Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Η κοινωνικοϊστορική και οικονομετρική διάψευση του "νόμου" της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Από τις εξισώσεις του Karl Marx, στην Συνάρτηση Παραγωγής Cobb - Douglas.


1948 - 1992 Η.Π.Α. : Η εξέλιξη της σχέσης του εισοδήματος της εργασίας, σε σχέση με το συνολικό εισόδημα, όπως προκύπτει από τα αρχεία του αμερικανικού Υπουργείου Εμπορίου.



Το ζήτημα της υποτιθέμενης πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, έτσι όπως αυτό περιγράφεται στα μαρξικά κείμενα και στην μαρξιστική οικονομία, είναι πάντοτε ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο που, αυτόν τον καιρό η χώρα μας βιώνει μια οικονομική κρίση, η οποία εξελίσσεται με τέτοια σφοδρότητα, που αγγίζει τα επίπεδα της αντίστοιχης οικονομικής κρίσης, που έζησαν οι Η.Π.Α. την περίοδο της GREAT DEPRESSION.

Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να περιγράψω, με περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες, τα αδιέξοδα της μαρξιστικής ανάλυσης, γύρω από τον υποτιθέμενο νόμο της "πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους" και την μαθηματική αναντιστοιχία και αντίφαση των μαθηματικών εξισώσεων (οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους), που, κατά τον Μάρξ, οδηγούν στην πτωτική τάση των ποσοστών των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία και το μη μαθηματικό παραγωγιστικό συμπέρασμα του Καρλ Μαρξ, το οποίο συνοψίζεται στην απόδειξη της κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος, ως συνέπειας της λειτουργίας αυτών των εξισώσεων στην πραγματική παραγωγική διαδικασία. 

Αφορμή, γι' αυτό το δημοσίευμα (όχι, όμως η αιτία, αφού είχα σκοπό να ασχοληθώ ξανά, με το θέμα αυτό, αργότερα, αφού είχα έτοιμη δουλειά από το παρελθόν) υπήρξαν οι σφοδρές ενστάσεις κάποιων άγνωστων μαρξιστών φίλων, που έγιναν στα πλαίσια του σχολιασμού δύο άλλων δημοσιεύσεων, που έκανα στο παρόν μπλογκ και οι οποίες είναι, κατά πρώτο λόγο, το : "Από τον Adam Smith στον Karl Marx : Τα φαντάσματα ενός παρωχημένου παρελθόντος πλανώνται πάνω από την Ευρώπη. (Η "δημιουργική καταστροφή" και η "πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους" στην σύγχρονη πραγματικότητα)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/11/adam-smith-karl-marx-declining-rate-of.html και κατά δεύτερο λόγο, το : "Karl Marx : Από την θεωρία της αξίας της εργασίας, στον Ιστορικό και τον Διαλεκτικό Υλισμό. (Ο εκφυλισμός μιας κοινωνικοαπελευθερωτικής απόπειρας σε έναν ψευδοεπιστημονικό ολοκληρωτισμό)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/09/karl-marx-value-of-labor-theory.html . Τους διαλόγους, που ακολούθησαν και τις θέσεις, που ανέπτυξα, μπορεί να δει, όποιος επιθυμεί, ανατρέχοντας σε αυτά τα δημοσιεύματα.

Ένα από τα καίρια ζητήματα, που έχουν να κάνουν, με την ισχύ, ή όχι, των μαρξικών εξισώσεων και ειδικότερα, αυτής, που αφορά την υποτιθέμενη πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, στην καπιταλιστική οικονομία, μέσα στο πέρασμα του χρόνου και πάνω σε μια μακροχρόνια βάση, έχουν να κάνουν, με το τι πραγματικά έχει γίνει, μέχρι τώρα. Με το εάν, δηλαδή, οι εξελίξεις στην πραγματική οικονομική ιστορία έχουν επιβεβαιώσει, ή όχι, την ισχύ αυτών των εξισώσεων και ειδικότερα, αυτήν της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους.

Όπως έχω γράψει, ακόμα και αν ίσχυε η μαρξική εξίσωση της τάσης των ποσοστών των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία, εάν δηλαδή αυτή ήταν πτωτική, όπως την περιέγραφε ο Καρλ Μαρξ, αυτή η εξέλιξη θα ήταν αδιάφορη για την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει και με μειωμένα ποσοστά κερδών. Παρά ταύτα, όμως, έχει αξία να εξετάσουμε το εάν αυτή η διαπίστωση του Καρλ Μαρξ αντέχει την αντιπαραβολή της με τα εμπειρικά δεδομένα και την πραγματική εξέλιξη, όπως αυτή προκύπτει από την εξέταση των μακροχρόνιων ιστορικών δεδομένων μιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Στον παραπάνω πίνακα, που αφορά την εξέλιξη του εισοδήματος εξ εργασίας στις Η.Π.Α., κατά την περίοδο 1948 - 1992, φαίνεται καθαρά ότι η μαρξική εξίσωση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους μέσα σε μια καπιταλιστική οικονομία, δεν ισχύει. Ο πίνακας αυτός δείχνει μια, κατά προσέγγιση, σταθερότητα, στα μερίδια των παραγωγικών συντελεστών (εργασία και κεφάλαιο), η οποία είναι αξιοσημείωτη, στην διάρκεια αυτής της μακρόχρονης περιόδου. Το μέγεθος του εισοδήματος, εξ εργασίας, έχει μείνει, σε γενικές, γραμμές, σταθερό, με μια διακύμανση, γύρω στο 0,7 και με ανώτατο δυνατό όριο, την μονάδα, στην οποία, όμως, συμποσούται το συνολικό εισόδημα, που αποκτήθηκε και κατανεμήθηκε στα πλαίσια της λειτουργίας της αμερικανικής οικονομίας, στην περίοδο αυτή και το οποίο ισούται, με το ΑΕΠ της χώρας. Στο εισόδημα, εξ εργασίας, αθροίζονται οι μισθοί και οι λοιπές χρηματικές απολαβές των εργαζομένων, ενώ στο συνολικό εισόδημα αθροίζονται, μαζύ με το εισόδημα, εξ εργασίας και τα εισοδήματα από τα εταιρικά κέρδη, τα ενοίκια, τους καθαρούς τόκους και η απόσβεση. Δεν περιλαμβάνονται τα εισοδήματα των ιδιοκτητών, που προκύπτουν από μη εταιρικές δραστηριότητες, διότι αυτά είναι εισοδήματα που συνδυάζουν εργασία και κεφάλαιο.

Δεν είναι τυχαία αυτή η εξέλιξη. Ούτε παρατηρήθηκε για πρώτη φορά. Την παρατήρησε, για πρώτη φορά, το 1927 ο καθηγητής Οικονομικών Paul Douglas (ο οποίος, μετά τον πόλεμο, έγινε γερουσιαστής από το Ιλλινόις).

Ο Paul Douglas διαπίστωσε ότι η διανομή του εθνικού εισοδήματος, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία ήταν γενικά σταθερή, για μια μακροχρόνια ιστορική περίοδο και ότι φυσικά, όσο η οικονομία γίνεται πλουσιότερη, το εισόδημα των εργατών και των καπιταλιστών αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό, χωρίς, επίσης, φυσικά, αυτή η εξέλιξη να αλλάζει το γεγονός ότι οι δύο αυτές οικονομικές κατηγορίες του πληθυσμού ξεκινούν από μα εντελώς διαφορετική οικονομική βάση, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανισότητα.

Ο Douglas, μετά από την διαπίστωση αυτή στράφηκε στον μαθηματικό Charles Cobb, για να βρει την συνάρτηση παραγωγής, που θα διατηρούσε σταθερά τα μερίδια παραγωγής των παραγωγικών συντελεστών, εφ' όσον αμοίβονταν με το οριακό προϊόν τους. Αυτή η συνάρτηση παραγωγής, που βρήκε ο Cobb και πήρε το όνομά τους (συνάρτηση παραγωγής Cobb - Douglas), προσδιορίζει το εισόδημα του κεφαλαίου: MPK x K = αY - όπου α είναι μια σταθερά, ανάμεσα στο 0 και στο 1, MPK είναι το οριακό προϊόν του κεφάλαιου, K είναι η ποσότητα του κεφάλαιου και Y είναι το συνολικό εισόδημα της οικονομίας, όπως περιγράφεται στον πίνακα - και το εισόδημα της εργασίας: MPL x L(1-α)Y - όπου MPL είναι το οριακό προϊόν της εργασίας και L η ποσότητα της εργασίας.

Δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε, εδώ και στην τελική συνάρτηση της παραγωγής, που εισάγει και τον παράγοντα της παραγωγικότητας της τεχνολογίας.[ Μπορούμε, απλώς, να την δούμε : Y = F(K,L) = AK, με εκθέτη το α, L, με εκθέτη το 1-α. Στους οικονομολόγους,  άλλωστε, είναι σήμερα γνωστό (από το αποκαλούμενο ζήτημα της επιλογής της πλέον κερδοφόρας τεχνικής) ότι, όταν για μία δεδομένη ποσότητα εργασίας μεταβληθεί η τεχνική παραγωγής, το ποσοστό κέρδους μεταβάλλεται, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι, για να μείνει περίπου σταθερό το μερίδιο της εργασίας, προφανώς, έρχεται μια άλλη εξισορροπιστική δύναμη να αναπροσαρμόσει το ποσοστό του κέρδους στα πρότερα επίπεδα].

Η ουσία της διαπίστωσης, που προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα της εξέλιξης του εισοδήματος, εξ εργασίας, στις Η.Π.Α., βρίσκεται και στο ίδιο το γεγονός της σχετικής σταθερότητας των μεριδίων κεφαλαίου και εργασίας, το οποίο είναι εκπληκτικό, αλλά και στην αιτία του γεγονότος, που έχει να κάνει με την σχετική σταθερότητα του εισοδήματος εξ εργασίας, σε σχέση με το εισόδημα του κεφαλαίου - το οποίο εισόδημα του κεφάλαιου μπορούμε να προσομοιώσουμε με την μαρξική έννοια της υπεραξίας. (Τα πράγματα, εδώ, είναι περισσότερο πολύπλοκα, αλλά θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή την ταύτιση).

Η ύπαρξη αυτού του μεγέθους, ως τέτοιου, δηλαδή η σχετική σταθερότητα του μεριδίου της εργασίας στην σύνθεση του συνολικού εισοδήματος στις Η.Π.Α., στο περίπου 70%, έναντι του 30%, του αντίστοιχου μεριδίου του κεφαλαίου, δείχνει ότι η ισχύς των μαρξικών εξισώσεων δεν επαληθεύεται. Ούτε η οργανική σύνθεση του κεφάλαιου αυξήθηκε, ούτε ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας. Αλλά, κυρίως και πρωτίστως, δεν επιβεβαιώνεται - δηλαδή καταρρίπτεται - η ισχύς της εξίσωσης της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους.

Όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι, πριν από τον Μαρξ, πίστευαν, ότι το ποσοστό κέρδους, μακροπρόθεσμα, παρουσιάζει μια πτωτική τάση. Ο Adam Smith πίστευε, ότι το ποσοστό των κερδών πέφτει, λόγω του ανταγωνισμού. Ο David Ricardo πίστευε, ότι το ποσοστό των κερδών πέφτει, λόγω της φθίνουσας αποδοτικότητας των νέων γαιών. Ο Robert - Thomas Malthus πίστευε ότι το ποσοστό των κερδών, σε μακροχρόνια βάση, πέφτει, λόγω του υπερπληθυσμού.

Ο Μαρξ είναι ο πρώτος, που συνδύασε τις χρησιμοποιούμενες τεχνικές παραγωγής με τον βαθμό αξιοποίησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου. Η αλήθεια είναι ότι εντόπισε αυτή την σχέση, πάλεψε να την αποκωδικοποιήσει και είναι δεδομένο ότι η σχέση αυτή των τεχνικών της παραγωγής και του ποσοστού κέρδους έχει βάση, ως μηχανισμός προσδιορισμού της παραγωγικότητας των συντελεστών της παραγωγής και της κατανομής των εισοδηματικών μεριδίων, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Η σχέση του βαθμού αξιοποίησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφάλαιου ισχύει, πλέον, όχι, ως απόδειξη της πτωτικής τάσης του ποσοστού των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία και ως απόδειξη της κατάρρευσης της οικονομίας αυτής. Ισχύει, με την μοντέρνα ριζική αναμόρφωση αυτής της σχέσης, αυτήν δηλαδή της Συνάρτησης Παραγωγής και την διαχρονική εξέλιξη των εισοδηματικών μεριδίων, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και τις επί μέρους, αυξομειώσεις των μεριδίων αυτών, αφού και στις δύο περιπτώσεις, είτε το ποσοστό των κερδών αυξάνεται, είτε μειώνεται, η αιτία της βραχυπρόθεσμης (ή και κάποιες φορές μεσομακροπρόθεσμης, ή και μακροπρόθεσμης) πτωτικής, ή αυξητικής τάσης του ποσοστού των κερδών οφείλεται, εν μέρει, στις χρησιμοποιούμενες τεχνικές παραγωγής. Και όχι μόνον σε αυτές.


Γιατί, όμως, προέκυψε αυτή η διαψευστική των προσδοκιών του Καρλ Μαρξ εξέλιξη; Γιατί δεν επαληθεύτηκαν οι εξισώσεις του, στην διαχρονική τους προοπτική.

Ένας λόγος, που έχει κυρίως τεχνικοοικονομικά χαρακτηριστικά (αν και δεν είναι ο σπουδαιότερος), είναι  το γεγονός ότι, πολύ πριν από την δεκαετία του 1920, που οι Douglas και Cobb διαμόρφωσαν την Συνάρτηση Παραγωγής,  οι ελίτ του καπιταλιστικού συστήματος κατάφεραν να χρησιμοποιούν τεχνικές, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας αλλά - παρά το ότι αυξάνουν επίσης την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου,  αυτό δηλαδή που αποκαλείται "ένταση κεφαλαίου", - χωρίς να αυξάνουν τον λόγο της αξίας του σταθερού κεφαλαίου προς τη ζωντανή εργασία, δηλαδή την οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, ή τον αποκαλούμενο "συντελεστή κεφαλαίου", και συνεπώς δεν μειώνουν το αντίστροφο αυτού του λόγου, ήτοι την "παραγωγικότητα του κεφαλαίου". Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι, ότι το ποσοστό των κερδών, σε μακροπρόθεσμη βάση, δεν φαίνεται να ακολουθεί την πτωτική τάση, που προέβλεπε η σχετική μαρξική εξίσωση  (παρά το γεγονός ότι, σε βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη βάση, μπορεί να πέφτει, από λόγους που έχουν να κάνουν, με την οικονομική συγκυρία, ή με διαρθρωτικές μεταβολές).

Ο λόγος, για τον οποίο το ποσοστό κέρδους δεν παρουσιάζει, μακροπρόθεσμα, μια πτωτική τάση, έχει, λοιπόν, να κάνει με το ότι οι νέες τεχνικές παραγωγής αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, σε ποσοστιαία βάση, χωρίς να αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.


Και ερχόμαστε, τώρα, στον κυριότερο λόγο, που σχετίζεται με το φαινόμενο αυτό.

Ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο η διαχρονική εισοδηματική κατανομή των μεριδίων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία έμεινε, περίπου, σταθερή, στα πλαίσια του 3 έναντι 7, είναι το επίπεδο της ταξικής πάλης, μέσα στους χώρους εργασίας και το επίπεδο των ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, που επηρέασαν δραστικά την εισοδηματική κατανομή, επαναφέροντας, σχετικά - και μάλιστα απρόσμενα - γρήγορα την αρχική ισορροπία, κάθε φορά που η εισαγωγή νέων τεχνικών αύξανε το παραγόμενο προϊόν και βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, τον πλούτο των κυρίαρχων καπιταλιστικών στρωμάτων, έναντι των εργαζομένων. Στα πλαίσια των αγώνων αυτών, κυρίαρχη υπήρξε η συμβολή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και των πολιτικών οργανώσεων των εργαζομένων, όπως, επίσης και η υιοθέτηση των κεϋνσιανών οικονομικών πολιτικών, με κύριο όργανο την δημοσιονομική πολιτική και την αύξηση των κρατικών δαπανών.

Πάνω σε αυτές τις βάσεις, στηρίχτηκε η κοινωνική δυναμική, που αναπτύχθηκε, γύρω από την συνάρτηση παραγωγής, που περιθωριοποίησε την, ευθύς, εξ αρχής, εσφαλμένη δόμηση των μαρξιστικών θεωριών, που οικοδομήθηκαν, πάνω στις μαρξικές εξισώσεις και ειδικότερα την εξίσωση που - υποτίθεται ότι - τεκμηριώνει την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, η οποία κατέληξε στο να οριστεί, ως νόμος κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας  και η μαθηματική "απόδειξη" της νομοτελειακής κατάρρευσης της καπιταλιστικής οικονομίας, ως τρόπου παραγωγής.

Ας δούμε και εδώ την εξίσωση αυτή του ποσοστού των κερδών στην καπιταλιστική οικονομία :

Το κέρδος, ως έννοια και ως μέγεθος, διαφοροποιείται από την υπεραξία, διότι όταν μιλάμε για το κέρδος, μιλάμε περί ενός τμήματος της συνολικής υπεραξίας, το οποίο στην εποχή του Καρλ Μαρξ ήταν και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της υπεραξίας, το οποίο, για λόγους απλούστευσης, ουκ ολίγες φορές, ο Μαρξ και οι μαρξιστές ταύτισαν με την υπεραξία, επειδή το μέγεθος των υπολοίπων τμημάτων της ήταν, ως προς το κέρδος, συγκριτικά, αναξιόλογο.

Έτσι, το ποσοστό του κέρδους, κυριολεκτώντας, διαφοροποιείται, σε σχέση με το ποσοστό της υπεραξίας και ορίζεται, ως το πηλίκο του συνολικού κερδους (κερ) προς το κεφάλαιο (κ). Εκτός, εάν θέλουμε να υποκαταστήσουμε το κλασικό ορισμό του Καρλ Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, με τον ορισμό της πτωτικής τάσης του ποσοστού της υπεραξίας.

Για να μην συσκοτίσουμε τους όρους της τρέχουσας ανάλυσης, θα μείνω στην επικρατούσα διευκολυντική εκδοχή, που ταυτίζει το κέρδος με την υπεραξία, αν και η διαφοροποίηση των εννοιών αυτών είναι καθοριστική, προκειμένου να μπορέσουμε να καταλάβουμε το τι πραγματικά συνέβη στο καπιταλιστικό σύστημα, κατά το διάβα του χρόνου, από την εποχή των κλασικών οικονομολόγων (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Καρλ Μαρξ), μέχρι τις ημέρες μας.

Μένοντας, λοιπόν, στην μαρξική ανάλυση, πρέπει να πούμε ότι το κεφάλαιο (κ) συναποτελείται από το σταθερό κεφάλαιο (σ), που είναι το τμήμα εκείνο του κεφαλαίου το οποίο κατευθύνεται στα μέσα παραγωγής, τα οποία χρησιμοποιούν οι εργάτες, για την παραγωγή των προϊόντων και στο μεταβλητό κεφάλαιο (μ), το οποίο κατευθύνεται προς την πληρωμή των εργατών.

Έτσι το ποσοστό του κέρδους/υπεραξίας (πκ) ορίζεται ως : υ/σ+μ και διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρονομαστή, στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης, με το μεταβλητό κεφάλαιο (μ) έχουμε :

Ποσοστό κέρδους (πκ)=υ/μ/σ/μ+1, όπου το υ/μ εκφράζει τον βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών και το σ/μ, εκφράζει την αποκαλούμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή την αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, που παραπέμπει στην σχέση ανάμεσα στην νεκρή και την ζωντανή εργασία. (Η ίδια η εξίσωση είναι άκρως προβληματική, επειδή είναι εντελώς αντιφατική, αφού συγκρίνει και προσθαφαιρεί ανόμοια μεγέθη. Και αυτό το πράττει, διότι επιχειρεί να προσδιορίσει, με αφετηρία μεγέθη που αφορούν την αξία, το ποσοστό κέρδους και το κόστος παραγωγής των διαφόρων, επί μέρους, εμπορευμάτων. Τα ποσοστά των κερδών μετρημένα σε αξίες, ή σε τιμές, είναι διαφορετικά, είτε επειδή δεν πραγματοποιείται, συνήθως, το σύνολο της υπεραξίας στην αγορά και το σύνολο των κερδών δεν ταυτίζεται με το σύνολο της υπεραξίας, όπως έχω προαναφέρει, είτε, επειδή - ακόμη και στην σπάνια περίπτωση, που το σύνολο της υπεραξίας πραγματοποιείται στην αγορά - η σχέση ζωντανής και νεκρής εργασίας δεν μπορεί να συγκριθεί).

Αυτές είναι οι εξισώσεις του γερο - Μαρξ, που τίθενται προς εξέταση. Ας τις δούμε, λεπτομερειακά :


Καρλ Μαρξ.


1) Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ :

Εκφράζεται από τον λόγο Σ/Μ (όπου Σ το σταθερό κεφάλαιο – δηλαδή οι επενδύσεις η νεκρή εργασία – και όπου Μ το μεταβλητό κεφάλαιο η ζωντανή εργασία – οι εργάτες). Σύμφωνα με αυτήν, οι καπιταλιστές επενδύουν ολοένα και περισσότερο σε σταθερό κεφάλαιο και ολοένα και λιγότερο σε μεταβλητό, με σκοπό την μεγιστοποίηση των κερδών τους και ουσιαστικά τον σταδιακό εξοβελισμό της ζώσας εργατικής δύναμης από τις παραγωγικές διαδικασίες στους εργοστασιακούς χώρους.




1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξελικτική πορεία της ανεργίας στο εργατικό δυναμικό, όπως καταγράφεται στα Ομοσπονδιακά Στατιστικά Στοιχεία. Σταθερή και ελέγξιμη η ανεργία, παρά τις επί μέρους, μεγάλες αυξομειώσεις και παρά την ανοδική της τάση, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.





2) Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ :

Εκφράζεται από τον λόγο Υ/Μ (όπου Υ είναι η υπεραξία που καρπούται η καπιταλιστική τάξη). Σύμφωνα, με αυτόν τον λόγο, η αύξηση του αριθμητή – της υπεραξίας – εκφράζει την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αφού έτσι η υπεραξία αυξάνεται και ενθυλακώνεται από τους καπιταλιστές. Είναι η ίδια δηλαδή η παρουσία, η απεικόνιση της μεγιστοποίησης του κέρδους, ως απότοκο των παραγωγικών διαδικασιών και της αδύναμης θέσης του εργάτη, που υπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα του ιδιοκτήτη καπιταλιστή και των οργάνων του, μέσα στην παραγωγή.

Ο συνδυασμός αυτών των δύο εξελίξεων, δηλαδή η ολοένα και μεγαλύτερη επένδυση των καπιταλιστών σε προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου και η αύξηση της υπεραξίας, η οποία προσανατολίζεται, περαιτέρω, σε επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο και ολοένα και λιγότερο, σε μεταβλητό, οδηγεί στην σταδιακή απομάκρυνση των εργατών από την παραγωγική διαδικασία, αφού αυτή η ανακυκλούμενη, σε ολοένα και μεγαλύτερα επίπεδα, διαδικασία διογκώνει, διαρκώς, τον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό, δηλαδή τις στρατιές των ανέργων, που σπομακρύνονται από την παραγωγική διαδικασία, λόγω της στροφής των καπιταλιστών, σε επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου και λόγω της διογκούμενης υπεραξίας, η οποία στρέφεται προς την ίδια κατεύθυνση και την ανατροφοδοτεί, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τον στρατό των ανέργων. Αυτή είναι η μαρξική αντίληψη, για την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.


3)Η ΠΤΩΤΙΚΗ ΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ :

Αλλά η μαρξική αντίληψη δεν σταματάει σε αυτές, εδώ, τις δύο εξισώσεις και το λογικό παρακολούθημά τους, δηλαδή την αύξηση του άνεργου εργατικού δυναμικού, ως αποτέλεσμα της άκρατης επιδίωξης των καπιταλιστών για μεγιστοποίηση των κερδών τους. Αυτού του είδους οι διαπιστώσεις θα ήσαν πολύ καταθλιπτικές και η Ιστορία δεν θα είχε το happy end, που ο Μαρξ επιθυμούσε να έχει. Και εδώ, είναι, που έρχεται η «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους» για, να δώσει διέξοδο στις καταθλιπτικές διαπιστώσεις, που προκύπτουν από τις παραπάνω δύο εξισώσεις και από την λογική συνεπαγωγή τους, που έχει ,ως αποτέλεσμα, την διόγκωση της στρατιάς των ανέργων.

Όπως είπαμε, ο Μαρξ ήταν, κατ’ εξοχήν, παραγωγιστής. Γι’ αυτόν, κυρίαρχο ρόλο παίζουν, μέσα στην ιστορική εξέλιξη, η παραγωγή, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις – όλα τα άλλα(διανομή, κατανάλωση) είναι επι μέρους και βοηθητικά στοιχεία των παραγωγικών διαδικασιών.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ είναι ότι, σε επίπεδο διανομής, η θεωρία του, για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους έρχεται σε σύγκρουση με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφάλαιου και την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, διότι και η αύξηση της υπεραξίας και η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, μαζύ με την γιγάντωση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, που προκύπτει από την ανακύκλωση αυτών των εξελίξεων, δεν μπορεί να οδηγήσει στην πτωτική τάση του ποσοστού των κερδών, υπό καμμία μαθηματική λογική. Αντίθετα, οδηγεί στην αύξηση του ποσοστού των κερδών και τούτο διότι αυτό συμβαίνει, αναπόδραστα, όταν αυξάνεται το σταθερό κεφάλαιο και η υπεραξία ,σε σχέση με το μεταβλητό. Δεν νοείται, δηλαδή, το να αυξάνεται ο αριθμητής, στον βαθμό εκμετάλλευσης, στο κλάσμα (Υ/Μ), να μειώνεται ο παρονομαστής και ομοίως, να αυξάνεται ο αριθμητής, στο κλάσμα της οργανικής σύνθεσης του κεφάλαιου (Σ/Μ) και παράλληλα, να πέφτουν τα ποσοστά των κερδών. Απέναντι ,σε αυτήν την θεμελειακή αντίφαση του Μαρξ, στάθηκαν όλοι οι μαρξιστές θεωρητικοί και το μόνο, που έκαναν, είναι να την προσπεράσουν και να την κουκουλώσουν, ως μαθηματικό παράδοξο.

Αλλά για να πούμε του λόγου το αληθές, η θεωρία του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, δεν έχει να κάνει με καμμία μαθηματική λογική. Η μαρξική θεωρία, στο τμήμα της αυτό, έχει λογική, αλλά αυτή δεν είναι η μαθηματική λογική. Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να ξαναθυμήσω, εδώ, ότι ο Κάρλ Μαρξ ήταν παραγωγιστής. Και η θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους έχει μια παραγωγιστική και όχι μια μαθηματική λογική.

Η μαρξική θεωρία, για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ειδωμένη μέσα στην παραγωγική εργοστασιακή διαδικασία ισχυρίζεται ότι (με δεδομένες τις δύο προηγούμενες εξισώσεις, που δείχνουν ότι η καπιταλιστική τάξη στρέφει τις επενδύσεις της, στο σταθερό κεφάλαιο, δηλαδή στην νεκρή εργασία, παραμελώντας την ζωντανή και αποσπώντας ολένα και μεγαλύτερα ποσά υπεραξίας, από αυτήν την διαδικασία, ανατροφοδοτώντας, με την ογκούμενη υπεραξία τις επενδύσεις, σε σταθερό κεφάλαιο και απομακρύνοντας, διαρκώς, ολοένα και περισσότερα εργατικά χέρια, από την παραγωγική διαδικασία και γιγαντώνοντας το άνεργο εργατικό δυναμικό, ουσιωδώς, δηλαδή, εξαθλιώνοντάς το) ολοένα και λιγότεροι εργάτες – και οριακά ένας εργάτης -, χειρίζονται έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό μηχανών, που πολυπλοκοποιούνται και στην πορεία της εξέλιξης, καθίστανται ,ολοένα και περισσότερο, δυσκολοδιαχειρίσιμες, με αποτέλεσμα η μείωση της ζωντανής παρουσίας (μεταβλητό κεφάλαιο), μέσα στην παραγωγική διαδικασία και η ολοένα και αυξανόμενη βαρύτητα της νεκρής εργασίας (τεχνολογία – σταθερό κεφάλαιο) να καταστήσει, σταδιακά, αδύνατη την παραγωγή κεφαλαίων και κερδών.

Στο όριο αυτή η διαδικασία παραλύει και οδηγεί στην κατάρρευση την παραγωγική διαδικασία, κάνοντας αδήριτη αναγκαιότητα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αφού έφερε σε σύγκρουση τις παραγωγικές δυνάμεις, με τις παραγωγικές σχέσεις, καθιστώντας αναγκαία την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών.




1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξέλιξη του ΑΕΠ. Η αμερικανική οικονομία, παρά τις προβλέψεις, δεν φθίνει...



Υπ’ αυτήν την καθαρά παραγωγιστική έννοια της μαρξιστικής νεομεσσιανικής ιστορικιστικής, ψευδοεπιστημονικής ιστορικής κατασκευής του «ιστορικού υλισμού» (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν απαντάται ως όρος στον Μαρξ, αλλά, ορθώς, του έχει χρεωθεί, ως θεωρητική κατασκευή) δεν υπάρχει αντίφαση, στο μαρξικό οικοδόμημα των παραγωγικών διαδικασιών του καπιταλιστικού συστήματος.

Πράγματι, αν ίσχυαν οι δύο πρώτες εξισώσεις και η συνεπαγωγή τους, για τον αυξανόμενο εφεδρικό βιομηχανικό στρατό των ανέργων, θα υπήρχε τεράστιο πρόβλημα, σε μια δράκα, ή, έστω, μια μικρή ομάδα εργατών, να χειρίζονται, ολοένα και περισσότερα και διαρκώς πολυπλοκότερα, μηχανήματα και το σύστημα θα παρουσιάζε μεγάλα δυσλειτουργικά προβλήματα – αν και με την σύγχρονη τεχνολογία αυτό αμφισβητείται, αλλά, για την εποχή του και για τις μετάγενέστερες, από τον Μαρξ, εποχές κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιθανό.


