαν τις ελπίδες τους και έφεραν την συμπάθειά τους, με το μέρος του σοσιαλισμού. Ο κεραυνός του παρισινού κανονιού ξύπνησε τα πιο οπισθοδρομικά τμήματα του προλεταριάτου, από τον βαθύ τους ύπνο και έδωσε, παντού, το έναυσμα, για την ανάπτυξη της επαναστατικής σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Γι' αυτό και ο σκοπός της Κομμούνας δεν πέθανε. Ζει, ως σήμερα, μέσα στον καθένα μας.

Ο σκοπός της Κομμούνας είναι ο σκοπός της σοσιαλιστικής επανάστασης, ο σκοπός της πλήρους πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης των εργατών. Είναι ο σκοπός του παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με αυτή την έννοια, είναι αθάνατος".



Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ - Λένιν (22/4/1870 - 21/1/1924).


Όταν ο Β. Ι. Λένιν έγραφε τις, παραπάνω, γραμμές, για την παρισινή Κομμούνα του 1871, είναι σαφές ότι, σε καμμία περίπτωση, δεν είχε, στον νου του, ούτε, ως μακρινό ενδεχόμενο, το ξέσπασμα και την επικράτηση μιας επανάστασης, στην τσαρική Ρωσία, σαν αυτή, που θα ελάμβανε χώρα, σε λιγότερο, από επτά χρόνια μετά, ως αποτέλεσμα των ηττών του ρωσικού στρατού, από τον γερμανικό, στα πλαίσια του ανατολικού μετώπου του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2014.

Αυτό καθίσταται σαφές, καθώς ο ηγέτης της μπολσεβίκικης φράξιας του ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, αναφέρει, στο παραπάνω κείμενο, ότι στον γαλλικό καπιταλισμό της εποχής της Κομμούνας, δεν υπήρχαν οι απαραίτητες δύο (τουλάχιστον) προϋποθέσεις, για μια νικηφόρα κοινωνική επανάσταση, ήτοι : 

1) Από την μία πλευρά, δεν είχαν αναπτυχθεί, επαρκώς, οι παραγωγικές δυνάμεις και 

2) Από την άλλη, δεν υπήρχε ένα εργατικό κόμμα, στο οποίο να είναι οργανωμένη η εργατική τάξη, η οποία ήταν απροετοίμαστη, επειδή δεν υπήρχαν συνδικάτα και κάποια σοβαρή πολιτική οργάνωση.

Αυτό, που λέει, δηλαδή ο Βλαντιμίρ Λένιν, ακολουθώντας την μαρξιστική συλλογιστική, είναι ότι, στην Γαλλία, το 1871, δεν είχαν ωριμάσει οι αντικειμενικές συνθήκες, αφού ο γαλλικός καπιταλισμός εκείνης της εποχής, δεν είχε αναπτύξει, τόσο όσο (υποτίθεται ότι θα) έπρεπε, τις παραγωγικές δυνάμεις και η εργατική τάξη δεν είχε συνείδηση της (υποτιθέμενης ως) αποστολής της, να κυριαρχήσει, στην χώρα και να επιβληθεί, στην επαρχία, στην οποία επικρατούσαν οι άρχουσες τάξεις. Δηλαδή, οι ευγενείς του παλαιού καθεστώτος, οι γαιοκτήμονες και μαζύ με αυτούς, οι ηττημένοι μεγαλοαστοί του Παρισιού και οι μεγαλοαστοί των άλλων γαλλικών πόλεων.

Αφήνοντας, στην άκρη, το εάν η εργατική τάξη, ως ενιαίο κοινωνικό στρώμα, έχει έναν συγκεκριμένο ιστορικό προορισμό, ή όχι, μπορούμε να πούμε ότι, πράγματι, στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο εξεγερμένος πληθυσμός και η εργατική τάξη του Παρισιού δεν μπορούσαν να πάρουν την εξουσία και να κυριαρχήσουν, στην Γαλλία. Δεν ήταν, μόνο, το γεγονός ότι δεν είχαν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις, από τον γαλλικό καπιταλισμό, με αποτέλεσμα η εργατική τάξη (αλλά και τα ευρύτερα εργαζόμενα στρώματα των μισθωτών, τα οποία, τότε, δεν είχαν και δεν αναμενόταν να έχουν την ανάπτυξη, που έχουν τώρα) να είναι μειοψηφία και να μην μπορεί να κυριαρχήσει, στην γαλλική επαρχία, η οποία, τελικά, ήταν αυτή, που, με την αδράνειά της και με την στήριξη του παλαιού καθεστώτος, κατέστειλε το εξεγερμένο Παρίσι.

Ήταν και το πολύ σημαντικό γεγονός ότι, στην ηττημένη Γαλλία του Ναπολέοντα του μικρού, είχαν εισβάλει οι Γερμανοί και το μισό Παρίσι βρισκόταν, υπό την πολιορκία του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει η απαραίτητη σύνδεση των γαλλικών κοινωνικών στρωμάτων, που βρίσκονταν, υπό την εξουσία των, τότε, αρχουσών τάξεων, αφού η εξέγερση, στο Παρίσι υπήρξε και ως αποτέλεσμα της πολιορκίας της πρωτεύουσας, από τον ξένο στρατό.

Όμως, κόμμα της εργατικής τάξης, έτσι, όπως το εννοούσε ο Β. Ι. Λένιν, υπήρξε. Δεν ήταν το κόμμα "νέου τύπου", έτσι όπως το περιέγραφε ο ίδιος, στο μνημειώδες έργο του "Τί να κάνουμε;". Ήταν ένα παραπλήσιο επαναστατικό κόμμα, η επαναστατική οργάνωση  - ή, για να είμαστε ακριβείς, μια βεντάλια επαναστατικών οργανώσεων - των οπαδών του Γάλλου επαναστάτη Louis-Auguste Blanqui, των μπλανκιστών, οι οποίοι είχαν και την πλειοψηφία (44, στους 92), στην συνέλευση των αιρετών της Κομμούνας.

