Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Η ανισοκατανομή του εισοδήματος, η πτώση της ροπής προς κατανάλωση και η GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930. (Η εξίσωση του Irving Fisher, τα αδιέξοδα της νομισματικής πολιτικής και τα διδάγματα για το σήμερα).



1933 : Ο νεοεκλεγμένος πρόεδρος των Η.Π.Α. Franklin Delano Roosevelt απευθύνει ραδιοφωνικό μήνυμα στον αμερικανικό λαό, λίγους μήνες, μετά την εκλογή του. Φυσικά, το θέμα της ομιλίας του ήταν η καταστροφική οικονομική κρίση, που είχε να αντιμετωπίσει και την οποία αντιμετώπισε, όσο μπορούσε, μέσα από λάθη και παραλείψεις, λαμβανομένων υπόψη, πάντοτε και των συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, καθώς και της ουσιαστικής άγνοιας, που υπήρχε, σχετικά με την αντιμετώπιση μιας τέτοιας κρίσης, η οποία το 1932, μέσα σε τρία χρόνια από την έναρξή της, είχε αφανίσει το 29% του αμερικανικού ΑΕΠ και είχε εξωθήσει στην ανεργία πάνω από το 24% του εργατικού δυναμικού της χώρας, η οποία βρέθηκε ενώπιον μιας τεράστιας και απίστευτης ανθρωπιστικής καταστροφής (ανάλογη της οποίας είναι και η σύγχρονη ανθρωπιστική καταστροφή, η οποία επίκειται και ενώπιον της οποίας αρχίζει, σιγά-σιγά, να ευρίσκεται η σύγχρονη ελληνική κοινωνία). Αυτή την ανθρωπιστική καταστροφή ο FDR την αντιμετώπισε και κατάφερε να ανατάξει την αμερικανική οικονομία, παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις, βάζοντας τις βάσεις για την μεταπολεμική μακρόχρονη και φρενήρη ανάπτυξη. (Το τι θα πράξουν οι - ψοφοδεείς και παντελώς ανίκανοι να μοιράσουν δυό γαϊδουριών άχυρα - «δικοί μας», μέλλει να το δούμε. Και οι προοπτικές δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, καλές)…


Η εξελισσόμενη κατάρρευση της χώρας μας, μαζί με την αποδόμηση της βαμπιρικής ευρωζώνης, έφερε (καθόλου αφύσικα) στην επιφάνεια, για μία ακόμη φορά, την Μεγάλη Κρίση της δεκαετίας του 1930, κατά την διάρκεια μιας πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης, που διεξήχθη από τις 17/7/2012, μέχρι τις 19/7/2012, γύρω από το άρθρο, που δημοσίευσε, στο συνιστολόγιο "Anamorfosis.net", ο κ. Σωτήριος Γεωργάνας, με τίτλο : "Η σχέση μισθών και ανεργίας και το παράδειγμα των παράλογων τιμών στα ταξί" http://anamorfosis.net/blog/?p=8072 . Στην συζήτηση αυτή έλαβα μέρος, με αποτέλεσμα να τραπεί προς την οικονομική κρίση του 1929 - 1941 και τις επιπτώσεις της στις Η.Π.Α.

Αναδημοσιεύω, εδώ, το σύνολο των παρεμβάσεών μου, σε αυτήν την συζήτηση, ενώ τις παρεμβάσεις και τις τοποθετήσεις των υπόλοιπων αξιότιμων συνομιλητών, μπορεί όποιος επιθυμεί να τις δει, ως σχόλια, μεταβαίνοντας στην ηλεκτρονική διεύθυνση του άρθρου του κ. Γεωργάνα.

Ας δούμε, λοιπόν, το κείμενο των παρεμβέσεών μου (αφού θημίσω εδώ και τα άλλα δύο σημαντικά άρθρα που έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν στο μπλογκ μου, σχετικά με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 και τα οποία είναι : “29/10/1929 : Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ 80 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ!” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/29101929-80.html και  ‘‘Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1929 – 1932 ΚΑΙ Η ΥΦΕΣΗ ΤΟΥ 2008 – 2009 : ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΩΝ’’  http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/04/1929-1932-2008-2009.html ) :

"Η προσφορά του χρήματος και ο πληθωρισμός έχουν μια ιστορικά αντιφατική σχέση. Στις ομαλές περιόδους η σχέση τους είναι σαφέστατη. Η αύξηση της προσφοράς του χρήματος συνοδεύεται, πάντοτε, από τις πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές. Η σχέση αυτή, βεβαίως, δεν είναι απολύτως αντίστοιχη, αφού το μίγμα της, εκάστοτε, εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής παίζει έναν όχι ασήμαντο ρόλο, αλλά ο συσχετισμός των δύο μεγεθών είναι σαφής και ακριβής.


Στις περιόδους, που το οικονομικό σύστημα έχει εισέλθει σε φάση κρίσης, ο συσχετισμός της προσφοράς του χρήματος, με τις τιμές αποδιοργανώνεται. Και η αποδιοργάνωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, όταν μια οικονομία τεθεί, υπό την επήρεια του μηχανισμού της liquidity trap, τότε η όποια αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί (και συνήθως, έτσι συμβαίνει) να μην οδηγήσει σε αύξηση των τιμών. Η κρίση της αμερικανικής οικονομίας στην δεκαετία του 1930 το δίδαξε αυτό στους προπαππούδες μας. Όπως και η παρούσα παρατεταμένη ευρωζωνική κρίση (μαζί με την αμερικανική, αλλά και την διεθνή εμπειρία, μετά την βαθιά παγκόσμια ύφεση του 2008 – 2009) μας υπενθύμισε – εν μέρει και σε σημαντικό βαθμό – αυτή την αλήθεια.


Καλά τα διαγράμματα, λοιπόν, αλλά η ισχύς τους έχει πάντα ένα συγκεκριμένο (και τις πλείστες φορές ένα περιορισμένο) πεδίο εφαρμογής. Δεν αποτελούν πανάκεια, ούτε και αποδίδουν την πλήρη αλήθεια, όταν προσπαθούμε να τα δούμε και να τα εφαρμόσουμε διαχρονικά.
Η πραγματική ζωή κρύβει, πάντοτε, εκπλήξεις. Αυτό ισχύει και για την οικονομία, γύρω από την οποία γνωρίζουμε λιγότερα από όσα νομίζουμε, παρά το γεγονός ότι πολλοί πίστευαν, μέχρι πρόσφατα, ότι τα φαινόμενα που την αφορούσαν είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους, επειδή η οικονομική ανάλυση είχε εξαντλήσει την εξέτασή τους και είχε λύσει κάθε μυστήριο και κάθε επιστημονικό ερώτημα, που αφορούσε και αυτά, ως επί μέρους στοιχεία της οικονομίας και την ίδια την οικονομία, ως σύνολο και ως θεωρητική κατασκευή.


Κάπου εκεί την πάτησαν και ο Robert Lucas και ο Ben Bernanke και ο Alan Greenspan και ο Gregory Mankiw, μαζί με πολλούς άλλους, οι οποίοι νόμισαν ότι η οικονομία, ως θεωρία και ως πρακτική εφαρμογή είχε λύσει όλα τα προβλήματα, που είχαν τεθεί στο παρελθόν, καθώς και ότι είχε εξαντλήσει όλη την γκάμα των προβλημάτων που θα μπορούσαν να τεθούν, από θεωρητική και από εφαρμοστική/πρακτική άποψη.


Μέχρις ότου ήλθε ο Σεπτέμβριος του 2008, που έθεσε τέλος σε όλες αυτές τις υπερφίαλες και υπερμεγέθεις βεβαιότητες των, κάθε λογής, “έγκυρων” και “έγκριτων” οικονομολόγων, των οποίων το μέγεθος της διάψευσης των βεβαιοτήτων τους υπήρξε αντίστοιχο, με το μέγεθος αυτών των διαψευσμένων βεβαιοτήτων τους.


Γι’ αυτό, η επάνοδός μας στην επιστημονική αμφιβολία και επιφυλακτικότητα αποτελεί μια χρήσιμη και επιστημονικά αναγκαία αρετή…


Όμως, η εκτύπωση χρήματος, σε μια οικονομία, η οποία βρίσκεται σε φρενήρη καθοδική φάση, όπως συνέβη, κατά την περίοδο 1929 – 1932, γίνεται, για να βοηθήσει στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.
Irving Fisher - ο πατέρας της εξίσωσης, του αριθμοδείκτη και πολλών άλλων. Με την διατύπωση της εξίσωσής του, η οποία παραμένει, ως η παραδεκτή απεικόνιση της ποσοστικής θεωρίας του χρήματος, έθεσε τις βάσεις για την κατανόηση του προβλήματος που είχε να αντιμετωπίσει το οικονομικό επιτελείο του προέδρου των Η.Π.Α. Roosevelt, παρά τις αρχικές αστοχίες, σχετικά με τον χειρισμό των δεδομένων αυτής της εξίσωσης, για την αντιμετώπιση της GREAT DEPRESSION, της περιόδου 1929 - 1932.


Αυτή ήταν, τουλάχιστον η ελπίδα όταν το επιτελείο του FDR χρησιμοποίησε την εξίσωση του Φίσερ, σαν εργαλείο, προκειμένου να ανατάξει την οικονομία των Η.Π.Α. από την ιλιγγιώδη πτώση, της GREAT DEPRESSION. Αυτή ήταν και η ελπίδα των ευρωζωνιτών, όταν αποφάσισαν το 2009 να αυξήσουν την νομισματική κυκλοφορία, βοηθώντας το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, με εθνικό δανεισμό.


Και οι δύο προσπάθειες κατέρρευσαν. Και οι μεν Αμερικανοί το 1933 ήσαν, απολύτως, δικαιολογημένοι, διότι η εμπειρία που ζούσαν ήταν πρωτόγνωρη και φυσικά ο πειραματισμός τους ήταν κάτι το αναμενόμενο, στην προσπάθειά τους να βρουν μια λύση, η οποία να ήταν λειτουργική και ενώ, ακόμη, η επιρροή των αποπληθωριστικών κλασσικών οικονομικών ιδεών, που ήσαν κληρονομιά των πατέρων της οικονομικής επιστήμης, ήταν καθοριστική, για τα λάθη, που, τότε, διέπραξαν.


