Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

25/1/2015 - 20/9/2015 : Έγκλημα και τιμωρία, χωρίς άμεσες συνέπειες, για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχασε 320.074 ψήφους. (Η άνετη εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα και ο επικείμενος πολιτικός αφανισμός του κόμματος, στο οποίο ηγείται).






Ένας, από τους λόγους, για τους οποίους διαφωνούσα, με πολλούς φίλους μου, σε όλη την προεκλογική περίοδο, που τερματίστηκε την περασμένη Κυριακή, έχει να κάνει, με την πεποίθησή τους ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχαναν τις εκλογές της 20/9/2015. Οι φίλοι μου αυτοί αντιλαμβάνονταν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο, αλλά, όντας θύματα των επιθυμιών τους, διακατέχονταν από ένα έντονο βουλησιαρχικό στοιχείο, το οποίο τους οδηγούσε, στην πίστη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του, υπογράφοντας και ψηφίζοντας το 3ο Μνημόνιο, παρά την επικράτηση του ΟΧΙ, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015 και εγκαταλείποντας όλες τις υποσχέσεις και τις προγραμματικές δεσμεύσεις, που είχαν δώσει και είχαν αναλάβει, κατά την διάρκεια της περιόδου, που προηγήθηκε, από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, αλλά και μετά από την μεγάλη νίκη του κόμματος τους και τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, θα τιμωρούνταν, από το εκλογικό σώμα, το οποίο θα τους αποδοκίμαζε, με τόσο μεγάλη ένταση, η οποία θα τους οδηγούσε, στο να χάσουν την πρώτη θέση και τον πρώτο λόγο, στον σχηματισμό της μετεκλογικής κυβέρνησης.

Η δική μου προσέγγιση ήταν διαφορετική και την έχω καταγράψει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του, κατά την γνώμη μου, ήταν δεδομένο ότι θα αποδοκιμάζονταν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο και εντελώς, διαφορετικό, από την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος αυτού, στον ερειπιώνα της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ δύσκολο να χάσει την πρώτη θέση, παρά την δραματική συρρίκνωση των εκλογικών του επιδόσεων, που και για μένα, ήταν δεδομένη και αναμενόμενη. Όλα τα δεδομένα, που είχα, στα χέρια μου, από την ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με οδηγούσαν, στο συμπέρασμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την εκλογική αποδοκιμασία, που θα υφίστατο και η οποία θα ήταν μεγάλη, εύκολα, ή δύσκολα, θα διατηρούσε την πρώτη θέση και θα είχε τον πρώτο λόγο, στον σχηματισμό της κυβέρνησης, μετά τις εκλογές.

Κατ' αρχήν, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ήταν μια κυβέρνηση, που άσκησε εξουσία, μόνον, επτά μήνες και προερχόταν, από έναν θρίαμβο, τον οποίο κατήγαγε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, απέναντι, σε αντίπαλους (Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ), οι οποίοι είχαν απαξιωθεί, πλήρως και δεν είχαν καμμία ελπίδα, οποιασδήποτε ανάκαμψης των δυνάμεών τους, η οποία θα ήταν δυνατόν να απειλήσει την πολιτική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ.

Το χρονικό διάστημα των 8 μηνών, που μεσολάβησε, ήταν πολύ μικρό, για να μπορέσει να κριθεί το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ και όπως μας διδάσκει η πολιτική ιστορία, κάθε κυβέρνηση, που προκύπτει, μετά από εκλογές διατηρεί την πολιτική της κυριαρχία και απολαμβάνει την ευμένεια των κοινωνιών, που την έχουν εκλέξει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, με ελάχιστο κατώτατο όριο - και αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις - τον έναν χρόνο, μετά από την διεξαγωγή των εκλογών, που ανέδειξαν την κυβέρνηση, που έχει προκύψει.

Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου είχε το πολύ σημαντικό πλεονέκτημα της περιόδου ευμενείας, που δείχνει, παραδοσιακά, το εκλογικό σώμα, σε κάθε νεοεκλεγμένη κυβέρνηση, παρά τα όποια σφάλματα και παρά τις όποιες ανεπάρκειές της, ακόμη και όταν αυτά τα σφάλματα και αυτές οι ανεπάρκειες, όπως συνέβη και στην συγκεκριμένη περίπτωση, έχουν ένα μέγεθος, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Όμως, αυτό, που μετράει, πολύ περισσότερο, από αυτό το δεδομένο της μακράς χρονικής περιόδου χάριτος και ευμένειας του εκλογικού σώματος, προς μια νεοεκλεγμένη κυβέρνηση και το οποίο μέτρησε και στην προεκλογική περίοδο των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015 είναι ένα άλλο κρίσιμο εκλογικό στοιχείο, το οποίο το ευρύ κοινό δεν το λαμβάνει υπόψη του, αν και είναι καθοριστικό και επηρεάζει, άμεσα, την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων και το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Αυτό το εκλογικό στοιχείο είναι η περίφημη "παράσταση νίκης", η οποία είναι ένα δημοσκοπικό μέγεθος, το οποίο καταγράφει την πεποίθηση που έχει σχηματισθεί, στο σύνολο του εκλογικού σώματος, για το ποιό κόμμα θα καταλάβει την πρώτη θέση, στις εκλογές, ανεξάρτητα, από το ποιό κόμμα έχει ψηφίσει ο κάθε ψηφοφόρος.

Αυτό το εκλογικό μέγεθος, που αφορά την πεποίθηση του εκλογικού κοινού, για τον νικητή των εκάστοτε εκλογικών αναμετρήσεων, μέχρι τώρα, ουδέποτε έχει διαψευσθεί και έχει δείξει, ακόμη και στις πιο αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις, τους νικητές των αναμετρήσεων αυτών. Δηλαδή έχει καταγράψει, χωρίς να έχει υπάρξει καμμία διάψευσή του, τα κόμματα εκείνα, που έχουν καταλάβει την πρώτη θέση, σε όλες τις βουλευτικές εκλογές, που έχουν διεξαχθεί, είτε στην χώρα μας, είτε στο εξωτερικό.

