Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές της 20/9/2015 : Δεν πρέπει να επιτραπεί στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να αποδράσει. Πρέπει να εφαρμόσει το νεοπινοσετικό περιεχόμενο του 3ου Μνημονίου, που υπέγραψε και ψήφισε, για να απαξιωθεί, πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά. (Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κολλήσει. Προηγείται, μεν, αλλά)...






Στην παραπαίουσα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν πρέπει να επιτραπεί να αποδράσει. Πρέπει να πιεί το ποτήρι, με το φαρμάκι, μέχρι το τέλος. Πρέπει να κυβερνήσει και μετά τις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής και να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας και ψήφισε η βουλή των εκλογών της 25/1/2015, μαζύ με την Νέα Δημοκρατία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, το (ήδη, καταρρέον) Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη και το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά.

Φυσικά, αυτό σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κερδίσει την πρώτη θέση, στις εκλογές αυτές, έτσι ώστε να μην έχει καμμία δυνατότητα απόδρασης, από την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Χρειάζεται να πάρει την πρωτιά, παρά την διαφαινόμενη μεγάλη απώλεια ψήφων και παρά την καθίζηση των εκλογικών του ποσοστών, που θα υποστεί.

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εφαρμόσει, από κυβερνητικές θέσεις, το Μνημόνιο, που ψήφισε και το οποίο είναι δική του ιδιοκτησία, μαζύ με την Νέα Δημοκρατία και τους λοιπούς εταίρους του, έτσι ώστε, αργά, ή γρήγορα (και αυτό θα συμβεί, μάλλον, γρήγορα), να οδηγηθεί, στην πλήρη απαξίωση, στην αποψίλωσή του, από οποιοδήποτε κοινωνικό έρεισμα και στην πολιτική του περιθωριοποίηση, έως και την παντελή εξαφάνισή του, από την ελληνική πολιτική σκηνή.

Όπως φαίνεται, οι ευρωζωνίτες και οι λοιποί ξένοι δανειστές δεν έχουν σκοπό να αφήσουν κανένα περιθώριο διαφυγής, στον ΣΥΡΙΖΑ και στον μνημονιακό πολιτικό κόσμο της χώρας μας. Ο Jean-Claude Juncker τους διαμήνυσε ότι το πρόγραμμα, που συμφωνήθηκε πρέπει να τηρηθεί, καθώς και ότι, εάν δεν γίνουν σεβαστοί οι κανόνες, αυτή την φορά, η αντίδραση της ευρωζώνης θα είναι διαφορετική, ξεκαθαρίζοντας, μια και καλή, ότι, τώρα, ο κεντρικός στόχος είναι η υλοποίηση του Μνημονίου.

Πέρα από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και όλη η ευρωζωνική ελίτ έχει διαμηνύσει την σαφή της επιθυμία και επιδίωξη, για τον μετεκλογικό σχηματισμό μιας κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού, στον οποίο θα συμμετέχουν, τουλάχιστον, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία, ανεξάρτητα, από το, εάν την πρώτη θέση, στις εκλογές της Κυριακής, την κατακτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, ή η Νέα Δημοκρατία του Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Και αυτό, φυσικά, οι ξένοι δανειστές το επιθυμούν, για να εξασφαλίσουν την, όσο το δυνατόν, απρόσκοπτη εφαρμογή του Μνημονίου και τα χρήματα, που έχουν δώσει, με τα προηγούμενα δύο Μνημόνια, όπως, επίσης και τα χρήματα, που πρόκειται να δώσουν, κατά την διάρκεια της εφαρμογής του 3ου Μνημονίου.

Ήδη, στο παρασκήνιο, οι ξένοι δανειστές κραδαίνουν το όπλο της ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, την οποία απειλούν ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουν, εάν στην νέα κυβέρνηση δεν συμμετέχουν τα δύο κόμματα του νεόκοπου ελάσσονος ελληνικού δικομματισμού, με το επιχείρημα ότι δεν είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν, σε μια τέτοια ενέργεια, χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς την στήριξη του ενός, εκ των δύο κομμάτων - εννοώντας, φυσικά, τον ΣΥΡΙΖΑ, εάν αυτός έλθει δεύτερος, ή χωρίς την Νέα Δημοκρατία, εάν αυτή έλθει δεύτερη και δεν συμμετέχει, στο κυβερνητικό σχήμα, όχι επειδή αυτή δεν θα το επιθυμεί, αλλά επειδή δεν θα το επιθυμεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά πέρα από το όπλο της ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, οι ξένοι δανειστές κρατούν στα χέρια τους και το κλειδί της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, την οποία απειλούν ότι δεν θα κάνουν, ή ότι θα καθυστερήσουν να την πραγματοποιήσουν, καθώς και ότι θα απαιτήσουν διαδικασίες ενός bail in, εάν αυτή η διαδικασία, χρονικά, ξεπεράσει τον Δεκέμβριο του 2015 και φθάσει να υλοποιηθεί, μέσα στο 2016.

Αυτοί οι παρασκηνιακοί εκβιασμοί, που, ανάμεσα στα άλλα, βλάπτουν την, ήδη, πολύ κακή εκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν φέρει τον Αλέξη Τσίπρα και το εκλογικό του επιτελείο (τον ευρισκόμενο εκτός πάσης πραγματικότητας Κώστα Πουλάκη, αλλά και τον παμπόνηρο και, σχεδόν, πάντα αποτυχόντα, στις όποιες προβλέψεις του, Χριστόφορο Βερναρδάκη), σε μια κατάσταση πανικού και απελπισίας, η οποία τους οδηγεί, σε μια συμπεριφορά, που διακρίνεται από έναν αφελή μικρομεγαλισμό, που εκδηλώνεται, ως κλάψα και με την οποία προσπαθούν να φανούν, ως αντιστεκόμενοι, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, θέλοντας να διώξουν, από πάνω τους, κάθε υποψία μετεκλογικής συνεργασίας, με την Νέα Δημοκρατία και τις δυνάμεις, που εκφράζουν τον "παλιό" πολιτικό κόσμο της χώρας.

