Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Πού το πάει η Τρόϊκα; (Η διεύρυνση της εισοδηματικής ανισοκατανομής, η κεϋνσιανή συνάρτηση κατανάλωσης, ως μηχανισμός απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας, οι αντιπαραθέσεις Δ.Ν.Τ. - ευρωζώνης για την διαχείριση του δημόσιου χρέους, οι παρασκηνιακές συζητήσεις για ένα Grexit και τα γερμανικά σενάρια διάλυσης της ευρωζώνης).




Η εξέλιξη των δεικτών κατανομής του εισοδήματος στην Ελλάδα Gini και S80/S20, κατά την χρονική περίοδο 1960 - 2009, που απεικονίζει, ατελώς και με ανεπάρκειες, ο ανωτέρω πίνακας, παρουσιάζει, ανάγλυφα, την αύξουσα και ραγδαία επιταχυνόμενη ανισότητα, στην κατανομή του εισοδήματος, μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της χώρας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός αυτό δείχνει την, περίπου, πλήρη ισχύ της ανάλυσης του John Maynard Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές της, για την οριακή και την μέση ροπή της κατανάλωσης και την πτωτική τους πορεία, μέσα στο διάβα του χρόνου, ιδίως όταν αυτές κινούνται μέσα σε ένα οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο αυξανόμενης εισοδηματικής ανισοκατανομής.

 Με δεδομένο ότι, όσον αφορά τον δείκτη Gini, το μηδέν ισούται με την, απολύτως, ίση κατανομή του εισοδήματος, σε όλα τα μέλη του πληθυσμού και η μονάδα ισούται, με την απόλυτη ανισότητα, αφού, στην ιδεατή αυτή περίπτωση, ένα άτομο καρπούται το σύνολο του εισοδήματος, γίνεται, άμεσα, κατανοητό ότι η εξέλιξη της ανισότητας στην Ελλάδα, από το 1990, μέχρι την έναρξη της κρίσης το 2009, πήρε τεράστιες διαστάσεις, φθάνοντας, από 0,306 του 1990, στο 0,522 του 2009.

Βέβαια, η ανισοκατανομή του εισοδήματος στην χώρα μας δεν ήταν μικρή, κατά την χρονική περίοδο 1960 - 1989, αλλά κρατήθηκε σε μια μακρόχρονη ισορροπία, η οποία και την οικονομική ανάπτυξη βοήθησε, αλλά και δεν δημιούργησε στην ελληνική κοινωνία καταστάσεις τριτοκοσμικού τύπου κοινωνικών ανισοτήτων. Έτσι, κατά το διάστημα 1960 - 1978, ο δείκτης Gini κινήθηκε ανάμεσα στο 0,340 του 1960 και στο 0,330 του 1978. Εδώ, για λόγους ιστορικής αλήθειας, πρέπει να πούμε ότι σημαντική συμβολή στην διατήρηση αυτού του επιπέδου ισορροπίας είχε η διακυβέρνηση των συνταγματαρχών, κατά την δικτατορία της περιόδου 1967 - 1974.

Από το 1979 εμφανίστηκε μια πολύ σημαντική ανισοκατανεμητική μετακίνηση του δείκτη, που έφθασε στο 0,393 και ως τάση, συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, για να αποκλιμακωθεί στην συνέχεια, κατά την περίοδο που η χώρα κυβερνήθηκε από τον προοδευτικό κεϋνσιανό σοσιαλιστή Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος το 1981 παρέλαβε τον δείκτη στα επίπεδα του 0,393, για να τον φθάσει, με μια συνεχή αποκλιμάκωση, κατά το τελευταίο έτος της πρώτης οκταετίας του, το 1989, στο χαμηλότερο επίπεδο όλης της εξεταζόμενης 50ετίας, ήτοι στο 0,293.

(Πρέπει να πω εδώ ότι ο πίνακας έχει δοθεί από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, την εποχή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και φυσικά είναι τσαπατσούλικος και προβληματικός στις απεικονίσεις του. Έτσι ο δείκτης Gini, κατά το έτος 1989, που η πορεία του βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της 50ετίας, παρουσιάζεται ως 0,393, ενώ ο σωστός αριθμός είναι 0,293, ενώ ο δείκτης S80/S20, το 1988, εμφανίζεται ως 9,15 και απεικονίζεται με ανοδική πορεία, ενώ η πορεία του θα έπρεπε να είναι καθοδική, αφού το 1987 εμφανίζεται ως 9,41 και προφανώς, το λάθος βρίσκεται στο ότι έχει γίνει μετάθεση των αριθμών. Όπως έχω ξαναγράψει, όταν, σε άλλο δημοσίευμα, παρουσίασα τον, εν λόγω, πίνακα, αυτός δεν είναι αξιόπιστος, ως προς την ακρίβεια των αριθμών, που παρουσιάζει. Έχει, όμως, αξία, ως απεικόνιση των τάσεων στην εισοδηματική κατανομή του παραχθέντος κοινωνικού προϊόντος, κατά την 50ετία 1960 - 2009).

Πέρα από τις ανεπάρκειες και την τσαπατσουλιά του πίνακα αυτού, πρέπει να πούμε ότι και ο ίδιος ο δείκτης Gini, ως μέθοδος μέτρησης των εισοδηματικών ανισοτήτων, έχει τα όριά του και δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, γύρω από την έκταση της εισοδηματικής ανισοκατανομής στον σύγχρονο κόσμο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Ο δείκτης S80/S20 είναι καλύτερος από τον Gini, όπως, επίσης και ο δείκτης του, εισοδηματικά, ανώτερου 10% του πληθυσμού, με το κατώτερο 10%, πάντοτε, σε συνδυασμό, με τα επίπεδα ανεργίας και υποαπασχόλησης, καθώς και με την συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, σε σχέση με τα επίπεδα των αμοιβών.
 

Από εκεί και πέρα, με την έναρξη της καταστροφικής πρωθυπουργικής τριετίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο δείκτης Gini, στην χώρα μας, άρχισε την φρενήρη ανοδική του πορεία και από το 1993, κατά το τελευταίο έτος της διακυβέρνησής του Κρητικού νεοφιλελεύθερου πολιτικού, ουδέποτε έπεσε κάτω από το 0,422, ενώ από το 2002 (έτος ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη) ο δείκτης Gini ουδέποτε έπεσε κάτω από το 0,516. Ανάλογα είναι τα συμπεράσματα και από τις εξελίξεις του δείκτη S80/S20, αν και στον δείκτη αυτόν οι διαφοροποιήσεις είναι περισσότερο έντονες.





Μάϊος 1998 : "ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΡΧΙΖΕΙ" (The Journey is About to Begin), λέει η πρωτοσέλιδη ειδική έκδοση της ισπανικής εφημερίδας "Diario economico", αναφερόμενη στην πρώτη επιλογή των μελών της, υπό σύσταση, ευρωζώνης, κατά την ειδική σύνοδο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διεξήχθη από την 1η έως την 3η Μαϊου 1998 στις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα δεν κρίθηκε, τότε, ικανή να εισέλθει στην νομισματική ένωση, επειδή, όπως, ρητά και κατηγορηματικά, ανέφερε η απόφαση της συνόδου, δεν πληρούσε κανένα από τα κριτήρια, που είχαν τεθεί. Έτσι, είχε την ευκαιρία να αποφύγει τον τωρινό όλεθρο. Δυστυχώς, την ευκαιρία αυτή την κλώτσησε και ένα χρόνο αργότερα, με τις στατιστικές αλχημείες και τα παραμυθολογικά στοιχεία του Κώστα Σημίτη και του επιτελείου του, στην πρώτη γραμμή του οποίου ήσαν οι Λουκάς Παπαδήμος, Νίκος Θέμελης, Γιάννης Στουρνάρας, Γιάννος Παπαντωνίου, Νίκος Χριστοδουλάκης, Βασίλης Ράπανος, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Νίκος Μουζέλης, Λουκάς Τσούκαλης, Θεόδωρος Καρατζάς και άλλοι, πήρε το εισιτήριο να εισέλθει στο τρύπιο αερόστατο της ευρωζώνης, μαζύ με τις άλλες χώρες. Από εκεί και πέρα η πορεία προς την καταστροφή ήταν δεδομένη. Όταν, μάλιστα, το τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας πέρασε στα χέρια του αφελούς ΓΑΠ, η πορεία αυτή κατέστη μοιραία και αναπότρεπτη...



Παρ' όλα αυτά ο παρουσιαζόμενος πίνακας έχει την αξία του και αποδεικνύει το μέγεθος της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην ελληνική οικονομία, το οποίο, λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, κατέστη το κρίσιμο και ικανό εκείνο μέγεθος, το οποίο οδήγησε στην παρούσα καταστροφή, μέσω του μηχανισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, ο οποίος επέτρεψε την μαζική φυγή των κεφαλαίων και την εξαφάνιση κάθε ίχνους της ελληνικής συνολικής αποταμίευσης, θέτοντας σε κίνηση, σε μια ολέθρια κατεύθυνση όλους εκείνους τους μηχανισμούς, που προβλέπονται από την συνάρτηση καταναλωσης και τις ανάλογες κεϋνσιανές παραδοχές.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω δεδομένων, η απάντηση στο διαρκές ερώτημα των πολιτών της χώρας μας, για το οποίο έχουμε μιλήσει, δίνοντας τις πρέπουσες απαντήσεις και το οποίο συνοψίζεται στο "Πού το πάει η τρόϊκα;", καθίσταται, ακόμη, περισσότερο ευχερής.

Η τρόϊκα στοχεύει στην αλματώδη διεύρυνση της εισοδηματικής ανισοκατανομής του πληθυσμού, στην αύξηση της αποταμίευσης και στην απομόχλευση της υπερεπενδυμένης οικονομίας, με την συντριβή των επενδύσεων και των λοιπών μακροοικονομικών μεγεθών της.  

Όπως έχουμε πει, η τρόϊκα των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας, προκειμένου να μειώσει τα κόστη δανεισμού, που συνεπάγονται από την διαχείριση της ελληνικής οικονομίας, σε συνθήκες δημοσιονομικού και εμπορικού ελλείμματος και προκειμένου να έλθει, το συντομότερο δυνατό, η στιγμή, που, μέσω των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η διαχείριση της ελληνικής οικονομίας θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς, για τους δανειστές - δηλαδή την έναρξη επιστροφής εκείνων των δάνειων ποσών, που θα κριθεί ότι μπορούν, ή/και ότι πρέπει να επιστραφούν - επιδιώκει την αύξηση των αποταμιεύσεων και την σαρωτική μείωση των επενδύσεων, σε επίπεδα μιας θηριώδους οικονομικής κρίσης, προκειμένου να ισοσκελίσει τα δύο σκέλη της εξίσωσης, που ισορροπεί το άθροισμα του δημοσιονομικού και του εμπορικού ισοζυγίου, με την αφαίρεση των αποταμιεύσεων από τις επενδύσεις. (Δημοσιονομικό ισοζύγιο + Εμπορικό ισοζύγιο = Αποταμιεύσεις - Επενδύσεις. Το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι = ή και >0).

Η κατάσταση, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, είναι σαφώς, απελπιστική. Και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο κινείται η τρόϊκα, η οποία προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, με ένα πρόγραμμα, το οποίο είναι, εκ των προτέρων, καταδικασμένο να αποτύχει, ακόμη και όταν επιτύχει τους στόχους του!

Σε μια πρώτη φάση, αυτό, που επιδιώκει η τρόϊκα, είναι ο μηδενισμός του τελικού αποτελέσματος της εξίσωσης, με πρώτον στόχο το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, αφού το εμπορικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι κάτι που βλάπτει τους δανειστές, εφ' όσον αυτό υπερκαλύπτεται από το δημοσιονομικό πλεόνασμα.

Σε δεύτερη φάση, η τρόϊκα επιδιώκει την επίτευξη θετικού αποτελέσματος στην ισορροπία της εξίσωσης, ούτως ώστε και τα δάνεια να μπορούν να εξυπηρετούνται και οι αποταμιεύσεις να μπορέσουν να μετατραπούν σε επενδύσεις και να ξεκινήσει, έτσι, μια διαδικασία ανάπτυξης.

Αυτή η υπόθεση εργασίας, πάνω στην οποία στηρίζεται το επιτελείο των εκπροσώπων των δανειστών, που έχει αναλάβει την τρέχουσα διαχείριση της ελληνικής οικονομίας και η οποία υπόθεση εργασίας έχει, σαν βασική της παράμετρο τον παραγκωνισμό του κρατικού μηχανισμού της χώρας, ως τελικού σταθεροποιητή των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, είναι, εντελώς, παρακινδυνευμένη και εξωπραγματική, αφού βάζει στην άκρη την συνάρτηση κατανάλωσης, ως περιγραφικό μηχανισμό της πραγματικότητας και την χρησιμοποιεί, ως εργαλείο συρρίκνωσης των μακροοικονομικών μεγεθών και όξυνσης της ύφεσης, όπως κάνει κάθε οικονομικό επιτελείο, το οποίο διακατέχεται από νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες. Και η τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλύφων δανειστών διακατέχεται από πολλές τέτοιου είδους ιδεοληψίες, αν και η πολιτική που ασκεί δεν είναι, αμιγώς, νεοφιλελεύθερη.

Η πολιτική των τροϊκανών είναι ένα κράμα νεοφιλελευθερισμού και κεϋνσιανισμού, το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί, ως φιλελεύθερος κεϋνσιανός συντηρητισμός, όσο και αν αυτό ακούγεται παράταιρο. 