Σε όλη την προεκλογική περίοδο, την οποία διανύσαμε, μέχρι την διεξαγωγή της ψηφοφορίας της περασμένης Κυριακής, για την ανάδειξη νέας βουλής, το δημοσκοπικό δεδομένο της παράστασης νίκης παρέμεινε, σταθερά, να καταγράφει την πεποίθηση των ψηφοφόρων, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους - η οποία πλειοψηφία ήταν μια άνετη πλειοψηφία -, πίστευαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταλάμβανε και πάλι, την πρώτη θέση και ως εκ τούτου, θα ήταν ο νικητής των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015.

Αυτή η καταγραφή της πεποίθησης των ψηφοφόρων, σε όλη την προεκλογική περίοδο, παρουσίασε πολλές μικρότερες, ή μεγαλύτερες διακυμάνσεις, αλλά ουδέποτε άλλαξε, ως προς το περιεχόμενό της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και όταν η απόστασή του από την Νέα Δημοκρατία υπέστη μια αξιοσημείωτη μείωση, παρέμενε, στην διανυσματική απεικόνιση του δημοσκοπικού μεγέθους της παράστασης νίκης, άνετα, πρώτος. Και αυτή η άνετη πρωτοπορεία του ΣΥΡΙΖΑ, ουδέποτε κινδύνευσε και συνέχισε να καταγράφεται, μέχρι το τέλος.

Αυτοί οι δύο πολύ ουσιαστικοί και πραγματικοί λόγοι ήσαν εκείνοι, που με έκαναν να πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, θα παραμείνει πρώτος, παρά την σφοδρή αποδοκιμασία, που θα υφίστατο, από το εκλογικό σώμα, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και έτσι θα πάρει το bonus των 50 βουλευτικών εδρών, που χαρίζει ο εκλογικός νόμος, στο πρώτο κόμμα, παρά την διάψευση όλων των προεκλογικών του υποσχέσεων και την κατάρρευση του προγράμματος, που παρουσίασε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και με το οποίο εξελέγη, παρά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου, το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του κόμματος έλεγαν ότι αποκλείται να ψηφίσουν και παρά τις παιδαριώδεις διαχειριστικές τους αστοχίες, σε όλα τα επίπεδα, με αποκορύφωμα, το κλείσιμο των τραπεζών, τους ελέγχους, στην κίνηση των κεφαλαίων και την επιβολή ορίων, στις αναλήψεις, από τις τραπεζικές καταθέσεις.

Αυτοί οι δύο λόγοι, που δεν είχαν κανένα υποκειμενικό στοιχείο και οι οποίοι εδράζονταν, στην αντικειμενική βάση των δεδομένων, που είχα μπροστά μου, με έκαναν να πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατακτούσε την πρώτη θέση, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, εύκολα, ή δύσκολα και πάντως, λιγότερο, ή περισσότερο, άνετα, παρά το γεγονός ότι η αποδοκιμασία, που θα υφίστατο, από το εκλογικό σώμα, για όσα έκανε και δεν έκανε, θα ήταν πολύ μεγάλη, όπως έδειχνε το κλίμα της προεκλογικής περιόδου.

Αλλά εκτός, από τα παραπάνω δύο αντικειμενικά δεδομένα, υπήρχε και ένα επιπρόσθετο προσωπικό βουλησιαρχικό στοιχείο, το οποίο, ναι μεν, υπήρξε δευτερεύον, στον σχηματισμό της πεποίθησής μου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει την πρώτη θέση, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και φυσικά, δεν είναι σωστό να το κρύψω. Ούτε και το έκρυψα, άλλωστε, αφού τοποθετήθηκα, δημόσια.




Προσωπική μου πεποίθηση ήταν (και παραμένει) ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να αποδράσει, από τις ευθύνες της. Δεν έπρεπε, δηλαδή να της επιτραπεί, με την ψήφο του εκλογικού σώματος, να αποφύγει την εφαρμογή του Μνημονίου. Έπρεπε ο Αλέξης Τσίπρας και η τσιπροπαρέα, δηλαδή η λοιπή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Γιώργος Σταθάκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο Νίκος Βούτσης  και όλοι οι άλλοι) να εφαρμόσουν, με τα ίδια τους τα χέρια, το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψαν και ψήφισαν και το οποίο αποτελεί δική τους ιδιοκτησία και είναι ένα πνευματικό τους τέκνο, το οποίο συνιστά και την καταστροφική "προσφορά" τους, στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, ο ασφαλέστερος τρόπος, για την αποτροπή της απόδρασης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, από την ανάληψη των ευθυνών της, για την υλοποίηση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε, με την υπογραφή και την ψήφιση του νέου Μνημονίου, ήταν η συμμετοχή της, στην νέα κυβέρνηση, που θα σχηματιζόταν, μετεκλογικά. Και αυτή η συμμετοχή, στην ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, για την εφαρμογή του Μνημονίου, μπορούσε να εξασφαλιστεί, μόνο, με την εύκολη, ή δύσκολη εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Βέβαια, αυτή η τοποθέτησή μου, δεν συνιστούσε δική μου πρόθεση, ή υπόδειξη ψήφου, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν μια ωμή, μεν, αλλά συνάμα και ρεαλιστική διαπίστωση μιας υφιστάμενης αντικειμενικής πραγματικότητας και τίποτε περισσότερο, από αυτό. Ουδέποτε και σε ουδένα υπέδειξα να ψηφίσει, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, μάλιστα, η γνώμη μου ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να καταψηφιστεί.

Τελικά, πέρα από το πώς εξελίχθηκαν τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων, στην ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, δεν έπεσα έξω, ως προς την γενική εικόνα αυτών, που ανέμενα να προκύψουν, από τις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε, πολύ εύκολα, την πρωτιά επιβεβαιώνοντας την ισχύ των διδαγμάτων της εγχώριας και της διεθνούς πολιτικής και εκλογικής ιστορίας. 

Και φυσικά, με αυτόν τον τρόπο, έκλεισε κάθε δίοδος και απετράπη η διαφυγή του, από την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, που του αναλογούν και την εφαρμογή του Μνημονίου, που ψήφισε, η προηγούμενη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας σχηματίζουν κυβέρνηση. Και την σχηματίζουν, μαζύ με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, όπως, ακριβώς, συνέβη και τον περασμένο Ιανουάριο.

