Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Let's do it! (Η ώρα, για την ρήξη, με τους ευρωζωνίτες ήταν χθες. Αλλά, μπορεί, πολύ ωραία, να γίνει και τώρα και να οδηγήσει σε μια επωφελή συμφωνία. Δεν αρκεί, όμως, μόνο, να μιλάνε για ρήξη. Πρέπει και να την κάνουν).



25/3/2015 : Ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης κάνει λόγο, για ρήξη, με τους "εταίρους", αλλά...



Αυτό, που, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται προφανές, είναι η κατεπείγουσα αναγκαιότητα μιας ριζοσπαστικής διαχείρισης της χρονίζουσας ελληνικής κρίσης και συνακόλουθα, της κρίσης της ευρωζώνης.

Το τέλμα, μέσα στο οποίο, σήμερα, έχει εγκλωβισθεί η ελληνική οικονομία, ύστερα από την κατακλυσμιαία συρρίκνωση όλων των θετικών και την εκθετική αύξηση όλων των αρνητικών μακροοικονομικών της μεγεθών, κατά την τελευταία πενταετία και οι συνδυαστικές επιδιώξεις των ξένων δανειστών να συνεχίσουν την πολιτική της λιτότητας και της περαιτέρω συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης, συγκροτούν ένα εκρηκτικό μίγμα, το οποίο θα οδηγήσει, στην περαιτέρω συρρίκνωση του ΑΕΠ της χώρας, όπως συνέβη και το 2014, παρά τα θρυλούμενα, τα οποία διέδιδε η απελθούσα κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων και στην μεγέθυνση της πτωχοποίησης του ελληνικού πληθυσμού.

Ως εκ τούτου, η ώρα της ρήξης της ελληνικής κυβέρνησης έχει έλθει, προ πολλού και έχει, ήδη, καθυστερήσει, γεγονός, το οποίο καθιστά την διαχείριση της κατάστασης, ακόμη, πιο δύσκολη, από ό,τι αυτή ήταν, στα τέλη Ιανουαρίου, όταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα διαδεχόταν την απελθούσα κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου, ύστερα, από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Όπως έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, στην επιστολή του προς τους ευρωζωνίτες, τα περιθώρια και οι δυνατότητες αυτοχρηματοδότησης των αποκαλούμενων αναγκών του ελληνικού κράτους στενεύουν και περιορίζονται, μέχρι το πρώτο 20ήμερο του ερχόμενου Απριλίου, ενώ στερεύει και η ρευστότητα, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο, επί του παρόντος, στηρίζεται, στις ενέσεις της Ε.Κ.Τ., μέσω του E.L.A., ο οποίος, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι πανάκριβος και ουσιαστικά, τοκογλυφικός, ενώ ο Mario Draghi τον χρησιμοποιεί, ως όπλο εκβιασμού, για να υποχρεώει την ελληνική κυβέρνηση να ανταποκριθεί, στις μνημονιακές απαιτήσεις των δανειστών, μέρος των οποίων αποτελεί και η μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης.

Με τις τραπεζικές καταθέσεις να έχουν συρρικνωθεί, περίπου, στα 140 δισ. €, σε σχέση με τον Νοέμβριο του 2014, που ήσαν περίπου, στα 160 δισ. € και με δεδομένο ότι, τον περασμένο Φεβρουάριο, έφυγαν, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, 8,5 δισ. €, το να μιλάει κάποιος, όπως κάνει ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Βαρουφάκης, στο παραπάνω βίντεο (αλλά και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σε συνέντευξή του), για ρήξη, με τους δανειστές, προφανώς, είναι χρήσιμο, από τακτικιστική σκοπιά, ως εργαλείο, για την διεξαγόμενη διαπραγμάτευση, με τους ευρωζωνίτες.

Όμως, αυτή η ρητορεία δεν είναι αρκετή. Τα λόγια, για την ρήξη, που έρχεται (ή, που υποτίθεται ότι έρχεται και με την οποία απειλείς τους αντίπαλούς σου, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων), πρέπει να συνοδεύονται, από έργα.

Η κυβέρνηση πρέπει να είναι έτοιμη και αποφασισμένη να προχωρήσει, σε αυτή την ρήξη και να την κάνει πράξη. Μόνον, έτσι, οι αντίπαλοι θα αντιληφθούν ότι οι όποιοι κίνδυνοι είναι παρόντες και άμεσοι και θα συμπεριλάβουν, ως δεδομένη την έλευση αυτών των κινδύνων, κατά την διαδικασία της λήψης των δικών τους αποφάσεων.

Η αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα της αμερικανικής ελίτ έχει λάβει υπόψη της τους κινδύνους, που ελλοχεύουν, από μια ρήξη της Ελλάδας, με την ευρωζώνη. Η αμερικανική κυβέρνηση προειδοποιεί, σταθερά, τους ευρωζωνίτες, για την πραγματική υπόσταση μιας γεωπολιτικής μεταστροφής της εξωτερικής πολιτικής της νέας Ελληνικής κυβέρνησης, υπέρ της Ρωσίας.

Τελευταίος, στην σειρά αυτών, που μίλησαν δημόσια, για τους κινδύνους, που υφίστανται, στον ευρωπαϊκό χώρο, από μια ελληνική μεταστροφή, υπέρ των θέσεων της Ρωσίας, είναι το παλαιό γεράκι της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, ο Zbigniew Brzezinsky, ο οποίος, κατά την διάρκεια της επίσκεψής του στην Πολωνία, δήλωσε, απερίφραστα, ότι μια μεταστροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπέρ της Ρωσίας, θα παραλύσει το ΝΑΤΟ, το οποίο δεν θα μπορεί να δράσει γρήγορα, σε περίπτωση, που η Ρωσία επιτεθεί, στις γειτονικές της χώρες, στην Βαλτική, ή και εναντίον της Πολωνίας, εάν η Ελλάδα ασκήσει veto, σε οποιαδήποτε λήψη απόφασης, για την στρατιωτική αντιμετώπιση μιας τέτοιας επίθεσης, αφού το ΝΑΤΟ λειτουργεί, με τον κανόνα της ομοφωνίας και των 28 κρατών, που είναι μέλη του.

Ανάλογες είναι οι δυνατότητες, που έχει η ελληνική κυβέρνηση και εντός των πλαισίων της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα μπορεί να παραλύσει τους μηχανισμούς λήψης πάμπολλων κρίσιμων αποφάσεων, στα πλαίσια των θεσμών αυτών των οργανισμών. Αυτή την κακή, για τους ευρωζωνίτες, πραγματικότητα, δεν μπορεί να αγνοηθεί, ούτε από τις κυβερνήσεις του Βερολίνου και του Παρισιού, ούτε από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., ούτε από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Αλλά τα πράγματα είναι, ακόμη χειρότερα, για όλους αυτούς, αφού η συνεχιζόμενη, εδώ και περισσότερο, από πέντε χρόνια σεισμική αναταραχή, που έπληξε την ευρωζώνη, κατέδειξε τα σοβαρά θεμελιακά και υπαρξιακά προβλήματα του ευρώ και της ζώνης του. Και τούτο, διότι, με αφορμή την αποκαλούμενη κρίση χρέους της ευρωζώνης, ήλθαν στην επιφάνεια τα διαφορετικά (και ουσιαστικά  αντικρουόμενα) συμφέροντα των χωρών, που συμμετέχουν, στην ευρωζώνη και στην Ε.Ε., με επίκεντρο το κοινό νόμισμα και την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της οποίας η γραφειοκρατία δεν θέλει και δεν μπορεί να ικανοποιήσεις τους πάντες, αφού τα συμφέροντα των ελίτ των κρατών της ευρωζώνης και οι απαιτούμενες πολιτικές, για την εξυπηρέτησή τους, ακολουθούν μια ασυμπτωτική πορεία.

Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα και σημαίνει ότι οι χώρες, με εμπορικά πλεονάσματα έχουν διαφορετικά και αντίθετα συμφέροντα, από τις χώρες, που έχουν εμπορικά ελλείμματα, αφού, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, τα πλεονάσματα των μεν είναι τα ελλείμματα των δε. Έτσι, οι πλεονασματικές χώρες πωλούν κρατικά ομόλογα με αρνητικά - ή σχεδόν αρνητικά - επιτόκια και με την θετική επιτοκιακή πολιτική του χρηματοπιστωτικού τους τομέα, σωρεύουν τις τραπεζικές καταθέσεις, σε αυτόν, την ίδια στιγμή, που η Ε.Κ.Τ., κερδίζει, δανείζοντας χρήματα, στα ελλειμματικά κράτη, μέσα από την αγορά των ομολόγων τους.

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο το γεγονός ότι οι αποκαλούμενοι επενδυτές στηρίζουν τις πλεονασματικές οικονομίες της ευρωζώνης, με την χρηματοδότησή τους, με τα αρνητικά και τα σχεδόν αρνητικά επιτόκια, αυτή η διαδικασία δεν στερείται λογικής, αφού αυτό σημαίνει ότι οι αναμονές, στην διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά, για το ευρώ και την τύχη του, είναι αρνητικές και καθοδηγούνται από την πεποίθηση ότι, ούτε το ευρώ, ούτε η ευρωζώνη, θα αντέξουν και σε ένα βάθος χρόνου, είτε θα οδηγηθούν, στην διάλυση, είτε η ευρωζώνη θα διασπασθεί, σε δύο ή και περισσότερα τμήματα, με αποτέλεσμα το ευρώ των πλεονασματικών χωρών να κρατήσει και να αυξήσει την υπερτιμημένη αξία του τωρινού ενιαίου ευρώ, το οποίο, παρά την πτωτική του πορεία, παραμένει υπερτιμημένο, όσο η σχέση του, με το δολλάριο, παραμένει μεγαλύτερη από το 1,00 € / 0,80 $.

Αλλά, η επένδυση των κεφαλαίων στο μπατιροτραπεζικό σύστημα των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης έχει και άλλες διαστάσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν, με το γεγονός ότι οι προβλέψεις, που γίνονται, στηρίζονται, στην πεποίθηση ότι η ευρωζώνη θα εξακολουθήσει να βρίσκεται, σε μια μακρά περίοδο, η οποία θα συνδυάζει την οικονομική ύφεση, με την στασιμότητα, ενώ, είτε η ευρωζώνη διασπαστεί, είτε διαλυθεί, στα εξ ων συνετέθη, οι κάτοχοι των ομολόγων των κρατών αυτών θα έχουν επενδύσει σε ένα νόμισμα, είτε αυτό θα είναι το ανατιμημένο ευρώ των πλεονασματικών κρατών, είτε τα ανατιμημένα τοπικά νομίσματά τους (μάρκο, φιορίνι κλπ), τα οποία θα έχουν μεγάλη περιουσιακή αξία, παρά την ύπαρξη των αρνητικών επιτοκίων, σύμφωνα με την λογική του καθεστώτος της παγίδας ρευστότητας, την οποία  έχει, εναργώς, περιγράψει η κλασική κεϋνσιανή θεωρία, με αφορμή την GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930 και την οποία έχει ζήσει, στην δική της σύγχρονη εκδοχή, η ιαπωνική οικονομία, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990.



Ο Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να σώσει την ευρωζώνη, από το "ελληνικό μικρόβιο", με ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και διακηρύσσει ότι οι ελληνικές απαιτήσεις, για ελλειμματική κρατική διαχείριση και την χρηματοδότησή της, από την Ε.Κ.Τ. δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, διότι η ευρωζώνη δεν είναι ("ακόμη" είπε) πολιτική ένωση. Ο Ντράγκι, που βλέπει τον κίνδυνο, για την κατάργηση της "ανεξαρτησίας" της Ε.Κ.Τ. και μάχεται, για να αποτρέψει την έλευση αυτού του κινδύνου, δεν θα καταφέρει τον στόχο του. Και αν και έχει δίκιο, ως προς την διαπίστωσή του, για την ανυπαρξία πολιτικής ένωσης, στην ευρωζώνη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαιωνισθεί αυτή η κατάσταση. Κάθε άλλο. Καιρός να αλλάξουν τα πράγματα. Και η ελληνική κρίση αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία...




Μέσα στον γενικό χαμό, που προέκυψε, από την εσωτερίκευση, στον χώρο της ευρωζώνης, της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του Σεπτεμβρίου του 2008 και το σύνολο των ανοησιών, που διαπράχθηκαν, κατά την τελευταία πενταετία, ο Mario Draghi, θέλοντας να αντιγράψει, το αμερικανικό FED, ανακοίνωσε, πριν από λίγο καιρό ένα πρόγραμμα νομισματικής χαλάρωσης, που ανέρχεται, σε ένα, ανά μήνα, ρολάρισμα χρηματικών ροών, ύψους 60 δισ. € και το οποίο, φυσικά, είναι, απολύτως, ανεπαρκές και το ίδιο, απολύτως, διαστρεβλωμένο, ως προς την λογική και τους αποδέκτες του. Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, το πρόγραμμα αυτό θα είναι, ομοίως, αποτυχημένο. 

Στο πρόγραμμα αυτό της νομισματικής χαλάρωσης, δεν είναι οι ελλειμματικές χώρες της ευρωζώνης και η δική τους μπατιροτραπεζοκρατία, που θα γίνουν αποδέκτες των περισσότερων ποσών. Οι μεγαλύτεροι αποδέκτες των χρηματικών ροών του προγράμματος θα είναι οι πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης (δηλαδή, η δική τους μπατιροτραπεζοκρατία) και πρωτίστως, η Γερμανία.