Οι ευρωζωνίτες, όμως, το 2009 ήσαν – και παραμένουν και τώρα – αδικαιολόγητοι, διότι και εμπειρία υπήρχε (και υπάρχει), όπως και η κατάλληλη τεχνογνωσία (δηλαδή η απαραίτητη κοινωνική μηχανική και η συμπαρομαρτούσα κοινωνική τεχνολογία), για την αποφυγή της πτώσης στην παρούσα και ήδη χρονίζουσα liquidity trap, στην οποία έχει πέσει η οικονομία της ευρωζώνης, ως αποτέλεσμα των γνωστών χαοτικών συστημικών ανεπαρκειών, που έχει και εμφανίζει κάθε νομισματική ένωση, όταν ευρίσκεται ενώπιον μιας – έστω μικρής, έως μεσαίας – οικονομικής ύφεσης, η οποία εμβαθύνεται ταχύτατα και μεταπίπτει, γρήγορα, σε κρίση, η οποία καθίσταται ανεξέλεγκτη, εξ αιτίας, ακριβώς, των θεσμικών ανεπαρκειών, περί την νομισματική (και συναφώς και την δημοσιονομική) πολιτική των, κάθε λογής, νομισματικών ενώσεων.


Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος, για το γεγονός ότι η ισχύς του ceteris paribus - ότι δηλαδή όλα αυτά ισχύουν, όταν τα υπόλοιπα δεδομένα παραμένουν ως έχουν - είναι (ή πρέπει να θεωρείται) δεδομένη. Δεν είναι δεδομένη. Κάθε φορά είναι υπό εξέταση και υπό αναζήτηση, διότι οι εφαρμοστές των οικονομικών ιδεών, σχεδόν πάντοτε (ή, έστω, πολλές φορές) ενεργούν, όπως οι παλαιοί μάγοι των φυλών της Αφρικής, ή της Αμερικής (την εποχή που την ανακάλυψαν και την αποίκησαν οι Ευρωπαίοι), όπως προκύπτει και από τα ιστορικά παραδείγματα, που ανέφερα. Ας δούμε την συνέχειά τους :


Το 1933 ο Ίρβινγκ Φίσερ ήταν απολύτως βέβαιος, για την απόλυτη ισχύ της εξίσωσής του, γύρω από τον ορισμό της αξίας του χρήματος και για τα ευεργετικά αποτελέσματα της αύξησης του αριθμητή στην συνολική οικονομική δραστηριότητα.


Το 2009 η μπατιροτραπεζοκρατία της ευρωζώνης, με πρώτους και καλύτερους τον Jean-Claude Trichet και τους κεντροτραπεζίτες της Ε.Κ.Τ. πίστεψε ότι η χρήση της ίδιας εξίσωσης θα απέτρεπε την εμβάθυνση της ύφεσης στην ευρωζώνη και έπεισε τους πολιτικούς να ασκήσουν οικονομική πολιτική, μέσω των τραπεζών και του δανεισμού τους και με μια μορφή συγκαλυμένης ανακεφαλαίωσης, σε εθνικό (και όχι ευρωζωνικό) επίπεδο.


Όλοι τους έπεσαν έξω, αφού το 1933 το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα δεν ανταποκρίθηκε και δεν δανειοδότησε την οικονομία της χώρας, με αποτέλεσμα την συνέχιση και την εμβάθυνση της κρίσης, ενώ το 2009 η Ελλάδα χρεωκόπησε, δανειζόμενη 28 δισ. €, τα οποία πήγαν στράφι και δεν τόνωσαν την οικονομία της, η οποία κτυπήθηκε από την διεθνή ύφεση, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στο ντόμινο των ενδοευρωζωνικών χρεωκοπιών, οι οποίες ήταν φυσικό και επόμενο να φανούν στην πορεία, αφού όλες οι εθνικές οικονομίες της ευρωζώνης (με πρώτο το τραπεζικό της σύστημα, για το οποίο, πρέπει να θυμήσουμε ότι δεν υπάρχει εγγύηση των καταθέσεών του, ούτε δανειστής της τελευταίας καταφυγής) ήσαν, ευθύς εξ αρχής, από την είσοδό τους στην ευρωζώνη, αφανώς, χρεωκοπημένες, όπως και τα κράτη της (της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης).


Αλλά το ρουσβελτιανό επιτελείο, που δεν έπασχε από τον ακατάσχετο δογματισμό των ευρωζωνιτών (αλλά και επειδή οι Η.Π.Α. ήσαν ένα ομοσπονδιακό κράτος, το οποίο είχε έναν προϋπολογισμό, τον οποίον ο FDR και το κεϋνσιανό επιτελείο του μπορούσαν να αυξήσουν όσο χρειαζόταν) βρήκε τις διεξόδους, για την αντιμετώπιση της κρίσης και την παύση της πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας – και στην συνέχεια την επάνοδο σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, αν και μέχρι το 1941, που οι Η.Π.Α. εισήλθαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κρίση ουδέποτε ξεπεράστηκε ολοκληρωτικά -, με την χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία, για πρώτη φορά, τότε, χρησιμοποιήθηκε συστηματικά και οργανωμένα, ως ένα άμεσα παρεμβατικό μακροοικονομικό εργαλείο.


Οι ευρωζωνίτες, λόγω του δογματισμού τους και του γεγονότος ότι η ευρωζώνη δεν αποτελεί κράτος, δεν έχουν μπορέσει. Και δεν θα μπορέσουν όσο η νεκρή, πλέον, ευρωζώνη δεν οδηγείται στον τάφο της και όσο παραμένει, σε μια βαμπιρική φάση, κατατρώγοντας τις οικονομίες των χωρών, που την συναποτελούν.


Θα το πω, για μία ακόμη φορά : Η πραγματική ζωή κρύβει, πάντοτε, εκπλήξεις. Μην νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, γύρω από αυτήν και γύρω από την οικονομία, η οποία αποτελεί μέρος της. Δεν τα ξέρουμε.


(Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχθούμε, από αυτήν και την δαιδαλώδη εξέλιξή της. Το αντίθετο, μάλιστα)…


Προφανώς και ισχύει το ότι το 1936 – 1937 το ρουσβελτιανό οικονομικό επιτελείο έκανε στροφή, υπέρ της πολιτικής της μείωσης των ελλειμμάτων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, με καταστροφικά αποτελέσματα. Αλλά για να καταλάβουμε την αιτία αυτής της στροφής, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε το που έπεσε έξω ο Ίρβινγκ Φίσερ και η εξίσωσή του, το 1933.


Φυσικά, η ίδια η εξίσωση του Φίσερ [(P=M.V+M1.V1/T), με την οποία ο εν λόγω πατέρας της οικονομετρίας και εφευρέτης του αριθμοδείκτη, έβαλε τις τιμές να εξαρτώνται από τον όγκο του χρήματος που κυκλοφορεί, σε μετρητά και τον ρυθμό, με τον οποίον αυτός συμπληρώνει έναν ολόκληρο κύκλο, σε συνδυασμό με τον όγκο των τραπεζικών καταθέσεων και τον ρυθμό, με τον οποίον και αυτές συμπληρώνουν τον δικό τους κύκλο και όλα αυτά μαζύ να συνδυάζονται και να προσαρμόζονται, για να προσδιοριστεί ο συνολικός όγκος των συναλλαγών] αποτελεί ένα ορθό εργαλείο, αφού περιγράφει την πραγματικότητα, όσον αφορά την αξία του χρήματος και είναι η παραδεκτή διατύπωση της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος.


Όμως, ο μηχανισμός λειτουργίας αυτής της εξίσωσης στην πραγματική ζωή, σε μια ενεργό οικονομία, είναι πολύ περισσότερο πολύπλοκος, αφού αυτό, που περιγράφει η εξίσωση, όταν αυτή χρησιμοποιηθεί, ως εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής, έχει άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής, οι οποίες δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν, σε μαθηματική μορφή και έτσι δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα ποσοτικοποιημένο στοιχείο, το οποίο να είναι δυνατόν να απεικονισθεί στην εξίσωση. Ο Φίσερ, με την εισαγωγή, ως ενός σημαντικού παράγοντα της εξίσωσής του, για την αξία του χρήματος, της ταχύτητας κυκλοφορίας των μετρητών και των, κάθε λογής, τραπεζικών καταθέσεων, μπορεί να επισήμαινε την αναγκαιότητα του υπολογισμού αυτής της παραμέτρου, στην όλη διαδικασία, αλλά δεν μπορούσε να παραμετροποιήσει το πως θα αυξανόταν στην πράξη αυτή η ταχύτητα κυκλοφορίας του παραγόμενου χρήματος, μέσα σε μια οικονομία, η οποία βρισκόταν σε καθίζηση. Αυτό ήταν το πρόβλημα και αυτός ήταν ο κίνδυνος, ο οποίος περιγραφόταν, ως ενδεχόμενο, χωρίς όμως να έχει εντοπισθεί και από τον ίδιο και από το επιτελείο του FDR, το οποίο είχε την αντίληψη ότι η ίδια η προσφορά του χρήματος θα έβρισκε διψασμένους επιχειρηματίες, οι οποίοι θα έτρεχαν να το δανεισθούν. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. (Το αστείο είναι ότι και οι ευρωζωνίτες το 2009 πίστεψαν, για την λειτουργία της εξίσωσης του Φίσερ, τα ίδια πράγματα, με όσα είχαν πιστέψει ο Φίσερ και οι ρουσβελτιανοί το 1933 και την πάτησαν).

Έτσι η αύξηση της προσφοράς του χρήματος, με τον μηχανισμό της εκτύπωσης χρήματος, ή/και με την αύξηση των τραπεζικών διαθέσιμων προς δανεισμό, μπορεί να μείνει μόνο στα χαρτιά (in theory) και να μην μετουσιωθεί σε πράξη. Αυτό που δεν υπολόγισε το επιτελείο του FDR ήταν ότι τα τραπεζικά διαθέσιμα μπορούσαν να μείνουν αχρησιμοποίητα, παρά την αύξηση τους και παρά την προσφορά τους προς δανεισμό. Όσο οι δουλειές στην πραγματική οικονομία είναι σε μαρασμό και όσο η οικονομία βρίσκεται σε πτώση, είναι φυσικό οι επιχειρηματίες να αποφεύγουν τον δανεισμό, αφού οι προοπτικές πραγματοποίησης κερδών εμφανίζονται, ως σκοτεινές, για όσο χρονικό διάστημα η συναθροιστική ζήτηση στην οικονομία παραμένει ανεπαρκής. Έτσι, όμως, το διαθέσιμο χρήμα δεν θα εισρεύσει στην οικονομία, δηλαδή, ουσιαστικά, δεν θα δημιουργηθεί, παρά μόνον, όπως είπαμε, in theory.


Από την άλλη μεριά, το τραπεζικό σύστημα, με την πολιτική της ανοικτής αγοράς της Κεντρικής Τράπεζας, μπορεί να αυξήσει τα αποθεματικά του, αλλά οι φόβοι για την τύχη των τραπεζών, θα οδηγήσουν την τραπεζική ελίτ να κάνει τσιγγούνικα δάνεια και να κρατήσει τα αυξημένα αποθεματικά, ως ασφάλεια, έναντι των κινδύνων πτώχευσης. Μέσα και από αυτή την διαδικασία η αύξηση του προσφερόμενου χρήματος παρέμεινε και πάλι στα χαρτιά και δεν είχε πραγματικό αντίκρυσμα στην πραγματική οικονομία.


