Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΡΙΖΑ : Από την προχειρότητα και την διαχειριστική ανικανότητα, στον χοντροκομμένο μακιαβελλισμό. (Ο Αλέξης Τσίπρας, ο Niccolò Machiavelli, η γνωστή πινακοθήκη των ηλιθίων και η νέα διόγκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους).



1999 - 2014 Ελληνική οικονομία : Από το 2009 όλα πάνε από το κακό, στο χειρότερο. Και από το 2015 και μετά έπεται συνέχεια...



Θα μπορούσαν, άραγε, ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσουν μια πρωτογενή πολιτική, ανάλογη, με αυτή του Niccolò Machiavelli;

Όχι, βέβαια. Το γιατί δεν μπορούν είναι το αντικείμενο, που απασχολεί το κείμενο, που ακολουθεί.


«Ξέρετε πολλούς πολιτικούς ηγέτες που εκλέγονται με το πρόγραμμα του Μελανσόν , πραγματοποιούν ένα δημοψήφισμα, το κερδίζουν, διατηρούνται στην εξουσία εφαρμόζοντας μια πολιτική, σαν του Ζαν-Φρανσουά Κοπέ, κάνουν εκλογές και επανεκλέγονται; Ο Τσίπρας είναι ένας πραγματικός Machiavelli και αυτό αρέσει, στον Hollande». 


Αυτή η ρήση ενός Γάλλου διπλωμάτη, που έγινε, με την ευκαιρία της πρόσφατης επίσημης επίσκεψης του προέδρου της χώρας του (του οποίου τις απόψεις, επίσης, εκφράζει), στην Αθήνα, φαίνεται - και είναι - αληθοφανής. Προφανώς, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις, που ακολούθησαν, από τον Δεκέμβριο του 2014 - ύστερα από την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, μαζύ με τις καταιγιστικές εξελίξεις του περασμένου καλοκαιριού, την υπογραφή του 3ου Μνημονίου και την νέα νίκη του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 -, έχει, ως διαπίστωση, αρκετά (έως πολλά) στοιχεία αλήθειας, πλην, όμως, αποτελεί ένα, εκ των υστέρων, συμπέρασμα, που αφορά την πολιτική, που ακολούθησαν τα μέλη της γνωστής πινακοθήκης των ηλιθίων και ως εκ τούτου, εάν αυτή η διαπίστωση, καθολικευθεί και γενικευθεί, είναι εσφαλμένη, επειδή, απλώς, δεν αποδίδει την πραγματικότητα, σε όλη της την έκταση και σε όλες της τις διαστάσεις.

Προφανώς, η ύπαρξη του μακιαβελλικού στοιχείου, στην ασκηθείσα και στην ασκούμενη τρέχουσα καθημερινή πολιτική της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής του, είναι δεδομένη. Ο εντοπισμός αυτού του ενεργού στοιχείου, στην πολιτική του Αλέξη Τσίπρα και της παρέας του, είναι καταφανής. Δεν υπάρχει αμφιβολία, περί αυτού. Όμως, ο μακιαβελλισμός δεν είναι αυτός, που, ως κυρίαρχο στοιχείο, προσδιόρισε την πολιτική συμπεριφορά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, όλα αυτά τα χρόνια.

Πολύ περισσότερο, από τον δεδομένο μακιαβελλισμό όλων των λενινιστικών, καθώς και των σταλινικών και σταλινογενών ηγεσιών των κομμάτων της αριστεράς, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, το στοιχείο εκείνο, που προσδιόρισε την πολιτική συμπεριφορά αυτής της ομάδας των στελεχών, που κουμαντάρισαν την πολιτική γραμμή του κόμματος αυτού, ήταν η προχειρότητα, η ακαταστασία, ο πανικός, οι ιδεοληψίες και, τελευταία (αλλά όχι, ελάχιστα) το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης - ένα ένστικτο, το οποίο οδήγησε την παρέα του Αλέξη Τσίπρα, σε μια έσχατη πολιτική ενός εφαρμοσμένου μακιαβελλισμού, η οποία, τον περασμένο Ιούνιο, με βάση τις θεμελειακές πολιτικές επιλογές, που έκανε ο πρωθυπουργός, αποτελούσε μονόδρομο και είχε καταστεί αναπόδραστη. 

Από την στιγμή, που, κάπου, στα τέλη Μαΐου, προς τις αρχές Ιουνίου του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να ακολουθήσει τον δρόμο της προστασίας της ενότητας της ευρωζώνης, που του πρότειναν οι Γιάννης Δραγασάκης και Γιώργος Σταθάκης και όχι εκείνον τον δρόμο, τον οποίο του πρότειναν ο Γιάννης Βαρουφάκης και το επιτελείο των Αμερικανών ριζοσπαστών πανεπιστημιακών, ο οποίος δρόμος οδηγούσε το ευρώ και την ζώνη του, στην πλήρη αποδιοργάνωση, η επιλογή, για τον πρωθυπουργό και το επιτελείο του, ως προς την πολιτική, που έπρεπε να ασκηθεί, δεν μπορούσε να είναι - και δεν ήταν - άλλη από αυτή του εφαρμοσμένου μακιαβελλισμού, όσο χοντροκομένη και εξωφρενική και αν φαινόταν, όσο ασυνεπής και αλλοπρόσαλλη και αν ήταν (και ήταν όλα αυτά μαζύ) αυτή η πολιτική.

Όμως, αυτή η, εκ των υστέρων, επίδειξη του πολιτικού μακιαβελλισμού της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία, πολύ παραστατικά, περιγράφει ο ανώνυμος Γάλλος διπλωμάτης, εκφράζοντας και τις απόψεις του Φρανσουά Ολλάντ, δεν είναι προϊόν κάποιου προγενέστερου στρατηγικού σχεδιασμού. Είναι προϊόν της σχεδιαστικής προχειρότητας του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα και του στενού κυβερνητικού επιτελείου του και της ανυπαρξίας ενός στοιχειώδους προσανατολισμού, στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων, οι οποίες διεξάγονταν, με έναν τρόπο, καταφανώς, ασύνδετο, στον βαθμό, που τα διαπραγματευτικά κέντρα της ελληνικής κυβέρνησης ήσαν δύο, χωρίς καμμία ουσιαστική σύνδεση των άμεσων και των μεσοπρόθεσμών στόχων τους, οι οποίοι ήσαν, εν τοις πράγμασι, αντιθετικοί, με μόνο σημείο επαφής το γεγονός ότι ευρίσκοντο κάτω από την σκέπη και είχαν, ως προς τις όποιες συνολικές και επί μέρους επεξεργασίες τους, την έγκριση του πρωθυπουργού.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και μέσα στο, συνεχώς, μεταβαλλόμενο περιβάλλον των πρόχειρων και ασύνδετων πολιτικών επιλογών της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αρέσκετο, στην άσκηση της ριζοσπαστικοφανούς και ενίοτε, ριζοσπαστικής ρητορικής του Γιάννη Βαρουφάκη και στην έμπρακτη ψοφοδεή υποχωρητικότητα των Γιάννη Δραγασάκη και Γιώργου Σταθάκη, στερείται νοήματος να ομιλούμε, για μια προσχεδιασμένη συνεχή και συνεπή πολιτική μακιαβελλισμού, εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα και του στενού του επιτελείου.

Προφανώς, τα μέλη της γνωστής πινακοθήκης των ηλιθίων, από ένα σημείο και μετά - πιθανότατα, κάπου μέσα στον περασμένο Δεκέμβριο -, όταν αντελήφθησαν ότι επέκειτο η άνοδός τους, στην κυβερνητική εξουσία, θα είχαν αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να βρεθούν ενώπιον μιας αδιάλλακτης στάσης των ευρωζωνιτών και φυσικά, θα είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να αποδεχθούν όλες τις απαιτήσεις των ξένων δανειστών. Για αυτό, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. 

Αυτός ο εσμός των παλαιών ευρωκομμουνιστών και των ανακυκλωμένων αρχαιοσταλινικών, που από εραστές του τεθνεώτος "υπαρκτού σοσιαλισμού", μετασχηματίστηκαν, σε οπαδούς του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", που ενδύθηκε την λεοντή του ριζοσπαστισμού, προκειμένου να καμουφλάρει τον βαθύτατο συντηρητισμό, που τον διακατέχει , ήταν, σαφές, εξ ορισμού, ότι δεν μπορούσε, ούτε ήθελε και φυσικά, δεν είχε καμμία διάθεση να συγκρουσθεί, με τους ευρωζωνίτες, τους οποίους αντιμετώπιζε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, με δέος.


«Ακούστε, θα πάρουμε 100 δισ. ευρώ. Μέσα σε αυτά, ήταν και οι πιέσεις των ισχυρών προς την τρόικα και της τρόικας, προς τα εμάς, πως πρέπει να υλοποιηθούν κάποια πράγματα. Δεν είναι δίκαιο, το ξέρουμε, αλλά το θέλουν οι ισχυροί, γιατί αυτοί πληρώνουν και πρέπει να κάνουμε αυτό, που μας λένε».

Με αυτή την φράση, που είπε, στον πρόεδρο των φαρμακοποιών Κωνσταντίνο Λουράντο, ο Γιώργος Σταθάκης, εκφράζει, πλήρως και απολύτως, παραστατικά, την δουλοφροσύνη των μελών της πινακοθήκης των ηλιθίων, απέναντι στους ευρωζωνίτες.

Ο απίστευτος αυτός τύπος, ο οποίος "ξέχασε", το 2012, να δηλώσει 1.000.000,00 € και ο οποίος, αφού κρέμασε, την χώρα, τον περασμένο Ιούνιο, πείθοντας τον Αλέξη Τσίπρα να υποκύψει, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, παραμένει υπουργός, ενώ, κανονικά, θα έπρεπε να βρίσκεται, ήδη, στην φυλακή. Και φυσικά, η αλήθεια είναι ότι ο Γιώργος Σταθάκης δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να χρησιμοποιεί, αυτολεξεί, την γλοιώδη και εμετική επιχειρηματολογία του Ευάγγελου Βενιζέλου και όλου αυτού του εθελόδουλου αστικού πολιτικού προσωπικού της χώρας μας, το οποίο, από τον Απρίλιο του 2010, με την μεθοδευμένη χρεωκοπία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας, μετατράπηκε, σε ένα συνεταιρισμό, σε μια κοινοπραξία μπράβων, που έθεσαν τους εαυτούς τους, στην υπηρεσία των ξένων δανειστών, με σκοπό την διαρπαγή των περιουσιών των Ελλήνων πολιτών, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των αφεντικών τους.

Ως εκ τούτου, τα γνωστά μέλη της πινακοθήκης των (συριζαίων) ηλιθίων, δεν μπορούν να πιστωθούν, με έναν αυτογενή στρατηγικό μακιαβελλισμό. Η πολιτική, που ακολούθησαν, πριν και μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 δεν προσδιορίστηκε, ούτε προέκυψε, επί τη βάσει ενός στρατηγικού σχεδιασμού. Η πολιτική αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα του στρατηγικού μακιαβελλισμού τους. Ήταν και είναι αποτέλεσμα της απίστευτης προχειρότητας και της ελαφρότητας, από την οποία διακατέχονται, ως μέλη ενός ευάριθμου, μεν, αλλά περιθωριακού, δε, πολιτικού γκρουπούσκουλου της αριστεράς, το οποίο οδηγήθηκε, απρόσμενα, στην κυβερνητική εξουσία, από το διογκούμενο κύμα της κρίσης της ελληνικής οικονομίας, που επέφερε η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, από τον Απρίλιο του 2010 και η παροιμιώδης ανικανότητα του αστικού πολιτικού προσωπικού της χώρας να διαχειρισθεί, τις καταιγιστικές εξελίξεις, που ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τότε.

Η διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, είναι ένας αδιάψευστος μάρτυρας της βλακείας, της ανικανότητας και της απίστευτης προχειρότητας, με τις οποίες τα μέλη της γνωστής πινακοθήκης των συριζαίων ηλιθίων, συνέδεσαν, άρρηκτα, την πολιτική τους, κατά το τελευταίο εννεάμηνο.

Και τούτο, επειδή, όταν προσλαμβάνεις τον Γιάννη Βαρουφάκη να σου διεκπεραιώσει τον απεγκλωβισμό της ελληνικής οικονομίας, από την χρεωδουλεία, είσαι υποχρεωμένος να εφαρμόσεις τον λεπτομερή και συνεκτικό σχεδιασμό του, μέχρι το τέλος. Αλλιώς, δεν τον προσλαμβάνεις καθόλου και οδηγείσαι, σε άλλες ατραπούς, που απαιτούν μια γρήγορη συμφωνία, με τους ξένους δανειστές, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Και αυτά τα χειρότερα δεν είναι άλλα, από την επιβολή ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων, η επιβολή ορίων, στις αναλήψεις των τραπεζικών καταθέσεων και η διόγκωση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Τελικά, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε όλα όσα δεν έπρεπε να κάνει.

Και φυσικά, το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας, τον περασμένο Ιούλιο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά των δύο προηγούμενων Μνημονίων, που υπέγραψαν ο ΓΑΠ,  ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, φουσκώνοντας το ελληνικό δημόσιο χρέος, κατά, περίπου, 40, με 50 δισ. €, αφού ο αρχικός σχεδιασμός των ευρωζωνιτών, ήταν να υποχρεώσουν τους σαμαροβενιζέλους να υπογράψουν ένα τρίτο, στην σειρά, Μνημόνιο, με έναν δανεισμό της τάξεως των 30, με 40 δισ. €, στον οποίο, φυσικά, δεν θα περιλαμβάνονταν ποσά, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, η οποία πίστευαν, βάσιμα, ότι, στην παρούσα συγκυρία, δεν θα καθίστατο αναγκαία. 

Οι συριζαίοι, όμως, τα έκαναν μαντάρα. Ακόμη και στο - όχι δευτερεύον - θέμα της τύχης των επιστροφών των κερδών, από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κατέχει η Ε.Κ.Τ., τα έχουν κάνει θάλασσα, αφού, τώρα, πιά, δεν ισχύουν όσα ίσχυαν, με την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012 του Eurogroup, με βάση την οποία τα κέρδη αυτά λογίζονταν, ως έσοδα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού. Στην παρούσα φάση, τα αναμενόμενα κέρδη της Ε.Κ.Τ., από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κατέχει, θα φθάσουν τα 7,7 δισ. €, έχουν παύσει να θεωρούνται, ως έσοδα του ελληνικού κράτους και θα αποτελέσουν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων, για την "τακτοποίηση" του ελληνικού δημόσιου χρέους.


Με δεδομένα, τα παραπάνω, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα διογκωθεί, ακόμη, περισσότερο, από ό,τι αναμενόταν, με την "ήπια" εκδοχή του 3ου Μνημονίου, που προετοίμαζαν, στους σαμαροβενιζέλους, οι ξένοι δανειστές και προβλέπεται να φθάσει το 207% του ελληνικού ΑΕΠ. Αυτά τα 40, με 50 δισ. € - εκ των οποίων, τα 25 δισ. € πάνε, στο τραπεζικό σύστημα, τα 8 δισ. € θα διοχετευθούν, για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ελληνικού δημοσίου, προς τους ιδιώτες και το υπόλοιπο θα κατευθυνθεί να καλύψει διάφορα δημόσια ελλείμματα και λοιπά χρέη του κράτους - αποτελούν "προσφορά" της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτατα, των μελών της πινακοθήκης των ηλιθίων, που περιστοιχίζουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Η πικρή αλήθεια, για την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, είναι ότι και ο δανεισμός, που προκύπτει, από το 3ο Μνημόνιο, είναι, ακριβώς, ίδιος, ως προς το ουσιαστικό του περιεχόμενο, με τον δανεισμό, που προέκυψε, από τα δύο προηγούμενα Μνημόνια. Το 83% του δανεισμού αυτού (περί τα 71 δισ. €), θα κατευθυνθεί, στους δανειστές και στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα.

