Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Από τον Φεβρουάριο, στον Οκτώβριο του 1917. Η ρωσική επανάσταση και οι επιπτώσεις της, 100 χρόνια μετά. (Ένας προσωρινός αναστοχασμός, γύρω από την αλύσωση των ιστορικών εξελίξεων, που ήλθαν και θα ακολουθήσουν, ως αποτελέσματα των πεπραγμένων του V. I. Lenin).



Η ρωσική επανάσταση, μέσα από ένα αμερικανικό φιλμ εποχής, που αποτελείται, από ένα αυθεντικό σύνολο σκηνών του πολυαίμακτου ρωσικού εμφυλίου. Το φιλμ αυτό, αν και είναι φιλικό, προς τους Μπολσεβίκους και τα έργα τους, αποτελεί μια πολύτιμη πηγή, ως μια αυθεντική καταγραφή του κλίματος εκείνης της εποχής, των ανθρώπων και της δράσης τους.



100 χρόνια μετά την ρωσική επανάσταση του 1917, έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε και στις δύο της φάσεις, από την υποτιθέμενη, ως αστικοδημοκρατική μορφή της, τον Φεβρουάριο, έως την αποκαλούμενη ως προλεταριακή εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες, με την ανατροπή της κυβέρνησης του μενσεβίκου Αλεκσάντρ Κερένσκυ, οι επιπτώσεις αυτής της επαναστατικής διαδικασίας, σε όλον τον πλανήτη, παραμένουν έντονες και ανεξίτηλες. Και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει.

Η ρωσική επανάσταση αποτελεί ένα σημείο μιας βαθιάς τομής, ενός εκτεταμένου σεισμικού ρήγματος, που διαχωρίζει την παγκόσμια ιστορία, σε ένα πριν και σε ένα μετά, χαράζοντας και προσδιορίζοντας δύο, εντελώς, διαφορετικές ιστορικές εποχές.

Και φυσικά, αυτή η εξέλιξη δεν υπήρξε, ως μια τυχαία αλύσωση γεγονότων και περιστασιακών συμβάντων, στον βαθμό, που η ίδια η έννοια της ιστορίας, ως παγκόσμιας ιστορίας, ως μιας ενοποιητικής κοινότητας, που συγκροτεί την ανθρωπότητα, ως κοινωνία και τον κόσμο, ως κοινό σύνολο, συγκροτήθηκε και μορφοποιήθηκε, μέσα στο καμίνι του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και της ρωσικής επανάστασης, που ξεπήδησε, ως ανθρώπινη δημιουργία, μέσα από αυτόν.

Προφανώς, η ρωσική επανάσταση είναι ένα γνήσιο τέκνο του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και συγκροτήθηκε, με μια σφοδρότατη δυναμική έμπρακτης αμφισβήτησής του, μέσα από την σύσταση και την οργάνωση των εργατικών συμβουλίων, στην οποία πρωταγωνίστησαν, μέσα από μια ειρωνεία της ίδιας της ιστορίας, ως κοινωνικού φαινομένου, οι Μενσεβίκοι, ως μια αστικοποιούμενη συντηρητική πτέρυγα του διχασμένου Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας (Σ.Δ.Ε.Κ.Ρ.), οι οποίοι, στις 27 Φεβρουαρίου του 1917, με δεδομένη την εμπειρία της ηττηθείσας εργατικής εξέγερσης του 1905, μία ημέρα, μετά την άρνηση του στρατιωτικού συντάγματος Βολίνσκυ να εκτελέσει τις εντολές των ανωτέρων του και να πυροβολήσει, κατά του εξεγερμένου πλήθους, κάλεσαν τους εργάτες και τους στρατιώτες να συγκροτήσουν συμβούλια, ως όργανα της επανάστασης.

Ο πρώτος ευρωπαϊκός πόλεμος, που εξελίχθηκε, σε παγκόσμιο, ενιαιοποιώντας, με βίαιο τρόπο, την ιστορία της ανθρωπότητας, είχε καταλυτικές επιπτώσεις, στην αχανή ρωσική αυτοκρατορία. Η Αγία Ρωσία του τσάρου Νικόλαου Β', η δυναστεία των Ρομανώφ και ο ίδιος ο αυτοκρατορικός θεσμός δεν επρόκειτο να έχουν ένα οποιοδήποτε καλό, ή, έστω, αδιάφορο τέλος. Το τέλος τους θα ήταν κακό. Πολύ κακό. Το χείριστο δυνατό.

Η ρωσική κοινωνία και ιδιαίτερα, το πιο μικρό, αλλά, παράλληλα, το πιο δυναμικό και ριζοσπαστικό κομμάτι της, η ρωσική εργατική τάξη, το ρωσικό προλεταριάτο, το οποίο ζούσε και είχε διαπαιδαγωγηθεί, σε συνθήκες, οι οποίες θύμιζαν το γαλλικό προλεταριάτο της εποχής της Κομμούνας του Παρισιού, δεν είχαν καμμία διάθεση να περιμένουν άλλο. Οι άρχουσες τάξεις και οι ελίτ, που κυβερνούσαν την χώρα, δεν είχαν καμμία άλλη πίστωση χρόνου.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1917, ένα τεράστιο πλήθος εργατριών της υφαντουργίας, στα εργοστάσια της Πετρούπολης, κατέβηκε, στους δρόμους, διαδηλώνοντας, ως διαμαρτυρία, για τις μεγάλες ελλείψεις του ψωμιού. Μία ημέρα μετά, στην πόλη, περισσότεροι, από 250.000 εργάτες, προχώρησαν σε απεργία και δυναμικές διαδηλώσεις και σε συγκρούσεις, με την αστυνομία, η οποία αδυνατούσε να επιβληθεί. Την επόμενη ημέρα, τα πράγματα χειροτέρεψαν, για το καθεστώς, αφού οι φοιτητές και οι μικροαστοί βγήκαν, στους δρόμους, απαιτώντας την πτώση της κυβέρνησης.

Τότε ήταν, που κλήθηκε ο στρατός, για να επιβάλει την τάξη. Στις 26 Φεβρουαρίου, οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ, κατά του πλήθους, με αποτέλεσμα οι δρόμοι της Πετρούπολης να γεμίσουν πτώματα. Αλλά, κάπου εκεί, αυτή η αιματοχυσία σταμάτησε. Όπως είπαμε, την επόμενη ημέρα το σύνταγμα της φρουράς Βολίνσκυ, όπως και άλλες στρατιωτικές μονάδες αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις διαταγές του τσάρου Νικόλαου Β' και των αξιωματικών του. Το καθεστώς ήταν, πλέον, μετέωρο και ουσιαστικά, νεκρό. Το 1905, με την σταθερή και επίμονη βοήθεια του στρατού, είχε αντέξει, επί 12 μήνες. Τώρα, μέσα σε ελάχιστες ημέρες, είχε καταρρεύσει.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, συγκροτήθηκε το Συμβούλιο - το σοβιέτ - των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών της Αγίας Πετρούπολης, του Πέτρογκραντ, το οποίο υπήρξε ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες, όσον αφορά την κοινωνική κοσμογονία, που ακολούθησε, αφού μπορεί οι δυστυχείς Μενσεβίκοι να είδαν αυτή την κοινωνική πρωτοβουλία, στην οποία - υποτίθεται ότι - πρωταγωνίστησαν, ως ένα χρήσιμο εργαλείο, για την επιβολή της δικής τους ισχύος, πλην όμως, η ιστορική εξέλιξη ακολούθησε άλλες υποτιθέμενες, ως μη αναμενόμενες, ατραπούς.

Και αυτό συνέβη, όταν οι Μενσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες βρέθηκαν να είναι μειοψηφία, σε αυτά τα επαναστατικά σώματα, αφού τον Οκτώβριο του 1917, μέσα από ένα απίστευτο σλάλομ της Ιστορίας, η πλειοψηφική φράξια του Σ.Δ.Ε.Κ.Ρ., οι Μπολσεβίκοι, οι μετονομασμένοι, ως Κομμουνιστές, πρώην σοσιαλδημοκράτες του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, κάτω από την αταλάντευτη καθοδήγησή του, κατέκτησαν την πλειοψηφία στο επαναστατικό σώμα του Συμβουλίου εργατών και αγροτών της Πετρούπολης και με πρόεδρο τον Λέοντα Νταβίντοβιτς Τρότσκυ, προέβησαν στο επαναστατικό κίνημα της 25ης Οκτωβρίου 1917, στην ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης και στον σχηματισμό νέας επαναστατικής κυβέρνησης, με σοσιαλιστικό χαρακτήρα, με σαφή εντολή από το επαναστατικό αυτό κοινωνικό σώμα και στο όνομα της εξουσίας των εργατών και των στρατιωτών.

Προφανώς, αργότερα, μετά την νίκη των Μπολσεβίκων, στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο της περιόδου 1918 - 1921, οι Μενσεβίκοι κατηγορήθηκαν και οι ίδιοι μετάνοιωσαν, για την προτροπή τους, στην δημιουργία των εργατικών συμβουλίων, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο ρόλος τους, σε αυτή την διαδικασία, έχει υπερτονισθεί.

Τα εργατικά συμβούλια, ως όργανα πραγματικής εξουσίας, μέσα στην ρωσική κοινωνία, θα σχηματίζονταν, ούτως ή άλλως, είτε με την προτροπή των Μπολσεβίκων, είτε των σοσιαλεπαναστατών και των αναρχικών. Η εργατική τάξη της Ρωσίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των μαρξιστικών και των αναρχικών επαναστατικών ομάδων, όπως και οι στρατιώτες, μέσα από την καταστροφική επίδραση του πολέμου, είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί.

Ο τροχός της ιστορικής εξέλιξης είχε τεθεί σε κίνηση. Οι Μενσεβίκοι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο, εκτός από αυτό, που έκαναν. Και αυτό, που έκαναν, τότε, που το επιχειρούσαν, καλώντας τους εργάτες να προχωρήσουν, στην άμεση συγκρότηση των συμβουλίων, ως οργάνων άσκησης της εργατικής εξουσίας, συμβάδιζε, απόλυτα, με το δικό τους συμφέρον, ως μιας ελιτιστικής εξουσιαστικής πολιτικής ομάδας, που διεκδικούσε ένα σεβαστό μερίδιο, στην άσκηση της νέας εξουσίας, που θα προέκυπτε, από την αντικατάσταση της καταρρέουσας παλαιάς αυτοκρατορικής εξουσίας, από ένα νεαρό κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Ως εκ τούτου, οι όποιες κατηγορίες, εις βάρος των Μενσεβίκων και οι όποιες μεταγενέστερες αυτομαστιγωτικές "τύψεις" των στελεχών τους, για την συμβολή τους, στην συγκρότηση αυτών των ριζοσπαστικών θεσμικών οργάνων άσκησης της εργατοαγροτικής εξουσίας είναι άνευ ουσίας και ιστορικής αξίας.

Αλλά αυτό, που εδώ, έχει σημασία δεν είναι να περιγράψουμε τα ίδια τα γεγονότα και το όποιο περιεχόμενό τους, όσον αφορά εκείνη την τρικυμιώδη εποχή. Αυτό το έχουμε πράξει, σε άλλα κείμενά μας.

[Υπάρχουν, σε αυτό εδώ το μπλογκ δύο πολύ αναλυτικά κείμενα , γύρω από την ρωσική επανάσταση. Οι τίτλοι τους είναι : 21/1/1924 - 21/1/2014 : Η πολιτική κληρονομιά του Β. Ι. Λένιν, 90 χρόνια μετά. (Από το σύνθημα "Όλη η εξουσία στα σοβιέτ", στην οικοδόμηση της ολοκληρωτικής εξουσίας της σοβιετικής γραφειοκρατίας) και V. I. Lenin και Rosa Luxemburg : Βίοι παράλληλοι και αντίθετοι. Ή ο λενινισμός, ως μια αντιελευθεριακή και αντιδημοκρατική παιδαγωγική. (Μια αποτίμηση της πορείας, προς την ουτοπία και των αδιεξόδων του κοινωνικοαπελευθερωτικού πειράματος των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων από το 1919 μέχρι το 1921). Και τα δύο αυτά δημοσιεύματα είναι χρήσιμα να διαβάσουν όσοι ενδιαφέρονται, προκειμένου να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα, για όσα, εδώ,αναφέρονται].

