Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού και η διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς. (Η ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση των Marx και Bakunin και η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος).


Michael Bakunin - πρώϊμο πορτραίτο.




''Ο Μαρξ, ο Μπακούνιν και η Διεθνής Ένωση εργαζομένων.

Ο σπουδαιότερος οπαδός του Προυντόν ήταν ο εργάτης Τολέν, που έγινε γνωστός το 1864 δημοσιεύοντας ένα μανιφέστο με τα ονόματα εξήντα εργατών υποψηφίων για τις εκλογές και διακηρύσσοντας: «Ελευθερία στην εργασία, τραπεζική πίστωση, αλληλεγγύη (1), να ποια είναι τα όνειρα μας».


Ο Προυντόν υποστήριξε το περιεχόμενο του μανιφέστου, το οποίο επαναλάμβανε τις δικές του ιδέες και τόνισε - δικαιολογημένα - ότι αυτές οι εργατικές υποψηφιότητες αποτελούσαν μεγάλη πρόοδο για το προχώρημα της εργατικής συνείδησης. Αλλά σαν «αναρχικός» δεν συμφωνούσε με τον εκλογικό χαρακτήρα της προσπάθειας.


Οι συζητήσεις για τη σκοπιμότητα, ή μη, της εκλογικής τακτικής δεν μπορούν να αναλυθούν στα πλαίσια τούτου του βιβλίου. Το γεγονός όμως ότι, για μια σύντομη περίοδο (1864-1868) - στη διάρκεια, μάλιστα, της οποίας η Αυτοκρατορία θα επιχειρήσει να έλθει σε συνεννόηση με τους εργάτες – ο Τολέν βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, είναι ενδεικτικό για την ποιότητα της προυντονικής αντίληψης για την αυτοδιαχείριση. (Ο Προυντόν πέθανε καταβεβλημένος από την πολλή δουλειά, τον Γενάρη του 1865). Πραγματικά, ο Ναπολέων ο 3ος παρακολουθούσε με ενδιαφέρον αυτό το εργατικό κίνημα και του άρεσε η μετριοπάθεια του. Το 1864 παραχώρησε το δικαίωμα στην απεργία και το σπουδαιότερο, το 1867 ψηφίστηκε το νόμιμο καταστατικό των εργατικών συνεταιρισμών παραγωγής. Κόντεψε να γίνει πιστευτό ότι οι χίμαιρες του Προυντόν θα πραγματοποιούνταν - στα πλαίσια της «φιλελεύθερης αυτοκρατορίας» και ότι μάλιστα θα μπορούσε να γίνει πράξη η ειρηνική γενίκευση των συνεταιρισμών και άλλων εργατικών ενώσεων!


Αλλά ο νόμος του 1867 δεν άλλαξε ριζικά την πορεία του εργατικού κινήματος και η μεταρρυθμιστική (ήδη) πολιτική του Ναπολέοντα του 3ου δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, το 1864 συνέβηκε ένα γεγονός, με εντελώς διαφορετική σημασία. Ο Τολέν πήγε στο Λονδίνο για να συναντηθεί με άγγλους εργάτες και να ιδρύσει μαζί τους τη Διεθνή Ένωση εργαζομένων (τη Διεθνή, όπως θα τη λέμε στο έξης), η οποία ονομάστηκε αργότερα Πρώτη Διεθνής (2).


Στην αρχή η Διεθνής δεν λειτουργούσε παρά σαν μια ομάδα μελέτης, που βασικό στόχο είχε τη μόρφωση της εργατικής τάξης και τη συζήτηση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που την αφορούσαν. Το γαλλικό τμήμα της - που στην αρχή είχε αρχηγό τον Τολέν -, παρόλη τη μετριοπάθεια του, πήρε μέρος στις δημοκρατικές διαδηλώσεις που στρέφονταν εναντίον της Αυτοκρατορίας. Τότε η Κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία του και το διέλυσε (1868).

Karl Marx


Στο μεταξύ η Διεθνής, η οποία, αρχικά, υπό την επίδραση των Γάλλων, είχε ενστερνιστεί τις ιδέες του Προυντόν, άρχισε να δέχεται, πλέον, την επίδραση του Καρλ Μαρξ, που ήταν πρόσφυγας στο Λονδίνο και είχε γίνει μέλος του Γενικού Συμβούλιου, και τελικά ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, από αυτόν που την οδηγούσαν οι ιδέες του Προυντόν.


Για το «πρόβλημα της αυτοδιαχείρισης», ο Μαρξ αρχικά δεν είχε πολύ συγκεκριμένες απόψεις. Έχοντας κάνει ήδη μια κριτική στον «ουτοπικό σοσιαλισμό», έκλεινε προς την άποψη ότι πρώτα απ’ όλα έπρεπε να γίνει η επανάσταση (απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής οπό αυτούς πού τα κατέχουν) και τα υπόλοιπα να αφεθούν στον αυθορμητισμό των μαζών, οι οποίες θα δημιουργούσαν τους κατάλληλους οργανωτικούς θεσμούς για την πραγματοποίηση της ανθρώπινης κοινότητας.


Όμως αυτό άφηνε ορισμένα κενά στην θεωρία του και για να τα καλύψει, στα πρώτα του έργα, κατέληξε σε ορισμένες κρατιστικές φόρμουλες. Έτσι, γράφει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1847): «Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική υπεροχή του για να αποσπάσει λίγο-λίγο όλο το κεφάλαιο από τα χέρια της αστικής τάξης, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία της παραγωγής στα χέρια του Κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου οργανωμένου σε κυρίαρχη τάξη» (3).


