Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

31/8/1922 : Ο εμπρησμός της Σμύρνης και η σφαγή. (Tα γεγονότα, όπως αυτά έγιναν και οι παραϊστορικές ψευδοσυνειδησιακές αφηγήσεις).






 Σμύρνη Αύγουστος 1922 : Τελικά, ήταν ο συνωστισμός και η κακή τύχη, ή ένα προμελετημένο σχέδιο μιας οργανωμένης εξόντωσης του μικρασιατικού ελληνισμού, οι αιτίες, για όσα συνέβησαν στην προκυμαία της Σμύρνης και σε ολόκληρη την αρμενική και την ελληνική περιοχή της πόλης, με την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων, σε αυτήν, αμέσως μόλις κατέρρευσε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Μικρά Ασία; 

Το παραπάνω έγγραφο, που υποτίθεται ότι βρίσκεται, στα τουρκικά κρατικά αρχεία της Άγκυρας, θα μπορούσε να δώσει μια οριστική απάντηση, στο ερώτημα αυτό, εάν είναι υπαρκτό, ή εάν παρουσιασθεί ολοκληρωμένο, εφ' όσον είναι υπαρκτό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανυπαρξία του, ή το διαφορετικό, από το παρουσιαζόμενο, περιεχόμενό του, ή ο συσχετισμός του, με άλλα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν, κατά την προκεμαλική περίοδο, στην σουλτανική Τουρκία, πριν, ή κατά, τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλάζει το πόρισμα της, μέχρι τώρα, ιστορικής έρευνας, για την σφαγή στην προκυμαία της Σμύρνης, εκείνον τον δραματικό, για την τύχη του μικρασιατικού ελληνισμού, Αύγουστο.  Μια σφαγή, η οποία, φυσικά, δεν υπήρξε προϊόν ενός κάποιου συνωστισμού, όπως, άλλωστε, έχει παραδεχθεί ανακαλώντας τον σχετικό χαρακτηρισμό, στον οποίο έχει προβεί - αν και όχι χωρίς δυσκολία, όχι χωρίς παλινωδίες και όχι χωρίς μια άπελπι προσπάθεια να δικαιολογήσει τα όσα έχει γράψει, γεγονός που παραπέμπει στο ότι, σε έναν κάποιο βαθμό, είναι ανειλικρινής - και η Μαρία Ρεπούση, μιλώντας, για μια "άτυχη διατύπωση" στο βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού.

Ενώ η πατρίδα μας βρίσκεται, για μία ακόμη φορά, κάτω από την εξουσίαση των "καταραμένων" (έτσι ονομάτιζαν οι πατέρες και οι παπούδες μας τους Γερμανούς κατακτητές, κατά την περίοδο της Κατοχής 1941 - 1944), έχοντας μετατραπεί, σε μια μοντέρνα αποικία χρέους, γεγονός το οποίο παραπέμπει στην πρώιμη αποικιοποίηση του ελληνικού χώρου, στην εποχή της Λατινοκρατίας (1204 - 1261), είναι, σφοδρότατα, πιθανό αυτή η μοντέρνα αποικιοποίηση, από τους απογόνους των βαρβαρικών στιφών των σταυροφόρων της ευρωπαϊκής Δύσης, να ακολουθηθεί από ένα, επίσης, μοντέρνο 1453, με την παράδοση του σύγχρονου ελληνισμού στην εξουσίαση των σύγχρονων απογόνων των Οθωμανών.

Έτσι, η ζοφερή κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην χώρα, μαζύ με τα νέα στοιχεία, που έρχονται στο φως, από την ιστορική έρευνα, καθιστούν επίκαιρο το παραπάνω ερώτημα, το οποίο, όλα αυτά τα χρόνια, παρέμενε θολό και αμφιλεγόμενο, παρά το γεγονός ότι κάποιοι σύγχρονοι Τούρκοι ιστορικοί έδωσαν την δική τους απάντηση, σ' αυτό, αποδεχόμενοι ότι - τουλάχιστον - ο εμπρησμός της Σμύρνης, στις 31 Αυγούστου 1922 (οι ημερομηνίες είναι με το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο), ήταν έργο των κεμαλικών δυνάμεων, αρνούμενοι την επίσημη εκδοχή της τουρκικής κρατικής ιστοριογραφίας, η οποία, πάντοτε, ισχυριζόταν και εξακολουθεί να επιμένει, ότι η πυρκαγιά στην μεγαλύτερη πόλη της μικρασιατικής Ιωνίας, ήταν έργο των ηττημένων Ελλήνων, οι οποίοι, εγκαταλείποντας την Σμύρνη, στα χέρια του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ, την πυρπόλησαν, για να μην μείνει, τίποτε, πίσω τους.

Όμως, ο ισχυρισμός της επίσημης τουρκικής ιστοριογραφίας, που, κάτω από άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να είναι αληθής και βάσιμος (διότι οι Έλληνες είναι γεγονός ότι έκαψαν πολλά τουρκικά χωριά στην Μικρά Ασία και διέπραξαν ουκ ολίγες ωμότητες, εις βάρος του τουρκικού πληθυσμού, με χαρακτηριστική περίπτωση του πρίγκηπα Ανδρέα, ο οποίος είχε αποκτήσει το προσωνύμιο "καψοκαλύβας"), στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ψευδής, παραπλανητικός και προπαγανδιστικός.

Οι Έλληνες (οι ελλαδίτες, οι οποίοι, άλλωστε, είχαν φύγει από την Σμύρνη, κακήν, κακώς και εκείνη την ημέρα ήσαν ανύπαρκτοι) είχαν πολλά να αφήσουν πίσω τους, φεύγοντας από την Σμύρνη. Είχαν να αφήσουν - και άφησαν στην κακή του τύχη - τον ελληνικό μικρασιατικό πληθυσμό, τον οποίον δεν ήθελαν, ως μια μάζα ανεξέλεγκτων προσφύγων, στην ηττημένη Ελλάδα. 

Όπως, επίσης και οι Έλληνες μικρασιάτες δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού. Επιθυμούσαν να παραμείνουν στα σπίτια τους. Και θα έμεναν, εάν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό από τις κεμαλικές δυνάμεις. 

Ούτε και οι Αρμένιοι είχαν κάποιο λόγο να κάψουν την Σμύρνη, όπως τους κατηγορεί η επίσημη τουρκική παραϊστοριογραφία. Οι Αρμένιοι ήθελαν και αυτοί να μείνουν στα σπίτια τους, πράγμα που θα έκαναν, εάν η κεμαλική ελίτ το επέτρεπε.

Αλλά, οι νικητές δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, αφού σκοπός τους ήταν μια καθαρή Τουρκία, που θα απαρτιζόταν από Τούρκους. Ο εμπρησμός και η σφαγή, υπήρξαν τα πρόσφορα μέσα, για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Όμως, όλα αυτά, χωρίς την έγγραφη ιστορική τεκμηρίωση, μένουν, εκατέρωθεν, αμφισβητήσιμα, αφού οι όποιοι ισχυρισμοί, που προβάλλονταν και εξακολουθούν να προβάλλονται, από όλες τις πλευρές, κουβαλούσαν και εξακολουθούν να κουβαλούν, πάνω τους, το βαρύ ιδεολογικό φορτίο, που επωμίζονται όλοι οι ιστορικοί και γενικώτερα οι ερευνητές, είτε αυτοί είναι εθνικιστές, είτε είναι κοσμοπολίτες, αφού τα ενδιαφέροντά τους δεν είναι, αμιγώς, επιστημονικά, στο μέτρο που, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι απόψεις, που εκφράζουν είναι, είτε διατεταγμένες, είτε επηρεασμένες, από εκείνες τις δυνάμεις, που έχουν συμφέροντα να υποστηρίξουν την μία ή την άλλη άποψη. 

Έτσι, η ιστορική έρευνα παύει να είναι πεδίο επιστημονικής αναζήτησης, γύρω από όσα συνέβησαν, δηλαδή μια έρευνα, για τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα, κατά την εξεταζόμενη ιστορική περίοδο, αφού, σε τελική ανάλυση, η Ιστορία δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από τα γεγονότα, έτσι όπως αυτά συνέβησαν. Ως εκ τούτου, η ιστορική έρευνα χάνει το πραγματικό της αντικείμενο, μεταπίπτοντας σε παραϊστορία και εξελίσσεται, μετατρεπόμενη σε διαμάχη, στο μέτρο που, γύρω από αυτήν, συντηρούνται εθνικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί, ή και άλλοι μύθοι, χωρίς οι μύθοι  αυτοί να αναγνωρίζονται και να ομολογούνται και οι οποίοι εμπλέκονται και σχηματίζουν, συνήθως, ένα απίστευτο κουβάρι, με διάφορες διάσπαρτες αλήθειες.

