Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

2/6/1971 : Ο Π.Α.Ο. στο Wembley. Μια αποτίμηση 40 χρόνια μετά. (Και για να μην ξεχνιόμαστε : Το νέο Μνημόνιο της ντροπής δεν πρέπει να υπογραφεί).




Στις 2/6/1971, πριν 40 χρόνια, ο Παναθηναϊκός έπαιξε στον τελικό του ποδοσφαιρικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης (σε επίπεδο συλλόγων) της περιόδου 1970 - 1971, εναντίον της ανερχόμενης υπερομάδας του Άγιαξ, της ομάδας του Γιόχαν Κρόϋφ, του Νέεσκενς, του Κάϊζερ, του Σουρμπίρ, του Χουλσόφ, του Κρολ, του Μπλάκενμπουργκ, του Άρι Χάαν, του Βαν Ντάϊκ και των άλλων ''ιπτάμενων Ολλανδών''. Εναντίον μιάς ομάδας, που άλλη, όμοια με αυτήν, δεν έχει περάσει μέχρι σήμερα.


video
Ο Π.Α.Ο. στο Wembley.


Αυτόν τον αγώνα τον θυμάμαι πολύ καλά, διότι είχα την τύχη να τον παρακολουθήσω, αφού η οικογένειά μου είχε τηλεόραση, την οποία μας έφερε την άνοιξη εκείνης της χρονιάς ένας θείος μου από την Γερμανία - μια τεράστια, αλλά πολύ καλή ασπρόμαυρη NORDMENDE.


Σε συλλογικό επίπεδο, δεν έχει υπάρξει ανάλογη επιτυχία για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Μόνον η Εθνική ομάδα των ανδρών κατάφερε (πολύ αργότερα, το 2004) να πάρει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Εθνικών Ομάδων της Ευρώπης.



2/6/1971 : Η ενδεκάδα του Παναθηναϊκού στο Wembley.


Η συμβολή του Μίμη Δομάζου και των άλλων ποδοσφαιριστών εκείνης της πάρα πολύ καλής ομάδας του Παναθηναϊκού και πρώτ' απ' όλα, του προπονητή της, του ''καλπάζοντος συνταγματάρχη'', του ''Πάντσο'' της αξέχαστης Ρεάλ Μαδρίτης, του Ούγγρου Φέρεντς Πούσκας, που έφυγε από την ζωή, πριν από αρκετά χρόνια, υπήρξε καθοριστική, για την ανέλπιστη και αναπάντεχη αυτή επιτυχία, που έγινε καρφί στα μάτια των αντιπάλων ομάδων του Π.Α.Ο. και των οπαδών τους.

Έτσι, η ανυπόληπτη στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα Ελλάδα, μπήκε στον διεθνή χάρτη του ποδοσφαίρου από το πουθενά.


Υπάρχει, βέβαια, και η μαρτυρία της Δέσποινας Παπαδοπούλου στον Αλέξη Παπαχελά ότι την ημέρα του αγώνα της ημιτελικής φάσης Π.Α.Ο. - Ερυθρού Αστέρα 3 - 0 στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας ο Στυλιανός Παττακός της είπε, βλέποντας την έντονη αγωνία της, προκειμένου να την καθησυχάσει : ''Τι κάνεις έτσι; Τον αγώνα τον πληρώσαμε και θα τον πάρουμε''.


Η φράση μπορεί να ήταν, απλά και μόνον, καθησυχαστική.


Μπορεί και (πρέπει) να είχε και περιεχόμενο. Ποιός ξέρει. (Αυτός που μπορεί να μας το πει είναι ο Ντουΐκοβιτς, ο τερματοφύλακας του Ερυθρού Αστέρα, σε εκείνον τον αγώνα, ο οποίος ζει και είναι προπονητής - τον είδαμε σε ένα Μουντιάλ, πριν κάποια χρόνια -, ή, ακόμα, ο υπεραιωνόβιος Στυλιανός Παττακός, που τα έχει τετρακόσια και δεν έχει μιλήσει).


Σε κάθε περίπτωση, εκείνη η ομάδα του Παναθηναϊκού ήταν πολύ καλή ομάδα και άξιζε της συμμετοχής στον τελικό του Wembley, μετά την σφαγιαστική διαιτησία του πρώτου αγώνα με τον Ερυθρό Αστέρα στο Βελιγράδι, όπου ο Π.Α.Ο. έχασε με 4 - 1 (με έναν πολύ κακό εκείνη την ημέρα Τάκη Οικονομόπουλο στα γκολπόστ της ομάδας - στον αγώνα της Λεωφόρου αντικαταστάθηκε από τον Βασίλη Κωνσταντίνου,, που τα πήγε πολύ καλά, ενώ οι Γιουγκοσλάβοι είχαν και δοκάρι).


Φυσικά, εκείνος ο Παναθηναϊκός (που καμμιά σχέση δεν έχει με τον Παναθηναϊκό - ναυάγιο της οικογένειας Βαρδινογιάννη της τελευταίας δεκαπενταετίας) δεν μπορούσε να νικήσει εκείνον τον Άγιαξ, αυτή την ομάδα, που, για μία τριετία (1970 - 1973), σάρωσε τους πάντες και τα πάντα, σε όλον τον πλανήτη.


Αλλά αυτό δεν έχει καμμία σημασία....



[Φυσικά δεν έχω ξεχάσει τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την εκβιαστική προσπάθεια επιβολής ενός νέου και επαχθέστερου Μνημονίου, για τα 70, περίπου, δισεκατομμύρια ευρώ που οι Ευρωπαίοι "εταίροι" και το Δ.Ν.Τ. είναι διατεθειμένοι να δώσουν στο ελληνικό δημόσιο την περίοδο 2012 - 2013, για την κάλυψη των ελληνικών δημόσιων δανειακών αναγκών, που δεν καλύπτονται από το παρόν Μνημόνιο, λόγω της βλακώδους πεποίθησης, που κυκλοφορούσε πέρυσι στις γερμανικές και λοιπές ευρωπαϊκές ελίτ και η οποία έλεγε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να βγει στις "αγορές" για δανεισμό, εντός του 2011, ή, το αργότερο, εντός του 2012, με την εφαρμογή του Μνημονίου της ντροπής και της Κατοχής, που υπέγραψε, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης, ο ευήθης ΓΑΠ. Η κατάρρευση αυτής της πεποίθησης, που, τόσο βλακωδώς, στήριξαν και τα εγχώρια παπαγαλάκια της έντρομης και συνάμα δουλικής - στους μοντέρνους ευρωπαίους μεταναζιστές οικονομικούς κατακτητές του τόπου και του πληθυσμού του (τον οποίον επιθυμούν να θέσουν υπό ένα σύγχρονο καθεστώς πεονίας) - ελληνικής πολιτικοοικονομικής και δημοσιογραφικής ελίτ (θυμάμαι τους γελοιογραφικούς "αναλυτές" Μπάμπη Παπαδημητρίου και Πάσχο Μανδραβέλη), οδηγεί πανικόβλητους τους ευρωπαίους "εταίρους" και τοκογλυφικούς δανειστές της χώρας, σε νέους εκβιασμούς, προκειμένου να επιτύχουν την λεηλασία της ελληνικής δημόσιας περιουσίας και σε νέες αφαιμάξεις των εισοδημάτων του ελληνικού πληθυσμού. Όμως, το κλίμα αλλάζει και ενώ η κυβέρνηση του ΓΑΠ παραπαίει, περιμένοντας τον νεκροθάφτη της, ο λαϊκός παράγοντας κάνει στις πλατείες της χώρας την εμφάνισή του, η οποία εμφάνιση, αν και βελούδινη, προς το παρόν, καθίσταται απειλητική και για το εσωτερικό ελληνικό πολιτικό σκηνικό και για τους ευρωπαίους δανειστές, των οποίων το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν αντέχει μια ελληνική στάση πληρωμών, η οποία θα το οδηγήσει σε κατάρρευση. Μόνο και μόνο, για τον λόγο αυτό, οι απειλές των δανειστών είναι κενές περιεχομένου. Και την 5η δόση θα δώσουν - όπως έχω πολλές φορές γράψει, μακάρι να μην την δώσουν και ευχή για την χώρα θα είναι το να πραγματοποιήσουν την "απειλή" τους, αλλά δεν είναι κορόϊδα και γι' αυτό θα δώσουν την 5η δόση -, όπως θα δώσουν και όλες τις προβλεπόμενες δόσεις και τα 70 δισεκατομμύρια ευρώ είναι διατεθειμένοι να δανείσουν, διότι τα χρήματα αυτά θα πάνε στο παραπαίον τραπεζικό τους σύστημα, το οποίο θα καταρρεύσει, αν αυτά τα χρήματα δεν εισρεύσουν στα ταμεία του. Οι εκβιασμοί που γίνονται και στους οποίους θέλουν να εγκλωβίσουν τον Αντώνη Σαμαρά και την συντηρητική αντιπολίτευση, με λαγό τον αχαρακτήριστο Γιώργο Καρατζαφέρη, αφορούν την υπογραφή του νέου Μνημονίου και την λεηλασία του τόπου, μέσω μιας συγκεκαλυμμένης πτώχευσης, που θα ονομαστεί διαφορετικά. Σε αυτό το Μνημόνιο απαιτούν και την συνυπογραφή του Αντώνη Σαμαρά και της συντηρητικής παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους. Περιττό να πω ότι ένα τέτοιο Μνημόνιο δεν πρέπει να υπογραφεί και οι δανειστές και οι εκπρόσωποί τους πρέπει να πάνε από εκεί που ήλθαν. Οψόμεθα...].

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Ποιός θα πληρώσει την κρίση του ευρωπαϊκού χρέους; (Γιατί ούτε η ΕΚΤ, ούτε οι "Μηχανισμοί στήριξης" μπορούν να σώσουν την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή περιφέρεια).

Η ανόητη ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ εγκατέλειψε την δραχμή και οδήγησε την χώρα στην πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει μια μετρίας τάξεως οικονομική ύφεση, η οποία μετετράπη σε μια βαθιά οικονομική κρίση και μέσω του ευρώ, σε μια αναπόφευκτη διαδικασία ξαφνικού θανάτου, που οδήγησε το ελληνικό δημόσιο στην ουσιαστική χρεωκοπία, αφού πλέον δεν είχε τα αρχικώς απαραίτητα νομισματικά και στην συνέχεια, ούτε και τα δημοσιονομικά εργαλεία για να αντιδράσει. Έτσι, η εν δυνάμει χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, που παρέμενε στην αφάνεια, όσο οι διεθνείς χρηματαγορές το δάνειζαν, ήλθε στο προσκήνιο, με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο και οδήγησε την ελληνική κοινωνία στην μεγαλύτερη οικονομική κρίση της τελευταίας 60ετίας και δια της υπογραφής του Μνημονίου της ντροπής, σε ένα μοντέρνο καθεστώς πεονίας χωρίς να διαφαίνεται κάποια, έστω και αμυδρή, δυνατότητα εξόδου...




"Ουδενός επαίνου αξίζει, διότι είναι άνευ ουσίας και υποκριτική η τοποθέτηση της κ. Χαράς Κεφαλίδου.

Το πρόβλημα της χώρας δεν αντιμετωπίζεται με τέτοιου είδους επιδερμικές συμπεριφορές, όπως άλλωστε αποδέχεται και ο κ. Τσούκας.

Ούτε και το ζήτημα είναι να "αποκτήσουν πρόσωπο" οι βουλευτές. Το ζητούμενο είναι να ασκήσουν την όποια εξουσία τους, προς όφελος της χώρας και των εκλογέων τους και όχι προς όφελος των χρηματοδοτών τους (εν στενή και εν ευρεία εννοία).


Και αυτό - δηλαδή την άσκηση της εξουσίας τους υπέρ των συμφερόντων της χώρας και των εκλογέων τους - δεν το πράττουν, αφού επιτρέπουν στην κατοχική κυβέρνηση του ΓΑΠ να ασκεί αυτήν την τρέχουσα οικονομική πολιτική, που υπερασπίζει, πρώτα και πάνω απ' όλα, τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ελίτ, σε βάρος των συμφερόντων του ελληνικού πληθυσμού και όλων των συντελεστών της πραγματικής οικονομίας της χώρας.


Δρώντας μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο και υπερασπίζοντας την καταστροφική για τον τόπο και τις αναπτυξιακές του δυνατότητες οικονομική πολιτική του ΓΑΠ η κ. Χαρά Κεφαλίδου και όλος ο εσμός της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να οδηγούν την χώρα στην καταστροφή και ως εκ τούτου οι όποιες τοποθετήσεις της κ. Κεφαλίδου, σαν και αυτές που περιγράφει ο κ. Τσούκας, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά στην κοινωνική συνείδηση, διότι ξεκινούν από την εσφαλμένη και συμφέρουσα, για την ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, αντίληψη, που λέει ότι η τρέχουσα πολιτική του Μνημονίου της ντροπής και της μεταναζιστικής κατοχής είναι ορθή και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι η εκλαϊκευσή της, με την διάχυσή της σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, μια διάχυση, η οποία - αυτή καθ' εαυτή - θα την νομιμοποιήσει.


Με δεδομένη την φιλομνημονιακή αντίληψη του κ. Τσούκα, πρέπει να πω ότι ο κ. καθηγητής ορθά εστιάζει στο ουσιαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Μνημόνιο και η πολιτική που απορρέει από αυτό και το οποίο πρόβλημα έχει να κάνει με την ευρεία κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης που αντιμετωπίζουν το Μνημόνιο, οι ξένοι εμπνευστές και οι επιχώριοι υποτακτικοί τους, κατά την εφαρμογή του στην πράξη. Για τον λόγο αυτόν και ο κ. Τσούκας στρέφεται προς την κ. Χαρά Κεφαλίδου και την επαινεί, αφού η πρότασή της ταιριάζει πλήρως με την αγωνιώδη προσπάθειά του να νομιμοποιηθεί κοινωνικά το Μνημόνιο και ο Μηχανισμός στήριξης του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο, κατ' ευφημισμόν, έχει αποκληθεί, ως "Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας".


Οι προσπάθειες του κ. Τσούκα είναι μάταιες. Το Μνημόνιο της ντροπής έχει πλέον αποκτήσει, μέσα στην λαϊκή συνείδηση, μια τόσο άσχημη εικόνα, που οποιοδήποτε καμουφλάρισμα και οποιαδήποτε (εικονική, ή πραγματική) επιχείρηση διάσωσης της ουσίας της πολιτικής του, με τον όποιο (μεγάλο ή μικρό) περιορισμό των προνομίων των βουλευτών και ευρύτερα της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, δεν πρόκειται να μεταβάλει αυτήν την εμπεδωμένη πλέον λαϊκή πεποίθηση, η οποία όσο περνάει ο καιρός είναι απαύγασμα της προσωπικής εμπειρίας των μελών της ελληνικής κοινωνίας. Μια εμπειρία, η οποία (όσο και αν προσκρούει στο πλασματικό αδιέξοδο, που έχει κτίσει, ως δρώντα ιδεολογικό μηχανισμό, τον οποίον και διακινεί στην ελληνική κοινωνία - επιτυχώς, προς το παρόν - η ελληνική ελίτ) δυναμώνει την κοινωνική πεποίθηση ότι, παρά το αδιέξοδο, η εφαρμοσμένη πολιτική του Μνημονίου είναι καταστροφική για την χώρα και λειτουργεί προς το συμφέρον μιας εντόπιας ολιγαρχίας και της διεθνούς τραπεζικής ελίτ.


Το αστείο είναι ότι το αδιέξοδο, στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, από τις ανεφάρμοστες επιδιώξεις των εμπνευστών του Μνημονίου, έχουν αρχίσει να το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι εμπνευστές του (οι γερμανικές πολιτικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ).


Η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει (αργά και βασανιστικά), λόγω της πρόσφατης ιρλανδικής κρίσης, η έλευση της οποίας - μαζί με τα αδιέξοδα, που αυτή επανέφερε, ύστερα από την ελληνική κρίση του περασμένου Μαΐου - υποχρέωσε ακόμα και την κ. Μέρκελ να ομιλεί, για το πραγματικό πρόβλημα της ευρωζώνης, δηλαδή, για "την κρίση χρέους της ευρωζώνης" (η οποία με την σειρά της είναι προϊόν της θεσμικής ανεπάρκειας της ευρωζώνης, η οποία δεν είναι ομοσπονδιακός κρατικός θεσμός, όπως θα έπρεπε να είναι).