Αργότερα, και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ επανέρχεται σε αυτό το πρόβλημα και προσπαθώντας να ορίσει τη φύση της εξουσίας στη μελλοντική κοινωνία, καταλήγει στην ενδιαφέρουσα φόρμουλα «της αυτοκυβέρνησης των συνεταιρισμένων παραγωγών», φόρμουλα πολύ πιο κοντινή στην αυτοδιαχείριση (4) από τις ενώσεις αλληλοβοήθειας και τους συνεταιρισμούς του Προυντόν. Σχετικά με τους συνεταιρισμούς, ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο πάντα, εγκωμιάζει το ένστικτο που ωθούσε τους εργάτες να δημιουργούν, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα και πολύ σωστά ότι «οι συνεταιρισμοί καταλήγουν στην επαναδημιουργία ενός είδους συλλογικού καπιταλισμού».


Στα πλαίσια της Διεθνούς και ιδιαίτερα στο Συνέδριο των Βρυξελλών (1868), μαρξιστές και προυντονικοί (ο Τολέν) συγκρούστηκαν πάνω σε προβλήματα που έθιγαν το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης. Κατά περίεργο τρόπο, η συζήτηση δεν περιστράφηκε γύρω από το πιο ουσιαστικό πρόβλημα, την τύχη των κοινωνικοποιημένων βιομηχανικών επιχειρήσεων - γιατί οι αντίπαλοι συμφώνησαν, ο Τολέν στην κολλεκτιβοποίηση τους και ο Μαρξ στην εργατική τους διαχείριση - αλλά γύρω από την τύχη της ιδιοκτησίας της γης. Οι προυντονικοί ήθελαν να αφήσουν τη γη στους μικροϊδιοκτήτες αγρότες, οι «μαρξικοί» πλειοψήφησαν με μια φόρμουλα τουλάχιστον «κρατιστική», που επικαλείτο την κοινωνική αναγκαιότητα «να αποτελέσει το καλλιεργήσιμο έδαφος τμήμα της συλλογικής ιδιοκτησίας του Κράτους».


Αλλά η αντίθεση Μάρξ-Τολέν δεν λύθηκε με την ψήφιση μιας πρότασης. Η νίκη του Μαρξ καθορίστηκε από δυο γεγονότα που συνέβηκαν μέσα στην εργατική τάξη.


Το πρώτο ήταν η ανυποληψία στην οποία έπεσε ο Τολέν στα μάτια των γάλλων εργατών εξαιτίας του ρεφορμισμού του. Από το 1868 και μετά, παραμερίστηκε από νέους ηγέτες όπως ο Βαρλέν και ο Μαλόν, οι οποίοι συνέχιζαν μεν να ονομάζουν τον εαυτό τους προυντονικό και να αποδέχονται τον Προυντόν, σε ό,τι αφορούσε την άρνηση του Κράτους, όμως ταυτόχρονα θέλαν να χαρακτηρίζονται κομμουνιστές και επαναστάτες. Αυτοί θα είναι ανάμεσα στους μελλοντικούς αρχηγούς της Κομμούνας (και στα θύματα της καταστολής της).


Μιχαήλ Μπακούνιν


Το δεύτερο γεγονός ήταν η είσοδος του Μπακούνιν και των φίλων του στη Διεθνή. Ο Μπακούνιν είχε αποκτήσει τεράστιο κύρος, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848-1849 και στην περίοδο που ακολούθησε, εξαιτίας της πολύχρονης φυλάκισης του από τον τσάρο, για την επαναστατική του δραστηριότητα. Λίγο μετά την απόδραση του από τη Ρωσία, ο Μπακούνιν ίδρυσε, στα 1864, τη Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, η οποία στην Ιταλία και στην Ισπανία «άνοιξε το δρόμο στις ιδέες της Διεθνούς, που οι χώρες αυτές δεν ήταν ακόμα έτοιμες να δεχτούν». Το 1868, ο Μπακούνιν, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε πια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο οργανώσεις, προσχώρησε στη Διεθνή (στην ομοσπονδία της γαλλόφωνης Ελβετίας, τμήμα Γενεύης). Στους κόλπους της Διεθνούς ξέσπασε άγρια διαμάχη ανάμεσα στους ωρολογοποιούς εργάτες της Ελβετίας, η οποία, πριν να μπει ο Μπακούνιν, δεν είχε ακόμα εκφραστεί καθαρά. Οι εργάτες της Γενεύης έφτιαχναν ρολόγια πολυτελείας· ήταν σχετικά πλούσιοι και «αστικοποιημένοι». Αν συμμαχούσαν με τους ριζοσπάστες, μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα κέρδιζαν την πλειοψηφία της Βουλής της επαρχίας τους. Οι εργάτες του Ιούρα φτιάχναν συνηθισμένα ρολόγια. Αυτοί οι 40.000 ιουριανοί εργάτες ήταν θύματα σκληρής εκμετάλλευσης και δεν είχαν καμιά εκλογική ελπίδα στις δικές τους επαρχίες- στη γαλλόφωνη επαρχία του Νιουσατέλ οι πρώην βασιλόφρονες (μέχρι το 1848 το Νιουσατέλ ήταν πρωσικό φέουδο) είχαν μεγάλη δύναμη· στην επαρχία της Βέρνης η ιουριανή μειοψηφία καταπιεζόταν σκληρά - όπως και σήμερα -από τη γερμανόφωνη πλειοψηφία. Γρήγορα ξέσπασε ανοιχτά η σύγκρουση ανάμεσα στα τμήματα της Γενεύης και του Ιούρα. Οι εργάτες της Γενεύης είχαν μετατρέψει το δικό τους τμήμα σε πρότυπο εκλογικίστικου κόμματος, σωβινιστικού (εναντίον των ιταλών μεταναστών που δεν είχαν δικαίωμα ψήφου) και ρεφορμιστικού. Οι Ιουριανοί δεν μπορούσαν να ελπίζουν παρά στη μαζική πάλη.