Έτσι και το 1933 η αμερικανική οικονομία παρέμεινε εγκλωβισμένη στην liquidity trap, που άφησαν πίσω τους οι Herbert Hoover και Andrew Mellon (όπως και τώρα, η ευρωζώνη παραμένει εγκλωβισμένη στην δική της παγίδα ρευστότητας, στην οποία την έβαλε η, μετρίας εντάσεως, διεθνής ύφεση του 2008). Η αποτυχία αυτή είχε ένα ευεργετικό αποτέλεσμα :


Κατέστησε σαφές το ουσιαστικό πρόβλημα, που έχει να κάνει με την νομισματική πολιτική και τα αδιέξοδά της, μέσα σε μια οικονομία που βρίσκεται σε πτώση και το οποίο είναι ότι μπορεί να αυξήσει τα τραπεζικά αποθεματικά, αλλά δεν μπορεί να εξαναγκάσει τους επιχειρηματίες και τους καταναλωτές να τα χρησιμοποιήσουν, ως αντικείμενα δανεισμού και να αυξήσουν έτσι τις καταθέσεις και τον όγκο του εμπορίου. Έτσι απαντήθηκε και το ερώτημα γύρω από το, εάν είναι η προσφορά του χρήματος, που επηρεάζει, πρωταρχικά, τις τιμές και το εμπόριο, ή, εάν είναι το εμπόριο, που επηρεάζει, πρωταρχικά, την προσφορά του χρήματος και τις τιμές. Και φυσικά, η απάντηση έκλεινε προς το μέρος του εμπορίου.


Τι έπρεπε να γίνει; Τώρα το ξέρουμε, πολύ καλύτερα από ό,τι το ήξεραν εκείνη την εποχή.

Η δημιουργία και η χρήση του χρήματος, για να γίνει αποτελεσματική, έπρεπε από προαιρετική να μετατραπεί σε υποχρεωτική, ακριβώς επειδή το σύγχρονο οικονομικό σύστημα του γραφειοκρατικού καπιταλισμού (του οποίου την γένηση πιστοποίησε με τεράστιες ωδίνες η Μεγάλη Κρίση της δεκαετίας του 1930 και το οποίο έχει, απείρως, πολυπλοκοποιηθεί σήμερα) είναι ένα, εγγενώς, ασταθές σύστημα, εάν αφεθεί στην τύχη του. Το χρήμα δεν μπορεί να κατασκευάζεται, μόνον, αλλά πρέπει και να ξοδεύεται, για να μπορεί να επιδρά ευεργετικά στον όγκο του εμπορίου και έτσι στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ανάκαμψη μιας οικονομίας, που βρίσκεται σε καθοδική τροχιά και στην αύξηση του ΑΕΠ.


Και φυσικά το εργαλείο, γι’ αυτήν την δουλειά, δεν μπορεί να είναι η νομισματική πολιτική. Είναι η δημοσιονομική πολιτική, η οποία συνδέεται με το όνομα του Κέϋνς και στην οποία στράφηκαν οι οικονομικοί επιτελείς του Ρούσβελτ, αμέσως, μετά το 1933 και κατάφεραν, ακολουθώντας μια επεκτατική πολιτική, (την οποία αντέστρεψαν το 1936 – 1937, υπό το βάρος της επιρροής των παλαιών κλασσικών αντιπληθωριστικών ιδεών, κάνοντας προσπάθειες να ισοσκελίσουν τον κρατικό προϋπολογισμό και να ασκήσουν περιοριστική νομισματική πολιτική, σε μια οικονομία η οποία ακόμη δεν είχε πλήρως ανακάμψει και στην οποία οι οικονομικοί παράγοντες παρέμεναν πάντοτε καχύποπτοι, ως προς την διάρκεια της ανάκαμψης και τις προοπτικές του μέλλοντος της οικονομίας, με αποτέλεσμα μια νέα έντονη ύφεση, στην μέση ενός μεγάλου μαρασμού, διαπράττοντας ένα τεράστιο λάθος, το οποίο ήταν και το τελευταίο λάθος, το οποίο διαπράχθηκε, κάτω από την επιρροή του τραπεζιτικού λόμπυ, στο οποίο είχαν αναζωπυρωθεί οι φόβοι για τον … πληθωρισμό, όπως ακριβώς, πράττουν, πεισμόνως, οι νεοκλασσικοί δογματικοί της πολιτικοοικονομικής ελίτ και της μπατιροτραπεζοκρατίας της ευρωζώνης, εδώ και τρία χρόνια, μιμούμενοι, σταθερά και αμετακίνητα, τα σφάλματα των ρουσβελτιανών, του 1936 – 1937) να σταματήσουν την ιλιγγιώδη πτώση της αμερικανικής οικονομίας και να την φέρουν σε μια διαδικασία γοργής ανάκαμψης – παρά το γεγονός ότι κατάφεραν να αγγίξουν τα, προ της κρίσης, επίπεδα του 1929, μόλις το 1941.


Αδικείτε τα επιχειρήματά σας, αγαπητέ κ. Παπουτσή, όταν απλουστεύετε τα πεπραγμένα της εποχής του αείμνηστου FDR, ισχυριζόμενος ότι η εκτύπωση χρήματος, διοχετεύθηκε σε “άνοιγμα τρυπών”. Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Αν δούμε την εξέλιξη του πραγματικού αμερικανικού GNP (σε δισεκατομμύρια δολλάρια του 1958), από το 1929, έως το 1940 - όποιος επιθυμεί μπορεί να δει τα σχετικά στοιχεία στο άρθρο : “29/10/1929 : Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ 80 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ!” http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/29101929-80.html -, θα αντιληφθούμε το τι συνέβη, καθώς και το τεράστιο μέγεθος της προσπάθειας, που απαιτήθηκε, για να επιτευχθεί η αντιστροφή μιας καταστροφικής καθοδικής πορείας, η οποία έλαβε χώρα από τον Οκτώβριο του 1929, έως το 1932.




Η GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930, μέσα από ένα κατατοπιστικό βίντεο.


Έτσι, το GNP των Η.Π.Α, με βάση εκκίνησης το 1929 εξελίχθηκε, ως εξής :


1929 : 203,6 δισ. $.

1930 : 183,5 δισ. $.

1931 : 169,5 δισ. $.

1932 : 144,2 δισ. $.

1933 : 141,5 δισ. $.

1934 : 154,3 δισ. $.

1935 : 169,5 δισ. $.

1936 : 193,2 δισ. $.

1937 : 203,2 δισ. $.

1938 : 192,9 δισ. $.

1939 : 209,4 δισ. $.

1940 : 227,2 δισ. $.


Τώρα, που ξανακοιτάζω, μετά από χρόνια, τα στοιχεία αυτά, επιβεβαιώνω την παλαιά πεποίθησή μου, για το πόσο εκπληκτική (αν και ανεπαρκής) υπήρξε αυτή αντιστροφή της πορείας της αμερικανικής οικονομίας, εκείνη την σκοτεινή εποχή. Και φυσικά, αυτή η ολική επαναφορά της αμερικανικής οικονομίας δεν επιτεύχθηκε, με το άνοιγμα τρυπών. Αυτό που έγινε, ήταν κάτι το ασύγκριτα διαφορετικό, το οποίο, φυσικά, υπήρξε ευεργετικό, για τον απλό αμερικανικό πληθυσμό και την επιχειρηματική κοινότητα στο σύνολό της.


Με λίγα λόγια, ενώ το αμερικανικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 59,4 δισ. $ από το 1929, έως το 1932 (δηλαδή, κατά 29,17%!) και ενώ το 1933 η πτώση συνεχίστηκε – λόγω των αυταπατών του ρουσβελτιανού οικονομικού επιτελείου, σχετικά με την λειτουργία της εξίσωσης του Fisher στην πραγματική οικονομία και την συνάρτηση αυτής της εξίσωσης, με την νομισματική πολιτική -, με αποτέλεσμα το GNP να χάσει άλλα 2,7 δισ. $ (και η συνολική απώλεια του αμερικανικού GNP από το 1929, να φθάσει στο 30%), αυτή η καταστροφική κατάσταση αντεστράφη, σχεδόν ολικώς, το 1937 και υπερκαλύφθηκε από το 1939 και μετά. Αυτό δεν έγινε με “άνοιγμα τρυπών”. Έγινε με την εφαρμογή στην πράξη ενός εκτεταμένου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, τα αποτελέσματα των οποίων αποτελούν μέρος των υποδομών των Η.Π.Α. και με την στήριξη της δημόσιας και της ιδιωτικής κατανάλωσης της χώρας.


Το ηθικό ζήτημα, που θέτετε, αγαπητέ κ. Παπουτσή, ειλικρινά, δεν το αντιλαμβάνομαι, έτσι όπως το θέτετε. Αυτό, που καταλαβαίνω είναι ότι διαφωνείτε με την όλη διαδικασία, επειδή, δι’ αυτής, έγινε μια μεγάλη ανακατανομή στο εθνικό εισόδημα της χώρας και για τον υποτιθέμενο φόρο πληθωρισμού, που υποτίθεται ότι επιβλήθηκε, μέσα από την άσκηση του seigniorage από το αμερικανικό δημόσιο και από τον δημόσιο δανεισμό, στον οποίο προέβη η κυβέρνηση του FDR.


Ως προς το πρώτο (την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος), αντιλαμβάνομαι την διαφωνία σας. Αυτή, όμως, είναι ιδεολογική και όχι ηθική. Όμως, αυτή η αναδιανομή ήταν απαραίτητη, για την τόνωση της ροπής προς κατανάλωση, η οποία είχε πέσει, λόγω και της ενδογενούς τάσης, που έχει το καπιταλιστικό σύστημα, ως προς την κατανάλωση του παραγόμενου προϊόντος, αλλά και λόγω της μεγάλης ανισοκατανομής του εθνικού εισοδήματος των Η.Π.Α., κατά την ανάπτυξη, που προηγήθηκε στην δεκαετία του 1920 και η οποία ανισοκατανομή οδήγησε στην πτώση της μέσης ροπής προς κατανάλωση, η οποία έφερε πιο κοντά την οικονομική κρίση, που άρχισε τον Οκτώβριο του 1929 και γρήγορα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις – ανάμεσα στα άλλα και επειδή, τότε, δεν υπήρχε η τεχνογνωσία, για την αντιμετώπισή της.