Αυτή η επαναστατική οργάνωση ήταν συγκροτημένη, σύμφωνα με την πολιτική θεωρία του Louis-Auguste Blanqui (και πραγματικού εμπνευστή του Β. Ι. Λένιν, ως προς της πρακτική εφαρμογή της λεγόμενης επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας, στα ζητήματα της συγκρότησης και της ιεραρχικής οργάνωσης των επαναστατών), η οποία ορίζει ότι μια μικρή ομάδα αφοσιωμένων και αποφασισμένων επαναστατών μπορεί να καταλάβει την εξουσία και η οποία φαίνεται ότι προέκυψε, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του Γάλλου επαναστάτη, από το 1824, στο αντιμοναρχικό κίνημα των Καρμπονάρων.

(Ειρήσθω εν παρόδω, ότι, στα 1828, ο πολυπράγμων Louis-Auguste Blanqui θα προσπαθήσει να μεταφέρει την επαναστατική του δράση, στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά δεν θα τα καταφέρει).

Βέβαια, ο ίδιος ο ηγέτης τους, ο Louis-Auguste Blanqui, δεν βρισκόταν, ανάμεσα, στους εξεγερμένους του Παρισιού, αφού, στις 17 Μαρτίου 1871, μία ημέρα, πριν από την εξέγερση του Παρισιού, οι δυνάμεις του Θιέρσου τον συνέλαβαν, στο Μπρετενού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ηγηθεί, στην Κομμούνα, επειδή, ανάμεσα, στα άλλα, ο Θιέρσος αρνήθηκε να τον ανταλλάξει, με 74 ομήρους (73 κληρικούς και 1 γερουσιαστή), που κρατούσαν οι Κομμουνάροι και τους οποίους, τελικά - κακώς -, εκτέλεσαν.

Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι οι μπλανκιστές, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα εξέγερσης, με την επαναστατική πολιτική οργάνωσή τους, κατάφεραν να ηγηθούν και να οδηγήσουν, όσο αυτό ήταν δυνατό, χωρίς την χρήση του πολιτικού ολοκληρωτισμού, χωρίς ενδοεπαναστατικές εκκαθαρίσεις και δίχως την εκτεταμένη χρήση της κοινωνικής τρομοκρατίας, ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο, στην πραγματικότητα, ηττήθηκε, στρατιωτικά και όχι λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ή της ανυπαρξίας μιας επαναστατικής οργάνωσης, ή ενός επαναστατικού κόμματος.

Το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων δεν απέτρεψε την εξέγερση και τον δυναμισμό των εργαζόμενων στρωμάτων του παρισινού πληθυσμού. Ούτε ήταν το επίπεδο οργάνωσης των εργαζόμενων τάξεων, που απέτρεψε την νίκη των Κομμουνάρων. Κάθε άλλο.


Η ήττα των εξεγερμένων της Κομμούνας του Παρισιού ήταν μια στρατιωτική ήττα. Και ήταν δεδομένη, εξ αιτίας του συσχετισμού των δυνάμεων, που είχε διαμορφωθεί, στο πεδίο της πραγματικής μάχης. Αυτή είναι η αλήθεια. Και ως προς αυτό, ο Λένιν έχει άδικο. Και έχει άδικο, διότι έχει δίκιο, σε ένα άλλο σημείο του κειμένου του. 

Η Κομμούνα, στην πραγματικότητα, δεν είχε χρόνο. 

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος δεν κράτησε πολύ. Οι Πρώσοι νίκησαν, γρήγορα και η νεολαία της γαλλικής επαρχίας δεν πρόλαβε να αιματοκυλισθεί, σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο, όπως συνέβη, στο ρωσογερμανικό μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, δεν έγινε δυνατό να διαρραγούν οι δεσμοί της γαλλικής επαρχίας, με το παλαιό καθεστώς, με αποτέλεσμα η πολιορκημένη Κομμούνα να μην μπορεί να βρει τα απαραίτητα κοινωνικά στηρίγματα, στην χώρα, ώστε να μπορέσει να αντλήσει εκείνες τις απαραίτητες μάχιμες δυνάμεις, που θα μπορούσαν να της δώσουν την νίκη και την τελική επικράτηση.

Το τί θα γινόταν και το τί δεν θα γινόταν, εάν η Κομμούνα του Παρισιού επικρατούσε, στην Γαλλία, είναι μια άλλη υπόθεση και αφορά ένα άλλο αφήγημα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι, παρά την ακρότητα, την οποία τα μέλη της διέπραξαν, με τους ομήρους, που συνέλαβαν, οι επαναστάτες εκείνης της εποχής δεν άσκησαν, απερίσκεπτη και συστηματική τρομοκρατία, δεν προέβησαν, σε άλλους μαζικούς φόνους, δεν καταπίεσαν την αντίθετη άποψη, στους κόλπους τους και στην παρισινή κοινωνία. Δεν είναι, βέβαια, ότι δεν άσκησαν καμμία βία. Προφανώς, άσκησαν, αλλά αυτά, που έγιναν, προγενέστερα, αλλά και μεταγενέστερα, σε άλλες επαναστάσεις, δεν έλαβαν χώρα, στην περίοδο της Κομμούνας. Και αυτή η αλήθεια πρέπει να λέγεται.