Η σύγκρουση αυτή είχε σαν συνέπεια να διώξουν τον Μπακούνιν από το τμήμα της Γενεύης· τελικά, δεν πέρασε πολύς καιρός και τα δύο τμήματα διασπάστηκαν οριστικά. Ο Μπακούνιν προσχώρησε στην ιουριανή Ομοσπονδία. Την εποχή αυτή, το 1868-69, στηρίχτηκε στον Μαρξ στην προσπάθεια του να επαναφέρει ιδεολογικά τους εργάτες της Γενεύης στον «ίσιο δρόμο». Πραγματικά, στο συνέδριο της Διεθνούς (Μπάλ, 1869), ο Μπακούνιν πρότεινε να ενισχυθούν οι εξουσίες του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς (δηλαδή του Μαρξ), για να χτυπήσει τους μετριοπαθείς προυντονικούς (τάση Τολέν).


Αλλά παρόλο που συμμάχησε με τον Μαρξ εναντίον των «δεξιών», ο Μπακούνιν δεν έπαψε να αναζητά τρόπο να του επιτεθεί στο επίκεντρο της θεωρίας του, δηλαδή στο πρόβλημα του Κράτους. Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, φίλοι του Μαρξ, πρόβαλλαν το σύνθημα «εργατικό Κράτος», όπως είχε κάνει και ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Μόνο που το 1876 ο Μαρξ τους καταδίκασε με την Κριτική του προγράμματος της Γκότα, γιατί χρησιμοποιούσαν την ισοδύναμη έκφραση «Λαϊκό Κράτος» («λαός σημαίνει όλος ο κόσμος στον οποίο η αστική τάξη επιβάλλεται με χίλιους-δυό τρόπους»). Όσο για την έκφραση «εργατικό Κράτος», αυτή καταδικάστηκε αργότερα, κάτω από την πίεση των μπακουνικών και της Κομμούνας του Παρισιού (5).


Αλλά, για να χτυπήσει πραγματικά τον Μαρξ, ο Μπακούνιν χρειαζόταν κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα πού να μπορούν να το καταλάβουν οι εργάτες και όχι έναν όρο αφηρημένο όπως το Κράτος. Έτσι η πρώτη επίθεση έγινε με αφορμή το σύνθημα, το λίγο σκοτεινό για μας σήμερα, που πέταξε ο Μπακούνιν: «Κατάργηση της κληρονομιάς».


Στην πραγματικότητα, η κληρονομιά είναι ταυτόχρονα και Δίκαιο και έθιμο· με μια κουβέντα, είναι ένας θεσμός. Από μια γενικότερη άποψη αντικατοπτρίζει το Κράτος πού δεν λειτουργεί μόνο σαν οργανωτής «ενόπλων ομάδων για την υπεράσπιση της ατομικής Ιδιοκτησίας», αλλά και συνιστά ένα σύνολο αρμοδιοτήτων, εξουσιών και εθίμων. Για τους θεσμούς οι μαρξιστές λένε ότι γεννήθηκαν από τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και την ατομική Ιδιοκτησία· αν καταργήσουμε τις τάξεις και την ατομική ιδιοκτησία, το Δίκαιο και τα έθιμα θα εξαφανιστούν επομένως είναι ανώφελο να καταστραφεί το Κράτος, μιας και θα «απονεκρωθεί» από μόνο του. Ο Μπακούνιν το αντιστρέφει αυτό και λέει ότι, αν και η ιδιοκτησία είναι αυτή που πράγματι δημιουργεί την κληρονομιά και γενικά το Κράτος, η κληρονομιά (και το Κράτος) διαιωνίζουν την ιδιοκτησία, γιατί αναπαράγουν τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Δεν αποτελούν απλά και μόνο το εποικοδόμημα (όπως η θρησκεία)· έχουν γίνει πραγματικότητες ανεξάρτητες από την κοινωνία, που θα ανασυσταθούν από τους ήδη διαμορφωμένους σε αυτή την κοινωνία εργάτες, ακόμα και αν καταργηθεί η Ιδιοκτησία. Μια «κόκκινη γραφειοκρατία» θα μπορούσε πολύ γρήγορα να επανασυστήσει το Κράτος, την οικογένεια, την πατρίδα.

Ο Μαρξ, ο οποίος δεν είχε τίποτα a priori εναντίον του συνθήματος «κατάργηση της κληρονομιάς» (είναι το τρίτο από τα «άμεσα μέτρα που πρέπει να παρθούν» σύμφωνα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο) διέβλεψε όλο τον κίνδυνο αυτού του συνθήματος, που κατέστρεφε το θεωρητικό του σύστημα, στο οποίο οι οικονομικοί όροι (τάξεις, ιδιοκτησία) είναι οι μόνοι πραγματικοί και καθοριστικοί, ενώ οι θεσμοί εμφανίζονται σαν «ιδεολογία». Στο μαρξιστικό θεωρητικό σύστημα η γένεση μιας «κόκκινης γραφειοκρατίας», ή το δυνάμωμα του Κράτους, μετά την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι απλούστατα αδιανόητα· και για τους μη σταλινικούς μαρξιστές χρειάστηκαν δεκαετίες, μέχρι να καταφέρουν να εξηγήσουν αυτά που συνέβησαν στην Ε.Σ.Σ.Δ., μετά την επανάσταση.


Μετά το συνέδριο της Βασιλείας (Ελβετία) οι «μαρξικοί» και οι μπακουνικοί έγιναν οι δύο μεγάλες τάσεις στη Διεθνή. Οι δύο αυτές τάσεις όμως δεν ήταν ισοδύναμες.


Παραδόξως, μόνο ο Μπακούνιν είχε «οπαδούς» στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία. Όσο για τον Μαρξ, έπρεπε να στηριχτεί σε ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από αυτόν, όπως οι λασσαλικοί στη Γερμανία και τα τρέιντ -γιούνιονς στην Αγγλία. Όμως έλεγχε σταθερά το κεντρικό όργανο της Διεθνούς, το Γενικό Συμβούλιο του Λονδίνου. Μόνο οι Βέλγοι, με επικεφαλής τους τον Σεζάρ ντε Παέπε, παρέμεναν «προυντονικοί».