Αλλά, γιατί αυτή η κλάψα; Αυτό που λένε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η ευρωζωνική γραφειοκρατία είναι, απολύτως, λογικό, διότι αυτό είναι, που συμφέρει τους δανειστές. Όλοι αυτοί είναι οι  τρεις από τους τέσσερεις δανειστές. Τα δάνεια και την αποπληρωμή τους, επιδιώκουν να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι αυτοί. Γι' αυτό και θυμίζουν, στον ΣΥΡΙΖΑ και στον ελληνικό πολιτικό κόσμο, όπως και στο εκλογικό σώμα της χώρας μας, το ποιοί είναι τα αφεντικά και το ποιοί είναι οι πιστοί υποτακτικοί τους.





Για τους δανειστές, οι ελληνικές εκλογές είναι αδιάφορες. Αυτό, που μετράει, γι' αυτούς, δεν είναι το ποιος θα είναι πρώτος, ή δεύτερος, το βράδυ της ερχόμενης Κυριακής. Αυτό, που τους ενδιαφέρει, όπως είπαμε, είναι η πλήρης και χωρίς κραδασμούς, εφαρμογή του νέου Μνημονίου. Το ποιός θα είναι ο πρόεδρος και ποιός θα είναι ο αντιπρόεδρος της κοινοπραξίας των εισπρακτικών εταιρειών και των μπράβων τους, οι οποίοι θα εφαρμόσουν το Μνημόνιο αυτό, τους είναι αδιάφορο.

Και προφανώς, αυτό το κάνουν, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Τώρα, αν οι συριζαίοι εκτίθενται, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα. Δεν πειράζει. Θα συνηθίσουν, αφού αυτού του είδους οι υπενθυμίσεις, για το ποιός κάνει κουμάντο, στο μαγαζί, θα γίνουν πολλές φορές, στην πορεία του χρόνου, που θα ακολουθήσει...


Άλλοι έχουν πρόβλημα. Και αυτοί είναι ο Τσίπρας και η παρέα του. Δεν τους φταίει κανείς. Ας πρόσεχαν.

Έτσι, με όλα αυτά και ενώ η προεκλογική περίοδος φθάνει, στο τέρμα της, μια εβδομάδα, πριν τις βουλευτικές εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να έχει κολλήσει.

Έχει το προβάδισμα, έχει, με το μέρος του, το σημαντικότερο δημοσκοπικό δεδομένο - την παράσταση νίκης -, έχει τις περισσότερες πιθανότητες, για την κατάκτηση της πρώτης θέσης, που οδηγεί, στην απόκτηση του κοινοβουλευτικού bonus των 50 εδρών, που ο εκλογικός νόμος δίνει, στο πρώτο κόμμα, αλλά έχει κολλήσει. 

Στις περισσότερες δημοσκοπήσεις προηγείται, με μια μικρή διαφορά από την Νέα Δημοκρατία (εάν εξαιρέσουμε την δημοσκόπηση της PRO RATA του υποψήφιου βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Χριστόφορου Βερναρδάκη, στην οποία το προβάδισμα του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα ανέρχεται, στις 4,5 μονάδες), αλλά, επί της ουσίας, η παραπέρα ανάπτυξη της δυναμικής του φαίνεται να μην έχει προοπτικές, αφού αυτή η τελευταία προεκλογική εβδομάδα δεν φαίνεται ότι θα δώσει την δυνατότητα, στον ΣΥΡΙΖΑ, να αυξήσει το εκλογικό ποσοστό του, σε επίπεδα, πέραν του 29%. Και μάλιστα, είναι πιθανό να μην μπορέσει να φθάσει αυτό το 29%, το οποίο φαίνεται πολύ δύσκολο να πιαστεί.

Όταν, στην διάρκεια του δεύτερου 15νθήμερου του Αυγούστου και αφού ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του, πήραν τις τελικές τους αποφάσεις και οριστικοποίησαν την fast truck προσφυγή στις κάλπες, στις 13, ή στις 20 Σεπτεμβρίου, αυτό το έπραξαν, με την εδραία πεποίθηση ότι η ενέργειά τους αυτή τους οδηγούσε, στην επίτευξη της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας, όσο και αν αυτό, τώρα, που έχει προχωρήσει η προεκλογική περίοδος και φθάνουμε, στην τελευταία εβδομάδα, πριν τις εκλογές της 20/9/2015, φαίνεται, ως κάτι απίθανο και όσο και αν γίνεται μια προσπάθεια να βρεθούν κάποιοι άλλοι λόγοι, οι οποίοι - υποτίθεται ότι - δρομολόγησαν τις εξελίξεις αυτές.

Βέβαια, ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είχε χάσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, λόγω της ουσιαστικής διάσπασης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτή η κυβέρνηση, μπορούσε να επιμηκύνει τον χρόνο της επιβίωσής της, για δύο μήνες, ή και λίγο περισσότερους, στηριζόμενη, στην βοήθεια της αντιπολίτευσης, αλλά, για λόγους, που είχαν να κάνουν, με την τρέχουσα πολιτική και την ίδια την επιβίωση του ΣΥΡΙΖΑ, ως κομματικού και πολιτικού χώρου, αυτή η επιλογή κρίθηκε - και μάλιστα, σωστά - ότι ήταν απαγορευτική.

Κύριο ρόλο, στην λήψη της απόφασης, για την γρήγορη προσφυγή, στις κάλπες, έπαιξαν οι δημοσκοπικές επιδόσεις του κόμματος, οι οποίες έδειχναν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί ένα μεγάλο προβάδισμα, έναντι των αντιπάλων του, το οποίο θα του εξασφάλιζε την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία και την κυριαρχία του, στην ελληνική πολιτική σκηνή, κατά την διάρκεια των δύσκολων επόμενων χρόνων, με την μετατροπή και του ιδίου του κόμματος, σε ένα ομογενοποιημένο αρχηγικό κόμμα, μέσα από την απομάκρυνση των, κάθε λογής, διαφωνούντων.

Μαζύ με αυτό το ομογενοποιημένο αρχηγικό κόμμα, η κομματική ηγεσία θα εξασφάλιζε και την συγκρότηση μιας συμπαγούς και εξαρτώμενης, από αυτήν, κοινοβουλευτικής ομάδας, αφού η διεξαγωγή των εκλογών σε λιγότερο, από έναν χρόνο, από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, έλυνε τα χέρια του Αλέξη Τσίπρα και της ηγετικής ομάδας. Η προσωρινή κατάργηση του σταυρού προτίμησης, για την εκλογή των βουλευτών και η αντικατάστασή του, από την κομματική λίστα, την οποία καταρτίζει ο αρχηγός, καθιστά, εκ των πραγμάτων, την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος συμπαγή και εξαρτώμενη από την ηγετική ομάδα, αφού αυτή είναι που την διορίζει.