Αυτό, που, τώρα, πρέπει να κάνουμε, είναι να δούμε τις επιπτώσεις αυτών των γεγονότων και της επαναστατικής διαδικασίας, που ξέσπασε και εδραιώθηκε - όπως και αν αυτή εδραιώθηκε -, στις μετέπειτα εξελίξεις, στην σημερινή εποχή και στο αύριο της παγκόσμιας κοινότητας των ανθρώπων. Αυτό, άλλωστε, είναι που έχει σημασία.





Ιανουάριος 1924 : Η πολιτική κηδεία του Β. Ι. Λένιν, η οποία, ουσιαστικά, διενεργήθηκε, ως ένα οργανωμένο λαϊκό προσκύνημα και φυσικά, ουδέποτε, ολοκληρώθηκε, αφού η σορός του μπολσεβίκου ηγέτη παραμένει, μέχρι τις ημέρες μας, άταφη...



Η πτώση της τσαρικής απολυταρχίας είναι, βέβαια, από μόνη της, ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Αλλά, από ιστορική άποψη, αποτελεί κάτι το δευτερεύον, όταν βλέπουμε το ευρύτερο πλαίσιο, μέσα, στο οποίο επήλθε η πτώση του τσαρικού καθεστώτος, εν όψει των κατακλυσμιαίων κοσμοϊστορικών γεγονότων, των οποίων αυτή η εξέλιξη υπήρξε δημιουργός και με δεδομένες, πλέον, τις διαρκείς και απολύτως, ενεργές, στις ημέρες μας και εις το διηνεκές, επιπτώσεις, που ακολούθησαν και θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν χώρα, στο απώτερο και απροσδιόριστο μέλλον.

Η "Σοβιετική Ένωση" "Ε.Σ.Σ.Δ."), που αντικατέστησε την Ρωσική Αυτοκρατορία και το Κομμουνιστικό Κόμμα της "Σοβιετικής Ένωσης", που διαδέχτηκε τον τσάρο Νικόλαο Β' και την αυλή του, εγκαθιδρύοντας την 74ετή μονοκομματική εξουσία του, στα αχανή εδάφη της, δηλαδή , σε τελική ανάλυση, οι Μπολσεβίκοι, οι κομμουνιστές του Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν) επιχείρησαν και επέβαλαν - για πρώτη φορά, στην καταγεγραμμένη σύγχρονη Ιστορία, μετά το πρωτόλειο και χαοτικό, ως προς τους επαμφοτερίζοντες προσανατολισμούς των πρωταγωνιστών του, πείραμα της Κομμούνας του Παρισιού, της οποίας η ιστορική αξία μπορεί, ίσως, να επικεντρώνεται, περισσότερο, στους ιστορικούς συμβολισμούς, αν και βέβαια, δεν εξαντλείται, μόνον, σε αυτούς, αλλά η αλήθεια είναι ότι και οι συμβολισμοί έχουν την δική τους ιστορική αυταξία και καθίστανται, ιστορικά, αναγκαίοι -, με πλήρη και διαυγή συνείδηση έχοντας στο πλευρό τους, την συντριπτική πλειοψηφία του ολιγάριθμου ρωσικού προλεταριάτου, στις πόλεις, όπως επίσης και την ενεργό υποστήριξη μεγάλου μέρους της μάζας των αγροτικής προέλευσης στρατιωτών, αλλά και ενός μεγάλου τμήματος των κατοίκων της ρωσικής υπαίθρου, την δημιουργία του πρώτου κομμουνιστικού κράτους και μιας συναφούς κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Βέβαια, αυτή η πρακτική εξειδίκευση της, επιστημονικοφανούς περιεχομένου και κοινωνιολογικού χαρακτήρα, κομμουνιστικής εξαγγελίας του Karl Marx, η οποία υποτίθεται ότι θεμελιώνεται, στον άκαμπτο οικονομικό ντετερμινισμό των περίφημων μαρξικών εξισώσεων, που (ομοίως, υποτιθέμενα) αποδεικνύουν την κατάρρευση του καπιταλισμού, ως οικονομικού συστήματος και την αντικατάστασή του, από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, μπορεί να οδηγήθηκε, στο να εξελιχθεί, μέσα από την "σοβιετική" μορφή της, σε μια συγκεντρωτική και κρατικιστική πρακτική κοινωνική και οικονομική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Και αυτό είναι που έγινε.  [Δείτε ένα ενημερωτικό δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : 14/3/1883 - 14/3/2013 : 130 χρόνια μετά τον θάνατο του Karl Marx. (Ο Μαρξ σαν επαναστάτης υπερασπιστής της εργατικής τάξης και σαν συντηρητικός θεωρητικός θεμελιωτής της εξουσίας της διευθυντικής ελίτ του γραφειοκρατικού καπιταλισμού)].

Μπορεί, στην συνέχεια, η κατάρρευση του αποκληθέντος, ως υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή της πρακτικής εκδοχής του μοντέλου, που ο Ιωσήφ Στάλιν οικοδόμησε ως "σοβιετικό κρατικό κομμουνισμό", να μετεξελίχθηκε, μέσα από την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, που ακολούθησε την απόσυρση, από το ιστορικό προσκήνιο, του "σοβιετικού" κράτους, σε μια μικτή κρατική και "ιδιωτική" (με και χωρίς εισαγωγικά) τεχνοδομική έκδοση του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, στην οποία διαπλέκονται οι γραφειοκρατικές κοινωνικές δομές και εξουσιαστικές ομάδες των μεγάλων κρατικών/κομματικών και ιδιωτικών πολυεθνικών (και μη) επιχειρήσεων, έτσι όπως αυτό το ιστορικό κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύμπλεγμα εκφράζεται, από το σύγχρονο κινεζικό κράτος των διαδόχων του Μάο Τσετουνγκ, από την εποχή του "Μεγάλου Τιμονιέρη", ή του Ντενγκ Ξιάοπινγκ και των διαδόχων του, στην στιβαρή ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.

Προφανώς, κάτι τέτοιο συνέβη. Ήδη, από την εποχή του Β. Ι. Λένιν, αμέσως, μετά το τέλος του ρωσικού εμφυλίου πολέμου και την Νέα Οικονομική Πολιτική (Ν.Ε.Π.) και το κομματικό σύνθημα "Πλουτίστε", που προπαγάνδιζε ο Νικολάϊ Μπουχάριν, στην διάρκεια της δεκαετίας του 1920, απευθυνόμενος, στους "σοβιετικούς" πολίτες και ιδίως, στην νέα εξουσιαστική τάξη, που γεννιόταν, στην μετεπαναστατική Ρωσία των μονοκομματικών "εργατικών συμβουλίων" και του κομμουνιστικού κρατικοκαπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, μέσα από μια ολοκληρωτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, δημιουργήθηκε το πρόπλασμα της "σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς". Οι μεταγενέστεροι ηγέτες του Κ. Κ. Κίνας δεν βάδισαν στο κενό.

Και φυσικά, το γεγονός ότι, σε αυτή την πολύπλοκη κοινωνικοϊστορική και οικονομική διαδικασία, ενεπλάκησαν, ως βασικές κοινωνικές συνιστώσες, οι γραφειοκρατικές ελίτ των "επαγγελματιών επαναστατών", που συγκροτήθηκαν, ως εξουσιαστικές ομάδες και κοινωνικές τάξεις με τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα, τα οποία, φυσικά, εξυπηρέτησαν και εξακολουθούν να υπηρετούν, μέσα στα πλαίσια της λενινιστικής ιδεολογίας και πρακτικής και αφορούσαν το σχέδιο οργάνωσης και δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, που μετεξελίχθηκε και μετασχηματίσθηκε, σε ένα ευρύτερο σχέδιο οργάνωσης των κομμουνιστικών κρατών και δι' αυτών της ίδιας της οργάνωσης των αποκαλούμενων, ως σοσιαλιστικών κοινωνιών, ουδόλως, διαφοροποιεί τα δεδομένα και τα γεγονότα, όταν αυτά εξετάζονται, από κοινωνιολογική και ιστορική σκοπιά.

Σε καμμία περίπτωση, όμως, αυτή η πολύπλοκη και πολυπλόκαμη κοινωνικοϊστορική διαδικασία δεν αναιρεί και δεν αλλάζει τα γεγονότα και την φορά των πραγμάτων, αφού αυτή η ποικιλομορφία, όπως και ο εσώτερος και ο βαθύτερος πυρήνας των διάφορων εκδοχών των νέων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών καθεστώτων και των ελίτ, που συγκροτήθηκαν, ως κοινωνικές τάξεις και συσσωματώσεις και άσκησαν και ασκούν, ακόμη και σήμερα, εξουσία, δεν θα είχαν υπόσταση, έως τις ημέρες μας, ούτε και μετά από αυτές.

Οι ομάδες αυτές, οι κοινωνικές τάξεις, καθώς και τα κοινωνικά και οικονομικά καθεστώτα, που γεννήθηκαν και τροποποιήθηκαν, υπάρχουν και συγκροτούνται, ως προϊόντα και αποτελέσματα της ρωσικής επανάστασης και ως, κοινωνιολογικώ τω τρόπω, άμεσοι και έμμεσοι κληρονόμοι αυτής της επαναστατικής διαδικασίας, που γέννησε τον έμπρακτο κομμουνισμό, μέσα από την δράση του Κ.Κ.Σ.Ε., της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του κομμουνιστικού κινήματος.

Η ύπαρξη του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η στιβαρή εξουσία, που ασκεί, στην πολυάνθρωπη και αχανή Κίνα των 1.373.541.278 ανθρώπων, με εθνική συνοχή της τάξεως του 91,6% και με μια οικονομία, η οποία, σήμερα, είναι πρώτη στον κόσμο, από απόψεως μέγεθους ΑΕΠ, το οποίο έφθασε, το 2016, στα 21,27 τρισ. $, με ετήσια ανάπτυξη της τάξεως του 6,7%, δηλαδή σε μια χώρα, η οποία φαίνεται να οδεύει (εάν δεν ανασχεθεί), προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία, δείχνει ότι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, μέσω των πολιτικοϊδεολογικών του κληρονόμων, δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και ότι οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, στην δυτική εκδοχή του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, δεν έχουν ξεμπερδέψει μαζύ του, όπως, ίσως, νόμισαν, κατά την δεκαετία του 1990, μετά την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και της "σοβιετικής" εκδοχής του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Κάθε άλλο.

Αλλά η ύπαρξη του νεοκομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, ως μιας υβριδικής μορφής του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, δείχνει και κάτι άλλο :

Ότι, μέσα από τα δεδομένα, που προκύπτουν, ως αποτελέσματα της ίδιας ιστορικής εξέλιξης, τελικά, ο λενινισμός δεν είναι, τίποτε άλλο από ένα εργαλείο της ίδιας κοινωνικοϊστορικής εξέλιξης, η οποία οδήγησε, στην γραφειοκρατικοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος.

Μια διαδικασία, της οποίας το πρώτο, σαφές, αν και δυσδιάκριτο - και ως εκ τούτου, όχι, εύκολα, παρατηρήσιμο - ιστορικό ιχνογράφημα, ανιχνεύτηκε, στην Πρώτη Διεθνή και την συνδικαλιστική και πολιτική γραφειοκρατία, που εμβρυικά, αλλά και σαφέστατα, συγκροτήθηκε, γύρω από τον Karl Marx και τους οπαδούς του, όπως καταγγέλθηκε, επίμονα και (τρόπος του λέγειν) προφητικά, αν και αναποτελεσματικά, από τον Μιχαήλ Μπακούνιν. (Δείτε το παλαιό κείμενό μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Ο Mikhail Aleksandrovich Bakunin 138 χρόνια μετά : Ο διεισδυτικός αναλυτής και προφήτης ενός ζοφερού μέλλοντος, το οποίο, ήδη, αποτελεί ένα σκοτεινό παρελθόν και επιβιώνει ως ένα κακό παρόν)].