Όμως, επίσης, αλήθεια είναι και το γεγονός ότι η παρισινή Κομμούνα, με το πρακτικό ιδεολογικό και πολιτικό απαύγασμα και δίδαγμα του οργανωτικού συγκεντρωτισμού, έτσι όπως αυτό σχηματοποιήθηκε, από τον Louis-Auguste Blanqui και μετασχηματίσθηκε, από τον Β. Ι. Λένιν και την θεωρία του, για την αναγκαιότητα της συγκρότησης του κόμματος των επαγγελματιών επαναστατών, που κατέχουν την επαναστατική θεωρία και είναι προσανατολισμένοι, στην κατάληψη της εξουσίας, άφησε το στίγμα της, μέσα από την ήττα της, στις επόμενες γενιές των επαναστατών.

Όταν, όμως, αυτού του είδους οι πολιτικές ομάδες (επαναστατικές, ρεφορμιστικές, συντηρητικές, ή άλλες) δημιουργούνται, πέρα από τις όποιες ψευδοσυνειδησιακές τους αναφορές, είναι πολύ φυσικό, μέσα από την συγκρότησή τους, ως ιεραρχικοποιημένες εξουσίες, να αναπτύσσουν ιδιαίτερα και χωριστά συμφέροντα, από εκείνους, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Αυτή η διαπίστωση, άλλωστε, είναι το άλφα και το ωμέγα, κάθε στοιχειώδους κοινωνιολογικής ανάλυσης, που θέλει να σέβεται τον όποιον κοινωνιολογικό αναλυτή.

Βέβαια, δεν είναι, μόνο, το στίγμα της ήττας της Κομμούνας, με την επικράτηση των οργανωτικών δοξασιών και πρακτικών του Louis-Auguste Blanqui, που οδήγησαν, στις, μετέπειτα, εξελίξεις, με τον πολιτικοϊδεολογικό, οικονομικό και κοινωνικό ολοκληρωτισμό, που υλοποιήθηκε, στην ρωσική επανάσταση του 1917 και στις άλλες, που ακολούθησαν τα βήματά της, ταλαιπωρώντας, έως τις ημέρες μας, εκτεταμένες κοινωνίες (και άγνωστο πόσες άλλες και για πόσο, ακόμη). Είναι και η ευρύτερη κοινωνική δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος, ο οποίος, συν τω χρόνω, με την διευρυνόμενη μεγέθυνση και την αντίστοιχη χωρική επέκταση των μεγάλων επιχειρήσεων, γραφειοκρατικοποιείται, ολοένα και περισσότερο. 

Σε αυτή την καπιταλιστική δυναμική εξέλιξη, δηλαδή, στην εγγενή γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος, είναι που εντάχθηκε και η δυναμική που ανέπτυξε, έτσι όπως την ανέπτυξε και έτσι όπως την περιγράψαμε, με την ανάδειξη των ηγεσιών των εργαζόμενων τάξεων, ως ιδιαίτερων κοινωνικών ομάδων (οι οποίες, όμως, αναπτύσσουν και υπηρετούν ίδια και ξεχωριστά συμφέροντα), η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού. Και αυτό δεν πρέπει να το αγνοούμε. 


Όσον αφορά το τί θα συνέβαινε, εάν η Κομμούνα του Παρισιού είχε καταφέρει να νικήσει, στο πεδίο των στρατιωτικών μαχών τους Βερσαλλιέρους, η ρωσική επανάσταση του 1917 και το πραξικόπημα των μπολσεβίκων, στο όνομα της εργατικής τάξης (αλλά και της επαναστατικής διαδικασίας, εντός της ίδιας της μειοψηφικής τάξης των Ρώσων εργατών), μας δείχνουν την νεοσυστημική κοινωνική δυναμική κατεύθυνση, την οποία η Κομμούνα θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει, προς την δημιουργία ενός συγκεντρωτικού και ολοκληρωτικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού των κομματικών και λοιπών γραφειοκρατών διευθυντών.

Στο σημείο αυτό, έχει αξία να δούμε το πώς, στην πράξη, η ίδια η δυναμική των γεγονότων έλυσε τις ιδεολογικές αντιφάσεις, στους ηγετικούς χώρους των επαναστατών, που ακολούθησαν την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού και την συνέδεσαν, μέσα από την στρέβλωση του μπλανκισμού, με τις, μετέπειτα, επαναστατικές αναλύσεις και πρακτικές.

Για να το πράξουμε αυτό, πρέπει να ξαναγυρίσουμε, στο, παραπάνω, κείμενο του Β. Ι. Λένιν και στην θέση του, που αποτελεί και κλασική θέση του Karl Marx, η οποία συνίσταται, στην διαπίστωση ότι προϋπόθεση, για την επαναστατική διαδικασία, είναι η επαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, σε μια χώρα (μαζύ με την ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης).

Στην πραγματικότητα, αυτή την μαρξιστική θέση, ο Β. Ι. Λένιν την αγνόησε, όταν, τον Απρίλιο του 1917, επέστρεψε, στην επαναστατημένη Αγία Πετρούπολη. Έχοντας, ήδη, μετασχηματισθεί, όσον αφορά τα ζητήματα της συγκρότησης της επαναστατικής οργάνωσης των πρωτοπόρων επαγγελματιών επαναστατών, σε έναν ημιμπλανκιστή, ολοκληρώνει τον μπλανκιστικό του κύκλο, με τον παραγκωνισμό της κλασικής θέσης των Karl Marx και Friedrich Engels, περί παράλληλης αναγκαιότητας, για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην επαναστατημένη, αλλά και καπιταλιστικά, υπανάπτυκτη και ημιφεουδαρχική Ρωσία.

Ο Β. Ι. Λένιν, προς έκπληξη των συντρόφων του, στο μπολσεβίκικο κόμμα, αλλά και προς έκπληξη όλων των τάσεων των Ρώσων (και όχι μόνο των Ρώσων) μαρξιστών διακηρύσσει ότι η ρωσική κοινωνία είναι έτοιμη, για την σοσιαλιστική επανάσταση και απευθύνει το ερώτημα, στους αποσβολωμένους μπολσεβίκους, γιατί δεν κατέλαβαν την εξουσία.

