Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

27-2-2015 Διασκέδαση, στην "Μποέμισσα", μέχρι αργά τις μεταμεσονύχτιες ώρες και φυσικά, με καλή παρέα.



Δεν του φαινόταν, αλλά ήταν καλό. Πολύ καλό.


Βράδυ Παρασκευής 27/2/2015 πήγαμε, στο κέντρο "Μποέμισσα", στα Εξάρχεια και η αλήθεια είναι ότι περάσαμε πολύ ωραία, με την λαϊκή μουσική και τα διαχρονικά τραγούδια του τόπου μας, από τραγουδιστές, οι οποίοι μπορεί να μην είναι, ευρέως, γνωστοί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πολύ καλοί στην δουλειά τους.

 


Πολύ καλό ήταν και το φαγητό, όπως και το άφθονο κρασί, που προσφέρθηκαν, με αποτέλεσμα να μείνουμε, για μεγάλο χρονικό διάστημα και να αποχωρήσουμε, κάπου, στις 2.00 μετά τα μεσάνυχτα.


 
 
 


Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα, σε μια εποχή, που η αλήθεια είναι ότι η μεγίστη πλειοψηφία όλων μας δεν περνάει καλά.

Και φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε μια θέση, η οποία είναι πολύ περισσότερο δύσκολη από την δική μας...

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Are we going back to drachma? Μια πρώτη αποτίμηση της "ενδιάμεσης συμφωνίας" (;) του Eurogroup της 20-2-2015 και οι αμερικανικοί περιορισμοί στις τρεις εκδοχές των γερμανικών σχεδιασμών, για την ευρωζώνη. (Η χρεωκοπία εντός ευρωζώνης, οι αυταπάτες για ένα χαλαρό "Μνημόνιο με ανθρώπινο πρόσωπο" και τα αδιέξοδα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ).




 

Αν υπάρχει κάτι, που έχει ενδιαφέρον, σε όσα συνέβησαν, από την συγκρότηση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και την ενδιάμεση συμφωνία (;), που σχεδιάστηκε, στο Eurogroup 20/2/2015, αυτό έχει να κάνει, με τον εντοπισμό των πραγματικών επιδιώξεων των διαπραγματευόμενων πλευρών, οι οποίες επιδιώξεις, προφανώς, ήσαν διαφορετικές, από τις εμφανιζόμενες.

Με αυτές τις πραγματικές επιδιώξεις των αντιπαρατιθέμενων θα ασχοληθώ, στο παρόν κείμενο, αφού, προηγουμένως, βέβαια, εντοπισθούν οι αντίπαλοι, στο παιχνίδι, που άρχισε, αμέσως, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, την άνετη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την συγκρότηση της κυβέρνησης, με την συμμετοχή των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου.

Για το γεγονός ότι οι κύριοι αντίπαλοι, οι κατ' εξοχήν συγκρουόμενοι, ήσαν, η Ελλάδα, από την μια πλευρά και η Γερμανία, από την άλλη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Η ίδια η σύνθεση των τετράωρων, χωριστών και κατά μόνας, διαπραγματεύσεων, το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής 20/2/2015, ανάμεσα, στον Γιάννη Βαρουφάκη και στον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, με μεσολαβητές τους Γερούν Ντάϊσελμπλουμ, Πιέρ Μοσκοβισί, Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Μάριο Ντράγκι, περιγράφει τους πραγματικούς ηγεμόνες, στην σημερινή ευρωζώνη. 

Εννοείται, βέβαια, ότι η συμμετοχή του Έλληνα υπουργού Οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη, στις διαπραγματεύσεις αυτές, ήταν αναγκαστική, αφού η Ελλάδα ήταν εκείνη, που είχε ένα συγκεκριμένο αίτημα, του οποίου ζητούσε την ικανοποίηση. Η Ελλάδα υπήρξε η αιτούσα και ως εκ τούτου, εκ των πραγμάτων, μετείχε στις διαπραγματεύσεις, ευρισκόμενη στην δυσχερή θέση του οφειλέτη, που δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του και ο οποίος ζητούσε μια χάρη, μια διευκόλυνση, από τους δανειστές του. 

Δεν ήταν, λοιπόν, η Ελλάδα εκείνη, που έπαιζε ρόλο ηγεμόνα, στην διαπραγμάτευση αυτή. Η συμμετοχή της υπήρξε φυσιολογική. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Γερμανίας, στην τελική διαπραγμάτευση καταδεικνύει το ποιος κάνει κουμάντο και το ποιος έχει τον τελικό λόγο, σε όσα γίνονται, στην ευρωζώνη. Και φυσικά, αυτοί, που ασκούν ηγεμονία, στον χώρο αυτόν, είναι οι ελίτ της Γερμανίας και ο κυβερνητικός συνασπισμός της χώρας αυτής, που εκπροσωπεί τα συμφέροντα αυτών των ελίτ, έτσι όπως αυτές τα αντιλαμβάνονται.

Οι υπόλοιποι, που έπαιξαν τον ρόλο του μεσολαβητή, ανάμεσα, στον αιτούντα και στον κρίνοντα το αίτημα, δεν ήσαν, βέβαια, χωρίς λόγο, στις εξελίξεις. Κάθε άλλο. Ιδίως, η Γαλλία - γιατί αυτήν αντιπροσώπευε ο Πιέρ Μοσκοβισί - είχε λόγο, σε όσα γίνονταν. Και μάλιστα, βαρύ, στο μέτρο, που μπορεί να περιορίσει την γερμανική ισχύ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Γαλλία μπορεί να μην στήριξε τις ελληνικές θέσεις, αλλά το γεγονός ότι, μετά το Eurogroup της 16/2/2015, στο οποίο είχε συνταχθεί, με τις γερμανικές θέσεις, αυτοπεριορίστηκε, στον ρόλο του μεσολαβητή, δεν είναι χωρίς σημασία. Η γερμανική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να βρεθεί, μόνη της, απέναντι, στην ελληνική κυβέρνηση, να υποστηρίξει τις θέσεις της και από εκεί και πέρα να αποσπάσει ό,τι θα μπορούσε να αποσπάσει.

Αλλά,  πέρα από αυτούς, που συμμετείχαν, στην τελική ευθεία των διαπραγματεύσεων, πριν από το ανακοινωθέν του Eurogroup, της 20/2/2015, τον βαρύνοντα λόγο, στα ζητήματα, που αφορούν την Ε.Ε. και την ευρωζώνη, όπως και γενικότερα, στα ευρωπαϊκά πράγματα, τον έχει, όπως συμβαίνει, πάντοτε, μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ένας άλλος, που δεν μετέχει, επισήμως, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ο οποίος, γεωγραφικά, δεν ανήκει, καν, στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Αυτός ο άλλος, φυσικά, είναι οι Η.Π.Α., των οποίων η συμβολή, για το γεγονός ότι έγινε δεκτή η συζήτηση του ελληνικού αιτήματος, έτσι όπως και με το περιεχόμενο, που αυτό υπεβλήθη, υπήρξε καθοριστική. Οι Η.Π.Α. του Barack Obama και του Jack Lew είναι εκείνη η δύναμη, που, με το imperium της ενεργού κατοχικής δύναμης, επί του γερμανικού εδάφους, μπορούσε να προσδιορίσει το πεδίο, μέσα στο οποίο ήταν επιτρεπτό, στην γερμανική πλευρά, να κινηθεί, ως προς τους χειρισμούς της, στο ελληνικό ζήτημα.