Γρήγορα φάνηκε ότι ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία ήταν αναπόφευκτος. Για να τον εμποδίσουν το 1870, ο Μαρξ και ο Μπακούνιν συμφώνησαν σιωπηρά να καλέσουν τους προλετάριους των δύο χωρών να αδελφωθούν. Επίσης, μετά την πρώτη ήττα των Γάλλων, συμφώνησαν να τους καλέσουν σε έναν πόλεμο εθνικής άμυνας. Αλλά αμέσως διαφώνησαν στον τρόπο διεξαγωγής του. Ο Μπακούνιν, σαν περισσότερο άνθρωπος της δράσης, πήγε στη Λυών της Γαλλίας και κει κήρυξε την Κομμούνα εναντίον της αστικής τάξης και ταυτόχρονα των Πρώσων. Η ενέργεια του αυτή κατέληξε σε φιάσκο. Ό Μαρξ, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως, τον κατέκρινε με μεγάλη αυστηρότητα. Άλλα το επεισόδιο αυτό επισκιάστηκε από ένα γεγονός τεράστιας σημασίας: ο λαός του Παρισιού κήρυξε με τη σειρά του την Κομμούνα. Ο Μαρξ και ο Μπακούνιν συμφώνησαν να τη χαιρετήσουν και οι δυο, γράφοντας ο καθένας τους από ένα βιβλίο αφιέρωμα· ο Μαρξ μετά την Κομμούνα, εγκατέλειψε ολοκληρωτικά τις κρατιστικές απόψεις που είχε εκφράσει ορισμένες φορές, υιοθετώντας μια «αυτοδιαχειριστική» θεμελιώδη προοπτική (βλ. κεφ. 5-Α). Θα έπρεπε λοιπόν να καταλήξουν και οι δυο τους σε συμφωνία. Στην πραγματικότητα όμως δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Η Κομμούνα πνίγηκε στο αίμα και η ήττα αυτή όξυνε τις εντάσεις που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση, μέσα στην Διεθνή. Το επόμενο συνέδριο της έγινε στη Χάγη το 1872 (δεν μπόρεσε να γίνει ούτε το 1870 ούτε το 1871 εξαιτίας ακριβώς του πολέμου και της Κομμούνας). Ο Μαρξ πήγε με την ακλόνητη πρόθεση να πετύχει τη διαγραφή του Μπακούνιν, ο όποιος, αηδιασμένος, δεν εμφανίστηκε καν.


Όλα αυτά δεν είχαν άλλη κατάληξη από την πλήρη διάλυση της Διεθνούς, η οποία μετά το Συνέδριο της Χάγης εξαφανίστηκε από το προσκήνιο της ιστορίας. Η πολεμική ανάμεσα στον Μαρξ και τον Μπακούνιν, η οποία είχε αρχίσει πολύ πριν από την οριστική ρήξη τους, έμελλε να συνεχιστεί και να επιτρέψει στον καθένα από τους δυο αντιπάλους να εμβαθύνει τις θέσεις του.Έτσι ο Μπακούνιν έκανε τη σύνθεση του αναρχισμού με το μαρξισμό και τον κομμουνισμό (6). Ξετίναξε τον προυντονισμό κρατώντας από αυτόν ό,τι καλύτερο είχε και διαλύοντας την κλίκα που ήταν συσπειρωμένη γύρω από τον Τολέν.


Από όσα έγραψε όμως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κείμενα της πολεμικής του εναντίον του Μαρξ, στα πλαίσια της Διεθνούς. Στην πραγματικότητα, η πολεμική αυτή δεν στρέφεται τόσο εναντίον του Μαρξ· ουσιαστικά στρέφεται εναντίον της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας {έντονα επηρεασμένης από τον λασσαλισμό), εναντίον του κρατισμού και του εκλογικισμού της. Αλλά στρέφεται επίσης και εναντίον των γραφειοκρατικών χειρισμών του Μαρξ ως επικεφαλής τον Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς.


Στην πραγματικότητα αυτά που λέει ο Μπακούνιν για το γραφειοκρατισμό του Μαρξ είναι παρατραβηγμένα αλλά αν διαβάσουμε τις βρισιές του παίρνοντας υπόψη μας ότι γράφτηκαν πριν από έναν αιώνα θα μας φανούν μεγαλοφυείς. Αν και ο Μαρξ δεν έκφρασε ποτέ τις αντιλήψεις που του αποδίδει ο Μπακούνιν, οί μεταγενέστεροι του, ο Κάουτσκι, ο Λένιν και ο χίλιες φορές χειρότερος τους Στάλιν, με τη συνδρομή και του παράλογου, δικαιώνουν τον Μπακούνιν όταν από τότε κιόλας ειρωνευόταν και κατάγγελνε: «Αλλά, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει, όλοι οι εργάτες δεν μπορούν να γίνουν σοφοί· δεν αρκεί λοιπόν να βρεθεί στους κόλπους αυτής της Ένωσης [της Διεθνούς] μια ομάδα ανθρώπων πού να κατέχουν, όσο πιο τέλεια γίνεται για την εποχή μας, την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την πολιτική του σοσιαλισμού, ώστε η πλειοψηφία των εργατών, υπακούοντας με πίστη στην καθοδήγηση τους, να μπορεί να είναι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να λοξοδρομήσει από το δρόμο που οδηγεί στην οριστική χειραφέτηση του προλεταριάτου;... Να ένας συλλογισμός που τον ακούσαμε, όχι βέβαια να εκφράζεται ανοιχτά - δεν είναι κανείς ούτε τόσο ειλικρινής, ούτε τόσο θαρραλέος για κάτι τέτοιο - αλλά να αναπτύσσεται υπόγεια με όλων των ειδών τα επιδέξια ρητορικά σχήματα».