Ως προς το δεύτερο, η αύξηση της προσφοράς του χρήματος, μέσω του seigniorage και του χαμηλότοκου δημόσιου δανεισμού, θα λειτουργούσε, ως φόρος πληθωρισμού, εφόσον υπήρχε πληθωρισμός. Αλλά, πληθωρισμός δεν υπήρξε – τουλάχιστον σε αξιόλογα μεγέθη. Αντίθετα, αυτό, που υπήρξε, ήταν ένας έντονος αποπληθωρισμός, ο οποίος συνοδεύτηκε από την ραγδαία υποβάθμιση των πραγματικών παραγωγικών δυνατοτήτων της μεγάλης αυτής χώρας, οι οποίες παραγωγικές δυνατότητες ετέθησαν σε λειτουργία, χάρη στην λήξη του αποχρηματισμού της αμερικανικής οικονομίας, που έφερε η ρουσβελτιανή οικονομική (δημοσιονομική και νομισματική) πολιτική, με αποτέλεσμα η ραγδαία ανάκαμψη του ΑΕΠ να μην συνοδευτεί από άξιες λόγου πληθωριστικές πιέσεις.


Πέρα από αυτή την πραγματική εξέλιξη των μεγεθών της αμερικανικής οικονομίας, που θέτουν εκποδών τα όποια ζητήματα ηθικής φύσεως, υπάρχει και ένα γενικότερο ζήτημα, σχετικά με την οικονομία και την ηθική.


Κατ’ αρχήν, η επιστημονική ανάλυση των δεδομένων δεν πρέπει να εμπλέκεται με την ηθική. Δεν έχει καμμία σχέση με αυτήν. Ούτε και τα επιστημονικά συμπεράσματα έχουν κάποια σχέση με την ηθική.


Άλλο πράγμα, βέβαια, είναι το πως θα χειριστεί κάποιος την επιστημονική ανάλυση και τα συμπεράσματά της. Και ως προς αυτόν τον χειρισμό, το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται (και το οποίο έχει μια έντονη ηθική χροιά), ως προς την οικονομική κρίση και τους χειρισμούς, στους οποίους προέβη η Herbert Hoover administration, σε σχέση με τους αντίστοιχους χειρισμούς της FDR administration, είναι :


Άξιζε, από ηθική, κοινωνική και οικονομική άποψη, να υπάρξει και να συνεχιστεί όλη αυτή η καταστροφή της ζωής των εκατομμυρίων απλών Αμερικανών πολιτών, που ήλθε, ως αποτέλεσμα της έλευσης της οικονομικής κρίσης και της ολιγωρίας, που επέδειξε η αμερικανική ελίτ, στην αντιμετώπισή της;


Ας δούμε την εξέλιξη του ποσοστού ανεργίας, κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1930, στις Η.Π.Α. (και ας θυμηθούμε ότι, τότε, δεν υπήρχαν επιδόματα ανεργίας και κοινωνικές παροχές – ούτε, καλά-καλά και συντάξεις), για να αντιληφθούμε το μέγεθος της ανθρωπιστικής καταστροφής, που συνέβη εκείνη την εποχή στην μεγαλύτερη και στην πιο μοντέρνα οικονομία του κόσμου, η οποία κόντεψε να φθάσει στα όρια να λειτουργεί χωρίς μετρητά και με διαδικασίες αντιπραγματισμού (!;) :


1929 : 3,2%.


1930 : 8,9%.


1931 : 16,3%.


1932 : 24,1%.


1933 : 25,2%.


1934 : 22,0%.


1935 : 20,3%.


1936 : 17,0%.


1937 : 14,3%.


1938 : 19,1%.


1939 : 17,2%.


1940 : 14,6%.


Προφανές είναι ότι η αμερικανική οικονομία και κοινωνία χρειάζονταν άμεσες και ταχείες λύσεις, ανάμεσα στα άλλα και για καθαρά ανθρωπιστικούς λογους, οι οποίοι συνδέονταν με την ίδια την επιβίωση εκατομμυρίων ανθρώπων (και καλόν είναι να μην ξεχνάμε ότι αυτά τα ποσοστά ανεργίας είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίον μετριόταν, τότε, η ανεργία και ο οποίος τρόπος δεν κατέγραφε την πραγματική ανεργία, όπως επίσης δεν κατέγραφε, ούτε την εξαθλιωτική υποαπασχόληση, που συνόδευε την ανεργία).


Και αυτές τις άμεσες και ταχείες λύσεις (έστω με ανεπάρκειες, έστω μερικώς) τις έδωσε η διοίκηση Ρούσβελτ.


Και αυτό – εφ’ όσον μιλάμε, για ηθική – είναι στα υπέρ της…


(Και μη ξεχνάμε ότι τον κίνδυνο μιας παραπλήσιας ανθρωπιστικής καταστροφής αντιμετωπίζει και η χώρα μας)…


Επαναλαμβάνω κ. Παπουτσή ότι αδικείτε τα επιχειρήματά σας.


Ας δούμε την εξέλιξη του πληθωρισμού (στις Η.Π.Α.) την δεκαετία του 1930 :


1930 : – 2,6%.


1931 : – 10,1%.


1932 : -9,3%.


1933 : -2,2%.


1934 : 7,4%


1935 : 0,9%.


1936 : 0,2%.


1937 : 4,2%.


1938 : -1,3%.


1939 : -1,6%.


1940 : 1,6%.




Πέρα από τον πληθωρισμό, ας δούμε και τα επίπεδα των τιμών, κατά την ίδια περίοδο (βάση το έτος 1958=100) :


1929 : 50,6.


1930 : 49,3.


1931 : 44,8.


1932 : 40,2.


1933 : 39,3.


1934 : 42,2.


1935 : 42,6.


1936 : 42,7.


1937 : 44,5.


1938 : 43,9.


1939 : 43,2.


1940 : 43,9.



Αυτοί είναι οι αριθμοί – τους έχει δημοσιεύσει ο Mankiw από τα Historical Statistics των Η.Π.Α. – και γι’ αυτόν τον λόγο δεν χρειάζονται οι υπερβολές.


Το χρήμα την εποχή της GREAT DEPRESSION λίμνασε και σιγά-σιγά, έπαυσε να κυκλοφορεί. Αυτή η διαδικασία κατέστρεψε και εκείνους που το κατείχαν, αφού αυτή η, εξ αντικειμένου, απαξιωτική χρηματοοικονομική διαδικασία οδήγησε στην δραματική μείωση του αριθμού των Αμερικανών, που κατείχαν το χρήμα, εκείνη την εποχή.


Η ουσία των επιχειρημάτων σας, επαναλαμβάνω, δεν είναι ηθική. Είναι ιδεολογική (είναι δικαίωμά σας να έχετε όποια ιδεολογία θέλετε, αλλά είναι χρήσιμο αυτή να μην χρησιμοποιεί την ηθική ως μανδύα και τούτο, για τον απλούστατο λόγο ότι η επίκληση της ηθικής, για την ενίσχυση μιας επιχειρηματολογίας, που θέλει να είναι επιστημονική, δυσκολεύει την επιστημονική αντιπαράθεση) και έχει να κάνει με την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος, η οποία, όμως, υπήρξε αναγκαία, προκειμένου να αυξηθεί η μέση ροπή προς κατανάλωση, η πτώση της οποίας ήταν η γενεσιουργός αιτία της κρίσης, που επήλθε τον Οκτώβριο του 1929 και η οποία οφειλόταν στην ακραία ανισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος, κατά την δεκαετία του 1920. Θα αποπειραθώ, εδώ, να επισημάνω κάποια πράγματα, γύρω από τον σημαντικό ρόλο της ανισοκατανομής του εισοδήματος, στην έλευση της κρίσης της δεκαετίας του 1930.


Ύστερα από την ύφεση του 1921, η οποία ήταν έντονη αλλά σύντομη, ακολούθησε μια 8ετία μεγάλης ανάπτυξης, η οποία είχε μια τέτοια έκταση, που ουδέποτε είχε ξαναδεί στο παρελθόν η αμερικανική κοινωνία. Αν δούμε όμως, τα επί μέρους βασικά στοιχεία της, θα αντιληφθούμε το γιατί η κρίση που ακολούθησε, με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Οκτώβριο του 1929, υπήρξε, επίσης, έντονη, όπως εκείνη του 1921, αλλά με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια, σε σχέση με αυτήν του 1921 και ουσιαστικά δεν ξεπεράστηκε, καθ’ ολοκληρίαν, παρά μόνον με την είσοδο των Η.Π.Α. στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Δεκέμβριο του 1941.


Όπως προκύπτει από τα Historical Statistics των Η.Π.Α., οι τιμές και οι μισθοί, από το 1922, μέχρι το 1929, είχαν μείνει, σχεδόν, στο ίδιο επίπεδο (οι τιμές χονδικής ήσαν λίγο προς τα κάτω), ενώ η παραγωγικότητα και ο συνολικός όγκος της παραγωγής είχαν μια συνεχή, αδιάπτωτη και μεγάλη ανοδική πορεία. Αυτό το γεγονός και με δεδομένο ότι ο όγκος παραγωγής, ανά εργάτη, στην αμερικανική βιομηχανία αυξήθηκε, μέσα στην δεκαετία του 1920, κατά 43%, οδήγησε σε μια τεράστια αύξηση των κερδών, τα οποία κατευθύνθηκαν, κυρίως, στην αύξηση του εισοδήματος των πλουσίων, οι οποίοι αυξήθηκαν και ως ποσοστό, μέσα στον πληθυσμό. Το καθαρό εισόδημα από 84 μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις τριπλασιάστηκε και τα μερίσματα, τα οποία πλήρωναν, διπλασιάστηκαν. Το εισόδημα των πλούσιων Αμερικανών, ενισχύθηκε και από διαδοχικές μειώσεις του φόρου εισοδήματος, γεγονός το οποίο αύξησε, ακόμη περισσότερο, το κομμάτι του εισοδήματος, που πήγαινε σε αυτούς, για κατανάλωση και επένδυση.


Αυτό το γεγονός, από μόνο του δεν περιέχει κάτι το κακό, ή το μεμπτό ηθικά, ή αξιολογικά. Ως οικονομικό γεγονός, που αφορά την διανομή του εισοδήματος, μέσα σε έναν οικονομικά ενεργό πληθυσμό, είναι αδιάφορο, όσο το εισόδημα αυτό επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση της οικονομικής διαδικασίας. Όσο, δηλαδή, εισέρχεται, μέσα στους αρμούς της οικονομίας και μετουσιώνεται, σε κατανάλωση και επένδυση. Όσο, δηλαδή, ξοδεύεται, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο. Αν, όμως, κάτι εμποδίσει την κατανάλωση, ή την επένδυση, αυτού του εισοδήματος, τότε υπάρχει πρόβλημα, το οποίο εντοπίζεται στην πτώση της ζήτησης, η οποία πτώση, πάντοτε, ακολουθείται από αναστάτωση, η οποία λαμβάνει την μορφή της ύφεσης και της κρίσης – αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.