Μπορεί οι τρέχουσες προτάσεις της Μέρκελ να είναι, στην παρούσα φάση, δογματικές στο περιεχόμενό τους και μεσομακροπρόθιεσμα ανεφάρμοστες, αλλά φαίνεται ότι η γερμανική ελίτ έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι το αδιέξοδο των πολιτικών, που πέρασαν με το ελληνικό και το υπό διαμόρφωση Ιρλανδικό Μνημόνιο, είναι πλήρες και δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί. Και δεν μπορεί να συνεχιστεί, διότι πρακτικά ο ιρλανδικός πληθυσμός δεν είναι διατεθειμένος να το ανεχθεί, γεγονός που θα εκφραστεί και στις κάλπες που θα στηθούν σε αυτήν την χώρα, ίσως και μέσα στον Φεβρουάριο και οι οποίες καθίστανται ένας παράγοντας ουσιώδους απροσδιοριστίας, ως προς τις εξελίξεις, αφού οι Ιρλανδοί κατά 80% επιθυμούν την επαναδιαπραγμάτευση του μόλις υπογραφέντος ιρλανδικού Μνημονίου, το οποίο δεν έχει προλάβει καν να εφαρμοστεί. Με δεδομένο ότι η αντίληψη αυτή των Ιρλανδών θα παίξει πρωταρχικό ρόλο στην κάλπη, οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών και οι Γερμανοί πολιτικοί και τραπεζίτες είναι φυσικό να φοβούνται για το τι θα επακολουθήσει και να σχεδιάζουν μια άλλη γραμμή άμυνας, η οποία μένει τώρα σε επίπεδο διαρροών, αλλά θα εκδηλωθεί, ευθύς ως η κατάσταση στην Ιρλανδία μπορέσει να αποκτήσει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μόλις δηλαδή εκφραστεί ο ατίθασος αυτός πληθυσμός και σχηματισθεί μια κυβέρνηση, με συγκεκριμένους στόχους και προσανατολισμούς.


Κατά τα άλλα, για τον κ. Τσούκα, το ελληνικό πρόβλημα παραμένει να είναι ένα "δημοσιονομικό πρόβλημα".


Δεν έχει αντιληφθεί (ορθότερα καμώνεται πως δεν έχει αντιληφθεί) ότι αυτό το δημοσιονομικό πρόβλημα, που άφησε πίσω της η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, έχει μετατραπεί, χάρη στις βλακώδεις ενέργειες των ΓΑΠ - Τρισέ - Μέρκελ, σε πρόβλημα χρέους της ευρωζώνης και κατ' ουσίαν, σε πρόβλημα της τραγικά ανεπαρκούς θεσμικής συγκρότησης της ευρωζώνης.


Στην στενή χρηματοπιστωτική του διάσταση το πρόβλημα της Ελλάδας και της ευρωζώνης είναι κυνικά και ωμά απλό και έχει να κάνει με το ποιός θα φορτωθεί τις ζημιές των τραπεζών και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών του επίσημου και του σκιώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος.


Μέχρι στιγμής, ο ΓΑΠ και οι Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν αποφασίσει ότι οι τράπεζες και οι ομολογιούχοι πρέπει να σωθούν, με κάθε θυσία, σε βάρος των πολιτών των χωρών της ευρωζώνης και με όποιο κόστος - ακόμα και αν αυτό φθάνει μέχρι την χρεωκοπία (έως και την ελεγχόμενη πτώχευση) των κρατών της ευρωζώνης.


Οι τρέχουσες αντιλήψεις των Μέρκελ - Σόϋμπλε - Βεστερβέλλε δείχουν ότι, τελικά, οι τράπεζες δεν θα διασωθούν, όπως επίσης δείχνουν ότι και τα κράτη θα χρεωκοπήσουν. Το οιονεί ευρωομόλογο, το οποίο σκέπτονται να εκδώσουν (αν το εκδώσουν) θα πρέπει να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες του Μηχανισμού στήριξης, που σκέπτονται να δημιουργήσουν, σε αντικατάσταση των δύο πρόχειρων Μηχανισμών, που έστησαν πέρυσι και που αφορούν, προς το παρόν, μόνον την Ελλάδα και την Ιρλανδία.* Τα ποσά που θα χρειαστεί είναι τεράστια και θα απαιτηθούν τουλάχιστον 2 τρισ. €, ποσόν που αντιστοιχεί, περίπου, στο 22% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Η χρηματοδότηση αυτή είναι τέτοιου μεγέθους, που ουδείς θα την παράσχει, χωρίς τις εγγυήσεις που θέλει.


Ακόμα και η ΕΚΤ έχει φθάσει στα όριά της. Στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τον Νοέμβριο του 2010, έχει χορηγήσει 95 δισ. €, που αντιστοιχούν στο 26% των καταθέσεων και στο 40% του ελληνικού ΑΕΠ. Στην Ιρλανδία έχει χορηγήσει 136,3 δισ. €, ήτοι το 20% των καταθέσεων και το 86% του ΑΕΠ της χώρας. Στην Πορτογαλία έχει χορηγήσει 37,9 δισ. €, δηλαδή το 12% των καταθέσεων, ήτοι το 20% του ΑΕΠ της χώρας και στην Ισπανία έχει χορηγήσει 61,1 δισ. €, δηλαδή το 3% των καταθέσεων, ήτοι το 9% του ΑΕΠ της χώρας.


Μόνο στις τράπεζες αυτών των χωρών η ΕΚΤ έχει χορηγήσει 330 δισ. €, δηλαδή το 61% των συνολικών διαθεσίμων της. Και αν προσθέσουμε και τα 76,5 δισ. €, που έχει διαθέσει, μέχρι τις 17/1/2011, για την αγορά κρατικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά, αντιλαμβανόμαστε την δύσκολη θέση στην οποία η ΕΚΤ βρίσκεται.


Με αυτά τα δεδομένα, είναι αστείο να μιλάμε για το "ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα", όπως ο κ. Τσούκας και να επιζητούμε το "καλό παράδειγμα" στις περικοπές των εισοδημάτων, ασχολούμενοι με τα λεγόμενα της κ. Κεφαλίδου, που και αποπροσανατολιστικά και υποκριτικά είναι..."


* (Από τότε που γράφτηκε το κείμενο έχουν υπάρξει εξελίξεις. Στον "Μηχανισμό στήριξης" εισήλθε και η Πορτογαλία, αφού το παμφάγο ευρώ συνεχίζει να τρώει τα παιδιά του...)



(Σχόλιά μου http://htsoukas.blogspot.com/2011/01/blog-post_31.html?showComment=1296500887466#c7302080338108184317 και http://htsoukas.blogspot.com/2011/01/blog-post_31.html?showComment=1296504762135#c2703218341263869511 και http://htsoukas.blogspot.com/2011/01/blog-post_31.html?showComment=1296504826301#c9079394528096610687 της 31/1/2011 στο άρθρο που δημοσίευσε ο κ. Χαρίδημος Τσούκας στο μπλογκ του «ΕΝΑΡΘΡΗ ΚΡΑΥΓΗ», με τίτλο : "Η ηθική της ευθύνης" http://htsoukas.blogspot.com/2011/01/blog-post_31.html ).

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Η αδιέξοδη πολιτική της περικοπής των εισοδημάτων και η παγίδα ρευστότητας (liquidity trap), μέσα στην οποία έχει παγιδευτεί η ελληνική οικονομία και η οικονομία της ευρωζώνης. (Συνέχεια στηνκριτική στις παραδοξολόγες και καταστροφικές απόψεις του Αλέκου Παπαδόπουλου).

Αλέκος Παπαδόπουλος


Μετά τα δύο ιστορικά αφιερώματα στην Παρισινή Κομμούνα και στην διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς, θα συνεχίσω, τώρα, εδώ την κριτική στις θέσεις που υποστήριξε ο Αλέκος Παπαδόπουλος στην συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, η οποία συνέντευξη μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό "ΣΚΑΪ" και οι οποίες θέσεις, πέρα από ανοικτά δουλικές, απέναντι στην κατοχική τρόϊκα των δανειστών της χώρας, είναι συνάμα και καταστροφικές, για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, αφού τις οδηγούν, μέσα στο αδιέξοδο της παγίδας ρευστότητας, στην οποία τις έχουν εγκλωβίσει, αφ' ενός μεν,  η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και αφ' ετέρου δε, οι τροϊκανοί, με την πολιτική της σκληρής λιτότητας και της έντονης ύφεσης, η οποία στο τελευταίο τρίμηνο του 2010 έφθασε στα επίπεδα του 7,2%, σφίγγοντας, ακόμα περισσότερο, την θανάσιμη θηλιά του τεράστιου δημόσιου χρέους της χώρας, το οποίο, ξεπερνώντας το 150% του ΑΕΠ, δεν μπορεί, πλέον, να εξυπηρετηθεί, αφού η μετατροπή του σε χρέος εκφρασμένο σε ευρώ, από κατά 86% δραχμικό χρέος, που ήταν πριν την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το μετασχημάτισε, αυτόματα, από, κατά βάση, εσωτερικό χρέος, που ήταν, πριν την αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ, σε καθ' ολοκληρίαν, εξωτερικό χρέος, το οποίο, για τον λόγο αυτό, κατέστη αδύνατο να εξυπηρετηθεί, έστω και στοιχειωδώς, από τις εσωτερικές δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας - πολύ περισσότερο, που η Ε.Κ.Τ. δεν ανέλαβε την υποχρέωση της εξυπηρέτησής του, αν και υποκατέστησε την Τράπεζα της Ελλάδος, ως νέα Κεντρική Τράπεζα της χώρας.


Κώστας Σημίτης : Ο άνθρωπος που οδήγησε την Ελλάδα στην μεγαλύτερη σύγχρονη στρατηγική ήττα και στην οικονομική καταστροφή...

Αυτό ήταν, όπως έχω περιγράψει άπειρες φορές και το μεγαλύτερο - το τεράστιο - έγκλημα της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Το χειρότερο, ακόμα, ήταν ότι, με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, μετέτρεψε, παράλληλα, τον δανεισμό της χώρας από εσωτερικό, κατά βάση, δανεισμό, σε εξωτερικό δανεισμό, αφού ώθησε το κράτος να παύσει να δανείζεται από την εσωτερική αγορά, με τα έντοκα γραμμάτια και τα ετήσια ομόλογα και υπακούοντας στις υποδείξεις των τραπεζών, ο τότε πρωθυπουργός κατηύθυνε τον ομολογιακό δανεισμό της χώρας, προς τις ξένες τράπεζες και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, όπου διέσπειρε την μεγάλη μάζα του ελληνικού δημόσιου χρέους, με αποτέλεσμα ο εξωτερικός δανεισμός του ελληνικού κράτους, από 52 δισ. €, να έχει ξεπεράσει τα 300 δισ. €, γεγονός το οποίο κατέστησε το ελληνικό δημόσιο χρέος, ύπουλα και αθόρυβα, ένα χρέος το οποίο δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί, χωρίς την στήριξη της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας!

 Το παρόν δημοσίευμα αποτελεί συνέχεια παλαιότερου άρθρου μου, που δημοσίευσα στο μπλογκ μου στις 24/4/2011 ["Ο Αλέκος Παπαδόπουλος, το ελληνικό δημόσιο χρέος και η προειδοποίηση του Ανδρέα Παπανδρέου για την επικινδυνότητά του. (Η συστηματική απόκρυψη των ευθυνών της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ για την κατάντια του τόπου)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2011/04/alekos-papadopoulos-kai-andreas.html ]. Και τα δύο αυτά άρθρα τα δημοσίευσα, ως σχόλια, στις 18/4/2011, σε σχετικό άρθρο του κ. Χαρίδημου Τσούκα, που δημοσιεύτηκε στο μπλογκ του "ΕΝΑΡΘΡΗ ΚΡΑΥΓΗ", με τίτλο : «Ο Τσώρτσιλ, οι στρατηγοί και οι κατσαπλιάδες» http://htsoukas.blogspot.com/2011/04/blog-post.html .



Ο Ανδρέας Παπανδρέου σε photo με τον ΓΑΠ (που δεν πήρε, ούτε κατ' ελάχιστο, έστω και μία από τις διαπραγματευτικές αρετές, ή τις λοιπές ικανότητες του πατέρα του) και τον Γιώργο Παναγιωτακόπουλο.

Καιρός, λοιπόν, είναι να δούμε και την συνέχεια της κριτικής προς τις θέσεις του Αλέκου Παπαδόπουλου, ο οποίος, πέρα από ψευδολόγος - ακριβώς επειδή αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, που αντιμετωπίζει ο τόπος και τις βαρύτατες και αποκλειστικές ευθύνες, που έχει η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ της χώρας, για τις στρατηγικές επιλογές της τελευταίας δεκαπενταετίας, που κατέστησαν την χώρα έρμαιο των διεθνών κερδοσκόπων -, απεδείχθη και ανίκανος να βγάλει τα απαιτούμενα συμπεράσματα από την μαθητεία του, δίπλα στον μεγάλο του δάσκαλο, τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου και την προφητική του προειδοποίηση - εν όψει της επιδιωκόμενης ένταξης της Ελλάδας στην, τότε, υπό διαμόρφωση, ευρωζώνη -, προς τους επιγενόμενους, μια προειδοποίηση, που συνοψίστηκε στην περίφημη ρήση του : "Ή το έθνος θα αφανίσει το χρέος, ή το χρέος θα αφανίσει το έθνος".



"Ας εξετάσουμε τώρα την ουσία των όσων υπερασπίζει, ως αναγκαία μέτρα, ο Αλέκος Παπαδόπουλος και η ελληνική και διεθνής χρηματοπιστωτική ελίτ, μαζί με τα παπαγαλάκια των οικονομολόγων της συμβατικής σοφίας:


Στις παρούσες συνθήκες του ασφυκτικού δημόσιου χρέους των 345 δισ. € και με ειλημμένη απόφαση την αποπληρωμή του, χωρίς στάση πληρωμών και αναδιάρθρωση, ο Αλέκος Παπαδόπουλος εισηγείται την δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών και την ουσιαστική ξεθεμελείωση του κράτους, ως εργαλείου άσκησης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, μέσα από την τυπική (και συνάμα ανόητη και παιδαριώδη) λογική, που συγκρίνει την οικονομία, ως σύνολο, με την ατομική επιχείρηση, ή το νοικοκυριό.


Αν ήταν η οικονομία επιχείρηση, ή νοικοκυριό, η προφανής απάντηση είναι ότι πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι, να περικόψουμε τα έξοδα και, εφόσον τα έξοδα περικοπούν περισσότερο από τα έσοδα και τα συνολικά εισοδήματά μας, έτσι, σταδιακά, θα μειώσουμε τα χρέη μας. Αυτό, άλλωστε, είναι που διατυμπανίζει η κυβέρνηση του αφελούς ΓΑΠ, ως στόχο της.


Όμως, η οικονομία δεν είναι επιχείρηση και δεν έχει να κάνει με την λειτουργία και τους λογαριασμούς ενός νοικοκυριού. Σε μια τεράστια οικονομία, όπως η ευρωπαϊκή, που υπερβαίνει τα 10 τρισ. €, τα χρέη της μιας χώρας αποτελούν την περιουσία κάποιου άλλου κράτους, ή οργανισμού (ήτοι τα χρέη του ελληνικού δημοσίου είναι περιουσιακά στοιχεία μιας γαλλικής, ή γερμανικής τράπεζας, με την μορφή των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που έχουν στην κατοχή τους).