Παράλληλα, η ταχεία διεξαγωγή εκλογών, για την ανάδειξη νέας βουλής, θα επέτρεπε, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, μια εύκολη νίκη, επί των εσωκομματικών της αντιπάλων, οι οποίοι θα υποχρεώνονταν, σε φυγή, η οποία ήταν αναγκαστική, λόγω του αβυσσαλέου πολιτικού χάσματος, που, εκ των πραγμάτων, δημιουργήθηκε, από την ψήφιση του 3ου Μνημονίου. 

Αλλά, ακόμη και εάν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, η Αριστερή Πλατφόρμα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και όλοι οι άλλοι διαφωνούντες, παρέμεναν, πέρα από κάθε προσδοκία, στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι δεδομένο και, απολύτως, σίγουρο, ότι η ηγετική ομάδα δεν θα τους έβαζε στις λίστες των υποψηφίων βουλευτών του κόμματος, μετά την καταψήφιση του νόμου 4336/14-8-2015, με τον οποίο η παρελθούσα βουλή αποδέχτηκε, με συντριπτική πλειοψηφία το Μνημόνιο αυτό, όπως και των άλλων δύο νόμων, με τους οποίους έγιναν αποδεκτά και τα προαπαιτούμενα, που έθεσαν οι ξένοι δανειστές, προκειμένου να εκταμιεύσουν τις απαραίτητες δόσεις, για την πληρωμή των δανείων του ελληνικού κράτους. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα θα ήταν ο πολιτικός τους αφανισμός.

Ήταν δεδομένο, λοιπόν, ότι, με κορμό την Αριστερή Πλατφόρμα, η εσωκομματική αντιπολίτευση θα σχημάτιζε νέο κόμμα, όπως, άλλωστε και έπραξε, αμέσως, μετά την ανακοίνωση της απόφασης, για την προσφυγή, στις κάλπες και την παραίτηση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, με την δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας. Έτσι, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας, ως δεδομένη και αναπότρεπτη, αυτή την εξέλιξη, αποφάσισε την διεξαγωγή των εκλογών, για να εξασφαλίσει το πολύ σημαντικό πλεονέκτημα της αδυναμίας οργάνωσης και ξεδιπλώματος της προεκλογικής τακτικής και στρατηγικής του νέου κόμματος, που θα ξεπηδούσε, μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό την πλήρη περιθωριοποίησή του, πριν, καν, προλάβει αυτό το νεότευκτο κόμμα να παρουσιαστεί, πανελλαδικά, στο εκλογικό σώμα και πριν μπορέσει να συγκροτήσει και να επικοινωνήσει το πρόγραμμά του.






Ο Αλέξης Τσίπρας, ο Κώστας Πουλάκης, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και το υπόλοιπο εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, υπολόγιζαν ότι, με την διάλυση της βουλής και την προκήρυξη των εκλογών, μέσα στον Αύγουστο, θα έβρισκαν, ανάλογα, απροετοίμαστα και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης και με δεδομένη την υποτιθέμενη, ως άνετη, δημοσκοπική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι, όπως αυτή απεικονιζόταν, μέχρι την ψήφιση του νέου Μνημονίου, θεωρούσαν ότι, παρά την όποια φθορά, η άνετη επικράτηση του κόμματος τους και η κοινοβουλευτική του αυτοδυναμία ήσαν εξασφαλισμένες.

Όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Η ψήφιση του 3ου Μνημονίου, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ο διχασμός και η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, που ακολούθησε και η προκήρυξη των εκλογών, για τις 20 Σεπτεμβρίου οδήγησαν, στην αστραπιαία συρρίκνωση των δημοσκοπικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και στην κατάρρευση όλων των ευνοϊκών δημοσκοπικών δεδομένων, που αφορούσαν τον Αλέξη Τσίπρα. Και το χειρότερο, για το παραπαίον αυτό κόμμα και για τον αρχηγό του, είναι ότι δεν διαφαίνεται, στον ευρύτερο ή στον στενότερο χρονικό ορίζοντα, οποιαδήποτε τάση, για ανάταξη της βαριάς ζημιάς, που έχουν υποστεί.

Μεταφορικά μιλώντας, ο Αλέξης Τσίπρας σκόνταψε και έπεσε, έχοντας υποστεί ένα κάταγμα, το οποίο οδήγησε, σε έναν αναπόφευκτο και βαρύτατο ακρωτηριασμό του κόμματός του, γεγονός το οποίο, στην πραγματικότητα, απεικονίζεται, πολύ παραστατικά, με την ραγδαία πτώση των δημοσκοπικών του ποσοστών και την σμίκρυνση της απόστασης του ΣΥΡΙΖΑ, από την Νέα Δημοκρατία, η οποία σμίκρυνση φθάνει στα επίπεδα κάποιων ελάχιστων υποδιαιρέσεων της μονάδας, ενώ σε κάποιες δημοσκοπήσεις, που είδαν το φως της δημοσιότητας, μέχρι τα μέσα της περασμένης εβδομάδας, το κόμμα της συντηρητικής παράταξης βρέθηκε, σε επίπεδα, απόλυτης ισοδυναμίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, ή, ακόμη και να προηγείται.

Βέβαια, μπαίνοντας, στην τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εξισορροπήσει την κατάσταση, σταθεροποιώντας την πρωτοπορεία του, με μια ισχνή απόσταση, από την Νέα Δημοκρατία, αλλά η πρωτοπορεία αυτή, πέρα από την όποια επισφάλειά της, η οποία έχει την αιτία της, στην πολύ μεγάλη σμίκρυνση της διαφοράς των δύο κομμάτων, εδραιώνεται, σε πολύ χαμηλά εκλογικά ποσοστά, αφού το τρέχον ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, όπως φαίνεται και από τις δύο παραπάνω δημοσκοπήσεις του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και της PULSE, οι οποίες διεξήχθησαν πριν δύο ημέρες,  είναι - και θα είναι - πολύ χαμηλότερο, από το 36,34%, που έλαβε το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου.