Στην δεκαετία του 1920 και η κατανάλωση, που ήταν προσανατολισμένη στα πλούσια στρώματα του πληθυσμού και η επένδυση, η οποία εννοείτο, ως ιδιωτική επένδυση και βρισκόταν, επίσης, στα χέρια των ίδιων στρωμάτων, ήσαν ευάλωτες. Η καταναλωτική διαδικασία των πλούσιων στρωμάτων του πληθυσμού είναι δεδομένο ότι ακολουθεί μια καθοδική πορεία, αφού η ροπή τους, προς κατανάλωση πέφτει, όσο ο πλούτος μεγαλώνει. Και το ίδιο συμβαίνει και με τις κοινωνίες που πλουτίζουν.


Αυτό οδηγεί τα πλούσια στρώματα του πληθυσμού στο να διαθέτουν ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος από τα αυξημένα εισοδήματά τους προς επένδυση, ψάχνοντας για επενδυτικές ευκαιρίες, οι οποίες, όμως, για να υλοποιηθούν, πρέπει να βρουν ένα επενδυτικό πεδίο, το οποίο να στηρίζεται σε μια αγορά, η οποία να εξασφαλίζει μια αυξημένη κατανάλωση του προϊόντος, στο οποίο απευθύνεται το επενδυτικό κοινό.


Ο στόχος, όμως, αυτός, αν δει κάποιος, προοπτικά, τις μεσομακροπρόθεσμες εξελίξεις, μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον ακραίων (ή και μη ακραίων, αλλά, πάντως, σημαντικών) φαινομένων ανισοκατανομής του εθνικού (ή και ενός διεθνικού, ή και του παγκόσμιου) εισοδήματος είναι αντιφατικός και οδηγεί σε υφέσεις και αστάθεια το οικονομικό σύστημα, το οποίο δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει, παρά μόνον μέσα από μια αναδιανομή του εισοδήματος, η οποία θα βοηθήσει στην κατανάλωση και στον επαναπροσδιορισμό των εσωτερικών συνιστωσών, που συναπαρτίζουν το κοινωνικό προϊόν, που δεν μπορεί να καταναλωθεί, υπό το καθεστώς των ισορροπιών της, έως εκείνη την στιγμή, κατανομής του εισοδήματος. Ή θα μπορέσει να λειτουργήσει, μέσα από μια ευρύτερη καταστροφή του παραχθέντος και μη καταναλισκόμενου κοινωνικού προϊόντος.


Στην δεκαετία του 1920 η καταναλωτική ροπή των πλουσίων στρωμάτων του πληθυσμού των Η.Π.Α. μπορούσε να μειωθεί, δραματικά, αν κάποιο γεγονός τρόμαζε τα στρώματα αυτά. Επίσης, οι επενδυτικές τους δραστηριότητες εμπεριείχαν έναν μεγάλο βαθμό ρίσκου (όπως συμβαίνει πάντοτε και όπως συνέβη και κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000), σε αντικείμενα, τα οποία διαχειρίζονταν εταιρίες χαρτοφυλακίου, με ακατανόητες, πολύπλοκες και πολλές φορές αλλοπρόσαλλες αλληλοσυνδεόμενες δομές, τις οποίες οι επενδυτές δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν και οι οποίες προέβαιναν σε κινήσεις και χειρισμούς, που, ενώ φάνταζαν, σαν προϊόντα μεγαλοφυών ανθρώπων, που ήξεραν την δουλειά τους, τελικά, μπορούσε να αποδειχθεί ότι δεν ήσαν και τόσο φερέγγυες.


Όμως, εάν κάτι ανέκοπτε αυτή την ανοδική πορεία, τότε όλη αυτή η δομή, που ωθούσε προς τα ύψη τις επενδύσεις του κοινού, θα κατέρρεε, αφού νέο χρήμα δεν εισέρεε στην όλη διαδικασία. Και έτσι, εκείνοι, που θα έχαναν, δεν θα επένδυαν τα χρήματά τους αλλού, είτε επειδή δεν θα τα είχαν, πλέον, είτε, επειδή και αν είχαν χρήματα, θα φοβούνταν να τα επενδύσουν κάπου αλλού.


Και φυσικά, μια μεγάλη πτώση στο χρηματιστήριο, το οποίο ήταν, τότε, στο επίκεντρο της οικονομικής ζωής των Η.Π.Α., θα τρόμαζε τα πλούσια στρώματα, τα οποία θα μείωναν την καταναλωσή τους και θα σταματούσαν τις επενδύσεις τους.


Η πτώση αυτή ήλθε τον Οκτώβριο του 1929 και ξεθεμελίωσε το αμερικανικό οικονομικό σύστημα…


(Ο υπουργός Οικονομικών του Ρούσβελτ, που ήταν απαρηγόρητος, για το γεγονός ότι η ανεργία παρέμενε σε υψηλά επίπεδα, δεν είχε άδικο που ήταν απαρηγόρητος, αφού ήθελε και επεδίωκε την εξάλειψη της ανεργίας και γι’ αυτό χρησιμοποίησε την διαδικασία του fiat currency. Η αυτοκριτική ουδέποτε είναι κακή – τουλάχιστον όταν είναι προϊόν ενός ειλικρινούς ορθολογισμού. Πράγματι, η ανεργία έμεινε σε υψηλά επίπεδα, σε όλη την δεκαετία του 1930 και μπορούσαν να γίνουν πολύ περισσότερα πράγματα, για την καταπολέμησή της. Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι η ανεργία μειώθηκε, σημαντικά, εκείνη την εποχή. Οι αριθμοί μιλούν και μόνοι τους).


Υπάρχουν και κάποια άλλα πράγματα, που θέλω να αναφέρω, και όσον αφορά τα γραφέντα από τον αγαπητό Κώστα (σε κάποια συμφωνώ, σε κάποια όχι), αλλά αυτά θα τα αφήσω, για αργότερα…


Πάντα φιλικά…"


Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Από τον Θεόδωρο Τσουκάτο στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Η ανατομία της εθιμικής θέσμισης της συστημικής ελληνικής πολιτικής διαφθοράς. (Μια απάντηση στις παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά).


Οι παραπάνω εικονιζόμενες υπογραφές των μελών του Κυβερνητικού Συμβούλιου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), δια των οποίων εγκρίθηκαν και στην συνέχεια υλοποιήθηκαν κάποια από τα επίμαχα εξοπλιστικά προγράμματα (και ατύπως, αλλά ουσιωδώς και οι μίζες που συνόδευαν αυτά τα προγράμματα), κατά την περίοδο 1996 - 2000, που υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος και πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης, είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν τέθηκαν τυχαία, ούτε με την απλή καλή πίστη εκείνων, που έβαλαν τις υπογραφές τους  στα πεπραγμένα του, τότε, υπουργού Εθνικής Άμυνας και των πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων του, προκειμένου να πραγματοποιηθούν αυτές οι αγορές.

Ο υπόδικος, για διακίνηση μαύρου πολιτικού χρήματος και προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, πρώην υπουργός (και παρ' ολίγον, πρωθυπουργός) Άκης Τσοχατζόπουλος ζητάει, για 4η φορά, να κληθούν, ως μάρτυρες υπεράσπισής του, όλα τα μέλη του ΚΥΣΕΑ, δηλαδή ο, τότε, πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και οι υπουργοί, οι οποίοι συνυπέγραψαν την έγκριση της αγοράς των συγκεκριμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων, από τις μίζες των οποίων έρευσε το μαύρο χρήμα, για την διακίνηση του οποίου κατηγορείται ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

Ζητώντας την κλήση της, τότε, ηγετικής νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ, η οποία κατείχε τα κρίσιμα υπουργικά πόστα (Θεόδωρος Πάγκαλος, Αλέκος Παπαδόπουλος κλπ) και του τότε πρωθυπουργού, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του, τότε, κυβερνώντος (και τώρα συγκυβερνώντος) κόμματος, ο Τσοχατζόπουλος δεν προσπαθεί, απλώς και μόνον, να παραπλανήσει την δικαιοσύνη και να στρέψει την προσοχή των δικαστών και του κοινού, σε άλλες κατευθύνσεις. Ο, τότε, υπουργός Εθνικής Άμυνας επιθυμεί, με την κίνησή του αυτή, να υπενθυμίσει και να καταδείξει το πασίγνωστο γεγονός ότι όλοι όσοι συνυπέγραφαν την έγκριση των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων, ήξεραν πολύ καλά ότι αυτή η έγκριση συνοδευόταν και από μίζες, οι οποίες αποτελούνταν από μαύρο χρήμα, το οποίο καλούνταν να πληρώσει το ελληνικό δημόσιο, αφού, στην τελική τιμή αγοράς αυτών των εξοπλισμών, περιλαμβάνονταν και αυτές οι σκοτεινές και κάτω από το τραπέζι πληρωμές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, μέσα από μια δαιδαλώδη διακίνησή τους, σε μια σειρά παρένθετα πρόσωπα και εταιρίες offshore. Αυτή η κίνηση του Άκη Τσοχατζόπουλου, φυσικά, δεν αποσκοπεί, απλώς και μόνον, στο να εκθέσει τον Κώστα  Σημίτη και την πασοκική νομενκλατούρα εκείνης της εποχής, αποδεικνύοντας ότι όλοι τους γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών, που συνόδευαν τις αγορές των εξοπλισμών, που ενέκριναν στο ΚΥΣΕΑ. Το θέμα δεν είναι, απλώς, φιλολογικό, ούτε μόνον ένας πολιτικάντικος χειρισμός επιμερισμού της πολιτικής ευθύνης όλων τους. 

Άκης Τσοχατζόπουλος - Κώστας Σημίτης - Γιώργος Παπανδρέου στις παλιές "καλές" εποχές. Είναι προφανές ότι ο πρώην υπουργός Άμυνας δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια...


Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, με αυτή του την κίνηση, θέλει να υποδείξει ότι ο Κώστας Σημίτης και η τότε ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ ήσαν γνώστες, όχι μόνον της ύπαρξης των μιζών, που συνόδευαν αυτούς τους εξοπλισμούς, αλλά, επίσης, γνώριζαν και το γεγονός ότι οι μίζες αυτές δεν ήσαν, απλώς, προσωπικές μίζες, που εισέπραξε ο ίδιος ο Άκης και η πολιτικοστρατιωτική παρέα του, αλλά ήσαν μίζες, οι οποίες είχαν και κομματική χροιά και συνοδεύονταν από την εισροή μαύρου πολιτικού χρήματος και στα κομματικά ταμεία του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας ο ίδιος ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας τον ρόλο του άτυπου κομματικού ταμία.