Εξάλλου, κάτω από την πίεση του Μπακούνιν, ο Μαρξ εμβάθυνε τη θεωρία του προς μια αντιεξουσιαστική κατεύθυνση συνοψιζόμενη στον περίφημο διάλογο:


ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: «Επιστημονικός σοσιαλισμός σημαίνει δικτατορία των σοφών».




ΜΑΡΞ: «Δεν μίλησα ποτέ για σοσιαλισμό των σοφών».




Παρόλο λοιπόν που όλα τα εκλαϊκευτικά εγχειρίδια του μαρξισμού τον χαρακτηρίζουν σαν «επιστημονικό σοσιαλισμό», έκφραση πού επαναλαμβάνουν, εν χορώ, όλοι οι λενινιστές, βλέπουμε πόσο ο ίδιος ο Μαρξ ήταν μακριά από αύτη την αντίληψη. Πίστευε και αυτός όπως και ο Μπακούνιν, ότι ο σοσιαλισμός δεν ήταν τίποτα άλλο από το αυθόρμητο κίνημα των μαζών το όποιο ο μαρξισμός απλά κατέγραφε και το έκανε συνειδητό. Γι' αυτό και στο περιθώριο του βιβλίου Κρατισμός και αναρχία έγραψε: «Το θέμα δεν είναι να αποτυπώσουμε στο κεφάλι του προλεταριάτου έναν επιστημονικό σοσιαλισμό, αλλά να εκφράσουμε το αληθινό κίνημα των μαζών».


Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε παρακάτω, οι μαρξιστές θα διασπαστούν, πάνω σε αυτό το ζήτημα. Ορισμένοι (ο Κάουτσκι και στη συνέχεια ο Λένιν) θα πέσουν στην παγίδα, την οποία είχε καταγγείλει ο Μπακούνιν, άλλοι, σαν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ή τον Πάνεκουκ, θα υιοθετήσουν τις αντιεξουσιαστικές διευκρινίσεις του Μαρξ και θα αναλάβουν να τις επανατοποθετήσουν στα πλαίσια του συνολικού έργου του.



1. Εννοεί την περίφημη «Λαϊκή Τράπεζα» {τραπεζική πίστωση) και τους συνεταιρισμούς (αλληλεγγύη).


2. Η Ένωση χωρίστηκε σε εθνικά τμήματα· τη διεύθυνση της ανέλαβε ένα Γενικό Συμβούλιο που είχε έδρα του το Λονδίνο και καθήκον να συγκαλεί ένα συνέδριο κάθε χρόνο.


3. Ed. Sociales, σ. 67.


4. Υπενθυμίζουμε ότι, ούτε ό ένας, ούτε ό άλλος, χρησιμοποίησαν ποτέ αυτή την λέξη (βλ. εισαγωγή).


5. «Προτείνω να αντικατασταθεί παντού ο όρος "Κράτος" από τον παλιό γερμανικό όρο "Gemenwessen" (ο οποίος σημαίνει, ταυτόχρονα, κομμούνα, κοινότητα και κομμουνισμός) Ένγκελς». Βλ. επίσης στο κεφάλαιο «Ο Μαρξ και η αυτοδιαχείριση», σ. 59, 61, 62, στο βιβλίο του Υβόν Μπουρντέ ‘‘Pour l’ autogestion’’.


6. Βλ. Μπακούνιν, La liberte, ed. Seghers στον πρόλογο, όπου παραδόξως χαρακτηρίζεται σαν «o μεγαλύτερος μαρξιστής, πολύ ανώτερος και από τον -'Ένγκελς».''


''Αγωνες για την αυτοδιαχείριση'' Υβόν Μπουρντέ - Αλαίν Γκιγιέρμ. (σελ 75-84).





''Τέλος, η Κομμούνα συνέβαλε καθοριστικά στην διάλυση της Α' Διεθνούς Μετά την συντριβή της Κομμούνας, τα επαναστατικά στοιχεία της γαλλικής εργατικής τάξης σφαγιάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, ή στάλθηκαν στην εξορία, όπου και παρέμειναν καθ' όλη σχεδόν την δεκαετία του 1870, Η απουσία τους από την Διεθνή εξασθένισε δραματικά την επιρροή των φεντεραλιστών μέσα στους κόλπους της, ενώ η ισορροπία δυνάμεων μετεβλήθη σαφώς υπέρ του Μαρξ. Ο τελευταίος έκανε τα πάντα για να εκδιώξει τους μπακουνικούς αντιπάλους του και μάλιστα κατά τρόπο επονείδιστο.


Η σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα κατά το τελευταίο ενωτικό Συνέδριο της Διεθνούς, το οποίο διεξήχθη στην Χάγη τον Σεπτέμβριο του 1872. Αντίθετα απ' ό,τι συνήθιζε, ο Μαρξ παρέστη αυτοπροσώπως στο Συνέδριο της Χάγης και με την υποστήριξη τουΈνγκελς, διέσπειρε ανυπόστατες κατηγορίες ότι ο Μπακούνιν είχε χρησιμοποιήσει αθέμιτες μεθόδους για να αποκτήσει χρήματα, ενώ δεν διαχώρισε την θέση του σχετικά με τις ψευδείς φήμες ότι ο Ρώσος ήταν μυστικός πράκτορας του τσάρου. Τώρα ο Μαρξ είχε την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την ίδια ακριβώς δύναμη που είχε παραχωρήσει στο Γενικό Συμβσύλιο το Συνέδριο της Βασιλείας (κάτι που -τι ειρωνεία!- είχε γίνει με την ένθερμη υποστήριξη του Μπακούνιν), έτσι ώστε να αποφασίσει ποιες οργανώσεις μπορούσαν να ανήκουν νομίμως στην Διεθνή. Αποσκοπώντας αποκλειστικά και μόνο στην αποπομπή του Μπακούνιν, ο Μαρξ και οι μπλανκιστές, μέσω μιας ανίερης και βραχύβιας συμμαχίας, εξουδετέρωσαν, με διάφορες δολοπλοκίες τον πατριάρχη της Αναρχίας και κατόρθωσαν να τον αποπέμψουν από την Διεθνή, μαζί με τον υποστηρικτή του Τζέημς Γκυγιώμ. Η πλειοψηφία*, που συγκέντρωσε ο Μαρξ κατά του Μπακούνιν, συμπεριελάμβανε τις ψήφους 5 αντιπροσώπων οργανώσεων-σφραγίδων, οι οποίοι δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνο τον εαυτό τους. Μετά ταύτα, σε μια εσκεμμένη προσπάθεια διάλυσης της Διεθνούς, η οποία εγκυμονούσε τον κίνδυνο να στραφεί προς τον αναρχισμό του Μπακούνιν, ο Μαρξ πέτυχε την ομόφωνη έγκριση του Συνεδρίου για την μεταφορά της έδρας του Γενικού Συμβουλίου στις ΗΠΑ, όπου τελικώς, όπως προσδοκούσε, η Α' Διεθνής πέρασε στην λήθη.