Όσο και αν, σε θεωρητικό επίπεδο, το ποσόν των 25 δισ. €, που θα κατευθυνθεί, στην ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, παρουσιάζεται, ως ανακτήσιμο, με την υποτιθέμενη, ως προσδοκώμενη, άνοδο των μετοχών και των λοιπών περιουσιακών τους στοιχείων, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οι διαφυγούσες καταθέσεις δεν πρόκειται να ανακτηθούν. Δεν θα επιστρέψουν, όχι, μόνο, στο σύνολό τους, αλλά, ούτε, έστω και σε ένα κάποιο αξιοσημείωτο τμήμα τους.

Η ίδια η σκληρή δομή της ελληνικής οικονομίας, που είναι μια οικονομία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και διαστάσεων, η οποία συρρικνώνεται, την ίδια στιγμή, που το ευρύ μικρομεσαίο κοινωνικό στρώμα, που την κινητοποιεί, αποδεκατίζεται, δεν πρόκειται να επιτρέψει την επιστροφή των διαφυγουσών τραπεζικών καταθέσεων, είτε αυτές έχουν κατευθυνθεί, στο εξωτερικό - φαινόμενο, το οποίο έχει πάγια χαρακτηριστικά και ανατρέχει, βαθιά, στο παρελθόν, από την εποχή, που η Ελλάδα εντάχθηκε, στην ευρωζώνη και πριν από αυτή την ένταξη -, είτε αυτές οι τραπεζικές καταθέσεις εγκατέλειψαν, σχετικά, πρόσφατα, τις τράπεζες και κυρίως, κατά την εποχή του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα, για να κατευθυνθούν, στις τραπεζικές θυρίδες, ή στα σεντούκια, ή σε όποια άλλα πιθανά και απίθανα μέρη.

Αλλά, ακόμη και τα, περίπου, 8 δισ. €, από τον δανεισμό του 3ου Μνημονίου, που θα πάνε, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του ελληνικού κράτους, οι οποίες, ενώ υπάρχουν, ως δημόσιο χρέος, δεν έχουν καταγραφεί, ως τέτοιο, αποτελούν δημόσιο χρέος, τελικά, προστίθενται και προσμετρώνται, ως νέο χρέος του ελληνικού κράτους, το οποίο πρέπει να αποπληρωθεί.

Ομοίως και η συμφωνημένη, με τους δανειστές, πρωτογενής ελλειμματική διαχείριση του 2015 είναι και αυτή ένα νέο δημόσιο χρέος, αφού αυτή θα χρηματοδοτηθεί, με νέο δανεισμό, από τους ξένους δανειστές.

Έτσι, με αυτά τα αμείλικτα δεδομένα, κάπου, πάνω από τα 40 δισ. €, με (προσωρινό) όριο τα 50 δισ. €, από τον δανεισμό του 3ου Μνημονίου, στο, κατ' αρχήν, σύνολο δανεικών ποσών, της τάξεως των 86 δισ. €, αποτελούν ένα νέο δημόσιο χρέος της χώρας, το οποίο ανήκει, στην αποκλειστική υπαιτιότητα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και των γνωστών μελών της πινακοθήκης των ηλιθίων, που περιτριγυρίζει τον Αλέξη Τσίπρα.

Όλα όσα προεκτέθηκαν δεν κάνουν τίποτε άλλο, από το να δείχνουν το απίστευτο μέγεθος της προχειρότητας και της ανικανότητας της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία έχουν αφεθεί οι τύχες της πολύπαθης χώρας μας και του αφελούς πληθυσμού της.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια επίδειξη ενός κάποιου πρωτογενούς μακιαβελλισμού, όσον αφορά τους χειρισμούς του Αλέξη Τσίπρα και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Γάλλος διπλωμάτης, που κράτησε την ανωνυμία του, σφάλλει. Ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουν καμμία σχέση με και δεν μπορούν να έχουν μια πρωτογενή πολιτική, ανάλογη (έστω και από τεράστια απόσταση), με αυτή του Niccolò Machiavelli.

 Ο μακιαβελλισμός των μελών της πινακοθήκης των (παλαιοσταλινικών, των ευρωσταλινικών και των σταλινογενών) ηλιθίων της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν προηγείται, αλλά έπεται της πολιτικής προχειρότητας, της διαχειριστικής ανικανότητας και της στρατηγικής ανοργανωσιάς τους.

Και εδώ, που τα λέμε, αυτό είναι πολύ χειρότερο, από αυτό, που νομίζουν ο Γάλλος διπλωμάτης και ο Φρανσουά Ολλάντ. Είναι το χείριστο δυνατό.

Ως εκ τούτου, όλα τα άσχημα, δυστυχώς, δεν βρίσκονται πίσω μας. Είναι μπροστά μας...



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Η επιστροφή, στην δραχμή, παρά το 3ο Μνημόνιο - και εξ αιτίας της εφαρμογής του - είναι, πάντα, εδώ. (Το αδύναμο ελληνικό λογιστικό ευρώ, τα ισχυρά, ως χρήμα, μετρητά και η επερχόμενη μαύρη αγορά, επιτείνουν την οικονομική κρίση και προοιωνίζουν ένα πολύ κακό τέλος, για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ).





Αφήνοντας, στην άκρη, τις συμφεροντολογικές ανοησίες των μελών της πινακοθήκης των ηλιθίων, με τις αποκρύψεις των πράξεών τους, που αφορούν τα στενά προσωπικά τους συμφέροντα, τα οποία άπτονται της διαχείρισης των χρηματικών και των λοιπών περιουσιακών τους στοιχείων, είτε αυτά αφορούν το "λησμονημένο" 1.000.000,00 €, είτε τις "πουλημένες" εταιρικές μετοχές και εν όψει, της επίσημης έναρξης της εφαρμογής των προαπαιτούμενων του τρίτου Μνημονίου, που με δική τους υπόδειξη και με πλήρη δική του ευθύνη, συνομολόγησε ο Αλέξης Τσίπρας και ψήφισε η προηγούμενη βουλή, οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι ο επαπειλούμενος - και υποτιθέμενος ως - κίνδυνος της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, ουδόλως, έχει απομακρυνθεί.

Πράγματι, η υπογραφή, η ψήφιση και η εξελισσόμενη εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου, την οποία εισηγήθηκαν και ουσιαστικά, επέβαλαν οι Γιώργος Σταθάκης και Αλέκος Φλαμπουράρης, μαζύ με τον Γιάννη Δραγασάκη, παρά την (επιφατική) κυβερνητική σταθερότητα και την πολιτική κυριαρχία του Αλέξη Τσίπρα, που επιτεύχθηκαν, μετά την άνετη, αλλά και άκρως, προβληματική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν προοιωνίζουν τίποτε το αισιόδοξο, για τις εξελίξεις, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Το αστείο και συνάμα, τραγικό είναι ότι, παρά την πολιτική απόφαση των ευρωζωνιτών, που ελήφθη, κάτω από την καθοδήγηση της αμερικανικής κυβέρνησης, για την παραμονή της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του, η χώρα μας συνεχίζει την δύσκολη πορεία της, προς την έξοδο από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και ουσιαστικά, ήδη, εξακολουθεί να βρίσκεται, με το ένα πόδι, έξω από αυτό το χαοτικό σχήμα, αφού αυτή είναι η φυσιολογική φορά των πραγμάτων. Και αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει, όσο η ευρωζώνη δεν καταργείται και όσο δεν υφίσταται μια ριζική δομική μετατροπή της, σε μια ομοσπονδιακής κατεύθυνσης και ενός αντίστοιχου προσανατολισμού, πολιτική ένωση, με μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και μια κεντρική τράπεζα, η οποία θα είναι υποταγμένη, σε αυτή την κυβέρνηση.

Η ελληνική οικονομία και ο πληθυσμός της χώρας μας μπορεί, κατά τους τύπους και κατά τα φαινόμενα, να παραμένουν, μέχρι νεωτέρας, στην ευρωζώνη και να χρησιμοποιούν το ευρώ, ως νόμισμα, όμως, η σκληρή πραγματικότητα είναι, εντελώς, διαφορετική. Φυσικά, αυτή η πραγματικότητα ήταν, πάντοτε, διαφορετική, για την Ελλάδα, η οποία, εκ των πραγμάτων, παρέπαιε και βρισκόταν, κατά την διάρκεια των ετών, που ακολούθησαν την ελληνική χρεωκοπία του 2010, στις παρυφές της εξόδου της χώρας, από την ευρωζώνη, αλλά είναι σαφές ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, στην εξουσία και η τραγελαφική διακυβέρνηση της χώρας, από τα μέλη της πινακοθήκης των ηλιθίων, επιδείνωσε, δραματικά, την κατάσταση, οδηγώντας την ελληνική οικονομία, σε μια, περαιτέρω, συρρίκνωση του ΑΕΠ της και στην εμβάθυνση της κρίσης, στην οποία έχει περιπέσει όλα αυτά τα χρόνια.

Η Ελλάδα, μπορεί, με ευθύνη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, να απέφυγε, επί του παρόντος, τυπικά, την έξοδό της, από την ευρωζώνη, χάνοντας όλα τα προτερήματα και τα ωφελήματα, που θα προέκυπταν, από μια επιστροφή, σε εθνικό νόμισμα, αλλά, στην πραγματικότητα, το ευρώ, έχει παύσει να λειτουργεί, ως κοινό νόμισμα, αφού, το ελληνικό ευρώ, λειτουργεί, στην ευρωζώνη, με, εντελώς, διαφορετικούς κανόνες.

Έτσι, εν τοις πράγμασι, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, το ευρώ έχει (ξανα)διασπαστεί, σε δύο διαφορετικά νομίσματα. Στο ευρώ, ως κοινό νόμισμα και στο ελληνικό ευρώ, το οποίο λειτουργεί, με άλλον τρόπο (όπως και το κυπριακό).

Με την επιβολή, στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, των ελέγχων, στην κίνηση των κεφαλαίων, που επιβλήθηκαν, στο καταρρεύσαν ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τα όρια αναλήψεων, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, που τηρούνται, στην Ελλάδα, ο πληθυσμός της χώρας κατέστη ένας φτωχός συγγενής, μέσα, στην ευρωζώνη. Είναι, πλέον, ένας παρίας, ο οποίος στερείται των δικαιωμάτων του, που σχετίζονται, με την αποταμίευση και την χρήση του νομίσματός του, σε σχέση, με τους άλλους πληθυσμούς των χωρών της ευρωζώνης.

Από την στιγμή, που, κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας, από τον ΣΥΡΙΖΑ, έχουν φύγει, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, γύρω, στα 45 δισ. €, συρρικνώνοντας τις τραπεζικές καταθέσεις, στα επίπεδα των 120 δισ. €, περίπου και με δεδομένη την άρνηση των μελών της πινακοθήκης των ηλιθίων να εφαρμόσουν τον σχεδιασμό του επιτελείου του Γιάννη Βαρουφάκη, ή να συζητήσουν, με τους λοιπούς ευρωζωνίτες, μια σχεδιασμένη διαδικασία ομαλής και ασφαλούς (οριστικής, ή προσωρινής) επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, η επιβολή των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, σε συνδυασμό, με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, για την έγκριση, ή μη, του νέου Μνημονίου - το οποίο, τελικά, υπέγραψαν και μάλιστα, με χειρότερους όρους, παρά την καταψήφισή του, από το εκλογικό σώμα - ήταν αναπόφευκτη, αφού η, άκρως, επισφαλής θέση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, έδινε την θέση της, στην πλήρη κατάρρευση, με αφορμή τον τεράστιο πανικό, που δημιουργήθηκε, στον πληθυσμό, ο οποίος οδηγήθηκε, μαζικά, στην απόσυρση των τραπεζικών του καταθέσεων.

Οι επιβληθέντες έλεγχοι, στην κίνηση των κεφαλαίων και των τραπεζικών καταθέσεων, μπορεί να ανέκοψαν την φυγή των χρημάτων, από το τραπεζικό σύστημα, αλλά αυτό δεν βοήθησε καθόλου, στην επάνοδο των χρημάτων, που είχαν, ήδη, αποσυρθεί. Τα 120 δισ. €, που εγκλωβίστηκαν, στις ελληνικές τράπεζες, δεν αυξήθηκαν. Ο αριθμός των 235 δισ. €, στον οποίο ανέρχονταν οι καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, κατά την περίοδο της ελληνικής χεωκοπίας, τον Μάϊο του 2010 (ένα μέγεθος, που, ήδη, πριν, από εκείνη την εποχή, είχε υποστεί συρρίκνωση, λόγω της σοβούσας κρίσης), φαίνεται και είναι ένα άπιαστο μέγεθος, το οποίο μοιάζει, με όνειρο, για τα τωρινά, αλλά και για τα μακροπρόθεσμα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηρίζεται, στην Ε.Κ.Τ. και στον E.L.A., καθώς και στην πολυαναμενόμενη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.

Αλλά η όποια ανακεφαλαιοποίηση δεν πρόκειται να σώσει την κατάσταση, ακόμη και αν γίνει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και δεν πρόκειται να σώσει την κατάσταση, επειδή ο χωρισμός των κατόχων του χρήματος (όποιοι και αν είναι αυτοί), σε εκείνους, που έχουν τα ευρώ τους, στο εξωτερικό (σε ποσά, που αθροίζονται και ξεπερνούν τα τελευταία έξι χρόνια, κατά πολύ τα 80 δισ. €), σε εκείνους, που έχουν τα χρήματά τους, στις τραπεζικές θυρίδες και σε εκείνους, που τα έχουν, στα σεντούκια, στα στρώματα, στις σοφίτες και σε άλλα πιθανά και απίθανα μέρη (είναι αυτά τα 40 δισ. €, στα οποία αναφέρθηκα, παραπάνω), διασφαλίζει την διαιώνιση της στέρησης των τραπεζών, από τις απαραίτητες ποσότητες χρήματος.

Με λίγα λόγια, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ουσιαστικά, θα μείνει, χωρίς καταθέσεις, αφού το αποταμιευτικό κοινό έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη σε αυτό.

Και φυσικά, είναι, αφόρητα, δύσκολο να την επανακτήσει (και δεν θα την επανακτήσει), μέσα στον ορατό και προβλέψιμο μεσομακροπρόθεσμο, αλλά και μακροπρόθεσμο χρόνο. Πολύ περισσότερο, όταν, στην κυβέρνηση, είναι και παραμένει ο χαοτικός και μη προβλέψιμος ΣΥΡΙΖΑ. Και για όσο χρόνο, οι ξένοι δανειστές επιμένουν, στην πολιτική της συρρίκνωσης της κατανάλωσης και της επιβολής βαριών φορολογιών.

