Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Πού το πάει η Τρόϊκα; (Η διεύρυνση της εισοδηματικής ανισοκατανομής, η κεϋνσιανή συνάρτηση κατανάλωσης, ως μηχανισμός απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας, οι αντιπαραθέσεις Δ.Ν.Τ. - ευρωζώνης για την διαχείριση του δημόσιου χρέους, οι παρασκηνιακές συζητήσεις για ένα Grexit και τα γερμανικά σενάρια διάλυσης της ευρωζώνης).




Η εξέλιξη των δεικτών κατανομής του εισοδήματος στην Ελλάδα Gini και S80/S20, κατά την χρονική περίοδο 1960 - 2009, που απεικονίζει, ατελώς και με ανεπάρκειες, ο ανωτέρω πίνακας, παρουσιάζει, ανάγλυφα, την αύξουσα και ραγδαία επιταχυνόμενη ανισότητα, στην κατανομή του εισοδήματος, μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της χώρας, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός αυτό δείχνει την, περίπου, πλήρη ισχύ της ανάλυσης του John Maynard Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές της, για την οριακή και την μέση ροπή της κατανάλωσης και την πτωτική τους πορεία, μέσα στο διάβα του χρόνου, ιδίως όταν αυτές κινούνται μέσα σε ένα οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο αυξανόμενης εισοδηματικής ανισοκατανομής.

 Με δεδομένο ότι, όσον αφορά τον δείκτη Gini, το μηδέν ισούται με την, απολύτως, ίση κατανομή του εισοδήματος, σε όλα τα μέλη του πληθυσμού και η μονάδα ισούται, με την απόλυτη ανισότητα, αφού, στην ιδεατή αυτή περίπτωση, ένα άτομο καρπούται το σύνολο του εισοδήματος, γίνεται, άμεσα, κατανοητό ότι η εξέλιξη της ανισότητας στην Ελλάδα, από το 1990, μέχρι την έναρξη της κρίσης το 2009, πήρε τεράστιες διαστάσεις, φθάνοντας, από 0,306 του 1990, στο 0,522 του 2009.

Βέβαια, η ανισοκατανομή του εισοδήματος στην χώρα μας δεν ήταν μικρή, κατά την χρονική περίοδο 1960 - 1989, αλλά κρατήθηκε σε μια μακρόχρονη ισορροπία, η οποία και την οικονομική ανάπτυξη βοήθησε, αλλά και δεν δημιούργησε στην ελληνική κοινωνία καταστάσεις τριτοκοσμικού τύπου κοινωνικών ανισοτήτων. Έτσι, κατά το διάστημα 1960 - 1978, ο δείκτης Gini κινήθηκε ανάμεσα στο 0,340 του 1960 και στο 0,330 του 1978. Εδώ, για λόγους ιστορικής αλήθειας, πρέπει να πούμε ότι σημαντική συμβολή στην διατήρηση αυτού του επιπέδου ισορροπίας είχε η διακυβέρνηση των συνταγματαρχών, κατά την δικτατορία της περιόδου 1967 - 1974.

Από το 1979 εμφανίστηκε μια πολύ σημαντική ανισοκατανεμητική μετακίνηση του δείκτη, που έφθασε στο 0,393 και ως τάση, συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, για να αποκλιμακωθεί στην συνέχεια, κατά την περίοδο που η χώρα κυβερνήθηκε από τον προοδευτικό κεϋνσιανό σοσιαλιστή Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος το 1981 παρέλαβε τον δείκτη στα επίπεδα του 0,393, για να τον φθάσει, με μια συνεχή αποκλιμάκωση, κατά το τελευταίο έτος της πρώτης οκταετίας του, το 1989, στο χαμηλότερο επίπεδο όλης της εξεταζόμενης 50ετίας, ήτοι στο 0,293.

(Πρέπει να πω εδώ ότι ο πίνακας έχει δοθεί από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, την εποχή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και φυσικά είναι τσαπατσούλικος και προβληματικός στις απεικονίσεις του. Έτσι ο δείκτης Gini, κατά το έτος 1989, που η πορεία του βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της 50ετίας, παρουσιάζεται ως 0,393, ενώ ο σωστός αριθμός είναι 0,293, ενώ ο δείκτης S80/S20, το 1988, εμφανίζεται ως 9,15 και απεικονίζεται με ανοδική πορεία, ενώ η πορεία του θα έπρεπε να είναι καθοδική, αφού το 1987 εμφανίζεται ως 9,41 και προφανώς, το λάθος βρίσκεται στο ότι έχει γίνει μετάθεση των αριθμών. Όπως έχω ξαναγράψει, όταν, σε άλλο δημοσίευμα, παρουσίασα τον, εν λόγω, πίνακα, αυτός δεν είναι αξιόπιστος, ως προς την ακρίβεια των αριθμών, που παρουσιάζει. Έχει, όμως, αξία, ως απεικόνιση των τάσεων στην εισοδηματική κατανομή του παραχθέντος κοινωνικού προϊόντος, κατά την 50ετία 1960 - 2009).

Πέρα από τις ανεπάρκειες και την τσαπατσουλιά του πίνακα αυτού, πρέπει να πούμε ότι και ο ίδιος ο δείκτης Gini, ως μέθοδος μέτρησης των εισοδηματικών ανισοτήτων, έχει τα όριά του και δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, γύρω από την έκταση της εισοδηματικής ανισοκατανομής στον σύγχρονο κόσμο του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Ο δείκτης S80/S20 είναι καλύτερος από τον Gini, όπως, επίσης και ο δείκτης του, εισοδηματικά, ανώτερου 10% του πληθυσμού, με το κατώτερο 10%, πάντοτε, σε συνδυασμό, με τα επίπεδα ανεργίας και υποαπασχόλησης, καθώς και με την συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, σε σχέση με τα επίπεδα των αμοιβών.
 

Από εκεί και πέρα, με την έναρξη της καταστροφικής πρωθυπουργικής τριετίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο δείκτης Gini, στην χώρα μας, άρχισε την φρενήρη ανοδική του πορεία και από το 1993, κατά το τελευταίο έτος της διακυβέρνησής του Κρητικού νεοφιλελεύθερου πολιτικού, ουδέποτε έπεσε κάτω από το 0,422, ενώ από το 2002 (έτος ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη) ο δείκτης Gini ουδέποτε έπεσε κάτω από το 0,516. Ανάλογα είναι τα συμπεράσματα και από τις εξελίξεις του δείκτη S80/S20, αν και στον δείκτη αυτόν οι διαφοροποιήσεις είναι περισσότερο έντονες.





Μάϊος 1998 : "ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΡΧΙΖΕΙ" (The Journey is About to Begin), λέει η πρωτοσέλιδη ειδική έκδοση της ισπανικής εφημερίδας "Diario economico", αναφερόμενη στην πρώτη επιλογή των μελών της, υπό σύσταση, ευρωζώνης, κατά την ειδική σύνοδο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διεξήχθη από την 1η έως την 3η Μαϊου 1998 στις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα δεν κρίθηκε, τότε, ικανή να εισέλθει στην νομισματική ένωση, επειδή, όπως, ρητά και κατηγορηματικά, ανέφερε η απόφαση της συνόδου, δεν πληρούσε κανένα από τα κριτήρια, που είχαν τεθεί. Έτσι, είχε την ευκαιρία να αποφύγει τον τωρινό όλεθρο. Δυστυχώς, την ευκαιρία αυτή την κλώτσησε και ένα χρόνο αργότερα, με τις στατιστικές αλχημείες και τα παραμυθολογικά στοιχεία του Κώστα Σημίτη και του επιτελείου του, στην πρώτη γραμμή του οποίου ήσαν οι Λουκάς Παπαδήμος, Νίκος Θέμελης, Γιάννης Στουρνάρας, Γιάννος Παπαντωνίου, Νίκος Χριστοδουλάκης, Βασίλης Ράπανος, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Νίκος Μουζέλης, Λουκάς Τσούκαλης, Θεόδωρος Καρατζάς και άλλοι, πήρε το εισιτήριο να εισέλθει στο τρύπιο αερόστατο της ευρωζώνης, μαζύ με τις άλλες χώρες. Από εκεί και πέρα η πορεία προς την καταστροφή ήταν δεδομένη. Όταν, μάλιστα, το τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας πέρασε στα χέρια του αφελούς ΓΑΠ, η πορεία αυτή κατέστη μοιραία και αναπότρεπτη...



