Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον Κώστα Σημίτη και στον Αλέξη Τσίπρα. Η ακαταμάχητη γοητεία της αποτυχίας του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού". (Μια απάντηση, στον Μάκη Καραγιάννη, για την χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων των ξεπεσμένων σύγχρονων "ευρωπαϊστών" μας).






Η ιστορική ομιλία του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 12/6/1976, που περιέχεται, στο παραπάνω video, αναδεικνύει τους πυλώνες της πολιτικής, που έθεσαν την βάση, για την παρούσα καταστροφή, που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Στους πυλώνες αυτούς, το δόγμα του "ανήκομεν εις την Δύσιν", αποτελεί το κέντρο των πάντων, όσον αφορά την ελληνική εξωτερική, αλλά και την εσωτερική και ιδιαίτατα, την οικονομική πολιτική.

Αυτό το δόγμα, το οποίο είναι, εξ ορισμού, εσφαλμένο, αφού η Ελλάδα (όπως και κάθε χώρα) θα πρέπει να ανήκει, στους ανθρώπους, που την κατοικούν και την συγκροτούν, ως κοινωνία, δεν αφορά, μόνο, την ένταξη της χώρας, στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, η οποία, τότε, δεν ήταν μια επιλογή, αλλά μια εξαναγκαστική πολιτική. Αφορά και προϋποθέτει την ένταξη της Ελλάδας, στην αποκαλούμενη "Ευρώπη", δηλαδή, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία, σύμφωνα, με το νεοπαγές και υπό συγκρότηση, τότε, δόγμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ταυτίστηκε, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα των πληθυσμών της γηραιάς ηπείρου.

Αυτή η ένταξη δεν ήταν μια λύση ανάγκης, αλλά ήταν μια καθαρή επιλογή, την οποία έκανε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και το τμήμα της εντόπιας ελίτ, που τον στήριζε, το οποίο, τότε, δεν ήταν (ή και αν ήταν, γρήγορα, έπαυσε να είναι) πλειοψηφικό.

Αυτή η επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ, μπορούσε - και έπρεπε - να μην γίνει. Και αφού έγινε, μπορούσε - και έπρεπε - να ανακληθεί.

Και αφού η ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., κακώς, δεν ανακλήθηκε, από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, και η χώρα παρέμεινε, στην Ε.Ο.Κ. και στην μετεξέλιξή της, την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εντόπια πολιτική τάξη δεν έπρεπε να εντάξει την Ελλάδα, στην ευρωζώνη.

Δυστυχώς, οι εθελόδουλοι "ευρωπαϊστές" του Κώστα Σημίτη και όλων των πολιτικών παρατάξεων, συνέχισαν αυτή την πορεία των μοιραίων στρατηγικών σφαλμάτων και ενέταξαν την Ελλάδα, στην ευρωζώνη. Με αποτέλεσμα την παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή.

Σε αυτή την πολιτική είναι, που προσαρμόστηκαν οι νομενκλατούρες των κομμάτων, που συγκρότησαν τον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο. Και σε αυτή την πολιτική, προσκολλήθηκαν, ιδεολογικά και οι υποστηρικτές του ελληνικού ευρωκομμουνισμού, όπως αυτός εκφράστηκε και προσδιορίστηκε, καθοριστικά, από τον μακαρίτη Λεωνίδα Κύρκο, έστω και αν αυτοί οι υποστηρικτές προέκυψαν, στην πορεία των εξελίξεων, μέσα από πρωθύστερα πολιτικά και κομματικά σχήματα και μορφώματα, ακόμη και ως ένα ευάριθμο τμήμα των μεταλλαγμένων σταλινικών, που αποχώρησαν, από το Κ.Κ.Ε., πριν, ή και μετά την κατάρρευση του (αντίπαλου, με τον "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", μεν, αλλά ομογάλακτου, δε) "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Έτσι, από την στιγμή, που ο Ανδρέας Παπανδρέου επέλεξε να μην εφαρμόσει τις προγραμματικές δεσμεύσεις του κόμματός του και αποφάσισε να κρατήσει την Ελλάδα, στην Ε.Ο.Κ., όλοι οι μεταγενέστεροι κυβερνήτες αυτού του τόπου κινήθηκαν και ενέταξαν την πολιτική τους ατζέντα, σε αυτή την στρατηγική πολιτική επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., που καθόρισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής





Βέβαια, όπως μας θυμίζει, σε αυτό, εδώ, το παλαιό video, ο παλαιός κεντρώος πολιτικός, ο Ιωάννης Ζίγδης - ο οποίος διετέλεσε υπουργός Βιομηχανίας, στις περιόδους 1951 - 1952 και 1963 - 1965, στις κυβερνήσεις του Νικολάου Πλαστήρα και του Γεωργίου Παπανδρέου και υπήρξε ο τελευταίος αρχηγός της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου, πριν, από την διάλυσή της -, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1956, είχε αρνηθεί να εντάξει την Ελλάδα, στην Ε.Ο.Κ., ως ιδρυτικό μέλος, παρά το γεγονός ότι είχε λάβει, σχετική πρόσκληση. Τότε, προτίμησε την, βρετανικής εμπνεύσεως, ΕΖΕΣ και προφανώς, είχε δίκιο, αν και εκείνος δεν στάθηκε δυνατό να το αντιληφθεί.

