Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

1972 - 2017 : Από την αντισοβιετική "Τριγωνική Διπλωματία" του Richard Nixon, στην σύγχρονη αντικινεζική "Τριγωνική Διπλωματία" του Donald Trump. (Η αμερικανική στρατηγική, για την περικύκλωση της Κίνας, η Ρωσία, ως μπαλαντέρ και οι θανάσιμοι κίνδυνοι, για την γερμανική "Ευρώπη").









 

Ο παραπάνω χάρτης, που δείχνει τις στρατηγικές κινήσεις της αμερικανικής υπερδύναμης είναι, απολύτως, χαρακτηριστικός και αποκαλυπτικός, ως προς τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της Ουάσινγκτων. Σταδιακά, με αργούς, αλλά και επιταχυνόμενους ρυθμούς, οι Η.Π.Α. αποπειρώνται να ολοκληρώσουν και να σφραγίσουν, ερμητικά, έναν κλοιό γύρω από την Κίνα. Σύμφωνα, με τον αναθεωρημένο και επικαιροποιημένο στρατηγικό σχεδιασμό, που εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα, τα οποία συγκεκριμενοποιούνται, στην διατήρηση της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας των Η.Π.Α., η περικύκλωση, η σταδιακή αποδυνάμωση, η ανάσχεση και η πλήρης εξουθένωση του ανερχόμενου κινεζικού γίγαντα είναι απαραίτητες.


Οι ραγδαίες εξελίξεις και οι ρηγματικές μεταβολές της γεωπολιτικής ισχύος, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί, κατά την διάρκεια και εξ αιτίας της παγκοσμιοποίησης, οδηγούν την Κίνα, στο να βρεθεί στην θέση, που βρισκόταν η, αλήστου μνήμης, "Σοβιετική Ένωση", πριν από την αυτοκατάργησή της, καθ' όλη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Πρέπει, λοιπόν, να τεθεί, σε κλοιό, προκειμένου να ανασχεθεί.

Αυτή είναι η κυρίαρχη διαπίστωση και το κρίσιμο συμπέρασμα, που επικρατεί στην Ουάσινγκτων. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν οι εσωτερικές διαφωνίες, οι οποίες δεν είναι, καθόλου μικρές, ούτε και ασήμαντες. Αντιθέτως, είναι βαθύτατες και διχαστικές και έχουν εξελιχθεί, σε έντονες έριδες, παρά το γεγονός ότι οι αμερικανικές ελίτ συμφωνούν, ως προς το γενικό πλαίσιο, που, μόλις περιγράψαμε.

Όσο περνάει ο καιρός η αλήθεια είναι ότι, παρά την πείσμονα αντίσταση και τις παιδαριώδεις αντιδράσεις της, πρόσφατα, ηττημένης παραδοσιακής και εμφανιζόμενης, ως φιλελεύθερης πολιτικοοικονομικής ελίτ, που κατοικοεδρεύει στην Ουάσινγκτων και η οποία επιδεικνύει μία έντονη και επίμονη ψυχοπαθητική συμπεριφορά, απειλώντας τον Donald Trump, με καθαίρεση, από το προεδρικό αξίωμα, αρνούμενη να αποδεχθεί την ... περηφανή (αλλά και απρόσμενη και ως εκ τούτου, ταπεινωτική) ήττα της, στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, οι αδυσώπητες νέες πραγματικότητες, που έχουν διαμορφωθεί, στον πλανήτη μας, έχουν αλλάξει, άρδην και ανεπίστρεπτα, τις παγκόσμιες ισορροπίες.

Ο παλαιός Ψυχρός Πόλεμος ανήκει, εκ των πραγμάτων, στο παρελθόν, όσο και αν το βαθύ αμερικανικό κράτος και οι ελίτ, που το εκφράζουν, εξακολουθούν να επιμένουν, στην πολιτική της ανάσχεσης της Ρωσίας​, ως ένα πρώτο βήμα, το οποίο, στην συνέχεια, υποτίθεται ότι θα οδηγήσει στην αποικιοποίηση της. Η πολιτική αυτή, παρά τους, περί του αντιθέτου, ισχυρισμούς των ηγετών της αμερικανικής υπερδύναμης, σε όλη την προηγούμενη περίοδο, που ξεκίνησε, αμέσως μετά την αυτοδιάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", βρισκόταν, μέσα στον σκληρό πυρήνα των επιδιώξεων των Αμερικανών και της Δύσης, αλλά, παρά τις σημαντικές επιτυχίες, που είχε, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, έως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000, τελικά, εξάντλησε το σύνολο των αποθεμάτων της, με αποτέλεσμα να καταστεί αναποτελεσματική.

Αυτός ο στρατηγικός σχεδιασμός, που, στην πρώτη μετασοβιετική εποχή, φάνηκε ότι προχωρούσε προς την βαθμιαία και με την πάροδο του χρόνου, προοδευτική υλοποίηση του, ανατράπηκε, όταν η ρωσική ηγεσία, κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών της εποχής του Μπόρις Γέλτσιν, αντιλήφθηκε, στην πράξη, τα αδιέξοδα, στα οποία είχε οδηγηθεί, από το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. και οι δυτικές ελίτ επέμεναν, στην πολιτική της περικύκλωσης της Ρωσίας, με αποτέλεσμα την παράδοση της εξουσίας στον Βλαντιμίρ Πούτιν, προκειμένου να συμμαζέψει την χώρα και να ανασυγκροτήσει την παρακμάζουσα ρωσική ισχύ.

Βεβαίως, η ανάδειξη του Βλαντιμίρ Πούτιν, στην ηγεσία της Ρωσίας, ήταν μία αναγκαία συνθήκη, για την ανατροπή του αμερικανικού σχεδιασμού, για την περικύκλωση και την αποικιοποίηση της Ρωσίας, αλλά δεν ήταν ικανή, για την ολοκλήρωση αυτής της ανατροπής. Για να περαιωθεί αυτή η ανατροπή, η περικύκλωση της Ρωσίας και ο ασφυκτικός κλοιός, που την περιέβαλε, από τα ευρωπαϊκά της σύνορα, μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού, έπρεπε να διαρραγεί. Ο κλοιός, έπρεπε να σπάσει.

Αυτή η εξέλιξη, τελικά, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και όσο περνούσαν τα χρόνια, ήταν περισσότερο εύκολη, από όσο φαινόταν, παρά το γεγονός ότι η Ουάσινγκτων είχε καταστήσει σαφές ότι η Ρωσία, παρά την ουσιαστική της αποδυνάμωση, ως παγκόσμιου ανταγωνιστικού παίκτη, παρέμενε να είναι - λόγω του τεράστιου πυρηνικού της οπλοστασίου, με την χρήση του οποίου μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εξαφανίσει τις Η.Π.Α., από τον παγκόσμιο χάρτη -  ο κύριος αντίπαλός της, ο οποίος βρισκόταν, υπό ασφυκτικό έλεγχο και στενή επιτήρηση και στις δύο, περίπου, δεκαετίες, κατά την διάρκεια των οποίων επικράτησε η παγκοσμιοποίηση, ως κυρίαρχη πολιτική των Η.Π.Α. και η οποία αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ελίτ, που απαρτίζουν τον σκληρό πυρήνα της αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής υπερδύναμης και πρώτ' απ' όλα, στην διατήρηση της πλανητικής τους κυριαρχίας.

Η σταδιακή ανάδειξη της Κίνας, ως του επόμενου νέου αντίπαλου των Η.Π.Α. και της Δύσης και διεκδικητή της παγκόσμιας κυριαρχίας, ο οποίος, προοπτικά και σε μεσομακροπρόθεσμη βάση, θα είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί, από την αμερικανική υπερδύναμη και τους συμμάχους της, χωρίς μια καθαρή και γρήγορη ανάσχεση, διευκόλυνε και οδήγησε, στην διάρρηξη της θηλιάς, που είχε επιβληθεί, στην "Ε.Σ.Σ.Δ." και στην μετασοβιετική Ρωσία, ως ένα μέτρο της αμερικανικής πολιτικής, η οποία αποσκοπούσε στην ανάσχεση της ρωσικής ισχύος. 

Αυτή η πολιτική της αποκαλούμενης "Τριγωνικής Διπλωματίας", που ακολουθήθηκε από την Ουάσινγκτων, με στόχο την κατίσχυση, επί της "Σοβιετικής Ένωσης" και των πολλών και ποικίλων πολιτικοιδεολογικών και λοιπών συμμάχων και δορυφόρων της, στον παγκόσμιο χάρτη (είτε αυτοί είχαν κατακτήσει την κρατική εξουσία, στις χώρες τους, είτε όχι), ομολογουμένως, υπήρξε, εξαιρετικά, επιτυχής, αφού οδήγησε - με δεδομένη την, προφανώς, καθοριστική επίδρασή της, στην διαμόρφωση του πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου, που οδήγησε την ύστερη "σοβιετική" ελίτ, στο να αποδεχθεί, ως αναγκαίες και ως, εκ των πραγμάτων, μοιραίες, τις παιδαριώδεις ανοησίες του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και της ύστερης "μεταρρυθμιστικής" ηγεσίας του Κ.Κ.Σ.Ε. -, στην πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης" και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία εκχωρήθηκε, βλακωδώς και με ανταλλάγματα, τα οποία ήσαν λιγότερα του βιβλικού πινακίου φακής, στον αμερικανοδυτικό συνασπισμό.



21/2/1972 Πεκίνο : Οι Mao Zedong και Richard Nixon  εκκινούν την σχεδιασμένη, από το επιτελείο του Αμερικανού προέδρου - στο οποίο η συμμετοχή του Henry Kissinger υπήρξε καθοριστική - στρατηγική πολιτική της "Τριγωνικής Διπλωματίας", με σκοπό την περικύκλωση της "Σοβιετικής Ένωσης" και την στήριξη ενός ικανού ανταγωνιστικού πολιτικού, ιδεολογικού και στρατιωτικού πόλου, απέναντι στον "σοβιετικό"/ρωσικό ηγεμονισμό. 



Αυτή η αμερικανική πολιτική της "Τριγωνικής Διπλωματίας", η οποία, όπως είπαμε, άκρως, επιτυχής, δεν περιείχε κανένα μυστήριο. Ήταν ωμή, αδυσώπητη και ως εκ τούτου, υπήρξε απλούστατη, ως προς τον σχεδιασμό της, από το επιτελείο του προέδρου Richard Nixon, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Βλέποντας τις παραδοχές της, ο παραπάνω ισχυρισμός καθίσταται αυτονόητος. 

Η πυρηνική ισχύς των Η.Π.Α. μπορεί - και ήταν - να ήταν αποτρεπτική και να συγκρατούσε μια αιφνιδιαστική επίθεση της "Σοβιετικής Ένωσης", αλλά δεν ήταν επαρκής, για μια αιφνιδιαστική επίθεση των Αμερικανών και των συμμάχων τους, για ένα καθοριστικό πρώτο πλήγμα, το οποίο θα εκμηδένιζε τους "Σοβιετικούς". Το κέρδος από την διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου δεν θα ήταν, απλώς, μηδενικό. Θα ήταν, απόλυτα, καταστροφικό, αφού το πυρηνικό οπλοστάσιο της Μόσχας ήταν, πλέον, τεράστιο και ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να αντιμετωπισθεί.

Με ακαταμάχητη την πυρηνική ισχύ της "Ε.Σ.Σ.Δ.", η Ουάσινγκτων έπρεπε να βρει άλλους τρόπους, για την αντιμετώπιση του αντιπάλου της. Η πολιτική της αποτροπής και της κατίσχυσης έπρεπε να αλλάξει περιεχόμενο, με την εύρεση ενός νέου διεθνούς παίκτη, ο οποίος, ως ένας άτυπος, αλλά και ουσιαστικός σύμμαχος των Η.Π.Α., θα άλλαζε τους παγκόσμιους συσχετισμούς της ισχύος, υπέρ της αμερικανικής υπερδύναμης, με κύριο εργαλείο την ολοκλήρωση της περικύκλωσης των "Σοβιετικών" και των συμμάχων τους.

Αυτός ο νέος στρατηγικός παίκτης και συνεργάτης των Η.Π.Α., στην διεθνή σκακιέρα, ήταν η Κίνα του Mao Zedong, η οποία, από την ίδρυσή της, το 1949, υπήρξε πιστός σύμμαχος της Μόσχας, σε όλη την διάρκεια της ύστερης σταλινικής εποχής, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της πρώτης μετασταλινικής περιόδου. 

Όμως, ο θάνατος του Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος υπήρξε μια πατρική ιδεολογική και πολιτική φιγούρα, για τον Mao Zedong και την λοιπή ηγεσία των Κινέζων κομμουνιστών, αφού και ο ίδιος ο Mao, όπως και οι άλλοι (Chen Duxiu, Deng Zhongxia, Zhou Enlai, κ.α.), ουσιαστικά, υπήρξαν, μέσω της Komintern (και) δικά του δημιουργήματα, έφερε, όπως ήταν φυσικό, στην επιφάνεια και σε αντιπαράθεση, τα διαφορετικά  συμφέροντα των κρατικών και κομματικών γραφειοκρατιών των δύο κομμουνιστικών χωρών.

Η ρήξη, στις σχέσεις των δύο κομμουνιστικών κρατών, η οποία, πολύ γρήγορα, στα χρόνια, που ο Νικήτα Χρουστσώφ αναδείχθηκε, ως ηγέτης της "Σοβιετικής Ένωσης", οριστικοποιήθηκε, μετα την αποτροπή του σχεδιαζόμενου φιλοσταλινικού πραξικοπήματος (το οποίο ήταν και φιλομαοϊκό, αφού, κατά το κατηγορητήριο του Μιχαήλ Σουσλώφ, η κινεζική ηγεσία βρισκόταν, σε συνεννόηση, με τους επίδοξους πραξικοπηματίες), από τους Γκιόργκι Μαλένκωφ - Βιάτσεσλαβ Μολότωφ - Λαζάρ Καγκάνοβιτς και την απομάκρυνσή τους, τον Ιούλιο του 1963, από την ηγεσία του Κ.Κ.Σ.Ε.,  οδήγησε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και του κινεζικού κράτους, στην αναζήτηση νέων διεθνών συμμαχιών, παρά την αντικατάστασή του Νικήτα Χρουστσώφ, τον Οκτώβριο του 1964, από τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Κάπως έτσι ο Mao Zedong, ο Zhou Enlai και η υπόλοιπη ηγεσία της κομμουνιστικής Κίνας αποφάσισαν, ήδη από το 1969, να επαναπροσανατολίσουν, ριζικά, την εξωτερική πολιτική του κράτους τους και να παίξουν το αμερικανικό χαρτί, στέλνοντας τα κατάλληλα μηνύματα στην Ουάσινγκτων.

Φυσικά, η αμερικανική υπερδύναμη πήρε τα μηνύματα αυτά και με αρχιτέκτονα τον Henry Kissinger, ο οποίος, τότε, ήταν ειδικός σύμβουλος του προέδρου Richard Nixon, ολοκληρώθηκε η πολιτική της ανάσχεσης της "Σοβιετικής Ένωσης", με την οικοδόμηση της στρατηγικής της "Τριγωνικής Διπλωματίας", με την οποία η ρωσική υπερδύναμη, στην "σοβιετική" της εκδοχή, περικυκλώθηκε, από τις ανταγωνιστικές και εχθρικές, προς αυτή, δυνάμεις.

Αυτή η πολιτική του ασφυκτικού κλοιού, η οποία, εκείνη την εποχή, δεν φαινόταν ικανή να δαμάσει τον "σοβιετικό" δυναμισμό, απέδωσε, για την αμερικανική υπερδύναμη (αλλά και για την "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κίνας), πολύ περισσότερα από τα αναμενόμενα.