Έτσι, λοιπόν, ο στόχος του Άκη Τσοχατζόπουλου εντοπίζεται στην απόδειξη της άμεσης εμπλοκής, σε προσωπικό επίπεδο, του Κώστα Σημίτη και της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ στην υπόθεση των μιζών από τα εξοπλιστικά προγράμματα που, επί της εποχής του, στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης, εγκρίθηκαν και υλοποιήθηκαν και τα οποία ανέρχονται σε 12 στον αριθμό (τα περισσότερα των οποίων δεν έχουν κάν ερευνηθεί, μέχρι σήμερα). Και φυσικά, ο Άκης Τσοχατζόπουλος δεν έχει άδικο, που πράττει, όσα πράττει, ούτε έχει άδικο, σε όσα υποδεικνύει.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο τότε πρωθυπουργός και οι υπουργοί, που συμμετείχαν στο ΚΥΣΕΑ, γνώριζαν ότι υπήρχαν μίζες και ροή μαύρου χρήματος, πίσω από την έγκριση των συγκεκριμένων εξοπλισμών, που οι ίδιοι ενέκριναν, βοηθώντας τα μέγιστα στην υλοποίησή τους, αποτελεί επαρκή και πλήρη απόδειξη του γεγονότος ότι γνώριζαν πως, μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, θα κατευθύνονταν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, αφού ουδείς συμμετέχει, σε αυτές τις διαδικασίες, ούτε βάζει την υπογραφή του, σε τόσης σοβαρότητας αγορές, μέσω των οποίων πλουτίζουν άλλοι και χωρίς, μάλιστα, οι συμμετέχοντες και υπογράφοντες την έγκριση αυτών των αγορών να έχουν κάποιο προσωπικό όφελος. Προφανές, λοιπόν, είναι, για όσους γνωρίζουν το πως λειτουργεί το εγχώριο πολιτικό σύστημα, ότι όλοι τους, όχι μόνον γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών και του μαύρου πολιτικού χρήματος, που τις συνόδευε, αλλά είχαν και ένα προσωπικό όφελος, από την όλη διαδικασία, το οποίο προσδιορίζεται στο γεγονός ότι  οι μίζες, αυτού του είδους, τροφοδοτούν, όχι μόνο τον συγκεκριμένο (και τον εκάστοτε) υπουργό, αλλά και το κόμμα. Και ότι αυτές οι συγκεκριμένες μίζες, για τις οποίες τέθηκαν οι υπογραφές, που ενέκριναν τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία αυτές οι μίζες συνόδευαν, ήσαν και κομματικές μίζες, γεγονός το οποίο ήταν, σε πλήρη γνώση αυτών που έβαλαν τις υπογραφές τους και ως εκ τούτου, οι εν λόγω μίζες συνδέονταν, δι' αυτού του τρόπου και με το προσωπικό συμφέρον εκείνων που έβαζαν τις υπογραφές τους στις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, για την αγορά των συγκεκριμένων εξοπλισμών, αφού αυτό το μαύρο χρήμα, που εισέρεε στα κομματικά ταμεία, βοηθούσε τον τότε πρωθυπουργό και τους υπουργούς στην διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας, δίνοντάς τους ένα σημαντικό πλεονέκτημα, έναντι των πολιτικών τους αντιπάλων και αύξανε τις δυνατότητές τους, για την χειραγώγηση του εκλογικού σώματος και της ελληνικής κοινωνίας. 

Ο παμπόνηρος Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι ήξερε πως έπεφταν μίζες στα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά λέει πως δεν είχε στοιχεία. Βέβαια, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις βαριές του ευθύνες, αφού είναι προφανές ότι γνώριζε περισσότερα από όσα λέει ότι γνώριζε. Αυτή του η δημόσια τοποθέτηση, όμως, παραπέμπει, αυτοδίκαια, στον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και στα άλλα μέλη του ΚΥΣΕΑ. Ο τότε πρωθυπουργός δεν γνώριζε αυτό που γνώριζε ο υπουργός του,  ο Θεόδωρος Πάγκαλος; Προφανώς και γνώριζε. Και οι άλλοι υπουργοί, που ήσαν μέλη του ΚΥΣΕΑ και έβαλαν τις υπογραφές τους, δεν γνώριζαν αυτό που γνώριζε ο συνάδελφός τους; Προφανώς και γνώριζαν...



Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός, τον οποίον προέβαλε, πολύ αργότερα, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που συμμετείχε, τότε, στο ΚΥΣΕΑ, το οποίο ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων και ο οποίος ισχυρισμός συνίστατο, εις το ότι "γνώριζα ότι έπεφταν μίζες από αυτές τις αγορές, αλλά δεν είχα στοιχεία", είναι ένας μη πειστικός και ουσιαστικώς, παιδαριώδης ισχυρισμός, ο οποίος δεν αντέχει εις την βάσανο της απλής και της κοινής λογικής. Τα πράγματα στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι περισσότερο απλά και συμβαδίζουν με την κοινή λογική.

Οι μίζες που πήρε ο Άκης Τσοχατζόπουλος είναι, εκ των πραγμάτων, σαφές ότι δεν ήσαν, μόνον, για τον εαυτό του. Δεν λειτουργεί έτσι, ανοργάνωτα, το, θεσμικά και συστημικά, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της χώρας. Οι μίζες αυτές προορίζονταν, κατά ένα μέρος τους και για το κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ, όπως γίνεται με όλες τις μεσαίες και μεγάλες (αλλά και πολλές από τις "μικρές") αγορές, που κάνει το ελληνικό δημόσιο, υπό οιαδήποτε μορφή του.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα και δεν χρειάζεται να έχει κάποιος υψηλό IQ, προκειμένου να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, αφού οποιαδήποτε άλλη εκδοχή, η οποία θέλει να καταστήσει τους άλλους μετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ, που πήρε αυτές τις αποφάσεις και ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, μη κοινωνούς στις μίζες, που έπεσαν εκείνη την εποχή, ως αποτέλεσμα και απόρροια αυτών των αποφάσεων, προϋποθέτει την παραδοχή ότι οι συμμετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ υπουργοί ήσαν άσχετοι, αφελείς, ευκολόπιστοι, αδιάφοροι για το συμφέρον τους και βλάκες. Μια παραδοχή, που φυσικά δεν ισχύει.

Αφορμή για την παρούσα αναφορά στην ενδημική και εθιμικώς, θεσμικά κατοχυρωμένη συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής τάξης, μέσα από τις δωσοληψίες της, με την εγχώρια οικονομική και την διεθνή πολιτικοοικονομική ελίτ, μου έδωσε μια συζήτηση που έλαβε χώρα αυτές τις ημέρες (13 και 14 Ιουλίου 2012) στην "Αριστερή Στρουθοκάμηλο", γύρω από την συνέντευξη του Νάσου Βαγενά στο tvxs.gr και στην Κρυσταλία Πατούλη, η οποία συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε στο μπλογκ αυτό, με τίτλο : "Νάσος Βαγενάς: Θα αποτρέψουμε τα χειρότερα και θα βάλουμε τις βάσεις για μιαν έξοδο από τη σημερινή κατάσταση μόνο αν η χώρα μας ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς μεταρρυθμίσεις" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.gr/2012/07/blog-post_7936.html και αφορούσε, ανάμεσα στα άλλα, τις ανοησιολογούσες παραδοξολογίες του εν λόγω κυρίου, γύρω από την διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ελίτ και την εκτεταμένη και συστηματικοποιημένη παράνομη δωροληπτική συμπεριφορά της, την οποία, όμως, έχει καταστήσει, εθιμικώς μια, πολιτικά και κοινωνικά, ανεκτή, έως αποδεκτή, συμπεριφορά των μελών της, τα οποία αυτή η ελίτ προστατεύει, με πάθος και περισσό ζήλο, όταν αυτά εκτεθούν.

Στις ανοησιολόγες παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά, απήντησα, σχολιαστικά και εκτεταμένα και πολύ δηκτικά. Ας δούμε και εδώ το περιεχόμενο αυτής της απάντησης :



"Πού πας, ρε Γιώργο και τους βρίσκεις αυτούς τους απίθανους τύπους, σαν τον κ. Βαγενά!


Πολλά τα ξεκαρδιστικά, μέσα σε όσα λέει. Δεν θα ασχοληθώ, με αυτά της "πρώτης γραμμής". Θα πιάσω τα "δευτερεύοντα" :


Τι λέει για (ένα μέρος από) τα χρήματα, που πήρε ο Τσουκάτος από την SIEMENS; Δεν ξέρει αν τα έβαλε στην τσέπη του;


Πάει καλά ο τύπος, ή καμώνεται τον ανήξερο; Ή προσπαθεί να μας πει ότι (ένα μεγάλο μέρος από) τα χρήματα αυτά πήγαν στην τσεπούλα του ΠΑΣΟΚ του κ. Κώστα Σημίτη - του τωρινού αφανούς συμμάχου της ΔΗΜΑΡ;


Τι λέει για τις μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος; Ότι το έγκλημά του ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του Τσουκάτου; Και γιατί, δηλαδή; Επειδή υποτίθεται ότι οι μίζες του Τσοχατζόπουλου πήγαν μόνο στην τσέπη του ιδίου του Άκη και όχι του κόμματος;


Τι αμετροεπείς βλακείες που εκστομίζει ο κυρ-Νάσος; Και που το είδε ότι οι μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος δεν ήσαν και κομματικές μίζες;


Ας πούμε μερικά αυτονόητα πράγματα, που βγαίνουν, άλλωστε και από τα, μερικώς, δημοσιευμένα ημερολόγια του Άκη : Οι μίζες των εξοπλισμών ήσαν και κομματικές μίζες. Δεν ήσαν, μόνον, προσωπικές μίζες για τον Άκη και την παρέα του (Σμπώκος, κλπ). Ούτε ήσαν μίζες, που πήγαν, μόνο, σε αξιωματικούς - που πολλοί από αυτούς ήσαν και βαποράκια. (Ένας από τους "πόνους", που είχε, άλλωστε, ο Άκης με τα δεσμευμένα χρήματα, που διακινούσε ο Σμπώκος και οι λοιποί, αφορούσε το ότι τα λεφτά αυτά έπρεπε να αποδεσμευτούν, "για να πάνε εκεί που πρέπει", γράφει ο πρώην υπουργός στο ημερολόγιό του).


Τέτοιες βλακείες λέει ο Βαγενάς και εκτίθεται ανεπανόρθωτα, επιχειρηματολογώντας, με το ίδιο πάθος, που επιχειρηματολογούσαν και οι εντόπιοι Quislings, κατά την διάρκεια της αλήστου μνήμης Κατοχής, στην δεκαετία του 1940.


Περισσότερη ψυχραιμία και νηφαλιότητα δεν θα τον έβλαπτε. Αλλά, πού να την βρει την νηφαλιότητα και πού να την βρει την ψυχραιμία! Κομμάτι δύσκολο, στην εποχή μας, στην οποία η εγχώρια και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία και οι υπηρέτες της, μέσα στην πολιτική και την ευρύτερη πνευματική ελίτ, έχει πάρει το επάνω χέρι στον ιδεολογικό τομέα και έχει γεμίσει τα κεφάλια του κόσμου, με έναν τεράστιο κουβά με σκατά.


Και το κεφάλι του κυρ-Νάσου δεν έχει αποφύγει αυτού του είδους την γέμιση, όπως αποδεικνύουν οι σοβαροφανείς, αλλά συνάμα, γραφικοί και παραληρηματοειδείς ισχυρισμοί του...


Καταλαβαίνω (ή τουλάχιστον προσπαθώ να καταλάβω) τον θυμό σου. Και φυσικά αποδέχομαι ότι είμαι πολύ σκληρός, πολλές φορές, με τους συγγραφείς των άρθρων που δημοσιεύονται (ή αναδημοσιεύονται) στην "Αριστερή Στρουθοκάμηλο" - και όχι μόνο σε αυτήν. Οι εκφράσεις μου μπορεί να είναι (και είναι) βαριές, αλλά σημασία έχει το αν αδικούν τους συγγραφείς.


Επίσης, δέχομαι ότι πολλές φορές προσβάλλω τους συγγραφείς (περισσότερο τους ισχυρισμούς τους και την επιχειρηματολογία τους και λιγότερο τους ίδιους), όταν διαπιστώσω (ή θεωρώ) ότι η επιχειρηματολογία τους δεν στηρίζεται σε κάποιες - εσφαλμένες κατ' εμέ - πεποιθήσεις τους, αλλά αποτελεί εργαλείο προπαγάνδισης κάποιων συμφερόντων, τα οποία εξυπηρετούνται από αυτή την επιχειρηματολογία, η οποία, φυσικά, δεν είναι μια απλή περιγραφή της πραγματικότητας, όπως την καταλαβαίνει ο όποιος αρθρογράφος. Σημασία και σε αυτή την περίπτωση, έχει το εάν αδικώ, ή όχι, τους συγγραφείς. Και τούτο διότι, εάν δεν τους αδικώ, πράττω καλώς. Και εάν τους αδικώ, τότε, προφανώς, σφάλλω.


Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να δω μήπως τους έχω αδικήσει. Και εάν το διαπιστώσω, είναι προφανές ότι θα ανακαλέσω, όχι για να σε ικανοποιήσω, ή να ικανοποιήσω εκείνους, αλλά διότι, έτσι πρέπει. Διότι αυτό είναι το σωστό και το αρμόζον.


Μήπως, λοιπόν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αδίκησα τον κ. Βαγενά; Θα προσπαθήσω να το επανεξετάσω. Για να ξαναδούμε αυτά που είπε εκείνος και αυτά που έγραψα εγώ, γύρω από αυτά που είπε.


Όπως προανέφερα, δεν ασχολήθηκα, με τα "πρώτης γραμμής" θέματα, στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Βαγενάς. Ούτε με τους ύμνους του στο Μνημόνιο, ούτε με την - εν πολλοίς άδικη και μη εδραζόμενη σε ουσιωδώς σημαντικά ζητήματα - επίθεσή του στην ελληνική κοινωνία, η οποία έγινε, προκειμένου να δικαιώσει έναν κακογερασμένο και θνήσκοντα "ευρωπαϊσμό" και μια "Ευρώπη", η οποία μας έχει αδικήσει (όσο και αν αυτό, πεισμόνως, το αρνείται ο κ. Βαγενάς). Δεν ήταν αυτή η προτεραιότητά μου στον σχολιασμό, που αποφάσισα να κάνω σε αυτή την αναδημοσιευμένη συνέντευξη του κ. Βαγενά. Και τούτο επειδή είδα άλλου είδους παραδοξολογικούς ισχυρισμούς, μέσα σε όσα είπε ο κ. Βαγενάς, όσον αφορά την πολιτική διαφθορά και τις ηθικές διαβαθμίσεις της, τους οποίους ισχυρισμούς έκρινα ότι ήσαν απαράδεκτοι, όπως, επίσης, έκρινα ότι ήσαν, άκρως, επικίνδυνες οι ηθικές διαβαθμίσεις, στις οποίες προέβαινε ο συνεντευξιαζόμενος, ο οποίος, έτσι όμως, χωρίς, πιθανόν, να το αντιλαμβάνεται, κονιορτοποιούσε το ηθικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας του, αποδεικνύοντας ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν είχε μια βιωματική σχέση, με τον ίδιο, αλλά είχε εργαλειοποιηθεί, προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές και τις όποιες άλλες επιλογές του.


Ασχολήθηκα, λοιπόν, με "δευτερεύοντα" θέματα, με τα οποία καταπιάστηκε (ανεπιτυχώς και ατυχώς για τον ίδιο) ο κ. Βαγενάς. Ασχολήθηκα, δηλαδή, με τις περιπτώσεις διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου και του Άκη Τσοχατζόπουλου και τα όσα ανέφερε, γι' αυτές τις περιπτώσεις ο κ. Βαγενάς. Για να θυμηθούμε, λοιπόν, το τι είπε ο εν λόγω κύριος, αναφερόμενος στις περιπτώσεις διαφθοράς, στις οποίες μπλέχθηκαν, αυτοβούλως και πρωταγωνίστησαν τα δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ :



Ο κ. Νάσος Βαγενάς ισχυρίζεται ότι υπάρχουν και πολιτικοί, μέσα στα καθεστωτικά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς, που δεν έχουν κλέψει. Αλλά και μόνον η ύπαρξη ροών μαύρων χρημάτων στα ταμεία των κομμάτων τους, τα οποία μαύρα χρήματα δίνουν πλεονέκτημα στα κόμματά τους και στους ίδιους, προκειμένου να απολαμβάνουν τα αγαθά και τα προνόμια της εξουσίας - και όλα αυτά, μάλιστα, να συμβαίνουν, εν γνώσει τους - αποδεικνύει το αβάσιμο και την σαθρότητα αυτού του ισχυρισμού. Πολλά συγχωροχάρτια δίνει ο "ευρωπαϊστής" κ. Βαγενάς, σε αυτές τις περιπτώσεις, που αποδεικνύουν την συλλογική και συστημική διαφθορά του κατεστημένου πολιτικού συστήματος της χώρας, οι οποίες περιπτώσεις χρήζουν ποινικής διερεύνησης. Αυτό, προφανώς, το πράττει, επειδή και στην Εσπερία, τα πράγματα στον τομέα της πολιτικής διαφθοράς, δεν είναι καθόλου διαφορετικά, από ό,τι είναι στην χώρα μας. Γεγονός το οποίο, μαζί με πολλά άλλα, διαψεύδει και την διαδεδομένη πεποίθηση ότι η ύπαρξη της εκτεταμένης διαφθοράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος (ή/και της ελληνικής κοινωνίας) ευθύνεται για την έλευση της παρούσας αποδομητικής οικονομικής κρίσης, που διέρχεται η Ελλάδα.





"Οι πολιτικοί θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρότερα απ` ό,τι οι πολίτες. Όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά να τιμωρούνται και τα κόμματα, όταν οι μίζες πηγαίνουν σε αυτά. Αλλά, βέβαια, όλες οι περιπτώσεις διαφθοράς δεν είναι ίδιες. Το έγκλημα του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερο από το έγκλημα του Τσουκάτου, για τον οποίο δεν είμαι βέβαιος ότι οι μίζες πήγαιναν στην τσέπη του και ότι δεν πήγαιναν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και οι περιπτώσεις διαφθοράς των πολιτών δεν είναι όλες του ίδιου βαθμού..."


Αυτά μας είπε ο κ. Νάσος Βαγενάς, για τις περιπτώσεις διαφθοράς Τσουκάτου και Τσοχατζόπουλου. Για να δούμε, τώρα, εάν τον αδικώ.


Η επιχειρηματολογία του κ. Βαγενά, που διαφοροποιεί, ηθικά, την περίπτωση της διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου, σε σχέση με την περίπτωση της διαφθοράς του Άκη Τσοχατζόπουλου, χαρακτηρίζοντας βαρύτερη την περίπτωση Τσοχατζόπουλου, από την περίπτωση Τσουκάτου, εδράζεται σε μια σαθρή ηθική και πραγματολογική βάση (και αυτό το γνωρίζει - ή οφείλει να το γνωρίζει - ο κ. Βαγενάς). Και η βάση έδρασης της επιχειρηματολογίας του εν λόγω κυρίου είναι σαθρή διότι, πρώτ' απ' όλα, εισάγει, ως κριτήριο της βαρύτητας μιας πράξης πολιτικής διαφθοράς, την υπόθεση (αληθή ή μη - εδώ, για να προχωρήσει η συζήτηση, ας δεχθούμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι είναι αληθής), που έχει να κάνει με το, εάν μια πράξη παθητικής δωροδοκίας - ή επιθετικής δωροληψίας (όρος ο οποίος είναι περισσότερο δόκιμος) - αποφέρει προσωπικά χρηματικά κέρδη στον παράνομο δωρολήπτη, ή εάν αυτά τα χρηματικά κέρδη πηγαίνουν κάπου αλλού - δηλαδή, σε ένα συλλογικό πολιτικό όργανο, στο οποίο μετέχει ο δωροδοκούμενος. Δηλαδή στο πολιτικό κόμμα, του οποίου είναι μέλος. Έτσι, για τον κ. Βαγενά, εκείνος ο πολιτικός που χρηματίζεται, χάριν κάποιου πολιτικού κόμματος πρέπει να έχει διαφορετική και φυσικά καλύτερη αντιμετώπιση, από τον όποιο πολιτικό χρηματίζεται, μόνον προς ίδιο προσωπικό όφελος.


Γι' αυτό και ο κ. Βαγενάς θεωρεί ότι η δωροληπτική συμπεριφορά του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερη, από εκείνη του Τσουκάτου, επειδή ο Τσοχατζόπουλος χρηματίστηκε, για τον εαυτό του, ενώ ο Τσουκάτος, για το κόμμα του!


Μάλιστα... Όμως, αυτή η τοποθέτηση του κ. Βαγενά δεν είναι, μόνον, απαράδεκτη και ανήθικη. Είναι και εξωπραγματική.