Αργότερα, άλλαξε γνώμη και αναπροσανατόλισε την πολιτική της χώρας μας, απευθυνόμενος, στην Ε.Ο.Κ. και ζητώντας την σύναψη μιας συμφωνίας σύνδεσης - και όχι ένταξης - της Ελλάδας, με την Ε.Ο.Κ., την οποία και επέτυχε, για να προωθήσει, στην συνέχεια και μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, να επιτύχει μια πολύ κακή συμφωνία, για την ένταξη της χώρας μας, στην Ε.Ο.Κ., η οποία έβλαψε την ελληνική οικονομία, παρά τις μεγάλες βελτιωτικές παρεμβάσεις και αναθεωρήσεις, που προώθησε, από το 1981 και μετά, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος - κακώς - δεν θέλησε να εφαρμόσει τις προγραμματικές διακηρύξεις του ιδίου και του κόμματός του, για έξοδο της Ελλάδας, από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Και φυσικά, στην συνέχεια, αυτή η πολιτική της πρόσδεσης της Ελλάδας, στο "ευρωπαϊκό" άρμα, ακολουθήθηκε, από την μεταγενέστερη ελληνική πολιτική ηγεσία, με πρώτον και "καλύτερο" τον Κώστα Σημίτη και τελευταίο και χειρότερο όλων, τον Αλέξη Τσίπρα, ως κεντρική επιλογή και στόχευση, την (υποτιθέμενη ως) λογική συνέπεια και μετεξέλιξη αυτής της πολιτικής, που υλοποίησε, τον Μάϊο του 1979, με την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η οποία κεντρική επιλογή και στόχευση, δεν ήταν άλλη, από την ένταξη της χώρας μας, στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η οποία όμως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι ήταν μια αναμενόμενη συνέπεια της Ε.Ο.Κ., στην πραγματικότητα, δεν είχε, ως θεσμοθετημένη συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής νομισματικής ζώνης, καμμία ορθολογική βάση, αποτελώντας έναν θεμελιακό και επώδυνα, υπαρκτό και συνάμα, χαοτικό θεσμικό ανορθολογισμό. 




Έτσι, η στρατηγική επιλογή της ένταξης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., η οποία, στην συνέχεια, τον Νοέμβριο του 1993, μετονομάστηκε, σε Ευρωπαϊκή Ένωση και η συνακόλουθη ένταξη της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2002, στην ευρωζώνη, από τον Κώστα Σημίτη, είναι το συνεχές και αδιάσπαστο ιστορικό πολιτικό νήμα, που συνδέει τις παρελθούσες διακυβερνήσεις της χώρας, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Κώστα Σημίτη, με την παρούσα διακυβέρνηση της Ελλάδας, από τον Αλέξη Τσίπρα, στον βαθμό, που ο τωρινός πρωθυπουργός συνέβαλε, καθοριστικά (έστω και αν αυτό είναι προσωρινό), στην παραμονή της χώρας μας, στην ευρωζώνη, παρά το γεγονός ότι τα πεπραγμένα του, κατά την πρώτη επτάμηνη κυβέρνησή του, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, υπήρξαν, εξόχως, αντιφατικά και θα μπορούσαν, πολύ εύκολα, να οδηγήσουν, στην έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.


Το κείμενο, που δημοσιεύω, παρακάτω, αποτελεί, στην ουσία, μια συνολικοποιημένη συρραφή παλαιότερων σχολίων μου, τα οποία γράφτηκαν, στα πρώτα χρόνια της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, κατά την περίοδο 27 - 29 Μαρτίου 2011, ως απάντηση, σε ένα δοκίμιο σθεναρής υπεράσπισης του πρώτου Μνημονίου, που υπέγραψε και εφάρμοσε ο ΓΑΠ και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Το δοκίμιο αυτό, που ήταν μια συνηγορία, υπέρ των ξένων δανειστών και υπερασπιστικό της έμπρακτης ιδεοληψίας του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", έτσι, όπως αυτή εκφράζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, δημοσιεύτηκε, στην "Πολιτική Επιθεώρηση" - η οποία, μόλις πριν από τρεις ημέρες, τερμάτησε τον, εν πολλαίς αμαρτίαις πεσόντα ευρωκομμουνιστικό και "ευρωπαϊστικό" βίο της -, είναι ένα πόνημα του συγγραφέα και κριτικού κ. Μάκη Καραγιάννη, ο οποίος δημοσίευσε αυτό το δοκίμιο, στις 25 Μαρτίου 2011, με τίτλο : Η ακαταμάχητη γοητεία του λαϊκισμού. Δοκίμιο για τη χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων και προφανώς, είναι χρήσιμο και απαραίτητο, ο αναγνώστης να προστρέξει, στο περιεχόμενό του, προκειμένου να μπορέσει να δει τις, εκεί, εκφρασμένες θέσεις του συγγραφέα και να αποτιμήσει την αξία της κριτικής, που του ασκώ. Και φυσικά, αυτή την προσφυγή, στο δοκιμιακό κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη, την συνιστώ, χωρίς καμμία επιφύλαξη. Μάλιστα, την θεωρώ, ως προαπαιτούμενο, για την ανάγνωση και την κατανόηση των όσων γράφω, εδώ.

Έτσι, πέρα από την παραπάνω παραπομπή, στην σωζόμενη και υπάρχουσα ηλεκτρονική διεύθυνση του κειμένου του κ. Μάκη Καραγιάννη, παραθέτω, εδώ, αυτούσιο το κείμενο, με τις απόψεις του, αφ' ενός, μεν, για να μην κουράσω τον αναγνώστη, με το να καταφεύγει, σε διπλές αναγνώσεις χωριστών κειμένων και αφ' ετέρου, δε, για να διασωθεί, το ίδιο το κείμενο του, εν λόγω, αξιόλογου συγγραφέα, από μια πιθανή μελλοντική ηλεκτρονική καταστροφή.