Έχουμε, λοιπόν, ένα τμήμα από ένα παρουσιαζόμενο έγγραφο, στα τουρκικά, το οποίο είναι γραμμένο, στην υιοθετημένη από τους Οθωμανούς, αραβική γραφή, εμφανίζεται ως υπηρεσιακή διαταγή, για τον αφανισμό των Ελλήνων και τον βιασμό των Ελληνίδων, του οποίου εγγράφου η εμφανιζόμενη ως μετάφραση, στα ελληνικά και στα αγγλικά, (υπάρχουν ως τρίπτυχο, το οποίο ανήκει στο Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Ηπείρου, ενώ το πρωτότυπο κείμενο του εγγράφου, λέγεται ότι βρίσκεται στα τουρκικά ιστορικά αρχεία, στην Άγκυρα), αναφέρει ότι έχει εκδοθεί, στην Σμύρνη το 1922 και το περιεχόμενό του υποτίθεται ότι λέει :

Προς τον Διοικητή των Κεντρικών Δυνάμεων.

Σας εφιστώ την προσοχή προς τα εξής: Θάνατος στους Έλληνες που απώλεσαν την τιμή τους.

Μόλις δοθεί το πρώτο σήμα, αμέσως, εξολοθρεύστε τους πάντες. Όσον αφορά τις γυναίκες μη διστάσετε. Μην υπολογίσετε, ούτε την τιμή, ούτε την φιλία, όταν έρθει η στιγμή της εκδίκησης.


Ο Διοικητής των δυνάμεων


Μεχμέτ Αζίτ"





Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. 

Κάποιοι, από αυτούς, που προσπάθησαν να μελετήσουν το έγγραφο αυτό, αναφέρουν ότι η ανάλυση της εικόνας του οθωμανικού κειμένου είναι πολύ κακή, έτσι ώστε το κείμενο να καθίσταται δυσανάγνωστο, ενώ ένα μεγάλο μέρος του, δεξιά και αριστερά, έχει κοπεί, γεγονός το οποίο καθιστά προβληματική την ορθότητα της παρουσιαζόμενης, ως μετάφρασής του, στα ελληνικά, αφού το πραγματικό κείμενο είναι πολύ (2 ή 3 φορές) μεγαλύτερο από τη μετάφραση, που παρουσιάζεται, ενώ ο εμφανιζόμενος, ως τίτλος του εγγράφου, δεν έχει καμία σχέση, με τον τίτλο, που του αποδίδει η μετάφραση.

Το έγγραφο έχει εκδοθεί στην Κωνσταντινούπολη και όχι στη Σμύρνη, όπως φαίνεται, κάτω αριστερά, στην εμφανιζόμενη σφραγίδα, όπου υπάρχει η σχετική αναφορά: be-makam-i Konstantiniye el-mahruse. Στην Κωνσταντινούπολη, όμως, εκείνη την εποχή, βρισκόταν η κυβέρνηση του σουλτάνου και όχι η κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ. Η κυβέρνηση του σουλτάνου δεν αναγνώριζε τους κεμαλικούς, τους οποίους, φυσικά, όπως και τα στρατεύματά τους, δεν μπορούσε να τους διατάξει. Άλλωστε, το έγγραφο αυτό απευθύνεται, όχι στο στρατό της Σμύρνης, αλλά στον “κεντρικό στρατό” (merkez takım Kumanda).

Προβληματική είναι και η ημερομηνία του εγγράφου, αφού αυτή εμφανίζεται, μόνο, στην ελληνική μετάφραση και όχι, στο παρουσιαζόμενο τμήμα του εγγράφου.



Όμως και το όνομα του υπογράφοντος στρατιωτικού διοικητή, του περιβόητου Mehmet Azit (κάποιες μεταφράσεις τον αναφέρουν, ως Μεχμέτ Αφ), δεν φαίνεται στο τμήμα του εγγράφου, που παρουσιάζεται στην εικόνα. 

Όπως λένε όσοι έχουν προλάβει να ασχοληθούν, με το έγγραφο αυτό, έτσι όπως έχει παρουσιασθεί, είναι προβληματική και η ίδια η ύπαρξη του Mehmet Azit, ως ιστορικού προσώπου, αφού δεν αναφέρεται (μέχρι πρόσφατα, τουλάχιστον) από κάποια τουρκική ιστορική πηγή, ενώ το “Αζίτ”, ως τουρκικό όνομα, είναι προβληματικό, αν και θα μπορούσε να είναι ψευδώνυμο. 

Βέβαια, το όνομα Μεχμέτ Αζίτ δεν προέκυψε, εκ του μηδενός, αφού υπάρχει ιστορική πηγή, που το αναφέρει, η οποία είναι, ίσως και η μοναδική. Πρόκειται, για τους Edward Hale Bierstadt και Helen Davidson Creighton και το βιβλίο τους :  "The great betrayal: a survey of the near East problem", εκδομένο από την R. M. McBride & Company, το 1924, όπου, στην σελίδα 60, ο Αζίτ αναφέρεται, ως αρχηγός της πυροσβεστικής.

Αυτά είναι τα προβλήματα του εγγράφου αυτού, που παρουσιάστηκε, ως γραπτό μνημείο του προσχεδιασμού και της οργάνωσης της σφαγής του ελληνικού πληθυσμού της Σμύρνης, από τις κεμαλικές δυνάμεις. Προφανώς, λοιπόν, χρήζει, περαιτέρω, έρευνας και επεξεργασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί η αυθεντικότητά του, καθώς και η χρονική περίοδος, στην οποία αυτό αναφέρεται και την οποία αφορά. Μέχρι αυτό να γίνει, προφανώς, θα χυθούν τόνοι μελάνης, που θα τροφοδοτήσουν τις αντιπαραθέσεις, γύρω από αυτό, αλλά, εάν δεν μιλήσουν και οι Τούρκοι ιστορικοί, γι' αυτό και εάν η έρευνα δεν ολοκληρωθεί, όλα αυτά θα είναι άνευ αξίας.




Σμύρνη 31/8/1922 : Σχεδιάγραμμα της πόλης, που δείχνει το τί κάηκε και το τί δεν κάηκε, από την καταστροφική φωτιά, που έφθασε στην προκυμαία του Και.



Αλλά χρειαζόμαστε το έγγραφο αυτό, για να αποδείξουμε την ύπαρξη του προμελετημένου σχεδιασμού και την οργάνωση της σφαγής του ελληνικού και του αρμενικού πληθυσμού, καθώς και του εμπρησμού της ελληνικής και της αρμενικής συνοικίας της Σμύρνης, από τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ και του Νουρεντίν πασά;

Όχι, βέβαια. 

Ο παραπάνω χάρτης, που δείχνει το τί κάηκε και το τί δεν κάηκε, από την Σμύρνη, στις 31 Αυγούστου 1922, οπότε ξεκίνησε η πυρκαγιά, μιλάει μόνος του και περιγράφει τα έμπρακτα αποτυπώματα της ύπαρξης ενός σχεδίου εμπρησμού και καταστροφών εκείνων των περιοχών, που, σύμφωνα με τα σχέδια των εμπρηστών, έπρεπε να καταστραφούν. Και αυτές οι συνοικίες, που έπρεπε να καταστραφούν, την κατάλληλη στιγμή, όταν άλλαξε ο άνεμος και από δυτικός, έγινε ανατολικός (διότι ο εμπρησμός δεν έγινε, πρίν εισέλθουν οι κεμαλικές δυνάμεις στην Σμύρνη, ούτε, εξ αρχής, δηλαδή στις 27 Αυγούστου 1922,  με την είσοδο των κεμαλικών στην πόλη), ήσαν η αρμενική και η ελληνική. Αυτές, άλλωστε και κάηκαν, την ίδια ώρα, που κάποιες άλλες συνοικίες έπρεπε να προστατευθούν.

Ποιές συνοικίες δεν κάηκαν; Μα, φυσικά, αυτές που δεν έπρεπε να καούν. Δηλαδή, πρωτίστως, η τουρκική συνοικία. Επίσης, δεν κάηκε η εβραϊκή συνοικία, η οποία γειτνίαζε, με την τουρκική, όπως και η λεβαντίνικη συνοικία, δηλαδή η ιταλική. 