Η ουσία στην όλη υπόθεση είναι, πως το καπιταλιστικό σύστημα, γραφειοκρατικοποιούμενο και γραφειοκρατικοποιώντας τους συντελεστές της παραγωγής και την ίδια την έννοια της υπεραξίας, ακολούθησε τελείως άλλες ατραπούς, που ουδεμία σχέση έχουν, με τις θεωρίες του Καρλ Μαρξ. Η ιστορία πήρε άλλους δρόμους και εγκατέλειψε τις μαρξικές θεωρίες, μετασχηματίζοντάς τες, σε μια ιδεολογία, με την μαρξική κοινωνιολογική και φιλοσοφική έννοια του όρου, αυτήν της ψευδούς συνειδήσεως.

Φυσικά, από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό και κατανοητό ότι αμφισβητώ, πλήρως, την ισχύ της θεωρίας της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Το αντίθετο συμβαίνει, ως διαχρονική τάση. Και αυτό δεν είναι άσχετο, από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μέγεθος δεν είναι ένα απλό μαθηματικό μέγεθος, αφού συναρτάται, άμεσα, από το επίπεδο της ταξικής πάλης, μέσα στους χώρους δουλειάς και έξω, από αυτούς, όπως, επίσης και από το επίπεδο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.


Αλλά, ακόμη και να προέκυπτε και να καταγραφόταν, ως διαχρονικό μέγεθος, η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ως φαινόμενο της διανομής, ουδεμία επίπτωση θα είχε στην παραγωγική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, είτε στις παλαιότερές του μορφές, είτε στην σύγχρονη μορφή του, αυτήν του γραφειοκρατικού καπιταλισμού – πολύ περισσότερο του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος μπορεί να λειτουργεί και με μικρότερα ποσοστά κέρδους, από το παρελθόν.

Για την διεύρυνση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, κατά την τελευταία 20ετία, δεν διαφωνώ καθόλου. Άλλωστε, έχω γράψει σχετικά και έχω αναφέρει ότι μια, από τις αιτίες της παρούσας ύφεσης, ήταν και αυτή η ανισοκατανομή, λόγω της πολιτικής, που επικράτησε, από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ (που μας είπε ότι «κοινωνία δεν υπάρχει») και των νεοσυντηρητικών πολιτικών και των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που επικούρησαν αυτές τις πολιτικές. Όπως, άλλωστε, συνέβη και κατά την δεκαετία του 1920, κατά την οποία η διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων υπήρξε μία από τις αιτίες της GREAT DEPRESSION.

Αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τέτοιου είδους κρίσεις και υφέσεις, που είναι προϊόν της πτώσης της ροπής προς κατανάλωση, που οδηγεί σε αδυναμία μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις, λόγω αύξησης της ροπής προς αποταμίευση, κάλλιστα, μπορεί να συμβεί και σε έναν μη καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διανομής. Ακόμα και σε έναν σοσιαλιστικό – κοινοβιακό.

Ουδεμία σχέση έχει η «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους» με αυτό που συμβαίνει σήμερα. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα.


Στην συγκεκριμένη ύφεση, που εξετάζουμε (όπως και σε όλες τις καπιταλιστικές κρίσεις του παρελθόντος), δεν είναι η πτωτική τάση του ποσοστού των κερδών, σε σχέση με το κεφάλαιο, ή το κοινωνικό προϊόν, που δημιούργησε το πρόβλημα, αλλά το γεγονός, που ούτε οι κλασσικοί οικονομολόγοι, ούτε ο
Καρλ Μαρξ, μπόρεσαν να διαβλέψουν και συναρτάται, με το μπλοκάρισμα της διαδικασίας μετατροπής των μακροοικονομικών μεγεθών της αποταμίευσης, σε επένδυση (μεγέθη στα οποία ουδένα ρόλο παίζουν οι εργάτες, η εργατική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα των μισθωτών, αφού, όσο οι έχοντες το εισόδημα καταναλώνουν, τόσο το σύστημα λειτουργεί απρόσκοπτα, ό,τι και να συμβαίνει με τον «βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης» και τις σχέσεις ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο.
Δυστυχώς, για τον Μαρξ και τους μαρξιστές, η διατάραξη των ισορροπιών, στο σύστημα, δεν ανάγεται, από οικονομολογικής πλευράς, στην σφαίρα της παραγωγής, αλλά στην σφαίρα της κατανάλωσης), και όχι σε αυτό, που θεώρησε ο Μαρξ ότι θα συμβεί, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ότι, δηλαδή, οι συνεχείς επενδύσεις των καπιταλιστών, στο σταθερό κεφάλαιο (δηλαδή, σε τεχνολογία, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο, σε μηχανήματα) θα καταστήσουν το μεταβλητό κεφάλαιο (δηλαδή την εργασία) ανίκανο να χειριστεί τα προϊόντα του σταθερού (τα προϊόντα της τεχνολογίας, τις μηχανές) και σε βάθος χρόνου, με την υλοποίηση αυτής της διαδικασίας, ένας ολοένα και μειούμενος αριθμός εργατών να υποχρεούται να χειρίζεται έναν ολοένα και μεγαλύτερο (και πολυπλοκότερο) αριθμό μηχανών, με αποτέλεσμα αυτή η διαδικασία να φθάσει στα όριά της και στο ελάχιστο εκείνο μέγεθος του αριθμού των εργατών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν, πλέον, να χειρισθούν τα προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου (η ζώσα εργασία δεν θα μπορέσει να χειρισθεί την νεκρή εργασία), με ακρότατη συνέπεια την αδυναμία πραγματοποίησης κερδών, λόγω της κατάρρευσης του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος (του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής).

Μέσα από αυτήν την (υποτιθέμενη ως πραγματική) εξέλιξη στην παραγωγική διαδικασία θα προέκυπτε, κατά τον
Μαρξ, η ισχύς του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους και όχι από την μαθηματική διάστασή του (η οποία, ως μαθηματικό αλγεβρικό μέγεθος, λειτουργεί, στην αντίθετη κατεύθυνση, ως αποτέλεσμα της ολοένα και μεγαλύτερης αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και της σύστοιχης εξαθλίωσής της, σύμφωνα με τις κλασσικές και εξωπραγματικές μαρξικές εξισώσεις Υ/Μ και Σ/Μ).  Έτσι προκύπτουν, κατά τον Μαρξ
, οι κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής και οι συναφείς θεωρίες, οι οποίες στήριζαν την άποψη ότι η διαδικασία αυτή αποδείκνυε την κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία παραγωγική διαδικασία αδυνατούσε να προχωρήσει, λόγω του περιβλήματός της – των ιδιωτικών σχέσεων ιδιοκτησίας τους, γεγονός που – υποτίθεται – ότι καθιστούσε ιστορικά αναγκαία την έλευση του σοσιαλισμού, πέρα και ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες θελήσεις, ως απότοκο του ξετιλύγματος του ιστορικιστικού προτσές του «ιστορικού υλισμού».

Ουδέν, εξ αυτών που ο
Καρλ Μαρξ
προέβλεψε, συνέβη.


Ούτε πέφτει το ποσοστό του κέρδους (αυτό μακροπρόθεσμα διατηρείται σταθερό, με επί μέρους βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις), ούτε αυξάνει ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης (και αυτός διατηρείται μέσα σε ένα σταθερό πλαίσιο), ούτε αυτή εξαθλιώνεται (αντίθετα η ευημερία της ολοένα και αυξάνεται όπως μπορεί να γίνει ορατό και εμπειρικά). Αλλά και να έπεφτε, δηλαδή, το ποσοστό του κέρδους διαχρονικά, για το καπιταλιστικό σύστημα, αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Μια χαρά μπορεί να λειτουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα και με μικρότερα ποσοστά κερδών.

Αλλά και όλη η μαρξική οικονομική (και κοινωνιολογική) ορολογία έχει παρακμάσει από το γεγονός ότι ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, μαζύ με την γραφειοκρατικοποίησή του (τις τεράστιες ώριμες επιχειρήσεις, που τον κουμαντάρουν, μαζύ με τον τεράστιο κρατικό τομέα, δεν τις διοικούν πλέον οι κλασσικοί ιδιώτες καπιταλιστές, όπως ήδη έχω περιγράψει, αφού η διοίκησή τους έχει πλέον διαχωριστεί πλήρως από την ιδιοκτησία τους – όπως άλλωστε ακόμα και τα παλιαομοδίτικα οικονομικά εγχειρίδια, αυτά τα ίδια που επιμένουν να αποτίουν φόρο τιμής στην κυριαρχία των … αγορών, αποδέχονται), φρόντισε να γραφειοκρατικοποιήσει και όλα τα κοινωνικά και οικονομικά μεγέθη, που σχετίζονται με αυτόν – δηλαδή την εργατική τάξη, η οποία, παρά τις μαρξικές προβλέψεις, είναι ένα ολοένα και συρρικνούμενο κοινωνικό στρώμα, μέσα σε μια διογκούμενη κοινωνική θάλασσα, που αποκαλείται με τον όρο «μισθωτοί» και που είναι προϊόν της γραφειοκρατικοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών.

Ακόμα και η διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, σε βάρος του βιομηχανικού τομέα (αυτού του, κατά
Μαρξ και Ένγκελς, «ανοικτού βιβλίου των ανθρώπινων δυνατοτήτων»), καθώς και η διόγκωση της υπεραξίας σε σχέση με τα κέρδη είναι προϊόντα αυτής της αύξουσας γραφειοκρατικοποίησης του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, που έθαψε τον παλαιό κλασσικό καπιταλισμό και στην φιλελεύθερη και στην ολιγοπωλιακή εκδοχή του, που είχαν γνωρίσει οι κλασσικοί σοσιαλιστές σαν τον Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, τον Κάρλ Μαρξ, τον Φρήντριχ Ένγκελς, τον Μιχαήλ Μπακούνιν, αλλά και τους μεταγενέστερους, μέχρι τον Λένιν, τον Στάλιν, τον Τρότσκυ, τον Ζαν Ζωρές και τον Κάουτσκυ
, με τον ερχομό της GREAT DEPRESSION.


Αυτό που θέλησα να παρουσιάσω ήταν μια σύνοψη των μαρξικών θεωριών (και των ιστορικών αδιεξόδων τους), για την υποτιθέμενη εγγενή κρισιακή κατάσταση μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, την οποίαν υποτίθεται ότι απεδείκνυαν οι εξισώσεις του γερο-Μαρξ, με αποκορύφωμα την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, που ήταν η παραγωγική έκφραση της σύγκρουσης του επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και της υποτιθέμενης αναγκαιότητας της
"απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών"
, δηλαδή της αντικατάστασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τον σοσιαλιστικό, με όργανο την επαναστατική εργατική τάξη.

Αυτό και τίποτε περισσότερο…

Και για να μην αδικούμε τον γερο-
Μαρξ, πρέπει να πω ότι ο Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και πολιτικός γραφειοκράτης Καρλ Μαρξ, διέκρινε δύο στάδια στην καπιταλιστική εξέλιξη:



1) Το αρχικό προοδευτικό και επαναστατικό του στάδιο, κατά το οποίο η εξάπλωση του καπτιαλιστικού συστήματος, παραγκωνίζει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και εκσυγχρονίζει τις κοινωνίες, αναππτύσσοντας διαρκώς τις παραγωγικές δυνάμεις, την παραγωγή και τον πλούτο των κοινωνιών.

2) Το ύστερο και αντιδραστικό, κατά το οποίο το καπιταλιστικό σύστημα, έχοντας υποκαταστήσει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και έχοντας καταστήσει το προλεταριάτο (και συγκεκριμένα την βιομηανική εργατική τάξη) πλειοψηφία στις κοινωνίες, όπου αναπτύχθηκε, μετατρέπεται σε τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και εμφανίζει όλες τις κοινωνικά, οικονομικά και παραγωγικά αντιδραστικές ιδιότητες, που προκύπτουν από τις μαρξικές εξισώσεις, την διόγκωση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού των ανέργων, σε συνδυασμό με την «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους», το οποίο αποτελεί την κορωνίδα των θεωριών του, υποτίθεται ότι θεμελιώνει την ιστορική αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, αφού αποδεικνύει ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις δεν μπορούν να αναπτύξουν πλέον τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν μόνον μέσα στο κοινωνικό – συλλογικό πλαίσιο των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.


Αυτές του οι διαπιστώσεις και η ιστορικιστική του ανάλυση ( «διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός» ) τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι «κανένα κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί να ανατραπεί, πριν εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων».

Φυσικά, εδώ και πολύν καιρό (από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ξέρουμε ότι έκανε λάθος.

Και αυτό ήταν που συνοπτικά θέλησα να παρουσιάσω…

Πρέπει να θυμόμαστε (και τον γερο-
Μαρξ), για να μην πέφτουμε στα ίδια λάθη, που είναι προϊόν της συλλογικής αμνησίας, όπως – καλή ώρα – συνέβη με την εμφάνιση της τωρινής ύφεσης και της κρίσης, που ακολούθησε, και την ατταβιστική συμπεριφορά των διεθνών χρηματοπιστωτικών ελίτ (και ειδικά των γερμανικών και των ευρωτραπεζιτών), που έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να επαναφέρουν τις ανισορροπίες του συστήματος στα επίπεδα εκδήλωσής τους, κατά την διάρκεια της GREAT DEPRESSION.



(Ένα μεγάλο τμήμα του παρόντος κειμένου έχει προκύψει από τις θέσεις που εξέφρασα σε μια συζήτηση στο e-rooster, που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2010, στα πλαίσια της κριτικής στο άρθρο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου : "Καθαρές κουβέντες για την οικονομία" http://e-rooster.gr/01/2010/2106 . Όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το κομμάτι αυτό του διαλόγου που αφορά τις μαρξικές εξισώσεις και ειδικά την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, στα σχόλια (ενδεικτικά από το σχόλιό μου της 17/2/2010 http://e-rooster.gr/01/2010/2106#comment-128801 και μετά, όπου θα βρει τις δικές μου θέσεις, σε αντιπαράθεση, με εκείνες του καλού μου φίλου rebel @ work, ο οποίος εξέφρασε τον αντίλογο των σύγχρονων μαρξιστών, στους δικούς μου ισχυρισμούς).

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Από τον Adam Smith στον Karl Marx : Τα φαντάσματα ενός παρωχημένου παρελθόντος πλανώνται πάνω από την Ευρώπη. (Η "δημιουργική καταστροφή" και η "πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους" στην σύγχρονη πραγματικότητα).

Adam Smith - Karl Marx.


Μια σειρά από φαντάσματα φαίνεται να πλανώνται πάνω από την Ευρώπη, τα τελευταία τρία χρόνια. Τα φαντάσματα των κλασικών φιλελεύθερων πατέρων της οικονομικής επιστήμης (Adam Smith, David Ricardo, Robert-Thomas Malthus, John Stuart Mill), μαζί με εκείνο του ριζοσπάστη κοινωνιολόγου, αλλά και άτεγκτου μονεταριστή οικονομολόγου, του Karl Marx

Στα μυαλά όλων όσων έχουν μια, έστω και μακρινή, σχέση με την οικονομική επιστήμη και τα ζητήματα οικονομικής διαχείρισης, οι άνθρωποι αυτοί, μαζί με τους νεοκλασικούς επιγόνους τους (Friedrich August von Hayek, Milton Friedman, Ludwig von Mises, Joseph Schumpeter), έχουν έλθει, ξανά, στην επικαιρότητα, μαζί με τις επιστημονικές δοξασίες τους, οι οποίες, στην ρίζα τους, είναι κοινές, παρά το διαφορετικό και πολλές φορές, αντιθετικό, περιεχόμενο των βαθύτερων φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων και των πολιτικών τους προταγμάτων.