Παρ' όλα αυτά ο παρουσιαζόμενος πίνακας έχει την αξία του και αποδεικνύει το μέγεθος της ανισοκατανομής του εισοδήματος στην ελληνική οικονομία, το οποίο, λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, κατέστη το κρίσιμο και ικανό εκείνο μέγεθος, το οποίο οδήγησε στην παρούσα καταστροφή, μέσω του μηχανισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, ο οποίος επέτρεψε την μαζική φυγή των κεφαλαίων και την εξαφάνιση κάθε ίχνους της ελληνικής συνολικής αποταμίευσης, θέτοντας σε κίνηση, σε μια ολέθρια κατεύθυνση όλους εκείνους τους μηχανισμούς, που προβλέπονται από την συνάρτηση καταναλωσης και τις ανάλογες κεϋνσιανές παραδοχές.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω δεδομένων, η απάντηση στο διαρκές ερώτημα των πολιτών της χώρας μας, για το οποίο έχουμε μιλήσει, δίνοντας τις πρέπουσες απαντήσεις και το οποίο συνοψίζεται στο "Πού το πάει η τρόϊκα;", καθίσταται, ακόμη, περισσότερο ευχερής.

Η τρόϊκα στοχεύει στην αλματώδη διεύρυνση της εισοδηματικής ανισοκατανομής του πληθυσμού, στην αύξηση της αποταμίευσης και στην απομόχλευση της υπερεπενδυμένης οικονομίας, με την συντριβή των επενδύσεων και των λοιπών μακροοικονομικών μεγεθών της.  

Όπως έχουμε πει, η τρόϊκα των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας, προκειμένου να μειώσει τα κόστη δανεισμού, που συνεπάγονται από την διαχείριση της ελληνικής οικονομίας, σε συνθήκες δημοσιονομικού και εμπορικού ελλείμματος και προκειμένου να έλθει, το συντομότερο δυνατό, η στιγμή, που, μέσω των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, η διαχείριση της ελληνικής οικονομίας θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς, για τους δανειστές - δηλαδή την έναρξη επιστροφής εκείνων των δάνειων ποσών, που θα κριθεί ότι μπορούν, ή/και ότι πρέπει να επιστραφούν - επιδιώκει την αύξηση των αποταμιεύσεων και την σαρωτική μείωση των επενδύσεων, σε επίπεδα μιας θηριώδους οικονομικής κρίσης, προκειμένου να ισοσκελίσει τα δύο σκέλη της εξίσωσης, που ισορροπεί το άθροισμα του δημοσιονομικού και του εμπορικού ισοζυγίου, με την αφαίρεση των αποταμιεύσεων από τις επενδύσεις. (Δημοσιονομικό ισοζύγιο + Εμπορικό ισοζύγιο = Αποταμιεύσεις - Επενδύσεις. Το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι = ή και >0).

Η κατάσταση, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, είναι σαφώς, απελπιστική. Και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο κινείται η τρόϊκα, η οποία προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, με ένα πρόγραμμα, το οποίο είναι, εκ των προτέρων, καταδικασμένο να αποτύχει, ακόμη και όταν επιτύχει τους στόχους του!

Σε μια πρώτη φάση, αυτό, που επιδιώκει η τρόϊκα, είναι ο μηδενισμός του τελικού αποτελέσματος της εξίσωσης, με πρώτον στόχο το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, αφού το εμπορικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι κάτι που βλάπτει τους δανειστές, εφ' όσον αυτό υπερκαλύπτεται από το δημοσιονομικό πλεόνασμα.

Σε δεύτερη φάση, η τρόϊκα επιδιώκει την επίτευξη θετικού αποτελέσματος στην ισορροπία της εξίσωσης, ούτως ώστε και τα δάνεια να μπορούν να εξυπηρετούνται και οι αποταμιεύσεις να μπορέσουν να μετατραπούν σε επενδύσεις και να ξεκινήσει, έτσι, μια διαδικασία ανάπτυξης.

Αυτή η υπόθεση εργασίας, πάνω στην οποία στηρίζεται το επιτελείο των εκπροσώπων των δανειστών, που έχει αναλάβει την τρέχουσα διαχείριση της ελληνικής οικονομίας και η οποία υπόθεση εργασίας έχει, σαν βασική της παράμετρο τον παραγκωνισμό του κρατικού μηχανισμού της χώρας, ως τελικού σταθεροποιητή των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, είναι, εντελώς, παρακινδυνευμένη και εξωπραγματική, αφού βάζει στην άκρη την συνάρτηση κατανάλωσης, ως περιγραφικό μηχανισμό της πραγματικότητας και την χρησιμοποιεί, ως εργαλείο συρρίκνωσης των μακροοικονομικών μεγεθών και όξυνσης της ύφεσης, όπως κάνει κάθε οικονομικό επιτελείο, το οποίο διακατέχεται από νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες. Και η τρόϊκα των εκπροσώπων των τοκογλύφων δανειστών διακατέχεται από πολλές τέτοιου είδους ιδεοληψίες, αν και η πολιτική που ασκεί δεν είναι, αμιγώς, νεοφιλελεύθερη.

Η πολιτική των τροϊκανών είναι ένα κράμα νεοφιλελευθερισμού και κεϋνσιανισμού, το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί, ως φιλελεύθερος κεϋνσιανός συντηρητισμός, όσο και αν αυτό ακούγεται παράταιρο. 

Οι τροϊκανοί γνωρίζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους όσον αφορά την διαδικασία αποδόμησης του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, ως οικονομικού παράγοντα και ως διαμορφωτή της κοινωνικής πολιτικής στην χώρα. Ως εκ τούτου και επειδή ασκούν ουσιαστική δημοσιονομική διαχείριση, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, έχουν γνώση των περιορισμών, που τους επιβάλει αυτή η διαχείριση, ως ζώσα πραγματικότητα και ως αποτύπωση των ισορροπιών, που επικρατούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Η βαριά φορολογία, που έχουν επιβάλει και η οποία - πέρα από τις όποιες αυξομειώσεις - θα συνεχιστεί, είναι αδιάψευστη απόδειξη των σημαντικών μη νεοφιλελεύθερων πτυχών της τροϊκανής οικονομικής διαχείρισης και πηγή μιας διαρκούς ενόχλησης, για τους αφελείς εντόπιους νεοφιλελεύθερους (ο Στέφανος Μάνος, ο Τάσος Αβραντίνης και ο Θανάσης Παπανδρόπουλος είναι μερικοί από αυτούς), οι οποίοι έχουν αναλάβει την εργολαβία της υπεράσπισης της πολιτικής των τροϊκάνων και των αφεντικών τους. Και η βαριά φορολογία, που σκοπεύει να διατηρήσει, σε βιώσιμα επίπεδα, τα κρατικά έσοδα, προκειμένου να μειωθεί η τρέχουσα ελλειμματική διαχείριση και να μετατραπεί σε πλεονασματική, ούτως ώστε να μειωθεί και να παύσει, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ο δανεισμός για τρέχουσες ανάγκες, δεν είναι η μόνη αντινεοφιλελεύθερη οικονομική πτυχή της τροϊκανής διαχείρισης.

Η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων, η οποία αποτελεί αμελητέο παράγοντα στην όλη διαδικασία και δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι δεν μετέχει στον πυρήνα εκείνων, που λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις, όσον αφορά την ελληνική οικονομία, αφού έχει έναν δευτερεύοντα ρόλο βοηθού εισηγητή, μπορεί, με την ανοχή της τρόϊκας, να θριαμβολογεί, για τα ανύπαρκτα πρωτογενή πλεονάσματα στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, αλλά η πραγματικότητα είναι ζοφερή. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ελληνικού δημοσίου, προς τους ιδιώτες, αυξάνουν, όπως, επίσης, αυξάνουν και οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών, προς το δημόσιο και ήδη, στο πρώτο 4μηνο του 2013 άγγιξαν το ποσόν των 3 δισ. €, ενώ το 1/4 των επιχειρηματιών δεν επιστρέφουν τον ΦΠΑ, προκειμένου να καταφέρουν να έχουν τα, στοιχειωδώς, απαραίτητα κεφάλαια κίνησης, για να μπορέσουν να κρατούν, σε λειτουργία, τις επιχειρήσεις τους. Παράλληλα, τα ασφαλιστικά ταμεία, με πρωταγωνιστές τον Ο.Α.Ε.Ε. και το Ι.Κ.Α., οδηγούνται, σε διάλυση και σε πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης των στοιχειωδών υποχρεώσεών τους, προς τους συνταξιούχους και τους προμηθευτές τους και φυσικά, η ώρα της κρίσεως, δηλαδή της έκτακτης χρηματοδότησής τους, από τον κρατικό προϋπολογισμό και της περικοπής των συντάξεων, που χορηγούν, έρχεται και θα εξαφανίσει, κάθε κυβερνητική ανοησία, για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αναλόγως, αντινεοφιλελεύθερη είναι και η πολιτική των τροϊκανών στον τραπεζικό τομέα και ως προς την διάσωσή του (η ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία θα έπρεπε να κλείσει και να βάλει λουκέτο στα μαγαζιά της, αν η πολιτική των τροϊκανών ήταν νεοφιλελεύθερη. Δεν είναι και γι' αυτό τα διάφορα ζόμπυ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος διατηρούνται, ως έχουν). Το αστείο είναι ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έχει φάει τα ψωμιά της, πριν καν ολοκληρωθεί και φυσικά, η αναμενόμενη ρευστότητα στην αγορά δεν θα έλθει (και αν ερχόταν, άλλωστε, λίγα πράγματα θα άλλαζε, αφού το κλίμα στην αγορά θα απέτρεπε οποιονδήποτε λογικό επιχειρηματία να επενδύσει, σε μια αγορά, που φθίνει, με ταχύτατους ρυθμούς και η οποία στερείται οποιασδήποτε κρατικής υποστήριξης), αφού οι τράπεζες κατακλύζονται από κακά δάνεια, τα οποία φθάνουν στο 1/4 του συνόλου, μέγεθος το οποίο αυξάνεται και καθιστά επισφαλή την χρηματοοικονομική κατάσταση του συνόλου του ελληνικού τραπεζικού τομέα, ο οποίος παραμένει βυθισμένος στην χρεωκοπία, η οποία θα αποκαλυφθεί, πλήρως, όταν γίνουν τα απαιτούμενα και αναμενόμενα τεστ αντοχής, γύρω από την ποιότητα των δανειστικών χαρτοφυλακίων, καθώς και των επισφαλειών.

Όλα αυτά θα υποχρεώσουν τις τράπεζες να δεσμεύσουν χρήματα, τα οποία θα καλύψουν τα κόκκινα δάνεια, τις επισφάλειες και μια σειρά ανύπαρκτων στοιχείων του ενεργητικού τους και θα τις οδηγήσουν σε έναν νέο γύρο ανακεφαλαιοποίησης, η οποία, προς το παρόν, δεν είναι ορατή, γεγονός που θα τις υποχρεώσουν σε ένα ξεπούλημα περιουσιακών στοιχείων (δανείων, ακινήτων, θυγατρικών επιχειρήσεων κλπ) σε άλλους φορείς, προκειμένου να μπορέσουν να αποφύγουν μια χρεωκοπία και την ληστεία των καταθέσεων του αποταμιευτικού κοινού. Οπότε αποχαιρέτα την, την ρευστότητα που χάνεται...

Αλλά, επίσης, αντινεοφιλελεύθερη είναι και η πολιτική της τρόϊκας των εκπροσώπων των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας μας, ως προς την διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία είναι, εντελώς, ερασιτεχνική, αφού δεν έχουν το θάρρος να παίξουν τον πραγματικό τους ρόλο, ως εκκαθαριστών και να προβούν σε μια διαδικασία ανοικτής πτώχευσης του ελληνικού δημοσίου, με πλήρη εκκαθάριση του ενεργητικού και του παθητικού. Δεν το πράττουν, όμως, διότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το κράτος, όπως θα αντιμετώπιζαν μια οποιαδήποτε πτωχευμένη επιχείρηση.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Κάθε άλλο. Η διαχείρισή του είναι εξαιρετικά δύσκολη και επώδυνη. Και για τους δανειζόμενους, αλλά και για τους δανειστές. Πολύ περισσότερο, για τους δανειζόμενους, αλλά αυτό δεν αλλάζει, ούτε απαλύνει, την δύσκολη θέση των δανειστών, όσο και αυτοί βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τον οφειλέτη τους.

Όπως έχουμε πει, το επίσημο ελληνικό δημόσιο χρέος, παρά τα δύο κουρέματα, που έχει υποστεί, εξακολουθεί να βρίσκεται στα επίπεδα των 320 - 340 δισ. € και είναι, εντελώς, αδύνατο να θεωρηθεί, ως διαχειρίσιμο. Αυτό είναι, πλήρως, γνωστό στους ενδαφερόμενους (στο Δ.Ν.Τ. και στους Ευρωπαίους - κυρίως στους Γερμανούς, οι οποίοι θα κληθούν να πληρώσουν τα σπασμένα). Για τον λόγο αυτόν έχει αρχίσει ένας υπόγειος πόλεμος, ο οποίος, όσο περνάει ο καιρός γίνεται φανερός, ο οποίος εκπορεύεται από το Βερολίνο και στοχεύει στην συμμετοχή του Δ.Ν.Τ., σε ένα πιθανό κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους προς τους λεγόμενους θεσμικούς φορείς - δηλαδή προς τα κράτη της ευρωζώνης, το ευρωσύστημα και το Δ.Ν.Τ.

Οι Γερμανοί επιδιώκουν την συμμετοχή του Δ.Ν.Τ., ως διαπραγματευτικό χαρτί και με το επιχείρημα ότι, για την αποτυχία των προγραμμάτων, που αφορούν την ελληνική οικονομία, το Δ.Ν.Τ. είναι συνυπεύθυνο και πρέπει να επωμισθεί μέρος της ευθύνης συμμετέχοντας στο κούρεμα των απαιτήσεών του, από το ελληνικό δημόσιο, προκειμένου τα στελέχη του να παύσουν να απαιτούν μια διαγραφή των απαιτήσεων της ευρωζώνης της τάξης του 40% και η οποία διαγραφή συμποσούται, περίπου, στο ύψος των 100 δισ. €.

Έτσι, το Δ.Ν.Τ. κρατάει καθυστέρηση και αργεί να εγκρίνει και να εκταμιεύσει την συμμετοχή του στις δόσεις του δανείου, που απορρέει από το αναθεωρημένο 2ο Μνημόνιο και φυσικά, επικαλούμενο την κατοχυρωμένη νομική του θέση, ως προτιμώμενου δανειστή, ο οποίος προηγείται οποιουδήποτε άλλου, για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, επιμένει στην θέση του, για ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους από την μεριά της ευρωζώνης, κατά 100 δισ. € και όχι κατά 50 δισ. € όπως επιθυμούν οι ευρωζωνίτες, οι οποίοι σχεδιάζουν, κατά πάσαν πιθανότητα, να φορτώσουν την μείωση αυτή στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, ο οποίος συμμετέχει, κατά 38,5% στο ελληνικό δημόσιο χρέος, μέσω της χρηματοδότησης του ελληνικού κράτους, με την αγορά των βραχυπρόθεσμων εντόκων γραμματίων.

Το Δ.Ν.Τ. θεωρεί αδιέξοδη αυτή την τακτική των ευρωζωνιτών και φυσικά, πιστεύει, ορθά, ότι μια τέτοια κίνηση, με μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, με μια νέα χρεωκοπία, έναντι των τραπεζών, αλλά και μέρους των θεσμικών φορέων της ευρωζώνης, δεν θα είναι αποτελεσματική και δεν θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία, λόγω του μικρού ποσού της ελάφρυνσης, αφού, το υπόλοιπο χρέος, θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το 100% του ελληνικού ΑΕΠ και θα κυμαίνεται, λίγο πάνω, ή λίγο κάτω, από τα 300 δισ. €. 

Όλα αυτά θα αποτρέψουν την επάνοδο του ελληνικού δημοσίου στις αγορές ομολόγων και θα εξακολουθήσουν να βυθίζουν την ελληνική οικονομία στην ύφεση, ακόμη και εάν η χώρα (κάτι το εξαιρετικά δύσκολο) καταφέρει να βγει στις αγορές και να δανειστεί. Μια τέτοια έξοδος στις αγορές για δανεισμό, θα είναι θνησιγενής, αφού το επιτόκιο δανεισμού θα είναι εξαιρετικά υψηλό (όπως συμβαίνει, τώρα, με την Ιρλανδία) και η χώρα, σύντομα, θα επιστρέψει στις παρούσες δυσκολίες δανειοδότησης και στην ανεπάρκεια δανεισμού, αφού δεν θα μπορεί να αναχρηματοδοτήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, ακόμη και εάν επιτύχει να έχει ένα, μακροπρόθεσμα, διατηρήσιμο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στα δημοσιονομικά της αποτελέσματα.

Το συμπέρασμα είναι ότι, για να μπορέσει το ελληνικό πρόγραμμα να βρει μια κατάληξη, πρέπει να γίνει αυτό που, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, σταθερά, υποστηρίζω. Το ελληνικό δημόσιο χρέος πρέπει να αναληφθεί, ως προς την εξυπηρέτησή του, από την ευρωζώνη, ή να αναδιαρθρωθεί, ριζικά. Φυσικά, προτιμώτερη είναι η πρώτη λύση, αλλά, στην πράξη, οι ευρωζωνίτες, έχοντας στα χέρια τους τα 240 δισ. €, από το σύνολό του, μπορούν να κάνουν έναν συνδυασμό αναδιάρθρωσης και αποπληρωμής του. Αυτό, όμως, δεν το επιθυμούν. Γι' αυτό και πιέζουν το Δ.Ν.Τ., προσπαθώντας να το κάνουν να παύσει να ομιλεί, για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Και τούτο επειδή γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι τα δάνεια, που χορηγεί το Ταμείο στο ελληνικό κράτος και τα οποία, εάν ολοκληρωθεί το πράγραμμα, θα φθάσουν στα 40 δισ. €, θα κληθούν να τα πληρώσουν οι ευρωζωνικοί μηχανισμοί.

Όπως είπαμε, το Δ.Ν.Τ. τελεί, υπό το καθεστώς του προτιμώμενου δανειστή, προηγείται έναντι κάθε άλλου δανειστή, ως προς την ικανοποίηση των απαιτήσεών του και οι δανειστικές απαιτήσεις του δεν μπορούν να μειωθούν. Μια οποιαδήποτε μείωση των απαιτήσεων του Δ.Ν.Τ., από το ελληνικό δημόσιο, θα αποτελούσε σκάνδαλο και θα ήταν ένα πολύ κακό προηγούμενο, αφού η Ελλάδα δεν είναι κάποια υπανάπτυκτη χώρα. Ανήκει στον αναπτυγμένο κόσμο και δεν νοείται διαγραφή των χρεών της. Ως εκ τούτου, η ευρωζώνη, με προεξάρχουσα την Γερμανία, καλείται να επωμισθεί μια διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους της τάξεως των 100 δισ. € και να φροντίσει, για την αποπληρωμή και των 40 δισ. € (συν τους τόκους) της συμμετοχής του Δ.Ν.Τ.

Η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ θεωρεί ότι ένα τέτοιο βάρος είναι αδύνατο να το επωμισθεί, ακόμη και μετά τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, η διεξαγωγή των οποίων δεν λύνει τα χέρια των Γερμανών πολιτικών, αφού η Γερμανία, ως ομοσπονδιακό κράτος, που είναι, βρίσκεται σε διαρκή προεκλογική περίοδο και το γερμανικό κοινό - το οποίο γαλουχεί, όμως, η ίδια - δεν είναι διατεθειμένο να δεχθεί τέτοιες λύσεις. Η Γερμανία δεν θέλει να επωμισθεί το βάρος μιας δραστικής ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, προς τους θεσμικούς φορείς της ευρωζώνης, όχι τόσο, λόγω του ύψους των 140 δισ. €.

Ένα μέρος του προβλήματος είναι το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να κουρευτεί το ελληνικό δημόσιο χρέος, προς το ευρωσύστημα. Ο λόγος είναι πολύ απλός. ο Μηχανισμός Στήριξης, ο ESM, που χρηματοδοτεί την χώρα από την εποχή του του 2ου Μνημόνιου (μετά τον Φεβρουάριο του 2012) προβλέπει στο άρθρο 32, παρ. 8 του καταστατικού του ότι στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των δραστηριοτήτων του, όλη η περιουσία του, οι χρηματοδοτικοί του πόροι και τα στοιχεία ενεργητικού του Μηχανισμού δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό, ή ρύθμιση, ή έλεγχο, ή ειδικές συμφωνίες οποιασδήποτε φύσεως.

Βέβαια, δεν εξαντλείται εδώ το πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί, αν δεχτούμε ότι το ύψος των δανεισθέντων ποσών στο ελληνικό κράτος συμποσούται σε επίπεδα κατά πολύ μεγαλύτερα των 240 δισ. €, που, τώρα, φαίνεται να είναι το ποσόν που οφείλεται στην ευρωζώνη και στους θεσμικούς φορείς. Ο Γιάννης Στουρνάρας έχει αναφέρει στην Βουλή ότι το ποσόν της οφειλής της Ελλάδας στο ευρωσύστημα ανέρχεται στα 550 δισ. € και κατά πάσαν πιθανότητα, συμπεριλαμβάνει και τις εγγυήσεις του ελληνικού κράτους, ύψους, περίπου, 320 δισ. €, για τις ενισχύσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το ευρωσύστημα, μέσω του ELA.

Έτσι, το κόστος της ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, με δεδομένο ότι αυτές οι εγγυήσεις έχουν, ουσιαστικά, καταπέσει, γίνεται δυσθεώρητο. Αλλά και πάλι το πρόβλημα δεν τελειώνει εδώ και δεν βρίσκεται ούτε στο ύψος του, ούτε στην σύνθεσή του. (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτές οι πτυχές του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν είναι σημαντικές. Κάθε άλλο. Είναι πολύ σημαντικές και δεν μπορούν να παραβλεφθούν).

Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι την Ελλάδα θα ακολουθήσουν και οι άλλες χώρες που βρίσκονται, υπό το καθεστώς Μνημονίων, οι οποίες θα απαιτήσουν και αυτές ελάφρυνση των δημοσίων χρεών τους, όπως και η Ιταλία, η οποία, ήδη, το απαιτεί, αφού χρέος της είναι μη διαχειρίσιμο, με δεδομένο το γεγονός ότι ξεπερνάει τα 2 τρισ. €. Και φυσικά, μετά την Ιταλία, σειρά θα πάρει και η Ισπανία.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το βάρος της διαχείρισης ενός δημόσιου χρέους, το οποίο δεν είναι διαχειρίσιμο, οδηγεί την τρόϊκα των εκπροσώπων των δανειστών στην αγωνιώδη προσπάθεια της άμεσης ανάσχεσης και του τερματισμού της διεύρυνσής του, η οποία προσπάθεια εντοπίζεται στον μηδενισμό του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος και έρχεται να συναντήσει την βασικότερη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία των τροϊκανών.

Όπως έχουμε πει, αυτή η ιδεοληψία είναι η έμπρακτη πεποίθησή τους ότι η ελληνική οικονομία πάσχει από υπερεπένδυση, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύει η ύφεση που την κτύπησε στα τέλη του 2008 και την οποία οι τροϊκανοί μετέτρεψαν, σε (τουλάχιστον) μεσομακροπρόθεσμη οικονομική κρίση, η ελληνική οικονομία πάσχει από υπεραποταμίευση, που εκφράστηκε, με την μαζική απώλεια και φυγή των καταθέσεων, ήδη, από το 2002, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρωζώνη και η οποία εντάθηκε από το 2009 και επιταχύνθηκε από το 2010, όταν άρχισε να φαίνεται ότι η χώρα, πιθανότατα, θα εγκαταλείψει το ευρώ.

Έτσι, λειτουργώντας, με την λογική της θεωρίας, περί υπερεπένδυσης στην ελληνική οικονομία, οδηγούνται στην πολιτική της "απομόχλευσης" του ΑΕΠ της χώρας, το οποίο θεωρείται, ως προϊόν "φούσκας", την οποία αποτελούν οι επενδύσεις και η κατανάλωση, οι οποίες, με την σειρά τους "απομοχλεύονται", με την τροϊκανή πολιτική της σαρωτικής λιτότητας. Έτσι, το ελληνικό ΑΕΠ έχει καταβαραθρωθεί και από τα 231,081 δισ. €, που ήταν το 2009, κατακρημνίστηκε στα 193,749 δισ. € το 2012 και έπεται συνέχεια και το 2013, το οποίο - στην καλύτερη περίπτωση - θα κλείσει, με μια μεγαλοπρεπή πτώση στα 183 δισ. €, την ώρα που οι στουρνοσαμαράδες προπαγανδίζουν, με την θερμή στήριξη της γερμανικής κυβέρνησης και των ευρωζωνιτών, το κωμικοτραγικό σήριαλ του "Greek success story"

Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πράγματα θα πάνε, ακόμη, χειρότερα.

Η ελληνική βιομηχανία καταρρέει, αφού οι παραγγελίες τον περασμένο Μάρτιο έπεσαν, κατά 12,7%, σε σχέση με τον Μάρτιο του 2011, οπότε είχαν πέσει κατά 1,9%, ενώ το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο μειώθηκε, με έναν σαρωτικό τρόπο, ο οποίος είναι καταστροφικός για την ελληνική οικονομία, αφού οι εισαγωγές έπεσαν, κατά 30%, κτυπώντας κάθε επενδυτική δραστηριότητα στην ελληνική παραγωγή. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές τον Μάρτιο του 2013 μειώθηκαν και αυτές, κατά 8%, αποδεικνύοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να παραμένει μη ανταγωνιστική.

Όργανο, γι' αυτήν την πολιτική, φαίνεται ότι είναι η συνάρτηση της κατανάλωσης και συγκεκριμένα η υλοποίηση στην πράξη των προβλέψεων της κεϋνσιανής θεωρίας, περί φθίνουσας οριακής και μέσης ροπής προς κατανάλωση. Μπορεί οι τροϊκανοί να διαφωνούν, με την κεϋνσιανή θεωρία, αλλά, γι' αυτούς, η χρήση της συνάρτησης της κατανάλωσης είναι ένα πολύ καλό εργαλείο, για να κάνουν την δουλειά τους, σε βραχυχρόνιο - υποτίθεται - επίπεδο. Όπως, άλλωστε, έχει πει ο Poul Tomsen, "δεν είναι δυνατόν να κάνεις δημοσιονομική εξυγίανση, χωρίς να δημιουργήσεις ύφεση στην οικονομία"

Και φυσικά, δεν μπορείς να φέρεις ύφεση στην οικονομία, εάν δεν συρρικνώσεις την κατανάλωση. Και δεν μπορείς να συρρικνώσεις την κατανάλωση - προσθέτω εγώ -, εάν δεν ενθαρρύνεις την αποταμίευση και εάν δεν αποδιοργανώσεις τις επενδύσεις.

Είπε, λοιπόν, κανείς ότι οι τροϊκανοί δεν είναι κεϋνσιανοί; Προφανώς και είναι. 

Μόνο που είναι, με τον δικό τους τρόπο και εξυπηρετώντας τους δικούς τους στόχους και τα συμφέροντα των δανειστών, που εκπροσωπούν.

Παρ' όλ' αυτά, όμως, όσο και αν επιμένουν να αντιμετωπίζουν την ελληνική οικονομία, ως μια υπερεπενδυμένη οικονομία, η οποία χρειάζεται απομόχλευση, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία, όταν τους έφερε εδώ η προδοτική κυβέρνηση του αφελούς ΓΑΠ, ο οποίος, προφανώς, εξυπηρέτησε αλλότρια συμφέροντα, δεν έπασχε από υπερεπένδυση. Έπασχε από υπεραποταμίευση. Αυτό που συνέβη είναι ότι η ελληνική οικονομία κτυπήθηκε από την μετρίας εντάσεως διεθνή ύφεση του 2008 και παρουσίασε όλα εκείνα τα φαινόμενα, τα οποία είναι συστατικό στοιχείο της κεϋνσιανής θεωρίας, για την συνάρτηση της κατανάλωσης.

Χρήσιμο είναι να θυμηθούμε, εδώ, την θεωρία του John Maynard Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης (consumption function) :


Ας δούμε, κατ' αρχήν, το παραπάνω σχήμα. Αυτό απεικονίζει την συνάρτηση της κατανάλωσης, περίπου, με τα τρία χαρακτηριστικά, που περιλαμβάνει η θεωρία του John Maynard Keynes

α) η οριακή ροπή κατανάλωσης c κυμαίνεται μεταξύ του 0 και του 1, 

β) η μέση ροπή κατανάλωσης μειώνεται προϊόντος του χρόνου και 

γ) το εισόδημα καθορίζει την κατανάλωση (αν και αυτό δεν σημαίνει ότι το επιτόκιο δεν παίζει ρόλο στα επίπεδα κατανάλωσης. Παίζει ρόλο, αλλά αυτός είναι δευτερεύων και έτσι, για λόγους απλούστευσης, το επιτόκιο δεν περιλαμβάνεται στο σχήμα αυτό). 

Οριακή ροπή κατανάλωσης είναι η κλίση της συνάρτησης κατανάλωσης. Η μέση ροπή κατανάλωσης C/Y ισούται με την κλίση της γραμμής που ξεκινάει από την αρχή των αξόνων και καταλήγει να συναντάει την συνάρτηση κατανάλωσης.
                                                         _
Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι : C είναι η σταθερά που αποκαλείται "αυτόνομη κατανάλωση" και είναι >0. (Η "αυτόνομη κατανάλωση" δεν εξαρτάται από το εισόδημα. Τα άτομα καταναλώνουν αγαθά και υπηρεσίες, που έχουν αξία, ακόμη και όταν το εισόδημά τους ισούται, με το μηδέν. Αυτό το τμήμα της κατανάλωσης ονομάζεται αυτόνομη κατανάλωση). C είναι η κατανάλωση. Y είναι το διαθέσιμο εισόδημα.  Τέλος, c είναι η οριακή ροπή κατανάλωσης, η οποία είναι >0 και <1. Επίσης, APC είναι η μέση ροπή κατανάλωσης και MPC είναι η οριακή ροπή κατανάλωσης.

Όπως έχω γράψει στο παρελθόν, η τοποθέτηση και η εισήγηση του J. M. Keynes, για την συνάρτηση κατανάλωσης, υπήρξε προϊόν των λογικών συνεπαγωγών του ανδρός, οι οποίες εξήχθησαν από την παρατήρηση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930 και από την προσωπική του διαίσθηση. Δεν ήσαν προϊόν επιστημονικών μετρήσεων και καταγραφής των δεδομένων, αφού, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν τέτοιες μετρήσεις. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, η κατανάλωση και οι προδιοριστικοί της παράγοντες δεν είχαν καμμία βαρύτητα στα μυαλά των κλασικών οικονομολόγων. Επρόκειτο, σύμφωνα, με τις κρατούσες πεποιθήσεις της οικονομολογικής "σοφίας", εκείνης της εποχής, για επιφαινόμενα και όχι για την ουσία των επιστημονικών δεδομένων. Μια ουσία, η οποία εστρέφετο προς και είχε, ως επίκεντρο, την παραγωγή.

Σχεδόν αμέσως, μετά την διατύπωση της θεωρίας για την συνάρτηση κατανάλωσης, με τις παραδοχές, που απεικονίζονται στο παραπάνω σχήμα, άρχισαν οι αναζητήσεις και οι έρευνες για την ορθότητα της θεωρίας και των παραδοχών της. Και φυσικά, οι έρευνες έδειξαν ότι η κεϋνσιανή θεωρία για την συνάρτηση κατανάλωσης είναι μια πολύ καλή προσέγγιση της πραγματικότητας, όσον αφορά την συμπεριφορά των καταναλωτών.

Έτσι, διαπιστώθηκε ότι τα νοικοκυριά, που είχαν υψηλά εισοδήματα, είχαν και την τάση να καταναλώνουν περισσότερο από τα πτωχότερα. Αυτό σήμαινε ότι η οριακή ροπή κατανάλωσης αυτών των νοικοκυριών είναι μεγαλύτερη από το μηδέν.

Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα νοικοκυριά, με το υψηλότερο εισόδημα είχαν την τάση να αποταμιεύουν περισσότερο από τα πτωχότερα και ότι όσο αυξάνεται το εισόδημά τους, αποταμιεύουν ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του. Αυτό σήμαινε ότι η μέση ροπή κατανάλωσης μειώνεται, όσο αυξάνεται το εισόδημά τους.

Αλλά, πέρα από τις βραχυπρόθεσμες έρευνες, που έγιναν στα νοικοκυριά, κατά την διάρκεια της κρίσης (αυτό που τώρα, οι οικονομολόγοι ονομάζουν βραχυχρόνιες σειρές δεδομένων), και στην εξέταση των συναθροιστικών στοιχείων, κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου (δηλαδή στις μακροχρόνιες σειρές δεδομένων) οι έρευνες έδειξαν ότι τα στοιχεία αυτά, όσον αφορά την κατανάλωση και το εισόδημα, στηρίζουν την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές του J. M. Keynes.

Αυτή την συνάρτηση κατανάλωσης και τις παραδοχές του μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου έρχονται να εφαρμόσουν οι τροϊκανοί εκπρόσωποι των τοκογλυφικών δανειστών του ελληνικού κράτους, παρά το γεγονός ότι θέλουν να πιστεύουν (ή θέλουν να κάνουν τους άλλους να νομίζουν ότι οι ίδιοι οι τροϊκανοί πιστεύουν) ότι αυτή η συνάρτηση θα λειτουργήσει μόνον στις βραχυπρόθεσμες χρονικές σειρές και θα ανατραπεί, όταν ακολουθήσουν οι μακροπρόθεσμες.

Φυσικά, κάτι τέτοιο, με τα παρόντα δεδομένα, δεν πρόκειται να υπάρξει. 

Και θα εξακολουθήσει να μην υπάρχει, για όσο χρονικό διάστημα ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική της μαζικής λιτότητας και του ξεχαρβαλώματος του ελληνικού κράτους, για χάρη της εξαφάνισης του πρωτογενούς, στην αρχή και του δευτερογενούς, στην συνέχεια, δημοσιονομικού ελλείμματος και για όσο δεν υπάρχουν μαζικές δημόσιες δράσεις στην οικονομία, με κρατικές επενδύσεις και στήριξη της καταρρέουσας κατανάλωσης.

Ύστερα από όλα αυτά, γίνεται κατανοητή η νέα απόπειρα της γερμανικής ελίτ να παρουσιάσει και να φέρει και πάλι στο προσκήνιο την παλιά της ιδέα, για την οποία έχουμε κάνει λόγο και η οποία συνίσταται σε μια Grexit, δηλαδή στην προσωρινή έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη και την - υποτιθέμενη - επάνοδό της, σε αυτήν, όταν τα μακροοικονομικά της μεγέθη και η δομή της οικονομίας της το επιτρέψουν, χωρίς, φυσικά, την διαγραφή των υποχρεώσεων του ελληνικού δημοσίου, προς το ευρωσύστημα και τα κράτη της ευρωζώνης.

Φυσικά, μια τέτοια "λύση", η οποία θα είναι καταστροφική για την ελληνική οικονομία, αφού θα διογκώνει το τοκιζόμενο και μη εξυπηρετούμενο δημόσιο χρέος της, προς την ευρωζώνη, το οποίο θα παραμένει εκφρασμένο σε ευρώ (εάν η ευρωζώνη επιβιώσει) και θα εξακολουθεί να είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί και σε αυτό θα προστεθεί και όλο το πρόσθετο χρέος, το οποίο θα δημιουργηθεί, με βάση το εθνικό νόμισμα της χώρας, το οποίο θα εκφράζεται σε ευρώ (εκτός εάν καταφύγει σε εκτεταμένη χρήση του seigniorage). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στον διεθνή δανεισμό θα εξακολουθήσει να είναι ακριβή, όπως ήταν και πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη και θα απομυζήσει όλες τις αναπτυξιακές δυνατότητες, που θα της δώσει η αντικατάσταση του ευρώ από το εθνικό νόμισμα.

Ως εκ τούτου, μια τέτοια "λύση" θα αποτελούσε την χείριστη δυνατή επιλογή, θα ήταν μη λύση και μια τυχούσα συμφωνία οποιασδήποτε ελληνικής κυβέρνησης, σε μια τέτοιου είδους "προσωρινή" έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, θα αποτελούσε μια προδοτική συμφωνία, η οποία θα στρεφόταν εις βάρος των ζωτικών συμφερόντων του πληθυσμού της χώρας.

Το έχουμε ξαναπεί. Απαραίτητη προϋπόθεση μιας τέτοιας εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη (η οποία θα ήταν καλό να αποφευχθεί), εφόσον κριθεί ότι το ελληνικό δημόσιο δεν πρέπει, για γενικότερους λόγους, που σχετίζονται με την μη διατάραξη των σχέσεών της με τους εταίρους της, να καταφύγει στην εκτύπωση ευρώ και να μην ασκήσει το seigniorage,  θα ήταν η μαζική διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο εκφραζόμενο σε ευρώ, θα πρέπει να συρρικνωθεί και να παραμείνει, σε επίπεδα, τα οποία να βρίσκονται κάτω του 20% του ελληνικού ΑΕΠ, όπως ακριβώς συνέβαινε με το εκφρασμένο σε ξένα νομίσματα ελληνικό δημόσιο χρέος, πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη.

Μια εναλλακτική λύση θα ήταν η μετατροπή του τμήματος εκείνου του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ της χώρας, στο εθνικό νόμισμα της χώρας, προκειμένου να καταστεί διαχειρίσιμο και να μπορεί να εξυπηρετείται, μέσα από την νομισματοποίησή του.

Τρίτη λύση θα ήταν η ανάληψη της εξυπηρέτησης του συνόλου (ή του μεγαλύτερου μέρους) του ελληνικού δημόσιου χρέους από τους μηχανισμούς του ευρωσυστήματος.Αλλά μια τέτοια λύση καθιστά, σε μεγάλο βαθμό, ανεπίκαιρη την όποια προσωρινή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη.

Αυτή η αμείλικτη πραγματικότητα είναι που προβληματίζει το σύνολο της γερμανικής ελίτ, της οποίας οι προβληματισμοί είναι προφανές ότι δεν σταματούν στην Ελλάδα. Την χώρα μας την χρησιμοποιούν, ως ένα εργαλείο, το οποίο ανοίγει δρόμους για ευρύτερες γεωπολιτικές μεταβολές στον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες συνδέονται με την τύχη της ευρωζώνης.

Έτσι απέναντι στην επίσημη πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης η οποία επιθυμεί την παραμονή της ευρωζώνης, ως έχει, δηλαδή, ως νομισματικής ένωσης, η οποία έχει περιπέσει στην κατάσταση ενός νεκροζώντανου ζόμπυ, αποτελεί κοινό μυστικό - το οποίο ακούγεται δυσάρεστα στο Παρίσι στο Λονδίνο και στην Ουάσινγκτων - ότι η γερμανική ελίτ επεξεργάζεται σχέδια και λύσεις για ένα Gerexit. Τα σχέδια αυτά και οι επιδιωκόμενες λύσεις,  προβλέπουν την αντικατάσταση της ευρωζώνης, από άλλα μικρότερα γεωπολιτικά και οικονομικά σχήματα, ή την επιστροφή στην πρότερη της ευρωζώνης κατάσταση, με την επάνοδο στο μάρκο και στα άλλα εθνικά νομίσματα.

Η ίδρυση του κόμματος "Εναλλακτική για την Γερμανία" (AfD),  το οποίο τώρα κινείται σε ποσοστά, γύρω στο 3%, ενώ 10 ημέρες προηγουμένως, βρισκόταν στο 2%, με μια δυναμική, που αν συνεχισθεί, ενδέχεται, μέχρι τις εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, να το οδηγήσει να φθάσει και να ξεπεράσει το όριο του 5% των ψήφων, που προβλέπεται, για την είσοδο ενός κόμματος στην γερμανική Βουλή και να δημιουργήσει νέα δεδομένα στη σύνθεσή της, δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής ελίτ παίρνει τα μέτρα της, εν όψει των εξελίξεων, που αναμένονται στην ευρωζώνη και δείχνει τις ευρύτερες στοχεύσεις της, οι οποίες, φυσικά, δεν εξαρτώνται από την εκλογική τύχη του κόμματος αυτού, το οποίο, ούτως ή άλλως, καλλιεργεί κλίμα στην γερμανική κοινωνία και φυσικά δυσχεραίνει τις κινήσεις του παρόντος κυβερνητικού συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών και των Φιλελεύθερων, αφού τους αφαιρεί εκλογικό ακροατήριο και δυσκολεύει την είσοδο του μικρότερου εταίρου του κυβερνητικού συνασπισμού, αφού το FPD του Philipp Rösler ασθμαίνει και δεν μπορεί να πιάσει το όριο του 5%, που αποτελεί το όριο εισόδου στην γερμανική βουλή, καθιστώντας πιθανό έναν νέο "μεγάλο συνασπισμό" των Χριστιανοδημοκρατών, με το αναιμικό SPD, το οποίο θα αποτελέσει και πάλι έναν βολικό όμηρο, εάν προκύψει ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα.

Όμως, όποιο και αν είναι το κυβερνητικό σχήμα στην Γερμανία, μεγάλα τμήματα των ελίτ της χώρας αυτής, είτε βρίσκονται στα δεξιά, είτε στο κέντρο, είτε στην αριστερά του πολιτικού φάσματος, επεξεργάζονται λύσεις, οι οποίες θεωρούν δεδομένο ότι η ευρωζώνη δεν είναι βιώσιμη. (Και εδώ έχουν άδικο. Η ευρωζώνη, όχι μόνο δεν είναι βιώσιμη, αλλά είναι νεκρή).

Το πρόβλημά τους εντοπίζεται στο πως θα αποφύγουν να επωμισθούν τα βάρη των άλλων χωρών της ευρωζώνης, διότι κάτι τέτοιο θεωρούν ότι θα εξασθενίσει τις ίδιες και το σύνολο της γερμανικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, αυτό που τους απασχολεί, είναι το πως θα πείσουν τους άλλους (τους Γάλλους, αλλά, κυρίως, τον υπερατλαντικό γίγαντα) να αποδεχθούν τους σχεδιασμούς αυτούς, ατόφιους, ή σε παραλλαγές. Και αυτό, ομολογουμένως, δεν είναι καθόλου εύκολο. Αν ήταν, η Γερμανία θα είχε εγκαταλείψει την ευρωζώνη εδώ και πολύν καιρό.

Το βασικό σενάριο που διακινείται, από την γερμανική ελίτ, έχει να κάνει, με την συντεταγμένη διάλυση της ευρωζώνης, μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γερμανική ελίτ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, προκειμένου να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η οποία εμποδίζεται από το σκληρό ευρώ. Η επιστροφή αυτή πρέπει να γίνει, μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε., προκειμένου η υποτίμηση των νομισμάτων (της δραχμής, της πεσέτας, της λιρέτας κλπ) να μην ξεφύγει από τα όρια εκείνα που είναι αναγκαία, για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της κάθε οικονομίας και τα οποία κυμαίνονται, ανάμεσα στο 25% έως το 40%, έτσι ώστε ούτε το διευρωπαϊκό εμπόριο να βλαβεί, ούτε και οι χώρες, οι οποίες θα υποτιμήσουν τα νομίσματά τους, αφού οποιαδήποτε μεγαλύτερη υποτίμηση, από την αναγκαία, θα είναι καταστροφική και γι' αυτές και για το εμπόριο στον ευρωπαϊκό χώρο.

Μια διαφοροποιημένη άποψη, που, επίσης, διακινείται από την γερμανική ελίτ υποστηρίζει ότι η ευρωζώνη μπορεί να σωθεί, με την έξοδο κάποιων από τις χώρες, που συμμετέχουν σε αυτήν, χωρίς να μπορούν να ανταποκριθούν στους κανόνες της. Με την άποψη αυτή φαίνεται να συντάσσεται ο Γερμανός κεντροτραπεζίτης Jens Weidmann, ο οποίος από το περασμένο καλοκαίρι έχει υποστηρίξει την χειρουργική αποκοπή της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, από το ευρώ και την ζώνη του, προκειμένου να μπορέσει να σωθεί το θεσμικό πλαίσιο της νομισματικής ένωσης και το υπόλοιπο της ευρωζώνης, ως σύνολο.

Μια τρίτη άποψη που και αυτή περιφέρεται, ως πρόταση της γερμανικής ελίτ, συνοψίζεται στην διάσπαση της ευρωζώνης, με την αποχώρηση της Γερμανίας από την ευρωζώνη και την δημιουργία μιας νέας ένωσης, με άξονα το γερμανικό μάρκο, αφού η διατήρηση των τωρινών κανόνων στην ευρωζώνη, σε συνδυασμό με τις επιχειρούμενες διασώσεις των χωρών της ευρωζώνης και των τραπεζικών τους συστημάτων, δεν θα βοηθήσουν τις χώρες αυτές, ενώ, παράλληλα, θα αποδυναμώσουν την γερμανική οικονομία, η οποία θα υποστεί το βάρος της διάσωσής τους, χωρίς κανένα αντίκρυσμα. Έτσι, στην ουσία, προτείνετα η δημιουργία ενός ευρωμάρκου, γύρω από την ζώνη του οποίου θα συσπειρωθούν οι χώρες του βορρά και με την δυνατότητα μιας μελλοντικής μετάβασης οποιασδήποτε χώρας, από τα απομεινάρια της ευρωζώνης και το ευρώ, στην νέα αυτή ζώνη - με πρώτη και καλύτερη την Γαλλία, την οποία η γερμανική ελίτ θέλει να δελεάσει, προκειμένου να μην αντιδράσει στις αγωνιώδεις προσπάθειες της Γερμανίας να απεγκλωβιστεί από την χαοτική ευρωζώνη.

Υπό το πρίσμα των απόψεων αυτών, που συζητούνται, ανοικτά, στην Γερμανία, γίνεται κατανοητή η προσπάθεια της ελίτ της χώρας αυτής να εμπλέξει την χώρα μας στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της και να συνδυάσει μια ελληνική έξοδο από το ευρώ και την ζώνη του (είτε αυτή ονομασθεί προσωρινή, είτε όχι), με την διάλυση, ή την διάσπαση της ευρωζώνης, χρεώνοντας στην Ελλάδα αυτή την εξέλιξη. 

(Το ίδιο, άλλωστε, έπραξε και με την έναρξη της κρίσης της ευρωζώνης, χάρη στην βλακεία του ευήθους ΓΑΠ και της, απίστευτα, ανίκανης παρέας του, την οποία μετέτρεψε σε κυβέρνηση του τόπου, μετά την άνετη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, στις μοιραίες βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009, που πυροδότησαν την θεσμική κρίση της ευρωζώνης, αφού αμέσως με την ανάλυψη των καθηκόντων της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, το οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, μετετράπη, ευθύς εξ αρχής, σε κρίση χρέους και στην συνέχεια σε ανεπάρκεια και αδυναμία δανεισμού).


Αυτήν την εμπλοκή στους μεσομακροπρόθεσμους σχεδιασμούς της γερμανικής ελίτ, η Ελλάδα πρέπει να την αποφύγει. Και φυσικά, θα πρέπει να αφήσει τους Γερμανούς να αναλάβουν, μόνοι τους, τις ευθύνες των σχεδιασμών τους.


Και αφού το πράξει αυτό, να διαπραγματευθεί τα πάντα, από την αρχή. Αφού, προηγουμένως, σταθμίσει τις συγκυρίες και προσδιορίσει αυτό που την συμφέρει περισσότερο, χωρίς ιδεοληψίες, εμμονές και ταμπού.

Κάτι τέτοιο, όμως, η κυβέρνηση των τριών προδοτών δεν το μπορεί...

2 σχόλια:

Δημήτρης Κιβωτός είπε...

Κύριε Αναστασόπουλε,
όλα αυτά που γράφετε σχετικά με την ανισοκατανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια,
τα βασίζετε σε στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών και μάλιστα της εποχής Παπακωνσταντίνου!!!!!!!
Μήπως μπορείτε να μας πείτε που θα τα βρούμε κι εμεις αυτα τα στοιχεία ή μόνο σε εσας απεστάλησαν;
Επειδή, το να παραποιούνται στοιχεία και πολύ περισσότερο να μην αναγράφονται οι πηγές μιας επιστημονικής έρευνας το θεωρώ τουλάχιστον ανέντιμο,
σας πληροφορώ (αν δεν το γνωρίζετε) ότι το γράφημα που παρουσιάζετε δημοσιεύθηκε στην
Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία στις 29/01/2011.
Το δημοσίευμα αυτό παρουσίαζε τα αποτελέσματα έρευνας που αποτελούσε την Πτυχιακή μου Εργασία ως
φοιτητή στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Αθήνας.
Οσο για την εγκυρότητα και αξιοπιστία των στοιχείων μπορώ να σας αποστείλλω
και τις πηγές και τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, αν σας ενδιαφέρει επιστημονικά η προσσέγγιση του θέματος.
Επίσης αν θέλετε μπορώ να σας αποστείλω και αρκετούς από τους είκοσι έναν πίνακες και τα τριάντα ένα γραφήματα που έχω αναλύσει στην εργασία μου και της οποίας η αξία δε μειώνεται εξαιτίας δύο τυπογραφικών λαθών που σε κάθε περίπτωση δεν οφείλεται σε μένα. Επίσης τμήμα της εργασίας μπορείτε να διαβάσετε και στα πρακτικά του International Conference on International Business (ICIB) 2011 http://www.icib.eu/ICIB2011.html

Με εκτίμηση
Δημήτρης Κιβωτός
MSc in International Business Management
dimitriskivotos@yahoo.gr

TassosAnastassopoulos είπε...

Ας πω ορισμένα πράγματα, για τον πίνακα, διότι δημιουργούνται παρεξηγήσεις, απολογούμενος, αφού (έστω και χωρίς να το γνωρίζω), είσαι ο δημιουργός του, αγαπητέ φίλε :

1) Ουδέποτε είπα ότι ο πίνακας είναι δικός μου. Προφανώς, τον πήρα από την "Ελευθεροτυπία" και από εκεί και πέρα τον σχολίασα (θεωρώντας - εσφαλμένα - ότι είναι πίνακας του υπουργείου Οικονομικών, επί Γιώργου Παπακωνσταντίνου).

2) Αφού ο πίνακας, αγαπητέ φίλε, είναι δικός σου - κάτι που δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω και το αποδέχομαι, αφού για να το λες, προφανώς, δεν το λες, χωρίς λόγο - και όχι του Παπακωνσταντίνου, όπως νόμισα (κάτι που με έκανε καχύποπτο), αυτό που έχω να κάνω, είναι να σου δώσω συγχαρητήρια, για το έργο σου, το οποίο φαίνεται ότι απαίτησε πολλή δουλειά και πολύ μεράκι, που δεν βρίσκεται, εύκολα, στις ημέρες μας. Δεν θέλω και ούτε μου αρέσει, να τρώω το δίκιο και την δουλειά κανενός.

3) Τον πίνακα, ως καταγραφή τάσεων, τον αποδέχομαι. Είναι περιγραφικός. Είναι ορατό ότι, έχει κάποια προβλήματα, τα οποία περιγράφω. Χαίρομαι, που μου λες ότι πρόκειται, για τυπογραφικά λάθη, για τα οποία, προφανώς, δεν πρέπει να έχεις ευθύνη.

4) Με ενδιαφέρουν όλα τα στοιχεία αυτής της εντυπωσιακής δουλειάς και θα ήμουν ευγνώμων, εάν μου τα αποστείλεις. Και φυσικά, δεν πρόκειται να παραλείψω να σε αναφέρω, ως δημιουργό τους, εάν και όταν τα χρησιμοποιήσω.

Και πάλι συγχαρητήρια, για το κοπιώδες έργο σου...