Όπως προανέφερα, η πυρκαγιά δεν ξεκίνησε, με την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στην Σμύρνη, αλλά πέρασαν 4 ημέρες και αφού άλλαξε η κατεύθυνση των ανέμων. Όσο ο αέρας φυσούσε δυτικά, οποιοσδήποτε εμπρησμός θα έκαιγε και την τουρκική συνοικία. Όταν, στις 31/8/1922, η κατεύθυνση του αέρα στράφηκε ανατολικά, δεν υπήρχε κίνδυνος, για την τουρκική συνοικία. Αυτό έγινε, γύρω στις 12.00 το μεσιμέρι. Η φωτιά που ξεκίνησε, από την αρμενική συνοικία, την κατέκαυσε, μαζύ με την ελληνική, ενώ η λεβαντίνικη/ιταλική συνοικία προφυλάχθηκε, από τους κεμαλικούς (οι οποίοι εκείνη την εποχή, έβλεπαν τους Ιταλούς, σαν σύμμαχους ), όπως και ένα τμήμα της ελληνικής, το οποίο χρησίμευσε σαν ανάχωμα, για να μην φθάσουν εκεί οι φλόγες.

Όπως ήταν φυσικό, οι φωτιές πλήθυναν και πλησίαζαν, στην προκυμαία της πόλης, η οποία ήταν πλημμυρισμένη από τον κόσμο - μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, οι οποίοι στράφηκαν προς την θάλασσα, για να ξεφύγουν από τις τουρκικές βαρβαρότητες και τώρα και από την φωτιά. Η Σμύρνη, για να προστατευθεί από τους σεισμούς, είχε σπίτια, με σκελετούς, από ξύλο, έτσι ώστε να είναι ελαστικά. Αυτό το γεγονός χειροτέρευσε τα πράγματα, αφού η φωτιά απέκτησε μεγάλη έκταση και ταχύτητα, ενώ αναρίθμητα διάπυρα καρφιά εκσφενδονίζονταν, προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν σφαίρες.

Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι στρατιώτες των νικηφόρων κεμαλικών δυνάμεων έκλεισαν όλες τις εξόδους από την πόλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να διαφύγει, ούτε από τους ίδιους, που κατέσφαξαν όλους όσους προσπάθησαν να διαφύγουν, προς την έξοδο της Καραντίνας, αλλά, ούτε, από την φωτιά, όπως συνέβη με όσους προσπάθησαν να διαφύγουν, προς την έξοδο της Πούντας. 



31/8/1922 Στην φλεγόμενη, από τον οργανωμένο εμπρησμό, Σμύρνη δεν υπήρχε γλυτωμός, για τους εγκλωβισμένους στην προκυμαία του Και.



Έτσι, όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στην προκυμαία, κυκλωμένοι από την φωτιά, που τους έφθασε και άρχισε να τους καίει και από τα κεμαλικά στρατεύματα, που τους έσφαζαν, μέσα σε μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, που συνοδεύονταν από την μουσική, που ακουγόταν, στην διαπασών, από τα ελλιμενισμένα πλοία των μεγάλων δυνάμεων. Μπορεί αυτό να φαίνεται σαν διαστροφή - και σε έναν βαθμό ήταν. Αλλά έγινε, επειδή τα πληρώματα των πλοίων δεν μπορούσαν να ακούν, τις οιμωγές και τους αλαλαγμούς του καιόμενου και σφαζόμενου πλήθους, στη προκυμαία της πόλης, του οποίου οι απώλειες - μόνον εκεί - έφθασαν, κοντά, στους 200.000 νεκρούς και πιθανότατα, τους ξεπέρασαν.






Εκείνο το βράδυ της 31/8/1922 και αφού, πια, η φωτιά είχε επεκταθεί στην ελληνική συνοικία, ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν στου Μπουρνόβα, μαζύ με την Λατιφέ, την οποία, αργότερα, παντρεύτηκε και χώρισε. Ο Harold Courtnay Armstrong, στο βιβλίο του ''The Grey Wolf'', περιγράφει τον χαρακτηριστικό διάλογο του ηγέτη των Τούρκων εθνικιστών, με την μετέπειτα σύζυγό του, αφού είχαν δειπνήσει και ενώ η καιγόμενη πόλη άστραφτε κατακόκκινη, φαινόταν ο κόλπος γεμάτος πτώματα, που τα ανεβοκατέβαζαν τα κύματα, με τα πολεμικά πλοία των ξένων να ξεχωρίζουν, μέσα στις αναλαμπές της φωτιάς. 

Δείχνοντας στην Λατιφέ, όλο αυτό το σκηνικό, ο Μουσταφά Κεμάλ της είπε : 

"Είναι σημάδι πως η Τουρκία γλύτωσε από τους χριστιανούς προδότες και τους ξένους. Η Τουρκία ανήκει, πιά, στους Τούρκους".
 
Αλλά οι διάλογοι του πατέρα της σημερινής Τουρκίας, με την, μετέπειτα, σύζυγό του, εκείνο το εφιαλτικό βράδυ, δεν σταμάτησαν, σε όσα αναφέρει ο Harold Courtnay Armstrong. Η Τουρκάλα ιστορικός Ayse Hur αναφέρει και άλλα τμήματα της συζήτησης, τα οποία τα βρήκε, σε άρθρο του υπασπιστή του Μουσταφά Κεμάλ, που δημοσιεύτηκε, στην εφημερίδα "Τζουμχουριέτ", το 1939.

"Έχετε πολλά κτήματα στο σημείο της φωτιάς;", ρώτησε την Λατιφέ, ο ηγέτης των Τούρκων.

"Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μου είναι εκεί, αλλά, πασά μου, ας καούν όλα, εσείς να είστε καλά. Όταν υπάρχουν τέτοιες ευτυχισμένες μέρες, τί σημασία έχει η περιουσία. Σώθηκε η πατρίδα. Στο μέλλον μπορούμε να τα ξαναχτίσουμε", απάντησε η Λατιφέ.

Όπως αναφέρεται στο άρθρο του 1939, η απάντηση της Λατιφέ άρεσε στον Μουσταφά Κεμάλ, που της ανταπάντησε:

«Ναι, ας καούν και ας καταρρεύσουν, όλα μπορούν να επουλωθούν».


Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες, που είναι αδιάψευστες. Ο George Horton γράφει, σχετικά :

"Στο βάθος του δρόμου, μια ομάδα στρατιωτών ξεφόρτωνε κάτι, που έμοιαζε να είναι μεγάλα βαρέλια πετρέλαιο. Δεν είδα το περιεχόμενό τους, αλλά, κρίνοντας, από το χρώμα και το σχήμα τους , ήσαν ολόϊδια, με τα βαρέλια της Εταιρείας Πετρελαίων της Σμύρνης. Κάθε βαρέλι φρουρούνταν, από δύο, ή τρείς, Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι τα κυλούσαν, κατά μήκος της οδού Ρεσιντί, προς την Αρμενική Επισκοπή. Ενιωσα ένα ρίγος, στη ραχοκοκαλιά και συνειδητοποίησα το σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών"...

"άκουσα κάτι, που μπορώ να περιγράψω, μόνο, ως ήχους, από σταγόνες βροχής, που χτυπούν, σε στέγη. Οι Τούρκοι στρατιώτες κατάβρεχαν τα κτήρια, με πετρέλαιο..." 

Οι φλόγες έγιναν αντιληπτές, λίγο αργότερα. Ένας, από τους πρώτους ανθρώπους, που πρόσεξαν το ξέσπασμα της φωτιάς, ήταν η δεσποινίς Μίνι Μίλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Διακολλεγιακού ινστιτούτου... Δεν ήταν η μόνη, που είδε το ξέσπασμα της φωτιάς". 

"Οι δάσκαλοι και τα κορίτσια μας, είδαν τους Τούρκους, που φορούσαν κανονικές στολές στρατιωτών, και σε πολλές περιπτώσεις, στολές αξιωματικών, να κρατούν μακριά ξύλα, με κουρέλια στην άκρη τους, τα οποία είχαν βουτήξει, σε έναν τενεκέ, με κάποιο υγρό. Τα έφερναν μέσα σε σπίτια, που, αμέσως μετά, έπιαναν φωτιά"...

Μέσα σε αυτό το τραγικό σκηνικό, "Οι φλόγες ανέβαιναν όλο και ψηλότερα" αναφέρει ο Οράν Ρέϊμπερ, που είχε φτάσει στη Σμύρνη, εκείνες τις ημέρες.

"Τα ουρλιαχτά του αλλόφρονος πλήθους στην προκυμαία ακούγονταν, σε απόσταση ενάμισυ χιλιομέτρου. Μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα σε τρείς τρόπους θανάτου: 


την φωτιά που μαινόταν πίσω σου, 

τους Τούρκους που περίμεναν στα σοκάκια και 

την θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου".