Στην εποχή μας, όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει και κατ' ουσίαν, έχουν αντιστραφεί. Η "Σοβιετική Ένωση" δεν υπάρχει, πλέον, ενώ η Ρωσία, όντας αποδυναμωμένη, σε σχέση, με την παλαιά "σοβιετική" εκδοχή της, μπορεί, ως ανερχόμενη υπερδύναμη, η οποία, όμως, έχει πεπερασμένες δυνατότητες, στην παγκόσμια σκηνή, να αποτελέσει τον αντίστοιχο μπαλαντέρ, που θα επιτρέψει στις Η.Π.Α., να αποκρούσουν τον, ακάθεκτα, ανερχόμενο σύγχρονο κινεζικό δυναμισμό, ο οποίος, προφανέστατα, εξελίσσεται, στο να μετατραπεί, από έναν περιφερειακό ηγεμονισμό, σε μια παγκόσμια δύναμη, η οποία, πολύ γρήγορα, θα διεκδικήσει, από την αμερικανική υπερδύναμη, την παγκόσμια ηγεμονία, χωρίς να μπορεί, από ένα χρονικό σημείο και μετά, να αντιμετωπισθεί, εάν αφεθεί χωρίς να ανασχεθεί.  

Με αυτά τα αμείλικτα δεδομένα, είναι προφανές ότι η αμερικανική και η ρωσική ελίτ μπορούν να αντιμετωπίζουν, ως ήσσονος σημασίας, τις παλαιές και τις σύγχρονες διαφορές και αντιπαραθέσεις τους, σε σχέση με τις αντίστοιχες αντιπαραθέσεις τους, με την, ταχύτατα, ανερχόμενη Κίνα.

Η Ουάσινγκτων επιθυμεί να διατηρήσει την πλανητική πρωτοκαθεδρία της, την οποία δεν θέλει, τώρα, να την μοιραστεί, ούτε και αργότερα, να την παραδώσει, στην Κίνα και φυσικά, δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει, χωρίς ανάσχεση, τις παρούσες φιλοδοξίες της κινεζικής ηγεσίας να κυριαρχήσει, στην θάλασσα της νότιας Κίνας και στην ευρύτερη περιοχή του ανατολικού Ειρηνικού Ωκεανού. Μια κινεζική κυριαρχία θα δορυφοροποιούσε τους συμμάχους των Η.Π.Α., στην περιοχή (Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Αυστραλία) και θα οδηγούσε, στην αγκαλιά του Πεκίνου, όλες τις άλλες χώρες της περιοχής.

Και φυσικά, η Ουάσινγκτων δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί την εντεινόμενη διείσδυση της Κίνας, σε όλη την περιοχή που εκτείνεται από τα αφρικανικά παράλια, στον Ατλαντικό Ωκεανό, μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό και την θάλασσα της Ωκεανίας. Όπως, επίσης, η αμερικανική ελίτ δεν θα αφήσει την κινεζική διείσδυση στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", χωρίς να την ανακόψει.

Οι Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές βλέπουν ότι η Κίνα οδηγείται, στο να υποκαταστήσει τις Η.Π.Α., στην παγκόσμια κυριαρχία και υπό την σημερινή της μορφή, αποτελεί ένα πρόπλασμα (με ιδιότυπα και ιδιότροπα αυταρχικά πολιτικά χαρακτηριστικά, που είναι αποτέλεσμα της πρόσφατης, αλλά και της παλαιότατης ιστορίας του κινεζικού κοινωνικού σχηματισμού) των ίδιων των Η.Π.Α., όπως αυτές ήσαν, στις αρχές του 20ου αιώνα.

Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα, λόγω των πεπερασμένων δυνατοτήτων, που έχει, εξ αιτίας της περιορισμένης οικονομικής της δυναμικής, αλλά και της δημογραφικής ατροφίας της, έναντι της Κίνας, η οποία διεισδύει, με γοργούς ρυθμούς, στην παλαιά αυλή της Ρωσίας, στα κράτη της Κεντρικής Ασίας, που ανεξαρτητοποιήθηκαν, μετά την αυτοδιάλυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", έχει κάθε λόγο να διαπραγματευθεί, με τους Αμερικανούς, μια συμφέρουσα μακροπρόθεσμη στρατηγική, η οποία να αλλάζει τα παγκόσμια δεδομένα, εγκλωβίζοντας την Κίνα, σε έναν ανάλογο κλοιό, με εκείνον, στον οποίο είχε παγιδευθεί η "Σοβιετική Ένωση", αλλά και η Ρωσία της πρώτης μετασοβιετικής περιόδου.

Ως εκ τούτου, η "Τριγωνική Διπλωματία" αλλάζει κατεύθυνση και προσανατολισμό. 

Ίσως, να έχει έλθει η ώρα αυτή την ίδια πολιτική, την οποία συνδιαμόρφωσαν προπάτορες της, να την γευθεί και να την υποστεί η παρούσα κινεζική ηγεσία. Η κυβερνώσα ελίτ των Η.Π.Α. σχεδιάζει και σταδιακά, υλοποιεί την περικύκλωση και την ανάσχεση του αναδυόμενου κινεζικού ηγεμονισμού, ο οποίος, λόγω του, καταθλιπτικά (για τους αντιπάλους της Κίνας) τεράστιου μεγέθους του πληθυσμού της χώρας αυτής, αποτελεί μια μέλλουσα υπερδύναμη, η οποία, προϊόντος του χρόνου, θα υπερκεράσει όλους τους αντιπάλους της.

Αλλά, για να ολοκληρωθεί αυτή η στρατηγική πολιτική της περικύκλωσης της Κίνας, θα πρέπει η αμερικανική ελίτ να σταματήσει τις έντονες εσωτερικές της έριδες, ως προς το πώς αυτό θα επιτευχθεί. Η λυσσώδης αντιπαράθεση, ανάμεσα, στην παραδοσιακή αμερικανική ελίτ, που επιμένει, στο να θεωρεί ότι προέχει η ανάσχεση ρωσικής υπερδύναμης και η μεταγενέστερη αποικιοποίηση της Ρωσίας και στην υποτιθέμενη, ως "αντισυμβατική" αμερικανική ελίτ, που εκφράζεται, από τον πρόεδρο Donald Trump, που βλέπει, ως αδιέξοδη, την συνέχιση αυτής της πολιτικής και προσανατολίζεται, προς την σύμπηξη μιας νέας, αντικινεζικού χαρακτήρα και περιεχομένου, συμμαχίας με την Ρωσία, με σκοπό την δημιουργία ενός ασφυκτικού κλοιού, εντός του οποίου θα εγκλωβιστεί και θα πνιγεί ο κινεζικός πλανητικός ηγεμονισμός, καλά κρατεί.

Αυτή η αντιπαράθεση, η οποία δραματοποιείται, στο έπακρο, δεν είναι εύκολο να υπερκερασθεί, στον βαθμό, που η τεχνοδομή των πολυεθνικών αντιδρά στην διαμόρφωση μιας αντικινεζικής στρατηγικής, λόγω των επενδυμένων συμφερόντων, που έχει, στην Κίνα - πολύ περισσότερο, μάλιστα, που ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping και η λοιπή ηγεσία της κινεζικής κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας εμφανίζονται, ως διατεθειμένοι να ηγηθούν της παγκοσμιοποίησης, την οποία, σκοπίμως και με απώτατο στόχο την ανακοπή των ρυθμών της οικονομικής ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας, υπονομεύουν οι Η.Π.Α.


Όμως, παρά τις εσωτερικές έριδες της αμερικανικής ελίτ, η αλήθεια είναι ότι η ανάδειξη, στην εξουσία του Donald Trump και της ομάδας, που τον περιστοιχίζει, έχει θέσει, χωρίς περιστροφές, με έναν ανοικτό τρόπο, το κινεζικό ζήτημα και έχει ωθήσει τις εξελίξεις, προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία, φυσικά, είναι η συνέχιση της αμερικανικής στρατηγικής πολιτικής, με την απαραίτητη αλλαγή αντιπάλου και φυσικά, με ανάλογη αλλαγή μπαλαντέρ.

Όμως, για να ευδοκιμήσει αυτή η πολιτική της σύγχρονης "Τριγωνικής Διπλωματίας", για την περικύκλωση και την ανάσχεση της επιταχυνόμενης δυναμικής του κινεζικού ηγεμονισμού, δεν αρκεί η βούληση της Ουάσινγκτων. Μπορεί η αμερικανική υπερδύναμη να θέλει, αλλά, εάν η Ρωσία δεν αποδεχθεί τον ρόλο του μπαλαντέρ, σε μια συνδυασμένη στρατηγική ανάσχεσης του κινεζικού γίγαντα, η όλη υπόθεση καθίσταται κενή περιεχομένου.

Αλλά, για να δεχθεί η ρωσική ελίτ μια τέτοια συμμαχία, με τις Η.Π.Α., θα πρέπει να λάβει εκείνα τα ανταλλάγματα, που θα ήσαν ικανά να την πείσουν ότι αξίζει τον κόπο να συμμετάσχει, σε μια αντικινεζική στρατηγική. Και φυσικά, αυτού του είδους τα ανταλλάγματα είναι που συζητούνται, πίσω από τις κλειστές πόρτες των διάφορων φανερών και μυστικών επαφών του Κρεμλίνου, με τον Λευκό Οίκο.

Όμως, τα ενδιαφέροντα της Ρωσίας είναι πολύ συγκεκριμένα και εντοπίζονται, στον ευρωπαϊκό χώρο και στην Μεσόγειο. Και αυτή η συγκεκριμένη στόχευση της ρωσικής ελίτ είναι που καθιστά την όποια επίτευξη μιας αμερικανορωσικής συμμαχίας, δύσκολη, αφού οι Η.Π.Α. θα πρέπει να αφήσουν στην άκρη - δηλαδή να παραδώσουν, στην Ρωσία - την Ουκρανία και κάποιους από τους συμμάχους τους, στην Βόρεια Ευρώπη, στην κεντρική και στην νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.

Αλλά, παράλληλα, με την παράδοση της Ουκρανίας, στην Ρωσία, όπως επίσης και κάποιων χωρών, που είναι σύμμαχες με τις Η.Π.Α., ή φιλικές με αυτές, οι Αμερικανοί θα πρέπει να βλάψουν και κάποιους άλλους, με προεξάρχοντες τους Γερμανούς (που, άλλωστε, ήδη, βλάπτονται, από την συστηματική πολιτική της επιβράδυνσης της παγκοσμιοποίησης, που ακολουθεί η Ουάσινγκτων), από τους οποίους αντιμετωπίζουν έναν συνεχή εμπορικό ανταγωνισμό, ο οποίος θεωρείται ότι είναι (και είναι) αθέμιτος. 

Και φυσικά, πρέπει να βλάψουν και την, υπό γερμανική καθοδήγηση, "Ευρωπαϊκή Ένωση" - κάτι, που άλλωστε, ήδη, έχει αρχίσει να γίνεται -, η οποία, μέσω της ευρωζώνης, αποτελεί το κύριο εργαλείο του γερμανικού οικονομικού δυναμισμού, που στηρίζεται, στο, επίμονο και διαρκές dumping, μέσω του, υπερβολικά, υποτιμημένου, για τα γερμανικά οικονομικά δεδομένα, ευρώ.

Και φυσικά, αυτή την αντιγερμανική πολιτική είναι που ακολουθεί ο Donald Trump, έχοντας ένα ανοικτό μέτωπο, με τις γερμανικές ελίτ, τις οποίες φροντίζει να κατατρομοκρατήσει και να πτοήσει το ηθικό τους, προκειμένου να υποταχθούν, στις θελήσεις του, με τελευταία έκφραση αυτής της ρητορικής πολεμικής, που ακολουθεί, όταν αναφέρεται, στο Βερολίνο, αυτή την απίθανη δήλωσή του, ότι "οι Γερμανοί είναι κακοί, πολύ κακοί".

Ως εκ τούτου, ο γεωπολιτικός χώρος της Δυτικής Ευρώπης, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε, μετά την κατάρρευση του αποκληθέντος "υπαρκτού σοσιαλισμού" και την ενσωμάτωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, στο ΝΑΤΟ και τους λοιπούς θεσμούς του Δυτικού Κόσμου, βρίσκεται, σε μία διαδικασία αναμόρφωσης, αναδιάταξης και φυσικά αντιμετωπίζει, άμεσα, την απειλή μιας σταδιακής διάσπασης και ενός κατακερματισμού, η οποία, ανάλογα, με τις ευρύτερες εξελίξεις, μπορεί να επιταχυνθεί, μέσα από μία πιθανή νέα Γιάλτα, που μπορεί να προκύψει, ως αποτέλεσμα της σύγχρονης "Τριγωνικής Διπλωματίας", για την οποία μιλάμε.

Άλλωστε, η απόφαση του προέδρου Donald Trump να γνωστοποιήσει απόρρητες πληροφορίες με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την λοιπή ρωσική κυβέρνηση, η οποία απόφαση αντιμετώπισε σφοδρότατες αντιδράσεις, από διάφορους κύκλους των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και από την παραδοσιακή αμερικανική ελίτ, που νοσταλγεί τις ημέρες της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Barack Hussein Obama, την Hillary Clinton  και το επιτελείο τους, αποδεικνύει ότι, πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαφόρων αμερικανορωσικών επαφών, επικρατεί ένα κλίμα μιας πρωτόγνωρης στενής συνεργασίας, ανάμεσα, στους δύο ηγέτες και στους συνεργάτες τους, ένα κλίμα, που είχε να εμφανιστεί, από την εποχή των Franklin Delano Roosevelt και Ιωσήφ Στάλιν, κατά την διάρκεια της διεξαγωγής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτή η Ευρώπη (και το ιδεολόγημά της, ο "υπαρκτός ευρωπαϊσμός"), που βρίσκεται, κάτω από μια ουσιαστική γερμανική χειραγώγηση, είναι αντιμέτωπη με μία διαδικασία οξείας εσωτερικής διαίρεσης, ήδη, περνάει μεγάλες δοκιμασίες, οι οποίες, συν τω χρόνω, θα καταστούν θεόρατες και πιθανότατα, διαλυτικές και καταστροφικές.

Η κατατρομοκρατημένη γερμανική ελίτ έχει, πλήρως, αντιληφθεί ότι έρχονται τα χειρότερα. Η χθεσινή δήλωση της Angela Merkel, που έγινε, μετά από τις μεγαλοπρεπείς αποτυχίες των διασκέψεων του ΝΑΤΟ και του G7, όπου ο Donald Trump, μαζύ με την περιγραφή των Γερμανών, ως πολύ κακών, ζήτησε και την επιστροφή πολλών δισεκατομμυρίων δολλαρίων από την Γερμανία, είναι χαρακτηριστική του πανικού, που επικρατεί, στο Βερολίνο, ενόψει των αναμενόμενων κακών εξελίξεων, στον ευρωπαϊκό χώρο. Ας απολαύσουμε αυτή την δήλωση της κ. Καγκελαρίου, μαζί με τον απύθμενο φόβο, που περικλείει :


"Εμείς οι Ευρωπαίοι" είπε η εκπρόσωπος του σοβαροφανούς σύγχρονου γερμανικού εθνικισμού "πρέπει πραγματικά να πάρουμε τις τύχες μας, στα χέρια μας, φυσικά με φιλικά αισθήματα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για την Βρετανία και να είμαστε καλοί γείτονες, όπου αυτό είναι δυνατόν, με τις άλλες χώρες, ακόμη και με την Ρωσία. Αλλά θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρέπει να αγωνιστούμε μόνοι, για το μέλλον μας, για την μοίρα μας, ως Ευρωπαίων. .... Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται πλήρως στους συμμάχους της". Όπως είπε η καταπτοημένη κυρία Merkel, η εποχή αυτή "έχει τελειώσει, σε κάποιο βαθμό".

