Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

1872 - 2019 : Μια απόπειρα ανάλυσης όσων αφορούν τα περί της εξουσίας και "για την εξουσία". (Ασκώντας κριτική, σε ένα παλαιό κείμενο του Friedrich Engels, που υμνεί και κανονικοποιεί το εξουσιαστικό φαινόμενο).





Η άσκηση της εξουσίας, ως πολιτικοκοινωνικού εργαλείου, για την διοίκηση των ανθρώπινων κοινοτήτων, ήταν, είναι και φυσικά, θα εξακολουθήσει, εις το διηνεκές, να αποτελεί ένα ζήτημα, όχι, μόνο, ακανθώδες, αλλά και αντικείμενο έντονων διαξιφισμών, αντιπαραθέσεων, εντός των κοινωνιών. Όμως, πέραν των όποιων άλλων στάσεων, η ίδια η εξουσία, ως φαινόμενο, μαζί με την - καθόλου ουδέτερη - εργαλειακή άσκησή της και συνάμα, τις (επί του παρόντος και για ένα ομιχλώδες και απροσδιόριστο μέλλον, το οποίο, πιθανότατα, να είναι και ατελεύτητο) ουτοπικές προθέσεις και διαθέσεις, για την κατάργησή της, αποτελεί ένα αντικείμενο, το οποίο, διαχρονικά, αποτέλεσε και είναι βέβαιο ότι θα εξακολουθήσει να αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή σοβαρών ατομικών και κοινωνικών προβληματισμών. 

Τα συμπεράσματα αυτών των προβληματισμών, προφανώς, θα είναι, διαρκώς, ανοικτά, σε διάφορες θεωρήσεις και αναθεωρήσεις, αλλά, σε κάθε περίπτωση, όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες προσδιορίζονται, από την ιεραρχική σχέση των μελών τους, εντός της παραγωγής, θα καταλήγουν, στην (μερικώς, σωστή, αλλά και απλοϊκή) διαπίστωση ότι η εξουσία, ως μηχανισμός διοίκησης, μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών συνόλων, είναι αναπόφευκτη και ως εκ τούτου, αναγκαία.

Σε αυτό το "παραγωγιστικό" συμπέρασμα είναι που κατέληξαν, εξετάζοντας και αναλύοντας τις ανθρώπινες κοινωνίες, οι πατέρες του μαρξισμού και οι επίγονοί τους, είτε αυτοί κινήθηκαν, προς την ριζοσπαστική λενινιστική, είτε προς την αναθεωρητική καουτσκική εξέλιξη των μαρξικών θεωριών και πρακτικών εφαρμογών. Αυτό το συμπέρασμα το χαρακτηρίζω, ως μερικώς, σωστό, διότι είναι προφανές ότι η διαδικασία της παραγωγής και οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις, που διαμορφώνονται, εντός αυτής, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, στην διαμόρφωση των σχέσεων εξουσίας, εντός των κοινωνιών και στην συγκρότηση και την στήριξη της, εκάστοτε, εξουσίας.

Όμως, τα πράγματα δεν είναι, ακριβώς, έτσι. Πέραν των ιεραρχικών εξουσιαστικών σχέσεων, που διαμορφώνονται, μέσα από την διαδικασία και τους τρόπους παραγωγής των κοινωνιών του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, η δυστυχής αλήθεια είναι ότι η εξουσιαστική κυριαρχία, όπως και η υποχειριότητα, σε κάθε μορφή εξουσίας, αποτελούν, ως εναλλασσόμενες στάσεις ζωής, ενδογενή χαρακτηριστικά των ατόμων, αφού ο άνθρωπος, ως βιολογικό και κοινωνικό ον, όπως μας αποκαλύπτουν η ευρεία επιστήμη της ανθρωπολογίας, αλλά και η βιολογία, είναι συνυφασμένος, με την άσκηση, την οργάνωση και την διαχείριση της εξουσίας. Και κυρίως, με την αποδοχή της εξουσίας, η οποία αποδοχή φθάνει, στα όρια της υποταγής, στην, με οποιονδήποτε τρόπο, νομιμοποιημένη και ασκούμενη εξουσία.

Βέβαια, η αλήθεια είναι, επίσης, ότι ο άνθρωπος, ως μια δυναμική και σταδιακά, πεπερασμένη κοινωνικοβιολογική κατασκευή, εμφανίζει και έντονα στοιχεία απειθαρχίας και αντίστασης, στους περιορισμούς, που του επιβάλλονται από την, εκάστοτε, μορφή εξουσίας, που ασκείται, αλλά, η εμπειρία δείχνει ότι, τελικά, αυτή η απειθαρχία και η προβαλλόμενη αντίσταση, όταν, τελικά, οδηγείται, στο να ανατρέψει την, κάθε φορά, ασκούμενη μορφή εξουσίας, αυτό που κάνει, δεν είναι το να καταργήσει την εξουσία, ως φιανόμενο και ασκούμενη πράξη διοίκησης, αλλά την αντικαθιστά, με μία άλλη, η οποία, ουκ ολίγες φορές (αν και όχι, πάντα) είναι χειρότερη από αυτήν, που ανατράπηκε.

Για να αντιληφθούμε τα αδιέξοδα, στα οποία οδηγήθηκαν οι διανοητές του παρελθόντος, αλλά και τις βαρύτατες έμπρακτες αρνητικές συνέπειες (οι οποίες έφθασαν και ξεπέρασαν, πολλές φορές, τις ανθρωπιστικές καταστροφές) των θεωρήσεων, των αντιλήψεων και των πεποιθήσεων, που οδήγησαν, σε αυτές τις συνέπειες, θα δούμε το παλαιό κείμενο του Friedrich Engels, "ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ", που γράφτηκε το 1872, περίπου έναν χρόνο, μετά την καταστολή της Κομμούνας του Παρισιού και δημοσιεύτηκε, για πρώτη φορά, το 1874, στο ιταλικό "Almanacco Republicano", στο οποίο κείμενο εμπεριέχονται, όχι, μόνο, όλες οι ιδεοληψίες ίδιων των πατέρων του μαρξισμού, αλλά και των διαδόχων τους.

Οι θεωρήσεις,οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις αυτές του Friedrich Engels (όπως και του Karl Marx) προοιωνίζουν, με ανάγλυφο τρόπο, την ολοκληρωτική πολιτική, κοινωνική και οικονομική πρακτική, που ακολουθήθηκε, από την εγκαθίδρυση των "προλεταριακών" - και στην πραγματικότητα των γραφειοκρατικών εξουσιών των κομματικών τεχνοδομών - στην "Σοβιετική Ένωση" και τις χώρες του "υπαρκτού σοσιαλισμού", ως αποτέλεσμα των θεωρητικών επεξεργασιών και των πρακτικών εφαρμογών των αντιλήψεων, που εκφράζει ο Friedrich Engels, στο κείμενο αυτό, στις οποίες επεξεργασίες και πρακτικές εφαρμογές προέβησαν ο Βλαντιμίρ Λένιν και ο Ιωσήφ Στάλιν, τις οποίες, βεβαια, συνέχισε, στην Κίνα, ο Μάο Τσετούνγκ, ενώ και - με όχι ασήμαντες τροποιποιήσεις - οι σύγχρονοι διάδοχοί του, στο Πεκίνο, ακολουθούν τον ίδιο δρόμο, ασκώντας, με σιδηρά πυγμή την μονοκομματική εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως πράττουν και οι άλλες επιβιώσεις των κομμουνιστικών καθεστώτων, στην Βόρεια Κορέα, στην Κούβα και στο Βιετνάμ.

Ας δούμε, λοιπόν, το κείμενο "ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ" του Friedrich Engels :


"Ένας αριθμός Σοσιαλιστών έχει εσχάτως εξαπολύσει μια συστηματική εκστρατεία, ενάντια σε αυτό, που αποκαλούν αρχή της εξουσίας. Επαρκεί να τους πούμε ότι αυτή, ή εκείνη, η πράξη είναι εξουσιαστική, για να την καταδικάσουν. Αυτή την συνοπτική διαδικασία κριτικής της εξουσίας την έχουν καταχραστεί τόσο, ώστε είναι πλέον απαραίτητο να δούμε το θέμα, πιο συγκεκριμένα.

Η εξουσία, με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη, εδώ, σημαίνει : η επιβολή της θέλησης ενός άλλου πάνω στην δική μας· επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή. Τώρα, μιας και αυτές οι δύο λέξεις ακούγονται, κάπως, άσχημες, και η σχέση, που αντιπροσωπεύουν, είναι δυσμενής για το υποταγμένο μέρος, το ζήτημα είναι να εξακριβώσουμε, αν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από αυτήν· αν, με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα, στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξαφανιστεί.

Εξετάζοντας τις οικονομικές, βιομηχανικές και αγροτικές συνθήκες, που διαμορφώνουν την βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας, βρίσκουμε ότι τείνουν, ολοένα και περισσότερο, να αντικαθιστούν την μεμονωμένη πράξη, με την συνδυασμένη πράξη ατόμων. Η σύγχρονη βιομηχανία, με τα μεγάλα εργοστάσια, όπου εκατοντάδες εργάτες επιβλέπουν πολύπλοκες μηχανές κινούμενες με ατμό, έχει ξεπεράσει τα μικρά εργαστήρια των μεμονωμένων παραγωγών, τα κάρα και οι άμαξες των λεωφόρων έχουν αντικατασταθεί από τα σιδηροδρομικά τραίνα, όπως και οι μικρές βάρκες και φελούκες, από ατμόπλοια. Ακόμα και η γεωργία υποκύπτει, αυξανόμενα, στην κυριαρχία της μηχανής και του ατμού, που αργά, αλλά αμείλικτα, βάζουν στην θέση του μικρού ιδιοκτήτη μεγάλους καπιταλιστές, οι οποίοι, με την βοήθεια μισθωτών εργατών καλλιεργούν μεγάλες εκτάσεις γης.

Παντού η συνδυασμένη δράση, η περιπλοκή διαδικασιών, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση, από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά, για συνδυασμένη δράση, μιλά για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση, χωρίς εξουσία;

Υποθέτοντας ότι μια κοινωνική επανάσταση ανέτρεπε τους καπιταλιστές, που τώρα ασκούν την εξουσία τους, πάνω στην παραγωγή και διανομή του πλούτου. Υποθέτοντας, για να υιοθετήσουμε πλήρως την θέση των αντιεξουσιαστών, ότι η γη και τα εργαλεία της εργασίας έχουν γίνει συλλογική ιδιοκτησία των εργατών, που τα χρησιμοποιούν. Τότε η εξουσία θα εξαφανιζόταν, ή θα άλλαζε μόνο μορφή; Για να δούμε.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει, τουλάχιστον, από 6 διαδοχικές διαδικασίες, προτού καταλήξει στην μορφή της κλωστής και αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα, κατά κύριο λόγο, σε διαφορετικά δωμάτια. Επιπλέον, το να κρατηθούν, σε λειτουργία οι μηχανές, απαιτεί έναν μηχανικό, που θα επιβλέπει την ατμομηχανή, τεχνικούς να κάνουν τις τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλούς άλλους εργάτες, που η δουλειά τους θα είναι να μεταφέρουν τα προϊόντα, από ένα δωμάτιο, στο άλλο, κοκ. Όλοι αυτοί οι εργάτες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν και να τελειώσουν την δουλειά τους, στις ώρες που καθορίζονται από την εξουσία του ατμού, που, ποσώς, τον ενδιαφέρει, για την προσωπική ανθρώπινη αυτονομία. Οι εργάτες πρέπει, ως εκ τούτου, να φτάσουν πρώτα σε μια κατανόηση, όσον αφορά τις κατάλληλες ώρες εργασίας και εφόσον αυτές οι ώρες ορισθούν, οφείλουν να τηρούνται από όλους, χωρίς καμιά εξαίρεση.