Την φωτιά, λοιπόν, την έβαλαν οι Τούρκοι εθνικιστές, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το σχέδιό τους, από την εποχή των Νεοτούρκων, όπως, άλλωστε, έχει αποδεχθεί, πλέον, ένα τμήμα των σύγχρονων Τούρκων ιστορικών. Οι κεμαλικοί προστάτευσαν τους δικούς τους και όσους θεωρούσαν φίλους τους. Προστάτευσαν την τουρκική συνοικία, την λεβαντίνικη, όπως και το διοικητήριο, στο οποίο εγκαταστάθηκε ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος ήταν εκείνος που, έδωσε, επιτόπια, την διαταγή, για τον εμπρησμό της Σμύρνης και την σφαγή, όπως αναφέρει ο Suleyman Kulce, στο βιβλίο του, για τον στρατηγό Φεβζή πασά, που εκδόθηκε στην Τουρκία, το 1953, με τίτλο : "Maresal Fevzi Cakmak" (Κεφάλαιο 1, σελ. 236) και επιβεβαιώνει ο Falih Rifki Atay, στο αποκαλυπτικό βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο : "Cankaya. Ataturk'un dogumundan olumune kadar" ("Τσάνκαγια. Από την γέννηση, ως τον θάνατο του Ατατούρκ", Κωνσταντινούπολη 1980), ο Ατάυ, στην σελ. 323, αναφέρει : "Γιατί κάψαμε την Σμύρνη; Φοβηθήκαμε ότι δεν θα ήμασταν σε θέση να ξεφύγουμε από την κυριαρχία των μειονοτήτων, εάν αφήναμε να παραμείνουν τα αρχοντικά, τα ξενοδοχεία και τα καφενεία; Καθοδηγημένοι από τον ίδιο φόβο, βάλαμε φωτιά σε όλα τα κατοικημένα τετράγωνα και στις γειτονιές των πόλεων της Ανατολίας, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την διάρκεια του αρμενικού ξερριζωμού".  

Να, λοιπόν, γιατί σε αυτά τα μέρη της Σμύρνης, η φωτιά ουδέποτε έφθασε. Φρόντισαν να μην φθάσει.


Όσους δεν αποδεκάτισαν η φωτιά και η επιτόπια σφαγή, αυτούς δηλαδή, που πιάστηκαν όμηροι, από έναν αριθμό, κοντά, στις 700.000 ανθρώπους, γλύτωσαν από τον θάνατο, περίπου, 130.000 άνθρωποι. Τους υπόλοιπους τους αποτελείωσαν, με διάφορους τρόπους, οι κεμαλικοί. Για να έλθει, στην συνέχεια, η ανταλλαγή των πληθυσμών και να εξαφανίσει τον ελληνικό πληθυσμό από ολόκληρη την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, όπως, επίσης και τον τουρκικό πληθυσμό, από τα εδάφη, που περιήλθαν στην Ελλάδα, κατά την διάρκεια των βαλκανικών πολέμων. 

Αυτά ήσαν τα γεγονότα και έτσι αυτά συνέβησαν. Αυτή ήταν η κατάσταση στην Σμύρνη στις 31/8/1922 και στις ημέρες που ακολούθησαν, μέχρι που ο Νουρεντίν πασάς  στις 5 Σεπτεμβρίου 1922, έκδωσε διαταγή, για την αιχμαλωσία όλων των Αρμενίων και των Ελλήνων, από 18, έως 45, ετών, μέχρι πέρατος των εχθροπραξιών. 

Αυτή την κατάσταση, περιέγραψε, με έναν άθλιο προπαγανδιστικό τρόπο, η κοσμοπολίτισσα ιστορικός Μαρία Ρεπούση, ως συνωστισμό, στον οποίο απέδωσε και την αιτία της ύπαρξης των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων. 

Φυσικά, δεν το έκανε τυχαία. Οι κοσμοπολίτες ιστορικοί και όσοι τους στηρίζουν, προσπαθούν να λειάνουν τις ιστορικές περιόδους των εθνικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων, προκειμένου να καλλιεργήσουν την ιδεολογία, που η τρέχουσα παγκοσμιοποιητική/κοσμοπολιτική λογική θέλει να επιβάλει, μέσα από ένα συμψηφισμό των εκατέρωθεν κακών, που έχουν διαπραχθεί, από τους διάφορους κοινωνικούς, εθνικούς και άλλους  παρελθοντικούς και παρόντες ιστορικούς σχηματισμούς, μέσα στο διάβα της Ιστορίας. 

Σκοπός της κοσμοπολιτικής ιστοριογραφίας και των μελών της, είναι η κατοχύρωση μιας κουλτούρας συνεργασίας, με την επιβολή, με όλα τα πρόσφορα μέσα, της αντίληψης, που λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι, περίπου, ή λίγο-πολύ, κάτι το ίδιο, σύμφωνα με την τρέχουσα κρατούσα ιδεολογία, που θέλει να συνενώσει και να συγχωνεύσει τα, επί μέρους, ανθρώπινα σύνολα, μέσα σε ένα πανανθρώπινο σύνολο, το οποίο έχει αρχίσει να δημιουργείται και γίνεται προσπάθεια, από την αυγή του καπιταλισμού, ως κοινωνικού συστήματος, να κατασκευασθεί, με πολλούς κόπους, βάσανα και αναστροφές. 

Δεν ενδιαφέρει - εμένα τουλάχιστον -, ή δεν πρέπει να ενδιαφέρει, το, εάν αυτή η ιδεολογία είναι "καλή" ή "κακή". Μπορεί να είναι, όσο θέλει, "καλή" και ακόμη περισσότερο, αλλά, όπως κάθε ιδεολογία είναι και αυτή μια ψευδής συνείδηση, που εξυπηρετεί μια σειρά από κατεστημένα συμφέροντα. 

Ούτε ενδιαφέρει το εάν καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της (ακόμη και αν υποθέσουμε ότι πρέπει να επιτύχει τους στόχους της), ή όχι. Δεν ενδιαφέρει, δηλαδή, το εάν εκείνοι, οι οποίοι την διακινούν - είτε την πιστεύουν, είτε όχι - καταφέρουν να ολοκληρώσουν αυτό το κολοσσιαίο κοινωνικό κατασκεύασμα, που επιθυμούν να φέρουν, εις πέρας. Μπορεί να το καταφέρουν, αλλά γνωρίζουμε ότι η ιστορική επιτυχία δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο, για τον προσδιορισμό του στοιχείου της αλήθειας, κατά την διάρκεια της όποιας ιστορικής έρευνας, αφού οι, κάθε φορά, επικρατούσες ανθρώπινες δοξασίες καταστρέφουν, ή κρύβουν, ή αποσιωπούν την ιστορική αλήθεια, η οποία δεν ταιριάζει, με αυτές και δεν μένει στα μέτρα τους.

Αυτό που ενδιαφέρει, όταν πραγματοποιούμε μια ιστορική έρευνα, είναι η αλήθεια. Και μπορεί αυτή η αλήθεια να είναι δυσεύρετη, αλλά δεν είναι απροσδιόριστη. Μπορεί να προσδιοριστεί. Ίσως να απαιτήσει - και σίγουρα απαιτεί - κόπους, βάσανα, κουραστικές επαναλήψεις, άφθονο χρόνο. Μπορεί να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Μπορεί κάποια κομμάτια του, υπό έρευνα, ιστορικού ψηφιδωτού να μείνουν στο σκοτάδι. Όμως, όλα αυτά, δεν ανατρέπουν τον προσδιορισμό του περιεχομένου της ιστορικής αλήθειας. 

Και η ιστορική αλήθεια είναι η ίδια η Ιστορία, έτσι, όπως αυτή έχει και έτσι, όπως αυτή συνέβη. Με λίγα λόγια, η Ιστορία είναι τα γεγονότα, έτσι όπως αυτά συνέβησαν.

Όλα τα άλλα αποτελούν προπαγάνδα. Και ως προπαγάνδα, δεν αποτελούν Ιστορία. Είναι παραϊστορία. Και ως παραϊστορία, αποτελούν ένα κομμάτι της Ιστορίας, εντασσόμενα όχι στα ίδια τα γεγονότα, που εξετάζονται, αλλά στο κεφάλαιο εκείνο, που αφορά το "τί έχει λεχθεί, διαχρονικά, για τα γεγονότα, που εξετάζονται". Σε αυτό το κομμάτι, εντάσσονται οι κοσμοπολίτες ιστορικοί, μαζύ με τους εθνικιστές ιστορικούς, από τους οποίους, ουδόλως, διαφέρουν, από άποψη ιστορικής μεθοδολογίας.
 