Σε όλη την δεκαετία, πριν το 2008, ο παγκόσμιος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, ιδίως οι ΗΠΑ και η Ευρώπη μεγάλωνε τα επίπεδα ανάπτυξης στην βάση του επιταχυνόμενου δανεισμού. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό, στον βαθμό που ο δανεισμός βοηθάει την αναπτυξιακή διαδικασία, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά, μέσα από την δημιουργία του χρήματος (την διαδικασία του fiat money), αρκεί να ισχύουν οι δύο προϋποθέσεις, που είναι απαραίτητες, για να αποφευχθεί μια κρίση, ήτοι :

ο ρυθμός αύξησης των χρεών να είναι, σε έναν βαθμό αναλογικός, σε σχέση με την μεγέθυνση της πραγματικής παραγωγικής βάσης,

ή/και τουλάχιστον να υπάρχει ο απαραίτητος εγγυητής της τελευταίας καταφυγής, που θα εγγυάται ότι τα χρέη που δημιουργούνται, μέσα από αυτήν την διαδικασία, θα πληρωθούν απρόσκοπτα και στην ώρα τους, αλλά και παράλληλα θα θέτει τους κανόνες ελέγχου της διαδικασίας παραγωγής χρεών και τήρησης της αναλογικότητας παραγωγικής βάσης και χρεών, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην πανικοβληθούν, σε κάποια χρονική στιγμή, οι δανειστές και να μην παύσουν να δανείζουν και να μην απαιτήσουν τα δανεικά πίσω, κινήσεις, οι οποίες θα κατεδαφίσουν το σύνολο του αναπτυξιακού οικοδομήματος.


Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η παγκόσμια οικονομία (η ελληνική λειτούργησε σε άλλη βάση στηριγμένη, μέχρι την ένταξη στην ευρωζώνη, στην εσωτερική χρηματαγορά) αγνόησε κάθε κανόνα και το 2008 ήλθε η παρ’ ολίγον κατάρρευση στην Wall Street και λίγο μετά, στα τέλη του 2009, στην αγορά των ομολόγων των ευρωπαϊκών χρεών. Η εκτόξευση των ελληνικών spreads ήταν μόνον η αρχή της ευρωπαϊκής διάστασης της κρίσης, που, πολύ γρήγορα, πήρε τραγικές διαστάσεις, επί σκηνής, λόγω των μεγάλων και μονόπλευρων περικοπών των δαπανών των ελλειμματικών κρατών της ευρωζώνης.


Φυσικά οι περικοπές αυτές υπήρξαν εσφαλμένες και ο λόγος είναι απλός. Όταν, ιδίως σε καιρό έντονης ύφεσης, οδηγείς τους υπερχρεωμένους να μειώσουν τα χρέη τους, πρέπει να γνωρίζεις ότι, για να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης των χρεών τους, πρέπει να ισχύσουν δύο προϋποθέσεις:

Αφ’ ενός μεν, οι υπερχρεωμένοι πρέπει να ξοδεύουν ποσά μικρότερα των εισοδημάτων τους και

αφ’ ετέρου, δε, οι υποχρεωμένοι, δηλαδή εκείνοι που χρωστούν, κάτω από τον μέσο όρο, πρέπει να αρχίσουν να ξοδεύουν ποσά μεγαλύτερα των εισοδημάτων τους. (Αν είναι όλοι υπερχρεωμένοι τότε τα πράγματα γίνονται περισσότερο πολύπλοκα).

Στην παγκόσμια οικονομία, συνολικά, τα χρέη μιας οικονομικής ενότητας, ή ενός οργανισμού, είναι περιουσία κάποιου άλλου και οι συνολικές δαπάνες των πολιτών και των επιχειρήσεων ισούνται με το συνολικό εισόδημά τους.


Είναι λοιπόν προφανές ότι, κάτω από αυτήν την απλή οπτική γωνία, που ο Αλέκος Παπαδόπουλος δεν επιθυμεί να την λάβει υπόψη του, οι ηγέτες του G20, αλλά και της ΕΕ, έπρεπε να συμφωνήσουν στην μείωση των δαπανών των ελλειμματικών χωρών και στην αντίστοιχη αύξηση των δαπανών των πλεονασματικών χωρών. Οι Γερμανοί, των Μέρκελ - Σόϊμπλε - Βεστερβέλλε όμως, με την γνωστή επαρχιωτική λογική τους, διαφώνησαν σε αυτήν την λύση, που πρότειναν οι Αμερικανοί, τον Απρίλιο του 2009.


Έτσι καταλήξαμε με την γνωστή συνταγή: Να αυξάνουν τις δαπάνες τους οι ελλειμματικοί Αμερικανοί την ώρα που η πλεονασματική Γερμανία επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από έναν κουτοπόνηρο ηθικοπλαστικό λόγο που απαιτεί από όλους, ελλειμματικούς και πλεονασματικούς, να περιορίσουν τις συνολικές δαπάνες, με μοναδικό στόχο να αποφύγει, πάση θυσία (των άλλων) να συμμετάσχει στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Όμως, όταν όλοι περικόπτουν, απλούστατα, μειώνεται το συνολικό εισόδημα (αφού το συνολικό εισόδημα = συνολικές δαπάνες), με μόνο αποτέλεσμα την διαιώνιση και την γενίκευση της ύφεσης.


Έτσι, η λύση που έφερε στην επιφάνεια η Ε.Ε. ήταν να ρίξουν τα επιτόκια με τα οποία δανείζονται οι τράπεζες σχεδόν στο μηδέν, με στόχο να επιδοτηθούν και να τονωθούν οι επενδύσεις και να αρχίσει η ανάπτυξη.


John Maynard Keynes. Μας έχει περιγράψει το φαινόμενο της παγίδας ρευστότητας (liquidity trap), στην οποία έχει εγκλωβιστεί η ευρωζώνη, από την δεκαετία του 1930, αλλά ο Αλέκος Παπαδόπουλος και οι ευρωζωνίτες ουδέν έχουν ακούσει για το φαινόμενο αυτό, το οποίο, απλώς, αγνοούν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ξέρουν πολύ καλά, περί τίνος πρόκειται. Απλώς, εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα (αυτά της χρηματοπιστωτικής ελίτ και των ραντιέρηδων)...

 Όμως, η ύφεση είναι τόσο βαθειά που κανείς σοβαρός επιχειρηματίας δεν θέλει να επενδύσει ακόμα και να του χαρίσουν χρήματα τα οποία θα τα πάρει βέβαια αλλά επενδύσεις δεν θα κάνει. Κι ενώ τα επιτόκια βρέθηκαν κοντά στο μηδέν, και οι επενδύσεις δεν έγιναν, μετά άρχισαν να παράγουν περισσότερο χρήμα με την ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα από τις τράπεζες. Όμως, η λειτουργούσα παγίδα ρευστότητας, που περιέγραψε ο Κέϋνς, ήδη, από την δεκαετία του 1930, δεν επέτρεψε την αύξηση των επενδύσεων, με αποτέλεσμα το πλήρες αδιέξοδο.


Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και από κοντά ο Αλέκος Παπαδόπουλος, έδωσαν την δική τους απάντηση :

Αφού η οικονομία δεν μπορεί να μετατρέψει τις αποταμιεύσεις σε επενδύσεις, πρέπει να μειωθούν τα εισοδήματα (για να γίνουν οι επενδύσεις;). Θα έπρεπε, όμως, να μειωθούν τα εισοδήματα εκείνων που δεν χρωστούν πολλά. Και τούτο διότι, αν μειωθούν τα εισοδήματα όσων είναι υπερχρεωμένοι, αυτοί δεν θα πληρώσουν τους δανειστές τους.

Στην πράξη, όμως, γίνεται το αντίθετο. Έτσι, τελικά, πλήττονται, όχι αυτοί που έχουν τα μεγαλύτερα εισοδήματα, με τα χαμηλότερα χρέη, αλλά εκείνοι που έχουν τα μικρότερα εισοδήματα, με τα μεγαλύτερα χρέη, γεγονός που οδηγεί σε αδιέξοδο τις τράπεζες, όταν οι οφειλέτες τους δεν μπορούν να πληρώσουν, αφού τα εισοδήματά τους συρρικνώθηκαν ακόμα πιο πολύ.


Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη για να αντιληφθούμε ότι οδηγούμαστε σε ένα πλήρες αδιέξοδο. Σε επίπεδο νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οδηγεί στις πτωχεύσεις. Σε επίπεδο κρατών, στην όλο και μεγαλύτερη υστέρηση των στόχων του ελλείμματος και του χρέους.


Σε αυτό το σημείο η αναδιάρθρωση του συνολικού ελληνικού και ευρωπαϊκού χρέους είναι η μόνη λογική λύση. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, από την στιγμή που οι χώρες όπως η Γερμανία και οι άλλες πλεονασματικές, αρνούνται να αυξήσουν τις δαπάνες τους, ως αντίβαρο των περικοπών που κάνουν οι ελλειμματικές χώρες και τα εισοδήματα που πλήττονται δεν είναι αυτών των κατηγοριών του πληθυσμού που έχουν σωρεύσει πλούτο, το συνολικό χρέος θα αυξάνει έστω και ως ποσοστό των συνολικών εισοδημάτων.


Και αυτό θα γίνει, υπό διάφορες μορφές, είτε αρέσει στον Αλέκο Παπαδόπουλο, είτε όχι και παρά τις όποιες ανοησιολόγες παραδοξολογίες του, διότι η ουσία του όλου προβλήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη ύφεση οφείλεται στην τεράστια ανισοκατανομή των εισοδημάτων, που επέφερε η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών και η απορρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, μαζί με την προϊούσα πτώση της κατανάλωσης και όχι η ανύπαρκτη υπερκατανάλωση την οποία επικαλούνται, ως ... αιτία της κρίσης, αυτός και η χρηματοπιστωτική ελίτ, της οποίας τις δημόσιες σχέσεις έχει αυτοκλήτως αναλάβει...


(Ο ΓΑΠ, βέβαια, συνεχίζει, μαζί με τον Παπακωνσταντίνου, να αρνείται την αναδιάρθρωση, παίζοντας τον ρόλο του πιστού υπερασπιστή των συμφερόντων της ευρωπαϊκής και της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ελίτ, που επιθυμούν να αποφύγουν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού ασυστήματος, αναλώμασι του ελληνικού πληθυσμού. Το πιθανότερο είναι ότι στην πορεία θα αποδεχθεί μια μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία όμως περισσότερο θα μοιάζει με μια διαδικασία ελεγχόμενης πτώχευσης, η οποία θα συνδυάζεται με την διαρπαγή του ελληνικού δημόσιου πλούτου και λιγότερο με μια ουσιώδη αναδιάρθωση, που θα απαλλάσσει το ελληνικό δημόσιο από το χρέος αυτό, το οποίο - θυμίζω και πάλι - είναι ένα καθαρά ανατοκιστικό/επιτοκιακό, δηλαδή ένα τοκογλυφικό, χρέος)..."

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού και η διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς. (Η ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση των Marx και Bakunin και η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος).


Michael Bakunin - πρώϊμο πορτραίτο.




''Ο Μαρξ, ο Μπακούνιν και η Διεθνής Ένωση εργαζομένων.

Ο σπουδαιότερος οπαδός του Προυντόν ήταν ο εργάτης Τολέν, που έγινε γνωστός το 1864 δημοσιεύοντας ένα μανιφέστο με τα ονόματα εξήντα εργατών υποψηφίων για τις εκλογές και διακηρύσσοντας: «Ελευθερία στην εργασία, τραπεζική πίστωση, αλληλεγγύη (1), να ποια είναι τα όνειρα μας».


Ο Προυντόν υποστήριξε το περιεχόμενο του μανιφέστου, το οποίο επαναλάμβανε τις δικές του ιδέες και τόνισε - δικαιολογημένα - ότι αυτές οι εργατικές υποψηφιότητες αποτελούσαν μεγάλη πρόοδο για το προχώρημα της εργατικής συνείδησης. Αλλά σαν «αναρχικός» δεν συμφωνούσε με τον εκλογικό χαρακτήρα της προσπάθειας.


Οι συζητήσεις για τη σκοπιμότητα, ή μη, της εκλογικής τακτικής δεν μπορούν να αναλυθούν στα πλαίσια τούτου του βιβλίου. Το γεγονός όμως ότι, για μια σύντομη περίοδο (1864-1868) - στη διάρκεια, μάλιστα, της οποίας η Αυτοκρατορία θα επιχειρήσει να έλθει σε συνεννόηση με τους εργάτες – ο Τολέν βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, είναι ενδεικτικό για την ποιότητα της προυντονικής αντίληψης για την αυτοδιαχείριση. (Ο Προυντόν πέθανε καταβεβλημένος από την πολλή δουλειά, τον Γενάρη του 1865). Πραγματικά, ο Ναπολέων ο 3ος παρακολουθούσε με ενδιαφέρον αυτό το εργατικό κίνημα και του άρεσε η μετριοπάθεια του. Το 1864 παραχώρησε το δικαίωμα στην απεργία και το σπουδαιότερο, το 1867 ψηφίστηκε το νόμιμο καταστατικό των εργατικών συνεταιρισμών παραγωγής. Κόντεψε να γίνει πιστευτό ότι οι χίμαιρες του Προυντόν θα πραγματοποιούνταν - στα πλαίσια της «φιλελεύθερης αυτοκρατορίας» και ότι μάλιστα θα μπορούσε να γίνει πράξη η ειρηνική γενίκευση των συνεταιρισμών και άλλων εργατικών ενώσεων!


Αλλά ο νόμος του 1867 δεν άλλαξε ριζικά την πορεία του εργατικού κινήματος και η μεταρρυθμιστική (ήδη) πολιτική του Ναπολέοντα του 3ου δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, το 1864 συνέβηκε ένα γεγονός, με εντελώς διαφορετική σημασία. Ο Τολέν πήγε στο Λονδίνο για να συναντηθεί με άγγλους εργάτες και να ιδρύσει μαζί τους τη Διεθνή Ένωση εργαζομένων (τη Διεθνή, όπως θα τη λέμε στο έξης), η οποία ονομάστηκε αργότερα Πρώτη Διεθνής (2).


Στην αρχή η Διεθνής δεν λειτουργούσε παρά σαν μια ομάδα μελέτης, που βασικό στόχο είχε τη μόρφωση της εργατικής τάξης και τη συζήτηση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που την αφορούσαν. Το γαλλικό τμήμα της - που στην αρχή είχε αρχηγό τον Τολέν -, παρόλη τη μετριοπάθεια του, πήρε μέρος στις δημοκρατικές διαδηλώσεις που στρέφονταν εναντίον της Αυτοκρατορίας. Τότε η Κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία του και το διέλυσε (1868).

Karl Marx


Στο μεταξύ η Διεθνής, η οποία, αρχικά, υπό την επίδραση των Γάλλων, είχε ενστερνιστεί τις ιδέες του Προυντόν, άρχισε να δέχεται, πλέον, την επίδραση του Καρλ Μαρξ, που ήταν πρόσφυγας στο Λονδίνο και είχε γίνει μέλος του Γενικού Συμβούλιου, και τελικά ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, από αυτόν που την οδηγούσαν οι ιδέες του Προυντόν.


Για το «πρόβλημα της αυτοδιαχείρισης», ο Μαρξ αρχικά δεν είχε πολύ συγκεκριμένες απόψεις. Έχοντας κάνει ήδη μια κριτική στον «ουτοπικό σοσιαλισμό», έκλεινε προς την άποψη ότι πρώτα απ’ όλα έπρεπε να γίνει η επανάσταση (απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής οπό αυτούς πού τα κατέχουν) και τα υπόλοιπα να αφεθούν στον αυθορμητισμό των μαζών, οι οποίες θα δημιουργούσαν τους κατάλληλους οργανωτικούς θεσμούς για την πραγματοποίηση της ανθρώπινης κοινότητας.


Όμως αυτό άφηνε ορισμένα κενά στην θεωρία του και για να τα καλύψει, στα πρώτα του έργα, κατέληξε σε ορισμένες κρατιστικές φόρμουλες. Έτσι, γράφει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1847): «Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική υπεροχή του για να αποσπάσει λίγο-λίγο όλο το κεφάλαιο από τα χέρια της αστικής τάξης, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία της παραγωγής στα χέρια του Κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου οργανωμένου σε κυρίαρχη τάξη» (3).


Αργότερα, και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ επανέρχεται σε αυτό το πρόβλημα και προσπαθώντας να ορίσει τη φύση της εξουσίας στη μελλοντική κοινωνία, καταλήγει στην ενδιαφέρουσα φόρμουλα «της αυτοκυβέρνησης των συνεταιρισμένων παραγωγών», φόρμουλα πολύ πιο κοντινή στην αυτοδιαχείριση (4) από τις ενώσεις αλληλοβοήθειας και τους συνεταιρισμούς του Προυντόν. Σχετικά με τους συνεταιρισμούς, ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο πάντα, εγκωμιάζει το ένστικτο που ωθούσε τους εργάτες να δημιουργούν, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα και πολύ σωστά ότι «οι συνεταιρισμοί καταλήγουν στην επαναδημιουργία ενός είδους συλλογικού καπιταλισμού».