Εν τέλει, παρά τα λεγόμενα των πανικόβλητων Μενσεβίκων, οι οποίοι (όπως, άλλωστε και η έκπληκτη και απροετοίμαστη ηγεσία των Μπολσεβίκων), εντυπωσιασμένοι και περιδεείς παρακολουθούσαν, τον Απρίλιο του 1917, τις θέσεις του, παραπάνω εικονιζόμενου και νεοφερμένου, εκείνο τον καιρό, από το εξωτερικό, Β. Ι. Λένιν, για την ανατροπή της προσωρινής ρωσικής κυβέρνησης και την άμεση κατάληψη της εξουσίας, από τα εργατικά συμβούλια και διέδιδαν ότι "ο Λένιν διεκδικεί, τον κενό θρόνο του Μιχαήλ Μπακούνιν", στην πραγματικότητα, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, δεν ήταν και φυσικά, ουδέποτε θέλησε να γίνει Μπακούνιν.

Αυτό, που μπόρεσε να κάνει ο Λένιν, ήταν το να δει ότι η εξουσία ήταν διαθέσιμη και ότι ήταν δυνατόν να καταληφθεί, αφού όλες οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις, για να ευοδωθεί ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα, στην επαναστατημένη Ρωσία, ήσαν παρούσες. Και αυτό ήταν εκείνο, που έπραξε, ανοίγοντας τον δρόμο, για τις τεράστιες αλλαγές, που ακολούθησαν και οι οποίες ξεπέρασαν κατά πολύ, τις προθέσεις του (τόσο πολύ που ούτε ο ίδιος περίμενε) και εξαπλώθηκαν, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας, σε ένα βάθος χρόνου, το οποίο είναι ανυπολόγιστο και πρακτικά, ανεξάντλητο και με αποτελέσματα, πολλά, εκ των οποίων υπήρξαν (και θα εξακολουθήσουν και στο μέλλον να είναι), πλήρως, απρόσμενα και απολύτως καθοριστικά.

Ως εκ τούτου, πέρα από τις όποιες προθέσεις και επιδιώξεις, που, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ουδέποτε υπήρξαν και ουδέποτε είναι τόσο αγαθές, όσο θέλουν οι πρωταγωνιστές τους να τις παρουσιάζουν και οι οποίες παραμένουν σκοτεινές, ακόμη και όταν αυτοί νομίζουν ότι δεν είναι, τελικά, αυτό, που στην πράξη μετράει και νοηματοδοτεί την ιστορική εξέλιξη και την αλύσωση των γεγονότων, που συγκροτούν την ίδια την Ιστορία, είναι οι πράξεις και η κοινωνικοϊστορική αλύσωσή τους, μέσα από την κοινωνιολογική διάσταση και ανάλυση των δεδομένων, που συγκροτούν, συνθέτουν και συνδέουν τις πράξεις αυτές, ως κοινωνικοϊστορικές δημιουργίες των ανθρώπινων όντων και των κοινωνικών ομάδων, που σχηματίζουν, τα συμφέροντα των οποίων, τελικώς, προσδιορίζουν, εμβαπτίζοντας και καλύπτοντάς τα, μέσα στα πέπλα της ιδεολογίας, η οποία, πάντοτε, κοινωνιολογικά, προσδιορίζεται, ως ψευδής συνείδηση. Έτσι, δηλαδή όπως, με δεδομένο τον ανήσυχο και ριζοσπαστικό ερευνητικό ζήλο της νεότητας τους, προσδιόριζαν την ιδεολογία (την κάθε και όποιας φύσεως και προελεύσεως ιδεολογία) ο Karl Marx και ο Friedrich Engels.

Αυτή είναι η Ιστορία, ως δημιουργία. Ουδείς μπορεί να την προβλέψει, παρά το γεγονός ότι πολλοί προσπάθησαν να το επιτύχουν, ή νόμισαν ότι τα κατάφεραν. Προφανώς, ο Karl Marx και οι μαρξιστές, με τον ψευδοορθολογικό ντετερμινισμό τους, συγκαταλέγονται, σε αυτούς.

Δεν είναι οι μόνοι. Πριν από αυτούς, υπήρξαν πλείστοι άλλοι. Και είναι σίγουρο ότι, στους καιρούς που έρχονται και θα ακολουθήσουν, μετά από εμάς, πολλοί άλλοι θα επιχειρήσουν, με διάφορους τρόπους να πράξουν ανάλογα.

Με την ίδια μεγαλοπρεπή και παταγώδη αποτυχία...

 

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ, ανάμεσα στους φόβους και στους εφιάλτες της. (Η Ελλάδα, η σύγκρουση Η.Π.Α. - "Ε.Ε." και οι επιπτώσεις, από την αλλαγή στην αμερικανική στρατηγική, απέναντι στην Κίνα και την Ρωσία).




28/5/1979 : Η ιστορική αφίσα του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, που κυκλοφόρησε και αναρτήθηκε, σε όλη την χώρα, όταν ο, τότε, πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε, στο Ζάππειο, μαζύ με τους, τότε, ηγέτες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ., βλάπτοντας, βαρύτατα, την ελληνική οικονομία, όπως, ακριβώς, περιέγραφαν οι ιστορικές πολιτικές θέσεις, που εξέφρασαν ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ (αλλά, για να είμαστε δίκαιοι και το Κ.Κ.Ε.), οι οποίες, μέσα στο βάθος του χρόνου δικαιώθηκαν, πλήρως, παρά το γεγονός ότι προδόθηκαν, από την πασοκική νομενκλατούρα και εγκαταλείφθηκαν. Το χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι οι διάδοχοι του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, από την αποφράδα εποχή του Κώστα Σημίτη και των παμφάγων "εκσυγχρονιστών" του, υιοθέτησαν, πλήρως (και φυσικά, βλακωδώς), την πολιτική ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με αποτέλεσμα να καταντήσουν ευρωλιγούρηδες του αισχίστου είδους και υπό την ηγεσία του ευήθους ΓΑΠ να οδηγήσουν την χώρα στην χρεωκοπία και στην μετατροπή της σε μια σύγχρονη αποικία του Βερολίνου και των Βρυξελλών, προδίδοντας, με τον πιο αισχρό και ιταμό τρόπο, την κοινωνική και την πολιτική τους βάση, η οποία τους εγκατέλειψε και ουδέποτε τους συγχώρησε, για αυτή την τεράστια πολιτική ατιμία που διέπραξαν. Από εκεί και πέρα, η αστραπιαία πολιτική εξαέρωση και η πλήρης ηθική απαξίωση, την οποία υπέστησαν, ήταν το λιγότερο, που μπορούσε να τους συμβεί, αφού, έως τώρα, κατάφεραν - πλην του Άκη Τσοχατζόπουλου - να αποφύγουν τα χειρότερα...



Οι "άρχοντες" των Αθηνών έχουν κάθε λόγο να είναι περιδεείς. Ο τρόμος, τον οποίο αισθάνονται είναι, απόλυτα, δικαιολογημένος. Βέβαια, ούτε άρχοντες των Αθηνών είναι, ούτε ορίζουν οι ίδιοι, έστω και για λίγο, την τύχη τους. Στην πραγματικότητα, είναι απλοί τοπάρχες και εκτελεστές των εντολών των ξένων δανειστών, τους οποίους υπηρετούν, ως επιστάτες, στο, οιονεί, κατασχεμένο οικόπεδο, που αποκαλείται - ακόμη - Ελλάδα, μεταφέροντας τις εντολές του κ. Thomas Wieser (ο οποίος όπως, δημοσίως ανέφερε ο Γιάννης Βαρουφάκης και όπως, άλλωστε, είναι γνωστό, σε όλους όσους ασχολούνται, με τα ελληνικά πράγματα, μετά την χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, είναι ο πραγματικός κυβερνήτης αυτού του τόπου), στον εντόπιο πληθυσμό των σύγχρονων πεόνων-δουλοπαροίκων. Μπορεί, στην πλειοψηφία της, η σύγχρονη ελίτ του τόπου μας να αποτελείται από σκουπίδια, με αποτέλεσμα να σκουπιδοποιούνται και όσα από τα μέλη της δεν τους αξίζει αυτός ο "τίτλος", όμως, όλοι τους, έλπιζαν ότι, με την πάροδο του χρόνου, τα πράγματα θα άλλαζαν κατεύθυνση. Η κατάσταση κάποια στιγμή θα οδηγούνταν, εκ των πραγμάτων, ή από έναν, από μηχανής, θεό, σε μια διαδικασία ομαλοποίησης. Δυστυχώς, γι' αυτούς, αυτή η ελπίδα δεν απέκτησε μια κάποια υπόσταση - έστω και ασθενή.

Αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει την υπάρχουσα κατάσταση, αφού οι εντόπιοι υποτακτικοί των ξένων δανειστών, που εμφανίζονται, με την λεοντή του "ευρωπαϊστικού" πολιτικού προσωπικού της χώρας και η, υπό κατάρρευση, εντόπια οικονομική ελίτ, βλέπουν ότι τίθενται, υπό αίρεση και καθίστανται αμφίβολα και αυτά τα λίγα κόκκαλα της εξουσίας, που τους έχουν αφήσει να νέμονται τα, εκ της Εσπερίας, αφεντικά. Η, νεοαποικιοκρατικού τύπου, υποτέλεια και το ξεπούλημα της χώρας και του πληθυσμού της, ουδόλως, απασχολούν τους εντόπιους επιστάτες των ξένων. Άλλα είναι αυτά που τους απασχολούν και κυριολεκτικά, τους καίνε.

Η "Ευρώπη", στην οποία τόσα επένδυσαν όλες αυτές τις δεκαετίες, από την αποφράδα, εκείνη ημέρα της 28ης Μαΐου 1979, που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπέγραψε την πράξη προσχώρησης της χώρας μας, στην Ε.Ο.Κ. (τότε, που τα στελέχη και η μαχητική βάση του ΠΑΣΟΚ του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου αφισοκολλούσαν, σε όλη την επικράτεια την πολύ επιτυχημένη αφίσα, με τον χάρτη της Ελλάδας και το πωλητήριο πάνω του) και το φαιδρό ιδεολόγημα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", πάνω στο οποίο στήθηκε όλη η παραμυθολογία, περί της "ενωμένης Ευρώπης", δεν πάει, καθόλου, καλά. Το σαθρό οικοδόμημα τρίζει και οδεύει, στο να ακολουθήσει την άδοξη τύχη του ομογάλακτου "υπαρκτού σοσιαλισμού" . Η τοξική ευρωζώνη έχει δηλητηριάσει όλο το αυτοαποκαλούμενο, ως ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η "Ευρωπαϊκή Ένωση" θνήσκει.

Ως εκ τούτου, την ίδια στιγμή, που η Angela Merkel υποχρεώθηκε, από τις ωμές επιθέσεις και ευρισκόμενη, υπό την ασφυκτική πίεση του επιτελείου του Donald Trump, να παραδεχθεί ότι η αξία του μέσου ευρώ αποτελεί πρόβλημα, επειδή είναι ένα πολύ υποτιμημένο νόμισμα, σε σχέση με την αξία του "γερμανικού" ευρώ και ως εκ τούτου, λειτουργεί, ευνοϊκά, για την γερμανική παραγωγή, η οποία, κατά το ήμισυ του ΑΕΠ της Γερμανίας, είναι προσανατολισμένη, στις εξαγωγές και ενώ ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέϊ Λαβρώφ μίλησε, για την έλευση της μεταδυτικής εποχής, στον σύγχρονο κόσμο, καθιστώντας σαφές, στα νέα αφεντικά του κρατικού διοικητικού μηχανισμού της Ουάσιγκτων, ότι η Ρωσία δεν είναι δεδομένη και ότι οι ρωσικές απαιτήσεις θα είναι πολλές και επώδυνες, στην Αθήνα, αυτοί που αποφασίζουν, για τις τύχες του ερειπωμένου κράτους και της κατεδαφισμένης ελληνικής οικονομίας, έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε παρατηρητής να μην γελάει, με την απελπιστική θέση, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική "ευρωπαϊστική" πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, αντιλαμβανόμενη ότι έπονται πολύ σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, βλέπει ότι η γη φεύγει κάτω από τα πόδια της και περιδεής δεν γνωρίζει το τί της μέλλεται και τί πρέπει να πράξει, προκειμένου να προστατευθεί. Οι ασφαλείς ισορροπίες του, εντελώς, πρόσφατου παρελθόντος έχουν διαταραχθεί, ανεπανόρθωτα και έχουν πάρει τον δρόμο, προς την πλήρη αποδόμησή τους, καθιστώντας την πορεία της χώρας ανασφαλή και το μέλλον αυτής της, θεληματικά, αφημένης, στις - υποτιθέμενες, ως αυτοματοποιημένες - διαδικασίες του "ευρωπαϊστικού" κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης, ελίτ, απολύτως, αβέβαιο και προοπτικά, σκοτεινό.