Μολονότι αυτό το μέτρο υπήρξε ουσιαστικά η ταφόπλακα της Διεθνούς, δεν εξαφάνισε, ωστόσο, τις αντιμαχόμενες τάσεις του σοσιαλισμού, οι οποίες είχαν γεννηθεί από την ήττα της Κομμούνας. Το αντίθετο: ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως «κόκκινου τρομοκράτη δόκτορα» όπως τον αποκαλούσε ο βρετανικός Τύπος, τώρα επιβεβαιωνόταν. Οι υποστηρικτές του Μπακούνιν, με την σειρά τους, επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια πιο αποκεντρωτική «Αντιεξουσιαστική Διεθνή» στην Ευρώπη. Λίγο μετά το Συνέδριο της Χάγης, η νέα Διεθνής συνεδρίασε στο Σαιντ-Ιμιέ της Ελβετίας, αποτελούμενη, όχι μόνο από αναρχικούς και φιλοαναρχικούς, αλλά και από Βρετανούς μετριοπαθείς συνδικαλιστές, τους οποίους ένωνε κυρίως η εχθρότητα απέναντι στο Γενικό Συμβούλιο. Εν αντιθέσει προς την ελεγχόμενη από το Γενικό Συμβούλιο Διεθνή, η διάδοχη Διεθνής του Σαιντ-Ιμιέ ήθελε να είναι μια εθελοντική ομοσπονδία αυτόνομων εθνικών ομοσπονδιών, η κάθε μία εκ των οποίων θα ήταν ελεύθερη να ακολουθεί την πολιτική που η ίδια είχε επιλέξει. Σύντομα όμως οι Βρετανοί μετριοπαθείς αποχώρησαν, αφήνοντας σχεδόν μόνους τους αναρχικούς.


Πιοτρ Κροπότκιν. 1842-1921 (photo 1864).


Το τελευταίο ουσιαστικά αναρχικό συνέδριο, το οποίο διεξήχθη το 1876, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπακούνιν, σημαδεύτηκε από την καταλυτική επιρροή του αναρχοκομμουνισμού του Κροπότκιν. Εν αντιθέσει προς τον Προυντόν και τον Μπακούνιν, με την ανοχή τους απέναντι στις μη εκμεταλλευτικές μορφές ατομικής ιδιοκτησίας, η τάση Κροπότκιν απαιτούσε την πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και υιοθετούσε το παλιό κομμουνιστικό σύνθημα «απ' τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Ο ατομικιστικός χειροτεχνικός σοσιαλισμός του Προυντόν και ο κολλεκτιβιστικός χειροτεχνικός σοσιαλισμός του Μπακούνιν, παραχώρησαν έτσι την θέση τους, για πολλούς αναρχικούς, στον ελευθεριακό κομμουνισμό.








*41 ψήφοι έναντι 23. Η πλειοψηφία έλαβε τις εξής ψήφους: 16 από το Γενικό Συμβούλιο, 10 από την Γερμανία, 6 από την Γαλλία, 3 από την Ελβετία, 2 από τις ΗΠΑ (ο Ζόργκε μαρξιστής και ο Ντεριούρ μπλανκιστής), και από 1 από την Ισπανία, την Βοημία, την Δανία και την Σουηδία αντιστοίχως. Η μπακουνική μειοψηφία έλαβε τις εξής ψήφους: 8 από το Βέλγιο, 5 από την Αγγλία, 4 από την Ολλανδία, 4 από την Ισπανία, 2 από την Ελβετία και 1 από την Γαλλία. Οι Ιταλοί μπακουνικοί μποϋκοτάρησαν το συνέδριο.''






Μάρραιη Μπούκτσιν : “The Third Revolution: Popular Movements and the Revolutionary Era”. (Τόμος Β’).




Καλό είναι να τα γνωρίζουμε όλα αυτά. Γιατί η γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος βρίσκεται και στον Μαρξ, σε ένα σημαντικότατο βαθμό, λόγω της ταύτισης της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής με την κρατική ιδιοκτησία πάνω σε αυτά. Εκεί στηρίχτηκαν οι επίγονοι και επέβαλαν σταδιακά τον νεομπλανκικό μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό και τον  σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμιστικό καθεστωτισμό στην εργατική τάξη, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, με το πείραμα της "Ε.Σ.Σ.Δ." και της "Λ.Δ." της Κίνας, αλλά και με την επικράτηση του κεϋνσιανού κοινωνικοοικονομικού συμβιβασμού στην Δύση.