Στα πλαίσια της Διεθνούς και ιδιαίτερα στο Συνέδριο των Βρυξελλών (1868), μαρξιστές και προυντονικοί (ο Τολέν) συγκρούστηκαν πάνω σε προβλήματα που έθιγαν το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης. Κατά περίεργο τρόπο, η συζήτηση δεν περιστράφηκε γύρω από το πιο ουσιαστικό πρόβλημα, την τύχη των κοινωνικοποιημένων βιομηχανικών επιχειρήσεων - γιατί οι αντίπαλοι συμφώνησαν, ο Τολέν στην κολλεκτιβοποίηση τους και ο Μαρξ στην εργατική τους διαχείριση - αλλά γύρω από την τύχη της ιδιοκτησίας της γης. Οι προυντονικοί ήθελαν να αφήσουν τη γη στους μικροϊδιοκτήτες αγρότες, οι «μαρξικοί» πλειοψήφησαν με μια φόρμουλα τουλάχιστον «κρατιστική», που επικαλείτο την κοινωνική αναγκαιότητα «να αποτελέσει το καλλιεργήσιμο έδαφος τμήμα της συλλογικής ιδιοκτησίας του Κράτους».


Αλλά η αντίθεση Μάρξ-Τολέν δεν λύθηκε με την ψήφιση μιας πρότασης. Η νίκη του Μαρξ καθορίστηκε από δυο γεγονότα που συνέβηκαν μέσα στην εργατική τάξη.


Το πρώτο ήταν η ανυποληψία στην οποία έπεσε ο Τολέν στα μάτια των γάλλων εργατών εξαιτίας του ρεφορμισμού του. Από το 1868 και μετά, παραμερίστηκε από νέους ηγέτες όπως ο Βαρλέν και ο Μαλόν, οι οποίοι συνέχιζαν μεν να ονομάζουν τον εαυτό τους προυντονικό και να αποδέχονται τον Προυντόν, σε ό,τι αφορούσε την άρνηση του Κράτους, όμως ταυτόχρονα θέλαν να χαρακτηρίζονται κομμουνιστές και επαναστάτες. Αυτοί θα είναι ανάμεσα στους μελλοντικούς αρχηγούς της Κομμούνας (και στα θύματα της καταστολής της).


Μιχαήλ Μπακούνιν


Το δεύτερο γεγονός ήταν η είσοδος του Μπακούνιν και των φίλων του στη Διεθνή. Ο Μπακούνιν είχε αποκτήσει τεράστιο κύρος, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848-1849 και στην περίοδο που ακολούθησε, εξαιτίας της πολύχρονης φυλάκισης του από τον τσάρο, για την επαναστατική του δραστηριότητα. Λίγο μετά την απόδραση του από τη Ρωσία, ο Μπακούνιν ίδρυσε, στα 1864, τη Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, η οποία στην Ιταλία και στην Ισπανία «άνοιξε το δρόμο στις ιδέες της Διεθνούς, που οι χώρες αυτές δεν ήταν ακόμα έτοιμες να δεχτούν». Το 1868, ο Μπακούνιν, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε πια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο οργανώσεις, προσχώρησε στη Διεθνή (στην ομοσπονδία της γαλλόφωνης Ελβετίας, τμήμα Γενεύης). Στους κόλπους της Διεθνούς ξέσπασε άγρια διαμάχη ανάμεσα στους ωρολογοποιούς εργάτες της Ελβετίας, η οποία, πριν να μπει ο Μπακούνιν, δεν είχε ακόμα εκφραστεί καθαρά. Οι εργάτες της Γενεύης έφτιαχναν ρολόγια πολυτελείας· ήταν σχετικά πλούσιοι και «αστικοποιημένοι». Αν συμμαχούσαν με τους ριζοσπάστες, μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα κέρδιζαν την πλειοψηφία της Βουλής της επαρχίας τους. Οι εργάτες του Ιούρα φτιάχναν συνηθισμένα ρολόγια. Αυτοί οι 40.000 ιουριανοί εργάτες ήταν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης και δεν είχαν καμιά εκλογική ελπίδα στις δικές τους επαρχίες- στη γαλλόφωνη επαρχία του Νιουσατέλ οι πρώην βασιλόφρονες (μέχρι το 1848 το Νιουσατέλ ήταν πρωσικό φέουδο) είχαν μεγάλη δύναμη· στην επαρχία της Βέρνης η ιουριανή μειοψηφία καταπιεζόταν σκληρά - όπως και σήμερα -από τη γερμανόφωνη πλειοψηφία. Γρήγορα ξέσπασε ανοιχτά η σύγκρουση ανάμεσα στα τμήματα της Γενεύης και του Ιούρα. Οι εργάτες της Γενεύης είχαν μετατρέψει το δικό τους τμήμα σε πρότυπο εκλογικίστικου κόμματος, σωβινιστικού (εναντίον των ιταλών μεταναστών που δεν είχαν δικαίωμα ψήφου) και ρεφορμιστικού. Οι Ιουριανοί δεν μπορούσαν να ελπίζουν παρά στη μαζική πάλη.


Η σύγκρουση αυτή είχε σαν συνέπεια να διώξουν τον Μπακούνιν από το τμήμα της Γενεύης· τελικά, δεν πέρασε πολύς καιρός και τα δύο τμήματα διασπάστηκαν οριστικά. Ο Μπακούνιν προσχώρησε στην ιουριανή Ομοσπονδία. Την εποχή αυτή, το 1868-69, στηρίχτηκε στον Μαρξ στην προσπάθεια του να επαναφέρει ιδεολογικά τους εργάτες της Γενεύης στον «ίσιο δρόμο». Πραγματικά, στο συνέδριο της Διεθνούς (Μπάλ, 1869), ο Μπακούνιν πρότεινε να ενισχυθούν οι εξουσίες του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς (δηλαδή του Μαρξ), για να χτυπήσει τους μετριοπαθείς προυντονικούς (τάση Τολέν).


Αλλά παρόλο που συμμάχησε με τον Μαρξ εναντίον των «δεξιών», ο Μπακούνιν δεν έπαψε να αναζητά τρόπο να του επιτεθεί στο επίκεντρο της θεωρίας του, δηλαδή στο πρόβλημα του Κράτους. Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, φίλοι του Μαρξ, πρόβαλλαν το σύνθημα «εργατικό Κράτος», όπως είχε κάνει και ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Μόνο που το 1876 ο Μαρξ τους καταδίκασε με την Κριτική του προγράμματος της Γκότα, γιατί χρησιμοποιούσαν την ισοδύναμη έκφραση «Λαϊκό Κράτος» («λαός σημαίνει όλος ο κόσμος στον οποίο η αστική τάξη επιβάλλεται με χίλιους-δυό τρόπους»). Όσο για την έκφραση «εργατικό Κράτος», αυτή καταδικάστηκε αργότερα, κάτω από την πίεση των μπακουνικών και της Κομμούνας του Παρισιού (5).


Αλλά, για να χτυπήσει πραγματικά τον Μαρξ, ο Μπακούνιν χρειαζόταν κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα πού να μπορούν να το καταλάβουν οι εργάτες και όχι έναν όρο αφηρημένο όπως το Κράτος. Έτσι η πρώτη επίθεση έγινε με αφορμή το σύνθημα, το λίγο σκοτεινό για μας σήμερα, που πέταξε ο Μπακούνιν: «Κατάργηση της κληρονομιάς».


Στην πραγματικότητα, η κληρονομιά είναι ταυτόχρονα και Δίκαιο και έθιμο· με μια κουβέντα, είναι ένας θεσμός. Από μια γενικότερη άποψη αντικατοπτρίζει το Κράτος πού δεν λειτουργεί μόνο σαν οργανωτής «ενόπλων ομάδων για την υπεράσπιση της ατομικής Ιδιοκτησίας», αλλά και συνιστά ένα σύνολο αρμοδιοτήτων, εξουσιών και εθίμων. Για τους θεσμούς οι μαρξιστές λένε ότι γεννήθηκαν από τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και την ατομική Ιδιοκτησία· αν καταργήσουμε τις τάξεις και την ατομική ιδιοκτησία, το Δίκαιο και τα έθιμα θα εξαφανιστούν επομένως είναι ανώφελο να καταστραφεί το Κράτος, μιας και θα «απονεκρωθεί» από μόνο του. Ο Μπακούνιν το αντιστρέφει αυτό και λέει ότι, αν και η ιδιοκτησία είναι αυτή που πράγματι δημιουργεί την κληρονομιά και γενικά το Κράτος, η κληρονομιά (και το Κράτος) διαιωνίζουν την ιδιοκτησία, γιατί αναπαράγουν τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Δεν αποτελούν απλά και μόνο το εποικοδόμημα (όπως η θρησκεία)· έχουν γίνει πραγματικότητες ανεξάρτητες από την κοινωνία, που θα ανασυσταθούν από τους ήδη διαμορφωμένους σε αυτή την κοινωνία εργάτες, ακόμα και αν καταργηθεί η Ιδιοκτησία. Μια «κόκκινη γραφειοκρατία» θα μπορούσε πολύ γρήγορα να επανασυστήσει το Κράτος, την οικογένεια, την πατρίδα.

Ο Μαρξ, ο οποίος δεν είχε τίποτα a priori εναντίον του συνθήματος «κατάργηση της κληρονομιάς» (είναι το τρίτο από τα «άμεσα μέτρα που πρέπει να παρθούν» σύμφωνα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο) διέβλεψε όλο τον κίνδυνο αυτού του συνθήματος, που κατέστρεφε το θεωρητικό του σύστημα, στο οποίο οι οικονομικοί όροι (τάξεις, ιδιοκτησία) είναι οι μόνοι πραγματικοί και καθοριστικοί, ενώ οι θεσμοί εμφανίζονται σαν «ιδεολογία». Στο μαρξιστικό θεωρητικό σύστημα η γένεση μιας «κόκκινης γραφειοκρατίας», ή το δυνάμωμα του Κράτους, μετά την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι απλούστατα αδιανόητα· και για τους μη σταλινικούς μαρξιστές χρειάστηκαν δεκαετίες, μέχρι να καταφέρουν να εξηγήσουν αυτά που συνέβησαν στην Ε.Σ.Σ.Δ., μετά την επανάσταση.


Μετά το συνέδριο της Βασιλείας (Ελβετία) οι «μαρξικοί» και οι μπακουνικοί έγιναν οι δύο μεγάλες τάσεις στη Διεθνή. Οι δύο αυτές τάσεις όμως δεν ήταν ισοδύναμες.


Παραδόξως, μόνο ο Μπακούνιν είχε «οπαδούς» στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία. Όσο για τον Μαρξ, έπρεπε να στηριχτεί σε ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από αυτόν, όπως οι λασσαλικοί στη Γερμανία και τα τρέιντ -γιούνιονς στην Αγγλία. Όμως έλεγχε σταθερά το κεντρικό όργανο της Διεθνούς, το Γενικό Συμβούλιο του Λονδίνου. Μόνο οι Βέλγοι, με επικεφαλής τους τον Σεζάρ ντε Παέπε, παρέμεναν «προυντονικοί».


Γρήγορα φάνηκε ότι ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία ήταν αναπόφευκτος. Για να τον εμποδίσουν το 1870, ο Μαρξ και ο Μπακούνιν συμφώνησαν σιωπηρά να καλέσουν τους προλετάριους των δύο χωρών να αδελφωθούν. Επίσης, μετά την πρώτη ήττα των Γάλλων, συμφώνησαν να τους καλέσουν σε έναν πόλεμο εθνικής άμυνας. Αλλά αμέσως διαφώνησαν στον τρόπο διεξαγωγής του. Ο Μπακούνιν, σαν περισσότερο άνθρωπος της δράσης, πήγε στη Λυών της Γαλλίας και κει κήρυξε την Κομμούνα εναντίον της αστικής τάξης και ταυτόχρονα των Πρώσων. Η ενέργεια του αυτή κατέληξε σε φιάσκο. Ό Μαρξ, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως, τον κατέκρινε με μεγάλη αυστηρότητα. Άλλα το επεισόδιο αυτό επισκιάστηκε από ένα γεγονός τεράστιας σημασίας: ο λαός του Παρισιού κήρυξε με τη σειρά του την Κομμούνα. Ο Μαρξ και ο Μπακούνιν συμφώνησαν να τη χαιρετήσουν και οι δυο, γράφοντας ο καθένας τους από ένα βιβλίο αφιέρωμα· ο Μαρξ μετά την Κομμούνα, εγκατέλειψε ολοκληρωτικά τις κρατιστικές απόψεις που είχε εκφράσει ορισμένες φορές, υιοθετώντας μια «αυτοδιαχειριστική» θεμελιώδη προοπτική (βλ. κεφ. 5-Α). Θα έπρεπε λοιπόν να καταλήξουν και οι δυο τους σε συμφωνία. Στην πραγματικότητα όμως δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Η Κομμούνα πνίγηκε στο αίμα και η ήττα αυτή όξυνε τις εντάσεις που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση, μέσα στην Διεθνή. Το επόμενο συνέδριο της έγινε στη Χάγη το 1872 (δεν μπόρεσε να γίνει ούτε το 1870 ούτε το 1871 εξαιτίας ακριβώς του πολέμου και της Κομμούνας). Ο Μαρξ πήγε με την ακλόνητη πρόθεση να πετύχει τη διαγραφή του Μπακούνιν, ο όποιος, αηδιασμένος, δεν εμφανίστηκε καν.


Όλα αυτά δεν είχαν άλλη κατάληξη από την πλήρη διάλυση της Διεθνούς, η οποία μετά το Συνέδριο της Χάγης εξαφανίστηκε από το προσκήνιο της ιστορίας. Η πολεμική ανάμεσα στον Μαρξ και τον Μπακούνιν, η οποία είχε αρχίσει πολύ πριν από την οριστική ρήξη τους, έμελλε να συνεχιστεί και να επιτρέψει στον καθένα από τους δυο αντιπάλους να εμβαθύνει τις θέσεις του.Έτσι ο Μπακούνιν έκανε τη σύνθεση του αναρχισμού με το μαρξισμό και τον κομμουνισμό (6). Ξετίναξε τον προυντονισμό κρατώντας από αυτόν ό,τι καλύτερο είχε και διαλύοντας την κλίκα που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον Τολέν.


Από όσα έγραψε όμως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κείμενα της πολεμικής του εναντίον του Μαρξ, στα πλαίσια της Διεθνούς. Στην πραγματικότητα, η πολεμική αυτή δεν στρέφεται τόσο εναντίον του Μαρξ· ουσιαστικά στρέφεται εναντίον της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας {έντονα επηρεασμένης από τον λασσαλισμό), εναντίον του κρατισμού και του εκλογικισμού της. Αλλά στρέφεται επίσης και εναντίον των γραφειοκρατικών χειρισμών του Μαρξ ως επικεφαλής τον Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς.


Στην πραγματικότητα αυτά που λέει ο Μπακούνιν για το γραφειοκρατισμό του Μαρξ είναι παρατραβηγμένα αλλά αν διαβάσουμε τις βρισιές του παίρνοντας υπόψη μας ότι γράφτηκαν πριν από έναν αιώνα θα μας φανούν μεγαλοφυείς. Αν και ο Μαρξ δεν έκφρασε ποτέ τις αντιλήψεις που του αποδίδει ο Μπακούνιν, οί μεταγενέστεροι του, ο Κάουτσκι, ο Λένιν και ο χίλιες φορές χειρότερος τους Στάλιν, με τη συνδρομή και του παράλογου, δικαιώνουν τον Μπακούνιν όταν από τότε κιόλας ειρωνευόταν και κατάγγελνε: «Αλλά, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει, όλοι οι εργάτες δεν μπορούν να γίνουν σοφοί· δεν αρκεί λοιπόν να βρεθεί στους κόλπους αυτής της Ένωσης [της Διεθνούς] μια ομάδα ανθρώπων πού να κατέχουν, όσο πιο τέλεια γίνεται για την εποχή μας, την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την πολιτική του σοσιαλισμού, ώστε η πλειοψηφία των εργατών, υπακούοντας με πίστη στην καθοδήγηση τους, να μπορεί να είναι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να λοξοδρομήσει από το δρόμο που οδηγεί στην οριστική χειραφέτηση του προλεταριάτου;... Να ένας συλλογισμός που τον ακούσαμε, όχι βέβαια να εκφράζεται ανοιχτά - δεν είναι κανείς ούτε τόσο ειλικρινής, ούτε τόσο θαρραλέος για κάτι τέτοιο - αλλά να αναπτύσσεται υπόγεια με όλων των ειδών τα επιδέξια ρητορικά σχήματα».