Αλλά όλα αυτά, προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας οριστικοποιημένης αμερικανορωσικής συμφωνίας, η οποία, αν και βρίσκεται, στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων, στην πραγματικότητα, παραμένει εκκρεμής, διότι η Μόσχα αντιλαμβανόμενη την ουσιαστική ισχύ, που της δίνει η θέση της και η παρούσα, αλλά και η μέλλουσα κατάσταση, που αφορά τις γεωπολιτικές ισορροπίες, στον πλανήτη, ως ενός ισχυρού διεθνούς παίκτη, ο οποίος μπορεί να προσδιορίσει, σε μακροπρόθεσμη βάση, το status quo, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και την Κίνα, στην παρούσα φάση παραμένει, άκρως, επιφυλακτική, απέναντι, στην αμερικανική ελίτ, αφού γνωρίζει ότι οι ομάδες, που συγκροτούν το βαθύ αμερικανικό κράτος παραμένουν διχασμένες, ως προς την στρατηγική, που επιθυμούν να ακολουθήσει, η πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμη.

Αυτό συμβαίνει, στον βαθμό, που ένα πολύ σημαντικό τμήμα των ομάδων αυτών, που σχεδιάζουν τις στρατηγικές κινήσεις της αμερικανικής υπερδύναμης, θέλει να πιστεύει ότι οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοι της Ουάσινγκτων, μπορούν να αντιμετωπίσουν, να ανασχέσουν και να περιορίσουν, εκ παραλλήλου και την κινεζική δυναμική, όπως και την επανακάμψασα Ρωσία, παρά την ακαταμάχητη πυρηνική της ισχύ.

Όπως σχεδιάζει ένα τμήμα των αμερικανικών ελίτ, η παράλληλη ανάσχεση και η συνδυασμένη απομόνωση της Ρωσίας και της Κίνας, μπορούν να πραγματοποιηθούν, μέσα από έναν νέο πλανητικό διχασμό, που θα διαχωρίσει τον κόσμο μας, σε δύο χωριστά στρατόπεδα, ήτοι : 

Από την μία πλευρά, στο στρατόπεδο της Δύσης και από την άλλη, στο στρατόπεδο όλων των άλλων, που θα ακολουθήσουν την Κίνα και την Ρωσία, οι οποίες, φυσικά, θα αποκοπούν, από το νέο δυτικό οικονομικό σύστημα και τις, εντός αυτού, διεξαγόμενες οικονομικές σχέσεις.

Έτσι, η ρωσική ηγεσία, στην παρούσα φάση, παρά το γεγονός ότι διεξάγει μυστικές και φανερές διαπραγματεύσεις, με την Ουάσινγκτων, κλείνει προς μια άτυπη συμμαχία, με την Κίνα, στην οποία παρέχει και μια μη ομολογημένη και άτυπη προστασία, από ένα αιφνιδιαστικό αμερικανικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, προκειμένου να κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο, αλλά και ό,τι άλλο μπορεί να προκύψει, κατά την διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, που παραμένει ακαθόριστη και απροσδιόριστη, ως προς την εξέλιξή της και τις ισορροπίες, που θα προκύψουν, ως αποτέλεσμα.

Όλα αυτά συμβαίνουν, διότι, όπως είναι, εύκολα, κατανοητό, η αντισοβιετική/αντιρωσική στρατηγική πολιτική της "Τριγωνικής Διπλωματίας", που προώθησαν, στο παρελθόν, οι ηγέτες της Ουάσινγκτων, όπως και η σύγχρονη αντικινεζική εκδοχή της, που προωθεί η διοίκηση του Donald Trump,  μπορεί, κάλλιστα και χωρίς καμμιά δυσκολία, να αποκτήσει ένα αντιαμερικανικό και αντιδυτικό περιεχόμενο και προσανατολισμό.

Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις, που έρχονται, θα είναι, ούτως, ή άλλως καθοριστικές και κοσμογονικές, για τις τύχες της παγκόσμιας κοινότητας.

Και για τον λόγο αυτόν, είναι, καταφανώς, επικίνδυνες...

 

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Από το 1ο τρίμηνο του 2016, στο 1ο τρίμηνο του 2017 : Τα αδιέξοδα της παγιδευμένης, στην κρίση, ελληνικής οικονομίας, η καταστροφική ισοτιμία του ευρώ, ως ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και η, εντός ευρωζώνης, αναπόφευκτη πολιτική της συντριβής των γενικών εισοδημάτων.




Επιτέλους ... ανάπτυξη, μας λέει η ΕΛΣΤΑΤ, κάνοντας, όπως φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα, μία πρώτη και φυσικά, προσωρινή εκτίμηση των στοιχείων που έχουν συλλέξει οι οικονομέτρες της, για την πορεία και το συνολικό μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ, το 2016!

Σύμφωνα, με αυτά τα προσωρινά στοιχεία, το 2016, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε, σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με το 2015, κατά 191 εκατομμύρια ευρώ και από τα 175,697 δισ. €, το 2015, έφθασε, το 2016, στα 175,888 δισ. €, με αποτέλεσμα να προκύψει​, μετά από πολλά χρόνια κάμψης, μία ποσοστιαία αύξηση της τάξεως του 0,1%.

Πέραν τούτου, μάλιστα, αυτά που η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου έχει αποδεχθεί, ως ένα πακέτο μέτρων, στα πλαίσια ενός, εξαιρετικά, αμφίβολου προσύμφωνου, που έχει ονομασθεί ως Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο της περιόδου 2018-2021 και το οποίο εξέρχεται των χρονικών ορίων του 3ου Μνημονίου, που η ίδια κυβέρνηση έχει υπογράψει με τους ξένους δανειστές (πλην του Δ.Ν.Τ.), προβλέπουν μια διαρκή πορεία αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ, συνοδευόμενη από ιλιγγιώδη επίπεδα πρωτογενών πλεονασμάτων των ετήσιων προϋπολογισμών του ελληνικού κράτους, την οποία αξίζει να δούμε, με βάση τα, κατά την ΕΛΣΤΑΤ, προσωρινά αποτελέσματα, που αφορούν το ελληνικό ΑΕΠ του 2016 και όχι τις μη πραγματοποιημένες και ως εκ τούτου, αποτυχημένες προβλέψεις της Commission, για το έτος αυτό.

Όσον αφορά την αρνητική εξέλιξη του ΑΕΠ, το 2016 - και ειδικά, για το 2016, πρόκειται για πραγματική αρνητική εξέλιξη, που σηματοδότησε την συνέχιση της κρίσης και της πτώσης της πραγματικής παραγωγής, παρά το ονομαστικό πρόσημο του ΑΕΠ, στο +0,1%, εάν ληφθεί υπόψη και ο πραγματικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο οποίος ήταν, πέρυσι, μετά από αρκετό καιρό, μη αποπληθωριστικός -, αλλά και για την, επίσης, αρνητική διαμόρφωσή του, κατά την διάρκεια των πρώτων μηνών του τρέχοντος έτους, η αιτία αυτής της εξέλιξης δεν είναι καθόλου δύσκολο να εντοπισθεί. Κάθε άλλο. 


Η αιτία αυτών των αρνητικών εξελίξεων βρίσκεται, κυρίως, στο υπερμεγέθες πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2016, το οποίο ξεπέρασε τον αρχικό στόχο του 0,5% του ΑΕΠ, φθάνοντας στα επίπεδα του 4,2% του ΑΕΠ του 2016, ήτοι στα, περίπου, 7,39 δισ. €, ως αποτέλεσμα της βαρειάς​ φορολογίας και των περικοπών στους μισθούς, στις συντάξεις και στα εισοδήματα, εντείνοντας, παράλληλα και τα, ήδη, μεγάλα προβλήματα ρευστότητας, που έχουν κτυπήσει, ανάμεσα στα άλλα, την, σε πλήρη καταστολή, ευρισκόμενη ελληνική οικονομία.


Το γιατί ο πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο, υπό τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, επιδίωξαν να μαζέψουν αυτό το τεράστιο και αφύσικο, όσον αφορά τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, η οποία χειμάζεται και φυτοζωεί, πρωτογενές πλεόνασμα, δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Οι κυβερνώντες σχημάτισαν την πεποίθηση ότι η σώρευση αυτού του δημοσιονομικού υπερπλεονάσματος θα έπειθε τους​ δανειστές να μην αποδεχθούν τα σκληρά μέτρα της αέναης λιτότητας και των σαρωτικών "μεταρρυθμίσεων", που πρότεινε το Δ.Ν.Τ. 

Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, τελικά, είναι, απολύτως, πενιχρά, αφού οι ξένοι δανειστές πήραν το maximum, από αυτά, που ζητούσαν, χωρίς, ουσιαστικά, να δώσουν τίποτε, την ίδια στιγμή, που όλα όσα αφορούν το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων (μεταξύ των ίδιων των ξένων δανειστών, δηλαδή ανάμεσα, στην γερμανική κυβέρνηση και τους ευρωθεσμούς, από την μία πλευρά και το Δ.Ν.Τ., από την άλλη) είναι, απολύτως, ανοικτό, όσο το Δ.Ν.Τ., δεν ξεκαθαρίζει την στάση του, ως προς το εάν θα συμμετάσχει, στην δανειοδότηση του ελληνικού κράτους και για όσο η χώρα θα έχει μπροστά της, μετά την δεύτερη αξιολόγηση, που παραμένει, σε εκκρεμότητα και τις επόμενες αξιολογήσεις, που αφορούν το 3ο Μνημόνιο, το οποίο λήγει τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2018.

Έτσι, σύμφωνα με όσα έχει αποδεχθεί η κυβέρνηση, το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα (όπως το προσδιορίζει το πλαίσιο των κανονισμών ESA 2010, που έχει θεσπίσει η Eurostat) προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,1% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 3,817 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ, το 2017, θα φθάσει, στα 181,752 δισ. € και θα παρουσιάσει μία αύξηση της τάξεως του 3,33%. Αυτή η πρόβλεψη, που, όντας, ήδη, εκτός στόχων, εξ αιτίας της στασιμότητας του ελληνικού ΑΕΠ, το 2016, θα καταστεί, εντελώς ανεπίκαιρη, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα των, μόλις, πρόσφατων μετρήσεων της ΕΛΣΤΑΤ, που αφορούν την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, το οποίο παρουσίασε μια μείωση της τάξεως του 0,5% (συνδυασμένη, μάλιστα, με μια αύξηση του πληθωρισμού, κατά 2,6%). Το ελληνικό ΑΕΠ και για εφέτος έχει πάρει, για πολλοστή φορά, μια άλλη κατεύθυνση, από εκείνη, που θεωρήθηκε, ως δεδομένη. 
 
Εννοείται, βέβαια, η θεμελιώδης ανατροπή των δεδομένων του 2016 και του 2017 αλλάζει, δραστικά, το τοπίο και ανατρέπει την βάση και την αληθοφάνεια των προβλέψεων του (υποτιθέμενου ως) Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, για την χρονική περίοδο 2018 - 2021, που στηρίχθηκαν, σε αυτά, που θεώρησαν, ως δεδομένα, αλλά αξίζει να παρακολουθήσουμε αυτές τις προβλέψεις, όχι, μόνο, για να γελάσουμε.

Για το 2018, λοιπόν, το υποτιθέμενο ως Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα (στην πραγματικότητα, πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα  σχεδίασμα προσυμφώνου, με αβέβαιη την κατάληξη της τελικής συμφωνίας, η οποία θα υπάρξει, εάν συμφωνήσει και το Δ.Ν.Τ., θα είναι του 4ο, στην σειρά, Μνημόνιο, με τους ξένους δανειστές), το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα θα αυξηθεί και θα φθάσει, στο 3,9% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 7,415 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει, στα 190,128 δισ. € και θα παρουσιάσει, μια αύξηση της τάξεως του 4,61%.

Για  το 2019, το ελληνικό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το σχεδίασμα του προσυμφώνου, με τους δανειστές, προβλέπει ότι θα φθάσει, στο 4,4% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 8,522 δισ. €. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει, στα 193,682 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 1,87%.

Για το 2020, προβλέπεται ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα θα φθάσει, στο 4,8% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 9,675 δισ. € Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα φθάσει στα 201,562 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 4,06%.

Τέλος για το 2021, το σχεδίασμα του προσυμφώνου, με τους ξένους δανειστές, προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού θα εκτοξευθεί στο 5,6% του ΑΕΠ, δηλαδή 11,825 δισ. €. Έτσι, το ελληνικό ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στα 211,161 δισ. € και θα παρουσιάσει μια αύξηση της τάξεως του 4,76%.

Με δεδομένη την ψήφιση των μέτρων, που προβλέπονται από το ιδιόμορφο προσύμφωνο των Ευρωπαίων δανειστών του ελληνικού κράτους, με την ελληνική κυβέρνηση, όλα τα παραπάνω αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας την έχει οδηγήσει, στον πάτο και ότι, με δεδομένο αυτόν τον πάτο, υπάρχουν κάποιες ελπίδες μιας κάποιας ανόδου. Όχι, όμως, μιας τέτοιας ανόδου, η οποία είναι εξωπραγματική.

Τίποτε από αυτά, που προβλέπει αυτό το ιδιόμορφο προσύμφωνο δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Ούτε τα πρωτογενή πλεονάσματα, ούτε  η προβλεπόμενη ετήσια αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, η οποία, όπως φαίνεται και από τους παραπάνω πίνακες, που προέρχονται, από την ΕΛΣΤΑΤ, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί, κρατάει αυτό το κρίσιμο μακροοικονομικό μέγεθος, κάτω και από τα επίπεδα του 2007. Και φυσικά, πολύ κάτω από τα επίπεδα της περιόδου 2009 - 2010, από τότε δηλαδή, που ο αφελής ΓΑΠ και το επιτελείο του οδήγησαν την χώρα, στην χρεωκοπία του Απριλίου του 2010.

Το αστείο είναι ότι, με δεδομένη την απελπισία, που προκύπτει, από την ανυπαρξία μη βραχυπρόθεσμων επενδύσεων, από το εξωτερικό και εξ αιτίας της σαρωτικής αποεπένδυσης, την οποία έχει υποστεί το σύνολο των κλάδων της ελληνικής οικονομίας, με κυρίαρχους τους τομείς της βιομηχανίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ θέλει να ελπίζει, στην ύπαρξη ενός, από μηχανής θεού, που θα την σώσει, από την παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή, που εδώ και περισσότερο, από οκτώ χρόνια, την έχει κτυπήσει και την οδηγεί, στον οικονομικό αποδεκατισμό (έστω και με βραδύτητα, σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία).

Ένας τέτοιος, από μηχανής θεός, θεωρήθηκε, από τον πρώτο καιρό της ελληνικής χρεοκοπίας, ότι θα μπορούσε να είναι η περιουσία του ελληνικού δημοσίου και τα υπολογιζόμενα, κάπου, 250 δισ. €, της αξίας της - τα οποία, στην συνέχεια, περιορίστηκαν, στα 52 δισ. € -, που θα χρηματοδοτούσαν την (μερική, έστω) αποπληρωμή του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Τα υποτιθέμενα, ως υπαρκτά, αναξιοποίητα αποθέματα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, στον ελληνικό χερσαίο και θαλάσσιο χώρο, όξυναν την φαντασία των, κατά καιρούς, κυβερνώντων, αλλά η καταθλιπτική παρουσία της Τουρκίας και οι αξιώσεις της, στο Αιγαίο και την νοτιοανατολική Μεσόγειο, μαζύ με την έμμεση, αλλά και απολύτως, σοβαρή και υπαρκτή απειλή, για την επικείμενη κατάληψη του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου, σε περίπτωση, που οποιαδήποτε κυβέρνηση κηρύξει την ελληνική ΑΟΖ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, στο διεθνές δίκαιο, έχει αναχαιτίσει κάθε σοβαρή προσπάθεια, για την έρευνα και την εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, για την εξόφληση του δημοσίου χρέους της χώρας.