Οι τροϊκανοί γνωρίζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους όσον αφορά την διαδικασία αποδόμησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, ως οικονομικού παράγοντα και ως διαμορφωτή της κοινωνικής πολιτικής στην χώρα. Ως εκ τούτου και επειδή ασκούν ουσιαστική δημοσιονομική διαχείριση, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, έχουν γνώση των περιορισμών, που τους επιβάλει αυτή η διαχείριση, ως ζώσα πραγματικότητα και ως αποτύπωση των ισορροπιών, που επικρατούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Η βαριά φορολογία, που έχουν επιβάλει και η οποία - πέρα από τις όποιες αυξομειώσεις - θα συνεχιστεί, είναι αδιάψευστη απόδειξη των σημαντικών μη νεοφιλελεύθερων πτυχών της τροϊκανής οικονομικής διαχείρισης και πηγή μιας διαρκούς ενόχλησης, για τους αφελείς εντόπιους νεοφιλελεύθερους (ο Στέφανος Μάνος, ο Τάσος Αβραντίνης και ο Θανάσης Παπανδρόπουλος είναι μερικοί από αυτούς), οι οποίοι έχουν αναλάβει την εργολαβία της υπεράσπισης της πολιτικής των τροϊκάνων και των αφεντικών τους. Και η βαριά φορολογία, που σκοπεύει να διατηρήσει, σε βιώσιμα επίπεδα, τα κρατικά έσοδα, προκειμένου να μειωθεί η τρέχουσα ελλειμματική διαχείριση και να μετατραπεί σε πλεονασματική, ούτως ώστε να μειωθεί και να παύσει, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ο δανεισμός για τρέχουσες ανάγκες, δεν είναι η μόνη αντινεοφιλελεύθερη οικονομική πτυχή της τροϊκανής διαχείρισης.

Η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων, η οποία αποτελεί αμελητέο παράγοντα στην όλη διαδικασία και δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι δεν μετέχει στον πυρήνα εκείνων, που λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις, όσον αφορά την ελληνική οικονομία, αφού έχει έναν δευτερεύοντα ρόλο βοηθού εισηγητή, μπορεί, με την ανοχή της τρόϊκας, να θριαμβολογεί, για τα ανύπαρκτα πρωτογενή πλεονάσματα στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, αλλά η πραγματικότητα είναι ζοφερή. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ελληνικού δημοσίου, προς τους ιδιώτες, αυξάνουν, όπως, επίσης, αυξάνουν και οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών, προς το δημόσιο και ήδη, στο πρώτο 4μηνο του 2013 άγγιξαν το ποσόν των 3 δισ. €, ενώ το 1/4 των επιχειρηματιών δεν επιστρέφουν τον ΦΠΑ, προκειμένου να καταφέρουν να έχουν τα, στοιχειωδώς, απαραίτητα κεφάλαια κίνησης, για να μπορέσουν να κρατούν, σε λειτουργία, τις επιχειρήσεις τους. Παράλληλα, τα ασφαλιστικά ταμεία, με πρωταγωνιστές τον Ο.Α.Ε.Ε. και το Ι.Κ.Α., οδηγούνται, σε διάλυση και σε πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης των στοιχειωδών υποχρεώσεών τους, προς τους συνταξιούχους και τους προμηθευτές τους και φυσικά, η ώρα της κρίσεως, δηλαδή της έκτακτης χρηματοδότησής τους, από τον κρατικό προϋπολογισμό και της περικοπής των συντάξεων, που χορηγούν, έρχεται και θα εξαφανίσει, κάθε κυβερνητική ανοησία, για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αναλόγως, αντινεοφιλελεύθερη είναι και η πολιτική των τροϊκανών στον τραπεζικό τομέα και ως προς την διάσωσή του (η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία θα έπρεπε να κλείσει και να βάλει λουκέτο στα μαγαζιά της, αν η πολιτική των τροϊκανών ήταν νεοφιλελεύθερη. Δεν είναι και γι' αυτό τα διάφορα ζόμπυ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος διατηρούνται, ως έχουν). Το αστείο είναι ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έχει φάει τα ψωμιά της, πριν καν ολοκληρωθεί και φυσικά, η αναμενόμενη ρευστότητα στην αγορά δεν θα έλθει (και αν ερχόταν, άλλωστε, λίγα πράγματα θα άλλαζε, αφού το κλίμα στην αγορά θα απέτρεπε οποιονδήποτε λογικό επιχειρηματία να επενδύσει, σε μια αγορά, που φθίνει, με ταχύτατους ρυθμούς και η οποία στερείται οποιασδήποτε κρατικής υποστήριξης), αφού οι τράπεζες κατακλύζονται από κακά δάνεια, τα οποία φθάνουν στο 1/4 του συνόλου, μέγεθος το οποίο αυξάνεται και καθιστά επισφαλή την χρηματοοικονομική κατάσταση του συνόλου του ελληνικού τραπεζικού τομέα, ο οποίος παραμένει βυθισμένος στην χρεωκοπία, η οποία θα αποκαλυφθεί, πλήρως, όταν γίνουν τα απαιτούμενα και αναμενόμενα τεστ αντοχής, γύρω από την ποιότητα των δανειστικών χαρτοφυλακίων, καθώς και των επισφαλειών.

Όλα αυτά θα υποχρεώσουν τις τράπεζες να δεσμεύσουν χρήματα, τα οποία θα καλύψουν τα κόκκινα δάνεια, τις επισφάλειες και μια σειρά ανύπαρκτων στοιχείων του ενεργητικού τους και θα τις οδηγήσουν σε έναν νέο γύρο ανακεφαλαιοποίησης, η οποία, προς το παρόν, δεν είναι ορατή, γεγονός που θα τις υποχρεώσουν σε ένα ξεπούλημα περιουσιακών στοιχείων (δανείων, ακινήτων, θυγατρικών επιχειρήσεων κλπ) σε άλλους φορείς, προκειμένου να μπορέσουν να αποφύγουν μια χρεωκοπία και την ληστεία των καταθέσεων του αποταμιευτικού κοινού. Οπότε αποχαιρέτα την, την ρευστότητα που χάνεται...

Αλλά, επίσης, αντινεοφιλελεύθερη είναι και η πολιτική της τρόϊκας των εκπροσώπων των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας μας, ως προς την διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία είναι, εντελώς, ερασιτεχνική, αφού δεν έχουν το θάρρος να παίξουν τον πραγματικό τους ρόλο, ως εκκαθαριστών και να προβούν σε μια διαδικασία ανοικτής πτώχευσης του ελληνικού δημοσίου, με πλήρη εκκαθάριση του ενεργητικού και του παθητικού. Δεν το πράττουν, όμως, διότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το κράτος, όπως θα αντιμετώπιζαν μια οποιαδήποτε πτωχευμένη επιχείρηση.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Κάθε άλλο. Η διαχείρισή του είναι εξαιρετικά δύσκολη και επώδυνη. Και για τους δανειζόμενους, αλλά και για τους δανειστές. Πολύ περισσότερο, για τους δανειζόμενους, αλλά αυτό δεν αλλάζει, ούτε απαλύνει, την δύσκολη θέση των δανειστών, όσο και αυτοί βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τον οφειλέτη τους.

Όπως έχουμε πει, το επίσημο ελληνικό δημόσιο χρέος, παρά τα δύο κουρέματα, που έχει υποστεί, εξακολουθεί να βρίσκεται στα επίπεδα των 320 - 340 δισ. € και είναι, εντελώς, αδύνατο να θεωρηθεί, ως διαχειρίσιμο. Αυτό είναι, πλήρως, γνωστό στους ενδαφερόμενους (στο Δ.Ν.Τ. και στους Ευρωπαίους - κυρίως στους Γερμανούς, οι οποίοι θα κληθούν να πληρώσουν τα σπασμένα). Για τον λόγο αυτόν έχει αρχίσει ένας υπόγειος πόλεμος, ο οποίος, όσο περνάει ο καιρός γίνεται φανερός, ο οποίος εκπορεύεται από το Βερολίνο και στοχεύει στην συμμετοχή του Δ.Ν.Τ., σε ένα πιθανό κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους προς τους λεγόμενους θεσμικούς φορείς - δηλαδή προς τα κράτη της ευρωζώνης, το ευρωσύστημα και το Δ.Ν.Τ.

Οι Γερμανοί επιδιώκουν την συμμετοχή του Δ.Ν.Τ., ως διαπραγματευτικό χαρτί και με το επιχείρημα ότι, για την αποτυχία των προγραμμάτων, που αφορούν την ελληνική οικονομία, το Δ.Ν.Τ. είναι συνυπεύθυνο και πρέπει να επωμισθεί μέρος της ευθύνης συμμετέχοντας στο κούρεμα των απαιτήσεών του, από το ελληνικό δημόσιο, προκειμένου τα στελέχη του να παύσουν να απαιτούν μια διαγραφή των απαιτήσεων της ευρωζώνης της τάξης του 40% και η οποία διαγραφή συμποσούται, περίπου, στο ύψος των 100 δισ. €.

Έτσι, το Δ.Ν.Τ. κρατάει καθυστέρηση και αργεί να εγκρίνει και να εκταμιεύσει την συμμετοχή του στις δόσεις του δανείου, που απορρέει από το αναθεωρημένο 2ο Μνημόνιο και φυσικά, επικαλούμενο την κατοχυρωμένη νομική του θέση, ως προτιμώμενου δανειστή, ο οποίος προηγείται οποιουδήποτε άλλου, για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, επιμένει στην θέση του, για ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους από την μεριά της ευρωζώνης, κατά 100 δισ. € και όχι κατά 50 δισ. € όπως επιθυμούν οι ευρωζωνίτες, οι οποίοι σχεδιάζουν, κατά πάσαν πιθανότητα, να φορτώσουν την μείωση αυτή στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, ο οποίος συμμετέχει, κατά 38,5% στο ελληνικό δημόσιο χρέος, μέσω της χρηματοδότησης του ελληνικού κράτους, με την αγορά των βραχυπρόθεσμων εντόκων γραμματίων.

Το Δ.Ν.Τ. θεωρεί αδιέξοδη αυτή την τακτική των ευρωζωνιτών και φυσικά, πιστεύει, ορθά, ότι μια τέτοια κίνηση, με μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, με μια νέα χρεωκοπία, έναντι των τραπεζών, αλλά και μέρους των θεσμικών φορέων της ευρωζώνης, δεν θα είναι αποτελεσματική και δεν θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία, λόγω του μικρού ποσού της ελάφρυνσης, αφού, το υπόλοιπο χρέος, θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το 100% του ελληνικού ΑΕΠ και θα κυμαίνεται, λίγο πάνω, ή λίγο κάτω, από τα 300 δισ. €. 

Όλα αυτά θα αποτρέψουν την επάνοδο του ελληνικού δημοσίου στις αγορές ομολόγων και θα εξακολουθήσουν να βυθίζουν την ελληνική οικονομία στην ύφεση, ακόμη και εάν η χώρα (κάτι το εξαιρετικά δύσκολο) καταφέρει να βγει στις αγορές και να δανειστεί. Μια τέτοια έξοδος στις αγορές για δανεισμό, θα είναι θνησιγενής, αφού το επιτόκιο δανεισμού θα είναι εξαιρετικά υψηλό (όπως συμβαίνει, τώρα, με την Ιρλανδία) και η χώρα, σύντομα, θα επιστρέψει στις παρούσες δυσκολίες δανειοδότησης και στην ανεπάρκεια δανεισμού, αφού δεν θα μπορεί να αναχρηματοδοτήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, ακόμη και εάν επιτύχει να έχει ένα, μακροπρόθεσμα, διατηρήσιμο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στα δημοσιονομικά της αποτελέσματα.

Το συμπέρασμα είναι ότι, για να μπορέσει το ελληνικό πρόγραμμα να βρει μια κατάληξη, πρέπει να γίνει αυτό που, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, σταθερά, υποστηρίζω. Το ελληνικό δημόσιο χρέος πρέπει να αναληφθεί, ως προς την εξυπηρέτησή του, από την ευρωζώνη, ή να αναδιαρθρωθεί, ριζικά. Φυσικά, προτιμώτερη είναι η πρώτη λύση, αλλά, στην πράξη, οι ευρωζωνίτες, έχοντας στα χέρια τους τα 240 δισ. €, από το σύνολό του, μπορούν να κάνουν έναν συνδυασμό αναδιάρθρωσης και αποπληρωμής του. Αυτό, όμως, δεν το επιθυμούν. Γι' αυτό και πιέζουν το Δ.Ν.Τ., προσπαθώντας να το κάνουν να παύσει να ομιλεί, για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Και τούτο επειδή γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι τα δάνεια, που χορηγεί το Ταμείο στο ελληνικό κράτος και τα οποία, εάν ολοκληρωθεί το πράγραμμα, θα φθάσουν στα 40 δισ. €, θα κληθούν να τα πληρώσουν οι ευρωζωνικοί μηχανισμοί.

Όπως είπαμε, το Δ.Ν.Τ. τελεί, υπό το καθεστώς του προτιμώμενου δανειστή, προηγείται έναντι κάθε άλλου δανειστή, ως προς την ικανοποίηση των απαιτήσεών του και οι δανειστικές απαιτήσεις του δεν μπορούν να μειωθούν. Μια οποιαδήποτε μείωση των απαιτήσεων του Δ.Ν.Τ., από το ελληνικό δημόσιο, θα αποτελούσε σκάνδαλο και θα ήταν ένα πολύ κακό προηγούμενο, αφού η Ελλάδα δεν είναι κάποια υπανάπτυκτη χώρα. Ανήκει στον αναπτυγμένο κόσμο και δεν νοείται διαγραφή των χρεών της. Ως εκ τούτου, η ευρωζώνη, με προεξάρχουσα την Γερμανία, καλείται να επωμισθεί μια διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους της τάξεως των 100 δισ. € και να φροντίσει, για την αποπληρωμή και των 40 δισ. € (συν τους τόκους) της συμμετοχής του Δ.Ν.Τ.

Η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ θεωρεί ότι ένα τέτοιο βάρος είναι αδύνατο να το επωμισθεί, ακόμη και μετά τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, η διεξαγωγή των οποίων δεν λύνει τα χέρια των Γερμανών πολιτικών, αφού η Γερμανία, ως ομοσπονδιακό κράτος, που είναι, βρίσκεται σε διαρκή προεκλογική περίοδο και το γερμανικό κοινό - το οποίο γαλουχεί, όμως, η ίδια - δεν είναι διατεθειμένο να δεχθεί τέτοιες λύσεις. Η Γερμανία δεν θέλει να επωμισθεί το βάρος μιας δραστικής ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, προς τους θεσμικούς φορείς της ευρωζώνης, όχι τόσο, λόγω του ύψους των 140 δισ. €.

Ένα μέρος του προβλήματος είναι το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να κουρευτεί το ελληνικό δημόσιο χρέος, προς το ευρωσύστημα. Ο λόγος είναι πολύ απλός. ο Μηχανισμός Στήριξης, ο ESM, που χρηματοδοτεί την χώρα από την εποχή του του 2ου Μνημόνιου (μετά τον Φεβρουάριο του 2012) προβλέπει στο άρθρο 32, παρ. 8 του καταστατικού του ότι στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των δραστηριοτήτων του, όλη η περιουσία του, οι χρηματοδοτικοί του πόροι και τα στοιχεία ενεργητικού του Μηχανισμού δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό, ή ρύθμιση, ή έλεγχο, ή ειδικές συμφωνίες οποιασδήποτε φύσεως.

Βέβαια, δεν εξαντλείται εδώ το πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί, αν δεχτούμε ότι το ύψος των δανεισθέντων ποσών στο ελληνικό κράτος συμποσούται σε επίπεδα κατά πολύ μεγαλύτερα των 240 δισ. €, που, τώρα, φαίνεται να είναι το ποσόν που οφείλεται στην ευρωζώνη και στους θεσμικούς φορείς. Ο Γιάννης Στουρνάρας έχει αναφέρει στην Βουλή ότι το ποσόν της οφειλής της Ελλάδας στο ευρωσύστημα ανέρχεται στα 550 δισ. € και κατά πάσαν πιθανότητα, συμπεριλαμβάνει και τις εγγυήσεις του ελληνικού κράτους, ύψους, περίπου, 320 δισ. €, για τις ενισχύσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το ευρωσύστημα, μέσω του ELA.

Έτσι, το κόστος της ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, με δεδομένο ότι αυτές οι εγγυήσεις έχουν, ουσιαστικά, καταπέσει, γίνεται δυσθεώρητο. Αλλά και πάλι το πρόβλημα δεν τελειώνει εδώ και δεν βρίσκεται ούτε στο ύψος του, ούτε στην σύνθεσή του. (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτές οι πτυχές του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι σημαντικές. Κάθε άλλο. Είναι πολύ σημαντικές και δεν μπορούν να παραβλεφθούν).

Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι την Ελλάδα θα ακολουθήσουν και οι άλλες χώρες που βρίσκονται, υπό το καθεστώς Μνημονίων, οι οποίες θα απαιτήσουν και αυτές ελάφρυνση των δημοσίων χρεών τους, όπως και η Ιταλία, η οποία, ήδη, το απαιτεί, αφού χρέος της είναι μη διαχειρίσιμο, με δεδομένο το γεγονός ότι ξεπερνάει τα 2 τρισ. €. Και φυσικά, μετά την Ιταλία, σειρά θα πάρει και η Ισπανία.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το βάρος της διαχείρισης ενός δημόσιου χρέους, το οποίο δεν είναι διαχειρίσιμο, οδηγεί την τρόϊκα των εκπροσώπων των δανειστών στην αγωνιώδη προσπάθεια της άμεσης ανάσχεσης και του τερματισμού της διεύρυνσής του, η οποία προσπάθεια εντοπίζεται στον μηδενισμό του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος και έρχεται να συναντήσει την βασικότερη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία των τροϊκανών.

Όπως έχουμε πει, αυτή η ιδεοληψία είναι η έμπρακτη πεποίθησή τους ότι η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερεπένδυση, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύει η ύφεση που την κτύπησε στα τέλη του 2008 και την οποία οι τροϊκανοί μετέτρεψαν, σε (τουλάχιστον) μεσομακροπρόθεσμη οικονομική κρίση, η ελληνική οικονομία πάσχει από υπεραποταμίευση, που εκφράστηκε, με την μαζική απώλεια και φυγή των καταθέσεων, ήδη, από το 2002, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη και η οποία εντάθηκε από το 2009 και επιταχύνθηκε από το 2010, όταν άρχισε να φαίνεται ότι η χώρα, πιθανότατα, θα εγκαταλείψει το ευρώ.

Έτσι, λειτουργώντας, με την λογική της θεωρίας, περί υπερεπένδυσης στην ελληνική οικονομία, οδηγούνται στην πολιτική της "απομόχλευσης" του ΑΕΠ της χώρας, το οποίο θεωρείται, ως προϊόν "φούσκας", την οποία αποτελούν οι επενδύσεις και η κατανάλωση, οι οποίες, με την σειρά τους "απομοχλεύονται", με την τροϊκανή πολιτική της σαρωτικής λιτότητας. Έτσι, το ελληνικό ΑΕΠ έχει καταβαραθρωθεί και από τα 231,081 δισ. €, που ήταν το 2009, κατακρημνίστηκε στα 193,749 δισ. € το 2012 και έπεται συνέχεια και το 2013, το οποίο - στην καλύτερη περίπτωση - θα κλείσει, με μια μεγαλοπρεπή πτώση στα 183 δισ. €, την ώρα που οι στουρνοσαμαράδες προπαγανδίζουν, με την θερμή στήριξη της γερμανικής κυβέρνησης και των ευρωζωνιτών, το κωμικοτραγικό σήριαλ του "Greek success story"

Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πράγματα θα πάνε, ακόμη, χειρότερα.

Η ελληνική βιομηχανία καταρρέει, αφού οι παραγγελίες τον περασμένο Μάρτιο έπεσαν, κατά 12,7%, σε σχέση με τον Μάρτιο του 2011, οπότε είχαν πέσει κατά 1,9%, ενώ το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο μειώθηκε, με έναν σαρωτικό τρόπο, ο οποίος είναι καταστροφικός για την ελληνική οικονομία, αφού οι εισαγωγές έπεσαν, κατά 30%, κτυπώντας κάθε επενδυτική δραστηριότητα στην ελληνική παραγωγή. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές τον Μάρτιο του 2013 μειώθηκαν και αυτές, κατά 8%, αποδεικνύοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να παραμένει μη ανταγωνιστική.

Όργανο, γι' αυτήν την πολιτική, φαίνεται ότι είναι η συνάρτηση της κατανάλωσης και συγκεκριμένα η υλοποίηση στην πράξη των προβλέψεων της κεϋνσιανής θεωρίας, περί φθίνουσας οριακής και μέσης ροπής προς κατανάλωση. Μπορεί οι τροϊκανοί να διαφωνούν, με την κεϋνσιανή θεωρία, αλλά, γι' αυτούς, η χρήση της συνάρτησης της κατανάλωσης είναι ένα πολύ καλό εργαλείο, για να κάνουν την δουλειά τους, σε βραχυχρόνιο - υποτίθεται - επίπεδο. Όπως, άλλωστε, έχει πει ο Poul Tomsen, "δεν είναι δυνατόν να κάνεις δημοσιονομική εξυγίανση, χωρίς να δημιουργήσεις ύφεση στην οικονομία"

Και φυσικά, δεν μπορείς να φέρεις ύφεση στην οικονομία, εάν δεν συρρικνώσεις την κατανάλωση. Και δεν μπορείς να συρρικνώσεις την κατανάλωση - προσθέτω εγώ -, εάν δεν ενθαρρύνεις την αποταμίευση και εάν δεν αποδιοργανώσεις τις επενδύσεις.

Είπε, λοιπόν, κανείς ότι οι τροϊκανοί δεν είναι κεϋνσιανοί; Προφανώς και είναι. 

Μόνο που είναι, με τον δικό τους τρόπο και εξυπηρετώντας τους δικούς τους στόχους και τα συμφέροντα των δανειστών, που εκπροσωπούν.

Παρ' όλ' αυτά, όμως, όσο και αν επιμένουν να αντιμετωπίζουν την ελληνική οικονομία, ως μια υπερεπενδυμένη οικονομία, η οποία χρειάζεται απομόχλευση, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία, όταν τους έφερε εδώ η προδοτική κυβέρνηση του αφελούς ΓΑΠ, ο οποίος, προφανώς, εξυπηρέτησε αλλότρια συμφέροντα, δεν έπασχε από υπερεπένδυση. Έπασχε από υπεραποταμίευση. Αυτό που συνέβη είναι ότι η ελληνική οικονομία κτυπήθηκε από την μετρίας εντάσεως διεθνή ύφεση του 2008 και παρουσίασε όλα εκείνα τα φαινόμενα, τα οποία είναι συστατικό στοιχείο της κεϋνσιανής θεωρίας, για την συνάρτηση της κατανάλωσης.

Χρήσιμο είναι να θυμηθούμε, εδώ, την θεωρία του John Maynard Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης (consumption function) :


Ας δούμε, κατ' αρχήν, το παραπάνω σχήμα. Αυτό απεικονίζει την συνάρτηση της κατανάλωσης, περίπου, με τα τρία χαρακτηριστικά, που περιλαμβάνει η θεωρία του John Maynard Keynes

α) η οριακή ροπή κατανάλωσης c κυμαίνεται μεταξύ του 0 και του 1, 

β) η μέση ροπή κατανάλωσης μειώνεται προϊόντος του χρόνου και 

γ) το εισόδημα καθορίζει την κατανάλωση (αν και αυτό δεν σημαίνει ότι το επιτόκιο δεν παίζει ρόλο στα επίπεδα κατανάλωσης. Παίζει ρόλο, αλλά αυτός είναι δευτερεύων και έτσι, για λόγους απλούστευσης, το επιτόκιο δεν περιλαμβάνεται στο σχήμα αυτό). 

Οριακή ροπή κατανάλωσης είναι η κλίση της συνάρτησης κατανάλωσης. Η μέση ροπή κατανάλωσης C/Y ισούται με την κλίση της γραμμής που ξεκινάει από την αρχή των αξόνων και καταλήγει να συναντάει την συνάρτηση κατανάλωσης.
                                                         _
Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι : C είναι η σταθερά που αποκαλείται "αυτόνομη κατανάλωση" και είναι >0. (Η "αυτόνομη κατανάλωση" δεν εξαρτάται από το εισόδημα. Τα άτομα καταναλώνουν αγαθά και υπηρεσίες, που έχουν αξία, ακόμη και όταν το εισόδημά τους ισούται, με το μηδέν. Αυτό το τμήμα της κατανάλωσης ονομάζεται αυτόνομη κατανάλωση). C είναι η κατανάλωση. Y είναι το διαθέσιμο εισόδημα.  Τέλος, c είναι η οριακή ροπή κατανάλωσης, η οποία είναι >0 και <1. Επίσης, APC είναι η μέση ροπή κατανάλωσης και MPC είναι η οριακή ροπή κατανάλωσης.

Όπως έχω γράψει στο παρελθόν, η τοποθέτηση και η εισήγηση του J. M. Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης, υπήρξε προϊόν των λογικών συνεπαγωγών του ανδρός, οι οποίες εξήχθησαν από την παρατήρηση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930 και από την προσωπική του διαίσθηση. Δεν ήσαν προϊόν επιστημονικών μετρήσεων και καταγραφής των δεδομένων, αφού, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν τέτοιες μετρήσεις. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, η κατανάλωση και οι προδιοριστικοί της παράγοντες δεν είχαν καμμία βαρύτητα στα μυαλά των κλασικών οικονομολόγων. Επρόκειτο, σύμφωνα, με τις κρατούσες πεποιθήσεις της οικονομολογικής "σοφίας", εκείνης της εποχής, για επιφαινόμενα και όχι για την ουσία των επιστημονικών δεδομένων. Μια ουσία, η οποία εστρέφετο προς και είχε, ως επίκεντρο, την παραγωγή.

Σχεδόν αμέσως, μετά την διατύπωση της θεωρίας για την συνάρτηση κατανάλωσης, με τις παραδοχές, που απεικονίζονται στο παραπάνω σχήμα, άρχισαν οι αναζητήσεις και οι έρευνες για την ορθότητα της θεωρίας και των παραδοχών της. Και φυσικά, οι έρευνες έδειξαν ότι η κεϋνσιανή θεωρία για την συνάρτηση κατανάλωσης είναι μια πολύ καλή προσέγγιση της πραγματικότητας, όσον αφορά την συμπεριφορά των καταναλωτών.

Έτσι, διαπιστώθηκε ότι τα νοικοκυριά, που είχαν υψηλά εισοδήματα, είχαν και την τάση να καταναλώνουν περισσότερο από τα πτωχότερα. Αυτό σήμαινε ότι η οριακή ροπή κατανάλωσης αυτών των νοικοκυριών είναι μεγαλύτερη από το μηδέν.

Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα νοικοκυριά, με το υψηλότερο εισόδημα είχαν την τάση να αποταμιεύουν περισσότερο από τα πτωχότερα και ότι όσο αυξάνεται το εισόδημά τους, αποταμιεύουν ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του. Αυτό σήμαινε ότι η μέση ροπή κατανάλωσης μειώνεται, όσο αυξάνεται το εισόδημά τους.

Αλλά, πέρα από τις βραχυπρόθεσμες έρευνες, που έγιναν στα νοικοκυριά, κατά την διάρκεια της κρίσης (αυτό που τώρα, οι οικονομολόγοι ονομάζουν βραχυχρόνιες σειρές δεδομένων), και στην εξέταση των συναθροιστικών στοιχείων, κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου (δηλαδή στις μακροχρόνιες σειρές δεδομένων) οι έρευνες έδειξαν ότι τα στοιχεία αυτά, όσον αφορά την κατανάλωση και το εισόδημα, στηρίζουν την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές του J. M. Keynes.

Αυτή την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές του μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου έρχονται να εφαρμόσουν οι τροϊκανοί εκπρόσωποι των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού κράτους, παρά το γεγονός ότι θέλουν να πιστεύουν (ή θέλουν να κάνουν τους άλλους να νομίζουν ότι οι ίδιοι οι τροϊκανοί πιστεύουν) ότι αυτή η συνάρτηση θα λειτουργήσει μόνον στις βραχυπρόθεσμες χρονικές σειρές και θα ανατραπεί, όταν ακολουθήσουν οι μακροπρόθεσμες.

Φυσικά, κάτι τέτοιο, με τα παρόντα δεδομένα, δεν πρόκειται να υπάρξει. 

Και θα εξακολουθήσει να μην υπάρχει, για όσο χρονικό διάστημα ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική της μαζικής λιτότητας και του ξεχαρβαλώματος του ελληνικού κράτους, για χάρη της εξαφάνισης του πρωτογενούς, στην αρχή και του δευτερογενούς, στην συνέχεια, δημοσιονομικού ελλείμματος και για όσο δεν υπάρχουν μαζικές δημόσιες δράσεις στην οικονομία, με κρατικές επενδύσεις και στήριξη της καταρρέουσας κατανάλωσης.

Ύστερα από όλα αυτά, γίνεται κατανοητή η νέα απόπειρα της γερμανικής ελίτ να παρουσιάσει και να φέρει και πάλι στο προσκήνιο την παλιά της ιδέα, για την οποία έχουμε κάνει λόγο και η οποία συνίσταται σε μια Grexit, δηλαδή στην προσωρινή έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη και την - υποτιθέμενη - επάνοδό της, σε αυτήν, όταν τα μακροοικονομικά της μεγέθη και η δομή της οικονομίας της το επιτρέψουν, χωρίς, φυσικά, την διαγραφή των υποχρεώσεων του ελληνικού δημοσίου, προς το ευρωσύστημα και τα κράτη της ευρωζώνης.

Φυσικά, μια τέτοια "λύση", η οποία θα είναι καταστροφική για την ελληνική οικονομία, αφού θα διογκώνει το τοκιζόμενο και μη εξυπηρετούμενο δημόσιο χρέος της, προς την ευρωζώνη, το οποίο θα παραμένει εκφρασμένο σε ευρώ (εάν η ευρωζώνη επιβιώσει) και θα εξακολουθεί να είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί και σε αυτό θα προστεθεί και όλο το πρόσθετο χρέος, το οποίο θα δημιουργηθεί, με βάση το εθνικό νόμισμα της χώρας, το οποίο θα εκφράζεται σε ευρώ (εκτός εάν καταφύγει σε εκτεταμένη χρήση του seigniorage). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στον διεθνή δανεισμό θα εξακολουθήσει να είναι ακριβή, όπως ήταν και πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη και θα απομυζήσει όλες τις αναπτυξιακές δυνατότητες, που θα της δώσει η αντικατάσταση του ευρώ από το εθνικό νόμισμα.

Ως εκ τούτου, μια τέτοια "λύση" θα αποτελούσε την χείριστη δυνατή επιλογή, θα ήταν μη λύση και μια τυχούσα συμφωνία οποιασδήποτε ελληνικής κυβέρνησης, σε μια τέτοιου είδους "προσωρινή" έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, θα αποτελούσε μια προδοτική συμφωνία, η οποία θα στρεφόταν εις βάρος των ζωτικών συμφερόντων του πληθυσμού της χώρας.

Το έχουμε ξαναπεί. Απαραίτητη προϋπόθεση μιας τέτοιας εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη (η οποία θα ήταν καλό να αποφευχθεί), εφόσον κριθεί ότι το ελληνικό δημόσιο δεν πρέπει, για γενικότερους λόγους, που σχετίζονται με την μη διατάραξη των σχέσεών της με τους εταίρους της, να καταφύγει στην εκτύπωση ευρώ και να μην ασκήσει το seigniorage,  θα ήταν η μαζική διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο εκφραζόμενο σε ευρώ, θα πρέπει να συρρικνωθεί και να παραμείνει, σε επίπεδα, τα οποία να βρίσκονται κάτω του 20% του ελληνικού ΑΕΠ, όπως ακριβώς συνέβαινε με το εκφρασμένο σε ξένα νομίσματα ελληνικό δημόσιο χρέος, πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη.

Μια εναλλακτική λύση θα ήταν η μετατροπή του τμήματος εκείνου του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ της χώρας, στο εθνικό νόμισμα της χώρας, προκειμένου να καταστεί διαχειρίσιμο και να μπορεί να εξυπηρετείται, μέσα από την νομισματοποίησή του.

Τρίτη λύση θα ήταν η ανάληψη της εξυπηρέτησης του συνόλου (ή του μεγαλύτερου μέρους) του ελληνικού δημόσιου χρέους από τους μηχανισμούς του ευρωσυστήματος.Αλλά μια τέτοια λύση καθιστά, σε μεγάλο βαθμό, ανεπίκαιρη την όποια προσωρινή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη.

Αυτή η αμείλικτη πραγματικότητα είναι που προβληματίζει το σύνολο της γερμανικής ελίτ, της οποίας οι προβληματισμοί είναι προφανές ότι δεν σταματούν στην Ελλάδα. Την χώρα μας την χρησιμοποιούν, ως ένα εργαλείο, το οποίο ανοίγει δρόμους για ευρύτερες γεωπολιτικές μεταβολές στον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες συνδέονται με την τύχη της ευρωζώνης.

Έτσι απέναντι στην επίσημη πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης η οποία επιθυμεί την παραμονή της ευρωζώνης, ως έχει, δηλαδή, ως νομισματικής ένωσης, η οποία έχει περιπέσει στην κατάσταση ενός νεκροζώντανου ζόμπυ, αποτελεί κοινό μυστικό - το οποίο ακούγεται δυσάρεστα στο Παρίσι στο Λονδίνο και στην Ουάσινγκτων - ότι η γερμανική ελίτ επεξεργάζεται σχέδια και λύσεις για ένα Gerexit. Τα σχέδια αυτά και οι επιδιωκόμενες λύσεις,  προβλέπουν την αντικατάσταση της ευρωζώνης, από άλλα μικρότερα γεωπολιτικά και οικονομικά σχήματα, ή την επιστροφή στην πρότερη της ευρωζώνης κατάσταση, με την επάνοδο στο μάρκο και στα άλλα εθνικά νομίσματα.

Η ίδρυση του κόμματος "Εναλλακτική για την Γερμανία" (AfD),  το οποίο τώρα κινείται σε ποσοστά, γύρω στο 3%, ενώ 10 ημέρες προηγουμένως, βρισκόταν στο 2%, με μια δυναμική, που αν συνεχισθεί, ενδέχεται, μέχρι τις εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, να το οδηγήσει να φθάσει και να ξεπεράσει το όριο του 5% των ψήφων, που προβλέπεται, για την είσοδο ενός κόμματος στην γερμανική Βουλή και να δημιουργήσει νέα δεδομένα στη σύνθεσή της, δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής ελίτ παίρνει τα μέτρα της, εν όψει των εξελίξεων, που αναμένονται στην ευρωζώνη και δείχνει τις ευρύτερες στοχεύσεις της, οι οποίες, φυσικά, δεν εξαρτώνται από την εκλογική τύχη του κόμματος αυτού, το οποίο, ούτως ή άλλως, καλλιεργεί κλίμα στην γερμανική κοινωνία και φυσικά δυσχεραίνει τις κινήσεις του παρόντος κυβερνητικού συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών και των Φιλελεύθερων, αφού τους αφαιρεί εκλογικό ακροατήριο και δυσκολεύει την είσοδο του μικρότερου εταίρου του κυβερνητικού συνασπισμού, αφού το FPD του Philipp Rösler ασθμαίνει και δεν μπορεί να πιάσει το όριο του 5%, που αποτελεί το όριο εισόδου στην γερμανική βουλή, καθιστώντας πιθανό έναν νέο "μεγάλο συνασπισμό" των Χριστιανοδημοκρατών, με το αναιμικό SPD, το οποίο θα αποτελέσει και πάλι έναν βολικό όμηρο, εάν προκύψει ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα.

Όμως, όποιο και αν είναι το κυβερνητικό σχήμα στην Γερμανία, μεγάλα τμήματα των ελίτ της χώρας αυτής, είτε βρίσκονται στα δεξιά, είτε στο κέντρο, είτε στην αριστερά του πολιτικού φάσματος, επεξεργάζονται λύσεις, οι οποίες θεωρούν δεδομένο ότι η ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη. (Και εδώ έχουν άδικο. Η ευρωζώνη, όχι μόνο δεν είναι βιώσιμη, αλλά είναι νεκρή).

Το πρόβλημά τους εντοπίζεται στο πως θα αποφύγουν να επωμισθούν τα βάρη των άλλων χωρών της ευρωζώνης, διότι κάτι τέτοιο θεωρούν ότι θα εξασθενίσει τις ίδιες και το σύνολο της γερμανικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, αυτό που τους απασχολεί, είναι το πως θα πείσουν τους άλλους (τους Γάλλους, αλλά, κυρίως, τον υπερατλαντικό γίγαντα) να αποδεχθούν τους σχεδιασμούς αυτούς, ατόφιους, ή σε παραλλαγές. Και αυτό, ομολογουμένως, δεν είναι καθόλου εύκολο. Αν ήταν, η Γερμανία θα είχε εγκαταλείψει την ευρωζώνη εδώ και πολύν καιρό.

Το βασικό σενάριο που διακινείται, από την γερμανική ελίτ, έχει να κάνει, με την συντεταγμένη διάλυση της ευρωζώνης, μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γερμανική ελίτ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, προκειμένου να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η οποία εμποδίζεται από το σκληρό ευρώ. Η επιστροφή αυτή πρέπει να γίνει, μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε., προκειμένου η υποτίμηση των νομισμάτων (της δραχμής, της πεσέτας, της λιρέτας κλπ) να μην ξεφύγει από τα όρια εκείνα που είναι αναγκαία, για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της κάθε οικονομίας και τα οποία κυμαίνονται, ανάμεσα στο 25% έως το 40%, έτσι ώστε ούτε το διευρωπαϊκό εμπόριο να βλαβεί, ούτε και οι χώρες, οι οποίες θα υποτιμήσουν τα νομίσματά τους, αφού οποιαδήποτε μεγαλύτερη υποτίμηση, από την αναγκαία, θα είναι καταστροφική και γι' αυτές και για το εμπόριο στον ευρωπαϊκό χώρο.

Μια διαφοροποιημένη άποψη, που, επίσης, διακινείται από την γερμανική ελίτ υποστηρίζει ότι η ευρωζώνη μπορεί να σωθεί, με την έξοδο κάποιων από τις χώρες, που συμμετέχουν σε αυτήν, χωρίς να μπορούν να ανταποκριθούν στους κανόνες της. Με την άποψη αυτή φαίνεται να συντάσσεται ο Γερμανός κεντροτραπεζίτης Jens Weidmann, ο οποίος από το περασμένο καλοκαίρι έχει υποστηρίξει την χειρουργική αποκοπή της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, από το ευρώ και την ζώνη του, προκειμένου να μπορέσει να σωθεί το θεσμικό πλαίσιο της νομισματικής ένωσης και το υπόλοιπο της ευρωζώνης, ως σύνολο.

Μια τρίτη άποψη που και αυτή περιφέρεται, ως πρόταση της γερμανικής ελίτ, συνοψίζεται στην διάσπαση της ευρωζώνης, με την αποχώρηση της Γερμανίας από την ευρωζώνη και την δημιουργία μιας νέας ένωσης, με άξονα το γερμανικό μάρκο, αφού η διατήρηση των τωρινών κανόνων στην ευρωζώνη, σε συνδυασμό με τις επιχειρούμενες διασώσεις των χωρών της ευρωζώνης και των τραπεζικών τους συστημάτων, δεν θα βοηθήσουν τις χώρες αυτές, ενώ, παράλληλα, θα αποδυναμώσουν την γερμανική οικονομία, η οποία θα υποστεί το βάρος της διάσωσής τους, χωρίς κανένα αντίκρυσμα. Έτσι, στην ουσία, προτείνετα η δημιουργία ενός ευρωμάρκου, γύρω από την ζώνη του οποίου θα συσπειρωθούν οι χώρες του βορρά και με την δυνατότητα μιας μελλοντικής μετάβασης οποιασδήποτε χώρας, από τα απομεινάρια της ευρωζώνης και το ευρώ, στην νέα αυτή ζώνη - με πρώτη και καλύτερη την Γαλλία, την οποία η γερμανική ελίτ θέλει να δελεάσει, προκειμένου να μην αντιδράσει στις αγωνιώδεις προσπάθειες της Γερμανίας να απεγκλωβιστεί από την χαοτική ευρωζώνη.

Υπό το πρίσμα των απόψεων αυτών, που συζητούνται, ανοικτά, στην Γερμανία, γίνεται κατανοητή η προσπάθεια της ελίτ της χώρας αυτής να εμπλέξει την χώρα μας στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της και να συνδυάσει μια ελληνική έξοδο από το ευρώ και την ζώνη του (είτε αυτή ονομασθεί προσωρινή, είτε όχι), με την διάλυση, ή την διάσπαση της ευρωζώνης, χρεώνοντας στην Ελλάδα αυτή την εξέλιξη. 

(Το ίδιο, άλλωστε, έπραξε και με την έναρξη της κρίσης της ευρωζώνης, χάρη στην βλακεία του ευήθους ΓΑΠ και της, απίστευτα, ανίκανης παρέας του, την οποία μετέτρεψε σε κυβέρνηση του τόπου, μετά την άνετη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, στις μοιραίες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009, που πυροδότησαν την θεσμική κρίση της ευρωζώνης, αφού αμέσως με την ανάλυψη των καθηκόντων της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, το οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, μετετράπη, ευθύς εξ αρχής, σε κρίση χρέους και στην συνέχεια σε ανεπάρκεια και αδυναμία δανεισμού).


Αυτήν την εμπλοκή στους μεσομακροπρόθεσμους σχεδιασμούς της γερμανικής ελίτ, η Ελλάδα πρέπει να την αποφύγει. Και φυσικά, θα πρέπει να αφήσει τους Γερμανούς να αναλάβουν, μόνοι τους, τις ευθύνες των σχεδιασμών τους.


Και αφού το πράξει αυτό, να διαπραγματευθεί τα πάντα, από την αρχή. Αφού, προηγουμένως, σταθμίσει τις συγκυρίες και προσδιορίσει αυτό που την συμφέρει περισσότερο, χωρίς ιδεοληψίες, εμμονές και ταμπού.

Κάτι τέτοιο, όμως, η κυβέρνηση των τριών προδοτών δεν το μπορεί...

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

2010 - 2013 : Η προκρούστεια παγίδευση της Ελλάδας ανάμεσα στην εξίσωση του μηδενισμού του δημοσιονομικού και του εμπορικού ελλείμματος και της ραγδαίας πτώσης των επενδύσεων. Οι υστερόβουλες προθέσεις της τρόϊκας των εκπροσώπων των δανειστών, οι ιδεοληψίες της για την ελληνική "κρίση υπερεπένδυσης" και η συνάρτηση της κατανάλωσης του John Maynard Keynes.


Η συνάρτηση της κατανάλωσης στην βραχυχρόνια και στην μακροχρόνια περίοδο, κατά την τρέχουσα οικονομική θεωρία.



Η συνάρτηση της κατανάλωσης (η σχέση της κατανάλωσης, με το εισόδημα) στην βραχυχρόνια και στην μακροχρόνια απεικόνισή της, εμφανίζει μια σημαντική απόκλιση στην συμπεριφορά. Στην βραχυχρόνια διάστασή της (απεικονίζεται με την ελαφρά πράσινη γραμμή) συμφωνεί με τις παρατηρήσεις του John Maynard Keynes, για την φθίνουσα, μέσα στον χρόνο, μέση ροπή προς κατανάλωση (Average Propensity to Consume).

Όμως, όταν εξετάζονται οι μακροχρόνιες περίοδοι (έντονη πράσινη γραμμή), διαπιστώνεται ότι η μέση ροπή προς κατανάλωση δεν πέφτει όταν αυξάνεται το εισόδημα, γεγονός το οποίο στηρίζει την κλασική και νεοκλασική θεωρία, η οποία δίνει προτεραιότητα στην συνάρτηση της παραγωγής.

Έτσι στην περίπτωση της βραχυχρόνιας συνάρτησης κατανάλωσης, η μέση ροπή προς κατανάλωση φθίνει και δικαιώνει τον Κέϋνς, ενώ στην περίπτωση της μακροχρόνιας συνάρτησης κατανάλωσης η μέση ροπή προς κατανάλωση εμφανίζεται, ως σταθερή και φαίνεται να ταριάζει με τους κλασικούς και τους νεοκλασικούς ισχυρισμούς.

Οι οικονομολόγοι, μέσα από αυτήν την παρατήρηση θεώρησαν ότι συμφιλίωσαν τα οικονομικά της ζήτησης, με τα οικονομικά της προσφοράς.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, όπως εξηγώ παρακάτω, η εμφανιζόμενη ως μακροχρόνια σταθερότητα της μέσης ροπής προς κατανάλωση και τα οικονομικά της προσφοράς, αποτελούν υποπερίπτωση της αποκαλούμενης βραχυχρόνιας συνάρτησης κατανάλωσης.

Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, επειδή λαμβάνουν χώρα, μέσα στα πλαίσια της εφαρμογής του κεϋνσιανού οικονομικού μοντέλου, με το μεγάλο κράτος - σταθεροποιητή των μακροοικονομικών μεγεθών, με όπλο την δημοσιονομική πολιτική και τις μεγάλες κρατικές δαπάνες και τα παρομοίως, μεγάλα κρατικά έσοδα. 

Το μοντέλο αυτό εφαρμόζεται, σε ποικίλες παραλλαγές, έως σήμερα και ενισχύει σημαντικά, μέσα από μια τεράστια ανακατανομή του πλούτου, τα καταναλωτικά επίπεδα του πληθυσμού των αναπτυγμένων χωρών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (και όχι μόνον αυτών). Αλλά, πέρα από το κράτος και τις δράσεις του, σημαντικός αρωγός, που ενισχύει την διατήρηση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, σε σταθερά επίπεδα, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα είναι και ο τεράστιος μηχανισμός του μάρκετινγκ, των τεχνικών των πωλήσεων, της μαζικής διαφήμισης και των διαρκώς ανανεούμενων αναγκών, που κατασκευάζονται και πλασσάρονται στις αγορές, είτε αυτές οι ανάγκες είναι πραγματικές, είτε όχι.

Ακόμη, με δεδομένη την παρατηρούμενη αδυναμία μετατροπής των αποταμιεύσεων, σε επενδύσεις, όπως κατέδειξαν η κρίση της δεκαετίας του 1930 και η σύγχρονη επιμένουσα διεθνής ύφεση, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008, για να αποδομήσει και να καταστήσει κλινικά νεκρή την ευρωζώνη, αλλά, ουσιαστικά, έχει τις ρίζες της στην παγκοσμιοποίηση, στην μεγάλη ανισοκατανομή του εισοδήματος και φυσικά στην πτώση της ροπής προς κατανάλωση, που τις ακολούθησε, γίνεται αντιληπτό το γεγονός ότι οι θεωρητικοί της παλαιότερης και της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης βιάστηκαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι συμφιλιώνουν την κεϋνσιανή ανάλυση για την συναθροιστική ζήτηση και την συνάρτηση της κατανάλωσης, με την κλασική και την νεοκλασική ανάλυση για την συναθροιστική προσφορά και την συνάρτησή της.

Αυτή η εσφαλμένη θεωρητική κατασκευή, που θέλει να συμφιλιώσει τις δύο αυτές ασύμβατες αναλύσεις, για να λειτουργήσει ως θεωρητικός επιστημονικός μανδύας της βραχυχρόνιας μείωσης των μακροοικονομικών μεγεθών, προκειμένου να αναταχθούν, σε "υγιή" βάση, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, δεν είναι ουδέτερη. Ούτε, φυσικά και επιστημονική. Είναι, ουσιαστικά, πολιτική επιλογή. 

Σε αυτήν την διχοτομική θεωρητική κατασκευή, που διαχωρίζει τις βραχυχρόνιες, από τις μακροχρόνιες τάσεις των καμπυλών της συνάρτησης κατανάλωσης είναι, που στηρίζει η τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού δημοσίου, την οικονομική πολιτική, που επιβάλλει στην Ελλάδα, αφού επιλέγει την συντριβή των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών - υποτίθεται - βραχυχρόνια, προκειμένου να τα ενισχύσει - υποτίθεται - μακροχρόνια.

Φυσικά, όλα αυτά είναι μια απάτη. Δεν ξέρω, εάν για τον Πόουλ Τόμσεν, τον Ματίας Μόρς και τον Κλάους Μαζούχ, ή την Κριστίν Λαγκάρντ και τους ομοίους της αυτή η απάτη είναι αυταπάτη. Πιθανόν ναι. Πιθανόν όχι. Αν και σίγουρο είναι ότι, κατά ένα μέρος, υπάρχουν και κάποια στοιχεία αυταπάτης, αφού οι ιδεολογικές αγκυλώσεις και οι ιδεοληψίες δεν λείπουν, στον χώρο των δανειστών και των εκπροσώπων τους.

Αυτή την απάτη και τα αδιέξοδά της θα διερευνήσουμε σήμερα. Ας δούμε το όλο ζήτημα περισσότερο αναλυτικά.

Η μόνιμη απορία όσων παρακολουθούν την εξέλιξη των ακολουθούμενων πολιτικών στην Ελλάδα, οι οποίες εκπορεύονται από το διαρκώς αναθεωρούμενο μίγμα των οικονομικών συνταγών, που επιβάλλει και εφαρμόζει η τρόϊκα των τοκογλύφων δανειστών του ελληνικού κράτους - και η οποία, έως τώρα, δεν έχει καταφέρει να εισπράξει ούτε ένα ευρώ από το τοκογλυφικό ελληνικό δημόσιο χρέος, εντοπίζεται στο "πού το πάει" η τρόϊκα. Παρά το γεγονός ότι, ήδη, οι μνημονιακές πολιτικές στην Ελλάδα, με όλες τις, κατά καιρούς, αναθεωρήσεις τους, έχουν κλείσει τρία έτη εφαρμογής, η απορία παραμένει και ολοένα και μεγαλώνει.

Αυτό, φυσικά, έχει να κάνει, με το γεγονός ότι οι πολιτικές της τρόϊκας φαίνονται - και σε έναν μεγάλο βαθμό είναι -, όχι μόνον, απίστευτα, αναποτελεσματικές, αλλά και πλήρως καταστροφικές, για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, αφού κατάφεραν να διογκώσουν ένα πρόβλημα, του οποίου το μέγεθος ήταν της τάξεως των 34 δισ. € (όσο, περίπου και το εμφανιζόμενο ως ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009), ανεβάζοντας, τώρα, το κόστος του, στα 500 δισ. € (και ακόμη περισσότερο), ενώ η εξέλιξή του, κατά το προσεχές μέλλον θα ανέλθει σε πολύ μεγαλύτερα επίπεδα.

Το χειρότερο είναι ότι τρία χρόνια μετά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εκείνη που βρισκόταν το 2009.

Ας θυμηθούμε τα μεγέθη :

Το ελληνικό ΑΕΠ το 2012 έπεσε, ακολουθώντας μια φρενήρη οπισθοδρομική πορεία, στα 193,74 δισ. € (και το 2013, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα χάσει άλλα 10 δισ. €, για να φθάσει στα 183 δισ. €), ενώ το 2009 βρισκόταν στα 231,08 δισ. €. Και φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2009 ήταν έτος κρίσης, αφού το ΑΕΠ εκείνη την χρονιά, μειώθηκε, σε σχέση με το ΑΕΠ του 2008, στο τέλος του οποίου έφθασε στα 233,19 δισ. €.

Το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο στα τέλη του 2009 είχε κλείσει στα 298 δισ. € και στο πρώτο τετράμηνο του 2010 ήταν κοντά στα 340 δισ. €, τώρα, μετά από δύο κουρέματα (με το PSI του Μαρτίου του 2012 και την "επαναγορά ομολόγων" του Δεκεμβρίου του 2012), έκλεισε το 2012 στα 303,9 δισ. € (στο ποσόν αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται τα 50 δισ. € για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, που στην μεγάλη τους πλειοψηφία δόθηκαν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους), για να φθάσει στο πρώτο τετράμηνο του 2013 στα 340 δισ. € και προφανώς, τώρα είναι ακόμη μεγαλύτερο, μετά τον πρόσφατο δανεισμό της χώρας από την δόση του Μαΐου, αλλά και από την πώληση έντοκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, προκειμένου να αποπληρωθούν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, που βρίσκονταν στα χέρια της Ε.Κ.Τ.,  η οποία αθέτησε την μνημονιακή της δέσμευση να πάει, για αργότερα, την πληρωμή τους.

Όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα, αυτό παραμένει σε υψηλά επίπεδα και από το εμφανιζόμενο 15,6% του ΑΕΠ κατά το 2009, έφθασε, μετά από τόσα μέτρα, κατά το 2012, στο 10% του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας, μια επιδείνωση, σε σχέση, με το 2011, αφού εκείνη την χρονιά είχε κλείσει στο 9,5% του ΑΕΠ.

(Λένε ότι αυτή η επιδείνωση είναι περιστασιακή και ότι οφείλεται στην διάσωση του τραπεζικού συστήματος και όχι σε πρωτογενείς δαπάνες, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Το δημόσιο έλλειμμα επιδεινώθηκε. Και μάλιστα, με έναν, κατ' εξοχήν, μη παραγωγικό τρόπο, ο οποίος υπήρξε τοκογλυφικός, αφού επιβάρυνε το δημόσιο χρέος, εξ αιτίας του απλούστατου γεγονότος ότι το ελληνικό δημόσιο δανείστηκε, για να σώσει το τραπεζικό σύστημα).

Όσον αφορά τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία, τα στοιχεία είναι, εξόχως, δραματικά και δείχνουν το ασύλληπτο μέγεθος της καταβαράθρωσής της :  Από 45,932 δισ. €, που ήσαν το 2009, το 2012 κατακρημνίστηκαν στα 25,468 (ενώ το 2008, που ήταν το έτος αρχής της κρίσης, το μέγεθος των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου έφθασε στα 52,607 δισ. €).

Μέσα σε αυτόν τον κακό χαμό, η κυβέρνηση διοχετεύει, παρασκηνιακά, την πληροφορία ότι η Ε.Κ.Τ. θα αναλάβει το ποσόν των 50 δισ. €, που ξοδεύτηκε, για την, εντελώς, αποτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών και θα το αφαιρέσει από το ελληνικό δημόσιο χρέος. Φυσικά, η πληροφορία αυτή - η οποία στηρίζει το σκεπτικό της ότι οι απαιτήσεις της Ε.Κ.Τ. θα καλυφθούν από την μεταγενέστερη πώληση των τραπεζών αυτών - αποτελεί διακαή και ευσεβή πόθο των στουρνοσαμαράδων και διοχετεύεται, για να φτιαχτεί το κατάλληλο κλίμα, αλλά, επί του παρόντος, ελέγχεται, ως προς την ακρίβειά της, διότι τα λόγια της τρικομματικής κυβέρνησης έχει αποδειχθεί, επανειλλημένως, ότι είναι λόγια του αέρα. Κάτι σαν τις πορδές, δηλαδή.

Αλλά, ακόμα και αν επαληθευθεί η πληροφορία αυτή, μετά τις γερμανικές εκλογές, η δραματική κατάσταση, με το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί. Το γιατί δεν θα διαφοροποιηθεί είναι φανερό. Οι λόγοι είναι δύο :

α) Στην περίπτωση που η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, με τα 50 δισ. €, μετακυλιθεί από το ελληνικό κράτος στην Ε.Κ.Τ., το ποσόν αυτό θα παύσει να εμφανίζεται στο φανερό δημόσιο χρέος της χώρας, αλλά μεταφερόμενο, ως υποχρέωση της χώρας, στο ευρωσύστημα, θα μετατατραπεί σε κρυφό χρέος της χώρας προς την Ε.Κ.Τ. Αυτό, όμως, δεν είναι και το πιο σημαντικό.

β) Το ελληνικό δημόσιο χρέος και με την αφαίρεση του ποσού των 50 δισ. €, που πήγε για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, θα παραμείνει, απελπιστικά, μη διατηρήσιμο και θα εξακολουθήσει να είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Αυτό (που είναι το πιο σημαντικό) θα συμβεί, απλούστατα, διότι το ελληνικό κρατικό χρέος θα βρεθεί, στο τέλος του έτους στα επίπεδα, περίπου, των 320 δισ. € (και βάλε), συνυπολογιζομένων των τόκων και των δόσεων των δανείων, που θα προστεθούν, μαζύ με τα έντοκα γραμμάτια, τα οποία θα εκδοθούν στην πορεία, για την κάλυψη των κρατικών αναγκών.

Έτσι, με ένα ΑΕΠ, το οποίο, όπως είπαμε, στην καλύτερη περίπτωση, θα φθάσει, μέσα στο 2013, στα 183 δισ. €, γίνεται κατανοητό, ότι ο μετριοπαθής υπολογισμός του δημόσιου χρέους, κατά το ίδιο έτος, που το θέλει να φθάνει (στην περίπτωση της μετακύλισης των 50 δισ. € της, παταγωδώς, αποτυχημένης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών των στελεχών της τεχνοδομής της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, σαν τον Τουρκολιά, τον Σάλλα και σια), στα 320 δισ. €, εκτοξεύει το χρέος αυτό, σε δυσθεώρητα ύψη και ως απόλυτο μέγεθος, αλλά και ως ποσοστό του ελληνικού ΑΕΠ, αφού αυτό θα εκτιναχθεί στο 175% του ΑΕΠ (και ακόμη περισσότερο).

Αλλά, για να φθάσουν σε αυτό το πολύ δυσμενές σημείο, για την ελληνική οικονομία, προσπαθώντας να αποφύγουν το δυσμενέστερο (το οποίο χωρίς την αφαίρεση από το φανερό ελληνικό δημόσιο χρέος των 50 δισ. € της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, θα είναι, κατά πολύ, δυσμενέστερο, αφού το χρέος αυτό θα αγγίξει και ίσως, ξεπεράσει τα 400 δισ. €), θα πρέπει να πείσουν τον κ. Jens Weidemann και τους ομοίους του στην Ε.Κ.Τ., καθώς και την γερμανική κυβέρνηση. Κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο.

Βέβαια, με δεδομένη την αναγκαιότητα, για αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, οι ευρωζωνίτες πρέπει να βρουν τρόπους, για να την πραγματοποιήσουν και να αποφύγουν την φανερή επιβάρυνση των φορολογουμένων της ευρωζώνης. Αυτά που μπορούν να πράξουν δεν είναι πολλά. Οι τρόποι είναι λίγοι.

Με δεδομένο το γεγονός ότι τα παλαιά ομόλογα του ελληνικού κράτους είναι, πλέον λίγα, αφού αντιπροσωπεύουν, μόλις το 1,5% του τωρινού δημόσιου χρέους, αυτά δεν έχει νόημα να κουρευτούν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίον έχουν αποκλιμακωθεί τα διαφορικά επιτόκια δανεισμού του ελληνικού κράτους και φθάνουν, σήμερα, στις 673 μονάδες βάσης. Τα ελάχιστα, πλέον, ελληνικά κρατικά ομόλογα είναι ασφαλή, από αυτή την πλευρά, αφου όλοι υποθέτουν (και βάσιμα) ότι δεν κινδυνεύουν με κούρεμα. Και σίγουρα είναι πιο ασφαλή από τις καταθέσεις, οι οποίες, είναι υποψήφιες για ένα βαθύ κούρεμα. Ως εκ τούτου, η εξέλιξη των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχει, πλέον, αποσυνδεθεί από την πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους και δεν επηρεάζεται από αυτό. Προς το παρόν και για όσο το ελληνικό δημόσιο δεν εκδίδει ομόλογα.

(Γι' αυτό και η αποκλιμάκωση των ελληνικών spreads δανεισμού είναι πολύ μεγαλύτερη από τα πορτογαλικά, που έφθασαν στις 385 μ. β., τα ισπανικά, που έφθασαν και καθηλώθηκαν στις 286 μ.β. και στα ιταλικά, που και αυτά έχουν καθηλωθεί στις 256 μ.β. Και για τις χώρες αυτές, όπως και για τις υπόλοιπες, οι εξελίξεις στην πραγματική τους οικονομία δεν πρόκειται να επηρεασθούν, θετικά, από αυτή την κατάσταση. Θα επηρεασθούν, μόνον αρνητικά).

Έτσι, η αύξηση της ζήτησης των ελληνικών κρατικών ομολόγων, δεν σημαίνει ότι έχει αυξηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ελληνική οικονομία, όπως θέλει η τρέχουσα προπαγάνδα των κυβερνητικών παπαγαλακίων. Κάθε άλλο. Είναι μια βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπική κίνηση, η οποία δεν θα έχει βάθος και δεν πρόκειται να έχει θετική επιρροή στην ελληνική οικονομία, η οποία θα συνεχίσει να κατακρημνίζεται.

Άλλωστε, μία άλλη διάσταση αυτών των κινήσεων στην διεθνή αγορά ομολόγων έχει να κάνει με την πτώση των επιτοκίων και την μεγάλη ρευστότητα, που επικρατεί και η οποία οδηγεί στην μαζική αγορά τίτλων, οι οποίοι προσφέρουν ένα οποιοδήποτε ελκυστικό επιτόκιο και οι οποίοι μπορεί να υποτεθεί ότι θα βρουν, στο εγγύς μέλλον, αγοραστές πρόθυμουν να τα πάρουν. Και αυτή η διαδικασία δεν έχει πολύ μέλλον μπροστά της, ούτε και πρόκειται να επηρεάσει, θετικά, την ελληνική, ή τις άλλες ευρωζωνικές οικονομίες. Ότι θα τις επηρεάσει είναι γεγονός. Αλλά θα τις επηρεάσει,  εντόνως αρνητικά, στο όχι μακρινό μέλλον.

Αυτό που μένει, λοιπόν, να αναδιαρθρωθεί, από το ελληνικό χρέος είναι το θεσμικό χρέος στην ευρωζώνη, που ανέρχεται στο 60% του ολικού χρέους και τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, που φθάνουν στο 38,5% του χρέους αυτού.

Η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων προσπαθεί να πείσει την Γερμανία και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, να κουρευτεί ένα τμήμα του θεσμικού χρέους της χώρας, το οποίο οφείλεται, απ' ευθείας, στα κράτη της ευρωζώνης, τα οποία συμμετείχαν στον δανεισμό του ελληνικού δημοσίου, στα πλαίσια του πρώτου Μνημονίου του Μαΐου του 2010, με τον πρώτο προχειροφτιαγμένο Μηχανισμό. Αυτό το κομμάτι του θεσμικού χρέους της χώρας, φθάνει στα  100 δισ. € (και άνω), αλλά είναι πολύ δύσκολο να κουρευτεί, διότι θα πρέπει να πεισθούν, οι φορολογούμενοι των κρατών της ευρωζώνης. Κάποια τέτοια προετοιμασία δεν έχει γίνει, προφανώς, διότι δεν το επιθυμούν, όχι μόνον οι Γερμανοί, αλλά ούτε και οι υπόλοιποι.

Προφανώς, αυτός είναι ο λόγος, που, τώρα, οι στουρνοσαμαράδες διαρρέουν την είδηση ότι οι ευρωζωνίτες, μέσω της Ε.Κ.Τ., θα δεχθούν να αναλάβουν τα 50 δισ. € της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, αφαιρώντας τα από το επίσημο δημόσιο χρέος, εν αναμονή των εσόδων από την μελλοντική πώλησή τους. Ούτε και αυτό είναι εύκολο. Και φυσικά, θα πρέπει να το δεχθούν οι ευρωτραπεζίτες. Κάτι καθόλου δεδομένο.

Η τρίτη λύση, για το νέο κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους, είναι αυτό να γίνει στο κομμάτι εκείνο, το οποίο αποτελείται από τα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, τα οποία κατέχουν, κυρίως, οι ελληνικές τράπεζες. Το κομμάτι αυτό είναι μεγάλο και μπορεί, πρόχειρα και προσωρινά, να βοηθήσει στο να αποφευχθεί το κούρεμα του θεσμικού χρέους της χώρας. Σε αυτό φαίνεται να αποσκοπούν οι Γερμανοί και οι άλλοι ευρωζωνίτες. Βέβαια, αυτό θα οδηγήσει στην ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Και αυτή, με την σειρά της, θα φέρει ένα κούρεμα των καταθέσεων των τραπεζών αυτών. Δηλαδή, όπως έχουμε πει και στο παρελθόν, ένα τμήμα των καταθέσεων, που βρίσκονται στα πλαίσια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα κατασχεθούν. Δεν είναι, πλέον, πολλές, αλλά, με ένα μίγμα μέτρων, που θα αφορούν την πτώση των επιτοκίων δανεσμού και την επιμήκυνση των δόσεων των δανείων, μαζύ με κάποια άλλα, που θα αφορούν, ίσως και το θεσμικό χρέος, θα δώσουν μια θνησιγενή, αλλά, έστω, προσωρινή παράταση στην όλη υπόθεση της διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει. Πού το πάει η τρόϊκα των τοκογλύφων δανειστών;

Το που το πάει το έχουμε πει. Ας το ξαναδούμε εδώ.

Η έννοια της ύφεσης/κρίσης, σε ένα οικονομικό σύστημα (εθνικό, ή πολυεθνικό) ταυτίζεται με την ανισορροπία, ανάμεσα στα μακροοικονομικά μεγέθη της συνολικής αποταμίευσης, με την συνολική επένδυση. Όταν δηλαδή, οι επενδύσεις υπολείπονται των αποταμιεύσεων και το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει έλλειμμα αγοραστικής δύναμης στην οικονομία και πτώση της κατανάλωσης.

Το ιδεατό σχήμα (το οποίο το παρουσιάζω απλουστευτικά, για να αποφύγουμε, τις επι μέρους, λεπτομέρειες), για την πλήρη λειτουργία της οικονομίας, σε όλη της την παραγωγική δυναμικότητα είναι :

 Καταναλωτική Δαπάνη + Επενδυτική Δαπάνη = Συνολικό Εισόδημα, με δεδομένες παραμέτρους την πλήρη μετατροπή των Αποταμιεύσεων σε Επενδύσεις και την, περίπου, πλήρη απασχόληση (στα όρια της ανεργίας τριβής, που φθάνει στο 2%) του εργατικού δυναμικού, καθώς και την ενεργοποίηση του συνόλου του παραγωγικού εξοπλισμού της οικονομίας.

Όταν το παραπάνω σχήμα δεν λειτουργεί και οι επενδύσεις υπολείπονται των αποταμιεύσεων, με αποτέλεσμα ένα μέρος του συνολικού εισόδήματος να μην δαπανάται, η οικονομία εισέρχεται, κατά κανόνα, σε ύφεση, ή/και υπολειτουργεί, με λιγότερο, ή περισσότερο, σημαντικά τμήματα του εργατικού δυναμικού και του παραγωγικού εξοπλισμού να υπολειτουργούν. Αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε οικονομικό σύστημα, το οποίο δεν έχει συγκεκριμένους και προσδιορισμένους, εκ των προτέρων, ενεργούς ρυθμιστικούς μηχανισμούς και αφήνεται στην αυτορρύθμιση της οικονομίας. Κατ' εξοχήν, δηλαδή, συμβαίνει στην καπιταλιστική οικονομία.




John Maynard Keynes (5/6/1883 - 21/4/1946)




Η επίμονη σύγχρονη οικονομική ύφεση ξανατοποθετεί τα ερωτήματα, τα οποία αντιμετωπίστηκαν και στην κρίση της δεκαετίας του 1930, αφού το κλασικό μοντέλο εξήγησης και ανάλυσης των οικονομικών φαινομένων αδυνατούσε και τότε, όπως και τώρα, να δώσει λύσεις και να αρθρώσει μια ικανοποιητική αφήγηση του τι συμβαίνει. 

Τις απαντήσεις τις έδωσε ο John Maynard Keynes και αυτές συνοψίζονταν στο γεγονός ότι η χαμηλή συναθροιστική ζήτηση (aggregate demand) είναι υπεύθυνη για τις κρίσεις αυτές, που έχουν, ως αποτέλεσμα, τις απότομες πτώσεις της παραγωγής, την υψηλή ανεργία και το χαμηλό εισόδημα. Και αυτή η χαμηλή συναθροιστική ζήτηση έχει, ως αποτέλεσμα, την αδυναμία της μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις, μια αδυναμία, η οποία, με την σειρά της, είναι αποτέλεσμα της πτώσης της οριακής και της μέσης ροπής, προς κατανάλωση, αλλά και δευτερευόντως, του αρνητικού ρόλου, που παίζει το επιτόκιο.

Δεν χρειάζεται να μείνουμε στην κεϋνσιανή ανάλυση, για τις αιτίες των υφέσεων και κρίσεων. Απλώς, πρέπει να επισημάνω, εδώ, ότι η κριτική του Κέϋνς στην κλασική θεωρία, η οποία θεωρία υποστηρίζει (όπως και η νεοκλασική) ότι μόνον η συνολική προσφορά (aggregate supply) κεφαλαίου, εργασίας, τεχνολογίας καθορίζει το εθνικό εισόδημα, παρά το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια να συμβιβασθεί με την κλασική και την νεοκλασική θεωρία, στα πλαίσια μιας χρονικής κατάταξης της ισχύος των δύο αυτών θεωριών.

Έτσι, οι οικονομολόγοι θεώρησαν ότι συμφιλίωσαν τις δύο αυτές θεωρίες, προσδιορίζοντας ότι :

α) Η κλασική και νεοκλασική θεωρία της συναθροιστικής προσφοράς ισχύει, κατά την μακροχρόνια περίοδο, στην οποία οι τιμές είναι εύκαμπτες και η συναθροιστική προσφορά προσδιορίζει το εισόδημα και

β) Η κεϋνσιανή θεωρία της συναθροιστικής ζήτησης ισχύει, κατά την βραχυχρόνια περίοδο, οπότε οι τιμές είναι άκαμπτες, οπότε οι μεταβολές στην συναθροιστική ζήτηση επηρεάζουν το εισόδημα.



Στην πραγματικότητα, όμως, η κατάταξη αυτή είναι σχηματική, χωρίς ουσία και μη λειτουργική. Και είναι μη λειτουργική όχι επειδή δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Προφανώς, έχει πεδίο εφαρμογής, αλλά το πεδίο αυτό είναι περιορισμένο.

Απλούστατα, η παρούσα εξέλιξη, με την οικονομική ύφεση, που ξέσπασε στον αναπτυγμένο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της Δύσης, τον Σεπτέμβριο του 2008, όπως και η ανάλογη και βαθύτερη κρίση, που είχε ξεσπάσει, κατά την δεκαετία του 1930, δείχνουν ότι η κλασική και η νεοκλασική θεωρία εξακολουθούν να μην δίνουν απαντήσεις στο πρόβλημα των σύγχρονων υφέσεων και κρίσεων, οι οποίες επιμένουν, έχοντας καταστεί μακροχρόνιες, δεδομένου ότι οι πραγματικές τιμές  αποδεικνύονται δύσκαμπτες, λόγω του ολιγοπωλιακού χαρακτήρα του σύγχρονου οικονομικού συστήματος του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, αλλά και της όποιας αντίστασης του εργατικού δυναμικού, και κατά την διάρκεια των εν λόγω υφέσεων και κρίσεων, αλλά και πριν από αυτές.

Δεν είναι τυχαία η λειτουργική αποτυχία του διφυούς αυτού θεωρητικού σχήματος, που θέλησε να συμφιλιώσει την κλασική και την νεοκλασική θεωρία των οικονομικών της προσφοράς, με την κεϋνσιανή θεωρία των οικονομικών της ζήτησης, διαχωρίζοντας τις βραχυχρόνιες πτώσεις της μέσης ροπής προς κατανάλωση, από την υποτιθέμενη, ή πραγματική, μακροχρόνια σταθερότητά της. Και δεν είναι τυχαία διότι το θεωρητικό σχήμα αυτό, που θέλησε να κατατάξει τις ασύμβατες αυτές θεωρίες, με βάση μια υποτιθέμενη χρονική κατάταξη κατασκευάστηκε, με πεδίο εφαρμογής τα χρονικά πλαίσια της μακροχρόνιας εφαρμογής των κεϋνσιανών μακροοικονομικών μοντέλων και πολιτικών, που ξεπήγασαν, ως απότοκο των πολιτικών του οικονομικού επιτελείου του προέδρου Franklin Delano Roosevelt, κατά την δεκαετία του 1930 και κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πολιτικές αυτές στηρίχθηκαν στην εκτεταμένη χρήση του εργαλείου της δημοσιονομικής πολιτικής, με τις αυξημένες δαπάνες, τα, επίσης, αυξημένα έσοδα και την διόγκωση του κράτους, όργανα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, ως σταθεροποιητικοί μηχανισμοί της συναθροιστικής ζήτησης και συνεχίστηκαν να χρησιμοποιούνται, επίμονα, σε όλη την μεταπολεμική περίοδο, με αυξομειώσεις, οι οποίες δεν αναίρεσαν τον βασικό πυρήνα των εφαρμοσμένων κεϋνσιανών πολιτικών.

Ως εκ τούτου, η όποια, επί μέρους, ισχύς, σε μακροχρόνιο επίπεδο, της κλασικής θεωρίας, που αφορά την επίδραση της συναθροιστικής προσφοράς στο συνολικό εισόδημα, συνέβη και συμβαίνει, ακόμη και σήμερα, μέσα στα πλαίσια της γενικής εφαρμογής των κεϋνσιανών μακροοικονομικών πολιτικών και όχι μέσα στα πλαίσια της γενικής εφαρμογής των κλασικών και των νεοκλασικών μακροοικονομικών πολιτικών.

Εδώ, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η πολιτική των οικονομικών της προσφοράς, που γίνεται, με επιδιωκόμενο σκοπό να αυξήσει το μερίδιο της αμοιβής του κεφάλαιου (δηλαδή των κερδών του και κατ' επέκταση, του ιδίου του κεφάλαιου, ως ολικού μεγέθους) μέσα στην παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά, παρουσιάζει, πέραν των άλλων, τις εξής αδυναμίες :

1) Αυξάνει την ανισοκατανομή του εισοδήματος, υπέρ των πλουσιότερων στρωμάτων του πληθυσμού και (ως αποτέλεσμα αυτής της ανισοκατανομής)

2) Αυξάνει την αποταμίευση, στην οποία προβαίνουν, κατά προτίμηση, τα πλουσιότερα στρώματα.

Και οι δύο αυτοί παράγοντες λειτουργούν αποδιοργανωτικά, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο στο οικονομικό σύστημα. Τούτο συμβαίνει επειδή η αύξηση της αποταμίευσης οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης και σε μείωση των επενδύσεων, ή/και σε ολοένα και περισσότερο ριψοκίνδυνες επενδύσεις. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία φουσκών, οι οποίες εκρήγνυνται, όταν η όλη διαδικασία φθάσει στα όριά της και δεν υπάρχει η δυνατότητα εισροής νέου χρήματος, που θα τροφοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξη, που οικοδομείται, πάνω σε αυτού του είδους τις χασματικές εισοδηματικές ανισοκατανομές. Και ιδίως, όταν το κράτος, που θα έπρεπε να πάρει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες στον χώρο της νομισματικής και - κυρίως, - της δημοσιονομικής πολιτικής δεν πάρει αυτές τις πρωτοβουλίες, που θα βγάλουν την οικονομία από το τέλμα και από την παγίδα ρευστότητας, στο οποίο και στην οποία πέφτει.

Έτσι, η εμφάνιση της παρατεταμένης ύφεσης, που είναι προϊόν της φθίνουσας κατανάλωσης και των υπεραποταμιεύσεων, αποδεικνύει το ταξινομητικό σφάλμα των σύγχρονων (αλλά και των παλαιότερων) οικονομολόγων, που θέλησαν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα και να ορίσουν συγκεκριμένες σφαίρες και χώρους χρονικής παρουσίας των φαινομένων της, μεν, επιρροής της συναθροιστικής ζήτησης στις βραχυχρόνιες χρονικές σειρές και της επιρροής της συναθροιστικής προσφοράς, στις μακροχρόνιες χρονικές σειρές.

Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.

Όπως φάνηκε από την παρατεταμένη κρίση της δεκαετίας του 1930, που ξεπεράστηκε, μόνον με τον πόλεμο και την, μέσω του πολέμου, νομιμοποίηση της μαζικής και εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και όπως φαίνεται και σήμερα, με την παρατεταμένη ύφεση, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008, αυτό που προσδιορίστηκε, ως βραχυπρόθεσμη πτώση της κατανάλωσης, παρέμεινε και παραμένει σε διάρκεια, για μακρύ χρονικό διάστημα, δείχνοντας ότι οι δυνάμεις, που τις έφεραν στην επιφάνεια ήσαν πολύ βαθύτερες και είχαν έναν μονιμότερο χαρακτήρα από αυτόν που τους αποδόθηκε και στην δεκαετία του 1930, αλλά και τώρα.

Οι αιτίες του φαινομένου αυτού έχουν να κάνουν, με την πείσμονα υπεραποταμίευση στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο και τους αργότερους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ των κρατών, που μετέχουν στον κόσμο αυτόν.

Και ακριβώς επειδή τα φαινόμενα αυτά συνοδεύονται από την μεγάλη ανεργία του εργατικού και του εν γένει, παραγωγικου δυναμικού, καθιστούν την κεϋνσιανή ανάλυση, γύρω από τις εξελίξεις των μακροοικονομικών μεγεθών της σύγχρονης γραφειοκρατικής καπιταλιστικής οικονομίας και του, κεϋνσιανής εμπνεύσεως, ρυθμιστικού και σταθεροποιητικού ρόλου του κράτους και του όπλου της δημοσιονομικής πολιτικής, πρωταρχικό εργαλείο ανάλυσης του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, περιορίζοντας την κλασική και την νεοκλασική ανάλυση, στον ρόλο της υποπερίπτωσης, η οποία ισχύει κάτω από ορισμένους όρους και προϋποθέσεις, μέσα στα πλαίσια της κεϋνσιανής, της νεοκεϋνσιανής και της μετακεϋνσιανής θεωρίας.

Και φυσικά, η εξελιχθείσα (και εξελισσόμενη στην ευρωζώνη) απορρύθμιση του συστήματος, με βάση ένα μέρος των κλασικών και των νεοκλασικών θεωριών είναι που οδήγησαν στην ύφεση του 2008 και στην παρούσα κρίση, ακριβώς, λόγω της μερικής, αλλά παράλληλα, πολύ σημαντικής και ουσιωδώς, αποδιοργανωτικής απόσυρσης των κρατών από τετοιου είδους πρωτοβουλίες. Πολύ περισσότερο στην ευρωζώνη, στην οποία η Κεντρική Τράπεζα είναι ανεξέλεγκτη, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ένα ομοσπονδιακό κράτος, το οποίο να χειρίζεται τα ζητήματα της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αν και για να μην αδικούμε τους γίγαντες της σκέψης της κλασικής και της νεοκλασικής θεωρίας, ήτοι τον Milton Friedman και τον Friedrich von Hayek, πρέπει να πούμε ότι υπήρξαν, εν ζωή, αμείλικτοι αντίπαλοι της ευρωζώνης, ως θεσμού και του ευρώ, ως κοινού νομίσματος, προφανώς, διότι, σαν κορυφαίοι οικονομολόγοι, που ήσαν, γνώριζαν πολύ καλά, την Ιστορία του χρήματος, των νομισματικών ζωνών και της παταγώδους αποτυχίας τους. Και φυσικά, είχαν απόλυτο δίκιο.

Στα πλαίσια αυτά, είναι κατανοητό, πλέον, το τί επιδιώκει η τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλυφικών δανειστών στην Ελλάδα. 

Με δεδομένη την θεωρητική κατασκευή της μακροχρόνιας ισχύος των αρχών της κλασικής και της νεοκλασικής θεωρίας, που καθιστούν τις τιμές εύκαμπτες και τονίζουν την εφαρμογή των οικονομικών της προσφοράς του κεφάλαιου, της εργασίας και της τεχνολογίας, που προσδιορίζουν το εθνικό εισόδημα, οι εκπρόσωποι των δανειστών αδιαφορούν για την βραχυχρόνια κατακρήμνιση των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, αφού, στο τέλος της διαδικασίας, θα ακολουθήσει - υποτίθεται - η αύξηση της προσφοράς, η οποία θα ανεβάσει - υποτίθεται - το εθνικό εισόδημα και έτσι την ζήτηση, έστω και αν αυτά τα δύο μεγέθη αλλάξουν, ως προς την σύνθεση και την εισοδηματική κατανομή τους.

Για την επίτευξη των στόχων αυτών υπάρχει μια εξίσωση, η οποία περιγράφει την ισορροπία, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και ουσιαστικά, είναι μια περισσότερο πολύπλοκη αναδιατύπωση του απλού σχήματος που, μόλις, περιγράψαμε. Στην εξίσωση αυτή (η οποία είναι απαραίτητη, ως εργαλείο, στους τροϊκανούς εκπροσώπους των τοκογλύφων, για την αντιμετώπιση του βαρύτατου ελληνικού δημοσίου χρέους και για την έναρξη, κάποια στιγμή - της είσπραξης εκείνου του μέρους των οφειλόμενων, το οποίο θα απομείνει, εκτός κουρέματος) έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν, αλλά ουδόλως βλάπτει να την ξαναθυμήσουμε και να δούμε τα αδιέξοδά της.

Η εξίσωση για την οποία κάνω λόγο στο ένα της σκέλος έχει το άθροισμα του δημοσίου πλεονάσματος, ή ελλείμματος και του  εμπορικού πλεονάσματος, ή  ελλείμματος και στο άλλο σκέλος της έχει το υπόλοιπο της αφαίρεσης των αποταμιεύσεων από τις επενδύσεις. Αυτά τα δύο σκέλη, σε κάθε περίπτωση πρέπει να ισούνται :

(Δημόσιο Πλεόνασμα ή Έλλειμμα) + (Εμπορικό Πλεόνασμα, ή Έλλειμμα) = Αποταμιεύσεις - Επενδύσεις.

Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα στο πρώτο σκέλος της εξίσωσης είχαμε το 2009, όπως και τώρα ελλείμματα [το 2012 το δημόσιο έλλειμμα έφθασε στα (έσοδα 115,139 δισ € - δαπάνες 134,561 δισ. € =) -19,422 δισ. € και το εμπορικό έλλειμμα στα -13,196 δισ. € (τα δημόσια έσοδα έφθασαν, το 2012, στο 59,42% του ΑΕΠ της χώρας και οι δημόσιες δαπάνες στο 69,45% του ΑΕΠ, ενώ το 2009 τα δημόσια έσοδα έφθασαν στα 123,592 δισ. €, ή στο 53,48% του ΑΕΠ και οι δημόσιες δαπάνες στα 159,661 δισ. €, ή στο 69,09% του ΑΕΠ)], το πρώτο σκέλος της εξίσωσης διαμορφώνεται ως εξής :

Δημόσιο Έλλειμμα (-19,422 δισ. €) + Εμπορικό Έλλειμμα (-13,196 δισ. €) = -32,618 δισ. €.

Σε αυτό το ποσόν, λοιπόν, πρέπει να καταλήγει και το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης. Πρέπει δηλαδή η αφαίρεση των αποταμιεύσεων από τις επενδύσεις να έχει αρνητικό πρόσημο. Γεγονός το οποίο παραπέμπει σε υπερεπένδυση στην ελληνική οικονομία, αφού οι επενδύσεις θα πρέπει να εμφανίζονται μεγαλύτερες από τις αποταμιεύσεις!

Μπορεί η εξίσωση, έτσι όπως παρουσιάζεται να αποτελεί ένα παράδοξο, επειδή στην πραγματικότητα, στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης συμβαίνει το αντίθετο, αφού η συνεχόμενη κρίση αποδεικνύει ότι οι αποταμιεύσεις είναι μεγαλύτερες από τις επενδύσεις. όμως, ουδέν παράδοξο συμβαίνει. Απλώς, η όλη υπόθεση είναι μια σκέτη ανοησία, η οποία, όμως, εξυπηρετεί τους στόχους των δανειστών, οι οποίοι επιδιώκουν την, περαιτέρω, ενίσχυση των αποταμιεύσεων, γεγονός που παραπέμπει, σε πτώση των επενδύσεων (αφού, πλέον, έχει παύσει να εισέρχεται χρήμα στην ελληνική οικονομία, υπό την μορφή κεφαλαίων και επενδύσεων από εξωτερικό), προκειμένου, με τον μηδενισμό των εμπορικών και κυρίως, των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, να περάσουν στα πλεονάσματα και δι' αυτών στην είσπραξη των δανεικών. Αυτό φυσικά σημαίνει, πρακτικά, ότι τους είναι αδιάφορο το σημείο ισορροπίας, στο οποίο θα επιτευχθεί ο στόχος αυτός.

Παλαιότερα, πριν από την έλευση της κρίσης του 2008 και πολύ περισσότερο, πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το αρνητικό άθροισμα από το πρώτο σκέλος της εξίσωσης εκαλύπτετο από το αρνητικό υπόλοιπο του δεύτερου σκέλους της, αφού η χώρα τα πήγαινε καλά με την αποταμίευση. αλλά, παράλληλα υπήρχε και εισαγωγή κεφαλαίων (η οποία έγινε μαζική, μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, κυρίως, όμως, μέσα από την τοκογλυφία, γύρω από το ελληνικό δημόσιο χρέος), που εξισορροπούσε τα δύο σκέλη της εξίσωσης, σε αρνητική βάση, αφού το αρνητικό πρόσημο του πρώτου σκέλους της εξίσωσης, που αφορούσε το άθροισμα του δημόσιου και του εμπορικού ελλείμματος ισοσκελιζόταν από την υπεροχή των επενδύσεων, έναντι των αποταμιεύσεων. Τώρα, μετά την χρεωκοπία της χώρας και την απότομη διακοπή του δανεισμού, από τις διεθνείς αγορές, κάτι τέτοιο έχει παύσει να συμβαίνει.

Φυσικά, ο μηχανισμός της, εν τοις πράγμασι, λειτουργίας της εξίσωσης αυτής, έχει έναν καθαρά προκρούστειο χαρακτήρα, για την ελληνική οικονομία - και για κάθε οικονομία, που κινείται, μέσα στα πλαίσια μιας οικονομικής ύφεσης, αφού οι "λύσεις", που προσφέρει, από μόνη της, σε περιβάλλον σκληρού νομίσματος, συνίστανται στον βαθύ ακροτηριασμό του μηχανισμού των επενδύσεων. 

Η Ελλάδα είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου από 52,607 δισ. €, που ήσαν το 2008, έχουν κατακρεουργηθεί και το 2012, περιορίστηκαν στα 25,468 δισ. €. Και φυσικά, έπεται συνέχεια...

Πέρα από την αναγκαστική μείωση των επενδύσεων, που συνεπάγεται η πολιτική του μηδενισμού του δημοσιονομικού και του εμπορικού ελλείμματος της χώρας, που ακολουθείται από την τρόϊκα των δανειστών, το ακόμη, χειρότερο είναι ότι αυτή η προσπάθεια τόνωσης των αποταμιεύσεων, με την καταβαράθρωση των επενδύσεων (που υποτίθεται ότι σκοπό έχει, κάποια στιγμή, την χρηματοδότηση  της διαδικασίας ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, από εσωτερικούς αποταμιευτικούς πόρους), αποτρέπει και την αύξησή τους, αλλά και την παραμονή των αποταμιεύσεων στην χώρα, με αποτέλεσμα η ύπαρξη ανοικτών συνόρων, στην κίνηση των κεφαλαίων να οδηγεί, μαζικά, τις αποταμιεύσεις, που δημιουργούνται στα πλαίσια της ελληνικής οικονομίας, να φεύγουν στο εξωτερικό, είτε στην Γερμανία, είτε, εκτός ευρωζώνης.

Κατ' αρχήν, η πολιτική αυτή αποτρέπει την αύξηση των αποταμιεύσεων διότι, με την καταβαράθρωση των εισοδημάτων του πληθυσμού της χώρας, αυτός οδηγείται στην απόσυρση των καταθέσεών του, προκειμένου να διατηρήσει, κατά το δυνατόν, αλώβητο το βιοτικό του επίπεδο. Αυτό, φυσικά, για όσο χρονικό διάστημα συμβαίνει, οδηγεί αναγκαστικά στην μείωση των καταθέσεων και των, εν γένει, αποταμιεύσεων του γενικού πληθυσμού.

Επίσης, η οικονομική αστάθεια, που δημιουργείται, μαζύ με τους φόβους για την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη και η ανασφάλεια, που δημιουργείται, σε καιρούς ύφεσης οδηγεί στην μαζική διαφυγή των αποταμιεύσεων σε ξένους προορισμούς, εντός και εκτός ευρωζώνης, είτε για ασφάλεια, είτε για την αναζήτηση κερδοφόρων επενδύσεων, στον βαθμό, που - και για όσο - δεν υπάρχουν περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων. Και φυσικά, πριν αυτοί οι περιορισμοί τεθούν, είτε καθ' υπόθεση, είτε στην πράξη (όπως συνέβη, δηλαδή, στην περίπτωση της Κύπρου τον Μάρτιο του 2013).

Για τους λόγους αυτούς, ενώ τον Απρίλιο του 2010 οι καταθέσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα έφθαναν στα 235 δισ. €, τώρα είναι ζήτημα αν φθάνουν τα 160 δισ. €. Και φυσικά η κατακρήμνιση των καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών, λόγω της φτώχειας που ενέσκηψε, από το 2010, αλλά και λόγω της διαρροής των καταθέσεων αυτών, σε προορισμούς, εκτός Ελλάδας, μειώνουν δραστικά τις αποταμιεύσεις, δυσχεραίνοντας την επιδιωκόμενη από τους δανειστές αύξηση των αποταμιεύσεων  και οδηγούν σε περαιτέρω συρρίκνωση των επενδύσεων.

Οι αδιέξοδες προσπάθειες των τοκογλύφων δανειστών, οι οποίοι ξέρουν ότι δεν πρόκειται να εισπράξουν αυτά τα οποία θεωρούν, ως απαιτήσεις τους, έχουν την εξήγησή τους, εάν θυμηθούμε τον ορισμό και τις λειτουργίες του χρήματος στην σύγχρονη οικονομία, λαμβάνοντας υπόψη και το κομβικό γεγονός ότι το νόμισμα της χώρας, δεν είναι ένα διαχειρίσιμο εθνικό νόμισμα, αλλά ένα σκληρό νόμισμα, το οποίο λειτουργεί, ως ξένο, αφού είναι ένα κοινό νόμισμα 17 χωρών, στα πλαίσια μιας νομισματικής ζώνης.

Ο όρος χρήμα έχει μια συγκεκριμένη χρήση και έναν πολύ πρακτικό ορισμό. Ως χρήμα θεωρείται και είναι το απόθεμα περιουσιακών στοιχείων, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα, για την πραγματοποίηση συναλλαγών. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το χρήμα δεν είναι μόνον το νόμισμα, είτε αυτό είναι το κέρμα, είτε το χαρτονόμισμα. Φυσικά, είναι και το νόμισμα, αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Είναι και οι καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου, αλλά και οι βραχυπρόθεσμες και οι μακροπρόθεσμες προθεσμιακές καταθέσεις. Είναι οι επιταγές. Είναι οι συμφωνίες επαναγοράς, εντός 24 ωρών, ή και πολύ περισσότερο (ρέπος). Είναι και τα ομόλογα, όπως και τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, καθώς και όλα τα άλλα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία.

Οι βασικές λειτουργίες του χρήματος είναι τρείς.

1) Μέτρο διατήρησης των αξιών. Δηλαδή το χρήμα είναι ένας τρόπος να μεταφερθεί αγοραστική δύναμη από το παρόν στο μέλλον. Φυσικά, το χρήμα είναι ένα ατελές μέσο διατήρησης των αξιών, διότι όσο οι τιμές αυξάνονται, τόσο μειώνεται η πραγματική του αξία, αλλά διακρατείται από τον πληθυσμό διότι μπορεί να ανταλλαχθεί, κάποια στιγμή, στο μέλλον, με υπηρεσίες και αγαθά.

2) Μονάδα μέτρησης. Οι τιμές και τα χρέη καταγράφονται και μετρώνται σε χρήμα, αφού οι πόροι ανταλλάσσονται, σύμφωνα με τις σχετικές τους τιμές και το χρήμα είναι το μέτρο σύγκρισης, με το οποίο μετρώνται οι οικονομικές συναλλαγές.

3) Μέσο συναλλαγών. Το χρήμα, ως γενικό ισοδύναμο, είναι εκείνο που χρησιμοποιείται από τον πληθυσμό, για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και παρέχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι στο κάθε σημείο αγοράς και πώλησης, σε ένα οικονομικό σύστημα, το χρήμα θα γίνει αποδεκτό και θα ανταλλαγεί με την ποσότητα και την ποιότητα των αγαθών και των υπηρεσιών, που είναι επιθυμητές από τους αγοραστές.

Με δεδομένη την λειτουργία του ευρώ, ως ενός σκληρού νομίσματος, γίνεται κατανοητό ότι η κύρια επιδίωξη της τρόϊκας των εκπροσώπων των δανειστών είναι το ευρώ να παραμείνει, κυρίως, μέσο διατήρησης των αξιών. Αυτό συμβαίνει, προκειμένου το κοινό νόμισμα της ευρωζώνης, ως σκληρό νόμισμα που είναι, να μπορεί να μεταφέρει, διαχρονικά, αγοραστική δύναμη, να διατηρεί την αξία του ελληνικού δημόσιου χρέους και να καταφέρει την συντομότερη δυνατή διακοπή της δανειστικής χρηματοδότησης του ελληνικού δημοσίου και της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι, όμως, δυσχεραίνεται η λειτουργία του ευρώ, ως μέσου συναλλαγών και μπλοκάρεται η ομαλή λειτουργία της οικονομίας, αφού τίθενται ανελαστικοί περιορισμοί στην έκδοση και στην κυκλοφορία του, οι οποίοι το καθιστούν εργαλείο ενός νέου "χρυσού κανόνα", ο οποίος καταργήθηκε στην πράξη, εξ αιτίας ανάλογων περιορισμών, οι οποίοι δυσχέραιναν την λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Με αυτά τα πραγματικά και ρεαλιστικά δεδομένα, γίνεται κατανοητό ότι οι στόχοι της τρόϊκας των εκπροσώπων των δανειστών, μπορούν να επιτευχθούν, μόνο, μέσα από την συντριβή των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, τα οποία θεωρούνται ως προϊόντα υπερεπενδύσεων, όπως προκύπτει από την αναλυθείσα εξίσωση των επιδιωκόμενων μηδενικών δημοσιονομικών και εμπορικών ελλειμμάτων, με τον αντίστοιχο μηδενισμό των εμφανιζόμενων, ως υπερεπενδύσεων, οι οποίες αποτελούν, φυσικά, μαγική εικόνα, αφού είναι ένα εικονικό μέγεθος, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, στην πραγματικότητα πάσχει από υπεραποταμίευση, γεγονός το οποίο πιστοποιείται από την βαθιά κρίση, στην οποία έχει περιπέσει, από την διαρκή διαφυγή καταθέσεων στο εξωτερικό, από την θηριώδη ανεργία και από την εκτεταμένη αργία του παραγωγικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας.

Όλα αυτά, όμως, για την τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού δημοσίου, είναι παντελώς αδιάφορα.

Γι' αυτό και ο φρενήρης κατήφορος της ελληνικής οικονομίας θα συνεχισθεί, ενώ το τέλος του είναι άδηλο. Και όταν έλθει, θα αντικατασταθεί, προσωρινά, από μια παρατεταμένη μίζερη στασιμότητα, η οποία θα διακόπτεται από ξαφνικές καθόδους.

Εάν και εφόσον επιτρέψουμε στο ζοφερό παρόν να συνεχισθεί...