Εξάλλου, κάτω από την πίεση του Μπακούνιν, ο Μαρξ εμβάθυνε τη θεωρία του προς μια αντιεξουσιαστική κατεύθυνση συνοψιζόμενη στον περίφημο διάλογο:


ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: «Επιστημονικός σοσιαλισμός σημαίνει δικτατορία των σοφών».




ΜΑΡΞ: «Δεν μίλησα ποτέ για σοσιαλισμό των σοφών».




Παρόλο λοιπόν που όλα τα εκλαϊκευτικά εγχειρίδια του μαρξισμού τον χαρακτηρίζουν σαν «επιστημονικό σοσιαλισμό», έκφραση πού επαναλαμβάνουν, εν χορώ, όλοι οι λενινιστές, βλέπουμε πόσο ο ίδιος ο Μαρξ ήταν μακριά από αύτη την αντίληψη. Πίστευε και αυτός όπως και ο Μπακούνιν, ότι ο σοσιαλισμός δεν ήταν τίποτα άλλο από το αυθόρμητο κίνημα των μαζών το όποιο ο μαρξισμός απλά κατέγραφε και το έκανε συνειδητό. Γι' αυτό και στο περιθώριο του βιβλίου Κρατισμός και αναρχία έγραψε: «Το θέμα δεν είναι να αποτυπώσουμε στο κεφάλι του προλεταριάτου έναν επιστημονικό σοσιαλισμό, αλλά να εκφράσουμε το αληθινό κίνημα των μαζών».


Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε παρακάτω, οι μαρξιστές θα διασπαστούν, πάνω σε αυτό το ζήτημα. Ορισμένοι (ο Κάουτσκι και στη συνέχεια ο Λένιν) θα πέσουν στην παγίδα, την οποία είχε καταγγείλει ο Μπακούνιν, άλλοι, σαν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ή τον Πάνεκουκ, θα υιοθετήσουν τις αντιεξουσιαστικές διευκρινίσεις του Μαρξ και θα αναλάβουν να τις επανατοποθετήσουν στα πλαίσια του συνολικού έργου του.



1. Εννοεί την περίφημη «Λαϊκή Τράπεζα» {τραπεζική πίστωση) και τους συνεταιρισμούς (αλληλεγγύη).


2. Η Ένωση χωρίστηκε σε εθνικά τμήματα· τη διεύθυνση της ανέλαβε ένα Γενικό Συμβούλιο που είχε έδρα του το Λονδίνο και καθήκον να συγκαλεί ένα συνέδριο κάθε χρόνο.


3. Ed. Sociales, σ. 67.


4. Υπενθυμίζουμε ότι, ούτε ό ένας, ούτε ό άλλος, χρησιμοποίησαν ποτέ αυτή την λέξη (βλ. εισαγωγή).


5. «Προτείνω να αντικατασταθεί παντού ο όρος "Κράτος" από τον παλιό γερμανικό όρο "Gemenwessen" (ο οποίος σημαίνει, ταυτόχρονα, κομμούνα, κοινότητα και κομμουνισμός) Ένγκελς». Βλ. επίσης στο κεφάλαιο «Ο Μαρξ και η αυτοδιαχείριση», σ. 59, 61, 62, στο βιβλίο του Υβόν Μπουρντέ ‘‘Pour l’ autogestion’’.


6. Βλ. Μπακούνιν, La liberte, ed. Seghers στον πρόλογο, όπου παραδόξως χαρακτηρίζεται σαν «o μεγαλύτερος μαρξιστής, πολύ ανώτερος και από τον -'Ένγκελς».''


''Αγωνες για την αυτοδιαχείριση'' Υβόν Μπουρντέ - Αλαίν Γκιγιέρμ. (σελ 75-84).





''Τέλος, η Κομμούνα συνέβαλε καθοριστικά στην διάλυση της Α' Διεθνούς Μετά την συντριβή της Κομμούνας, τα επαναστατικά στοιχεία της γαλλικής εργατικής τάξης σφαγιάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, ή στάλθηκαν στην εξορία, όπου και παρέμειναν καθ' όλη σχεδόν την δεκαετία του 1870, Η απουσία τους από την Διεθνή εξασθένισε δραματικά την επιρροή των φεντεραλιστών μέσα στους κόλπους της, ενώ η ισορροπία δυνάμεων μετεβλήθη σαφώς υπέρ του Μαρξ. Ο τελευταίος έκανε τα πάντα για να εκδιώξει τους μπακουνικούς αντιπάλους του και μάλιστα κατά τρόπο επονείδιστο.


Η σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα κατά το τελευταίο ενωτικό Συνέδριο της Διεθνούς, το οποίο διεξήχθη στην Χάγη τον Σεπτέμβριο του 1872. Αντίθετα απ' ό,τι συνήθιζε, ο Μαρξ παρέστη αυτοπροσώπως στο Συνέδριο της Χάγης και με την υποστήριξη τουΈνγκελς, διέσπειρε ανυπόστατες κατηγορίες ότι ο Μπακούνιν είχε χρησιμοποιήσει αθέμιτες μεθόδους για να αποκτήσει χρήματα, ενώ δεν διαχώρισε την θέση του σχετικά με τις ψευδείς φήμες ότι ο Ρώσος ήταν μυστικός πράκτορας του τσάρου. Τώρα ο Μαρξ είχε την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την ίδια ακριβώς δύναμη που είχε παραχωρήσει στο Γενικό Συμβσύλιο το Συνέδριο της Βασιλείας (κάτι που -τι ειρωνεία!- είχε γίνει με την ένθερμη υποστήριξη του Μπακούνιν), έτσι ώστε να αποφασίσει ποιες οργανώσεις μπορούσαν να ανήκουν νομίμως στην Διεθνή. Αποσκοπώντας αποκλειστικά και μόνο στην αποπομπή του Μπακούνιν, ο Μαρξ και οι μπλανκιστές, μέσω μιας ανίερης και βραχύβιας συμμαχίας, εξουδετέρωσαν, με διάφορες δολοπλοκίες τον πατριάρχη της Αναρχίας και κατόρθωσαν να τον αποπέμψουν από την Διεθνή, μαζί με τον υποστηρικτή του Τζέημς Γκυγιώμ. Η πλειοψηφία*, που συγκέντρωσε ο Μαρξ κατά του Μπακούνιν, συμπεριελάμβανε τις ψήφους 5 αντιπροσώπων οργανώσεων-σφραγίδων, οι οποίοι δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνο τον εαυτό τους. Μετά ταύτα, σε μια εσκεμμένη προσπάθεια διάλυσης της Διεθνούς, η οποία εγκυμονούσε τον κίνδυνο να στραφεί προς τον αναρχισμό του Μπακούνιν, ο Μαρξ πέτυχε την ομόφωνη έγκριση του Συνεδρίου για την μεταφορά της έδρας του Γενικού Συμβουλίου στις ΗΠΑ, όπου τελικώς, όπως προσδοκούσε, η Α' Διεθνής πέρασε στην λήθη.


Μολονότι αυτό το μέτρο υπήρξε ουσιαστικά η ταφόπλακα της Διεθνούς, δεν εξαφάνισε, ωστόσο, τις αντιμαχόμενες τάσεις του σοσιαλισμού, οι οποίες είχαν γεννηθεί από την ήττα της Κομμούνας. Το αντίθετο: ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως «κόκκινου τρομοκράτη δόκτορα» όπως τον αποκαλούσε ο βρετανικός Τύπος, τώρα επιβεβαιωνόταν. Οι υποστηρικτές του Μπακούνιν, με την σειρά τους, επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια πιο αποκεντρωτική «Αντιεξουσιαστική Διεθνή» στην Ευρώπη. Λίγο μετά το Συνέδριο της Χάγης, η νέα Διεθνής συνεδρίασε στο Σαιντ-Ιμιέ της Ελβετίας, αποτελούμενη, όχι μόνο από αναρχικούς και φιλοαναρχικούς, αλλά και από Βρετανούς μετριοπαθείς συνδικαλιστές, τους οποίους ένωνε κυρίως η εχθρότητα απέναντι στο Γενικό Συμβούλιο. Εν αντιθέσει προς την ελεγχόμενη από το Γενικό Συμβούλιο Διεθνή, η διάδοχη Διεθνής του Σαιντ-Ιμιέ ήθελε να είναι μια εθελοντική ομοσπονδία αυτόνομων εθνικών ομοσπονδιών, η κάθε μία εκ των οποίων θα ήταν ελεύθερη να ακολουθεί την πολιτική που η ίδια είχε επιλέξει. Σύντομα όμως οι Βρετανοί μετριοπαθείς αποχώρησαν, αφήνοντας σχεδόν μόνους τους αναρχικούς.


Πιοτρ Κροπότκιν. 1842-1921 (photo 1864).


Το τελευταίο ουσιαστικά αναρχικό συνέδριο, το οποίο διεξήχθη το 1876, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπακούνιν, σημαδεύτηκε από την καταλυτική επιρροή του αναρχοκομμουνισμού του Κροπότκιν. Εν αντιθέσει προς τον Προυντόν και τον Μπακούνιν, με την ανοχή τους απέναντι στις μη εκμεταλλευτικές μορφές ατομικής ιδιοκτησίας, η τάση Κροπότκιν απαιτούσε την πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και υιοθετούσε το παλιό κομμουνιστικό σύνθημα «απ' τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Ο ατομικιστικός χειροτεχνικός σοσιαλισμός του Προυντόν και ο κολλεκτιβιστικός χειροτεχνικός σοσιαλισμός του Μπακούνιν, παραχώρησαν έτσι την θέση τους, για πολλούς αναρχικούς, στον ελευθεριακό κομμουνισμό.








*41 ψήφοι έναντι 23. Η πλειοψηφία έλαβε τις εξής ψήφους: 16 από το Γενικό Συμβούλιο, 10 από την Γερμανία, 6 από την Γαλλία, 3 από την Ελβετία, 2 από τις ΗΠΑ (ο Ζόργκε μαρξιστής και ο Ντεριούρ μπλανκιστής), και από 1 από την Ισπανία, την Βοημία, την Δανία και την Σουηδία αντιστοίχως. Η μπακουνική μειοψηφία έλαβε τις εξής ψήφους: 8 από το Βέλγιο, 5 από την Αγγλία, 4 από την Ολλανδία, 4 από την Ισπανία, 2 από την Ελβετία και 1 από την Γαλλία. Οι Ιταλοί μπακουνικοί μποϋκοτάρησαν το συνέδριο.''






Μάρραιη Μπούκτσιν : “The Third Revolution: Popular Movements and the Revolutionary Era”. (Τόμος Β’).




Καλό είναι να τα γνωρίζουμε όλα αυτά. Γιατί η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος βρίσκεται και στον Μαρξ, σε ένα σημαντικότατο βαθμό, λόγω της ταύτισης της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής με την κρατική ιδιοκτησία πάνω σε αυτά. Εκεί στηρίχτηκαν οι επίγονοι και επέβαλαν σταδιακά τον νεομπλανκικό μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό και τον  σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμιστικό καθεστωτισμό στην εργατική τάξη, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, με το πείραμα της "Ε.Σ.Σ.Δ." και της "Λ.Δ." της Κίνας, αλλά και με την επικράτηση του κεϋνσιανού κοινωνικοοικονομικού συμβιβασμού στην Δύση.

Οι συγγραφείς του βιβλίου ''Αγώνες για την αυτοδιαχείριση'' σφάλλουν, όταν ισχυρίζονται ότι οι μεγαλειώδεις επισημάνσεις του Μπακούνιν, για την κυριαρχία, πάνω στους εργάτες, της ελίτ, που υποτίθεται ότι κατέχει, ως ένα σώμα ειδικών, την επιστημονική γνώση, είναι υπερβολικές. Ο επιστημονισμός του Μαρξ, αυτή του η λατρεία στην επιστήμη και στην τεχνολογία, είναι που τον οδήγησε στον ιστορικό υλισμό και στην κυριαρχία των κατόχων της επιστημονικής και συνάμα επαναστατικής θεωρίας, η οποία, αναπόδραστα, κατευθύνει την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης προς τον σοσιαλισμό.

Έτσι, όμως, η εργατική τάξη, το προλεταριάτο και ευρύτερα όλη η κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις και οι άνθρωποι, ως μονάδες, πραγμοποιούνται, αφού γίνονται όργανα της, κατ' αυτόν τον τρόπο, μεταφυσικής δύναμης, που τους και τις οδηγεί σε μια κατεύθυνση, που δεν ελέγχουν και έτσι δεν μπορούν, παρά να υποταχθούν, έκοντες, άκοντες, στην μοίρα τους. Από εδώ και πέρα, μέσα σε αυτό το πλαίσιο της επιστημονικοφανούς μαρξιστικής θεωρίας του ''Κεφάλαιου'', το πηδάλιο παίρνουν οι ειδικοί - στην πράξη η κομματική γραφειοκρατία - που ως κάτοχοι της επαναστατικής κοινωνικής επιστήμης του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, θα καθοδηγήσουν τις εξελίξεις. Όταν, όμως, μια κοινωνική ομάδα αναλάβει τέτοια καθήκοντα εξουσίας και καθοδήγησης, τότε θα μετασχηματιστεί σε εξουσιαστικό κοινωνικό στρώμα, με ίδια συμφέροντα και κοινωνικές επιδιώξεις. Αυτό που, άλλωστε, έγινε στα δήθεν εργατικά κράτη, που δημιουργήθηκαν, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων το 1917 και αυτό, που έκαναν οι ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες στην Δύση.

Περιττό να πω ότι η εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο του Μαρξ, υπετάγη στην μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων στον σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό και στον νεομπλανκικό μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό, πάνω στην κοινή βάση και των δύο ρευμάτων, που πρέσβευαν την άποψη ότι το εργατικό κίνημα, από μόνο του, δεν μπορεί να υπερβεί τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση και την συνδικαλιστική (τρεϊντγιουνιονιστική) πολιτική και ως εκ τούτου, η σοσιαλιστική συνείδηση και πολιτική θα του έλθει από έξω, από τους πολιτικά και κομματικά οργανωμένους και σοσιαλιστικά προσανατολισμένους μικροαστούς διανοούμενους.


Αυτή η πεποίθηση και αυτός ο κομβικά κρίσιμος πολιτικός προσανατολισμός υπήρξε και είναι η κοινή πεμπτουσία και των δύο ρευμάτων του μαρξιστικού χώρου. Και του ρεφορμιστικού της σοσιαλδημοκατίας του Καρλ Κάουτσκυ, αλλά και του μαθητή του γερμανού σοσιαλδημοκράτη και μετέπειτα αντιπάλου του και εκφραστή του μπολσεβικικού νεομπλανκισμού, του Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν. Άλλωστε, το βιβλίο του Λένιν  ''Τι να κάνουμε'' βρίθει από τις εγκωμιαστικές αναφορές και τις παραπομπές του Λένιν στον - τότε δάσκαλό του - Κάουτσκυ.


Αυτά ο Μπακούνιν τα είχε προβλέψει (παρά τις δικές του εμμονές και τα σφάλματα που ο ίδιος διέπραξε) και τα είχε καταγγείλει. Αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία και δεν μένουν στην καρικατούρα, που οι μαρξιστές και οι αστοί έφτιαξαν για τον Μιχαήλ Μπακούνιν (τον παρουσιάζουν ως εραστή των μολότωφ) και η οποία μακρινή σχέση έχει με τον πραγματικό Μπακούνιν, ο οποίος ήταν ένας κοινωνικός επαναστάτης και θεωρητικός που δενόταν με τα κοινωνικά κινήματα, του το έχουν αναγνωρίσει.