Βέβαια, τα παθήματα της πετρελαιοπαραγωγού Βενεζουέλας είναι χειροπιαστά και αδιάψευστα. Η χώρα αυτή, η οποία, όταν οι τιμές του πετρελαίου, το 2014, ήσαν υψηλές, είχε ένα κατά κεφαλήν εισόδημα, ίσο με 14900 $, έχει οδηγηθεί, στην κοινωνική κατάρρευση, ακριβώς επειδή στηρίχθηκε, στα πετρελαϊκά της αποθέματα, χωρίς οι διάφορες ελίτ, που την κυβέρνησαν, να ενδιαφερθούν, για τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας της.

Έτσι, ακόμη και εάν η χώρα είχε τα απαραίτητα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη και εάν μπορούσε να τα εκμεταλλευθεί, αυτό θα απέβαινε προς το συμφέρον των δανειστών του ελληνικού δημοσίου και όχι προς το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της.

Όμως, με δεδομένη την γεωπολιτική ισορροπία στο Αιγαίο και στον ευρύτερο χώρο της περιοχής μας και όλα τα παραπάνω, αποτελούν όνειρα θερινής νυκτός, σαν τους υπολογισμούς, για την εξέλιξη των ελληνικών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και του ΑΕΠ της χώρας μας, που περιέχονται, στο υποτιθέμενο ως Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της περιόδου 2018 - 2021 και ως εκ τούτου, δεν μπορούν και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στα σοβαρά.

Όλοι όσοι κάνουν αυτούς τους υπολογισμούς, στους οποίους και στηρίζονται, αρνούνται να παραδεχθούν και να αναγνωρίσουν τις ουσιαστικές χαοτικές δομικές αδυναμίες του ευρώ και της ζώνης του, για να καταλήξουν ότι η αιτία του ελληνικού προβλήματος είναι η πολιτική των διαρκών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και όχι η δραματική πτώση της ζήτησης και η υπερμεγέθης διόγκωση της ανεργίας, που ανατροφοδότησε και διεύρυνε την πτώση της ζήτησης και την συνακόλουθη συντριβή όλων των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, ως αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης της βαθιάς διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008 και των σκληρών μέτρων, που επιβλήθηκαν, από την γερμανική κυβέρνηση και την Commission, από τις αρχές του 2010, στην Ελλάδα, καθώς και από την μεθοδευμένη ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απρίλιου του 2010 και τα τρία Μνημόνια, που ακολούθησαν, ως φυσιολογική συνέχεια όλων αυτών των αλόγιστων μέτρων, που οδήγησαν την ελληνική οικονομία, στην ιλιγγιώδη κατακρήμνιση της τελευταίας επταετίας, η οποία, ανάγλυφα, απεικονίζεται, στους παραπάνω παρουσιαζόμενους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ.

Ο σκληρός πυρήνας του ελληνικού προβλήματος, όπως έχουμε επισημάνει άπειρες φορές βρίσκεται, στην συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και επικεντρώθηκε, το 2008, στην κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία έχασε τις εξωτερικές αγορές της και κυριότατα, ένα μεγάλο και μεγεθυνόμενο τμήμα της δικής της, της εσωτερικής αγοράς, από τους ξένους ανταγωνιστές της, αφού το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας, έφθασε στο 15% του ΑΕΠ.

Το γιατί συνέβη αυτό, μας το ομολόγησε ο Γερμανός Οικονομικών Wolfgang Schäuble, ο οποίος αποδέχτηκε ότι η ισχύς της γερμανικής οικονομίας οφείλεται, κατά το ήμισυ, στην συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και κατά το ήμισυ στην πτώση των γερμανικών μισθών. Εδώ εντοπίζεται ο σκληρός πυρήνας των αιτιών της καταβαράθρωσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και των προβλημάτων όλων, σχεδόν, των χωρών της ευρωζώνης, αφού το ευρώ, πρώτ' απ' όλα, λειτουργεί, όχι ως νόμισμα, αλλά, όπως έχουμε πολλές φορές γράψει, ως ένας ιδιότυπος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, ο οποίος, στην πράξη (όπως συμβαίνει, άλλωστε, σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία, σε κάθε νομισματική ένωση) ενεργοποιείται, ως ζουρλομανδύας.

Έτσι, η γερμανική οικονομία και η υπερμεγέθης εξαγωγική της βιομηχανία, που διεξάγουν τις συναλλαγές τους, με βάση την διεθνή ισοτιμία του μέσου ευρώ, επωφελούνται, στο έπακρον, διότι το γερμανικό ευρώ, έχει μια ισοτιμία, με το μέσο ευρώ, η οποία κυμαίνεται, στο 1,88 προς 1,00. Αποτέλεσμα αυτής της σκανδαλώδους ισοτιμίας είναι η γερμανική οικονομία και η εξαγωγική της βιομηχανία να διεξάγουν τις συναλλαγές τους, με ένα, υπερβολικά, υποτιμημένο νόμισμα (το ευρώ των καθημερινών διεθνών συναλλαγών) και ως εκ τούτου, να έχουν ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Και φυσικά, για τον λόγο αυτόν, οι ανταγωνιστές της Γερμανίας, με πρώτον και καλύτερο τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, την κατηγορούν ότι κλέβει τους ανταγωνιστές της.

Και βέβαια, αυτό το τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της γερμανικής οικονομίας συμπληρώνεται και ενισχύεται, από το πάγωμα των γερμανικών μισθών και την μείωση του μισθωτικού κόστους, που πραγματοποιείται πάνω στις πλάτες των Γερμανών εργατών και των ευρύτερων στρωμάτων των μισθωτών, που εγκαταλείπουν, μαζικά, το κόμμα του εγκλήματος και της προδοσίας, το SPD, το οποίο υιοθέτησε και εφάρμοσε αυτή την πολιτική, ιδίως, με την περιβόητη "Agenda 2010", που εφάρμοσε η κυβέρνηση συνασπισμού των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων του καγκελάριου Gerhard Schröder, μετά την ρήξη του τελευταίου, με τον υπουργό Οικονομικών Oscar Lafontaine.

Από τη άλλη πλευρά, η ελληνική οικονομία, με τα έντονα εσωστρεφή χαρακτηριστικά της, επειδή είναι μια οικονομία προσανατολισμένη στην εσωτερική ζήτηση και συγκροτείται, με βάση την μικρομεσαία επιχείρηση, όπως και στην κατανάλωση μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, ήταν δεδομένο ότι θα υφίστατο την καταστροφή, που υπέστη, με δεδομένο, άλλωστε, τον τεράστιο όγκο του δημόσιου χρέους της, το οποίο, αμέσως, μετά την μετατροπή της νομισματικής του βάσης, το 2002, από ένα χρέος, που ήταν εκφρασμένο, κατά 85%, σε δραχμές, σε ένα χρέος, καθ' ολοκληρίαν, σε ευρώ, κατέστη αδύνατο να εξυπηρετηθεί, με τις ίδιες τις δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν είχε εκείνο το επίπεδο των εξωτερικών συναλλαγών, που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν αυτόν το τεράστιο όγκο του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Με δεδομένο το πάγωμα των γερμανικών μισθών και την συνακόλουθη δραστική μείωση του γερμανικού μισθωτικού κόστους, που ενισχύθηκε, στο έπακρον, από την συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, η ελληνική οικονομία ήταν, απόλυτα, φυσικό, να εμπλακεί στην δίνη της κρίσης και του έντονου αποπληθωρισμού, αφού η ελληνική κυβέρνηση, έχοντας χάσει κάθε έλεγχο, πάνω στο ευρώ, το οποίο είχε υιοθετηθεί, ως το επίσημο νόμισμα της χώρας, δεν μπορεί να ασκήσει την απαραίτητη συναλλαγματική πολιτική, που θα βοηθούσε την οικονομία του τόπου να ανακτήσει την διεθνή και την εσωτερική ανταγωνιστικότητά της.

Έτσι η ελληνική οικονομία, διεξάγοντας τις συναλλαγές της, με βάση την διεθνή ισοτιμία του μέσου ευρώ, βρέθηκε να λειτουργεί, υπό το βάρος ενός, εντονότατα, υπερτιμημένου νομίσματος, αφού η ισοτιμία του ελληνικού ευρώ, με το μέσο ευρώ, κυμαίνεται, μεταξύ του 0,80 προς 1,00. Και εδώ είναι που η ελληνική οικονομία εγκλωβίστηκε, μέσα στην παγίδα της κρίσης.

Αυτή η δολοφονική, για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, ισοτιμία του ευρώ, που λειτουργεί, όπως είπαμε, ως ιδιότυπος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και όχι ως κανονικό νόμισμα δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί, παρά με δύο μόνον τρόπους :

1) Είτε με την συντριβή του ελληνικού μισθωτικού κόστους, όπως και των ευρύτερων εισοδημάτων του πληθυσμού και την συνακόλουθη καταστροφή των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

2) Είτε με την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, με την εγκατάλειψη του ευρώ και την επιστροφή της, στην δραχμή.

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, με τελευταία και χειρότερη αυτή των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέλεξαν την παραμονή στην ευρωζώνη και υιοθέτησαν τις πολιτικές των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ., που συγκροτήθηκαν, γύρω από την ταχύτατη και χωρίς ενδοιασμούς εκμηδένιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως και του ελλείματος των εξωτερικών συναλλαγών, με δεδομένη την συντριβή του μισθωτικού κόστους, των εισοδημάτων του ελληνικού πληθυσμού και την υπερδιόγκωση της ανεργίας. Και φυσικά, με δεδομένη, επίσης την αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο δεν επιδιώκεται να ελαφρυνθεί ουσιαστικά.

Ουσιαστικά, η ελληνική οικονομία και ο πληθυσμός της χώρας, με δεδομένη την γερμανική πολιτική, για την στήριξη της εξαγωγικής της βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, η οποία απαγορεύει κάθε έννοια αμοιβαιοποίησης και νομισματοποίησης των δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης, έχει εισέλθει σε μια διαρκή διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης και αντιμεταρρυθμίσεων, οι οποίες πλασάρονται, ως "μεταρρυθμίσεις", η οποία στοχεύει, στην διάλυση κάθε ρύθμισης των εσωτερικών αγορών, στις ιδιωτικοποιήσεις και στην συνεχή πίεση επί του μισθωτικού κόστους και των εισοδημάτων του πληθυσμού, προκειμένου να ανακτηθεί και να διατηρηθεί η απωλεσθείσα ανταγωνιστικότητά της.

Με αυτά τα δεδομένα, ό,τι και να προκύψει, μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδικασίες, που αφορούν την ολοκλήρωση της εκκρεμούσας δεύτερης αξιολόγησης, καθώς και την οριστική σύναψη ενός 4ου Μνημονίου, το μέλλον της Ελλάδας παραμένει, σταθερά, σκοτεινό και χωρίς ελπίδα, όσο η χώρα, η οικονομία και η κοινωνία μένουν εγκλωβισμένες, στο ευρώ και την ζώνη του.

Αργά, αλλά σταθερά, ο πληθυσμός της χώρας μας, μέσα από τις, εξαιρετικά, δυσάρεστες εμπειρίες του, που αποκομίζει, από την σκληρή πραγματικότητα, καταλαβαίνει και τα αδιέξοδα και τις αιτίες τους.

Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό, για να του επιτρέψει να βαδίσει προς την οδό, για την υπέρβαση αυτών των αδιεξόδων και την εξάλειψη των αιτιών, που τον έχουν οδηγήσει, σε αυτά, αφού η παθητικότητα και σε έναν σημαντικό βαθμό, η απογοήτευση τον κρατούν, στο να παραμένει ένας απλός θεατής όσων διαδραματίζονται, εις βάρος του.

Ως εκ τούτου, το τί θα προκύψει, από αυτόν τον δύσκολο, τον επίπονο και μακρόσυρτο μαραθώνιο, αποτελεί, σταθερά, το ζητούμενο. Αλλά, αυτό που έχει σημασία, είναι το γεγονός ότι τα δεδομένα παραμένουν τα ίδια.

Όπως και οι λύσεις τους...

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η Γαλλία μετά τις προεδρικές εκλογές : Από τον οπερετικό "Hollandreou", μέχρι τον Emmanuel Macron, ο δρόμος, προς τις χαοτικές εξελίξεις, μπορεί να μην είναι, ιδιαίτερα, εύκολος, αλλά, παράλληλα, δεν είναι δύσκολος, ούτε μακρύς.




Όπως διαπιστώσαμε, στο πρόσφατο δημοσίευμά μας, που αφορούσε τον πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, ο παρατεταμένος γαλλικός οικονομικός και κοινωνικός μαρασμός, έχει οδηγήσει την γαλλική κοινωνία, σε μια διαδικασία εντεινόμενης διαίρεσης, η οποία, όμως, προς το παρόν, δεν έχει εξελιχθεί, σε έναν σαφή και ανοικτό κοινωνικό διχασμό. Βέβαια, αυτή η διαδικασία, που εντείνει την κοινωνική πόλωση και οδηγεί προς την κατεύθυνση μιας - όχι και πολύ μακρινής - κοινωνικής αντιπαράθεσης, βρίσκεται, σε εξέλιξη, προφανώς, εμβαθύνεται και η εκλογική διαδικασία δεν πρόκειται να την σταματήσει, αλλά, ακόμη, δεν έχει μετεξελιχθεί, σε κοινωνικό διχασμό, του οποίου, όμως, η έλευση έχει δρομολογηθεί, χωρίς να είναι βέβαιος ο χρόνος της άφιξής του. [Όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει το δημοσίευμα αυτό, στο παρόν μπλογκ, με τίτλο : Η Γαλλία στην κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα στον "αυγουλά" Macron και την σωβινίστρια Lepen. (Η ραγδαία pasokisation του PSF, η κατάρρευση του γαλλικού πολιτικού σκηνικού και οι ανοικτές θύρες, για την προσωρινή ανασύστασή του, αλλά και για την έλευση ενός μελλοντικού γαλλικού "Μάη")].

Τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών ήλθαν να επιβεβαιώσουν αυτή την εκτίμηση. Η Γαλλία έχει εμπλακεί, στην δίνη μιας μοντέρνας και μακρόσυρτης εκδοχής των ευρύτατων και εντεινόμενων κοινωνικοοικονομικών δυσχερειών, που αντιμετώπισε η γερμανική δημοκρατία της Βαϊμάρης, κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1930, αλλά, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται καθ' οδόν, προς τον κοινωνικό διχασμό, ακόμη, δεν έχει υποστεί την εμπειρία μιας τέτοιας ποιοτικής μετατροπής της, ήδη, υφιστάμενης βαθύτατης κοινωνικής διαίρεσης, οποία, έχει, όπως είπαμε, εμφιλοχωρήσει, μέσα στον πληθυσμό, που κατοικεί, στην μεγάλη αυτή χώρα. 

Ο κοινωνικός διχασμός, στην Γαλλία, δεν έχει ολοκληρωθεί. Μπορεί πολύ εύκολα και σχετικά, γρήγορα, να ολοκληρωθεί. Αλλά αυτό, ακόμη, δεν έχει συμβεί. Όπως έχουμε επισημάνει, μένουν, ακόμη (όχι πολλά, αλλά) αρκετά να γίνουν, προκειμένου αυτή η εξελισσόμενη και με κλιμακούμενη πολλαπλασιαστική ένταση, διαδικασία διαίρεσης, που συντελείται, εντός των κοινωνικών διαστρωματώσεων και των κοινωνικών ομάδων και τάξεων της Γαλλίας, να φθάσει και να ξεπεράσει τα όρια του ανοικτού κοινωνικού διχασμού.

Και φυσικά, η εκλογή του Emmanuel Macron, ως υποτακτικού της γαλλικής μπατιροτραπεζοκρατίας και της γερμανικής καγκελαρίας, αποτελεί μία πολύ καλή εγγύηση, για την μέλλουσα έξαψη όλων των "κακών" παθών, μέσα στον, εν μακροχρονία παρακμή, ευρισκόμενο γαλλικό κοινωνικό σχηματισμό, αφού ο εκλεκτός της τραπεζοκρατίας δεν έχει ένα, πραγματικά, δικό του κόμμα, το οποίο να μπορεί να κερδίσει την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, ούτε ένα δυναμικό εκλογικό κοινό, με το οποίο να μπορέσει να διεκδικήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου.