Η παρούσα παρατεταμένη κρίση της ευρωζώνης και η μονεταριστική αδιαλλαξία της γερμανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, της οποίας οι εμμονές, προσιδιάζουν, με τις μονεταριστικές απόψεις των Γερμανών, επαναφέρουν στο προσκήνιο τις πεποιθήσεις των πατέρων της οικονομικής επιστήμης, με τις οποίες είχε ανδρωθεί το κλασικό καπιταλιστικό σύστημα του ελεύθερου ανταγωνισμού, μέχρι την μετεξέλιξη του στον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό των τελευταίων τριών δεκαετιών του 1800 και μέχρι την έλευση της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, η οποία πιστοποίησε, οριστικά, τον μετασχηματισμό του ολιγοπωλιακού καπιταλισμού στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, υπό το καθεστώς του οποίου εξακολουθούμε να ζούμε, έως τις ημέρες μας.
 

David Ricardo

Πράγματι, αν δούμε την συμπεριφορά της γερμανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ και της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας, βλέπουμε ότι οι ομοιότητες, με την συμπεριφορά των πατέρων της οικονομικής επιστήμης και των πολιτικοοικονομικών ελίτ εκείνης της εποχής είναι ορατή και σαφέστατη.

Η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ στερείται της λογικής, που είχε και εξακολουθεί να έχει, η αμερικανική, η οποία διατηρεί,  πάντοτε την διανεμητική και αναδιανεμητική λογική της κεϋνσιανής σχολής, ακόμη και στην πιο συντηρητική εκδοχή της, προκειμένου να μπορεί να λύνει τα άμεσα και επείγοντα προβλήματα, χωρίς χρονοτριβή, όπως απέδειξε η άμεση διαχείριση της κρίσης του 2008 από την διοίκηση George Bush jr, αρχικά και από την παρούσα διοίκηση Barack Obama στην συνέχεια. 

Στην Γερμανία φαίνεται να επικρατεί η προκεϋνσιανή λογική. (Βέβαια, οι διαδρομές της στρατηγικής σκέψης της γερμανικής νεοσυντηρητικής και εθνικιστικής ελίτ, που διακατέχεται από μια επαρχιωτική νοοτροπία, είναι περισσότερο πολύπλοκες και το μείγμα της πολιτικής της είναι περίεργο, αφού είναι ένα κράμα νεοφιλελευθερισμού και κεϋνσιανισμού, με οδηγό μια αναβίωση των κλασικών φιλελεύθερων ιδεών, που επικαθορίζει την συμπεριφορά της στις εξωτερικές της σχέσ
εις). Αλλά, μέσα στα πλαίσια της μίζερης λογικής της, η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να παραιτηθεί  από τα κέρδη και τα ευρύτερα περιουσιακά στοιχεία, που έχει συσσωρεύσει, από την λειτουργία της ευρωζώνης και να παραχωρήσει, έστω και τμήμα τους, σε άλλα κράτη και κοινωνίες της ζώνης του ευρώ και κυρίως, σε κράτη και κοινωνίες του Νότου. Έτσι, κάθε ποσότητα χρήματος, που η ίδια δανείζεται, με επιτόκια, κάτω από το 1%, ή και με αρνητικά επιτόκια, θέλει να την δανείζει στις χώρες του Νότου, μέσω των μηχανισμών της ευρωζώνης, με μεγαλύτερο επιτόκιο. 

Μέσα στα πλαίσια αυτής της λογικής, που αναβιώνει την κλασική φιλελεύθερη αντίληψη, η γερμανική ελίτ :


1)      Αρνείται την έκδοση νέου χρήματος από την Ε.Κ.Τ., διότι πιστεύει ότι αυτή θα μειώσει την αξία του συσσωρευμένου πλούτου της γερμανικής οικονομίας.

2)      Αρνείται τον απευθείας δανεισμό των κρατών από την Ε.Κ.Τ., κάτι που θα μειώσει τα κέρδη των τραπεζών, αλλά και τα κέρδη που η ίδια προσπορίζεται.

3)      Αρνείται να ακούσει κουβέντα, για την έκδοση ευρωομολόγων, διότι μια τέτοια κίνηση θα αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού της, ενώ θα είναι και η ίδια εγγυήτρια για την πληρωμή τους.

4)      Αρνείται να αποδεχθεί την άσκηση του δικαιώματος εκτύπωσης νομίσματος από τα κράτη της ευρωζώνης (ακόμα και σε έκτακτη βάση), για να αποφύγει την μείωση της περιουσίας της, την απώλεια των κερδών που έχει και για να μην μειωθούν τα κέρδη των τραπεζών.


Αυτό, που επιδιώκει η Γερμανία, προκειμένου να κρατήσει την ευρωζώνη, ως έχει και προκειμένου να παραμείνει σε αυτήν, με τους δικούς της όρους, είναι η δημοσιονομική ένωση, μέσω της αυστηρής λιτότητας και φυσικά, χωρίς την δημιουργία ομοσπονδιακών δομών και χωρίς καμμιά δημοκρατική νομιμοποίηση. Έτσι, κρατάει τα σωρευμένα κέρδη της και τα πλεονάσματά της και αφήνει τους άλλους να διαχειρισθούν τα ελλείμματά τους και τις απώλειές τους, αναβιώνοντας, εντός ευρωζώνης, το πνεύμα του κλασικού φιλελευθερισμού, μέσα σε ένα κράμα, που τον συνδυάζει, με έναν ιδιότυπο εσωτερικό κεϋνσιανισμό.


Όπως φαίνεται, η γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ δεν επιθυμεί, ούτε σκοπεύει να θυσιάσει τα κέρδη και τα πλεονάσματά της, για καμία άλλη χώρα. Με φθηνό, σχεδόν, δωρεάν χρήμα, και με τεράστια παραγωγή και ανταγωνιστικότητα, μέσα σε μια, ερμητικά, κλειστή νομισματική ένωση, σαν την ευρωζώνη, η Γερμανία σκοπεύει να δορυφοροποιήσει όλες τις υπόλοιπες οικονομίες, που συμμετέχουν, σε αυτήν την νομισματική ζώνη – της Γαλλίας μη εξαιρουμένης.


Με την αναβίωση των οικονομικών της σπάνης, δηλαδή με την αναβίωση των ιδεών του κλασικού φιλελευθερισμού, αναβίωσαν και οι, συνοδεύουσες τα οικονομικά αυτά, ιδέες για τις αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων και υφέσεων, καθώς επίσης και οι προκεϋνσιανές μέθοδοι, για την αντιμετώπισή τους. Έτσι, επανέρχεται στην επιφάνεια ολόκληρο το οπλοστάσιο των φιλελεύθερων ιδεών, που επικεντρώνουν την επιχειρηματολογία, γύρω από τα αίτια της κρίσης, στο παραγωγικό μοντέλο της σύγχρονης οικονομίας, στην χαμηλή παραγωγικότητα και στην ασθενή ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, στο υψηλό εργατικό και κοινωνικό κόστος, στην υψηλή κατανάλωση, στην συρρίκνωση της επένδυσης, μέσα από την μείωση της αποταμίευσης και συνακόλουθα στην πτώση των κερδών των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
 



John Stuart Mill.



Έτσι, όλη αυτή η συζήτηση φέρνει στην επιφάνεια, μαζί με τους κλασικούς πατέρες της οικονομικής επιστήμης (τον Άνταμ Σμιθ, τον Νταίηβιντ Ρικάρντο, τον Τόμας – Ρόμπερτ Μάλθους, τον Τζων Στιούαρτ Μιλλ) και τους επιγόνους τους (τον Τζόζεφ Σουμπέτερ, τον Φρήντριχ φον Χάγεκ, τον Λούντβιχ φον Μίζες, τον Μίλτον Φρήντμαν), μαζί με τις ιδέες τους, καθώς και τον Καρλ Μαρξ, με τις δικές του ιδέες, οι οποίες, λίγο – πολύ, στο οικονομικό πεδίο ταιριάζουν με τις ιδέες των κλασικών. 

Όλοι τους είχαν σαν κοινή συνισταμένη, τον εντοπισμό της αιτίας των οικονομικών κρίσεων στο παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας, είτε αυτό συγκεκριμενοποιείτο στο συγκεκριμένο παραγωγικό μοντέλο της κοινωνίας , η οποία βίωνε την κρίση, είτε προσχωρούσαν - σαν τον Καρλ Μαρξ - στην συνολική ριζοσπαστική κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. 




 Friedrich von Hayek



Και για τις δύο σχολές (και για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους οικονομολόγους και για τους ριζοσπάστες οικονομολόγους, σαν τον Μαρξ και τους μαρξιστές) η θεραπεία της καπιταλιστικής κρίσης, σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο ήταν και εξακολουθεί να είναι η διαδικασία της αποκαλούμενης "δημιουργικής καταστροφής", μέσα από την ανεμπόδιστη λειτουργία του οικονομικού και του κοινωνικού αυτοματισμού, που θα σαρώσει τις ανεπάρκειες, τις δυσλειτουργίες και τις στρεβλώσεις του παραγωγικού μοντέλου και σε ένα βάθος χρόνου, θα οδηγήσει στην επαναφορά της αναπτυξιακής διαδικασίας, με όλους τους συντελεστές της παραγωγής σε πλήρη λειτουργία και την αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας. Το γεγονός ότι, για τους ριζοσπάστες, σε ένα απώτερο στάδιο, αυτή η διαδικασία της "δημιουργικής καταστροφής", θα οδηγήσει και στην αντικατάσταση του ίδιου του παραγωγικού μόντέλου, ως τέτοιου, δηλαδή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, δεν αλλάζει την ουσία της αφήγησης, για τις αιτίες και τις διαδικασίες ξεπεράσματος των οικονομικών κρίσεων.



Στα πλαίσια της κριτικής του παραγωγικού μοντέλου στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι γεγονός ότι ο Καρλ Μαρξ συνόψισε τις αιτίες των ενδογενών καπιταλιστικών κρίσεων, μεσα σε ένα μαθηματικοποιημένο σχήμα, που εκφράστηκε από τις μαρξικές εξισώσεις, οι οποίες κατέληγαν στην αιτιολόγηση της, κεφαλαιώδους σημασίας, εξίσωσης, που προσδιορίζεται ως "πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους", η οποία, στα πλαίσια της μαρξικής και πολύ περισσότερτο της μαρξιστικής θεωρίας, έλαβε τα χαρακτηριστικά ενός νόμου, με την επιστημονική έννοια του όρου, που - κατά τον Μαρξ - συνοψίζει την κεντρική αιτία της κρίσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η οποία, με την πάροδο του χρόνου οδηγεί αναπόδραστη στην κατάρρευσή του.

Τι είναι, όμως, και πως προσδιορίζεται το ποσοστό του κέρδους μιας οικονομίας;  

Δεν είναι το πηλίκο της συνολικής υπεραξίας (υ) προς το κεφάλαιο (κ), όπως θεωρεί ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.  

Το κέρδος, ως έννοια και ως μέγεθος διαφοροποιείται από την υπεραξία, διότι όταν μιλάμε για το κέρδος, μιλάμε περί ενός τμήματος της συνολικής υπεραξίας, το οποίο στην εποχή του Καρλ Μαρξ ήταν και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της υπεραξίας, το οποίο, για λόγους απλούστευσης, ουκ ολίγες φορές, ο Μαρξ και οι μαρξιστές ταύτισαν με την υπεραξία, επειδή το μέγεθος των υπολοίπων τμημάτων της ήταν, ως προς το κέρδος, συγκριτικά, αναξιόλογο. 

Έτσι, το ποσοστό του κέρδους, κυριολεκτώντας, διαφοροποιείται, σε σχέση με το ποσοστό της υπεραξίας και ορίζεται, ως το πηλίκο του συνολικού κερδους (κερ) προς το κεφάλαιο (κ). Εκτός, εάν θέλουμε να υποκαταστήσουμε το κλασικό ορισμό του Καρλ Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, με τον ορισμό της πτωτικής τάσης του ποσοστού της υπεραξίας

Για να μην μπλέξουμε σε μια βυζαντινολογία, η οποία θα συσκοτίσει τους όρους της τρέχουσας ανάλυσης, θα μείνω στην εκδοχή του Ευκλείδη Τσακαλώτου, που ταυτίζει το κέρδος με την υπεραξία, αν και η διαφοροποίηση των εννοιών αυτών είναι καθοριστική, προκειμένου να μπορέσουμε να καταλάβουμε το τι πραγματικά συνέβη στο καπιταλιστικό σύστημα, κατά το διάβα του χρόνου, από την εποχή των κλασικών οικονομολόγων (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Καρλ Μαρξ), μέχρι τις ημέρες μας.

Μένοντας, λοιπόν, στην μαρξική ανάλυση, πρέπει να πούμε ότι το κεφάλαιο (κ) συναποτελείται από το σταθερό κεφάλαιο (σ), που είναι το τμήμα εκείνο του κεφαλαίου το οποίο κατευθύνεται στα μέσα παραγωγής, τα οποία χρησιμοποιούν οι εργάτες, για την παραγωγή των προϊόντων και στο μεταβλητό κεφάλαιο (μ), το οποίο κατευθύνεται προς την πληρωμή των εργατών. 

Έτσι το ποσοστό του κέρδους/υπεραξίας (πκ) ορίζεται ως : υ/σ+μ και διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρονομαστή, στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης, με το μεταβλητό κεφάλαιο (μ) έχουμε : 

Ποσοστό κέρδους (πκ)=υ/μ/σ/μ+1, όπου το υ/μ εκφράζει τον βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών και το σ/μ, εκφράζει την αποκαλούμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή την αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, που παραπέμπει στην σχέση ανάμεσα στην νεκρή και την ζωντανή εργασία. Αυτές είναι οι εξισώσεις του γερο - Μαρξ, που τίθενται προς εξέταση. Οι εξισώσεις αυτές, υποτίθεται ότι λειτουργούν, σε ένα διπλό επίπεδο : Στο επίπεδο της οικονομίας, ως νόμοι, που διέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στο επίπεδο της κοινωνίας, ως μηχανισμοί που οδηγούν στην λεγόμενη κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή. 

Οι μαρξικές, λοιπόν, εξισώσεις (υ/μ και σ/μ και η περίφημη πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ήτοι η σχέση του κέρδους - υπεραξίας - μεταβλητού κεφάλαιου) και οι σε αυτές αποδιδόμενες κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής, δεν έχουν ουσία και δεν είναι καθοριστικές, ούτε για την καπιταλιστική οικονομία, ως παραγωγικό μοντέλο (αν και ως διανεμητική και καταναλωτική λειτουργία, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού μπορούν να παίξουν έναν ρόλο, υπό προϋποθέσεις κάποιες από αυτές, εφ' όσον διαπιστωθεί η λειτουργία τους και συσχετισθούν με φαινόμενα υποκατανάλωσης, τα οποία περιοδικά κάνουν την εμφάνισή τους στην οικονομική λειτουργία), ούτε για την για την πορεία της αποκαλούμενης κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής. Αν είχαν και αν ήσαν, αυτό θα είχε φανεί στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, από την εποχή του Μαρξ, μέχρι τώρα, έτσι όπως εκείνος προσδιόριζε αυτές τις σχέσεις των εξισώσεων και των κρίσεων με την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, δηλαδή με την πτώση του καπιταλισμού, ως οικονομικού συστήματος και την νομοτελειακή αντικατάστασή του από τον σοσιαλισμό, κάτι που, φυσικά, δεν έγινε. Αυτή είναι η αλήθεια.