Όμως, στις ημέρες μας έχει καταστεί σαφές ότι η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει οδηγηθεί στην κατάρρευσή της, επειδή υπήρξε, ενδογενώς, αδιέξοδη και εφαρμόστηκε ως ένα σχέδιο των εκφραστών του βαθύτατου κράτους των Η.Π.Α., το οποίο (αφελώς) αποσκοπούσε, στην εδραίωση και στην διατήρηση της αμερικανικής κυριαρχίας, στον πλανήτη, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και του "υπαρκτού σοσιαλισμού", με την προφανή συνεπικουρία του ευρύτερου συνασπισμού, που, συμβατικά, μεν, αλλά και ουσιαστικά, αποκαλούμε Δύση, στον οποίο συνασπισμό η ελίτ, που διοικεί την Ουάσινγκτων, έχει τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο.

Αλλά αυτός ο εθνικός σχεδιασμός της αμερικανικής ελίτ, που χρησιμοποίησε την παγκοσμιοποίηση, ως εργαλείο, για την διαιώνιση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., υπήρξε, υπερβολικά, φιλόδοξος και στην πραγματικότητα ήταν και απεδείχθη και στην πράξη, εξωπραγματικός, αφού η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, από την στιγμή, που περιέλαβε και δεν απέκλεισε, ή δεν περιόρισε άλλα μεγάλα και μεσαία κράτη (είτε αυτά ήσαν ιστορικά, είτε εμφανίστηκαν, στα νεώτερα χρόνια), ήταν καταδικασμένος να αποτύχει, ακριβώς επειδή η ίδια η ανάπτυξη αυτών των μεγάλων και μεσαίων κρατών, με πρωτοστατούσα την συμπαγή, αχανή και πολυπληθέστατη Κίνα και δευτερευόντως, την Ρωσία, θα στρεφόταν εναντίον των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων, όπως και των συμφερόντων της Δύσης, αφού τα κράτη αυτά, με πρώτη την Κίνα και από κοντά, την Ρωσία, θα αμφισβητούσαν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και την κυριαρχία του ευρύτερου συνασπισμού της Δύσης.

Όπως ήταν φυσικό και όπως συνέβη, ιστορικά, πάντοτε, όταν τα οικονομικά κριτήρια παρουσιάστηκαν, ως κυρίαρχα, στις διακρατικές σχέσεις και στην δημιουργία και την λειτουργία ευρύτερων διεθνικών συσσωματώσεων και οικονομικών ενοτήτων, η παγκοσμιοποίηση και η ταχύτατη αποδόμησή της, ύστερα από την χρηματοπιστωτική κατάρρευση της Wall Street, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθύτατη οικονομική ύφεση, που, άμεσα, έπληξε την ευρισκόμενη, υπό την επίδραση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, διεθνή οικονομία, κτύπησε, χωρίς έλεος, την, θεσμικά, ασθενή και αθωράκιστη ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, όπως, άλλωστε, έκαναν, στον παρελθόν, όλες οι διεθνείς καπιταλιστικές κρίσεις, όταν εύρισκαν μπροστά τους οποιεσδήποτε νομισματικές ενώσεις κρατών, αποδεικνύοντας τον βαμπιρικό χαρακτήρα της χαοτικής ευρωζώνης.

Φυσικά, όπως έχουμε πει, η αμερικανική ελίτ δεν άφησε, τυχαία, να ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008. Όσο και αν αυτό φαίνεται αδιανόητο, στην πραγματικότητα, οι διοικούντες, στην Ουάσινγκτων, έβαλαν φρένο στην παγκοσμιοποίηση, όταν, οριστικά, συνειδητοποίησαν ότι τα αποτελέσματα αυτού του αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού των αρχών της δεκαετίας του 1990 είχαν καταστεί, στα τέλη της δεκαετίας του 2000, ασύμφορα, για τις Η.Π.Α. αφού ανέδειξαν τα παλαιά και τα νέα μεγάλα κράτη, δηλαδή, πρωτίστως, την νεοκομμουνιστική Κίνα, με εργαλείο μια σύγχρονη μορφή του λενινισμού, έτσι όπως υλοποιήθηκε, από τον Ντενγκ Ξιάοπινγκ και τους διαδόχους του, με την εφαρμογή μιας μοντέρνας εκδοχής της πολιτικής της ΝΕΠ, που εξέφρασε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, αμέσως, μετά τον ρωσικό εμφύλιο και την νίκη του μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά, δευτερευόντως και την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν

Έτσι, με δεδομένο ότι η παγκοσμιοποίηση λειτούργησε, εις βάρος και εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων, τα οποία συνοψίζονταν, στην διατήρηση της αμερικανικής πλανητικής πρωτοκαθεδρίας και της κυριαρχίας του δυτικού συνασπισμού, στον οποίο οι Η.Π.Α. ηγούνται, η αποδόμηση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και η αναδόμησή της, μέσω μιας (πιθανότατα, απέλπιδας) απόπειρας αποκοπής, από αυτήν την, υπό αναδόμηση, διαδικασία, της Κίνας, αλλά και της Ρωσίας, δεν είναι καθόλου αφύσικη και μη αναμενόμενη. Αντιθέτως είναι, απολύτως, φυσιολογική και αναμενόμενη, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική ελίτ είναι, βαθύτατα, διχασμένη, επί του πρακτέου και ιδίως, ως προς τις προτεραιότητες, που κάθε πλευρά, εκ των αντιμαχόμενων μερίδων του αμερικανικού κατεστημένου, βάζει.

Φυσικά, όλα αυτά τα πυκνά και δύσκολα δεδομένα, που ταράζουν τις καθιερωμένες ισορροπίες, στην διεθνή σκηνή και στην ευρωπαϊκή υποήπειρο, έρχονται να ταράξουν τον βαθύ ύπνο μιας ανέμελης και συνάμα, ανόητης (ευρισκόμενης, στα όρια της ιδιωτείας) ελίτ, όπως είναι αυτή των Ελλήνων "ευρωπαϊστών", οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν "πού την κεφαλήν κλείναι", αφού όλες οι θεμελιώδεις παραδοχές τους και τα υποτιθέμενα, ως απαρασάλευτα, δόγματα της πολιτικής στρατηγικής τους, ανατρέπονται, ραγδαία, αφήνοντας πίσω τους ένα κενό, το οποίο καθιστά επισφαλή την ίδια την ύπαρξη αυτής της βλακώδους ελίτ, που διακατέχεται, από μια κεκτημένη συβαριτική νοοτροπία και η οποία είχε συνηθίσει να λειτουργεί, με δεδομένο έναν μηχανισμό αυτόματου πιλότου, όσον αφορά τις γεωπολιτικές και τις γεωστρατηγικές της επιλογές, οι οποίες στηρίζονταν, στον εθελόδουλο "ευρωπαϊσμό", που εκφράζονταν, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση" και τον πυρήνα της (την ευρωζώνη) και την αμερικανική προστασία, με κεντρικό πυλώνα το ΝΑΤΟ.

Τώρα και αυτοί οι δύο άξονες βρίσκονται, σε δοκιμασία. Η αμερικανική ελίτ έχει θέσει, εν αμφιβολία, την ύπαρξη και των δύο. Πολύ περισσότερο, αυτόν της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και ιδιαίτερα, της ευρωζώνης, αν και λιγότερο εκείνον του ΝΑΤΟ, αφού η αμερικανική ελίτ αλλάζει τις γεωστρατηγικές της επιδιώξεις και τις γεωπολιτικές αναζητήσεις συμμαχιών.

Έτσι, οι Η.Π.Α., και η νέα κυβέρνηση του προέδρου Donald Trump φαίνεται να τοποθετεί, ως προτεραιότητά της, την ανάσχεση του, ταχύτατα, ανερχόμενου κινεζικού γίγαντα.

Η "Λαϊκή Δημοκρατία" της Κίνας (και όχι, πλέον, η Ρωσία) φαίνεται ότι αναγνωρίζεται, ως ο στρατηγικός αντίπαλος του αμερικανικού κράτους και της δυτικής συμμαχίας. Αν η Κίνα δεν ανασχεθεί, είναι σαφές ότι σε, όχι πολλά χρόνια, από τώρα, δεν θα μπορεί να ανασχεθεί. Και φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει το τέλος της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας.

Στα πλαίσια αυτά, η νέα αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να υπολογίζει, σε μια συμμαχία, με την Ρωσία. Ή, τουλάχιστον, μπορεί να ελπίζει ότι θα καταφέρει να διαρρήξει την άτυπη συμμαχία της Ρωσίας, με την Κίνα, που προστατεύει την τελευταία, από την ορατή - και υποτιθέμενη, ως μη αντιμετωπίσιμη, εάν η Κίνα μείνει μόνη της - απειλή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και του πυρηνικού οπλοστασίου των Η.Π.Α.

Βέβαια, σε αυτή την πολιτική δεν υπάρχει ομοφωνία, αφού το αντιπολιτευόμενο την νέα κυβέρνηση τμήμα της αμερικανικής ελίτ, που εκφράζεται, από την Hillary Clinton και τον ημίμουρλο ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή John McCain, θεωρεί ότι οι Η.Π.Α. και η Δύση, ως σύνολο, μπορούν να αντιμετωπίσουν και να ανασχέσουν, εκ παραλλήλου και την, οικονομικά, ανερχόμενη, αλλά στρατιωτικά και πυρηνικά, ασθενέστερη Κίνα και την οικονομικά, υποδεέστερη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μια πυρηνική υπερδύναμη. Τα δεδομένα, που έχουμε, δείχνουν ότι αυτή η μερίδα της αμερικανικής ελίτ υπερβάλλει, ως προς τις εκτιμήσεις της, όμως, η άποψή της δεν μπορεί - ακόμη - να αγνοηθεί.

Οι νέες επιλογές της προεδρίας του Donald Trump οδηγούν τις Η.Π.Α., σε νέες ατραπούς, οι οποίες μεταφέρουν τα βάρη και τα ανάλογα κόστη, στους συμμάχους τους, με δεδομένο τον κυρίαρχο ρόλο του αμερικανικού κράτους, εντός των συμμαχιών, που έχει συνάψει. Αυτό σημαίνει ότι το τζάμπα τελείωσε, για τους συμμάχους των Αμερικανών. Οι σύμμαχοι θα πληρώσουν. Και πρώτη, από όλους, αυτή, που θα κληθεί - δηλαδή, ήδη, καλείται - και θα συνεχίσει να καλείται να πληρώσει, είναι η Γερμανία και η αποκαλούμενη, ως "Ευρώπη".

Αυτή η "Ευρώπη" είναι εκείνη, η οποία θα κληθεί να πληρώσει την όποια προσέγγιση επιτύχει η νέα αμερικανική κυβέρνηση και το ευρύτερο μπλοκ των Αγγλοσαξώνων (που περιλαμβάνει τις Η.Π.Α. και την απεξαρτημένη, από την "Ε.Ε.", Βρετανία), με την Ρωσία, αφού η τελευταία, όπως δείχνουν και οι απαξιωτικές, για την Δύση, δηλώσεις του Σεργκέϊ Λαβρώφ, δεν είναι δεδομένη, στις επιδιώξεις των Η.Π.Α., για την σύμπηξη, αντικινεζικού χαρακτήρα, συμμαχίας με την αμερικανική υπερδύναμη και φυσικά, πρόκειται να ζητήσει σαφή και συγκεκριμένα ανταλλάγματα, στον ευρωπαϊκό χώρο, εάν πρόκειται να συναινέσει, στην δημιουργία ενός συμμαχικού άξονα Ουάσινγκτων - Μόσχας.