Ο παραπάνω πίνακας, με τις συσπειρώσεις και τις κυριότερες μετακινήσεις των ψηφοφόρων, που στις 25/1/2015 είχαν ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει τις αιτίες της καθήλωσης του εκλογικού ποσοστού του κόμματος αυτού.

Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα προσέλκυσης των ψηφοφόρων, που το ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, αφού το ποσοστό συσπείρωσής τους, 9 ημέρες, πριν τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, φθάνει, μόλις και μετά βίας το 57%, ενώ σε άλλες δημοσκοπήσεις, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται, ανάμεσα, στο 54% και στο 61%.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει συμπαγή εκλογική βάση. Δεν έχει δέσει τους ψηφοφόρους, που τον ψήφισαν, από το 2012, μέχρι τον περασμένο Ιανουάριο. Η κατάσταση, στους εκλογείς του ΣΥΡΙΖΑ, είναι εντελώς ρευστή και ασταθής. Ως εκ τούτου, η εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ, ως πρόβλεψη, είναι, απολύτως, επισφαλής.


Μέχρι τώρα, έχει πιάσει, ως μέσο όρο, το 57% του εκλογικού ποσοστού του Ιανουαρίου (ήταν 36,34%). Αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό του, ως βάση εκκίνησης, βρίσκεται, στο 20,71%, αν δεχθούμε την δημοσκόπηση της PULSE. Και αν λάβουμε, υπόψη μας τα τωρινά δημοσκοπικά δεδομένα, η συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι και η βάση εκκίνησης των ποσοστών του κυμαίνεται, ανάμεσα, στο 19,62%, ως κατώτερο όριο και στο 22,17%, ως ανώτερο όριο.  





12/3/1990 : Η πρώτη προεκλογική τηλεοπτική αντιπαράθεση, ανάμεσα, στους Κωνσταντίνο Μητσοτάκη - Ανδρέα Παπανδρέου - Χαρίλαο Φλωράκη, εν όψει των εκλογών της 8/4/1990, ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα, από τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις των τωρινών πολιτικών αρχηγών, που έγιναν την περασμένη εβδομάδα και σήμερα.



Αλλά, ακόμη και αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει αυτήν την τελευταία εβδομάδα, με την βοήθεια μιας ευνοϊκής εξέλιξης, στην σημερινή τηλεοπτική αντιπαράθεση του Αλέξη Τσίπρα, με τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη, να μεγεθύνει την συσπείρωσή του, στο 70% εκείνων, που τον ψήφισαν, στις 25 Ιανουαρίου, η βάση εκκίνησής του θα φθάσει, στο 25,44%.

Πιθανότατα, δεν θα φθάσει, σε αυτό το ποσοστό, από την συσπείρωση των ψηφοφόρων, που τον προτίμησαν, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές. Πιο πιθανό είναι η συσπείρωσή του να κυμανθεί, κάτω του 70% και κάπου πιο πάνω, από το 60%. Αλλά, ας δεχθούμε ότι θα μπορέσει, στις κάλπες της 20ης Σεπτεμβρίου, να φθάσει την συσπείρωση των προηγούμενων ψηφοφόρων του, στο 70%.

Με αυτή την παραδοχή, ως δεδομένο, το ποσοστό του 25,44%, που αντιστοιχεί, στο 70% των ψηφοφόρων, που προσέλκυσε, υπέρ του, στις κάλπες του περασμένου Ιανουαρίου, αποτελεί πρόβλημα, για τον ΣΥΡΙΖΑ, ως βάση εκκίνησης του εκλογικού ποσοστού του, στις κάλπες της ερχόμενης Κυριακής.

Αυτό συμβαίνει επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει εισροές, από άλλα κόμματα, σε ένα τόσο ικανοποιητικό μέγεθος, που να ανεβάσουν τα ποσοστά του, σε επίπεδα ασφαλείας, από την Νέα Δημοκρατία και να του εξασφαλίσουν μια άνετη νίκη. Αυτό είναι δύσκολο. Η εκλογική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ - εάν υπάρξει - θα είναι αγχώδης και θα είναι μικρή. Οπότε έχει θέμα.


Παρακολουθώντας τον παραπάνω πίνακα, με τις συσπειρώσεις και τις μετακινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, σε σχέση, με τον αντίστοιχο πίνακα της ίδιας εταιρείας, που αφορά την προηγούμενη μέτρησή της, η οποία έγινε, περίπου 9 ημέρες, νωρίτερα, βλέπουμε ότι η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε, από το 50%, στο 57%, αλλά οι μετακινήσεις των ψηφοφόρων του, προς την Νέα Δημοκρατία και προς την Λαϊκή Ενότητα (από 9%, στο κάθε ένα από αυτά τα δύο κόμματα), μένουν σταθερές, έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί, στην προηγούμενη μέτρηση.

Αυτά τα δύο ποσοστά αθροίζονται, στο 18% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και αντιστοιχούν, στις 6,54 μονάδες, από τις 36,34 ποσοστιαίες μονάδες, που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο. Έτσι, Νέα Δημοκρατία και Λαϊκή Ενότητα φαίνεται να αποσπούν 3,27 μονάδες, από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Η απώλεια αυτή, εφ' όσον επιβεβαιωθεί την Κυριακή, που μας έρχεται, είναι τεράστια.

Αξιοσημείωτη είναι και η αντοχή των διαρροών των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, προς την Χρυσή Αυγή. Από το 4% της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν, στην προηγούμενη μέτρηση της PULSE, περιορίζεται, στο 3%, το οποίο αντιστοιχεί, σε 1,09 μονάδα, από το 36,34%, που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο. Και αυτή η απώλεια, παρά τον περιορισμό της, δεν είναι μικρή. Αντιθέτως.


Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι, σε αυτή την μέτρηση, ανιχνεύονται, για πρώτη φορά, αξιόλογες απώλειες ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, προς το Κ.Κ.Ε. και το ΠΑΣΟΚ, οι οποίες αντιστοιχούν, στο 6% του συνόλου των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Τα δύο αυτά κόμματα αποσπούν από 3% το κάθε ένα και ως εκ τούτου, εμφανίζονται να εισπράττουν, από 1,09 μονάδα, το καθένα και συνολικά 2,18 μονάδες από το 36,34%, που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές.