Για τον εγελιανό Καρλ Μαρξ η οικονομική του ανάλυση ήταν καθοριστική, για την εξέλιξη του καπιταλισμού και οι παραπάνω εξισώσεις - υποτίθεται - ότι αποδείκνυαν και καθόριζαν το αναπόδραστο γεγονός ότι ο καπιταλισμός είχε ημερομηνία λήξης, αφού αυτές οι εξισώσεις προσδιόριζαν ότι ο ώριμος καπιταλισμός της (αγγλικής κατά βάσιν, αλλά όχι μόνον) κοινωνίας της εποχής του - υποτιθέται ότι - βάδιζε στην σύγκρουση, ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή στην αδυναμία του καπιταλισμού να αναπτυχθεί. Εξ ου και η - υποτιθέμενη - αντικατάσταση του ανίκανου, προς ανάπτυξη, καπιταλισμού, με τον σοσιαλισμό, ο οποίος υποτίθεται ότι θα ανέπτυσσε τις παραγωγικές δυνάμεις.

Μέσα στο κλειστό μαρξιστικό σχήμα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αυτή η πρωτοκαθεδρική οικονομική ανάλυση και οι συναφείς εξισώσεις έχουν τον χαρακτήρα των σκληρών νόμων, με ντετερμινιστική διάσταση. Θα συμβούν, δηλαδή, ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες βουλήσεις, επιδιώξεις και τους σκοπούς των υποκειμένων και θα οδηγήσουν στον σοσιαλισμό, με την άνοδο του κοινωνικά πλειοψηφικού (κατά βάση βιομηχανικού) προλεταριάτου.

Ουδέν, εξ αυτών, συνέβη. Ο κλασσικός καπιταλισμός του Μαρξ άλλαξε (με κρίσεις, με πολέμους, με επαναστάσεις, αλλά και με την βελτίωση των γνώσεων των αρχουσών τάξεων και των διανοουμένων τους) και μετατράπηκε στον γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας - υπό όλες του τις εκδοχές -, στον οποίο ο κεϋνσιανισμός έδωσε εκείνη την οικονομοτεχνική τεχνολογία και το κοινωνικό οπλοστάσιο, για να μπορεί να αναπτύσσεται αδιάκοπα στο βάθος του μη προβλέψιμου μελλοντικού χρόνου, ξεπερνώντας την βαθιά και καθοριστική κρίση του μεγάλου κραχ του 1929, αρχικά και τις υφέσεις, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός της εποχής μας γραφειοκρατικοποίησε το προλεταριάτο και την .... υπεραξία την ίδια (!). Είναι, εμπειρικά και άμεσα, ορατό, για παράδειγμα, το γεγονός ότι στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο της εποχής μας το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι μια μειοψηφία στο σύνολο ενός πλήθους ''χαρτογιακάδων'' εργαζομένων στον χώρο των υπηρεσιών - και όχι μόνον. Δηλαδή, ακολουθώντας την γραφειοκρατικοποίηση της οικονομίας, με το τεράστιο παρεμβατικό κράτος (ακόμα στην πιο ''φιλελεύθερη'' οικονομία των Η.Π.Α., το 30% του ΑΕΠ παράγεται μέσα στα παίσια του αμερικανικού κράτους), γραφειοκρατικοποιήθηκε και το ίδιο, ακόμα και μέσα στα εργοστάσια.

Η γραφειοκρατικοποίηση της υπεραξίας είναι και αυτή ολοφανερή, αφού, ενώ στην εποχή του Μαρξ η υπεραξία είχε ένα περιορισμένο περιεχόμενο [ταυτιζόταν με το κέρδος (δηλαδή τις επενδύσεις + την κατανάλωση του καπιταλιστή) + τις πληρωμές των μη παραγωγικά εργαζόμενων (δηλαδή μπράβων, υπηρετών κ.α.) + τους λιγοστούς φόρους στο κράτος, που ήταν η αστυνομία, ο στρατός και μια μικρή δημόσια διοίκηση], τα πράγματα άλλαξαν στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό, αφού στην έννοια της υπεραξίας υπεισέρχονται οι τεράστιες δαπάνες του κράτους, που πήραν αυτή την έκταση, λόγω των πολιτικών τόνωσης της ζήτησης, που εισηγήθηκαν και εφάρμοσαν ο
Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς και οι μετακεϋνσιανοί οικονομολόγοι.


Οι δαπάνες αυτές δεν ήσαν μόνον οι στρατιωτικές, αλλά και οι τεράστιες κοινωνικές μεταβιβαστικές πληρωμές, οι επιδοτήσεις, η κάλυψη των ελλειμμάτων των μεγάλων επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, κλπ., οι οποίες στηρίζουν την ολική ζήτηση του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού οικοδομήματος, τις οποίες εμβρυϊκά και περιορισμένα είχαν γνωρίσει μερικοί - όχι όλοι - κλασσικοί πολιτικοί της σοσιαλδημοκρατίας - με την παλιά επαναστατική έννοια της λέξης - (Μαρξ, Ένγκελς, Μπακούνιν, Λένιν, Τρότσκυ), ενώ οι κλασσικοί οικονομολόγοι (Άνταμ Σμιθ, Ρόμπερτ Τόμας Μάλθους και Νταίηβιντ Ρικάρντο) δεν τις είχαν γνωρίσει καθόλου.

Ομοίως σημαντική είναι και η γραφειοκρατικοποίηση της ιδιωτικής υπεραξίας, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών και της συνακόλουθης εισαγωγής των μεθόδων, των τεχνικών των πωλήσεων και του marketing στις επιχειρήσεις, που μπαίνουν στο συνολικό κόστος (και φυσικά στην υπεραξία, αφού οι εργάτες τους πληρώνουν όλους αυτούς, μέσα από την παραγωγική εργασία τους).

Όλα αυτά, που, συνοπτικά, εδώ, περιγράφω, ήσαν αδιανόητα για την εποχή του Μαρξ και για την οικονομική ανάλυση του πρωτεύοντος βιβλίου του, δηλαδή ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' και τις εξισώσεις του. Αυτά, όμως, έσωσαν τον κλασσικό καπιταλσμό και τον μετασχημάτισαν στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό.

Γι' αυτό και οι μαρξικές εξισώσεις και οι κρίσεις υπερπαραγωγής, που περιγράφονται στο βιβλίο του Μαρξ ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' δεν αποδόμησαν τον καπιταλισμό, όπως ο Μαρξ πίστευε και ήθελε να αποδείξει ότι θα συμβεί νομοτελειακά και πέραν από τις όποιες ανθρώπινες θελήσεις, μέσα από την σύγκρουση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων με τις παραγωγικές δυνάμεις και την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό.

Η αδυναμία των μαρξικών εξισώσεων και των κρίσεων υπερπαραγωγής να καταδείξουν την αποδόμηση του καπιταλιστικού συστήματος σημαίνει ότι αυτές δεν έχουν την ουσία, που ήθελε ο Μαρξ να τους αποδώσει και ότι δεν είναι νομοτελειακή η κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, η οποία δεν πηγάζει από αυτές τις εξισώσεις και τις κρίσεις υπερπαραγωγής, που, λίγο - πολύ, έχουν αντιμετωπισθεί, μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου κεϋνσιανού γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όλα για πέταμα από τον Μαρξ. Όμως, σίγουρα είναι για πέταμα, όλη η εγελιανή κατασκευή του ιστορικού υλισμού, πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν και της οποίας την ορθότητα θέλησαν να καταδείξουν οι μαρξικές εξισώσεις, αφού η ιστορία απέδειξε ότι απέτυχαν παταγωδώς, σε αυτή τους την αποστολή. Κατά τα άλλα, διατηρούν κάποια σχετική αξία, για την παρακολούθηση των σκαμπανεβασμάτων των δεικτών και αυτών που θέλουν να περιγράψουν και τίποτε περισσότερο.

Και επειδή η σύγχρονη οικονομική επιστήμη έχει προχωρήσει ιλιγγιωδώς από την εποχή του Μαρξ, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει να παρακολουθούμε την βασική σχέση ανάμεσα στα οικονομικά μεγέθη ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ - ΕΠΕΝΔΥΣΗ - ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ και τον ρόλο των κρατικών πολιτικών για την εξισορρόπισή τους, μέσα στις σύγχρονες γραφειοκρατικές καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως επίσης, ανάλογη μεγάλη σημασία έχει το να παρακολουθούμε την πορεία των μεγεθών της εξίσωσης του Ίρβινγκ Φίσερ, για την αξία του χρήματος [P = M1 x VI + M2 x V2 / T (όπου P = η αξία του χρήματος, Μ1 και Μ2 οι τραπεζικές καταθέσεις και το κυκλοφορούν χρήμα, V1 και V2, οι ταχύτητες κυκλοφορίας τους και Τ ο συνολικός όγκος του εμπορίου)] και τις πολιτικές που ακολουθούνται και αφορούν τους χειρισμούς των μεγεθών αυτών.

Αλλά όλα αυτά δεν έχουν σχέση, με το περιεχόμενο της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, ή, αν έχουν, η σχέση τους είναι μικρή, με αυτήν και σίγουρα δεν την επικαθορίζουν, αφού, κάλλιστα, μια ανατροπή του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα νεοφαραωνικό κοινωνικό σύστημα. Και στην πράξη, μάλιστα, κόντεψε αυτό το νεοφαραωνικό καθεστώς να έλθει, με κυρίαρχη ιδεολογία τον μαρξισμό.

Σκληρόν, αλλά αληθές.

 Οι μαρξικές εξισώσεις, μέσα στο πλαίσιο του μαρξικού ιστορικισμού, όπως αυτός εκφράστηκε με την θεωρία του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, δεν χρησιμοποιήθηκαν, ως απλά μακροοικονομικά μεγέθη, για να περιγράψουν μια, ακόμα, - επιτυχή, ή όχι - οικονομική ανάλυση και θεωρία. Ο Καρλ Μαρξ θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικό επαναστάτη και ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' και οι εξισώσεις του γράφτηκαν από αυτόν, για να αποδείξει το προφανές, σε όλους τους μαρξιστές (της εποχής του και τους μετά από αυτόν) : Την αναγκαιότητα της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, ως σκληρής και αναπόφευκτης νομοτέλειας, πέρα και πάνω από τις θελήσεις και τις επιδιώξεις των ανθρώπων και των κοινωνικών τους τάξεων, αφού, με την σύγκρουση ανάμεσα στις καπιταλιστικές παραγωγικές δυνάμεις και στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, φανερώνεται η ανικανότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις.

Έτσι, ''οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται'', κατά τον Μαρξ, αφού το επαναστατικό (βιομηχανικό κατά βάση) προλεταριάτο θα αναλάβει, με την οικοδόμηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, να αναπτύξει τις κοινωνικοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις. Αυτό είναι το κλειστό ντετερμινιστικό οικονομικό και κοινωνικό σχήμα του μαρξικού ''ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ'' και των μεταγενέστερων μαρξιστών.

Όλα αυτά θεμελιώνονται στις μαρξικές εξισώσεις (βαθμός εκμετάλλευσης, οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους) και στις κρίσεις υπερπαραγωγής και αυτό επειδή αυτές οι εξισώσεις και οι κρίσεις υπερπαραγωγής αποδεικνύουν και οδηγούν (ως μαθηματική έκφραση και επιστημονική οικονομική συμπύκνωση των αλληλοσυγκρουόμενων κοινωνικών δυνάμεων, μέσα στον καπιταλισμό - αυτόν, που αποκαλείται ''καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής'' -) στην αναπόδραστη καταστροφή του καπιταλισμού, με επαναστατικό υποκείμενο το προλεταριάτο. Χωρίς αυτές - τις εξισώσεις και τις συνακόλουθες κρίσεις - δεν υπάρχει μαρξική οικονομική ανάλυση και χωρίς αυτές, δεν υπάρχει και κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, αν και το τελευταίο παραμένει κοινωνιολογικά σκοτεινό.

Ουδέν εξ αυτών συνέβη. Να λέμε τώρα ότι η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους είναι κάτι το συγκυριακό, ή ότι οι κρίσεις υπερπαραγωγής ''δεν πρέπει να αποδίδονται στην επενέργεια κάποιας διαρκώς δρώσας αιτίας όπως η υποκατανάλωση των λαϊκών μαζών ή μια –μονίμως– πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους'', όπως ισχυρίζονται διάφοροι μαρξιστές, πέρα από σχολαστικισμό - όταν επιθυμούμε να μείνουμε στα πλαίσια των μαρξιστικών αναλύσεων και να τις ''σώσουμε'' -, αποτελεί και μια αναθεώρηση, η οποία δεν σώζει, αλλά, αντίθετα, γκρεμίζει το μαρξικό έργο, έτσι όπως αυτό οικοδομήθηκε στο βιβλίο του ''ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ'' και έτσι, όπως εκφράστηκε στην μαρξική ντετερμινιστική θεωρία του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.  Ούτε ''η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους'', ούτε η ''οργανική σύνεση του κεφάλαιου'', ούτε ο ''βαθμός εκμετάλλευσης'', ούτε οι ''κρίσεις υπερπαραγωγής'' παίζουν ρόλο στο ζητούμενο. 


Επίσης, ότι οι θέσεις πλείστων μαρξιστών, για την υπεραξία, μένουν αρχαϊκές (π.χ. πολλοί μένουν στο κλασικό σχήμα του Μαρξ, που λέει ότι ''η υπεραξία πάει στους καπιταλιστές για ιδιωτική κατανάλωση, αλλά και για την επέκταση της παραγωγής'' - προφανώς εννοούν τις επενδύσεις, γιατί και ο Μαρξ και οι κλασσικοί οικονομολόγοι, αυτές εννοούν όταν αναφέρονται στην επέκταση της παραγωγής. Δεν είναι έτσι, πιά, λόγω της γραφειοκρατικοποίησης της υπεραξίας και της εργατικής τάξης, ως συνακόλουθων αποτελεσμάτων της γενικώτερης γραφειοκρατικοποίησης της οικονομίας στον σύγχρονο γραφειοκρατικό καπιταλισμό).





John Maynard Keynes

 


Είναι ο Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς και οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι (ήτοι Τζων Κέννεθ Γκαλμπραίηθ κλπ), που, ξεπερνώντας τον Καρλ Μαρξ και τους κλασικούς και νεοκλασικούς οικονομολόγους, έδειξαν την διέξοδο στις αρχαϊκές ανεπάρκειες του συστήματος και ώθησαν στην γραφειοκρατικοποίηση τον καπιταλισμό. Και για να το καταφέρουν αυτό, σίγουρα, κάτι αξίζουν, αφού έδωσαν στις άρχουσες τάξεις - καπιταλιστές και τεχνοδομή των μεγάλων επιχειρήσεων - την οικονομοτεχνική τεχνολογία και την συνακόλουθη κοινωνική μηχανική, για το ξεπέρασμα των αρχαϊκών αδυναμιών του παλαιού κλασικού καπιταλισμού, τις οποίες προσπάθησαν να εξηγήσουν ο Μαρξ και οι εξισώσεις του και ο οποίος κλασσικός καπιταλισμός εξέπνευσε με την κρίση του 1929 και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Μαρξ, ως κοινωνικός επιστήμονας, ό,τι ήταν να δώσει το έδωσε, περισσότερο, ως κοινωνιολόγος και λιγότερο, ως οικονομολόγος. Ο μαρξισμός, επίσης, ως θεωρία, με υλική δύναμη, που μετετράπη σε ιδεολογία, έτσι όπως την εννοούσε ο εγελιανός ντετερμινιστής Μαρξ, έγινε η άρχουσα ιδεολογία της εξουσιαστικής (κυβερνώσας ή μη) γραφειοκρατίας των οργανώσεων της εργατικής τάξης και των χωρών, που επικράτησε ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' - παρών και ανατραπείς - και παραλίγο να μας οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο νεοφαραωνικό καθεστώς (τα γιατί και το πως και ποιές οι ευθύνες του Μαρξ έχουν, ήδη, περιγραφεί στα προηγούμενα σημειώματά μου), κάτι, που προς το παρόν αποφεύχθηκε.