Οι συγγραφείς του βιβλίου ''Αγώνες για την αυτοδιαχείριση'' σφάλλουν, όταν ισχυρίζονται ότι οι μεγαλειώδεις επισημάνσεις του Μπακούνιν, για την κυριαρχία, πάνω στους εργάτες, της ελίτ, που υποτίθεται ότι κατέχει, ως ένα σώμα ειδικών, την επιστημονική γνώση, είναι υπερβολικές. Ο επιστημονισμός του Μαρξ, αυτή του η λατρεία στην επιστήμη και στην τεχνολογία, είναι που τον οδήγησε στον ιστορικό υλισμό και στην κυριαρχία των κατόχων της επιστημονικής και συνάμα επαναστατικής θεωρίας, η οποία, αναπόδραστα, κατευθύνει την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης προς τον σοσιαλισμό.

Έτσι, όμως, η εργατική τάξη, το προλεταριάτο και ευρύτερα όλη η κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις και οι άνθρωποι, ως μονάδες, πραγμοποιούνται, αφού γίνονται όργανα της, κατ' αυτόν τον τρόπο, μεταφυσικής δύναμης, που τους και τις οδηγεί σε μια κατεύθυνση, που δεν ελέγχουν και έτσι δεν μπορούν, παρά να υποταχθούν, έκοντες, άκοντες, στην μοίρα τους. Από εδώ και πέρα, μέσα σε αυτό το πλαίσιο της επιστημονικοφανούς μαρξιστικής θεωρίας του ''Κεφάλαιου'', το πηδάλιο παίρνουν οι ειδικοί - στην πράξη η κομματική γραφειοκρατία - που ως κάτοχοι της επαναστατικής κοινωνικής επιστήμης του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, θα καθοδηγήσουν τις εξελίξεις. Όταν, όμως, μια κοινωνική ομάδα αναλάβει τέτοια καθήκοντα εξουσίας και καθοδήγησης, τότε θα μετασχηματιστεί σε εξουσιαστικό κοινωνικό στρώμα, με ίδια συμφέροντα και κοινωνικές επιδιώξεις. Αυτό που, άλλωστε, έγινε στα δήθεν εργατικά κράτη, που δημιουργήθηκαν, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων το 1917 και αυτό, που έκαναν οι ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες στην Δύση.

Περιττό να πω ότι η εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο του Μαρξ, υπετάγη στην μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων στον σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό και στον νεομπλανκικό μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό, πάνω στην κοινή βάση και των δύο ρευμάτων, που πρέσβευαν την άποψη ότι το εργατικό κίνημα, από μόνο του, δεν μπορεί να υπερβεί τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση και την συνδικαλιστική (τρεϊντγιουνιονιστική) πολιτική και ως εκ τούτου, η σοσιαλιστική συνείδηση και πολιτική θα του έλθει από έξω, από τους πολιτικά και κομματικά οργανωμένους και σοσιαλιστικά προσανατολισμένους μικροαστούς διανοούμενους.


Αυτή η πεποίθηση και αυτός ο κομβικά κρίσιμος πολιτικός προσανατολισμός υπήρξε και είναι η κοινή πεμπτουσία και των δύο ρευμάτων του μαρξιστικού χώρου. Και του ρεφορμιστικού της σοσιαλδημοκατίας του Καρλ Κάουτσκυ, αλλά και του μαθητή του γερμανού σοσιαλδημοκράτη και μετέπειτα αντιπάλου του και εκφραστή του μπολσεβικικού νεομπλανκισμού, του Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν. Άλλωστε, το βιβλίο του Λένιν  ''Τι να κάνουμε'' βρίθει από τις εγκωμιαστικές αναφορές και τις παραπομπές του Λένιν στον - τότε δάσκαλό του - Κάουτσκυ.


Αυτά ο Μπακούνιν τα είχε προβλέψει (παρά τις δικές του εμμονές και τα σφάλματα που ο ίδιος διέπραξε) και τα είχε καταγγείλει. Αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία και δεν μένουν στην καρικατούρα, που οι μαρξιστές και οι αστοί έφτιαξαν για τον Μιχαήλ Μπακούνιν (τον παρουσιάζουν ως εραστή των μολότωφ) και η οποία μακρινή σχέση έχει με τον πραγματικό Μπακούνιν, ο οποίος ήταν ένας κοινωνικός επαναστάτης και θεωρητικός που δενόταν με τα κοινωνικά κινήματα, του το έχουν αναγνωρίσει.


Η ήττα της Κομμούνας του Παρισιού ήταν καθοριστική, αφού οδήγησε το εργατικό κίνημα στον οργανωτισμό και από εκεί στην κυριαρχία της μικροαστικής ελίτ των διανοουμένων, που κατείχαν την επαναστατική κοινωνική επιστήμη, ισχυρισμός, που προβλήθηκε κατά κόρον από τον Μαρξ και τους μαρξιστές και που υποβίβασε τον ρόλο των εργατών στο παθητικό πεζικό των στρατηγών - επιστημόνων, που συσπειρώθηκαν και σχημάτισαν την κομματική ελίτ, η οποία κατεύθυνε την πολιτική δράση, μέσα από την πεποίθηση, που ο μαρξισμός καλλιέργησε και που συμπυκνώνονταν στο δόγμα ότι αυτή η ελίτ κατείχε, ως ένα σώμα ειδικών, την επιστημονική αλήθεια....