Βέβαια, ο Emmanuel Macron θα επωφεληθεί από την δεδομένη δυναμική, που του δίνει η εκλογή του, ως προέδρου του γαλλικού κράτους και το νεοσυσταθέν κόμμα του, το En Marche, θα καταφέρει να αντιστοιχίσει την εκλογική του επιρροή, με αυτήν, που απέκτησε ο, μόλις, εκλεγείς Γάλλος πρόεδρος, κατά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, αλλά μέχρι (και γύρω) εκεί. Στην καλύτερη, για τον ίδιο, περίπτωση, ίσως και κάτι περισσότερο, αλλά, πέραν τούτου, ουδέν.

Ο νέος πρόεδρος του γαλλικού κράτους, όπως φαίνεται, εξ αιτίας της εντεινόμενης διαιρετικής διαδικασίας, μέσα στην κοινωνία, δεν θα μπορέσει να έχει το προνόμιο της πολιτικής ευφορίας και την αντίστοιχη περίοδο χάριτος, που απολάμβαναν οι προκάτοχοί του, οι οποίοι, με την δυναμική της εκλογής τους, κατάφερναν να αποκτήσουν, στις βουλευτικές εκλογές, που ακολουθούσαν, ύστερα από την εκλογή τους, ως προέδρων, την πλειοψηφία στην γαλλική βουλή, με την ενίσχυση των κομμάτων, από τα οποία προέρχονταν.

Έτσι, η ίδια η διαίρεση, που επικρατεί στην γαλλική κοινωνία και οι τέσσερεις πόλοι, γύρω από τους οποίους έχει χωριστεί, το πολιτικό σκηνικό της χώρας αυτής, οδηγούν, ως σύνολο, στην διαμόρφωση μιας πολύπλοκης πολιτικής κατάστασης, στα πλαίσια της οποίας οι όροι της διεξαγωγής του πολιτικού παιχνιδιού έχουν φθάσει, σε ένα τέτοιο σημείο ισορροπίας, όπου υπερβαίνουν τον νέο πρόεδρο και αυτό, που φαίνεται ότι θα προκύψει, από τις βουλευτικές εκλογές, είναι μία επανάκαμψη των βαριά τραυματισμένων κομμάτων, τα οποία, με πρώτους απ' όλους, τους Ρεπουμπλικάνους (τους μετεξελιχθέντες γκωλλικούς), θα διεκδικήσουν το μέγιστο μερίδιο της εξουσίας, μέσω μιας κυβερνητικής συγκατοίκησης, με τον Emmanuel Macron και το κόμμα του.

Από την δική τους πλευρά και οι Σοσιαλιστές θα επιθυμούσαν μία ανάλογη θέση, αλλά η τραγική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει το PSF, εξ αιτίας της διακυβέρνησης της χώρας, κατά την διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, από τον ολέθριο "Hollandreou" και τον Manuel Valls, τον διαλυτικό πρωθυπουργό του απερχόμενου Γάλλου προέδρου (στην κυβέρνηση του οποίου ήταν υπουργός Οικονομικών ο Emmanuel Macron, ενώ, τώρα, ο Manuel Valls ανακοίνωσε την κάθοδό του, στις βουλευτικές εκλογές, με το κόμμα του Macron, λέγοντας ότι "το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι νεκρό", χωρίς, φυσικά, να αναφέρει ότι υπεύθυνος, γι' αυτό, είναι και ο ίδιος), δεν επιτρέπει, στην εναπομείνασα αριστερή πτέρυγα της νομενκλατούρας του κόμματος, η οποία έχει να διαχειρισθεί​ τα ερείπια του, να τρέφει τέτοιες φιλοδοξίες, τις οποίες, πιθανότατα, να προτιμήσει και να αποφύγει, για λόγους αυτοσυντήρησης.

Το μεγαλύτερο και το χειρότερο πρόβλημα του "πασοκοποιημένου" γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, στην παρούσα φάση, το οποίο, μάλιστα, αφορά την ίδια την ύπαρξη αυτού του ιστορικού κόμματος, δεν είναι τα καμώματα της δεξιάς και της ακραίας κεντρώας μερίδας της νομενκλατούρας του, η οποία, αφού, μέσω της σοσιαλφιλελεύθερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης του, απίθανα, ανίκανου δίδυμου των Valls - "Hollandreou" (που ανέδειξε τον τελευταίο, ως τον χειρότερο πρόεδρο της Γαλλίας) το αποξένωσε από τα κοινωνικά του ερείσματα, στην συνέχεια το εγκατέλειψε, στην κακή του τύχη, για να προσχωρήσει, μαζικά, στο νεοσυσταθέν -ουσιαστικά, από την ίδια - κόμμα του νέου Γάλλου προέδρου, την εκλογή του οποίου στήριξε, με όλες της τις δυνάμεις.

Το πρόβλημα του PSF είναι η παράταξη της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, η "France Insoumise", η οποία οδηγείται, στο να γίνει ένα πραγματικό κόμμα, με σοβαρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και ο ηγέτης της, ο Jean-Luc Mélenchon, που διεκδικούν τα κοινωνικά και εκλογικά ιμάτια του κατεστραμμένου αυτού κόμματος, τα οποία έχουν την ιστορική ευκαιρία να κατακτήσουν, αφού οι επικρατούσες κοινωνικές και εκλογικές συνθήκες είναι, εξαιρετικά, ευνοϊκές και τους παρέχουν την δυνατότητα να ανατρέψουν, πλήρως, το εκλογικό τοπίο της Γαλλίας, όχι, μόνο, με τον πλήρη παραγκωνισμό του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και με την δημιουργία ισχυρών αναχωμάτων, στην δημιουργία μιας μετεκλογικής κεντροδεξιάς συγκυβέρνησης, ή στην απρόσκοπτη άσκηση της εξουσίας, από μια κεντροδεξιά κυβέρνηση, την ίδια στιγμή, που το ακροδεξιό κόμμα Front Nationale της Marine Lepen, θα ροκανίζει το όποιο κυβερνητικό σχήμα των συστημικών κομμάτων και του Emmanuel Macron, από τα δεξιά.

Με αυτά τα δεδομένα, τα οποία έχουν καταστεί, σε μεγάλο βαθμό και απροσδιόριστα, αφού οι αντιδράσεις, οι στάσεις και οι τοποθετήσεις του γαλλικού εκλογικού σώματος και της κοινωνίας, στο σύνολό της, είναι, σε μεγάλο βαθμό, απρόβλεπτες, γίνεται κατανοητή η εγγενής αδυναμία του νεοεκλεγμένου προέδρου του γαλλικού κράτους, αλλά και του συνόλου του συστημικού πολιτικού κόσμου της Γαλλίας, όπως επίσης και του σκληρού πυρήνα της "ευρωπαϊστικής" γαλλικής οικονομικής και κοινωνικής ελίτ.

Το πρόβλημα των γαλλικών "ευρωπαϊστικών" ελίτ δεν εντοπίζεται, σε αυτά, που, συνήθως, αναφέρονται, ως σημεία προβληματισμού, που προκύπτουν, από τα αποτελέσματα των διπλών προεδρικών εκλογών. Τα ουσιώδη προβλήματα, που αντιμετωπίζει η γαλλική ολιγαρχία, είναι άλλης τάξεως και οι δύο γύροι των προεδρικών εκλογών αυτό, που έκαναν, ήταν, απλώς, να αναδείξουν - έστω και στρεβλά - την κοινωνική χαρτογράφηση και την μεγάλη ένταση της διαιρετικής διαδικασίας, που εξελίσσεται, στην μεγάλη αυτή χώρα. Και φυσικά, τα όσα προκύπτουν, από αυτά τα δεδομένα, είναι, άκρως, ανησυχητικά, αφού δείχνουν ότι, με δεδομένη την συνέχιση αυτής της πορείας, στην οποία έχει οδηγηθεί η γαλλική κοινωνία, επίκειται η έλευση του κοινωνικού διχασμού, με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Ως εκ τούτου, όσα λέγονται, γύρω από τα αποτελέσματα των γαλλικών προεδρικών εκλογών, χάνουν το νόημά τους. Όχι ότι όλα αυτά δεν έχουν καμμία αξία. Προφανώς, έχουν την όποια αξία τους, αλλά η ουσία βρίσκεται, στο γεγονός της εντεινόμενης κοινωνικής διαίρεσης και ο μετασχηματισμός αυτής της διαίρεσης, σε κοινωνικό διχασμό, ο οποίος θα καταστεί αναπότρεπτος, εφόσον η γαλλική ολιγαρχία δεν πραγματοποιήσει μια δραματική αλλαγή πορείας.

Έτσι, τα, περίπου, 20 εκατομμύρια των ψήφων, που έλαβε ο Emmanuel Macron δεν είναι δικές του ψήφοι. Δεν του δόθηκαν, για το φιλελευθερίζον πρόγραμμά του, το οποίο έχει απορριφθεί και αποδοκιμασθεί, από την μεγίστη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Με δεδομένη την στήριξή του, από το 50% των ψηφοφόρων του Jean-Luc Mélenchon, γίνεται κατανοητή η ρηχή και πτωχή εκλογική και κοινωνική βάση του νεοεκλεγμένου προέδρου, αφού ψηφίστηκε, με την λογική της αντιφασιστικής ψήφου, της ψήφου κατά της Marine Lepen. Από εκεί και πέρα, αυτό το αριστερόστροφο εκλογικό κοινό, πολύ γρήγορα - και μάλιστα άμεσα - θα στραφεί κατά του Γάλλου προέδρου, του κόμματός του και της όποιας συστημικής κυβέρνησης θα σχηματισθεί, μετά τις βουλευτικές εκλογές του επόμενου μήνα.

Το ίδιο μήνυμα εκπέμπεται και μάλιστα, ισχυροποιείται, από το γεγονός των 4 εκατομμυρίων των ψηφοφόρων, οι οποίοι, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της 7/5/2017, ψήφισαν άκυρο, ή λευκό, με αποτέλεσμα το 66,06%, που έλαβε ο Emmanuel Macron, να μειώνεται, κατά πολύ, εάν ληφθεί υπόψη αυτή η πραγματικότητα, η οποία ενισχύεται και από το γεγονός της αυξημένης αποχής, η οποία ανήλθε, σε επίπεδα, άνω του 25% του εκλογικού σώματος, σε μια κοινωνία είναι πολιτικοποιημένη και φροντίζει, γενικά, να συμμετέχει, στις εκλογικές διαδικασίες.

Αλλά και τα περίπου 11 εκατομμύρια των ψήφων, που έλαβε, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, η Marine Lepen, δείχνουν ότι η αντιφασιστική ψήφος έχει και αυτή τα όριά της. Μπορεί η υποψήφια της ριζοσπαστικοφανούς ακροδεξιάς να μην μπόρεσε να φθάσει, στα επίπεδα του 40%, λόγω των πολιτικοϊδεολογικών αναστολών των ψηφοφόρων της γαλλικής αριστεράς, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτόν τον αριθμό των ψήφων το Front Nationale και η ίδια η Marine Lepen, ουδέποτε, στο παρελθόν, τον κατέκτησαν και ουδέποτε φαντάστηκαν ότι θα μπορούσαν να τον κατακτήσουν.

Αλλά,  όπως είπαμε, όλα αυτά δεν έχουν την αξία, που τους αποδίδονται. Η αξία τους είναι, απλώς, σχετική και όλα αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν, ως φαινόμενα μιας κακής, αλλά παροδικής συγκυρίας, η οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν δυνατόν να ξεπερασθεί. Δυστυχώς, για την "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική και κοινωνική ελίτ της Γαλλίας, δεν πρόκειται, περί αυτού. Δεν ευρίσκεται μπροστά, σε μια κακή και περαστική συγκυρία. Κάθε άλλο.

Η κακή κατάσταση, ενώπιον της οποίας ευρίσκεται η γαλλική κοινωνία και την οποία έχει να διαχειρισθεί η γαλλική ολιγαρχία, έχει μόνιμα χαρακτηριστικά, αφού έχει προκύψει, ως αποτέλεσμα, από την δυσμενή θέση της γαλλικής οικονομίας και την παρατεταμένη υποβάθμισή της, μέσα στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού, ο οποίος, από το 2009 και μετά διεξάγεται, με δεδομένη την συρρίκνωση της παγκοσμιοποίησης και του διεθνούς εμπορίου.

Αυτή την δυσχερή κατάσταση, μέσα στην οποία έχει ευρεθεί η γαλλική κοινωνία και η οποία έχει επιδεινωθεί από την δημιουργία της ευρωζώνης και την αντικατάσταση του γαλλικού φράγκου, από το γερμανικής εμπνεύσεως, ευρώ, είναι που θα επιδεινώσουν οι γνωστές "μεταρρυθμιστικές" πολιτικές, που πρεσβεύει ο Emmanuel Macron.

Ο νέος πρόεδρος του γαλλικού κράτους, με δεδομένες τις γερμανικές εμμονές, στην προστασία του γερμανικού πλεονεκτήματος, που προκύπτει από την δόμηση του ευρώ και της ζώνης του, η οποία ενισχύει τον υπερμεγέθη τομέα των γερμανικών εξαγωγών και το γερμανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως και το βαθύ γερμανικό κράτος, το οποίο ανασυστάθηκε, από την εποχή της γερμανικής ενοποίησης και μετά, θα οξύνει την, ήδη, τεταμένη κατάσταση, στην οποία ευρίσκονται το σύνολο, περίπου, των κοινωνικών διαστρωματώσεων, από τις οποίες αποτελείται ο γαλλικός κοινωνικός σχηματισμός, θα πολλαπλασιάσει και θα επιταχύνει την διαδικασία της εξελισσόμενης κοινωνικής διαίρεσης και θα οδηγήσει, αναπότρεπτα, στην γρηγορότερη έλευση του κοινωνικού διχασμού, ο οποίος θα θέσει τις εξελίξεις, εκτός ελέγχου.

Με αυτά τα δεδομένα, το μέλλον του Emmanuel Macron δεν πρόκειται να είναι καθόλου καλό, αφού, πιθανότατα, θα απαξιωθεί, πολύ γρήγορα, ακόμη και αν, στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, καταφέρει να αποφύγει τις δυσάρεστες εκπλήξεις, αποτρέποντας, στο μέτρο του δυνατού, τις ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.

Αν δούμε τις εξελίξεις, με την απαραίτητη ψυχραιμία, μπορούμε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, να αντιληφθούμε ότι η γαλλική "ευρωπαϊστική" ελίτ και οι Γερμανοί εταίροι της, αυτό που εύχονται, είναι ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης ενός ευρύτατου συνασπισμού των "ευρωπαϊστικών" συστημικών πολιτικών δυνάμεων, βλέποντας, με μια τεράστια δυσφορία, ότι οι ριζοσπαστικοφανείς αντισυστημικές ομάδες της δεξιάς και της αριστεράς - αλλά και άλλες, οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν, με βάση τον κλασικό πολιτικό χάρτη και που αποτελούνται από νέους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν πληγεί από τις πολιτικές, που εφαρμόζονται από το πολιτικό κατεστημένο όλων των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαπενταετίας -, από τις οποίες αποτελείται το γαλλικό εκλογικό σώμα και η γαλλική κοινωνία, αγγίζουν, παρά το γεγονός ότι είναι διασπασμένες, τα επίπεδα του 50% των εκλογέων και παραπάνω, από αυτό το ποσοστό, εάν λάβουμε υπόψη μας το σύνολο της γαλλικής κοινωνίας. Αλλά αυτή η επιδίωξη είναι ένα μαχαίρι, το οποίο, όντας δίκοπο, είναι και άκρως, επικίνδυνο.