Η γερμανική μπατιροτραπεζοκρατία είναι αυτή που θα λάβει τα μεγαλύτερα ποσά αυτού του προγράμματος της νομισματικής χαλάρωσης, από την Ε.Κ.Τ., την στιγμή, που η Γερμανία δεν έχει ανάγκη μιας τέτοιας στήριξης, ή, τουλάχιστον, οι όποιες ανάγκες της είναι πολύ μικρότερες, από αυτές των άλλων.

Έτσι, η Γερμανία θα λάβει 240 δισ. €, κατά την διάρκεια του ενάμισυ έτους, που θα κρατήσει αυτό το πρόγραμμα, ενώ, για την Ελλάδα, η οποία συμμετέχει, με ένα ποσοστό, ίσο με το 5% των δαπανών του κοινοτικού προϋπολογισμού,  προγραμματίζεται ένα ποσόν ίσο με 1 δισ. €, δηλαδή το 1/1000 του συνολικού ποσού, που θα διατεθεί (και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα μας θα εφαρμόσει ένα νέο Μνημόνιο - όπως και αν αυτό ονομασθεί).


Εννοείται, βέβαια, ότι όλα αυτά είναι αδιέξοδα, με δεδομένο ότι όλες οι χώρες της Δύσης αύξησαν το δημόσιο χρέος τους, μετά την έλευση της κρίσης του Σεπτεμβρίου 2008. Αλλά αυτή η αύξηση των δημοσίων χρεών ήλθε ως αποτέλεσμα των προσπαθειών, για την μονομερή διάσωση της χρεωκοπημένης διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας και ίόι επειδή αυξήθηκε η καταναλωτική και η επενδυτική δαπάνη, στις οικονομίες των αναπτυγμένων χωρών.

Το τραγικό, στην όλη υπόθεση, είναι ότι, παρ' όλ' αυτά, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει, σε απελπιστικό βαθμό υποκεφαλαιοποιημένο, εάν ληφθεί, υπόψη ότι μόνο η γαλλική μπατιροτραπεζοκρατία χρειάζεται, τουλάχιστον, ένα ποσόν ίσο, με το 10% του γαλλικού ΑΕΠ, για να μπορέσει να ανακεφαλαιοποιηθεί. Τα χρήματα, ούτως, ή άλλως, είναι πολλά και σε έναν σημαντικό βαθμό, αν δούμε αυτήν την βασική παράμετρο του όλου προβλήματος, εξηγείται η επιμονή των ευρωζωνιτών να αρνούνται να συζητήσουν, γύρω από οποιαδήποτε διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους, ή να ανεχθούν την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, η οποία να οδηγεί, στην κήρυξή του, εν όλω, ή εν μέρει, ως παράνομου και τοκογλυφικού, όπως επιχειρείται να γίνει από την ελληνική πλευρά, με την συγκρότηση της κοινοβουλευτικής επιτροπής, για τον λογιστικό έλεγχο του χρέους αυτού.

Στην ευρωζώνη, δυστυχώς, η ποσοτική χαλάρωση, για την οποία κάνει λόγο ο
Ντράγκι, αφορά μόνο τις τράπεζες και δευτερευόντως, τα κράτη, σε αντίθεση, με την ποσοτική χαλάρωση του αμερικανικού FED, κατά την οποία το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα τέθηκε, υπό επιτροπεία, με σκοπό την διοχέτευση ενός μεγάλου μέρους των ποσοτήτων των χρημάτων, που διατέθηκαν, προς την πραγματική οικονομία, γεγονός, που απέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό την διόγκωση της ανεργίας, η οποία μειώθηκε, ενώ, παράλληλα, αποφεύχθηκε ο αποπληθωρισμός.


Έτσι, το δολάριο τελευταία έχει ανακάμψει, φθάνοντας, στο υψηλότερο επίπεδό του, από το 2003. Η αμερικάνικη οικονομία βρίσκεται, σε μια ικανή ανάκαμψη, επιτρέποντας, στο FED, να υψώσει, λελογισμένα, τα επιτόκια, αυξάνοντας, σημαντικά, την ζήτηση, για το αμερικανικό νόμισμα, αλλά, παράλληλα και αποφεύγοντας να δημιουργήσει προβλήματα, στις αμερικανικές εξαγωγές. Αυτό οδήγησε τα διεθνή κεφάλαια, ακόμη και από τις αναπτυσσόμενες χώρες, να κατευθυνθούν, στα θησαυροφυλάκια του FED, το οποίο θα ισοφαρίσει, επί του παρόντος, τις τεράστιες χρηματικές ποσότητες, που δημιούργησε, εκ του μη όντος, στην διάρκεια των προηγούμενων ετών, αμέσως, μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Στην ευρωζώνη, το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ., η οποία "βρέχει με λεφτά", δεν αφορά την πραγματική οικονομία, στην οποία θα κατευθυνθούν ποσά, τα οποία θα είναι και ανεπαρκή και δεν πρόκειται να ζητηθούν, από την στιγμή, που η συναθροιστική ζήτηση, στις χώρες της ευρωζώνης θα παραμείνει ασθενής και αναιμική, αφού οι σημαντικοί παράγοντες των αγορών αγαθών και υπηρεσιών θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι, στην λογική και στο συνολικό φαινόμενο της παγίδας ρευστότητας.

Τα χρήματα της ποσοτικής χαλάρωσης, στην ευρωζώνη, δεν αφορούν αυτούς, που πρέπει. Λεφτά βρέχει, για αυτούς, που, ήδη, έχουν (μπατιροτραπεζοκρατία, "επενδυτές", που αγοράζουν ομόλογα, κράτη, που αποπληρώνουν ομόλογα, κατόχους μετοχών και άλλων τίτλων και διάφορους άλλους, οι οποίοι σχετίζονται με τις τεχνοδομές των χώρων αυτών). Δεν αφορά εκείνους, που δεν έχουν.

Έτσι, η διεύρυνση της ανισοκατανομής των εισοδημάτων, μέσα από την διαδικασία των ποσοτικών χαλαρώσεων, διευρύνει το πρόβλημα της παγίδας ρευστότητας, στην οποία έχουν εμπλακεί οι αναπτυγμένες και ώριμες προς μια καταστροφική υποβάθμιση της διεθνούς τους θέσης, οικονομίες της Δύσης, αφού ο υπερσυσσωρευμένος πλούτος, στα χέρια μικρών τμημάτων των πληθυσμών τους δεν μπορεί να καταναλωθεί και με αυτόν τον τρόπο, ανακυκλώνει και διαιωνίζει την διεθνή ύφεση.

Ο απεγκλωβισμός της ευρωζωνικής οικονομίας, από αυτήν καταστροφική παγίδα ρευστότητας, μπορεί να γίνει με άμεσες και μαζικές επενδύσεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος των άμεσων κερδών. Τέτοιες μαζικές και άμεσες επενδύσεις, όπως μας έχει διδάξει, από παλιά, ο John Maynard Keynes ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας δεν μπορεί - και δεν θέλει - να τις πραγματοποιήσει. Και δεν θα τις πραγματοποιήσει, όσο και να ενταθεί ο μηχανισμός της εσωτερικής υποτίμησης, στις οικονομίες της ευρωζώνης, αφού ο μηχανισμός αυτός συρρικνώνει την εσωτερική ζήτηση.

Τις αναγκαίες άμεσες και μαζικές επενδύσεις, όπως μας έχει διδάξει η κεϋνσιανή θεωρία, στις παρούσες έντονα υφεσιακές συνθήκες, μόνον, ο δημόσιος τομέας μπορεί να τις πραγματοποιήσει. Πλην, όμως, ο ζουρλομανδύας των, πρωτογενώς, ισοσκελισμένων κρατικών προϋπολογισμών και το Σύμφωνο της (δημοσιονομικής) Σταθερότητας αποτελούν, απολύτως, απαγορευτικούς μηχανισμούς, για την άσκηση αυτών των αναγκαίων δημοσιονομικών πολιτικών.

Ακόμη, χειρότερα, η Γερμανία, ως μια τεράστια εξαγωγική δύναμη, με εξαγωγές ίσες, με 1,13 τρισ. €, με εισαγωγές, ίσες με 916 δισ. € και ένα εμπορικό πλεόνασμα, το 2014, ύψους 214 δισ. € - μεγέθη, τα οποία αφορούν τις σχέσεις της γερμανικής οικονομίας, με όλον τον κόσμο και όχι μόνο την ευρωζώνη - δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, για την αλλαγή της παρούσας πολιτικής, μέσα στα πλαίσια της ευρωζώνης. Αντιθέτως, μάλιστα, η γερμανική πολιτική και οικονομική ελίτ έχει κάθε ενδιαφέρον, για να εργαστεί, για την συνέχιση αυτής της πολιτικής.

Υπό το φως των παραπάνω, γίνεται κατανοητό, για πολλοστή φορά, για ποιόν λόγο η κλειστή ελληνική οικονομία, που στηρίζεται στην μικρομεσαία επιχείρηση και στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών εντάσεως εργασίας, δεν έπρεπε να ενταχθεί, όχι μόνο, στην ευρωζώνη, η οποία την οδήγησε στην παρούσα καταστροφή και στην απώλεια, πάνω από το 25% του ΑΕΠ της, κατά την τελευταία πενταετία, αλλά, ούτε και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (την τωρινή Ευρωπαϊκή Ένωση), το 1981, η οποία, επίσης, την έβλαψε, οικονομικά, αφού η αναπτυξιακή της πορεία, ήταν μικρότερη, όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι το 2008, κατά, τουλάχιστον, 15%, από αυτήν, που, υπολογιστικά, θα ήταν, εάν η Ελλάδα έμενε, το 1981, εκτός της Ε.Ο.Κ. [Για το ζήτημα αυτό, δείτε το πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Η δανειακή σύμβαση, το Μνημόνιο, οι δυσχέρειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στην διαπραγμάτευση και οι φόβοι των ευρωζωνιτών, για μια ελληνική στάση πληρωμών εντός ευρωζώνης. (Η ανολοκλήρωτη ευρωπαϊκή ενοποίηση και το μοιραίο λάθος της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ/ΕΕ, σύμφωνα με την επιστημονική μελέτη των Ν. Campos, F. Coricelli και L. Moretti).Τα στοιχεία είναι, δυστυχώς, αμείλικτα και δύσκολα, αμφισβητούνται].



Η κλωτσιά, στα οπίσθια των ευρωζωνιτών είναι, απολύτως, απαραίτητη. Και εάν δοθεί, μπορεί να καταστεί πολύ χρήσιμη, στην συνέχεια, για την επίτευξη ενός επωφελούς συμβιβασμού, αφού, πολλές φορές, οι καλές συμφωνίες, έρχονται, ως αποτέλεσμα ενός μεγάλου και ηχηρού καβγά. Αρκεί αυτή η κλωτσιά να δοθεί...




Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει πολλά περιθώρια. Ή θα υποκύψει και θα αποδεχθεί όλα όσα έχουν αποδεχθεί και οι προηγούμενοι, ή θα προχωρήσει σε ρήξη, με τους ευρωζωνίτες.

Όμως, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος δεν έχουν εντολή, για να πράξουν (με οποιονδήποτε μανδύα), όλα όσα έπραξαν οι ΓΑΠ - Λουκάς Παπαδήμος - Αντώνης Σαμαράς - Ευάγγελος Βενιζέλος. Η εντολή, που έλαβαν, από το εκλογικό σώμα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, είναι να πράξουν τα, εντελώς, αντίθετα.

Και παρά το γεγονός ότι λέγεται, ανοήτως, ότι δεν έλαβαν εντολή, για ρήξη, με τους ξένους δανειστές, η αλήθεια είναι ότι η ρήξη θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πολύν καιρό. Θα έπρεπε να έχει γίνει, από την εποχή, που οι ευρωζωνίτες οδήγησαν την ελληνική οικονομία, στην ουσιαστική χρεωκοπία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρήξη με τους τοκογλυφικούς δανειστές της χώρας δεν μπορεί να γίνει, τώρα. Κάθε άλλο. Η ρήξη, με τους ευρωζωνίτες (όχι, απαραίτητα και με το Δ.Ν.Τ.), μπορεί, κάλλιστα, να γίνει και τώρα. Οι συνθήκες, για κάτι τέτοιο, είναι, απολύτως, ώριμες και αυτή η διαπίστωση αποτελεί μια πρόταση, στην οποία έχω αναφερθεί, αμέσως, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015. (Δείτε, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ το δημοσίευμα : Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές).

Βέβαια, οι τωρινοί κυβερνήτες του τόπου μας έλαβαν εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση, με σκοπό να μην αποδεχθούν και να μην κάνουν όσα έκαναν οι σαμαροβενιζέλοι. Αλλά, η διαπραγμάτευση κάποια στιγμή καταλήγει κάπου. Και όταν υπάρχει ασυμφωνία, αυτό το κάπου δεν είναι χωρίς περιεχόμενο. Ούτε οδηγεί, αποκλειστικά, στην αποδοχή των όρων της άλλης πλευράς. Η διαπραγμάτευση πολλές φορές οδηγεί σε διαφωνία και σε ρήξη.