Με αυτά τα δεδομένα, η όποια ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα καταστεί ατελέσφορη, με αποτέλεσμα την συνέχιση και την επίταση της οικονομικής ασφυξίας, την μείωση των κρατικών δαπανών, την αύξηση της ανεργίας και την δυναμική ανατροφοδότηση αυτού του καταστροφικού φαύλου κύκλου, ο οποίος θα διογκωθεί, από την επιβολή των βαρύτατων φόρων, την σάρωση των εισοδημάτων, τις κατασχέσεις των, πάσης φύσεως, περιουσιακών στοιχείων, την συρρίκνωση της κατανάλωσης, που, έχει αρχίσει, ήδη, να επιφέρει - και θα εξακολουθήσει να επιφέρει - το 3ο Μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα, με την πλήρη καθοδήγηση των ξένων δανειστών, καθώς και με την συζητούμενη επιβολή μόνιμων περιορισμών, στις αναλήψεις μετρητών, από τις τραπεζικές καταθέσεις, σε μια πρώτη φάση, των μισθωτών και των συνταξιούχων, που πληρώνει το δημόσιο και στην συνέχεια, των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, αφού, προηγουμένως, θα υποχρεωθούν οι εργοδότες τους να πληρώνουν το υπαλληλικό και το, εν γένει, εργατικό τους προσωπικό, μέσω του τραπεζικού συστήματος, σε ατομικούς, ή κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει καμμία σοβαρή περίπτωση, για επιστροφή των χρημάτων, που έχουν αποσυρθεί, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Οι αποταμιευτές δεν πρόκειται να εμπιστευθούν την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, ό,τι και αν συμβεί. Όπως δεν την εμπιστεύθηκαν, στο παρελθόν (μην ξεχνάμε ότι, επί σαμαροβενιζέλων, πριν από έναν χρόνο, οι καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μόλις, έφθαναν - και αν έφθαναν -, στα 170 δισ. €), έτσι δεν την εμπιστεύονται και σήμερα. Και το ίδιο θα πράξουν και στο απροσδιόριστο μέλλον.

Αυτό, που στην πραγματικότητα, έχει συμβεί, είναι το γεγονός ότι αποκαλύφθηκε, σε όλη της την αποκρουστική έκταση, μια άλλη καταστροφική επίπτωση της εισόδου της Ελλάδας, στην ευρωζώνη. Αυτή η επίπτωση δεν είναι άλλη, από την επισημοποίηση της δημιουργίας δύο παράλληλων ελληνικών οικονομιών, οι οποίες έχουν επικεντρωθεί, στις δύο μορφές του ευρώ, που έχει δημιουργήσει η εμβάθυνση της ελληνικής κρίσης, με την εισαγωγή των ελέγχων στις κινήσεις των κεφαλαίων και στην επιβολή ορίων, στις αναλήψεις των τραπεζικών καταθέσεων.

Η δημιουργία της αντίθεσης ανάμεσα στο αδύναμο ευρώ, το οποίο έχει εγκλωβιστεί, στις εγχώριες τραπεζικές καταθέσεις και στο ευρώ, το οποίο βρίσκεται, σε μετρητά, εκτός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προσδιορίζει τις δύο παράλληλες οικονομίες, που λειτουργούν και θα συνεχίσουν να λειτουργούν, εντός του ελληνικού χώρου.

Έτσι, το εγκλωβισμένο, στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, λογιστικό ευρώ είναι αυτό, που έχει - και θα έχει, σε αυξανόμενο βαθμό - την μικρότερη αξία, αφού κανείς δεν θα έχει κίνητρο να τοποθετήσει χρήματα, στις τράπεζες, από όπου το ελληνικό δημόσιο (και οι ίδιες οι τράπεζες) θα μπορούν να προβαίνουν, σε κατασχέσεις των τραπεζικών καταθέσεων, εν όψει, των ληξιπρόθεσμων οφειλών, που αυξάνονται, ολοένα και περισσότερο, ενώ οι επιχειρηματίες, που θα υποχρεώνονται να καταβάλουν, με το λογιστικό χρήμα των πλαστικών καρτών, τις οφειλές τους (φόρος εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές, ΦΠΑ, άλλα χρέη και λοιπές οφειλές), από τις πωλήσεις των αγαθών και των υπηρεσιών, που παρέχουν, σε επίπεδα, που θα φθάνουν και το 80% - ή και περισσότερο - των εισπράξεων, έχουν και θα εξακολουθήσουν να έχουν κάθε συμφέρον και κίνητρο να δελεάσουν τους συναλλασσόμενους να πληρώνουν, με μετρητά, τα οποία θα έχουν πολύ μεγαλύτερη ανταλλακτική αξία, από το λογιστικό χρήμα των πλαστικών καρτών και των τραπεζών.

Αυτό, ουσιαστικά, σημαίνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των οφειλετών, στο δημόσιο και στις τράπεζες, δεν θα έχουν κανέναν λόγο και κανένα συμφέρον να επιστρέψουν τα χρήματά τους, στο τραπεζικό σύστημα, ή να δημιουργήσουν νέες καταθέσεις. Έτσι, όπως είπαμε, τα 40 δισ. €, που βρίσκονται, στα σεντούκια και στις θυρίδες και τα πολύ περισσότερα, που βρίσκονται, στο εξωτερικό, δεν πρόκειται να επανέλθουν, στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Αυτό, που επιτείνει το πρόβλημα και θα το διαιωνίζει, είναι το γεγονός ότι τα χρήματα αυτά, που βρίσκονται και θα συνεχίσουν να βρίσκονται, εκτός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, δεν πρόκειται να στερέψουν. Αντίθετα, θα διευρυνθούν, επειδή, αφ' ενός, μεν, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις θα επιλέξουν να πραγματοποιούν τις εισπράξεις τους, στο εξωτερικό, μέσω θυγατρικών εταιρειών και θα στέλνουν, στην χώρα μας, μόνο, όσα απαιτούνται, για την λειτουργία τους και αφ' ετέρου, δε, ο ελληνικός τουρισμός των, περίπου, 30.000.000 ανθρώπων, που έρχονται από το εξωτερικό, θα προσελκυσθεί, από τις επιχειρήσεις, με κίνητρο, την πληρωμή, με μετρητά και όχι, με το λογιστικό χρήμα των πλαστικών καρτών, το οποίο θα κοστίζει, στους ξένους, ακριβότερα, με την χρήση, από τις σχετιζόμενες, με τον χώρο, επιχειρήσεις, διάφορων ευέλικτων πολιτικών των πωλήσεων των αγαθών και των υπηρεσιών τους, οι οποίες θια επικεντρώνονται, στην συναλλακτική χρήση των μετρητών.

Κάπως, έτσι, δημιουργείται, με βάση τους ελέγχους, στην κίνηση των κεφαλαίων και τα όρια των τραπεζικών αναλήψεων, μια νέα μαύρη αγορά, η οποία, φυσικά, θα αναπτυχθεί, μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας και της γενικής κατάρρευσης των δημοσίων εσόδων.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, αυτή η κυβέρνηση - ακόμη και χωρίς κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων - δεν μπορεί και δεν πρόκειται να πάει, πολύ μακριά, στον βαθμό, που θα συνεχίσει την αδιέξοδη πολιτική της εφαρμογής των μνημονιακών υποχρεώσεων, που ανέλαβε, τον περασμένο Αύγουστο, με τον Ν. 4336/2015 και τις οποίες υλοποιεί, με τους εφαρμοστικούς νόμους, τους οποίους ψηφίζει (έναν, εκ των οποίων σήμερα) και θα εξακολουθήσει να ψηφίζει, χωρίς ανάσα.





Αλλά, όπως είπαμε και με δεδομένη την εξέλιξη των πραγμάτων, όπως την περιγράψαμε, τα μέλη της πινακοθήκης των ηλιθίων, δεν θα αποφύγουν την επαναφορά της συζήτησης, για την επιστροφή, στο εθνικό νόμισμα της χώρας, στον βαθμό, που - όχι πολύ μακριά, από σήμερα -, η κατάσταση, στην χώρα θα έχει καταστεί εφιαλτική.

Η ίδια η άτυπη, αλλά πραγματική και ουσιαστική διάσπαση του ευρώ, ανάμεσα στο ισχυρό κοινό ευρώ και το αδύναμο ελληνικό ευρώ και η αντανάκλαση αυτής της διάσπασης, εντός της ελληνικής οικονομίας, με την ανταλλακτική διαφοροποίηση του αδύναμου λογιστικού ευρώ και του ισχυρού ευρώ, σε φυσική μορφή (μετρητά), αποτελούν έναν σαφέστατο μηχανισμό υποκατάστασης του εθνικού νομίσματος, η οποία, προφανώς, είναι δυσλειτουργική και προσωρινή.

Αυτοί, που έλαβαν, τον περασμένο Ιούλιο, τις κρίσιμες και καθοριστικές αποφάσεις, για την παραμονή της χώρας, στο ευρώ και την ζώνη του και συμφώνησαν, στην υπογραφή, την ψήφιση και την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, την έχουν πατήσει.

Το φάντασμα της δραχμής είναι, πάντα, παρόν. Τους κυνηγά.

Και φυσικά, θα εξακολουθήσει να το πράττει, χωρίς ανάπαυλα. Αυτό, άλλωστε, είναι εκείνο, που θα τους γκρεμοτσακίσει, από την εξουσία, αργά, ή γρήγορα.
 

Το αδύναμο ελληνικό λογιστικό ευρώ, τα ισχυρά, ως χρήμα, μετρητά και η μαύρη αγορά, επιτείνουν την οικονομική κρίση και προοιωνίζουν ένα πολύ - μα, πάρα πολύ - κακό τέλος, για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.

Δεν πειράζει. Ας πρόσεχαν...




Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον Κώστα Σημίτη και στον Αλέξη Τσίπρα. Η ακαταμάχητη γοητεία της αποτυχίας του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού". (Μια απάντηση, στον Μάκη Καραγιάννη, για την χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων των ξεπεσμένων σύγχρονων "ευρωπαϊστών" μας).






Η ιστορική ομιλία του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 12/6/1976, που περιέχεται, στο παραπάνω video, αναδεικνύει τους πυλώνες της πολιτικής, που έθεσαν την βάση, για την παρούσα καταστροφή, που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Στους πυλώνες αυτούς, το δόγμα του "ανήκομεν εις την Δύσιν", αποτελεί το κέντρο των πάντων, όσον αφορά την ελληνική εξωτερική, αλλά και την εσωτερική και ιδιαίτατα, την οικονομική πολιτική.

Αυτό το δόγμα, το οποίο είναι, εξ ορισμού, εσφαλμένο, αφού η Ελλάδα (όπως και κάθε χώρα) θα πρέπει να ανήκει, στους ανθρώπους, που την κατοικούν και την συγκροτούν, ως κοινωνία, δεν αφορά, μόνο, την ένταξη της χώρας, στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, η οποία, τότε, δεν ήταν μια επιλογή, αλλά μια εξαναγκαστική πολιτική. Αφορά και προϋποθέτει την ένταξη της Ελλάδας, στην αποκαλούμενη "Ευρώπη", δηλαδή, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία, σύμφωνα, με το νεοπαγές και υπό συγκρότηση, τότε, δόγμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ταυτίστηκε, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα των πληθυσμών της γηραιάς ηπείρου.

Αυτή η ένταξη δεν ήταν μια λύση ανάγκης, αλλά ήταν μια καθαρή επιλογή, την οποία έκανε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και το τμήμα της εντόπιας ελίτ, που τον στήριζε, το οποίο, τότε, δεν ήταν (ή και αν ήταν, γρήγορα, έπαυσε να είναι) πλειοψηφικό.

Αυτή η επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ, μπορούσε - και έπρεπε - να μην γίνει. Και αφού έγινε, μπορούσε - και έπρεπε - να ανακληθεί.

Και αφού η ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., κακώς, δεν ανακλήθηκε, από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, και η χώρα παρέμεινε, στην Ε.Ο.Κ. και στην μετεξέλιξή της, την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εντόπια πολιτική τάξη δεν έπρεπε να εντάξει την Ελλάδα, στην ευρωζώνη.

Δυστυχώς, οι εθελόδουλοι "ευρωπαϊστές" του Κώστα Σημίτη και όλων των πολιτικών παρατάξεων, συνέχισαν αυτή την πορεία των μοιραίων στρατηγικών σφαλμάτων και ενέταξαν την Ελλάδα, στην ευρωζώνη. Με αποτέλεσμα την παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή.

Σε αυτή την πολιτική είναι, που προσαρμόστηκαν οι νομενκλατούρες των κομμάτων, που συγκρότησαν τον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο. Και σε αυτή την πολιτική, προσκολλήθηκαν, ιδεολογικά και οι υποστηρικτές του ελληνικού ευρωκομμουνισμού, όπως αυτός εκφράστηκε και προσδιορίστηκε, καθοριστικά, από τον μακαρίτη Λεωνίδα Κύρκο, έστω και αν αυτοί οι υποστηρικτές προέκυψαν, στην πορεία των εξελίξεων, μέσα από πρωθύστερα πολιτικά και κομματικά σχήματα και μορφώματα, ακόμη και ως ένα ευάριθμο τμήμα των μεταλλαγμένων σταλινικών, που αποχώρησαν, από το Κ.Κ.Ε., πριν, ή και μετά την κατάρρευση του (αντίπαλου, με τον "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", μεν, αλλά ομογάλακτου, δε) "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Έτσι, από την στιγμή, που ο Ανδρέας Παπανδρέου επέλεξε να μην εφαρμόσει τις προγραμματικές δεσμεύσεις του κόμματός του και αποφάσισε να κρατήσει την Ελλάδα, στην Ε.Ο.Κ., όλοι οι μεταγενέστεροι κυβερνήτες αυτού του τόπου κινήθηκαν και ενέταξαν την πολιτική τους ατζέντα, σε αυτή την στρατηγική πολιτική επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., που καθόρισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής





Βέβαια, όπως μας θυμίζει, σε αυτό, εδώ, το παλαιό video, ο παλαιός κεντρώος πολιτικός, ο Ιωάννης Ζίγδης - ο οποίος διετέλεσε υπουργός Βιομηχανίας, στις περιόδους 1951 - 1952 και 1963 - 1965, στις κυβερνήσεις του Νικολάου Πλαστήρα και του Γεωργίου Παπανδρέου και υπήρξε ο τελευταίος αρχηγός της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου, πριν, από την διάλυσή της -, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1956, είχε αρνηθεί να εντάξει την Ελλάδα, στην Ε.Ο.Κ., ως ιδρυτικό μέλος, παρά το γεγονός ότι είχε λάβει, σχετική πρόσκληση. Τότε, προτίμησε την, βρετανικής εμπνεύσεως, ΕΖΕΣ και προφανώς, είχε δίκιο, αν και εκείνος δεν στάθηκε δυνατό να το αντιληφθεί.