Ας δούμε, λοιπόν, το αυτούσιο κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη :

"
Η ελληνική κοινωνία αγουροξυπνημένη από τον λήθαργο της μπελ εποκ ενός καταναλωτικού ευδαιμονισμού που στηρίχτηκε στον υπερδανεισμό, αναζητά οργισμένη εξιλαστήρια θύματα. Το ελληνικό δημόσιο χρεοκόπησε. Όμως εκείνο που μας διαφεύγει είναι ότι ταυτόχρονα χρεοκόπησαν οι Δήμοι, οι συνεταιρισμοί, τα νοσοκομεία,  τα ΜΜΕ. Εν τέλει, χρεοκόπησε όχι το δημόσιο αλλά ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης, οργάνωσης και πολιτικής στην οποία στηρίχτηκε η μεταπολίτευση. Δεν πρόκειται για οικονομική χρεοκοπία αλλά για την  χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων.
 Τα ΜΜΕ δεν αναγνώρισαν τη μεγαλύτερη είδηση των τελευταίων 40 χρόνων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί δεν την αντιλήφθηκε η Αριστερά. Η αριστερά που είναι μέρος αλλά και η αιτία του προβλήματος. Ακόμη και στην ύστερη φάση, όταν βρισκόμασταν στο χείλος της χρεοκοπίας πρότεινε 100.000 διορισμούς στο δημόσιο. Τη «γη της επαγγελίας» για τον έλληνα της μεταπολίτευσης. Όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική ερήμην των αριθμών.  Τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα, όπως έλεγε κι ο Βλαδίμηρος. Κι έτσι η πρώτη ανάγκη που προβάλλει δραματικά για τους αριστερούς είναι να κατανοήσουν. Να ερμηνεύσουν τα γεγονότα στο νέο πλαίσιο.  Εν τέλει, η ανάγκη για ένα «Νέο Διαφωτισμό» που θα μας απαλλάξει όχι από τα χρέη αλλά τον τρόπο σκέψης που μας χρεοκόπησε.

Νομίζω ότι η ρίζα του προβλήματος είναι  η κυρίαρχη ιδεολογία την οποία αναπνέει σύμπασα η ελληνική κοινωνία: ο ανδρεοπαπανδρεϊκός  λαϊκισμός της μεταπολίτευσης με τον οποίο συμβιβάστηκε και υιοθέτησε η αριστερά. Το ιδεολόγημα των μη προνομιούχων. Ένα διαταξικό συνονθύλευμα  που περιλαμβάνει όλους τους έλληνες απέναντι σε ένα κράτος που θεραπεύει αδιακρίτως πάσαν νόσον, ικανοποιεί όλα τα αντιφατικά αιτήματα, μοιράζει προνόμια και επιδόματα.  Είναι η ιδεολογία, με την αλτουσεριανή έννοια, που έβαλε τη σφραγίδα της στη μεταπολίτευση. Της σχέσης μας δηλαδή με την πραγματικότητα. Τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ένας λαϊκισμός που  ακυρώνει την ευθύνη του πολίτη και τη θέση της πολιτικής παίρνουν εκείνα τα προεκλογικά πάρτυ στις πλατείες με τους χιλιάδες συνενόχους, που κραδαίνουν τις πλαστικές σημαίες του πελατειακού κράτους της μεταπολίτευσης. Ναι.  Είναι αυτοί οι «αγανακτισμένοι πολίτες» που δεν έκαναν ποτέ την αυτοκριτική τους και τώρα παριστάνουν τις «μωρές παρθένες».  Που κίνητρό τους ήταν ο πιο χυδαίος ατομισμός  για να νομιμοποιήσουν το αυθαίρετο εις βάρος του περιβάλλοντος, το καλό  επίδομα εις βάρος των αδύνατων, τον διορισμό εις βάρος εκείνου που δεν έγλειφε. Η πολιτική ήταν ένα γιουρούσι για την κατάληψη του κρατικού ταμείου που ικανοποιούσε όλα τα βίτσια και τις ανάγκες με τα δανεικά των ευρωπαίων.  Πού ήταν αλήθεια οι συνειδήσεις των "αγανακτισμένων πολιτών" όταν συνέβαιναν όλα αυτά; Ποιος εξέλεξε, όχι μία αλλά  δεκάδες φορές,  όλους αυτούς μας χρεοκοπούσαν;  Φτάσαμε έτσι, όπως λέει ο Γιάννης Βούλγαρης, από την αριστερά της θυσίας, στην αριστερά των επιδομάτων.