Και για να  επανέλθουμε στην κεντρική ιστορική μας αφήγηση, αυτό είναι και το έγκλημα, που διέπραξε η Μαρία Ρεπούση, μιλώντας για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης. 

Υπέπεσε στο βαθύτατα αντιεπιστημονικό ατόπημα της ιστοριογραφικής προπαγάνδας, που συνίσταται σε μια, παραμορφωτικά, "ωραιοποιητική" παραποίηση των γεγονότων, που συνέβησαν εκεί, τον δραματικό Αύγουστο του 1922, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένα ιδεολογικό/ψευδοσυνειδησιακό κατασκεύασμα, δηλαδή το ιδεολόγημα του παγκοσμιοποιητικού κοσμοπολιτισμού, με τον ίδιο τρόπο και ακριβώς, όπως πράττουν οι εθνικιστές ιστορικοί, οι οποίοι παραμορφώνουν, ουκ ολίγες φορές, την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, για χάρη του δικού τους ιδεολογικού/ψευδοσυνειδησιακού κατασκευάσματος, δηλαδή το ιδεολόγημα του εθνικισμού.

Αφού λάβουμε υπόψη μας όλα αυτά, το ερώτημα, που πλανάται, όταν κάποιος προσπαθήσει να δει, ψύχραιμα, αυτήν την σφαγή, εντοπίζεται στο εάν ήταν δυνατόν όλα αυτά να αποφευχθούν. Εκ των πραγμάτων, το ερωτήμα αυτό μεταπίπτει και μετατρέπεται, ως εξής :

Θα μπορούσε η Οθωμανική Τουρκία, υπό την νεοτουρκική εκδοχή της, ή υπό κάποιαν άλλη ενεργή, εκείνη την εποχή, εκδοχή να μετασχηματισθεί και να μετεξελιχθεί, σε ένα πολυεθνικό, πολυφυλετικό κράτος, όπου όλες οι εθνότητες να λειτουργούσαν θεσμικά και εν τοις πράγμασι, ισότιμα;

Η απάντηση είναι σαφής και δεν χωρεί αμφισβήτηση : Όχι.

Το γιατί δεν μπορούσε να συμβεί αυτό είναι κατανοητό, μεν, αλλά ας αφήσουμε την Rosa Luxemburg να μας περιγράψει τους λόγους, για τους οποίους η Οθωμανία δεν μπορούσε να γίνει, κάτι σαν τις Η.Π.Α. (και φέρνω τις Η.Π.Α. σαν παράδειγμα, επειδή συναπαρτίζονται από μια πολυφυλετική κοινωνία, αν και οι Η.Π.Α. είναι ένας εθνικός κοινωνικός σχηματισμός) :

"Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμμιά κοινή εξέλιξη, που θα μπορούσε να τις συνδέσει, δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Ετσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγεί: βάδιζε προς την διάλυση."


Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, το οποίο, πολύ παραστατικά, περιγράφει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία δεν πρόλαβε να δει το τέλος του δράματος της θνήσκουσας οθωμανικής Τουρκίας, οι διάφορες εθνότητες, που είχαν, επί αιώνες, εγκλωβιστεί από την σουλτανική δεσποτεία και την τουρκική κυριαρχία, ήταν δεδομένο ότι θα προσπαθούσαν να αποκτήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία και να αυτοκυβερνηθούν, είτε σχηματίζοντας δικά τους εθνικά κράτη, είτε εντασσόμενες σε άλλα κράτη, με τις κοινωνίες των οποίων συνδέονταν - ή θεωρούσαν ότι συνδέονταν - εθνικά. Και αυτό θα το έπρατταν, είτε αυτοβούλως, είτε, καθ' υποκίνηση, βοηθούσης και της εμπλοκής του Οθωμανικού κράτους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Γερμανών, αφού αυτή η εμπλοκή επιτάχυνε τις εσωτερικές αποσυνθετικές διαδικασίες στην χώρα, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η Γερμανία ηττήθηκε.



  video

1919 - 1922 : Η μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή, μέσα από ένα βίντεο ενός αφιερώματος, που έκανε ο Αλέξης Παπαχελάς το 2000. Δεν πέρασε μόνον η αλήθεια μέσα από αυτό. Πέρασε και η παραϊστορία. Αυτή η διαπίστωση, όμως, δεν σημαίνει ότι το βίντεο αυτό δεν είναι χρήσιμο, ως ντοκουμέντο της Ιστορίας και της παραϊστορίας...




Από εκεί και πέρα, αφού η διαδικασία αυτοκυβέρνησης των εθνοτήτων στην ηττημένη και υπό διάλυση, Οθωμανία, δεν μπορούσε να εξελιχθεί ειρηνικά, ήταν επόμενο να αναλάβουν δράση οι εθνικιστές όλων των αντιμαχόμενων μερών και στο τέλος να επικρατήσουν οι περισσότερο ισχυροί. Και θα προσέθετα και οι περισσότερο τυχεροί.


Μία από τις παραμέτρους της ελληνικής ήττας, ως προς το τμήμα της εκείνο, που αφορά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού, στο μικρασιατικό μέτωπο, έχει να κάνει με την ανικανότητα και την ακαταλληλότητα του στελεχικού του δυναμικού. Αυτό το στελεχικό δυναμικό καταπόνησε το στράτευμα και το κατασπατάλησε, από απόψεως, ανδρών, εξοπλισμού και πόρων και φυσικά δεν είχε έναν, έστω στοιχειώδη, στρατηγικό και τακτικό σχεδιασμό συντεταγμένης οπισθοχώρησης και ομαλής - κατά το δυνατόν - απεμπλοκής από ένα μέτωπο, στο οποίο υστερούσαν, πολλαπλώς και καταφανώς, οι ελληνικές δυνάμεις, όχι από άποψη όγκου, μεγέθους και εξοπλισμού, αλλά λόγω της τεράστιας έκτασής του και των, εκ των πραγμάτων, μεγάλων αποστάσεων, ανάμεσα στα εμπόλεμα τμημάτά του, γεγονός, το οποίο έδινε πρωτοβουλία κινήσεων και ένα μεγάλο πλεονέκτημα, στον εχθρό.

Με δεδομένο ότι ο ελληνικός μικρασιατικός πληθυσμός δεν εκλήθη να πολεμήσει, παρά μόνο σε εθελοντική βάση, στο πολεμικό μέτωπο του τόπου του, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο πληθυσμός του ελληνικού κράτους, των 4 και 1/2 εκατομμυρίων ανθρώπων, οδηγήθηκε σε έναν πόλεμο, ο οποίος, όπως εξελίχθηκε, μέσα στις διαστάσεις ενός εκτεταμένου μετώπου, στο οποίο έλαβαν χώρα οι πολεμικές επιχειρήσεις, υπερέβαινε τις δυνάμεις του. 

Ο ελληνικός στρατός, τον Ιούλιο του 1921, όταν ελήφθη η απόφαση για την επίθεση, με σκοπό την κατάληψη της Άγκυρας, συνολικά έφθανε στις 225.000 ανθρώπους, με την κλήση, στα όπλα, παλαιών κλάσεων, οι οποίες έφθαναν, μέχρι το 1904, υπερτερούσε, κατά πολύ, από άποψη πολεμικού εξοπλισμού, έναντι των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ. Αλλά, αυτή η εικόνα ήταν μια κατάσταση πραγμάτων, που ήταν περισσότερο φαινομενική, παρά πραγματική, διότι, στο πεδίο των μαχών, υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις.



 

Το μικρασιατικό μέτωπο το καλοκαίρι του 1921. Αυτήν την έκταση, με την δεδομένη πολιτικοστρατιωτική ηγεσία, με το υπάρχον στελεχικό δυναμικό και με αυτήν την διάταξη, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν αδύνατον να την κρατήσουν...



Συνολικά η στρατιά της Μικράς Ασίας απετελείτο από 178.000 οπλίτες και 5.500 αξιωματικούς, οργανωμένη σε 11 μεραρχίες και μια ταξιαρχία ιππικού. Στην εκστρατεία της Άγκυρας, όμως, δεν συμμετείχαν όλες οι μεραρχίες. Συμμετείχαν οι 9 μεραρχίες, ένα εκστρατευτικό σώμα, το ιππικό, το σύνταγμα της 11ης μεραρχίας, ένα σύνταγμα πυροβολικού, μαζύ με την πρωτόγονη αεροπορία της εποχής, αποτελούμενη από 10 αεροπλάνα. Η δύναμη όλων αυτών έφθανε στους 120.000 οπλίτες και 3.780 αξιωματικούς. Η μάχιμη δύναμη, όμως, ήταν μικρότερη, αφού έφθανε τους 75.000 οπλίτες και 1.860 αξιωματικούς, με 50.000 τουφέκια, 2.084 οπλοπολυβόλα, 296 πυροβόλα και 684 πολυβόλα.   

Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ έφθαναν στους 80.000 - 90.000 άνδρες, με 60.000 τουφέκια, 255 ελαφρά πολυβόλα, 515 βαριά πολυβόλα και 167 πολυβόλα διαφόρων μεγεθών και διαμετρήματος. Οι κεμαλικοί υπερτερούσαν σε ιππικό και τουφέκια, αλλά μέχρι εκεί. Σε επίπεδο νεκρών και ζωντανών δυνάμεων υστερούσαν, κατά πολύ, αλλά, από οργανωτική άποψη, το γεγονός ότι οι δυνάμεις τους ήσαν χωρισμένες σε 16 μεραρχίες, οι οποίες δεν ήσαν πυκνές, σε δύναμη ανδρών, αφού κάθε μεραρχία δεν ξεπερνούσε τους 5.000 άνδρες και με δεδομένη την καλύτερη θέση τους, λόγω της γνώσης των εδαφών, τους έδινε το πλεονέκτημα της ευελιξίας και της ευκολότερης διοίκησης.

Την δύσκολη αυτή στρατιωτική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, με την απόφαση του Ιουλίου του 1921, για προέλαση στην Άγκυρα, την περιέπλεξε το γεγονός ότι ο ελληνικός πληθυσμός είχε, εντελώς, παραπληροφορηθεί, για την επικρατούσα κατάσταση, στο μέτωπο, αφού είχε καλλιεργηθεί η απόλυτη πεποίθηση ότι ο ελληνικός στρατός είχε νικήσει, οριστικά και ότι δεν έμεναν, παρά κάποιες, επί μέρους, διευθετήσεις, που θα οδηγούσαν τον Μουσταφά Κεμάλ, σε συνθηκολόγηση, αργά, ή γρήγορα. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν εντελώς διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν σε δυσχερέστατη θέση, γεγονός, το οποίο δεν αναιρείτο, από το ότι και οι κεμαλικές δυνάμεις ήσαν και αυτές, σε κακή κατάσταση.




Οι τραγικές ανθρώπινες διαστάσεις του πολέμου στην Μικρά Ασία. Έλληνες στρατιώτες, με κομμένα τα πόδια. Πραγματικά ανθρώπινα ερείπια...
  

Οι αντιβενιζελικοί, λοιπόν, με επικεφαλής τον Δημήτριο Γούναρη, ξεχνώντας τις αντιπολεμικές διακηρύξεις τους και τις υποσχέσεις, για επιστροφή των στρατιωτών, από το μέτωπο, με τις οποίες κέρδισαν τις βουλευτικές εκλογές της 1/11/1920, που, απερίσκεπτα, είχε προκηρύξει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με την απόλυτη πεποίθηση ότι θα τις κερδίσει, διεύρυναν το μέτωπο του πολέμου.

Ο Γούναρης αποπειράθηκε να ανασυστήσει το παλαιό επιτελείο των βαλκανικών πολέμων, αλλά η προσπάθεια αυτή προσέκρουσε στην άρνηση του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος, από την δεκαετία του 1910, είχε εδραία την πεποίθηση, την οποία είχε εκφράσει με υπόμνημα, προς τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, του οποίου υπήρξε στρατιωτικός σύμβουλος και υπασπιστής, ότι μια εκστρατεία στην παραλιακή μικρασιατική Ιωνία θα ήταν καταστροφική, αφού το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα θα υποχρεωνόταν να εισβάλει στα βάθη της Μικράς Ασίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Όμως, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τόσο εκτεταμένου μετώπου και μάλιστα σε ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον, θα εγκλωβιζόταν, όπως συνέβη το 1812, με τις δυνάμεις του Ναπολέοντα στην Ρωσία, με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή.

Όταν του έγινε η πρώτη κρούση από την πλευρά της κυβέρνησης, ο Μεταξάς αρνήθηκε και μετά από 4 ημέρες, στις 29/3/1921 πήγαν στο σπίτι του - προσκεκλημένοι  και απρόσκλητοι - ο υπουργός Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης [που υπήρξε ο πρωθυπουργός της ήττας (9/5/1922 - 28/8/1922), μαζύ με τον Νικόλαο Τριανταφυλλάκο, που τον διαδέχθηκε (29/8/1922 - 16/9/1922), έως ότου επικράτησε το κίνημα των Νικολάου Πλαστήρα - Στυλιανού Γονατά - Δημητρίου Φωκά], ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Στράτος (ο οποίος διατέλεσε και αυτός πρωθυπουργός για 6 ημέρες από τις 3/5/1922 - 9/5/1922), ο στρατηγός Αθανάσιος Εξαδάκτυλος και τελευταίος έφθασε ο τότε πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης.

Σκοπός όλων αυτών ήταν να πείσουν και ουσιαστικά, να παρακαλέσουν τον Ιωάννη Μεταξά να αναλάβει την αρχιστρατηγία στην Μικρά Ασία. Η συζήτηση έλαβε μεγάλη οξύτητα, διότι ο Μεταξάς υπήρξε αμετάπειστος. Ας δούμε, όμως, τους διαλόγους, όπως τους περιγράφει, στο ημερολόγιό του, ο μετέπειτα πρωθυπουργός του, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4/8/1936 :

Ο Πρωτοπαπαδάκης είπε ότι : "Ο κόσμος φοβείται, ότι θα χάσωμεν την εκστρατείαν, ότι δεν δυνάμεθα στρατιωτικώς να νικήσωμεν. Αν παραλάβεις συ, θα επανέλθει η πεποίθησίς του, εις την νίκην"

για να του απαντήσει ο Μεταξάς ότι :  

"Ώστε, εγώ παραλαμβάνων, είναι, ως να λέγω εις τους Έλληνας : μείνετε ήσυχοι, θα νικήσωμεν, αφού είμαι εδώ και σας το βεβαιώ, ειμπορείτε να είσθε και σεις βέβαιοι".

"Βέβαια", του απάντησαν όλοι.

O Μεταξάς ανταπάντησε ότι :

"Τότε είναι ως να μου ζητείτε να εξαπατήσω τον κόσμον. Διότι εγώ γνωρίζω ότι, στρατιωτικώς, δεν δυνάμεθα να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας".

Εκεί, παρενέβη ο Γούναρης και του είπε :

"Έστω ότι εκάμαμεν σφάλματα, έστω ότι εμπλέξαμε. Σήμερον τί θα κάμωμεν; Πολιτικήν δεν δυνάμεθα να αλλάξωμεν, είμεθα υποχρεωμένοι να εξακολουθήσωμεν τον πόλεμον, μέχρι τέλους, έστω και αν κινδυνεύσωμεν να καταστραφώμεν. Τώρα πρέπει να νικήσωμεν. Και δι' αυτό σε θέλομεν. Να μας ειπείς τί πρέπει να κάμωμεν".

Για να κλείσει την συζήτηση ο Μεταξάς, λέγοντας :

"Περί αυτού πρόκειται. Δεν δυνάμεθα να νικήσωμεν"...


 Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δίκιο, με τις δεδομένες και υπάρχουσες παραμέτρους, που προσδιόριζαν την ισχύ και την ανθεκτικότητα των δύο αντιπάλων. Όχι τόσο, επειδή, εξ ορισμού, ο ελληνικός στρατός δεν μπορούσε, a priori, να νικήσει, αλλά επειδή οι διαμορφωμένες καταστάσεις, στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, καθώς και η ανυπαρξία ενδιάμεσων στόχων και σκοπών, με τον συνδυασμό ενός σχεδίου Β, που θα οδηγούσε σε ένα minimum επίπεδο στοχεύσεων και σε έναν μεσομακροπρόθεσμο συμβιβασμό, δεν επέτρεπαν την νίκη.

Ο Ιωάννης Μεταξάς έτρεφε απεριόριστο σεβασμό στον Μουσταφά Κεμάλ και ως στρατιωτικό (μην ξεχνάμε ότι ο Τούρκος στρατηγός κατεξευτέλισε, στην διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τον Winston Churchill και τις δυνάμεις της Αντάντ, στην Καλλίπολη), αλλά και ως εθνικιστή και αντικοινοβουλευτικό πολιτικό, αφού ο Μουσταφά Κεμάλ υπήρξε ο προπάτορας του φασισμού και του ναζισμού, καθ' ομολόγιαν, του ίδιου του Adolf Hitler, ο οποίος θεωρούσε τον Μουσταφά Κεμάλ, ως διδάσκαλό του, αφού, σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου του ηγέτη του γερμανικού ναζισμού : "ο Mussolini ήταν ο πρώτος του μαθητής κι εγώ είμαι ο δεύτερος μαθητής του". 