Η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού ήταν καθοριστική, αφού οδήγησε το εργατικό κίνημα στον οργανωτισμό και από εκεί στην κυριαρχία της μικροαστικής ελίτ των διανοουμένων, που κατείχαν την επαναστατική κοινωνική επιστήμη, ισχυρισμός, που προβλήθηκε κατά κόρον από τον Μαρξ και τους μαρξιστές και που υποβίβασε τον ρόλο των εργατών στο παθητικό πεζικό των στρατηγών - επιστημόνων, που συσπειρώθηκαν και σχημάτισαν την κομματική ελίτ, η οποία κατεύθυνε την πολιτική δράση, μέσα από την πεποίθηση, που ο μαρξισμός καλλιέργησε και που συμπυκνώνονταν στο δόγμα ότι αυτή η ελίτ κατείχε, ως ένα σώμα ειδικών, την επιστημονική αλήθεια....


Οι επαναστατικές εξάρσεις του εργατικού κινήματος δεν έλλειψαν στην συνέχεια. Όλες, όμως, κατέληξαν στην ήττα και ο μπολσεβικισμός φέρει βαριά ευθύνη γι' αυτό. Δεν είναι, βέβαια, ο μόνος υπεύθυνος (και τούτο επειδή η ίδια η καπιταλιστική κοινωνική και οικονομική εξέλιξη και  ανάπτυξη οδήγησε στην γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος και στην ενσωμάτωσή του, μέσα σε αυτό το νέο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, που διαμορφώθηκε και το οποίο μετασχημάτισε και τον ίδιο τον κλασσικό καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς και των ολιγοπωλίων, στην αντικατάστασή του από τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, ο οποίος γεννήθηκε, κατά την διάρκεια των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, από δύο αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές κατευθύνσεις, οι οποίες, όμως, υπέστησαν - και σχηματοποιήθηκαν σε - έναν ιστορικά προσδιορισμένο κοινωνικοοικονομικό συγκερασμό :

Από την μια πλευρά, από την ρωσική επανάσταση του 1917 και την αποτυχία του εργατοαγροτικού συμβουλιακού εγχειρήματος και από την άλλη πλευρά, από την έλευση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της περιόδου 1929 - 1941 και την αποτυχία των παραδοσιακών μεθόδων διαχείρισης κρίσεων, που προήρχοντο από το οπλοστάσιο της συμβατικής σοφίας των κλασσικών οικονομολόγων και των εκλαϊκευτών αυτής της συμβατικής σοφίας, που σηματοδότησαν τον μετασχηματισμό του κλασσικού καπιταλισμού και την αντικατάστασή του, από μια νέα, κοινωνικά και οικονομικά, διαφοροποιημένη εκδοχή του - τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, με τα νέα εργαλεία διαχείρισής του, που του έδωσε η κεϋνσιανή θεωρία και η πρακτική του ρουσβελτιανού οικονομικού επιτελείου), αλλά η ευθύνη του υπήρξε σημαντική και καθοριστική.


Τελευταία προσπάθεια και αξιοπρόσεκτη κοινωνικοαπελευθερωτική συνεισφορά του εργατικού κινήματος υπήρξε η Ισπανική Επανάσταση του 1936 - 1939, η οποία επίσης ηττήθηκε κάτω από το βάρος της αντιδραστικής κυριαρχίας του φασισμού και του σταλινικού κομμουνισμού, κατά το τέλος του Μεσοπολέμου, αλλά και της ίδιας της καπιταλιστικής εξέλιξης των πραγμάτων, η οποία, όμως, παραμερίστηκε από την βαριά κοινωνική ένταση και την ανελέητη κοινωνική σύγκρουση, η οποία πήρε στρατιωτικές διαστάσεις. Απλώς, εδώ σημειώνω ότι η επαναστατική εξέλιξη στην Ισπανία υπήρξε καρπός της επαναστατικής κοινωνικής συμμαχίας εργατών - αγροτών και της ιδεολογικής επιρροής των μπακουνινικών ιδεών στις αναρχοσυνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις C.N.T. και F.A.I., αλλά και στις άλλες πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) μέχρι το ΚΚ Ισπανίας (PCE) και το ανεξάρτητο κομμουνιστικό POUM, κάτω από το συντριπτικό βάρος της κυριαρχίας του φασισμού στην Ευρώπη και την αιματηρή διάλυση των ρεφορμιστικών και των κομμουνιστικών οργανώσεων στην ναζιστική Γερμανία και στην Αυστρία (με το Άνσλους, δηλαδή την ενσωμάτωσή της στο 3ο Ράϊχ).

Έκτοτε, το εργατικό κίνημα ενσωματώθηκε πλήρως στο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα, που ξεπήδησε, μέσα από τις στάχτες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την κυριαρχία του κεϋνσιανισμού. Οι όποιες επαναστατικές εξάρσεις του στα γραφειοκρατικά κομμουνιστικά καθεστώτα, που δημιουργήθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, είτε κατεπνίγησαν αιματηρά (Ουγγαρία 1956), είτε διεκδίκησαν την επαναφορά του καπιταλιστικού συστήματος της Δύσης - ναι το κατάφεραν και αυτό οι επίγονοι των μπολσεβίκων στην Πολωνία με την ''Αλληλεγγύη'', την δεκαετία του 1980, όπου το ''εργατικό'' κράτος των κομμουνιστών, λειτουργούσε με την πραγματική εργατική τάξη εναντίον του!


Πάνω σε αυτά τα ερείπια βρίσκεται σήμερα η διεθνής κοινωνία και αυτά ερχόμαστε να διαχειριστούμε, μαζί με την διαρκή αστάθεια, που εισήγαγε στο παγκοσμιοποιημένο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα η κυριαρχία ενός νοσηρού συνδυασμού των νεοφιλελεύθερων ιδεών του Μίλτον Φρήντμαν και μιας τροποποιημένης συντηρητικής εκδοχής του κεϋνσιανισμού, γύρω από τα ζητήματα της σύγχρονης οργάνωσης του καπιταλιστικού συστήματος, ο οποίος συνδυασμός στόχευσε στην διασφάλιση της αέναης κυριαρχίας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ελίτ, πάνω στην πραγματική οικονομία, αποδιοργανώνοντας όλους τους μηχανισμούς ελέγχου, που διασφάλιζαν την σταθερότητα του συστήματος και οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί από την γενιά που έζησε την εμπειρία της Great Depression της δεκαετίας του 1930 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που ακολούθησε αυτήν την κρίση.


Το γεγονός ότι η αποσταθεροποίηση που είχε υποστεί ο παγκοσμιοποιημένος γραφειοκρατικός καπιταλισμός αποκαλύφθηκε, πλήρως, με την έλευση της ύφεσης του 2008, η οποία υπήρξε αναπόδραστο αποτέλεσμα αυτού του εγκαθιδρυμένου, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", ανεξέλεγκτου και χωρίς περιορισμούς, παγκοσμιοποιητικού συστήματος χρηματοπιστωτικής επέκτασης, δεν ήταν κάτι το απρόσμενο. Το αντίθετο, μάλιστα. Ήταν απολύτως προβλέψιμο. Αρκεί κάποιος να γνώριζε, έστω και λίγο, την Ιστορία του χρήματος και της διαχείρισής του, μέσα στους αιώνες.

Το τι μέλλει γενέσθαι, είναι κάτι που θα το δούμε...

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

1871 : La Commune de Paris. Η πρώτη αλυσιτελής απόπειρα του εργατικού κινήματος να διαχειριστεί την εξουσία. (Ένα αφιέρωμα στην Κομμούνα του Παρισιού 140 χρόνια μετά).


Διακήρυξη της Κομμούνας.





''....Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας, που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας. Μια γαλλική αυτοκρατορία, μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 - δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί πολύν καιρό. Απ' αυτό βγήκε η ανάγκη να κάνει, από καιρό σε καιρό, πολέμους και η ανάγκη για επέκταση των συνόρων. Καμιά όμως συνοριακή επέκταση δεν θάμπωνε τόσο τη φαντασία των γάλλων εθνικιστών, όσο η επέκταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Κάθε τετραγωνικό μίλι, στο Ρήνο είχε, γι' αυτούς, μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Αλπεις, ή οπουδήποτε αλλού. Με την δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν' αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο- αυστριακό πόλεμο του 1866. Όταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από το Βίσμαρκ και εξαιτίας της δικής του υπερπανούργας δισταχτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση», που περίμενε, δεν του έμεινε άλλο τίποτα, παρά να κάνει πόλεμο, που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν κι από κει στη Βίλχελμσχέε.


Παρίσι 1871 : Η διάταξη των δυνάμεων.

Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος κι ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μέτς χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατιούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους βουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα, που, για το σκοπό της άμυνας, όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην εθνοφυλακή κι ήταν οπλισμένοι, κι έτσι τώρα οι εργάτες αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει, σε σύγκρουση, η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελιόταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 31 του Οχτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τους απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες, για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο, μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη, από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση.


Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες, ως τότε, στην ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή, που περιέβαλε το Παρίσι, αφοπλίστηκε, ο ταχτικός στρατός και η κινητή φρουρά παράδοσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια της κι έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή, γωνιά του Παρισιού, που κι αυτή αποτελιόταν, κατά ένα μέρος, από δημόσια πάρκα. Κι αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ' όλο αυτό το διάστημα αυτοί, πού 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι άπ' τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού, που πρόσεχαν καλά να μη περάσει κανένας «πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους καταχτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που εμπνέανε οι εργάτες του Παρισιού στον στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι πρώσοι γιούνκερς (Junkers), πού είχαν έρθει να εκδικηθούν, στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση.


Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων - των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κεφαλαιούχων - θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο, όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του τακτικού στρατού, με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό, που άνηκε στην εθνοφυλακή, το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απέτυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε, σαν ένας άνθρωπος,, για να αντισταθεί. Έτσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες.

Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν. Η Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία, υπόβαλε την παραίτηση της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε, με διάταγμα, τη σκανδαλώδικη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού.

Στις 30 η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον τακτικό στρατό και ανακήρυξε σα μοναδική ένοπλη δύναμη, την εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα.

Χάρισε όλα τα νοίκια, για τις κατοικίες, από τον Οχτώβρη του 1870, ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου, που θ' ακολουθούσε, τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί και ανάστειλε κάθε πώληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο.

Την ίδια μέρα επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί η «σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας».

Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μην ξεπερνάει τις 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα).

Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα, για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων, για θρησκευτικούς σκοπούς, καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών χτημάτων σε εθνική ιδιοκτησία.

Ύστερα απ' αυτό διατάχθηκε στις 8 του Απρίλη, κι εφαρμόστηκε σιγά - σιγά η απομάκρυνση, απ' τα σχολειά, όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων, και η κατάργηση όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών — με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης».

Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας, που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε.

Το κάψιμο της γκιλοντίνας.


Στις 6 του Απρίλη το 137 τάγμα της εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό.

Στις 12 του Απρίλη η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ, που είναι χυμένη, από το μέταλλο των κανονιών, που είχε κυριεύσει, ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη.

Η κατεδάφιση της στήλης της νίκης στην Πλατεία Vandome.


 Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων, που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων, για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες, που εργάζονταν πριν σ' αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς, καθώς και για την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη Ένωση.

Στις 20 του Απρίλη η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες, καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας, που, από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας, τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα —πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών—, που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού.

Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων, που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση, των εργατών, κι έρχονταν σ' αντίθεση, με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις.

Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι, που είχε χτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου XVI.


Κομμουνάροι.

Έτσι από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα o ταξικός χαρακτήρας του παρισινού κινήματος, που, με τον πόλεμο, ενάντια στην ξενική επέμβαση, είχε, ως τώρα, απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες, ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει, μόνο από δειλία, που αποτελούσαν, όμως, απαραίτητη βάση, για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος, είτε έπαιρνε αποφάσεις, που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς. Για την πραγματοποίηση, όμως, όλων αυτών, μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη, μπορούσαν να γίνουν, το πολύ-πολύ, τα πρώτα μόνο βήματα. Άλλωστε, από τις αρχές του Μάη, όλες τις δυνάμεις τους, τις αποροφούσε ο αγώνας, ενάντια στα στρατεύματα, που συγκέντρωνε, όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό, η κυβέρνηση των Βερσαλλιών.


Η επιρροή της Κομμούνας στην Γαλλία εκείνη την εποχή.


Στις 7 του Απρίλη τα στρατεύματα των Βερσαλλιών είχαν καταλάβει το πέρασμα του Σηκουάνα στο Νεϊγύ στο δυτικό μέτωπο του Παρισιού, αντίθετα όμως, στις 11 του Απρίλη, σε μια επίθεση του στρατηγού Έντ στο νότιο μέτωπο, αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους, που είχαν στιγματίσει, σαν ιεροσυλία, τον βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους πρώσους. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν την πρωσική κυβέρνηση να επιστρέψει, γρήγορα τους γάλλους στρατιώτες, που είχαν αιχμαλωτίσει στο Σεντάν και στο Μετς, για να ξανακαταλάβουν το Παρίσι, για λογαριασμό τους. Η βαθμιαία επιστροφή αυτών των στρατευμάτων έδοσε από τις αρχές του Μάη, αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών, Αυτό φάνηκε κιόλας στις 23 του Απρίλη, όταν ο Θιέρσος διέκοψε τις διαπραγματεύσεις, για την ανταλλαγή, που πρότεινε η Κομμούνα, του αρχιεπισκόπου του Παρισιού και πολλών άλλων παπάδων, που κρατιόνταν όμηροι στο Παρίσι, με μόνο τον Μπλανκί, που είχε εκλεγεί δυο φορές στην Κομμούνα, μα ήταν φυλακισμένος στο Κλαιρβώ. Φάνηκε, ακόμα περισσότερο, στην αλλαγμένη γλώσσα του Θιέρσου. Ως τότε ήταν συγκρατημένος και διφορούμενος, τώρα έγινε ξαφνικά αυθάδης, απειλητικός, βάναυσος, Στις 3 του Μάη οι βερσαλλιέροι κατέλαβαν το οχυρό του Μουλέν Σακέ, στο νότιο μέτωπο, στις 9 το φρούριο του Ισσύ πού καταστράφηκε ολότελα απ' το κανονίδι και στις 14 το φρούριο της Βάνβ.


Οδόφραγμα στην οδό Μπελβίλ.


Στο δυτικό μέτωπο προχωρούσαν, σιγά - σιγά, κυριεύοντας τα πολυάριθμα χωριά και τα χτίρια που απλώνονταν, ως τα τείχη της πόλης, ώσπου έφτασαν στην κύρια οχυρωματική γραμμή.


Στις 21 με προδοσία και από αμέλεια του φυλακίου της εθνοφρουράς στο σημείο αυτό, κατάφεραν να μπουν μέσα στην πόλη. Οι πρώσοι, που κρατούσαν τα βορεινά και ανατολικά οχυρά, επέτρεψαν στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν μέσα από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, ζώνη στο βορεινό μέρος της πόλης, κι έτσι να προχωρήσουν και να επιτεθούν σ' ευρύ μέτωπο, που οι παρισινοί πίστευαν πως καλυπτόταν από τους όρους της ανακωχής και για τον λόγο αυτό, το φρουρούσαν μόνο με μικρές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν συνέπεια να προβληθεί μικρή μόνον αντίσταση στο δυτικό μισό τμήμα του Παρισιού, στις καθαυτό πλούσιες συνοικίες της πόλης. Όσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική. Μόνο υστέρα από οχταήμερο αγώνα υπόκυψαν στα υψώματα της Μπελβίλ και του Μενιλμοντάν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας και τότε έφτασε στο αποκορύφωμα της η σφαγή των αόπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η σφαγή που μάνιαζε όλη τη βδομάδα, σε διαρκώς αυξανόμενη έκταση. Το τουφέκι δε σκότωνε πια αρκετά γρήγορα, γι' αυτό οι νικημένοι εκτελούσαν μαζικά, κατά εκατοντάδες, με τα πολυβόλα. Ο «Τοίχος των Ομοσπόνδων» στο νεκροταφείο του Πέρ - Λασαίζ, όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή, μα εύγλωττη, μαρτυρία για τη λύσσα, που είναι ικανή να φθάσει η κυρίαρχη τάξη, μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλαίψει για το δίκιο του. Ύστερα, όταν αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να τους σφάξουν όλους, άρχισαν να κάνουν μαζικές συλλήψεις, να τουφεκίζουν τα θύματα, που διάλεγαν αυθαίρετα, μέσα από τις γραμμές των αιχμαλώτων και να μεταφέρνουν τους υπόλοιπους σε μεγάλα στρατόπεδα, όπου περίμεναν να δικαστούν από στρατοδικεία. Τα πρωσικά στρατεύματα, που περικύκλωναν το βορεινό τμήμα του Παρισιού, είχαν διαταγή, να μην αφήσουν κανένα φυγάδα να περάσει, μα οι αξιωματικοί έκαναν συχνά στραβά μάτια, όταν οι φαντάροι άκουγαν περισσότερο το πρόσταγμα του ανθρωπισμού, από τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου. Ιδιαίτερη τιμή ανήκει στο σαξωνικό σώμα στρατού, που φέρθηκε, με πολύ ανθρωπισμό κι άφησε να περάσουν πολλοί, που ήταν ολοφάνερο ότι ήταν μαχητές της Κομμούνας.

Αν σήμερα, υστέρα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω, στη δράση, και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία».


Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές, που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν.

Ωγκύστ Μπλανκί.


Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε, την εποχή εκείνη, σοσιαλιστές, μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό.

Εντουάρ Βαγιάν.


Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα, παράλειψε αρκετά πράγματα, που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα, βέβαια, από όλα, μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν, επίσης, σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας - αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση, που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα, που έκανε η Κομμούνα, μ' όλο, που αποτελιόταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν, κυρίως, υπεύθυνοι, για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι, για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δύο περιπτώσεις η ειρωνεία της Ιστορίας θέλησε —όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί— να κάνουν και οι δυο το αντίθετο, απ' ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους.

Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν. Παρά τις εύκολες και άδικες απόψεις του Ένγκελς, για τον πατέρα του αναρχοσυνδικαλισμού (και παρά τις προγενέστερες ύβρεις του Καρλ Μαρξ, ενώ πια ο Προυντόν ήταν νεκρός) η ουσία των όσων έλεγε και έγραφε ο Προυντόν επιβεβαιώθηκε από την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος, που αποδιοργάνωσε το εργατικό κίνημα και το οδήγησε στην γραφειοκρατικοποίηση.


Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση, με θετικό μίσος. Έλεγε, γι' αυτήν, ότι περικλείνει περισσότερο κακό, παρά καλό, ότι, άπ' τη φύση της, είναι άγονη, ακόμη και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμά στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα, που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεκτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τα πλεονεκτήματά της, ότι, απέναντι σ' αυτήν, ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλειάς, η ατομική ιδιοκτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις — όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν - της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση, η οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Γενική ιδέα της επανάστασης», 3η μελέτη.)


Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ' αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν' αποτελεί εξαίρεση, που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών, μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει, όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς, σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως, πολύ σωστά, λέει ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο», τελικά, θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι' αυτό η Κομμούνα έγινε, επίσης, ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα, σ' αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές, απ' ότι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές.


Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία, που ανταποκρίνεται σ' αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους, μα ακόμα και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση, να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση, και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό, χρειάζονταν, πριν απ' όλα, αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελιόταν από τέτιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ' όλες της τις διακηρύξεις, προς τους γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία, από όλες τις γαλλικές κοινότητες, μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που, για πρώτη φορά, θα δημιουργόταν, πραγματικά, από το ίδιο το έθνος. Και ίσα - ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης — στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία —, που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που, από τότε, την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο, κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει, όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι.


Η Κομμούνα αναγκάστηκε, αμέσως, από την αρχή, να αναγνωρίσει ότι, όταν η εργατική τάξη, έρθει πια στην εξουσία, δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αυτή τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία, που, μόλις, έχει καταχτήσει, πρέπει, από την μια, να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή, που, ως τότε, είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη, να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ν' ανακληθούν σ' οποιαδήποτε στιγμή. Ποιά ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του, ως τα τώρα, κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων, η κοινωνία είχε, αρχικά, δημιουργήσει δικά της όργανα, με τον απλό καταμερισμό της δουλειάς. Τα όργανα, όμως, αυτά, που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν, με τον καιρό, μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας, σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ, το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται, το ένα το άλλο, στην εξουσία, διευθύνεται, με τη σειρά του, από ανθρώπους, που κάνουν την πολιτική προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν, πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης, τόσο της ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών πολιτειών, ή που ζουν από τη ζύμωση, που κάνουν, για το κόμμα τους και που, όταν το κόμμα τους νικήσει, ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι αμερικάνοι, τριάντα χρόνια τώρα, προσπαθούν ν' αποτινάξουν το ζυγό αυτό, που έγινε αφόρητος και πως, παρ' όλα αυτά, βουλιάζουν, όλο και πιο βαθιά, μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς, στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πως συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία, που, αρχικά, ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες, για την επίβλεψη, των ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις, ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε, εδώ, δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους, που παίρνουν, διαδοχικά, στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται, με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο, μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.


Ενάντια σ' αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας, σε αφέντες της, μια μετατροπή, που είναι αναπόφευχτη σ' όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα, χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ' όλες τις θέσεις — διοικητικές δικαστικές και εκπαιδευτικές — έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους, με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερόμενων, και μάλιστα, με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερομένων ν' ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους, οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό, που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός, που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 5.000 φράγκα. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές, που έπαιρναν χώρια, απ' όλα τ' άλλα, οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα.


Αυτό το τσάκισμα της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάσταση της από μια καινούργια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου Πολέμου». Ήταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ, με συντομία, για άλλη μια φορά, σ' ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία, για το κράτος, πέρασε, από τη φιλοσοφία, στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι η «πραγματοποίηση της Ιδέας», ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται, ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς τα κράτος και προς το καθετί, που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει, απ' τα πιο μικρά μας χρόνια, να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα, που είναι κοινά, για ολόκληρη την κοινωνία, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλοιώς, παρά όπως εξυπηρετιόνταν ως τώρα, δηλαδή, από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανα του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα, προς τα μπρος, όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, όμως, το κράτος δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά μια μηχανή, για την καταπίεση μιας τάξης, από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία, άπ' ό,τι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη, περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό, που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκαμε η Κομμούνα, δεν μπορεί να μην τις, όσο το δυνατό γρηγορότερα, ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράγματα, που αποτελούν το κράτος.


Φρήντριχ Ένγκελς.


Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.''

Φ. Ένγκελς. (Στην εικοστή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, 27 του Μάρτη 1891. Γράφτηκε από τον Φ. Ένγκελς στη νέα έκδοση του έργου του Καρλ Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» Βερολίνο 1891, σύμφωνα με το κείμενο της έκδοσης τον 1891).



Ξεκινάμε το αφιέρωμα στην πρώτη μαζική απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της. Στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871.


Το απόσπασμα από τον πρόλογο του Ένγκελς στο βιβλίο του Κάρλ Μάρξ '' Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία'' (παρά τις μονομέρειες του συγγραφέα και παρά την παταγώδη διάψευση των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών του θέσεων και παρά την αποτυχία του εργατικού κινήματος να προωθήσει την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, που εξήγγειλε η μαρξιστική θεωρία, η οποία φιλοδόξησε να αναχθεί σε κοινωνική επιστήμη) είναι περιεκτικό και δίνει το περίγραμμα των γεγονότων εκείνης της εποχής, που είναι τόσο μακρινή, για εμάς, αλλά τόσο κοντινή, όσον αφορά τα διδάγματά της.

Καρλ Μαρξ.


Μπορούμε να παρακάμψουμε τις επί μέρους μονομέρειες στις αναφορές του Ένγκελς στους πολιτικούς, που έδρασαν στην Κομμούνα, (σε πολλά άλλωστε έχει δίκιο, αλλά μπορούμε να χαμογελάσουμε με πικρία αναλογιζόμενοι το τι έκαναν οι επίγονοι του ιδίου και του Μάρξ στον 20ο αιώνα) και να σταθούμε στην παραστατική ανάλυσή του, για τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες της Κομμούνας του Παρισιού, στην πολυφωνία και στον πλουραλισμό της διάρθρωσής της και στον συνδιασμό της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που επεδίωξε και επέτυχε, γεγονότα που τοποθετούν την παρισινή Κομμούνα στο πάνθεον του αγώνα για την κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση του ανθρώπου, παρά τις διαπραχθείσες ακρότητες, που ήταν προϊόν μιάς αιματηρής και βίαιης περίστασης.


Ας σταματήσουμε, προς το παρόν, εδώ, για να απολαύσουμε το κείμενο του Ένγκελς, που μακρινή σχέση έχει με όσα έκαναν μετέπειτα οι επίγονοι - παρά τις όποιες διαφωνίες μας με ορισμένες πολιτικές τοποθετήσεις του.


Αργότερα, σε επόμενο κείμενο, θα μιλήσουμε για όσα έγιναν τότε και μετά, που οδήγησαν και στην διάσπαση της Διεθνούς των Εργαζομένων (της επονομαζόμενης Πρώτης Διεθνούς).....



''Α. Η Κομμούνα του Παρισιού.

Είδαμε (Κεφ. 3-Α) με ποιό τρόπο η προπαγάνδα της Πρώτης Διεθνούς (της Α.Ι.Τ.) είχε υποσκάψει τα θεμέλια της δεύτερης Αυτοκρατορίας. Τότε ξέσπασε και ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος, που προκάλεσε μια σειρά από καταστροφές. Όταν ο αυτοκράτορας φυλακίστηκε στο Σεντάν και το Παρίσι βρέθηκε να πολιορκείται, η αυτοκράτειρα Ευγενία υπέγραψε (1), χωρίς να έχει συνείδηση του τι κάνει, ένα διάταγμα που έκανε δεκτούς στην Εθνοφρουρά όλους τους πολίτες. Αυτό στην πραγματικότητα σήμαινε ότι αυτός ο δημοκρατικός θεσμός, που οι αξιωματικοί του, σε όλους σχεδόν τους βαθμούς, ήταν αιρετοί, έπεφτε στα χέρια του προλεταριάτου· σήμαινε ότι το πολιορκημένο Παρίσι θα το υπεράσπιζαν 200.000 ένοπλοι εργάτες. Χάρη σε αυτόν το θεσμό, παρόλο που η Γαλλία νικήθηκε, οι Πρώσοι δεν κατέλαβαν το Παρίσι, αλλά μόνο τα μισά από τα οχυρά του (τα ανατολικά). Πέρα από αυτό, παρόλο που η Κινητή Φρουρά (αποτελούμενη από επαρχιώτες, που ήρθαν να υπερασπίσουν το Παρίσι) και τα δύο τρίτα του στρατού αποστρατεύτηκαν, η Εθνοφρουρά διατήρησε τα τουφέκια και τα κανόνια της. Γι' αυτόν το λόγο, στα 1871, το παρισινό προλεταριάτο έχει συνείδηση της δύναμης του. Ενώ τον Ιούνη του 1848 είχε «όλες τις τάξεις της κοινωνίας εναντίον του» (Μαρξ), στα 1871 έχει την υποστήριξη των μικροαστών, ακόμα και του λούμπεν προλεταριάτου. Όσο για την αγροτιά, αυτή, είτε είναι δημοκρατική, είτε φιλοβασιλική (2), το μόνο που επιδιώκει είναι να ακολουθήσει το Παρίσι, τον προμαχώνα ολόκληρης της Γαλλίας και κέντρο κάθε αντίστασης. Εκεί οφείλεται και η κεραυνοβόλα επιτυχία της εξέγερσης της 18ης Μάρτη 1871. Μετά τη συνθηκολόγηση, η κυβέρνηση παρέδωσε στους Πρώσους τον τακτικό στρατό (εκτός από 40.000 άντρες) και βασικά αποστράτευσε και έστειλε πίσω στην επαρχία τους 200.000 άντρες της Κινητής Φρουράς. Παρέμειναν αντιμέτωποι η Εθνοφρουρά και οι 40.000 άντρες του Θιέρσου. Εκκενώνοντας το Παρίσι, με το μεγαλύτερο τμήμα αυτού του στρατού - ο οποίος έφτυνε τους αξιωματικούς του και περίμενε να έλθει έστω και ένα τμήμα της εργατικής Εθνοφρουράς, για να αδελφωθεί μαζί του - ο Θιέρσος δεν κυριεύεται από πανικό· τη νύχτα της 18ης προς την 19η Μάρτη θα σώσει το μέλλον του καπιταλισμού, για έναν ίσως αιώνα. Στο μεταξύ, μιάς και η κυβέρνηση είχε καταφύγει στις Βερσαλίες και το Κράτος είχε εξαφανιστεί (στρατός, αστυνομία, γραφειοκράτες), η Εθνοφρουρά κατέλαβε «αυτά που είχαν εγκαταλειφθεί», δηλαδή όχι μόνο τα υπουργεία, αλλά ολόκληρη την πόλη, συμπεριλαμβανομένων των οχυρών και των προμαχώνων της.

Για πρώτη φορά από το 1792 και 1793, τότε που οι «συνοικίες» κατέβαιναν προς τον Κεραμεικό, το Σάν-ντέ-Μάρς, την Κονβανσιόν, το προλεταριάτο ανακαταλάμβανε τις χαμένες δυτικές γειτονιές. Η κόκκινη σημαία κυμάτισε για πρώτη φορά στην καρδιά της πόλης, στο Δημαρχείο, όπου δεν είχε καταφέρει να κάνει την εμφάνιση της, ούτε τον Φλεβάρη, ούτε τον Ιούνη του 1848.

Αντόλφ Θιέρσος.


Οχυρώνοντας το Παρίσι στα 1840, ο Θιέρσος το είχε μετατρέψει σε ένα είδος αυτόνομης δύναμης, ικανής να αντισταθεί σε κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Εκεί οι Πρώσοι είχαν σπάσει τα μούτρα τους και δεν είχαν καμιά διάθεση να επανέλθουν. Εκτός από τα στρατιωτικά προβλήματα, υπήρχε και κάτι άλλο· θα έπρεπε να στείλουν τους γερμανούς εργάτες, με στολή, εναντίον των γάλλων εργατών, που είχαν εκείνη τη στιγμή την εξουσία και αυτό ήταν ένα εγχείρημα, την έκβαση του οποίου είχε κάνει προβληματική η προπαγάνδα της Διεθνούς.


Στο περιθώριο, που του άφησαν οι ιστορικές περιστάσεις, το παρισινό προλεταριάτο θα παίξει το δικό του ρόλο, εναντίον της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και εκεί έγκειται ο αυθορμητισμός του. Θα επανακτήσει ολόκληρη σχεδόν την πόλη (τη μη βομβαρδισμένη), ενώ «αντικειμενικά» έχει συγκεκριμένες διασυνδέσεις με τις συνοικίες· για παράδειγμα η «Μπελβίλ» κατεβαίνει στο Δημαρχείο! Θα καταλάβει όλα τα μέρη που εγκατέλειψαν οι «Βερσαλιέροι» και πρώτα-πρώτα τα εργοστάσια, τα οποία δεν θα αφήσει, όπως τα βρήκε αλλά, αντίθετα, θα καταστρέψει, κομματάκι-κομματάκι, ολόκληρη την οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας, για να την αντικαταστήσει με μια νέα οργάνωση. «Από τη σκοπιά αυτή, τα εργαστήρια της Κομμούνας υπήρξαν πρότυπα προλεταριακής δημοκρατίας. Οι εργάτες καθόριζαν μόνοι τους ποιοί θα είναι οι προϊστάμενοι τους, οι αρχιτεχνίτες τους, οι επιστάτες τους. Διατηρούσαν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν, αν η συμπεριφορά τους, ή οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν ικανοποιητικές. Καθόριζαν μόνοι τους τα ημερομίσθια, τα ωράρια και τις συνθήκες εργασίας τους και ακόμα περισσότερο μια εργοστασιακή επιτροπή μαζευόταν κάθε βράδυ για να αποφασίσει για την εργασία της επόμενης μέρας (3)».


Παράλληλα με αυτή την αυτοκυβέρνηση των παραγωγών, η Κομμούνα υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, η αυτοκυβέρνηση του λαού - «ανέξοδη κυβέρνηση χωρίς υπαλληλοκρατία» (Μαρξ). Μπαίνοντας στο δρόμο της κατάργησης της εργοδοσίας και της μισθωτής εργασίας, καταργούσε ταυτόχρονα το Κράτος και την ιδιωτική κοινωνία. Τα «μέτρα» για την κατάργηση του Κράτους είναι γνωστά και καταγραμμένα στη νομοθεσία της· αυτά πού αφορούν την κατάργηση της ιδιωτικής κοινωνίας (4) δεν έγινε μπορετό, ελλείψει χρόνου, να γίνουν αντικείμενο έκδοσης «διαταγμάτων». Ξέρουμε όμως ορισμένα πράγματα γι’αυτά· η κατάργηση της ιδιωτικής κοινωνίας είναι η κριτική της καθημερινής ζωής και από τη σκοπιά αυτή, «η Κομμούνα υπήρξε η μεγαλύτερη γιορτή του 19ου αιώνα».


«Στο μέτρο που καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία και το Κράτος, καταργούσε ταυτόχρονα και την οικογένεια: «Η Κομμούνα υπήρξε η ερωτική ιστορία του μεταλλωρύχου με την γκριζέττα (γκριζέττες ήταν νεαρές γυναίκες «ελευθερίων ηθών», που δούλευαν και σαν εργάτριες, σ.τ.μ), όπως τόσο πετυχημένα λέει ο Ζ. Ντυβό. Απελευθερώνοντας τους εργάτες και τις εργάτριες, απελευθέρωσε επίσης και το σύνολο των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων και των πόρνων, που οι προστάτες τους προτίμησαν να φύγουν για πιο προσοδοφόρες δουλειές στις Βερσαλίες, ή στο Σαίν-Κλού, ακόμα και τις αστές, απαλλάσσοντας τες από τους άντρες τους, που κατατάχτηκαν στον τακτικό στρατό.


Όσο για τα παιδιά, από δώδεκα μέχρι δεκάξι χρονών, που έκαναν έρωτα και πόλεμο, μέσα στα υπόγεια και τις τρώγλες, αυτά, μαζί με τις γυναίκες, έγιναν η κινητήρια δύναμη της Κομμούνας. Ο Ντομανζέ, στο ‘‘Η δημόσια εκπαίδευση στην περίοδο της Κομμούνας’’, μας δίνει πάνω σε αυτό μια αποκαλυπτική μαρτυρία. Η ολοκληρωτική ελευθερία, που δόθηκε στα παιδιά, δεν αποτέλεσε επιστροφή στην άγρια κατάσταση. Αντίθετα, η Κομμούνα, πιστή στην αυτοδιαχείριση, ανέθεσε στις δημοτικές αρχές των δήμων του Παρισιού (ζωντανή πραγματικότητα την εποχή εκείνη, που αντιστοιχεί με τις σημερινές επιτροπές γειτονιάς) τη φροντίδα να αναλάβουν τη δημόσια εκπαίδευση, Όχι για να ξεφορτωθεί αυτό το καθήκον, αλλά για να το εμπιστευτεί στις μάζες. Ταυτόχρονα, θέλησε να απελευθερώσει, από την παιδική του ηλικία, τον άνθρωπο από τον Θεό, κάνοντας ό,τι μπορούσε, για να διαλύσει τα θρησκευτικά τάγματα, παρόλο που από κει προερχόταν, τότε, όλο το διαθέσιμο διδακτικό προσωπικό. Αλλά όταν, αφού περιόρισε τις αρμοδιότητες των ιερέων, άρχισε να ξαναοργανώνει την εκπαίδευση, της έμεναν μόνο έξι μέρες ζωής.


Προσπέρ Ολιβιέ Λισανγκαρέ. Επιζήσας Κομμουνάρος και συγγραφέας του επικού βιβλίου ''Ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871''.



Για όλα αυτά τα προβλήματα δεν έχουμε παρά να διαβάσουμε τον Λισαγκαρέ (5), ο όποιος γράφει για παράδειγμα: «Και αν δεχτούμε ότι το βάθος μιας επανάστασης μετριέται με το κατά πόσο υπάρχει ενεργή συμμετοχή των γυναικών και των παιδιών, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Κομμούνα υπήρξε η πιο δυνατή επαναστατική θύελλα που φύσηξε ποτέ στην πρωτεύουσα». Τα παιδιά πολέμησαν, κατά χιλιάδες, στις πρώτες γραμμές· «ακολουθούσαν τα μάχιμα τμήματα στις τάφρους, στα οχυρά, γραπώνονταν από τις μπούκες των κανονιών».


Η Κομμούνα, όπως έδινε το δικαίωμα στις γυναίκες και στα παιδιά να ζήσουν και να πεθάνουν γι' αυτήν και για τον εαυτό τους, έδωσε ταυτόχρονα και τα μέσα σε όλους τους πολίτες να πολεμήσουν όπως αυτοί το εννοούσαν.


Έβγαλε διάταγμα με το όποιο όριζε ότι: «Καμιά άλλη στρατιωτική δύναμη εκτός από την Εθνοφρουρά δεν θα δημιουργηθεί ούτε θα μπει στο Παρίσι». Αυτή, όμως, η «άλλη στρατιωτική δύναμη», δυστυχώς, υπήρχε. Δεν ήταν μόνο οι «βερσαλιέροι», ήταν και τα «επιτελεία των γαλονάδων» που η μικροαστική πλειοψηφία της κομμουναλιστικής συνέλευσης είχε «βάλει» επικεφαλής της Εθνοφρουράς. Αλλά, ενώ αυτά τα «επιτελεία», τα «συμβούλια» και τα «παρασυμβούλια» πολλαπλασιάζονταν και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποκόψουν την Εθνοφρουρά από το λαϊκό κίνημα, από το βαθύ ρίζωμα της στα εργαστήρια και στις συνοικίες, η προλεταριακή Εθνοφρουρά πολεμούσε, με το δικό της τρόπο, εναντίον των δικών της στρατηγών, που παράγγελναν να γίνεται οικονομία στα κανόνια και στις οβίδες, ενώ δεν υπήρχε πρόβλημα προμήθειας πολεμοφοδίων. Το αποκορύφωμα της στρατιωτικής κενοδοξίας ήταν το κατόρθωμα του Ροσέλ, ο όποιος, «με το πρόσχημα της αναδιοργάνωσης της Εθνοφρουράς τη διέσπασε σε μονάδες πεζικού (για τους άντρες οπό 19 μέχρι 40 χρονών) και σε μη μετακινούμενες μονάδες (για τους πάνω οπό 40 χρονών). Χώρισε έτσι μεταξύ τους, τους γείτονες, τους εργάτες του ίδιου εργαστηρίου, τους αδελφωμένους στη μάχη στρατιώτες, τους συγγενείς και έκοψε τα πόδια στους πιο θερμόαιμους. Ξεχνούσε ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι πολιτικός πόλεμος, ο οποίος, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την Επανάσταση και ότι, σε έναν τέτοιο πόλεμο, το ζήτημα της ηλικίας δεν είναι τίποτα, το ζήτημα της πίστης είναι το πάν» (6). Στην περίπτωση εκείνη η Εθνοφρουρά έδωσε ένα από τα πιο ωραία παραδείγματα αυτοδιαχείρισης, που έχει να επιδείξει η ιστορία. «Το αξιοθαύμαστο είναι ότι πολλά τάγματα αρνήθηκαν να υπακούσουν και όρμησαν στη φωτιά της μάχης, με όλους τους άνδρες τους, κάνοντας έτσι την καλύτερη κριτική στο διάταγμα» (7).


Ό διαχωρισμός αυτός, τον οποίο ο Ροσέλ (και άλλοι) θέλησαν να εισάγουν σε μια κοινωνική πραγματικότητα, σε τήξη, φαίνεται ακόμα και στη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στους λόγους που εκφωνούνται στην κομμουναλιστική Συνέλευση και στην πρακτική των κομμουνάρων.

Οδόφραγμα στην οδό Ρουαγιάλ.



Παρόλο που, ευθύς εξαρχής, είχε αναγνωρισθεί σε όλους τους ξένους το δικαίωμα να υπηρετήσουν την Κομμούνα, στην πράξη η Συνέλευση περιόριζε το πεδίο δράσης του μοναδικού άξιου στρατηγού, που πολεμούσε στον βορειοανατολικό τομέα, του Γιαροσλάβ Ντομπρόβσκι, επειδή ήταν πολωνός.


Παρά και εναντίον αυτής της Συνέλευσης, η Κομμούνα (η Επανάσταση) ένωνε συγκεκριμένα, στα πλαίσια της επαναστατικής πράξης, Γάλλους και ξένους, παιδιά και γέρους, άντρες και γυναίκες, στρατιώτες και εργάτες, δημόσια και ιδιωτική ζωή, θεωρία και πράξη.


Το 1971, εκατό χρόνια μετά, οι τροτσκιστές ειρωνεύτηκαν κατά κόρον τον πανηγυριώτικο χαρακτήρα της Κομμούνας δηλώνοντας κυνικά: «Η Κομμούνα μπορεί να ήταν γιορτή, κράτησε όμως λίγο». Στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει τίποτα. «Οι γιορτές της Κομμούνας», που αποτέλεσαν σίγουρα ένα μοναδικό και συναρπαστικό φαινόμενο - διακήρυξη της 28ης Μάρτη, μεγαλοπρεπείς νεκρώσιμες τελετές της 6ης Απρίλη, παρέλαση των ελευθερομασόνων, πτώση της στήλης της πλατείας Βαντόμ και τέλος, το τραγικό κοντσέρτο για τις χήρες και τα ορφανά, που δόθηκε την ίδια μέρα που οι Βερσαλίες έστελναν τις δυνάμεις τους, εναντίον του ανύποπτου Παρισιού ( 8 ) - οι γιορτές αυτές δεν ήταν παρά πετυχημένα θεάματα και τίποτα περισσότερο. Αλλά σαν τέτοια δεν ήταν άχρηστα· το αντίθετο μάλιστα. Τα θεάματα αυτά υπήρξαν ταυτόχρονα πολιτικά και πανηγυριώτικα· η «Διακήρυξη» ένωσε όλο τον πληθυσμό, τον έκανε να έχει εμπιστοσύνη στην Εθνοφρουρά· οι επικήδειες τελετές της 6ης Απρίλη ζωήρεψαν την ενεργητικότητα του κόσμου, που ήταν πεσμένη, λόγω της αποτυχίας της 3ης του ίδιου μήνα, οι ελευθερομασόνοι χρησιμοποιήθηκαν από την Κομμούνα, για να τραβήξουν τα μικροαστικά στρώματα, που δίσταζαν, βλέποντας τα προχώρημα των βερσαλιέρων και για να δώσουν εμπιστοσύνη στο λαό, που έβλεπε αυτή τη μυστηριώδη δύναμη να κάνει μαζικά την εμφάνιση της και να στέκεται στο πλευρό του· η πτώση της Στήλης, ενέργεια που συμβόλιζε την αλληλεγγύη των λαών, είχε ισχυρό «ειρηνικό» αποτέλεσμα στις πρωσικές μονάδες, η ουδετερότητα των οποίων είχε ζωτική σημασία... Αλλά αν « η Κομμούνα ήταν η μεγαλύτερη γιορτή του 19ου αιώνα», δεν ήταν τόσο για τα θεάματα της, Όσο για την καθημερινή δραστηριότητα του ίδιου του προλεταριάτου. Ήταν το ελεύθερο παιχνίδι στις «καλές συνοικίες», στα μουσεία (9), στα πάρκα κτλ και πάνω απ' όλα υπήρξε το παιχνίδι τον λαού με τα όπλα, δηλαδή με την εξουσία. Ο ηρωισμός του ήταν αυτός που έδωσε τον πανηγυριώτικο χαρακτήρα και δεν ήταν ο πανηγυριώτικος χαρακτήρας που τον εμπόδισε να είναι ηρωικός - επομένως και αποτελεσματικός. Αν η Κομμούνα δεν ήταν γιορτή, δεν θα είχε κρατήσει ούτε τρεις μέρες. Αν η γιορτή είχε συνολικότερο χαρακτήρα αν είχε γίνει το παιχνίδι με τα όπλα όλου του κόσμου σε όλα τα επίπεδα, τότε η Κομμούνα θα είχε νικήσει.


1. Στις 2 Σεπτέμβρη 1870.


2. Ας αναλογιστούμε τη βρετονική στρατιά του στρατοπέδου της Κονλί, κοντά στο Μαν, που η κυβέρνηση την άφησε στην κυριολεξία «να σαπίσει στη λάσπη».


3. Ρ. Ντουναγιέβσκαγια, Marxisme et liberte.


4. Η κατάργηση του ενός συνοδεύεται από την κατάργηση του άλλου· συμβαίνει το ίδιο όπως και με την κατάργηση της εργοδοσίας και της μισθωτής εργασίας.


5. Histoire de Commune 1871, ed. Maspero.


6. M. Dommanget, La Commune et la Communars, ed. Spartacus.


7. Στο ίδιο.

8. Όταν οι Πάρθοι λεηλατούσαν την ελληνιστική Αντιόχεια, την πιο εξευγενισμένη πόλη της Ανατολής, όλος ο λαός ήταν στο θέατρο και παρακολουθούσε την παράσταση ''Οι Πέρσες''. Οι Πάρθοι μπήκαν στην ανυπεράσπιστη πόλη και περικύκλωσαν το ημικυκλικό θέατρο. Ο μόνος, που τους είδε, ήταν ο ηθοποιός, ο οποίος βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στη σκηνή και κραύγαζε «οι Πέρσες», με τόση πειστικότητα, ώστε το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Μετά από λίγο στο θέατρο δεν είχαν απομείνει, παρά εκατό χιλιάδες πτώματα. Το Παρίσι του 1871 γνώρισε ταυτόχρονα την «αρετή» της Ρώμης και τη λαμπρότητα της Ανατολής.

9. Σαν τόποι περιπάτου, «παρεκτροπής» και όχι σαν μουσεία.''



Υβόν Μπουρντέ - Αλαίν Γκιγιέρμ : ''Αγώνες για την αυτοδιαχείριση'' εκδόσεις ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.


Πρέπει να ειπωθεί ότι ο Ένγκελς δεν έχει δίκιο στους ισχυρισμούς του γύρω από την σύνθεση της Κομμούνας. Η πλειοψηφία δεν απετελείτο μόνο από μπλανκιστές. Απετελείτο από αριστερούς δημοκράτες και ιακωβίνους. Ο κομμουνάρος Λονγκέ - γαμπρός του Μαρξ - αναφέρει ότι οι καθαροί μπλανκιστές στην πλειοψηφία της Κομμούνας ήσαν 3, ενώ η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε ούτε έναν. Η μειοψηφία απετελείτο κυρίως από προυντονικούς, αλλά όχι μόνον.


Η Κομμούνα ήταν γιορτή και το πρώτο εγχείρημα του προλεταριάτου να καταλάβει την εξουσία και ως τέτοιο ήταν άμεσα δημοκρατική και κοινωνικά απελευθερωτική, με θεσμούς αυτοδιαχειριστικούς και όπου χρειαζόταν αντιπροσωπευτικούς, με την ρήτρα της ανακλητότητας και φυσικά πλουραλιστική και πολυφωνική.


Αυτά, πάντα σε σχέση με τα όσα ακολούθησαν διαχρονικά, ως απότοκα κυρίως του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού και του μπολσεβικικού ''νεομπλανκισμού''.


Ας θυμηθούμε όσα καταμαρτυρούσε στους μπλανκιστές ο Φρήντριχ Ένγκελς:


"Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ' αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους μα ακόμα και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση, και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειάζονταν πριν άπ' όλα αυστηρότατη διχτατορική συγκέντρωση, όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης''


και ας αναλογιστούμε τους μπολσεβίκους και όσα αυτοί έπραξαν μεταγενέστερα και φυσικά, ας χαμογελάσουμε πικρά, αφού οι μπλανκιστές δεν κατέστειλαν τους επαναστατικούς τους συντρόφους στην Κομμούνα, ενώ οι μπολσεβίκοι μαθητές του Ένγκελς και του Μαρξ προέβησαν σε άγρια και πλήρη εξόντωση των επαναστατικών τους συντρόφων μετά το 1917 στην Ρωσία....




Στο επόμενο σημείωμα θα δούμε την Κομμούνα του Παρισιού και τις καταλυτικές της επιδράσεις στην Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων, δηλαδή την Πρώτη Διεθνή - όπως μεταγενέστερα αποκλήθηκε.