Τελικά, την εξουσία, υπό την ηγεσία και την καθοδήγηση του Βλαντιμίρ Λένιν, την κατέλαβαν. Αλλά την κατέλαβαν, για τους εαυτούς τους, ως κοινωνική ομάδα, με ιδιαίτερα και χωριστά συμφέροντα, από τους προλεταρίους, τους οποίους - υποτίθεται ότι - αντιπροσώπευαν.

Και το έπραξαν, ως μια, κοινωνική σύμφυση του μαρξισμού και του μπλανκισμού, που χρησιμοποίησε την υποταγή των εργατικών συμβουλίων, στο μπολσεβίκικο κόμμα, θεσμοθέτησε την πλήρη απαγόρευση του πολυκομματισμού, των ανεξάρτητων εργατικών οργανώσεων και ενώσεων, καθιέρωσε την απαγόρευση κάθε επίκρισης των αποφάσεων του κόμματος, όπως, επίσης και την κατάργηση της ύπαρξης των τάσεων, εντός του ίδιου του μπολσεβίκικου κόμματος, το οποίο κατέστη μονολιθικό και ήταν το μόνο πολιτικό κόμμα, που αναγνωριζόταν, από το νέο "σοβιετικό" καθεστώς.

Φυσικά, αυτού του είδους η καθολική απαγόρευση όλων αυτών, συνοδευόταν, από την απαγόρευση της ελευθεροτυπίας (μάλιστα, τον Ιούλιο του 1918, ο Β. Ι. Λένιν απαγόρευσε  την κυκλοφορία της εφημερίδας "Νέα Ζωή" του Μαξίμ Γκόρκι, που ήταν φίλος του, επειδή είχε δημοσιεύσει κάποια επικριτικά άρθρα, για την δικτατορική πρακτική των μπολσεβίκων), των συναθροίσεων, των συγκεντρώσεων κλπ.

Δυστυχώς, μέσα σε όλα αυτά, δεν μπορούσε να λείψει και η τρομοκρατία, η οποία, στην ουσία, στράφηκε, κυρίως, κατά των (υποτιθέμενων ως μικροαστών) αγροτών, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, αρνήθηκαν να ενταχθούν, στην διαδικασία της κολλεκτιβοποίησης, την οποία, αν και δεν μπόρεσε να επιβάλει, παρά τις παραινέσεις του [«Να κρεμάσετε (για να βλέπει ο κόσμος), τουλάχιστον, 100 γνωστούς κουλάκους και να δημευθεί η σοδειά τους όλη. Να παρθούν όμηροι. Ώστε ο λαός να βλέπει και να τρέμει» και «Η επανάσταση είναι σκληρή δουλειά. Δεν την κάνεις, με λευκά γάντια, έχοντας τα χέρια καθαρά … Χρειάζεσαι άθλιους, παλιάνθρωπους, ακριβώς επειδή είναι τέτοιοι»], ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, τελικά, την επέβαλε, ως καλός μαθητής του, ο Ιωσήφ Στάλιν. Και φυσικά, όταν ο ιδρυτής της "Σοβιετικής Ένωσης" προέβαινε, σε αυτές τις παραινέσεις, δεν ενεργούσε, ως εκφραστής της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, αλλά ως στυγνός και στεγνός εξουσιαστής. 

Αυτή η εξέλιξη της ρωσικής επανάστασης του 1917 θα μπορούσε να ήταν και η εξέλιξη της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, εάν η τελευταία είχε επικρατήσει. Χωρίς να σημαίνει αυτό, όμως, ότι η εξέλιξη αυτή ήταν μοιραία.

Όπως μας δείχνει η πορεία που ακολούθησε η ρεφορμιστική τάση, μέσα στο σοσιαλιστικό και λοιπό εργατικό και ευρύτερο κοινωνικό κίνημα, αυτή η εξέλιξη, όσον αφορά την Κομμούνα του Παρισιού, δεν ήταν μοιραία. 

Μπορεί να ήταν πολύ (ίσως και πάρα πολύ) πιθανή, αλλά μοιραία δεν ήταν...

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

5/2019 Ευρωεκλογές : Από την δημοσκόπηση της ALCO, στην δημοσκόπηση της MRB. (Ο προπαγανδιστικός χαρακτήρας των δημοσκοπικών ερευνών, οι επιδιώξεις των εκλογικών επιτελείων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ και το βαρύ κλίμα, που επικρατεί, στις τάξεις των ψηφοφόρων).




Όσο πλησιάζουν οι ευρωεκλογές, τόσο περισσότερο το ελληνικό εκλογικό σώμα θα βομβαρδίζεται, από τις πληρωμένες, από τα κόμματα και από τα διάφορα και ποικίλα συμφέροντα, που στηρίζουν την μία ή την άλλη εκλογική καμπάνια των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού, που προέκυψε, ύστερα από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012. Κάποιες από τις δημοσκοπήσεις αυτές είναι και αυτές της ALCO και της MRB, που πρόκειται να δούμε, σε αυτό, εδώ, το κείμενο.

Ότι οι δημοσκοπήσεις της ALCO και της MRB έχουν προπαγανδιστικό περιεχόμενο, ασχέτως, από το εάν επιβεβαιωθούν, ή όχι, από τις κάλπες της 26ης Μαΐου, είναι, απολύτως, βέβαιο. Άλλωστε, δεν θα είχαν δημοσιοποιηθεί, εάν δεν βοηθούσαν την προσπάθεια εκείνων, που τις παρήγγειλαν. Και εκείνοι, που τις παρήγγειλαν, το έπραξαν, ακριβώς, επειδή ήθελαν να τις δημοσιοποιήσουν και να βοηθήσουν την εκλογική καμπάνια, που εξυπηρετούν. Αυτή είναι η αλήθεια, για τις δημοσκοπήσεις αυτές. Άλλωστε, αυτή η αλήθεια, όπως πολλές φορές, στο παρελθόν, έχουμε τονίσει, δεν αφορά, μόνο την δημοσκόπηση της ALCO, ή αυτήν της MRB. Αφορά όλες τις δημοσκοπήσεις όλων των εταιρειών, είτε αυτές οι δημοσκοπήσεις έχουν επιτύχει να πλησιάσουν τα τελικά αποτελέσματα των εκάστοτε εκλογών, είτε όχι.

(Όπως, άλλωστε, είπε, με πολλή χολή και περιγράφοντας, ωμά, την υπόγεια πραγματικότητα, ο Πάνος Καμμένος : "Όταν ήμασταν υποψήφιοι βουλευτές, στην Β' Αθηνών, εάν δεν δίναμε το τάληρο, στην MRB, στις 'Τάσεις', δεν μας έβγαζε εκλεγμένους").

Ότι η ALCO του παλαιού ΔΑΠίτη Κώστα Παναγόπουλου βρίσκεται μέσα στα όρια (για να το πούμε όσο πιό κομψά μπορούμε) των επιδιώξεων της προεκλογικής καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς, όμως, το κυβερνητικό κόμμα να ταυτίζεται, εμφανώς, με την εταιρεία, το έχουμε ξαναγράψει. [Δείτε το παλαιότερο δημοσίευμά μου, σε αυτό εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Μάρτιος 2019 ALCO : Η δημοσκοπική πτώση των κομμάτων του μικρού δικομματισμού, εν όψει των ευρωεκλογών, συνεχίζεται. (Βαθαίνει η πολιτική απονομιμοποίηση των κομμάτων, γεγονός, που παραπέμπει σε μεγάλη αποχή)].

Αυτή την φορά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιλέγει, εμφανώς, μέσω της επίσημης κομματικής εφημερίδας "Αυγή", να συνεργασθεί, ανοικτά, με κάποια δημοσκοπική εταιρεία. Το εκλογικό επιτελείο του κυβερνητικού κόμματος επέλεξε να μην ακολουθήσει την τακτική, που είχε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όταν είχε συνεργασθεί, με παταγώδη αποτυχία, με την "Public Issue" του Γιάννη Μαυρή. Οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι και λόγω της δεδομένης εκλογικής απαξίας, που έχει επέλθει, όσον αφορά την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ, ουδεμία δημοσκοπική έρευνα μπορεί να είναι ευνοϊκή, για το κυβερνητικό κόμμα.

Γι' αυτόν τον λόγο, το κυβερνητικό κόμμα δεν μπορεί να κάνει καμμία ανοικτή συνεργασία, με οποιαδήποτε δημοσκοπική εταιρεία, που σέβεται, έστω και ελάχιστα, τον εαυτό της, αφού δεν είναι δυνατόν να εμφανισθεί οποιαδήποτε έρευνα, που να δίνει την πρωτιά, στον ΣΥΡΙΖΑ, ή που να κάνει την εκλογική πρωτιά ένα παιχνίδι, το οποίο, με οποιονδήποτε τρόπο, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, ως ντέρμπυ. Το εκλογικό επιτελείο του κυβερνητικού κόμματος, ποιούμενο την ανάγκη φιλοτιμία, κάνει συνεργασίες με δημοσκοπικές εταιρείες (ALCO, PALMOS ANALYSIS), μέσω άλλων προπαγανδιστικών μηχανισμών, που ελέγχει, ή επηρεάζει (OPEN TV, TVXS, Έθνος), χωρίς να ταυτίζεται, με αυτές και αυτούς.

Η Νέα Δημοκρατία, ίσως φρονίμως, ποιούσα, δεν πράττει κάτι διαφορετικό. Αποφεύγει να ταυτιστεί, επισήμως, με τις δημοσκοπικές εταιρείες, με τις οποίες, ανεπισήμως, βρίσκεται, σε επαφή (όπως η MRB του Δημήτρη Μαύρου). Παρά το γεγονός ότι έχει την σαφέστατη και ασφαλή πρωτοπορία, σε όλες τις δημοσκοπικές έρευνες και μάλιστα, με μεγάλη απόσταση, από τον ΣΥΡΙΖΑ, το εκλογικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφεύγει την ανοικτή συνεργασία, με κάποια από τις εταιρείες, στις οποίες απευθύνεται, για να έχει μιαν εικόνα των τάσεων, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα. Και αυτό το πράττει, παρά το προβλεπόμενο γεγονός (ίσως και εξ αιτίας αυτού) ότι το εκλογικό σώμα πρόκειται να ψηφίσει, κατά τρόπο απρόβλεπτο, εάν και εφ' όσον η προσέλευσή του, στις κάλπες, είναι ικανοποιητική - κάτι που δεν είναι, καθόλου, δεδομένο.





Έτσι και η, παραπάνω, δημοσκοπική έρευνα της MRB, που διεξήχθη, μεταξύ 6 και 8 Μαΐου, έχει και αυτή, φυσικά, προπαγανδιστικό χαρακτήρα, αφού είναι προφανές ότι βρίσκεται μέσα στα όρια της εκλογικής καμπάνιας της Νέας Δημοκρατίας, το εκλογικό επιτελείο της οποίας, μάλλον, επιδιώκει την επίδειξη ενός low profile, προκειμένου να αποφύγει την συσπείρωση των παλαιών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτό, μάλιστα, που έχει σημασία, στην δημοσκόπηση αυτή, είναι ότι ο Δημήτρης Μαύρος και το επιτελείο του, αφού προβαίνουν, σε πολλαπλές αναγωγές, με διαφορετικά κριτήρια, ως προς την πρόθεση ψήφου, προχωρούν, σε εκτίμηση, για το κάτω όριο των δύο κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, τα οποία, για τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτιμώνται, στο 23,8 % και 32,2 %, για την Νέα Δημοκρατία, ενώ, αντιστοίχως, το άνω όριο των ποσοστών των δύο κομμάτων εκτιμώνται, στο 29,4%, για τον ΣΥΡΙΖΑ και 38,2% για την Νέα Δημοκρατία.

(Η πρόθεση ψήφου, που καταγράφει η MRB, έχει ως εξής : ΝΔ 30,2%, ΣΥΡΙΖΑ 22,8%, ΚΙΝΑΛ 6,5%, Χρυσή Αυγή 6,2%, ΚΚΕ 6,1%, Ένωση Κεντρώων 2,1 %, Ποτάμι 2,1%, Οικολόγοι - Πράσινοι 1,7%, Ελληνική Λύση 1,6%, Ανεξάρτητοι Έλληνες 1%, Δημιουργία Ξανά 1%, Άλλο Κόμμα 4,4%, Λευκό – Άκυρο – Αποχή 3%, Αναποφάσιστοι - Δεν Απάντησαν 11,3%).

Μάλιστα, ο Δημήτρης Μαύρος, σε αντίθεση, με τον Κώστα Παναγόπουλο, που αποφεύγει να προβεί, σε πρόβλεψη ψήφου, όπως, επανειλημμένως, τονίζει, στους πίνακες των δημοσκοπήσεων, που, κάθε φορά, εκδίδει, δεν αποφεύγει να προβεί, στην εκτίμηση ψήφου του εκλογικού σώματος, στις ευρωεκλογές, την οποία βλέπουμε, παραπάνω. Έχει και αυτό την σημασία του και δεν βλάπτει να επισημανθεί.

Ακριβώς, επειδή οι δύο δημοσκοπικές έρευνες εντάσσονται, στις προεκλογικές καμπάνιες και στις διαφορετικές και αντιθετικές σκοπιμότητες των προεκλογικών εκστρατειών των δύο κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, τα εμφανιζόμενα αποτελέσματά τους, έχουν μια πολύ σημαντική απόκλιση, μεταξύ τους, όπως και από την πραγματικότητα. Και αυτή η μεγάλη απόκλιση δεν προκύπτει, μόνο, από την σύγκριση της πρόθεσης ψήφου της μιας και της εκτίμησης ψήφου της άλλης. Προκύπτει, από τις εκτιμώμενες και εμφανιζόμενες, ως προθέσεις ψήφου των δύο δημοσκοπικών εταιρειών, που διεξήχθησαν, αλληλοδιαδόχως, περίπου, το ίδιο χρονικό διάστημα.

Βέβαια, στην μία περίπτωση, επιχειρείται να κρατηθεί η ποσοστιαία απόσταση των δύο κομμάτων, σε ένα (υποτιθέμενο ως) ελεγχόμενο, για το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, επίπεδο και στην άλλη περίπτωση, να τονισθεί η ευχερής και σε μεγάλα επίπεδα, για ευρωεκλογές, ποσοστών ψήφου, πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας

Όμως, η αλήθεια είναι ότι και τα δύο εκλογικά επιτελεία, μέσω αυτών των ερευνών, ουσιαστικά, αυτό που κάνουν, δεν είναι τίποτε άλλο, από το να δίνουν το μήνυμα, στο εκλογικό σώμα, ότι ο μικρός δικομματισμός, που αναδείχτηκε, από τις διπλές εκλογές του Μαΐου - Ιουνίου του 2012, δεν είναι ασταθής, αντέχει, είναι πάντα, παρών και κυρίως ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματική εναλλακτική λύση, απέναντί του.

Είναι έτσι, όμως; Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, πέραν του μικρού δικομματισμού της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ;

Ας είμαστε καθαροί απέναντι, σε αυτό το ερώτημα, στο οποίο το ελληνικό εκλογικό σώμα καλείται, στις 26 Μαΐου, να απαντήσει, με την ψήφο του, στις κάλπες, ή, με την αποχή του, από αυτές.

Παρά τα όσα λέγονται, για τις δημοσκοπήσεις (ότι αυτές είναι εικόνα μιας χρονικής στιγμής κλπ), η αλήθεια είναι ότι αυτές δεν καταγράφουν το κλίμα, που επικρατεί, στην κοινωνία. 

Αντίθετα μάλιστα, προσπαθούν, όχι, μόνο, να το επηρεάσουν, αλλά και το, κατά το δυνατόν, να το διαμορφώσουν. Κάποιες φορές το καταφέρνουν, καλύτερα, ή λιγότερο (ή και καθόλου) καλά, κάποιες όχι. Και στην συγκεκριμένη προεκλογική περίοδο, που διανύουμε, αυτό είναι που προσπαθούν να καταφέρουν. Να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Το τί πρόκειται να καταφέρουν (και μέχρι ποιό σημείο), ή όχι, είναι κάτι που θα το διαπιστώσουμε το βράδυ των εκλογών, όταν κλείσουν οι κάλπες και βγουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Όμως, δεν μπορώ να μην καταγράψω το ότι το κλίμα, στην κοινωνία, είναι πολύ διαφορετικό, από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.

Με δεδομένη την πάγια χαλαρότητα της ψήφου, που επικρατεί, στις ευρωεκλογές, αυτό, που, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται, σφοδρότατα, πιθανό (και το οποίο τα εκλογικά επιτελεία της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, με εργαλεία και τις δημοσκοπήσεις, προσπαθούν να αποτρέψουν) είναι ότι η σωρευμένη, στην κοινωνία δυσαρέσκεια, από τις πολυετείς μνημονιακές πολιτικές, μπορεί να οδηγήσει, σε εκπλήξεις, οι οποίες να είναι πολύ μεγάλες και ίσως, σαρωτικές.

Αυτή την υφέρπουσα πραγματικότητα είναι που προσπαθούν να αποτρέψουν τα δύο κόμματα του μικρού δικομματισμού, ο οποίος παραμένει ασταθής και μετέωρος. Και δυστυχώς, σε αυτή τους την προσπάθεια, τα εκλογικά επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ έχουν συμπαραστάτες τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα του αποκαλούμενου, ως αντιμνημονιακού χώρου, η πανσπερμία και ο κατακερματισμός των οποίων βοηθούν, τα μάλα, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να πραγματοποιήσουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους, αφού, στο εκλογικό σώμα, δεν παρουσιάζεται ένας ενιαίος χώρος, με συγκεκριμένες προτάσεις εξόδου από την κρίση.

Και φυσικά, αυτό συμβαίνει, όχι επειδή δεν υπάρχουν οι απαραίτητες προτάσεις, για την έξοδο από την κρίση, αλλά επειδή αυτές οι προτάσεις δεν παρουσιάζονται, στην κοινωνία και στο εκλογικό κοινό, με αξιόπιστο τρόπο, από έναν αξιόπιστο χώρο. Ένας χώρος, ο οποίος, δυστυχώς, δεν υπάρχει, επειδή οι διάφορες, επί κεφαλής, ηγετικές ομάδες δεν επιθυμούν να υπάρξει, για λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν, όχι, μόνο, με τις ψευδοσυνειδησιακές ιδεοληψίες των ομάδων αυτών και των οπαδών τους, αλλά, κυρίως, με την ακατάπαυστη καρεκλομαχία, που υφίσταται, μέσα στους διάφορους κομματικούς χώρους και σχετίζονται, με την πρωτοκαθεδρία, στον χώρο.

Κάπως έτσι, μετά από μια άκαρπη τετραετία, κατά την οποία ο χώρος των εξωκοινοβουλευτικών αντιμνημονιακών κομμάτων ουδέν διδάχθηκε, από τις ανοησίες των πεπραγμένων τους, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, που τον οδήγησε να παραμείνει, εκτός του κοινοβουλίου και να μην μπορέσει να αποτρέψει, τότε, τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός κατεβαίνει, στις ευρωεκλογές πολυδιασπασμένος.

Αυτή η επιλογή των διάφορων κομματικών ηγεσιών δεν είναι, καθόλου, τυχαία και γίνεται, με την ελπίδα κάποιος να υπερισχύσει, εκλογικά, έναντι όλων των άλλων, στους οποίους, στην συνέχεια, να μπορεί να επιβάλει τους όρους του, ή και να τους αγνοήσει. Αυτή είναι η αλήθεια, στην όλη υπόθεση. 

Όμως, αυτού του είδους οι επιλογές, σε ένα κλίμα, όπως αυτό, που επικρατεί, τώρα, είναι πολύ φυσικό να συνεχίσει να οδηγεί την ελληνική κοινωνία και το εκλογικό σώμα, στην απογοήτευση. Και οπωσδήποτε, κάτι τέτοιο αποτελεί την επιθυμία των εκλογικών επιτελείων του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας, αφού η απογοήτευση θα απομακρύνει, από τις κάλπες, τους δυσαρεστημένους και εκτιμάται, βάσιμα, ότι αυτή η απομάκρυνση θα οδηγήσει τα δύο αυτά κόμματα, σε ψηλά επίπεδα εκλογικών ποσοστών, έστω και υπό τις παρούσες ισορροπίες, που εμφανίζονται να έχουν διαμορφωθεί (εάν έχουν διαμορφωθεί), στις τάξεις αυτών, που υποτίθεται ότι έχουν αποφασίσει το τί πρόκειται να ψηφίσουν και υποτίθεται ότι πρόκειται να προσέλθουν στις κάλπες.

Βέβαια, όπως είπαμε, το κλίμα, στην κοινωνία, είναι βαρύ και απρόβλεπτο και αυτό το γεγονός μπορεί να ανατρέψει όλα τα υποτιθέμενα, ως δεδομένα, διότι, στην πραγματικότητα, δεν είναι δεδομένα, αλλά οι ηγετικές ομάδες του κατακερματισμένου και αλληλοσπαρασσόμενου αντιμνημονιακού χώρου, με τις πράξεις τους, που συντηρούν την διαίρεση και τις έριδες, εντός του χώρου αυτού, βοηθούν, όσο μπορούν, περισσότερο, την υλοποίηση των επιδιώξεων των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας, της οικονομικής ολιγαρχίας και των ευρωελίτ.



(Η εικόνα, που προκύπτει, από το σχήμα αυτό, δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εάν δεν πάρει ένα ποσοστό, από τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, που τον είχαν ψηφίσει τον Σεπτέμβριο του 2015, δεν πρόκειται να φθάσει το 20%. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, εάν ληφθούν υπόψη, οι νέοι ψηφοφόροι, καθώς και όσοι απείχαν, από εκείνες τις εκλογές. Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία, από το ίδιο σχήμα, φαίνεται να έχει εξασφαλίσει το 26%. Όμως, τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα, αφού το εκλογικό σώμα, που πρόκειται να ψηφίσει, δεν μπορεί να προσδιορισθεί, με ασφαλή προσέγγιση, ενώ ούτε και οι προτιμήσεις του μπορούν να προβλεφθούν, σε μιαν εκλογική διαδικασία, η οποία, κυρίως, έχει να δώσει μηνύματα, προς άπαντες, αφού, στις 26 Μαΐου, πρόκειται να κριθούν όλοι και όλα).




Το γεγονός ότι η κατάσταση είναι οριακή και  ότι μπορεί πολύ εύκολα, να ανατραπεί το παρόν πολιτικό σκηνικό, προκύπτει από το γεγονός των ξαφνικών ανακοινώσεων του Αλέξη Τσίπρα, με τις προεκλογικές παροχές, οι οποίες έγιναν, άρον-άρον (ο πρωθυπουργός άλλαξε το προεκλογικό του πρόγραμμα και αντί, για τα Ιωάννινα, έμεινε, εδώ, για να ανακοινώσει τα μέτρα), αφού προηγουμένως, βέβαια, είχε λάβει τα μαντάτα, από την δημοσκόπηση της ALCO, από την οποία προέκυψε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, αρκετά, κάτω από το 20%, με το 16,2% του εκλογικού σώματος να μετεωρίζεται, στην εκλογική συμπεριφορά του και να εμφανίζεται, ως αναποφάσιστο, ενώ το 41% από αυτό το ποσοστό, να προέρχεται, από τους ψηφοφόρους εκείνους, που τον Σεπτέμβριο του 2015, είχαν ψηφίσει το κυβερνητικό κόμμα.

Βέβαια η ALCO δίνει ελάχιστο ποσοστό, στον ΣΥΡΙΖΑ 18,6% και μέγιστο 23,6%, εκτιμώντας τους αναποφάσιστους, στο 17,8% και αντίστοιχα, στην Νέα Δημοκρατία, 24,8 και 30,4%, αλλά, στην πραγματικότητα, οι προοπτικές, για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι χειρότερες, εάν λάβουμε, υπόψη μας, ότι η αποχή, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, είχε φθάσει, στο 43,43% (δεν είχαν ψηφίσει 749.022 ψηφοφόροι, οι οποίοι, όμως, είχαν ψηφίσει, οκτώ μήνες νωρίτερα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στις δύο βουλευτικές εκλογές του 2015, έχασε 320.074 ψήφους). Έτσι, εάν ένας σημαντικός αριθμός, από τους ψηφοφόρους αυτούς, προσέλθει, τώρα, στις κάλπες, η τύχη του κυβερνώντος κόμματος πρόκειται να είναι πολύ χειρότερη, από αυτήν που προβλέπει ο Κώστας Παναγόπουλος.

Αυτή η επικίνδυνη κατάσταση είναι, που οδήγησε τον πρωθυπουργό, στην ανατροπή του προγράμματός του και στην, παλαιοκομματικού τύπου, παροχολογία, που είναι στοχευμένη στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους συνταξιούχους, στα στρώματα των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μεγάλα ελλείμματα, στην εκλογική του επιρροή. Και αυτό δεν πρέπει να αγνοηθεί, διότι δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραπαίει και κινδυνεύει, με συντριβή, όπως προκύπτει και από το παραπάνω σχήμα, με τις μετατοπίσεις και τις μετακινήσεις των παλαιών (9/2015) ψηφοφόρων των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού.

Το τί πρόκειται να συμβεί, βέβαια, θα είμαστε εδώ, να το δούμε. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι, επειδή, όπως πολλές φορές έχω γράψει, η αποχή δεν πρόκειται να είναι, τόσο μικρή, όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται πιο κοντά, στο χαμηλότερο σημείο της εκλογικής του επιρροής, έτσι όπως καταγράφεται, από την ALCO (οι ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά και οι συνταξιούχοι, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να προσεγγίσουν, εκλογικά, τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις εξαγγελθείσες παροχές, οι οποίες η αλήθεια είναι ότι άργησαν και ότι είναι μικρές).

Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία είναι πολύ πιθανό να βρεθεί και αυτή, κάτω από το 25%, με μια παράλληλη ευρεία διασπορά ψήφων, στα υπόλοιπα κόμματα, εντός και εκτός βουλής, αφού η Χρυσή Αυγή δεν αποκλείεται να φθάσει και να ξεπεράσει το 10%, το ΚΙΝΑΛ είναι πιθανό να καταφέρει να έχει κάποιες επιστροφές, από την δεξαμενή των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ και τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα να καταφέρουν, παρά τον κατακερματισμό τους, να αποσπάσουν, συνολικά, έναν μεγάλο αριθμό ψήφων διαμαρτυρίας, εάν η αποχή μείνει, σε ανεκτά επίπεδα.

Αλλά το να μείνει η αποχή από τις κάλπες των ευρωεκλογών, σε ανεκτό επίπεδο, δηλαδή να μην φθάσει, στο επίπεδο που έφθασε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν είναι κάτι που μπορεί να προεξοφληθεί. Κάθε άλλο. Βέβαια, υπάρχει η πεποίθηση ότι η κοινή διεξαγωγή των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, που (υποτίθεται ότι) αυξάνει το προσωπικό ενδιαφέρον των ψηφοφόρων, με τις ευρωεκλογές, θα αυξήσει την συμμετοχή του εκλογικού σώματος και στις κάλπες των ευρωεκλογών.

Με δεδομένο το γεγονός ότι και στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, η αποχή των ψηφοφόρων ήταν σημαντική, αφού έφθασε, στο ύψος του 40,67% (συν άκυρα - λευκά, 3,80%, ενώ ψήφισαν 5.941.208), παρά το γεγονός ότι και τότε, οι ευρωεκλογές είχαν διεξαχθεί, μαζύ με τις τοπικές εκλογές, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή η πεποίθηση, οπωσδήποτε, θα επιβεβαιωθεί. 

Δεν αποκλείεται, βέβαια, η αποχή να μειωθεί, σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2015, που είχαν ψηφίσει, έγκυρα, 5.431.850 ψηφοφόροι. Όσο και αν η αποχή παραμείνει υψηλή, μια μικρή, έστω, μείωσή της, σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, θα αλλάξει τους συσχετισμούς.

Το πόσο θα τους αλλάξει, μένει να το δούμε.