Στην πραγματικότητα, μια τέτοια εξέλιξη, η οποία, εάν πραγματοποιηθεί, θα οδηγήσει τις γαλλικές συστημικές "ευρωπαϊστικές" πολιτικές δυνάμεις, στην συμμετοχή τους, μέσα σε ένα συνεργατικό κυβερνητικό σχήμα, το οποίο θα κληθεί να εφαρμόσει το γνωστό "μεταρρυθμιστικό" και στην ουσία, αντιμεταρρυθμιστικό και αναχρονιστικό πολιτικό πρόγραμμα, που πρεσβεύει η γαλλική πολιτικοοικονομική ελίτ και το οποίο συνίσταται, στην απότομη και ραγδαία πτώση του μισθωτικού κόστους και του εισοδήματος ευρύτατων στρωμάτων του γαλλικού πληθυσμού, προκειμένου η γαλλική οικονομία να ανακόψει την ολοένα και διευρυνόμενη πτώση της ανταγωνιστικότητάς της και στην συνέχεια να την αναβαθμίσει, έναντι των ανταγωνιστικών οικονομιών.

Αλλά αυτή η πολιτική μιας αυριανής κυβέρνησης συνασπισμού των Γάλλων "ευρωπαϊστών", η οποία θα στηριχθεί, στην εφαρμογή μέτρων λιτότητας και διόγκωσης της, ήδη, υψηλής ανεργίας, για να "κερδηθεί" το εσωτερικό και, κυρίως, το εξωτερικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της γαλλικής οικονομίας, θα οδηγήσει, στην ραγδαία επιτάχυνση της, ήδη, δεδομένης και εξελισσόμενης κοινωνικής και εκλογικής συρρίκνωσης των κυβερνητικών εταίρων.

Όλοι αυτοί, μαζύ με τον Emmanuel Macron, πιθανότατα και μάλιστα, όχι πάρα πολύ αργά, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου, θα καταρρεύσουν και θα διαλυθούν, στα εξ ων συνετέθησαν. Κυριολεκτικά, θα βουλιάξουν και θα υποστούν έναν μαζικό πολιτικό αφανισμό, ενώ, όπως, έχουμε επισημάνει και στο παρελθόν, η επάνοδος μιας σύγχρονης εκδοχής ενός νέου γαλλικού "Μάη", ή η έλευση μιας μεταμοντέρνας εκδοχής της Κομμούνας του Παρισιού, ουδόλως, πρέπει να αποκλείεται.

Αντιθέτως, μάλιστα. Εάν η γαλλική ολιγαρχία δεν αναθεωρήσει τις πολιτικές της, το μέλλον της θα είναι, πολύ προβληματικό και ιδιαίτερα, σκοτεινό.

Φυσικά, γράφοντας όλα αυτά, δεν σκοπεύουμε να δώσουμε οποιαδήποτε συμβουλή, σε οποιονδήποτε. Κάθε άλλο. Απλώς, σκοπός μας είναι να περιγράψουμε την πραγματικότητα και να επισημάνουμε τις ενδεχόμενες εξελίξεις.

Και σε αυτόν τον σκοπό θα μείνουμε, επισημαίνοντας ότι, από τον οπερετικό "Hollandreou", που μιμήθηκε, επιτυχώς, τον "ημέτερο" ΓΑΠ, μέχρι τον Emmanuel Macron, ο δρόμος, προς τις χαοτικές εξελίξεις, μέσα στην γαλλική κοινωνία, μπορεί να μην είναι, ιδιαίτερα, εύκολος, αλλά, παράλληλα, δεν είναι δύσκολος, ούτε μακρύς...


Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Wolfgang Schäuble : "Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη". (Η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ οδηγεί την Ελλαδα σε πλήρες αδιέξοδο, με την υπογραφή του 4ου Μνημονίου και την παραμονή της, ως αποικίας χρέους της ευρωζώνης).





Εν όψει του 4ου Μνημονίου, τα προκαταρκτικά του οποίου, μόλις συμφωνήθηκαν, ανάμεσα στον Ευκλείδη Τσακαλώτο (που διαδέχθηκε τον Γιάννη Βαρουφάκη, στην θέση του υπουργού Οικονομικών) και το κουαρτέτο των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ., τα όσα συνέβησαν, όσον αφορά τις εφιαλτικές διαπραγματεύσεις του επιτελείου της ελληνικής κυβέρνησης, με την γερμανική κυβέρνηση, τους θεσμούς της ευρωζώνης και το σύνολο των ξένων δανειστών, κατά την περίοδο του πολλά υποσχόμενου πρώτου επταμήνου του 2015, από τότε, που σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, μετά την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 μέχρι και το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και την άδοξη παράδοση στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, θα εξακολουθούν, πάντοτε να κεντρίζουν το ενδιαφέρον και να απασχολούν, όχι μόνο, τους ιστορικούς του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Η μνημειώδης και πρωτοφανής, σε μέγεθος, αλλά και σε έκταση, καταστροφή, την οποία υπέστη η ελληνική οικονομία και οι σαρωτικές επιπτώσεις της, στην καθημερινότητα του πληθυσμού της χώρας, αποτελεί την ασφαλέστερη εγγύηση, για την, επ' αόριστον, εξακολούθηση της επίδειξης αυτού του ενδιαφέροντος, από τους πολίτες της χώρας μας, για τα πεπραγμένα των κυβερνώντων. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον των πολιτών και του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, θα παραμείνει αμείωτο, όσο και αν όλη αυτή η διαδικασία είναι, άκρως, ενοχλητική για την κυβέρνηση, αλλά και για το σύνολο της ελληνικής "ευρωπαϊστικής" ελίτ, αφού, μέσω αυτής, περιγράφονται, απλούστατα και ωμότατα, το μέγεθος της κοινωνικής, οικονομικής και παραγωγικής καταστροφής, που επέφεραν οι βλακώδεις επιλογές τους, που αφορούν την ένταξη της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και απείρως, περισσότερο, στην ευρωζώνη, αλλά και τα πλήρη και απόλυτα αδιέξοδα, στα οποία έχουν περιέλθει η ελληνική οικονομία και το σύνολο, σχεδόν, των στρωμάτων που διαρθρώνουν και συναποτελούν την ελληνική κοινωνία, από τις πολιτικές, που έχουν, ως αφετηριακή βάση, τις στρατηγικές και τακτικές, που αναδύονται και επιβάλλονται, από τα Μνημόνια. 

Και φυσικά, οι, σε δόσεις και σταδιακά, δημοσιευόμενες αποκαλύψεις, που άρχισαν, εδώ και καιρό να γίνονται και έτσι, όπως αυτές, εν μέρει, περιέχονται, στο νέο βιβλίο ("Adults in the Room") του, τότε, υπουργού Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη, γύρω από τα όσα συνέβησαν, στα παρασκήνια του Eurogroup, αλλά και των λοιπών συναντήσεων του επιτελείου του πρώην υπουργού, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, τους υπουργούς των λοιπών κυβερνήσεων των χωρών της ευρωζώνης, όπως και οι ενδοκυβερνητικές τριβές και ανοικτές συγκρούσεις, στις θυελλώδεις συνεδριάσεις του ελληνικού υπουργικού συμβουλίου, αλλά και των λοιπών τυπικών και άτυπων κυβερνητικών οργάνων, όπως και των κομματικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν μια πολύτιμη πηγή, για τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, για τα πεπραγμένα τους και για την σαφή γνώση όλων των εμπλεκόμενων, για την ωμή πραγματικότητα, η οποία δεν ήταν τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από το τεράστιο, βαρύ και ασήκωτο μέγεθος της καταστροφής και της συνέχισης της πορείας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, μέσα στα πλήρη και απόλυτα αδιέξοδα.

Όπως το είπε, ωμά και χωρίς περιστροφές, ο Wolfgang Schäuble :

"Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη. Γι’ αυτό χρειάζεστε το δημοψήφισμα. Για να γίνει αυτό ξεκάθαρο".

Ο διάλογος, ανάμεσα, στον Γιάννη Βαρουφάκη και τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, που έγινε, στις 11 Μαΐου του 2015, λίγο πριν από μια, ακόμη, συνεδρίαση του Eurogroup, είναι χαρακτηριστικός και απολύτως, αποκαλυπτικός, για την σκληρή πραγματικότητα, που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία, εντός της ευρωζώνης, αλλά και για τις δυνατότητες, που είχε η ελληνική κυβέρνηση, για να συζητήσει και να διαπραγματευθεί μια "βελούδινη" έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, έστω και αν αυτή θα χαρακτηριζόταν, ως προσωρινή.

Ας δούμε αυτόν τον αποκαλυπτικό διάλογο των δύο ανδρών, έτσι όπως τον περιγράφει, στο νέο του βιβλίο, ο Γιάννης Βαρουφάκης, για να αντιληφθούμε, το τι συνέβαινε, στα παρασκήνια και το τί μπορούσε να γίνει και το οποίο, τελικά, δεν έγινε.
"Η κίνηση του Βόλφγκανγκ

Πιστός στη συμβουλή «κράτα τους φίλους σου κοντά αλλά τους εχθρούς σου κοντύτερα», όταν κανόνισα να συναντηθώ με τον Βόλφγκανγκ, πήρα μαζί μου τον Θεοχαράκη και τον Χουλιαράκη. Η συνάντηση θα γινόταν στο γραφείο της γερμανικής αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες, λίγο πριν αρχίσει το Eurogroup.

Μας δέχτηκε μαζί με τους υφυπουργούς του και μπήκε κατευθείαν στο ψητό: «Κοίτα», είπε, «είναι λάθος να πιστεύεις οτιδήποτε από αυτά που σου λέει η Επιτροπή. Τι μπορούν να σου δώσουν; Όλο λόγια είναι και τίποτα παραπάνω. Μην τους δίνεις σημασία». Βάσει προηγούμενων εμπειριών, ήξερα ότι είχε απόλυτο δίκιο. Αυτό που δεν ήξερα, όμως, ήταν ότι στον κατάλογο αυτών που με συμβούλευε να αγνοήσω συμπεριλάμβανε και την ίδια την καγκελάριο της Γερμανίας.

«Ξέρω ότι ο πρωθυπουργός σου μιλάει μαζί της όλη την ώρα», είπε. Με φανερή έξαψη συνέχισε ρωτώντας: «Γιατί μιλάει μαζί της τόσο πολύ; Για ποιο πράγμα; Τι περιμένει από κείνη; Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να του δώσει!».

Aναδίπλωση

Πιθανώς αντιλαμβανόμενος ότι είχε υπερβεί για λίγο τα όρια της ευπρέπειας, συνέχισε σε πιο ήπιο τόνο: «Χάρηκα πολύ που άκουσα τον πρωθυπουργό σου να αναφέρει την πιθανότητα δημοψηφίσματος. Αυτό θα’ταν τέλειο! Αλλά πρόσεξε. Πρέπει να είσαστε πολύ - πολύ ξεκάθαροι απέναντι στους Έλληνες ως προς το ποιές είναι οι επιλογές τους. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία είναι υπέρ του ευρώ. Πρέπει να τους πείτε ότι, αν θέλουν το ευρώ, πρέπει να δεχτούν το μνημόνιο. Αν δεν θέλουν το μνημόνιο, δεν πειράζει, ας προχωρήσουν. Ας προχωρήσουν».

Ανταπάντησα ότι η συμμετοχή μιας χώρας στην Eυρωζώνη δεν μπορούσε να έχει ως προϋπόθεση τη συγκατάθεση σε αποτυχημένες πολιτικές που υπονομεύουν το μέλλον της χώρας σε αυτή την ίδια την Eυρωζώνη.

Απέρριψε το επιχείρημά μου χωρίς δεύτερη σκέψη: «Το μνημόνιο, το μνημόνιο ως έχει, χωρίς αλλαγές. Ή την δραχμή. Πρέπει να δεχτείτε το μνημόνιο, αν θέλετε το ευρώ. Αν δε θέλετε το ευρώ, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο ελληνικός λαός πρέπει να το αποφασίσει αυτό. Γι’ αυτό χάρηκα που άκουσα τον πρωθυπουργό σας να μιλάει για δημοψήφισμα. Πρέπει πραγματικά να το οργανώσετε αυτό το δημοψήφισμα. Και ξέρεις, αν οι Έλληνες χρειάζονται έξι μήνες καιρό για να πάρουν την απόφασή τους μετά από σοβαρό διάλογο και σκέψη, κανένα πρόβλημα. Θα σας χρηματοδοτήσουμε πλήρως για έξι μήνες».

Εδώ ήμασταν λοιπόν. Όλη εκείνη η φιλολογία περί αναντίρρητων κανόνων που – ανεξαρτήτως πολιτικής βούλησης – απαγόρευαν στην ΕΚΤ να μας παράσχει ρευστότητα «επειδή απλά τηρεί τους κανόνες της» αποδεικνυόταν ένα σκέτο ψέμα. Αν ήθελαν, για πολιτικούς λόγους, μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν «πλήρως» τις δανειακές υποχρεώσεις της κυβέρνησής μας.
Και όχι μόνο για δύο ή τρεις εβδομάδες, όπως τους ζητούσαμε εμείς, αλλά για έξι ολόκληρους μήνες, το οποίο πρακτικά σήμαινε την εκταμίευση εκ μέρους τους 11 δισεκατομμυρίων ευρώ για εκείνο το εξάμηνο!

«Όμως, Βόλφγκανγκ», απάντησα σοκαρισμένος ακόμα από τα λόγια του, «ως υπεύθυνοι ηγέτες – και ευρωπαϊστές – πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποφύγουμε το Grexit και να προσφέρουμε στους λαούς μας την προοπτική μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης μέσα στην Eυρωζώνη. Το να τους πιέζουμε να διαλέξουν μεταξύ μιας καταστροφικής δημοσιονομικής πολιτικής εντός Eυρωζώνης και μιας καταστροφικής εξόδου από την Eυρωζώνη δεν είναι δείγμα πεφωτισμένης πολιτικής ηγεσίας. Δεν βλέπεις ότι το πρόβλημα με το μνημόνιο είναι ότι στερεί κάθε ελπίδα για ένα αξιοπρεπές μέλλον;»

Παραδοχή

Φυσικά και το έβλεπε, το παραδέχτηκε άλλωστε: «Το μνημόνιο είναι κακό για τον λαό σας. Δεν θα σας αφήσει να ανακάμψετε. Δεν βοηθάει την ανάπτυξη. Γι’ αυτό χρειάζεστε το δημοψήφισμα. Για να γίνει αυτό ξεκάθαρο».

Σοκαρισμένος από την άνεση με την οποία υποστήριζε ουσιαστικά την αποδόμηση της Eυρωζώνης, του απάντησα: «Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη την Ελλάδα, πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι μπορείς να ελέγξεις την κατάσταση όταν ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου με το Grexit; Αυτό είναι σκέτη τρέλα. Κανείς δε θα μπορεί να την ελέγξει. Θα είναι ένα λάθος ιστορικών διαστάσεων».

«Μην το λες Grexit, τότε», είπε ο Βόλφγκανγκ. «Δεν είναι ανάγκη να το σκέφτεσαι ως μόνιμη έξοδο. Σκέψου το σαν time-out. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, βγαίνετε για λίγο, ανακτάτε την ανταγωνιστικότητά σας μέσω της υποτίμησης κι έτσι επανακάμπτετε πολύ γρήγορα. Και μετά από έναν χρόνο περίπου, όταν θα έχετε ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της χαμένης σας ανταγωνιστικότητας, μπορείτε να ξαναμπείτε».