Όσο συγκεκριμένα ζητήματα ανακύπτουν, σε κάθε αίθουσα, ανά πάσα στιγμή, σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, διανομής του υλικού κτλ., πρέπει να λύνονται με την απόφαση ενός εκπρόσωπου τοποθετημένου επικεφαλής, σε κάθε κλάδο εργασίας, ή αν είναι δυνατόν, με μια ψηφοφορία, με όρους πλειοψηφίας. Η θέληση του ατόμου θα πρέπει, πάντα, να υποτάσσεται, σε αυτήν την απόφαση, που σημαίνει ότι τα ζητήματα του τρόπου παραγωγής θα λύνονται, με εξουσιαστικό τρόπο. Η αυτόματη μηχανή του μεγάλου εργοστασίου είναι πολύ πιο δεσποτική, από όσο ήταν οι μικροί καπιταλιστές, που απασχολούν εργάτες. Τουλάχιστον, σε σχέση με τις ώρες εργασίας, θα μπορούσε κανείς να γράψει στην πύλη αυτών των εργοστασίων: Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! [“Άφησε, εσύ που μπαίνεις, κάθε αυτονομία πίσω σου!”].

Αν ο άνθρωπος, με τη γνώση του και το εφευρετικό του πνεύμα, έχει καθυποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, οι τελευταίες παίρνουν εκδίκηση, υποβάλλοντάς τον, όσο τις χρησιμοποιεί, σε έναν αληθινό δεσποτισμό ανεξάρτητο, από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλεις να καταργήσεις την εξουσία, στην μεγάλη βιομηχανία, είναι ισοδύναμο, με το να θέλεις να καταργήσεις, την βιομηχανία, καθεαυτή, να καταργήσεις τον μηχανοκίνητο αργαλειό, για να γυρίσεις στην ανέμη.

Ας πάρουμε άλλο ένα παράδειγμα, τον σιδηρόδρομο. Εδώ και πάλι, η συνεργασία ενός άπειρου αριθμού ατόμων είναι, απολύτως, απαραίτητη και αυτή η συνεργασία πρέπει να ασκείται, σε ακριβείς καθορισμένες ώρες, έτσι ώστε να μην γίνουν ατυχήματα. Εδώ, πάλι, η κύρια συνθήκη της δουλειάς είναι μια κυρίαρχη θέληση, που καθορίζει όλα τα υφιστάμενα ζητήματα, είτε είναι η θέληση ενός εκπροσώπου, είτε μιας επιτροπής υπεύθυνης, για την εκτέλεση των αποφάσεων μιας πλειοψηφίας ενδιαφερόμενων ατόμων. Όποια και αν είναι η περίπτωση, υπάρχει μια πολύ ισχυρή εξουσία. Επιπλέον, τί θα γινόταν, με το πρώτο τραίνο, που θα αναχωρούσε, αν η εξουσία των υπαλλήλων, πάνω στους επιβάτες, καταργηθεί;

Αλλά η αναγκαιότητα της εξουσίας, και δεσποτικής, μάλιστα, δεν θα μπορούσε να βρεθεί περισσότερο φανερά, από ό,τι σε ένα καράβι, εν πλω. Εκεί, σε συνθήκες κινδύνου, οι ζωές όλων στηρίζονται στην ακαριαία και απόλυτη πειθαρχία, στην θέληση του ενός.

Όταν υπέβαλα αυτά τα επιχειρήματα, στους πιο λυσσαλέους αντιεξουσιαστές, η μόνη απάντηση, που μπορούσαν να δώσουν, ήταν η ακόλουθη : Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι εξουσία που παραχωρούμε, σε διαμεσολαβητές μας, αλλά σε μια επιτροπή εμπιστοσύνης. Αυτοί οι κύριοι νομίζουν ότι, με το να αλλάζουν τα ονόματα των πραγμάτων, αλλάζουν και τα πράγματα τα ίδια. Έτσι κοροϊδεύουν τον κόσμο αυτοί οι βαθυστόχαστοι διανοητές.

Είδαμε λοιπόν, ότι από την μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη, μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που, ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων, επιβάλλονται πάνω μας, μαζί με τις υλικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε τα προϊόντα.

Είδαμε, εξάλλου, ότι οι υλικές συνθήκες παραγωγής και διανομής, αναπόφευκτα, αναπτύσσονται, με την μεγάλη βιομηχανία και την, μεγάλης κλίμακας, γεωργία και αυξανόμενα, τείνουν να μεγεθύνουν το εύρος αυτής της εξουσίας. Συνεπώς, είναι παράλογο να θεωρείς ότι η αρχή της εξουσίας είναι, απόλυτα, κακή και η αρχή της αυτονομίας, απόλυτα, καλή. Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα, που οι σφαίρες τους κυμαίνονται, μαζί με τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης της κοινωνίας. Αν οι οπαδοί της αυτονομίας περιορίζονταν, στο να πουν ότι η μελλοντική κοινωνική οργάνωση θα περιορίσει την εξουσία, αποκλειστικά, μέσα στα όρια, που οι συνθήκες παραγωγής την καθιστούν αναπόφευκτη, θα μπορούσαμε να κατανοηθούμε μεταξύ μας, αλλά είναι τυφλοί, σε όλα τα στοιχεία, που την κάνουν απαραίτητη και με πάθος πολεμάνε την ίδια την πραγματικότητα.

Γιατί οι αντιεξουσιαστές δεν περιορίζονται να ωρύονται, ενάντια στην πολιτική εξουσία, το κράτος; Όλοι οι Σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το πολιτικό κράτος και μαζί με αυτό, η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν, ως αποτέλεσμα της επικείμενης κοινωνικής επανάστασης, δηλαδή, οι δημόσιες υποθέσεις θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν, σε απλές διοικητικές λειτουργίες επίβλεψης, στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά οι αντιεξουσιαστές απαιτούν το πολιτικό κράτος να καταργηθεί με ένα χτύπημα, ακόμη και πριν οι κοινωνικές συνθήκες, που το γέννησαν, έχουν καταστραφεί. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Αυτοί οι κύριοι έχουν δει ποτέ τους μια επανάσταση; Η επανάσταση είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα, που υπάρχει· είναι η πράξη, όπου μια μερίδα του πληθυσμού επιβάλλει την θέληση της, στην άλλη μερίδα, με τουφέκια, ξιφολόγχες και κανόνια – εξουσιαστικά μέσα, αν υπάρχουν τέτοια· και αν η νικήτρια μερίδα δεν θέλει ο αγώνας της να είναι μάταιος, θα πρέπει να διατηρήσει την εξουσία της, μέσω του τρόμου, που τα όπλα της εμπνέουν, στους αντιδραστικούς. Θα είχε κρατήσει η Παρισινή Κομμούνα, έστω μια μέρα, αν δεν είχε χρησιμοποιήσει την εξουσία του οπλισμένου λαού, ενάντια στην αστική τάξη; Μήπως, αντίθετα, θα πρέπει να την κατακρίνουμε, που δεν την χρησιμοποίησε, τόσο ελεύθερα όσο χρειαζόταν;

Κατά συνέπεια, συμβαίνει ένα από τα δύο : είτε οι αντιεξουσιαστές δεν ξέρουν γιατί μιλάνε, στην οποία περίπτωση σπέρνουν μόνο σύγχυση· είτε, όντως, ξέρουν και σε αυτήν την περίπτωση, προδίδουν το προλεταριακό κίνημα. Όπως και να έχει, εξυπηρετούν την αντίδραση".



Το κείμενο αυτό του Friedrich Engels είναι προφανές ότι αποτελεί μια καίρια συμβολή του, όχι, απλώς, στο ζήτημα του περιεχομένου και του χαρακτήρα της αποκαλούμενης "προλεταριακής εξουσίας", έτσι όπως ο ίδιος την έβλεπε, αλλά, ταυτόχρονα, το κείμενο αυτό χαράσσει τον δρόμο, στους επιγόνους των πατέρων το μαρξισμού, για το πώς, με ποιόν τρόπο και με ποιά μέσα θα ασκήσουν την εξουσία, όταν θα ανατρέψουν την εξουσία των καπιταλιστών. 

Για τον Friedrich Engels (όπως και για τον Karl Marx), η κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να επιτύχει, χωρίς να επιβληθεί η εξουσία της εξεγερμένης εργατικής τάξης στους πρώην καταπιεστές τους, αφού δεν υπάρχει πιο εξουσιαστικό πράγμα στον κόσμο, από την ίδια την κοινωνική επανάσταση, η οποία προϋποθέτει ότι ένα κομμάτι του πληθυσμού, χρησιμοποιώντας την βία, επιβάλλει τη θέλησή του, σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού και το απαλλοτριώνει, από την περιουσία του. Και εάν αυτή η νέα "εξουσία της εργατικής τάξης" δεν επιβληθεί και μάλιστα, με τα κλασικά μέσα - δηλαδή τα όπλα και την καταπίεση -, τότε, η κοινωνική επανάσταση θα αποτύχει, όπως απέτυχε η Κομμούνα του Παρισιού.

Η επιχειρηματολογία του Friedrich Engels δεν σταματάει, βέβαια, στο, καθαρά, πολιτικό σκέλος της αναγκαιότητας της επιβολής, με τις μπαγιονέτες της πολιτικής εξουσίας, που θα προκύψει, μετά από μια κοινωνική επανάσταση, μιας κυρίαρχης ομάδας του πληθυσμού (υποτίθεται της "εργατικής τάξης", στην συγκεκριμένη περίπτωση), αλλά προχωρεί, σε περισσότερο εξειδικευμένα πεδία, αναφερόμενος, στην δεσποτική εξουσία και στην απαραίτητη υποταγή, που επιβάλλει η ίδια η διαδικασία της παραγωγικής διαδικασίας, στις μεγάλες εργοστασιακές μονάδες, η οποία απαιτεί την κυριαρχία της θέλησης μιας αρχής.

Κάπως έτσι, παρουσιαζόμενη, η άσκηση της εξουσίας, ως ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί και δεν είναι φυσιολογικό και ως εκ τούτου, δεν είναι επιθυμητό να ανατραπεί, η ίδια η εξουσία, ως κοινωνικό φαινόμενο, οδηγείται, μέσα από την συνολική αφήγηση του Friedrich Engels, στο να εργαλειοποιηθεί και ως εργαλείο, να ουδετεροποιηθεί, ως προς τα αποτελέσματά του, αφού, με αυτόν τον τρόπο η άσκηση της εξουσίας, τελικά, εξαρτάται, από εκείνον, που την ασκεί, χωρίς το ίδιο το εξουσιαστικό φαινόμενο, ως τέτοιο, να επηρεάζει, ούτε εκείνους, που την ασκούν, όπως δεν επηρεάζει και τους σκοπούς, για τους οποίους ασκείται.