Βέβαια, υπήρξαν και "εκπλήξεις", αφού το ύψος του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε πολύ μεγαλύτερο, από το 29%, που εγώ ανέμενα, ενώ διαφοροποιήθηκε, ως προς την κατανομή του, το αναμενόμενο αυξημένο μέγεθος της αποχής, σε ένα τέτοιο σημείο, που κατέστη κρίσιμο, αφού, μέσω αυτής της διαφοροποιημένης κατανομής της αυξημένης αποχής, στάθηκε δυνατό να καλυφθεί και να αποκρυβεί, η μεγάλη πανωλεθρία και η εκτεταμένη αποδοκιμασία, που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ, από το εκλογικό σώμα, αλλά η ουσία δεν αλλάζει.

Ας δούμε, όμως, τα κρίσιμα στοιχεία των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, προκειμένου να καταλάβουμε, το τί συνέβη και το γιατί αυτό συνέβη.

Κρίσιμος και απόλυτα, καθοριστικός παράγοντας, στην διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος της περασμένης Κυριακής υπήρξε το αυξημένο αριθμητικό μέγεθος της αποχής, όχι, μόνο, ως προς το ύψος της, και ως προς την κατανομή της, ανάμεσα, στα κόμματα, που πήραν, μέρος στις εκλογές.

Πράγματι, όπως προκύπτει από τον, παραπάνω, πίνακα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, στην ψηφοφορία συμμετείχαν 5.566.295 άτομα, ενώ 8 μήνες πριν, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχαν ψηφίσει 6.330.356 άτομα. Αφαιρώντας τα άκυρα 114.654 άκυρα και τα 34.830 λευκά ψηφοδέλτια, που αποτελούν μια ιδιότυπη μορφή αποχής από την ψηφοφορία, βλέπουμε ότι οι ψηφίσαντες τον περασμένο Ιανουάριο, ανέρχονται, στους 6.180.872. Αν, μάλιστα, αφαιρέσουμε τα 70.061 άκυρα και τα 64.384 λευκά ψηφοδέλτια, τότε τα έγκυρα ψηφοδέλτια, που έπεσαν, στην κάλπη της 20/9/2015, ανέρχονται, στα 5.431.850.

Έτσι, το μέγεθος της ολικής αποχής, από την καταμετρούμενη ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής, σε επίπεδο αριθμών, ανέρχεται, σε 749.022 ψηφοφόρους. Αυτή η συνδυαστική απόχη, σε σχέση, με τους ψηφίσαντες, στις εκλογές της 25/1/2015, είναι τεράστια, αφού το ποσοστιαίο μέγεθός της, φθάνει, περίπου, στο 12,12%, εάν κάνουμε τον σχετικό υπολογισμό (749.022/6.180.872Χ100).

Και για να γίνει, ακόμη, πιο κατανοητό, αυτό που περιγράφω, αφού κανείς δεν θα το δει, στις αναλύσεις, που θα δημοσιευθούν, από τους δημοσκόπους, πρέπει να το ξαναπώ :

Οι άνθρωποι, που  απείχαν, από την ψηφοφορία, μαζύ με όσους αρνήθηκαν να δώσουν ενεργή και προσμετρούμενη ψήφο την περασμένη Κυριακή, ισοδυναμούν, με το 12,12% όσων έδωσαν έγκυρη ψήφο, τον περασμένο Ιανουάριο, με δεδομένο ότι, από τότε, προστέθηκαν, στο εκλογικό σώμα άλλοι, περίπου, 102.000 νέοι ψηφοφόροι.

Ας δούμε, τώρα, την κατανομή αυτής της αποχής, μέσα από τις μειώσεις των αριθμών των ψήφων, που έλαβαν τα κόμματα, που έθεσαν υποψηφιότητα, στην ψηφοφορία της 20/9/2015.

Πόσες ψήφους έχασαν τα κόμματα, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και ποιά είναι τα, σχετικώς, ακριβή ποσοστά τους, αν αναγάγουμε τις ψήφους, που είχαν, την περασμένη Κυριακή, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, προκειμένου να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης των απωλειών τους;

Με βάση αυτόν τον υπολογισμό, στην κυλιόμενη κλίμακα των εκλογικών αναμετρήσεων, ο οποίος, χωρίς να είναι τέλειος, αποτελεί μια περιγραφική αναγωγή των κομματικών απωλειών, σε επίπεδο αριθμών ψήφων της αναμέτρησης της περασμένης Κυριακής, στην εκλογική αναμέτρηση της 25/1/2015, μπορούμε να προσεγγίσουμε και τις απώλειες, σε επίπεδο ποσοστών, με την όμοια αναγωγή τους, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου.

Παρά τις όποιες προσεγγιστικές ατέλειες, αυτός ο τρόπος αναγωγής των εκλογικών αποτελεσμάτων της περασμένης Κυριακής, στα εκλογικά αποτελέσματα της 25/1/2015, είναι και ο ασφαλέστερος, για να μπορέσουμε να δούμε τις πραγματικές απώλειες των κομμάτων, σε επίπεδο αριθμών ψήφων και ποσοστών, σε σχέση, με τον, χωρίς αναγωγή, στα δεδομένα της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης, υπολογισμό - κυρίως - των ποσοστών, που έλαβαν τα κόμματα, στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση, ο οποίος μπορεί να είναι πραγματικός και χρήσιμος, ως απεικονιστικό εργαλείο της τρέχουσας πραγματικότητας, αλλά είναι, απολύτως, στρεβλωτικός, αποπροσανατολιστικός και καθαρά, προπαγανδιστικός, όταν θέλουμε να περιγράψουμε τις απώλειες και τα κέρδη των κομμάτων, συγκριτικά, με την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Προχωρώντας, λοιπόν, σε αυτή την συγκριτική αποτίμηση, πρωτίστως, των απωλειών, αλλά και των κερδών των κομμάτων, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, βλέπουμε μια, εντελώς, διαφορετική εικόνα, από αυτήν, που έχουμε, όταν παρατηρούμε τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων, έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη, αυτόνομα και χωρίς βαθύτερη συγκριτική αποτίμησή τους, με την ατελή, μεν, αλλά και πολύ περισσότερο ακριβή, αποτίμησή τους, όταν προσπαθήσουμε να αναγάγουμε τις ψήφους και τα ποσοστά των βουλευτικών εκλογών της περασμένης Κυριακής, στις ψήφους και τα ποσοστά των αντίστοιχων βουλευτικών εκλογών του περασμένου Ιανουαρίου.



Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 1.925.904 ψήφους, έχασε 320.074 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 2.245.978 ψήφους και 36,34%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει 5,18 ποσοστιαίες μονάδες (320.074 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του περασμένου ΙανουαρίουΧ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των προσομοιούμενων, με τις προηγούμενες, εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 31,16%.

Με αυτόν τον τρόπο, η απεικόνιση των τεράστιων απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, είναι σαφής και φυσικά, δεν μπορεί να κρυφτεί, πίσω, από το ποσοστό του 35,46%, που έλαβε το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, όταν τα αποτελέσματά τους παρατηρηθούν, αυτόνομα και συγκριθούν, ως έχουν, με τα ποσοστά, που το κόμμα αυτό είχε, στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου. Όταν συγκρίνουμε το ποσοστό του 36,34%, που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Ιανουάριο, με το 35,46%, η απώλεια, που προκύπτει είναι αμελητέα, αφού φθάνει, στο 0,88 της μονάδας.

Όμως, οι πραγματικές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο ποσοστών και κυρίως, σε επίπεδο ψήφων, σε σχέση, με την συνδυαστική αναγωγή του ποσοστού και των ψήφων του Σεπτεμβρίου, στο ποσοστό και στις ψήφους του περασμένου Ιανουαρίου, είναι, απολύτως, αποκαλυπτική της μεγάλης αποδοκιμασίας, που υπέστη το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, αφού, σε κάθε περίπτωση, η απώλεια 320.074 ψήφων και η πτώση του εκλογικού ποσοστού, περίπου, στα επίπεδα του 31,16%, συνιστά ένα εκλογικό Βατερλώ.

Αυτό το εκλογικό Βατερλώ του ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, μπορεί να συγκαλύφθηκε, επειδή η Νέα Δημοκρατία υπέστη το δικό της Βατερλώ, αφού και αυτή έχασε πολλές ψήφους, αλλά αυτό είναι κάτι, που αφορά την τρέχουσα χρήση των εκλογικών αριθμών και των ποσοστών, από το πολιτικό σύστημα. Δεν αφορά την εκλογική και την πολιτική πραγματικότητα, η οποία είναι απλή και ωμή. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδοκιμάστηκε, από τους ψηφοφόρους του και από το εκλογικό σώμα. Και αυτή η αποδοκιμασία ήταν τεράστια, με δεδομένη την μικρή διάρκεια ζωής της κυβέρνησής του, η οποία στηρίχθηκε, στον εκλογικό θρίαμβο του περασμένου Ιανουαρίου.

Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ έφαγε φούμο. Το γεγονός ότι αυτό το φούμο το έφαγε, παρέα με την Νέα Δημοκρατία και τα πλείστα άλλα πολιτικά κόμματα, δεν αλλάζει την δραματική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει.

Και φυσικά, το μέλλον του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα είναι και παραμένει δυσοίωνο, αφού, με την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, το οποίο υπέγραψε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και το οποίο ψήφισε, στην απελθούσα βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα, βρίσκεται ενώπιον του πολιτικού του αφανισμού, όσο και αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να πιστεύει το αντίθετο.

Η εκλογική βάση του κόμματος αυτού είναι και παραμένει ευμετάβλητη και ασταθής, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό να διασκορπισθεί, στα 5 σημεία του ορίζοντα, εκεί, που δεν θα το περιμένει κανείς.


Η Νέα Δημοκρατία του "υπηρεσιακού" αρχηγού της Βαγγέλη Μεϊμαράκη, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 1.526.205 ψήφους, έχασε 192.489 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 1.718.694 ψήφους και 27,81%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους, που έχασε, στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι η Νέα Δημοκρατία έχει χάσει 3,11 ποσοστιαίες μονάδες (192.489 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό της, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 24,70%.

Με αυτά τα δεδομένα, το ποσοστό του 28,10%, που έλαβε, η Νέα Δημοκρατία, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, όσον αφορά τις απώλειες, που υπέστη και οι οποίες υπήρξαν τεράστιες, συνιστώντας, μια ηχηρότατη αποδοκιμασία της, από τους ψηφοφόρους της, οι οποίοι την εγκατέλειψαν, καθώς και από το σύνολο του εκλογικού σώματος.

Βλέποντας αυτή την εξέλιξη, στην εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, αντιλαμβανόμαστε, κάτι, που δεν είναι ορατό, στο ευρύ κοινό, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η εκλογική βάση της ναυαρχίδας της συντηρητικής παράταξης του τόπου μας παρουσιάζει, μια σημαντική ανθεκτικότητα, σε σχέση, με τα βασικά κόμματα των άλλων πολιτικών χώρων, εκ των οποίων το ένα - το ΠΑΣΟΚ - έχει οδηγηθεί, στα πρόθυρα της διάλυσης.

Μετά από μια σχετική ανθεκτικότητα, την οποία επέδειξε η Νέα Δημοκρατία, στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου, τώρα, πλέον, βρίσκεται, ξανά, σε καθοδική πορεία και οδεύει, προς το κατώτερο εκλογικό της σημείο εκκίνησης, το οποίο καταγράφηκε, στις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012, στις οποίες το κόμμα αυτό πήρε 1.192.054 ψήφους και ποσοστό 18,85%. 

Με δεδομένη την αταλάντευτη "ευρωπαϊστική" στάση, που επιδεικνύει η νεοδημοκρατική κομματική νομενκλατούρα και την τεράστια σύγχυση, που έχει ενσπείρει, με την τυφλή πίστη των μελών της, στο ευρώ και την ζώνη του, στους ψηφοφόρους της και στην ελληνική κοινωνία, γενικότερα, το μέλλον του κόμματος αυτού δεν προδιαγράφεται, ως ευοίωνο.

Αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει, παρά τα όποια σκαμπανεβάσματα, διότι οι πολιτικές, τις οποίες στηρίζει, είτε, χθες και τώρα, από την θέση της αντιπολίτευσης, είτε, προχθές και αύριο, από κυβερνητικές θέσεις, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, από τους ψηφοφόρους της και από το εκλογικό κοινό, ευρύτερα, όσο και αν όλοι αυτοί, ευρισκόμενοι, μέσα στο κλίμα και το καλλιεργούμενο περιβάλλον των γενικευμένων συγχυτικών φαινομένων, που εκτρέφει η ανόητη εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, θέλουν (όσοι θέλουν) να παραμείνει η χώρα, στην ευρωζώνη, την οποία η ελίτ αυτή έχει επιτύχει να την ταυτίζουν, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα του πληθυσμού.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και το μέλλον της Νέας Δημοκρατίας παραμένει δυσοίωνο, διότι το κόμμα αυτό, με τον όποιον ηγέτη αποκτήσει, θα υποχρεωθεί να ψηφίσει τους εφαρμοστικούς νόμους του 3ου Μνημονίου, που ψήφισε μαζύ με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, τον περασμένο Αύγουστο και στην πορεία του χρόνου, πιθανότατα, θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει, σε μια ευρύτερη συγκυβέρνηση, όταν η νέα κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αργά, ή γρήγορα, θα έχει εξαντλήσει όλα τα πολιτικά αποθέματα, που της έχουν μείνει, καθώς όλη την περίοδο, που ακολουθεί, θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει το Μνημόνιο, που η ίδια ψήφισε.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, η διάλυση της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Παραμένει, στην ημερησία διάταξη.


Η Χρυσή Αυγή, του Νίκου Μιχαλολιάκου, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 379.581 ψήφους, έχασε 8.806 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 388.387 ψήφους και 6,28%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι η Χρυσή Αυγή έχει χάσει 0,14 της μονάδας (8.806 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό της, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 6,14%.

Όπως φαίνεται, ούτε και η Χρυσή Αυγή είναι, εντελώς, αλώβητη, από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής. Οι απώλειές της είναι ελάχιστες, μεν, αλλά αυτό, που έχει σημασία είναι ότι δεν προσέθεσε ψήφους, παρά την φαινομενική αύξηση του ποσοστού της, στο 6,99%.

Αυτό το φαινόμενο, μπορεί να είναι παροδικό και συγκυριακό, αλλά είναι αξιοσημείωτο, αφού μπορεί να σημαίνει ότι, ίσως, το νεοναζιστικό κόμμα να ασθμαίνει. Όμως, οι μέλλουσες εξελίξεις, έτσι, όπως αυτές καθορίζονται, από την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, είναι ευνοϊκές, για την Χρυσή Αυγή. Πολύ περισσότερο, που στην νέα βουλή, έχει μείνει, μόνον, αυτή και το Κ.Κ.Ε., να αρθρώνουν έναν κάποιον αντιπολιτευτικό λόγο, στο Μνημόνιο.


Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 222.166 ψήφους, έχασε 151.758 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 373.924 ψήφους και 6,05%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι το Ποτάμι έχει χάσει 2,45 ποσοστιαίες μονάδες (151.758 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 3,60%.

Το ποσοστό του 4,09%, που εμφανίζεται να έχει το Ποτάμι, επί των ψηφισάντων, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, στερείται οποιουδήποτε νοήματος. Το κόμμα αυτό, πλέον, εξάντλησε τα καύσιμά του και θα οδηγηθεί, στον πολιτικό του τάφο, αφού, ήδη, έχει αρχίσει η λεηλασία του από το ΠΑΣΟΚ, την Νέα Δημοκρατία και δευτερευόντως, τον ΣΥΡΙΖΑ, διάφορα άλλα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου - ακόμη και από την Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, που, με 186.457 ψήφους και ποσοστό 3,43%, εισήλθε, στην Βουλή, με την στήριξη κύκλων, οι οποίοι, έχοντας, ως εκλογική τακτική την διασπορά της λεγόμενης απολίτικης ψήφου, επιδιώκουν την συντήρηση και την διεύρυνση του αποπροσανατολισμού του εκλογικού σώματος.


Το Κ.Κ.Ε. του Δημήτρη Κουτσούμπα, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 301.632 ψήφους, έχασε 36.556 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχε πάρει 338.188 ψήφους και 5,47%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασε στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχει, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι το Κ.Κ.Ε. έχει χάσει 0,60 της μονάδας (36.556 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό του, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 4,87%.

Το ποσοστό του 5,55%, που έλαβε το Κ.Κ.Ε., στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, όσον αφορά τα ανύπαρκτα κέρδη του και τις υπαρκτές απώλειές του, οι οποίες είναι αξιοσημείωτες και για να πούμε την αλήθεια και μη αναμενόμενες, αφού, το Κ.Κ.Ε. είχε αποκτήσει μια σταθερή εκλογική βάση, στον βαθμό, που κατάφερε να μην την επηρεάζει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ως εκ τούτου, το μέλλον του Κ.Κ.Ε. παρουσιάζει ενδιαφέρον, δεδομένου ότι και  το κόμμα αυτό, όπως και η Χρυσή Αυγή, ευνοείται, από την μακρά μέλλουσα συγκυρία, η οποία θα προσδιοριστεί, από την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. δεν φαίνεται διατεθειμένη να εκμεταλλευθεί, σε μεγάλο βαθμό, αυτή την συγκυρία και θα αρκεσθεί, μόνον, να πλαγιοκοπήσει την εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον περιθωριοποιήσει και να τον θέσει, εκτός μάχης.


Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου, λαμβάνοντας, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής 200.423 ψήφους, έχασαν 93.260 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές της 25/1/2015, όπου είχαν πάρει 293.683 ψήφους και 4,75%.

Προσομοιώνοντας τις ψήφους που έχασαν, στην προχθεσινή ψηφοφορία, στα ποσοστά του περασμένου Ιανουαρίου, για να μπορέσουμε να καταγράψουμε αυθεντικότερα τις απώλειες, που έχουν, στις εκλογές της 20/9/2015, τότε, βλέπουμε ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχουν χάσει 1,51 ποσοστιαία μονάδα (93.260 απωλεσθέντες ψήφοι/6.180.872 έγκυροι ψήφοι των εκλογών του Ιανουαρίου Χ100), σε σχέση με τον περασμένο Ιανουάριο και το πραγματικό συγκρίσιμο ποσοστό τους, στην κυλιόμενη σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων φθάνει, στο 3,24%.

Έτσι και το ποσοστό του 3,69%, που έλαβε το κόμμα του Πάνου Καμμένου, δεν απεικονίζει και αυτό την πραγματικότητα. Το κόμμα αυτό είχε απώλειες, οι οποίες ήσαν μεγάλες, αλλά αποτελεί έκπληξη, επειδή οι αναμενόμενες απώλειές του ήσαν πολύ μεγαλύτερες.

Όμως, αυτές οι αναμενόμενες απώλειες δεν ήλθαν. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες  έκαναν την έκπληξη. Επιβίωσαν, δεν έμειναν, εκτός βουλής και τώρα, βρίσκονται να είναι και πάλι, οι κυβερνητικοί εταίροι του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα αυτό το κόμμα, απλώς, ανέβαλε την πολιτική του εξαφάνιση. Η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου δεν του αφήνει περιθώρια επιβίωσης. Και φυσικά, ο Πάνος Καμμένος και οι συνεργάτες του, δεν μπορεί να είναι, πάντοτε, τυχεροί.


Όλα τα άλλα κόμματα, που έχουν μια αξιοσημείωτη, ορατή και διακριτή παρουσία, στις προχθεσινές εκλογές, είτε παρουσίασαν άνοδο, είτε δεν μπορούν να μετρηθούν, επειδή, στις προηγούμενες εκλογές βρίσκονταν, μέσα σε άλλους εκλογικούς σχηματισμούς, είτε ήσαν νέα και κατέβηκαν για πρώτη φορά.

Από αυτά αξιοσημείωτες είναι οι περιπτώσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της Λαϊκής Ενότητας και του ΕΠΑΜ.


Το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά, που τώρα κατέβηκε, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, μαζύ με την ΔΗΜΑΡ του Θανάση Θεοχαρόπουλου, πήγε καλά και αύξησε την εκλογική του επίδοση. Αυτά τα δύο κόμματα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχαν πάρει, το, μεν, ΠΑΣΟΚ 289.469 ψήφους και ποσοστό 4,68%, η, δε, ΔΗΜΑΡ (μαζύ με τους Πράσινους) 29.820 ψήφους και 0,48%. Έτσι, το συνολικό άθροισμά τους έφθασε τις 319.289 ψήφους και ποσοστό 5,16%.

Στις εκλογές της 20/9/2015 τα δύο αυτά κόμματα έλαβαν 341.390 ψήφους και ποσοστό 6,28%, αυξάνοντας τις ψήφους τους, κατά 22.101 ψήφους. Οι ψήφοι αυτοί δεν είναι πολλές, αλλά είναι μία αρχή, με δεδομένη την επικείμενη συρρίκνωση του Ποταμιού, το οποίο δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, στο ευρύτερο χώρο των "ευρωπαϊστών".

Η Λαϊκή Ενότητα αποτελεί μια τραγική περίπτωση, αφού κατάφερε να μείνει έξω από την νέα βουλή, συγκεντρώνοντας 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,86%. Προφανώς, δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο, για να οργανωθεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι διέπραξε μεγάλα εκλογικά σφάλματα , εκ των οποίων μοιραίο υπήρξε η άρνησή της να πραγματοποιήσει εκλογική συνεργασία, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, το οποίο, όμως, συγκέντρωσε 41.631 ψήφους και ποσοστό 0,77%.

Εάν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και οι, περί αυτόν, δεν ήσαν τόσο δογματικοί, θα πραγματοποιούσαν αυτή την εκλογική σύμπραξη και η Λαϊκή Ενότητα θα ήταν, σήμερα, στην νέα βουλή. Δυστυχώς, δεν προχώρησαν, σε αυτή την εκλογική συνεργασία και τώρα, είναι όλοι εκτός της βουλής.


Ομοίως και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, (με ηγετική φυσιογνωμία την Δέσποινα Κουτσούμπα), η οποία διασπάστηκε και αρνήθηκε κάθε συνεργασία, με την Λαϊκή Ενότητα, με αποτέλεσμα να προχωρήσει, σε εκλογική συνεργασία, με το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα του Σάββα Μιχαήλ, να λάβει 46.096 ψήφους και 0,85% και να μείνει και αυτή, εκτός της νέας βουλής.


Το αστείο είναι ότι,  οποιαδήποτε από αυτές τις συνεργασίες και να πραγματοποιούνταν, οι εταίροι θα κέρδιζαν την είσοδό τους, στην νέα βουλή και θα έδιναν τον πολιτικό τους αγώνα, κάτω από πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες και θα αποκτούσαν ένα πανελλαδικό ακροατήριο, το οποίο, τώρα, δεν έχουν.

Γι' αυτή την δυσμενή εξέλιξη, δεν τους φταίει κανείς άλλος, παρά μόνον ο εαυτός τους...

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΥΡΙΖΑ : Crime and punishment. Η υπογραφή και η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου οδηγεί το κόμμα της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, στην ραγδαία πτώση των εκλογικών του επιδόσεων και στην μετεκλογική περιθωριοποίηση.




Η δημοσκόπηση, που παρουσιάζω εδώ, είναι μια διαδικτυακή έρευνα ομάδας μεταπτυχιακών φοιτητών του Α.Π.Θ., για τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, η οποία φαίνεται ότι είναι πιθανό να μην είναι κατευθυνόμενη. Δεν λέω ότι είναι ορθή, ως προς τα εξαγόμενα αποτελέσματα, στα οποία καταλήγει. Έχω τις αντιρρήσεις μου, οι οποίες δεν είναι μικρές, αλλά έχω την εντύπωση ότι τα όποια σφάλματα, που έχουν γίνει και τα οποία θα προκύψουν - ή δεν θα προκύψουν -, σε σύγκριση, με τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας της 20/9/2015, αποτελούν, μόνον, σφάλματα και όχι προϊόντα μιας ευτελούς προεκλογικής προπαγάνδας. Βέβαια, όλοι και όλα κρίνονται, από τις εξελίξεις και το αποτέλεσμα. Και αυτό είναι κάτι, που δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ποτέ.

Η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ, κατά 5,24 μονάδες (31,10% τώρα, στην δημοσκόπηση των μεταπτυχιακών φοιτητών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έναντι, 36,34% στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, μια εκκωφαντική πτώση, που αντιπροσωπεύει μια θηριώδη απώλεια, περίπου, 350.000 ψήφων, σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα 7 μηνών, στο οποίο ο Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του, ήσαν στην κυβέρνηση, συν τον έναν μήνα της υπηρεσιακής κυβέρνησης της προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Βασιλικής Θάνου) είναι πολύ με
γάλη και φυσικά, πρωτοφανής, στα ελληνικά, αλλά και στα παγκόσμια εκλογικά χρονικά.

Προφανώς, αυτό το ποσοστό είναι υπολογισμένο, επί των ψηφισάντων. Οπότε, θα πρέπει να δούμε και τα επίπεδα της αποχής, των άκυρων και των λευκών, για να καταλήξουμε, σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Δεν αναφέρει τους "αναποφάσιστους", προφανώς, επειδή τους έχει κατανείμει, στους αποφασισμένους.


Η πτώση των δημοσκοπικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, εάν επιβεβαιωθεί, αποτελεί καταβαράθρωση.

Πρόκειται, κυριολεκτικά, για φούμο, ακριβώς, επειδή πρόκειται, για μια απώλεια ψήφων η οποία είναι τεράστια και δεν έχει ξανασυμβεί, στα ελληνικά και στα διεθνή εκλογικά χρονικά, αφού, για, τουλάχιστον, έναν χρόνο, μετά την εκλογική τους νίκη, όλα τα κόμματα, που ασκούν κυβερνητική εξουσία, έχουν την ευμένεια των εκλογικών σωμάτων, που τα έκαναν κυβέρνηση.






Η φυγή της Αριστερής Πλατφόρμας του Παναγιώτη Λαφαζάνη, της Ζωής Κωνσταντοπούλου, του Γιάννη Βαρουφάκη και των άλλων και η διάσπαση, που έγινε, στον ΣΥΡΙΖΑ, όλα αυτά, από μόνα τους, δεν είναι αρκετά, για να εξηγήσουν την περιγραφόμενη, από την δημοσκοπική κατρακύλα του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα. Εάν δεν υπάρχουν, άκρως, σημαντικοί λόγοι, οι όποιες διασπάσεις των κυβερνητικών κομμάτων, με τόσο μικρή κυβερνητική θητεία, μετά, από έναν εκλογικό θρίαμβο, όπως αυτόν των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015 και τις 8,5 μονάδες διαφορά από την Νέα Δημοκρατία (μια διαφορά, που τον περασμένο Ιούλιο, έφθασε και ξεπέρασε τις 20 μονάδες), απορροφώνται ανώδυνα και οι διασπαστές εξαφανίζονται, άμεσα, ως πολιτικοί αντίπαλοι, του χώρου, από τον οποίο προέρχονται, ή, έστω, για μακρύ χρονικό διάστημα, μετά την διάσπαση.

Αυτή είναι και η διαφορά του ΠΑΣΟΚ της περιόδου Οκτωβρίου 2009 - Μαΐου 2012, με τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου Ιανουαρίου 2015 - Σεπτεμβρίου 2015. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε, μετά από 2,5 χρόνια, περίπου, δηλαδή, αφού πέρασε το μίνιμουμ του ενός έτους περιόδου χάριτος, που παρέχουν τα εκλογικά σώματα, στις κυβερνήσεις των κομμάτων, που έχουν λάβει ψήφο και έχουν νικήσει, σε βουλευτικές εκλογές. Και για να είμαστε, πιο συγκεκριμένοι, το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε, κοινωνικά, στην πραγματικότητα, στις αρχές Ιανουαρίου 2011, αφού, προηγουμένως, όμως, δύο μήνες, νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2010, είχε πάρει, έστω και δύσκολα, την πρωτιά, στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του 2010.

Αυτό που έπαθε το ΠΑΣΟΚ, εκείνη την περίοδο και στο χρονικό διάστημα, που το υπέστη, δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. Από όπου πέρασε το Δ.Ν.Τ., όλα τα κυβερνητικά κόμματα έπαθαν καθίζηση και εξαφανίστηκαν. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, παρά το γεγονός ότι ο αφελής ΓΑΠ, επιθυμούσε και νόμιζε ότι θα αποτελέσει.




Όμως, αυτό, που αναμένεται να πάθει ο ΣΥΡΙΖΑ, εάν επιβεβαιωθεί η δημοσκόπηση των μεταπτυχιακών φοιτητών του Α.Π.Θ., είναι πρωτοφανές. Και φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη έχει την αιτιολόγησή της.

Εδώ, έχουμε να κάνουμε, με ένα έγκλημα και μια τιμωρία. Μια κλασική περίπτωση crime and punishment, για να θυμηθούμε και τον ανυπέρβλητο Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ.

Οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψαν Μνημόνιο. Αυτό είναι το έγκλημα, που διέπραξαν και γι' αυτό τιμωρούνται και θα εξακολουθήσουν να τιμωρούνται.

Αυτό το Μνημόνιο πληρώνουν. Και αυτό θα εξακολουθούν, δια βίου, να πληρώνουν, μέχρι να οδηγηθούν και πάλι, στο περιθώριο, μέσα από την χλεύη και τις κατάρες της κοινωνίας, που θα τους στείλει, στον χώρο, που ανήκουν. Στον σκουπιδοτενεκέ της πολιτικής ιστορίας του τόπου μας.

Αυτό το Μνημόνιο το ψήφισαν, στην απελθούσα βουλή των εκλογών της 25/1/2015, μαζύ με την Νέα Δημοκρατία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη και τις άλλες μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, που είχαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση (το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη και το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά). Με αυτόν τον τρόπο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτίστηκε, με το κόμμα της συντηρητικής παράταξης και τον μνημονιακό πολιτικό κόσμο της χώρας.

Έτσι, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σκόρπισε και διέλυσε την μεγάλη πλειοψηφία του ΟΧΙ, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, η οποία εκφράστηκε, στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και την επόμενη ημέρα, με την υποταγή, στις απαιτήσεις των ευρωζωνιτών, κυριολεκτικά, ανέστησε, τον μνημονιακό πολιτικό κόσμο, τον οποίο είχε θάψει αυτή η εκφρασμένη πλειοψηφία.

Αυτό το 3ο Μνημόνιο, το οποίο είναι και το βαρύτερο, επειδή οι αντοχές της ελληνικής κοινωνίας, έχουν συρρικνωθεί, εξ αιτίας της εφαρμογής των προηγούμενων δύο Μνημονίων του 2010 και του 2012, είναι που πληρώνουν και θα πληρώσουν, με πολύ βαρύ κόστος ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του. Η καταμέτρηση αυτού του βαρύτατου κόστους θα αρχίσει να πραγματοποιείται και να καταλογίζεται, από αύριο, στην ψηφοφορία των βουλευτικών εκλογών, που προκήρυξε ο Αλέξης Τσίπρας, προκειμένου να αποσπάσει την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Μια αυτοδυναμία, η οποία είναι ένα άπιαστο όνειρο.

Και φυσικά, η καταμέτρηση του βαρύτατου κόστους, του οποίου η πρώτη φάση αρχίζει, επίσημα, αύριο Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, με αφορμή την ψηφοφορία των βουλευτικών εκλογών, δεν θα σταματήσει, με το πέρας της εκλογικής διαδικασίας. Η καταμέτρηση του κόστους, αυτού, το οποίο θα συνεχίσει να μεγαλώνει, μέχρι την μεγιστοποίησή του, η οποία θα αφανίσει, πολιτικά, ηθικά και κοινωνικά, τον ΣΥΡΙΖΑ, θα συνεχιστεί, μετ' επιτάσεως και μετά τις εκλογές της 20/9/2015.

Η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου και τα καταιγιστικά και εξαθλιωτικά μέτρα, που έπονται και πρόκειται να ληφθούν, θα επιταχύνουν τις διαδικασίες της κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ - και πιθανότατα, όλου του μνημονιακού πολιτικού κόσμου -, αφού η κυβέρνηση, που θα σχηματισθεί, μετεκλογικά, είτε, εξ αρχής, είτε, αργά, ή γρήγορα, στην πορεία του χρόνου, θα απαξιωθεί, πλήρως και είναι πιθανό να καταρρεύσει πολύ πιο γρήγορα, από όσο αναμένεται.

Αλλά, ακόμη και αν μπορέσει να κρατηθεί, στην εξουσία, εάν η ελληνική κοινωνία υποταχθεί και αποδεχθεί, ως μοιραία, την εφαρμογή του Μνημονίου, στο τέλος, η κυβέρνηση αυτή, παρά τις όποιες μεταμορφώσεις, τους όποιους ανασχηματισμούς, παρά τις, κατά καιρούς, αναδομήσεις και τις μεταμφιέσεις, που πρόκειται να κάνει, θα μείνει από (κοινωνικά, πολιτικά και εκλογικά) καύσιμα.









Από την συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ, στην Πάτρα, πριν 3 ημέρες. Κάτι δεν πάει καλά. Όχι, μόνο, στον οπαδό, που φιλάει το χέρι του ηγέτη. Κάτι δεν πάει καλά και στον ηγέτη, τον ίδιο...


Το αστείο είναι ότι τα δημοσιογραφικά όργανα της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ έχουν αρχίσει να διαδίδουν ότι η μνημονιακή στροφή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, καθιστά μνημονιακή και την μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, η οποία θα εκφραστεί, μέσα, από την αυριανή ψηφοφορία. Έτσι, θέλουν να διακηρύσσουν και πολλοί, από αυτούς, θέλουν να πιστεύουν, με απόκρυφο στόχο την αυτοπαρηγορία, την οποία μετατρέπουν, σε μια διαδικασία group therapy, ότι η αντίθεση, ανάμεσα, στο Μνημόνιο και στους αντιπάλους του, τίθεται στο πολιτικό και στο κοινωνικό περιθώριο.

Πρόκειται, για ανοησίες. Όμως, οι ανοησίες αυτές, προφανώς, εκφράζουν τις επιθυμίες όλου αυτού του εσμού των πανικόβλητων μελών της εντόπιας ελίτ, τις οποίες επιθυμίες όλοι αυτοί τις εκλαμβάνουν, ως πραγματικότητα.

Έτσι, ακόμη και αν οι δημοσκόποι έχουν δίκιο, ως προς τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, οι ψηφοφόροι του δεν μεταλλάχθηκαν και δεν μετατράπηκαν, σε μνημονιακούς. Παραμένουν αντιμνημονιακοί.

Απλώς, δίνουν, στον ΣΥΡΙΖΑ, μια τελευταία ευκαιρία. Και μια ψήφο, υπό δοκιμή και με επιφύλαξη.



Μετά, όμως, όλα θα αλλάξουν, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτύχει, όπως, επίσης, ακόμη και αν επιτύχει να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο.

Φυσικά, θα πρέπει να περιμένουμε και τα τελικά αποτελέσματα των εκλογών της Κυριακής, για να δούμε, τον βαθμό επιβεβαίωσης της έρευνας αυτής, που φαίνεται να είναι αξιόλογη και η οποία κινείται, ως προς τις θέσεις των δύο πρώτων κομμάτων, στα όρια του στατιστικού λάθους - αν και η κατάληψη της πρώτης θέσης, από τον ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να είναι πολύ περισσότερο πιθανή, από την κατάληψή της, από την Νέα Δημοκρατία, με δεδομένη την σταθερή πρωτοπορεία του ΣΥΡΙΖΑ, στο κρίσιμο και κομβικό δημοσκοπικό μέγεθος της παράστασης νίκης, στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται, σταθερά, από την αρχή της προεκλογικής περιόδου. Άλλωστε, όπως έχουμε πει, στην εκλογική ιστορία του τόπου μας, η παράσταση νίκης, δεν έχει διαψευστεί. Έχει προσδιορίσει όλους τους νικητές των αναμετρήσεων των ελληνικών βουλευτικών εκλογών, τουλάχιστον, από το 1974, μέχρι τώρα.  

Και πρέπει να δούμε τα αυριανά εκλογικά αποτελέσματα, διότι έχω κάποιες, επί μέρους, αντιρρήσεις, ως προς τα ποσοστά των δύο πρώτων κομμάτων, τα οποία νομίζω ότι μπορεί - και πρέπει - να είναι μικρότερα, με δεδομένη μια μεγάλη αύξηση της αποχής, η οποία μπορεί να ανατρέψει και την σειρά των δύο πρώτων κομμάτων, αφού η εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, από την αρχή της προεκλογικής περιόδου είναι και εξακολουθεί, μέχρι τώρα, να παραμένει ασταθής και ευμετάβλητη.

Πάντως, ακόμη και με δεδομένα τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ διαγράφεται σκοτεινό. Κυριολεκτικά, θεοσκότεινο...

Και αυτό είναι, άκρως, παρήγορο και ελπιδοφόρο...