Θα πρέπει, επίσης, να θεωρείται δεδομένο ότι, το αμερικανικό κράτος, από εδώ και πέρα, θα κινείται, με βάση τα δικά του ιδιαίτερα συμφέροντα. Και αυτό αφορά, όχι μόνο τους συμμάχους των Η.Π.Α., αλλά και τις πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες, είτε είναι αμερικανικών συμφερόντων, είτε όχι, θα υποχρεωθούν να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές τους, σύμφωνα, με τις επιταγές της Ουάσινγκτων, εάν θέλουν να τα έχουν καλά, με την αμερικανική διοίκηση και να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση, στην αμερικανική αγορά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το μέλλον της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" είναι σκοτεινό. Η "Ε.Ε." έχει μείνει, ουσιαστικά, μόνη και ήδη, αντιμετωπίζει την αμερικανική μήνι, για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, που υφίσταται η οικονομία της πλανητικής υπερδύναμης, από τον "ευρωπαϊκό", δηλαδή, τον γερμανικό ανταγωνισμό, αφού - και μάλιστα, ορθότατα - η αυτοαποκαλούμενη ως Ευρώπη, θεωρείται και αντιμετωπίζεται, από τον Donald Trump και την ελίτ, που αυτός εκφράζει, ως ένα εργαλείο της ισχύος του Βερολίνου.

Και εδώ, που τα λέμε, δεν είναι, απλά και μόνο, ο χειρισμός της ελληνικής κρίσης, αυτός, που θα βοηθήσει την αμερικανική κυβέρνηση να αποσαρθρώσει την "Ε.Ε.". Η Ιταλία είναι, για την Ουάσινγκτων, πολύ πιο πρόσφορη περίπτωση, για την υπονόμευση της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" και πολύ πιο ώριμη, για αποχώρηση από την ευρωζώνη. Μια αποχώρηση, η οποία θα δώσει το τελικό κτύπημα, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, έτσι όπως, μέχρι σήμερα, την γνωρίζουμε.

Και εδώ είναι που η ελληνική "ευρωπαϊστική" ελίτ έχει χάσει τον μπούσουλα και δεν ξέρει τί της μέλλεται και τί να πράξει, αφού, πλέον, δεν μπορεί να πατάει, σε δύο βάρκες. Ως εκ τούτου, θα κληθεί να διαλέξει. Και φυσικά, αυτό που θα έχει να διαλέξει, είναι, ανάμεσα, στην Γερμανία και στις Η.Π.Α.

Εννοείται, βέβαια, ότι, στα πλαίσια μιας τέτοιας επιλογής, οι Η.Π.Α. δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η αμερικανική πλευρά έχει το πάνω χέρι και φυσικά, μπορεί να επιβάλει, με το καλό, ή με το άγριο, στην εντόπια ελίτ, τις επιθυμίες της κυβερνώσας, στην Ουάσινγκτων, μερίδας του αμερικανικού κατεστημένου. Και φυσικά, δεν είναι η ελληνική ελίτ εκείνη, που θα αρνηθεί να ακολουθήσει, τις αμερικανικές επιθυμίες. Κάθε άλλο.

Αυτό, που τρομάζει περισσότερο την πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου μας δεν είναι η υπακοή, στα αμερικανικά κελεύσματα. Σε αυτά είναι συνηθισμένη. Η Ουάσινγκτων, άλλωστε, ήταν το αποκούμπι της, σε κάθε κρίση, με την Τουρκία και όχι οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο, ή το Παρίσι. 

Αυτό που τρομάζει την ελληνική ελίτ, αυτό, που συνολικοποιεί και ενώνει τους φόβους και τους εφιάλτες της, είναι η (ουδόλως, μικρή) πιθανότητα, τελικά, διαλέγοντας τις Η.Π.Α., να παραχωρηθεί, το ελληνικό οικόπεδο, στην Ρωσία, μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου αμερικανορωσικού deal, μια εξέλιξη, η οποία θα πρέπει να θεωρείται, ως, σφοδρότατα, πιθανή, εάν οι δύο υπερδυνάμεις καταλήξουν, σε μια οριστική - και φυσικά, υπόγεια και μυστική - συμφωνία.

Αυτή η ηλίθια και ανίκανη να προβεί, σε απλές στρατηγικές εκτιμήσεις ελίτ των Αθηνών, θα ήταν για γέλια, εάν δεν ήταν για κλάματα. Αν και, στην πραγματικότητα, είναι και για τα δύο.

Η τύχη της δεν είναι καθόλου ευοίωνη. Αντιθέτως, είναι, εντελώς δυσοίωνη και θα είναι, σε κάθε περίπτωση, κακή.

Και φυσικά, θα είμαστε, εδώ, για να παρακολουθήσουμε τον πλήρη ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό εξευτελισμό, όπως και τον έσχατο οικονομικό ξεπεσμό της...

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Η καταστροφική πολιτική των οικονομικών πλεονασμάτων, η επανεμφάνιση των εθνικών κρατών και τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα βαδίζει τον δρόμο προς τον όλεθρο. (Let's go back to drachma).


1929 - 2014 :  Τα στοιχεία, που αφορούν την ελληνική οικονομική κρίση, συγκρινόμενα, με αυτά της αμερικανικής οικονομικής κρίσης του 1929 - 1939, είναι, απολύτως, καταθλιπτικά. Η ελληνική οικονομία δεν ανακάμπτει και βρίσκεται πολύ πίσω, από την αντίστοιχη περίοδο της αμερικανικής GREAT DEPRESSION. Ομοίως, πολύ καταθλιπτική είναι η σύγκριση της ελληνικής κρίσης, με την ευρωζωνική, παρά την στασιμότητα της τελευταίας, μια στασιμότητα, που αποδεικνύει ότι η ευρωζώνη δεν παράγει πλούτο και είναι ένα ζόμπυ, που, απλώς, περιμένει, τον νεκροθάπτη του. Από την άλλη πλευρά, η σαφής ανάκαμψη της Βρετανίας, ύστερα από την βαθιά οικονομική ύφεση του Σεπτεμβρίου του 2008, δείχνει τον δρόμο, που πρέπει να ακολουθήσει και η Ελλάδα. Μετά το BREXIT, έχει έλθει η ώρα του GREXIT...




Αυτό που δεν έχει, αλλά, τείνει να καταστεί σαφές, όσο περνάει ο καιρός και όσο τα αδιέξοδα εντείνονται, όλα αυτά τα χρόνια, που πέρασαν, από τον Σεπτέμβριο του 2008, έως τις ημέρες μας, όσον αφορά τις αιτίες της σύγχρονης παγκόσμιας ύφεσης και της επακόλουθης ευρωζωνικής κρίσης, παρά το γεγονός ότι, με πείσμονα τρόπο, επιχειρούν να κρύψουν και να θέσουν, εκτός της ατζέντας κάθε συζήτησης, οι διεθνείς γραφειοκρατικές καπιταλιστικές ελίτ, με επί κεφαλής, την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, την τεχνοδομή των πάσης φύσεως πολυεθνικών εταιρειών, αλλά και την εξουσιαστική κρατική και κομματική γραφειοκρατία του κινεζικού κράτους και του Κ. Κ. Κίνας, είναι ότι οι πλεονασματικές πολιτικές και οι επακόλουθες πολιτικές της συστηματικής λιτότητας αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του αδιεξόδου, στο οποίο έχει οδηγηθεί ο οικονομικός χώρος των αναπτυγμένων οικονομιών του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Για αυτές τις ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού (εκ των οποίων οι δύο πρώτες είναι διεθνείς και παγκοσμιοποιημένες, ενώ η τελευταία έχει τοπικά/εθνικά χαρακτηριστικά και απλώς, εκμεταλλεύεται την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης) οι πολιτικές, που ευνοούν τα οικονομικά πλεονάσματα και διαχειρίζονται την οικονομική και κοινωνική λιτότητα, έχουν ένα σαφέστατο οικονομικό και κοινωνικό/ταξικό αποτέλεσμα, το οποίο προσανατολίζεται στον διαρκή προσπορισμό κερδών, με στόχευση την σταθεροποίηση και την αναβάθμιση των επιπέδων τους, κατά την διάρκεια της κοινωνικής διανομής και αναδιανομής τους.

Στα πλαίσια αυτά, οι πολιτικές αυτές, που ευνοούν την διαρκή επίτευξη και την παράλληλη αύξηση των οικονομικών πλεονασμάτων, ταυτίζονται, περίπου, απόλυτα, με την δημιουργία κερδών, αφού αυτά τα πλεονάσματα αποτελούν τον σκληρό πυρήνα και την βάση της κερδοφορίας των επενδύσεων, της κοινωνικής διαφοροποίησης και της διανομής του οικονομικού προϊόντος, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τις ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η διαχείριση των πολιτικών της λιτότητας αυτό που έρχεται να πραγματοποιήσει, δεν είναι τίποτε άλλο, από την δημιουργία και την σταθερή λειτουργία αυτού του μηχανισμού, ο οποίος θα διατηρήσει τις, περίπου και κατά το δυνατόν, πολιτικές προϋποθέσεις, για την αναπαραγωγή και την (υποτιθέμενη ως) ομαλή λειτουργία του συστήματος, έτσι όπως αυτό, σε αυτό εδώ το κείμενο, περιγράφεται, στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης.

Αυτή, τουλάχιστον, είναι η ελπίδα όλων των ελίτ, που εμπλέκονται και έχουν εγγενή συμφέροντα, από την λειτουργία αυτού του σχήματος, που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του γραφειοκρατικού καπιταλισμού των ημερών μας και της σύστοιχης παγκοσμιοποίησης, που εκκίνησε, με τις ευλογίες της αμερικανικής ελίτ, στις αρχές του 1990, με αφορμή την πτώση της "Σοβιετικής Ένωσης". Μπορεί αυτή η ελπίδα, η οποία, επί μακρόν, συντηρήθηκε, να αποδεικνύεται ότι είναι μια φρούδα ελπίδα, αλλά δεν είναι αυτό, που ενδιαφέρει τους σύγχρονους παγκοσμιοποιητές.

Ο εντοπισμός των οικονομικών αιτιών, ένεκα των οποίων η σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει περιέλθει, σε ένα αδιέξοδο, του οποίου οι προοπτικές τείνουν να καταστούν εφιαλτικές, δεν είναι καθόλου δύσκολος. Είναι πανεύκολος αφού το θεωρητικό τους υπόβαθρο ανάγεται στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν της οικονομικής επιστήμης και έχει διερευνηθεί και αναλυθεί, με περισσή ενάργεια, από τον John Maynard Keynes. [Έχουμε εκτεταμένα και πλείστες φορές μιλήσει, για το φαινόμενο αυτό, που αφορά την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση, στα πλαίσια των καπιταλιστικών οικονομιών και του πλούτου, που σχηματίζεται, μέσα στις κοινωνίες, ως αποτέλεσμα της διανομής, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και τάξεις, του συνολικού εισοδήματος, που παράγεται. Οι αναγνώστες του παρόντος κειμένου μπορούν να ανατρέξουν ενδεικτικά στο παλαιό δημοσίευμα, σε αυτό εδώ το μπλόγκ, με τίτλο : Η χρησιμότητα της θεωρίας του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς, για την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση (marginal and average propensity to consume) στην εξέταση της παρούσας καπιταλιστικής ύφεσης. (Η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η ανάγκη για την "ευθανασία των εισοδηματιών"). Επίσης, μπορούν να διαβάσουν και άλλο ένα άρθρο μου, σε αυτό το μπλογκ, με τίτλο : 1890 - 2013 : Η ακραία ανισοκατανομή του εισοδήματος, ως αιτία των οικονομικών κρίσεων. Ένα οδοιπορικό στις ακραίες εισοδηματικές ανισότητες στην αμερικανική κοινωνία, πριν και μετά τις κρίσεις του 1929 και του 2008 και η περίπτωση της Ελλάδας].


Όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, οι πολιτικές, οι οποίες αποσκοπούν στην διαρκή και αέναη δημιουργία και στην επέκταση παραγωγικών/οικονομικών πλεονασμάτων και κερδών και στην επενδυτική ανακύκλωσή τους, μέσα από την αποταμιευτική διαδικασία του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθίσταται, από ένα σημείο και μετά, αδιέξοδη. Αυτό συμβαίνει, απλούστατα, διότι η, επί μακρόν, σώρευση των πλεονασμάτων και των κερδών οδηγεί, στην πτώση της κατανάλωσης, η οποία επέρχεται, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αυτά τα πλεονάσματα και αυτά τα κέρδη χάνουν την οικονομική τους λειτουργικότητα, με δεδομένο το γεγονός ότι, σε βάθος χρόνου, αν και οι κοινωνικές τάξεις, ή - ευρύτερα - οι κοινωνίες, αυξάνουν τον πλούτο τους, δεν αυξάνουν, στον ίδιο βαθμό και τα επίπεδα της κατανάλωσής τους.

Το αποτέλεσμα αυτής της - πολύ απλής, στην κατανόησή της - οικονομικής λειτουργίας, είναι οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του επίσημου και του σύγχρονου σκιώδους χρηματοπιστωτικού τομέα να εμφανίζουν μια προφανή και σαφέστατη δυσχέρεια, στο να μετατραπούν, σε επικερδείς επενδύσεις, δίνοντας, έτσι, ένα επιφανειακό δίκαιο, στην θεωρία του Karl Marx, περί της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, αν και όπως έχουμε πει, το πρόβλημα είναι, κατά πολύ, ευρύτερο και συναρτάται, με την πτώση των επιπέδων της ολικής/συναθροιστικής ζητήσεως, της κατανάλωσης. Αν αυτά δεν πέσουν, ή αν αυτά δεν λιμνάσουν, η οικονομική ύφεση και η κρίση δεν θα ξεσπάσουν.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη αυτή την, κοινωνικά, ανισόρροπη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, επέρχεται ένα χρονικό σημείο, το οποίο αποτελεί ορόσημο, κατά το οποίο αυτή η οικονομική και κοινωνική ανισορροπία εκφράζεται με την εμφάνιση του φαινομένου της οικονομικής ύφεσης, η οποία, όταν δεν προσέχεται και όταν δεν λαμβάνονται τα απαιτούμενα εκείνα μέτρα, για την αντιμετώπισή της και την άρση των δημιουργημένων οικονομικών και κοινωνικών ανισορροπιών, μεταπίπτει σε οικονομική κρίση.

Αυτό είναι εκείνο, που συνέβη το 1929. Αυτό, το ίδιο, ως φαινόμενο, είναι εκείνο, που συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει από το 2008. Βέβαια, πίσω από όλα αυτά, βρίσκονται οι κοινωνικές ομάδες, οι τάξεις, οι κοινωνίες και τα επενδυμένα συμφέροντά τους. Και φυσικά, στην πρώτη θέση των κοινωνικών ομάδων και των επενδυμένων συμφερόντων τους βρίσκονται οι γραφειοκρατικές ελίτ του σκιώδους χρηματοπιστωτικού τομέα των funds και του επίσημου τραπεζικού τομέα και οι διάφοροι και ποικίλοι αποταμιευτές και χρηματοπιστωτικοί επενδυτές, ως διαχειριστές αυτών των τοξικών αποταμιεύσεων, που επιζητούν επίπεδα κερδοφορίας, η αναζήτηση των οποίων, από ένα σημείο και πέρα, καθίσταται ατελέσφορη.

Στα πλαίσια της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, που ξεκίνησε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αυτή η διαδικασία υπήρξε πολύ πιο σύνθετη, αφού οι παράγοντες, που υπεισήλθαν, στην διαμόρφωση των παραμέτρων των σχετικών εξισώσεων, σε πλανητικό επίπεδο, υπήρξαν πλείστοι και ως εκ τούτου, κατέστησαν όλο αυτόν τον μηχανισμό, εξαιρετικά, πολύπλοκο, αβέβαιο, ως προς την παραγωγή των σχετικών αποτελεσμάτων και κατ' εξοχήν, ανεξέλεγκτο, αφού δεν υπήρχε κάποια πλανητική κεντρική αρχή, η οποία θα μπορούσε να παρέμβει, για να μετριάσει τα αποτελέσματα των αναμενόμενων ανισορροπιών, που ήταν φυσικό να προκύψουν, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Παράλληλα, η όλη διαδικασία της υποτιθέμενης μετατροπής της πλανητικής οικονομικής δραστηριότητας, σε μια λειτουργική οικονομική ενότητα, την οποία εξέφραζε η παγκοσμιοποιητική ιδεολογία, που είχε ως σπόνσορες την τεχνοδομή των πολυεθνικών εταιρειών και την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, ήταν ευάλωτη, απέναντι στην επανεμφάνιση του παράγοντα των μεγάλων ισχυρών κρατών και των συμφερόντων ισχύος, που εκφράζουν οι βαθείες ελίτ, που τα διοικούν και παίρνουν τις σχετικές αποφάσεις, για την δράση τους.

Έτσι, η ανάδειξη της τεράστιας ισχύος του κινεζικού κράτους, η οποία προέκυψε, ευθέως, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας και της ευφυούς εμπλοκής της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και της κρατικής και της κομματικής γραφειοκρατίας της τεράστιας αυτής χώρας, σε αυτή την διαδικασία, όπως, επίσης και η επανεμφάνιση της ρωσικής ισχύος, η οποία, αν και ήλθε καθυστερημένα (και τούτο, επειδή η Ρωσία έχασε μια δεκαετία, μετά την τεράστια γεωπολιτική καταστροφή την οποία υπέστη, ως αποτέλεσμα της βλακώδους πολιτικής των διαδοχικών ελίτ, που στήριξαν τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και τον Μπορίς Γέλτσιν), υπήρξε αποτέλεσμα της, ομοίως, ευφυούς αναστηλωτικής πολιτικής του Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν φυσικό να οδηγήσουν την αμερικανική ελίτ, στην αλλαγή πλεύσης, έναντι της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας.

Σε αυτή την διαδικασία, που η ίδια η αμερικανική ελίτ είχε θέσει σε εφαρμογή, ως ένα σχέδιο εξυπηρέτησης των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων, τα οποία συγκεκριμενοποιούνταν, στην διατήρηση της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α., η κυβέρνηση του George Walker Bush, με αφορμή τον ρωσογεωργιανό πόλεμο του Αυγούστου του 2008, αποφάσισε να βάλει φρένο, προκειμένου να ανακόψει την λελογισμένη αύξηση της ρωσικής ισχύος, αλλά και την φρενήρη αύξηση της ισχύος του κινεζικού κράτους, το οποίο, με διάφορες ευέλικτες πολιτικές μιας μορφής ενός πρωτόγνωρου, σε παγκόσμιο επίπεδο, κρατικού καπιταλισμού, κέρδισε τα μάλα, από την εξέλιξη της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, με ιδιαίτερη βαρύτητα, στον τομέα της τεχνογνωσίας και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που οι αντίπαλοί του αγνοούν το πραγματικό επίπεδο των τεχνολογικών δυνατοτήτων, που έχει στην διάθεσή της η κινεζική κρατική γραφειοκρατία και η ηγεσία του κινεζικού Κ. Κ.

Με αυτά τα δεδομένα, η σύμφυση αυτών των δύο παραγόντων, που αφορούν, αφ' ενός, μεν, τον διαβρωτικό και απορρυθμιστικό ρόλο του ίδιου του πολύπλοκου οικονομικού μηχανισμού, που, όπως είπαμε, ήταν γνωστός, ως προς την λειτουργία του, αφού έχει περιγραφεί, πλήρως και επαρκώς, από τον John Maynard Keynes και αφορά την πτώση της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωσης, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος του πρώϊμου γραφειοκρατικού καπιταλισμού και αφ' ετέρου, δε, την, έντονα, αποδιοργανωτική εμφάνιση των ισχυρών κρατών και των συμφερόντων, που αυτά εκφράζουν και υπηρετούν, ήταν, απολύτως, βέβαιο ότι θα έθεταν, εκτός τροχιάς την σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όπως είχαν πράξει και στο παρελθόν, τα αντίστοιχα φαινόμενα, που εκτροχίασαν την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, το 1914, με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην παρούσα φάση, ένα από τα θύματα της θέσεως, εκτός τροχιάς, της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης είναι η ευρωζώνη και η ίδια η αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ουδέποτε υπήρξε αυτό, που θέλει να λέει και να ισχυρίζεται ότι είναι.

Αυτό, που φιλοδόξησε να είναι η εν λόγω ένωση, δεν είναι τίποτε άλλο από μια οικονομική ένωση, από ένα πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού, που εκφράστηκε, με τον πιο εκκωφαντικό και συνάμα, χαοτικό τρόπο, με την δημιουργία του λεγόμενου και εμφανιζόμενου, ως κοινού νομίσματος, του ευρώ, το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από ένας συμπαγής μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Αυτός ο, με την μορφή του ευρώ, υποκρυπτόμενος μηχανισμός συναλλαγματικών ισορροπιών (στην πραγματικότητα, πρόκειται, περί ανισορροπιών) λειτουργεί, σκανδαλωδώς, ευνοϊκά, για την, έντονα, πλεονασματική Γερμανία, η οποία, μόλις πέρυσι, είχε ένα εμπορικό πλεόνασμα της τάξεως των 252 δισ. € και τις άλλες πλεονασματικές χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, αφού, για την γερμανική οικονομία, όπως και τις οικονομίες των υπόλοιπων πλεονασματικών χωρών, το ευρώ λειτουργεί, ως ένα, κατά πολύ, υποτιμημένο νόμισμα.

Έτσι, το "γερμανικό" ευρώ, το οποίο ισούται, με το μάρκο, εάν η Γερμανία δεν ήταν μέλος της ευρωζώνης, έχει πραγματική ισοτιμία, με το "μέσο" ευρώ, η οποία κυμαίνεται στο 1,88 "D"€/1,00 € και φυσικά, έχει ένα τεράστιο συναλλαγματικό πλεονέκτημα, έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης, αλλά και όλων των άλλων χωρών, στην υδρόγειο και φυσικά, η επιθετική ρητορική και η συνακόλουθη πολιτική, την οποία ασκεί η αμερικανική ελίτ, που εκφράζει ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Donald Trump είναι, απολύτως, τεκμηριωμένη και εδράζεται σε μια ατράνταχτη ορθολογική βάση.

Από την άλλη πλευρά, για την ελλειμματική ελληνική οικονομία και τις οικονομίες των άλλων ελλειμματικών χωρών, το ευρώ λειτουργεί, ως ένα, κατά πολύ, υπερτιμημένο νόμισμα, επιβαρύνοντας, υπέρμετρα, τις οικονομίες των χωρών αυτών, με ένα υπερμεγέθες ανταγωνιστικό μειονέκτημα, το οποίο δεν μπορούν να υπερβούν. Αυτό γίνεται κατανοητό, εάν δούμε τα οικονομικά δεδομένα, όσον αφορά τις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, που αποκρύπτει το ευρώ, το οποίο, όπως είπαμε, αν και εμφανίζεται, ως κοινό νόμισμα, στην πραγματικότητα, είναι ένας μηχανισμός σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Και αυτά τα δεδομένα είναι συντριπτικά, για την Ελλάδα, την οικονομία και την κοινωνία της, αφού το "ελληνικό" ευρώ - δηλαδή η δραχμή, εάν η ελληνική οικονομία ήταν, εκτός ευρωζώνης, με το σημερινό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας - παρά την ιλιγγιώδη πραγματική υποτίμηση, που υπέστη η ελληνική οικονομία, από το 2010, μέχρι σήμερα, στα πλαίσια της πολιτικής, για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της, εξακολουθεί να είναι υπερτιμημένο, τουλάχιστον, κατά 7%, σε σχέση με το μέσο ευρώ, το οποίο, τώρα, που μιλάμε έχει μια ισοτιμία, σε σχέση με το αμερικανικό δολλάριο, η οποία κυμαίνεται, στο 1,00 €/1,07 $. Έτσι, το "ελληνικό" ευρώ, υποτίθεται ότι ισούται, με 0,93 € (Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πράγματα είναι, ακόμη, χειρότερα, αφού η δική μου πεποίθηση είναι ότι το "ελληνικό" ευρώ πρέπει να βρίσκεται, πολύ πιο κάτω από το 0,90 του μέσου ευρώ).