Οι επαναστατικές εξάρσεις του εργατικού κινήματος δεν έλλειψαν στην συνέχεια. Όλες, όμως, κατέληξαν στην ήττα και ο μπολσεβικισμός φέρει βαριά ευθύνη γι' αυτό. Δεν είναι, βέβαια, ο μόνος υπεύθυνος (και τούτο επειδή η ίδια η καπιταλιστική κοινωνική και οικονομική εξέλιξη και  ανάπτυξη οδήγησε στην γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος και στην ενσωμάτωσή του, μέσα σε αυτό το νέο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, που διαμορφώθηκε και το οποίο μετασχημάτισε και τον ίδιο τον κλασσικό καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς και των ολιγοπωλίων, στην αντικατάστασή του από τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, ο οποίος γεννήθηκε, κατά την διάρκεια των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, από δύο αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες μεταξύ τους πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές κατευθύνσεις, οι οποίες, όμως, υπέστησαν - και σχηματοποιήθηκαν σε - έναν ιστορικά προσδιορισμένο κοινωνικοοικονομικό συγκερασμό :

Από την μια πλευρά, από την ρωσική επανάσταση του 1917 και την αποτυχία του εργατοαγροτικού συμβουλιακού εγχειρήματος και από την άλλη πλευρά, από την έλευση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της περιόδου 1929 - 1941 και την αποτυχία των παραδοσιακών μεθόδων διαχείρισης κρίσεων, που προήρχοντο από το οπλοστάσιο της συμβατικής σοφίας των κλασσικών οικονομολόγων και των εκλαϊκευτών αυτής της συμβατικής σοφίας, που σηματοδότησαν τον μετασχηματισμό του κλασσικού καπιταλισμού και την αντικατάστασή του, από μια νέα, κοινωνικά και οικονομικά, διαφοροποιημένη εκδοχή του - τον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, με τα νέα εργαλεία διαχείρισής του, που του έδωσε η κεϋνσιανή θεωρία και η πρακτική του ρουσβελτιανού οικονομικού επιτελείου), αλλά η ευθύνη του υπήρξε σημαντική και καθοριστική.


Τελευταία προσπάθεια και αξιοπρόσεκτη κοινωνικοαπελευθερωτική συνεισφορά του εργατικού κινήματος υπήρξε η Ισπανική Επανάσταση του 1936 - 1939, η οποία επίσης ηττήθηκε κάτω από το βάρος της αντιδραστικής κυριαρχίας του φασισμού και του σταλινικού κομμουνισμού, κατά το τέλος του Μεσοπολέμου, αλλά και της ίδιας της καπιταλιστικής εξέλιξης των πραγμάτων, η οποία, όμως, παραμερίστηκε από την βαριά κοινωνική ένταση και την ανελέητη κοινωνική σύγκρουση, η οποία πήρε στρατιωτικές διαστάσεις. Απλώς, εδώ σημειώνω ότι η επαναστατική εξέλιξη στην Ισπανία υπήρξε καρπός της επαναστατικής κοινωνικής συμμαχίας εργατών - αγροτών και της ιδεολογικής επιρροής των μπακουνινικών ιδεών στις αναρχοσυνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις C.N.T. και F.A.I., αλλά και στις άλλες πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) μέχρι το ΚΚ Ισπανίας (PCE) και το ανεξάρτητο κομμουνιστικό POUM, κάτω από το συντριπτικό βάρος της κυριαρχίας του φασισμού στην Ευρώπη και την αιματηρή διάλυση των ρεφορμιστικών και των κομμουνιστικών οργανώσεων στην ναζιστική Γερμανία και στην Αυστρία (με το Άνσλους, δηλαδή την ενσωμάτωσή της στο 3ο Ράϊχ).

Έκτοτε, το εργατικό κίνημα ενσωματώθηκε πλήρως στο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα, που ξεπήδησε, μέσα από τις στάχτες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την κυριαρχία του κεϋνσιανισμού. Οι όποιες επαναστατικές εξάρσεις του στα γραφειοκρατικά κομμουνιστικά καθεστώτα, που δημιουργήθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, είτε κατεπνίγησαν αιματηρά (Ουγγαρία 1956), είτε διεκδίκησαν την επαναφορά του καπιταλιστικού συστήματος της Δύσης - ναι το κατάφεραν και αυτό οι επίγονοι των μπολσεβίκων στην Πολωνία με την ''Αλληλεγγύη'', την δεκαετία του 1980, όπου το ''εργατικό'' κράτος των κομμουνιστών, λειτουργούσε με την πραγματική εργατική τάξη εναντίον του!


Πάνω σε αυτά τα ερείπια βρίσκεται σήμερα η διεθνής κοινωνία και αυτά ερχόμαστε να διαχειριστούμε, μαζί με την διαρκή αστάθεια, που εισήγαγε στο παγκοσμιοποιημένο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα η κυριαρχία ενός νοσηρού συνδυασμού των νεοφιλελεύθερων ιδεών του Μίλτον Φρήντμαν και μιας τροποποιημένης συντηρητικής εκδοχής του κεϋνσιανισμού, γύρω από τα ζητήματα της σύγχρονης οργάνωσης του καπιταλιστικού συστήματος, ο οποίος συνδυασμός στόχευσε στην διασφάλιση της αέναης κυριαρχίας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ελίτ, πάνω στην πραγματική οικονομία, αποδιοργανώνοντας όλους τους μηχανισμούς ελέγχου, που διασφάλιζαν την σταθερότητα του συστήματος και οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί από την γενιά που έζησε την εμπειρία της Great Depression της δεκαετίας του 1930 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που ακολούθησε αυτήν την κρίση.


Το γεγονός ότι η αποσταθεροποίηση που είχε υποστεί ο παγκοσμιοποιημένος γραφειοκρατικός καπιταλισμός αποκαλύφθηκε, πλήρως, με την έλευση της ύφεσης του 2008, η οποία υπήρξε αναπόδραστο αποτέλεσμα αυτού του εγκαθιδρυμένου, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", ανεξέλεγκτου και χωρίς περιορισμούς, παγκοσμιοποιητικού συστήματος χρηματοπιστωτικής επέκτασης, δεν ήταν κάτι το απρόσμενο. Το αντίθετο, μάλιστα. Ήταν απολύτως προβλέψιμο. Αρκεί κάποιος να γνώριζε, έστω και λίγο, την Ιστορία του χρήματος και της διαχείρισής του, μέσα στους αιώνες.

Το τι μέλλει γενέσθαι, είναι κάτι που θα το δούμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: