Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

10 χρόνια χωρίς τον αγαπημένο μου κύριο Τάκη...




Πάνε 10 χρόνια, τώρα, που, σαν αυτές τις ημέρες, στις 28 Απριλίου του 2005, έχασα τον αγαπημένο μου κύριο Τάκη. Τον πατέρα μου.

Το να γράψω ότι μου λείπει, αυτό είναι ένα πραγματικό γεγονός, όσο και αν ακούγεται, ως τετριμμένο. Για οποιονδήποτε έχει χάσει ένα πρόσωπο το οποίο αγαπούσε και εξακολουθεί να αγαπά, μια τέτοια αναφορά ουδέποτε αποτελεί κάτι το συνηθισμένο και περιττό να ειπωθεί. Για τους άλλους - τους τρίτους -, αυτή η αναφορά μπορεί να έχει ένα τέτοιο περιεχόμενο. Για εκείνον, που έχει υποστεί μια τέτοια απώλεια, η επισήμανσή της ουδέποτε αποτελεί κάτι, που μπορεί να χαρακτηρισθεί, ως συνηθισμένο, ή τετριμμένο.

Ο κύριος Τάκης, ο Παναγιώτης Αναστασόπουλος, από το χωριό Καβάσιλας (ή Καβάσιλα) του νομού Ηλείας, γεννήθηκε το 1934, στην Γαστούνη. Το πότε, ακριβώς, είναι άγνωστο. Δεν έχει καταγραφεί. Ο αδελφός της μητέρας του, της Τασίας, ο Γιώργος Γιαννόπουλος, που συμμετέχει, στο μεσημεριανό γεύμα, που καταγράφεται, στο παραπάνω βίντεο και ο οποίος δεν βρίσκεται και αυτός, εν ζωή, θυμόταν ότι ο ανηψιός του γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο εκείνου του χρόνου, ενθυμούμενος, περισσότερο την εποχή, που πραγματοποιήθηκε η γέννα αυτή, την οποία τοποθετούσε, στο φθινόπωρο . Και πρέπει να είχε δίκιο, αφού ήταν αρκετά μεγάλος, εκείνη την εποχή - ήταν εννέα ετών. Αλλά, άλλη επίσημη καταγραφή δεν υπάρχει.

Το αστείο είναι ότι, για πολλά χρόνια, μετά, όταν, πια, ήταν μεγάλο παιδί, ο πατέρας μου, στα πρώτα επίσημα ντοκουμέντα, που τον αφορούσαν, ακόμη και ένα χαρτί, από τον στρατό, που είχε πέσει στα χέρια μου, εμφανιζόταν, ως "άνευ κυρίου ονόματος". Και τούτο συνέβαινε, διότι, για πολύ καιρό, μετά την βάπτισή του, δεν είχαν δηλώσει το όνομά του, με αποτέλεσμα, αυτό να αργήσει να καταχωρισθεί.

Πέρα από αυτά τα ευτράπελα, η ζωή, στην επαρχία, εκείνα τα χρόνια ήταν σκληρή. Πολύ περισσότερο, ήταν σκληρή, για μια πολυμελή οικογένεια, της οποίας ο αρχηγός, ο κυρ-Τάσος, δεν ήταν αγρότης. Ήταν τσαγκάρης, γεγονός, το οποίο σήμαινε ότι έπαιρνε τον ομματιών του και γύρναγε, ποδαρόδρομο, μαζύ με τους βοηθούς του - που ήσαν κάποιο από τα μεγαλύτερα, κάθε φορά, τρία αγόρια του -, όλα τα χωριά της περιοχής, για να βγει το μεροκάματο.

Ήσαν, λοιπόν, πολύ σκληρά τα χρόνια εκείνα. Και έτσι, τα έζησε και ο κύριος Τάκης.





Αλλά, καθώς ο μακαρίτης ο παππούς ήταν αυταρχικός και το ίδιο σκληρός, όπως και η εποχή εκείνη και με δεδομένο ότι ο κύριος Τάκης ήταν νέος και ατίθασος, δεν έμεινε, στο χωριό, για να γίνει μπαλωματής. Κάποια ημέρα - μιλάμε, για τις αρχές της δεκαετίας του 1950 - την κοπάνησε, από το χωριό και ήλθε, στην Αθήνα, όπου τον περιμάζεψε ο θείος του ο Γιώργος, μέχρι που πήγε στην Πολεμική Αεροπορία, για να κάνει την στρατιωτική του θητεία, η οποία, μάλιστα, υπήρξε και πολύ περιπετειώδης, αφού, εκεί, κόλλησε φυματίωση, η οποία, ως νόσος, εκείνα τα χρόνια ήταν βαρύτατη και πολλές φορές θανάσιμη και από την οποία ταλαιπωρήθηκε, για δυόμισυ χρόνια, περίπου, μέχρι, τελικά, να θεραπευθεί, αφού, στην δεκαετία του 1950 είχε βρεθεί η πενικιλίνη και μαζύ με άλλα θεραπευτικά σχήματα δάμασε αυτή την, έως τότε, ανίατη νόσο.





Εκείνη την εποχή της στρατιωτικής του θητείας γνώρισε και την μητέρα μου, την οποία, αφού απολύθηκε, νυμφεύτηκε και νωρίς - νωρίς έκαναν εμένα, αφού, προηγουμένως, έχασαν ένα άλλο παιδί, ένα κοριτσάκι.

Δεν θα κάνω, εδώ, έναν απολογισμό της ζωής του πατέρα μου. Ούτε και θα καθίσω να καταγράψω τις λεπτομέρειές της. Δεν έχει νόημα. Αυτό, που θέλω να καταγράψω είναι το πόσο τζάμπα, το πόσο αχρείαστα, έφυγε από την ζωή. Και αυτό συνέβη, επειδή πήρε αψήφιστα, την αρρώστια του.

Ο κύριος Τάκης ήταν μανιώδης καπνιστής. Όσο τον θυμάμαι κάπνιζε. Και κάπνιζε πολύ. Κάτι, που και εγώ μιμήθηκα, από τα μικρά μου χρόνια - θυμάμαι ότι κάπνισα, για πρώτη φορά, στα 13 μου χρόνια - αλλά, ευτυχώς, από το 1990, το διέκοψα, μια και καλή. Εκείνος δεν το σταμάτησε, ούτε στιγμή. Ούτε, καν, στο τέλος. Αν και τότε, πια, δεν είχε καμμιά σημασία. Το κακό είχε γίνει. Και ήταν ανεπανόρθωτο. Χωρίς επιστροφή.

Αυτό, όπως αποδείχτηκε, εκ των υστέρων, υπήρξε και το μεγαλύτερό του σφάλμα, το οποίο και τον οδήγησε, στον θάνατο πριν την ώρα του. Βέβαια, καθώς, μεγάλωνε και μετά την συνταξιοδότησή του, το 2000, παρουσίασε κλασικά προβλήματα υγείας, με κυριότερο αυτό του ζαχάρου, το 2002, μάλιστα, πέρασε και ένα σημαντικό έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο μπορέσαμε και το αντιμετωπίσαμε.


Τα πράγματα έγιναν, όμως, πολύ σοβαρά, όταν, τον Σεπτέμβριο του 2003, κατά την διάρκεια μιας νοσηλείας του, για την αντιμετώπιση του καταρράκτη, διαπιστώθηκε, από την ακτινογραφία θώρακος, που του έγινε, ότι παρουσίαζε ένα, αρκετά, μεγάλο οζίδιο, στον ένα του πνεύμονα.

Ο κύριος Τάκης, που, πάντοτε, φοβόταν τους γιατρούς και τις νοσηλείες, προφανώς, εξ αιτίας της δύσκολης και μακράς νοσηλείας του, από το 1954, έως το 1956, στα στρατιωτικά νοσοκομεία, εξ αιτίας της πνευμονικής φυματίωσης, έβγαλε, μόνος του, την διάγνωση ότι αυτό το εύρημα της ακτινογραφίας ήταν υπόλειμμα, από την παλαιά αρρώστια του και αρνήθηκε, πεισματικά, να κάνει άλλες, παραπέρα, εξετάσεις, προκειμένου αυτό να ταυτοποιηθεί και να αντιμετωπισθεί, παρά τις επίμονες προσπάθειες όλων μας να τον μεταπείσουν.

Τον Φεβρουάριο του 2004 πέρασε μια βαριά γρίπη, η οποία τον υποχρέωσε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Και η, μεν, γρίπη αντιμετωπίστηκε, πλην όμως, η διάγνωση, για το οζίδιο παρέμεινε σταθερή και μάλιστα, η αξονική, που του έκαναν, κατέδειξε και ένα νέο εύρημα, στα νεφρά του. Παρ' όλ' αυτά, η αρνητική του στάση, για παραπέρα διερεύνηση και αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος, δεν άλλαξε. Ήταν, σταθερά, αρνητικός. Πολύ περισσότερο, που τα ευρήματα, αυτά δεν του έδιναν κάποιο σύμπτωμα.






Αυτό, όμως, κάποια στιγμή, έπαψε να συμβαίνει. Έτσι, στα τέλη Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου του 2004, εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα δύσπνοιας, με αποτέλεσμα να εισαχθεί, στην "Σωτηρία" και μετέπειτα, τον Αύγουστο, στον "Άγιο Σάββα", αφού η κατάστασή του, ημέρα με την ημέρα, χειροτέρευε.

Η διάγνωση ήταν σαφής, σε κάθε περίπτωση. Έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα, τέταρτου (τελικού) σταδίου, ο οποίος, μάλιστα, είχε κάνει και μεταστάσεις.

Παρ' όλ' αυτά, το τέλος του δεν ήταν γρήγορο. Ο οργανισμός του ανταποκρίθηκε, στο, όχι βαρύ, πρώτο χημειοθεραπευτικό σχήμα, διότι, όπως μου είπε ο γιατρός, που επέβλεπε την θεραπεία του, η συγκεκριμένη μορφή του καρκίνου δεν ήταν πολύ επιθετική. Έτσι, πράγματι, ενώ, τον Αύγουστο, είχε φθάσει, στο σημείο να περπατάει, λίγο και με δυσκολία, την περίοδο Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου, είχε βελτιωθεί, σημαντικά, αφού μπόρεσε, ακόμη και να βγαίνει, έξω από το σπίτι και να οδηγήσει και το αυτοκίνητο, όπως φαίνεται και στο παραπάνω βίντεο.





Τα πράγματα, όμως, χειροτέρευσαν, μετά τα Χριστούγεννα του 2004, όταν, πια, έπρεπε να περάσει, στην δεύτερη φάση της θεραπείας του, την οποία δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει, επειδή ο οργανισμός του είχε εξασθενήσει και δεν ήταν δυνατόν να του δοθεί οποιοδήποτε χημειοθεραπευτικό σχήμα, αφού θα τον σκότωνε.

Έτσι, η αγωγή, που του δόθηκε και οι νοσηλείες, που έκανε, από εκεί και πέρα, μέχρι την ημέρα του θανάτου του, στις 28 Απριλίου 2005, ήταν συντηρητική και ανακουφιστική/παρηγορητική. Αυτό και τίποτε περισσότερο.






Το τραγικό είναι ότι, σύμφωνα, με όσα μου είπε ο γιατρός, που τον παρακολουθούσε, στον "Άγιο Σάββα", όπου κατέληξε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας του Πάσχα, ο κύριος Τάκης θα είχε, σίγουρα, σωθεί, εάν η θεραπεία του είχε αρχίσει, όταν η ασθένειά του ήταν στο πρώτο, ή και στο δεύτερο στάδιό της, ακριβώς, επειδή αυτή η μορφή του πνευμονικού καρκίνου, που είχε, δεν εμφάνιζε την συνήθη επιθετικότητα, που εμφανίζουν οι καρκίνοι του πνεύμονα. Η συγκεκριμένη μορφή ήταν λιγότερο επιθετική. 

Αυτό σημαίνει ότι, πιθανότατα, τον Σεπτέμβριο του 2003, θα μπορούσαμε να προλάβουμε την εξέλιξη της νόσου, με μια εγχείρηση.

Αυτό είναι εκείνο, που με πικραίνει, περισσότερο, από όλα. Διότι, αν, τότε, γίνονταν αυτά, που έπρεπε να γίνουν, ο κύριος Τάκης θα ζούσε, πολύ περισσότερο, από όσο έζησε.

Και ίσως, να ζούσε, ακόμη. Γεγονός, που σημαίνει ότι, δεν θα μου έλειπε, σήμερα...





Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

2014 : Το παραμύθι του "success story", ο αποπληθωρισμός, η πτώση του ελληνικού ΑΕΠ, μέσα από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η συντριβή της εσωτερικής ζήτησης, ως αιτία της ελληνικής κρίσης και οι βαρύτατες ευθύνες των ευρωζωνιτών. (Απαλλαγή, από το ευρώ, αλλιώς)...





Όσο περνάει ο καιρός, γίνεται όλο και περισσότερο κατανοητό - προς μεγάλη θλίψη των εντόπιων και των ξένων εραστών του παραληρηματικού ιδεολογήματος του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" - ότι στην περίπτωση της Ελλάδας (και φυσικά, όχι μόνο, σε αυτήν), οι ευρωζωνίτες τα έχουν κάνει, κυριολεκτικά, σκατά.

Η αποτυχία των ευρωζωνικών θεσμών και των ελίτ, που έχουν κατασκευάσει και επανδρώνουν αυτούς τους θεσμούς, είναι παροιμιώδης και σκανδαλώδης, ακριβώς επειδή συνδυάζεται με την ξιπασιά και την γελοία επίδειξη μιας ενδογενούς ανοησίας, η οποία, εν τέλει, προσδιορίζεται, ως βλακεία, υπό την αρχαία της έννοια, ως ιδιωτεία. Δηλαδή, κυριολεκτικά, ως ηλιθιότητα.

Έτσι, οι μύθοι πάνω, στους οποίους η απελθούσα κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων, θέλησε να στήσει και να διαφημίσει το "success story" της Ελλάδας, που, στο τέλος των δικών της ημερών, το 2014, υποτίθεται ότι εισήλθε, σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, καταρρέει, μπροστά στο αβάστακτο βάρος της αμείλικτης πραγματικότητας, έτσι, όπως αυτή περιγράφεται, από τα νεώτερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, του υπόδικου κ. Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στην θέση του, σαν να μην συμβαίνει τίποτε.

Βέβαια, η προεκλογική περίοδος πέρασε, οι εκλογές του Ιανουαρίου έγιναν και η όποια προπαγανδιστική εκμετάλλευση της παρουσιαζόμενης και διαφημιζόμενης επαναφοράς της ελληνικής οικονομίας, σε ρυθμούς μιας, έστω και ασθενικής ανάπτυξης, το 2014, της τάξεως του 0,8%, σε σταθερές τιμές του έτους 2013, έτσι όπως προέκυπτε, εκείνη την περίοδο, από τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δεν απέφερε τους αναμενόμενους καρπούς, για τους σαμαροβενιζέλους, τους ξένους δανειστές και τους ομοίους τους. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και σχημάτισε κυβέρνηση, μαζύ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, παρά τις, περί του αντιθέτου, προσδοκίες της μνημονιακής συμμορίας της εντόπιας και ξένης ελίτ, η οποία στήριζε τις ελπίδες της, στην δημιουργία ενός υποχείριου κυβερνητικού σχήματος, στο οποίο θα συμμετείχαν, το Ποτάμι του ανεκδιήγητου και ημιμορφωμένου Σταύρου Θεοδωράκη, ή/και το ημιθανές ΠΑΣΟΚ του σπουδαρχίδη απεραντολόγου και λεπτεπίλεπου αερολόγου φαφλατά Ευάγγελου Βενιζέλου

Όλοι αυτοί στήριξαν τις ελπίδες τους, ακόμη και στην εκλογική παρουσία ΚΙΔΗΣΟ του Γιώργου Παπανδρέου, μήπως και μπορέσουν να εγκλωβίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα κυβερνητικό σχήμα, με μνημονιακούς εταίρους, ή μήπως, ακόμη και γινόταν το θαύμα και ο Αντώνης Σαμαράς και η Νέα Δημοκρατία έκλεβαν, έστω και την τελευταία στιγμή, πάνω στο νήμα, την εκλογική πρωτιά. Θυμάμαι, ανάμεσα, σε πολλούς άλλους αγωνιούντες δημοσιογράφους, τον, πάντοτε, διασκεδαστικό Βασίλη Μπεσκένη, του οποίου οι δεσμοί, με το σαμαρικό περιβάλλον της Συγγρού εμφανίζονται ως ακατάλυτοι, να προσπαθεί, με μια απίστευτη, ως προς την δομή και το περιεχόμενό της, "επιχειρηματολογία", να πείσει το φιλοθεάμον κοινό των δελτίων ειδήσεων και των όποιων ενημερωτικών εκπομπών της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ, ότι ο ΓΑΠ και το κόμμα του θα κόψουν ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ και ότι θα μπορούσαν να είναι εταίροι σε ένα κυβερνητικό σχήμα και με πιάνουν, όπως και τότε, τα γέλια.

Ανοησίες. Το άλογο αποδείχτηκε ότι ήταν κουτσό, έχοντας χάσει και τα τέσσερα πόδια του. Ο Αντώνης Σαμαράς και η Ν.Δ., μπορεί να κράτησαν ένα "αξιοπρεπές" ποσοστό, αλλά έμειναν πολύ πίσω, από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ελπίδες της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ αποδείχτηκαν φρούδες.


Μετά από τις ελπίδες τους, που πήγαν στράφι, ήλθε και η ώρα της κατάρρευσης και των παιδαριωδών προπαγανδιστικών κατασκευασμάτων της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων, όπως αυτό, που αφορά την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας, σε κάποιους ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι, απλώς, αποδεικνύονται ότι είναι (όπως, άλλωστε, σταθερά και πάντοτε, πίστευα) κατασκευασμένοι και ως εκ τούτου, ανύπαρκτοι.

Πράγματι, εάν συγκρίνουμε τις, αμέσως, προηγούμενες προσωρινές - αλλά και βολικές για την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου - εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, που αφορούν το ελληνικό ΑΕΠ και την εξέλιξή του, σε όλη την διάρκεια του 2014 [για τις οποίες εκτιμήσεις κάνω λόγο, στο δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Η δανειακή σύμβαση, το Μνημόνιο, οι δυσχέρειες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στην διαπραγμάτευση και οι φόβοι των ευρωζωνιτών, για μια ελληνική στάση πληρωμών εντός ευρωζώνης. (Η ανολοκλήρωτη ευρωπαϊκή ενοποίηση και το μοιραίο λάθος της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ/ΕΕ, σύμφωνα με την επιστημονική μελέτη των Ν. Campos, F. Coricelli και L. Moretti) ], με τις τωρινές, επίσης, προσωρινές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, για την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, το 2014, θα δούμε ότι εκείνες οι προηγούμενες εκτιμήσεις δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα και ως εκ τούτου, είναι εξωπραγματικές και αναληθείς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του παραπάνω πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, με τα νέα προσωρινά στοιχεία, για την εξέλιξη του ΑΕΠ το 2014.

Έτσι, ενώ εκείνη την εποχή (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2015), η ΕΛΣΤΑΤ, παρουσίαζε ότι, το 2014, το ελληνικό ΑΕΠ είχε διαμορφωθεί στα επίπεδα των 179,239 δισ. € και σε τρέχουσες τιμές, είχε μειωθεί, κατά 3,198 δισ. €, σε σχέση, με το έτος 2013 (κατά το οποίο το ύψος του έφθανε τα 182,437 δισ. €), με αποτέλεσμα να παρουσιάσει  ένα ποσοστό μεγέθυνσης, ίσο με -1,75%, τώρα, με την παρουσίαση, από την ΕΛΣΤΑΤ, των νέων προσωρινών στοιχείων, για το 2013, το ύψος του ελληνικού ΑΕΠ μετράται, στα 182,249 δισ. € και για το 2014, το ελληνικό ΑΕΠ μετράται, στα 178,701 δισ. €, παρουσιάζοντας μια σημαντική διαφοροποίηση, στα αντίστοιχα ποσά και μια διαφοροποιημένη, επίσης, επί τα χείρω, μείωση του ελληνικού ΑΕΠ, από το 2013, στο 2014, ίση με 3,548 δισ. €, με αποτέλεσμα το νέο υπολογισμένο, σε τρέχουσες τιμές, ποσοστό μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ, το 2014, να φθάσει, στο -1,95%.





Αυτή η αρνητική εξέλιξη, ως προς το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ, στα έτη 2013 και 2014, αλλά και η, επί τα χείρω, διαφοροποίηση του αρνητικού ποσοστού μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ, σε τρέχουσες τιμές, κατά τα έτη αυτά, γίνεται, ακόμη, χειρότερη, εάν ερευνήσουμε την πραγματική εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, λαμβάνοντας υπόψη μας τον μέσο ετήσιο δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως αυτός προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ και τούτο, επειδή η κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων θέλησε να ισχυρισθεί, μέσα από τις προηθείσες προσωρινές επεξεργασίες των στελεχών του κ. Ανδρέα Γεωργίου, ότι το ελληνικό ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές του προηγούμενου έτους, παρουσίασε, το 2014, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια οικονομικής ύφεσης και κατακλυσμικής οικονομικής κρίσης, μια πραγματική αύξηση, με θετικό πρόσημο, της τάξεως του 0,85%.

Ανοησίες. Τα πράγματα εξελίχθηκαν, εντελώς, διαφορετικά.

Με δεδομένη την νέα μέτρηση του Μέσου Ετήσιου Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, για το έτος 2014, όπως αυτή προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ και η οποία μέτρηση ορίζει αυτό το μακροοικονομικό μέγεθος, στα αποπληθωριστικά επίπεδα του -1,3%, αυτό, που συμβαίνει, στην πραγματικότητα, είναι ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει και σε σταθερές τιμές του προηγούμενου έτους, να βρίσκεται, στην διαδικασία της μακρόσυρτης πτώσης της, που ξεκίνησε το 2008.

Με λίγα λόγια, όπως αναφέρεται, στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ, ο μέσος δείκτης του δωδεκάμηνου Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2014, σε σύγκριση με τον ίδιο δείκτη του δωδεκάμηνου Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2013, παρουσίασε μια μείωση της τάξεως του 1,3%, έναντι της μείωσης 0,9%, που παρατηρήθηκε, κατά το αντίστοιχο προηγούμενο δωδεκάμηνο του 2013.

Με δεδομένη αυτή την εξέλιξη, το ελληνικό ΑΕΠ, παρουσίασε, το 2014, μια νέα καθίζηση, πέρα, από το -1,95%, που εμφάνισε, σε τρέχουσες τιμές. Έτσι, σε σταθερές τιμές του προηγούμενου έτους, η "μεγέθυνσή" του ελληνικού ΑΕΠ έχει ένα πραγματικό αρνητικό πρόσημο, φθάνοντας, περίπου, στο -0,65%.

Έτσι, η διαδικασία της πολύχρονης καθίζησης της ελληνικής οικονομίας, που, ως μέγεθος έχει εξαφανίσει, πάνω, από το 25% του ελληνικού ΑΕΠ, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί, το 2007, μπορεί να έχει φρενάρει και να μην ακολουθεί την προηγούμενη χασματική της πορεία, αλλά δεν έχει παύσει.

Κάθε άλλο, η καταστροφική συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται, χωρίς, επί του παρόντος, να διαφαίνεται ένα ορατό τέρμα, στην πορεία αυτή.

Αυτό, πάντως, που είναι, απόλυτα, σίγουρο, είναι ότι η κατακρημνιστική πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν ανεστράφη, το 2014, όπως θέλησαν να παρουσιάσουν οι σαμαροβενιζέλοι, οι ξένοι δανειστές και τα πολυπληθή παπαγαλάκια τους. Μάλιστα, όταν κάποια στιγμή, στο προσεχές μέλλον, οριστικοποιηθούν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, γύρω από το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ και γύρω από τα υπόλοιπα μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, θα διαπιστωθεί ότι η πτώση του ΑΕΠ της χώρας είναι, ακόμη, μεγαλύτερη από αυτήν, που, τώρα, παρουσιάζεται, για το 2014.

Η συρρίκνωση, λοιπόν, της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται και είναι δεδομένο ότι, ουδέποτε, στην σύγχρονη ιστορία του ελληνισμού, από της ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, έχει υποστεί, μια τέτοιας έκτασης καταστροφή, σε ειρηνική περίοδο, αφού η κατακρήμνισή της έχει φθάσει και έχει ξεπεράσει τα επίπεδα του σαρωτικού πλήγματος, που υπέστη η αμερικανική οικονομία, κατά την περίοδο της GREAT DEPRESSION, στα έτη 1929 - 1932.

Αυτό που έπληξε την ελληνική οικονομία, δεν ήταν, απλώς, η έλευση της μεγάλης διεθνούς ύφεσης, τον Σεπτέμβριο του 2008, που ήλθε ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της αμερικανικής και της διεθνούς χρηματαγοράς, από τους ανόητους χειρισμούς της κυβέρνησης του προέδρου George Bush jr, στην υπόθεση της "επενδυτικής" τράπεζας "Λήμαν Μπράδερς".

Η ελληνική οικονομία, προφανώς, κτυπήθηκε, από την εξωτερική αυτή ύφεση, αλλά, παρ' όλ' αυτά, άντεξε, εμφανίζοντας μια ελεγχόμενη πτώση, στο ΑΕΠ της, που έφθασε το 2009, στο 2% και από το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και στο πρώτο τρίμηνο του 2010, επανήλθε, σε κάποιους αξιοσημείωτους (με τα δεδομένα εκείνης της εποχής) αναπτυξιακούς ρυθμούς, όπως φαίνεται και από τον πρώτο πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ, που παρουσιάζω, στο παρόν δημοσίευμα και αφορά την τριμηνιαία πορεία του ελληνικού ΑΕΠ, από το 2005, μέχρι το 2014.

Για την καταστροφική εξέλιξη, που ακολούθησε και την κατακρήμνιση του ελληνικού ΑΕΠ, οι ευθύνες της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής ελίτ είναι προφανείς, βαρύτατες, πέραν κάθε αμφισβητήσεως και αυταπόδεικτες. Ουδείς άνθρωπος, που έχει σώας τας φρένας μπορεί να αντιλέξει.

Όμως το ίδιο βαρύτατες και ακόμη μεγαλύτερες, είναι οι ευθύνες των ευρωζωνικών ελίτ - δηλαδή των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας, που κάνουν το πραγματικό κουμάντο, στην ευρωζώνη, της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ. και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών -, οι οποίες οδήγησαν την ελληνική οικονομία, σχεδιασμένα, στην ουσιαστική χρεωκοπία του ελληνικού δημοσίου και της ιδίας και, στην συνέχεια, προκειμένου να αποφευχθεί η επισημοποίηση αυτής της χρεωκοπίας, σε έναν αλόγιστο δανεισμό, με την παράλληλη στην υπαγωγή της, σε ένα μνημονιακό καθεστώς, το οποίο εγγυόταν την έλευση της κατακρήμνισής της, η οποία ακολούθησε, δίκην φυσικού φαινομένου.

Αυτό, που έπρεπε να γίνει τον Απρίλιο του 2010 δεν ήταν ο αλόγιστος δανεισμός του ελληνικού κράτους και η επιβολή της σαρωτικής λιτότητας, που επιβλήθηκε, από τους ευρωζωνικούς και τους λοιπούς δανειστές.

Αυτό, που έπρεπε να γίνει, ήταν η απαλλαγή του ελληνικού κράτους, από τα δεσμά του χρέους και - το ορθότερο - η χρηματοδότηση του χρέους αυτού, από την Ε.Κ.Τ. και την Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα από την άσκηση του δικαιώματος της νομισματοκοπής (seigniorage), υπέρ του ελληνικού δημοσίου, ή - το λιγότερο ορθό - την αποδοχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας και η επισημοποίησή της.

Το αποτέλεσμα θα ήταν να επωμισθεί την χρεωκοπία αυτή η ευρωπαϊκή και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία, ενώ, παράλληλα, το οποιοδήποτε πρόβλημα θα αντιμετώπιζαν οι τράπεζες μπορούσε να παρακαμφθεί, εύκολα, με την ανακεφαλαιοποίησή τους, από τους ευρωζωνικούς και τους λοιπούς κρατικούς θεσμούς.

Όμως, πολιτική βούληση, για την ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών, δεν υπήρξε. Το αντίθετο, μάλιστα. Οποιεσδήποτε τέτοιου είδους σκέψεις καταδικάστηκαν, ως ... ένα μείγμα "μπολσεβικισμού" και "κεϋνσιανισμού", μέσα από την επίκληση του ανόητου επιχειρήματος, περί του γερμανικής (και μπατιροτραπεζικής) προελεύσεως "ηθικού κινδύνου", που περικλείεται από μια τέτοια χρηματοδότηση των κρατών - την ίδια στιγμή, που οι τράπεζες είχαν διασωθεί, με τέτοιου είδους πρακτικές, αμέσως, μετά την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και οι οποίες φούσκωσαν τα κρατικά χρέη, στην ευρωζώνη, οδηγώντας την, στην χρεωκοπία.

Ως εκ τούτου, η ευρωζώνη, ως θεσμός και οι ευρωζωνικές ελίτ φέρουν την βαρύτατη και την καίρια ευθύνη, για το γεγονός της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας και της καταβύθισης της ελληνικής οικονομίας, με την κατακρήμνιση του ελληνικού ΑΕΠ. Η επέλευση της βαρύτατης οικονομικής καταστροφής, που υπέστη και υφίσταται η Ελλάδα, από τον Απρίλιο του 2010, μέχρι τώρα και για απροσδιόριστο χρόνο, στο μέλλον, όσο ακολουθούνται αυτές οι πολιτικές, είναι αποτέλεσμα των επιλογών, που επέβαλαν, στην ελληνική κοινωνία, οι δανειστές - δηλαδή οι ευρωζωνικοί θεσμοί και το Δ.Ν.Τ., το οποίο εκείνοι κάλεσαν.

Το γεγονός ότι αυτή η πολιτική απέτυχε, δεν είναι το κυριότερο. Το κυριότερο είναι ότι αυτή η πολιτική έφερε την καταστροφή, όχι επειδή ήταν, απλώς, αποτυχημένη, αλλά επειδή ήταν προϊόν σεκταριστικών αντιλήψεων, που ξεπερνούσαν, κατά πολύ, τα όρια των ανορθόλογων και ως εκ τούτου, εξωπραγματικών ιδεοληψιών των φανατισμένων οπαδών του σύγχρονου "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", ο οποίος, ως ένα μάγμα ανορθολογικών και μαγικού περιεχομένου δογματικών δοξασιών, αντικατέστησε όλα τα προηγούμενα ιδεολογήματα, που καθοδήγησαν την ευρωπαϊκή Δύση, με τελευταίο αυτό του "υπαρκτού σοσιαλισμού", του οποίου το παραμυθολογικό αυτό κατασκεύασμα του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού" είναι ο αυθεντικός και γνήσιος κληρονόμος.

Οι δανειστές, τώρα, κινδυνεύουν να - και φυσικά, θα - χάσουν τα χρήματά τους, αφού τα, περίπου, 227 δισ. € της ευρωζώνης και τα άλλα, περίπου 27 δισ. € του Δ.Ν.Τ., η ελληνική οικονομία δεν μπορεί και δεν πρόκειται να πληρώσει. Αυτό το ξέρουν, πολύ καλά, όσο και εάν προσπαθούν να το κρύψουν, κάτω από το χαλί και να αποφύγουν κάθε συζήτηση, περί αυτού και για την απαραίτητη απαλλαγή του ελληνικού πληθυσμού, με την, περίπου, ολοσχερή διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Για τον λόγο αυτόν, οι δανειστές φαίνονται έτοιμοι να κάνουν, σε πολλά, πίσω. Είναι ικανοί να δεχθούν την προσωρινή χρηματοδότηση των τρεχουσών οφειλών του ελληνικού δημοσίου, προς την Ε.Κ.Τ. και το Δ.Ν.Τ.

Είναι, επίσης, ικανοί να δεχθούν και την διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους, ή την ακινδυνοποίηση ενός πολύ μεγάλου μέρους του χρέους αυτού, μέσα από τα περίφημα perpretual bonds, ή κάποια άλλα παρόμοια χρηματοπιστωτικά εργαλεία.

Αλλά, όλα αυτά δεν λύνουν το ουσιαστικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, λόγω της ιδιοσυστασίας της.

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται, στον ίδιο τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης, στην ίδια την ύπαρξή της και την ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.

Το ευρώ, ως σκληρό νόμισμα και η ζώνη του, ως ζώνη σκληρού νομίσματος (όπως, άλλωστε, ήταν και είναι κάθε νομισματική ζώνη) είναι που καταστρέφουν την ελληνική οικονομία.

Αυτό είναι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

Όλα τα άλλα προβλήματά της είναι περιφερειακά. Αν λύσει αυτό το πρόβλημα, τα υπόλοιπα θα λυθούν εύκολα.

Αλλά, για να λύσει αυτό το πρόβλημα, η ελληνική οικονομία πρέπει να απομακρυνθεί, από το ευρώ. Ακόμη και να βγει, από την ευρωζώνη.

Μακριά, από το ευρώ, με έναν οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο. Μακριά και αγαπημένοι. Ή και εν ανάγκη, μη αγαπημένοι. Αυτή πρέπει να είναι η σχέση της Ελλάδας, με το ευρώ. Αυτή και καμμία άλλη.

Το γιατί συνέβησαν και συμβαίνουν όσα προαναφέραμε, τα οποία είναι δυνατόν να οδηγήσουν, σε υποχωρήσεις τους απελπισμένους ξένους δανειστές, στις εκτεταμένες παρασκηνιακές συζητήσεις, που διεξάγονται, για την επίτευξη μια οριστικής συμφωνίας, για την μελλοντική σχέση της Ελλάδας, με την ευρωζώνη, οι οποίες, φυσικά, δεν μπορούν να περιμένουν την έλευση του Ιουνίου, για να πραγματοποιηθούν, δεν είναι καθόλου δύσκολο να κατανοηθεί. Είναι πανεύκολο.

Με δεδομένη την βλακώδη διάγνωση, η οποία στηρίζεται στην ανορθόλογη πεποίθηση ότι η ελληνική οικονομική κρίση δεν οφειλόταν, στην βαθιά διεθνή οικονομική ύφεση του 2008, που, το 2009, εσωτερικεύθηκε, στην ελληνική οικονομία και στην ευρωζώνη, αλλά, στο υποτιθέμενο, ως υψηλό, μισθολογικό κόστος, που καθιστούσε την ελληνική οικονομία, μη ανταγωνιστική, ακολουθήθηκε η μνημονιακή πολιτική της σαρωτικής εσωτερικής υποτίμησης των μισθών και των εισοδημάτων, για την συντριβή του μισθολογικού κόστους.

Η αιτία της ελληνικής οικονομικής κρίσης βρίσκεται, στην πτώση και στην συνέχεια, στην συντριβή των εισοδημάτων, που ακολούθησε και έπληξε την μεγάλη μάζα του ελληνικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα την χαώδη πτώση της εσωτερικής ζήτησης.

Αυτή η κατακρημνιστική πτώση των εισοδημάτων και της εσωτερικής ζήτησης έφερε την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηρίζεται, στο δημόσιο και στην μικρομεσαία οικονομική δραστηριότητα, αφού οι δύο αυτοί τομείς της ελληνικής οικονομίας, κυριολεκτικά, τσακίστηκαν, ανηλεώς, με το δημόσιο να υφίσταται δραματικές περικοπές, που μείωσαν, ανάλογα, την εσωτερική ζήτηση, ενώ η μικρομεσαία τάξη των ατομικών και των εταιρικών επιχειρηματιών, στην μεγάλη της πλειοψηφία, κυριολεκτικά, λεηλατήθηκε και οδηγήθηκε, στην πτώχευση, αφού την τσάκισε, αφ' ενός, μεν, η δραματική πτώση της εσωτερικής ζήτησης και αφ' ετέρου, δε, η εξοντωτική αύξηση της, πάσης φύσεως, φορολογίας, που οδήγησαν, σε έναν απίθανο αριθμό λουκέτων, στον χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που όμοιό τους, δεν έχει ξαναδεί η ελληνική κοινωνία, από την εποχή της τριπλής ξενικής Κατοχής.

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, εάν ληφθεί υπόψη η τεράστια συρρίκνωση των εισοδημάτων, που έλαβε χώρα, κατά την τελευταία πενταετία, εξ αιτίας της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών.

Με δεδομένο το γεγονός ότι το μέσο εισόδημα, στην Ελλάδα, έχει φθάσει να βρίσκεται, στα επίπεδα του 1985 και το περισσότερο φτωχό 10% του πληθυσμού να έχει κατακρημνισθεί, στα επίπεδα του εισοδήματος, που είχε το 1974 και με, επίσης, δεδομένο το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία δεν έχει παύσει, η καταστροφή, που υπέστη η χώρα μας δεν ήλθε από το πουθενά. Έχει αιτία. Και η βασική αιτία αυτής της εξέλιξης βρίσκεται, στις ανόητες, σε βαθμό ηλιθιότητας, μικροσυμφεροντολογικές πολιτικές των ευρωζωνικών ελίτ, οι οποίες πολιτικές υπήρξαν και είναι καταστροφικές και ακολουθήθηκαν, από τους εντόπιους υπηρέτες των ξένων δανειστών, με έναν τρόπο δουλικό.




Το πρόβλημα, με την εντόπια "ευρωπαϊστική" ελίτ (και το οποίο πρόβλημα είναι τεράστιο, βαρύ και ασήκωτο), καθώς και με το πολιτικό προσωπικό, την οποία αυτό εξυπηρετεί και στην οποία ανήκει, είναι ότι αυτό το πολιτικό προσωπικό ανήκει σε εισπρακτικές εταιρείες, τις οποίες έχουν μισθώσει οι ξένοι δανειστές και οι οποίες, έχοντας ενδυθεί τον μανδύα των παλαιών πολιτικών κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας, και του ΠΑΣΟΚ, συμμετείχαν, σε ένα κοινοπρακτικό εταιρικό σχήμα, και το οποίο, επίσης, μίσθωσαν οι ξένοι τοκογλύφοι.

Αυτό το εταιρικό κοινοπρακτικό σχήμα, οι πρόεδροι και τα στελέχη αυτών των αφανών εισπρακτικών εταιρειών, το αποκάλεσαν κυβέρνηση και ενεργούντες, ως μέλη και μπράβοι αυτού του σχήματος, επέπεσαν, στον έρημο ελληνικό πληθυσμό, για να εισπράξουν τα απαιτούμενα, από τους τοκογλύφους, των οποίων τα συμφέροντα, πιστά και άνευ αντιλογίας, εξυπηρέτησαν, μέχρι το επονείδιστο τέλος της δικής τους συμμοριτικής περιόδου - για να θυμηθούμε έναν όρο, που χρησιμοποιούσε η παλαιά δεξιά, για τους κομμουνιστές και ο οποίος, στις σύγχρονες συνθήκες, της νεοκατοχικής χρεωδουλείας, στον οποίο έχει υπαγάγει τον ελληνικό πληθυσμό, της ταιριάζει, απολύτως και ως προς τον ρόλο, που παίζει και ως προς τα πεπραγμένα της και ως προς τα συμφέροντα των εργοδοτών της.

Αυτό είναι το πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η συγχυσμένη και αποπροσανατολισμένη, μέσα στον πανικό της, "ευρωπαϊστική" ελίτ του τόπου μας. Η ίδια, πιθανόν είναι, σε έναν κάποιο βαθμό, να μην το έχει αντιληφθεί.


Αλλά, δυστυχώς, αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Γι' αυτό και της αρέσει να διυλίζει τον κώνωπα και να καταπίνει την κάμηλο...


Εννοείται, βέβαια, ότι αυτή η πολιτική της καταστροφικής εσωτερικής υποτίμησης, την οποία επιβάλλουν οι ευρωζωνικοί θεσμοί και οι ελίτ της ευρωζώνης και υπηρετούν, πιστά, οι εντόπιοι μπράβοι όλων αυτών, πρέπει να σταματήσει και να αντιστραφεί.

Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να γίνει τίποτε.


Το ουσιαστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στην επιδιωκόμενη, από τους ευρωζωνικούς θεσμούς, πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, η οποία έχει οδηγήσει, σε μια θηριώδη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης του ελληνικού πληθυσμού. Ως εκ τούτου, απαραίτητο δεν είναι το να έχει ένα οποιοδήποτε πρωτογενές αποτέλεσμα ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός, ούτε το να είναι, λογιστικά, ισοσκελισμένος. Κάθε άλλο.

Αυτό, που καθίσταται απαραίτητο, για πολλά χρόνια, είναι ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός να είναι, πρωτογενώς, ελλειμματικός, ή, για να το πούμε, πιο κομψά και μιλώντας με νεοκεϋνσιανούς όρους, είναι απολύτως, απαραίτητο, ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός να είναι ισοσκελισμένος, σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης, με το να λάβει, δηλαδή, υπόψη του, ως απαραίτητο λογιστικό μέγεθος, το επίπεδο της απασχόλησης και θέτοντας, ως στόχο, τον πρακτικό μηδενισμό της ανεργίας, περιορίζοντάς την, στα όρια της αποκαλούμενης ανεργίας τριβής.

Αλλά, κάτι τέτοιο, στην παρούσα φάση και για το απροσδιόριστο μέλλον, δεν μπορεί να γίνει, όσο η χώρα μας έχει, σαν νόμισμά της, το ευρώ.

Έτσι, η ελληνική οικονομία, πρέπει - εκτός από το αβάστακτο δημόσιο χρέος της - να απαλλαγεί, με τον ένα, ή τον άλλο τρόπο (και εν πάση περιπτώσει, με τον οποιονδήποτε πρακτικό τρόπο), από το ευρώ και να επιστρέψει, σε ένα εθνικό/τοπικό νόμισμα, για να μπορέσει να βάλει, σε μια τάξη, τα του οίκου της.

Μόνον, έτσι, η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει, γρήγορα, σε επίπεδα ταχύρρυθμης ανάπτυξης, τα οποία θα θυμίζουν την Ιαπωνία της δεκαετίας του 1970.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δρόμος προς την κόλαση, τον οποίο, ήδη, εδώ και 5 χρόνια, ακολουθεί η Ελλάδα, είναι όλος μπροστά της.




Όλα αυτά, καλόν είναι να τα σκεφθούν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Βαρουφάκης, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και οι λοιποί συριζαίοι και να ακολουθήσουν τον δρόμο, που οδηγεί την ελληνική οικονομία και κοινωνία, στην επαναφορά της ουσιαστικής και ταχύρρυθμης ανάπτυξης.

Πριν πείσουν τους όποιους ξένους συνομιλητές τους, από τον πρόεδρο Barack Obama και τον Jack Lew, μέχρι το κατεστημένο της Ουάσινγκτων, του Βερολίνου, του Παρισιού, των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης, πρέπει, πρώτα, να πείσουν εαυτούς και αλλήλους.

Και αφού πείσουν εαυτούς και αλλήλους, τότε θα πείσουν και τους άλλους.

Διαφορετικά, ο δρόμος προς την καταστροφή, είναι όλος μπροστά τους...


Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Γιάννης Βαρουφάκης : "Yes to compromise. Not to be compromised". (Όμως, τώρα, που, μετά την "ρωσική έκπληξη", παρακαλούν, για μια γρήγορη συμφωνία, ήλθε η ώρα να γράψουμε όλον αυτόν τον συρφετό των ευρωζωνιτών, στα παλαιότερα των υποδημάτων μας).






Ότι οι ευρωζωνίτες σκέπτονται, ενεργούν και συμπεριφέρονται, ως μια γκρούπα σεκταριστών και αρνούνται να διδαχθούν, από την πραγματικότητα, το έχουμε περιγράψει, εδώ και πολύν καιρό - από την αρχή της κρίσης - σε αυτό εδώ το μπλογκ. Έχει καταστεί προφανές ότι οι ευρωζωνικές ελίτ, προτιμούν να ζουν και να διαλέγονται, μέσα στα πλαίσια ενός άλλου "σύμπαντος" ιδεών, αναπτύσσοντας αυτοεπιβεβαιωτικά παραληρήματα , τα οποία λειτουργούν, είτε, ως ιερεμειάδες, όταν αναφέρονται, στην υποτιθέμενη (ή και πραγματική) τύχη όποιου βγει, από το μαντρί της ευρωζώνης, είτε, ως εκτεταμένες ασκήσεις θάρρους, όταν αναφέρονται, στο υποτιθέμενο λαμπρό μέλλον του ευρώ και της ζώνης του.

Όλες αυτές οι παραληρηματικές κατασκευές, βέβαια, μπορεί να λειτουργούν, ως μέσα κατευνασμού του θυμού και της θλίψεως των στελεχών της γερμανικής κυβέρνησης και ευρύτερα, των ευρωζωνικών ελίτ, πλην όμως, είναι αδιάφορες, για τον πολύ κόσμο, αφού η κοινωνία βλέπει, επί του παρόντος, τα πράγματα, εντελώς, διαφορετικά, από τον τρόπο, που τα βλέπουν και τα περιγράφουν οι γραφειοκράτες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Και αυτή η στάση των κοινωνιών της ευρωζώνης και ειδικότερα, της ελληνικής  κοινωνίας, προφανώς, δεν είναι χωρίς εξήγηση. Η ύπαρξη της οποίας εξήγησης, όταν εντοπισθεί, αφού, προηγουμένως, αποκλεισθούν τα τετριμένα και παρηγορητικά σχήματα, καλόν είναι να οδηγήσει, σε έναν στοιχειώδη προβληματισμό, με κάποια - έστω και ελάχιστα - στοιχεία αυτοκριτικής.

Το ζήτημα δεν αφορά την ανοησία αν υπάρχει και η οποία, προφανώς, υπάρχει, αλλά το πώς κάποιος φθάνει εκεί. Και για να φθάσει κάποιος, εκεί, έχουν προϋπάρξει πολλές άλλες ανοησίες, άλλων, οι οποίοι οδήγησαν τα πράγματα, σε αυτήν. Και φυσικά, η σημαντικότερη ανοησία, σε αυτήν την αλυσίδα των διαπραχθεισών ανοησιών, είναι η ανοησία του να πιστεύει κάποιος, στα σοβαρά, ότι ο πληθυσμός μιας χώρας μπορεί, επί μακρόν, να ψηφίζει, υπέρ της εκπτώχυνσής του. Και τούτο, διότι, προφανώς, υπάρχουν πολλοί ανόητοι, σε αυτόν τον κόσμο, που ζούμε, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς μπορούν, σε ένα κάποιο - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - βάθος χρόνου, να συγκρίνουν τα επίπεδα της ζωής τους και την διαφοροποίησή τους, εις βάρος των ίδιων των παρατηρούντων, όταν αυτή μακροχρονίζει.

Ως εκ τούτου, ουδεμία έκπληξη πρέπει να υπάρχει, για το γεγονός ότι το ελληνικό εκλογικό σώμα ψήφισε, κατά έναν τέτοιο τρόπο, με τον οποίο υπέδειξε, σαφώς και κατηγορηματικώς, ότι αρνείται να συνεχίσει τον δρόμο της διαρκούς πτωχοποίησής του. Και η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η μετεκλογική συνεχής υποστήριξή του, στην κυβέρνηση, που το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα σχημάτισε, μαζύ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου και μάλιστα, με ποσοστά τα οποία θεωρούνται και είναι θηριώδη, αποτελεί το πιο πρόσφορο όχημα και μέσο, για να δείξει την αμετανόητη παραμονή του, στην άρνηση της πολιτικής, που εκπορεύεται, από το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, την Φραγκφούρτη και την Ουάσινγκτων και η οποία στηρίζεται στην υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού πληθυσμού.



Χαρακτηριστική και απεικονίζουσα, πλήρως, την μετεκλογική κατάσταση, που επικρατεί , στις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού και στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό είναι η νέα δημοσκόπηση της Metron Analysis του Στράτου Φαναρά, η οποία περιγράφει, ανάγλυφα, την ουσιαστική εξαφάνιση όλων των κομμάτων της φιλομνημονιακής αντιπολίτευσης, την ίδια στιγμή, που κατακρημνίζεται η Νέα Δημοκρατία του θλιβερού κουραμπιέ (περί του Αντωνάκη του πολιτευόμενου τριμηνίτη, ο λόγος), ο οποίος έχει ενδυθεί, κανονικά και χωρίς ίχνος αιδούς τον ρόλο του ακραιφνούς υποστηρικτή και εκφραστή των εντολών της γερμανικής κυβέρνησης, της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ. και απαιτεί, άμεσα και κυριολεκτικά, τώρα, την σύναψη μιας συμφωνίας, με τους ευρωζωνίτες, η οποία, βεβαίως-βεβαίως, θα ενσωματώνει όλες τις απαιτήσεις των γραφειοκρατών της.


Με αυτή την πολιτική κατεύθυνση, ο Αντώνης Σαμαράς, ως επικεφαλής του καταψηφισθέντος εταιρικού σχήματος των εισπρακτικών συμμοριών, που έχουν ενδυθεί τον μανδύα των πολιτικών κομμάτων και κυβέρνησαν τον τόπο, για δυόμισυ χρόνια, ως μίσθαρνα όργανα και εντεταλμένοι των ξένων δανειστών, αλλά και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο παλαιός κυβερνητικός του εταίρος, δεν φαίνεται να έχουν - και δεν έχουν - κανένα πολιτικό μέλλον. Αποτελούν, ήδη, ένα ζοφερό παρελθόν και ενεργούν, ως αυτό, που είναι, δηλαδή, ως αποσυνάγωγοι. Το τέλος και των δύο έχει έλθει. Απλώς, αυτοί αρνούνται να αποδεχθούν αυτή την σκληρή, για τους ίδιους, πραγματικότητα, πλην, όμως, θα υποχρεωθούν να την αποδεχθούν, όπως θα αποδεχθούν και την σειρά των γεγονότων, που, εάν ακολουθηθεί η φυσιολογική φορά των πραγμάτων και εφ' όσον αυτά αφεθούν να εξελιχθούν, τα οποία γεγονότα θα τους οδηγήσουν στις αίθουσες των ποινικών δικαστηρίων, στις πολυετείς καταδίκες τους, για ένα τεράστιο πλήθος, από ατιμωτικά αδικήματα και εν τέλει, στα κελιά των διαφόρων σωφρονιστικών καταστημάτων της χώρας.


Παρά ταύτα, οι ευρωζωνικές ελίτ δεν φαίνονται διατεθειμένες να βγουν, από την παραληρηματική τους μπουρδολογία και εξακολουθούν να επιμένουν, σαν κακομαθημένα παιδιά, στις βλακώδεις απαιτήσεις τους, για την συνέχιση της πολιτικής της σκληρής λιτότητας, ως συνέχειας των μέτρων, που περιλαμβάνονται, στο e-mail του Γκίκα Χαρδούβελη και στην αλληλογραφία της τρόϊκας των εκπροσώπων των ξένων δανειστών, οι οποίοι ξεπερνούσαν, κατά πολύ, τα μέτρα αυτά.


Το αστείο είναι ότι οι ξένοι δανειστές θέλουν να παρουσιάζουν, σύμφωνα, με όσα αφήνουν να διαρρεύσουν, ότι δεν τους ενδιαφέρει το εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορέσει να ανταποκριθεί, στις υποχρεώσεις της, απέναντι στους ιδίους και απέναντι στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους του ελληνικού κράτους, ισχυριζόμενοι ότι αποτελεί ένα εσωτερικό πολιτικό ζήτημα, που αφορά την κυβέρνηση των Αθηνών, εντοπίζοντάς το, στην όποια αδυναμία καταβολής των μισθών και των συντάξεων. 

Εννοείται, φυσικά, ότι οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης ανταπαντούν, στους ξένους δανειστές, ότι αδυναμία καταβολής των υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους, σε μισθούς και συντάξεις, δεν υπάρχει και ότι, εάν η κυβέρνηση βρεθεί, προ ενός τέτοιου διλήμματος, αυτοί, που δεν θα πληρωθούν, δεν θα είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι του ελληνικού δημοσίου, αλλά οι ξένοι δανειστές, οι οποίοι και θα πληρώσουν τα σπασμένα, τα οποία δεν τα πλήρωσαν, τότε, που έπρεπε να τα πληρώσουν, εννοώντας, φυσικά, την εποχή της ουσιαστικής ελληνικής χρεωκοπίας, τον Μάϊο του 2010.

Αυτή η κατάσταση είναι που οδηγεί τους ευρωζωνίτες, στην απογοήτευση, η οποία έχει, ως βάση της, την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει, στα αποκαλούμενα "μεταρρυθμιστικά μέτρα", αφού, όπως διαρρέουν οι εκπρόσωποι των ευρωζωνιτών και του Δ,Ν,Τ., η κυβέρνηση των Αθηνών δεν ήταν έτοιμη και δεν επιθυμεί να μιλήσει για μείωση των συντάξεων, που καταβάλλει το ελληνικό δημόσιο, δείχνοντας την ποιότητα του ευρωζωνικού "μεταρρυθμισμού" και το τι εννοεί όλος αυτός ο ευρωζωνικός συρφετός, όταν κάνει λόγο, για "μεταρρυθμίσεις".

Δεν πειράζει. Οι ευρωζωνίτες θα συνηθίσουν και θα πιούν όλο το πικρό ποτήρι των απογοητεύσεων, εάν και εφ' όσον η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου εννοεί όσα λέει και εφ' όσον συνεχίσει να είναι ανυποχώρητη, στις θέσεις της. Αρκεί να επιμείνει, σε αυτές και να μην οπισθοχωρήσει. Διότι, εάν οπισθοχωρήσει, αυτό, που θα ακολουθήσει, είναι η καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και της ιδίας.

Αλλά μια τέτοια οπισθοχώρηση, επί του παρόντος και μετά την (αναμενόμενη) ρωσική "έκπληξη", που κρύβει το ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα, στην Μόσχα και η συνάντησή του, με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν φαίνεται πιθανή.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της βλακείας, που κατοικοεδρεύει, στα μυαλά των ευρωζωνιτών και των στελεχών του Δ.Ν.Τ., θα θυμίσω τα, προσφάτως (πριν από δύο, ή τρεις ημέρες), λεχθέντα, από τον Manuel Barroso, τον Πορτογάλο, πρώην πρόεδρο της Commission και την Christine Lagarde, την τωρινή γενική διευθύντρια της Δ.Ν.Τ. (και υπουργό Οικονομικών της γαλλικής κυβέρνησης, την εποχή της ελληνικής χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010). Και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι, τώρα, η ευρωζώνη είναι προστατευμένη, σε σχέση, με την περίοδο 2010 - 2013 και ότι, τώρα, μπορεί να αντέξει μια ελληνική έξοδο, από το ευρώ και την ζώνη του.

Δεν θα σταθώ, εδώ, στο γεγονός ότι και τα δύο αυτά στελέχη των ευρωζωνικών θεσμών και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος υποδεικνύουν και επισημαίνουν, ουσιαστικά, την προδοτική στάση του ΓΑΠ, του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Αντώνη Σαμαρά, οι οποίοι δεν λειτούργησαν, ως εκφραστές του ελληνικού εκλογικού σώματος, που τους εξέλεξε, αλλά, ως εκφραστές των συμφερόντων των ευρωζωνικών ελίτ και της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, αφού, όχι μόνο, απέφυγαν, αλλά και αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν τα βαριά χαρτιά, που είχαν, στην διάθεσή τους, ως διαπραγματευτικά όπλα και τα οποία συνίσταντο, στην απειλή της καταστροφής της ευρωζώνης και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ο, ανοικτά, προδοτικός ρόλος όλων αυτών είναι δεδομένος και φυσικά, δεν περιμέναμε τον Manuel Barroso και την Christine Lagarde, για να μας πιστοποιήσουν την υφή των πεπραγμένων και την ποιότητα του χαρακτήρα  των πρώην κυβερνητών αυτής της χώρας. Κάθε άλλο. Το μόνο, που μπορούμε να ελπίζουμε ότι όλοι αυτοί, που κυβέρνησαν τον τόπο, θα κληθούν να δώσουν λόγο, για όσα έπραξαν, για όσα δεν έπραξαν και ιδίως, για όσα επέλεξαν να αρνηθούν να πράξουν και ότι θα υποστούν την δέουσα τιμωρία, από το δικαστικό σύστημα της χώρας.

Αυτό, που έχει σημασία, λοιπόν, σε όλα αυτά, είναι η βλακεία του περιεχομένου των ισχυρισμών του Manuel Barroso και της Christine Lagarde. Και το βλακώδες περιεχόμενο των ισχυρισμών τους δεν έχει, ούτε αρχή, ούτε τέλος. Ό,τι και να λένε, η ευρωζώνη δεν έχει μέλλον, εάν η Ελλάδα αποχωρήσει, από την ευρωζώνη.



Το αστείο είναι ότι η Christine Lagarde ισχυρίστηκε, δημόσια, αλλά και ενώπιον του Γιάννη Βαρουφάκη, ότι η Ελλάδα θα περάσει πολύ άσχημα, εάν βγει, από την ευρωζώνη. Μάλιστα, είχε την ανόητη ιδέα να πει τα ίδια, στην πρόσφατη συνάντησή της, στις 5 Απριλίου, με τον Γιάννη Βαρουφάκη και να του επισημάνει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να επιδιώξει, ή να επιτρέψει την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, διότι η Ελλάδα θα είναι χαμένη από αυτή την διαδικασία. Προφανώς, η διευθύντρια του Δ.Ν.Τ. εξέφρασε την επιθυμία της, την οποία έχει εκλάβει - ή θέλει οι άλλοι  να εκλάβουν -, ως πραγματικότητα.

Η απάντηση του Γιάννη Βαρουφάκη υπήρξε σαφής και κατηγορηματική. Μια ελληνική έξοδος, από την ευρωζώνη θα είναι πολύ επώδυνη, για όλους. Δεν θα είναι αναίμακτη η κατάσταση για κανέναν.  Και για την ευρωζώνη και για το Δ.Ν.Τ., είπε στην Christine Lagarde. Και γι' αυτό, καλόν είναι να αφήσουν τις ανοησίες και να κοιτάξουν, όλοι αυτοί, να πείσουν την Ε.Κ.Τ. του Mario Draghi να πάψει να ασκεί το μαρτύριο της σταγόνας, στην ελληνική οικονομία και να επιτρέψει την ομαλή χρηματοδότησή της.

Όλα αυτά, όπως είπαμε, συνέβησαν την Κυριακή του Πάσχα των Καθολικών, στην έδρα του Δ.Ν.Τ., στην Ουάσινγκτων. Και ξαφνικά, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας βρισκόταν, στην Μόσχα, την επόμενη της συνάντησής του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, στην οποία ειπώθηκαν, δημόσια, αρκετά, με τα οποία έγιναν πολλοί υπανιγμοί και ανακοινώθηκαν πολύ λιγότερα, από όσα, πίσω από το φως της δημοσιότητας, συμφωνήθηκαν, η Ε.Κ.Τ. είδε το φως το αληθινό και αποφάσισε να αυξήσει το όριο χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, μέσω του E.L.A., κατά 1,2 δισ. € φθάνοντας τα 73,2 δισ. €, την στιγμή, που η Τράπεζα της Ελλάδος είχε ζητήσει 900 εκατομμύρια ευρώ.

Με τον τρόπο αυτόν, η Ε.Κ.Τ., για πρώτη φορά, μετά τον περασμένο Φεβρουάριο, οπότε είχε βάλει την θηλιά, στην ελληνική οικονομία, ικανοποίησε, πλήρως και υπερκέρασε τα αιτήματα της ελληνικής πλευράς, ενώ, μόλις μια εβδομάδα πριν, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε ζητήσει αύξηση του ορίου, στα 3,5 δισ. € και είχε λάβει το 1/5 του ποσού αυτού, δηλαδή 0,7 δισ. €. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν, καθόλου, τυχαία. Κάθε άλλο.

Ο Μάριο Ντράγκι υπήρξε "γαλαντόμος", όχι επειδή τον έπιασε ο πόνος, για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Προφανώς, οι αυξανόμενες εκροές καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες δημιουργούν σοβαρότατο πρόβλημα, στην ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, αλλά δεν ήταν αυτή η κατάσταση, που φόβισε την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία. Άλλωστε, αυτή η κατάσταση είναι αποτέλεσμα όλων των ενεργειών της Ε.Κ.Τ., που ξεκίνησαν, από τον περασμένο Φεβρουάριο και οι οποίες έγιναν, μόνο και μόνο, για να βρεθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση, σε ένα πραγματικό χρηματοπιστωτικό αδιέξοδο, υπό την άμεση απειλή ενός πιστωτικού γεγονότος.

Η "γαλαντομία" του Ιταλού ηγέτη της Ε.Κ.Τ. υπήρξε προϊόν της (πραγματικής, ή φαινομενικής) αδιαφορίας, που επέδειξε η ελληνική κυβέρνηση, μπροστά, στον επαπειλούμενο κίνδυνο ενός πιστωτικού γεγονότος και της διακηρυγμένης, από τον ίδιο τον Γιάννη Βαρουφάκη, πολιτικής, που έχει, ως άξονά της, την απειλή μιας επιλεκτικής ελληνικής στάσης πληρωμών, εις βάρος των ξένων δανειστών, εντός της ευρωζώνης.

Αυτή η απειλή του Γιάννη Βαρουφάκη απέκτησε ένα ρεαλιστικό υπόβαθρο, με την επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, στις 8 Απριλίου, στην Μόσχα και με όσα ανακοινώθηκαν, καθώς και με όσα δεν ανακοινώθηκαν, μετά την συνάντησή του, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Φαίνεται ότι ο Πούτιν και η ρωσική κυβέρνηση έχουν την διάθεση να υποστηρίξουν, έμπρακτα και με συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία δεν έχουν ανακοινωθεί, αλλά, μόνον, υπαινικτικά, ακροθιγώς και εμμέσως, θιγεί, την ελληνική κυβέρνηση, σε μια πιθανή ρήξη της, με την ευρωζώνη. Και αυτό, προφανώς, στην ευρωζώνη, ως φόβος, μετράει πολύ. Πάρα πολύ.

Βέβαια, μένουν πολλά, ακόμη, να γίνουν, ώστε ο Αλέξης Τσίπρας να αποδείξει, στην ρωσική ελίτ, που διοικεί, τώρα, το Κρεμλίνο και έχει, στα χέρια της, τις τύχες αυτής της μεγάλης χώρας, ότι αυτός και η κυβέρνησή του δεν είναι εργαλεία της αμερικανικής πολιτικής, αλλά, επί του παρόντος, φαίνεται ότι, στις ευρωζωνικές ελίτ, στην Φραγκφούρτη, στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες, όπως και στην έδρα του Δ.Ν.Τ., στην Ουάσινγκτων, το μήνυμα ελήφθη.

Αυτός είναι ο πραγματικός συνδυασμός των λόγων, που ώθησαν τον Μάριο Ντράγκι να ανησυχήσει, από το επίπεδο εκροών της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, το οποίο είναι, όντως, μεγάλο. Μια ρωσική βοήθεια, στην Ελλάδα (προφανώς, με το αζημίωτο), στην σύγκρουσή της, με την ευρωζώνη, θα ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις αυτής της σύγκρουσης και θα επιτρέψει, στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα να μην υποκύψει στους ευρωζωνικούς εκβιασμούς, οι οποίοι, εάν πιάσουν τόπο, θα ελαχιστοποιήσουν το κόστος των ευρωζωνιτών, από μια ελληνική απόπειρα στάσης πληρωμών, εντός ευρωζώνης.

Όμως, μια ρωσική βοήθεια, στην ελληνική κυβέρνηση, σε μια τέτοια σύγκρουση, με την ευρωζώνη, θα επιτρέψει, στον Αλέξη Τσίπρα να εφαρμόσει την πολιτική του, πολύ ευκολότερα, από ό,τι χωρίς αυτή την βοήθεια και θα μεταφέρει όλο το καταθλιπτικό, τεράστιο και ασήκωτο βάρος του κόστους μιας ελληνικής στάσης πληρωμών, εντός του ευρώ, καθώς και μιας ελληνικής εξόδου, από την ευρωζώνη, στους ώμους των ευρωζωνικών θεσμών, οι οποίοι δεν θα αντέξουν ένα τέτοιο βάρος.


Με δεδομένα, μάλιστα, τα χάλια της ευρωζώνης, όπως αυτά, προκύπτουν, από τον παραπάνω πίνακα, που έχει παρουσιάσει ο "Economist" και ο οποίος πίνακας περιγράφει την πορεία του ευρωζωνικού ΑΕΠ, σε αντιπαραβολή, με το αμερικανικό ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007 - 2014, αφού, με σημείο εκκίνησης το 2007, η ευρωζωνική οικονομία δεν έχει, ακόμη, ανακάμψει, από την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την βαθιά διεθνή οικονομική ύφεση του 2008, που ακολούθησε την κρίση αυτή, γίνεται κατανοητό ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει κάτι το καλό να περιμένει, από την παραμονή της, στην ευρωζώνη. Αυτό, που έχει να περιμένει, είναι μόνο κακό και τίποτε άλλο, εκτός από αυτό.


Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και στην "καλύτερη", σε αυτή, δηλαδή, κατά την οποία η ελληνική οικονομία δεν θα βρεθεί, κάτω, από την δαμόκλειο σπάθη ενός νέου Μνημονίου, θα βρεθεί κάτω από τον βαρύτατο βραχνά των κανόνων του Δημοσιονομικού Συμφώνου, με τις απαιτήσεις, για (τουλάχιστον) ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και θα ψάχνει, για, έναν δανεισμό, από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, ο οποίος και όταν υπάρξει, όσο μικρά και αν είναι τα επιτόκια δανεισμού, θα είναι, ούτως, ή άλλως, ακριβός, αφού η ελληνική οικονομία, εκ συστάσεως, δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει, αφού η παραγωγική της βάση, πέρα από την διάλυση που έχει υποστεί, τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά και σε όλη την περίοδο, από το 2002, που η Ελλάδα εισήλθε, στην ευρωζώνη, αλλά και πριν από αυτήν, δεν μπορούσε να λειτουργήσει, χωρίς εκτεταμένες δημόσιες επενδύσεις (οι οποίες έχουν, κυριολεκτικά, εξαϋλωθεί) και με ένα σκληρό νόμισμα, σαν το ευρώ, το οποίο, ως λειτουργία και ως αναπτυξιακό εργαλείο, κινείται, στην αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν της ελληνικής οικονομίας, η οποία, λόγω της δομής της, μπορεί να λειτουργήσει, με ένα μαλακό νόμισμα.

Αφού, λοιπόν, η ελληνική οικονομία, με την συγκεκριμένη παραγωγική βάση, η οποία, μάλιστα, έχει διαλυθεί, χωρίς ελπίδα ανάταξης, με δεδομένο ότι, εντός ευρωζώνης, δεν πρόκειται να υπάρξουν οι απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις, που θα στηρίξουν αυτή την ανάταξη και με την βεβαιότητα ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, όσο παραμένει εκφρασμένο, σε ευρώ, θα εξακολουθεί να είναι μη διαχειρίσιμο, καθίσταται σαφές η Ελλάδα ουδεμία θέση έχει, στην ευρωζώνη, όσο η ευρωζώνη δεν αλλάζει και όσο οι κατασκευαστές αυτής της νομισματικής ζώνης δεν αποφασίζουν να αποδεχθούν την σκληρή, γι' αυτούς, πραγματικότητα, η οποία συνίσταται, στο γεγονός ότι η ευρωζώνη είναι ένα άταφο πτώμα, ένα ζόμπυ, το οποίο κατατρώει τις σάρκες των οικονομιών των χωρών, που την απαρτίζουν - της Γερμανίας μη εξαιρουμένης.

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ριζοσπάστης, για να καταλήξει, σε αυτό το συμπέρασμα, το οποίο είναι η βασική μου θέση, πολύ πριν ξεκινήσει η κρίση της ευρωζώνης, με την έλευση της ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010. Χρειάζεται, μόνο, το να είναι, στοιχειωδώς, λογικός.

Ο μόνος τρόπος, για να εισέλθει η ελληνική οικονομία, σε μια διαδικασία ταχύτατης ανάπτυξης είναι να βγει από την ευρωζώνη. Σε λιγότερο από δύο χρόνια, από την έξοδό της, από το ευρώ και την ζώνη του, η Ελλάδα θα αποκτήσει μια, ταχύτατα, αναπτυσσόμενη οικονομία, η οποία θα μπορέσει να φθάσει σε ιαπωνικούς ρυθμούς ανάπτυξης της δεκαετίας του 1970, ενώ, παράλληλα, θα εκμηδενίσει και την ανεργία. 

Προφανώς, αυτή η διαδικασία δεν θα είναι άμεση, ούτε, αυτοματοποιημένα, εύκολη, αλλά οι δυσκολίες θα ελαχιστοποιηθούν, εάν αυτή η έξοδος πραγματοποιηθεί, από ένα σοβαρό επιτελείο και με ένα μελετημένο, στις λεπτομέρειές του, σχέδιο μετάβασης, από το ευρώ, στο νέο εθνικό νόμισμα της χώρας, μέσα σε ένα πλαίσιο εσωτερικών κοινωνικών και διεθνών συμμαχιών, που θα στηρίξουν αυτό το εγχείρημα.

Η διαφαινόμενη ρωσική βοήθεια - η οποία, όπως είπαμε και όπως είναι φυσικό, θα γίνει, με το αζημίωτο - είναι ένα ενθαρρυντικό δείγμα, για το ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανή και πραγματοποιήσιμη. Αρκεί να ληφθούν οι ανάλογες πρωτοβουλίες και να τηρηθούν οι δεσμεύσεις, που αυτές οι πρωτοβουλίες συνεπάγονται.

Ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι το ευρωζωνικό καράβι είναι φουνταρισμένο, όσο και αν οι καπετάνιοι, το πλήρωμα και οι επιβάτες αρνούνται να αποδεχθούν αυτή την πραγματικότητα, η ευρωζώνη θα οδηγηθεί, στην διάσπαση, ή στην πλήρη διάλυση, αφού η Γερμανία δεν πρόκειται να αποδεχθεί την ενίσχυση του εσωτερικού της πληθωρισμού, στα επίπεδα του 5%, ώστε να απορροφήσει τα εμπορεύματα των άλλων χωρών της ευρωζώνης και να τους επιτρέψει να αποκτήσουν πλεονασματικό ισοζύγιο, σε σχέση με αυτήν, αλλά ούτε και να αποδεχθεί την μη δανειστική παροχή κεφαλαίων, προς τις αδύναμες χώρες της Ευρώπης, γεγονός, το οποίο θα επιτείνει το τωρινό χάος, με αποτέλεσμα, να μην μπορούν να εξασφαλισθούν, ούτε η συμμόρφωση των χωρών αυτών, προς τους δανειστές τους, αλλά ούτε και οι όροι των δανειστών, προς τους οφειλέτες, ενώ η συνέχιση της διαδικασίας της εσωτερικής υποτίμησης, θα κρατήσει την ανεργία, σε πολύ υψηλά επίπεδα, χωρίς αποτέλεσμα, ως προς την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών αυτών, αφού η πτώση των μισθών θα είναι επίμονη και αναποτελεσματική και θα αλληλοαναιρείται, από τις επάλληλες και αλληλοδιάδοχες μειώσεις των μισθών, στις χώρες αυτές, που θα εξουδετερώνουν η κάθε μία τις άλλες. 

Με αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να αφήσουμε όλον αυτόν τον συρφετό των ευρωζωνικών ελίτ να βιάζεται να ζητάει μια νέα συμφωνία. Και φυσικά, αφού τους πάρουμε ό,τι είναι απαραίτητο, να τους γράψουμε, στα παλαιότερα των υποδημάτων μας.

Καλό θα τους κάνουμε και όχι κακό.

Και σίγουρα, δεν θα τους βλάψουμε, αφού, στο τέλος της διαδικασίας, θα αντιληφθούν ότι δεν θα έπρεπε - όπως και η χώρα μας - να εισέλθουν, σε αυτή την δολοφονική και θανάσιμη ποντικοπαγίδα. Την οποία θα καταστρέψουν και από τα ερείπια της οποίας θα απομακρυνθούν, τάχιστα.

Και στην συνέχεια, κάποια στιγμή, ίσως, σκεφθούν να οικοδομήσουν, στην θέση της, ένα, ρεαλιστικά, εφικτό κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό μόρφωμα, το οποίο δεν θα αποκλείει καμμία χώρα, που μοιράζεται και θέλει να μετέχει του κοινού ευρωπαϊκού μας πολιτισμού, σε έναν ευρύτερο ευρασιατικό χώρο, ο οποίος θα εκτείνεται, από την Λισαβώνα, έως το Βλαδιβοστόκ...
 

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Απρίλιος 2015 : Η Ελλάδα και η ευρωζώνη βαδίζουν, προς σύγκρουση, ή προς έναν προσωρινό συμβιβασμό, εν όψει της τελικής κατάληξης των διαπραγματεύσεων τον Ιούνιο; (Οι ζοφερές προοπτικές της ευρωζώνης, ενώπιον μιας ελληνικής στάσης πληρωμών, ή της κυκλοφορίας ενός παράλληλου νομίσματος, ή ενός Grexit).






Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, για μια μη ριζοσπαστική διαχείριση της χρονίζουσας ελληνικής κρίσης, ύστερα από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, φθάνει αυτές τις ημέρες, σε ένα σημείο καμπής, αφού οι εξελίξεις, που αφορούν τις διαπραγματεύσεις, με τους ευρωζωνίτες, έχουν οδηγηθεί, σε ένα φαινομενικό αδιέξοδο, το οποίο σηματοδοτείται, από την υποτιθέμενη αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να φέρει, μέχρι τις 9 Απριλίου, ταυτόχρονα, εις πέρας, τις ταμειακές του υποχρεώσεις προς τους εξωτερικούς δανειστές και την καταβολή των μισθών και συντάξεων.

Βέβαια, οι κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης δείχνουν ότι δεν διακατέχεται, από ένα άγχος, το οποίο θα έπρεπε να δημιουργήσει ένα, κατεπείγουσας προτεραιότητας, πρόβλημα, σαν αυτό, για το οποίο, ανοικτά και χωρίς περιστροφές, κάνουν λόγο τα στελέχη της, αλλά και οι ευρωζωνίτες, απειλώντας εαυτούς και αλλήλους, με την επακόλουθη στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, στο μέτρο, που αυτή η επικαλούμενη, ως επιχείρημα, αδυναμία του ελληνικού δημοσίου είναι, άμεσα, υπαρκτή.

Πιθανότατα, στις δεδομένες συνθήκες της χρηματοδοτικής ασφυξίας, στις οποίες έχει υποβληθεί η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, δεν είναι, άμεσα, υπαρκτή μια αδυναμία του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί, στις ταμειακές του υποχρεώσεις. Φυσικά, η πραγματικότητα, για την ελληνική οικονομία και κατά συνέπεια και για το ελληνικό κράτος, όσον αφορά την ρευστότητα και τα αποθέματα, σε επίπεδο τραπεζικών καταθέσεων, είναι και παραμένει πολύ σκληρή, με τις καθημερινές εξελίξεις να είναι, έντονα, αρνητικές, όπως προκύπτει και από τον παραπάνω πίνακα, που αφορά την φυγή των καταθέσεων, από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Με δεδομένο το γεγονός ότι, από τον Οκτώβριο του 2014, το, ήδη, πολύ χαμηλό επίπεδο των τραπεζικών καταθέσεων των, περίπου, 170 δισ. €, έχει βρεθεί, στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου, να κυμαίνεται, κάπου, γύρω, στα 140 δισ. € και οι αναμενόμενες εξελίξεις να παραμένουν αρνητικές, η αλήθεια είναι ότι η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας εξαρτώνται, στην πράξη, από τις διαθέσεις της Ε.Κ.Τ. και τον μηχανισμό E.L.A., τον οποίο ο Mario Draghi και η ευρωμπατιροτραπεζοκρατία χρησιμοποιούν, ως θηλιά στον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και ως μέσο ασφυκτικής πίεσης, στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Αλλά, μέχρι τώρα, τουλάχιστον, αυτό το μαρτύριο της σταγόνας, στο οποίο έχει υποβληθεί η ελληνική οικονομία και το οποίο συνεπικουρείται, από το κύμα της φυγής των τραπεζικών καταθέσεων, το οποίο, πλέον, δεν αφορά, μόνον, τους μεγαλοκαταθέτες και δείχνει ότι η εμπιστοσύνη, που απολαμβάνει η κυβέρνηση, σε επίπεδο εκλογικού σώματος, δεν συνάδει, με την συμπεριφορά του καταθετικού κοινού, δεν έχει αποδώσει τα επιδιωκόμενα, από τους ευρωζωνίτες, οφέλη.

Η ελληνική κυβέρνηση αντιστέκεται και όπως φαίνεται, επί του παρόντος, έχει την δυνατότητα να ανταποκριθεί, στις τρέχουσες υποχρεώσεις της, έστω και αν έτσι, εξαντλεί και την τελευταία ρανίδα ρευστότητας. Υπ' αυτές τις συνθήκες, εάν το ελληνικό δημόσιο προβεί, σε οποιαδήποτε άρνηση πληρωμής κάποιας από τις άμεσες επόμενες πληρωμές των υποχρεώσεων, έναντι των ξένων δανειστών, αυτή η πράξη δεν θα είναι προϊόν άμεσης αδυναμίας ανταπόκρισης, λόγω μη ύπαρξης χρημάτων. Μια τέτοια άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης θα είναι πολιτική επιλογή και θα αποτελεί προσφυγή, σε στάση πληρωμών. Κάτι τέτοιο οι ευρωζωνίτες, ουδόλως, το επιθυμούν.

Ως εκ τούτου, η 9η Απριλίου, η υποτιθέμενη ημερομηνία της επικείμενης αδυναμίας πληρωμών, κατά την έλευση της οποίας η ελληνική κυβέρνηση απειλεί τους δανειστές ότι δεν θα πληρώσει μια δόση ενός δανείου του Δ.Ν.Τ. και στην συνέχεια, τις επόμενες ημέρες, κάποια ομόλογα του EFSF και της Ε.Κ.Τ., αποτελεί μια διαπραγματευτική απειλή, η οποία χρησιμοποιείται, από την ελληνική πλευρά, ως ένα όπλο, με το οποίο ασκείται πίεση στους ευρωζωνίτες, που βρίσκονται αντιμέτωποι, με ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα - αυτό του πρωτοφανούς γεγονότος μιας επίσημης και ασύντακτης επιλεκτικής στάσης πληρωμών, εντός ευρωζώνης, ενός κράτους, το οποίο είναι μέλος της.

Φυσικά αυτό το γεγονός μιας ασύντακτης επίσημης ελληνικής χρεωκοπίας, εντός ευρωζώνης, πέρα, από πρωτοφανές, θα είναι και καταστροφικό, για το θεσμικό οικοδόμημα της ευρωζώνης, εάν προκύψει.

Θα προκύψει;

Οι ευρωζωνίτες στήριξαν και στηρίζουν την στρατηγική τους, ως προς την αντιμετώπιση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, στην λογική του ότι δεν θα προκύψει.


Βέβαια, επίσημη κρατική χρεωκοπία, εντός της ευρωζώνης, έχει προκύψει, στο παρελθόν και ήταν και πάλι, η περίπτωση της Ελλάδας, με το PSI του Μαρτίου του 2012, όπως και με την επαναγορά των ελληνικών κρατικών ομολόγων του Δεκεμβρίου του 2012. Αλλά εκείνες οι χρεωκοπίες ήσαν κάτι, που φαίνεται, ως πολύ διαφορετικό, από αυτό, που επαπειλείται να συμβεί, τώρα. Ήσαν συντεταγμένες και οργανωμένες, από τους ίδιους τους θεσμούς της ευρωζώνης, με την υπόσχεση ότι συμβαίνουν, για πρώτη και μοναδική φορά και ότι δεν πρόκειται να ξανασυμβούν.



Ο μικρός τους έχει βάλει δύσκολα. Αλλά, έχει να κάνει και ο ίδιος, με δύσκολα...



Έτσι, οι ευρωζωνίτες, θεώρησαν και θεωρούν ότι ο πρωθυπουργός και η ομάδα του στενού του επιτελείου, δεν θα αντιστρέψουν τον κίνδυνο μιας ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη και ανέπτυξαν την τακτική τους στην καθυστέρηση των διαπραγματεύσεων και στην μεθοδευμένη χρηματοδοτική ασφυξία, η οποία πιστεύουν ότι θα λειτουργήσει, υπέρ των δανειστών - δηλαδή, υπέρ των ιδίων και του Δ.Ν.Τ. Στην πραγματικότητα, βέβαια, επιθυμούσαν μια γρήγορη λύση, η οποία θα ήταν και πιο φθηνή, για τους ίδιους, αλλά έπρεπε να προσαρμοστούν, στο γεγονός ότι οι κυβερνήτες των Αθηνών είχαν αλλάξει και ως εκ τούτου, οι καθυστερήσεις, σε συνδυασμό, με την χρηματοδοτική ασφυξία, εις βάρος της ελληνικής οικονομίας, ήσαν οι ενδεδειγμένες λύσεις, για την κάμψη της αντίστασης της νέας κυβέρνησης.

Όμως, την τακτική των καθυστερήσεων δεν την επέλεξαν, μόνον, οι ευρωζωνίτες. Την επέλεξαν και οι νέοι κυβερνήτες των Αθηνών. Και αυτό δεν ήταν τυχαίο, ούτε προϊόν μιας πρόσκαιρης τακτικής, διότι, με τον τρόπο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση έδειχνε ότι, μπορεί να μην επιδίωκε την έξοδο της χώρας, από την ευρωζώνη, αλλά, παράλληλα, ήταν διατεθειμένη να οδηγήσει τις εξελίξεις, εφ' όσον πιεζόταν, στην κατεύθυνση μιας επιλεκτικής στάσης πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, εντός της ευρωζώνης, γεγονός το οποίο θα σημάνει και μια πρώτη επίσημη μη συντεταγμένη κρατική χρεωκοπία, εντός του ευρώ και της ζώνης του.





Με δεδομένο το γεγονός ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης έχει, από παλιά, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2010, διακηρύξει την πεποίθησή του ότι η ενδεδειγμένη ελληνική στάση ήταν και είναι η άρνηση της πληρωμής του ελληνικού δημόσιου χρέους και επιλεκτική χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, εντός της ευρωζώνης, μια θέση την οποία επισημαίνουν και υποστηρίζουν ανοικτά και διάφορα κυβερνητικά στελέχη, τα μηνύματα της ελληνικής πλευράς και οι απειλές, που απευθύνονται, προς τους ευρωζωνίτες, έχουν ένα σαφές περιεχόμενο και κατευθύνονται, προς την ελληνική στάση πληρωμών, εντός ευρωζώνης, ενώ, τελευταία, ο Πάνος Σκουρλέτης μίλησε, ανοικτά και για το ενδεχόμενο μιας ελληνικής εξόδου, από την ευρωζώνη, εάν χρειασθεί.

Στα πλαίσια αυτά, η επίσπευση, κατά έναν μήνα, της επίσημης επίσκεψης του Αλέξη Τσίπρα, στην Μόσχα και ο προγραμματισμός, για την πραγματοποίησή της, στις 8 Απριλίου, επιτείνει τον εκνευρισμό, στις Βρυξέλλες, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και περισσότερο, στην Ουάσινγκτων, επειδή είναι άγνωστο (ή μήπως είναι γνωστό;) το περιεχόμενο των συμφωνιών, που θα ανακοινωθούν - αλλά και αυτών, που, ίσως, πραγματοποιηθούν, χωρίς να ανακοινωθούν -, εκεί. Είναι δεδομένο ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι διατεθειμένος να πλήξει, όπου και όσο μπορεί, τους Δυτικούς και ήδη, το πράττει. Και η περίπτωση της Ελλάδας είναι μια πολύ καλή ευκαιρία, για να επιτύχει τους σκοπούς του.

Στην πραγματικότητα, η τακτική της καθυστέρησης, την οποία επέλεξαν οι ευρωζωνίτες, αποφασίζοντας να προσαρμοσθούν, στο αποτέλεσμα των ελληνικών βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, δεν φαίνεται να λειτουργεί, πλέον, υπέρ τους, εάν η ελληνική κυβέρνηση επιλέξει να μην πραγματοποιήσει κάποιες από τις επόμενες πληρωμές, που σχετίζονται, με το ελληνικό δημόσιο χρέος, είτε αυτή, που αφορά το Δ.Ν.Τ. (δεν φαίνεται ορατό κάτι τέτοιο), είτε εκείνες, που αφορούν την Ε.Κ.Τ. και τον EFSF.

Στους ευρωζωνίτες έχει καταστεί σαφές ότι, εάν επιμείνουν, στα όσα ζητούν - και αυτό, που ζητούν, είναι τα μέτρα, που εμπεριέχονται, στο e-mail Γκίκα Χαρδούβελη και σε όσα πρόσθετα υφεσιακά μέτρα ζητούσε η τρόϊκα, από την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά και του Ευάγγελου Βενιζέλου, ή ένα μίγμα από αυτά τα υφεσιακά μέτρα -, θα λάβουν στάση πληρωμών.

Οι κυβερνητικοί κύκλοι των Αθηνών διαρρέουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει ανάψει το πράσινο φως, στο οικονομικό του επιτελείο, για την πραγματοποίηση του "κακού σεναρίου", εάν οι ευρωζωνίτες επιμείνουν στην λήψη μέτρων λιτότητας.

Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή, που η κυβέρνηση του Βερολίνου ψάχνει να βρει μια ισορροπία, ως προς την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος και του διλήμματος, ενώπιον του οποίου την έχει θέσει ο Αλέξης Τσίπρας και τα οποία συνίστανται, στην επιλογή, ανάμεσα, σε μια ελληνική κρατική χρεωκοπία, ή σε μια λύση, η οποία δεν θα περιλαμβάνει μέτρα λιτότητας, παρά την εμμονή του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, στα μέτρα αυτά, η λήψη των οποίων θα ταπεινώσει την ελληνική κυβέρνηση και θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία, σε επιδείνωση της κρίσης.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, τα ερωτήματα, που τίθενται είναι :


1) Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα εννοεί όσα λέει; Θα προχωρήσει, δηλαδή, στο αποκαλούμενο "κακό σενάριο";

2) Αν ναι, πότε θα το πράξει αυτό; Τώρα, ή αργότερα;

3) Οι ευρωζωνίτες θα συνεχίσουν το μαρτύριο της σταγόνας, περιμένοντας ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα πράξει, τώρα, όσα απειλεί ότι θα πράξει;

4) Και αν ναι, εννοούν όσα αφήνουν να εννοηθούν, τόσο καιρό και θα προχωρήσουν, στην πλήρη διακοπή της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας;


Τα ερωτήματα αυτά, βέβαια, αφορούν το βραχυπρόθεσμο μέλλον, το οποίο εκτείνεται, μέχρι τον ερχόμενο Ιούνιο, οπότε και θα πρέπει να γίνει (στην πραγματικότητα, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί) η συζήτηση, για το μέλλον της Ελλάδας, στην ευρωζώνη και για την διαγραφή ενός πολύ μεγάλου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Όμως, αυτό, που έχει κεφαλαιώδη σημασία, είναι το τι θα γίνει, μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος, που λήγει τον ερχόμενο Ιούνιο. Και εδώ, τα πράγματα και το τι μέλλει γενέσθαι, παραμένουν, εντελώς, σκοτεινά, ενώ, στην ουσία, όλα όσα, σήμερα, συζητούνται, έχουν να κάνουν, άμεσα και κυρίως, με το τί θα γίνει, μετά τον Ιούνιο και υπό ποίο καθεστώς θα μείνει - εάν μείνει - η Ελλάδα, στην ευρωζώνη.

Αλλά το ερώτημα αυτό είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί, διότι, εάν οι ευρωζωνίτες αποδεχθούν τις απαιτήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, για την χορήγηση χρημάτων, χωρίς μέτρα λιτότητας (δηλαδή την χορήγηση δανεικών τα οποία θα είναι, επισήμως, αναγνωρισμένο ότι θα είναι και αγύριστα), τότε, ουσιαστικά, επίσημα και πανηγυρικά, είναι σαν να αποδέχονται την αλλαγή των θεσμικών κανόνων της ευρωζώνης. Με αυτόν τον τρόπο, οι κυβερνήσεις του Βερολίνου και του Παρισιού, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και η μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ. ομολογούν και συνυπογράφουν την, εν τοις πράγμασι, κατάργηση της ευρωζώνης και την μεσομακροπρόθεσμη αντικατάστασή της, από μια πολιτική ένωση, η οποία θα αποκτήσει τα πολιτειακά χαρακτηριστικά μιας ομοσπονδίας, την οποία, όμως, ουδείς επιθυμεί.

Μια μέση λύση, την οποία, ουδόλως, επιθυμούν, αλλά με την οποία, λέγεται ότι συμβιβάζονται, στο παρασκήνιο, οι ευρωζωνίτες, είναι αυτή της υιοθέτησης, από την Ελλάδα, ενός δεύτερου νομίσματος, παράλληλα, με το ευρώ. Διαδίδεται, δηλαδή, ότι οι ευρωζωνίτες, προκειμένου να μην εξέλθει η Ελλάδα, από την ευρωζώνη και για να μην προκρίνει η ελληνική κυβέρνηση την λύση της στάσης πληρωμών, εντός της ευρωζώνης, αποδέχονται την παράλληλη κυκλοφορία μιας νέας δραχμής, ενός εσωτερικού νομίσματος, που θα καλύπτει τις ανάγκες της εσωτερικής ζήτησης, ενώ, παράλληλα, το ευρώ θα χρησιμοποιείται, κυρίως, για την πληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Αλλά και μια τέτοια εξέλιξη, στην οποία η ελληνική κυβέρνηση δεν θα είχε σοβαρούς λόγους, για να είναι αρνητική, εάν ρυθμιστούν διάφορες καθόλου ασήμαντες λεπτομέρειες, που αφορούν την ισοτιμία του νέου αυτού νομίσματος, με το ευρώ και την αντιμετώπισή του, από την Ε.Κ.Τ., η οποία θα πρέπει να το αποδεχθεί, ως μέσο πληρωμών των υποχρεώσεων του ελληνικού δημόσιου χρέους, θα ήταν αποδιοργανωτική για την ευρωζώνη, αφού, αργά, ή γρήγορα, θα οδηγήσει, στην υιοθέτηση παράλληλων εθνικών νομισμάτων και από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης - αρχής γενομένης, από αυτές του ευρωπαϊκού νότου. Η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Κύπρος θα πάρουν σειρά και μετά, θα ακολουθήσουν και άλλες.

Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, δεν θα έμενε τίποτε από την τωρινή ευρωζώνη και στην "καλύτερη" περίπτωση, αυτή θα διασπαστεί, σε δύο υποσύνολα. Από την μία πλευρά, θα σχηματισθεί μία ένωση των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης, με το ευρώ - ή ένα νέο μάρκο -, ως ένα ανατιμημένο κοινό νόμισμα και από την άλλη, μια ένωση των ελλειμματικών και των άλλων χωρών της ευρωζώνης, με ένα υποτιμημένο ευρώ (ή όπως αλλιώς ονομασθεί το κοινό τους νόμισμα), το οποίο θα καθιστά τις οικονομίες των χωρών αυτών ικανές να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό.

Όμως, στην πραγματικότητα, ακόμη και αν οι πλεονασματικές χώρες της τωρινής ευρωζώνης σχηματίσουν μια συρρικνωμένη νέα νομισματική ένωση - μια νέα μικρή ευρωζώνη -, οι ελλειμματικές χώρες δεν θα μπορέσουν να κρατήσουν την όποια δική τους ένωση σχηματίσουν. Αυτή θα είναι, λιγότερο, ή περισσότερο, βραχύβια και δεν θα αντέξει, στο διάβα του χρόνου.


Αλλά, ακόμη και σε αυτήν την νομισματική ένωση των ελλειμματικών χωρών η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να παραμείνει, λόγω των δικών της ιδιαιτεροτήτων. Και πιθανότατα, δεν θα προσκληθεί, καν, να συμμετάσχει.



Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το 2002 και η μετατροπή του μαλακού δραχμικού (περίπου, κατά 85%) ελληνικού δημόσιου χρέους, σε ένα χρέος εκφρασμένο, στο σκληρό ευρώ, χρεωκόπησαν, ανεπίσημα, άτυπα και σιωπηρά, το ελληνικό κράτος και την ελληνική οικονομία. Η έλευση της διεθνούς κρίσης το 2008, μαζύ με την ακαμψία των Συνθηκών, που δημιούργησαν την ευρωζώνη, σε συνδυασμό με την μικροσυμφεροντολογικής υφής και συστάσεως βλακεία των ευρωζωνιτών ήλθαν, απλώς, για να επικυρώσουν και να επισημοποιήσουν την ελληνική χρεωκοπία. Την οποία χρεωκοπία, οι ευρωζωνίτες μετέτρεψαν, σε χρεωδουλεία. Όπως, άλλωστε, γνώριζαν, εκ ιστορικής πείρας, να κάνουν. Με τα ίδια, πάντοτε, καταστροφικά αποτελέσματα... 



Ως εκ τούτου, ένας στόχος, ο οποίος θα μπορούσε να καταστεί εφικτός, όσο και να είναι δύσκολος, είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας, με τους ευρωζωνίτες, στα πλαίσια της διεξαγόμενης διαπραγμάτευσης, η οποία συμφωνία θα συνδύαζε την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, με μια, περίπου, πλήρη διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους και όχι την μείωσή του, κατά 200 δισ. € και τον περιορισμό του, στα επίπεδα των 100 δισ. €, περίπου, όπως φημολογείται ότι συζητείται, στο παρασκήνιο, με δεδομένο ότι ο Γιάννης Βαρουφάκης, από παλαιά, ισχυρίζεται ότι αυτό το ποσόν, με την κατάλληλη χρονική κατανομή της εξυπηρέτησής του, είναι βολικό, για την ελληνική οικονομία - αν και η προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, εάν αυτά τα 100 δισ. € του συρρικνωμένου νέου ελληνικού δημόσιου χρέους παραμείνουν να είναι εκφρασμένα, σε ευρώ, εάν και για όσο, αυτό το νόμισμα εξακολουθεί να υπάρχει, μετά από μια ελληνική έξοδο, από την ευρωζώνη, αφού το ευρώ θα εξακολουθεί να λειτουργεί, όπως συμβαίνει και τώρα, για την ελληνική οικονομία, ως ξένο νόμισμα.

Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, όλα τα παραπάνω είναι, που αποθαρρύνουν τους ευρωζωνίτες να αποδεχθούν μια χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, χωρίς αντίμετρα, τα οποία, προφανώς, θα πρέπει να λειτουργούν υφεσιακά, προκειμένου να μειώσουν το άμεσο κόστος, που επιβαρύνει τους τοκογλυφικούς δανειστικούς ευρωζωνικούς θεσμούς.

Βέβαια, μια τελική λύση-πακέτο θα ήταν αποδεκτή, από τους ευρωζωνίτες, έστω και αν αυτή θα είχε ένα - ακόμη και μεγάλο - προσωρινό κόστος. Όμως, αυτή η λύση δεν είναι εύκολη.

Το πραγματικό κόστος αυτής της λύσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, διότι, ακόμη και αν αποφευχθεί η βραχυχρόνια ζημιά, για την ευρωζώνη, αυτό δεν σημαίνει ότι μια όποια λύση, που θα περιλαμβάνει, την υιοθέτηση ενός διπλού νομίσματος, ή μια επιλεκτική στάση πληρωμών, εντός ευρωζώνης, ή μια ελληνική έξοδο από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, αυτή η λύση-πακέτο, που τυχόν προκριθεί, δεν θα λειτουργήσει αποδιοργανωτικά και διαλυτικά, για την ευρωζώνη και ακόμη και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλοι αντιλαμβάνονται (ή, έστω φοβούνται, βάσιμα) ότι, ακριβώς, έτσι, θα λειτουργήσει.

Ως εκ τούτου, τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα. Για κανέναν.

Αλλά, εάν συγκρίνουμε, τις προοπτικές, που θα υπάρξουν, εάν υιοθετηθούν αυτές οι λύσεις, που μόλις ανέφερα, τότε οι ευρωζωνίτες βρίσκονται, σε πολύ χειρότερη θέση, από την ελληνική κυβέρνηση, αφού, μετά από μια έξοδο της Ελλάδας, από το κοινό νόμισμα, οι ζοφερές προοπτικές, για την ευρωζώνη, συνίστανται, στο ότι αυτή θα βυθιστεί, σε μια ημιχαώδη αποσυνθετική διαδικασία, που θα την οδηγήσει, σε ένα βασανιστικό τέλος, ενώ η ελληνική οικονομία θα ανακάμψει, γρήγορα. Για το τελευταίο, αρκεί φυσικά, να υπάρχει λεπτομερής σχεδιασμός, το κατάλληλο επιτελείο και οι δέουσες συμμαχίες.


Με δεδομένο, λοιπόν, το γεγονός ότι όλα είναι, εν εξελίξει και ότι τίποτε δεν αποκλείεται, δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο, από το να περιμένουμε...