Έτσι, ο, μετέπειτα, ιδρυτής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936 γνώριζε, πάρα πολύ καλά, τί έλεγε στους απελπισμένους συνομιλητές του, που αρνούνταν να τον ακούσουν, εκείνη την καθοριστική, για την τύχη του μικρασιατικού ελληνισμού, βραδιά.

Και εκείνοι γνώριζαν. Απλώς, αρνούνταν να το παραδεχθούν και να το πιστεύσουν...




Ο πόλεμος τον κατάντησε ένα αληθινό ανθρώπινο υπόλειμμα. Ποιός ξέρει, άραγε, ποιά ήταν η τύχη αυτού του δύστυχου νέου...








Εν πάση περιπτώσει, αυτό, που στην πράξη συνέβαινε, έτσι, όπως είχε διαμορφωθεί η επιχειρησιακή πραγματικότητα, ήδη, από τον Φεβρουάριο του 1921 - ίσως και λίγο νωρίτερα -, μέχρι την γοργή τελική κατάρρευση του ελληνικού στρατού, τον Αύγουστο του 1922, ήταν ότι οι αντίπαλες δυνάμεις στο μικρασιατικό μέτωπο, ισορροπούσαν, σε ένα τεντωμένο σχοινί. Η ισορροπία αυτή ήταν μια ισορροπία τρόμου, διότι η παραμικρή λεπτομέρεια, ακόμη και η έλευση ενός τυχαίου περιστατικού, θα οδηγούσε τον ελληνικό στρατό, ή τα κεμαλικά ένοπλα σώματα, όχι, απλώς, στην ήττα, αλλά στην πλήρη κατάρρευση.

Όμως, σε αυτό το πεδίο, ο Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν σε καλύτερη θέση, έναντι του ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε τις πιθανότητες επέλευσης μιας κατάρρευσης να λειτουργούν, εις βάρος του. Οι αιτίες αυτής της κατάστασης είναι - και ήσαν και τότε -, απόλυτα, κατανοητές :

1) Ο Μουσταφά Κεμάλ και οι δυνάμεις του πολεμούσαν, σε έναν χώρο, ο οποίος τους ήσαν, απολύτως, οικείος, αφού, όσο δύσκολος και αν ήταν, ήταν ο πάτριος χώρος. Ο ελληνικός στρατός, ουδέποτε μπόρεσε να εξοικειωθεί, με τον χώρο αυτόν, ίδιως, όταν προχώρησε, στα βάθη της Μικράς Ασίας, όπου δεν υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί, αλλά, αμιγώς, τουρκικοί, οι οποίοι, φυσικά, ήσαν εχθρικοί, ανάμεσα στα άλλα και λόγω της πολιτικής σφαγών, λεηλασιών και βιασμών, στην οποία επιδόθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις. Έτσι, με δεδομένη την πολύ μικρή πυκνότητα των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στο μέτωπο (στην καλύτερη περίπτωση, οι μαχόμενες μονάδες απείχαν μετάξύ τους, περί τα 30 χιλιόμετρα και αυτή η απόσταση αφορούσε την μειοψηφία των περιπτώσεων, αφού, στην πλειοψηφία τους, οι αποστάσεις, ανάμεσα στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, στο μέτωπο, ήσαν πολύ μεγαλύτερες), οι κεμαλικές δυνάμεις είχαν την δυνατότητα να παίρνουν τις πρωτοβουλίες που ήθελαν, να διεισδύουν στα ελληνικά μετόπισθεν και να δημιουργούν τεράστια προβλήματα και στις ίδιες τις μαχόμενες ελληνικές δυνάμεις, αλλά και στις συνδέσεις, με τις μακράν ευρισκόμενες βάσεις ανεφοδιασμού τους, των οποίων οι αποστάσεις, από το μέτωπο, ήσαν τεράστιες. Ο ελληνικός στρατός της Μικράς Ασίας, με την κλήση, στα όπλα, παλαιών κλάσεων, οι οποίες έφθαναν, μέχρι το 1904, μπορεί να υπερτερούσε, κατά πολύ, από άποψη πολεμικού εξοπλισμού, έναντι των δυνάμεων του Τούρκου ηγέτη, αλλά αυτό ήταν ανεπαρκές και παραπλανητικό.

2) Σε επίπεδο επιτελικών στελεχών, αλλά και στρατιωτικών ηγητόρων, στα πεδία των μαχών και φυσικά, σε επίπεδο στρατηγικού και τακτικού σχεδιασμού, ο Μουσταφά Κεμάλ και οι ένοπλες δυνάμεις του ήσαν, σε πολύ καλύτερη κατάσταση, από τον ελληνικό στρατό. Εδώ, κρίθηκε η όλη υπόθεση, αφού, στο επίπεδο των λοιπών στρατιωτικών δυνάμεων και από απόψη αριθμού στρατιωτών, ο ελληνικός στρατός, ακόμη και στις 13/8/1922, που ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε το σύνθημα της γενικής επίθεσης και κατά την περίοδο της κατάρρευσης του μετώπου, ήταν μεγαλύτερος από τον κεμαλικό και ως προς τον αριθμό των μαχομένων και ως προς το πολεμικό υλικό. 

Τα προβλήματα στο στελεχικό δυναμικό του στρατού, βέβαια, δεν ήσαν άσχετα, από την οξεία πολιτική αντιπαλότητα, που υπήρχε, ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς και τις εκατέρωθεν διώξεις, στο σώμα των αξιωματικών. Κατά την περίοδο 1917 - 1920, με την πλήρη επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, αποτάχθηκαν 1.500 αξιωματικοί, για πολιτικούς λόγους, οι περισσότεροι, αλλά και αρκετοί, οι οποίοι ήσαν ανεπαρκείς. Με την επάνοδο των αντιβενιζελικών και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α', επαναφέρθηκαν όλοι και προάχθηκαν στους βαθμούς, που είχαν οι ομόβαθμοί τους και πλείστοι, εξ αυτών, στάλθηκαν στο μέτωπο, ενώ εκδιώχθηκαν οι βενιζελικοί.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, δεν είναι καθόλου παράξενο, που οι εξελίξεις ήσαν καταστροφικές, ιδίως όταν πραγματοποιήθηκε ο διορισμός του απίστευτου Γεώργιου Χατζανέστη, ως αρχιστρατήγου και διοικητή της στρατιάς της Μικράς Ασίας, που έφθασε στην Σμύρνη στις 23 Μαΐου 1922. Για τους αξιωματικούς του μετώπου, ο διορισμός του ανθρώπου αυτού, ο οποίος επέμεινε, μέχρι το τραγικό τέλος, να διοικεί την στρατιά, από την Σμύρνη, δηλαδή από απόσταση, πάνω από 400 χιλιόμετρα από το μέτωπο, ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ ασκούσε επιτόπια διοίκηση και είχε μια πλήρη εικόνα της κατάστασης του μετώπου, σε επικαιροποιημένο χρόνο, ήταν μια πλήρης επίδειξη ότι η πολιτική ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης ήταν άσχετη, με τα συμβαίνοντα και τις ανάγκες του μετώπου, ότι αυτό που της άρεσε και την ανακούφιζε, ήταν να ακούει τα ευχάριστα - εκεί που δεν υπήρχαν -, δηλαδή, εν τέλει, αυτά που επιθυμούσε να ακούει, καθώς και ότι τα κριτήριά της ήσαν, στενώς, παραταξιακά. 

Πράγματι, τα κριτήρια του Δημήτριου Γούναρη και του υπουργού Στρατιωτικών Νικόλαου Στράτου, στηρίζονταν, σε στενά παραταξιακές, προσωπικές και συγγενικές προτιμήσεις, αφού ο Χατζανέστης υπήρξε συγγενής του Στράτου, βρισκόταν, μακράν των πεδίων των μαχών, από το 1916, όταν ο Γούναρης τον είχε απομακρύνει από την διοίκηση της 5ης μεραρχίας, λόγω ανεπάρκειας και ενώ η προηγούμενη θέση του, πριν την αρχιστρατηγία, ήταν αυτή του διοικητή του Δ' σώματος στρατού, στην Ανατολική Θράκη, η οποία ήταν ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος. (Αυτή την θέση του διοικητή του Δ' Σώματος Στρατού, ο Χατζανέστης απαίτησε και την κράτησε, παράλληλα, με την αρχιστρατηγία της Μικράς Ασίας). 

Με λίγα λόγια, θεωρούσαν τον Χατζανέστη πειθήνιο όργανό τους και τον έστειλαν, για τον λόγο αυτόν, αφού ο προκάτοχός του Αναστάσιος Παπούλας είχε καταστεί ύποπτος, ύστερα από την αποδοχή της πρότασης της Επιτροπής Άμυνας των Μικρασιατών και τών Κωνσταντινουπολιτών, να αναλάβη διοικητής ενός αυτόνομου κράτους στην περιοχή της Σμύρνης, σχέδιο το οποίο η κυβέρνηση των Αθηνών, το απέρριψε, με την προτροπή του αρμοστή της Σμύρνης, παλαιού υπουργού του Ελευθερίου Βενιζέλου (ο οποίος και τον διόρισε, σε αυτήν την θέση και τον οποίον κράτησαν και οι αντιβενιζελικοί) και πράκτορα των Βρετανών Αριστείδη Στεργιάδη, ο οποίος το κατήγγειλε, ως σχέδιο του Βενιζέλου να επανέλθει στα πολιτικά πράγματα, με μια εφόρμηση από την περιφέρεια, στο κέντρο.

Ο Χατζανέστης ήταν, όντως, πειθήνιος και χωρίς πολιτικές φιλοδοξίες. Αλλά, ως στρατιωτικός ηγέτης, ήταν, άκρως, επικίνδυνος, επειδή ήταν ανίκανος και εστάλη στην Μικρά Ασία, στην πιο ακατάλληλη στιγμή, για να πάρει τις επιχειρισιακές αποφάσεις, από μια απόσταση 420 χιλιομέτρων, από το μέτωπο. Δεν είναι μόνο ότι είχε κακές σχέσεις, με τους υφιστάμενούς του. Αυτό ήταν ένα μέρος των ανύπαρκτων ικανοτήτων του. Υπήρξε, οργανωτικά και επιτελικά, ανεπαρκής.

Χαρακτηριστικό δείγμα είναι ότι νότιο τμήμα του μετώπου, στο Αφιόν Καραχισάρ, όπου επιχειρούσαν τα Β' και Γ' σώματα στρατού, διοικητής των μονάδων αυτών ήταν ο αρχαιότερος στρατηγός των δύο σωμάτων. Ο Χατζανέστης, επειδή θεώρησε ότι μειώνονται οι εξουσίες του, κατάργησε αυτή την διοικητική δομή, αφαίρεσε την διοίκηση από τους επιτελείς του μετώπου και την πήρε ο ίδιος, ασκώντας την από την ... Σμύρνη. Και αφού γύρισε από μια 15νθήμερη επιθεώρηση του μετώπου, σχηματίζοντας την εικόνα ότι όλα έβαιναν καλώς, έστειλε ένα τηλεγράφημα στο υπουργείο Στρατιωτικών ότι "Αν ο τουρκικός στρατός επεχείρει να επιτεθεί, θα ηττάτο"!

Το ακόμη χειρότερο, έως καταστροφικό, ήταν το γεγονός ότι επικρότησε και πρωτοστάτησε σε ένα σχέδιο της πολιτικής ηγεσίας, το οποίο απέβλεπε στον εκβιασμό του Μουσταφά Κεμάλ και των Συμμάχων, με μια αιφνιδιαστική κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, από την οποία το Δ' Σώμα Στρατού απείχε 60 χιλιόμετρα. Οι τελικές αποφάσεις, για την πραγματοποίηση του σχεδίου πάρθηκαν, πάνω στο θωρηκτό "Αβέρωφ", που βρισκόταν ελλιμενισμένο στο Κερατσίνι και στο οποίο συνεδρίασε όλο το υπουργικό σύμβούλιο, με τον ίδιο τον Χατζανέστη παρόντα, τον οποίο ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης ερώτησε, εάν μπορούσαν να μεταφέρουν, χωρίς επιπτώσεις, από το μικρασιατικό μέτωπο 21.000 στρατιώτες, για να ενισχύσουν τον στρατό στην Θράκη.

Η απάντηση του απίστευτου αυτού ανθρώπου ήταν : "Ακινδύνως"

Τελικά, η μεταφορά των 21.000 στρατιωτών από την Μικρά Ασία, στην Θράκη, πραγματοποιήθηκε, αδυνατίζοντας, καθοριστικά τις ελληνικές δυνάμεις στο μικρασιατικό μέτωπο, ακριβώς, την στιγμή, που δεν έπρεπε. Αλλά δεν έγινε η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αφού οι μεγάλες δυνάμεις, που κατείχαν, ουσιαστικά, την πόλη, διακήρυξαν, στις 15 Ιουλίου 1922, ότι θα αντιδράσουν, ένοπλα, σε ένα τέτοιο ελληνικό εγχείρημα, με αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση να μην τολμήσει να προβεί σε αυτό.

Τι "κατάφεραν" όλοι αυτοί, με πρώτο και "καλύτερο" τον οπερεττικό αρχιστράτηγο Χατζανέστη; Κατάφεραν δύο πράγματα. 

Το ένα το είπαμε : Να αδυνατίσουν, καθοριστικά, την δύναμη της στρατιάς της Μικράς Ασίας, με την απόσυρση των 21.000 ανδρών. 

Το δεύτερο, που "κατάφεραν", ήταν να οδηγήσουν τον Μουσταφά Κεμάλ και τους επιτελείς του, που είδαν, ως απίστευτη ευκαιρία και κυριολεκτικά, ως αναπάντεχο δώρο, την αραίωση των δυνάμεων του ελληνικού στρατού και την αποδυνάμωσή του στο πολεμικό μέτωπο, στην ορθή - γι' αυτούς - ιδέα να επιτεθούν, με όλες τους τις δυνάμεις, πραγματοποιώντας έναν blitz krieg, πολύ πριν τον εφαρμόσει ο Γερμανός μαθητής του Μουσταφά Κεμάλ, στα πεδία των μαχών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σχετική διαταγή, που κοινοποίησε ο Ισμέτ πασάς (ο επονομασθείς Ινονού), ως στρατιωτικός διοικητής στο Ικόνιο, στα σώματα του μετώπου είναι, χαρακτηριστική, σαφής και αποκαλυπτική :

"Καθώς ο στρατός του εχθρού είναι απασχολημένος στην Θράκη, σε ευρείες στρατιωτικές προπαρασκευές και στην οργάνωση των μονάδων, παρουσιάζεται, σε μας, η άμεση ανάγκη, για διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων, πριν προλάβει ο εχθρός να μεταφέρει, στην Ανατολή, τις μονάδες του".

Έτσι, ο Μουσταφά Κεμάλ βρήκε την ευκαιρία, που γύρευε, αφού του δόθηκε, κυριολεκτικά, στο πιάτο. Και τα ξημερώματα της 13 Αυγούστου 1922, ξεκίνησε την επίθεση, που οδήγησε στην κατάρρευση του ελληνικού στρατού και τον έφερε, στις 27 Αυγούστου 1922, στην Σμύρνη. 

Εκεί, δηλαδή, από όπου ο Χατζανέστης (ο οποίος ευρισκόμενος στον κόσμο του, έβγαλε την πρώτη του διαταγή το ... βράδυ της 13ης Αυγούστου 1922, λέγοντας ότι η Στρατιά δεν πρόκειται να υποστεί τις πρωτοβουλίες του εχθρού και ότι θα πάρει τις δικές της, που θα τον συντρίψουν) συνέχισε να δίνει εντολές στην Στρατιά και να ... διοικεί τα Β' και Γ' Σώματα Στρατού, στο νότιο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ, την στιγμή, που η κατάσταση στο μέτωπο άλλαζε από ώρα, σε ώρα και από τέταρτο, σε τέταρτο, ενώ, μόνο η επεξεργασία των τηλεγραφημάτων, από το μέτωπο, που βρισκόταν 420 χιλιόμετρα μακριά, μαζί με την απάντησή τους, απαιτούσε ένα 4ωρο. 

Κάτω από αυτές τις τραγελαφικές και κυριολεκτικά, φουτουριστικές συνθήκες διεξαγωγής της τελικής φάσης του πολέμου στο μικρασιατικό μέτωπο, η κατάρρευση του ελληνικού στρατού, ο οποίος εξακολουθούσε να υπερτερεί των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ, υπήρξε, απόλυτα, φυσιολογική και ήταν προβλέψιμη και αναπόφευκτη...