Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

10 χρόνια χωρίς τον αγαπημένο μου κύριο Τάκη...




Πάνε 10 χρόνια, τώρα, που, σαν αυτές τις ημέρες, στις 28 Απριλίου του 2005, έχασα τον αγαπημένο μου κύριο Τάκη. Τον πατέρα μου.

Το να γράψω ότι μου λείπει, αυτό είναι ένα πραγματικό γεγονός, όσο και αν ακούγεται, ως τετριμμένο. Για οποιονδήποτε έχει χάσει ένα πρόσωπο το οποίο αγαπούσε και εξακολουθεί να αγαπά, μια τέτοια αναφορά ουδέποτε αποτελεί κάτι το συνηθισμένο και περιττό να ειπωθεί. Για τους άλλους - τους τρίτους -, αυτή η αναφορά μπορεί να έχει ένα τέτοιο περιεχόμενο. Για εκείνον, που έχει υποστεί μια τέτοια απώλεια, η επισήμανσή της ουδέποτε αποτελεί κάτι, που μπορεί να χαρακτηρισθεί, ως συνηθισμένο, ή τετριμμένο.

Ο κύριος Τάκης, ο Παναγιώτης Αναστασόπουλος, από το χωριό Καβάσιλας (ή Καβάσιλα) του νομού Ηλείας, γεννήθηκε το 1934, στην Γαστούνη. Το πότε, ακριβώς, είναι άγνωστο. Δεν έχει καταγραφεί. Ο αδελφός της μητέρας του, της Τασίας, ο Γιώργος Γιαννόπουλος, που συμμετέχει, στο μεσημεριανό γεύμα, που καταγράφεται, στο παραπάνω βίντεο και ο οποίος δεν βρίσκεται και αυτός, εν ζωή, θυμόταν ότι ο ανηψιός του γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο εκείνου του χρόνου, ενθυμούμενος, περισσότερο την εποχή, που πραγματοποιήθηκε η γέννα αυτή, την οποία τοποθετούσε, στο φθινόπωρο . Και πρέπει να είχε δίκιο, αφού ήταν αρκετά μεγάλος, εκείνη την εποχή - ήταν εννέα ετών. Αλλά, άλλη επίσημη καταγραφή δεν υπάρχει.

Το αστείο είναι ότι, για πολλά χρόνια, μετά, όταν, πια, ήταν μεγάλο παιδί, ο πατέρας μου, στα πρώτα επίσημα ντοκουμέντα, που τον αφορούσαν, ακόμη και ένα χαρτί, από τον στρατό, που είχε πέσει στα χέρια μου, εμφανιζόταν, ως "άνευ κυρίου ονόματος". Και τούτο συνέβαινε, διότι, για πολύ καιρό, μετά την βάπτισή του, δεν είχαν δηλώσει το όνομά του, με αποτέλεσμα, αυτό να αργήσει να καταχωρισθεί.

Πέρα από αυτά τα ευτράπελα, η ζωή, στην επαρχία, εκείνα τα χρόνια ήταν σκληρή. Πολύ περισσότερο, ήταν σκληρή, για μια πολυμελή οικογένεια, της οποίας ο αρχηγός, ο κυρ-Τάσος, δεν ήταν αγρότης. Ήταν τσαγκάρης, γεγονός, το οποίο σήμαινε ότι έπαιρνε τον ομματιών του και γύρναγε, ποδαρόδρομο, μαζύ με τους βοηθούς του - που ήσαν κάποιο από τα μεγαλύτερα, κάθε φορά, τρία αγόρια του -, όλα τα χωριά της περιοχής, για να βγει το μεροκάματο.

Ήσαν, λοιπόν, πολύ σκληρά τα χρόνια εκείνα. Και έτσι, τα έζησε και ο κύριος Τάκης.





Αλλά, καθώς ο μακαρίτης ο παππούς ήταν αυταρχικός και το ίδιο σκληρός, όπως και η εποχή εκείνη και με δεδομένο ότι ο κύριος Τάκης ήταν νέος και ατίθασος, δεν έμεινε, στο χωριό, για να γίνει μπαλωματής. Κάποια ημέρα - μιλάμε, για τις αρχές της δεκαετίας του 1950 - την κοπάνησε, από το χωριό και ήλθε, στην Αθήνα, όπου τον περιμάζεψε ο θείος του ο Γιώργος, μέχρι που πήγε στην Πολεμική Αεροπορία, για να κάνει την στρατιωτική του θητεία, η οποία, μάλιστα, υπήρξε και πολύ περιπετειώδης, αφού, εκεί, κόλλησε φυματίωση, η οποία, ως νόσος, εκείνα τα χρόνια ήταν βαρύτατη και πολλές φορές θανάσιμη και από την οποία ταλαιπωρήθηκε, για δυόμισυ χρόνια, περίπου, μέχρι, τελικά, να θεραπευθεί, αφού, στην δεκαετία του 1950 είχε βρεθεί η πενικιλίνη και μαζύ με άλλα θεραπευτικά σχήματα δάμασε αυτή την, έως τότε, ανίατη νόσο.





Εκείνη την εποχή της στρατιωτικής του θητείας γνώρισε και την μητέρα μου, την οποία, αφού απολύθηκε, νυμφεύτηκε και νωρίς - νωρίς έκαναν εμένα, αφού, προηγουμένως, έχασαν ένα άλλο παιδί, ένα κοριτσάκι.

Δεν θα κάνω, εδώ, έναν απολογισμό της ζωής του πατέρα μου. Ούτε και θα καθίσω να καταγράψω τις λεπτομέρειές της. Δεν έχει νόημα. Αυτό, που θέλω να καταγράψω είναι το πόσο τζάμπα, το πόσο αχρείαστα, έφυγε από την ζωή. Και αυτό συνέβη, επειδή πήρε αψήφιστα, την αρρώστια του.

Ο κύριος Τάκης ήταν μανιώδης καπνιστής. Όσο τον θυμάμαι κάπνιζε. Και κάπνιζε πολύ. Κάτι, που και εγώ μιμήθηκα, από τα μικρά μου χρόνια - θυμάμαι ότι κάπνισα, για πρώτη φορά, στα 13 μου χρόνια - αλλά, ευτυχώς, από το 1990, το διέκοψα, μια και καλή. Εκείνος δεν το σταμάτησε, ούτε στιγμή. Ούτε, καν, στο τέλος. Αν και τότε, πια, δεν είχε καμμιά σημασία. Το κακό είχε γίνει. Και ήταν ανεπανόρθωτο. Χωρίς επιστροφή.

Αυτό, όπως αποδείχτηκε, εκ των υστέρων, υπήρξε και το μεγαλύτερό του σφάλμα, το οποίο και τον οδήγησε, στον θάνατο πριν την ώρα του. Βέβαια, καθώς, μεγάλωνε και μετά την συνταξιοδότησή του, το 2000, παρουσίασε κλασικά προβλήματα υγείας, με κυριότερο αυτό του ζαχάρου, το 2002, μάλιστα, πέρασε και ένα σημαντικό έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο μπορέσαμε και το αντιμετωπίσαμε.


Τα πράγματα έγιναν, όμως, πολύ σοβαρά, όταν, τον Σεπτέμβριο του 2003, κατά την διάρκεια μιας νοσηλείας του, για την αντιμετώπιση του καταρράκτη, διαπιστώθηκε, από την ακτινογραφία θώρακος, που του έγινε, ότι παρουσίαζε ένα, αρκετά, μεγάλο οζίδιο, στον ένα του πνεύμονα.

Ο κύριος Τάκης, που, πάντοτε, φοβόταν τους γιατρούς και τις νοσηλείες, προφανώς, εξ αιτίας της δύσκολης και μακράς νοσηλείας του, από το 1954, έως το 1956, στα στρατιωτικά νοσοκομεία, εξ αιτίας της πνευμονικής φυματίωσης, έβγαλε, μόνος του, την διάγνωση ότι αυτό το εύρημα της ακτινογραφίας ήταν υπόλειμμα, από την παλαιά αρρώστια του και αρνήθηκε, πεισματικά, να κάνει άλλες, παραπέρα, εξετάσεις, προκειμένου αυτό να ταυτοποιηθεί και να αντιμετωπισθεί, παρά τις επίμονες προσπάθειες όλων μας να τον μεταπείσουν.

Τον Φεβρουάριο του 2004 πέρασε μια βαριά γρίπη, η οποία τον υποχρέωσε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Και η, μεν, γρίπη αντιμετωπίστηκε, πλην όμως, η διάγνωση, για το οζίδιο παρέμεινε σταθερή και μάλιστα, η αξονική, που του έκαναν, κατέδειξε και ένα νέο εύρημα, στα νεφρά του. Παρ' όλ' αυτά, η αρνητική του στάση, για παραπέρα διερεύνηση και αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος, δεν άλλαξε. Ήταν, σταθερά, αρνητικός. Πολύ περισσότερο, που τα ευρήματα, αυτά δεν του έδιναν κάποιο σύμπτωμα.






Αυτό, όμως, κάποια στιγμή, έπαψε να συμβαίνει. Έτσι, στα τέλη Ιουνίου και στις αρχές Ιουλίου του 2004, εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα δύσπνοιας, με αποτέλεσμα να εισαχθεί, στην "Σωτηρία" και μετέπειτα, τον Αύγουστο, στον "Άγιο Σάββα", αφού η κατάστασή του, ημέρα με την ημέρα, χειροτέρευε.

Η διάγνωση ήταν σαφής, σε κάθε περίπτωση. Έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα, τέταρτου (τελικού) σταδίου, ο οποίος, μάλιστα, είχε κάνει και μεταστάσεις.

Παρ' όλ' αυτά, το τέλος του δεν ήταν γρήγορο. Ο οργανισμός του ανταποκρίθηκε, στο, όχι βαρύ, πρώτο χημειοθεραπευτικό σχήμα, διότι, όπως μου είπε ο γιατρός, που επέβλεπε την θεραπεία του, η συγκεκριμένη μορφή του καρκίνου δεν ήταν πολύ επιθετική. Έτσι, πράγματι, ενώ, τον Αύγουστο, είχε φθάσει, στο σημείο να περπατάει, λίγο και με δυσκολία, την περίοδο Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου, είχε βελτιωθεί, σημαντικά, αφού μπόρεσε, ακόμη και να βγαίνει, έξω από το σπίτι και να οδηγήσει και το αυτοκίνητο, όπως φαίνεται και στο παραπάνω βίντεο.





Τα πράγματα, όμως, χειροτέρευσαν, μετά τα Χριστούγεννα του 2004, όταν, πια, έπρεπε να περάσει, στην δεύτερη φάση της θεραπείας του, την οποία δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει, επειδή ο οργανισμός του είχε εξασθενήσει και δεν ήταν δυνατόν να του δοθεί οποιοδήποτε χημειοθεραπευτικό σχήμα, αφού θα τον σκότωνε.

Έτσι, η αγωγή, που του δόθηκε και οι νοσηλείες, που έκανε, από εκεί και πέρα, μέχρι την ημέρα του θανάτου του, στις 28 Απριλίου 2005, ήταν συντηρητική και ανακουφιστική/παρηγορητική. Αυτό και τίποτε περισσότερο.






Το τραγικό είναι ότι, σύμφωνα, με όσα μου είπε ο γιατρός, που τον παρακολουθούσε, στον "Άγιο Σάββα", όπου κατέληξε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας του Πάσχα, ο κύριος Τάκης θα είχε, σίγουρα, σωθεί, εάν η θεραπεία του είχε αρχίσει, όταν η ασθένειά του ήταν στο πρώτο, ή και στο δεύτερο στάδιό της, ακριβώς, επειδή αυτή η μορφή του πνευμονικού καρκίνου, που είχε, δεν εμφάνιζε την συνήθη επιθετικότητα, που εμφανίζουν οι καρκίνοι του πνεύμονα. Η συγκεκριμένη μορφή ήταν λιγότερο επιθετική. 

Αυτό σημαίνει ότι, πιθανότατα, τον Σεπτέμβριο του 2003, θα μπορούσαμε να προλάβουμε την εξέλιξη της νόσου, με μια εγχείρηση.

Αυτό είναι εκείνο, που με πικραίνει, περισσότερο, από όλα. Διότι, αν, τότε, γίνονταν αυτά, που έπρεπε να γίνουν, ο κύριος Τάκης θα ζούσε, πολύ περισσότερο, από όσο έζησε.

Και ίσως, να ζούσε, ακόμη. Γεγονός, που σημαίνει ότι, δεν θα μου έλειπε, σήμερα...





3 σχόλια:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Το Πάσχα του 1995, μισή ζωή πίσω, ήταν πολύ φορτισμένο, ο πατέρας μου άρρωστος από την ίδια ασθένεια, τρώγαμε στο πασχαλινό τραπέζι ξέροντας ότι το επόμενο Πάσχα όλα θα είναι πολύ διαφορετικά, εγώ βαθύτατα χριστιανός να κάνω την προσευχή μου και να πιστεύω ακόμα σε θαύματα ζώντας στα είκοσί μου χρόνια ανάμεσα σε διαβάσματα, θλίψη και ελπίδα.

TassosAnastassopoulos είπε...

Καταστάσεις, καθόλου, εύκολα, διαχειρίσιμες, Γιώργο.

Δύσκολες. Πολύ δύσκολες. Και παραμένουν δύσκολες, παρά το γεγονός ότι κύλισε πολύ νερό, μέσα στο αυλάκι, από τότε.

Και το κενό, πάντοτε, μεγάλο. Ένα κενό, που συνοδεύεται, από την νοσταλγία. Μια νοσταλγία, που συνοδεύει την λύπη, την οποία κρατάει ζωντανή και την ενισχύει...

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Η νοσταλγία ενισχύει την θλίψη αλλά και η θλίψη ανατροφοδοτεί την νοσταλγία που καμιά φορά, όταν ξεχειλώνει, σε λυτρώνει για λίγο. Ο Πόντιος πατέρας μου γεννήθηκε πιο πριν τον δικό σου πατέρα, το 1928, όταν πέθανε το 1995 εγώ ήμουν 20 ετών, στην ουσία, συνειδητά τον έμαθα μετά θάνατον ερμηνεύοντας περιστατικά που έφερνα στην μνήμη μου, σε αυτό εσύ στάθηκες πιο τυχερός, πρόλαβες να μάθεις καλά, εννοώ συνειδητά και όχι με τα μάτια ενός παιδιού ή ενός εφήβου, τον πατέρα σου, αλλά τί να κάνεις, πεθαίνουμε ανάμεσα στον πόνο και την επιθυμία που έλεγε και ο, μακαρίτης και αυτός, Θεόδωρος Αγγελόπουλος