Και αυτή η διαφωνία, μαζύ με την ρήξη, πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει, σε μιαν επωφελή συμφωνία. Είτε αυτή η συμφωνία επιτρέπει στην χώρα μας, να παραμείνει, στο ευρώ, είτε την οδηγεί, εκτός της ευρωζώνης και στην επιστροφή, σε μια νέα έκδοση του παλαιού καλού εθνικού μας νομίσματος, είτε σε μια σύνθετη - λιγότερο ή περισσότερο προσωρινή - λύση, που θα λειτουργήσει συνδυαστικά.

Δεν αρκούν, λοιπόν, μόνον, τα λόγια, περί ρήξης, με τους "εταίρους", οι οποίοι, όντως, λειτουργούν, ως τοκογλύφοι και οικονομικοί δολοφόνοι. Και οι οποίοι έχουν ικανούς λόγους, που συμπεριφέρονται, με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί αυτούς τους λόγους εμείς να τους κρίνουμε (και σωστά, πράττουμε), ως,  ανόητους και μακροπρόθεσμα, καταστροφικούς και για τα συμφέροντα αυτών των "εταίρων", αλλά, η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι λόγοι, που οι δανειστές επικαλούνται, είναι ικανοί.

Τα λόγια των κυβερνώντων την χώρα μας, περί ρήξης, με τους δανειστές, πρέπει να γίνουν πράξη. Με λογισμό, με τον κατάλληλο σχεδιασμό και με τις δέουσες συμμαχίες. Τώρα έχουν την ευκαιρία και την δυνατότητα.

Θα το πράξουν;

Ίδωμεν...

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Pierre Moscovici : "Εμείς σεβόμαστε την δημοκρατία. Η Ελλάδα να σεβαστεί το χρέος"! (Η ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών και η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., σε νέες περιπέτειες. Οι λόγοι και οι αιτίες, που καθιστούν παράνομο και τοκογλυφικό, πάνω, από το 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους).






Ο παραπάνω πίνακας, που παρουσιάζει το τρέχον μέγεθος και την διασπορά του ελληνικού δημόσιου χρέους, ως προς τους κατόχους του, είναι, απολύτως, παραστατικός και περιγραφικός του τεράστιου εγκλήματος, που διαπράχθηκε, εις βάρος της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της χώρας μας, με την μετατροπή του, από ένα χρέος, το οποίο οφειλόταν, σε ιδιωτικούς οργανισμούς και διάφορα φυσικά πρόσωπα, σε ένα χρέος, το οποίο, μετά τα δύο Μνημόνια του Απριλίου του 2010 και του Φεβρουαρίου του 2012, τώρα, πλέον, βρίσκεται, στην μεγίστη πλειοψηφία του, στα χαρτοφυλάκια διάφορων κρατών και διακρατικών οργανισμών της ευρωζώνης, καθώς και στο Δ.Ν.Τ.

Η κοινοβουλευτική Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του ελληνικού δημόσιου χρέους, που συγκροτήθηκε, από την πρόεδρο της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου και στην οποία συμμετέχει ο Eric Toussaint, ο γνωστός ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, που θεωρείται ειδικός, περί των κρατικών χρεών και περί της διαγραφής τους, αποτελεί μια ευχάριστη εξέλιξη, στην όλη υπόθεση, που αφορά το δημόσιο χρέος της χώρας μας και προφανώς θα βοηθήσει στο ξεκαθάρισμα των βασικών αιτιών της κακοφόρμισής του, εάν και εφ' όσον ακολουθηθούν εκείνες οι διαδρομές, που θα είναι οι κατάλληλες, για τον προσδιορισμό εκείνου του τμήματός, του, το οποίο είναι επαχθές, απεχθές και προδήλως, παράνομο.

Προφανώς, αυτή η εργασία δεν θα είναι, καθόλου, εύκολη. Αντιθέτως, θα είναι πολύ δύσκολη και αυτό, λόγω της ομολογιακής υφής του, η οποία, με αυτόν τον τρόπο συσκοτίζει και αποπροσανατολίζει τους όρους της δημιουργίας των σύγχρονων κρατικών χρεών, αφού, με αυτόν τον τρόπο, παραγκωνίζονται οι παλαιές μορφές δανεισμού, που είχαν και έχουν να κάνουν, με τα κλασικά δάνεια και τις πληρωτέες δόσεις, οι οποίες σχετίζονταν και συνδέονταν με κάποια αγαθά και υπηρεσίες.

Βέβαια, αυτή η κατάσταση δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε και ότι αυτή η Επιτροπή δεν έχει έργο μπροστά της. Κάθε άλλο. Πολλά είναι αυτά, που μπορούν να γίνουν και σχετίζονται, με τις συνθήκες του ελληνικού δανεισμού, την τοκογλυφική συμπεριφορά των όποιων δανειστών του ελληνικού δημοσίου και τις όποιες "διευκολύνσεις" έγιναν, προκειμένου να λάβει χώρα αυτός ο δανεισμός, με τις συνθήκες και τους όρους, που αυτός έγινε.

Όταν πριν από τέσσερα, περίπου, χρόνια προσπαθούσα να κάνω μια αποτίμηση της - ούτως ειπείν - κεφαλαιακής σύνθεσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, για να εντοπίσω ποιο τμήμα του χρέους αυτού ήταν τοκογλυφικό και ποιό όχι, (δείτε το δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, στις 11 Ιουνίου 2011, με τίτλο :  Η τοκογλυφική διάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους : Από το σύνολο των 345 δισ. €, τα 293 δισ. €, έως 310 δισ. € είναι πανωτόκια, ενώ το ποσόν που πραγματικά εισπράχθηκε φθάνει τα 35 δισ. €, έως 52 δισ. €), ήμουν, περίπου, μόνος, με εξαίρεση τον Δημήτρη Καζάκη , ο οποίος, όμως, δεν είχε αποπειραθεί να προσδιορίσει το ύψος του πραγματικού (του μη τοκογλυφικού λογιστικού) ελληνικού δημόσιου χρέους.

Τα πράγματα, στον τομέα αυτόν, ήσαν, εντελώς, ομιχλώδη, διότι, απλούστατα, μέχρι τότε, δεν υπήρχε κάποια, έστω και πρωτόλεια διερευνητική απόπειρα, προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία να έχει αποτυπωθεί, σε ένα κείμενο, το οποίο να έχει δει το φως της δημοσιότητας.

Έτσι, αναγκάστηκα να προχωρήσω, στην έρευνά μου, βασιζόμενος, περισσότερο σε εκτιμήσεις, οι οποίες στηρίζονταν, σε ένα αποδεικτικό υλικό, το οποίο προέκυπτε, έμμεσα, όντας, περισσότερο, ενδείξεις, παρά αποδείξεις και ως εκ τούτου, οι εκτιμήσεις αυτές ενείχαν, σε μεγάλο βαθμό, το προσωπικό στοιχείο, ως προς την αξιολόγησή τους και περιείχαν ένα μεγάλο ρίσκο, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αυτές οι εκτιμήσεις δεν στηρίζονταν, σε ένα ευθύ και άμεσο υλικό, το οποίο να προϋπήρχε και να αποτελεί ένα κεκτημένο, μια βάση, για την διεξαγωγή αυτής της έρευνας.

Η δική μου πρωτόλεια έρευνα, την οποία παρουσίασα, στο παραπάνω αναφερόμενο δημοσίευμα, με οδήγησε, στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, στην πραγματική μη τοκογλυφική και εξωλογιστική του βάση πρέπει να ανερχόταν, εκείνη την εποχή, κατά την οποία δεν είχε πραγματοποιηθεί το PSI του Μαρτίου του 2012, κάπου ανάμεσα, στα 35, έως τα 52 δισ. €, λαμβανομένης υπόψη, μιας κρίσιμης παραμέτρου, στην όλη υπόθεση της εκθετικής διόγκωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία επισυνέβη, ως εξέλιξη της μετατροπής της νομισματικής έκφρασης του χρέους αυτού, από, κατά βάση, δραχμικό χρέος, που ήταν, πριν από την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, το 2002, σε ένα χρέος, σε ευρώ.

Αυτή ήταν μία από τις ουσιώδεις αιτίες της διόγκωσης, σε πραγματική βάση, του ελληνικού δημόσιου χρέους και αυτή ήταν και εξακολουθεί να παραμένει μια από τις ουσιώδεις αιτίες της παρούσας καταστροφής.

Η δεύτερη (αλλά και πολύ σημαντικότερη) ουσιώδης αιτία της παρούσας καταστροφής, σχετίζεται και πάλι, με το ευρώ και έχει να κάνει με αυτό το ίδιο το σκληρό αυτό νόμισμα, το οποίο καταστρέφει την καταναλωτική και εν τέλει και την παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, οδηγώντας την στην αμείλικτη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα της χαμηλής ανταγωνιστικότητάς της, αφού, το ευρώ, ως σκληρό νόμισμα, που είναι και με τους αντιπληθωριστικούς νομισματικούς κανόνες, που λειτουργεί, δεν επιτρέπει την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, με τις τεχνικές των απαραίτητων υποτιμήσεων.

Φυσικά, όλη αυτή η ομιχλώδης κατάσταση, γύρω από την κεφαλαιακή σύνθεση του ελληνικού δημόσιου χρέους, δεν ήταν, καθόλου, αθώα, αφού, ούτε οι, τότε, κυβερνήτες, ούτε οποιοσδήποτε άλλος, από την εντόπια "ευρωπαϊστική" πολιτική και οικονομική ελίτ, που, στο σύνολό τους, οδήγησαν την χώρα στην χρεωκοπία και στην υποταγή της, στο καθεστώς της χρεώδουλης πεονίας, που της επέβαλαν οι ξένοι δανειστές, είχαν την θέληση, για να ανοίξουν μια τέτοια συζήτηση, η οποία, για όλους αυτούς - εντόπιους και ξένους -, δεν ήταν, απλώς και μόνον, ενοχλητική. Ήταν κάτι, πολύ περισσότερο, από αυτό. Ήταν επικίνδυνη και εάν άνοιγε μια τέτοια συζήτηση, θα οδηγούσε την χώρα, στην, εντελώς, αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν, που εκείνοι ήθελαν και θέλουν να οδηγηθεί.

Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις του ΓΑΠ, του Λουκά Παπαδήμου και των σαμαροβενιζέλων, που πυροδότησαν και στην συνέχεια, διαχειρίστηκαν, μέχρι τώρα, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, την  χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου, λειτουργώντας, ως κοινοπρακτικά σχήματα εισπρακτικών εταιρειών, οι οποίες είχαν προσληφθεί, από τους ξένους δανειστές, για να διεκπεραιώσουν αυτή την δουλειά, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς, τις απαιτήσεις και τα συμφέροντα των, οιονεί, ουσιαστικών αφεντικών τους, έπρεπε να αλλάξουν την ατζέντα της συζήτησης, για το ελληνικό δημόσιο χρέος, την κεφαλαιακή του σύνθεση και τις επιπτώσεις, που είχε η αλλαγή του νομίσματος της χώρας, το 2002, με την κατάργηση της δραχμής (του παλαιού εθνικού νομίσματος της χώρας) και την αντικατάστασή της από το ευρώ, ως προς την δυνατότητα να εξυπηρετηθεί το χρέος αυτό, από την ελληνική οικονομία.

Όλοι αυτοί, μαζύ με τους παρατρεχάμενους οικονομολόγους της κακιάς ώρας και στιγμής, που διαπραγματεύτηκαν, με τους εκπροσώπους των γαλλογερμανικών ελίτ και την Commission, την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη (Γιάννης Στουρνάρας, Λουκάς Παπαδήμος, Γκίκας Χαρδούβελης κλπ), γνώριζαν, πολύ καλά, ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος της περιόδου 1999 - 2002, το οποίο κυμαινόταν, γύρω στο 103% του ΑΕΠ, δεν ήταν δυνατόν να εξυπηρετηθεί, ομαλά, από την ελληνική οικονομία, υπό το καθεστώς ενός σκληρού νομίσματος. Για την ακρίβεια, ήταν αδύνατο το χρέος αυτό να εξυπηρετηθεί. 


 



Ο παραπάνω πίνακας, που έχει συνταχθεί, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αφορά τον ελληνικό κρατικό δανεισμό, την κρίσιμη περίοδο 2000 - 2009 και είναι - πλην του έτους 2009 - απολογιστικός. Ο πίνακας αυτός, τον οποίο έχω αναρτήσει και στο δημοσίευμά μου της 11/6/2011, στο οποίο έκανα, ήδη, αναφορά, είναι, απολύτως, σαφής, ως προς την πλήρη αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να ανταποκριθεί, στην εξυπηρέτηση του χρέους του, κάτω από το καθεστώς του σκληρού νομισματικού συστήματος, υπό το οποίο δημιουργήθηκε το ευρώ και η ζώνη του. Και φυσικά, αυτή η αδυναμία δεν προέκυπτε, εκ του μη όντος. Προέκυπτε, από την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί, σε αυτό το τεράστιο βάρος, που προέκυπτε, από αυτή την κατάσταση.

Πράγματι, αν εξετάσουμε τον ελληνικό κρατικό δανεισμό αυτής της περιόδου (με μόνη επιφύλαξη τα μη απολογιστικά αποτελέσματα του έτους 2009), θα διαπιστώσουμε ότι το ελληνικό δημόσιο, σε όλη αυτή την δεκαετή περίοδο δανείστηκε, για να εξυπηρετήσει δανειακές ανάγκες παρελθόντων ετών, το ποσόν των 451,084 δισ. €.