Και φυσικά, η αμερικανική κυβέρνηση, με την πολύπλευρη και εντατική παρέμβασή της, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, άσκησε τις κεκτημένες αρμοδιότητες, που της έχουν αναγνωρισθεί, από το ιδιότυπο καθεστώς της 9/5/1945, που έχει επιβληθεί, στήν Γερμανία, η οποία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν απολαμβάνει το στοιχειώδες δικαίωμα της εθνικής ανεξαρτησίας, το οποίο είναι συστατικό, κάθε συγκροτημένου κράτους.

Αυτός ο τελευταίος παράγοντας - οι Η.Π.Α. και οι επιθυμίες τους - υπήρξε είναι και θα παραμείνει καθοριστικός, ως προς το τι μπορεί να αφεθεί και το τι δεν μπορεί να αφεθεί, ως προς τι επιτρέπεται και το τι δεν επιτρέπεται, στην γερμανική κυβέρνηση, να πράξει, στο ελληνικό ζήτημα, αλλά και γενικότερα, σε όλα τα ζητήματα, που η αμερικανική διοίκηση θεωρεί σημαντικά και τα οποία αφορούν την ευρωζώνη και την Ευρώπη. Αυτή η πραγματικότητα είναι ένα ακλόνητο δεδομένο, που δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε, ποτέ, αφού η Γερμανία δεν μπορεί, με δική της πρωτοβουλία να διαταράξει τα αμερικανικά συμφέροντα, στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Το αστείο είναι ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία των αμερικανικών συμφερόντων, στον ευρωπαϊκό χώρο, εάν ένα τμήμα της ελίτ, που την διοικεί, έκρινε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε και θα την συνέφερε να το πράξει. Οι ειδικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν, στην χώρα μας, ως νικήτριας του τελευταίου πολέμου και αμέσως, μετά την καταστροφική οικονομική κρίση, που επέφερε η ελληνική χρεωκοπία του 2010, με την αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου της από την πέραν του ατλαντικού υπερδύναμη, της επιτρέπουν μια τέτοια αυθάδη συμπεριφορά.

Αυτό, όμως, που η Ελλάδα (και ιδίως, ο παρών κυβερνητικός συνασπισμός) μπορεί, η Γερμανία δεν το μπορεί, αφού τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής της χώρας αυτής είναι, πάντα μέσα στο έδαφός της. Αυτή την πραγματικότητα, που είναι προϊόν της διαρκούς κατάστασης προεπαναστατικής περιόδου (και η οποία, φυσικά, ουδόλως, δεδομένο είναι ότι θα μετεξελιχθεί, σε κοινωνική επανάσταση, αφού η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εξέλιξης, απαιτεί την ύπαρξη και άλλων προϋποθέσεων, οι οποίες, επί του παρόντος, δεν υπάρχουν και ως εκ τούτου, αποτελεί, μόνον, ένα ενδεχόμενο), την οποία διανύει η χώρα μας, ως αποτέλεσμα της βαρύτατης οικονομικής κρίσης, που την έπληξε, δεν πρέπει να την ξεχνάμε, ποτέ, διότι θα την βρίσκουμε, ενώπιόν μας, για πολύ - μα, πάρα πολύ - καιρό, ακόμη.

Βέβαια, όπως έχω και άλλοτε γράψει, εάν οι Η.Π.Α. υποχρεωθούν να διαλέξουν, ανάμεσα, στην Ελλάδα και την Γερμανία, είναι δεδομένο και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι, αδίστακτα, θα διαλέξουν την Γερμανία. Αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται, περί αυτού. Οι Η.Π.Α. δεν έχουν να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο διαζευκτικό δίλημμα. Η Γερμανία, για τους Αμερικανούς είναι δεδομένη και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει θέμα αμφισβήτησης του προσανατολισμού της χώρας αυτής.

Για τον προσανατολισμό της Ελλάδας, όμως, υπάρχει θέμα. Και το θέμα αυτό έχει τεθεί, από την ίδια την φορά των πραγμάτων και την αποδυνάμωση της πολιτικής και της κοινωνικής επιρροής των "ευρωπαϊστών" και γενικότερα, των δυτικόφιλων, λόγω της βαθύτατης οικονομικής κρίσης, στην οποία έχει εμπλακεί η χώρα μας, εξ αιτίας της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010, η οποία ήλθε, ως αποτέλεσμα της άφρονος και βλακώδους επιλογής της ανόητης ελληνικής "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοοικονομικής ελίτ, με κατάργηση της δραχμής και την ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη.

Όπως είπαμε,  αυτή η σαρωτική οικονομική κρίση, η οποία, από το 2010 έχει οδηγήσει την χώρα να απωλέσει, περίπου, το 25% του ΑΕΠ της, αποδυνάμωσε, πλήρως, τα παλαιά κλασικά ερείσματα της Δύσης, στον σκληρό πυρήνα του ελληνικού κράτους, με αποτέλεσμα να φθάσουμε, στο απίστευτο, μέχρι πριν, από ελάχιστα χρόνια, σημείο, να σχηματισθεί μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικοφανούς Αριστεράς, υπό τον ΣΥΡΙΖΑ και με συμμετοχή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων και η οποία Αριστερά, μάλιστα, εάν προκηρυχθούν νέες βουλευτικές εκλογές, θα σαρώσει και θα εξαφανίσει, από την ελληνική πολιτική σκηνή, το σύνολο των κομμάτων του κέντρου και της κεντροαριστεράς, ενώ η Νέα Δημοκρατία θα είναι δύσκολο να ξεπεράσει το 15% των ψήφων.

Στην πραγματικότητα, οι αφελείς "ευρωπαϊστές" και οι δυτικόφιλοι είναι τόσο αποδυναμωμένοι, που δεν είναι ικανοί να διοργανώσουν, ούτε ένα πραξικόπημα (αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει, θα γίνει, εις βάρος τους). Μάλιστα, όλοι αυτοί δεν είναι ικανοί να πραγματοποιήσουν, ούτε, καν, μια συνταγματική εκτροπή (και η οποία, επίσης, εάν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, θα στρεφόταν εναντίον τους).

Υπ' αυτές τις συνθήκες - την δημιουργία των οποίων η αμερικανική διοίκηση την χρεώνει, στις ευρωπαϊκές ελίτ και κυρίως, στην γερμανική κυβέρνηση και ακόμη, πιο συγκεκριμένα, στην Άνγκελα Μέρκελ και στον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε - ο σκληρός πυρήνας των αμερικανικών ελίτ φοβάται ότι η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, ή κάποια άλλη, που θα την διαδεχθεί, μπορεί να οδηγηθεί, στον επαναπροσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και στην απομάκρυνση της χώρας, από την αμερικανική και την δυτική επιρροή. Και αυτό, με δεδομένη την γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, εάν συμβεί, θα αποτελεί μια γεωπολιτική καταστροφή, για την Δύση.