Αργότερα, άλλαξε γνώμη και αναπροσανατόλισε την πολιτική της χώρας μας, απευθυνόμενος, στην Ε.Ο.Κ. και ζητώντας την σύναψη μιας συμφωνίας σύνδεσης - και όχι ένταξης - της Ελλάδας, με την Ε.Ο.Κ., την οποία και επέτυχε, για να προωθήσει, στην συνέχεια και μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, να επιτύχει μια πολύ κακή συμφωνία, για την ένταξη της χώρας μας, στην Ε.Ο.Κ., η οποία έβλαψε την ελληνική οικονομία, παρά τις μεγάλες βελτιωτικές παρεμβάσεις και αναθεωρήσεις, που προώθησε, από το 1981 και μετά, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος - κακώς - δεν θέλησε να εφαρμόσει τις προγραμματικές διακηρύξεις του ιδίου και του κόμματός του, για έξοδο της Ελλάδας, από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Και φυσικά, στην συνέχεια, αυτή η πολιτική της πρόσδεσης της Ελλάδας, στο "ευρωπαϊκό" άρμα, ακολουθήθηκε, από την μεταγενέστερη ελληνική πολιτική ηγεσία, με πρώτον και "καλύτερο" τον Κώστα Σημίτη και τελευταίο και χειρότερο όλων, τον Αλέξη Τσίπρα, ως κεντρική επιλογή και στόχευση, την (υποτιθέμενη ως) λογική συνέπεια και μετεξέλιξη αυτής της πολιτικής, που υλοποίησε, τον Μάϊο του 1979, με την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η οποία κεντρική επιλογή και στόχευση, δεν ήταν άλλη, από την ένταξη της χώρας μας, στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η οποία όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι ήταν μια αναμενόμενη συνέπεια της Ε.Ο.Κ., στην πραγματικότητα, δεν είχε, ως θεσμοθετημένη συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής νομισματικής ζώνης, καμμία ορθολογική βάση, αποτελώντας έναν θεμελιακό και επώδυνα, υπαρκτό και συνάμα, χαοτικό θεσμικό ανορθολογισμό. 




Έτσι, η στρατηγική επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., η οποία, στην συνέχεια, τον Νοέμβριο του 1993, μετονομάστηκε, σε Ευρωπαϊκή Ένωση και η συνακόλουθη ένταξη της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2002, στην ευρωζώνη, από τον Κώστα Σημίτη, είναι το συνεχές και αδιάσπαστο ιστορικό πολιτικό νήμα, που συνδέει τις παρελθούσες διακυβερνήσεις της χώρας, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Κώστα Σημίτη, με την παρούσα διακυβέρνηση της Ελλάδας, από τον Αλέξη Τσίπρα, στον βαθμό, που ο τωρινός πρωθυπουργός συνέβαλε, καθοριστικά (έστω και αν αυτό είναι προσωρινό), στην παραμονή της χώρας μας, στην ευρωζώνη, παρά το γεγονός ότι τα πεπραγμένα του, κατά την πρώτη επτάμηνη κυβέρνησή του, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, υπήρξαν, εξόχως, αντιφατικά και θα μπορούσαν, πολύ εύκολα, να οδηγήσουν, στην έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.


Το κείμενο, που δημοσιεύω, παρακάτω, αποτελεί, στην ουσία, μια συνολικοποιημένη συρραφή παλαιότερων σχολίων μου, τα οποία γράφτηκαν, στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, κατά την περίοδο 27 - 29 Μαρτίου 2011, ως απάντηση, σε ένα δοκίμιο σθεναρής υπεράσπισης του πρώτου Μνημονίου, που υπέγραψε και εφάρμοσε ο ΓΑΠ και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Το δοκίμιο αυτό, που ήταν μια συνηγορία, υπέρ των ξένων δανειστών και υπερασπιστικό της έμπρακτης ιδεοληψίας του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι, όπως αυτή εκφράζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, δημοσιεύτηκε, στην "Πολιτική Επιθεώρηση" - η οποία, μόλις πριν από τρεις ημέρες, τερμάτησε τον, εν πολλαίς αμαρτίαις πεσόντα ευρωκομμουνιστικό και "ευρωπαϊστικό" βίο της -, είναι ένα πόνημα του συγγραφέα και κριτικού κ. Μάκη Καραγιάννη, ο οποίος δημοσίευσε αυτό το δοκίμιο, στις 25 Μαρτίου 2011, με τίτλο : Η ακαταμάχητη γοητεία του λαϊκισμού. Δοκίμιο για τη χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων και προφανώς, είναι χρήσιμο και απαραίτητο, ο αναγνώστης να προστρέξει, στο περιεχόμενό του, προκειμένου να μπορέσει να δει τις, εκεί, εκφρασμένες θέσεις του συγγραφέα και να αποτιμήσει την αξία της κριτικής, που του ασκώ. Και φυσικά, αυτή την προσφυγή, στο δοκιμιακό κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη, την συνιστώ, χωρίς καμμία επιφύλαξη. Μάλιστα, την θεωρώ, ως προαπαιτούμενο, για την ανάγνωση και την κατανόηση των όσων γράφω, εδώ.

Έτσι, πέρα από την παραπάνω παραπομπή, στην σωζόμενη και υπάρχουσα ηλεκτρονική διεύθυνση του κειμένου του κ. Μάκη Καραγιάννη, παραθέτω, εδώ, αυτούσιο το κείμενο, με τις απόψεις του, αφ' ενός, μεν, για να μην κουράσω τον αναγνώστη, με το να καταφεύγει, σε διπλές αναγνώσεις χωριστών κειμένων και αφ' ετέρου, δε, για να διασωθεί, το ίδιο το κείμενο του, εν λόγω, αξιόλογου συγγραφέα, από μια πιθανή μελλοντική ηλεκτρονική καταστροφή.

Ας δούμε, λοιπόν, το αυτούσιο κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη :

"
Η ελληνική κοινωνία αγουροξυπνημένη από τον λήθαργο της μπελ εποκ ενός καταναλωτικού ευδαιμονισμού που στηρίχτηκε στον υπερδανεισμό, αναζητά οργισμένη εξιλαστήρια θύματα. Το ελληνικό δημόσιο χρεοκόπησε. Όμως εκείνο που μας διαφεύγει είναι ότι ταυτόχρονα χρεοκόπησαν οι Δήμοι, οι συνεταιρισμοί, τα νοσοκομεία,  τα ΜΜΕ. Εν τέλει, χρεοκόπησε όχι το δημόσιο αλλά ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης, οργάνωσης και πολιτικής στην οποία στηρίχτηκε η μεταπολίτευση. Δεν πρόκειται για οικονομική χρεοκοπία αλλά για την  χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων.
 Τα ΜΜΕ δεν αναγνώρισαν τη μεγαλύτερη είδηση των τελευταίων 40 χρόνων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί δεν την αντιλήφθηκε η Αριστερά. Η αριστερά που είναι μέρος αλλά και η αιτία του προβλήματος. Ακόμη και στην ύστερη φάση, όταν βρισκόμασταν στο χείλος της χρεοκοπίας πρότεινε 100.000 διορισμούς στο δημόσιο. Τη «γη της επαγγελίας» για τον έλληνα της μεταπολίτευσης. Όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική ερήμην των αριθμών.  Τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα, όπως έλεγε κι ο Βλαδίμηρος. Κι έτσι η πρώτη ανάγκη που προβάλλει δραματικά για τους αριστερούς είναι να κατανοήσουν. Να ερμηνεύσουν τα γεγονότα στο νέο πλαίσιο.  Εν τέλει, η ανάγκη για ένα «Νέο Διαφωτισμό» που θα μας απαλλάξει όχι από τα χρέη αλλά τον τρόπο σκέψης που μας χρεοκόπησε.

Νομίζω ότι η ρίζα του προβλήματος είναι  η κυρίαρχη ιδεολογία την οποία αναπνέει σύμπασα η ελληνική κοινωνία: ο ανδρεοπαπανδρεϊκός  λαϊκισμός της μεταπολίτευσης με τον οποίο συμβιβάστηκε και υιοθέτησε η αριστερά. Το ιδεολόγημα των μη προνομιούχων. Ένα διαταξικό συνονθύλευμα  που περιλαμβάνει όλους τους έλληνες απέναντι σε ένα κράτος που θεραπεύει αδιακρίτως πάσαν νόσον, ικανοποιεί όλα τα αντιφατικά αιτήματα, μοιράζει προνόμια και επιδόματα.  Είναι η ιδεολογία, με την αλτουσεριανή έννοια, που έβαλε τη σφραγίδα της στη μεταπολίτευση. Της σχέσης μας δηλαδή με την πραγματικότητα. Τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ένας λαϊκισμός που  ακυρώνει την ευθύνη του πολίτη και τη θέση της πολιτικής παίρνουν εκείνα τα προεκλογικά πάρτυ στις πλατείες με τους χιλιάδες συνενόχους, που κραδαίνουν τις πλαστικές σημαίες του πελατειακού κράτους της μεταπολίτευσης. Ναι.  Είναι αυτοί οι «αγανακτισμένοι πολίτες» που δεν έκαναν ποτέ την αυτοκριτική τους και τώρα παριστάνουν τις «μωρές παρθένες».  Που κίνητρό τους ήταν ο πιο χυδαίος ατομισμός  για να νομιμοποιήσουν το αυθαίρετο εις βάρος του περιβάλλοντος, το καλό  επίδομα εις βάρος των αδύνατων, τον διορισμό εις βάρος εκείνου που δεν έγλειφε. Η πολιτική ήταν ένα γιουρούσι για την κατάληψη του κρατικού ταμείου που ικανοποιούσε όλα τα βίτσια και τις ανάγκες με τα δανεικά των ευρωπαίων.  Πού ήταν αλήθεια οι συνειδήσεις των "αγανακτισμένων πολιτών" όταν συνέβαιναν όλα αυτά; Ποιος εξέλεξε, όχι μία αλλά  δεκάδες φορές,  όλους αυτούς μας χρεοκοπούσαν;  Φτάσαμε έτσι, όπως λέει ο Γιάννης Βούλγαρης, από την αριστερά της θυσίας, στην αριστερά των επιδομάτων.


Όμως, ένα αριστερό κόμμα δεν είναι συνδικαλιστική κίνηση για να  υιοθετεί άκριτα όλα τα αιτήματα, αλλά τα ιεραρχεί σε ένα πρόγραμμα. Σε να συλλογικό σχέδιο για την αλλαγή της κοινωνίας. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν όλοι, διακρίνει και υπερασπίζεται τον άνεργο ή τη γενιά των 700 ευρώ που πλήττεται από τον νεοφιλελευθερισμό, από τον  μηχανικό της ΔΕΗ που έχει περικοπές λόγω του μνημονίου 50.000 ευρώ. Μιλάει χωρίς να μασάει τα λόγια του για όλες τις συντεχνίες που φοροδιαφεύγουν σε μια κοινωνία που μόνον 4 στους 10 πληρώνουν φόρους και δεν δημαγωγεί ασύστολα για τα δήθεν «φορομπηχτικά μέτρα» της κυβέρνησης. Επισημαίνει την ανάγκη της υγιούς επιχειρηματικότητας απέναντι σε όλους τους κρατικοδίαιτους αεριτζήδες που λυμαίνονται το δημόσιο και κοινοτικό χρήμα. Γιατί,  όσοι δοκίμασαν την ανεργία και την ξύλινη «αντιμονοπωλιακή» ρητορεία της αριστεράς, ξέρουν ότι  η εργασία είναι αξιοπρέπεια. Ονομάζει και αποδοκιμάζει τον νεποτισμό που κυριαρχεί στα πανεπιστήμια, την καταστροφή του δημόσιου χώρου, τη ρητορεία των δικαιωμάτων αλλά όχι της ευθύνης, τους αγώνες εις βάρος των άλλων, τη χρήση της βίας που φθάνει μέχρι τη στέρηση της  ελευθερίας του λόγου.  Αυτήν που η νεωτερικότητα κατέκτησε με αγώνες 300 χρόνων.
Υπάρχουν δυο  μαγικές λέξεις που λείπουν από την λεξικό της μεταπολίτευσης. Ατομική ευθύνη. Οι περισσότεροι κυκλοφορούν με τον μανδύα του θύματος. Η θυματοποίηση είναι η προσφιλής τέχνη του λαϊκισμού. Τα δεινά έρχονται σαν φυσικές καταστροφές. Μνημόνια, χούντες, εμφύλιοι. Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η πορεία από το ατομικό στο συλλογικό θα είναι σκληρή. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχουν μόνον ατομικότητες ενδεδυμένες το συλλογικό ή το λαϊκό.  Βουνά εγωισμού.  Πολιτικοί και συνδικαλιστές με γεμάτες γαστέρες και απαστράπτοντα αυτοκίνητα που ρητορεύουν «υπέρ του λαού» στα δελτία των οκτώ και είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνομιλητή τους. "Η υπευθυνότητα είναι ένα αβάσταχτο φορτίο· μας αλυσοδένει με τις συνέπειες των πράξεών μας" γράφει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στον «Πειρασμό της αθωότητας».
Αν θέλει  να προσφέρει κάτι η αριστερά πρέπει να θυμηθεί πάλι την ιδεολογική ηγεμονία του Γκράμσι και τη σημασία της ιδεολογίας. Που σημαίνει να αναδείξει το ψέμα στο οποίο ζούσαμε. Να καταγγείλει την υποκρισία που ενδημεί και στην ίδια την αριστερά. Να  κάνει δηλαδή την αυτοκριτική της. Να ξαναδώσει πάλι στις λέξεις την αλήθεια τους. Να αναδείξει τις αξίες που έσβησαν. Την αλληλεγγύη. Την εργασία. Την αξιοκρατία. Την ηθική. Την υπεράσπιση των αδύνατων.
Έχουμε ανάγκη από αλήθεια. Όμως είναι οδυνηρή και κοστίζει. Ο λαϊκισμός είναι πάντα γοητευτικός και χαϊδεύει τα αυτιά. Γι’ αυτό και θα   έχει πολύ μέλλον".


Ο Μάκης Καραγιάννης, με το, παραπάνω, κείμενό του, προσπάθησε να αναλύσει την "επιχειρηματολογία" των ξένων δανειστών και καταπιάστηκε, με την υπεράσπιση των πράξεων, των απόψεων και των ιδεών, στο σύνολό τους, των μελών της τεχνοδομής της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, τα οποία είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) ενδυθεί τον μανδύα των εκφραστών του "ορθού λόγου" και εμφανίζονταν, ως εκφραστές του "ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού", προκειμένου να κρύψουν τις, απολύτως, ανορθόλογες ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές τους, οι οποίες, στην πραγματικότητα - μια πραγματικότητα, που ήταν, εμφανέστατη και πλήρως ορατή, σε όσούς είχαν την στοιχειώδη νοημοσύνη να παρατηρούν τα γεγονότα μακριά, από οποιαδήποτε ιδεολογική παραμόρφωση -, ήσαν προϊόντα των σαφέστατων ιδιοτελών συμφερόντων της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, των ευρωπαϊκών γραφειοκρατικών ελίτ και των κυβερνήσεων των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης, με επί κεφαλής, την κυβέρνηση της Γερμανίας, τα οποία ιδοτελή συμφέροντα ήλθαν να επικαλύψουν και να εξυπηρετήσουν αυτές οι, βαθύτατα, ανορθόλογες ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές των ξένων δανειστών.