Βέβαια, το ελληνικό δημόσιο δεν αρκέστηκε, στην δανειστική ανακύκλωση της εξυπηρέτησης των δανείων του. Πέρα, από αυτήν, κάλυψε και κάποιες τρέχουσες ανάγκες του. Έτσι, ο συνολικός κρατικός δανεισμός, σε αυτή την δεκαετή περίοδο, ήταν φυσικά, κατά τι, μεγαλύτερος και ανήλθε στα 485,835 δισ. €.

Με αυτά τα δεδομένα, το ελληνικό δημόσιο, κατά την δεκαετία 2000 - 2009, δανείστηκε, για την κάλυψη των διάφορων αναγκών του, ένα συνολικό ποσόν της τάξεως των  34,751 δισ. €, το οποίο, εάν το κατατμήσουμε, στην δεκαετία θα δούμε ότι οι πραγματικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου, οι οποίες δεν πήγαν, για την αναχρηματοδότηση του χρέους του, υπήρξαν πολύ λίγες, παρά τα θρυλούμενα, από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ και των ξένων δανειστών και δεν ξεπέρασαν το 3,9% των ετήσιων ΑΕΠ της χώρας.

Έτσι, με την εξαίρεση του έτους 2004 (που ήταν εκλογικό έτος), όπου ο καθαρός μη αναδανειστικός δανεισμός του κράτους, ξεπέρασε τα 8,5 δισ. €, ο ελληνικός δημόσιος δανεισμός ήταν συγκρατημένος. 

Ακόμη και κατά τα τελευταία έτη, πριν και μετά την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το ελληνικό δημόσιο ήταν φειδωλό, στον δανεισμό του, για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, παρά τα όσα λέγονται, μονότονα, εντελώς αναληθώς και με πλήρη επίγνωση του ψευδούς περιεχομένου αυτών των ισχυρισμών.

Το 2005, το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε 2,723 δισ. €, για την κάλυψη ενός πρωτογενούς ελλείμματος 1,543 δισ. € και τις άλλες τρέχουσες ανάγκες του. Και δανείστηκε, επίσης, άλλα 42,074 δισ. €, για να εξυπηρετήσει τοκοχρεωλύσια παρελθόντων ετών. (Συνολικός δανεισμός : 44,797 δισ. €).

Το 2006, το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε 1,615 δισ. €, για τις πραγματικές τρέχουσες ανάγκες του, έχοντας ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως των 1,357 δισ. € . Και δανείστηκε, επίσης, άλλα 37,133 δισ. €, για να εξυπηρετήσει τοκοχρεωλύσια παρελθόντων ετών. (Συνολικός δανεισμός : 38,748 δισ. €).

Το 2007, το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε 0,736 δισ. €, για την κάλυψη ενός πρωτογενούς ελλείμματος 0,718 δισ. € και τις άλλες τρέχουσες ανάγκες του. Και δανείστηκε, επίσης, άλλα 60,920 δισ. €, για να εξυπηρετήσει τοκοχρεωλύσια παρελθόντων ετών. (Συνολικός δανεισμός : 61,656 δισ. €).

Το 2008 το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε 2,194 δισ. €, για την κάλυψη ενός πρωτογενούς ελλείμματος 3,361 δισ. € και τις άλλες τρέχουσες ανάγκες του. Και δανείστηκε, επίσης, άλλα 67,467 δισ. €, για να εξυπηρετήσει τοκοχρεωλύσια παρελθόντων ετών. (Συνολικός δανεισμός : 69,661 δισ. €).

Το 2009 το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε 1,046 δισ. €, για την κάλυψη ενός πρωτογενούς ελλείμματος 17,054 δισ. € και τις άλλες τρέχουσες ανάγκες του. Και δανείστηκε, επίσης, άλλα 84,184 δισ. €, για να εξυπηρετήσει τοκοχρεωλύσια παρελθόντων ετών. (Συνολικός δανεισμός : 85,230 δισ. €).

Ύστερα, από όλα αυτά, δεν χρειάζεται πολλή φιλολογία, γύρω από το ζήτημα της συγκρότησης και της διάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, ως ενός, καθαρά, τοκογλυφικού χρέους, το οποίο προέκυψε, ως τέτοιο, εξ αιτίας του απλού, αλλά και συνάμα, εγκληματικού γεγονότος, ότι το χρέος αυτό μετατράπηκε, το 2002, από ένα μαλακό νόμισμα, σαν την δραχμή, στην οποία ήταν, στην μεγίστη πλειοψηφία του, εκφρασμένο, σε ευρώ, δηλαδή, σε μια νομισματική μονάδα, η οποία, στον πυρήνα της συγκροτούσε, ήταν και λειτουργούσε ένα σκληρό νόμισμα.

Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι και το ύψιστο έγκλημα, που διαπράχθηκε, από τους εντόπιους "ευρωπαϊστές", τις γαλλογερμανικές ελίτ, την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και του πληθυσμού της χώρας μας, οδηγώντας τους, στην αφανή - εκείν την εποχή - χρεωκοπία και στην συνέχεια, τον Απρίλιο του 2010, στην παταγώδη ουσιαστική χρεωκοπία και στην χρεωδουλική πεονία των Μνημονίων.

Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, όλη η πορεία του ελληνικού κρατικού δανεισμού, όπως αναδεικνύεται, χρόνο με τον χρόνο, μέσα από τα συντριπτικά και εντελώς, καταθλιπτικά στοιχεία του παραπάνω απολογιστικού πίνακα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της περιόδου 2000 - 2009, υπήρξε σισύφεια. Το ελληνικό δημόσιο χρέος φούσκωνε, επιτοκιακά, σαν ζυμάρι, όντας θεόρατο και διαρκώς, μεγεθυνόμενο, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα εξυπηρέτησής του, από την ελληνική οικονομία.

Αυτό, που είναι προφανές και καθίσταται, άμεσα, ορατό, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία παρατήρησης και αναστοχασμού, για το τί - και το πότε - έπρεπε να γίνει, για να αποφευχθεί όλη αυτή η καταστροφή, η αλήθεια είναι πολύ απλή και πολύ πικρή, για τους εντόπιους "ευρωπαϊστές", που οδήγησαν την χώρα, στην παρούσα καταστροφή, η έλευση της οποίας ήταν, απολύτως και ευχερώς, προβλέψιμη και θα ερχόταν, δίκην φυσικού φαινομένου.

Αυτό, που ήταν προφανές, σε όλους όσους είχαμε μια στοιχειώδη γνώση της κατάστασης, που επικρατούσε, με το ελληνικό δημόσιο χρέος, την συγκρότηση, την σύνθεση και την διάρθρωσή του, καθώς και την διαχρονική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ως μιας κλειστής οικονομίας, στηριζόμενη, κατά βάση, στην εσωτερική αγορά και στις μικρές εταιρικές και ατομικές επιχειρήσεις, με μικρό αριθμό εξαγωγών, δηλαδή, χωρίς μεγάλες εισπράξεις και μικρή ανταγωνιστικότητα, ήταν ότι, ούτε το ελληνικό δημόσιο θα άντεχε να εξυπηρετήσει ένα θεώρατο χρέος, εκφρασμένο, σε ένα σκληρό νόμμισμα, σαν το ευρώ, αλλά, ούτε και η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να κρατήσει τις θέσεις της, όχι μόνο στην εξωτερική, άλλά ούτε, καν, στην εσωτερική αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία θα έχανε την ίδια την δεσπόζουσα θέση της και θα οδηγείτο, σε κατάρρευση των εσωτερικών της μηχανισμών, ενώ, παράλληλα και ευθύς, ως το σκληρό ευρώ θα αντικαθιστούσε την μαλακή δραχμή, ως νόμισμα της χώρας, θα λειτουργούσε, ως ξένο συνάλλαγμα, με αποτέλεσμα την διαρκή εκροή κεφαλαίων, από την ελληνική οικονομία, προς τις πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης και τους άλλους παραδείσους της τοκογλυφίας, που πριμοδοτείται, υπό το καθεστώς της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, από την ίδια την θεσμική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, που έχει ως πάγια και διακηρυγμένη αρχή του, την ελεύθερη και ανεμπόδιστη κίνηση των πάσης μορφής κεφαλαίων.

Έτσι, με αυτά τα δεδομένα :

α) Η Ελλάδα δεν έπρεπε να εισέλθει, στην ευρωζώνη, επ' ουδενί.

Δυστυχώς, η ανόητη, σε βαθμό ηλιθιότητας, "ευρωπαϊστική" ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ, οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και τη Γερμανίας, η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών δεν άκουσαν την φωνή της λογικής και ένταξαν την ελληνική οικονομία, στην ευρωζώνη.

β) Εφ' όσον, η χώρα μας, κακή τη τύχη, εισήλθε, σε αυτήν την χαοτική νομισματική ένωση, θα έπρεπε, πριν εισέλθει, το ελληνικό δημόσιο χρέος να κουρευτεί, στο σύνολό του, ή έστω, κατά 90%. όχι ότι μια τέτοια κίνηση θα την έσωζε, από τις περιπέτειες. Δεν θα την έσωζε. Απλώς, θα την καθυστερούσε, μέχρι ένα χρονικό σημείο.

Δυστυχώς, αυτό το ζήτημα δεν τέθηκε, καν. Η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, που κινούσε (και εξακολουθεί, ακόμη, να κινεί), σαν μαριονέττα το αστικό πολιτικό σύστημα της χώρας, δεν ήταν διατεθειμένη να ακούσει κάτι τέτοιο. Και οι υποτακτικοί της - ο αστικός πολιτικός κόσμος και όχι μόνον αυτός, φρόντισαν να μην το ακούσει. Δεν το έθεσαν καν.

γ) Και φυσικά, το σύνολο του ευρωπαϊκού και του διεθνούς μπατιροτραπεζικού συστήματος δεν έπρεπε να αγοράσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που του διοχέτευσε, αρχικά, η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία και στην συνέχεια, το ελληνικό κράτος, μέσα από την διεθνή αγορά ομολόγων.

Δυστυχώς, η ευρωπαϊκή και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία δεν έπραξαν αυτό, που έπρεπε και πυροδότησαν ένα κερδοσκοπικό/τοκογλυφικό παίγνιο, αγοράζοντας, σωρηδόν, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που τους πάσαρε η ελληνική χρηματοπιστωτική ελίτ, παρά το γεγονός ότι αυτά, ουσιαστικά, αποτελούσαν σκουπίδια και δεν αντιπροσώπευαν, ούτε καν, την αξία του χαρτιού, στα οποία ήσαν τυπωμένα.


Η έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, τον Σεπτέμβριο του 2008, οδήγησε, έστω και καθυστερημένα, στην πλήρη αποκάλυψη της αδυσώπητης πραγματικότητας, γύρω από το ελληνικό δημόσιο χρέος, την τοκογλυφική του διάρθρωση και την αδυναμία του να εξυπηρετηθεί, ευθύς ως κατέρρευσαν οι, από το 1994, έως το 2007, προηγούμενοι αναπτυξιακοί ρυθμοί της ελληνικής οικονομίας. Η, σωρευτικά, έντονη ύφεση των ετών 2008 - 2009 κατέστησε σαφές ότι τα υψηλά επιτόκια δανεισμού των παλαιών ελληνικών ομολογιακών χρεών φούσκωναν ένα δημόσιο χρέος, το οποίο δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, ως προς τους ολοένα και αυξανόμενους ρυθμούς διόγκωσής του.

Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, με διάφορα τεχνάσματα, μπόρεσε, σε έναν βαθμό, να αποτρέψει την έλευση της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό, που έκανε, δεν ήταν τίποτε άλλο, εκτός, από τον να την καθυστερήσει, ώστε αυτή  η βόμβα να μην σκάσει, στα χέρια της. Η έλευση της κυβέρνησης του, παραπάνω εικονιζόμενου (του άσχετου και διακρινόμενου, για την ευήθεια του ιδίου και των συνεργατών του) ΓΑΠ έβαλε τα πράγματα, στην θέση τους. Η ελληνική κρατική χρεωκοπία πήρε τον δρόμο της και έσκασε, στα χέρια του ΓΑΠ και των ευρωζωνιτών, συμπαρασέρνοντας - όπως ήταν φυσικό και επόμενο να συμβεί - και την ευρωζώνη, η οποία χρεωκόπησε και αυτή, μαζύ με την ελληνική οικονομία.

Έτσι, κατανοώντας τις αιτιές της ελληνικής χρεωκοπίας, και την συναφή τοκογλυφική φύση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ας δούμε, λοιπόν, την τοκογλυφική διάρθρωση του χρέους αυτού, με τα τωρινά δεδομένα, από μια άλλη σκοπιά (αυτήν του πρώην υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων και νυν - δυστυχώς - διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα), έτσι, όπως αυτή απεικονίζεται, στο παρακάτω πίνακα, τον οποίον τον έχουμε ξαναδεί, πολλές φορές, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ (ενδεικτικά, δείτε, το δημοσίευμα, με τίτλο :
Ο πίνακας αυτός είναι, απολύτως, χρήσιμος. Ας τον ξαναδούμε :






Από τα παραπάνω στοιχεία, που προκύπτουν, από τον πίνακα αυτόν, συμπεραίνεται, αβίαστα, ότι και υπό την οπτική γωνία των στοιχείων, που παραθέτει ο Γιάννης Στουρνάρας, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2014 (με την οποία διαφωνώ, διότι δεν περιλαμβάνει την προϊστορία της μετατροπής του ελληνικού δημόσιου χρέους, από την δραχμική νομισματική του έκφραση, στην αντιστοίχιση αυτής του της έκφρασης, στην νομισματική μονάδα του ευρώ. Και αυτό, φυσικά, ο Γιάννης Στουρνάρας δεν το πράττει τυχαία, ούτε αθώα, αφού είναι ο ίδιος ένας από τους κύριους υπεύθυνους αυτής της καταστροφικής μετατροπής της νομισματικής έκφρασης του ελληνικού δημόσιου χρέους, αφού, μαζύ με τον Λουκά Παπαδήμο, ήταν ένας από τους κύριους διαπραγματευτές της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους άλλους παράγοντες της ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας, για την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη), το ελληνικό δημόσιο χρέος περιγράφεται, απροκάλυπτα, παραμένει και εξακολουθεί να είναι τοκογλυφικό.

Βέβαια, όπως είπαμε, αυτή η σκληρή και πικρή αλήθεια, όσον αφορά το, εν λόγω, χρέος, δεν λέγεται. Έχει πέσει ένα πυκνό πέπλο σιωπής, στην συντήρηση του οποίου, δυστυχώς, συμμετέχει και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία διακατέχεται, από αφελείς "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες, τις οποίες και θα πληρώσει, εάν δεν αποκοπεί, εγκαίρως, από αυτές. Όσο πιο γρήγορα ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του συνειδητοποιήσουν ότι η μετατροπή της νομισματικής έκφρασης του ελληνικού δημόσιου χρέους, κατά κύριο λόγο, το μετασχημάτισε, το 2002, από ένα "μαλακό" χρέος, που ήταν εκφρασμένο σε δραχμές, (κατά 80%, με 85%, του συνόλου του), μέχρι το 2001 και το διαμόρφωσε,  σε ένα σκληρό χρέος, εκφρασμένο, στο σύνολό του, σε ευρώ, δηλαδή, σε ένα, καθαρά, αυτοτροφοδοτούμενο τοκογλυφικό χρέος, το οποίο ήταν αδύνατο να εξυπηρετηθεί. 

Η χώρα, όπως λέω, μονότονα, χρεωκόπησε, αφανώς, από τότε. Η ουσιαστική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και η πρώτη επίσημη χρεωκοπία, με το PSI, του Μαρτίου του 2012, που διαχειρίστηκε, βλακωδώς και πάντως, σύμφωνα με τις οδηγίες και εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των ξένων δανειστών και της γερμανικής κυβέρνησης, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου όπως και η δεύτερη επίσημη χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, με την επαναγορά ομολόγων, που διαχειρίστηκε, ομοίως, με τον Βενιζέλο, ο Γιάννης Στουρνάρας, ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων, απλώς, άργησαν να έλθουν. 

Και φυσικά, όταν ήλθαν αυτές οι διαδοχικές αυτές χρεωκοπίες του ελληνικού κράτους, με τον τρόπο, που σχεδιάστηκαν, κατατμήθηκαν και κατανεμήθηκαν, χρονικά, οδήγησαν, στην πλήρη καταστροφή, την ελληνική οικονομία και την ελληνική κοινωνία, επειδή ο σχεδιασμός αυτός, τον οποίον επέβαλαν οι ξένοι δανειστές όλοι αυτοί, που μετέτρεψαν την νομισματική σύνθεση του χρέους, με αυτόν τον τρόπο, που το έκαναν, όπως και εκείνοι, οι οποίοι αποδέχτηκαν αυτή την μετατροπή, καθώς και οι άλλοι, που αγόρασαν αυτό το χρέος, που μετατράπηκε, έτσι όπως μετατράπηκε, τα γνώριζαν όλα αυτά, πολύ καλά. Όπως γνώριζαν και τις επιπτώσεις τους. Απλώς, τοκογλύφισαν, με έναν, απόλυτα, αισχροκερδή τρόπο. Και θα πληρώσουν τις συνέπειες (εκείνοι, που ανέλαβαν να διασώσουν όλους αυτούς).


Έτσι, ακόμη και με τους υπολογισμούς του Γιάννη Στουρνάρα, το ελληνικό δημόσιο χρέος, έτσι, όπως αυτό εμφανιζόταν το 2014, είναι κατά 50% τοκογλυφικό (για την ακρίβεια : κατά 49,16%). Αυτή η κατάσταση, φυσικά δεν άλλαξε, όπως φαίνεται και από τον πίνακα, με την διασπορά του ελληνικού δημόσιου χρέους, που παρουσιάζω, στην αρχή του παρόντος δημοσιεύματος και ο οποίος εμφανίζει τα τωρινά (2015) στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ του κ. Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, βρίσκεται, υπό το βάρος της ποινικής του δίωξης, με την κατηγορία της παραποίησης των στοιχείων του ελλείμματος του ελληνικού κατικού προϋπολογισμού του 2009, με αποτέλεσμα την σκοπούμενη συνέχιση της επιβολής, στην ελληνική οικονομία, της πεονικής χρεωδουλείας του πρώτου Μνημονίου.

Στην πραγματικότητα, τουλάχιστον, το 56% του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι παράνομο, αφού το 50% του χρέους αυτού, που αποκτήθηκε, πολύ πριν, από την κρίση και κατά τα έτη 1988 - 2000, σχηματίσθηκε, εξ αιτίας των υπέρογκων επιτοκίων δανεισμού, που ήσαν προϊόν της μαλακής υφής του.

Από την άλλη πλευρά, το ελληνικό δημόσιο χρέος είχε να κάνει και με την υστέρηση των φορολογικών εσόδων, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε όλη την περίοδο της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και μάλιστα, σε μια εποχή, κατά την οποία, το ελληνικό ΑΕΠ, αυξανόταν, με ρυθμούς της τάξεως, περίπου, του 4% , λόγω της φοροδιαφυγής, αλλά και της συστηματικής φορολογικής αμνηστίας προς τους πλουσίους.

Στην πραγματικότητα, το νόμιμο ελληνικό δημόσιο χρέος, πιθανότατα, να φθάνει, στο 30% του ελληνικού ΑΕΠ, αφού και το υπόλοιπο κομμάτι της αύξησής του, μετά το 2007, είναι, καθαρά, τοκογλυφικό και επιβλήθηκε, σε μια στιγμή, κατά την οποία οι συνθήκες της δημιουργίας και της πληρωμής του είχαν υποστεί μια ουσιαστική μεταβολή, λόγω και της έλευσης της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, που ανέτρεψε όλα τα δεδομένα. Αυτή η εξέλιξη έπρεπε να οδηγήσει, στην μεταβολή των όρων των συμβάσεων, που διήπαν το ελληνικό δημόσιο χρέος και τον αναδρομικό μηδενισμό των επιτοκίων του.

Αντί αυτού, αυτό, που έγινε, με πρώτη και πλήρη ευθύνη των ευρωζωνιτών και (κατά δεύτερο λόγο) του Δ.Ν.Τ., ήταν να οδηγηθεί το ελληνικό δημόσιο και η χώρα, στην χρεωκοπία και στον τοκογλυφικό δανεισμό και στην δραστική λιτότητα, με αποτέλεσμα την διάλυση της παραγωγικής υποδομής της ελληνικής οικονομίας και στην συρρίκνωσή της, μέσα σε μια πενταετία, σε επίπεδα, άνω του 25% του ελληνικού ΑΕΠ.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με δεδομένο το γεγονός ότι οι θεσμοί της ευρωζώνης έχουν αποδεχθεί την ύπαρξη ανθρωπιστικής κρίσης, στην χώρα, μας, ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, που δημιουργήθηκαν, από τις πολιτικές των Μνημονίων, που αυτοί επέβαλαν (μια παραδοχή, η οποία στοιχειοθετεί την τέλεση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, αποτελεί ποινικό αδίκημα, που εμπίπτει, στο Διεθνές Ποινικό Δίκαιο και παρέχει την νομιμοποιητική βάση, για την προσφυγή της ελληνικής κυβέρνησης, στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, κατά των δανειστών του ελληνικού κράτους), απολύτως, σαφές, ότι ελληνικό δημόσιο χρέος είναι παράνομο, σε ποσοστό, που αγγίζει και ξεπερνάει το 70% του τωρινού του συνόλου. Και αν ερευνηθεί, ενδελεχώς, είναι πολύ πιθανό να ξεπερνάει, κατά πολύ και αυτό το ποσοστό.

Αυτός ο συντηρητικός υπολογισμός, γύρω από το πραγματικό και νόμιμο ελληνικό δημόσιο χρέος (ο οποίος δεν αγγίζει τον εξόφθαλμα, παράνομο δανεισμό, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι παράνομες συμβάσεις, με τις, επίσης, παράνομες μίζες, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από διάφορες συμβεβλημένες, με τις ενδιαφερόμενες εταιρείες τράπεζες), όπως συνέβη, με τις συμβάσεις και τα έργα της SIEMENS, καθώς και με τις μίζες του Άκη Τσοχατζόπουλου, με τις διάφορες γερμανικές και άλλες εταιρίες των εξοπλιστικών προγραμμάτων), κατεβάζει το επίπεδο του πραγματικού και νόμιμου ελληνικού δημόσιου χρέους, στο ποσόν των 94,5 δισ. €.

Όμως, τα πράγματα, δεν σταματούν, σε αυτόν τον αριθμό. Η έρευνα, που πρέπει να γίνει, από την επιτροπή της Βουλής, θα αγγίξει και τον ανοικτό και ευθύ παράνομο δανεισμό, που έγινε, για τις παράνομες συμβάσεις και τις μίζες, που δόθηκαν και ελήφθησαν, από όλους τους αποστολείς και από όλους τους αποδέκτες.

Και επειδή είναι γνωστό τοις πάσι, ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα (όπως και η εντόπια οικονομική ελίτ) είναι, άκρως, διεφθαρμένο, αποτελεί, περίπου, ακράδαντη βεβαιότητα, δίκην φυσικού φαινομένου, ότι το πραγματικό και νόμιμο ελληνικό δημόσιο χρέος, δια του οποίου εξυπηρετήθηκαν πραγματικές ανάγκες του ελληνικού λαού και της ελληνικής οικονομίας, είναι πολύ μικρότερο των 94,5 δισ. €.

Με αυτά τα δεδομένα, μπορούμε, άνετα και χωρίς να φοβόμαστε ότι θα είμαστε μακριά, από την αλήθεια, να συμπερασματολογήσουμε ότι ο αρχικός υπολογισμός, τον οποίο έκανα, στις 11 Ιουνίου του 2011, στο δημοσίευμα μου, με τίτλο, Η τοκογλυφική διάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους : Από το σύνολο των 345 δισ. €, τα 293 δισ. €, έως 310 δισ. € είναι πανωτόκια, ενώ το ποσόν που πραγματικά εισπράχθηκε φθάνει τα 35 δισ. €, έως 52 δισ. €,  είναι βάσιμος.

Η συγκρότηση της κοινοβουλευτικής Επιτροπής, για τον έλεγχο του ελληνικού δημόσιου χρέους, στον οποίο προχώρησε η Ζωή Κωνσταντοπούλου, είναι, λοιπόν, απολύτως, χρήσιμη.

Η συγκρότηση αυτής της επιτροπής προξένησε πανικό και εκνευρισμό στις Βρυξέλλες - και όχι μόνο. Αυτή η επιτροπή, άλλωστε, είναι και ο λόγος, που ο πρώην τροτσκιστής και μέλος της ηγεσίας του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που υπήρξε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και τώρα, είναι μέλος της Commission, ως Επίτροπος, επί των Οικονομικών, ο Pierre Moscovici, εκφώνησε, πριν από λίγες ημέρες, αναφερόμενος στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, την αμίμητη ρήση - η οποία είναι, προφανώς, προϊόν σύγχυσης, ενόχλησης και εκνευρισμού - ότι : "εμείς σεβόμαστε την δημοκρατία, η Ελλάδα να σεβαστεί το χρέος"!

Εννοείται, βέβαια, ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αγνοήσει την προτροπή του κ. Μοσκοβισί. Πρέπει να την γράψει, στα παλαιότερα των υποδημάτων της και να διερευνήσει, πλήρως, τις συνθήκες της δημιουργίας και της θεόρατης διόγκωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και φυσικά, να το περιστείλει, στις νόμιμες και τις πραγματικές του διαστάσεις.




Η ελληνική κυβέρνηση έχει όλες τις δυνατότητες και με την εθνική και με την κοινοτική νομοθεσία να προβεί, στον ενδελεχή έλεγχο του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και έχει την νομιμοποίηση από τον πληθυσμό της χώρας μας για να προβεί, σε αυτή την ενέργεια, αφού έχει την αμέριστη υποστήριξή του, στις ενέργειές της, ενώ, παράλληλα, κυριαρχεί, πλήρως, στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, όπως δείχνει και η παραπάνω δημοσκόπηση, η οποία είναι, απλώς, ενδεικτική και απεικονίζει το σύνολο των δημοσκοπήσεων, που έχουν γίνει, μέσα σε αυτή την περίοδο, δύο, περίπου μήνες, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η, μόλις, συγκροτηθείσα Επιτροπή της βουλής, για τον λογιστικό έλεγχο του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει πολλή δουλειά να κάνει.

Αρκεί να αφεθεί να την κάνει...


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Η.Π.Α. προς Γερμανία : "We wo'nt lose Greece for the goddamn euro". (Οι ανεδαφικές γερμανικές φαντασιώσεις, για μια σύγχρονη νεοαποικιακή Μεσευρώπη, η εξαναγκαστική επιστασία των αμερικανικών συμφερόντων και τα αναπόφευκτα αδιέξοδα).



Παρακολουθώντας την πορεία των γεγονότων, αλλά και κάνοντας μια ανασκόπηση των εξελίξεων, που ακολούθησαν από την εποχή της δημιουργίας της ευρωζώνης, μέχρι τις ημέρες μας, μπορούμε, εύκολα, να διακρίνουμε τον καμβά, που αναδεικνύει τον προσανατολισμό της γερμανικής πολιτικής όλα αυτά τα χρόνια. Ο παραπάνω πίνακας, που καταγράφει την εξέλιξη της πραγματικής (θετικής και αποθετικής) ποσοστιαίας μεγέθυνσης του ΑΕΠ, από επιλεγμένες χώρες της ευρωζώνης (Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, Φιλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία και Ελλάδα) και την Βρετανία, είναι, μερικώς, περιγραφικός, αλλά, σαφώς, παραστατικός των κοσμογονικών επιπτώσεων, που είχε η έλευση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και η βαθιά ύφεση που την ακολούθησε, με αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της ευρωζώνης, την οποία σηματοδότησε η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.

Και φυσικά, ο προσανατολισμός αυτός, για τον οποίο κάνουμε λόγο, δεν είναι άλλος, από την επιχειρούμενη (και φαινόμενη)  εγκαθίδρυση της γερμανικής ηγεμονίας, στον ηπειρωτικό ευρωπαϊκό χώρο.

Βέβαια, η παρουσία της Βρετανίας και η όποια ανάμειξή της, στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αποτελεί έναν ανασχετικό παράγοντα, στην ολοκλήρωση του στόχου αυτού, αλλά η γερμανική ιθύνουσα τάξη θεωρεί ότι είναι ικανή να διαχειρισθεί αυτό το πρόβλημα, με δεδομένη την απομόνωση του Λονδίνου, η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι η Βρετανία αρνείται να συμμετάσχει, οικονομικά, στην διαχείριση των ευρωπαϊκών θεμάτων, εξ ού και η προτίμησή της να μείνει, εκτός της ευρωζώνης.

Είναι γεγονός ότι το Λονδίνο έχει αφήσει χώρο, στην Γερμανία, φροντίζοντας, μάλιστα, να κάνει περισσότερο εύκολα τα πράγματα, για την γερμανική ελίτ, στον βαθμό, που η συζήτηση, για μια έξοδο της Βρετανίας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εντείνεται και αποκτά οπαδούς, μέσα στην βρετανική κοινωνία και προσλαμβάνει ένα περιεχόμενο, το οποίο μπορεί να αποκτήσει μια πραγματική υπόσταση, εφ' όσον οι Βρετανοί οδηγηθούν, στις κάλπες και μέσω ενός δημοψηφίσματος, την διεξαγωγή του οποίου έχει υποσχεθεί η τωρινή κυβέρνηση, επιλέξουν την έξοδο της χώρας τους, από την Ε.Ε.

Οι αναταράξεις, που θα ακολουθήσουν, μετά από μια τέτοια πολιτική επιλογή, για τις ουσιαστικές πιθανότητες υλοποίησης της οποίας καθοριστικό ρόλο θα παίξουν οι επικείμενες βρετανικές βουλευτικές εκλογές, που θα διεξαχθούν την 7η Μαΐου 2015, προφανώς, δεν θα είναι άνευ σημασίας. Κάθε άλλο. Θα είναι πολλές και επίσης θα είναι μεγάλες, αλλά η γερμανική ελίτ πιστεύει ότι θα μπορέσει να τις ξεπεράσει, παρά τις απώλειες, που θα υπάρξουν. Αλλά, μέσα από αυτή την αναταραχή, το κυριότερο, για τους κυρίαρχους κύκλους, στο Βερολίνο, είναι ότι θα τεθεί, εκ ποδών, ένας ενοχλητικός και κατά βάση, μισητός αντίπαλος, ο οποίος, στο παρελθόν, με την, αμετάπειστα, εχθρική στάση του, οδήγησε, κατά την διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, την Γερμανία, σε δύο συντριπτικές ήττες.

Και εδώ, ερχόμαστε, στην ουσία της όλης υπόθεσης.

Πολλοί κατηγορούν την Angela Merkel και ιδίως, τον Wolfgang Schaueble ότι αυτό που εκφράζουν, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από έναν σκληροτράχηλο νεοφιλελευθερισμό, αλλά η αλήθεια είναι κάπως (και πολύ, μάλιστα) διαφορετική.

Αυτό, που εκφράζουν οι Γερμανοί συντηρητικοί ηγέτες - και όχι, μόνον, αυτοί, αφού και οι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί τους ακολουθούν, κατά πόδας - δεν είναι ο όποιος νεοφιλελευθερισμός τους, αλλά η εφαρμοσμένη πολιτική ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος, το οποίο, από το 1990 και μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, στοχεύει, συστηματικά, στην εγκαθίδρυση και στην ολοκλήρωση της γερμανικής ηγεμονίας και της κυριαρχίας της Γερμανίας, στον ευρωπαϊκό χώρο, μέσα από την συγκρότηση μιας νέας Mitteleuropa προσαρμοσμένης, στους σύγχρονους καιρούς.

Έτσι, όταν, λοιπόν, δούμε την ασκούμενη γερμανική πολιτική, από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που την συλλαμβάνουν, ως πρόγραμμα και την εφαρμόζουν, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε να κάνουμε, με εμμονές, με συγκυριακές πρακτικές, με ιδιοτροπίες της στιγμής και με εσφαλμένες εκτιμήσεις διαφόρων προσώπων. Όχι ότι δεν υπάρχουν και αυτές οι συμπεριφορές, ως συμπληρωματικά στοιχεία των ασκούμενων, από την ηγέτιδα πολιτική τάξη του Βερολίνου, πολιτικών. Προφανώς και υπάρχουν. Δεν θα μπορούσαν, θα ήταν αφύσικο, να μην υπάρχουν.

Αλλά, με δεδομένη την πεποίθηση ότι όλοι αυτοί εκπροσωπούν μια χώρα, η οποία θεωρεί, στην μεγίστη πλειοψηφία της κοινής γνώμης των πολιτών της, ότι βρίσκεται ενώπιον της εκπλήρωσης, με ειρηνικό τρόπο, των παλαιών εθνικών της στόχων, που συνίστανται, στην γερμανική κυριαρχία, στον, έστω, στενό ευρωπαϊκό χώρο, όλα τα υπόλοιπα είναι αναξιόλογα και αποτελούν στοιχεία, τα οποία οδηγούν, σε έναν πλήρη αποπροσανατολισμό, αφού εστιάζουν, σε δεδομένα, που είναι δευτερεύοντα και τριτεύοντα, και αποκρύπτουν την κύρια εικόνα των κυρίαρχων επιδιώξεων της γερμανικής πολιτικής και των εξελίξεων, που προκύπτουν, από την εκτύλιξή της.

Αυτή την ηγεμονική πολιτική, που αγγίζει και ξεπερνάει τα όρια μιας νέου τύπου αποικιοκρατίας, που συνίσταται, στην δημιουργία καθεστώτων πεονίας, στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, τα οποία έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά αποικιών χρέους και η οποία νεοαποικιοκρατία στηρίζεται στην χρεωδουλεία, είναι, που, ως περιεχόμενο, αποδέχονται, επιδοκιμάζουν και υποστηρίζουν οι διάφορες γερμανικές ελίτ και οι, εκάστοτε, κυβερνήσεις τους.

Αυτή την νεοαποικιοκρατική ευρωπαϊκή πολιτική στηρίζει, δυστυχώς και η πλειοψηφία του γερμανικού λαού, η οποία γνωρίζει, σε γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής, η οποία, αντιστοιχίζεται, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες, στην κλασική αποικοκρατική πολιτική της αρχαίας Ρώμης, την θέση της οποίας, μέσα από την σύγχρονη έκδοση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έρχεται να καταλάβει η Γερμανία, με κέντρο το Βερολίνο και περιούσιο λαό τον γερμανικό.

Μέσα από αυτή την διαδικασία, οι γερμανικές ελίτ και ο γερμανικός πληθυσμός, οδηγούνται, για μία ακόμη φορά, στο να πιστεύουν, να νοηματοδοτούν και να προσανατολίζουν την δράση τους, προς το ότι, τώρα, είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή, για την επιτυχή έκβαση και εκπλήρωση όλων εκείνων των στόχων, οι οποίοι είχαν καταστεί ανεκπλήρωτοι, μέσα από δύο ολοκληρωτικές ήττες, οι οποίες συνοδεύτηκαν, από ποταμούς αίματος και ανείπωτες καταστροφές.




Με δεδομένη αυτή την ωμή πραγματικότητα, η οποία αφορά την σημερινή κατάσταση της γερμανικής κοινωνίας, καλό και χρήσιμο είναι να επανέλθουν στην συλλογική μνήμη των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, οι σκληρές, αλλά, συνάμα και αληθείς, ως προς το περιεχόμενό τους, επικρίσεις του Μιχαήλ Μπακούνιν, του Ρώσου επαναστάτη των παλαιών καιρών, που δεν πρόλαβε να ζήσει και να δει τα φρικτά και αποτρόπαια πεπραγμένα των μεταγενέστερων του ιδίου  γερμανικών κοινωνιών, κατά την διάρκεια του πρώτου ημίσεος του 20ου αιώνα, ο οποίος, όμως, τα περιέγραψε, παραστατικότατα, αναδεικνύοντας την πηγή όλων αυτών των κακών και η οποία δεν είναι άλλη, από την ίδια την διαδικασία της ατομικής και της κοινωνικής υποδούλωσης, την οποία, συστηματικά, υφίστανται τα μέλη των γερμανικών κοινωνιών, μέσα από την εμφύτευση της υποταγής τους, στον νόμο.

Όπως έχω αναφέρει και αλλού, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, παρά το γεγονός ότι  κατηγορήθηκε ότι εξετράπη και συμπεριφέρθηκε, ως εχθρός του γερμανικού έθνους, ουδέποτε υπήρξε κάτι τέτοιο. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν υπήρξε - και ορθώς, υπήρξε - επικριτής συγκεκριμένων στάσεων ζωής της γερμανικής κοινωνίας της εποχής του, οι οποίες αφορούσαν την στάση του γερμανικού πληθυσμού, απέναντι στην εξουσία και την κυριαρχία, με δεδομένο το γεγονός ότι έζησε, στην Γερμανία, για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, σε μία εποχή, κατά την οποία η Γερμανία βρισκόταν, στην διαδικασία της ενοποίησής της, σαν αυτοκρατορία των Χοεντζόλλερν και του Όττο φον Μπίσμαρκ και δεν είχε, ακόμη, κυριαρχήσει, στην Ευρώπη, αν και ο ίδιος πρόλαβε να ζήσει την ήττα της Γαλλίας, στον πόλεμο του 1870-71.

Παρ' όλ' αυτά, ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε την προορατική ικανότητα, η οποία στηριζόταν, απλούστατα, στο ότι γνώριζε με ποιους είχε να κάνει, γεγονός, το οποίο του επέτρεπε να αντιληφθεί και το τι ήσαν ικανοί να κάνουν αυτοί και να προβλέψει, αναφερόμενος, στην Γερμανία, ότι :


"Στην Γερμανία, όμως, αναπνέεις την ατμόσφαιρα μιας τεράστιας πολιτικής και κοινωνικής δουλείας, η οποία ερμηνεύεται και γίνεται αποδεκτή, φιλοσοφικά, από έναν μεγάλο λαό, μοιρολατρικά και ηθελημένα ... Σε όλες τις διεθνείς της σχέσεις, η Γερμανία, από τις αρχές της ύπαρξής της, κιόλας, αργά και συστηματικά, έπαιζε, πάντοτε, τον ρόλο του εισβολέα, του κατακτητή, όντας, πάντα, πρόθυμη να επεκτείνει, στο έδαφος των γειτόνων της, την δική της ηθελημένη υποδούλωση. Και από τότε, που εδραιώθηκε, οριστικά, σαν ενιαία δύναμη, έγινε μια απειλή, ένας κίνδυνος, για την ελευθερία ολόκληρης της Ευρώπης. Η σημερινή Γερμανία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά υποδούλωση, θριαμβευτική και κτηνώδης"...


Αυτή η Γερμανία, την οποία περιγράφει ο Μιχαήλ Μπακούνιν, εξακολουθεί να είναι παρούσα, παρά το γεγονός ότι όλοι - ή σχεδόν, όλοι - θέλησαν να αυτοπαρηγορηθούν, πιστεύοντας ότι, η συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας, τον Μάϊο του 1945, ταυτίστηκε, με την συντριβή της Γερμανίας, που είχαν γνωρίσει οι γενεές των Ευρωπαίων και των Αμερικανών, από την εποχή του Μιχαήλ Μπακούνιν και η οποία ήταν εμποτισμένη, από τον πρωσικό επιθετισμό. 

Αυτή την Γερμανία είναι, που βρίσκουμε, πάλι, μπροστά μας. Και αυτή την Γερμανία είναι, που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Είναι η Γερμανία, που ζει - για την ακρίβεια : νομίζει ότι ζει - μια νέα και διευρυμένη Μεσευρώπη (Mitteleuropa), την ηγεμονική πολιτική της οποίας προσπαθούν να περάσουν και να καταστήσουν κυρίαρχη, στον ευρωπαϊκό χώρο, οι σύγχρονες γερμανικές ελίτ, με εργαλεία την Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως, την ευρωζώνη, οι οποίες, όμως (και παρά το γεγονός ότι), κατασκευάστηκαν, ως μηχανισμοί εγκλωβισμού και ελέγχου της γερμανικής επιθετικότητας.


Όσο και αν αυτή η διαδικασία παρουσιάζεται, ως ένα ιστορικό παράδοξο, η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία δεν είναι η πρώτη φορά, που "παραδοξολογεί". Η Ιστορία, πάντοτε, κινείται - και για να είμαστε ακριβείς : η Ιστορία, πάντοτε, προκύπτει - μέσα σε (και μέσα από) παραδοξολογίες και λοξοδρομήματα. Αυτό είναι, που τα ενεργά υποκείμενα, τα οποία την διαμορφώνουν, αποπειρώνται να πράξουν, για μία, ακόμη, φορά.

Όπως είναι φυσικό, οι γερμανικές ελίτ, ανακτώντας την δυναμική, που είχαν χάσει, από την συντριπτική ήττα της χώρας τους, στους δύο πολέμους του 20ου αιώνα και εκμεταλλευόμενες την συγκυρία, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε, μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και την μεγάλη γεωπολιτική καταστροφή, που προέκυψε, στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο, από την αυτοκατάρρευση της "Σοβιετικής Ένωσης", χρησιμοποίησαν τα εργαλεία του εγκλωβισμού τους και κυρίως, αυτό της ευρωζώνης, η οποία δημιουργήθηκε, με σκοπό να ελεγχθεί ο γερμανικός δυναμισμός, έτσι, όπως αυτός θα προέκυπτε, από την γερμανική ενοποίηση, ως εργαλεία, για την επιβολή της πολιτικοοικονομικής τους κυριαρχίας, στον στενό ευρωπαϊκό χώρο.

Κάπως έτσι, με την δημιουργία της ευρωζώνης, άλλαξε και η λογική της Ε.Ε., η οποία, από εργαλείο, για την συγκράτηση της γερμανικής επιθετικότητας, οδηγείται, στο να γίνει ένα εργαλείο, μέσω του οποίου θα εκφράζεται ο γερμανικός εθνικισμός και το οποίο φαίνεται ότι , εάν η Γερμανία αφεθεί, χωρίς ανάσχεση, θα καταστεί ένα όργανό της - πολύ περισσότερο, εάν η Βρετανία αποχωρήσει, από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασικό εργαλείο, για μια τέτοια διαδικασία γερμανοποίησης της Ευρώπης και της μετατροπής της, σε μια σύγχρονη Mitteleuropa, είναι η ευρωζώνη, για την οποία υπάρχει μια ευρεία συναίνεση, στην γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, στην κατεύθυνση της αναδιοργάνωσης του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου, πάνω στην βάση των γερμανικών κανόνων λειτουργίας και με σκοπό την αύξηση των ροών της παραγόμενης υπεραξίας (για να θυμηθούμε και τους ρικαρδιανομαρξικούς όρους), από την υπόλοιπη Ευρώπη, προς το γερμανικό κέντρο.

Αυτή η Ευρώπη, όμως, δεν είναι η Ευρώπη των λαών της. Δεν είναι, καν, η Ευρώπη των εθνικών και των διεθνικών ελίτ. Είναι η γερμανική Ευρώπη, η Mitteleuropa. Και αυτή η Ευρώπη, η οποία είναι η μόνη αποδεκτή, από την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, ευρωπαϊκή εκδοχή, δεν έχει μέλλον.

Όμως, αυτή η σύγχρονη Mitteleuropa, πέρα από το ότι δεν έχει μέλλον, στην πραγματικότητα, δεν έχει ούτε παρόν. 

Μπορεί οι γερμανικές ελίτ και η πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού να φαντασιώνονται και να ελπίζουν ότι η εκδοχή της σύγχρονης Μεσευρώπης, αποτελεί μια υλοποιήσιμη δυνατότητα και πολλοί να πιστεύουν ότι αυτή η εκδοχή της σύγχρονης Μεσευρώπης οικοδομείται, ή ότι, με εργαλείο την ευρωζώνη, αποτελεί, ήδη, μια πραγματικότητα, αλλά η ωμή αλήθεια, για όσους γνωρίζουν και αντιλαμβάνονται τον σύγχρονο ρόλο της μεταπολεμικής Γερμανίας, στα ευρωπαϊκά πράγματα, είναι ότι ο ρόλος αυτός είναι, απλώς και μόνον, παρακολουθηματικός, αφού εξαντλείται, σε καθήκοντα επιστασίας του στενού ευρωπαϊκού χώρου, όπως αυτός διαμορφώθηκε, μετά την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", υπό την στενή επιτήρηση των Η.Π.Α., οι οποίες παραμένουν το μεγάλο αφεντικό.

Όπως έχουμε, πολλές φορές πει, αναφερόμενοι, στο γερμανικό ζήτημα, η Γερμανία ουδέποτε έπαυσε να τελεί, υπό το καθεστώς της 9ης Μαΐου 1945, που προέκυψε, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και να λειτουργεί, ως χώρα χωρίς πραγματική εθνική κυριαρχία, η οποία, μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", λειτουργεί, σύμφωνα με τις εντολές, που εκπορεύονται από την Ουάσινγκτων και οι οποίες, πολλές φορές, εκτελούνται, κυριολεκτικά, καθ' υπαγόρευση, όταν τα θέματα, που πρέπει να αντιμετωπισθούν, σύμφωνα, με την αμερικανική διοίκηση, είναι επείγοντα.

Αυτή η αδυσώπητα σκληρή πραγματικότητα, την οποία η σύγχρονη Γερμανία και οι ελίτ, που την διοικούν, δεν μπορούν να παρακάμψουν, είναι, που καθιστά αδύνατη την υλοποίηση της σύγχρονης εκδοχής της παλαιάς φαντασίωσης του γερμανικού εθνικισμού, για μια διευρυμένη Mitteleuropa, που θα περιλαμβάνει όλον τον στενό ευρωπαϊκό χώρο, ο οποίος δεν θα βρίσκεται κάτω από την ρωσική επιρροή.

Το σύγχρονο ελληνικό δράμα αναδεικνύει, παραστατικότατα, τις γερμανικές αδυναμίες, ως προς την λήψη των απαραίτητων αποφάσεων, τις οποίες θα έπαιρνε, άμεσα, εάν η Γερμανία ήταν πραγματική ηγεμονική δύναμη, στον στενό ευρωπαϊκό χώρο και εάν δεν λειτουργούσε, ως δορυφόρος της αμερικανικής υπερδύναμης και εάν δεν εξαρτούσε τις ενέργειές της, από την Ουάσινγκτων.

Έτσι, η Ελλάδα, εάν αυτό εξαρτάτο, από την Γερμανία δεν θα είχε εισέλθει, το 2002, στην ευρωζώνη. Θα έμενε, εκτός ευρωζώνης, αφού η ευρύτερη γερμανική ελίτ ήταν της άποψης (η οποία ήταν και ορθή) ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να εισέλθει, στην ευρωζώνη.







Βέβαια, στην είσοδο της χώρας μας, στην ευρωζώνη, έπαιξαν ρόλο και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι ήσαν πολύ περισσότερο πεζοί, αφού σχετίζονταν, με διαδικασίες, οι οποίες αφορούσαν χαριστικές επιχειρηματικές συμφωνίες, κάτω από το τραπέζι, σαν και αυτήν, που αποκάλυψε, ο Αλέξανδρος Αβατάγγελος που ασχολείται με οπλικά συστήματα και κατηγορείται για την υποθεση των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, επί εποχής Άκη Τσοχατζόπουλου - αλλά και  μετέπειτα -, δηλώνοντας ότι η προμήθεια των γερμανικών υποβρυχίων αποτελούσε δώρο του, τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, προς τον Γερμανό καγγελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ και το οποίο δώρο, απέτρεψε το κλείσιμο της HDW, με την οποία συνδέονταν, άμεσα, ο ίδιος ο Σρέντερ.

Όμως, πέρα από το προσωπικό δέλεαρ, που, προφανώς, έπαιξε τον ρόλο του, στην αποδοχή της εισόδου της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, όπως, επίσης τον ρόλο της έπαιξε και η προσμονή των υπολογιζόμενων τεράστιων κερδών, από την διαρροή κεφαλαίων, που παράγονται, στην ελληνική οικονομία, προς το γερμανικό και το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, μέσα από τον μηχανισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, που αφυδάτωσε και κατέστρεψε την ελληνική οικονομία, αφού, μόνο, στην Ελβετία, σύμφωνα, με το παραπάνω βίντεο, έφυγαν, περίπου 800 δισ. €, η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν θα εισήρχετο, στην ευρωζώνη, εάν η γερμανική ελίτ δεν υφίστατο τις πιέσεις, που δέχτηκε. Οι πιέσεις αυτές υπήρξαν, από πολλές πλευρές, με κυριότερη αυτήν της Γαλλίας - και της Ουάσινγκτων, μη εξαιρουμένης, η οποία είδε την ελληνική είσοδο, στην Ο.Ν.Ε., ως ενα εργαλείο ενός στενότερου εναγκαλισμού, εμπλοκής και μεσομακροπρόθεσμης αποδυνάμωσης της Γερμανίας, στην ευρωζώνη και στον μηχανισμό της ευρύτερης ευρωπαϊκής ασφάλειας, μέσα από την τρέχουσα διαχείριση, όχι μόνο, μιας μικρής και ουσιαστικά, κλειστής οικονομίας, σαν την ελληνική και των προβλημάτων, που αυτή η διαχείριση συνεπάγεται, αλλά και των οικονομιών των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες, όπως, επίσης και όλων των άλλων οικονομιών της ευρωζώνης, που και αυτές παρουσιάζουν τα δικά τους προβλήματα, τα οποία δεν είναι, καθόλου, αμελητέα.

Έτσι και τώρα και για τους ίδιους λόγους, όπως και στην εποχή της δημιουργίας της ευρωζώνης, η Γερμανία αδυνατεί να πάρει τις απαραίτητες αποφάσεις και τις σχετικές πρωτοβουλίες, για την αντιμετώπιση της κρίσης, στην ευρωζώνη.

Παραμένοντας χωρίς πραγματικό ηγεμονικό ρόλο, στον στενό ευρωπαϊκό χώρο, οι γερμανικές ελίτ αδυνατούν να πάρουν τις απαραίτητες αποφάσεις, που αφορούν το μέλλον της ευρωζώνης, το οποίο διαγράφεται δυσοίωνο και από το οποίο επιθυμούν να απεγκλωβιστούν, εγκαταλείποντας τις φαντασιώσεις, για μια διευρυμένη Μεσευρώπη, αφού αυτή η ενσάρκωσή της - η ευρωζώνη - έχει φθάσει, στο σημείο να έχει μετατραπεί, σε έναν στενό κορσέ, σε έναν βρόγχο, ο οποίος απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων ελίτ του χρηματοπιστωτικού και εξαγωγικού βιομηχανικού τομέα της γερμανικής οικονομίας, μέσα από την, δια γυμνού, πλέον, οφθαλμού, ορατή απαίτηση, για εξαφάνιση και αναδιανομή, εντός ευρωζώνης, όχι μόνον των γερμανικών πλεονασμάτων, αλλά και την ανακατεύθυνση του συνόλου των ροών της γερμανικής κερδοφορίας, με την επανεπένδυσή τους, στις ευρωπαϊκές χώρες και την συναφή μείωση των κερδών αυτών και ως προς τον όγκο και ως προς τα ποσοστά τους, με συναφή αύξηση της γερμανικής και της ευρύτερης ευρωπαϊκής συναθροιστικής ζήτησης, μέσα από μια τονωτική, για τις επενδύσεις και την καταναλωτική ζήτηση, άνοδο του γερμανικού και του ευρωπαϊκού πληθωρισμού.




Η ελληνογερμανική σύγκρουση, στα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης και των δύο χωρών, καλά, κρατεί. Και καλώς, κρατεί, διότι το ζήτημα έχει ουσία, έχει μέλλον και θα φέρει αναταράξεις. Ως εκ τούτου, ο ελληνικός πληθυσμός πρέπει να δει και να αντιληφθεί όλες του τις διαστάσεις. Και φυσικά, να είναι έτοιμος, για όσα ακολουθήσουν...



Με αυτά τα δεδομένα και ευρισκόμενη μέσα σε αυτές τις πιεστικές συνθήκες, η γερμανική ελίτ αδυνατεί, εκ των πραγμάτων να αντιπαρέλθει και να αντισταθεί, στην σαφή και χωρίς περιστροφές, απαίτηση της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, η οποία απαίτηση έχει τον χαρακτήρα της προσταγής, αφορά την διαχείριση του ελληνικού προβλήματος και συνοψίζεται, στην φράση : 

"Δεν θα χάσουμε την Ελλάδα, εξ αιτίας του καταραμένου ευρώ".

Αυτή η απαίτηση της αμερικανικής διοίκησης, που προσδιορίζει τον ρόλο της Γερμανίας, στον ευρωπαϊκό χώρο, ως έναν ρόλο επιστάτη των αμερικανικών συμφερόντων, καθώς και των ευρύτερων  συμφερόντων της Δύσης, έτσι όπως τα βλέπουν, τα προσδιορίζουν και τα εξειδικεύουν οι κυρίαρχες ελίτ της αμερικανικής υπερδύναμης, περιορίζει, ασφυκτικά, τα περιθώρια των χειρισμών, που έχει, στην διάθεσή της η γερμανική κυβέρνηση, η οποία ως εκ τούτου, καλείται να επωμισθεί ένα ζήτημα, το οποίο ξεφεύγει, από τα πλαίσια της συνήθους διαχείρισης και του οποίου το κόστος είναι βαρύτατο, εάν και εφ' όσον η ελληνική κυβέρνηση και το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν θέλουν και δεν μπορούν να αποδεχθούν τις ντιρεκτίβες του Βερολίνου, για την επιβολή λιτότητας και διαρκώς πλεονασματικών (ή και ισοσκελισμένων) προϋπολογισμών, που σταθεροποιούν την πορεία της εσωτερικής ολικής ζήτησης, σε πτωτικά, ή σε, έστω, ασθενή επίπεδα.

Τα πράγματα χειροτερεύουν, για το Βερολίνο, στον βαθμό, που η αφόρητη και πνιγηρή πίεση, που ασκείται, στην Ελλάδα, από την γερμανική πολιτική, με όπλο το συντριπτικό βάρος του, λογιστικής και τοκογλυφικής φύσεως, ελληνικού δημόσιου χρέους, οδηγεί την ελληνική κυβέρνηση, σε μεθοδευμένες ενέργειες άμυνας και αντιπερισπασμού, με τις οποίες έρχονται, στην επιφάνεια, διεκδικήσεις και αντιπαλότητες, όπως αυτές, που αφορούν τις πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο της περιόδου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής οι οποίες είχαν αφεθεί στα αραχνιασμένα ράφια της νεώτερης ευρωπαϊκής ιστορίας και είχαν, ουσιαστικά, ενταφιασθεί.

Η επαναφορά του ζητήματος των πολεμικών επανορθώσεων και του εξαναγκαστικού κατοχικού "δανεισμού" δεν αφορά, απλώς, μια παλαιά διαφορά, η οποία είναι συμψηφίσιμη, με τις σύγχρονες απαιτήσεις των δανειστών του ελληνικού κράτους, επί κεφαλής των οποίων είναι η σύγχρονη Γερμανία, η οποία είναι και ο εμπνευστής της όλης διαδικασίας του δανεισμού αυτού, με σκοπό την σωτηρία των γαλλογερμανικών τραπεζών και την παράλληλη παράκαμψη, δια της περιγραφής των Συνθηκών της ευρωζώνης, της απαγόρευσης της διάσωσης, από την χρεωκοπία, οποιουδήποτε κράτους, που μετέχει, σε αυτή την νομισματική ένωση. Το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου, μπορεί, επί του παρόντος, να μην λογίζεται, ως συμψηφίσιμο, με τον σύγχρονο ελληνικό δανεισμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμψηφισθεί.

Η ανάδειξη των δυσθεώρητων πολεμικών αποζημιώσεων, που οφείλει η σύγχρονη Γερμανία δεν έχει να κάνει, μόνο, με την αφαίρεση του επικοινωνιακού/προπαγανδιστικού περιεχομένου του "ηθικού" πλεονεκτήματος, στο οποίο αναφέρεται η γερμανική πλευρά, με την επίκληση της αρχής της τήρησης των συμφωνηθέντων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ελληνικού δημοσίου, προς τους δανειστές του.



Η ουσία της όλης ελληνικής επιχειρηματολογίας, που προκύπτει, από την επαναφορά, στο προσκήνιο, των θεμάτων, που έχουν μείνει εκκρεμή, ανάμεσα στο ελληνικό και το γερμανικό δημόσιο και περιέπεσαν και στην αφάνεια, από την εποχή του τέλους του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, βρίσκεται, στο βαρύτατο, για την γερμανική ελίτ, γεγονός, που έχει να κάνει, δύο άλλα ουσιώδη ζητήματα :

1) Η Ελλάδα, θέτοντας και φέρνοντας, στην επιφάνεια, τα ζητήματα, που αφορούν τις γερμανικές υποχρεώσεις, που προκύπτουν από τον τελευταίο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο, που πήρε παγκόσμιες διαστάσεις, στην ουσία υποχρεώνει την γερμανική ελίτ να συζητήσει την εξαφάνιση όχι μόνο της παραχθείσας και αποκτηθείσας υπεραξίας, αλλά και ενός μεγάλου τμήματος του συνόλου του γερμανικού πλούτου, ο οποίος προήλθε, από τις επιχειρηματικές και τις, εν γένει, οικονομικές δραστηριότητες του συνόλου του γερμανικού πληθυσμού. Αυτόν τον πλούτο, δια των ελληνικών διεκδικήσεων και αξιώσεων, οι οποίες είχαν, σιωπηρώς, αφεθεί, στην άκρη και σύμφωνα με την γερμανική λογική, έχουν περιέλθει στην αφάνεια και στην ουσία, σύμφωνα με την ασθενή γερμανική πραγματολογική και νομική επιχειρηματολογία, έχουν παραγραφεί και έχουν λήξει, είναι που καλούνται οι σύγχρονες γερμανικές ελίτ και ο γερμανικός πληθυσμός της τωρινής εποχής, να διαμοιράσουν, όχι μόνο, στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις άλλες χώρες, οι οποίες, με αφορμή μια τυχούσα ευδοκίμηση των ελληνικών αξιώσεων, είναι σαφές ότι μπορεί να εγείρουν, για τον εαυτό τους, ανάλογες αξιώσεις και απαιτήσεις, οι οποίες εδράζονται, στα ιστορικά γεγονότα του τελευταίου μεγάλου πολέμου.

2) Αυτό, που είναι, όμως, φλέγον ζήτημα, στην όλη υπόθεση δεν αφορά, απλώς, τις δαιδαλώδεις διαδικασίες του νομικού και πραγματικού ζητήματος των ελληνικών αξιώσεων, απέναντι στην σύγχρονη Γερμανία, για τις πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο, οι οποίες όσο δίκαιες και αν είναι, θα είναι χρονοβόρες και θα τραβήξουν, εις μάκρος. Το άμεσο και απολύτως, σοβαρό ζήτημα, που τίθεται, από την διεκδίκηση των αποζημιώσεων αυτών, είναι ότι το ελληνικό κράτος δείχνει την βούλησή του να αμφισβητήσει την υποχρέωσή του, για την ικανοποίηση των αξιώσεων των σύγχρονων δανειστών του και με αυτόν τον έμμεσο, αλλά και σαφή τρόπο, διακηρύσσει την αδυναμία του να πληρώσει τα δάνεια, που (εξωθήθηκε να λάβει και) έλαβε, από την εποχή του 1ου Μνημονίου. Στην ουσία, με την στάση της αυτή, η ελληνική κυβέρνηση κηρύσσει μια έμμεση στάση πληρωμών, καταγγέλλοντας τις μνημονιακές της υποχρεώσεις, στις οποίες, κατά παράβαση κάθε κανόνα του διεθνούς δικαίου, έχει συμπεριληφθεί η απαγόρευση κάθε συμψηφισμού των δανείων, που χορηγήθηκαν, μέσα από τις δανειστικές συμβάσεις και τα Μνημόνια, από το 2010 και μετά, με οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις του ελληνικού κράτους, από τους σύγχρονους δανειστές του, στους οποίους το γερμανικό κράτος, μάλιστα, απέφυγε να συμπεριληφθεί, καλυπτόμενο πίσω από την τράπεζα Kreditanstalt fur Wiederaufbau (KfW), η οποία είναι κρατική και αποτελεί το μακρύ οικονομικό χέρι της κυβέρνησης του Βερολίνου, που, δια του κεντρικού ομοσπονδιακού κράτους, ελέγχει το 80% των μετοχών της, εν λόγω, τράπεζας, ενώ το υπόλοιπο 20% ελέγχεται, από τα κρατίδια της γερμανικής ομοσπονδίας.

Έτσι, η ελληνική περίπτωση θέτει, για μία ακόμη, φορά, όπως συνέβη και στα τέλη του 2009, με την έλευση της ουσιαστικής ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010, το οξύτατο πρόβλημα της αναδόμησης της ευρωζώνης και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάνω σε έναν καμβά, ο οποίος τις οδηγεί, στον μετασχηματισμό τους, σε μια ομοσπονδιακή κρατική ένωση, για την οποίαν, όμως, ουδείς είναι έτοιμος και ουδείς είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί, με πρώτη από όλους, την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, με φρίκη, αντιλαμβάνεται ότι οποιαδήποτε ουσιαστική υποχώρησή της, στα ελληνικά αιτήματα και στα καλεύσματα των καιρών, την οδηγεί, στην διεύρυνση του κόστους, που θα κληθεί να καταβάλει και το οποίο θα γίνει δυσθεώρητο, αφού, μετά την Ελλάδα, θα κληθεί να καταβάλει και το αντίστοιχο κόστος, για τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου και όχι, μόνο, γι' αυτές. Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή, που η επαπειλούμενη κατάρρευση του οικοδομήματος της ευρωζώνης (η οποία απειλεί να συμπαρασύρει και την Ε.Ε.) δεν φαίνεται, επί του παρόντος και για όσο οι Η.Π.Α. επιθυμούν την παραμονή της Γερμανίας, μέσα σε αυτήν την, ερμητικά, κλειστή ποντικοπαγίδα, να αποτελεί μια παραδεκτή επιλογή.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η γερμανική ελίτ το μόνο, που μπορεί να σκεφθεί, δεν είναι τίποτε άλλο, από την απόπειρα, για μια εύσχημη εγκατάλειψη της διευρυμένης Μεσευρώπης, που της έχει προσφερθεί και η οποία είναι η ουσιαστική συγχώνευση και η απορρόφησή της, μέσα σε ένα ευρύτερο χαλαρό ευρωπαϊκό πολιτειακό σχήμα, του οποίου τα βάρη θα σηκώνει η ίδια και το οποίο θα βρίσκεται, κάτω από την ουσιαστική λεπτομερειακή επιτήρηση και τις διαταγές των Η.Π.Α., προκειμένου αυτό, που λέμε Δύση και στο οποίο, με άπειρες δυσκολίες και με ποταμούς αίματος, εντάχθηκε η Γερμανία, ως υποτελής, να αντιμετωπίσει τις πλανητικές προκλήσεις του μέλλοντος, που σχετίζονται, με τον αναδυόμενο δυναμισμό του κινεζικού γίγαντα και την επαναφορά της ρωσικής ισχύος και οι οποίες δεν θα αργήσουν να έλθουν.

Δυστυχώς, για τις γερμανικές ιθύνουσες τάξεις, η πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη, η οποία έχει αποικιοποιήσει την χώρα τους, κρατώντας το σύνολο της γερμανικής κοινωνίας, σε κατάσταση στενής επιτήρησης, δεν σκοπεύει να τους επιτρέψει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, που θα αποδομούν την αμερικανική κυριαρχία, στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Έτσι, η αμερικανική διοίκηση δεν είναι διατεθειμένη να επιτρέψει την διάσπαση της ευρωζώνης και τον σχηματισμό μιας πραγματικής σύγχρονης Mitteleuropa, η οποία θα αποτελείται, από μια ένωση των πλουσίων χωρών της Ευρώπης, με κυρίαρχη την Γερμανία. Μια τέτοια εκδοχή της Μεσευρώπης θα μπορούσε να επιτραπεί, από την αμερικανική ελίτ, μόνον, εφ' όσον διατηρηθεί η υποτέλεια των γερμανικών ελίτ και της γερμανικής κοινωνίας, στην αμερικανική υπερδύναμη και η πειθήνια εκτέλεση των εντολών της, μέσα από την συνέχιση της επιστασίας των αμερικανικών συμφερόντων, στην Ευρώπη.

Αλλά και αυτή η μετεξέλιξη της ευρωζώνης, μέσα από την διάσπαση και την συρρίκνωσή της και η οποία θα απειλήσει τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αφού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες - και κυρίως, από τις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες δεν θα αφήσουν την Γερμανία ανεξέλεγκτη, στον ευρωπαϊκό χώρο, αφού μια τέτοια προοπτική, ουδόλως, αποκλείει μια μεταγενέστερη μεταστροφή της Γερμανίας, στο όχι και πάρα πολύ μακρινό μέλλον, κυρίως, προς την Ρωσία, αλλά - γιατί όχι - και προς την Κίνα.

Κάτω από το φως αυτών των δεδομένων, η πορεία των εξελίξεων, στον χώρο της ευρωζώνης και το στενό ευρωπαϊκό τμήμα του ευρύτερου ευρασιατικού χώρου, μέσα στο οποίο θα παιχθεί το προσεχές μεσομακροπρόθεσμο μέλλον των κατοίκων αυτού του πλανήτη, είναι, απολύτως, αβέβαιη.

Με μόνη βεβαιότητα τα αδιέξοδα, στα οποία προσκρούουν οι εξωπραγματικές φαντασιώσεις των γερμανικών ελίτ, για μια σύγχρονη έκδοση του παλαιού στόχου των εθνικιστών του Βερολίνου, για την συγκρότηση μιας νέας και σύγχρονης διευρυμένης ή, έστω, στενής Μεσευρώπης, που θα κυριαρχείται, από την Γερμανία και δεν θα είναι υποτελής, σε κανένα.

Των οποίων φαντασιώσεων η υλοποίηση είναι, απολύτως, απαγορευμένη, από την αμερικανική υπερδύναμη και μάλιστα, δια ροπάλου, για τις γερμανικές ελίτ...