Το χειρότερο όλων των επιχειρημάτων, που προβάλλει ο Friedrich Engels και των συμπερασμάτων, στα οποία καταλήγει, δεν είναι άλλο, από την προπαγάνδιση, στους κόλπους των κύκλων των ριζοσπαστών διανοουμένων και εργατών, της υποταγής, ως μιας κοινωνικά, αναγκαίας πολιτικής στάσης, η οποία αποδίδεται, στον τρόπο ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, ο οποίος επιβάλλεται, από την παραγωγική διαδικασία και ειδικά, από την αναπτυγμένη βιομηχανική παραγωγή, που - υποτίθεται, όχι αβάσιμα, ότι - διογκώνει τις σχέσεις κυριαρχίας, μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι συμμετέχουν, σε αυτήν και έτσι (επίσης, υποτίθεται) ότι αυτή η πολιτική στάση, ως τρόπος ζωής, καθίσταται να είναι ο ορθός τρόπος διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων. αναγκαίου κοινωνικού φαινομένου.

Με αυτήν την κανονικοποίηση του εξουσιαστικού φαινόμενου, το οποίο αντιμετωπίζεται, από τον Friedrich Engels και τον μαρξισμό, ως ένα εργαλειακό ζήτημα, με ουδέτερο χαρακτήρα, στην ουσία, εξαγιάζεται, ενώ, στην πραγματικότητα, το φαινόμενο αυτό αποτελεί έναν καίριο παράγοντα της ανθρώπινης αδυναμίας, για την προώθηση της διαδικασίας της αποκαλούμενης, ως κοινωνικής απελευθέρωσης. Από εκεί και πέρα, τα κοινωνικά πράγματα, μέσα από την μαρξιστική πολιτική και κοινωνική θεωρία, παίρνουν μιαν άλλη τροπή και εξέλιξη.

Αυτό συμβαίνει διότι, απλούστατα, η ίδια η άσκηση της εξουσίας, προϋποθέτει μια δομή της όποιας εξουσίας, η οποία, τελικώς, όσο δεν μπορούν να λειτουργήσουν οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, ασκείται από μια συγκεκριμένη ελίτ, η οποία, σε κάθε περίπτωση μορφοποιείται, αποκτά μια πραγματική υπόσταση, επιβάλλει την κυριαρχία της, μέσα από την σύγχρονη - κάθε φορά  και σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση - λειτουργία του εξουσιαστικού φαινόμενου και η οποία εξουσιαστική ελίτ στηρίζεται, σε μια στερεή κοινωνική, πολιτική και οικονομική βάση, μετά από κάθε κοινωνική επανάσταση, ή μετά από όποια ριζική (ή μη ριζική) κοινωνική και πολιτική μεταβολή, όπως μας έδειξαν και στην περίπτωση - και όχι μόνον - των μπολσεβίκων και όπως εξακολουθούν να μας διδάσκουν, η ιστορική εμπειρία και οι τρέχουσες εξελίξεις του παρόντος, εντός του οποίου διάγουμε τον βίο μας.

Ως εκ τούτου, η εξαφάνιση του πολιτικού κράτους, για την οποία μιλάει ο Friedrich Engels είτε αυτό είναι εθνικό, είτε, αργότερα, μέσα από μεγαλύτερες κρατικές συσσωματώσεις, είτε, ακόμη και εάν μπορέσουμε να φανταστούμε, στο απώτερο μέλλον, είναι ένα ενιαίο κράτος, που περιλαμβάνει το σύνολο της επικράτειας του πλανήτη μας, καθίσταται ουτοπία, όπως καθίσταται σαφές και αδιαμφισβήτητο, από την δραματική εξέλιξη της πορείας του κλασσικού εργατικού κινήματος, που οδήγησε, στην δραματική πραγματικότητα των παλαιών και των σύγχρονων κρατών του εφαρμοσμένου και πραγματοποιημένου κομμουνισμού και τα οποία, αντί να απονεκρωθούν, όπως προέβλεπαν οι Karl Marx και Friedrich Englels, τελικώς, διεύρυναν την ύπαρξη και την ισχύ τους, στον έσχατο βαθμό, μέσα από την συνέχιση και την, περαιτέρω, εξειδίκευση των θεωριών των πατέρων του μαρξισμού, έτσι όπως τις εγκαθίδρυσαν ο Β. Ι. Λένιν και ο Ι. Β. Στάλιν, με το λενινιστικό μοντέλο πολιτικής/κρατικής, κοινωνικής και οικονομικής διοίκησης, το οποίο χρησίμευσε στην διαμόρφωση των, κοινωνικά, νεοπαγών εξουσιαστικών ομάδων, που επιβλήθηκαν, στις κοινωνίες, που επικράτησαν, ως ελιτιστικές γραφειοκρατίες των κομμουνιστικών κομμάτων, με τις, επί μέρους, κατά περίπτωση, διαφοροποιήσεις, φυσικά.

Μιλώντας, για τα χειρότερα όλων όσων πράττει ο Friedrich Engels, πρέπει να πω ότι, πάντοτε, από τα χειρότερα όλων, υπάρχουν τα, ακόμη, χειρότερα. Δηλαδή τα χείριστα.

Και αυτά τα χείριστα, στα οποία καταφεύγει ο μεγάλος αυτός διανοητής, δεν είναι άλλα από τις φανατικές ιδεοληψίες του, οι οποίες εκφράζονται, στο τέλος του παραπάνω κειμένου, με τις κατηγορίες, τις οποίες απευθύνει, προς τους αντεξουσιαστές, που επιμένουν να διαφωνούν μαζύ του και τους οποίους αποκαλεί, σε κάθε περίπτωση (είτε γνωρίζουν το σφάλμα των πεποιθήσεών τους, είτε όχι), ως υπηρέτες της αντίδρασης. 

Μετά από όλα αυτά, μπορούν να γίνουν κατανοητά τα όσα, σε επίπεδο θεωρίας, αλλά και σε επίπεδο έμπρακτης εφαρμογής των μαρξιστικών ιδεών, έπραξαν και οι σοσιαλδημοκράτες, οι αποκαλούμενοι, ως ρεφορμιστές διάδοχοι των πατέρων του μαρξισμού και πολύ περισσότερο, οι κομμουνιστές, οι αποκαλούμενοι, ως ριζοσπάστες διάδοχοί τους, οι οποίο, μάλιστα, θέλησαν να εμφανισθούν ότι είναι - και όντως, σε πολύ μεγάλο βαθμό, είναι - εκείνοι, οι οποίοι έμειναν πιστοί, στα όσα στηρίζει η μαρξιστική θεωρία, τα οποία, μάλιστα και επεχείρησαν και εξακολουθούν να επιχειρούν να εφαρμόσουν, στην πράξη, με την δημιουργία διάφορων εκδοχών νεοπαγών κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συστημάτων, τα οποία, όμως, αντί να αντικαταστήσουν τον σύγχρονο καπιταλισμό, τον ωθούν να εξελιχθεί, προς τις χειρότερες εκδοχές του.

Δυστυχώς...

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Τί θα κάνει η Lamda (un)Development, στο Ελληνικό; Μια επένδυση, που είναι, εξαιρετικά, αμφίβολο, αν θα πραγματοποιηθεί. Και που, αν πραγματοποιηθεί, ως έργο, θα καταρρεύσει και θα σαπίσει.





Ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται, άμεσα, επενδύσεις είναι, απολύτως, σίγουρο. Βεβαίως, η φιλολογία, που αναπτύσσεται, γύρω από την επενδυτική και την, εν γένει, αναπτυξιακή πολιτική όλων των κυβερνήσεων, που πέρασαν, κατά την διάρκεια όλων των ετών της πολύχρονης και βαριάς οικονομικής κρίσης, από το 2009 και μετά - και η οποία κρίση είναι προϊόν της πολιτικής των Μνημονίων, που επέβαλαν, στην ελληνική κοινωνία οι ξένοι δανειστές και το αστικό και κομμουνιστογενές πολιτικό προσωπικό της χώρας -, έχει ένα, καθαρά, φιλολογικό περιεχόμενο και θέλει να κρύψει την συστηματική, σταθερή και επίμονη πολιτική που ασκείται, στον χώρο των επενδύσεων, η οποία αποσκοπεί, στην μακροπρόθεσμη και συνάμα, ταχεία αποεπένδυση, στον χώρο της ελληνικής οικονομίας. 

Αυτή η πολιτική της γοργής και μακροπρόθεσμης αποεπένδυσης είναι η ασκούμενη και ως εκ τούτου, πραγματική πολιτική όλων των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας. Και φυσικά, αφού αναγνωρίσουμε αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, αφήνοντας, στην άκρη, οποιεσδήποτε αυταπάτες, πρέπει να παραδεχτούμε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αυτή η πολιτική της μαζικής, ταχείας και μακροπρόθεσμης αποεπένδυσης έχει επιτύχει εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπως δείχνει ο, παραπάνω, πίνακας, ο οποίος προέρχεται, από την ΕΛΣΤΑΤ και τον οποίο έχουμε παρουσιάσει, άλλες δύο φορές, σε άλλα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, τον οποίο πίνακα, άλλωστε, θα χρησιμοποιήσουμε και στο μέλλον, όσες φορές εξετάσουμε το ζήτημα της κατάστασης των επενδύσεων και της αναπτυξιακής διαδικασίας, στην ελληνική οικονομία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η νέα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ακολουθεί τα βήματα των προηγούμενων, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα δεν είναι, ακριβώς, έτσι. Στον, επί του πραγματικού, επενδυτικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη υπάρχει μια ποιοτική διαφορά, από τις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή, του ΓΑΠ, του Λουκά Παπαδήμου, του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα, που προηγήθηκαν. Αυτή η διαφορά είναι αξιοσημείωτη και, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις, πρέπει να επισημανθεί.

Το οικονομικό επιτελείο της νέας κυβέρνησης (Σπυρίδων-Άδωνις Γεωργιάδης, Χρήστος Σταϊκούρας κλπ) και φυσικά, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, επιθυμούν να βαδίσουν, στον δρόμο της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, με την εκκίνηση κάποιων μεγάλων έργων, όπως αυτά, που έγιναν, κατά την περίοδο 1997 - 2004, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, προκειμένου, μέσα στην επόμενη οκταετία - η οποία, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης, θα είναι η ελάχιστη χρονική περίοδος της ζωής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας -, να μεγεθυνθούν οι επενδύσεις, να μειωθεί η ανεργία, να αυξηθεί η συνολική συναθροιστική ζήτηση (η κατανάλωση) και έτσι, να επιταχυνθεί η αναπτυξιακή διαδικασία, στα πλαίσια της ελληνικής οικονομίας, η οποία, μετά την τεράστια κατακρήμνιση της περιόδου 2009 - 2017, κυριολεκτικά, φυτοζωεί. 

Το τί θα γίνει, μετά, είναι ένα άλλο ζήτημα. Μπορεί οι επενδύσεις, στα φαραωνικά ολυμπιακά έργα, να πήγαν στράφι και τα περισσότερα, από αυτά να σαπίζουν, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Κώστας Σημίτης και η πασοκική γραφειοκρατία κυβέρνησαν, για τουλάχιστον, οκτώ χρόνια. Δηλαδή, την δουλειά τους, την έκαναν. 

Ας κάνουμε ο,τιδήποτε μπορούμε να κάνουμε, ακόμη και αν γνωρίζουμε ότι αυτά, που θα κάνουμε, έχουν αρνητικές, ως προς την απόδοσή τους, μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές. 

Αυτό είναι το "επενδυτικό και το αναπτυξιακό όραμα" του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του. Μετά, "γαία, πυρί μειχθήτω".

(Βέβαια, αυτό το τελευταίο δεν πρόκειται, ποτέ, να το πουν. Δεν θα το ομολογήσουν, αλλά αυτό δεν αλλάξει τα πράγματα).

Η επιδίωξη της κατάρτισης μιας συμφωνίας, με την "Lamda Development" του Σπύρου Λάτση, για την "επένδυση", στον τεράστιο χώρο του παλαιού αεροδρομίου, στο Ελληνικό, βρίσκεται, ακριβώς, μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, που, μόλις, περιγράψαμε. Και αυτό, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αυτή η πολυδιαφημισμένη επένδυση είναι, απολύτως, προβληματική.

Το γιατί η, μετά βαΐων και κλάδων, επιδιωκόμενη επένδυση της "Lamda Development", στο Ελληνικό, είναι, απολύτως, προβληματική, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε, εάν δούμε το τί επιδιώκει η κυβέρνηση και το τί επιδιώκει η επιχείρηση αυτή. Η εταιρεία επιθυμεί (ή λέει ότι επιθυμεί) να αξιοποιήσει ένα μέρος του χώρου, για να κατασκευάσει πολυτελές ξενοδοχείο, με καζίνο, στην μαρίνα του Αγίου Κοσμά, ενώ η κυβέρνηση θέλει, πέραν αυτού, να κατασκευασθούν και μια σειρά, από πολλά άλλα κτίρια, ανάμεσα, στα οποία και ουρανοξύστες - μιλάνε, για έξι - όπως και διάφορες άλλες εγκαταστάσεις, με την δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου και την ανέγερση εμπορικού κέντρου, στον σταθμό Ελληνικό του Μετρό της Αθήνας και την κατασκευή.  

Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το περίφημο επενδυτικό σχέδιο, για το Ελληνικό, το οποίο σχέδιο καρκινοβατεί, εδώ και πολλά χρόνια.

Βλακείες. Παρά τα όσα προπαγανδίζονται, η ανακοίνωση ότι η "Lamda Development" θα βγει, στην χρηματοπιστωτική αγορά, για έναν δανεισμό-μαμούθ, από ελληνικές και ξένες τράπεζες και ότι θα προβεί, σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, οδήγησε, σε πτώση της μετοχής της, κατά 10%, για δύο λόγους.

Ο ένας λόγος αφορά την χρηματοδότηση του έργου, αφού ο δανεισμός πρόκειται να είναι πολύ μεγάλος.

Τα στελέχη της "Lamda Development" δεν δίνουν σοβαρές εξηγήσεις, για το, από πού θα βρεθούν τα τεράστια ποσά, που θα χρηματοδοτήσουν το έργο, το οποίο, συνολικά, υπολογίζεται ότι θα φθάσει, κάπου, στα 7 δισ. €, αφού η εταιρεία δεν διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια, ενώ, από την άλλη πλευρά, οι υποτιθέμενοι ξένοι επενδυτές (η κινεζική Fosun και η Eagle Ηills, από το Αμπού Ντάμπι), που συμμετέχουν, στο συνεργατικό επενδυτικό σχήμα της Global Investment Group, έχουν να πάρουν μέρος σε κοινή ενημέρωση, για το επενδυτικό αυτό σχέδιο, από το 2014, γεγονός το οποίο οδηγεί, στο να φημολογείται ότι το ενδιαφέρον τους έχει ατονήσει και ότι, ουσιαστικά, αυτό το επενδυτικό σχήμα είναι νεκρό.

Ο δεύτερος λόγος αφορά την αποπληρωμή των δανείων.

 H απόδοση αυτού του επενδυτικού σχεδίου, το οποίο, υποτίθεται - και μόνον, υποτίθεται - ότι θα χρηματοδοτήσει την αποπληρωμή των δόσεων των δανείων, είναι εξαιρετικά, επισφαλής (και κατά την γνώμη μου πρόκειται να είναι ανεπαρκέστατη, για να καλύψει το κόστος του δανεισμού αυτού).

Κάπως έτσι και για τους λόγους αυτούς, η "Lamda Development" - θα μπορούσαμε, χαριτολογώντας, να την αποκαλέσουμε Lamda (un)Development -, επειδή δεν έχει τα απαραίτητα κεφάλαια, αναζητεί ελληνικό και διεθνή δανεισμό (τον οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε, ήδη, να τον έχει εξασφαλίσει)

Αυτή η έλλειψη κεφαλαίων είναι η αιτία της καθυστέρησης, που δεν έχει προχωρήσει, έως τώρα, η ολοκλήρωση του διαγωνισμού (ο οποίος λέγεται ότι θα πραγματοποιηθεί, στις 30/9/2019), για το καζίνο, στο Ελληνικό, αφού η εταιρεία, κυριολεκτικά, ψάχνεται, για να εξασφαλίσει, στην παρούσα φάση - μετά βλέπουμε -, το κεφάλαιο των 1,5 δισ. €, για να ξεκινήσει το πολυθρύλητο έργο, για τα πέντε πρώτα έτη της κατασκευής του.






Στην πράξη, η εταιρεία δεν επιθυμεί να προχωρήσουν τα έργα, πλην αυτού, που αφορά το καζίνο, από το οποίο θέλει, πρώτα, να βγάλει, εάν μπορέσει να βγάλει, χρήματα και στην συνέχεια, να προχωρήσουν - εάν κρίνει ότι την συμφέρει - στην κατασκευή (μέρους και όχι ολόκληρου) του υπόλοιπου έργου. Έτσι έχουν τα πράγματα.

Ως εκ τούτου, γεννώνται τα ερωτήματα : 


1) Πώς είναι δυνατόν μία επιχείρηση να αναλαμβάνει ένα, φαραωνικών διαστάσεων, έργο, χωρίς την κεφαλαιακή επάρκεια, που είναι απαραίτητη; 

2) Πώς είναι δυνατόν μία επιχείρηση να αναλαμβάνει αυτό το έργο, χωρίς να είναι γνωστό, το εάν - και κατά πόσον - υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια, για να χρηματοδοτηθεί μία τόσο μεγάλη επένδυση;

3) Πώς είναι δυνατόν μία επιχείρηση να αναλαμβάνει το, εν λόγω, έργο, χωρίς καμμία πληροφορία, για το ποιοί, πόσοι και σε ποιόν βαθμό, συμμετέχουν στο υποτιθέμενο επενδυτικό σχήμα;

4) Πώς είναι δυνατόν μια επιχείρηση να προβεί, σε έναν τόσο εκτεταμένο δανεισμό, χωρίς να έχει προβλεφθεί και να εξασφαλισθεί, από τις αποδόσεις του έργου, που αναλαμβάνεται να εκτελεσθεί, η μέλλουσα αποπληρωμή των δανείων; 


Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με μια τεράστια φούσκα, η οποία βασίζεται, σε μια διογκωμένη παραμυθία. Το έργο του Ελληνικού δεν πρόκειται να χρηματοδοτηθεί και να πραγματοποιηθεί. Και αν χρηματοδοτηθεί, θα χρηματοδοτηθεί, από τις χρεωκοπημένες ελληνικές τράπεζες. Ουσιαστικά, δηλαδή, από την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, όμως, υπό τον μανδύα της "ιδιωτικής πρωτοβουλίας", η επένδυση και το έργο αυτό θα έχουν δημόσιο χαρακτήρα, όντας, μάλιστα, μια κακή και καταστροφική επένδυση και ένα κακό και καταστροφικό έργο, που δεν πρόκειται να αποδώσουν τίποτε το επικερδές και χρήσιμο.

Και φυσικά, εάν, τελικά, το έργο, στο Ελληνικό, πραγματοποιηθεί, θα καταρρεύσει και θα μείνει νεκρό, ως επένδυση (με μια μικρή επιφύλαξη, για το καζίνο, το οποίο, άλλωστε, δεν πρόκειται να είναι και το μεγαλύτερο τμήμα του και εφ' όσον υπάρξει, δεν θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει το υπόλοιπο έργο).

Κάπως έτσι, οι σχεδιαζόμενοι έξι ουρανοξύστες, εφ' όσον κατασκευασθούν, θα μείνουν ακατοίκητοι, όπως συμβαίνει, με τους τεράστιους ουρανοξύστες, που κατασκευάστηκαν, εδώ και πολλά χρόνια, στο Δυρράχιο της Αλβανίας και οι οποίοι παραμένουν κενοί και χωρίς πελάτες. 

Και αυτό πρόκειται να συμβεί και στο Ελληνικό, επειδή δεν πρόκειται να υπάρξει αγοραστικό, ή ενοικιαστικό ενδιαφέρον, από τον επιχειρηματικό κόσμο, αφού δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει, η αντίστοιχη αγορά και η, επίσης, αντίστοιχη κατανάλωση, που να καταφέρουν να στηρίξουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, στον χώρο αυτόν.

Αυτή είναι η "ανάπτυξη" και τα "επενδυτικά σχέδια" της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (που ήσαν κοινά, με τα σχέδια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο, που εκείνη αποδείχτηκε προσεκτική). Μια σκέτη φούσκα, η οποία θα είναι, μεσοπρόθεσμα, καταστροφική. Εάν βέβαια, υλοποιηθεί.

Καλά ξεμπερδέματα...

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

Από το σήμερα, στο 2030 και στο 2050 : Πώς και γιατί η Δύση οδηγείται, στο να βρεθεί υπό την κυριαρχία της Ανατολής, ενώ η Ρωσία, που άντεξε, περιμένει, υπομονετικά, να πέσει η Ευρώπη, στα χέρια της, στα πλαίσια μιας ανεπιθύμητης, αλλά και αναπόφευκτης, για τις δυτικές ελίτ, συμμαχίας.






Παρακολουθώντας την πορεία της ρωσικής οικονομίας, από το 2015, μέχρι τις ημέρες μας, προκύπτει ένα συμπέρασμα, το οποίο αφορά και την χώρα μας. Και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι άλλο, από το ότι η ελληνική οικονομία, προκειμένου η χώρα να βαδίσει, στον δρόμο της γοργής οικονομικής μεγέθυνσης, πρέπει να βγει από το ευρώ και την ζώνη του. 

Όπως άπειρες φορές έχουμε πει, η ελληνική οικονομία πρέπει να βγει, από την ευρωζώνη, για να σταθεί δυνατό να αναπτυχθεί η εγχώρια βιομηχανία, ο κλάδος της μεταποίησης και η αγροτική παραγωγή, μειώνοντας, παράλληλα, την μεγάλη εξάρτηση της χώρας, από τις εισαγωγές, οι οποίες, στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης και του ευρώ, παραμένουν, επίμονα, μεγαλύτερες, από τις εξαγωγές και κρατούν την ελληνική οικονομία, κάτω από την δαμόκλειο σπάθη των μεγάλων και διευρυνόμενων εξωτερικών ελλειμμάτων, τα οποία εξακολουθούν να επιμένουν, παρά την μακροχρόνια έλευση της σαρωτικής οικονομικής κρίσης, που έπληξε την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Η περίπτωση της Ρωσίας, ως, προς την αντίδραση και τα μέτρα του Βλαντιμίρ Πούτιν και της λοιπής ρωσικής ηγεσίας, στην επιβολή των κυρώσεων, εκ μέρους της Δύσης, για την απόσπαση της Κριμαίας, από την Ουκρανία και την ενσωμάτωσή της, στην ρωσική επικράτεια, αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, για το τί πρέπει να πράξει η χώρα μας και για τον ποιό δρόμο πρέπει να ακολουθήσει, αλλά δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος, για τον οποίο γράφεται το παρόν κείμενο.

Το σημερινό δημοσίευμα γίνεται, προκειμένου να καταδειχθούν τα αδιέξοδα του σχεδιασμού των Δυτικών χωρών, έναντι της Μόσχας, ο οποίος σχεδιασμός αποσκοπεί, στο γονάτισμα της ρωσικής οικονομίας και την επαναφορά των μελών και των επιγόνων της παλαιάς φρουράς της υποταγμένης, στην Ουάσινγκτων, μετασοβιετικής ηγεσίας - της οποίας εμβληματική μορφή υπήρξε και παραμένει ο απερίγραπτος Μπορίς Γέλτσιν - που στο σύνολό τους, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990, κατέστρεψαν την μετασοβιετική ρωσική οικονομία, αφού, προηγουμένως, είχαν διαλύσει, μέσα από μια, εκ των ένδον, πολιτική και κοινωνική προδοσία, με πρωταγωνιστή τον ολετήρα Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και χωρίς τον παραμικρό σχεδιασμό, την οικονομία της "Σοβιετικής Ένωσης", την οποία οδήγησαν, στην αιφνίδια και συνάμα, κατακρημνιστική αυτοδιάλυση.

Η αλήθεια είναι ότι οι κυρώσεις, που επέβαλαν οι Δυτικοί, στην ρωσική οικονομία δεν ήσαν χωρίς επιπτώσεις. Η ρωσική οικονομία επλήγη, από αυτές, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ της χώρας να παρουσιάσει, επί μία διετία (2015 - 2016), μια συγκροτημένη πτώση, η οποία έληξε το 2018, οπότε η αναπτυξιακή διαδικασία επανήλθε, παρά το γεγονός ότι η επιβολή των δυτικών κυρώσεων συνεχίζεται. 

Ας δούμε τα σχετικά μεγέθη.

Με βάση το έτος 2014, κατά το οποίο το ρωσικό ΑΕΠ διαμορφώθηκε, σε όρους ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, στα 4.064,55 τρισ. $ (ή στα 3.597,13 τρισ. € - εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός, σε ευρώ, στρεβλώνει τα εμφανιζόμενα μεγέθη, διότι γίνεται, με βάση τις ετήσιες τιμές της συναλλαγματικής ισοδυναμίας ευρώ και δολλαρίου, γεγονός το οποίο δεν συμβαδίζει, με την ισοτιμία των αγοραστικών δυνάμεων, ανάμεσα σε ευρωζώνη και Ρωσία), το 2015, το ρωσικό ΑΕΠ υποχώρησε, κατά 2,5% και διαμορφώθηκε, στα 3.962,94 τρισ. $ (ή στα 3.651,45 €), ενώ, η πτώση του συνεχίστηκε και το 2016, που υποχώρησε, κατά 0,2% και διαμορφώθηκε, στα 3.955,01 τρισ, $ (ή στα 3.571,37 τρισ. €).

Το 2017, τα πράγματα άλλαξαν. Η ρωσική οικονομία, παρά πάσα προσδοκία των Δυτικών, επανήλθε, στην ανοδική της πορεία, εμφανίζοντας μια αύξηση της τάξεως του 1,5% και το ρωσικό ΑΕΠ έφθασε, στα 4.014,34 τρισ. $ (ή στα 3.552,09 τρισ. €). Το 2018, τα πράγματα πήγαν καλύτερα και το ρωσικό ΑΕΠ έφθασε, στα 4.086,59 τρισ. $ (ή στα 3.616,63 τρισ. €), παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξεως του 1,80%, ενώ το 2019 υπολογίζεται ότι θα πλησιάσει τα 4.200,00 τρισ. $.

Αυτό, που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι, πολύ πριν την οικονομική ύφεση της περιόδου 2015 - 2016, η πολιτική του Βλαντιμίρ Πούτιν έχει οδηγήσει, σε σχέση, με το 2008, στην τεράστια αύξηση της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής, που έφθασε, στο 18%, ενώ, στην ίδια περίοδο (2008 - 2019), η βιομηχανική παραγωγή των Η.Π.Α. έχει αυξηθεί, μόλις, κατά 5%. 

Φυσικά, εδώ είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι οι κυρώσεις της Δύσης αυτό, που έκαναν, δεν ήταν τίποτε άλλο, από το να επιταχύνουν αυτή την διαδικασία της ανόδου της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής, μέσα από την επιδιωχθείσα και επιτυχή πολιτική της υποκατάστασης των εισαγωγών, αφού, κατά την περίοδο 2014 - 2019, η συνολική βιομηχανική παραγωγή της ρωσικής οικονομίας αυξήθηκε, κατά 12%, με αποτέλεσμα την πτώση των εισαγωγών, κατά 20,6%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν, κατά 26,2%.

Η ουσία της όλης υπόθεσης βρίσκεται, στο απλούστατο γεγονός ότι η Ρωσία και η ανάπτυξη της οικονομίας της, δεν εξαρτώνται, πλέον, από τις Η.Π.Α. και τον Δυτικό Συνασπισμό, όπως συνέβαινε, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. 

Αυτή η μη αναμενόμενη, από τους Δυτικούς, απεξάρτηση της Ρωσίας προέκυψε, εξ αιτίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία διέχυσε την παραγωγή και την εκμετάλλευση της προηγμένης τεχνολογίας, πολύ πέραν των δυτικών χωρών και οδηγεί τις εξελίξεις, στην διαμόρφωση μιας σκληρής πραγματικότητας, η οποία στερεοποιεί μια κατάσταση, στην οποία η συμμετοχή της Δύσης, στο παγκόσμιο ΑΕΠ, βαίνει, συν τω χρόνω, μειούμενη, μειώνοντας, παράλληλα, το ειδικό βάρος της, στα δρώμενα, επί του πλανήτη, με αποτέλεσμα ο Δυτικός Συνασπισμός να οδηγείται, με γοργούς ρυθμούς, στην σταδιακή περιθωριοποίηση.

Μάλιστα, εάν δούμε τις εξελίξεις, στο - όχι μακρινό - μέλλον και εφ' όσον οι ανερχόμενες δυνάμεις, πρωτίστως, της Κίνας και δευτερευόντως, της Ινδίας, δεν αναχαιτισθούν, με κάποιον δραστικό τρόπο, από τις Η.Π.Α. και την Δύση, η διαμόρφωση των συσχετισμών δύναμης, στον πλανήτη, προβλέπεται να είναι πολύ δυσμενής, για τον Δυτικό Συνασπισμό.

Έτσι - όχι πολύ μακριά, από τώρα -, το 2030, σε επίπεδο ΑΕΠ, μετρούμενο, σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Κίνα θα προηγείται, με ΑΕΠ, στα 38 τρισ. $, οι Η.Π.Α. θα ακολουθούν, μακριά, δεύτερες, με ΑΕΠ, που θα φθάνει, στα 23,4 τρισ. $ και η Ινδία θα ακολουθεί τρίτη, με ΑΕΠ, στα 19,5 τρισ. $.

Το 2050, οι εξελίξεις θα είναι πολύ πιο δραματικές για τις Η.Π.Α. Η Κίνα θα εξακολουθήσει να είναι πρώτη με ΑΕΠ, ίσο με 64,2 τρισ. $, όμως, στην δεύτερη θέση, θα έχει περάσει η Ινδία, με ΑΕΠ ίσο με 46,3 τρισ. $, αφήνοντας τις Η.Π.Α., τρίτες και καταϊδρωμένες, με ΑΕΠ, το οποίο θα φθάνει, στα 31 τρισ. $ (στην τέταρτη θέση προβλέπεται να φθάσει η Ινδονησία, με 10,1 τρισ. $ και στην πέμπτη η Τουρκία, με 9,1 τρισ. $ - και ιδιαίτερα, το τελευταίο, θα πρέπει να απασχολήσει, πάρα πολύ την ελληνική ελίτ).

 Όπως πολλές φορές έχουμε πει [χαρακτηριστικά, μάλιστα, όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει, σε αυτό εδώ το μπλογκ, ένα, προ τριετίας, δημοσίευμά μου, με τίτλο : 1 - 2008 μ.Χ. : Η άνοδος και η πτώση των Η.Π.Α. και του Δυτικού Κόσμου και η ακάθεκτη πορεία της Κίνας, προς την πρωτοκαθεδρία, μέσα από την ανακατανομή των ποσοστιαίων μεριδίων των μεγάλων χωρών, στο παγκόσμιο ΑΕΠ. (Η διάσπαση των αμερικανικών ελίτ, οι επισφαλείς αμερικανορωσικές σχέσεις και οι κρίσιμες αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου), το οποίο εξαντλείται, σε longterm ιστορικές αναφορές, στην ισορροπία των δυνάμεων, ανάμεσα, στην Δύση και την Κίνα], ο Δυτικός Κόσμος βρίσκεται, για μία, ακόμη φορά, μετά από δύο αιώνες, αντιμέτωπος, με το επερχόμενο γεγονός ότι η Ανατολή - και ιδιαίτερα, η Άπω Ανατολή θα τον ξεπεράσει, όπως, άλλωστε συνέβαινε, από την εποχή της αρχαιότητας, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα.



Με λίγα λόγια, η Κίνα και η Ινδία, ως μέλλουσες ισχυρότερες οικονομίες, στον πλανήτη, επιστρέφουν, στην παλαιά πρωτοκαθεδρική θέση τους, στην παγκόσμια κατάταξη, σε επίπεδο οικονομικών μεγεθών, αφήνοντας, πίσω τους, τις ΗΠΑ στην τρίτη θέση, οι οποίες, μάλιστα, ακολουθούνται, όπως προβλέπεται, από δύο χώρες, που δεν ανήκουν, στον σκληρό πυρήνα της Δύσης. 

Μόνο, που, τώρα, αυτή η πρωτοκαθεδρία των δύο χωρών της Ανατολής πρόκειται να συνοδευτεί και από την αντίστοιχη πολιτική και στρατιωτική ισχύ, εάν και εφ' όσον η Δύση δεν ανακόψει αυτές τις δυνάμεις, που απειλούν την παγκόσμια κυριαρχία της. Και φυσικά, η αναγνώριση αυτής της ρέουσας και επερχόμενης πραγματικότητας, από την αμερικανική ελίτ, αλλά και τις αντίστοιχες δυτικές ελίτ, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή, ενώ η προοπτική της διάσπασης της ίδιας της Δύσης, ως ενότητας, είναι ένα από τα πιθανά ενδεχόμενα του εγγύς μέλλοντος.

Οι επιλογές των Η.Π.Α., ενώπιον αυτών των κινδύνων δεν είναι πολλές. Στην ουσία, η μόνη ορθολογική επιλογή, που έχουν οι στρατηγιστές της Ουάσινγκτων, εφ' όσον οι αμερικανικές ελίτ δεν αποδεχθούν την μοίρα τους και εάν επιθυμούν την συνέχιση της αμερικανικής και της δυτικής κυριαρχίας, στον πλανήτη, είναι η σύμπηξη μιας ενεργού και μακροπρόθεσμης συμμαχίας, με την Ρωσία, σήμερα του Βλαντιμίρ Πούτιν και αύριο των διαδόχων του, προκειμένου να ανακοπεί, να αναχαιτισθεί και να αποτραπεί η έλευση αυτού του επερχόμενου κινδύνου, ο οποίος, εάν μείνει, χωρίς την κατάλληλη δράση, είναι αναπόφευκτο να λάβει σάρκα και οστά.

Αυτό, βέβαια, σημαίνει ότι με κάποιον τρόπο, θα γίνουν αποδεχτές, από την αμερικανική ελίτ, οι ρωσικές επιθυμίες, για μια ριζική αναδιάταξη των ισορροπιών, στον ευρωπαϊκό χώρο, με την εγκατάλειψη της Γερμανίας και του χώρου, που την περιβάλλει - στον οποίο, πιθανότατα, θα συμπεριλαμβάνεται και η Γαλλία - όπως και της αποδιοργανούμενης "Ευρωπαϊκής Ένωσης", στην ρωσική σφαίρα επιρροής.

Άλλος δρόμος, πλην αυτού της υποταγής, στην κυριαρχία της Ανατολής, δεν υπάρχει, για την Ουάσινκτων και την Δύση. Η συμμαχία, με την υπομονετική Ρωσία, η οποία περιμένει τους Δυτικούς να πέσουν, στα χέρια της, σαν ώριμα φρούτα, φαίνεται να είναι αναπότρεπτη.

Όσο και αν αυτή η παραδοχή (την οποία, όμως, φαίνεται ότι ο πρόεδρος Donald Trump έχει κάνει) είναι δύσκολη. 

Και μάλιστα, πολύ δύσκολη.


Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Adults In the Room? "Δεν θα κάνω την βουλή βιομηχανία Εξεταστικών Επιτροπών. Κλείνουμε τα κεφάλαια εκείνης της περιόδου" λέει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για το πρώτο εξάμηνο του 2015. (Οι δανειστές το επιθυμούν και η πρόθυμη Νέα Δημοκρατία αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, ότι είναι ένα κόμμα πολιτικών απατεώνων).







Από όσα εξήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην 84η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, στην παρούσα φάση, δεν είναι τα οικονομικού περιεχομένου θέματα, αυτά που θα απασχολήσουν το παρόν δημοσίευμα. Άλλωστε, όπως είπε και ο ίδιος, το περιεχόμενο και η αποτελεσματικότητα των εξαγγελιών του, που αφορούν την οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης, θα κριθούν, σε έναν χρόνο, από τώρα και για μένα, είναι δεδομένο ότι οι εξαγγελίες αυτές, εφ' όσον υλοποιηθούν (κάτι που δεν είναι δεδομένο), θα δημιουργήσουν ένα βαρύ δημοσιονομικό πρόβλημα, όπως έχω περιγράψει, πολύ πριν ο πρωθυπουργός σχηματίσει την παρούσα κυβέρνηση [Δείτε τα παλαιότερα δημοσιεύματά μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ : Μια πρόωρη, αλλά και αληθής πρόβλεψη, για την αποτυχία του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που έρχεται. (Τα ασφυκτικά δεσμά του ευρώ, οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, για την έκδοση ενός τοπικού νομίσματος και τα προκύπτοντα αδιέξοδα), αλλά και 2009 - 2019 : Η ελληνική οικονομία και τα αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας. (Η ανισορροπία αποταμιεύσεων και επενδύσεων και η πτώση της ροπής προς κατανάλωση, ως αιτίες της οικονομικής κρίσης, μέσα στα πλαίσια των Μνημονίων)].

Όλα αυτά θα κριθούν, στην πορεία του χρόνου και θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και να αποτιμήσουμε τα όσα προκύψουν. Άλλα είναι αυτά, που θα μας απασχολήσουν, σήμερα. Και αυτά αφορούν τις επίμονες και συνεχείς εξαγγελίες της Νέας Δημοκρατίας, από το 2016, μέχρι τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, για την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, από την νέα βουλή, η οποία Επιτροπή θα διερευνούσε όλα όσα έγιναν, κατά την περίοδο του πρώτου εξαμήνου του 2015, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, μέχρι την επιβολή των capital controls.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τις διακηρύξεις της Νέας Δημοκρατίας, κατά την προηγούμενη βουλευτική περίοδο, αναφερόμενος, στο πρώτο εξάμηνο του 2015, έκανε την έκπληξη, λέγοντας ότι δεν θα κάνει την βουλή βιομηχανία Εξεταστικών Επιτροπών, συμπληρώνοντας ότι κλείνουν τα κεφάλαια εκείνης της περιόδου. Στην ουσία, έκανε πίσω, ακυρώνοντας τους δικούς του σχεδιασμούς, για τους οποίους είχα μιλήσει προεκλογικά [Δείτε, το : Το σχέδιο του Κυριάκου Μητσοτάκη, για εξεταστική επιτροπή στην νέα βουλή, για το κόστος της "περιόδου Βαρουφάκη", αλλά και συνολικά της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. (Μια απόπειρα συνεξέτασης των δεδομένων του πρώτου εξαμήνου του 2015, με τα στοιχεία του 3ου Μνημονίου καθώς και της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, η αναγκαιότητα της επιβολής capital controls και οι ευθύνες της ΕΚΤ, του Γιάννη Στουρνάρα και του, τότε, υπουργού Οικονομικών)]. Το γιατί το πράττει αυτό, είναι που θα μας απασχολήσει, σήμερα (και για πολύν καιρό, αργότερα, αφού το σχετικό ερώτημα πρόκειται να απασχολεί, επί μακρόν και τους ιστορικούς του μέλλοντος).

Η ανεύρεση των αιτιών, για την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να κλείσει την υπόθεση της Εξεταστικής Επιτροπής, για όσα έγιναν, κατά την διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2015, δεν είναι καθόλου, δύσκολη. Ο πρωθυπουργός είναι σαφές ότι δέχτηκε πιέσεις, από τους δανειστές, με πρώτους και "καλύτερους" την Angela Merkel και τον Emmanuel Macron, όπως και από την ευρωγραφειοκρατία, που, ουδόλως, επιθυμούν να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση, που θα ξύνει αυτές τις παλαιές πληγές, εν όψει, μάλιστα και του Brexit, το οποίο συγκλονίζει το ετοιμόρροπο "ευρωπαϊκό" οικοδόμημα.

Τα πράγματα, μάλιστα, γίνονται χειρότερα, όχι, μόνο, από την πολυσυζητημένη ταινία του Κώστα Γαβρά "Adults in the room", που λέγεται ότι αποτυπώνει τα όσα διαδραματίστηκαν, εκείνη την εποχή, στην Ελλάδα και στις συνεδριάσεις του Eurogroup. Αυτή η δραματοποιημένη κινηματογραφική αφήγηση, που βαδίζει, στα χνάρια των άλλων επικών ταινιών του Γαβρά ("Ζ", "Ομολογία", "Κατάσταση Πολιορκίας" και " Ο Αγνοούμενος") πιστεύω ότι έπαιξε μικρότερο ρόλο, από το "πυρηνικό" όπλο, που έχει, στα χέρια του ο πρωταγωνιστής εκείνης της εποχής, ο Γιάννης Βαρουφάκης, στο βιβλίο του οποίου, ο γνωστός σκηνοθέτης βάσισε το περιεχόμενο της ταινίας του.

Αυτό, που φόβισε τους ξένους δανειστές, είναι η ρητή απειλή του Γιάννη Βαρουφάκη ότι θα ανεβάσει, στο Διαδίκτυο, τις πολύωρες και πολυήμερες συνομιλίες, που διεξήχθησαν, στο Eurogroup, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, τις οποίες ο πρώην υπουργός Οικονομικών έχει μαγνητοφωνήσει. 

Μια τέτοια ξεφτίλα οι ευρωθεσμοί και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούν να την αφήσουν να εκτυλιχθεί, στο φως της δημοσιότητας, αφού θα αποκαλύψει το στυγνό περιεχόμενο του imperium, που κτίζεται, στα "ευρωενωσιακά" παρασκήνια και τον αντιδημοκρατικό ιστό της αράχνης, που αυτό το γερμανοκρατούμενο imperium υφαίνει, κρυφά και πίσω από τις πλάτες των λαών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Οι κυβερνήσεις του Παρισιού και του Βερολίνου και οι ευρωθεσμοί απαίτησαν τον ενταφιασμό της υπόθεσης. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοινώνει, χωρίς αιδώ και απροσχημάτιστα, ότι κλείνει τα οχληρά κεφάλαια της περιόδου του πρώτου εξαμήνου του 2015. 

Δεν είναι, λοιπόν, η προτίμηση της λήθης, στο παρελθόν, που οδήγησε τον πρωθυπουργό στην επιλογή αυτή. Δεν είναι, καν, η εμπέδωση ενός ήπιου πολιτικού κλίματος, με δεδομένη την, επί μακρόν, ανικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ και της λοιπής αντιπολίτευσης να βλάψουν τους πολιτικούς, τους οικονομικούς και τους λοιπούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης, η οποία κυριαρχεί και παίζει (και θα εξακολουθήσει να παίζει στο προβλεπτό μέλλον των, τουλάχιστον, δύο επόμενων ετών), εν ου παικτοίς.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, εάν ήθελε, μπορούσε να ξεκινήσει, με την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, στην βουλή, την πολλή χρήσιμη έρευνα, για όσα συνέβησαν, το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης της χώρας, από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου. Όμως, παρά το γεγονός ότι η σύσταση αυτής της Επιτροπής ήταν μία από τις βασικές προγραμματικές δεσμεύσεις του κυβερνητικού κόμματος, η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ωμότατα, έβαλε στην άκρη την δέσμευση αυτή, πειθόμενη, στις εντολές των ξένων, οι οποίοι έχουν να κουκουλώσουν τις δικές τους αθλιότητες. 

Φυσικά, όσο και αν αυτή η εξέλιξη είναι απογοητευτική, δεν είναι, καθόλου, απρόσμενη. Η Νέα Δημοκρατία, είτε με τον Αντώνη Σαμαρά, είτε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, σε όλη την διάρκεια της καταιγιστικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας, στηρίχθηκε, στο ωμό ψεύδος, προκειμένου να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία, είτε το 2012, με τα "αντιμνημόνια" και τα "Ζάππεια", είτε, τώρα, με τις προγραμματικές της δεσμεύσεις και τις εξαγγελίες της, π.χ., για το Μακεδονικό και την "τροποποίηση" της Συνθήκης των Πρεσπών και για την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, για το πρώτο εξάμηνο του 2015. 

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω και τα πεπραγμένα του τωρινού κυβερνητικού κόμματος, στις υποθέσεις της SIEMENS και της NOVARTIS, είναι γνωστό ότι το κόμμα αυτό ασκεί, εκτεταμένα, την πολιτική απάτη και το πολιτικό ψεύδος, ως βασικά εργαλεία, για την προσέλκυση ψηφοφόρων. Και φυσικά, όσο πιο μεγάλα είναι τα πολιτικά ψεύδη και οι πολιτικές απάτες, τόσο περισσότερο πείθουν και προσελκύουν το ενδιαφερόμενο πολιτικό και εκλογικό κοινό. 

Έτσι, για να πούμε τα πράγματα, με το όνομά τους, μπορεί η ταινία του Κώστα Γαβρά να έχει, ως τίτλο της, τον αγγλικό τίτλο του βιβλίου του Γιάννη Βαρουφάκη "Ενήλικες, στο Δωμάτιο" (πρόκειται για την φράση της Christine Lagarde, σε μια συνεδρίαση του Eurogroup), όμως τα πεπραγμένα της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύουν ότι αυτή δεν αποτελείται, από ενήλικες - ή ότι η, εν λόγω, ηγεσία, δεν θεωρεί ότι το ελληνικό εκλογικό σώμα και οι ψηφοφόροι της αποτελούνται από ενήλικες.

Άλλωστε, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι, μόνον, η Νέα Δημοκρατία κόμμα πολιτικών ψευτών και πολιτικών απατεώνων. Οι συριζαίοι, πριν από τους νεοδημοκράτες διέπρεψαν, εις το είδος αυτό. Και πριν από αυτούς, οι πασόκοι.

Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται η επίδειξη καμμίας λύπης, σε όσους πίστεψαν τις σχετικές εξαγγελίες της Νέας Δημοκρατίας, την ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019 και τώρα, δηλώνουν ότι είναι απογοητευμένοι (έστω και αν αυτοί, προς το παρόν, είναι πολύ λίγοι), δυσαρεστημένοι, ή, έστω, ενοχλημένοι, από αυτή την ατιμωτική συμπεριφορά της ηγεσίας του κυβερνητικού κόμματος.

Ας πρόσεχαν....

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

Από το σήμερα, στο 2060 : Οι μεταναστευτικές ροές, ως μια σκάρτη απάντηση των ευρωελίτ, στην υποτιθέμενη έλλειψη εργατικού δυναμικού, ο Karl Marx και η κοσμοπολιτική ελεημοσύνη των καπιταλιστικών ελίτ, η οποία ενδύεται την μορφή του "διεθνισμού", σχεδόν ολόκληρης της αριστεράς, πάσης μορφής και εσοδείας.




Ενώ η τουρκική κυβέρνηση έχει ανοίξει τις πύλες της μεταναστευτικής κόλασης, φορτώνοντας, κατά το τρίμηνο Ιουνίου - Αυγούστου 2019, την χώρα μας, με, περισσότερους, από 15.000 μετανάστες, οι ροές των οποίων, μάλιστα, συνεχίζονται, με αυξανόμενους ρυθμούς, έχοντας στόχο να αποσπάσει περισσότερα και μεγαλύτερα κονδύλια, από τα ταμεία της παραπαίουσας "Ευρωπαϊκής Ένωσης", είναι απαραίτητη και χρήσιμη μια προοπτική ματιά, στην κατάσταση, που επικρατεί, στον αποκαλούμενο, ως ευρωπαϊκό χώρο, προκειμένου να διαπιστώσουμε την παρούσα και την μακροπρόθεσμη πραγματική, ή υποτιθέμενη, αναγκαιότητα αυτών των μεταναστευτικών ροών, για την αγορά εργασίας και τον πληθυσμό, που σήμερα καλύπτει τον συρρικνούμενο (εν όψει του πολύπαθου Brexit), σε μέγεθος και πολύ περισσότερο, σε ισχύ, χώρο της "Ε.Ε.".

Παρά τα όσα λέγονται και γράφονται, στην πραγματικότητα, οι ελλείψεις, στο ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό, με δεδομένη την πολύ πιθανή δημογραφική συρρίκνωση, την οποία θα υποστεί ο πληθυσμός της "Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι το 2060, ο οποίος υπολογίζεται ότι, χωρίς τις μεταναστευτικές ροές, θα φθάσει, από τους 517.000.000 κατοίκους, που είναι σήμερα, στους 466.000.000 (ενώ με αυτές, υπολογίζεται ότι θα φθάσει τους 520.000.000 κατοίκους), είναι, πολύ περισσότερο, προϊόν των, επί μέρους, ανομοιογενειών των οικονομιών των ευρωπαϊκών οικονομιών και της τεχνολογικής καθυστέρησής τους, παρά αποτέλεσμα της (μη ύπαρκτης) ολιγαριθμίας του εργατικού δυναμικού, κάθε μιας από αυτές.

Βέβαια, η πρώτη σκέψη, την οποία κάνει κάποιος, που διαβάζει τους , παραπάνω, υπολογισμούς, είναι ότι η δραστική μείωση, αλλά και η μεγάλη γήρανση του πληθυσμού της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η, υπό αποχώρηση, Βρετανία και εφ' όσον δεχθούμε ότι αυτό το ευρωμόρφωμα, μέχρι το 2060, δεν θα αποσυντεθεί, στα εξ ων συνετέθη, κάτι, που δεν είναι, καθόλου, βέβαιο) οδηγούν, εξ ορισμού, μέσω της δραστικής μείωσης του εργατικού δυναμικού και στις αντίστοιχες μεγάλες ελλείψεις, στον χώρο της αγοράς εργασίας. 

Αυτή η σκέψη έχει την λογική της βάση, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι, όπως φαίνονται, παρά το γεγονός ότι, ο αριθμός των 238.900.000 εργαζομένων, στην "Ε.Ε.", θα πέσει, στους 215.000.000 εργαζομένους, το 2060, με αποτέλεσμα 116 μη εργαζόμενοι εξαρτώνται, από 100 εργαζόμενους και παρά το γεγονός ότι, μακροπρόθεσμα - το 2060 -, υπολογίζεται ότι αυτή η αναλογία θα φθάσει, σε επίπεδα μεγαλύτερα των 136 προς 100, ενώ το μέσο όριο ηλικίας, από τα 81 έτη, που είναι σήμερα, υπολογίζεται ότι, το 2060, θα αγγίξει και πιθανόν να ξεπεράσει, τα 90 έτη και το 1/3 του πληθυσμού θα είναι, άνω των 65 ετών, ενώ, το 2015, οι 65ρηδες έφθαναν, στο ποσοστό του 19% και το 1960, στο 13%.

Όλα αυτά είναι, επίσης και σενάρια τρόμου, τα οποία διοχετεύονται, προκειμένου να πεισθεί (και για την ακρίβεια, να πειθαναγκασθεί) ο πληθυσμός των χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης" να αποδεχθεί την αναγκαιότητα των μεταναστευτικών ροών και την μείωση των συνταξιοδοτικών και των λοιπών κοινωνικών παροχών, μαζύ με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, όπως και την παράλληλη μεγιστοποίηση της απόσυρσης του κράτους, από την οικονομία και την - υποτιθέμενη (επ' αόριστον), ως προσωρινή - μεγέθυνση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης.

(Στην Ελλάδα, ο βομβαρδισμός του πληθυσμού, με αυτά τα προπαγανδιστικά σενάρια πειθαναγκασμού, έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, αφού, το 2018, η αντιστοίχιση των εξαρτώμενων μη εργαζόμενων, με το εργατικό δυναμικό, σε έναν πληθυσμό 10.761.000 κατοίκων, να φθάνει στα επίπεδα των 4.769.000 δυναμένων να εργασθούν, ήτοι με εξαρτώμενους μη εργαζόμενους, στα 5.992.000, γεγονός το οποίο παραπέμπει, σε μια αναλογία, περίπου, 125 εξαρτώμενων μη εργαζόμενων, προς 100 εργαζομένους και ενώ, το 2060, η αναλογία των εξαρτώμενων μη εργαζόμενων, με τους εργαζομένους, υπολογίζεται ότι θα φθάνει, στους 169, προς 100).

Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι υπολογισμοί αυτοί είναι σκάρτοι.

Και είναι σκάρτοι οι, εν λόγω, υπολογισμοί, επειδή, απλούστατα, δεν λαμβάνουν, υπόψη τους, την δυναμική πραγματική (αλλά και την δυνητική) ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών, στην παραγωγική διαδικασία, με πρώτη, καλύτερη και κυριότερη, την ενσωμάτωση της σύγχρονης και της επιγενόμενης, στις επόμενες δεκαετίες, τεχνολογίας, που στηρίζεται, στην ρομποτική, την βιοτεχνολογία και τις συναφείς επιστήμες.

Αυτή η αδυναμία κατανόησης της διαδικασίας ενσωμάτωσης (πραγματικής και δυνητικής) της τεχνολογικής προόδου, ως εφαρμοσμένης τεχνολογίας, στην διαδικασία της παραγωγής και της οικονομίας, ως δυναμικών και αλληλοτροφοδοτούμενων μεγεθών, που συνθέτουν, σε κάθε εποχή, αυτό, που αποκαλούμε ανάπτυξη, δεν αποτελεί "προνόμιο", μόνο των σύγχρονων μελετητών, οι οποίοι, άλλωστε, δεν είναι ουδέτεροι, ως προς τις προβλέψεις και τις παρατηρήσεις, στις οποίες προβαίνουν, για το παρόν και το μέλλον. Κάθε άλλο. 

Εξετάζοντας όλες τις ιστορικές περιόδους, παρατηρούμε ότι όλοι οι σχετικοί mainstream μελετητές απέτυχαν να προβλέψουν την δυναμική της τεχνολογικής προόδου, όχι ως, επί μέρους, αλλά και εν συνόλω, επιτευγμάτων, αλλά, ως, συν τω χρόνω, ενσωματωμένης και εφαρμοσμένης τεχνολογίας, στην παραγωγή. Γι' αυτό, πάντοτε, οι κατεστημένοι μελετητές έπεφταν έξω, στις μακροπρόθεσμες (και πολλές φορές και στις μεσομακροπρόθεσμες) προβλέψεις τους, για την εξέλιξη των παραγωγικών και των μακροοικονομικών μεγεθών, στις εθνικές οικονομίες, αλλά και στην παγκόσμια οικονομία, ως σύνολο.

Μπορούμε, με ασφάλεια, να πούμε ότι, εάν δεν συμβεί κάτι το καταστροφικό, από την ανθρωπογενή δραστηριότητα, εάν, δηλαδή, δεν γίνει ένας εκτεταμένος πόλεμος, στον πλανήτη (κάτι που, βέβαια, δεν μπορεί να αποκλεισθεί), ή, εάν η Γη δεν κτυπηθεί από έναν αστεροειδή, ή από άλλο διαστημικό φυσικό φαινόμενο - κάτι, που δεν προβλέπεται να συμβεί -, οι προβλέψεις αυτές των ειδικών δεξαμενών σκέψης δεν έχουν καμμία ουσιαστική πιθανότητα να πραγματοποιηθούν, τουλάχιστον, ως προς τα δραματικοποιημένα αποτελέσματα και συμπεράσματά τους. 

Έτσι, πέρα από τις όποιες προβλεπτικές αστοχίες των μελετητών, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε ότι τα σενάρια αυτά, τα οποία απαιτούν την μακροπρόθεσμη προσμέτρηση και έτσι, την ενσωμάτωση των ευάριθμων - έως πολυάριθμων - μεταναστευτικών ροών, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αποτελεί μια κοινωνική και πολιτική επιλογή των ελίτ των κοινωνιών αυτών, η οποία έχει ένα συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο, το οποίο συγκεκριμενοποιείται, στην μεσοπρόθεσμη μείωση του μισθωτικού και του λοιπού εργασιακού κόστους και στον μακροπρόθεσμο έλεγχό του, με την δημιουργία μεγάλων, ή έστω, κατά περίπτωση, ικανών μεγεθών δεξαμενών άεργου, άνεργου και υποαπασχολούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού, εντάσσοντας την όλη παραγωγική διαδικασία, μέσα στα ιεραρχικά και αξιακά πλαίσια του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού των τεχνοδομών των μεγάλων επιχειρήσεων.




Αλλά αυτά τα πλαίσια, που θέτουν οι σύγχρονες γραφειοκρατικές ελίτ των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως έχει περιγράψει, αναφερόμενος, στις πρακτικές της καπιταλιστικής τάξης της εποχής του, ο Karl Marx, καθιστούν την μετανάστευση, ως το μέσον, για την διαιώνιση της (τουλάχιστον, ανεπαρκώς, αμειβόμενης μισθωτής) δουλείας, αφού, στο πεδίο της πραγματικής παραγωγής, σε συνθήκες μη - ή οριακής - σπανιότητας της εργατικής δύναμης οι μετανάστες ανταγωνίζονται τους εντόπιους εργάτες και μισθωτούς, αλλά και - σε έναν όχι ασήμαντο - βαθμό, τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Κάπως, έτσι, τουλάχιστον, σε μεσοπρόθεσμη και μεσομακροπρόθεσμη βάση, οι μεταναστευτικές ροές οδηγούν τους μισθούς και τα εισοδήματα, σε επίπεδα τα οποία είναι μικρότερα, από εκείνα, που ήσαν, κατά την χρονική περίοδο, από την έναρξή τους (οι οποίες όσο πιο ανεξέλεγκτες είναι, τόσο περισσότερο μπαχαλοποιούν τις κοινωνικές ισορροπίες, σε κάθε χώρα, που τις υφίσταται). Και με αυτόν τον τρόπο, πάλι όπως έχει γράψει ο Karl Marx, οι μετανάστες και οι ροές τους, προς την χώρα υποδοχής τους, σε συνθήκες μη - ή οριακής - σπανιότητας της εργατικής δύναμης, είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του κεφαλαίου, εφ' όσον, στις συνθήκες αυτές, ο παράγοντας της ενσωμάτωσης της εφαρμοσμένης τεχνολογίας, στην παραγωγική διαδικασία, παίζει έναν δευτερεύοντα ρόλο.

Με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και την βαθιά οικονομική ύφεση, που την ακολούθησε, είναι σε αυτό το τέλμα, που εγκλωβίστηκαν οι οικονομίες των χωρών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", οι οποίες αντιμετωπίζουν, συνάμα, το πρόβλημα του ζουρλομανδύα του ευρώ και της ζώνης του, που καθιστά τα ευρωπαϊκά (όχι, όμως και τα γερμανικά) προϊόντα ακριβά, αλλά και της υποβάθμισης της ευρωπαϊκής παραγωγής, στην διεθνή οικονομία, η οποία, παράλληλα, συρρικνώνεται, ως διεθνές εμπόριο, εξ αιτίας της αναπτυξιακής δυναμικής των αποκαλούμενων, ως αναδυόμενων οικονομιών του παλαιού τρίτου κόσμου και της όξυνσης των διεθνών εμπορικών, οικονομικών και πολιτικών ανταγωνισμών. 

(Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι οι γερμανικές εξαγωγές, το 2016, έφθασαν, στα 1169,97 δισ, €, έναντι 1269,09 δισ. €, το 2017. Αντίστοιχα, το σύνολο των εξαγωγών των οικονομιών της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", το 2017, έφθασε, στα 1707,16 δισ. €, έναντι 1756,72 δισ. €, το 2016. Δεν είναι, μόνον, ότι οι "ευρωενωσιακές" εξαγωγές, ως σύνολο, συρρικνώνεται. Είναι και το ότι η μερίδα των γερμανικών εξαγωγών, μέσα σε αυτό το σύνολο, μεγαλώνει, συν το γεγονός ότι οι γερμανικές εξαγωγές, αντιστοιχούν, πλέον, στο 74,34%). 

Αυτό το γεγονός έχει επανεμφανίσει, μέσα στα πλαίσια λειτουργίας του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού των μεγάλων επιχειρήσεων, ένα παλαιό πρόβλημα του εμφανίστηκε και στα πλαίσια λειτουργίας του κλασικού καπιταλισμού και το οποίο εντοπίζεται, στην δυστοκία ενσωμάτωσης της τεχνολογικής προόδου, μέσα στην παραγωγική διαδικασία, επειδή η, χαμηλού κόστους, παραγωγή, που έχει κινητήριο δύναμη και την φθηνή εργατική δύναμη των αναδυόμενων οικονομιών του τρίτου κόσμου, καθίσταται επικερδέστερη της παραγωγής, η οποία στηρίζεται περισσότερο, στα επιτεύγματα της τεχνολογίας.

Κάπου εδώ είναι που οι σύγχρονες ευρωελίτ, επιθυμούν και στηρίζουν την μετανάστευση, ακόμη και αν αυτή καθίσταται ανεξέλεγκτη. Είναι η μεσοπρόθεσμη (η οποία, όμως, λόγω των λειτουργικών αντιφάσεων χρονικά, όλο και μακραίνει, καθιστάμενη μεσομακροπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη) πτώση του εργατικού κόστους και των εισοδημάτων του ευρύτερου πληθυσμού, προκειμένου να αντισταθμισθούν οι απώλειες, που προκύπτουν, από τις αντιπαραθέσεις, στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών, αλλά και της συρρίκνωσης της παγκοσμιοποίησης, που ωθεί τις ελίτ αυτές, στην αποδοχή των μεταναστευτικών ροών. Και αυτή η αποδοχή δεν προβλέπεται να παύσει, στο προβλεπτό μέλλον.

Και εδώ, ερχόμαστε, στην ίδια την ουσία του σύγχρονου μεταναστευτικού προβλήματος, το οποίο είναι, προφανέστατα, υποκινούμενο, από τις ελίτ των χωρών εκκίνησης των προσφύγων και των μεταναστών, αλλά και από τις διεθνείς ελίτ, που δημιουργούν τα διάφορα παράνομα, ημινόμιμα και νομιμοφανή δίκτυα μετακίνησης, μεταφοράς και εγκατάστασης αυτών των τεράστιων μαζών, στις διάφορες χώρες υποδοχής. Τα πράγματα, μάλιστα, μακροπρόθεσμα τείνουν να γίνουν χειρότερα, με δεδομένη την, επίσης, ασφαλή πρόβλεψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού θα προέρχεται, από την γειτονική, στην ευρωπαϊκή ήπειρο, Αφρική και το υπόλοιπο, από την, επίσης, γειτονική Ασία.

Εννοείται ότι αυτές οι ροές πρέπει όχι, μόνο, να ελεγχθούν, αλλά και να σταματήσουν, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι, που πρέπει να ενθαρρυνθούν να μείνουν, στους τόπους τους, με την κατεύθυνση διεθνούς οικονομικής και λοιπής βοήθειας, στους τόπους αυτούς, να εξοβελισθούν.

Σε αυτό το σημείο, με δεδομένη την σύγχρονη προπαγάνδα, για την αλληλεγγύη στα θύματα, που ωθούνται, στις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές, από τις χώρες του παλαιού τρίτου κόσμου, προς την ευρωπαϊκή ήπειρο (αλλά και τις άλλες αναπτυγμένες χώρες), μια προπαγάνδα, στην οποία πρωτοστατεί η επικαλούμενη έναν "διεθνισμό", τον οποίο ταυτίζει με τον κοσμοπολιτισμό, αριστερά, σε όλες, σχεδόν, τις εκδοχές της (πάσης μορφής και εσοδείας), θυμάμαι, για μία ακόμη φορά, τον Karl Marx και τις επισημάνσεις του, για την ελεημοσύνη και μειδιώ, με τα καμώματα αυτής της κατεστημένης αριστεράς, η οποία είναι ο καλύτερος προπαγανδιστής των επιδιώξεων των σύγχρονων καπιταλιστικών ελίτ, στην προσπάθειά τους να χαμηλώσουν, δραστικά, το κόστος της παραγωγής, μέσα από την μείωση του κόστους εργασίας.

 "Ο σοσιαλισμός", έχει γράψει ο Karl Marx, "αντιπαθεί την ελεημοσύνη, εξ αιτίας της ταπείνωσης, στην οποία υποβάλλουν τα άτομα, που έχουν ανάγκη και γιατί ενσταλάζουν, μέσα τους, το μίσος. Και επιπλέον, γιατί, σε μια χώρα όπου υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη, οι ελεημοσύνες είναι περιττές. Και όσοι αρέσκονται, στον ρόλο του καλού Σαμαρείτη, ας μην ξεχνούν ότι δεν θα υπήρχαν καλοί Σαμαρείτες, αν δεν υπήρχαν ληστές. Οι σωτήρες και οι ελευθερωτές, ίσως, είναι λαμπροί, για μυθιστορήματα και αγιογραφίες, μια, όμως, που δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν, χωρίς αμαρτωλούς και θύματα, είναι κακά κοινωνικά συμπτώματα".

Φυσικά, ο Karl Marx (αφήνοντας την έννοια του σοσιαλισμού, στην άκρη) έχει, επί της ουσίας, δίκιο, με δεδομένη την ασφαλή πρόβλεψη ότι, μέχρι το 2060 και υπό τις καλύτερες συνθήκες, ο παγκόσμιος πληθυσμός θα μεγεθυνθεί, από τα 7,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους, στα 9,6 διασεκατομμύρια. 

Το πρόβλημα είναι, πού θα βρει το δίκιο αυτό...