Όμως, αφού είδαμε το περιεχόμενο του κειμένου του κ. Μάκη Καραγιάννη, ας δούμε, τώρα και το συνολικοποιημένο κείμενο της δικής μου απάντησης, σε αυτό :


"Το κείμενο του κ. Καραγιάννη θα μπορούσε να είναι χρήσιμο και εύστοχο, εάν γραφόταν σε μιαν άλλη εποχή. Αυτήν που ο ίδιος - εσφαλμένα - ονομάζει "εποχή του καταναλωτικού ευδαιμονισμού, που στηρίχτηκε στον υπερδανεισμό". Τώρα, αυτήν την εποχή της έντονης οικονομικής ύφεσης και της διαδικασίας του διαρκούς θανάτου, στην οποία έχει εισαγάγει την χώρα και τον πληθυσμό της, η αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση, με τους "εταίρους" (που στην πραγματικότητα είναι εκπρόσωποι των συμφερόντων της διεθνούς και της ευρωπαϊκής - όπως επίσης και της ελληνικής - χρηματοπιστωτικής ελίτ, δηλαδή του κλαμπ των δανειστών της χώρας, μετατρεπόμενοι και οι ίδιοι σε δανειστές της) και το κατοχικό Μνημόνιο (το οποίο είναι παράρτημα αυτής της δανειακής σύμβασης), που υπέγραψε η κυβέρνηση του ευήθους ΓΑΠ, τον περασμένο Μάϊο, το ίδιο κείμενο καθίσταται άστοχο και αποπροσανατολιστικό, παρά τις όποιες, επί μέρους, ορθές σκέψεις, που περιλαμβάνει.

Το δοκιμιακό εγχείρημα του κ. Καραγιάννη, η απόπειρά του αυτή να βρει τις αιτίες της τωρινής παρακμής της ελληνικής κοινωνίας και της ξαφνικής χρεωκοπίας της οικονομίας της χώρας, πέρα από την αποπροσανατολιστική χρονική αστοχία του, πάσχει και από το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει το φλέγον και κύριο πρόβλημα της χώρας (που - ό,τι και να λέμε - δεν είναι τώρα η χρεωκοπία του τρόπου σκέψης και οργάνωσης της πολιτικής, που οικοδομήθηκε από το 1974 και μετά). Το καίριο και φλέγον ζήτημα, που οδηγεί την ελληνική οικονομία και τον πληθυσμό της χώρας στον ασφυκτικό και συνάμα διαρκή θάνατο, εντοπίζεται στην ουσιαστική οικονομική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, μια χρεωκοπία, που συμπαρασύρει και την ελληνική οικονομία και κοινωνία και αυτό είναι που τώρα πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Προφανώς, αυτή η οικονομική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους έχει να κάνει με την χρεωκοπία των συνειδήσεων και του τρόπου σκέψης της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, αλλά αυτή η χρεωκοπία είναι πρωτίστως χρεωκοπία των στρατηγικών οικονομικών της επιλογών, όπως αυτές συγκεκριμενοποιήθηκαν κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1990 και του 2000, με την βλακώδη επιλογή του συνόλου, σχεδόν, της ελίτ αυτής να καταργήσει την δραχμή και να εντάξει την χώρα, στην ζώνη του ευρώ, χωρίς αυτή να πληροί, ούτε ένα, από τα περιβόητα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, με αποτέλεσμα να μπει, στην διαδικασία του ξαφνικού θανάτου (και μάλιστα ενός θανάτου διαρκείας), οδηγούμενη, στην αθόρυβη πορεία, προς τον όλεθρο, αφού, ουσιαστικά, η χώρα είχε καταστεί αναξιόχρεη, εδώ και μια δεκαετία, ήτοι, από το 2001, λόγω της μετατροπής του δημόσιου χρέους της, από ένα χρέος, το οποίο ήταν κατά 86% εκφρασμένο σε δραχμές και κατ’ ουσίαν εσωτερικά διαχειρίσιμο χρέος, σε ένα χρέος σε ευρώ, δηλαδή, σε ένα, κατ’ ουσίαν, εξωτερικό χρέος, αφού η Ελλάδα, με την ένταξή της στην ευρωζώνη, παραχώρησε το εκδοτικό δικαίωμα, που είχε, επί του νομίσματος της χώρας, στην πολιτική, χρηματοπιστωτική και λοιπή γραφειοκρατία των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, του Βερολίνου και των Παρισίων, καθιστώντας την, έστω και στοιχειώδη, εξυπηρέτηση του χρέους αυτού αδύνατη, αφού η εξυπηρέτησή του μπορούσε να γίνει, μόνον, δια της περίφημης αναχρηματοδότησης αυτού του δημόσιου χρέους, δηλαδή με έναν διαρκή και αέναο νέο δανεισμό, μέσα σε συνθήκες οι οποίες δεν ήσαν, πλέον, ελεγχόμενες, από το ελληνικό δημόσιο (ενώ αντίθετα, επί δραχμής, οι συνθήκες δανεισμού και τα επιτόκια ήσαν ελεγχόμενα, από το ελληνικό δημόσιο, με κύριο όργανο την Τράπεζα της Ελλάδος, που δάνειζε, άμεσα, το κράτος, κάτι που δεν κάνει η Ε.Κ.Τ.), αλλά από τους δανειστές της χώρας. 

Εδώ, σε αυτήν την ανόητη, μεγαλομανή και συνάμα καταστροφική στρατηγική επιλογή, έγκειται η χρεωκοπία των συνειδήσεων και του τρόπου σκέψης της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ (αριστεράς και δεξιάς) και όχι, γενικά, στην μεταπολίτευση και στον Ανδρέα Παπανδρέου – ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, σε πολλά είχε δίκιο και υπήρξε προβλεπτικός, αν και σε κάποια άλλα, όχι.

Το να μην μιλάμε, γι' αυτό το κυρίαρχο πρόβλημα και το να το αποφεύγουμε είναι, ίσως, παρηγορητικά, ανακουφιστικό, αλλά δεν βοηθάει, στην λύση του και φυσικά επιτείνει την οξύτητα του προβλήματος και δυσκολεύει την διαβίωση εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων, στα οποία θέλουμε να σταθούμε αλληλέγγυοι.

Και πρέπει να αντιμετωπισθεί, πρώτα αυτό το πρόβλημα και μετά όλα τα άλλα, διότι αυτό είναι, που απειλεί, άμεσα, την ελληνική οικονομία και κοινωνία, με την ουσιαστική τους ισοπέδωση, που θα φθάσει - αν αφεθεί χωρίς αντιμετώπιση - στα όρια του εξανδραποδισμού και στην υπαγωγή του συνόλου του εργαζόμενου ελληνικού πληθυσμού, σε ένα σύγχρονο καθεστώς πεονίας. 


(Πεονία είναι μια κατάσταση, ή συνθήκη, υποχρεωτικής υπηρεσίας, που βασίζεται, πάνω στο χρέος ενός προσώπου, προς άλλα άτομα, ή ομάδες και σε αυτό το καθεστώς, ο εργαζόμενος, ως άτομο, ή ως σύνολο, ασκεί ελάχιστο, ή και καθόλου, έλεγχο στις συνθήκες και τους όρους της εργασίας του, διότι είναι υπόχρεος, στον δανειστή του, ή στους δανειστές του και η υποχρέωσή του, για εργασία, υπέρ του δανειστή, ή των δανειστών, φθάνει, μέχρις ότου να αποπληρωθεί το χρέος, αλλά στην πράξη, ο δανειστής αλλάζει, νόμιμα, ή παράνομα, τους λογαριασμούς, έτσι ώστε το χρέος να μην αποπληρώνεται, ποτέ και να συνεχίζει να αυξάνεται και έτσι, να μεταβιβάζεται, ως υποχρέωση, ακόμα και στα παιδιά του οφειλέτη). 

Για όσο χρονικό διάστημα οι πολιτικές, που ακολουθούνται, από την έντρομη ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ (και οι οποίες εκπορεύονται, από την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση και το κατοχικό Μνημόνιο, αυτούς, δηλαδή τους θεσμικούς μηχανισμούς, που είναι, εξωφρενικά, πρωτοφανείς, στην σύγχρονη γραφειοκρατική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, αφού, δι’ αυτών, ο οφειλέτης – το ελληνικό κράτος - απεκδύεται όλων των δικαιωμάτων του, που απορρέουν, από το σύγχρονο πτωχευτικό δίκαιο, από την ασυλία, που του παρέχει η ιδιότητά του, ως κράτος και από την σχετική προστασία του, από το διεθνές δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο και από την παγία νομολογία των διεθνών δικαστηρίων και οι οποίοι θεσμοί εφευρέθηκαν, από την χρηματοπιστωτική και την πολιτική ελίτ της ευρωζώνης, προκειμένου να προετοιμάσουν το έδαφος, για την επέκτασή τους, σε ευρύτερα σύνολα, μετατρέποντας ολόκληρους λαούς χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού σε σύγχρονους πεονίτες, εν όψει της έλευσης της ευρωζωνικής, αλλά και της διεθνούς κρίσης χρέους, που προέκυψε, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της αμερικανικής κτηματαγοράς και της κρίσης του αμερικανικού και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που προέκυψε, ως απότοκο αυτής της κατάρρευσης τον Ιούλιο – Σεπτέμβριο του 2008), βάζουν ως κυρίαρχο στόχο και σκοπό την εξυπηρέτηση και την προστασία των συμφερόντων των δανειστών της χώρας και όχι του ελληνικού πληθυσμού. 

 Δεν μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα το κείμενο του κ. Καραγιάννη να αποτελεί προάγγελο υπουργοποίησης στελεχών ή προσωπικοτήτων του χώρου της Αριστεράς – τουλάχιστον εκείνων που βρίσκονται, κοντά, στην «Δημοκρατική Αριστερά». Οι συνεργασίες, με το ΠΑΣΟΚ, σε δημοτικό επίπεδο, τον περασμένο Δεκέμβριο και η παρδαλή συγκυβέρνηση στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, με τους Καμίνη και Μπουτάρη, συνηγορούν προς μια τέτοια εκτίμηση. Όμως, μια τέτοια συνεργασία δεν είναι εύκολη και τούτο εξ’ αιτίας και του θυμικού και των ιδεολογικών προσανατολισμών πολλών στελεχών του κόμματος του κ. Φώτη Κουβέλη, αλλά και λόγω της ακραίας ιδιομορφίας που παρουσιάζει η πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας, η οποία αποτελεί έναν γόρδιο δεσμό, ο οποίος δεν μπορεί να λυθεί με τις παραδοσιακές πολιτικές μανούβρες και δεν επιδέχεται συμβατικές διαχειριστικές λύσεις.

Αυτό το γεγονός - το οποίο έχει να κάνει με το ότι οι λύσεις, που επιδέχεται η παρούσα κατάσταση της χώρας, μπορούν να είναι μόνον αντισυμβατικές, ριζοσπαστικές και εν μέρει αντισυστημικές – αποτελεί συνείδηση για τον κ. Φώτη Κουβέλη και τα λοιπά πολιτικά στελέχη του χώρου και είναι φρένο στις όποιες φιλοδοξίες για υπουργοποίηση στελεχών από τον χώρο αυτό και για ανοικτή πολιτική συνεργασία.

Ανάμεσα στα άλλα, μια συγκυβέρνηση του παλαιού και εκσυγχρονισμένου ευρωκομμουνιστικού ρεύματος της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς, με το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, θα το οδηγήσει, εκ των πραγμάτων, στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ, όπως συνέβη, επί Σημίτη, με την πολιτική κίνηση του Μπίστη και τώρα, με πολλή μεγαλύτερη ένταση, λόγω των έκτακτων και κρίσιμων περιστάσεων, που διέρχεται η χώρα, η οποία ευρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης και του αφανισμού της.

Το πολιτικό κόστος είναι τόσο βαρύ και ασήκωτο, που, εκ των πραγμάτων, δεν θα αφήσει κανένα ζωτικό πολιτικό χώρο ύπαρξης για το κόμμα των σοσιαλδημοκρατικοποιημένων ευρωκομμουνιστών και θα τους δημιουργήσει τις συνθήκες μιας ραγδαίας και συνάμα εφιαλτικής πολιτικής απομόνωσης στον χώρο της αριστεράς, που θα οδηγήσει στην απορρόφηση της «Δ.Α.», από το ΠΑΣΟΚ (ακόμα και αν αυτό αλλάξει όνομα) και στην συνέχεια, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει και στην εξαφάνιση του κόμματος, που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, γεγονός, που θα συμπαρασύρει και την «Δημοκρατική Αριστερά», ακόμα και αν αυτή καταφέρει να παραμείνει, οργανωτικά και πολιτικά, ως αυτοτελής κομματικός χώρος.

Αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Φώτης Κουβέλης και γι’ αυτό φαίνεται να είναι πολύ διστακτικός στο να προχωρήσει σε τέτοια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ. Από την άλλη πλευρά, στην πολιτική ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ποτέ και ως εκ τούτου, ουδέποτε μπορούμε να αποκλείσουμε οποιαδήποτε εξέλιξη.

Ήδη, λίγο πριν από την έλευση του Μνημονίου, έχω γράψει και στο μπλογκ μου και αλλού, ότι η πολιτικοοικονομική κατάσταση, στην χώρα μας, λόγω της κρίσης του χρέους, θυμίζει προεπαναστατική περίοδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, αναγκαστικά, αυτό θα οδηγήσει, σε κοινωνική επανάσταση. 

Κάθε άλλο. Αυτή η κατάσταση μπορεί, κάλλιστα, να οδηγήσει στον εξανδραποδισμό της ελληνικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να σκύψει το κεφάλι και να υποκύψει, επί δεκαετίες, ανεχόμενη την δραματική πτώση του βιοτικού της επιπέδου, η οποία έχει αρχίσει και την οποία της επιφυλάσσουν οι πολιτικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ της ευρωζώνης, συνεπικουρούμενες, από τους εντόπιους συνεργάτες τους. 

Αυτή η εκτίμησή μου δεν έχει αλλάξει. Όπως δεν έχει αλλάξει και το γεγονός ότι η ελληνική πολιτικοοικονομική και πνευματική ελίτ βρίσκεται, σε μια κατάσταση σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, εξ αιτίας του γεγονότος ότι βλέπει πανικόβλητη ότι οι εξελίξεις, πλέον, την υπερβαίνουν και ότι, για τις γερμανικές και τις λοιπές ευρωπαϊκές ελίτ, αποτελεί ένα αμελητέο και αναλώσιμο μέγεθος.

Αυτή η κατάσταση επιτείνει την σύγχυση και οδηγεί την ελληνική πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, σε παραδοξολογίες, που χρησιμεύουν, αφ' ενός, για παρηγοριά και αφ' ετέρου, ως ιδεολογικός προπαγανδιστικός μηχανισμός, που φροντίζει να διαχέει μυθοπλαστικές εκδοχές, ως προς την εξήγηση των αιτιών, για την επικρατούσα πραγματικότητα, οι οποίες εκδοχές κύριο στόχο έχουν να μεταφέρουν, στις πλάτες του ευρύτερου ελληνικού πληθυσμού, το βάρος της ευθύνης, για τις ανόητες και καταστροφικές στρατηγικές επιλογές αυτής της ιδίας της ελίτ της χώρας, η οποία, κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1990 και του 2000, εξαπάτησε τον ελληνικό πληθυσμό και με έναν συνεχή προπαγανδιστικό βομβαρδισμό, τον έκανε να πιστέψει και να αποδεχθεί, πλήρως, αυτές τις καταστροφικές στρατηγικές της επιλογές (ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, κατάργηση της δραχμής και υιοθέτηση του ευρώ). Το δοκιμιογράφημα του κ. Μάκη Καραγιάννη είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της σύγχυσης η οποία επικρατεί και διακινείται, στην ελληνική πνευματική ελίτ."

 
Το παραπάνω κείμενο, με το οποίο επιχείρησα, τότε, στους χαλεπούς καιρούς της εφαρμογής και της ορατής αποτυχίας του πρώτου Μνημονίου, που κόμισαν, στην ελληνική κοινωνία ο ΓΑΠ και η ιδιοτελής συμμορία των ξένων δανειστών, να ασκήσω, την κριτική, που άσκησα, στο δοκιμιακό κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη, το είχα ξεχάσει, μέσα, στην παραζάλη των γεγονότων, που ακολούθησαν και μέσα, στον μεγάλο αριθμό των κειμένων, που έχω συγγράψει όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από το 2011.

Όμως, ήλθε το τωρινό, μελαγχολικό και πένθιμο, στο ύφος και στο περιεχόμενό του, δημοσίευμα του κ. Μάκη Καραγιάννη, με τίτλο : Η επαγγελία της αδύνατης μεταρρύθμισης. Σημειώσεις για την καχεξία του πολιτικού λόγου την εποχή της κρίσης - Μέρος 2ο, με το οποίο ανακοινώνει το κλείσιμο της "Πολιτικής Επιθεώρησης", ύστερα, από μια υπερπενταετή λειτουργία και μου επανέφερε, στην μνήμη, την σχολιογραφική μου απάντηση, στο δοκίμιο, που είχε δημοσιεύσει, ο, εν λόγω, συγγραφέας, εκείνη την εποχή, δίνοντάς μου την ευκαιρία να προβώ, σε έναν απολογισμό των όσων έγραψα, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τότε και να αποτιμήσω την πορεία των γεγονότων, που έλαβαν χώρα, προσδιορίζοντας και τις αιτίες τους, στον βαθμό, που η σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας είναι, κατά πολύ, χειρότερη, από την κατάσταση, που η ίδια κοινωνία, βρισκόταν εκείνη την μακρινή εποχή. (Μάρτιος 2011).

Το ζήτημα δεν είναι να περιαυτολογήσω και να ισχυρισθώ ότι το περιεχόμενο της κριτικής, που άσκησα, στο δοκίμιο του κ. Μάκη Καραγιάννη, άντεξε, στην δοκιμασία του χρόνου και επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις, που ακολούθησαν. Όχι, επειδή, αυτό δεν συνέβη. Συνέβη. Και μάλιστα, με το παραπάνω, αφού, ήδη, βρισκόμαστε, στην περίοδο του τρίτου Μνημονίου, το οποίο, εάν δεν αλλάξει κάτι το απολύτως, ριζικό, ως προς την αντιμετώπιση του ελληνικού δημοσίου χρέους και της εκρηκτικής τοκογλυφικής δυναμικής, στα μέσα, προς τα τέλη του 2018, θα ακολουθηθεί, από ένα τέταρτο.

Όμως, το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται, σήμερα, μετά την ανοικτή, ενεργή και απροσχημάτιστη μεταστροφή του κυβερνητικού, πλέον, ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ των μνημονιακών πολιτικών και την υπογραφή, ψήφιση και εφαρμογή του νέου, του 3ου, στην σειρά, Μνημονίου, από την βουλή και την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, σε δυσμενέστερη και μάλιστα, σε πολύ χειρότερη θέση, από εκείνη, που βρισκόταν τον Μάρτιο του 2011, εξ αιτίας της ακαταμάχητης γοητείας, που ασκεί, η εφαρμοσμένη αποτυχία του κομφουζιονιστικού μάγματος των δογματικών αυθαιρεσιών του συνονθυλεύματος, που περιγράφεται, από τον ορισμό του, ως "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", καθιστά, άνευ ουσίας, οποιονδήποτε κομπασμό, περί δικαίωσης και επιβεβαίωσης των επιχειρημάτων και των προβλέψεων, που έκανα εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος.

Και αυτό είναι, που έχει περισσότερη σημασία, από ο,τιδήποτε άλλο...


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Ιανουάριος - Αύγουστος 2015 : Από τα IOU's του Γιάννη Βαρουφάκη, στην πλήρη υποταγή και στο 3ο Μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα. (Ρίχνοντας φως, στην καθοδήγηση της ελληνικής κυβέρνησης, από την αμερικανική διοίκηση, μέσα από την ανασκόπηση των προσχεδιασμένων διαπραγματευτικών ανοησιών του στενού επιτελείου του Αλέξη Τσίπρα).



Τώρα, που πραγματοποιήθηκαν οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και έκλεισε ο πρώτος κύκλος της νέας διακυβέρνησης της χώρας, από τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, ήλθε η ώρα ενός αναστοχασμού και μιας αποτίμησης των γεγονότων, που έφεραν, στην εξουσία, την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η οποία διαδέχτηκε τους σαμαροβενιζέλους και του όποιου παρασκηνίου προσδιόρισε την διαπραγματευτική της στάση.

Προφανώς, η νέα κυβέρνηση, που σχηματίστηκε, μετά τις εκλογές της 20/9/2015, έχει μια νέα εντολή, η οποία διαφέρει, σε πολύ σημαντικό βαθμό, ως προς το περιεχόμενό της, σε σχέση, με την εντολή, που είχε λάβει η προηγούμενη κυβέρνηση, που προέκυψε, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015. Αλλά αυτή η εξέλιξη και η διαφοροποίηση του περιεχομένου της εντολής, από την μερίδα του εκλογικού σώματος, που την ψήφισε, δεν απαλλάσσει τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και για τα πεπραγμένα τους, που αφορούν την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο και τα οποία έλαβαν χώρα, στην επτάμηνη κυβερνητική τους θητεία. Κάθε άλλο.

Βέβαια, η προηγούμενη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, αφού είχε χάσει την δεδηλωμένη, καλώς προσέφυγε, σε εκλογές. Η εκκαθάριση του τοπίου ήταν απαραίτητη. Όμως, η κυβέρνηση αυτή δεν έπρεπε να εισηγηθεί στην βουλή, που είχε προκύψει από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν έπρεπε να ψηφίσει, με την βοήθεια της φιλομνημονιακής αντιπολίτευσης, το 3ο Μνημόνιο και τα προαπαιτούμενα, διότι είχε σαφέστατη εντολή, η οποία ήταν αντίθετη, σε αυτό, που έπραξε.

Και φυσικά, αυτό που έπραξε, αποτελεί καθαρή παραβίαση του συντάγματος, γεγονός, για το οποίο πρέπει ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβέρνησής του να δώσουν λόγο, στο ελληνικό δικαστικό σύστημα.


Το τί κάνει το δικαστικό σύστημα είναι ένα άλλο πράγμα, από αυτό, που λέω εγώ. Και αυτό, που λέω, είναι αυτό, που θα έπρεπε να γίνει, εάν το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα λειτουργούσε, κανονικά και ομαλά. Και αυτό είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν συμβαίνει.

Μια εβδομάδα, πριν ο Αλέξης Τσίπρας συμφωνήσει, με τους ευρωζωνίτες, για την σύναψη του 3ου Μνημονίου, είχε ο ίδιος προκαλέσει και διεξάγει, στις 5 Ιουλίου 2015, ένα δημοψήφισμα. Από το αποτέλεσμα αυτού του δημοψηφίσματος, προέκυψε ότι η εντολή του εκλογικού σώματος ήταν σαφέστατη. Το 61,3% των ψηφοφόρων, απέρριψε τις απαιτήσεις των ξένων δανειστών. Αλλά αυτή την σαφέστατη και κατηγορηματική εντολή, η οποία ήταν, ουσιαστικά, δεσμευτική, για την κυβέρνησή του, ο Αλέξης Τσίπρας την παραβίασε, ασύστολα και την πέταξε, το ίδιο βράδυ της ανακοίνωσης του αποτελέσματος της ψηφοφορίας, στον κάλαθο των αχρήστων. 

Γι' αυτόν το λόγο, εάν το σύνταγμα της χώρας ίσχυε, ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβέρνησής του, όπως και τα μέλη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που σχηματίστηκε και η οποία ψήφισε τον Ν. 4336/14-8-2015, που ενέκρινε και κύρωσε το 3ο Μνημόνιο, θα έπρεπε - και πρέπει - να δώσουν λόγο, στα αρμόδια δικαστικά όργανα. Πλην όμως το σύνταγμα δεν ισχύει, αφού το καθεστώς της χώρας, από τον Μάιο του 2010 έχει μετατραπεί, σε μια νομιζόμενη δημοκρατία μιας νεοαποικιοκρατίας χρέους, στην οποία κάνουν κουμάντο οι δανειστές.

Αυτήν την πολιτειακή μεταβολή και την κατάσταση χρεωδουλείας, που έχουν εγκαταστήσει, επί του πληθυσμού της χώρας, οι ξένοι δανειστές και τα εντόπια και επιτόπια όργανά τους, ελάχιστοι συνταγματολόγοι την έχουν ονομάσει, με το όνομά της. Ο γηραιός Γιώργος Κασιμάτης κρατάει τα σκήπτρα, περιγράφοντας, με έναν οξύ, αμείλικτο και στερεά τεκμηριωμένο, από νομική άποψη, τρόπο, αυτή την σκληρή πραγματικότητα. Και αυτό δεν είναι το κυριότερο. Το κυριότερο είναι η ίδια η πραγματική κατάσταση, στην οποία έχει περιπέσει η χώρα και όχι ο όποιος νομικός φορμαλισμός.


Έτσι έχουν τα πράγματα, ακόμη και εάν ο Γιώργος Κασιμάτης δεν έλεγε τίποτε, περί αυτού, ή εάν έλεγε το αντίθετο. Αυτή είναι η πραγματικότητα, που βιώνει ο τόπος και οι άνθρωποι, που ζουν, σε αυτόν.

 Ότι η κυβέρνηση αυτή ακολούθησε μια φιλοαμερικανική πολιτική και είχε μιαν ορατή αμερικανική στήριξη, είναι ένα γεγονός, το οποίο έχουμε περιγράψει, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ. Οι έσχατες αποκαλύψεις, που περιλαμβάνονται, στο παραπάνω έγγραφο, το οποίο είναι τμήμα του, από 16/7/2015, απόρρητου τηλεγραφήματος του πρεσβευτή της Ελλάδας, στην Ουάσινγκτων Χρήστου Παναγόπουλου, προς το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αποδεικνύουν ότι η στήριξη αυτή υπερέβαινε τα εσκαμμένα.

Η ελληνική κυβέρνηση, έχει μετατραπεί, σε ένα πιστό όργανο της αμερικανικής διοίκησης και από ένα σημείο και μετά, ιδίως, μετά την 13/7/2015 και την επονείδιστη υποταγή του Αλέξη Τσίπρα, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, οι κινήσεις της ελληνικής πλευράς, έναντι της Γερμανίας, προσδιορίζονταν και καθοδηγούνταν, ακόμη και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια, από την αμερικανική διοίκηση και συγκεκριμένα, από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, το οποίο, προφανώς, εκφράζεται, κυρίως, από εκείνο το τμήμα της αμερικανικής ελίτ, που, είχε επιλέξει, ως τακτικό ελιγμό, την πλήρη υποταγή της Ελλάδας, στις γερμανικές αξιώσεις.

Αυτό το τμήμα της αμερικανικής ελίτ, βέβαια, βρέθηκε, σε αντίθεση - αλλά όπως φαίνεται, όχι σε αντιπαράθεση -, με ένα άλλο τμήμα της, που προέρχονταν από την πανεπιστημιακή ελίτ της υπερδύναμης (Γιάννης Βαρουφάκης, James Galbraith, Joseph Stiglitz, Jeff Sachs κλπ) και το οποίο προέκρινε την άσκηση μιας δυναμικής και ουσιαστικά, επιθετικής τακτικής, έναντι της γερμανικής κυβέρνησης και των ευρωζωνιτών, στο σύνολό τους, ως αντίδραση, στις αντίστοιχες επιθετικές κινήσεις της γερμανικής πλευράς και της Ε.Κ.Τ., οι οποίες αποσκοπούσαν, στην κάμψη της αντίστασης της ελληνικής πλευράς, με όπλο τον στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας, μέσα από την στέρηση της ρευστότητας, σε ευρώ και το αναγκαστικό κλείσιμο των τραπεζών.

Σε αυτή την καταλυτική γερμανική και ευρωζωνική επιθετικότητα, το αμερικανικό πανεπιστημιακό think tank, που εξέφραζε ο, τότε, Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, σχεδίαζε να απαντήσει, με μια, ακόμη, πιο επιθετική και απόλυτα, καταλυτική δέσμη ενεργειών, η οποία, ως συνεκτικό σύνολο, θα επέτρεπε, στην ελληνική κυβέρνηση να κρατήσει τις τράπεζες ανοικτές, αφού η δέσμη αυτή θα συνδύαζε :

1) Την έκδοση ενός προσωρινού παράλληλου νομίσματος, σε μορφή IOU,  προκειμένου η ελληνική οικονομία να αντιμετωπίσει, εύκολα, τα άμεσα και μεσοπρόθεσμα προβλήματα ρευστότητας, που αντιμετώπιζε.

2) Την δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος πληρωμών, σε ευρώ, το οποίο θα παρέκαμπτε το επίσημο, το οποίο ελεγχόταν, από την ευρωζώνη και με τον τρόπο αυτόν θα διευκόλυνε τις εσωτερικές (αλλά και τις εξωτερικές) συναλλαγές της ελληνικής οικονομίας.

3) Την επίσημη αναγγελία ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα εκτύπωνε μια απροσδιόριστη ποσότητα νομίσματος, σε ευρώ, χωρίς την έγκριση της Ε.Κ.Τ., αφού, προηγουμένως, η ελληνική κυβέρνηση, θα απομάκρυνε τον Γιάννη Στουρνάρα, από την θέση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με προφανή σκοπό την εκκίνηση μιας έμπρακτης και συνάμα, σταδιακά και διαδοχικά, υλοποιήσιμης απειλής μιας πλήρους απαξίωσης του ευρώ και της ζώνης του και με σαφέστατο στόχο την συνέχιση των διαπραγματεύσεων, με την γερμανική κυβέρνηση, με την Ε.Κ.Τ. και τους λοιπούς ευρωζωνίτες, οι οποίες διαπραγματεύσεις, όμως, θα διεξάγονταν, σε ένα, εντελώς, διαφορετικό περιβάλλον, στο οποίο η ελληνική πλευρά θα βρισκόταν, σε μια θέση ισχύος.







Όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, όταν, ως πρωθυπουργός, το βράδυ του δημοψηφίσματος της 5/7/2015 και ενώ οι υποστηρικτές του ΟΧΙ, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, πανηγύριζαν, για την μεγάλη τους νίκη, κλήθηκε να κάνει την δική του επιλογή και να πάρει την απόφαση, που θα οδηγούσε την χώρα, στην μία, ή στην άλλη κατεύθυνση, όταν, δηλαδή, κλήθηκε να αποφάσισει, ανάμεσα, στην σχεδιασμένη και οργανωμένη αντίσταση, η οποία, κατά τους σχεδιαστές  της, βρισκόταν, μέσα στα πλαίσια της παραμονής της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, αλλά, παράλληλα, άφηνε τον δρόμο ανοικτό και για μια έξοδο της Ελλάδας, ακόμη και με το ρίσκο της διαχείρισης της κατάρρευσης της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης και στην υποταγή, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, είχε, ήδη, πάρει τις αποφάσεις του, απορρίπτοντας το σχέδιο, που του παρουσίασε ο Γιάννης Βαρουφάκης.

Ο πρωθυπουργός, όπως λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης, είχε, ήδη, αποθαρρυνθεί, από την επικρατούσα κατάσταση, η οποία είχε καταστεί ακόμη πιο δύσκολη, για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, από την μεγάλη νίκη του ΟΧΙ, την οποία δεν μπορούσε να διαχειρισθεί. Αυτό συνέβη, επειδή το στενότερο επιτελείο του, από το οποίο ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας ήταν, απόλυτα, εξαρτημένος και το οποίο αποτελούσαν, ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Γιώργος Σταθάκης, ως προς τα οικονομικά θέματα, αλλά και ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο Νίκος Βούτσης και ο Νίκος Παππάς, για τα ζητήματα γενικής πολιτικής, τον είχε πιέσει και πείσει, πολλές ημέρες νωρίτερα, να αποδεχθεί (αφού όλοι αυτοί, προφανώς, είχαν πολλούς μήνες νωρίτερα και κατά πάσα βεβαιότητα, εξ αρχής και οι ίδιοι δεχθεί) τις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών και να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο θα περιλάμβανε όλα όσα είχε απορρίψει το ελληνικό εκλογικό σώμα και στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και στο δημοψήφισμα της 5/7/2015.

Από εκεί και πέρα, το μόνο, που μπορούσε να κάνει ο Αλέξης Τσίπρας ήταν το να κρατήσει τα όποια προσχήματα, μπορούσε να κρατήσει, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφαση, που είχε, ήδη, πάρει, ζητώντας, από τον Γιάννη Βαρουφάκη, να εγγυηθεί την επιτυχία της λύσης του παράλληλου νομίσματος και όλων όσων πρότεινε ο υπουργός Οικονομικών, ως αντίδραση, στον επιθετικό σχεδιασμό των ευρωζωνιτών. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ακόμη και εάν μια τέτοια προφορική εγγύηση του δινόταν, ο πρωθυπουργός είχε πάρει την απόφασή του.

Και αυτή η απόφαση δεν ήταν άλλη, από την υποταγή, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, παρά την προτροπή του Γιάννη Βαρουφάκη, στον συνομιλητή του, να στηριχθεί στην ετυμηγορία του ελληνικού λαού, προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δυσκολίες της διαχείρισης της διάλυσης της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, έστω και αν ένα τέτοιο έργο απαιτούσε την ύπαρξη μιας εξωτερικής βοήθειας, την οποία ο, μέχρι τότε, υπουργός Οικονομικών θεωρούσε εφικτή - και κατά πάσα πιθανότητα, δεδομένη, στον βαθμό, που ο ίδιος ήταν μέλος και είχε την στήριξη ενός τμήματος της αμερικανικής ελίτ.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν τολμούσε, καν, να σκεφθεί την ευθεία αντιπαράθεση, με τους θεσμούς της ευρωζώνης και την γερμανική κυβέρνηση. Δεν μπορούσε να αποδεχθεί να γίνει η κυβέρνησή του ένα εργαλείο αποδόμησης και αποσύνθεσης του ευρώ και της ζώνης του. Ταυτίζοντας, ο Αλέξης Τσίπρας την όλη διαδικασία, που του πρότειναν ο Γιάννης Βαρουφάκης και το επιτελείο του, με μια επιθετική πολιτική ρήξης, με την ευρωζώνη και όχι, έτσι όπως του παρουσιαζόταν, δηλαδή ως μια μαχητική πολιτική, που αποσκοπούσε, στην αναμόρφωσή της, επέλεξε την γραμμή της συνθηκολόγησης, που του πρότειναν οι Γιάννης Δραγασάκης, Γιώργος Σταθάκης και Αλέκος Φλαμπουράρης, οδηγούμενος, στην υποταγή.

Σε αυτή την απόφαση της υποταγής, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, ο Αλέξης Τσίπρας είχε καταλήξει, πολύ πριν, από την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, γεγονός το οποίο προκύπτει και από το ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο οποίος είχε ταχθεί, κατά του κλεισίματος των ελληνικών τραπεζών, όταν, με την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, η Ε.Κ.Τ. αποφάσισε να κλείσει την στρόφιγγα της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, μέσω του E.L.A., μειοψήφισε, στο υπουργικό συμβούλιο, ζητώντας να μείνουν οι τράπεζες ανοικτές και υποχρεώθηκε, ως αρμόδιος υπουργός Οικονομικών να τις κλείσει. Οι Γιάννης Δραγασάκης, Γιώργος Σταθάκης και οι άλλοι είχαν αποφασίσει διαφορετικά. Και αυτό, που αποφάσισαν, ουσιαστικά, προδίκαζε και την άδοξη και πλήρως, ατιμωτική κατάληξη του ελληνικού δράματος.

Από εκεί και πέρα, όπως έχουμε πολλές φορές γράψει, η αμερικανική διοίκηση ουδέποτε ήταν διατεθειμένη να πιέσει την ελληνική κυβέρνηση να πράξει αυτά που δεν επιθυμεί, ή να πράξει περισσότερα από όσα επιθυμεί. Και αυτό έπραξε και σε αυτή την περίπτωση.

Έτσι, αφού ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε το σήμα της παράδοσης, στις απαιτήσεις της γερμανικής κυβέρνησης, ήταν το επιτελείο του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Jack Lew, που ανέλαβε τα ηνία της διαχείρισης της ελληνικής κρίσης και την πλήρη καθοδήγηση της ελληνικής πλευράς, στις επαφές της με τους ευρωζωνίτες, όπως προκύπτει από το έγγραφο του Έλληνα πρεσβευτή, στην Ουάσινγκτων.

Κατόπιν τούτων, με την παραίτηση του Γιάννη Βαρουφάκη, από την θέση του υπουργού Οικονομικών, το πρωΐ της επόμενης ημέρας του δημοψηφίσματος, οι Αμερικανοί ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί τέθηκαν, στο περιθώριο.

Στην θέση τους ήλθαν να αναλάβουν την διαχείριση της ελληνικής υπόθεσης οι ρεαλιστές του αμερικανικού θησαυροφυλακίου και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των Η.Π.Α., οι οποίοι, όπως έχουμε πει πολλές φορές, στο παρελθόν, έχουν μια, εντελώς, διαφορετική στρατηγική αντίληψη, για το μέλλον της ευρωζώνης, από τις γερμανικές ελίτ, οι οποίες έχουν ενσωματώσει, μέσα στην λογική της εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους, την συρρίκνωση, ή, ακόμη και την εξάλειψη της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.

Αυτή η λογική, όμως, δεν είναι η λογική των συμφερόντων της αμερικανικής υπερδύναμης. Η κατάρρευση της ευρωζώνης δεν βρίσκεται εντός των αμερικανικών γεωστρατηγικών συμφερόντων. Η ευρωζώνη είναι χρήσιμη, ως φυλακή των γερμανικών συμφερόντων και ως μηχανισμός ελέγχου και ποδηγέτησης του γερμανικού δυναμισμού, ο οποίος θα κορυφωθεί, εάν η ευρωζώνη καταρρεύσει, αφού θα καταστεί ανεξέλεγκτος. Το ίδιο, περίπου, άλλωστε, θα συμβεί, εάν η ευρωζώνη συρρικνωθεί, αφού η νέα αυτή νομισματική ένωση θα γίνει υποχείρια της Γερμανίας, στην οποία θα χρησιμεύσσει, ως μια σύγχρονη Mitteleuropa

Το παιχνίδι, από εκεί και πέρα, είχε κριθεί. Οι Αμερικανοί δεν ήσαν διατεθειμένοι να αφήσουν την Ελλάδα και την ευρωζώνη να οδηγηθούν, σε μια ανεξέλεγκτη πορεία εσωτερικής κατάρρευσης. Η κυβέρνηση του Βερολίνου υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει, από τις ανοικτές θέσεις της, οι οποίες, μέσω της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, αποσκοπούσαν, στην συρρίκνωση και στην διάλυση της νομισματικής αυτής ένωσης, η οποία αποδεικνύεται κοστοβόρα και αλυσιτελής, για τα γερμανικά συμφέροντα, αφού τα όποια κέρδη των γερμανικών ελίτ φαίνονται ότι είναι ανύπαρκτα, αφού θα εξανεμισθούν και θα καταγραφούν, ως καθαρές ζημιές, από την επιζητούμενη ανάληψη, από την Γερμανία και τις άλλες πλεονασματικές χώρες, του κόστους εξυπηρέτησης, ή διαγραφής των δημόσιων (αλλά και των ιδιωτικών) χρεών, μέσα στην ευρωζώνη.

Η γερμανική κυβέρνηση όταν ακούει τις διακηρύξεις, για την ανάδειξη και την ανάληψη του ηγετικού της ρόλου, εντός των πλαισίων της ένωσης αυτής, αντιλαμβάνεται ότι καλείται να πληρώσει το βαρύτατο κόστος της αναδιανομής του πλούτου των γερμανικών ελίτ και της χώρας της, μέσα στα όρια της ευρωγεωγραφίας, έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, ιδίως, στην ευρωζώνη, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός, το οποίο, ως μια εξαγωγική υπερδύναμη, που είναι, διαθέτοντας, προς εξαγωγή το 50% του ΑΕΠ της και έχοντας ετήσια κέρδη της τάξεως των 217 δισ. €, θεωρεί ότι είναι αδύνατο να αποδεχθεί.





Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι και κατά την διάρκεια όλης της προηγούμενης περιόδου, που ξεκίνησε, με την ορκωμοσία της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, η ελληνική διαπραγματευτική τακτική, η οποία παρέμενε εγκλωβισμένη, στην παραμονή της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, δεν ήταν καθοδηγημένη, από την αμερικανική διοίκηση. Κάθε άλλο. Ήταν καθοδηγημένη. Και μάλιστα, ήταν προσδιορισμένη από τον παραδοσιακό αγγλοσαξωνικό άξονα, υπό την στενή του έννοια, που περιλαμβάνει την αμερικανική και την βρετανική ελίτ, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος ο Γιάννης Βαρουφάκης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πριν από τον Ιούνιο του 2015, όπως έχει πει ο Γιάννης Βαρουφάκης, ένα επιτελείο ειδικών, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν ο ίδιος, καθώς και ο Jeff Sachs, ο Larry Summers, ο οποίος είναι μέλος του βαθύτατου κατεστημένου του Δημοκρατικού κόμματος των Η.Π.Α. και έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών της χώρας αυτής και μέλος της Επιτροπής Οικονομικών Συμβούλων του Αμερικανού Προέδρου, ο Norman Lamont, που διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας, μαζύ με άλλους ειδικούς, άρχισαν, από τον περασμένο Μάρτιο, να συντάσσουν ένα πρόγραμμα, το οποίο θα επανέφερε την ελληνική οικονομία, στην αναπτυξιακή διαδικασία, βασισμένο, σε μια στρατηγική, για την μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία, είχε, ως βάση της, την ανταλλαγή χρέους, προκειμένου να δημιουργηθούν, το 2018, πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, δεν θα ήσαν μεγαλύτερα, από το 2% του ελληνικού ΑΕΠ. Η υλοποίηση του σχεδίου αυτού (υποτίθεται ότι) θα ελαχιστοποιούσε την υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να προβεί, σε μείωση των δημόσιων δαπανών και θα αύξανε τις επενδύσεις, με την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών.

Ο σχεδιασμός αυτού του επιτελείου συμπληρωνόταν, από την δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας, που θα αφορούσε την αξιοποίηση του ελληνικού δημόσιου πλούτου και μιας κακής τράπεζας, μέσω της οποίας θα τακτοποιούνταν τα κόκκινα δάνεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ενώ η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ. θα λειτουργούσε ενισχυτικά.

Αυτό το σχέδιο, το οποίο, όπως λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης ήταν έτοιμο, τον Μάΐο του 2015, απορρίφθηκε, από την τρόϊκα, και την γερμανική κυβέρνηση, οι οποίες αρνήθηκαν, στον Αλέξη Τσίπρα, οποιαδήποτε συζήτησή του, θεωρώντας ότι αποτελεί "αιτία πολέμου", αφού, σύμφωνα, με τις δικές τους απόψεις, βρισκόταν, σε αντίθεση, με τις μνημονιακές υποχρεώσεις της Ελλάδας - και τις προηγούμενες, που είχαν αναλάβει οι σαμαροβενιζέλοι και εκείνες τις οποίες ετοίμαζαν οι ξένοι δανειστές και οι οποίες, φυσικά, δεν έκαναν λόγο, για αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και προέβλεπαν την δημιουργία μεγαλύτερων πλεονασμάτων.

Έτσι, λοιπόν, το στενότερο οικονομικό επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα (Γιάννης Δραγασάκης, Γιώργος Σταθάκης) και το ευρύτερο πολιτικό του επιτελείο (Αλέκος Φλαμπουράρης, Νίκος Βούτσης, Δημήτρης Βίτσας κλπ) αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να συγκρουστούν, με την τρόϊκα και τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και παρουσίασαν τον σχεδιασμό του επιτελείου του Γιάννη Βαρουφάκη, ως ένα απλό προσχέδιο, άνευ σημασίας, με αποτέλεσμα το σχέδιο αυτό να αγνοηθεί και να ριφθεί, στον κάλαθο των αχρήστων.




Κάπου εκεί, στις αρχές του περασμένου Ιουνίου, τα μέλη της αμερικανικής πανεπιστημιακής ελίτ, που συμμετείχαν, στον σχεδιασμό και εκείνα, που βοηθούσαν, στην συγκρότηση της διαπραγματευτικής πολιτικής του Γιάννη Βαρουφάκη, πήραν την κατάσταση, στα χέρια τους και προώθησαν την πολιτική της επιθετικής διαπραγμάτευσης, με τους ευρωζωνίτες, με την χρήση των IOU's και την απειλή εκτύπωσης κάποιων ποσοτήτων ευρώ, από την Τράπεζα της Ελλάδος, με σκοπό την πλήρη αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης των ξένων δανειστών, μέσα από την αστραπιαία απαξίωση του ευρώ, ως νομίσματος.

Όμως, αυτή η επιθετική διαπραγματευτική γραμμή, όπως είπαμε, δεν βρήκε υποστήριξη από τον πρωθυπουργό, ο οποίος δείλιασε και τάχθηκε, με την πολιτική της υποταγής, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, την οποία εισηγήθηκαν οι στενοί οικονομικοί και οι πολιτικοί του σύμβουλοι και πατέρες.

Αυτή η πολιτική της συνθηκολόγησης δεν αποτελούσε κεραυνό, εν αιθρία. Στην πραγματικότητα, η συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης και η υποταγή της, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών και των ξένων δανειστών, ήσαν, ευθύς, εξ αρχής, από τον Ιανουάριο του 2015, οι πυξίδες του στενού οικονομικού και του ευρύτερου πολιτικού επιτελείου του Αλέξη Τσίπρα.

Την υποταγή, σε ό,τι ζητούσαν οι ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ., την είχαν προαποφασίσει οι στενοί σύμβουλοι του Αλέξη Τσίπρα, εάν οι όποιοι διαπραγματευτικοί ελιγμοί, οι προτάσεις, οι αντιπαραθέσεις και οι διαξιφισμοί του Γιάννη Βαρουφάκη, προς και με τους ξένους δανειστές, δεν εύρισκαν ανταπόκριση και εφ' όσον οι διαπραγματευτές της άλλης πλευράς έμεναν αμετακίνητοι, στις θέσεις τους, μέχρι το τέλος.

Από εκεί και πέρα, ήδη, από τον Φεβρουάριο του 2015, ξεκίνησαν οι ενέργειες, με τις οποίες το στενό οικονομικό επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα υπονόμευσε όλη την διαδικασία των διαπραγματεύσεων, με τους ξένους δανειστές, οι οποίοι, πολύ γρήγορα, αντελήφθησαν την ύπαρξη δύο κέντρων, στην ελληνική κυβέρνηση, τα οποία είχαν, εντελώς, διαφορετικές εκτιμήσεις και τακτικές προθέσεις.

Εκτιμώντας την ισχύ, που είχαν κέντρα αυτά και την επιρροή, που ασκούσαν, στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, οι ξένοι δανειστές κατάλαβαν ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης και το επιτελείο του, ήσαν πολύ πιο επικίνδυνοι, διότι είχαν σχέδιο, το οποίο ήταν, σαφέστατα, επιθετικό, αφού αυτοί είχαν την σαφή υποστήριξη ενός τμήματος του αμερικανικού πολιτικού και τεχνοκρατικού κατεστημένου, το οποίο δεν μπορούσε, ως προς τις προθέσεις του, να αγνοηθεί και πολύ περισσότερο, επειδή αυτό το σχέδιο, που φιλοδοξούσε να κρατήσει το πεδίο της αντιπαράθεσης, εντός της ευρωζώνης, την συνδύαζε, με διαδικασίες ρήξης, οι οποίες, εάν υλοποιούνταν, κατά τον τρόπο, που εκθέσαμε, θα έθεταν την ίδια την ευρωζώνη, σε μια διαδικασία ταχείας αποδόμησης, με την συνεπικουρία την άρνηση (προσωρινή, μεν, αλλά και καταστροφική) εξόφλησης των δανείων του Δ.Ν.Τ. και των πληρωμών των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, που κατείχε η Ε.Κ.Τ.

Αυτός ήταν και ο λόγος της επίμονης απαίτησης των ξένων δανειστών, για την απομάκρυνση του Γιάννη Βαρουφάκη, από την κυβέρνηση.

Αυτός ο λόγος, μάλιστα, καθίστατο περισσότερο ισχυρός, αφού οι ξένοι δανειστές είχαν αντιληφθεί ότι το άλλο κυβερνητικό κέντρο, το οποίο ήταν και το ισχυρότερο, δηλαδή το στενό οικονομικό και το ευρύτερο πολιτικό επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα, με επί κεφαλής, τους Γιάννη Δραγασάκη, Γιώργο Σταθάκη και Αλέκο Φλαμπουράρη, δεν είχε καμμία διάθεση ουσιαστικής σύγκρουσης, με την ευρωζώνη και τους θεσμούς της και ήταν διατεθειμένο να κάνει οποιαδήποτε υποχώρηση, προκειμένου να μην διακινδυνεύσει, την ίδια την ύπαρξη της ευρωζώνης και την θέση της Ελλάδας, μέσα σε αυτήν.

Από εκεί και πέρα, όλα όσα αφορούσαν τους ευρωζωνίτες, ήσαν ζητήματα χειρισμού και τίποτε περισσότερο. Έτσι, με αυτά τα δεδομένα, κάθε σχέδιο της ελληνικής πλευράς, είτε αυτό ήταν ήπιο, είτε σκληρό, για την ευρωζώνη, καθίστατο ένα σχέδιο, άνευ αξίας και μηδενικού περιεχομένου. Ούτε η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ούτε τα χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 2% του ΑΕΠ, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, ούτε οι όποιες υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις, όσο βαθειές και αν ήσαν αυτές, ιδίως όταν κτυπούσαν την κερδοφορία και την προσοδοφορία, είχαν κάποια σημασία, για τους αντιπάλους της ελληνικής πλευράς.

Στα πλαίσια αυτά, η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου 2015, για την παράταση του 2ου Μνημονίου, μέχρι την 30η Ιουνίου 2015, ήταν, όπως έχουμε, ήδη, πει, από εκείνη την εποχή, απολύτως, εσφαλμένη και καταστροφική.

Αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα, την έχει αποδεχθεί και ο ίδιος ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο οποίος, όπως έχει πει, χωρίς να διαψευσθεί, από κανέναν, διαφώνησε, αλλά υποχρεώθηκε, από το επιτελείο του πρωθυπουργού να την υπογράψει και να αποδεχθεί την παράταση του 2ου Μνημονίου.

Αυτό, που έγινε, είναι ότι, από τις 24/2/2015, οι ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ., παραβίασαν την συμφωνία αυτή, αρνούμενοι ότι αυτή υποκαθιστούσε τις δεσμεύσεις του 2ου Μνημονίου, του οποίου η ισχύς παρατάθηκε, με την υπογραφή του Γιάννη Βαρουφάκη, μετά από αυτή την υπαναχώρηση.

Από εκεί και πέρα, οι υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς υπήρξαν συνεχείς, οδηγήθηκαν να είναι ασύντακτες και στο τέλος, κατέληξαν, στην άτακτη συνθηκολόγηση και στην υποταγή, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών.

Στα πλαίσια αυτά, η Ε.Κ.Τ., παρά τα όσα, προφορικά, συμφωνήθηκαν, συνέχισε και μετά τον Φεβρουάριο του 2015, τον στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας, μειώνοντας τις πηγές ρευστότητας, ενώ οι "θεσμοί" δεν αποδέχονταν καμμία σταδιακή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ακριβώς, επειδή, είχαν αντιληφθεί την ενεργό διχοστασία, μέσα στην ελληνική κυβέρνηση και είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος ότι ο ημιμαθής και άπειρος, στα ζητήματα κρίσεων, σε επίπεδο διακυβέρνησης, Αλέξης Τσίπρας ήταν, πλήρως, εξαρτημένος, από την ευρωκομμουνιστική λογική του επιτελείου του, το οποίο όμνυε στα δόγματα του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", επειδή ήταν, βαθύτατα, επηρεασμένο, από τις ευρωσταλινικές αντιλήψεις του γκουρού του ελληνικού ευρωκομμουνισμού, του μακαρίτη Λεωνίδα Κύρκου.

Τον Απρίλιο του 2015, τα πράγματα έγιναν χειρότερα, για την ελληνική πλευρά, η οποία έχασε οποιαδήποτε, έστω και στοιχειώδη, αξιοπιστία, έναντι των ευρωζωνιτών, αφού, δύο φορές το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα ανακάλεσε την εξουσιοδότηση, που είχε παρασχεθεί, στον Γιάννη Βαρουφάκη να ανακοινώσει, στο Δ.Ν.Τ., την αναστολή της καταβολής των δόσεων του δανείου, που είχε χορηγήσει, στο ελληνικό κράτος, στα πλαίσια του 1ου Μνημονίου.

Παράλληλα, μάλιστα, το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα, με την αναδιάταξη των αρμοδιοτήτων, στους μετέχοντες, στην διαπραγμάτευση, με τους δανειστές, αποδέχτηκε την λήψη μέτρων, τα οποία οδηγούσαν, σε μεγαλύτερη λιτότητα, με την δικαιολογία ότι θα ελάμβαναν, ως αντάλλαγμα, την ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Ο ίδιος ο Γιάννης Βαρουφάκης λέει ότι διαφώνησε και ως προς την απόφαση, για την καταβολή, στο Δ.Ν.Τ., των δόσεων του δανείου και ως προς την συμφωνία, για μεγαλύτερη λιτότητα, επειδή, έτσι οι δανειστές δεν θα πιέζονταν, ενώ η αποδοχή του στόχου των μεσοπρόθεσμων πρωτογενών πλεονασμάτων, στους ετήσιους κρατικούς προϋπολογισμούς, της τάξεως του 3% του ελληνικού ΑΕΠ, θα οδηγούσε, στην αποδοχή της εξυπηρετισιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους και στην απόρριψη της αναγκαιότητας, για την αναδιάρθρωσή του. Όμως, η γνώμη του δεν ελήφθη υπόψη. Και φυσικά, οι ξένοι δανειστές άρχισαν την καζούρα, αντιλαμβανόμενοι ότι, παρά τους όποιους φόβους τους, δεν είχαν, απέναντί τους, κάποιους σοβαρούς αντιπάλους.

Από εκεί και πέρα, όλη αυτή η διαρκής διαδικασία των ελληνικών υποχωρήσεων, δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να εκθρέψει την απαίτηση και να θεμελιώσει την πεποίθηση των ευρωζωνιτών, για την επικείμενη παράδοση της ελληνικής κυβέρνησης. Το σύνολο των ελληνικών υποχωρήσεων δεν άφηνε καμμία αμφιβολία, στους ξένους δανειστές. Το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν διατεθειμένο και δεν επρόκειτο να προχωρήσει, στην λήψη των μέτρων, που είχαν συμφωνηθεί.

Ο Αλέξης Τσίπρας, παρά τις καθημερινές διαβεβαιώσεις του και παρά τις επανειλημμένες συμφωνίες του, με τον Γιάννη Βαρουφάκη, ότι δεν επρόκειτο να αποδεχθεί ένα νέο φονικό δάνειο και ότι, εαν πιεζόταν να πράξει κάτι τέτοιο, θα υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του και θα έδινε τα κλειδιά, στην μνημονιακή αντιπολίτευση, δεν ήταν διατεθειμένος να πράξει κάτι τέτοιο. Ούτε αυτός, ούτε το επιτελείο των πολιτικών του πατέρων, στο οποίο στηριζόταν και εξακολουθεί να στηρίζεται.

Η κυβερνητική εξουσία είναι πολύ γλυκειά, για να αφεθεί, στα χέρια των αντιπάλων. Και φυσικά, όλοι αυτοί δεν ήσαν διατεθειμένοι να την παραδώσουν.

Το αστείο και συνάμα το τραγικό, στην όλη υπόθεση είναι ότι προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης είχε, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, δίκιο. Ο σχεδιασμός του είναι σαφές ότι, εάν υποστηριζόταν, από το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, θα απέδιδε καρπούς.

Η χρήση των IOU's, το παράλληλο τραπεζικό σύστημα πληρωμών, σε ευρώ και η απειλή της εκτύπωσης ποσοτήτων χαρτονομίσματος, σε ευρώ, από την Τράπεζα της Ελλάδος, θα γονάτιζαν την ευρωγραφειοκρατία της Commission, της Ε.Κ.Τ. και την γερμανική κυβέρνηση. Οι ευρωζωνίτες θα υποχρεώνονταν, μέσα σε ένα πολύ βαρύ κλίμα αντεγκλήσεων, να προσέλθουν, σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων και θα υποχρεώνονταν, σε ουσιαστικές παραχωρήσεις, με την βοήθεια της αμερικανικής διοίκησης.



Larry Summers : Ο "άρχοντας του σκότους", πρώην υπουργός Οικονομικών των Η.Π.Α. και μέλος των βαθύτατων κυβερνητικών και κρατικών ελίτ της αμερικανικής υπερδύναμης. Συμμετείχε στον σχεδιασμό της ομάδας του Έλληνα υπουργού Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη. Το σχέδιο αυτό απερρίφθη, από τους ευρωζωνίτες, οι οποίοι το θεώρησαν, ως casus belli, διότι βοηθούσε, στην απαλλαγή της ελληνικής οικονομίας, από την χρεωδουλεία. Είναι δεδομένο ότι, εάν ο Αλέξης Τσίπρας επέλεγε την οδό της, εντός του ευρώ, σύγκρουσης, με τους ευρωζωνίτες, οι τελευταίοι θα εύρισκαν μπροστά τους τον Larry Summers και με δεδομένη την επιρροή, που ασκεί, στο Δημοκρατικό Κόμμα και στην αμερικανική κυβέρνηση, δεν θα περνούσαν καθόλου καλά...



Βέβαια, οι προτάσεις των Jeff SachsLarry Summers, Norman Lamont, Γιάννη Βαρουφάκη, κατά την γνώμη μου, θα έδιναν μια προσωρινή λύση, εάν υιοθετούντο και εν τέλει, η όλη διαδικασία θα επανέφερε κάποια στιγμή, στο τραπέζι, το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, το οποίο, βλακωδώς και για λόγους ενός καθαρού δογματισμού, η ελληνική πλευρά αρνήθηκε να συζητήσει, παρά το γεγονός ότι ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε το έθεσε, καθαρά και χωρίς περιστροφές, στον Γιάννη Βαρουφάκη και του ζήτησε να μεταφέρει, στον πρωθυπουργό, μια, όπως φαίνεται, συμφέρουσα πρόταση της γερμανικής κυβέρνησης.

Όπως έχει γίνει γνωστό, η κυβέρνηση της Angela Merkel πρότεινε τον περασμένο Απρίλιο, μια "προσωρινή" έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, η οποία θα συνδυαζόταν, με την παροχή χρηματικής βοήθειας και μια, μερικώς, αλλά και ικανοποιητική πληθωριστική αποπληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο θα κλείδωνε, σε μια συγκεκριμένη ισοτιμία ευρώ και δραχμής, την ίδια στιγμή, που η νέα δραχμή θα μπορούσε να υποτιμηθεί, όσο η ελληνική κυβέρνηση έκρινε ότι θα έπρεπε να υποτιμηθεί.

Αυτή η πρόταση, τότε, απορρίφθηκε, χωρίς δεύτερη κουβέντα, από τον Γιάννη Βαρουφάκη, ο οποίος απάντησε, στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, ότι δεν είναι αυτή η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία παραμένει προσηλωμένη, στο ευρώ και την ζώνη του.

Δυστυχώς, και ο Γιάννης Βαρουφάκης και η υπόλοιπη ελληνική κυβέρνηση δεν άλλαξαν γνώμη. Τα αποτελέσματα της δογματικής ξεροκεφαλιάς τους είναι, πλέον, γνωστά, ως προς το φιάσκο του περασμένου καλοκαιριού και ως προς την τεράστια ζημιά, που έχουν προκαλέσει και θα εξακολουθήσουν να προκαλούν, στην ελληνική οικονομία και στην κοινωνία μας.

Παρ' όλ' αυτά, ποτέ δεν είναι αργά. Η έξοδος της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, είναι, πάντοτε, παρούσα, αφού το ίδιο το 3ο Μνημόνιο (το περίφημο "πρόγραμμα" των ευρωζωνιτών) είναι σχεδιασμένο να αποτύχει και θα αποτύχει, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, σε έναν διάλογό του, με τον Γιάννη Βαρουφάκη, ο οποίος διάλογος έγινε, κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όπως αποκάλυψε ο πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.

Ως εκ τούτου, η έξοδος της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, το αποκαλούμενο Grexit, θα βρεθεί και πάλι, μπροστά μας.

Μπορεί να αργήσει, λιγότερο, ή περισσότερο, αλλά η ελληνική κοινωνία θα το αντιμετωπίσει, όσο δύσκολη και αν φαίνεται, τώρα, μια τέτοια εξέλιξη, ύστερα από τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015.

Στην πραγματικότητα, αυτή η εξέλιξη δεν είναι καθόλου δύσκολη. Αντιθέτως, είναι η μόνη φυσιολογική εξέλιξη, που μπορεί να υπάρξει...