Γι' αυτό και όλες οι προσπάθειες να αντιδιασταλεί η μαρξιστική ιδεολογία, από την μαρξική θεωρία, στερούνται νοήματος και εισάγουν, κατ' ευθείαν, τον μυστικισμό. Πολύ περισσότερο, που ο μαρξισμός, από ''λαϊκή'' ιδεολογία , εν τέλει, κατέστη - όπως προείπα και επαναλαμβάνω, για να γίνει περισσότερο κατανοητό - ιδεολογία της γραφειοκρατίας των ειδικών του ''επιστημονικού σοσιαλισμού'' (δηλαδή του μαρξισμού) των επαγγελματιών επαναστατών, που γνωρίζουν και εισάγουν την ταξική πολιτική συνείδηση στους αμαθείς και ταλαίπωρους προλετάριους, οι οποίοι δεν την έχουν και την περιμένουν από τους αστούς διανοούμενους, ως μάνα εξ ουρανού.

Αυτή είναι η ουσία της ιστορίας, με τον Μαρξ και την θεωρία του, η οποία ιστορία, για τον Μαρξ - σωστά - αποτελεί το πεδίον της κρίσεως όλων των θεωριών και των δημιουργών τους. Και φυσικά και της δικής του και του ιδίου του εαυτού του.

Αν αυτό δεν κατανοηθεί, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε παραπέρα και γι' αυτό, θα καταλήξουμε, σαν τους σχολιαστές των πατερικών κειμένων του Μεσαίωνα και σαν τους απίθανους σχολιαστές των μαρξικών θεωριών, γύρω από το ''τι πραγματικά είπε'' ο Μαρξ, ή ο Λένιν, ή οι λοιπές προσωπικότητες, που βρίσκονται στο μαρξιστικό πάνθεον. Αυτά, φυσικά, αποτελούν σχολαστικισμό, που έρχεται να μυστικοποιήσει, προκειμένου να αποκρύψει αυτό που πραγματικά συνέβη.

Τέλος, επαναλαμβάνω, για μία ακόμη φορά, ότι, με όσα λέμε, γυρνάμε, δυστυχώς, πάντα, στο παρελθόν και δεν βλέπουμε το μέλλον. Δεν κάνουμε προτάσεις, δεν εισηγούμεθα νέες ιδέες. Και αυτό αποτελεί, ακόμα, μια ήττα, ανάμεσα στις άλλες... 


Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Προϋπολογισμός 2013 : Οι αιτίες της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας των προβλέψεων Στουρνάρα και η μέγγενη του δημόσιου χρέους. (Από τον Γιάννη Στουρνάρα στον Παναγιώτη Ιωακειμίδη : Η Ελλάδα ενώπιον οικονομικής καταστροφής)!

Το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο, υπό οποιοδήποτε σενάριο. Εδώ στον πίνακα αυτόν βλέπουμε την εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως προβλεπόταν το 2011, με διάφορα σενάρια. Το πρώτο σενάριο, με τις γκρι γραμμές, δείχνει την εξέλιξη του δημοσίου χρέους, εάν είχαν πραγματοποιηθεί οι στόχοι του Πρώτου Μνημονίου, χωρίς τις αποκρατικοποιήσεις. Το δεύτερο σενάριο, με τις κίτρινες γραμμές, δείχνει την εξέλιξη του δημοσίου χρέους, εάν μαζί με τους στόχους του Πρώτου Μνημόνιου, είχαν πραγματοποιηθεί και οι αποκρατικοποιήσεις των 50 δισ. €. Το τρίτο σενάριο, με τις μπλε γραμμές, υποθέτει ότι η Ε.Κ.Τ. εκδίδει ομόλογα 20ετούς διάρκειας, για μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο η Ελλάδα θα αποπληρώσει με επιτόκιο 3,3%, στο ίδιο χρονικό διάστημα. Και στα τρία σενάρια το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι, απελπιστικά, μη διαχειρίσιμο, φθάνοντας σε επίπεδα, πάνω από 200% του ΑΕΠ το 2025. Αυτή η κατάσταση έχει αλλάξει, επί τα χείρω και μετά το PSI του περασμένου Μαρτίου. Αυτός ο πίνακας (τον οποίο έχω πάρει από τον Γιάννη Βαρουφάκη και στον οποίο εμπεριέχεται και ένα τέταρτο σενάριο, με τις ρόζ γραμμές, το οποίο είναι η δική του πρόταση για μεταφορά του 60% του ελληνικού χρέους στην Ε.Κ.Τ., το οποίο, όμως, δεν γίνεται αποδεκτό, διότι προσομοιάζει σε μια λειτουργία ευρωπαϊκής ημιομοσπονδίας, με αμοιβαιοποίηση των χρεών των χωρών της ευρωζώνης) απεικονίζοντας την μη διαχειρισιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, δείχνει καθαρά το αδιέξοδο των Μνημονίων, που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, αφού έχει ως παραδοχές την πλήρη εφαρμογή και την επίτευξη των στόχων τους. Και φυσικά, θέτει τέρμα σε κάθε σοβαρή συζήτηση, όσον αφορά την επιχειρηματολογία των οπαδών των μνημονιακών πολιτικών...



Το γεγονός ότι η χώρα οδηγείται στην καταστροφή δεν αποτελεί πλέον είδηση. Σιγά-σιγά, το ομολογούν, ένας-ένας και οι ίδιοι οι υπαίτιοι αυτής της καταστροφής. Είτε αυτοί βρίσκονται στο εσωτερικό, είτε στο εξωτερικό. Αλλά, παρ' όλ' αυτά, όλοι τους συνεχίζουν στο ίδιο και χειρότερο μοτίβο. Το γεγονός ότι, τώρα, γίνονται λίγο περισσότερο ρεαλιστές στις προβολές που κάνουν, για να περιγράψουν το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, δεν αλλάζει την φορά των πραγμάτων. Αντίθετα, μάλιστα, οι αριθμοί που δίνουν, αν και καταθλιπτικοί, παραμένουν πολύ εξιδανικευμένοι, ως προβλέψεις και ως εκ τούτου θα διαψευσθούν, για μία ακόμη φορά.

Ας δούμε, τις προβλέψεις του Γιάννη Στουρνάρα στον προϋπολογισμό, για το 2013, όσον αφορά το δημόσιο χρέος της χώρας. Ο αχαρακτήριστος αυτός τύπος, που έγινε υπουργός Οικονομικών, με παραγγελία της τρόϊκας των τοκογλυφικών δανειστών, προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος το 2013 θα φθάσει στα επίπεδα του 189,1% του ΑΕΠ, δηλαδή στα 346,200 δισ. €, από τα 340,600 δισ. €, που υποτίθεται ότι θα φθάσει εφέτος, επειδή το ΑΕΠ θα κατρακυλήσει (από τα 194,003 δισ. €, το 2012), στα 183,049 δισ. €, το 2013, καθώς και ότι θα αρχίσει μια μικρή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, από το 2015-2016, που θα φθάσει, σύμφωνα με τις προβλέψεις Στουρνάρα, στο 190,5% του ΑΕΠ και στο 184,9% του ΑΕΠ, αντίστοιχα, κατά τα έτη αυτά, λόγω της σταθεροποίησης  του ΑΕΠ από το 2014 (με μια μικρή πτώση του στα 182,682 δισ. €) και της ανάπτυξης, που θα ακολουθήσει από το 2015, οπότε το ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα φθάσει στα 187,810 δισ. €, παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξης του 2,74% και το 2016, οπότε το ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα φθάσει στα 196,522 δισ. €, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 4,4%, με ενδιάμεση διακύμανση του δημόσιου χρέους, το 2014 στα 350,100 δισ. € (191,60% του ΑΕΠ), το 2015 στα 357,700 δισ. € και το 2016 στα 363,400 δισ. €.

Βλακείες!

Κατ' αρχήν το ελληνικό δημόσιο χρέος, συμπεριλαμβανομένου και του χρέους των ΝΠΔΔ, υπολογίζεται ότι θα φθάσει στα 377,800 δισ. € και σαν ποσοστό θα διαμορφωθεί στο 175,7% του ΑΕΠ. Αυτό, από μόνο του, ανατρέπει και αναπροσαρμόζει όλους τους υπολογισμούς, τους οποίους αναφέρω παραπάνω και οι οποίοι προκύπτουν, από τα στοιχεία του προϋπολογισμού του 2013. Πέρα από αυτό, όμως, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα επιβαρυνθεί και από μια σειρά εξελίξεων, οι οποίες δεν μπορούν να προβλεφθούν, αλλά και από το επιτοκιακό του βάρος, το οποίο δεν το υπολογίζει σε όλο του το μέγεθος το Υπουργείο Οικονομικών. Κάτι που είναι σύνηθες, άλλωστε.

Ακόμη, το ΑΕΠ της χώρας θα πέσει, πολύ πιο κάτω, από τα επίπεδα των 183,049 δισ. € το 2013, λόγω της επενέργειας του αρνητικού πολλαπλασιαστή, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος από την μονάδα. Έτσι η αφαίρεση των 11 δισ. €, που προβλέπουν τα μέτρα, τα οποία εκκρεμούν προς ψήφιση, από το ΑΕΠ της χώρας, δεν θα το μειώσουν στα επίπεδα των 183 δισ. €, αλλά πολύ περισσότερο από αυτά (με δεδομένη και ως βάση συζήτησης, την παραδοχή ότι το ελληνικό ΑΕΠ εφέτος θα κλείσει στα επίπεδα των 183 δισ. €, κάτι το οποίο, όμως, μένει να το δούμε, αν θα επαληθευθεί (και δεν θα επαληθευθεί, διότι η πτώση του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη, από το 4,5% του ΑΕΠ, που προβλέπει ο Στουρνάρας). Ακόμα χειρότερη θα είναι η εξέλιξη των προβλεπόμενων μεγεθών του ΑΕΠ, μετά το 2013, αφού η προβλεπόμενη πτώση του ΑΕΠ το 2013, της τάξης του 4,5%, θα είναι πολύ πιο μεγαλύτερη και θα φθάσει στα επίπεδα του 8% του ΑΕΠ της χώρας (και υπό προϋποθέσεις, ακόμα και στο 10%).

Παρόμοια χειρότερη, από την προβλεπόμενη, θα είναι και η εξέλιξη των μεγεθών του ΑΕΠ από το 2014 και μετά, διότι το βασικό σενάριο, που έχει να κάνει με την ελληνική οικονομία, δεν πρόκειται να αλλάξει, αφού, παρά την συνεχώς διατυμπανιζόμενη άποψη του ίδιου του Στουρνάρα ότι η χώρα ανέκτησε, ήδη, τα 2/3 της ανταγωνιστικότητάς της, αυτό (ακόμα και αν συμβεί, που δεν θα συμβεί) δεν πρόκειται να έχει οποιαδήποτε θετική επίδραση στην μεσομακροπρόθεσμη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, διότι και οι άλλες χώρες, με τα δικά τους προγράμματα λιτότητας, έχουν (και θα έχουν) αναπληρώσει ανάλογες απώλειες της ανταγωνιστικότητάς τους. Οπότε το όποιο αποτέλεσμα θα είναι μηδενικού αθροίσματος για την ελληνική οικονομία. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, διότι στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ αρνητικό, για την χώρα μας, λόγω της διαρκούς πτώσης της εσωτερικής ζήτησης, η αναπλήρωση της οποίας δεν προβλέπεται, από μια αντίστοιχη αύξηση της εξωτερικής ζήτησης, αφού είναι δεδομένη η πτώση της συναθροιστικής ζήτησης, σε ολόκληρη την ευρωζώνη, η οποία χάνει διαρκώς τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα και στις διεθνείς αγορές.

Παρά τις ανοησιολογούσες προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου του Γιάννη Στουρνάρα (ο οποίος, δυστυχώς, κυκλοφορεί, ακόμη, ελεύθερος) η ανάπτυξη θα κάνει πολλά χρόνια να έλθει, όσο η χώρα παραμένει στο ευρώ.

Και όσο η χώρα παραμένει σε αυτό το σκληρό ευρώ και δεν έχει (ή δεν επιδιώκει να βρει και να δημιουργήσει, πρωτοβουλιακά) περιθώρια άσκησης αυτόνομης νομισματικής πολιτικής (και δεν θα έχει, όσο η κυβέρνηση αρνείται να προχωρήσει σε εκτύπωση χρήματος στα νομισματοκοπεία της χώρας, μένοντας πειθήνια στα κελεύσματα της Ε.Κ.Τ.), η ανάπτυξη δεν πρόκειται να έλθει. Η καταβαράθρωση του ΑΕΠ θα συνεχίζεται, μαζύ με την διαδικασία προλεταριοποίησης του πληθυσμού και την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, η μεγάλη μάζα της οποίας θα ριφθεί, βίαια, στις τάξεις του νέου υποπρολεταριάτου, που έχει εμφανισθεί στην ελληνική κοινωνία, η οποία έκπληκτη παρακολουθεί τα δρώμενα και δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια της, γι' αυτό που της συμβαίνει και το οποίο διαμορφώνεται, μέσα στις τάξεις της, με ρυθμούς ολοένα και ταχύτερους, οι οποίοι οδηγούνται στο να γίνουν καταιγιστικοί.

Ο στόχος της ανάπτυξης, συνεχώς, αναβάλλεται και απομακρύνεται, παρά την αγχώδη προσπάθεια του οικονομικού επιτελείου να δει μια ακτίδα φωτός στο βαθύ σκοτάδι του βαράθρου, μέσα στο οποίο έχει πέσει η ελληνική οικονομία. Και το μέλλον δεν είναι καθόλου ρόδινο, αφ' ενός μεν, λόγω της κατάρρευσης του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, ο οποίος διαρκώς συρρικνώνεται, αλλά και λόγω των αντίστοιχων μειώσεων του κοινοτικού προϋπολογισμού, αφού η Ε.Ε. περνάει και αυτή σε περικοπές, που περιορίζουν τις πιστώσεις στα πργράμματα στήριξης. Έτσι, το ΕΣΠΑ θα περιορίσει τις εκροές του προς την Ελλάδα, κατά 8 δισ. €, μέσα στα προσεχή 3 χρόνια, ενώ παράλληλα και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων παρουσιάζει προβλήματα ρευστότητας. Και τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα στο μέλλον, αφού, για τους όποιους περιορισμένους πόρους των κοινοτικών προύπολογισμών, είναι πολλοί εκείνοι, οι οποίοι θα μάχονται, για να τους μοιραστούν. Και αυτοί δεν θα είναι, μόνον, οι χώρες της ευρωζώνης και οι παλαιοί εταίροι της ΕΕ. Είναι και θα είναι και οι χώρες, από τον πρώην ανατολικό συνασπισμό, οι οποίες θα έχουν προτεραιότητα, λόγω του χαμηλού επιπέδου της διαβίωσης των πληθυσμών τους, το οποίο επίπεδο διαβίωσης είναι πολύ χειρότερο, από αυτό του ελληνικού πληθυσμού.

Με αυτά τα δεδομένα, το ελληνικό δημόσιο χρέος, το 2013, θα ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ, στην συνέχεια, θα εκτοξευθεί σε μυθικά ύψη και θα αγγίξει και θα ξεπεράσει το 300% του ΑΕΠ, μόνο και μόνο, από την επιτοκιακή του επιβάρυνση. Και όλα αυτά, παρά το PSI του Μαρτίου του 2012 και παρά την μείωση του χρέους κατά 105 δισ. €.

Αυτό δεν είναι κάτι, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ήταν προβλέψιμο, από την αρχή της κρίσης, τον Απρίλιο - Μάϊο του 2010 και έχει προβλεφθεί και από εμένα και από πολλούς άλλους. Αυτό το γεγονός, όμως, ουδόλως εμπόδισε όλους τους εμπλεκόμενους να πάρουν τις αποφάσεις, που πήραν και που οδήγησαν τα πράγματα στο τωρινό αδιέξοδο.

Το γιατί έπεσαν έξω δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό.

Κατ' αρχήν, έπεσαν έξω, διότι δεν τους ενδιέφερε το να πέσουν μέσα. Έκαναν μια προχειροδουλειά, προκειμένου να κερδίσουν χρόνο, για να σώσουν τις μπατιριμένες τράπεζές τους και για δουν τι θα κάνουν με τα δομικά προβλήματα της ευρωζώνης και με την φρούδα ελπίδα ότι μέσα σε ένα χρόνο, πριν καν οι αγορές προλάβουν να αντιληφθούν, περί τίνος πρόκειται, η Ελλάδα θα επεστρεφε σε αυτές για δανεισμό. Μάταιος κόπος. Όπως έχω γράψει από την αρχή της κρίσης, η ευρωζώνη είναι ήδη νεκρή. Ήταν θνησιγενής, από την αρχή της δημιουργίας της, αλλά η οικονομική ύφεση του 2008 έφερε τον θάνατό της, ο οποίος εκδηλώθηκε, με το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης στα τέλη του 2009. 

Αλλά έπεσαν έξω και επειδή ξεκίνησαν με την πεποίθηση ότι ο πολλαπλασιαστής της ελληνικής οικονομίας ήταν μικρότερος της μονάδας και μάλιστα, περίπου, στο μηδέν. Η πεποίθηση αυτή οδήγησε την τρόικα και την κυβέρνηση των υποτακτικών της, στην πρόβλεψη ότι οι μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες θα είχαν μικρή επίδραση στην μείωση του ΑΕΠ. Φυσικά ο πολλαπλασιαστής, σε μια οικονομία, που στηρίζεται στην εσωτερική ζήτηση (όπως είναι η ελληνική), βρισκόταν κάπου ανάμεσα στο 1,5 και το 2, με αυξητικές τάσεις, στον βαθμό, που η κρίση φούντωνε. Το αποτέλεσμα, από εκεί και πέρα, ήταν, πλήρως, αναμενόμενο και μαθηματικά βέβαιο.

Από την γέννησή της, η ευρωζώνη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα δόκανο, του οποίου η ύπαρξη έγινε άμεσα ορατή, με την ουσιαστική ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010. 

Αφ' ενός, η χρεωκοπία κάποιου κράτους, ή κάποιου εθνικού τραπεζικού συστήματος, θα ξεκινούσε μια αλυσιδωτή αντίδραση η οποία δεν επρόκειτο να σταματήσει, πριν καταστρέψει το κοινό νόμισμα της νομισματικής ζώνης του ευρώ. Δεν θα σταματούσε, δηλαδή χωρίς δηλαδή να αποδομήσει την ευρωζώνη την ίδια.

Και αφ' ετέρου, από την ίδια την δόμηση της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί μία τέτοια χρεωκοπία, δεδομένης της δυναμικής του χρέους των χωρών της ευρωζώνης και της ευρωζώνης της ίδιας, ως συνόλου, καθώς και της κρίσης στο τραπεζικό σύστημα  - και της περιφέρειας και της ευρωζώνης, ως συνόλου. Με απλά λόγια, η χρεωκοπία, όποια μορφή και αν πάρει αυτή, όπως και αν αποκληθεί, θα είναι καταστροφική και  θα προκύψει, εκ των πραγμάτων.

Αυτό έχει, ήδη, συμβεί, με την περίπτωση της Ελλάδας και της ανεξέλεγκτης δυναμικής του ελληνικού δημόσιου χρέους. Η επέκταση της κρίσης στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζωνικής περιφέρειας, από τις οποίες άλλες χρεωκόπησαν, επίσημα και εντάχθηκαν σε προγράμματα ανάλογα με το ελληνικό και άλλες το έχουν αποφύγει, παρατείνοντας την παραμονή τους, σε μια κατάσταση άτυπης, αλλά και διαρκούς χρεωκοπίας, προκειμένου να μην υπαχθούν στον έλεγχο της τρόϊκας των δανειστών, αλλά και η ουσιαστική χρεωκοπία του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, μαζί με την απομάκρυνση των επενδυτών των αγορών ομολόγων, καθώς και κάθε άλλου σοβαρού επενδυτή από τις χώρες της ευρωζώνης, πιστοποιεί το γεγονός το οποίο οι ελίτ της ευρωζώνης αρνούνται να αποδεχθούν και το οποίο συνίσταται στο ότι η ίδια η ευρωζώνη έχει ουσιαστικά χρεωκοπήσει. Αυτή η χρεωκοπία σήμανε και τον θάνατο της ευρωζώνης, η οποία, όμως, συντηρείται σε μια κατάσταση νεκροζώντανη, χάρη στις ενέργειες της γερμανικής ελίτ, η οποία δεν θέλει, δεν τολμά και δεν της επιτρέπεται να διαλύσει την ευρωζώνη, αλλά, επίσης, δεν θέλει να αντικαταστήσει την ευρωζώνη, με μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, που να στηρίζεται στην κλασσική αστικοδημοκρατική αρχή διακυβέρνησης, με μια κεντρική κυβέρνηση και προτιμάει να διατηρεί το τοξικό πτώμα της ευρωζώνης, ως έχει, επειδή δεν μπορεί και δεν της επιτρέπεται να την οδηγήσει στην ταφή και στις δέλτους της νομισματικής Ιστορίας.

Σε αυτό το τοξικό πτώμα της ευρωζώνης η ανόητη ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ ένταξε την ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα να την οδηγεί στον θάνατο. Ένας από τους βασικούς υπαίτιους αυτής της στρατηγικής ηλιθιότητας και βασικός πρωταγωνιστής της υλοποίησής της είναι ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος υπήρξε, επιφανές μέλος της συμμορίας του Κώστα Σημίτη και ήταν ο κεντρικός διαπραγματευτής της ελληνικής πλευράς στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη. Ένας δεύτερος εκ των διαπραγματευτών, για την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνης ήταν και ο ευήθης πεισματάρης γέροντας Παναγιώτης Ιωακειμίδης, εκ των εξαπτερύγων της παρέας του Κώστα Σημίτη, που οδήγησε τον τόπο και τον πληθυσμό του στην παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή. Το χειρότερο από όλα είναι ότι ο άνθρωπος αυτός παραμένει αμετανόητος, αν και έχει πλήρη συνείδηση των εγκλημάτων, που διαπράχθηκαν από την κοσμοπολιτική και μειωμένου πατριωτισμού ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, με την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και στην διάπραξη των οποίων εγκλημάτων συμμετείχε και ο ίδιος, έχοντας, όπως προανέφερα, έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Οι καταιγιστικές εξελίξεις που ζούμε, μου θύμησαν μια παλαιά σχολιαστική μου παρέμβαση, πριν από 17 μήνες, σε ένα άρθρο του Παναγιώτη Ιωακειμίδη, που δημοσιεύτηκε στο Protagon.gr, με τίτλο : «Καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια…» http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.kinhma-10&id=7142 και η οποία σχολιαστική παρέμβαση περιέγραφε πλήρως και εναργώς την εξέλιξη που ακολούθησε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, από τότε, έως σήμερα. Τα κύρια σημεία αυτής της παρέμβασης τα αναδημοσιεύω, εδώ, σε ένα ενιαίο και επικαιροποιημένο κείμενο, αφού αυτή αποτελεί μια κατάθεση γνώμης, η οποία διατηρεί ακέραια την διαχρονική της αξία και καταδεικνύει, μέσα από τις αναφορές, που γίνονται στην επικαιρότητα εκείνης της εποχής και την, ουσιαστικά, προδοτική μεταστροφή του, τότε, αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, τώρα, ακολουθεί μια, εκ διαμέτρου, αντίθετη πολιτική από εκείνη που ακολουθούσε τον Ιούνιο του 2011, μετασταφείς από σημαιοφόρος του αντιμνημονιακού αγώνα, σε μπράβο των τοκογλυφικών δανειστών της χώρας.



Παναγιώτης.Κ. Ιωακειμίδης. Καθηγητής ευρωπαϊκής ενοποίησης και πολιτικής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε σύμβουλος για Ευρωπαϊκά θέματα του Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη (1996-2004). Ως πρεσβευτής/εμπειρογνώμων του Υπουργείου Εξωτερικών (1978-2004) έχει συμμετάσχει σε όλες τις σημαντικές διαπραγματεύσεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ελλάδας στη ΕΕ, των Διακυβερνητικών Διασκέψεων για την επεξεργασία της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, της Συνθήκης του Maastricht για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης του Amsterdam καθώς και των διαπραγματεύσεων για τη διεύρυνση και την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και των διαδοχικών διαπραγματεύσεων για τη διαρθρωτική πολιτική , δημοσιονομικές προοπτικές και προϋπολογισμό της ΕΕ. Υπήρξε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στη διαπραγμάτευση (Διακυβερνητική Διάσκεψη) για τη σύνταξη της Συνθήκης της Νίκαιας και αναπλ. μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Convention) για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
Ο άνθρωπος αυτός έχει όλα τα "προσόντα" και όλες τις "περγαμηνές", ως ένας από τους πρωταγωνιστές των γςγονότων, που οδήγησαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία στην καταστροφική ένταξή της στην θεσμικά χαοτική ευρωζώνη...


Ο κ. Παναγιώτης Ιωακειμίδης, εξακολουθεί να βρίσκεται στον κόσμο του και να αρνείται, όπως, συνήθως, πράττει ένας πείσμων γέροντας, να αποδεχθεί τις βαρύτατες προσωπικές του ευθύνες, για την τωρινή κατάντια της χώρας και τον πόνο που έχει προκληθεί στον ελληνικό πληθυσμό, εξ αιτίας της κατάντιας αυτής.

Μπορεί αυτός να αρνείται πεισματικά, αυτές τις βαρύτατες προσωπικές ευθύνες, για την κατάντια του τόπου. Δικαίωμά του. Δεν τις ξεχνούν, όμως, οι αναγνώστες του, που παρακολουθούν την συνεχή του αρθρογραφία, από την εποχή που ήταν ένα από τα επιφανή μέλη του επιτελείου του Κώστα Σημίτη, που οδήγησε την πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου μας στην καταστροφική στρατηγική επιλογή της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, κατακεραυνώνοντας κάθε αντίθετη φωνή.

Τώρα, όμως, ήλθε η ώρα της νεμέσεως. Και η ύπαρξη αυτής της τωρινής σκληρής πραγματικότητας, η οποία θα καταστεί αφόρητη, όσο κυλάει ο χρόνος και όσο το σκληρό ευρώ θα περιτυλίγεται, ως πνιγηρή και συνάμα θανατηφόρα κάλτσα, γύρω από τον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας αποτελεί την δική του προσωπική νέμεση, για την ευήθη επιχειρηματολογία του Παναγιώτη Ιωακειμίδη, υπέρ της ένταξης της χώρας στην ευρωζώνη, την εποχή που η Ελλάδα εγκατέλειπε την δραχμή, προκειμένου να φορέσει στον λαιμό της αυτήν την πνιγηρή κάλτσα του ευρώ και να ακολουθήσει την αθόρυβη και σιωπηλή πορεία προς την καταστροφή,.

Μπορεί οι αναγνώστες του Παναγιώτη Ιωακειμίδη να υποφέρουν από τις εξελίξεις, που αναπόδραστα, θα οδηγήσουν την χώρα και τον πληθυσμό της στην εξαθλίωση, εξ αιτίας των στρατηγικών επιλογών, που εκείνη την εποχή υποστήριξε και τις οποίες βοήθησε, ασμένως και προθύμως, να υλοποιηθούν, αλλά, από την άλλη πλευρά, πρέπει να είναι σίγουρος ότι διασκεδάζουν αφάνταστα διαβάζοντας τα όσα, τώρα, γράφει και τα οποία είναι, όχι μόνον άσχετα, με την παρούσα κρίση και την υπέρβασή της, αλλά και λειτουργούν συμπληρωματικά, στο καταστροφικό έργο, που έχει ξεκινήσει, ουσιαστικά, με την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και την κρίση χρέους, που έλαβε σάρκα και οστά επιφανειακά, με αφορμή τους εντελώς ερασιτεχνικούς χειρισμούς, που ακολούθησαν την ελληνική δημοσιονομική κρίση του 2009 και η οποία κρίση χρέους, φυσικά, οφείλεται στην ίδια την θεσμική οργάνωση της ευρωζώνης και στο ίδιο το ευρώ, που συγκροτήθηκε, ως ένα εικονικό αβαθές νόμισμα, το οποίο περισσότερο λειτουργεί, ως ομόλογο, παρά, ως πραγματικό νόμισμα.

Αλλά, για τον ίδιο τον άτυπτο Παναγιώτη Ιωακειμίδη, αυτά είναι ψιλά γράμματα...

(Και το γεγονός ότι συμμετείχε στην επεξεργασία της χιλιομπαλωμένης κουρελούς, που λέγεται Συνθήκη του Μάαστριχτ λέει πολλά, για όσα, τώρα, εξακολουθεί να υποστηρίζει...)

Πάντως, απαραίτητο είναι να του υπενθυμίσω ότι, παρά την ύπαρξη όποιου προσωπικού πείσματος, ολίγη αυτοκριτική ουδέποτε βλάπτει.

Ίδου, λοιπόν, πεδίον δόξης λαμπρόν.

Από εκεί και πέρα, οι τεράστιες προσωπικές ευθύνες του κ. Παναγιώτη Ιωακειμίδη, για τα χάλια που έχει φθάσει ο τόπος και για τον επερχόμενο όλεθρο, στον οποίο εξωθείται, είναι αυταπόδεικτες και γνωστές τοις πάσι.

Απλώς, η παρούσα ορμητική πορεία της χώρας προς την εξαθλίωση, εξ αιτίας της πνιγηρής και συνάμα θανάσιμης περιτύλιξης του σκληρού ευρώ στον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, μια κατάσταση για την οποία ο κ. Ιωακειμίδης έχει σημαντικότατες προσωπικές ευθύνες, λόγω της συμμετοχής του στο καταστροφικό, για τον τόπο και τον πληθυσμό του, επιτελείο του Κώστα Σημίτη, αποτελεί και θα εξακολουθεί να αποτελεί την αμείλικτη προσωπική νέμεση του αμετανόητου κ. Ιωακειμίδη, ο οποίος καμώνεται τον ανήξερο.

Όμως, όσο και να καμώνεται τον ανήξερο, υπάρχουν πολλοί που γνωρίζουν την συμμετοχή του στην αθόρυβη και σιωπηλή πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, προς την καταστροφή, που, τώρα, οι πολίτες και οι μέτοικοι αυτής της χώρας ζούν και η οποία ήταν προδιαγεγραμμένη, ευθύς ως θα ξεσπούσε μια, μετρίας εντάσεως, ύφεση στην ευρωζώνη. Μια ύφεση την οποία, μέσα από το φαιδρό ιδεολόγημα της "αειφόρας ανάπτυξης" (το οποίο μας λάνσαρε εκείνη την εποχή ο κ. Κώστας Σημίτης και το επιτελείο του, στο οποίο σημαίνον στέλεχος υπήρξε ο κ. Ιωακειμίδης), ουδείς από το σημιτικό επιτελείο - και όχι μόνον αυτό - ανέμενε και η οποία, όμως, ήλθε, για να μετασχηματισθεί σε μια βαθιά κρίση χρέους, που οδηγεί τους πολίτες στην εξαθλίωση, οφειλόμενες αυτή η βαθιά κρίση και η επερχόμενη εξαθλίωση, στα ινδάλματα του κ. Ιωακειμίδη : Στο ευρώ και την ζώνη του.

Και μπορεί εμείς οι αναγνώστες των επιστημονικοφανών παραδοξολογικών και συνάμα ανοησιολογικών εφευρημάτων του κ. Ιωακειμίδη να υποφέρουμε από την έλευση αυτής της κρίσης, αλλά μπορούμε, παράλληλα, να διασκεδάζουμε, με την ποιότητα και το περιεχόμενο της τωρινής του επιχειρηματολογίας, την οποία προβάλλει, μόνο και μόνο, για να μην προβεί στην απαραίτητη και καθαρτήρια αυτοκριτική, την οποία οφείλει στον ελληνικό πληθυσμό στο σύνολό του και όχι μόνον στο εγγράμματο τμήμα του, το οποίο παρακολουθεί, εδώ και χρόνια, την αρθρογραφία του.

Η έννοια της αυτοκριτικής φαίνεται ότι είναι άγνωστη στον πείσμονα κ. Ιωακειμίδη. Δεν πειράζει. Αρκεί που η παρούσα οδυνηρή πραγματικότητα και η εξαθλίωση του πληθυσμού, που, ταχέως, αυτή φέρει, λειτουργεί, ανάμεσα στα άλλα και ως προσωπική νέμεσις, για τον κ. Ιωακειμίδη.

Μέσα στον όλεθρο που επέρχεται και τον οποίον ακόμα δεν έχουμε δει, ούτε ζήσει, κάτι είναι και αυτό...

Θα επαναλάβω, για μία ακόμη φορά, μήπως και το καταλάβει και ο ίδιος ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης και οι οπαδοί του - και αν δεν το καταλάβουν κακό θα κάνουν στους εαυτούς τους, οι οποίοι θα βρεθούν απροετοίμαστοι, μπροστά σε όσα συμβούν από εδώ και πέρα, εφ' όσον ο ΓΑΠ και οι τροϊκανοί κατακτητές του τόπου, δεν αποτύχουν να περάσουν το νέο αποικιοκρατικό Μνημόνιο, που έχουν ετοιμάσει, αν και μετά από όσα τώρα γράφω, δεν νομίζω ότι θα παραμείνουν ανυποψίαστοι και αυτός και οι λοιποί αγαπητοί αναγνώστες :

Η χώρα και ο πληθυσμός της, με την θανατηφόρα περιτύλιξη της πνιγηρής κάλτσας του σκληρού ευρώ, γύρω από τον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, οδεύουν προς μια προλεταριοποιητική εξαθλίωση (για να θυμηθούμε και τον αείμνηστο Καρλ Μαρξ) και την πείνα. Θα ξεπουληθούν μισοτιμής, ενώ, ειδικά, ο εντόπιος πληθυσμός της χώρας θα υποστεί ένα καθεστώς μιας σύγχρονης πεονίας. Και η χώρα και ο πληθυσμός της - γηγενής και ξένος - θα εισέλθουν σε μια μακροχρόνια βαθιά οικονομική κρίση, η οποία θα καταλήξει, σε μια διαρκή και μόνιμη ύφεση, εξελίξεις, για τις οποίες οι ευθύνες του κ. Ιωακειμίδη είναι βαρύτατες, ως μέλους του ολέθριου επιτελείου του κ. Κώστα Σημίτη και για τις οποίες βαρύτατες προσωπικές του ευθύνες ο κ. Ιωακειμίδης ποιεί την νήσσαν.

Δικαίωμά του να ποιεί ό,τι θέλει και επιθυμεί. Δικαίωμά του να συμπεριφέρεται, σαν να ευρίσκεται σε άλλον πλανήτη. Δικαίωμά του να θεωρεί πως όλοι οι άλλοι είναι αμνήμονες και κορόϊδα. Αυτό, όμως, δεν τον απαλλάσσει από αυτές τις βαρύτατες προσωπικές του ευθύνες, τις οποίες η ίδια η εξελισσόμενη τραχύτατη πραγματικότητα, ως προσωπική του νέμεσις, αναδεικνύει και θα συνεχίσει να αναδεικύνει αμείλικτα.

Οι επιλογές του, τις οποίες μπόρεσε, λόγω της ειδικής του σχέσης με τον εξουσιαστικό κύκλο του Κώστα Σημίτη, να συνεπιβάλει, οδήγησαν, με μαθηματική ακρίβεια - και συνεχίζουν να οδηγούν -, τον τόπο στον όλεθρο και στην εξαθλίωση.

Αυτή την διαδικασία θα την υποστούμε όλοι μας (μαζύ με εμάς και ένα μέγιστο κομμάτι της ανόητης βλαχομπαρόκ πολιτικοοικονομικής, "πνευματικής" και κοινωνικής ελίτ του τόπου. η οποία θα πληγεί και ένα μέρος της θα εξαφανισθεί, μέσα στην ορμητική προλεταριοποίηση ευρέων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, την οποία προβλέπουν και το παρόν και το επερχόμενο Μνημόνιο). Προφανώς, θα είναι οδυνηρή και άκρως βασανιστική και θα επιπέσει "επί των πτωχών κεφαλών" όλων μας.

Αλλά ειδικά, για τον κ. Ιωακειμίδη και τους ομοίους του, αυτή η διαδικασία θα έχει και το στοιχείο της προσωπικής νεμέσεως. Δεν θα τους αρέσει αυτό. Αλλά θα το υποστούν...

Dixi et salvavi animam meam (για να θυμηθώ, για μία ακόμα φορά, τον Karl Marx). Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Όποιος δεν κατάλαβε, να είναι σίγουρος ότι θα καταλάβει συντόμως.

Το έργο έχει πολύ μέλλον μπροστά του, αφού, τώρα, ζούμε, μόλις, τον πρόλογό του. Γι' αυτό και απαιτείται πολλή και άφθονη υπομονή. Η ανυπομονησία δεν είναι καλός οιωνός.

Δεν χρειάζονται ούτε ο εκνευρισμός, ούτε η απώλεια της ψυχραιμίας και της νηφαλιότητας.

Φυσικά, το παρόν κείμενο δεν είναι ένα κείμενο απειλών. Η διαδικασία του ολέθρου και της εξαθλίωσης, που θέτει σε εξέλιξη η θανατηφόρα και πνιγηρή περιτύλιξη του σκληρού ευρώ, γύρω από τον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, προφανέστατα, αποτελεί και θα αποτελεί την προσωπική νέμεση του κ. Ιωακειμίδη και των ομοίων του, καθώς αποδομεί (και θα συνεχίσει να αποδομεί) την ελληνική κοινωνία, μετατρέπει (και θα συνεχίσει να μετατρέπει) την κοινωνία αυτή, σε μια κοινωνία - παρία, και διαψεύδει (και θα συνεχίσει να διαψεύδει), "πανηγυρικά", την παλαιότερη και την πρόσφατη επιχειρηματολογία του ιδίου και των λοιπών καταστροφέων του τόπου, που στήριξαν και πρωταγωνίστησαν στην ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, χωρίς η Ελλάδα να πληροί, ούτε ένα, από τα κριτήρια του ζουρλομανδύα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, στην διαμόρφωση της οποίας Συνθήκης ο κ. Ιωακειμίδης επαίρεται ότι συμμετείχε.

Και φυσικά, αυτού του είδους η προσωπική νέμεσις του κ. Ιωακειμίδη, που εκφράζεται, με την παταγώδη διάψευση από την εξέλιξη της ωμής πραγματικότητας, του συνόλου των θέσεών του και των επιχειρημάτων του, καθώς και των υποσχέσεων, στις οποίες οι θέσεις αυτές και τα επιχειρήματα αυτά παρέπεμπαν και παραπέμπουν, είναι αρκετή. Ουδέν περισσότερο χρειάζεται και κάθε τι, πέραν αυτού, δεν είναι επιθυμητό. Και μόνη η διάψευση των ιωακειμίδειων ισχυρισμών είναι αρκετή, ως νέμεσή του εν λόγω κυρίου.

Όλα τα υπόλοιπα είναι, προφανώς, αποκυήματα ενός αχρείαστου εκνευρισμού, που έχει θολώσει την κρίση, άνευ λόγου και αιτίας.

Από εκεί και πέρα, ουδέποτε ισχυρίσθηκα ότι είμαι "ουδέτερος τρίτος". Ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι αυθαίρετο και ως εκ τούτου δεν με αντιπροσωπεύει, όπως και δεν με αντιπροσωπεύει και η, όποιας μορφής, άσκηση βίας (σωματική, λεκτική, ή έντυπη). Στην παρούσα καταθλιπτική και κοινωνικοαποδομητική συγκυρία δεν υπάρχουν "ουδέτεροι τρίτοι". Και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι τέτοιοι, είτε ψεύδονται, είτε αυταπατώνται.

Όσον αφορά την συντηρητική παράταξη, το τι θα κάνει, ή δεν θα κάνει, η παράταξη αυτή είναι δικό της πρόβλημα. Δεν με αφορά, ως κομματικό της μέλος, ακριβώς επειδή δεν είμαι κομματικό της μέλος. Με την ιδιότητα του πολίτη, όμως, προφανώς και με αφορά (όπως αφορά και σας, άλλωστε, καθώς και κάθε άλλον πολίτη αυτής της χώρας, όπως, επίσης, αφορά και τους πολυπληθείς μετοίκους, που κατοικούν στην Ελλάδα), αν και ουδεμία ελπίδα έχω, όπως, επίσης, ουδέν περιμένω από αυτήν, ακριβώς επειδή και αυτή συμμερίζεται τα (και συμμετέχει στα) εγκληματικά στρατηγικά σφάλματα, που διέπραξε η πολιτικοικονομική και "πνευματική" ελίτ του τόπου μας, κατά την τελευταία δεκαπενταετία, τα οποία η συντηρητική παράταξη στήριξε και συνδιαμόρφωσε, με τελικό αποτέλεσμα την εξελισσόμενη παρούσα καταστροφή, η οποία λαμβάνει διαστάσεις οι οποίες τείνουν να την καταστήσουν μη ανατάξιμη, οδηγώντας τον ελληνικό πληθυσμό στην εξαθλίωση.

Γι' αυτό, λοιπόν, απαραίτητη είναι πολλή περισυλλογή, ολύμπια ψυχραιμία, άφθονη καρτερία, από όλους μας και επί πλέον, μια (μικρή έστω) στάλα αυτοκριτικής, από εκείνους που συνέτειναν, με τις πράξεις και τα λόγια τους, σε αυτήν την εξελισσόμενη διαδικασία εξαθλίωσης του τόπου και του πληθυσμού του...

Και φυσικά, του Παναγιώτη Ιωακειμίδη όλα του φταίνε, εδώ που έχει φθάσει, μετά την ηχηρότατη αποτυχία του συνόλου των στρατηγικών του επιλογών και των πεπραγμένων του.

Ο μόνος που δεν φταίει είναι ο ίδιος. Έτσι θέλει να πιστεύει, τουλάχιστον, προφανώς, διότι έτσι τον βολεύει..."


(Όταν γράφτηκε αυτό το κείμενο - 5 και 6 Ιουνίου 2011 -, ο Αντώνης Σαμαράς κρατούσε, ακόμα, μια αντιμνημονιακή στάση. Στο παρασκήνιο, όμως, του έγινε πρόταση να δεχθεί το αξίωμα του αναπληρωτή πρωθυπουργού και τα οικονομικά υπουργεία, σε μια διευρυμένη κυβέρνηση του ΓΑΠ. Σε αυτήν την πρόταση έκανε ευθεία αναφορά ο αχαρακτήριστος Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος διεκδίκησε, σε αυτήν την κυβέρνηση, το πόστο του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου να ... βάλει τους κλέφτες στην φυλακή, όπως είπε μέσα στην Βουλή - και εκτός αυτής - και φυσικά δεν διεψεύσθη. Άλλωστε, στήθηκε και ένα ολοκληρο σκηνικό "έκτακτης ανάγκης", γύρω από την μη χορήγηση της 5ης δόσης, από την τρόϊκα και το κατέβασμα των ρολών του ελληνικού δημοσίου, που θα ακολουθούσε, στα τέλη του ερχόμενου Ιουλίου, αν δεν εκταμιευόταν αυτή η δόση, ενώ, παράλληλα, ο μοντέρνος gauleiter Oli Rehn ξιφουλκούσε, για τον σχηματισμό μιας ευρείας κυβέρνησης συνασπισμού και ο πολύς μεταναζιστής Γερμανός κεντροτραπεζίτης Jurgen Stark δήλωνε ότι αυτοί που χρωστούν δεν μπορούν να επικαλούνται την εθνική κυριαρχία. Ο Αντώνης Σαμαράς, προς το παρόν, τους έστειλε από εκεί που ήλθαν. Το τι έκανε στην συνέχεια είναι γνωστό : Τα ξεπούλησε όλα! Φυσικά, δεν ήμουν ανυποψίστος, όσον αφορά την στάση του, αφού στον σχολιασμό μου για την στάση του Αντώνη Σαμαρά στο μέλλον έγραψα "Το τι θα κάνει στην συνέχεια είναι κάτι άλλο. Και για να μιλήσουμε, με καθαρές κουβέντες, πρέπει να ειπωθεί ότι, αν και όταν αναλάβει τα ηνία της εξουσίας, αυτό, που είναι πιθανό να πράξει, είναι το να συνεχίσει να πράττει αυτό, που πράττει και η παρούσα κυβέρνηση και το οποίο έχει εξασφαλίσει την συνέχιση της ορμητικής πορείας της χώρας και του πληθυσμού της προς την εξαθλίωση. Βέβαια, η ανάγκη πολλές φορές οδηγεί σε άλλους δρόμους, από εκείνους που έχουν προσχεδιαστεί από τις εξουσιαστικές ελίτ και γι' αυτό, καλόν είναι να κρατάμε και κάποιες επιφυλάξεις, με δεδομένο το εθνικιστικό/πατριωτικό παρελθόν του Αντώνη Σαμαρά και του στενού του επιτελείου - Χρύσανθος Λαζαρίδης, Φαήλος Κρανιδιώτης").