Αυτά τα δύο ποσοστά έχουν μια, ιδιαίτερα, σημαντική αξία, επειδή, μέχρι τώρα, συμπεριλαμβάνονταν, στο συνολικό 10% των μη σημαντικών απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ, προς τα άλλα κόμματα, ένα μέγεθος, το οποίο αθροιζόταν, σε 3,64 μονάδες, από το ποσοστό του. Από το μέγεθος αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να ελπίζει, βάσιμα, ότι θα μπορούσε να προσελκύσει το μέγιστο τμήμα του, στην διάρκεια της πορείας, προς τις κάλπες της 20/9/2015, με την επικράτηση της λογικής της χαμένης ψήφου.

Δυστυχώς, για το οπερεττικό εκλογικό επιτελείο του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, αυτή η προσδοκία, που τρέφει, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Οι 2,18 μονάδες, από τις 3,64 κατευθύνονται, προς το Κ.Κ.Ε. και το ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας, μόνον, 1,46 μονάδα, προς άγραν ψήφων, για τον ΣΥΡΙΖΑ. Και φυσικά, εννοείται ότι, με δεδομένη την παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το εκλογικό επιτελείο της Κουμουνδούρου δεν πρέπει να ελπίζει, σε πολλά.

Τα μεγέθη, που περιορίστηκαν, ανάμεσα στις δύο μετρήσεις, είναι εκείνα του Λευκού/Άκυρου/Αποχής, στο 5%, τώρα, από το 8% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που βρισκόταν την προηγούμενη φορά και των Αναποφάσιστων, από το 10%, που ήταν, στην προηγούμενη μέτρηση της PULSE, στο 7%, τώρα. Όμως, η διαφορά, αυτών των μεγεθών, που συνολικά, ανέρχεται, στο 6% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ (ήτοι 2,18 μονάδες, από το 36,34% του ποσοστού του), έχει, ήδη, προσμετρηθεί, στην αύξηση της συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ, από το 50% της προηγούμενης μέτρησης της PULSE, στο 57% της τωρινής και έχει αθροιστεί, στο 20,71%, που υπολογίζεται, ως βάση εκκίνησης του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.

Έτσι, αν, τώρα, αθροίσουμε τις καταμετρημένες, ως σημαντικές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, σε σχέση, με τους ψηφοφόρους, που είχε τον περασμένο Ιανουάριο και μάλιστα, χωρίς να λάβουμε, υπόψη, τους αναποφάσιστους και το Λευκό/Άκυρο/Αποχή (που αθροίζονται, στο 13% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή, σε 4,72 μονάδες), βλέπουμε ότι το άθροισμα αυτών των απωλειών ανέρχεται, στις (3,27+3,27+1,09+1,09+1,09) 9,81 μονάδες.

Χωρίς να λαμβάνουμε, υπόψη μας, τα υπόλοιπα, καταλήγουμε ότι το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, αν μετρήσουμε, μόνον, τις απώλειες, από τους ψηφοφόρους, που είχε τον Ιανουάριο, περιορίζεται, από το 36,34%, στο 26,53%. Εάν, όμως, λάβουμε, υπόψη και το 4% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν μικρά κόμματα, ποσοστό, το οποίο, όπως είπαμε, παραπάνω, αντιστοιχεί, σε 1,45 μονάδα, από το 36,34%, που πήρε τον Ιανουάριο, ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε, το 26,53%, πέφτει, στο 25,08%.

Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίσει, σημαντικά, αυτή την εμφανιζόμενη απώλεια των (9,81+1,45=)11,26 μονάδων, από τις τάξεις εκείνων, που τον ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, τότε, θα έχει μεγάλο πρόβλημα, το βράδυ της 20/9/2015. Και ο χρόνος, που έχει μείνει, στο εκλογικό επιτελείο του, είναι ελάχιστος.

Αυτό θα συμβεί, πολύ περισσότερο, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει μεγάλες προσδοκίες, από την εισροή, στις τάξεις του, ψηφοφόρων, οι οποίοι, τον Ιανουάριο, είχαν ψηφίσει άλλα κόμματα. Η απογοήτευση, που έχει σκορπίσει η επτάμηνη διακυβέρνηση της χώρας, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, δεν του δίνει πολλές ελπίδες.

Βέβαια, στον πίνακα των μετακινήσεων της PULSE, φαίνεται ότι το 5% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. έχει μετακινηθεί, προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το ποσοστό ισούται, με 1,39 μονάδα, από το 27,81%, που έλαβε η Νέα Δημοκρατία, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και πρέπει να προστεθεί, στο 25,08%, που υπολογίσαμε, παραπάνω, ως εναπομείναν ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, το εκλογικό ποσοστό του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα φθάνει, στο 26,47%.





Μια πρόσθετη άξια λόγου, προσδοκία, για άντληση ψήφων, έχει γεννηθεί, στο εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, από την διαφαινόμενη πολιτική και εκλογική κατάρρευση του Ποταμιού του Σταύρου Θεοδωράκη, το οποίο, όσο και αν δεν ομολογείται, κινδυνεύει να μην εισέλθει, στην νέα βουλή.

Με ένα ποσοστό του 6,05%, που έλαβε, στις προηγούμενες εκλογές και με μια συσπείρωση της τάξεως του 50%, σύμφωνα, με τον παραπάνω πίνακα, από την δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, το Ποτάμι είναι πολύ πιθανό - το πιθανότερο - να μην βρεθεί στα κοινοβουλευτικά έδρανα, αφού το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί, στο 3,02% των ψήφων, που έλαβε τον περασμένο Ιανουάριο. Αν, μάλιστα, λάβουμε, υπόψη μας, ότι άλλες δημοσκοπήσεις μετρούν την συσπείρωση του Ποταμιού, κάτω από το 50%, τότε, τα πράγματα, για το κόμμα του Σταύρου Θεοδωράκη, είναι δυσοίωνα, αφού η αποσυσπείρωσή του, είναι πολύ πιθανό να ενταθεί, ακόμη, περισσότερο, τις ημέρες, που ακολουθούν.

Κάπου εδώ, είναι που ελπίζει το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, για μια αξιοσημείωτη άντληση πρόσθετων ψήφων. Ο παραπάνω πίνακας, που αφορά την συσπείρωση και τις μετακινήσεις του Ποταμιού, καταγράφει ότι το 13% των ψηφοφόρων του Ποταμιού στρέφονται, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, προσθέτοντας, στο 26,47%, που, πιο πάνω, υπολογισαμε, ως εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, άλλο ένα 0,79 της μονάδας.

Μια τέτοιας τάξεως μετακίνηση ψηφοφόρων του Ποταμιού, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται εξωπραγματική και κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει να έχει βάση. Όμως, αν δεχθούμε αυτή την καταγραφή, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να φθάνει, στο 27,26%.

Με αυτά τα δεδομένα και με την υπόθεση ότι, δύσκολα, θα υπάρξουν μετακινήσεις ψηφοφόρων άλλων κομμάτων, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, το τελικό ποσοστό του κόμματος αυτού είναι ζήτημα το αν καταφέρει να φθάσει, στο 29%.

Βέβαια, πρόβλημα συγκέντρωσης ικανοποιητικών ποσοστών δεν έχει, μόνο, ο ΣΥΡΙΖΑ. Και η Ν.Δ. έχει πρόβλημα. Πολύ μικρότερο, αλλά έχει.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Νέα Δημοκρατία ξεκινάει από πολύ μικρότερη βάση εκκίνησης, από τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού το εκλογικό ποσοστό, που το κόμμα αυτό συγκέντρωσε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, υπό την ηγεσία του αχαρακτήριστου Αντώνη Σαμάρα, είχε διαμορφωθεί, στο 27,81%. Μάλιστα, αυτό το ποσοστό, μέχρι την ψήφιση του 3ου Μνημονίου, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, είχε συρρικνωθεί και ουσιαστικά, ήταν ανύπαρκτο.

Οι διαπραχθείσες αθλιότητες, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ανέστησαν την Νέα Δημοκρατία και η προκήρυξη των εκλογών, στο τέλος του περασμένου Αυγούστου, συσπείρωσαν τους ψηφοφόρους της, με αποτέλεσμα, τώρα, το 79% όσων ψήφισαν την Ν.Δ., τον Ιανουάριο, να είναι αποφασισμένοι να την ψηφίσουν και πάλι. Έτσι, η αρχική βάση εκκίνησης της Νέας Δημοκρατίας, σε αυτές τις εκλογές, διαμορφώνεται, στο ποσοστό του 21,97%, το οποίο είναι μεγαλύτερο, από το ποσοστό, που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ (20,71%), ως αρχική βάση εκκίνησης, λόγω της πολύ μεγάλης απόστασης, που χωρίζει τις συσπειρώσεις των ψηφοφόρων των δύο κομμάτων.

Στο ποσοστό αυτό της Νέας Δημοκρατίας πρέπει να αθροιστεί και το 9% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζεται να την προτιμά, ως επιλογή ψήφου, στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής. Αυτό το ποσοστό, όπως είπαμε αντιστοιχεί, σε 3,27 μονάδες. Αν, μάλιστα, αφαιρεθεί και ένα 5% των ψηφοφόρων της Ν.Δ., το οποίο, τώρα, εμφανίζεται να προτιμά, τον ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο αντιστοιχεί, όπως έχουμε πει, σε 1,39 μονάδα, τότε η καθαρή εισροή ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, στην κάλπη της Ν.Δ., ανέρχεται, στην 1,88 μονάδα.

Αλλά η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει και μια εισροή, από τους ψηφοφόρους του Ποταμιού, η οποία εμφανίζεται, να φθάνει το 17% των ψηφοφόρων του κόμματος αυτού, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί, στην 1,03 μονάδα. Και αν αφαιρέσουμε ένα 3%, από τους ψηφοφόρους της Ν.Δ., το οποίο αντιστοιχεί, σε 0,83 μονάδα, ποσοστό που εμφανίζεται να προτιμά, τώρα, την κάλπη του Ποταμιού, τότε η καθαρή εισροή ψηφοφόρων, από το Ποτάμι, στην Νέα Δημοκρατία, φθάνει, στην 1,05 μονάδα.

Κάποια άλλα δεδομένα, από τις μετακινήσεις, δείχνουν ότι ένα 9% των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής (η οποία, όμως, εμφανίζει υψηλά ποσοστά συσπείρωσης της τάξεως του 88%, στο ποσοστό του 6,28%, που είχε λάβει τον περασμένο Ιανουάριο) μετακινείται, στην Νέα Δημοκρατία, γεγονός, το οποίο, εάν ισχύει, σημαίνει ότι το κόμμα του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, παίρνει, από την Χρυσή Αυγή του Νίκου Μιχαλολιάκου, 0,56 μονάδα.

Αλλά η Ν.Δ. έχει λαμβάνειν και από τους παραπαίοντες Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, οι οποίοι, με ένα ποσοστό συσπείρωσης της τάξεως του 55%, επί ενός εκλογικού ποσοστού 4,75%, που είχαν λάβει, τον περασμένο Ιανουάριο, δεν έχουν ελπίδες, για είσοδό τους, στην νέα βουλή. Από το χαοτικό ποσοστό του 45% της αποσυσπείρωσης των ψηφοφόρων των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, η Νέα Δημοκρατία μπορεί να ελπίζει, σε ένα ποσοστό της τάξεως, περίπου, 25%, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι, στην κάλπη της μπορεί να υπολογίσει, ότι θα εισρεύσει 1,18 μονάδα.

Μόνο, με αυτά τα δεδομένα, το εκλογικό ποσοστό της Ν.Δ. φθάνει, στο 26,42%.

Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να μηδενίσει τις εμφανιζόμενες διαρροές της, προς τον ΣΥΡΙΖΑ και να αυξήσει, ακόμη περισσότερο, τις εισροές της από το Ποτάμι και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, όπως, επίσης, είναι σε πολύ καλύτερη θέση, από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην προσέλκυση των εμφανιζόμενων, ως αναποφάσιστων ψηφοφόρων, που τον περασμένο Ιανουάριο είχαν επιλέξει αυτά τα δύο κόμματα.