Έτσι, πέρα από τις όποιες πολύ σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, στον χώρο της ευρωζώνης, που θα έφερνε μια ελληνική στάση πληρωμών, ή και μια έξοδος της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, οι γεωστρατηγικές ανάγκες της αμερικανικής υπερδύναμης και η ευάλωτη θέση της Ευρώπης, που βρίσκεται, υπό την επιρροή της Δύσης, απέναντι, στην επανακάμπτουσα ρωσική δύναμη, υπαγορεύουν, στις γερμανικές ελίτ - ή, ορθότερα, στο πλειοψηφικό τμήμα τους -, την επίδειξη, απέναντι στο ελληνικό ζήτημα και στο ευρύτερο ζήτημα της ευρωζώνης, ως συνόλου, μιας συμπεριφοράς, η οποία αντιστρατεύεται τα βραχύτερα και μεσομακροπρόθεσμα συμφέροντά τους, έτσι όπως τα αντιλαμβάνονται αυτές.

Για να μιλήσουμε, χωρίς περιστροφές, η συμμετοχή της Γερμανίας, στην ευρωζώνη, η οποία δεν υπήρξε ως μια δική της πρωτογενής επιλογή, είχε και έχει νόημα, για τις γερμανικές ελίτ, μόνον όσο αυτή η συμμετοχή είναι επικερδής, για τις κυρίαρχες ελίτ της χώρας αυτής, στις οποίες το χρηματοπιστωτικό σύστημα και ο εξαγωγικός τομέας έχουν τον πρώτο ρόλο, στην λήψη των όποιων αποφάσεων, που εξαρτώνται, από τις κυρίαρχες εσωτερικές κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, που δραστηριοποιούνται, εντός αυτής της χώρας.

Η κρίση της ευρωζώνης, που ξεκίνησε το 2009 και εντάθηκε, με την ελληνική χρεωκοπία του 2010, για να καταστεί, στην συνέχεια, μια χρονία κατάσταση, κατέστησε σαφές, στις γερμανικές ελίτ ότι η διατήρηση της ευρωζώνης, ως είχε, μέχρι την έλευση της κρίσης, δεν είναι, μακροπρόθεσμα, δυνατή. Αυτή η διαπίστωση σημαίνει ότι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν τα όποια κέρδη των γερμανικών ελίτ, από την λειτουργία της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης.

Αυτά τα υποτιθέμενα κέρδη των γερμανικών ελίτ, που στηρίχθηκαν, στην αρχιτεκτονική του ευρώ, το οποίο είναι ακριβό, για τις περισσότερες, από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, ενώ, παράλληλα, είναι επικερδές, για την Γερμανία, επειδή λειτουργεί, γι' αυτήν, ως, επαρκώς, υποτιμημένο νόμισμα, αποδεικνύονται ότι είναι κέρδη, στα χαρτιά και ως εκ τούτου, ανύπαρκτα, αφού η Γερμανία, μέσα από την αλυσίδα των επίσημων και των ανεπίσημων, των συγκαλυπτόμενων και των φανερών κρατικών και λοιπών χρεωκοπιών της ευρωζώνης, καλείται να μοιρασθεί τα δυσθεώρητα κρατικά και λοιπά χρέη των άλλων χωρών της ευρωζώνης, με αποτέλεσμα η γερμανική ελίτ όχι μόνο να χάσει τα υποτιθέμενα κέρδη της, αλλά και να συμμετάσχει, με δικά της κεφάλαια, στην αντιμετώπιση των χρεών των άλλων χωρών της ευρωζώνης, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, είτε μιλάμε, για το κούρεμα, ή για την αναδιάρθρωση, ή για την νομισματοποίησή τους.

Ως εκ τούτου, αυτό που θέλουν οι γερμανικές ελίτ έχει τρεις εκδοχές :

1) Στην πρώτη εκδοχή των γερμανικών σχεδιασμών, η ευρωζώνη μένει, ως έχει και μέσα από την επιβολή της σκληρής λιτότητας, στις υπερχρεωμένες χώρες (αλλά και στις άλλες, οι οποίες δεν πρέπει να υπερδανειστούν), οι όποιοι δανειστές παίρνουν πίσω τα δανεικά, μέσα από τους ισοσκελισμένους και τους πρωτογενώς, πλεονασματικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, με την ελαχιστοποίηση της συμμετοχής της Γερμανίας, σε αυτή την διαδικασία.

2) Στην δεύτερη εκδοχή των γερμανικών σχεδίων, η ευρωζώνη οδηγείται, σε έναν αναδομητικό ακρωτηριασμό, με την εκδίωξη, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, εκείνων των υπερχρεωμένων χωρών, που δεν μπορούν να ανταποκριθούν, στις απαιτήσεις, που απορρέουν, από τις Συνθήκες και τα Σύμφωνα της ευρωζώνης, με κύριο στόχο την ελαχιστοποίηση των ζημιών, για την Γερμανία και τις δανείστριες και πλεονασματικές χώρες.

3) Στην τρίτη εκδοχή των γερμανικών ελίτ η ευρωζώνη διαλύεται, καθ' ολοκληρίαν και όλες οι χώρες, που την αποτελούν οδηγούνται, στην επαναφορά των παλαιών εθνικών νομισμάτων τους. Στην θέση της ευρωζώνης, οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά (Γερμανία, Ολλανδία, Φιλανδία και κάποιες άλλες χώρες, ίσως της Βαλτικής), πιθανότατα, θα δημιουργήσουν μια δική τους ενιαία νομισματική ζώνη.


Αυτοί είναι οι γερμανικοί σχεδιασμοί, οι οποίοι, ουδέποτε, θα ομολογηθούν, δημοσίως, από τις γερμανικές ελίτ. Και καλόν είναι να τους γνωρίζουμε, για να έχουμε, υπόψη μας, το τι αντιμετωπίζουμε και το μπορούμε να πράξουμε, ως χώρα.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι οι γερμανικές ελίτ, ακριβώς, επειδή διακατέχονται, από ρεαλισμό και επειδή θέλουν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, πράγμα, που σημαίνει ότι δεν επιθυμούν να μοιρασθούν, με άλλους, το κοινωνικό υπερπροϊόν, που καρπούνται, προσανατολίζονται, περισσότερο, στην δεύτερη και στην τρίτη εκδοχή, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τα κόστη, που συνεπάγεται η λειτουργία της ευρωζώνης, ως έχει.

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που αντιλαμβάνονται ότι η ευρωζώνη, η οποία, κατ' ουσίαν, ως νομισματική ένωση, είναι νεκρή και ότι δεν μπορεί να συνεχίσει, έτσι, επί μακρόν, αφού η δυναμική των πραγμάτων την ωθεί, στην διάλυση, ή στον μετασχηματισμό της, σε μια κρατική ομοσπονδία, αμερικανικού τύπου, η οποία, υπό τις παρούσες, αλλά και τις προβλεπόμενες, σε μη ορατό βάθος χρόνου, συνθήκες, είναι απαράδεκτη, αφού περιθωριοποιεί την εξουσία και την υλική δύναμη των ελίτ αυτών.

Όμως, οι γερμανικοί σχεδιασμοί σκοντάφτουν, σε δύο παράγοντες.

Ο πρώτος παράγοντας, που εμποδίζει την υλοποίηση των γερμανικών σχεδίων, για τον ακρωτηριασμό, ή την διάλυση της ευρωζώνης έχει να κάνει με την άρνηση της Γαλλίας, η οποία είναι και εκείνη, που είχε την αρχική ιδέα και το άμεσο συμφέρον και το κίνητρο, για την δημιουργία της ευρωζώνης, προκειμένου να δαμάσει τον γερμανικό γίγαντα, ο οποίος φαινόταν και πάλι να είναι, μακροπρόθεσμα, απειλητικός, μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, το 1990.

Και ο ακρωτηριασμός και η διάλυση της ευρωζώνης αποδυναμώνουν τον, ήδη, αποδυναμωμένο ρόλο της Γαλλίας και προς το παρόν, δεν είναι αποδεκτά, ως σενάρια. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι, μέσα στην Γαλλία, δεν γίνεται συζήτηση, για τα σενάρια αυτά. Γίνεται. Και μάλιστα, ουδόλως, αποκλείεται οι γαλλικές ελίτ να επιλέξουν την οδό της εξόδου, από την ευρωζώνη, η λειτουργία της οποίας έχει υποβαθμίσει, καθοριστικά, την θέση της Γαλλίας, στο διεθνές εμπόριο. Το ευρώ είναι πολύ ακριβό νόμισμα και για την Γαλλία.

Ο δεύτερος παράγοντας, που εμποδίζει τους γερμανικούς σχεδιασμούς είναι ανυπέρβλητος. Και είναι ανυπέρβλητος, αφού ο παράγοντας αυτός είναι οι Η.Π.Α., οι οποίες εμποδίζουν τον γερμανικό σχεδιασμό και στις τρεις εκδοχές του, αφού και στην πρώτη εκδοχή των γερμανικών σχεδίων η αμερικανική διοίκηση αρνείται τον ρόλο της λιτότητας, που είναι καθοριστικός για τις γερμανικές ελίτ και τα συμφέροντά τους.

Στην περίπτωση αυτή, οι Γερμανοί, προς το παρόν και στο απροσδιόριστο μέλλον, έχουν πέσει, σε τοίχο. Οι Αμερικανοί ηγέτες αρνούνται να διαπραγματευθούν διάσπαση της ευρωζώνης, ή σενάρια ανεξέλεγκτης χρεωκοπίας οποιασδήποτε χώρας της ευρωζώνης, εντός του ευρώ. Η αμερικανική διοίκηση άφησε πολλά περιθώρια πρωτοβουλιών, στην Γερμανία, όπως φάνηκε, ήδη, στην περίπτωση της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010, αλλά, τώρα, αυτά τα περιθώρια στενεύουν.

Η επανάκαμψη της Ρωσίας, στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο σκηνικό επέβαλε, στις Η.Π.Α., να περιορίσουν τους γερμανικούς σχεδιασμούς και τους χειρισμούς, που σκέπτεται να κάνει το Βερολίνο, το οποίο, στην παρούσα φάση της ελληνικής κρίσης βρέθηκε, υπό ασφυκτική πίεση και υποχρεώθηκε να πράξει αυτά, που δεν επιθυμούσε, οπισθοχωρώντας, σε όσα ουδέποτε, στο πρόσφατο παρελθόν, διανοήθηκε ότι θα μπορούσε να οπισθοχωρήσει.


Αφού είδαμε την γερμανική πλευρά, τις επιδιώξεις της και τους περιορισμούς, που είχε, καιρός είναι να δούμε την ελληνική πλευρά, τις δικές της επιδιώξεις και τους δικούς της περιορισμούς.

Την προσωπική μου γνώμη, για το τι έπρεπε και το τι πρέπει να πράξει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, προκειμένου να αποφύγει να είναι μια - έστω και καλύτερη - συνέχεια των προηγουμένων κυβερνήσεων την έχω γράψει (δείτε το δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές). Και φυσικά, οι πεποιθήσεις μου αυτές, που είναι, άμεσα, εφαρμόσιμες παραμένουν, ως έχουν.

Η κυβέρνηση αυτή, που υποτίθεται ότι έχει, ως κύριο κορμό και εκφράζει την "ριζοσπαστική αριστερά", θα έπρεπε - και φυσικά, πρέπει - να ακολουθήσει, μια τέτοιου είδους ριζοσπαστική πολιτική, προκειμένου να δώσει άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις, στο βαρύτατο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και κοινωνία, ως αποτέλεσμα της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 2010. Και επειδή, φυσικά, ουδείς κατέχει το μονοπώλιο των ριζοσπαστικών λύσεων, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε, εάν ήθελε, να ακολουθήσει μιαν άλλη γκάμα, έναν άλλον συνδυασμό ριζοσπαστικών προτάσεων, για την άμεση λύση των προβλημάτων της χώρας.

Δυστυχώς, όπως φαίνεται, ο ριζοσπαστισμός της νέας κυβέρνησης είναι, μόνον, λεκτικός, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ, ο κύριος κομματικός φορέας της νέας κυβέρνησης, αποτελεί μια αναπαλαίωση της παραδοσιακής αριστεράς του τόπου μας, με όλες τις κλασικές παθογένειες, που αυτή κουβαλάει, από την γέννησή της, μέχρι τις ημέρες μας. Για τον λόγο αυτόν, πάντοτε, προτιμώ να περιγράφω τον ΣΥΡΙΖΑ, ως ριζοσπαστικοφανή και όχι ως ριζοσπαστικό κομματικό σχηματισμό, προξενώντας, πολλές φορές, την απορία, ή και την δυσαρέσκεια πολλών φίλων μου.

Έτσι, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, λόγω των "ευρωπαϊστικών" της αυταπατών, προτίμησε να ακολουθήσει την πεπατημένη οδό των μη ριζοσπαστικών λύσεων του ελληνικού προβλήματος. Επέλεξε να μείνει, μέσα στα πλαίσια της κανονικής διαχείρισης του προβλήματος, που είχε να αντιμετωπίσει, εντός των κανόνων, που θέτουν οι ευρωζωνικοί θεσμοί και απαιτούν οι ξένοι δανειστές. Με αυτές τις "ευρωπαϊστικές" αυταπάτες της βρίσκεται και θα βρεθεί αντιμέτωπη και αυτές είναι που θα πληρώσει, αργά, ή γρήγορα, η κυβέρνηση αυτή, όσο μένει εγκλωβισμένη, σε αυτές.

Εννοείται, βέβαια, ότι η αυτή η μη ριζοσπαστική διαχείριση του ελληνικού προβλήματος, μέσα στην ευρωζώνη, είχε και έχει πολλά καινοφανή στοιχεία, που την χρωμάτισαν και την συγκροτούν και έναν επιφατικο ριζοσπαστισμό στο διαπραγματευτικό της στυλ, που είναι προϊόν της ιδιοσυγκρασίας και των απόψεων του Γιάννη Βαρουφάκη.

Αυτή η διαχείριση, υπήρξε, σε έναν όχι ασήμαντο βαθμό, χρήσιμη και βραχυπρόθεσμα, αποτελεσματική, αλλά δεν έλυσε το πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Μάλλον, το περιέπλεξε και το κατέστησε περισσότερο γριφώδες, μεγαλώνοντας τον βαθμό της πολυπλοκότητάς του, μέσα από την εισαγωγή, σε αυτό, της παραμέτρου της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, που κινητοποίησε τον αμερικανικό παράγοντα.

Όλα αυτά τα καινοφανή και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά αυτής της νέας διαπραγμάτευσης, η οποία, όπως είπαμε, δεν ξέφυγε από τα πλαίσια της τρέχουσας διαχείρισης του ελληνικού προβλήματος αποτυπώνονται στο περιεχόμενο του ανακοινωθέντος της 20/2/2015, που εξέδωσε το Eurogroup, που, για πρώτη φορά, υποχρεώθηκε να συντάξει ένα, απολύτως, ασαφές κείμενο, το οποίο, λέει πολλά, χωρίς, στην ουσία να λέει - και να δίνει - τίποτε άλλο, εκτός από αυτά, που δεν λέει και τα οποία δίνει.



Ας δούμε το κείμενο αυτό, το οποίο κατατάσσεται, από λεξιτεχνική άποψη, στα πτωχά επίπεδα των αποφάσεων των ελληνικών φοιτητικών συλλόγων της δεκαετίας του 1980 και το οποίο, με έναν αδιανόητο, για τα δεδομένα του Eurogroup, τρόπο, προσδιορίζεται, ως συμφωνία (;!), για να έχουμε μιαν άμεση εικόνα της όλης κατάστασης :


"Το Eurogroup επαναλαμβάνει την εκτίμησή του για τις αξιοσημείωτες προσπάθειες προσαρμογής που έχουν γίνει από την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. 

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων είχαμε μαζί με τους Θεσμούς, έναν εντατικό και εποικοδομητικό διάλογο με τη νέα ελληνική κυβέρνηση και σήμερα καταλήξαμε σε κοινό έδαφος.

Το Eurogroup σημειώνει, στο πλαίσιο της υπάρχουσας διευθέτησης, το αίτημα της Ελλάδας για παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία διέπεται από μία σειρά δεσμεύσεων.

Ο σκοπός της επέκτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης (συμφωνίας), και με την καλύτερη δυνατή χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας που θα επιθεωρηθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς. Η παράταση αυτή θα παράσχει επίσης τη γεφύρωση του χρόνου για τις συζητήσεις προς μία πιθανή επόμενη διευθέτηση (συμφωνία) μεταξύ του Eurogroup, των θεσμών και της Ελλάδας.

Οι ελληνικές αρχές θα παρουσιάσουν μία πρώτη λίστα των μεταρρυθμιστικών μέτρων, βασισμένων στην τρέχουσα συμφωνία, έως το τέλος της Δευτέρας 23 Φεβρουαρίου. Οι θεσμοί θα παράσχουν μία πρώτη άποψη για το κατά πόσον αυτά είναι επαρκή για να υπάρξει ένα έγκυρο σημείο έναρξης για την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Η λίστα αυτή θα διευκρινισθεί περαιτέρω και μετά θα συμφωνηθεί με τους θεσμούς στα τέλη Απριλίου.

Μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς θα επιτραπεί την εκταμίευση της δόσης που απομένει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τη μεταφορά των κερδών του 2014 από τα ελληνικά ομόλογα, που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης (SMP). Και τα δύο χρειάζονται, εκ νέου, έγκριση, από το Eurogroup.

Εν αναμονή της αξιολόγησης, από τους θεσμούς, το Eurogroup συμφωνεί ότι τα κεφάλαια, που είναι διαθέσιμα, ως απόθεμα του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (HFSF), θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και εκτός της δικαιοδοσίας τρίτου μέρους, κατά την διάρκεια της περιόδου παράτασης της δανειακής σύμβασης (MFFA). Τα κεφάλαια αυτά θα είναι διαθέσιμα, καθ όλη την διάρκεια της επέκτασης της δανειακής σύμβασης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, μόνο, για την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών και το κόστος των αποφάσεων. Θα αποδεσμευτούν, μόνο, με αίτημα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Υπό αυτό το φως, καλοσωρίζουμε την δέσμευση των ελληνικών αρχών να εργαστούν, σε συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς και εταίρους. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζουμε την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συμφωνούμε, επιπλέον, ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του.

Οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν την ισχυρή δέσμευσή τους να διευρύνουν και να εμβαθύνουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην βελτίωση της ανάπτυξης και των προοπτικών απασχόλησης, διασφαλίζοντας σταθερότητα και ανθεκτικότητα του δημοσιονομικού τομέα και ενισχύοντας την κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις, για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές αρχές υπόσχονται να χρησιμοποιήσουν, με τον βέλτιστο τρόπο, την συνεχιζόμενη διάθεση τεχνικής βοήθειας.

Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτηση δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις, προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα.

Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται, επιπλέον, να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα, που απαιτούνται, για την βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012. Οι θεσμοί θα λάβουν, υπόψιν, τις οικονομικές συνθήκες του 2015, για τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015.

Υπό το φως αυτών των δεσμεύσεων, καλωσορίζουμε ότι σε έναν αριθμό τομέων, οι προτεραιότητες της ελληνικής πολιτικής μπορούν να συνεισφέρουν σε μια ενίσχυση και καλύτερη εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς.

Επί τη βάσει αυτού του αιτήματος, των δεσμεύσεων των ελληνικών αρχών, των συμβουλών των Θεσμών και της σημερινής συμφωνίας, θα ξεκινήσουμε τις εθνικές διαδικασίες, με σκοπό να πετύχουμε μία τελική απόφαση, για την επέκταση της τρέχουσας Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, για, έως και 4 μήνες, από το Διοικητικό Συμβούλιο του EFSF.

Προσκαλούμε, επίσης, τους θεσμούς και τις ελληνικές αρχές να ξεκινήσουν, αμέσως, την εργασία, που θα επιτρέψει την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Παραμένουμε δεσμευμένοι να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην Ελλάδα, εωσότου κατακτήσει πλήρη πρόσβαση, στην αγορά και εφόσον τιμήσει τις δεσμεύσεις της, εντός του συμπεφωνημένου πλαισίου".


Νομίζω ότι γίνεται, εύκολα, κατανοητό το γιατί αυτό το κείμενο, το οποίο υποχρεώθηκε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε να υπογράψει, έχει κάνει, έξω φρενών, τον γηραιό Γερμανό υπουργό Οικονομικών.

Αφήνοντας, όμως, στην άκρη, το χαμηλής ποιότητας φραστικό επίπεδο του παραπάνω κειμένου και εισερχόμενοι, στην ουσία της όλης υπόθεσης, πρέπει να πω ότι, όπως προκύπτει, από το κείμενο αυτό και παρά τα όσα λέγονται, το ευρώ και η θέση της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, δεν ήταν, μέσα στην ατζέντα του Γιάννη Βαρουφάκη, σε όλη την διάρκεια των, έως τώρα, διαπραγματεύσεών του, με τους ευρωζωνίτες.

Η θέση της Ελλάδας, στην ευρωζώνη θεωρήθηκε δεδομένη και δεν αμφισβητήθηκε, από την ελληνική πλευρά. Όλη η σχετική φιλολογία, για ένα Grexit, δεν είχε βάση. Μπορεί όλοι οι διαπραγματευτές να την είχαν, στο μυαλό τους, αλλά δεν την έθεσαν, στο τραπέζι των συζητήσεων. Άλλα πράγματα είχαν, στο μυαλό τους ο Γιάννης Βαρουφάκης και η διαπραγματευτική του ομάδα. Άλλα πράγματα είχε στο μυαλό του ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Άλλα πράγματα είχαν στο μυαλό τους οι Γάλλοι, άλλα οι Ιταλοί και εντελώς, άλλα οι Ισπανοί.

Έτσι, οι άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα συνοψίζονταν, στην αποτίναξη του ασφυκτικού κλοιού του στενού του λιγοστού χρόνου, που είχε, μπροστά της, για να διαπραγματευθεί, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, που έληγε το 2ο Μνημόνιο, το οποίο, με υστεροβουλία, παρατάθηκε, με πρόταση της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου και με την σύμφωνη γνώμη των ευρωζωνιτών, μέχρι αυτό το χρονικό σημείο και όχι, μέχρι τον Ιούνιο, ακριβώς, για να δημιουργήσει συνθήκες διαπραγματευτικής ασφυξίας, στην νέα ελληνική κυβέρνηση, που θα προέκυπτε, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, όποια και αν ήταν αυτή, στο μέτρο, που ήταν βέβαιο ότι δεν θα ήταν η προηγούμενη.

Το άμεσο πρόβλημα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν και δεν είναι το να πάρει τις εναπομείνασες δόσεις των δανείων του Μνημονίου αυτού. Το άμεσο πρόβλημα του Αλέξη Τσίπρα και του Γιάννη Βαρουφάκη ήταν - και είναι - το να μην χρεωκοπήσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μετά την λήξη του Μνημονίου, αφού οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να δανειστούν, από την Ε.Κ.Τ., η οποία, για όσο χρονικό διάστημα το ελληνικό κράτος δεν θα ήταν, σε πρόγραμμα, δεν θα αναγνώριζε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, ως ενέχυρα, προκειμένου να δανείσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο, υπό αυτές τις ασφυκτικές συνθήκες, δεν θα μπορούσε να δανείσει το ελληνικό δημόσιο και να χρηματοδοτήσει την ελληνική οικονομία.

Αυτή η εξέλιξη προέκυψε, στην πορεία των διαπραγματεύσεων, ενώ, παράλληλα, επικρεμόταν και απειλή ότι θα σταματούσε και η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, μέσω του E.L.A. Αυτό ήταν το άμεσο πρόβλημα, που είχε, μπροστά της, η ελληνική πλευρά και το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσει.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι ευρωζωνίτες την είχαν στημένη, στον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνησή του, με σκοπό να τους υποχρεώσουν, υπό την άμεση απειλή της διακοπής της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, από την Ε.Κ.Τ. και την επακόλουθη χρεωκοπία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, να αποδεχθούν τις μνημονιακές δεσμεύσεις, δηλαδή τις αποκαλούμενες μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα λιτότητας, που είχε συνομολογήσει, από τον Νοέμβριο του 2014, η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, με το e-mail του Γκίκα Χαρδούβελη.

Σε αυτή την απειλή, η απάντηση του Γιάννη Βαρουφάκη ("Τα χρήματα δεν είναι το παν, στην ζωή"), στον Γερούν Ντάϊσελμπλουμ, ο οποίος του επισήμανε ότι, με τις αποφάσεις της Ε.Κ.Τ., για την μη αποδοχή, εκ μέρους της, των ελληνικών κρατικών ομολόγων και τον περιορισμό του ύψους της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, από τον E.L.A., η Ελλάδα, μόλις, ξέμεινε από χρήματα, ήταν, πραγματικά, αφοπλιστική, μη αναμενόμενη και προκλητική, αφού έδειχνε ότι η ελληνική πλευρά ήταν διατεθειμένη να απορρίψει την απειλή αυτή.





Στην πραγματικότητα αυτό, που έλεγε ο Γιάννης Βαρουφάκης είναι ότι τα μέτρα λιτότητας δεν ήσαν και δεν θα γίνονταν αποδεκτά. Και αυτή του την απαίτηση την είχε, ήδη, κερδίσει, παρά τα όσα, παραπειστικά και με το γνωστό πείσμα του, περί του αντιθέτου, έλεγε ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, ο οποίος, στο σημείο αυτό είχε ηττηθεί, από τα αποδυτήρια, δηλαδή, από την στιγμή, που, αυτόκλητα και με δική του πρωτοβουλία, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, σε μια συνέντευξη, που έδωσε, σε έναν δημοσιογράφο, καταδίκασε τα μέτρα λιτότητας, που είχαν επιβληθεί, στην Ελλάδα και των οποίων την συνέχεια απαιτούσαν οι Γερμανοί.

Κάπου εκεί, ήταν, που ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, μαζύ με την Ε.Κ.Τ. και τον Μάριο Ντράγκι έχασαν το παιχνίδι. Και κάπου εκεί, ο Γιάννης Βαρουφάκης, εκμεταλλευόμενος τις θέσεις της αμερικανικής διοίκησης, αντέστρεψε την απειλή της άμεσης ελληνικής τραπεζικής χρεωκοπίας, σε επιλεκτική ελληνική κρατική χρεωκοπία, εντός της ευρωζώνης. Δηλαδή, χωρίς την εγκατάλειψη του ευρώ.

Στην πραγματικότητα, αυτό που απείλησε, με την σειρά του, ο Γιάννης Βαρουφάκης δεν ήταν καθόλου ασήμαντο. Η ελληνική πλευρά είχε και χρησιμοποιούσε ένα πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, το οποίο δεν φοβήθηκε να το βάλει στο τραπέζι, παρά το γεγονός ότι ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε και η Ε.Κ.Τ., ίσως, δεν πίστεψαν ότι θα το έπραττε. Φυσικά, έσφαλαν, διότι ο Βαρουφάκης δεν ήταν, ούτε Παπακωνσταντίνου, ούτε Βενιζέλος, ούτε Στουρνάρας, ούτε Χαρδούβελης, αφού, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2010, είχε ταχθεί, υπέρ της ελληνικής χρεωκοπίας, εντός της ζώνης του ευρώ.

Αλλά, με δεδομένη την διαπλοκή και την πολυπλοκότητα των συναλλαγών, στα τραπεζικά συστήματα της ευρωζώνης, μια ελληνική επιλεκτική κρατική χρεωκοπία - όπως, επίσης και μια κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος δεν θα είναι απλή, εάν η ελληνική κυβέρνηση αρνηθεί να καταφύγει, σε ένα πακέτο διάσωσης, προκειμένου να αποκαταστήσει τις ισορροπίες. Αυτό θα συμβεί όχι, μόνο, επειδή η Ελλάδα δεν θα χρηματοδοτήσει την αποπληρωμή των πακέτων διάσωσης, από τον EFSF και τα διακρατικά δάνεια.

Αυτό είναι ένα τμήμα των συνολικών υποχρεώσεών της. Και δεν είναι το πιο σημαντικό.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η Ελλάδα, καταφεύγοντας, στην επιλεκτική χρεωκοπία θα αθετήσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν, από το σύστημα πληρωμών, που αποκαλείται Target 2, προς την Ε.Κ.Τ. και το οποίο σύστημα πληρωμών χρησιμοποιείται, για τον διακανονισμό των συναλλαγών των κεντρικών τραπεζών του ευρωσυστήματος.



Απαιτήσεις και υποχρεώσεις στο σύστημα target-2 (ποσά κατά προσέγγιση).




Χώρα
Απαιτήσεις/Υποχρεώσεις
Χώρα
Απαιτήσεις/Υποχρεώσεις




Γερμανία
321
Σλοβακία
-16
Λουξεμβούργο
70
Βέλγιο
-20
Ολλανδία
40
Αυστρία
-25
Φιλανδία
20
Γαλλία
-25
Ιταλία
./.
Ισπανία
-50
Μάλτα
./.
Πορτογαλία
-60
Σλοβενία
./.
Ελλάδα
-95
Κύπρος
-10
Ιρλανδία
-150


Πηγή: Bundesbank. (Στοιχεία 2010).

Οι τελικοί λογαριασμοί, στο
Target 2, πρέπει να είναι ισοσκελισμένοι και μηδενισμένοι. Η αλυσίδα απαιτήσεων και συμψηφισμών λειτουργεί ως εξής : Μόλις γίνει μια εμπορική συναλλαγή, ανάμεσα σε επιχειρήσεις, σε δύο χώρες της ευρωζώνης, η μία Κεντρική Τράπεζα του κράτους της ευρωζώνης εγγράφει ένα χρεωστικό στην εμπορική τράπεζα της χώρας, τα χρήματα αυτά φεύγουν από την Κεντρική Τράπεζα, προς την ΕΚΤ και από αυτήν, στην άλλη Κεντρική Τράπεζα εκείνης της χώρας, στην οποία πρέπει να γίνει η πίστωση. Αυτή, με την σειρά της, εγγράφει μια πίστωση, στον λογαριασμό που διατηρεί η δική της εμπορική τράπεζα, σε αυτήν. Με τον τρόπο αυτόν, η δεύτερη εμπορική τράπεζα, έχει, μέσα από αυτή την πίστωση, έναντι της δικής της Κεντρικής Τράπεζας, μία απαίτηση πληρωμής κεντρικού τραπεζικού χρήματος. Έτσι και αυτή η Κεντρική Τράπεζα έχει μία ανάλογη απαίτηση από την Ε.Κ.Τ., η Ε.Κ.Τ., από την πρώτη Κεντρική Τράπεζα και αυτή από την πρώτη εμπορική τράπεζα. Με δεδομένη, όμως, την ουσιαστική χρεοκοπία των κόκκινων λογαριασμών, που προκύπτει από την υπερτροφία του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και τις επισφαλείς απαιτήσεις των ισολογισμών του, η χρεωκοπία, μεταφέρεται και στους θετικούς λογαριασμούς του πίνακα, αφού αυτοί απεικονίζουν απαιτήσεις, που, απλούστατα, δεν μπορούν να εισπραχθούν...



Έτσι, ενώ, σε συνθήκες ρουτίνας, αυτές οι ενδοευρωζωνικές συναλλαγές αποτελούν κάτι το φυσιολογικό, σε συνθήκες κρίσης, αποτελούν μια τεράστια ωρολογιακή βόμβα, που εκρήγνυται. Αυτή η διατραπεζική έκρηξη, που ισοδυναμεί, με μια πυρηνική έκρηξη δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο, πίσω της.

Και αν το 2010, η ελληνική τρύπα, στις διατραπεζικές συναλλαγές του Target 2, έφθανε, όπως φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα, στα 95 δισ. €, σήμερα, η ανάλογη συναλλακτική τρύπα, που τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν στα 50 δισ. €, τώρα πρέπει να έχει φθάσει και να έχει ξεπεράσει το 70 δισ. €. Και ίσως, η τρύπα αυτή να είναι, ακόμη, μεγαλύτερη.

Το χειρότερο, στην όλη υπόθεση είναι ότι, σε αυτόν τον τομέα των ενδοευρωζωνικών τραπεζικών συναλλαγών, μέσω των οποίων επιχειρείται, μέσα στην ευρωζώνη, μια συγκεκαλυμένη διάσωση των οφειλετριών χωρών, από τις πιστώτριες χώρες, έχουν οδηγήσει, εντός του συστήματος του Target 2, στην διόγκωση των απαιτήσεων των αποκαλούμενων πλεονασματικών χωρών, σε δυσθεώρητα επίπεδα, αφού, π.χ., οι απαιτήσεις της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας έχουν εκτοξευθεί, από τα 443 δισ. €, που ήσαν το περασμένο καλοκαίρι, στα 515 δισ. €, στα τέλη του περασμένου μήνα. Αυτό, στην πράξη, σημαίνει ότι οι πλεονασματικές χώρες δεν πρόκειται να πάρουν πίσω τα χρήματά τους, όπως, σωστά, επισημαίνει, με σαφή και μονότονο τρόπο ο γνωστός Γερμανός οικονομολόγος Hans Werner Sinn του ινστιτούτου IFO, το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα think tank της Γερμανίας.


Μια ελληνική επιλεκτική στάση πληρωμών, που θα συνοδευόταν, από την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας, θα έχει τις ίδιες επιπτώσεις, με μια ελληνική έξοδο, από τη ευρωζώνη, θα κόστιζε, πάνω από 300 δισ. € και θα διέλυε, στην κυριολεξία, το διατραπεζικό σύστημα Target 2, δημιουργώντας ένα τεράστιο πρόβλημα στην γερμανική Κεντρική Τράπεζα και στις αντίστοιχες τράπεζες των πλεονασματικών χωρών, οι οποίες θα έβλεπαν τους χειρότερους κινδύνους, που εφοβούντο, να λαμβάνουν μια ζοφερή πραγματική υπόσταση, αφού όλα αυτά τα κολοσσιαία ανοίγματά τους, δηλαδή οι απαιτήσεις τους, τις οποίες λογίζουν, ως δικά τους περιουσιακά στοιχεία θα αποδειχθεί, ότι έχουν μηδενική πραγματική αξία.

Εννοείται, βέβαια, ότι και η Ε.Κ.Τ. θα έχει να αντιμετωπίσει ένα τεράστιο πρόβλημα, από την ελληνική επιλεκτική χρεωκοπία, αφού οι απώλειες, από το σύστημα Target 2, θα πρέπει να κατανεμηθούν, στις κεντρικές τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης, με την γερμανική να αναλαμβάνει το 27%, η γαλλική το 20%, η ιταλική (η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα το αρνηθεί) το 18% και οι υπόλοιπες, τα άλλα τμήματα των ελληνικών υποχρεώσεων, κατ' αναλογίαν.

Κατά πάσαν πιθανότητα, η γερμανική κυβέρνηση δεν θα αφήσει την κεντρική της τράπεζα, αλλά ούτε και την Ε.Κ.Τ. να έχουν αρνητικό κεφάλαιο και θα προχωρήσει, στην ανακεφαλαιοποίησή τους, η οποία θα υπολογισθεί, ως άμεση ζημιά και δεν θα επιτρέψει στις κεντρικές τράπεζες να προμηθεύουν με απεριόριστη πίστωση, μέσω του Target 2, τα  κράτη, που είναι οφειλέτες, απαγορεύοντας την χρηματοδότησή τους, μέσω των μηχανισμών της ποσοτικής χαλάρωσης, με την αγορά κρατικών ομολόγων αξίας, περίπου, 60 δισ. €, ανά μήνα, όταν το σύστημα θα έχει, ήδη, εκραγεί στην Ελλάδα.


Όλη αυτή η αλληλουχία των καταστροφών (δηλαδή ο πραγματικός Αρμαγεδών, με τον οποίο απειλήθηκε ο Γιάννης Βαρουφάκης) οδήγησε τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών να αψηφήσει τις γερμανικές και τις ευρωζωνικές απειλές και να πάρει ένα σημαντικό κομμάτι των όσων απαίτησε.

Και αυτά, που, πραγματικά, απαίτησε, δεν ήταν ο δανεισμός, από το λήγον Μνημόνιο. Αυτό, που απαίτησε ήταν η άρση της απειλής της Ε.Κ.Τ. και των Γερμανών, για την επιβολή μιας χρηματοδοτικής ασφυξίας, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εάν η χώρα δεν υπέγραφε την παράταση του Μνημονίου και τα μέτρα λιτότητας, που είχαν αποτυπωθεί, στο e-mail Χαρδούβελη.

Αυτό, τελικά, που απαιτούσε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, ήταν και αυτό, που πήρε. Δηλαδή την αγορά ενός χρονικού διαστήματος, για να δει τι θα κάνει και να διαμορφώσει τις διαπραγματευτικές της θέσεις, με κάποια άνεση. Ζήτησε το διάστημα αυτό να είναι 6 μήνες και τελικά, πήρε, από τους ευρωζωνίτες, 4 μήνες. Δηλαδή, μέχρι τον Ιούνιο, δηλαδή σε μια στιγμή, που τον Ιούλιο λήγουν δανειακές υποχρεώσεις του ελληνικού δημοσίου, ύψους άνω των 5 δισ. €.

Και φυσικά, μαζύ με αυτό το χρονικό διάστημα, εξασφάλισε και την πηγή χρηματοδότησης των δανειακών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους, η οποία θα είναι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μέσω της Ε.Κ.Τ., με την αγορά και πάλι, των ελληνικών κρατικών ομολόγων και τον E.L.A.

Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η ιλαροτραγωδία, με την αποκαλούμενη συμφωνία του Eurogroup (η οποία αποδεικνύεται, ως συμφωνία - μαϊμού) και τον πίνακα, με τις "μεταρρυθμιστικές δράσεις" της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, που θα δοθεί, προς έγκριση, στους ευρωζωνίτες, μέχρι αύριο το βράδυ, έγινε, μόνο και μόνο, για να σκηνοθετηθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται, σε πρόγραμμα, ούτως ώστε να μπορέσει να καλυφθεί, νομικά, η Ε.Κ.Τ., προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και έτσι, μέσω αυτού, το ελληνικό δημόσιο να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, στην Ε.Κ.Τ., για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που έχει, στην κατοχή της και στο Δ.Ν.Τ., από τον δανεισμό του, στα πλαίσια του πρώτου Μνημονίου. 

Όλα αυτά, όμως, έχουν μικρή αξία, η οποία είναι και απολύτως, προσωρινή, αφού, φυσικά, αυτή η εικονική συμφωνία, μέσα από την ασάφειά της, είναι, απολύτως, ανασφαλής και ασταθής. Για την ελληνική κυβέρνηση αποτελεί ένα ρίσκο, διότι, ναι, μεν, απέφυγε, προς το παρόν, την επιβολή των "μεταρρυθμιστικών δράσεων" και κυρίως, των μέτρων λιτότητας του e-mail Χαρδούβελη και όλων όσων ζητούσαν οι τροϊκανοί, από την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, αλλά το γεγονός ότι, ουσιαστικά, υποχρεώνεται να αυτοχρηματοδοτήσει τις τρέχουσες δαπάνες του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού, μέσα σε αυτό το τρέχον τετράμηνο, αλλά και μετά από αυτό, καθιστά τις ισορροπίες, εντός των οποίων κινείται, απολύτως, επισφαλείς, αφού η συνεχιζόμενη ύφεση και η πτώση των δημοσίων εσόδων δεν της αφήνουν πολλά περιθώρια κινήσεων.

Κάπου εδώ, είναι, που την περιμένουν, στην γωνία, οι δανειστές και θα της σφίξουν τα λουριά, αμέσως, μόλις παρουσιασθούν τα πρώτα προβλήματα.

Και κάπου, εδώ, θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να πάρει τις αποφάσεις της, ως προς το που θα πορευθεί.

Εάν δηλαδή, θα κατευθυνθεί, προς μια συμφωνία, για μια φιλική έξοδο της χώρας, από την ευρωζώνη, με μια δραστική ρύθμιση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ή εάν θα μείνει να διαπραγματευθεί ένα νέο χαλαρό "Μνημόνιο με ανθρώπινο πρόσωπο", με κάποια - περισσότερο, ή λιγότερο συμφέρουσα - ρύθμιση του ελληνικού δημόσιου χρέους, αναμένοντας την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, στην ευρωζώνη.

Ή εάν θα υπολογίσει, στην μελλοντική κατάρρευση του ευρώ, από άλλες ενδοευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες θα είναι μεγαλύτερης εμβέλειας, από τον ΣΥΡΙΖΑ και θα μπορούν να πάρουν την ανάλογη ευθύνη, την οποία η ηγεσία του φαίνεται να διστάζει να πάρει.

Οι προοπτικές, για την παρούσα κυβέρνηση είναι δυσμενείς, όσο αυτή κινείται, μέσα στα πλαίσια των κανόνων της ευρωζώνης.

Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό, που θα καταφέρει, παραμένοντας, μέσα στα πλαίσια της μη ριζοσπαστικής διαχείρισης της ελληνικής κρίσης, είναι να υποστεί μια αργή φθορά, η οποία θα την οδηγήσει, στην κοινωνική, την πολιτική και την εκλογική της απίσχναση.

Και στην χειρότερη περίπτωση, αυτό, που την περιμένει, είναι η γρήγορη αποτυχία και η ταχεία κατάρρευση, ευθύς, ως ο πληθυσμός αντιληφθεί ότι τα πράγματα πρόκειται να χειροτερεύσουν.

Μέχρι τότε, βέβαια, η, βαρύτατα, τραυματική εμπειρία, που έχει η ελληνική κοινωνία, από τα πεπραγμένα των κυβερνήσεων της ελληνικής χρεωκοπίας, κατά την περίοδο 2010 - 2014, θα επιτρέψει στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, να επιβιώσει, είτε με την παρούσα μορφή της, είτε με κάποια άλλη (εάν μεσολαβήσουν, με πρωτοβουλία της κυβερνήσεως, νέες βουλευτικές εκλογές, είτε με αλλαγή κυβερνητικού εταίρου).

Αλλά όλα αυτά, όμως, έχουν ένα κάποιο τέλος. Όσο και αν αυτό το τέλος αργήσει να έλθει.

Προς το παρόν, όμως, φαίνεται ότι είμαστε μακριά, από μια τέτοια εξέλιξη. Και φυσικά, τα γεγονότα, που θα μεσολαβήσουν, μέχρι τον ερχόμενο Ιούνιο, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο, αφού ο Αλέξης Τσίπρας και το κυβερνητικό του σχήμα, έχουν την παντοδυναμία, μέσα στα μυαλά του εκλογικού σώματος της χώρας. Κάτι, που, άλλωστε, είναι, απολύτως, φυσιολογικό.

Και εάν δεν γίνει κάτι το συνταρακτικό - το οποίο, όμως, δεν αποκλείεται - αυτή η κατάσταση θα κρατήσει για πολύ χρονικό διάστημα και θα μακροημερεύσει, όσο το παρόν κυβερνητικό σχήμα και ο ΣΥΡΙΖΑ θα εδραιώνουν την παρουσία τους, μέσα στην κοινωνία και στον κρατικό μηχανισμό.

Εδώ θα είμαστε και θα δούμε...