Αντίδραση

Δεν ήξερα από πού να αρχίσω. «Βόλφγκανγκ, δεν μπορώ να αποδεχτώ την έξοδο της Ελλάδας από μία νομισματική ένωση στην οποία παραδέχομαι ότι δεν έπρεπε να έχουμε μπει. Εφόσον χρειάζεται να περάσει ένας χρόνος αφότου δημιουργήσεις ένα νέο νόμισμα μέχρι να μπορέσεις να το υποτιμήσεις, είναι σαν να ανακοινώνεις μια νομισματική υποτίμηση έναν χρόνο νωρίτερα. Το βραχυπρόθεσμο κόστος θα ήταν τεράστιο. Αν και φοβάμαι λιγότερο αυτό το κόστος από το κόστος της επ’ αόριστον παραμονής στο ευρώ υπό το καθεστώς ενός καταστροφικού μνημονίου, επιμένω ότι το να μας τίθεται το δίλημμα μνημόνιο ή δραχμή δε συνάδει με το συμφέρον της Ευρώπης.

»Ακόμα κι αν δε σε ενδιαφέρει η Ελλάδα, ένα Grexit, ή time-out, πες το όπως θες, θα κάνει το ευρώ να σταματήσει να φαίνεται ως κάτι αναπόδραστο. Αυτό θα φέρει ένα άμεσο και γερό χτύπημα στην Ιταλία και στην Ισπανία, πριν οι συνέπειες φτάσουν και στο Παρίσι. Και τότε δε θα υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει ο Μάριο Ντράγκι για να περιορίσει την ζημιά, ακόμα κι αν τυπώσει έναν πακτωλό χρημάτων. Η νομισματική ένωση θα ξηλωθεί από παντού από δυνάμεις που δεν μπορείτε να ελέγξετε».

Ο Βόλφγκανγκ διαφωνούσε. Αλλά εξέφρασε τη διαφωνία του μέσα από ένα περίεργο κομπλιμέντο. «Μέσα στο Eurogroup είσαι ο μόνος που καταλαβαίνει ότι η Eυρωζώνη δεν είναι βιώσιμη», είπε. «Η Eυρωζώνη φτιάχτηκε με λάθος τρόπο. Πρέπει να αποκτήσουμε μια πολιτική ένωση, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό».

«Πάντα ήξερα ότι είσαι αφοσιωμένος φεντεραλιστής», τον διέκοψα. «Θυμάμαι τη διαφωνία σου με τους συναδέλφους σου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και τα άρθρα σου με τον Lammers. Είμαι σίγουρος ότι η κ. Μέρκελ δεν έβλεπε με τόσο καλό μάτι όπως εσύ την δημιουργία ομοσπονδιακής πολιτικής δομής παράλληλα με τη νομισματική ένωση». Προς στιγμήν έδειξε ευχαριστημένος. «Ούτε οι Γάλλοι το έβλεπαν», πρόσθεσε. «Μου αντιτάχθηκαν». «Το ξέρω», είπα. «Ηθελαν να χρησιμοποιούν το μάρκο σας, χωρίς να μοιραστούν την κυριαρχία τους!»

Ο Βόλφγκανγκ συμφώνησε εγκάρδια: «Ναι, έτσι είναι. Και δεν θα το δεχτώ», διαβεβαίωσε. «Βλέπεις λοιπόν», συνέχισε, «ότι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει η ένωση, το μόνο πράγμα που μπορεί να μας κρατήσει, είναι περισσότερη πειθαρχία. Όποιος θέλει το ευρώ πρέπει να αποδεχτεί την πειθαρχία. Η Eυρωζώνη θα δυναμώσει πολύ αν ένα Grexit επιβάλει την πειθαρχία».

Με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τον Χουλιαράκη να χλωμιάζει. Ο Θεοχαράκης, από την άλλη, έδειχνε εντυπωσιασμένος αλλά όχι έκπληκτος με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, που είχε πάρει φωτιά. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, επέστρεψα σε αυτό που θεωρούσα την ουσία του θέματος: «Δεν θα μπορέσετε να ελέγξετε τη χαοτική διαδικασία που θα πυροδοτήσει ένα Grexit. Ξέχνα το προσωρινό time-out. Απαξ και βγήκαμε, τελείωσε, είμαστε εκτός, και θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Σχεδιάζεις να ελευθερώσεις μια δυναμική που δεν μπορείς να ελέγξεις».

«Δεν συμφωνώ μαζί σου», απάντησε κουνώντας το κεφάλι ενώ κοίταζε το πάτωμα. «Μπορούμε να θωρακίσουμε καλύτερα το ευρώ όταν φύγετε, με τεράστια βοήθεια από εμάς προς εσάς, και μετά ξαναγυρνάτε». Ηταν φανερό ότι δεν είχε νόημα να προσπαθώ να τον πείσω ότι δεν μπορεί να ελέγξει ένα φαινόμενο τρομερό σαν δύναμη της φύσης. Και όταν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών προσφέρει στην εξαθλιωμένη χώρα σου «τεράστια βοήθεια», οφείλεις να ζητήσεις διευκρίνιση.

Ετσι τον ρώτησα: «ΟΚ, όταν λες τεράστια βοήθεια, τί εννοείς με τον όρο “τεράστια”; Παρεμπιπτόντως, η καγκελάριος είναι ενήμερη γι’ αυτό;». Κοιτώντας με έντονα και με ένα χαμόγελο γεμάτο σημασία, μου είπε: «Αν σου απαντήσω σε αυτή την ερώτηση και το διαρρεύσεις, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!»

«Βόλφγκανγκ», του είπα, «έχω ποτέ διαρρεύσει τίποτα από όσα λέμε στις συναντήσεις μας; Εσύ το έχεις κάνει αλλά, όπως ξέρεις, εγώ όχι!». Γέλασε και είπε: «Ναι, έχεις δίκιο, έχεις δίκιο. Είναι ενήμερη και θα την πείσω ότι είναι καλή ιδέα».

Το «δράμα»

Οπως είχα υποψιαστεί, η καγκελάριος ήξερε το σχέδιο του Βόλφγκανγκ, αλλά δεν το ενέκρινε. Εκείνη τη στιγμή με πλημμύρισε η συνειδητοποίηση πως είχαμε κάτι κοινό. Διαφωνούσαμε στα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του Grexit, αλλά μοιραζόμασταν ένα δράμα: λειτουργούσαμε υπό ηγέτη, τόσο εκείνος όσο και εγώ, που αυτοσχεδίαζε χωρίς αποφασιστικότητα, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.

«Από αυτά που μου λες, καταλαβαίνω ότι αυτή είναι μια συζήτηση που δεν έχεις την εξουσιοδότηση να κάνουμε», του είπα, για να ξεχάσω εκείνη την στενόχωρη σκέψη. «Ναι», συμφώνησε. «Για να κάνουμε αυτή την κουβέντα, εσύ χρειάζεσαι έγκριση από τον πρωθυπουργό σου και εγώ από την καγκελάριο». «ΟΚ», του είπα, «θα σε καλέσω αργότερα».

Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και συμφωνήσαμε να μιλήσουμε μετά το Eurogroup που ακολουθούσε".

Εννοείται, βέβαια, ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης θα μπορούσε να λέει και ψέμματα, ή να υπερβάλει. Αλλά, κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβαίνει - τουλάχιστον, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραποιούνται τα ίδια τα γεγονότα - όπως φαίνεται, από τις ανύπαρκτες αντιδράσεις του ίδιου του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και όσων συμμετείχαν, στην συνάντηση εργασίας, που περιγράφεται παραπάνω, αλλά και των πρωταγωνιστών των άλλων περιστατικών, που περιγράφονται, στο βιβλίο του, τότε, υπουργού Οικονομικών της ελληνικής κυβέρνησης. Όλοι αυτοί, προφανώς, δεν έχουν πολλά να πουν, τα οποία να είναι διαφορετικά, από την ουσία της αφήγησης του Γιάννη Βαρουφάκη. Και αν έχουν να πουν κάτι το διαφορετικό, θα το ακούσουμε και θα το κρίνουμε.

Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, ο Γιάννης Βαρουφάκης, έχει μαγνητοφωνήσει τις συνομιλίες του, με τους άλλους υπουργούς Οικονομικών, στα πλαίσια των συνεδριάσεων του Eurogroup και αυτό είναι φυσικό και αναμενόμενο να μην το έχει κάνει, μόνο, σε αυτές τις συνεδριάσεις. Θα το έχει πράξει και σε πολλές άλλες συνεδριάσεις και προφανώς, θα έχει μαγνητοφωνήσει τις συνομιλίες του, με διάφορους κυβερνητικούς παράγοντες και φυσικά, θα μπορεί, με αδιάψευστες αποδείξεις, να τεκμηριώσει, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση, τους ισχυρισμούς, που προβάλλει, στο νέο του βιβλίο, αλλά και όλα όσα πρόκειται να ισχυρισθεί και να παρουσιάσει, στο μέλλον, αφού έχει επιλέξει την, σε δόσεις, σταδιακή αποκάλυψη των όσων συνέβησαν, κατά την ταραχώδη περίοδο της ολιγόμηνης συμμετοχής του, στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ - Ανεξαρτήτων Ελλήνων.

Προφανώς, ο πρώην υπουργός Οικονομικών θέλει να δώσει την πιο ευνοϊκή, για τον εαυτό του και τις πράξεις του, εκδοχή των γεγονότων. Εννοείται ότι επιθυμεί την δική του πολιτική δικαίωση, αφού, άλλωστε, δεν έχει εγκαταλείψει τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Αλλά, έχοντας υπόψη αυτή την αλήθεια, μπορούμε να μείνουμε και να αποδεχθούμε, την ουσία των όσων περιγράφει, όσο αυτά δεν διαψεύδονται. Και από ό,τι φαίνεται, είναι πολύ δύσκολο να διαψευσθούν.

Με αυτά τα δεδομένα, αυτό, που καθίσταται αναγκαίο, είναι το έργο της κριτικής αποτίμησης των όσων ο Γιάννης Βαρουφάκης περιγράφει, αναφερόμενος, στον παραπάνω διάλογό του, με τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Και αυτό είναι που θα αποπειραθώ να πράξω εδώ, ενθυμούμενος δύο δημοσιεύματα, που ανήρτησα, σε αυτό εδώ, το μπλογκ, εκείνες τις ημέρες, που ελάμβανε χώρα η εξάμηνη διαπραγμάτευση, στην οποία είχε αναλωθεί ο, τότε, υπουργός Οικονομικών της ελληνικής κυβέρνησης, με τον Γερμανό ομόλογό του και τους ευρωζωνίτες.

[Όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων αυτών, οι τίτλοι των οποίων είναι : Are we going back to drachma? Μια πρώτη αποτίμηση της "ενδιάμεσης συμφωνίας" (;) του Eurogroup της 20-2-2015 και οι αμερικανικοί περιορισμοί στις τρεις εκδοχές των γερμανικών σχεδιασμών, για την ευρωζώνη. (Η χρεωκοπία εντός ευρωζώνης, οι αυταπάτες για ένα χαλαρό "Μνημόνιο με ανθρώπινο πρόσωπο" και τα αδιέξοδα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) και Το e-mail Χαρδούβελη, η ενδιάμεση συμφωνία, για την παράταση της δανειακής σύμβασης, που κακώς υπογράφηκε, η λίστα Βαρουφάκη, ο Barack Obama και τα παθήματα του Wolfgang Schaueble, που βρήκε τον δάσκαλό του. (Μπορεί, προς το παρόν, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα να απέφυγε να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα το υπογράψει). Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορική αναδίφηση δεν στερείται νοήματος. Κάθε άλλο. Και φυσικά, αυτά τα δημοσιεύματα είναι, μόνο, ενδεικτικά, αφού υπάρχουν και πολλά άλλα, που σχετίζονται, με το ζήτημα των διαπραγματεύσεων εκείνης της εποχής].

Η εξαιρετικά δυσχερής - η δυσχερέστατη - θέση του Γιάννη Βαρουφάκη, απέναντι, στον αντίπαλό του, τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, είναι το πρώτο πράγμα, που βγαίνει, από τον διάλογο της 11ης Μαΐου 2015. Αυτή η υπερμεγέθης ανισοσκέλεια, στην ισχύ των δύο ανδρών, δεν προκύπτει, απλώς, από το γεγονός ότι ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών εξέφραζε ένα, ουσιαστικά, χρεωκοπημένο κράτος, το οποίο ζητάει δανεικά, για να επιβιώσει και από το ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών εξέφραζε την πλευρά του σκληρού και απαιτητικού δανειστή. Αυτή η κατάσταση είναι ένα τμήμα του όλου πακέτου, που προσδιόριζε τις δυσκολίες, που είχε να αντιμετωπίσει ο Γιάννης Βαρουφάκης. Ήταν σημαντική, αλλά δεν ήταν η σημαντικότερη. Και αυτό συνέβαινε, επειδή, ουσιαστικά, η ελληνική πλευρά, την οποία εκπροσωπούσε ο ίδιος, με τις θέσεις, που εξέφραζε, είχε παραδώσει τα όπλα, στον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και τους ευρωθεσμούς. Η αιτία αυτής της διαπίστωσης δεν είναι δύσκολο να εντοπισθεί.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης είχε αποδεχθεί τους όρους, καθώς και το διακύβευμα του παιχνιδιού. Αυτούς τους όρους, όμως, τους καθόριζε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Η διαφωνία του Βαρουφάκη εντοπιζόταν, στην επιχειρηματολογία, ενώ οι στόχοι δεν άλλαζαν. Η δική του επιχειρηματολογία, όμως, εκ των πραγμάτων, οδηγούσε, στην αλλαγή κάποιων από τους όρους αυτούς, χωρίς να θίγει - υποτίθεται - το διακύβευμα. Αν και στην ουσία, το έθιγαν, έτσι, τουλάχιστον, όπως το έβλεπε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε. Και μάλιστα, όχι εσφαλμένα, από την δική του πλευρά.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης, έχοντας αποδεχθεί το θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, ως μιας, κατά βάση, νομισματικής ένωσης και το ευρώ, ως μόνιμο και εκτός διαπραγμάτευσης, νόμισμα της Ελλάδας, είχε διαμορφώσει το ασφυκτικό πλαίσιο της ποντικοπαγίδας, μέσα στο οποίο δεν είχε καμμία δυνατότητα, για να ελιχθεί. Από εκεί και πέρα, η κυριαρχία του, οικονομοτεχνικά, ελλιπούς Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, επί του άρτιου γνώστη των θεμάτων της οικονομικής θεωρίας και επιστήμης Γιάννη Βαρουφάκη, ήταν, εκ των πραγμάτων, δεδομένη, πλήρης και περίπου, απόλυτη.

Αυτό συμβαίνει, πάντοτε, στις διαπραγματεύσεις και στους διαλόγους, όταν η μία εκ των πλευρών, που συμμετέχουν, αποδέχεται τους όρους του παιχνιδιού και τους στόχους της άλλης πλευράς. Είναι φυσικό εκείνος, που ορίζει τους όρους του παιχνιδιού, να φροντίζει αυτοί να είναι ευνοϊκοί για τον ίδιο και όχι για τον αντίπαλό του. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν οι κανόνες του παιχνιδιού αφορούν τις σχέσεις, ανάμεσα σε δανειστές και δανειζόμενους και έχουν σχέση με την συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των οφειλετών.

Και αυτό, που, πάντοτε, συμβαίνει, συνέβη, όπως ήταν φυσικό και επόμενο και στην περίπτωση, την οποία τώρα εξετάζουμε, όσο και αν αυτή η διαπίστωση δεν αρέσει, στον πρώην υπουργό Οικονομικών της χώρας μας. Κάτι άλλο δεν θα μπορούσε, σε καμμία περίπτωση, να συμβεί.

Έχοντας αυτά τα σκληρά και αδυσώπητα δεδομένα, υπόψη μας, εύκολα, μπορούμε να κατανοήσουμε, το γιατί όλη η εμπεριστατωμένη και ορθολογική επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη, πήγε χαμένη. Ακούστηκε, από τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, αλλά δεν εισακούσθηκε. Ούτε και υπήρχε περίπτωση να εισακουσθεί, αφού ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών είχε δεδομένο το γεγονός ότι οι στόχοι και οι όροι του παιχνιδιού, που ο ίδιος είχε θέσει, ήσαν αποδεκτοί, από τον συνομιλητή του. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η όλη επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη, ουσιαστικά, άλλαζε το περιεχόμενο των όρων του παιχνιδιού. Κάτι τέτοιο ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν ήταν διατεθειμένος να το δεχθεί και το ξεκαθάρισε σαφέστατα, αναφερόμενος, στην στάση των Γάλλων, στους οποίους δεν είναι διατεθειμένος να επιτρέψει να εκμεταλλευθούν το (γερμανικό) ευρώ, κρατώντας, παράλληλα και την ανεξαρτησία τους. Κάτι που, άλλωστε, το πράττει, με πολλούς τρόπους, οδηγώντας, προς το αδιέξοδο και την διάλυση το πολιτικό σκηνικό αυτής της μεγάλης χώρας.

Δεν καθοδηγείται, από γεροντική παραξενιά, ή από την επήρεια ενός όποιου συμπλέγματος κατωτερότητας, αυτή η συμπεριφορά του Γερμανού υπουργού Οικονομικών. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε είναι βαθύς γνώστης των δυσκολιών και των αδιεξόδων, ενώπιον των οποίων ευρίσκονται οι ευρωζωνίτες - και μέσα σε αυτούς και η Γερμανία. Όμως, η εργασία, που έχει να διεκπεραιώσει, είναι η εργασία του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και τα συμφέροντα, που έχει να εξυπηρετήσει, είναι τα συμφέροντα των γερμανικών ελίτ και κυρίως, αυτά της τεράστιας εξαγωγικής βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας του.

Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν είναι υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης - άλλωστε, έχει αντιταχθεί και συνεχίζει να αντιτάσσεται, σθεναρά, στην δημιουργία ενός τέτοιου θεσμού - και φυσικά, δεν εκπροσωπεί, δεν εκφράζει και δεν είναι διατεθειμένος να εξυπηρετήσει τα διάφορα και ετερόκλητα συμφέροντα των ευρωπαϊκών ελίτ και των ομάδων πίεσης που δρουν, εντός της ευρωζώνης και της αυτοαποκαλούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία, στην μέγιστη πλειοψηφία τους, αντιτίθενται και συγκρούονται, σφοδρά, με τα συμφέροντα των γερμανικών ελίτ και ιδιαίτερα, με αυτά του γερμανικού παραγωγικού και εμπορικού τομέα, που είναι στραμμένος, προς τις εξαγωγές και ο οποίος φθάνει, στο ήμισυ του ετήσιου γερμανικού ΑΕΠ, την ίδια στιγμή, που το ετήσιο γερμανικό πλεόνασμα ξεπερνά τα 220 δισ. €.

Ως εκ τούτου, παρά τα όσα - κατά πάσα πιθανότητα, υποκρινόμενος - λέει ο Γιάννης Βαρουφάκης, με σκοπό να τον κολακεύσει, ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε δεν είναι φεντεραλιστής. Πρώτ' απ' όλα, είναι  ένας Γερμανός εθνικιστής. Και φυσικά, η όποια - υποτιθέμενη ως - αντιπαράθεσή του, με τον Karl Lammers, γύρω από τα ζητήματα της οικονομικής και της πολιτικής ενοποίησης, είναι άνευ πραγματικού περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει επειδή, εν τέλει, ο συνολικός σχεδιασμός τον οποίον πρότειναν, το 1994, οι δύο Γερμανοί πολιτικοί, κάτω από το κάλυμμα της "ευρωπαϊκής ενοποίησης", περιλάμβανε έναν όλως υποτιθέμενο και στην ουσία, κενό περιεχομένου "ευρωπαϊσμό", ο οποίος είναι ένα όχημα μεταφοράς και υλοποίησης της γερμανικής πολιτικής και των παραδοσιακών στόχων του δύο φορές ηττημένου, στα πεδία των μαχών, γερμανικού εθνικισμού.

Αν θυμηθούμε τις προτάσεις των δύο Γερμανών πολιτικών, εύκολα, βλέπουμε τους στόχους και τους σκοπούς τους.

Οι Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και Καρλ Λάμμερς απειλούσαν, σαφέστατα και χωρίς περιστροφές, με την επαναφορά της παραδοσιακής γερμανικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής - της αποκαλούμενης και ως Mitteleuropa -, εάν δεν προχωρήσει η διαδικασία της "ευρωπαϊκής ενοποίησης", η οποία, όμως, θα έπρεπε να έχει σαφή και διακριτά όρια, μέσω της υιοθέτησης της διαδικασίας της "Ευρώπης των πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων", αλλά και με την συγκρότηση ενός "σκληρού πυρήνα" πέντε, ή έξι κρατών, στον οποίο η Ιταλία δεν θα συμμετέχει, ενώ η Γαλλία θα συμμετέχει, εξ ανάγκης και εντός του οποίου, εκ των πραγμάτων, η Γερμανία θα έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο. "'Οταν η Γερμανία υποβάλει ξεκάθαρες και σαφείς προτάσεις τότε η Γαλλία θα πρέπει να παίρνει τις ανάλογες σαφείς και ξεκάθαρες αποφάσεις" έλεγαν οι δύο Γερμανοί πολιτικοί εκείνη την εποχή, στις προτάσεις τους. 

Ως εκ τούτου, τα υπόλοιπα κράτη της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", με πρώτη την Γαλλία, καλούντο να παραδώσουν την εθνική τους κυριαρχία, στα ελεγχόμενα, από την Γερμανία θεσμικά όργανα της "Ε.Ε." (μιλώντας, ουσιαστικά, για την υποτιθέμενη, ως ενοποίηση της παλαιάς δυτικής Ευρώπης, με μια μορφή ενσωμάτωσης και της παλαιάς ανατολικής Ευρώπης, αλλά χωρίς την Ρωσία).

Με δεδομένο αυτό το πακέτο των προτάσεών τους, οι Σόϋμπλε και Λάμμερς δεν είναι τυχαίο ότι έφθαναν, στο σημείο να αμφισβητήσουν και την αμερικανική κυριαρχία, στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, μιλώντας, για αναδιάρθρωση των ευρωατλαντικών σχέσεων και για μετατροπή του ΝΑΤΟ, σε μια συμμαχία, εντός της οποίας οι Η.Π.Α., η γερμανική Ευρώπη και ο Καναδάς θα είχαν την ίδια βαρύτητα.

Αυτός είναι ο περιβόητος "ευρωπαϊστικός φεντεραλισμός" του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, για τον οποίο κάνει λόγο ο Γιάννης Βαρουφάκης. Καθίσταται σαφές ότι, στην πραγματικότητα, όσον αφορά τον σκληρό πυρήνα των προθέσεων, των επιδιώξεων και των θέσεων του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κανενός είδους ευρωπαϊκό φεντεραλισμό.

Έχουμε να κάνουμε, με μια υποτιθέμενη ως ευρωπαϊκή θεσμική κατασκευή (ένα ιδεολογικό/ψευδοσυνειδησιακό κατασκεύασμα, το οποίο έχω ονοματίσει, ως "υπαρκτό ευρωπαϊσμό", επειδή αντιστοιχεί στο κατασκεύασμα του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το οποίο ήταν το όχημα της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της "Σοβιετικής Ένωσης"), η οποία χρησιμεύει ως λεοντή, που κρύβει έναν καθωσπρεπικό γερμανικό εθνικισμό και καθίσταται ένα επικερδές εξυπηρετικό όχημα των παραδοσιακών ευρωπαϊκών και ευρύτερων επιδιώξεων των πρακτικών εκδηλώσεών του, στην διεθνή σκηνή.

Με δεδομένα τα παραπάνω, καθίστανται, ακόμη περισσότερο σαφέστατα τα αδιέξοδα, εντός των οποίων είχε εγκλωβισθεί ο Γιάννης Βαρουφάκης και η όποια επιχειρηματολογία του. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και η γερμανική πολιτική, στο σύνολό της, είτε αυτή εκφραζόταν, από τον ίδιο τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, είτε από την καγκελάριο Angela Merkel, ακόμη και όταν η τελευταία δεν είχε πει τον τελευταίο λόγο, τον οποίο δικαιούτο να πει, λόγω της θέσεώς της, στην γερμανική κυβερνητική ιεραρχία, δεν ήσαν διατεθειμένοι και δεν μπορούσαν, ως δέσμιοι των ιδεών από τις οποίες διακατέχονται και από τα συμφέροντα, που εξυπηρετούν, να αποδεχθούν την ορθοτομημένη και ευρωπαϊστικού χαρακτήρα επιχειρηματολογία του Γιάννη Βαρουφάκη (η οποία, όμως, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν εξυπηρετική των συμφερόντων της ελληνικής πλευράς), επειδή αυτή η επιχειρηματολογία είχε οικονομικό, πολιτικό και εξουσιαστικό κόστος, για την γερμανική κυβέρνηση και τις παραγωγικές, οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ της χώρας της, που αυτή εκφράζει.

Όπως έχουμε, άπειρες φορές γράψει, η γερμανική κυβέρνηση και οι εγχώριες ελίτ, που αυτή εκφράζει, δεν μπορούν να αποδεχθούν, ούτε την μαζική διαγραφή χρεών, ούτε - πολύ περισσότερο - τον επαναπροσανατολισμό των εξωτερικών επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας, στις χώρες της ευρωζώνης, με όπλο μια στοχευμένη πολιτική, η οποία να κατευθύνει τις σχετικές χρηματοπιστωτικές ροές από τις χώρες, που βρίσκονται, εκτός της ευρωζώνης και της "Ε.Ε.", στις χώρες που χρησιμοποιούν το, γερμανικής κατασκευής και εμπνεύσεως, ευρώ, ως κοινό νόμισμα.

Αυτή η διαδικασία της, εντός της ευρωζώνης, στοχευμένης ανακατεύθυνσης των γερμανικών εξωτερικών (και όχι μόνο, εξωτερικών) επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας, η οποία χρειάζεται έναν κεντρικό και ισχυρό ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό μηχανισμό, για να πραγματοποιηθεί, οδηγεί, αναπόδραστα και χωρίς περιστροφές, σε μια τεράστια και ιλιγγιώδη πτώση της κερδοφορίας της γερμανικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα μάλιστα, του υπερμεγέθους εξαγωγικού της τομέα. Μια τέτοια εξέλιξη είναι, απολύτως, απαράδεκτη, για τις γερμανικές ελίτ και φυσικά, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, από ένα εθνικό κράτος, του οποίου οι ηγέτες είναι εμποτισμένοι, με την κλασική επαρχιωτική ιδεολογία, από την οποία διακατέχονται οι γερμανικές ελίτ και το πολιτικό προσωπικό της χώρας αυτής, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα αυτών των ελίτ.

Η γερμανική ελίτ, στην συντριπτική πλειοψηφία της - αν όχι στο σύνολό της - ως μια επαρχιωτική και περιορισμένων δυνατοτήτων εθνική κοινωνική ομάδα συμφερόντων, δεν έχει την πλανητική λογική και θέαση των παγκόσμιων εξελίξεων της αμερικανικής ελίτ, η οποία λειτουργεί, με την λογική της υπερδύναμης, που έχει και επιθυμεί να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Ως εκ τούτου, ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και όλο το γερμανικό πολιτικό προσωπικό δεν μπορούν, δεν θέλουν και δεν πρόκειται να αποδεχθούν την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής, η οποία μειώνει τον γερμανικό πλούτο,  περιορίζοντας, δραστικά την κερδοφορία των γερμανικών εξαγωγών - και όχι μόνο αυτών - μέσα από την ευρύτερη αναδιανομή του, στα πλαίσια της ευρωζώνης και της "Ε.Ε.".

Αυτή την πολιτική, όπως είπαμε, μόνον, ένα ομοσπονδιακό κράτος, με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, με πλήρεις εξουσίες, για αναδιανομή του παραγόμενου, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, κοινωνικού προϊόντος και για τον, κατά προτεραιότητα, εντός της ομοσπονδίας, προσανατολισμό των επενδύσεων, θα μπορούσε να υλοποιήσει.

Αλλά η Γερμανία, αν και είναι ομοσπονδιακό κράτος, δεν είναι μια ενιαία ευρωπαϊκή ομοσπονδία. Ούτε και η, κλεψιδανείως, αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ομοσπονδία. Δεν είναι και δεν θέλει να είναι, ούτε καν, συνομοσπονδία.

Έχοντας υπόψη αυτή την αδήριτη πραγματικότητα, μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ επιμένει να παραμένει προσηλωμένη, στην τήρηση των κανόνων της ευρωζώνης, έτσι όπως αυτή τους αντιλαμβάνεται.

Όπως, επίσης, μπορούμε να αντιληφθούμε και το γιατί η γερμανική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί και τα σενάρια της αποχώρησης της Ελλάδας, από το ευρώ, ή, ακόμη και την διάσπαση, ή και την διάλυση της ευρωζώνης, αφού εκτιμάει - και σωστά - ότι αυτό το παρόν θεσμικό σχήμα δεν είναι βιώσιμο, μέσα από την κλασική (και θεμιτή, όταν αναφερόμαστε σε συμφέροντα) αντίληψη ότι αυτές οι λύσεις είναι προτιμότερες, όταν η παραμονή των επί μέρους χωρών, μέσα σε αυτό το θεσμικό σχήμα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, καθίσταται ασύμφορη για τα ευρύτερα γερμανικά συμφέροντα και την κερδοφορία της γερμανικής παραγωγής.

Και φυσικά, μπορούμε να κατανοήσουμε και το γιατί η γερμανική ελίτ και η κυβέρνηση της χώρας της είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί, ως λύση και την διάλυση της ευρωζώνης, όταν και η ίδια η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, ως συνολικό θέσμισμα, καταστεί βάρος, για την λειτουργία και την κερδοφορία της γερμανικής οικονομίας. (Το γεγονός ότι οι ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες δεν επιτρέπουν, στην Γερμανία, να φέρει, εις πέρας, αυτό το ριζοσπαστικό σενάριο οριστικής λύσης του αποτυχημένου ευρωζωνικού πειράματος, επειδή η δημιουργία της ευρωζώνης εμπλέκεται με την ενοποίηση της Γερμανίας, είναι το μόνο ουσιαστικό και επί του παρόντος, ανυπέρβλητο εμπόδιο, για την ευδοκίμηση αυτής της λύσης).

Ως εκ τούτου, ο Γιάννης Βαρουφάκης κτυπούσε (και συνεχίζει να κτυπάει) πόρτες, οι οποίες είναι, εκ της κατασκευής τους, ερμητικά, κλειστές.

Και φυσικά, το ίδιο, ερμητικά, κλειστές είναι και οι - ίδιες, άλλωστε - πόρτες, που κτυπάει η τωρινή ελληνική κυβέρνηση και η "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου μας, οι οποίες, ήδη, υπέγραψαν τα προκαταρκτικά του 4ου Μνημονίου, που τους υπέδειξαν οι ξένοι δανειστές, με σκοπό την μονιμοποίηση του καθεστώτος της πεονίας, δηλαδή της αποικίας χρέους της ευρωζώνης, το οποίο, μαζύ με τους ξένους δανειστές, επέβαλαν, εδώ και επτά χρόνια, από την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, με την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, από τον παγκοσμιοποιημένο και ανεπίγνωτα, αφελή ΓΑΠ.

Προφανώς, όλοι αυτοί ελπίζουν, σε μια μόνιμη σταθεροποίηση της κατάστασης, αλλά, στην πραγματικότητα, οδηγούν την χώρα, σε ένα παρατεταμένο και πλήρες αδιέξοδο, παρά το γεγονός ότι η σταθεροποίηση, για την οποία μιλούν - εάν υπάρξει, όταν και εφόσον ολοκληρωθεί το τωρινό προσύμφωνο, με τους ξένους δανειστές - θα είναι, εκ φύσεως, προσωρινή και απόλυτα, ασταθής, ακόμη και εάν συνοδευτεί, από μια πραγματική και ουσιαστική αναδιάρθρωση της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους...