Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Οι εκλογές, η νέα βουλή και ο ορατός κίνδυνος, για την συνταγματική νομιμοποίηση του μνημονιακού καθεστώτος και ενός εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, ή πλειοψηφικού. (Πρόκειται για βλακεία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ή για επίδειξη μακιαβελλισμού);


Γέρνει. Πολύ γέρνει. Μπάζει νερά. Ας πρόσεχε...




Μετά την τεράστια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, στις ευρωεκλογές της 26/5/2019 και την σίγουρη επανάληψη της μεγάλης νίκης της Νέας Δημοκρατίας, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, είναι χρήσιμο να μιλήσουμε, για μία από τις μεγάλες βλακείες της αλλοπρόσαλλης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, την οποία θα βρούμε μπροστά μας, στην επόμενη βουλή.

Η βλακεία αυτή πραγματοποιήθηκε, κατά την περίοδο Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2019 και αφορά την πρόταση, για την αχρείαστη συνταγματική αναθεώρηση, μια διαδικασία, που πρόκειται να ολοκληρωθεί, στην επόμενη βουλή, στην οποία η Νέα Δημοκρατία θα έχει την απόλυτη πλειοψηφία, ή, έστω, θα έχει μια άνετη σχετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και με διάφορες συμμαχίες, προς τα δεξιά και τα αριστερά της, θα μπορέσει να αλλάξει το περιεχόμενο των αλλαγών των κειμένων των, υπό αναθεώρηση, άρθρων του Συντάγματος, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ηγετική ομάδα του κόμματός του, επιθυμούν.

Ανάμεσα, σε αυτές τις διατάξεις του "ισχύοντος" Συντάγματος, που επίκειται να αναθεωρήσει η επόμενη βουλή είναι δύο διατάξεις, οι οποίες έχουν την ιδιαίτερή τους σημαντικότητα.

Η πρώτη, από αυτές, που είναι και η σημαντικότερη, αφορά το άρθρο 28, παράγραφος 2, που αφορά την ενσωμάτωση των διεθνών κανόνων, στη εσωτερική ελληνική έννομη τάξη και την ίδια την ενσωμάτωση του ελληνικού κράτους, στην αποκαλούμενη "ευρωπαϊκή ολοκλήρωση" (μια ολοκλήρωση, που, όπως πολλές φορές έχουμε πει, αποτελεί μια σκέτη ανυπαρξία), το φάντασμα της οποίας κυνηγάει, μετά ψυχωσικής μανίας, η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ, εις βάρος της ζωής της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, βεβαίως - βεβαίως.

Ας δούμε, το περιεχόμενο όλου του σχετικού άρθρου, για να αντιληφθούμε, περί τίνος πρόκειται :


Άρθρο 28: (Κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί).

1. Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.

2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

3. H Eλλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας.

_______________________
Ερμηνευτική δήλωση : Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η ερμηνευτική δήλωση έγινε, με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ'  αναθεωρητικής βουλής.



Όπως μπορεί να αντιληφθεί κάθε υποψιασμένος, από τα καταστροφικά έργα και τις υποχθόνιες απώτερες προθέσεις της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, η αναθεώρηση της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος, που αφορά το εσωτερικό και το διεθνές δίκαιο, όπως και την υποτιθέμενη "ευρωπαϊκή ολοκλήρωση", στην οποία συμμετέχει η Ελλάδα, πέρα από τις όποιες προτάσεις των κομμάτων, που έχουν κατατεθεί, στην παρούσα βουλή, η οποία πνέει τα λοίσθια και οδεύει, προς το τέλος του βίου της, η αναθεώρηση αυτής της συγκεκριμένης διάταξης, εάν συμβεί. δεν είναι, καθόλου, αθώα. 

Μπορεί, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, που πέρασε, στην βουλή, με περισσότερες από 151 ψήφους και με λιγότερες των 180, να προβλέπει ότι η αναθεώρηση του άρθρου 28, παράγραφος 2 έχει να κάνει, με την δυνατότητα να προκηρύσσονται δημοψηφίσματα, για την κύρωση διεθνών συμβάσεων, όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι το κείμενο της πρότασης αναθεώρησης της διάταξης αυτής, που κατέθεσε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, δεν δεσμεύει, καθόλου, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, που θα προκύψει, μετά, από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019.

Η επόμενη κυβέρνηση μπορεί, κάλλιστα, να αλλάξει το περιεχόμενο της πρότασης, για την αναθεώρηση της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος και να το διαμορφώσει, έτσι ώστε να περιέχει ένα, εντελώς, άλλο περιεχόμενο, το οποίο και θα αποκλείει την δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφισμάτων, για την κύρωση των διεθνών συμβάσεων και θα προσθέτει άλλα ζητήματα, τα οποία, φυσικά, θα μπορούν να ρυθμίζουν τις σχέσεις της χώρας, με τους διεθνείς θεσμούς και την πορεία της ενσωμάτωσής της, στην λεγόμενη "ευρωπαϊκή ενοποίηση".

Τί θέλω να πω, αναφέροντας τα παραπάνω; Νομίζω ότι αυτό, που λέω, είναι, απολύτως, κατανοητό.

Η επόμενη βουλή μπορεί, ακριβώς επειδή δεν δεσμεύεται, από το περιεχόμενο του κειμένου της πρότασης της παρούσας και απερχόμενης βουλής, κάλλιστα, με δεδομένες τις ανάλογες επιθυμίες των ευρωθεσμικών δανειστών του ελληνικού κράτους, να προχωρήσει, σε μια συναινετική (ή και μη συναινετική, εάν η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καταφέρει να βρει τις 180 ψήφους, που χρειάζεται) αναδιατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Συντάγματος και να θεσπίσει την πλήρη συνταγματοποίηση των Μνημονίων και των υποχρεώσεων, που απορρέουν, από αυτά.

Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος, από αυτή την βλακώδη (η οποία, πιθανότατα, να είναι και προσχεδιασμένη) ενέργεια της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα να προβεί, στην συγκεκριμένη πρόταση, για την αναθεώρηση του άρθρου 28, παράγραφος 2 του Συντάγματος.

Είναι σαφές και έχει ακουστεί πολλές φορές ότι οι ξένοι δανειστές, πάντοτε, ήθελαν και πίεζαν, για την συνταγματική κατοχύρωση των δανειστικών συμβάσεων και των Μνημονίων, που έχουν υπογράψει, με τις κυβερνήσεις της χώρας και η αλήθεια είναι ότι, τώρα, ο πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν ανοίξει τον δρόμο, για την υλοποίηση αυτών των επιθυμιών των τοκογλυφικών ευρωθεσμικών δανειστών, οι οποίοι γνωρίζουν, πολύ καλά, τα πραγματικά νομικά προβλήματα, που έχουν προκύψει, εξ αιτίας των Μνημονίων και ως προς την ελληνική έννομη τάξη, αλλά και ως προς το διεθνές δίκαιο.

Η, εν εξελίξει, παρούσα διαδικασία αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος αποτελεί μια, πρώτης τάξεως, ευκαιρία, για τους ευρωθεσμούς, να απαιτήσουν την νομική κανονικοποίηση, δηλαδή την συνταγματική νομιμοποίηση των Μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και όλης της εσωτερικής μηνμονιακής νομοθεσίας, που έχουν θεσπισθεί και λειτουργούς, από τον Απρίλιο του 2010, οπότε και το ελληνικό δημόσιο οδηγήθηκε, στην χρεωκοπία και στην υπαγωγή του, μαζύ με την ελληνική κοινωνία, στο νεοαποικιακό καθεστώς της χρεωδουλείας.

Είναι σαφές ότι οι ευρωθεσμοί θα πράξουν αυτό, που είναι προς το συμφέρον τους και θα ζητήσουν την έμπρακτη συνταγματική νομιμοποίηση όλων όσων έχουν πράξει οι ίδιοι και οι υπηρετικές, προς αυτούς, κυβερνήσεις του ΓΑΠ, του Λουκά Παπαδήμου, των σαμαροβενιζέλων και του Αλέξη Τσίπρα. Προφανώς, πίσω από τις κουρτίνες, το έχουν πράξει και θα συνεχίσουν να το πράττουν, μέχρι την στιγμή, που η επόμενη κυβέρνηση και η επόμενη βουλή θα ασχοληθούν, με τις, υπό αναθεώρηση, διατάξεις του Συντάγματος.

Και φυσικά, τον δρόμο, για μια τέτοια δυσμενέστατη εξέλιξη, τον άνοιξε ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του.

Εννοείται, βέβαια, ότι μια τέτοια εξέλιξη πρέπει, όχι, μόνο, να αποτραπεί, αλλά και να μην επιτραπεί να υπάρξει οποιαδήποτε απόπειρα, για την υλοποίησή της. Η επόμενη κυβέρνηση - η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη - δεν πρέπει να αποδεχθεί και δεν πρέπει να διευκολύνει την διάπραξη ενός τέτοιου ανοσιουργήματος.

Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη (προσχεδιασμένη) βλακεία της παρούσας κυβέρνησης. Η πρότασή της, για την αναθεώρηση του άρθρου 54 του Συντάγματος, το οποίο αφορά την εκλογική διαδικασία και την συνταγματική καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής, είναι η δεύτερη. 

Βέβαια, αυτή η πρόταση, για την συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής, είναι ήσσονος σημασίας, σε σχέση, με την προηγούμενη, που αναφέραμε, αλλά και αυτή δεν στερείται σημασίας και αποδεικνύει τον απίστευτο ερασιτεχνισμό, με τον οποίο το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα, ασχολήθηκε, με το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία, πολιτικά και από στρατηγικής απόψεως, ήταν - το λιγότερο - αχρείαστη και ουσιαστικά, βλαπτική, για το κυβερνόν κόμμα, αφού η επόμενη βουλή, η οποία ήταν, εδώ και καιρό, δεδομένο ότι θα αποτελείται, από μια πλειοψηφία, στην οποία θα κυριαρχεί η Νέα Δημοκρατία, δεν πρόκειται να ψηφίσει υπέρ της συνταγματικής κατοχύρωσης της απλής αναλογικής.

Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο, για τον υποτιθέμενο σχεδιασμό του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Το χειρότερο είναι ότι η επόμενη βουλή και η μέλλουσα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την βοήθεια κάποιων συμμάχων, που, ίσως, βρει (π.χ. το ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά, αλλά και άλλους), είναι πιθανό να βρει τις απαιτούμενες, τουλάχιστον, 180 ψήφους (τόσες απαιτούνται, επειδή, στην παρούσα βουλή, η συγκεκριμένη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρήκε αυτές τις 180 ψήφους), για να ψηφίσει ένα άλλο σύστημα ενισχυμένης αναλογικής (ή και πλειοψηφικό σύστημα) και να το καταστήσει μια συνταγματική διάταξη, η οποία - εάν περάσει - θα είναι, εξαιρετικά, δυσχερές, στο μέλλον, να αλλάξει. (Στην πράξη, δεν θα αλλάξει).

Βέβαια, ουδόλως, αποκλείεται, στα πλαίσια μιας αφανούς άμεσης, ή έμμεσης συνεννόησης, για την παγίωση του τωρινού μικρού δικομματισμού, ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να πράττουν όσα πράττουν, ακριβώς, επειδή γνωρίζουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας δεν δεσμεύονται, από την πρόταση της τωρινής κυβέρνησης, για την συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής και η νέα κυβέρνηση, που θα προκύψει, από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, μπορεί να αλλάξει το περιεχόμενο της πρότασης, για την αναθεώρηση, που πρότεινε η τωρινή βουλή και στην θέση της να αποπειραθεί και να μπορέσει να ψηφίσει μια, εντελώς, διαφορετική πρόταση, για την αναθεώρηση του άρθρου 54 του Συντάγματος και έτσι να κατοχυρώσει, συνταγματικά ένα πλειοψηφικό σύστημα, ή ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής.

Μπορεί αυτό, που γράφω να φαίνεται μακιαβελλικό, αλλά έτσι είναι η τρέχουσα, η πρακτική πολιτική. Και φυσικά, εάν κάτι τέτοιο συμβεί και η επόμενη βουλή καταφέρει να ψηφίσει την συνταγματική κατοχύρωση ενός ενισχυμένου, ή πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, τότε και ο θεσμός της απλής αναλογικής του Ν. 4406/2016, που ψήφισε η παρούσα βουλή, καταργείται, άμεσα και δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί ποτέ. 

Με αυτές τις σκέψεις, μπορούμε να καταλάβουμε το πώς λειτουργούν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως, επίσης, μπορούμε να αντιληφθούμε και τις βαθύτερες ουσίες της καταστροφής, που υπέστησαν, αμέσως μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Την οποία καταστροφή προτίμησαν, όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, από τότε, να την αγνοήσουν, εξυπηρετώντας τα σχέδια των ξένων δανειστών.

Τώρα, όμως, τα ψέμματα τελείωσαν και οι ημέρες, που έρχονται, πρόκειται να είναι εφιαλτικές, γι' αυτούς. 

Καιρός να τα μαζεύουν.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Ευρωεκλογές 2019 : Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, από τον θρίαμβο, στην πανωλεθρία και η άνετη νίκη της Νέας Δημοκρατίας. (Το κυβερνητικό κόμμα πλήρωσε τα Μνημόνια, που υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος έπεισε την κοινωνία ότι, τον Ιούλιο του 2015, δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο από αυτό που ο ίδιος έπραξε).


Ο πίνακας μπορεί να μην είναι, πλήρως, αποδεικτικός, ως προς ό,τι συμβαίνει, στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί, όμως, ένα, πολύ χρήσιμο ενδεικτικό τεκμήριο, για την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει...






Ότι η νίκη της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, στις ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής, είναι πολύ μεγάλη αποτελεί ένα γεγονός, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία πραγματοποίησε μια υποτονική προεκλογική εκστρατεία, η οποία, προφανώς, υπήρξε στοχευμένη, ως προς το στυλ της και τον μικρό όγκο των συγκεντρώσεων, που πραγματοποίησε η ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης της χώρας, σε έναν προεκλογικό αγώνα, ο οποίος απέκτησε έντονα στοιχεία βουλευτικών εκλογών, τελικά, απέδωσε τα αναμενόμενα, από το εκλογικό επιτελείο του κόμματος. Και στις προεκλογικές εκστρατείες, αυτό είναι, που, τελικά, μετράει, ως προς τον απολογισμό. Πολύ περισσότερο, όταν, όπως τώρα, ακολουθεί η λεγόμενη "μητέρα όλων των μαχών". Δηλαδή οι βουλευτικές εκλογές, που ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε, το βράδυ της 26/5/2019 και οι οποίες θα πραγματοποιηθούν, την 7η Ιουλίου.

Προφανώς, η νίκη της Νέας Δημοκρατίας θα είναι πολύ μεγαλύτερη, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ρίξει, εδώ και καιρό, λευκή πετσέτα και απέτυχε να κρατήσει την ήττα, που ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του έβλεπαν να έρχεται και η οποία εξακοντίστηκε, σε μια απόσταση, ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα, που φθάνει, στις 9,36 ποσοστιαίες μονάδες, με την Νέα Δημοκρατία να λαμβάνει 33,12% και τον ΣΥΡΙΖΑ 23,76%.

Αλλά, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, η πραγματικότητα, συνήθως, δεν είναι αυτή, που φαίνεται. Και πολύ περισσότερο, η πολιτική πραγματικότητα, είναι, εντελώς, διαφορετική, από αυτήν, που φαίνεται. Και αυτό συμβαίνει, επειδή τα ποσοστά των ψήφων, που έλαβαν τα κόμματα ξεγελούν και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση, όπως συνέβη και στις προηγούμενες. Ας δούμε τους αριθμούς.

Σε ένα εκλογικό σώμα 9.627.539 ψηφοφόρων, η αποχή έφθασε, στο 41,24%, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι αυτοί που ψήφισαν ανέρχονται, στους 5.657.142 ψηφοφόρους, ενώ τα άκυρα και τα λευκά ψηφοδέλτια έφθασαν, στο 4,46%, δηλαδή, σε 429.388. Στην ουσία, δηλαδή, έγκυρα ψήφισαν 5.227.754 ψηφοφόροι, που αποτελούν το 54,30% του εκλογικού σώματος. Ως εκ τούτου, το 45,70% των ψηφοφόρων έμειναν έξω από την καταμέτρηση των έγκυρων ψήφων. 

Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, το εκλογικό σώμα είχε φθάσει, στους 9.840.525 ψηφοφόρους. Τώρα, το εκλογικό σώμα αυξήθηκε, λόγω της συμμετοχής των 17ρηδων, για πρώτη φορά, αλλά και των υπόλοιπων νέων ψηφοφόρων, που απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου, μετά τον Σεπτέμβριο του 2015.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, πρέπει να θυμίσω ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ψήφισαν, έγκυρα, 5.431.850 ψηφοφόροι, ενώ 8 μήνες νωρίτερα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, είχαν ψηφίσει, έγκυρα 6.181.274 ψηφοφόροι (σε ένα εκλογικό σώμα της τάξεως των 9.911.495 ψηφοφόρων). Στην ουσία, δηλαδή, έχουμε (ακόμη μεγαλύτερη) μείωση του ενεργού εκλογικού σώματος, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, αφού και σε αυτές η συμμετοχή των ψηφοφόρων, από εκλογή, σε εκλογή, έβαινε μειούμενη.

Σε αυτό το, διαρκώς, μειωμένο εκλογικό σώμα, η Νέα Δημοκρατία υπολογίζεται ότι έλαβε 1.873.080 ψήφους (και ποσοστό 33,12%), ενώ, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, είχε λάβει 1.718.694 ψήφους (και ποσοστό 27,81%) και στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 είχε λάβει 1.526.205 ψήφους. Αύξησε, δηλαδή, κατά 154.386, τις ψήφους, που είχε λάβει, στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, στις οποίες είχε ηττηθεί, κατά κράτος, από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξησή της, σε σχέση, με το ποσοστό των ψήφων, που πήρε, σε εκείνο το εκλογικό σώμα, φθάνει, στις 2,50 ποσοστιαίες μονάδες (κάθε ποσοστιαία μονάδα, στους ψηφοφόρους των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, που ψήφισαν, έγκυρα, φθάνει, στις 61.812 ψήφους) και το τωρινό ποσοστό της, υπολογιζόμενο, στους ψηφοφόρους της 25/1/2015, φθάνει, μόλις, στο 30,30%.

Αυτό το ποσοστό του 30,30%, όσον αφορά την Νέα Δημοκρατία, πλησιάζει, περισσότερο, στην πραγματικότητα των διαθέσεων της ελληνικής κοινωνίας. Και πολύ είναι.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό, που πέτυχε το εκλογικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν έχει καμμία αξία. Έχει αξία, ιδίως, εάν ληφθούν υπόψη οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όπου η αύξηση των ψήφων της Νέας Δημοκρατίας φθάνει τον αριθμό των 346.875 ψηφοφόρων, που σημαίνει ότι το ποσοστό της, επί όσων ψήφισαν, έγκυρα, σε εκείνες τις εκλογές, είναι αυξημένο, κατά 6,39 μονάδες (κάθε ποσοστιαία μονάδα, στους ψηφοφόρους, που ψήφισαν έγκυρα, τον Σεπτέμβριο του 2015, αντιστοιχεί, σε 54.318 ψήφους).

Η Νέα Δημοκρατία έπεισε ένα μικρό μέρος των ψηφοφόρων της που πήγαν, τον Σεπτέμβριο του 2015 προς την αποχή, τον ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ και προς άλλα κόμματα, να επιστρέψουν, στην κομματική κοίτη τους. Αυτή είναι η αλήθεια. Το τί θα καταφέρει, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, είναι ένα άλλο ζήτημα και αποτελεί μια άλλη ιστορία, την οποία θα δούμε πώς θα εξελιχθεί.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα υπολογίζεται ότι έλαβε, στις ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής, 1.343.816 ψήφους (και ποσοστό 23,76%), ενώ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 είχε λάβει 1.925.904 ψήφους (και ποσοστό 35,46%) και στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, είχε λάβει 2.245.978 ψήφους και ποσοστό 36,34%.

Αυτό σημαίνει ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, υπέστη πανωλεθρία. Απώλεσε, δηλαδή, 582.088 ψήφους, σε σχέση, με τον Σεπτέμβριο του 2015 και 902.162 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Έτσι, σε σχέση, με τον Σεπτέμβριο του 2015, οι απώλειές του φθάνουν, στις 10,71 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ, σε σχέση, με τον Ιανουάριο του 2015, μπορούμε να πούμε ότι το μέγεθος των ψηφοφόρων του υπέστη μια τεράστια σεισμική καθίζηση, στα επίπεδα των 14,59 ποσοστιαίων μονάδων.

Αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, σε σχέση, με τους ψηφοφόρους που είχε, τον Ιανουάριο του 2015, έπεσε, στο 21,74%, ενώ το ποσοστό του, σε σχέση, με τους ψηφοφόρους του, τον Σεπτεμβρίου του 2015, συγκρατήθηκε, στο 24,74%. Με δεδομένο, όμως, ότι το ενεργό εκλογικό σώμα του Σεπτεμβρίου του 2015 (δηλαδή οι ψηφοφόροι, που ψήφισαν, έγκυρα) ήταν πολύ μικρότερο, από εκείνο της 25/1/2015 και δεν εκφράζει τις πραγματικές διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ είναι κοντά, στο 21,75%. Και πιθανότατα είναι, ακόμη, μικρότερο.

Όπως γίνεται αντιληπτό, οι απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ είναι σαρωτικές. Και στην παρούσα φάση, δεν είναι αναστρέψιμες. Αυτή είναι η αλήθεια. Βέβαια, το τί θα καταφέρει, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019 (όπως είπαμε και για την Νέα Δημοκρατία), είναι μια άλλη ιστορία.

Δεν θα καταφέρει και πολλά πράγματα. Η τύχη του ΣΥΡΙΖΑ είναι προδιαγεγραμμένη, από την ίδια την φορά των πραγμάτων, αφού ο, υπό προθεσμία, πρωθυπουργός και αρχηγός του απερχόμενου κυβερνητικού κόμματος, ευρισκόμενος σε συνθήκες πανικού και ανατρέποντας, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον κακό αρχικό σχεδιασμό του, για διενέργεια βουλευτικών εκλογών, τον Οκτώβριο του 2019, ανακοίνωσε πρόωρες εκλογές, οι οποίες οδηγούν το κόμμα του, στο εκλογικό σφαγείο, ως πρόβατο, επί σφαγή.

Βέβαια, ο λογικός αρχικός σχεδιασμός του Αλέξη Τσίπρα πρέπει να ήταν η διενέργεια βουλευτικών εκλογών, μαζύ με τις ευρωεκλογές. Δυστυχώς, γι' αυτόν και το κόμμα του, το εκλογικό του επιτελείο (ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και πιθανότατα, ο Κώστας Πουλάκης) τον έπεισαν και αυτόν και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ότι οι βουλευτικές εκλογές έπρεπε να διεξαχθούν τον ερχόμενο Οκτώβριο και όχι την περασμένη Κυριακή, μαζύ με τις ευρωεκλογές, επειδή - υποτίθεται ότι - θα ήταν δυνατόν να ελεγχθεί η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας και με την βοήθεια κάποιων παροχών, να συμμαζευτεί, ακόμη περισσότερο, η απόσταση, ανάμεσα στα δύο κόμματα.

Βλακείες. Όλοι αυτοί έπεσαν, τραγικά, έξω και οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι, απλώς, σε μια μεγάλη ήττα, αλλά σε μια εκλογική συντριβή, η οποία τους οδήγησε, σε κινήσεις πανικού, οι οποίες, με την ανακοίνωση και σε λίγο, με την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών, θα διευρύνουν την απόσταση, από την Νέα Δημοκρατία, η οποία θα υπερβεί, κατά πολύ τις 10 μονάδες και θα συρρικνώσουν τα ποσοστά του κυβερνητικού κόμματος (τα οποία μπορεί να πέσουν και κάτω από το 20%), αλλά και τον αριθμό των ψήφων του.

Βέβαια, αποτιμώντας, ψύχραιμα, την πολιτική πραγματικότητα της χώρας μας και βλέποντας τα πράγματα, από στρατηγική σκοπιά, πρέπει να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέστη, ακόμη, στρατηγική ήττα. Διότι, δεν μπορεί, στα πλαίσια του κατεστημένου πολιτικού παιγνίου, να υπάρξει στρατηγική ήττα του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, χωρίς στρατηγική νίκη των αντιπάλων του. Και ιδίως, χωρίς στρατηγική νίκη του ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά και του γραφειοκρατικού μικρόκοσμου της πασοκικής γραφειοκρατίας, το οποίο περιορίστηκε, σε μια αναιμική άνοδο, που το έφερε, στα (σταθερά τραγικά, για το κόμμα αυτό) ποσοστά του 7,72%.

Οι βουλευτικές εκλογές, που, οσονούπω, έρχονται, θα ξεκαθαρίσουν, σε έναν σημαντικό βαθμό, τα πράγματα, όχι τόσο, ως προς το τί θα συμβεί, προς τα δεξιά του ΣΥΡΙΖΑ, αφού το ΚΙΝΑΛ και όλη αυτή η νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, που κατέστρεψε την ελληνική κοινωνία, παραμένουν να είναι, σταθερά, αντιπαθείς και αποκρουστικοί, για την κοινωνική βάση του παλαιού ΠΑΣΟΚ και των ψηφοφόρων του, που μετοίκησαν, στον ΣΥΡΙΖΑ (και όχι, μόνον, σε αυτόν).





Η παρουσία του κόμματος του Γιάννη Βαρουφάκη, με το ποσοστό του 2,99%, που έλαβε, αλλά και - λιγότερο - το 1,61% της Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, αναπτερώνουν και τις ελπίδες του χώρου της ελληνικής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, τα κόμματα της οποίας (ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ) κονιορτοποιήθηκαν, στις ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, στις εκλογές της 7/7/2019, τα ποσοστά είναι δεδομένα, για τους δύο αυτούς χώρους, η αλήθεια είναι ότι αποτελούν ένα πολύ σημαντικό κίνδυνο, για τον ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ περισσότερο, εάν υπάρξει μια εκλογική συνεργασία, μεταξύ τους. Κάτι που είναι πολύ δύσκολο, αλλά όχι και ακατόρθωτο.

Από εκεί και πέρα, η αντικειμενική αλήθεια, επίσης, είναι ότι η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ πρέπει να κάνει ένα πολύ μεγάλο άγαλμα, στον Αλέξη Τσίπρα, στον οποίο χρωστάει χάριτες, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε, στα όρια της συντριβής, για έναν και μόνον, λόγο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε επειδή εφάρμοσε το 3ο Μνημόνιο, το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας υπέγραψε και συνομολόγησε, με τους ευρωθεσμούς και το 4ο "μεταμνημονιακό" Μνημόνιο, του οποίου οι συντάκτες του ντρέπονται να πουν το όνομά του και το οποίο η ελληνική κοινωνία δεν έχαψε ότι δεν είναι Μνημόνιο, όπως θέλησε να του παρουσιάσει η καταιγιστική κυβερνητική προπαγάνδα.

Αυτό, που συμβαίνει είναι πολύ απλό.

Η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ χρωστάει πολύ μεγάλη χάρη, στον Αλέξη Τσίπρα, επειδή έπεισε (για την ακρίβεια : κατάφερε να πείσει) την μεγίστη πλειοψηφία των Ελλήνων ότι, τον Ιούλιο του 2015, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο, από αυτό, που έγινε. Η πεποίθηση αυτή, βέβαια, είναι εσφαλμένη, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα δεδομένα, αφού ουδείς άλλος μπόρεσε να τους προτείνει κάτι το διαφορετικό, το οποίο να ήταν, συνάμα και πειστικό.

Ως εκ τούτου, τον Σεπτέμβριο του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας κλήθηκε, από όσους συμμετείχαν, στις εκλογές της 20/9/2015, να διαχειρισθεί το Μνημόνιο, που ο ίδιος υπέγραψε και τώρα, κατακρίνεται, για την εφαρμογή του.

Έτσι, σήμερα, η ελληνική κοινωνία επιλέγει την Νέα Δημοκρατία, επειδή, τότε, ο Αλέξης Τσίπρας την έπεισε ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι το διαφορετικό, από αυτό, που ο ίδιος έπραξε. Την επιλέγει, επειδή έχει την (φρούδα) ελπίδα ότι θα είναι καλύτερη, στην διαχείριση του Μνημονίου. (Εννοείται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα τα καταφέρει).

Φυσικά, η κοινωνία μας σφάλλει. Αυτό, όμως, δεν έχει πρακτική σημασία.

Δυστυχώς, έτσι προχωράει η ζωή.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Ευρωεκλογές της 26/5/2019 : Ψήφος στην Ζωή Κωνσταντοπούλου και στην Πλεύση Ελευθερίας. Για ένα καινούργιο μετεκλογικό τοπίο, για μια νέα βουλή και για μια νέα δυναμική αντιπολίτευση, στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές.





Φθάνοντας, στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας, για τις ευρωεκλογές, θα ήταν υπεκφυγή το να αποφύγω να τοποθετηθώ. Δεν θα ήταν σωστό να μην πω την γνώμη μου και να μείνω, μόνο, στην κριτική. Η κριτική είναι καλή, χρήσιμη και απαραίτητη, αλλά, εάν δεν συνοδεύεται από πρόταση, έστω και στις πιο δυσχερείς συνθήκες, είναι ημιτελής.

Δεν λέω, βέβαια, ότι κάποιες φορές η παραμονή, μόνο, στο επίπεδο της κριτικής, στις υπάρχουσες συνθήκες και στα δεδομένα κάποιας στιγμής, είναι κακή. Κάθε άλλο. Μπορεί κάποιες δεδομένες φορές η κριτική να μην μπορεί να συνδυάζεται, με κάποιες προτάσεις απεγκλωβισμού. Οι συνθήκες μπορεί να είναι τόσο άσχημες, που να μην μπορεί να συνδυάζονται, με τέτοιες προτάσεις.

Όμως, αυτά που ζούμε σήμερα, δεν εμπίπτουν, σε αυτή την κατηγορία. Κάθε άλλο. Δεν εμπίπτουν. Προτάσεις απεγκλωβισμού υπάρχουν. Μπορεί να είναι δυσχερές να πραγματοποιηθούν, σε άμεση βάση. Μπορούν, όμως, να οδηγήσουν, στην διάνοιξη μεταγενέστερων προοπτικών, που μπορούν να οδηγήσουν και να φέρουν ένα τελεσφόρο αποτέλεσμα. Γι' αυτό και δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Και το τελεσφόρο αποτέλεσμα είναι ένα : 

Ο απεγκλωβισμός της Ελλάδας, από την παρούσα και μακροημερεύουσα μιζέρια, που έχουν φέρει το ευρώ και η ζώνη του, όπως και η "Ευρωπαϊκή Ένωση".

Αλλά για μπορέσουν να μπουν οι βάσεις, μιας τέτοιας σύγκρουσης, είναι απαραίτητο, στο ευρωκοινοβούλιο, τώρα και αμέσως μετά, στην ελληνική βουλή να υπάρξουν οι κατάλληλοι μαχητές οι οποίοι θα δώσουν τον σκληρό αγώνα, ενάντια, στους ανίκανους, ψοφοδεείς και αυθάδεις "ευρωπαϊστές" της ελληνικής πολιτικής ελίτ και στην καταιγιστική παραμυθολογική προπαγάνδα τους, που ρυπαίνει και παραπληροφορεί την ελληνική κοινωνία, αφήνοντάς την έρμαιο, στα χέρια των στυγνών δανειστών και στις τοκογλυφικές ορέξεις τους, που συνδυάζονται, με μια απίστευτη ανικανότητα, σε επίπεδο παραγωγής ορθολογικού έργου.

Κακά τα ψέμματα, αυτοί που μπορούν να πράξουν κάτι τέτοιο, όπως μας δίδαξε και η παρελθούσα εμπειρία της βουλής των περιόδων, από τον Ιούνιο του 2012, μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015, δεν είναι πολλοί. Είναι λίγοι. Πολύ λίγοι, για να μην πω ελάχιστοι.

Για την ακρίβεια, είναι μία. Και αυτή είναι η πρώην πρόεδρος της βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου, της οποίας η πολυσχιδής και εντατική δραστηριότητά της, στην βουλή των εκλογών της 25/1/2015 (αλλά και πριν από αυτή, η δράση της, στην βουλή της 17/6/2012), είναι γνωστή, στο πανελλήνιο.

Και όπως, πολύ σωστά, λέει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η αρχηγός του κόμματος της Πλεύσης Ελευθερίας, λέει, το θέμα δεν είναι να πάμε αριστερά, ή δεξιά. 

Το θέμα είναι να πάμε μπροστά.


Το που μας πήγαν οι πολιτικάντηδες της δεξιάς του κέντρου και της αριστεράς είναι γνωστό. Με την ευρωδουλεία τους, μας πήγαν, στην ελεγχόμενη χρεωκοπία, υπέρ των γαλλογερμανικών τραπεζών, όπως ομολόγησε, για μία ακόμη φορά, η Christine Lagarde του ΔΝΤ και στον όλεθρο.

Από αυτόν τον όλεθρο, αυτόν τον εξακολουθητικό κατήφορο τους οποίους ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2010, ο ΓΑΠ, συνέχισε η "οικουμενική" κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου και οι σαμαροβενιζέλοι, για να εξακολουθήσει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, είναι, που πρέπει να ανακόψουμε. Αλλά, για να τους ανακόψουμε, χρειάζονται, πέρα, από το κατάλληλο πρόγραμμα, το οποίο θα πρέπει να είναι σαφές και τα κατάλληλα πρόσωπα.

Τα πρόσωπα αυτά υπάρχουν. Το μαχητικό παρελθόν τους, εγγυάται και για το μαχητικότερο μέλλον τους. Και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, με όσα πεισματικά και με εμμονικό τρόπο, έπραξε, αμέσως μόλις ο Αλέξης Τσίπρας, η κυβέρνηση του και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αποδέχτηκαν την συνομολόγηση του 3ου Μνημονίου, με τους ξένους τοκογλύφους και ενώ θα μπορούσε να κάνει το κορόϊδο και να συνεχίσει να είναι πρόεδρος της βουλής, εάν συμβιβαζόταν, όπως της πρότεινε ο Αλέξης Τσίπρας, είναι σαφές ότι η κόρη του παλαιού αρχηγού του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου Νίκου Κωνσταντόπουλου, θα συνεχίσει, στο ίδιο μοτίβο και στην ευρωβουλή, τώρα και στην βουλή, αύριο, εάν εκλεγεί.

Τα όσα έπραξε, άλλωστε, η Ζωή Κωνσταντοπούλου όλα αυτά τα τέσσερα και μισό χρόνια, που πέρασαν, από το καυτό καλοκαίρι του 2015, αποτελούν μια πολύ καλή εγγύηση, για όσα μέλλεται να πράξει, από εδώ και πέρα, σαν ευρωβουλευτής και σαν βουλευτίνα του ελληνικού κοινοβουλίου.

Ως εκ τούτου, στην παρούσα φάση, η ψήφος, στο κόμμα της (στην Πλεύση της Ελευθερίας) και ο σταυρός, στην ίδια είναι κάτι το απαραίτητο. Και πρέπει να δοθούν.

(Και αυτό το λέει κάποιος, που δεν είναι μέλος του κόμματός της)...


Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Η εκλογική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΔ και της αποχής, από τις ευρωεκλογές του 2014, στις ευρωεκλογές του 2019. (Μια ματιά, στα κριτήρια, με βάση τα οποία θα πρέπει να αξιολογηθούν τα δύο κόμματα του νεόκοπου μικρού και ασταθούς δικομματισμού).






Έχοντας εισέλθει, πλέον, στην τελική ευθεία των ευρωεκλογών και έχοντας, ως δεδομένη την πεποίθησή μου ότι τα ποσοστά, που πρόκειται να λάβουν τα δύο κόμματα του νεόκοπου μικρού και ασταθούς ελληνικού δικομματισμού - η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ -, θα κινηθούν, σε χαμηλά επίπεδα, εάν η συμμετοχή του εκλογικού σώματος, στην ψηφοφορία, πρόκειται να είναι μεγάλη (στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η αποχή είναι, ασυνήθιστα, μεγάλη, τα ποσοστά τους θα είναι υψηλά), καθώς και ότι η απόσταση μεταξύ τους θα φθάσει, στα επίπεδα των 6 μονάδων και άνω, με το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη να έχει την ασφαλή πρωτοπορία, έναντι του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, είναι απαραίτητο να προσδιορίσουμε τα κριτήρια, με βάση τα οποία πρόκειται να προσδιορίσουμε και να κρίνουμε τις εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων αυτών, αλλά και των υπολοίπων.

Για τον λόγο αυτόν και επειδή δεν γνωρίζουμε τα επίπεδα της αποχής των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία (μια αποχή, η οποία έχει πολλές πιθανότητες να είναι μεγάλη), μεγαλύτερη σημασία έχει να λάβουμε, υπόψη μας, περισσότερο τον αριθμό των ψήφων, που θα συγκεντρώσουν τα κόμματα, από το ποσοστό, το οποίο θα υπολογισθεί ότι θα λάβουν, επί τη βάσει όσων προσέλθουν, στις κάλπες της 26ης Μαΐου και ψηφίσουν, έγκυρα.

Αυτός ο αριθμός ψήφων πρόκειται να είναι πολύ περισσότερο αντιπροσωπευτικός της πραγματικής εκλογικής επιρροής των κομμάτων, από τα ποσοστά που θα υπολογισθούν, για το κάθε ένα από τα κόμματα, αφού τα ποσοστά αυτά δεν θα είναι αντιπροσωπευτικά, εάν η αποχή είναι υπερμεγέθης.

Μιλώντας, λοιπόν, για τα κριτήρια, που πρέπει να τεθούν, για να μπορέσουμε να κρίνουμε τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της ερχόμενης Κυριακής, πρέπει, πρώτα από όλα να εξετάσουμε τα επίπεδα της αποχής των ψηφοφόρων, τις ψήφους, που συγκέντρωσαν η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ και τα ποσοστά τους, στις προηγούμενες ψηφοφορίες.

Στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, επί συνόλου 9.840.525 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν, έγκυρα, 5.431.850 και η αποχή έφθασε, στο 43,43%  (+ άκυρα 1,26% + λευκά 1,16%).

Στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, επί συνόλου 9.911.495 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ψήφισαν, έγκυρα, 6.181.274 και η αποχή έφθασε, στο 35,13% (+ άκυρα 1,81% + λευκά 0,55%).

Στις ευρωεκλογές της 25/5/2014 (που λογικά, ως εκλογές επί του ιδίου αντικειμένου, έχουν την δική τους βαρύτητα, συγκρινόμενες, με τις τωρινές ευρωεκλογές), επί συνόλου 10.013.834 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν, έγκυρα, 5.715.985 ψηφοφόροι και η αποχή έφθασε, στο 40,67% (+ άκυρα 2,64% + λευκά 1,15%).

Αυτά, όσον αφορά τα επίπεδα της αποχής, κατά τις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 2014 - 2015.

Ας δούμε τώρα, κατά την ίδια χρονική περίοδο (2014 - 2015), τα εκλογικά μεγέθη των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού, που γεννήθηκε, μέσα από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012.

Η Νέα Δημοκρατία, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έλαβε 1.526.205 ψήφους και ποσοστό 28,10%, ενώ στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχε λάβει 1.718.694 ψήφους και ποσοστό 27,81%. Δηλαδή, η ΝΔ, εκείνη την εποχή αύξησε το ποσοστό της, κατά 0,29%, ενώ, παράλληλα, έχασε 192.489 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015!

Δεν είναι περίεργο αυτό το φαινόμενο. Η υπερμεγέθης αύξηση της αποχής, ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του έτους αυτού, που, συνολικά, έφθασε, στις 749.424 ψηφοφόρους, οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Και αυτό είναι, που με κάνει να ισχυρίζομαι ότι και τώρα, αυτό που έχει σημασία, είναι ο αριθμός των ψήφων, που λαμβάνει κάθε κόμμα και όχι το ποσοστό του. Έτσι, με βάση τους ψηφίσαντες του Ιανουαρίου του 2015, το πραγματικό ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν είναι το εμφανιζόμενο, ως 28,10%, αλλά 24,69%.

Στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, η Νέα Δημοκρατία έλαβε 1.298.948 ψήφους και ποσοστό 22,72%. Και φυσικά, με δεδομένη την ιδιομορφία των ευρωεκλογών, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές, αυτή είναι η αντικειμενική βάση εκκίνησής της. Δεν λέω, βέβαια, ότι αν λάβει κάτι παραπάνω, από αυτά τα μεγέθη, θα πρέπει να είναι ευχαριστημένη. Κάθε άλλο.

Από το 2014, έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από την γέφυρα, αλλά αυτή είναι η πραγματική βάση εκκίνησής της, την οποία, προφανώς, πρέπει να την ξεπεράσει, κατά πολύ, αφού, τότε, η κυβερνητική Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά βρισκόταν, σε καθοδική φάση, ενώ τώρα, η (υποτιθέμενη ως) αντιπολιτευόμενη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται - ή υποτίθεται ότι βρίσκεται -, σε ανοδική τροχιά.

Το τί θα κάνει η Νέα Δημοκρατία μένει να το δούμε.

Ερχόμαστε, τώρα, στον ΣΥΡΙΖΑ. Ας πάμε ανάποδα, σε σχέση με την Νέα Δημοκρατία

Το κυβερνητικό κόμμα, στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, είχε λάβει 1.518.376 ψήφους και ποσοστό 26,56%. Αυτή είναι η πραγματική βάση εκκίνησής του και οποιοδήποτε ποσοστό, κάτω από αυτό το επίπεδο, θα είναι ήττα του. Βέβαια, ήττα, με ήττα έχει διαφορά, διότι, κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, μέσα στο 2015, οι αριθμοί των ψήφων του και τα ποσοστά του ανέβηκαν. Γι' αυτό, είναι απαραίτητο να δούμε το τί μεσολάβησε, από τις ευρωεκλογές του 2014.

Στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε λάβει 2.245.978 ψήφους και ποσοστό 36,34%, ενώ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έλαβε 1.925.904 ψήφους και ποσοστό 35,46%.

Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, υπήρξε πολύ τυχερός. Από τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή μέσα σε οκτώ μήνες, έχασε 320.074 ψήφους και κατάφερε, λόγω της υπερμεγέθους αύξησης της αποχής, από τον Ιανουάριο, στον Σεπτέμβριο (υπενθυμίζω ότι 749.424 ψηφοφόροι, που είχαν ψηφίσει τον Ιανουάριο του 2015, δεν προσήλθαν, στις κάλπες και φυσικά δεν ψήφισαν, τον Σεπτέμβριο του 2015 και αυτό το μέγεθος δείχνει το τεράστιο μέγεθος της μεγάλης πίκρας και της εκτεταμένης απογοήτευσης, που εξαπλώθηκε, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας), να εμφανίσει μια ελάχιστη, μόνο, μείωση του ποσοστού του, κατά 0,88% και να κουκουλώσει την τεράστια πτώση του, η οποία, σε επίπεδο πραγματικών ποσοστών ήταν μεγάλη, αφού, σε σχέση με το εκλογικό σώμα της 25/1/2015, το εκλογικό ποσοστό του έφθανε, στο 31,16%.

Κάπως έτσι, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ο ΣΥΡΙΖΑ, χάρη και στις υπερμεγέθεις ανοησίες, που διέπραξε η Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη (που πήρε 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,86%) αρνήθηκε να σχηματίσει μια εκλογική σύμπραξη με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη (που έλαβε 41.631 ψήφους και ποσοστό 0,77%), με αποτέλεσμα και οι δύο αυτοί κομματικοί σχηματισμοί να μην καταφέρουν να πιάσουν, ο καθένας, από αυτούς το όριο του 3%, που απαιτεί ο εκλογικός νόμος και να μείνουν, εκτός βουλής, ενώ, εάν είχαν είχαν σχηματίσει μια εκλογική συμμαχία, θα είχαν εισέλθει, στην βουλή και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ όπως και η παρούσα, δεν θα μπορούσαν να σχηματισθούν, ενώ όποια άλλη και αν σχηματιζόταν, δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο, ούτε και να υπογράψει το τωρινό 4ο Μνημόνιο, του οποίου το όνομα, οι συντάκτες του ντρέπονται να το πουν.

Το τί θα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, μένει να το δούμε. Θεωρώ, όμως, δεδομένο ότι δεν πρόκειται να πάει καλά. Μάλιστα, εάν υπάρξει μια, έστω, υποφερτή συμμετοχή των ψηφοφόρων, στην εκλογική διαδικασία της ερχόμενης Κυριακής, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι χαμηλό. Πολύ χαμηλό. Κάπου, λίγο πάνω, κάπου λίγο κάτω, από το 20%.

 Άλλωστε, με ένα ποσοστό συσπείρωσης της τάξεως του 55% των ψηφοφόρων που τον είχαν ψηφίσει, τον Σεπτέμβριο του 2015 (ήταν 35,46%), δηλαδή με ένα ποσοστό 19,50%,το κυβερνητικό κόμμα δεν έχει καμία τύχη. Από την άλλη πλευρά, εάν υπολογίσουμε ότι, από τους ψηφοφόρους του, εκείνης της εποχής, το 30% έχει αποφασίσει, οριστικά, να το καταψηφίσει, βλέπουμε ότι το ποσοστό του 35,46% πέφτει, κατά 10,63 μονάδες και φθάνει, στο 24,83%, ενώ μένει ξεκρέμαστο και ένα ποσοστό 15% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ της 20/9/2015, οι οποίοι υποτίθεται ότι δηλώνουν αναποφάσιστοι, για το τί θα πράξουν, στις κάλπες. Και το ποσοστό αυτό δεν είναι, καθόλου, ασήμαντο, αφού φθάνει, στις 5,33 μονάδες του 35,46% των ψηφοφόρων του, τον Σεπτέμβριο του 2015.







Αυτό είναι το πλαίσιο των κριτηρίων, βάσει των οποίων τα δύο κόμματα του μικρού και ασταθούς δικομματισμού πρόκειται να κριθούν, στις προσεχείς ευρωεκλογές, με κυριότερο κριτήριο τον αριθμό των ψήφων, που πρόκειται να συγκεντρώσουν, το κάθε ένα από αυτά.

Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, διότι, σε καμμία περίπτωση και τα δύο αυτά κόμματα δεν πρόκειται να πιάσουν τους αριθμούς των ψήφων, στους οποίους αναφερθήκαμε.

Οι δημοσκόποι, στην πλειοψηφία τους (π.χ. ο Γιάννης Μαυρής), προβλέπουν ότι η Νέα Δημοκρατία είναι αρκετά πιθανό να υπερβεί το 30% και ο ΣΥΡΙΖΑ να κυμανθεί, πέριξ του 20%, ενώ θεωρούν ότι η απόσταση, ανάμεσα στα δύο κόμματα μπορεί να προσεγγίσει τα υψηλότερα, έως τώρα, επίπεδα που έχουν καταγραφεί, σε ευρωεκλογές.

Όπως έχω προαναφέρει, το 20%, για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μου φαίνεται περίεργο. Δεν αποκλείεται. 

Το 30%, όμως, για την Νέα Δημοκρατία, μου φαίνεται πολύ. Πάρα πολύ. 

Τα επίπεδα των ποσοστών των κομμάτων, που ενδιαφέρουν τον πολιτικό κόσμο της χώρας και τον επικοινωνιακό συρφετό της χώρας μας, για λόγους, καθαρά, πρακτικούς (που αφορούν τον σχηματισμό των κυβερνήσεων και την κυβερνησιμότητα, αφού, τελικά, όσοι απέχουν δεν μετρούν, όπως, επίσης, δεν μετρούν όσοι ρίχνουν, στην κάλπη λευκά και άκυρα ψηφοδέλτια), θα κριθούν, από το μέγεθος του ενεργού εκλογικού σώματος. Δηλαδή, από τον αριθμό των ψηφοφόρων, που θα προσέλθουν, στις κάλπες.

Όμως, το μέγεθος της αποχής δεν μπορούμε, τώρα, να το προσδιορίσουμε. Κανείς - ούτε οι δημοσκόποι - δεν μπορεί να το προσδιορίσει, αφού είναι, σε μεγάλο βαθμό, συνάρτηση του μεγέθους της απογοήτευσης, που επικρατεί, στην ελληνική κοινωνία.

Ως εκ τούτου, πρέπει να περιμένουμε, μέχρι το βράδυ της 26ης Μαΐου.

Και αυτό δεν είναι μακριά.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Η Theresa May πάει, για βρούβες. Και μαζύ με αυτήν ακολουθούν τον ίδιο δρόμο της ήττας και της καταισχύνης, οι Βρετανοί "ευρωπαϊστές" και οι "ευρωενωσιακοί". (Το Brexit έρχεται, με βήμα ταχύ και η "Ευρώπη" δεν αισθάνεται, καθόλου, καλά)...


Είναι ο Nigel Farage ο μοιραίος άνθρωπος της βρετανικής (και της ευρωπαϊκής) Ιστορίας; Όχι, ακριβώς...






Όπως προκύπτει, από τις τρέχουσες εξελίξεις, στην Βρετανία, η Theresa May "μας αφήνει χρόνους". Η πρωθυπουργική θητεία της οδεύει, τον ερχόμενο Ιούνιο, προς το τέλος της, αφού, προηγουμένως, έκανε το παν δυνατόν, για να βρει έναν κάποιο μηχανισμό, που θα βοηθούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση", ή, έστω, θα το κρατούσε, όσο ήταν δυνατόν, πιο κοντά σε αυτήν.

Η δυναμική επανεμφάνιση του Nigel Farage και του νέου κόμματός του "Brexit Party", στις ευρωεκλογές και η δραματική συρρίκνωση, κατ' αρχήν των Συντηρητικών της Βρετανίδας πρωθυπουργού και κατά δεύτερο λόγο των Εργατικών του Jeremy Corbyn, όπως έχουμε, εγκαίρως, γράψει (δείτε το πρόσφατο δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο :  Brexit is going on, "EU" is deteriorating. Τα χειρότερα, για την "Ευρωπαϊκή Ένωση" και τα καλύτερα, για μας, είναι μπροστά μας), οδηγεί, αναπόδραστα, στην κατάρρευση αυτών των παρασκηνιακών σχεδιασμών της πλειοψηφίας του βρετανικού πολιτικού κόσμου, η οποία ήταν τοποθετημένη, κατά της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ε.Ε.", ακόμη και όταν οι περισσότεροι πολιτικοί της χώρας αυτής, δεν τολμούσαν να εκφράσουν, ανοικτά και χωρίς περιστροφές, την θέση τους αυτή.

Η Theresa May είναι μια από αυτούς τους πολιτικούς. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, για το δημοψήφισμα της 23/6/2016, είχε εκφραστεί, δημόσια, υπέρ της παραμονής της Βρετανίας, στην "Ευρωπαϊκή Ένωση" και μετά την επικράτηση του Brexit, στην ψηφοφορία, υποτίθεται ότι ανέλαβε την διεκπεραίωση της εντολής της πλειοψηφίας του βρετανικού εκλογικού σώματος, αλλά, μέσα από μια σειρά καθυστερήσεων και προσπαθειών - πραγματικών ή εικονικών - να περάσει μια συμφωνία με την "Ε.Ε.", η οποία, στην ουσία, σκοπεύει να κρατήσει την χώρα, κοντά σε αυτό το "ευρωενωσιακό" θεσμικό οικοδόμημα, ή, ακόμη και να κρατήσει την Βρετανία, εντός της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", οδηγήθηκε, μαζύ με τους Βρετανούς "ευρωπαϊστές", σε πλήρη πολιτική κατάπτωση και κατάρρευση, στις τάξεις των ψηφοφόρων του Συντηρητικού Κόμματος, αλλά και ολόκληρης της βρετανικής κοινωνίας, που, προφανώς, αισθάνθηκαν ότι τους εμπαίζουν.

Κάπως έτσι επανεμφανίστηκε ο Nigel Farage και εν όψει της υποτιθέμενης, ως αιφνιδιαστικής, συμμετοχής της Βρετανίας, στις ερχόμενες ευρωεκλογές (γεγονός, το οποίο προέκυψε, λόγω της μετάθεσης της ημερομηνίας της εξόδου της χώρας, από την "Ε.Ε.", για την 31/10/2019), ήλθε να μαζέψει όλο το χαρτί των δυσαρεστημένων Βρετανών ψηφοφόρων και να παραγκωνίσει τα δύο μεγάλα κόμματα του βρετανικού δικομματισμού, ο οποίος, εάν δεν αλλάξει ρότα, είναι σαφές ότι πρόκειται να οδηγηθεί, σε πλήρη κατάρρευση.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Nigel Farage, οδηγώντας την βρετανική ελίτ, στην εφαρμογή της εξόδου της χώρας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", είναι ο άνθρωπος, που αλλάζει τον ρου της σύγχρονης βρετανικής Ιστορίας.

Υπερβολές. Μόνος του ο Nigel Farage δεν θα μπορούσε να πράξει τίποτε. 

Είναι η στήριξη και η πολλαπλή (οικονομική, επικοινωνιακή, πολιτική και λοιπή) βοήθεια, που έχει, από ένα πολύ σημαντικό τμήμα της βρετανικής ελίτ, που του επιτρέπει να πράττει ό,τι πράττει, δηλαδή να απευθύνεται, με αξιώσεις, στο εκλογικό σώμα και να ανατρέπει τους σχεδιασμούς των Βρετανών "ευρωπαϊστών". Αλλιώς, οι όποιες προσπάθειές του δεν θα είχαν καμμία τύχη.

Οι Βρετανοί Remainers και οι "ευρωενωσιακές" ελίτ νόμιζαν ότι θα μπορούσαν, με κάποιον τρόπο, να αποτρέψουν το Brexit. Πιθανότατα, πίστευαν ότι η βούληση της πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος και της βρετανικής κοινωνίας θα μπορούσε να χειραγωγηθεί, μέσα από την διασπορά του φόβου και της απογοήτευσης, όπως συνέβη, με την ελληνική κοινωνία, ύστερα από την διεξαγωγή του ελληνικού δημοψηφίσματος της 5/7/2015 και την μετατροπή του ΟΧΙ, σε ΝΑΙ.

Έσφαλαν. Το βρετανικό εκλογικό σώμα είναι, τελείως, διαφορετικό από το ελληνικό και ως εκ τούτου, συμπεριφέρεται διαφορετικά, ενώ η αλήθεια είναι ότι, στην Ελλάδα, η κυριαρχία των "ευρωπαϊστών" είναι, περίπου, πλήρης, αφού η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ έχει ποντάρει τα πάντα, υπέρ της παραμονής, στην ευρωζώνη και στην "Ε.Ε.", χωρίς καμμία επιφύλαξη, με αποτέλεσμα η αρνητική πλειοψηφική τάση, που επικρατεί, στον πληθυσμό της χώρας μας, να μην μπορεί να εκφραστεί, πολιτικά, αφού οι διάφοροι πολιτικοί και κομματικοί χώροι, που είναι υπέρ ενός Grexit παραμένουν διασκορπισμένοι και ως εκ τούτου, αναξιόπιστοι και το κυριότερο, χωρίς υποστήριξη, από το εντόπιο κατεστημένο.

Στην Βρετανία, τα πράγματα είναι, εντελώς, διαφορετικά. Ένα πολύ σημαντικό τμήμα της ελίτ της χώρας αυτής ευνοεί και στηρίζει, όπως είπαμε, την προοπτική της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", με αποτέλεσμα οι πολιτικές κινήσεις του Nigel Farage (αλλά και του Boris Johnson και πολλών άλλων, εντός των Συντηρητικών, όπως και αρκετών, εντός των Εργατικών) να βρίσκουν επαφή, με την πλειοψηφική τάση του βρετανικού εκλογικού σώματος και να έχουν την απαιτούμενη ανταπόκριση, υπέρ του Brexit.

Κάπως έτσι, η Theresa May πάει, για βρούβες. Και φυσικά, ο αντικαταστάτης της Βρετανίδας πρωθυπουργού (είτε αυτός είναι ο Boris Johnson, είτε κάποιος άλλος) δεν πρόκειται να είναι καλός και γαλαντόμος, με τους "ευρωενωσιακούς", οι οποίοι, άλλωστε, πρόκειται να υποστούν συντριβή, στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου. Όπως φαίνεται, θα πέσουν σφαλιάρες.

Και μαζύ με αυτήν, ακολουθούν τον ίδιο δρόμο της ήττας και της καταισχύνης, οι Βρετανοί "ευρωπαϊστές" και οι "ευρωενωσιακοί", αφού, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, η βρετανική έξοδος, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", οδηγεί αυτό το, παρά φύσιν, θεσμικό οικοδόμημα, στην μακροχρόνια διαδικασία της αποδιοργάνωσης και της καταστροφής του.

Το γελοίο της όλης υπόθεσης είναι ότι αυτή την διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία, προκειμένου η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης να τεθεί, σε νέες βάσεις, οι οποίες δεν μπορεί να ορίζονται - όπως συμβαίνει, στις ημέρες μας και μάλιστα, με έναν καπιταλισμό, ο οποίος, κυριαρχούμενος, από τα υπερεθνικά ολιγοπώλια των μεγάλων επιχειρήσεων και κρατών, συνεχώς, γραφειοκρατικοποιείται -, από τους υποτιθέμενους και ως εκ τούτου, εξωπραγματικούς κανόνες της οικονομικής επιστήμης, όπως αυτοί ίσχυαν τον 19ο αιώνα και αφορούσαν τις ελεύθερες αγορές, οι "ευρωενωσιακές" και ιδιαίτερα, οι ευρωζωνικές, ελίτ υποκρίνονται πως δεν την βλέπουν και θέλουν να συνεχίσουν να ενεργούν και να κάνουν business as usual, αν και ο πανικός τους δεν κρύβεται.

Εννοείται ότι βλακεύουν, όπως, άλλωστε, συμβαίνει, διαχρονικά, αφού, με όλα όσα έπραξαν, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, οδήγησαν τους εαυτούς τους, στα τωρινά χάλια τους, τα οποία συνίστανται, στο απλούστατο γεγονός ότι αυτό, που όλοι αυτοί αποκαλούν "Ευρώπη" (και το οποίο, όσο η Ρωσία παραμένει, εκτός αυτού του γεωπολιτικού σχήματος, φυσικά, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι Ευρώπη), αποτελεί ένα ασήμαντο μέγεθος, το οποίο ουδείς, εκ των παγκόσμιων παικτών, λαμβάνει υπόψη του, παρά μόνον, ως νηπιακό θεατή.

Και φυσικά, η έξοδος της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση" πρόκειται να καταστήσει αυτό το χαοτικό θεσμικό σχήμα, που, πλέον, δεν αισθάνεται, καθόλου, καλά, ακόμη περισσότερο αμελητέο, από ό,τι είναι σήμερα. Και στην συνέχεια, θα το στείλει, στον τάφο.

Ας πρόσεχαν...


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Ευρωεκλογές 2019 : Τί συμβαίνει, με την Χρυσή Αυγή;


Ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ανάμεσα στους "σωματοφύλακές" του. Λουφάζουν, αλλά εισπράττουν από το ζοφερό κλίμα, που έχουν δημιουργήσει οι μνημονιακοί κυβερνώντες και "αντιπολιτευόμενοι", με την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, την άθλια διαχείριση του μεταναστευτικού, αλλά και με το μακεδονικό ζήτημα, το οποίο επέλυσαν, υπέρ των νατοϊκών συμφερόντων. Δυστυχώς...




Όσο κυλούν οι ημέρες και βαδίζουμε, προς την 26η Μαΐου, αυτό γίνεται ολοένα και περισσότερο ορατός, παρά τις συστηματικές προσπάθειες των εκλογικών επιτελείων των κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, που αναδείχτηκε, από τις διπλές εκλογές του 2012 (όπως και από το εκλογικό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ), αλλά και από τα συστημικά μαζικά μέσα ενημέρωσης του τόπου μας, ο φόβος - ο οποίος πλησιάζει, στα όρια του πανικού -, για το πώς πρόκειται να συμπεριφερθεί το εκλογικό σώμα, στις επικείμενες ευρωεκλογές (αλλά και στις τοπικές εκλογές, για τις περιφέρειες και τους δήμους της χώρας) και για το πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό τοπίο, μετά από την εξαγωγή των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Έτσι, όλοι αυτοί, που κινούν τα νήματα, για την διαμόρφωση του εκλογικού κλίματος και του συνολικού προπαγανδιστικού αφηγήματος, στα οποία (υποτίθεται ότι) πρέπει να ενσωματωθούν και να ενστερνισθούν η ελληνική κοινωνία και ειδικότερα, το εκλογικό σώμα, προκειμένου να αποφύγουν τα πιθανότατα εκλογικά και πολιτικά "ατυχήματα", προσπαθούν, με έναν τρόπο, ο οποίος, όσο στενεύουν τα χρονικά περιθώρια, καθίσταται ολοένα και λιγότερο κομψός, να ποδηγετήσουν και να κατευθύνουν τον προεκλογικό αγώνα και να ελέγξουν και να περιορίσουν την διασπορά της πληροφόρησης, σε συγκεκριμένα κανάλια, τα οποία οδηγούν τον πληθυσμό της χώρας, στο κεντρικό προπαγανδιστικό αφήγημα όλων των κατευθυνόμενων ελληνικών ΜΜΕ, το οποίο αφήγημα συνίσταται, στο ότι, τελικά, ο προεκλογικός αγώνας έχει ενδιαφέρον και αφορά ένα και μοναδικό πεδίο.

Σε αυτό το πεδίο υποτίθεται ότι πρωταγωνιστούν η Νέα Δημοκρατία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον Αλέξη Τσίπρα και από εκεί και πέρα, υπάρχουν, ως αξιόλογα μεγέθη, μόνο το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά, το οποίο μπορεί να υπάρξει, ως αυριανός κυβερνητικός εταίρος της ΝΔ, με κομπάρσο το ΚΚΕ του Δημήτρη Κουτσούμπα, το οποίο, ως εκ του ρόλου του, δεν έχει κάποια ουσιαστική χρησιμότητα, αφού δεν σκοπεύει να συμμετάσχει ενεργά, στο μετεκλογικό παιχνίδι, που θα αφορά τον σχηματισμό κυβέρνησης, όταν, μετά τις ευρωεκλογές, θα ακολουθήσουν οι βουλευτικές εκλογές.

Από εκεί και πέρα, για τα συστημικά ΜΜΕ, που καθοδηγούνται, παρασκηνιακά, από τα κομματικά επιτελεία των, παραπάνω, υποτιθέμενων πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της ελληνικής πολιτικής σκηνής και από τους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι, φυσικά, βρίσκονται, σε συνεννόηση, με τα επιτελεία αυτά, αλλά και τα διάφορα εμφανή και αφανή συμφέροντα, που εξυπηρετούν, δεν υπάρχει κάτι άλλο, το οποίο να είναι άξιο λόγου, πλην ενός συγκεκριμένου πράγματος, το οποίο, αν και δεν θέλησαν, στην αρχή να το πουν, αυτό καθίσταται, όσο περνάει ο χρόνος, ολοένα και περισσότερο σαφές και γίνεται ομολογημένο, καθώς, όπως λέει η λαϊκή έκφραση : "Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει".

Το τί θέλει η εντόπια ελίτ, πέρα από την παγίωση και την ενδυνάμωση του νεόκοπου μικρού δικομματισμού και την διατήρηση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ως κυβερνητικού (αλλά και "αντιπολιτευτικού") μπαλαντέρ, έχει γίνει γίνει αντιληπτό, από την κοινή γνώμη της χώρας μας.

Αυτό, που επιδιώκουν τα ελληνικά ΜΜΕ, κατά την συγκεκριμένη προεκλογική περίοδο, που διανύουμε, είναι να εξαφανίσουν, ή, έστω να περιορίσουν την Χρυσή Αυγή και για τον λόγο αυτόν της έχουν επιβάλει έναν καθολικό αποκλεισμό, από τα ραδιοτηλεοπτικά και λοιπά (κυρίως, από το Facebook και λιγότερο από το Twitter) μέσα της χώρας, ο οποίος αποκλεισμός, βέβαια, αναδεικνύει την βαθιά αντιδημοκρατική ουσία των σύγχρονων αστικών δημοκρατιών, όσο και αν αυτή η αντιδημοκρατική πρακτική της "ευρωπαϊστικής" και λοιπής ολιγαρχίας του τόπου μας, υποτίθεται ότι ακολουθείται και υποτίθεται ότι βρίσκει δικαιολογητική βάση, στην, ομολογουμένως, απεχθή ιδεολογία των Ελλήνων νεοναζιστών της οργάνωσης του Νίκου Μιχαλολιάκου, οι οποίοι, βέβαια, έχουν, όχι αδίκως, χρεωθεί (πολιτικά, προς το παρόν) και την δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Η εντόπια πολιτική και λοιπή ελίτ θέλει να περιορίσει την Χρυσή Αυγή και ει δυνατόν, να την αντικαταστήσει, με κάποιο άλλο πολιτικό κόμμα, που να ψαρεύει, στον χώρο της άκρας δεξιάς (φαίνεται ότι, προς αυτή την κατεύθυνση πριμοδοτείται η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, αλλά υπάρχουν και άλλοι επίδοξοι διεκδικητές) και να αποτελέσει αυτό, που ο σταλινομπάμπης - ο τρόφιμος του καναλιού του Γιάννη Αλαφούζου Μπάμπης Παπαδημητρίου - έχει προσδιορίσει, ως μια "σοβαρή Χρυσή Αυγή", η οποία θα μπορούσε να συμμετάσχει και σε μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα, όπως έπραξε το ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, το 2011 - 2012, με την κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου.

Στην παρούσα φάση, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο, από κάθε τι άλλο, το συστημικό πολιτικό σύστημα της χώρας είναι να εδραιώσει το ΚΙΝΑΛ, στην τρίτη θέση, πετώντας από την θέση αυτή την Χρυσή Αυγή, την οποία επιθυμεί να την υποσκελίσει και το ΚΚΕ και να την στείλει κάτω και από την τέταρτη θέση και να ξεμπερδέψει μαζύ της, μια και καλή. Και οι λόγοι που επιθυμεί κάτι τέτοιο, πέρα από την εξαφάνιση του κόμματος των Ελλήνων νεοναζιστών, έχουν και ένα πολύ συγκεκριμένο και άμεσο περιεχόμενο.

Με την ποθούμενη και επιδιωκόμενη εδραίωση του ΚΙΝΑΛ, στην τρίτη θέση και με τον εξοβελισμό της Χρυσής Αυγής, από την θέση αυτή, το συστημικό πολιτικό σύστημα της χώρας επιδιώκει να διαμορφωθεί το κατάλληλο κλίμα, στις βουλευτικές εκλογές, που θα ακολουθήσουν, ούτως ώστε το ΚΙΝΑΛ να μπορέσει, σε περίπτωση, που η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, να πάρει αυτό την τρίτη εντολή, για σχηματισμό κυβέρνησης και να προβεί, σε εκείνους τους ελιγμούς που θα θελήσει να κάνει, για να επιτύχει τον σχηματισμό της. 

Η παρουσία της Χρυσής Αυγής, στην τρίτη θέση, στενεύει, ασφυκτικά, τα περιθώρια κινήσεων και ελιγμών των συστημικών κομμάτων, αφού ο Προκόπης Παυλόπουλος, ως πρόεδρος του κράτους, θα είναι υποχρεωμένος να δώσει, στον Νίκο Μιχαλολιάκο την τρίτη εντολή, κάτι που σημαίνει πως ό,τι είναι να γίνει, για τον σχηματισμό κυβέρνησης, θα πρέπει να γίνει πριν η, συνταγματικώς, προβλεπόμενη διαδικασία της ανάθεσης των εντολών φθάσει σε αυτό το στάδιο (εκτός εάν ο καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου Προκόπης Παυλόπουλος επιλέξει να παραβιάσει την συνταγματική διάταξη και όταν έλθει η ώρα, αυθαιρετήσει και δεν δώσει την εντολή, στον Νίκο Μιχαλολιάκο. Είναι δύσκολο και γι' αυτό προσπαθούν να το αποφύγουν, αλλά δεν το αποκλείω).

Δεν είναι, λοιπόν, "αισθητικοί", ή "καλλωπιστικοί", ή, απλώς, ιδεολογικοί, οι λόγοι, για τους οποίους το πολιτικό σύστημα και το σύνολο των ΜΜΕ προσπαθούν να συρρικνώσουν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής και έχουν αποκλείσει το κόμμα των Ελλήνων ναζιστών, από την προεκλογική εκστρατεία. Δεν είναι η αγάπη τους προς την "ανοικτή κοινωνία" και η αποστροφή τους, προς την ρατσιστική ιδεολογία και τον ναζισμό, που ωθούν όλους αυτούς, σε αυτή την, άκρως, αντιδημοκρατική συμπεριφορά του καθολικού αποκλεισμού της προεκλογικής εκστρατείας της Χρυσής Αυγής, η οποία εξελίσσεται, εκτός των τηλεοπτικών παραθύρων, των ραδιοφωνικών συχνοτήτων και του Facebook.

Όπως φαίνεται αυτή η συστημική εκστρατεία των αποκλεισμών, η οποία, ιδιοτύπως, επεκτείνεται και στις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων, στις οποίες τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής φαίνονται να είναι πολύ ψαλιδισμένα (κάποιοι δημοσκόποι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν όσα παρουσιάζουν, λένε ότι τα χαμηλά ποσοστά των χρυσαυγιτών, ίσως, να οφείλονται, στο ότι οι ψηφοφόροι τους και όσοι σκέπτονται να τους ψηφίσουν, αποφεύγουν να εκφράσουν την επιλογή τους) δεν θα επιτύχει πολλά πράγματα, παρά την ύπαρξη της Ελληνικής Λύσης και διάφορων άλλων κομμάτων της ελληνικής ακροδεξιάς.

Η Χρυσή Αυγή, η οποία, στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014, είχε λάβει 536.409 ψήφους, ποσοστό 9,40% και 3 έδρες, θα επιβιώσει και φυσιολογικά, θα υπερβεί το 10%. Και είναι πιθανόν αυτό το 10% να το υπερβεί, κατά πολύ. 

(Αντιλαμβάνομαι ότι αυτά που γράφω, θα δυσαρεστήσουν πολλούς φίλους. Όμως, δεν μπορώ να ενεργήσω, ως στρουθοκάμηλος και να κουκουλώσω αυτό, που βλέπω να έρχεται. Ούτε με ενδιαφέρει να συμμετάσχω, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αυτό το αντιδημοκρατικό παιχνίδι, που έχει στήσει ο συστημικός πολιτικός κόσμος και οι προπαγανδιστικοί του μηχανισμοί, προκειμένου όλοι αυτοί μαζύ να κάνουν την δουλίτσα τους. Κάθε άλλο. Άλλωστε, η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Κυρίως, όταν δυσαρεστεί. Ακόμη και όταν κάποιες πλευρές της δυσαρεστούν αυτόν που την λέει).





Τα νέα, από την πρωτεύουσα, αλλά και από τις περιφέρειες της χώρας, δεν προκύπτει να είναι καλά, για τα εκλογικά επιτελεία των κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού. Δεν είναι, μόνο, ότι, στην Βόρεια Ελλάδα, δεν πάνε καλά. Γενικώς, δεν φαίνεται να πάνε καλά. Π.χ., αυτό, που συμβαίνει, στον Δήμο Αθηναίων, είναι από τα άγραφα. 

Ο Ηλίας Κασιδιάρης, στον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών του Μαΐου του 2014, είχε λάβει το 16,12% των ψήφων, είχε πάρει την 4η θέση (την 3η θέση τότε την είχε πάρει ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, που δεν συμμετέχει, τώρα, στις εκλογές) και στα αστεία debates, που διοργανώνουν τα κανάλια, συμμετέχουν 4 υποψήφιοι δήμαρχοι Αθηναίων, εκ των οποίων ο Κώστας Μπακογιάννης, ο Νάσος Ηλιόπουλος και ο Παύλος Γερουλάνος δεν έχουν συμμετάσχει, στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές και τους κάλεσαν επειδή υποστηρίζονται, από την Νέα Δημοκρατία, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, δηλαδή από τα τρία μνημονιακά κόμματα (ο Νίκος Σοφιανός του ΚΚΕ είχε συμμετάσχει)

Ο Ηλίας Κασιδιάρης, που είχε ένα πολύ αξιόλογο ποσοστό ψήφων, είναι σαν να μην υπάρχει και "φυσικά", δεν καλείται να συμμετάσχει στα debates αυτά, κατά σαφέστατη και ωμότατη παραβίαση οποιασδήποτε δεοντολογίας και ενώ θεωρείται πιθανό, σύμφωνα με όσα προβλέπουν οι διάφορες στοιχηματικές εταιρείες (και όχι οι δημοσκοπικές, οι οποίες, σταθερά, προβλέπουν ότι την δεύτερη θέση πρόκειται να καταλάβει ένας εκ των Νάσου Ηλιόπουλου και Παύλου Γερουλάνου) ότι το γνωστό στέλεχος της Χρυσής Αυγής θα καταλάβει, στις εκλογές, που θα γίνουν, σε λίγες ημέρες, την δεύτερη θέση, μετά τον Κώστα Μπακογιάννη.

Όμως, παρά τις άθλιες πρακτικές του πολιτικού και του οικονομικού συστήματος και των προπαγανδιστικών του μηχανισμών, τα βαριά σύννεφα, που μαζεύονται, στον ορίζοντα, δεν μπορούν να κρυφθούν. 

Η ελληνική κοινωνία είναι θυμωμένη, με τα καμώματα της κυβέρνησης και της πολιτικοοικονομικής ελίτ της χώρας, που έχουν παραδώσει, για δεκαετίες (τουλάχιστον, μέχρι το 2060 και το 2115, εάν τα πράγματα μείνουν όπως είναι) τα κλειδιά της διοίκησης της χώρας και μάλιστα, περίπου, σε όλα τα επίπεδα της χώρας, στους ξένους δανειστές, δηλαδή, στις διάφορες ευρωσυμμορίες και στα ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτός ο θυμός και η ευρύτατα διαδεδομένη δυσαρέσκεια, που έχουν εγκατασταθεί, στο θυμικό της μεγίστης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, δεν θα μείνουν χωρίς αντίκρισμα. Θα εκφραστούν, σε λίγες ημέρες.

Αρκεί οι ψηφοφόροι να προσέλθουν, στις κάλπες...