Όμως, ένα αριστερό κόμμα δεν είναι συνδικαλιστική κίνηση για να  υιοθετεί άκριτα όλα τα αιτήματα, αλλά τα ιεραρχεί σε ένα πρόγραμμα. Σε να συλλογικό σχέδιο για την αλλαγή της κοινωνίας. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν όλοι, διακρίνει και υπερασπίζεται τον άνεργο ή τη γενιά των 700 ευρώ που πλήττεται από τον νεοφιλελευθερισμό, από τον  μηχανικό της ΔΕΗ που έχει περικοπές λόγω του μνημονίου 50.000 ευρώ. Μιλάει χωρίς να μασάει τα λόγια του για όλες τις συντεχνίες που φοροδιαφεύγουν σε μια κοινωνία που μόνον 4 στους 10 πληρώνουν φόρους και δεν δημαγωγεί ασύστολα για τα δήθεν «φορομπηχτικά μέτρα» της κυβέρνησης. Επισημαίνει την ανάγκη της υγιούς επιχειρηματικότητας απέναντι σε όλους τους κρατικοδίαιτους αεριτζήδες που λυμαίνονται το δημόσιο και κοινοτικό χρήμα. Γιατί,  όσοι δοκίμασαν την ανεργία και την ξύλινη «αντιμονοπωλιακή» ρητορεία της αριστεράς, ξέρουν ότι  η εργασία είναι αξιοπρέπεια. Ονομάζει και αποδοκιμάζει τον νεποτισμό που κυριαρχεί στα πανεπιστήμια, την καταστροφή του δημόσιου χώρου, τη ρητορεία των δικαιωμάτων αλλά όχι της ευθύνης, τους αγώνες εις βάρος των άλλων, τη χρήση της βίας που φθάνει μέχρι τη στέρηση της  ελευθερίας του λόγου.  Αυτήν που η νεωτερικότητα κατέκτησε με αγώνες 300 χρόνων.
Υπάρχουν δυο  μαγικές λέξεις που λείπουν από την λεξικό της μεταπολίτευσης. Ατομική ευθύνη. Οι περισσότεροι κυκλοφορούν με τον μανδύα του θύματος. Η θυματοποίηση είναι η προσφιλής τέχνη του λαϊκισμού. Τα δεινά έρχονται σαν φυσικές καταστροφές. Μνημόνια, χούντες, εμφύλιοι. Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η πορεία από το ατομικό στο συλλογικό θα είναι σκληρή. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχουν μόνον ατομικότητες ενδεδυμένες το συλλογικό ή το λαϊκό.  Βουνά εγωισμού.  Πολιτικοί και συνδικαλιστές με γεμάτες γαστέρες και απαστράπτοντα αυτοκίνητα που ρητορεύουν «υπέρ του λαού» στα δελτία των οκτώ και είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνομιλητή τους. "Η υπευθυνότητα είναι ένα αβάσταχτο φορτίο· μας αλυσοδένει με τις συνέπειες των πράξεών μας" γράφει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στον «Πειρασμό της αθωότητας».
Αν θέλει  να προσφέρει κάτι η αριστερά πρέπει να θυμηθεί πάλι την ιδεολογική ηγεμονία του Γκράμσι και τη σημασία της ιδεολογίας. Που σημαίνει να αναδείξει το ψέμα στο οποίο ζούσαμε. Να καταγγείλει την υποκρισία που ενδημεί και στην ίδια την αριστερά. Να  κάνει δηλαδή την αυτοκριτική της. Να ξαναδώσει πάλι στις λέξεις την αλήθεια τους. Να αναδείξει τις αξίες που έσβησαν. Την αλληλεγγύη. Την εργασία. Την αξιοκρατία. Την ηθική. Την υπεράσπιση των αδύνατων.
Έχουμε ανάγκη από αλήθεια. Όμως είναι οδυνηρή και κοστίζει. Ο λαϊκισμός είναι πάντα γοητευτικός και χαϊδεύει τα αυτιά. Γι’ αυτό και θα   έχει πολύ μέλλον".


Ο Μάκης Καραγιάννης, με το, παραπάνω, κείμενό του, προσπάθησε να αναλύσει την "επιχειρηματολογία" των ξένων δανειστών και καταπιάστηκε, με την υπεράσπιση των πράξεων, των απόψεων και των ιδεών, στο σύνολό τους, των μελών της τεχνοδομής της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, τα οποία είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) ενδυθεί τον μανδύα των εκφραστών του "ορθού λόγου" και εμφανίζονταν, ως εκφραστές του "ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού", προκειμένου να κρύψουν τις, απολύτως, ανορθόλογες ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές τους, οι οποίες, στην πραγματικότητα - μια πραγματικότητα, που ήταν, εμφανέστατη και πλήρως ορατή, σε όσούς είχαν την στοιχειώδη νοημοσύνη να παρατηρούν τα γεγονότα μακριά, από οποιαδήποτε ιδεολογική παραμόρφωση -, ήσαν προϊόντα των σαφέστατων ιδιοτελών συμφερόντων της ευρωπαϊκής και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, των ευρωπαϊκών γραφειοκρατικών ελίτ και των κυβερνήσεων των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης, με επί κεφαλής, την κυβέρνηση της Γερμανίας, τα οποία ιδοτελή συμφέροντα ήλθαν να επικαλύψουν και να εξυπηρετήσουν αυτές οι, βαθύτατα, ανορθόλογες ιδέες, αντιλήψεις και πρακτικές των ξένων δανειστών.

Όμως, αφού είδαμε το περιεχόμενο του κειμένου του κ. Μάκη Καραγιάννη, ας δούμε, τώρα και το συνολικοποιημένο κείμενο της δικής μου απάντησης, σε αυτό :


"Το κείμενο του κ. Καραγιάννη θα μπορούσε να είναι χρήσιμο και εύστοχο, εάν γραφόταν σε μιαν άλλη εποχή. Αυτήν που ο ίδιος - εσφαλμένα - ονομάζει "εποχή του καταναλωτικού ευδαιμονισμού, που στηρίχτηκε στον υπερδανεισμό". Τώρα, αυτήν την εποχή της έντονης οικονομικής ύφεσης και της διαδικασίας του διαρκούς θανάτου, στην οποία έχει εισαγάγει την χώρα και τον πληθυσμό της, η αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση, με τους "εταίρους" (που στην πραγματικότητα είναι εκπρόσωποι των συμφερόντων της διεθνούς και της ευρωπαϊκής - όπως επίσης και της ελληνικής - χρηματοπιστωτικής ελίτ, δηλαδή του κλαμπ των δανειστών της χώρας, μετατρεπόμενοι και οι ίδιοι σε δανειστές της) και το κατοχικό Μνημόνιο (το οποίο είναι παράρτημα αυτής της δανειακής σύμβασης), που υπέγραψε η κυβέρνηση του ευήθους ΓΑΠ, τον περασμένο Μάϊο, το ίδιο κείμενο καθίσταται άστοχο και αποπροσανατολιστικό, παρά τις όποιες, επί μέρους, ορθές σκέψεις, που περιλαμβάνει.

Το δοκιμιακό εγχείρημα του κ. Καραγιάννη, η απόπειρά του αυτή να βρει τις αιτίες της τωρινής παρακμής της ελληνικής κοινωνίας και της ξαφνικής χρεωκοπίας της οικονομίας της χώρας, πέρα από την αποπροσανατολιστική χρονική αστοχία του, πάσχει και από το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει το φλέγον και κύριο πρόβλημα της χώρας (που - ό,τι και να λέμε - δεν είναι τώρα η χρεωκοπία του τρόπου σκέψης και οργάνωσης της πολιτικής, που οικοδομήθηκε από το 1974 και μετά). Το καίριο και φλέγον ζήτημα, που οδηγεί την ελληνική οικονομία και τον πληθυσμό της χώρας στον ασφυκτικό και συνάμα διαρκή θάνατο, εντοπίζεται στην ουσιαστική οικονομική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, μια χρεωκοπία, που συμπαρασύρει και την ελληνική οικονομία και κοινωνία και αυτό είναι που τώρα πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Προφανώς, αυτή η οικονομική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους έχει να κάνει με την χρεωκοπία των συνειδήσεων και του τρόπου σκέψης της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, αλλά αυτή η χρεωκοπία είναι πρωτίστως χρεωκοπία των στρατηγικών οικονομικών της επιλογών, όπως αυτές συγκεκριμενοποιήθηκαν κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1990 και του 2000, με την βλακώδη επιλογή του συνόλου, σχεδόν, της ελίτ αυτής να καταργήσει την δραχμή και να εντάξει την χώρα, στην ζώνη του ευρώ, χωρίς αυτή να πληροί, ούτε ένα, από τα περιβόητα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, με αποτέλεσμα να μπει, στην διαδικασία του ξαφνικού θανάτου (και μάλιστα ενός θανάτου διαρκείας), οδηγούμενη, στην αθόρυβη πορεία, προς τον όλεθρο, αφού, ουσιαστικά, η χώρα είχε καταστεί αναξιόχρεη, εδώ και μια δεκαετία, ήτοι, από το 2001, λόγω της μετατροπής του δημόσιου χρέους της, από ένα χρέος, το οποίο ήταν κατά 86% εκφρασμένο σε δραχμές και κατ’ ουσίαν εσωτερικά διαχειρίσιμο χρέος, σε ένα χρέος σε ευρώ, δηλαδή, σε ένα, κατ’ ουσίαν, εξωτερικό χρέος, αφού η Ελλάδα, με την ένταξή της στην ευρωζώνη, παραχώρησε το εκδοτικό δικαίωμα, που είχε, επί του νομίσματος της χώρας, στην πολιτική, χρηματοπιστωτική και λοιπή γραφειοκρατία των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, του Βερολίνου και των Παρισίων, καθιστώντας την, έστω και στοιχειώδη, εξυπηρέτηση του χρέους αυτού αδύνατη, αφού η εξυπηρέτησή του μπορούσε να γίνει, μόνον, δια της περίφημης αναχρηματοδότησης αυτού του δημόσιου χρέους, δηλαδή με έναν διαρκή και αέναο νέο δανεισμό, μέσα σε συνθήκες οι οποίες δεν ήσαν, πλέον, ελεγχόμενες, από το ελληνικό δημόσιο (ενώ αντίθετα, επί δραχμής, οι συνθήκες δανεισμού και τα επιτόκια ήσαν ελεγχόμενα, από το ελληνικό δημόσιο, με κύριο όργανο την Τράπεζα της Ελλάδος, που δάνειζε, άμεσα, το κράτος, κάτι που δεν κάνει η Ε.Κ.Τ.), αλλά από τους δανειστές της χώρας. 

Εδώ, σε αυτήν την ανόητη, μεγαλομανή και συνάμα καταστροφική στρατηγική επιλογή, έγκειται η χρεωκοπία των συνειδήσεων και του τρόπου σκέψης της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ (αριστεράς και δεξιάς) και όχι, γενικά, στην μεταπολίτευση και στον Ανδρέα Παπανδρέου – ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, σε πολλά είχε δίκιο και υπήρξε προβλεπτικός, αν και σε κάποια άλλα, όχι.

Το να μην μιλάμε, γι' αυτό το κυρίαρχο πρόβλημα και το να το αποφεύγουμε είναι, ίσως, παρηγορητικά, ανακουφιστικό, αλλά δεν βοηθάει, στην λύση του και φυσικά επιτείνει την οξύτητα του προβλήματος και δυσκολεύει την διαβίωση εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων, στα οποία θέλουμε να σταθούμε αλληλέγγυοι.

Και πρέπει να αντιμετωπισθεί, πρώτα αυτό το πρόβλημα και μετά όλα τα άλλα, διότι αυτό είναι, που απειλεί, άμεσα, την ελληνική οικονομία και κοινωνία, με την ουσιαστική τους ισοπέδωση, που θα φθάσει - αν αφεθεί χωρίς αντιμετώπιση - στα όρια του εξανδραποδισμού και στην υπαγωγή του συνόλου του εργαζόμενου ελληνικού πληθυσμού, σε ένα σύγχρονο καθεστώς πεονίας. 


(Πεονία είναι μια κατάσταση, ή συνθήκη, υποχρεωτικής υπηρεσίας, που βασίζεται, πάνω στο χρέος ενός προσώπου, προς άλλα άτομα, ή ομάδες και σε αυτό το καθεστώς, ο εργαζόμενος, ως άτομο, ή ως σύνολο, ασκεί ελάχιστο, ή και καθόλου, έλεγχο στις συνθήκες και τους όρους της εργασίας του, διότι είναι υπόχρεος, στον δανειστή του, ή στους δανειστές του και η υποχρέωσή του, για εργασία, υπέρ του δανειστή, ή των δανειστών, φθάνει, μέχρις ότου να αποπληρωθεί το χρέος, αλλά στην πράξη, ο δανειστής αλλάζει, νόμιμα, ή παράνομα, τους λογαριασμούς, έτσι ώστε το χρέος να μην αποπληρώνεται, ποτέ και να συνεχίζει να αυξάνεται και έτσι, να μεταβιβάζεται, ως υποχρέωση, ακόμα και στα παιδιά του οφειλέτη). 

Για όσο χρονικό διάστημα οι πολιτικές, που ακολουθούνται, από την έντρομη ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ (και οι οποίες εκπορεύονται, από την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση και το κατοχικό Μνημόνιο, αυτούς, δηλαδή τους θεσμικούς μηχανισμούς, που είναι, εξωφρενικά, πρωτοφανείς, στην σύγχρονη γραφειοκρατική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, αφού, δι’ αυτών, ο οφειλέτης – το ελληνικό κράτος - απεκδύεται όλων των δικαιωμάτων του, που απορρέουν, από το σύγχρονο πτωχευτικό δίκαιο, από την ασυλία, που του παρέχει η ιδιότητά του, ως κράτος και από την σχετική προστασία του, από το διεθνές δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο και από την παγία νομολογία των διεθνών δικαστηρίων και οι οποίοι θεσμοί εφευρέθηκαν, από την χρηματοπιστωτική και την πολιτική ελίτ της ευρωζώνης, προκειμένου να προετοιμάσουν το έδαφος, για την επέκτασή τους, σε ευρύτερα σύνολα, μετατρέποντας ολόκληρους λαούς χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού σε σύγχρονους πεονίτες, εν όψει της έλευσης της ευρωζωνικής, αλλά και της διεθνούς κρίσης χρέους, που προέκυψε, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της αμερικανικής κτηματαγοράς και της κρίσης του αμερικανικού και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που προέκυψε, ως απότοκο αυτής της κατάρρευσης τον Ιούλιο – Σεπτέμβριο του 2008), βάζουν ως κυρίαρχο στόχο και σκοπό την εξυπηρέτηση και την προστασία των συμφερόντων των δανειστών της χώρας και όχι του ελληνικού πληθυσμού. 

 Δεν μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα το κείμενο του κ. Καραγιάννη να αποτελεί προάγγελο υπουργοποίησης στελεχών ή προσωπικοτήτων του χώρου της Αριστεράς – τουλάχιστον εκείνων που βρίσκονται, κοντά, στην «Δημοκρατική Αριστερά». Οι συνεργασίες, με το ΠΑΣΟΚ, σε δημοτικό επίπεδο, τον περασμένο Δεκέμβριο και η παρδαλή συγκυβέρνηση στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, με τους Καμίνη και Μπουτάρη, συνηγορούν προς μια τέτοια εκτίμηση. Όμως, μια τέτοια συνεργασία δεν είναι εύκολη και τούτο εξ’ αιτίας και του θυμικού και των ιδεολογικών προσανατολισμών πολλών στελεχών του κόμματος του κ. Φώτη Κουβέλη, αλλά και λόγω της ακραίας ιδιομορφίας που παρουσιάζει η πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας, η οποία αποτελεί έναν γόρδιο δεσμό, ο οποίος δεν μπορεί να λυθεί με τις παραδοσιακές πολιτικές μανούβρες και δεν επιδέχεται συμβατικές διαχειριστικές λύσεις.

Αυτό το γεγονός - το οποίο έχει να κάνει με το ότι οι λύσεις, που επιδέχεται η παρούσα κατάσταση της χώρας, μπορούν να είναι μόνον αντισυμβατικές, ριζοσπαστικές και εν μέρει αντισυστημικές – αποτελεί συνείδηση για τον κ. Φώτη Κουβέλη και τα λοιπά πολιτικά στελέχη του χώρου και είναι φρένο στις όποιες φιλοδοξίες για υπουργοποίηση στελεχών από τον χώρο αυτό και για ανοικτή πολιτική συνεργασία.

Ανάμεσα στα άλλα, μια συγκυβέρνηση του παλαιού και εκσυγχρονισμένου ευρωκομμουνιστικού ρεύματος της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς, με το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, θα το οδηγήσει, εκ των πραγμάτων, στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ, όπως συνέβη, επί Σημίτη, με την πολιτική κίνηση του Μπίστη και τώρα, με πολλή μεγαλύτερη ένταση, λόγω των έκτακτων και κρίσιμων περιστάσεων, που διέρχεται η χώρα, η οποία ευρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης και του αφανισμού της.

Το πολιτικό κόστος είναι τόσο βαρύ και ασήκωτο, που, εκ των πραγμάτων, δεν θα αφήσει κανένα ζωτικό πολιτικό χώρο ύπαρξης για το κόμμα των σοσιαλδημοκρατικοποιημένων ευρωκομμουνιστών και θα τους δημιουργήσει τις συνθήκες μιας ραγδαίας και συνάμα εφιαλτικής πολιτικής απομόνωσης στον χώρο της αριστεράς, που θα οδηγήσει στην απορρόφηση της «Δ.Α.», από το ΠΑΣΟΚ (ακόμα και αν αυτό αλλάξει όνομα) και στην συνέχεια, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει και στην εξαφάνιση του κόμματος, που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, γεγονός, που θα συμπαρασύρει και την «Δημοκρατική Αριστερά», ακόμα και αν αυτή καταφέρει να παραμείνει, οργανωτικά και πολιτικά, ως αυτοτελής κομματικός χώρος.

Αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Φώτης Κουβέλης και γι’ αυτό φαίνεται να είναι πολύ διστακτικός στο να προχωρήσει σε τέτοια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ. Από την άλλη πλευρά, στην πολιτική ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ποτέ και ως εκ τούτου, ουδέποτε μπορούμε να αποκλείσουμε οποιαδήποτε εξέλιξη.

Ήδη, λίγο πριν από την έλευση του Μνημονίου, έχω γράψει και στο μπλογκ μου και αλλού, ότι η πολιτικοοικονομική κατάσταση, στην χώρα μας, λόγω της κρίσης του χρέους, θυμίζει προεπαναστατική περίοδο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, αναγκαστικά, αυτό θα οδηγήσει, σε κοινωνική επανάσταση. 

Κάθε άλλο. Αυτή η κατάσταση μπορεί, κάλλιστα, να οδηγήσει στον εξανδραποδισμό της ελληνικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να σκύψει το κεφάλι και να υποκύψει, επί δεκαετίες, ανεχόμενη την δραματική πτώση του βιοτικού της επιπέδου, η οποία έχει αρχίσει και την οποία της επιφυλάσσουν οι πολιτικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ της ευρωζώνης, συνεπικουρούμενες, από τους εντόπιους συνεργάτες τους. 

Αυτή η εκτίμησή μου δεν έχει αλλάξει. Όπως δεν έχει αλλάξει και το γεγονός ότι η ελληνική πολιτικοοικονομική και πνευματική ελίτ βρίσκεται, σε μια κατάσταση σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, εξ αιτίας του γεγονότος ότι βλέπει πανικόβλητη ότι οι εξελίξεις, πλέον, την υπερβαίνουν και ότι, για τις γερμανικές και τις λοιπές ευρωπαϊκές ελίτ, αποτελεί ένα αμελητέο και αναλώσιμο μέγεθος.

Αυτή η κατάσταση επιτείνει την σύγχυση και οδηγεί την ελληνική πολιτική, οικονομική και πνευματική ελίτ, σε παραδοξολογίες, που χρησιμεύουν, αφ' ενός, για παρηγοριά και αφ' ετέρου, ως ιδεολογικός προπαγανδιστικός μηχανισμός, που φροντίζει να διαχέει μυθοπλαστικές εκδοχές, ως προς την εξήγηση των αιτιών, για την επικρατούσα πραγματικότητα, οι οποίες εκδοχές κύριο στόχο έχουν να μεταφέρουν, στις πλάτες του ευρύτερου ελληνικού πληθυσμού, το βάρος της ευθύνης, για τις ανόητες και καταστροφικές στρατηγικές επιλογές αυτής της ιδίας της ελίτ της χώρας, η οποία, κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1990 και του 2000, εξαπάτησε τον ελληνικό πληθυσμό και με έναν συνεχή προπαγανδιστικό βομβαρδισμό, τον έκανε να πιστέψει και να αποδεχθεί, πλήρως, αυτές τις καταστροφικές στρατηγικές της επιλογές (ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, κατάργηση της δραχμής και υιοθέτηση του ευρώ). Το δοκιμιογράφημα του κ. Μάκη Καραγιάννη είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της σύγχυσης η οποία επικρατεί και διακινείται, στην ελληνική πνευματική ελίτ."

 
Το παραπάνω κείμενο, με το οποίο επιχείρησα, τότε, στους χαλεπούς καιρούς της εφαρμογής και της ορατής αποτυχίας του πρώτου Μνημονίου, που κόμισαν, στην ελληνική κοινωνία ο ΓΑΠ και η ιδιοτελής συμμορία των ξένων δανειστών, να ασκήσω, την κριτική, που άσκησα, στο δοκιμιακό κείμενο του κ. Μάκη Καραγιάννη, το είχα ξεχάσει, μέσα, στην παραζάλη των γεγονότων, που ακολούθησαν και μέσα, στον μεγάλο αριθμό των κειμένων, που έχω συγγράψει όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από το 2011.

Όμως, ήλθε το τωρινό, μελαγχολικό και πένθιμο, στο ύφος και στο περιεχόμενό του, δημοσίευμα του κ. Μάκη Καραγιάννη, με τίτλο : Η επαγγελία της αδύνατης μεταρρύθμισης. Σημειώσεις για την καχεξία του πολιτικού λόγου την εποχή της κρίσης - Μέρος 2ο, με το οποίο ανακοινώνει το κλείσιμο της "Πολιτικής Επιθεώρησης", ύστερα, από μια υπερπενταετή λειτουργία και μου επανέφερε, στην μνήμη, την σχολιογραφική μου απάντηση, στο δοκίμιο, που είχε δημοσιεύσει, ο, εν λόγω, συγγραφέας, εκείνη την εποχή, δίνοντάς μου την ευκαιρία να προβώ, σε έναν απολογισμό των όσων έγραψα, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τότε και να αποτιμήσω την πορεία των γεγονότων, που έλαβαν χώρα, προσδιορίζοντας και τις αιτίες τους, στον βαθμό, που η σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας είναι, κατά πολύ, χειρότερη, από την κατάσταση, που η ίδια κοινωνία, βρισκόταν εκείνη την μακρινή εποχή. (Μάρτιος 2011).

Το ζήτημα δεν είναι να περιαυτολογήσω και να ισχυρισθώ ότι το περιεχόμενο της κριτικής, που άσκησα, στο δοκίμιο του κ. Μάκη Καραγιάννη, άντεξε, στην δοκιμασία του χρόνου και επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις, που ακολούθησαν. Όχι, επειδή, αυτό δεν συνέβη. Συνέβη. Και μάλιστα, με το παραπάνω, αφού, ήδη, βρισκόμαστε, στην περίοδο του τρίτου Μνημονίου, το οποίο, εάν δεν αλλάξει κάτι το απολύτως, ριζικό, ως προς την αντιμετώπιση του ελληνικού δημοσίου χρέους και της εκρηκτικής τοκογλυφικής δυναμικής, στα μέσα, προς τα τέλη του 2018, θα ακολουθηθεί, από ένα τέταρτο.

Όμως, το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται, σήμερα, μετά την ανοικτή, ενεργή και απροσχημάτιστη μεταστροφή του κυβερνητικού, πλέον, ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ των μνημονιακών πολιτικών και την υπογραφή, ψήφιση και εφαρμογή του νέου, του 3ου, στην σειρά, Μνημονίου, από την βουλή και την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, σε δυσμενέστερη και μάλιστα, σε πολύ χειρότερη θέση, από εκείνη, που βρισκόταν τον Μάρτιο του 2011, εξ αιτίας της ακαταμάχητης γοητείας, που ασκεί, η εφαρμοσμένη αποτυχία του κομφουζιονιστικού μάγματος των δογματικών αυθαιρεσιών του συνονθυλεύματος, που περιγράφεται, από τον ορισμό του, ως "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", καθιστά, άνευ ουσίας, οποιονδήποτε κομπασμό, περί δικαίωσης και επιβεβαίωσης των επιχειρημάτων και των προβλέψεων, που έκανα εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος.

Και αυτό είναι, που έχει περισσότερη σημασία, από ο,τιδήποτε άλλο...


3 σχόλια:

Vasilis είπε...

Η Ελλάδα που κυβερνάτε απο μια ολιγαρχικη κλεπτοκρατική δοσιλογική ελιτ αναπόφευκτα θα γινόταν μέλος και της ΕΕ και του ευρώ αφου αυτη ηταν η προσταγή των ξένων κέντρων. Εδω σχεδόν ολη η Ανατολική Ευρώπη εντάχθηκε σε ΕΕ, ΝΑΤΟ (και μερικές χωρες και στο ευρώ). Απο τη στιγμή που μια χώρα ειναι προτεκτοράτο των ΗΠΑ (οπως η Ελλαδα), ειναι δεδομένο οτι θα ενταχθεί σε όλους αυτους τους ελεγχόμενους απο τις αμερικανικές ελιτ πολιτικο-οικονομικους οργανισμούς.

Η πορεια της καταστροφής συνεχίζεται με την επικείμενη συμφωνια Transantlantic Free trade agreement μεταξυ ΗΠΑ-ΕΕ, οπου περιεχει αγνωστες πτυχες και λεπτομέρειες και εγκρίθηκε μεταξυ αμερικανικων και ευρω-ενωσιακων ελιτ και γραφειοκρατων πισω απο κλειστες πόρτες. Οι συνέπειες θα ειναι οδυνηρές για ολους τους λαούς, ωστόσο οι πολυεθνικές κινούν τα νήματα και θα έχουν τεράστια ωφέλη. Τα ιδια βεβαια έγιναν και στην αγορά Ασιας-Ειρηνικού οπου υπεγράφει παρόμοια συμφωνία μεταξυ ΗΠΑ, Αυστραλίας και σειράς Ασιατικών κρατών. Εχουμε λοιπόν σε παγκόσμιο επίπεδο επιβολή και προώθηση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και "κινεζοποίησης" των εργαζομένων στις δυτικές χωρες.

Ο ελληνικός λαός πρεπει να σπασει τα δεσμά κατοχής, δεν υπαρχει αλλος δρόμος. Η Ελλάδα μπορει να επιβιώσει μονο με ανάκτηση της εθνικης και οικονομικής κυριαρχιας (δηλ αποχώρηση απο ΕΕ-ΕΥΡΩ-ΝΑΤΟ), αναστροφή των νεοφιλελευθερων μέτρων, παραγωγική ανασυγκρότηση, και αλλαγη γεωπολιτικών συσχετισμών με συμμαχία με τη Ρωσία.

Ωστοσο κατι τετοιο φαντάζει ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας οπως φανηκε και απο τα θλιβερα αποτελέσματα των καλπονοθευτικών εκλογών (50 εδρες μπονους, 3% οριο, 50% αποχη) με την επανεκλογη της τρισάθλιας κυβέρνησης Τσιπρα . Δείγμα οτι ενα μέρος των ελλήνων ζει σε παράλληλο σύμπαν ......

aftercrisis είπε...

Το ζήτημα της ιστορικής, πολιτικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και γεωπολιτικής ταυτότητας της Ελλάδας και του συνανήκειν σε ένα ευρύτερο όλο, ιδωμένο απο μια άλλη σκοπιά της μακράς διάρκειας (ιστορική και υλιστική σκοπιά, θα έλεγαν οι «παλιομοδίτες»):

Ελλάδα, Ευρώπη και πατριωτισμός (επικαιροποιημένο, Οκτώβριος 2015)
http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/02/blog-post_8.html

aftercrisis είπε...

Σχετική (και ίσως ενδιαφέρουσα) η συζήτηση που αρχίζει μετά τις εκλογές στον πολιτικό χώρο της «διεξόδου μέσω της αρνητικής διαλεκτικής» - του «δεν ανήκουμε στην υπαρκτή Ευρώπη» - αλλά τότε πού, άν μιλάμε για το εδώ και τώρα;

Κοινή ευρωπαϊκή μοίρα ή «εθνικοί αντικαπιταλιστικοί δρόμοι»; Αποσχιστικά ρεύματα
στην ελληνική Αριστερά (μια συζήτηση και άλλα - σύνδεσμοι στο Διαδίκτυο)
http://aftercrisisblog.blogspot.com/p/scribd.html