Έχοντας αυτά, υπόψη μας, καθίσταται, απόλυτα, κατανοητό, ότι οι πλεονασματικές πολιτικές, που επιβάλλουν οι ξένοι δανειστές, είναι, εκ των πραγμάτων, καταστροφικές, για την ελληνική οικονομία. Τα δημοσιονομικά, τα παραγωγικά και τα αποταμιευτικά πλεονάσματα, που επιδιώκονται, είναι, απολύτως, εξωπραγματικά. Εάν οι ελληνικές κυβερνήσεις (η παρούσα και οι επόμενες) συνεχίσουν να επιδιώκουν να παραγάγουν δημοσιονομικά πλεονάσματα, έτσι όπως το επιθυμούν οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές, οι οποίοι, απλώς και μόνον, επιδιώκουν να εισπράξουν τα χρήματα, που δάνεισαν και να αρπάξουν, μέσω αισχροκερδών αγοραπωλησιών, την ελληνική δημόσια περιουσία και μέσω κατασχέσεων ιδιωτική περιουσία των Ελλήνων, είναι σαφές ότι θα περιέλθουν σε αδιέξοδο.

Αυτό θα συμβεί διότι, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει ο εξωτερικός τομέας της οικονομίας (οι εξαγωγικές επιχειρήσεις), να μπορέσει, μέσα από την αύξηση των εξαγωγών, να ισορροπήσει, σε ένα μεγάλο επίπεδο αποταμιεύσεων, το οποίο απαιτεί ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, προκειμένου να αντισταθμίσει την απώλεια των χρηματικών ροών, που προκύπτει, εις βάρος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, από τις ζητούμενες πλεονασματικές πολιτικές. Έτσι όμως, με δεδομένο το διαρκές πλεόνασμα του δημόσιου τομέα, το συνολικό πλεόνασμα του τομέα των εξαγωγών (του εξωτερικού τομέα της οικονομίας) θα πρέπει να ισορροπήσει, με τα έσοδα του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το ΑΕΠ της χώρας θα μειωθεί, μέχρις ότου το πλεόνασμα των εξαγωγών οδηγήσει σε αυτά τα επίπεδα ισορροπίας.

Αλλά κάπου εδώ ελλοχεύει το παράδοξο των αποταμιεύσεων και η αδυναμία τους να μετασχηματισθούν, σε επενδύσεις, με δεδομένο το πλαίσιο του οξύτατου ανταγωνισμού, που επικρατεί στην ευρωζώνη και στην διεθνή οικονομία, όπου το πλεονέκτημα του ενός γίνεται μειονέκτημα, για τους άλλους. Έτσι, με δεδομένη την συνέχιση της οικονομικής αβεβαιότητας και την επιβάρυνση της χώρας από το υπέρμετρο τοκογλυφικό χρέος, που την έχει γονατίσει, η δεδομένη συνέχιση της αποταμίευσης και η εκροή τεράστιων ποσοτήτων χρήματος, θα οδηγήσει στην παραπέρα μείωση του ΑΕΠ και στην συνέχιση της εμφάνισης των κρατικών ελλειμμάτων, την εξάλειψη των οποίων θα συνεχίσουν να απαιτούν οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές, την ίδια στιγμή, που αυτά είναι απαραίτητα, για αντιμετώπιση της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, που την μαστίζει και για την επαναφορά της, στην οικονομική ανάκαμψη.

Λαμβάνοντας υπόψη, αυτά τα δυσμενέστατα δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, με την άσκηση των πλεονασματικών πολιτικών, που εφαρμόζει, κατά παραγγελία, κυρίως, των τοκογλύφων των ευρωθεσμών (Ε.Κ.Τ., E.S.M., Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και δευτερευόντως, της γραφειοκρατίας του Δ.Ν.Τ., το οποίο αποδέχεται την άσκηση αυτών των πολιτικών, οδηγεί την χώρα, την οικονομία και την κοινωνία της, στον όλεθρο, ο οποίος θα λάβει την μορφή της πλήρως εξαθλίωσης και της εξαχρείωσης του ελληνικού πληθυσμού, πολύ περισσότερο, εάν οι ακολουθούμενες πλεονασματικές πολιτικές συνοδευθούν, από ένα ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο θα είναι ελλειμματικό. 

Η πολιτική των κρατικών πλεονασμάτων, που απαιτούν οι ξένοι δανειστές και εφαρμόζουν, πιστά, οι εντόπιοι υποτακτικοί τους, θα μπορούσε να είναι βιώσιμη, εάν το πλεόνασμα του εξαγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας, θα έφθανε, σε τέτοια επίπεδα, τα οποία θα ήσαν θεόρατα και θα μπορούσαν να ισοφαρίσουν τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, μαζύ με τα πλεονάσματα του ιδιωτικού τομέα και στην συνέχεια να βοηθήσουν, στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά αυτή η περίπτωση, βρίσκεται, σε επίπεδο θεωρητικής συζήτησης. Δεν αποτελεί στοιχείο της τρέχουσας και της μελλούμενης πραγματικότητας. Πολύ περισσότερο, όταν το διεθνές εμπόριο βρίσκεται, στα κάτω του και οι προοπτικές του είναι, άκρως, δυσοίωνες.

Ως εκ τούτου, η συντεταγμένη και σχεδιασμένη εγκατάλειψη αυτού του υποκρυπτόμενου μηχανισμού σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, το οποίο έχει επιβάλλει το Βερολίνο, η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, με την μορφή του ευρώ, ως κοινού νομίσματος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, είναι απαραίτητη και απολύτως, επιβεβλημένη.

Let's go back to drachma, λοιπόν.

Ελπίζω ότι η επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, στο εθνικό νόμισμα της χώρας μας δεν θα αργήσει. Αλλά και αν αργήσει, τελικά, θα έλθει. Θα προκύψει, έστω και εξ ανάγκης...

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Οι διέξοδοι και τα αδιέξοδα του δημόσιου δανεισμού και των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε Ελλάδα και Η.Π.Α, ο κρίσιμος ρόλος και η αναγκαιότητα του εθνικού νομίσματος. (2010 - 2015 : Ούτε ένα ευρώ, από τα 234,7 δισ. € του αισχροκερδούς τοκογλυφικού μνημονιακού δανεισμού δεν πήγε για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών).




Μιλώντας, για τα πρωτογενή πλεονάσματα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού, δεν μπορούμε, παρά να γελάσουμε (ομολογουμένως, πικρά), με τις απαιτήσεις των ξένων τοκογλύφων δανειστών και παράλληλα, δεν μπορούμε να μην ανατρέξουμε, στην ιστορική εμπειρία και στην τρέχουσα πραγματικότητα, που αφορούν την, διαχρονικά, συνεχή ροή των μεγεθών των ομοσπονδιακών προϋπολογισμών των Η.Π.Α., έτσι όπως αυτά περιγράφονται, στον μακροσκελέστατο, ως προς την χρονική του διάρκεια, πίνακα.

Αυτό, που καθίσταται βέβαιο, είναι το προφανές και πασίδηλο. Οι απαιτήσεις των ξένων τοκογλύφων, για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, στους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, επί σειρά ετών, μετά το 2018, είναι εξωπραγματικές και μάλιστα αγγίζουν τα επίπεδα της ψυχοπαθολογικής εμμονής και ξεπερνούν τα όρια του παραλογισμού.

Όσο και ό,τι και αν συμβεί, το Δ.Ν.Τ. (αν και καθυστέρησε, αφού, προηγουμένως, είχε βγάλει τα αντίθετα και ως εκ τούτου, απολύτως, εσφαλμένα συμπεράσματα) έχει δίκιο, προβλέποντας ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να παραγάγει τέτοιου επιπέδου θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα, επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα. Καμμία άλλη οικονομία δεν το έχει επιτύχει, σε καμμία χρονική περίοδο, κατά την διάρκεια της γνωστής ιστορίας του καπιταλισμού και δεν είναι η Ελλάδα αυτή που θα το καταφέρει.

Από εκεί και πέρα, βέβαια, το Δ.Ν.Τ. συμμετέχει, στον συλλογικό παραλογισμό των τοκογλύφων ευρωδανειστών, αφού, αποδεχόμενο την συλλογιστική τους, παρά το γεγονός ότι την περιγράφει, ως εξωπραγματική, προτείνει μια σειρά, από σκληρά μέτρα λιτότητας, προκειμένου να επιτευχθούν οι (περιγραφόμενοι ως, εγγενώς, άπιαστοι) στόχοι των συνεχών πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% του ΑΕΠ, στους κρατικούς προϋπολογισμούς της χώρας μας, για μια σειρά ετών, που φθάνουν, μέχρι την δεκαετία. Όσο και αυτό φαίνεται ότι αποτελεί μια - εξωπραγματικά, ανορθόλογη - παραδοξολογική θεσμική συμπεριφορά, η οποία δεν έχει καμμία θέση, στην σκέψη και στην δράση θεσμών, οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν, με βάση μια συνολική θέαση των προβλημάτων, που έρχονται να αντιμετωπίσουν, στην πραγματικότητα, αυτή η συμπεριφορά δεν είναι, ούτε μεμονωμένη, ούτε αναιτιολόγητη.  

Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί συνέχεια της, ομοίως, εξωπραγματικής και ανορθόλογης δανειοδότησης του, ουσιαστικά, χρεωκοπημένου ελληνικού δημοσίου, από τους δανειστές του, μεταξύ των οποίων ήταν και το Δ.Ν.Τ., μαζύ με την Ε.Κ.Τ. και την Commission, στο πρώτο Μνημόνιο του Μαΐου του 2010, έως και το δεύτερο Μνημόνιο του Μαρτίου του 2012, στο οποίο συμμετείχε, επίσης το Δ.Ν.Τ. 

Αλλά αυτή η συμπεριφορά, όσο ανορθόλογη και αν είναι, έχει την αιτία της. Και η αιτία της δεν είναι άλλη από αυτή, που βρίσκεται, σε αυτού του τύπου τις δανειοδοτήσεις. Δηλαδή την τοκογλυφία, η οποία προσδιορίζεται και χαρακτηρίζεται από τον επιμερισμό της δανειοδότησης, με βάση του ποσού, που επιστρέφει στους δανειστές και του ποσού, που μένει, στον δανειζόμενο.

Με αυτό το κριτήριο (που δεν είναι το μόνο και ίσως, να μην είναι και το κύριο, αλλά, που, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό), οι δανειοδοτήσεις, των ξένων θεσμικών δανειστών, στο ελληνικό δημόσιο, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία κατά την περίοδο 2010 - 2015, είναι, απολύτως και πλήρως, αισχροκερδείς και ως εκ τούτου, τοκογλυφικές. Αυτό το γεγονός καθίσταται, απολύτως, σαφές, όταν δούμε, το πού πήγαν τα 234,70 δισ. €, με τα οποία δανειοδοτήθηκε το ελληνικό κράτος, από το θανατηφόρο τρίο των ξένων θεσμικών δανειστών.

Η διαδεδομένη πεποίθηση, που έχει σχηματισθεί, με βάση τους ισχυρισμούς, που πρόβαλε η γερμανική εφημερίδα Handelsblat, είναι ότι, από το ποσόν των 234,70 δισ. €, με τα οποία Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ. και Ευρωπαϊκή Επιτροπή δανειοδότησαν το ελληνικό δημόσιο, μόλις το 5% (δηλαδή κάπου 11,74 δισ. €) πήγε για να καλυφθούν εσωτερικά ελλείμματα, ενώ το υπόλοιπο 95% των δανείων πήγε, για να πληρωθούν οι ξένες τράπεζες - κυρίως οι γαλλικές και οι γερμανικές.

Όμως, αν δούμε τα στοιχείων των απολογισμών των κρατικών προϋπολογισμών αυτής της περιόδου, θα παρατηρήσουμε ότι, κατά το διάστημα της περιόδου 2010 - 2015, το ελληνικό κράτος πλήρωσε, συνολικά, 240,50 δισ. €, εκ των οποίων τα 195,50 δισ. € πήγαν για την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων (136,90 δισ. €, για χρεωλύσια και 58,60 δισ. €, για τόκους), ενώ κατέβαλε και 45 δισ. €, για την ανακεφαλαιοποίηση της καταρρέουσας ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.

Το προφανές συμπέρασμα, από τα παραπάνω, είναι ότι ο μνημονιακός δανεισμός δεν επάρκεσε, για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του ελληνικού δημοσίου. Αλλά η αλήθεια είναι, ακόμη, περισσότερο πολύπλοκη και λαβυρινθώδης, αφού οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους ήσαν μεγαλύτερες, από το 240,50 δισ. € που, ήδη, αναφέραμε. Αυτό συμβαίνει, επειδή το συνολικό πρωτογενές έλλειμμα των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, κατά την περίοδο 2010 - 2015, ανήλθε στα 28,15 δισ. €, διογκώνοντας τις ανάγκες του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, στο ύψος των 268,65 δισ. €.

Το πώς εξυπηρετήθηκε αυτό το σύνολο των δημόσιων δαπανών της χώρας μας, γίνεται κατανοητό, εάν θυμηθούμε, ότι, κατά την διάρκεια του 1ου εξαμήνου του 2010, πριν ο ευήθης ΓΑΠ κηρύξει (με την καθοδήγηση των Barack Hussein Obama - Angela Merkel - Nicolas Sarkozy, οι οποίοι είχαν προσυμφωνήσει, ως προς την ακολουθητέα διαδικασία), την ημιεπίσημη, πλην, όμως, ουσιαστική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, από το Καστελλόριζο, ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. είχε προλάβει να δανειστεί, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, περίπου 20,48 δισ. €. Κάπως έτσι, υπερκαλύφθηκε το ποσόν των 240,50 δισ. €, που πλήρωσε το ελληνικό κράτος, για να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις και για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.

Αλλά το άθροισμα των δανείων, που πήρε το ελληνικό δημόσιο, από το τρίο των θεσμικών του δανειστών (Δ.Ν.Τ. - Ε.Κ.Τ. - Ευρωπαϊκή Επιτροπή), μαζύ με τον δανεισμό, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, κατά τους πρώτους μήνες του 2010, δεν επαρκούσε, για να καλύψει τις υποχρεώσεις του, όταν, σε αυτές περιλάβουμε και τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα των 28,15 δισ. € που προέκυψαν, κατά την περίοδο 2010 - 2015.

Αυτό συνέβη, απλούστατα, επειδή τα εμφανιζόμενα, ως διαθέσιμα χρήματα του ελληνικού δημοσίου, στην περίοδο 2010 - 2015, έφθασαν τα 255,18 δισ. € (234,70 δισ. € δάνεια, από την τρόϊκα + 20,48 δισ. €, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία), ενώ, όπως είπαμε, προσθέτοντας και τα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα των 28,15 δισ. €, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες, στην ίδια περίοδο, έφθασαν τα 268,65 δισ. €. Ως εκ τούτου, υπάρχει ένα υπόλοιπο, της τάξης των 13,47 δισ. € το οποίο εξυπηρετήθηκε, από άλλες πληγές.

Βέβαια, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, όσον αφορά την προέλευση αυτών των πηγών. Όπως προκύπτει, από τα στοιχεία του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., το ποσόν των 13,47 δισ. € καλύφθηκε, από τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου, που έφθασαν τα 4,6 δισ. € και τα repos, που έκανε το ελληνικό κράτος, με τα διαθέσιμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία έφθασαν τα 8,9 δισ. €.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται κατανοητό ότι ο μνημονιακός δανεισμός του ελληνικού δημοσίου, από το τρίο των ξένων θεσμικών δανειστών δεν αφορούσε, ούτε, κατ' ελάχιστον, τις ανάγκες του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού. Αφορούσε, τις τράπεζες, το Δ.Ν.Τ. και τους ίδιους τους ξένους δανειστές, οι οποίοι ανακυκλώνουν, πλέον, εδώ και κάποια χρόνια, την εξυπηρέτηση αυτού του δανεισμού, ο οποίος, εκ των πραγμάτων και εξ αυτού του λόγου, έχει καταστεί, απολύτως, αισχροκερδής και τοκογλυφικός, αφού αποσκοπεί, στην διαρπαγή του πλούτου του δανειζόμενου και σε τίποτε άλλο, που να είναι ουσιώδες.

Από όλα όσα, μέχρι τώρα, εκτέθηκαν, εμφανίζεται, σε όλο του το "μεγαλείο", το αδιέξοδο του ελληνικού δημόσιου δανεισμού των 323,709 δισ. € και της χρηματοδότησής του.

Με δεδομένη την αδυναμία του ελληνικού κράτους να ελέγξει τις συνθήκες έκδοσης του ευρώ, το οποίο αντικατέστησε το παλαιό τοπικό νόμισμα της χώρας μας, με την ένταξη της Ελλάδας, το 2002, στην ευρωζώνη, το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει καταστεί, απολύτως, ανεξέλεγκτο και εξαιρετικά αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Και για τον λόγο αυτόν, πρέπει, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, να παύσει να εξυπηρετείται.

Οι ξένοι τοκογλύφοι δανειστές των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ. πρέπει να φεσωθούν και να υποχρεωθούν να εγγράψουν τις ζημιές, που τους αναλογούν, ως αποτέλεσμα της θεμελιώδους απερισκεψίας τους να εκτεθούν, σε ένα χρέος, σαν το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο, υπό τις συνθήκες εξυπηρέτησής του, με ένα σκληρό νόμισμα, σαν το ευρώ, είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί.






Αλλά τα αδιέξοδα του ελληνικού δημόσιου χρέους και της χρηματοδότησής του, γίνονται ορατά και από άλλα στοιχεία, σαν αυτά των δύο πινάκων, που παρουσιάζουμε, στο παρόν κείμενο.

Όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, που περιγράφει, με πλήρη επάρκεια, την θηριώδη εκτόξευση του δημόσιου χρέους των Η.Π.Α., κατά την περίοδο 1972 - 2015, σε συνδυασμό, με τον αρχικό πίνακα, ο οποίος απεικονίζει, με ανάγλυφο τρόπο την εξέλιξη, των διαχρονικά, ελλειμματικών ομοσπονδιακών προϋπολογισμών του αμερικανικού κράτους, κατά την περίοδο 1950 - 2016, τα δημόσια ελλείμματα, προφανώς, διογκώνουν το δημόσιο χρέος και ως σχετικό και ως απόλυτο μέγεθος, αλλά, επειδή το δημόσιο χρέος των Η.Π.Α. είναι εκφρασμένο, στο τοπικό νόμισμα της χώρας αυτής, το μέγεθός του και η συναφής διόγκωσή του, δεν αποτελούν κανένα κίνδυνο, επειδή η εξυπηρέτηση του χρέους αυτού μπορεί να γίνεται ομαλά, με την αντίστοιχη κοπή των εκτιμώμενων, ως απαραίτητων, κάθε φορά και κατά περίπτωση, ποσοτήτων χρήματος, που πρέπει να χρηματοδοτήσουν, απρόσκοπτα, το χρέος αυτό. Όποιο και αν είναι το απόλυτο μέγεθός του και όποια και αν είναι η ποσοστιαία σχέση του, με το ΑΕΠ των Η.Π.Α.

Αλλά, ακριβώς, επειδή οι Η.Π.Α. έχουν το δικό τους νόμισμα, του οποίου την τύχη και την ποσότητα της κυκλοφορίας του ελέγχουν, μπορούν να κάνουν αυτά, που δεν μπορεί να κάνει η Ελλάδα, η οποία δεν έχει ένα νόμισμα, το οποίο να της ανήκει. Έτσι, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. δεν περιμένει να εισπράξει τους φόρους, ή τα χρέη των πολιτών και των επιχειρήσεων, προς το κράτους, προκειμένου να δαπανήσει.  Η αμερικανική κυβέρνηση, ακόμα και στην οριακή περίπτωση, που δεν εισπράξει, ούτε ένα δολλάριο, από φόρους, δασμούς, τέλη και χρέη των πολιτών και των επιχειρήσεων, μπορεί να δαπανήσει, ακριβώς, επειδή έχει το εκδοτικό δικαίωμα, επί του νομίσματος της χώρας, στην έκδοση και την κυκλοφορία του οποίου προβαίνει, χωρίς να έχει την ανάγκη να περιμένει, πρώτα να εισπράξει και μετά να δαπανήσει.

Βέβαια, η αμερικανική κυβέρνηση και δανείζεται, από τις τράπεζες και εισπράττει φόρους, τέλη και χρέη, από τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Αλλά, για όποιον έχει μια ελάχιστη γνώση, από τα οικονομικά, αυτό, που γίνεται κατανοητό, είναι ότι η κεντρική διοίκηση της Ουάσινγκτων, είτε αυτή βρίσκεται, υπό τις οδηγίες, είτε του Franklin Delano Roosevelt, ή του Richard Nixon, είτε του Barack Hussein Obama, ή του Donald John Trump, δεν φορολογεί και δεν δανείζεται, για να ικανοποιήσει τις ομοσπονδιακές κρατικές δαπάνες.

Οι λόγοι, για τους οποίους καταφεύγει, σε κρατικό δανεισμό, από τις τράπεζες και για τους οποίους φορολογεί τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αφορά την διατήρηση της αξίας του νομίσματος, στα επιθυμητά επίπεδα και προκειμένου να μπορεί να διαμορφώνει τα επιτόκια στα, κατά περίπτωση, επιθυμητά επίπεδα και να διατηρεί τις επενδύσεις, στα μεγέθη, που κρίνονται, κάθε φορά, αναγκαία (μαζύ με το γεγονός, βέβαια, ότι η κάθε αμερικανική κυβέρνηση επιθυμεί να στηρίζει την κερδοσκοπία, στην "ιδιωτική" αμερικανική μπατιροτραπεζοκρατία, την αξία της οποίας θα μπορούσε, εάν ήθελε, ανά πάσα στιγμή, να εξαφανίσει, ή έστω, να περιορίσει, όπως είχαν πράξει, μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 1970, οι διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, που διαδέχτηκαν τον Franklin Delano Roosevelt).

Αυτή είναι η πραγματικότητα, που αφορά την έκδοση και την κυκλοφορία του χρήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας (Fiat Money), το οποίο δημιουργείται, κυριολεκτικά, ex nihilo, στην οικονομία του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, την οποία προσπάθησαν και εξακολουθούν να προσπαθούν να ανατρέψει η συνασπισμένη τεχνοδομή της αμερικανικής και της πλανητικής μπατιροτραπεζοκρατίας, είτε αυτή η τεχνοδομή ενδύεται τον μανδύα του επίσημου, είτε του σκιώδους τραπεζικού τομέα, οδηγώντας το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, σε μια βαθιά κρίση, η οποία οδηγείται, σε ένα επικίνδυνο σημείο βρασμού και τήξης. Και εδώ εντοπίζεται ο κρίσιμος ρόλος και η αναγκαιότητα της ύπαρξης ενός εθνικού νομίσματος.

Σε αυτή την πραγματικότητα, οφείλει να επανέλθει η ελληνική οικονομία, προκειμένου να ορθοποδήσει και να εισέλθει, σε μια γοργή και αλματώδη διαδικασία ανάπτυξης. Και για να επιτευχθεί μια αλματώδης και ταχεία επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, η επιστροφή, στο παλαιό τοπικό νόμισμα της χώρας, στην δραχμή, είναι, απολύτως, απαραίτητη.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν αφορά το εάν πρέπει να πραγματοποιηθεί η επαναφορά, στο τοπικό νόμισμα της χώρας. Το ζήτημα είναι από ποιά ομάδα εξουσίας, πότε και υπό ποίες συνθήκες θα επιχειρηθεί αυτό το εγχείρημα.

Οψόμεθα...