Έτσι, η Ν.Δ. έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να φέρει, στην κάλπη της, τους ψηφοφόρους της, που εμφανίζονται, ως αναποφάσιστοι, ενώ στην πραγματικότητα, αυτό, που κάνουν - όπως και οι ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων, που δηλώνουν, τις τελευταίες ημέρες κάθε προεκλογικής περιόδου ότι παραμένουν αναποφάσιστοι -, δεν είναι τίποτε άλλο, από ουσιαστική απόκρυψη ψήφου, στην οποία προβαίνουν, επειδή δεν επιθυμούν να αποκαλύψουν, στους δημοσκόπους την πραγματική τους πρόθεση και επιλογή ψήφου.

Με αυτά τα δεδομένα, εάν υπολογίσουμε ότι οι ψηφοφόροι αυτοί αθροίζουν ένα ποσοστό της τάξεως του 4% όσων ψήφισαν, τον Ιανουάριο, την Νέα Δημοκρατία και αντιστοιχούν, γύρω, στην μια μονάδα, τότε το ποσοστό της Ν.Δ. μπορεί να φθάσει και να ξεπεράσει το 27,20% του εκλογικού σώματος.




Βέβαια, τα πράγματα είναι πιο απλά, από όσο εμφανίζονται, εάν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι το δημοσκοπικό δεδομένο της παράστασης νίκης, παραμένει να ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά την μείωση της ψαλίδας, ανάμεσα, στον ΣΥΡΙΖΑ και την Νέα Δημοκρατία, όπως φαίνεται και από τον παραπάνω πίνακα. Αυτό, που πιστεύουν οι ψηφοφόροι, για το ποιό κόμμα θα πάρει την πρώτη θέση, στην εκάστοτε εκλογική αναμέτρηση, έχει μεγάλη σημασία και επηρεάζει, σε πολύ σημαντικό βαθμό, την τελική έκβασή της.


Και όπως έχουμε, πολλές φορές, πει, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, που έγιναν, από το 1974, μέχρι τώρα και αφορούσαν την ανάδειξη νέας βουλής, ακόμη και στις πιο αμφίρροπες, όπως εκείνη της 9/4/2000, που το απόγευμα ήταν νικητής ο Κώστας Καραμανλής και η Νέα Δημοκρατία και το βράδυ η κάλπη έδωσε την νίκη, στον Κώστα Σημίτη και το ΠΑΣΟΚ, με μια απόσταση της τάξεως του 1,05%, το δημοσκοπικό δεδομένο της παράστασης νίκης περιέγραψε, σε όλες τις προεκλογικές περιόδους, σταθερά και χωρίς σφάλμα, εκείνους που κέρδισαν όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, αυτής της μακροχρόνιας περιόδου.

Έτσι και τώρα, όλοι οι πίνακες των παραστάσεων νίκης, που έχουν δώσει όλες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων, δίνουν το προβάδισμα - μικρότερο, ή μεγαλύτερο, αλλά, σε κάθε περίπτωση μειούμενο -, στον ΣΥΡΙΖΑ. Και φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει το προβάδισμα, για την πρωτιά.

Αυτή η πρωτιά φαίνεται ότι θα είναι πολύ ψαλιδισμένη και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μικρή και ισχνή. Θα είναι μια πύρρειος νίκη, η οποία θα τον οδηγήσει, στην καταστροφή και στην πλήρη απαξίωση, ακριβώς, επειδή δεν θα έχει καμμία δυνατότητα να αποδράσει, από την κυβέρνηση.

Αυτό το γεγονός θα υποχρεώσει τον Αλέξη Τσίπρα και την παιδαριώδη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, με τις κακοήθεις "ευρωπαϊστικές" της αγκυλώσεις - οι οποίες είναι απότοκα των αρρωστημένων και νεκρών, πλέον, ευρωκομμουνιστικών ιδεοληψιών, που κληρονόμησαν, από τον Enrico Berlinguer και τον Λεωνίδα Κύρκο -, να εφαρμόσουν, υπό την στενή και απόλυτη καθοδήγηση των ευρωζωνιτών και των ξένων δανειστών, το νέο, το 3ο Μνημόνιο, που υπέγραψαν και ψήφισαν, στην απελθούσα βουλή.

Και φυσικά, αυτή η εφαρμογή του νέου Μνημονίου θα τους οδηγήσει, στην πλήρη απαξίωση και στην γρήγορη καταστροφή τους, η οποία θα συνοδεύσει το επονείδιστο τέλος αυτού του εξαμβλωματικού πολιτικού χώρου των νεοσυντηρητικών της ελληνικής αριστεράς, οι οποίοι, εις τας δυσμάς του πολιτικού τους βίου, κατέληξαν να γίνουν εραστές μιας τερατώδους αριστερής νεοπινοσετικής εκδοχής του παλαιού οικονομικού μοντέλου των Chicago boys, όπως αυτό οικοδομήθηκε, στην Χιλή του στρατηγού Augusto Pinochet.

Το ερώτημα, που τίθεται, είναι το, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να ανατρέψει όλα τα ισχύοντα, στα ελληνικά και παγκόσμια εκλογικά χρονικά και να χάσει τις εκλογές αυτές, οι οποίες διεξάγονται, σε πολύ λιγότερο, από έναν χρόνο (σε οκτώ μήνες), από τις προηγούμενες, τις οποίες είχε, κερδίσει, με πανηγυρικό τρόπο.

Και φυσικά, ερώτημα αποτελεί, επίσης, το, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δυνατόν να χάσει τις εκλογές αυτές, παρά το γεγονός ότι η παράσταση νίκης είναι υπέρ του.

Είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αλλά δεν είναι ακατόρθωτο.

Η υπερμεγέθης σύγχυση, που επικρατεί, στο εκλογικό σώμα και η οποία έχει προκύψει, ως αποτέλεσμα των τεράστιων αστοχιών και των ανοησιών της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, μπορεί να οδηγήσει, στην ανατροπή των, έως τώρα, συνηθειών και των παραδόσεων, που έχουν επικρατήσει, ως δεδομένες και απαρασάλευτες, στην ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο δύσκολο και αν είναι - και όπως είπαμε, είναι πολύ δύσκολο - μπορεί να χάσει την πρωτιά. Άλλωστε, όλες οι παραδόσεις, κάποτε σπάνε.

Πολύ περισσότερο, που, τώρα, στις εκλογές της 20/9/2015, εμφανίζεται, ως αστάθμητος παράγοντας, η αποχή, από την ψηφοφορία, η οποία θα προκύψει, ως αποτέλεσμα της μεγάλης απογοήτευσης, που έχει εγκατασταθεί, σε μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος, εξ αιτίας των απίστευτων ενεργειών της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, καταργώντας κάθε έννοια της σαφούς λαϊκής εντολής, που είχε πάρει, δύο φορές - μία στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και άλλη μία στο δημοψήφισμα της 5/7/2015 -, για την άρνηση υπογραφής ενός νέου Μνημονίου, υπέγραψε, στις 13/7/2015 και ψήφισε, στις 14/8/2015, ένα νέο επαχθέστατο Μνημόνιο, γράφοντας, στα παλαιότερα των υποδημάτων της αυτή την εκφρασμένη λαϊκή βούληση.

Αν, λοιπόν, η αποχή, από την ψηφοφορία της ερχόμενης Κυριακής, είναι μεγάλη (που θα είναι μεγάλη και είναι πιθανόν να πλησιάσει και το 50%), όλα όσα αναφέρουμε, εδώ, δεν θα έχουν, παρά, μόνον, σχετική αξία, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα ανατρέψει κάθε δημοσκοπικό δεδομένο και θα αλλοιώσει την πραγματική βούληση του εκλογικού σώματος.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα έχουν σημασία τα ποσοστά των ψήφων, που θα πάρει κάθε κόμμα. Σημασία θα έχει ο απόλυτος αριθμός των ψήφων, που θα πάρει κάθε κόμμα. Μόνον, έτσι θα καταμετρηθούν οι απώλειες και τα κέρδη - αν υπάρξουν κέρδη - των κομμάτων.

Και φυσικά, σε αυτό το σκηνικό, αυτό που έχει σημασία, είναι το από πού θα λείψουν οι ψήφοι. Έτσι, τα κόμματα, που θα ευνοηθούν θα είναι εκείνα, τα οποία έχουν τις πιο σταθερές και συμπαγείς εκλογικές δεξαμενές, ενώ τα υπόλοιπα, θα υποστούν καθίζηση, αφού από αυτά θα λείψουν οι ψήφοι των ψηφοφόρων, που δεν θα συμμετάσχουν, στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής.

Ως εκ τούτου, το Κ.Κ.Ε. και η Χρυσή Αυγή (και σε μικρότερο βαθμό η Ν.Δ.), με την συμπαγέστερη εκλογική βάση, θα ευνοηθούν, από την αποχή, ακόμη και αν δεν προσθέσουν ούτε μια ψήφο, σε αυτές, που είχαν πάρει τον Ιανουάριο.


Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα, θα είναι εκείνος, από τον οποίο θα λείψουν, περισσότερο, οι ψήφοι, αφού αυτός έχει ένα πολύ ευάλωτο εκλογικό ακροατήριο, το οποίο είναι, απολύτως, ασταθές και ευμετάβλητο, επειδή, μέχρι τώρα, ο κομματικός μηχανισμός δεν έχει μπορέσει να αναπτύξει δεσμούς, με αυτό το εκλογικό κοινό, το οποίο, από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012 και μετά, προσήλθε, κατά πολλές εκατοντάδες χιλιάδες, στις κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ, από τις οποίες, έτσι εύκολα, όπως ήλθε, το ίδιο εύκολα, μπορεί να απομακρυνθεί.


Ως εκ τούτου, αυτό, που πρέπει να κάνουμε, είναι να περιμένουμε την διεξαγωγή της ψηφοφορίας την ερχόμενη Κυριακή, για να δούμε τις εκπλήξεις, που μας επιφυλάσσει η κάλπη.

Και οι οποίες θα είναι πολλές και ποικίλες...


1 σχόλιο:

Vasilis είπε...

Μετά απο ολα οσα εχουν προκαλέσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, θα πάρει το καθε κομμα γυρω στο 25%, που ειναι τεραστιο ποσοστο τηρουμενων των αναλογιων. Αυτα ειναι πολυ καλύτερα απο τα ποσοστα τους στις πρωτες εκλογες του 2012, οταν η ΝΔ πηρε 18% και ο ΣΥΡΙΖΑ 16%.

Πολλοι δηλωνουν απογοητευμενοι και δεν θα ψηφισουν. Αλλα απο τι απογοητευτηκαν ? Απο τον αμορφωτο Αλεξη Τσιπρα ? Ισως ειναι αλλο ενα δειγμα της γενικοτερης παρακμης που υπαρχει, οτι πολλοι ειχαν βασισει τις ελπιδες τους σε εναν επιεικως τρισαθλιο αεργο πολιτικαντη που με δυσκολια ομιλει τα ελληνικα, με αθλια ρητορικη, ανυπαρκτες ηγετικες ικανοτητες και μηδενικες γνωσεις ιστοριας και γεωπολιτικης. Ενα Τσιπρα που κανενα προγραμμα δεν ειχε ουτε και προτεινε. Μονο αοριστολογιες και μπουρδολογιες οτι θα συμφωνησει μαζι του η Μερκελ και οτι θα λαβει τελος η λιτοτητα και τα μνημονια χωρις να εξηγησει ποτε το πως και με ποιο τροπο.

Αλλα μην μας προκαλει απορια, οσοι τον ψηφισαν προερχονται κατα βαση απο το ΠΑΣΟΚ και ειχαν αποθεωσει με ποσοστα 45% το 2009 τον Τζεφρυ "λεφτα υπαρχουν" Παπαντρεου.....

Το γεγονος οτι αρκετοι δεν βλεπουν ελπιδα μετα τη "προδοσια" Συριζα, ειναι διοτι ολοι αυτοι δεν εχουν παρει χαμπαρι ουτε για τις πραγματικες αιτιες της κρισης ουτε για το με ποιο τροπο μπορεις να ξεφυγεις.

Ομως δεν υπαρχει χρονος. Τα επομενα χρονια θα εφαρμοστει ενα πραγματικα βαρβαρο μνημονιο και η χωρα θα βυθιστει και αλλο στη φτωχεια και στη "κινεζοποιηση" των ελληνων εργαζομενων