Είναι απαράδεκτη, διότι στον πυρήνα της πολιτικής φαυλοκρατίας είναι που βρίσκεται η κομματική διαφθορά, βασικό στοιχείο της οποίας είναι το σύνολο των υποθέσεων της παθητικής δωροδοκίας / επιθετικής δωροληψίας, που σχετίζονται με τα κομματικά ταμεία, τα οποία γεμίζουν από το μαύρο χρήμα που ρέει σε αυτά και ταϊζει την κομματική γραφειοκρατία, θρέφει και γιγαντώνει τον κομματικό πολιτικοϊδεολογικό έλεγχο των μαζών (ως συνόλου) και των πολιτών (ως ατομικών οντοτήτων), ενώ, παράλληλα, πλέκει τους στενούς δεσμούς των πολιτικών αρχηγών, της εκάστοτε ηγετικής ομάδας των κομμάτων και του συνόλου της πολιτικής ελίτ, με την οικονομική ελίτ του τόπου, υπαλληλοποιώντας τον πολιτικό κόσμο στην τελευταία, η οποία, ως χρηματοδότης, μπορεί να επιβάλει τα συμφέροντά της (γι' αυτό και προβαίνει στις πολιτικές δωροδοκίες) και να προσδιορίσει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές στα ζητήματα της διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων - και όχι μόνο.


Είναι ανήθικη αυτή η τοποθέτηση, διότι ξεχνάει ότι το χρήμα που πηγαίνει στο κοινό κομματικό ταμείο αποτελεί και στοιχείο προσωπικού οφέλους, για τον όποιο πολιτικό δωρολήπτη, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ευθύς προσωπικός του χρηματισμός. Το προσωπικό όφελος του δωρολήπτη/δωροδοκούμενου προκύπτει από το ότι, μέρος του χρήματος, που εισπράττει, για το κόμμα, γυρνάει και στον ίδιο, με χίλιους δυό τρόπους, είτε με την εξασφάλιση της κυριαρχίας του κόμματος και τις κομματικές και λοιπές κρατικές και άλλες αντιμισθίες, που λαμβάνει "νομίμως", είτε με την προσωπική κοινωνική θέση, που του εξασφαλίζει αυτή η δουλειά, που του έχει ανατεθεί από το κόμμα, δηλαδή από τον αρχηγό του κόμματος. Ως εκ τούτου, η άμεση εμπλοκή των συμφερόντων του εμπλεκόμενου, ως κομματικού ταμία και εισπράκτορα μαύρου χρήματος, καθιστά, αυτομάτως, άμεση την ηθική εμπλοκή του, μια εμπλοκή, η οποία έχει τον χαρακτήρα της ευθείας προσωπικής ανηθικότητας.


Είναι και εξωπραγματική αυτή η τοποθέτηση, διότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη, αφού οι παθητικώς δωροδοκούμενοι και επιθετικώς δωρολήπτες πολιτικοί δεν μένουν, χωρίς το άμεσο μερίδιό τους, από το μαύρο κομματικό χρήμα, που εισπράττουν, ως ταμίες, αφού παίρνουν και αυτοί το ποσοστό τους. Όπως, επίσης, οι δωροδοκούμενοι/ δωρολήπτες πολιτικοί, δεν εισπράττουν, μόνον, για τον εαυτό τους το μαύρο χρήμα που παίρνουν, αφού - στις πλείστες περιπτώσεις - μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, που φαίνεται ότι πηγαίνει, μόνον, στις τσέπες τους, πηγαίνει και στο κομματικό ταμείο (ή αυτό το μαύρο χρήμα, που φαίνεται ότι έχει εισπράξει ο δωροδοκούμενος πολιτικός, είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου μαύρου ποσού, το υπόλοιπο του οποίου έχει εισρεύσει στα κομματικά ταμεία).

Ο Κώστας Σημίτης και ο, εκ των κομματικών του ταμιών, Θεόδωρος Τσουκάτος, αναλισκόμενοι σε, εκατέρωθεν, τρυφερότητες, την παλιά "καλή" εποχή, που όλα πήγαιναν πρίμα και για τους δυό τους. Όταν, βέβαια, έσκασε από τα αρχεία της SIEMENS, η υπόθεση του χρηματισμού του Θεόδωρου Τσουκάτου, με την κομματική μίζα του 1.000.000 μάρκων, ο πρωθυπουργός και αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, της περιόδου εκείνης, έκανε τον ανήξερο. Αλλά τέτοιος υπήρξε πάντα ο Κώστας Σημίτης. Φοβιτσιάρης, ανεύθυνος, άφιλος και αγνώμων...


Έτσι έγινε και με τους Τσουκάτο και Τσοχατζόπουλο. Ο Τσουκάτος, προφανώς, ήταν ένας από τους ανεπίσημους ταμίες της παρέας του Κώστα Σημίτη και το χρήμα, που πήρε από την SIEMENS (και όχι μόνον από αυτήν), πήγε και στα κομματικά ταμεία. Αλλά, είναι σαφές ότι ο πρώην μαοϊκός φίλος του πρώην πρωθυπουργού έχει πάρει και αυτός κάποια ποσά, τα οποία πρέπει να υπερέβησαν τα εσκαμμένα, αφού, κάποια στιγμή, μετά τις σκοτεινές και καταστροφικές βουλευτικές εκλογές της 9/4/2000, ο Κώστας Σημίτης τον απομάκρυνε από το περιβάλλον του, με αφορμή τις επισκέψεις του στα κότερα του Σωκράτη Κόκκαλη και τις στενές επαφές του, με τον μεγαλοεπιχειρηματία, ο οποίος, τότε, είχε, ουσιαστικά, υπαλληλοποιήσει τον πρώην μαοϊκό "στρατηγό" του σημιτικού επιτελείου.


Ομοίως και το άφθονο μαύρο χρήμα, που πήρε από πολλά εξοπλιστικά προγράμματα ο Άκης Τσοχατζόπουλος, δεν πήγε μόνον στην τσέπη του και στις τσέπες των κολητών του. Το χρήμα αυτό πήγε και στο κομματικό ταμείο, αφού όσα πήρε, προσωπικά, για τον εαυτό του, ο Τσοχατζόπουλος είναι ένα υποσύνολο των μιζών των εξοπλισμών. Τα επί πλέον ποσά, πήγαν στο κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό είναι ολοφάνερο, διότι αυτά τα χρήματα των μιζών από τους εξοπλισμούς, δεν μπορούσαν να κρυφτούν, από το κόμμα και τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, μαζί με την ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε τα υπουργικά πόστα στην κυβέρνηση Σημίτη και μετείχε στο ΚΥΣΕΑ, υπέγραψαν για την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, τα οποία ήταν σε γνώση όλων ότι, συνοδεύονταν από παχυλές μίζες.


Ουδείς, λοιπόν, ήταν "αθώος του αίματος". Όλοι γνώριζαν και περίμεναν την εισροή του μαύρου χρήματος στα κομματικά ταμεία...


Πού, λοιπόν, αδικώ τον κ. Νάσο Βαγενά; Δεν νομίζω ότι τον αδικώ.


Και όχι μόνον, δεν τον αδικώ, αλλά και λίγα του λέω και του καταλογίζω, αφού η συμπεριφορά του καθίσταται, εκ των πραγμάτων και εκ των συμφραζομένων αντιφάσεών της, μια υποκριτική συμπεριφορά...


Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα.


Το χειρότερο όλων είναι ότι ο κ. Βαγενάς, προβαίνοντας στην διάκριση, ανάμεσα στην προσωπική υπόθεση διαφθοράς ενός πολιτικού (την οποία θεωρεί, εσφαλμένα, βαρύτερη) και στην διαφθορά ενός πολιτικού, που ενεργεί ως εντολοδόχος του κόμματος και του αρχηγού του (την οποία θεωρεί, επίσης εσφαλμένα, ως ελαφρύτερη) διαπράττει ένα πελωρίων διαστάσεων θεσμικό ολίσθημα, το οποίο, εκ του πλαγίου, δικαιολογεί την εθιμική θεσμική διαφθορά του πολιτικού συστήματος και των ελίτ που εμπλέκονται, ως δωροδοκούντες και δωροδοκούμενοι, σε αυτήν την υπόγεια διαδικασία. Δεν είναι δύσκολο, ούτε απαιτούνται ειδικές γνώσεις, για να γίνει αντιληπτό το γιατί συμβαίνει αυτό.


Στην περίπτωση της προσωπικής πολιτικής διαφθοράς, τα πράγματα είναι απλά. Εδώ ο δωροδοκούμενος πολιτικός πράττει, κρυφίως, όσα πράττει και εν τέλει, η πράξη του αντιμετωπίζεται, ως μια περιστασιακή συμπεριφορά, η οποία αγγίζει τον ίδιο και τον όποιον κύκλο του. Αυτή η πράξη, έχοντας έναν αμιγή προσωπικό χαρακτήρα και προσανατολισμό, δεν "μολύνει" ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και δεν αποτελεί θεσμικό τμήμα αυτού του συστήματος, αφού δεν στοιχειοθετεί μια, θεσμικά κατοχυρωμένη εθιμική κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά της πολιτικής τάξης και της οικονομικής ελίτ της χώρας. Ως εκ τούτου, αυτού του είδους η περίπτωση διαφθοράς, που αγγίζει τους πολιτικούς οι οποίοι χρηματίζονται, για καθαρά προσωπικούς λόγους, παρά την απόλυτη ηθική απαξία της, ως προς τα αποτελέσματά της, δεν έχει την βαρύτητα, που έχει η περίπτωση της διαφθοράς η οποία σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα.


Στην περίπτωση της δωροδοκίας των πολιτικών, που σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ, η όλη υπόθεση έχει αποκτήσει μια εθιμική θεσμική διάσταση, η οποία, ως κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά, στηρίζεται στην συμφέρουσα, για τους ίδιους, πεποίθηση όλων των εμπλεκομένων ότι η, κάτω από το τραπέζι, δωροληψία, που εμπλέκεται και με την διαχείριση του δημόσιου χρήματος (αλλά και του ιδιωτικού) - είτε αυτή αφορά μικροποσά, είτε έναν αθροιστικό πακτωλό χρημάτων - στοιχειοθετεί μια παράπλευρη ανεκτή και σιωπηρώς, αποδεκτή πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ομάδων, που εμπλέκονται σε αυτήν και τούτο διότι ο σκοπός είναι ένας "σωστός" σκοπός, αφού αφορά την κομματική χρηματοδότηση (η οποία, ουκ ολίγες φορές εμπλέκεται και σκοπίμως συγχέεται και με την εσωκομματική πάλη των ηγετικών φατριών στα κόμματα, ιδίως αυτών που έχουν εθιστεί στην μακροχρόνια άσκηση της εξουσίας - όποια εξουσία και αν είναι αυτή. Είτε είναι κυβερνητική, ή αυτοδιοικητική, ή συνδικαλιστική, ή άλλη).



Οι ευθύνες του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου, για την συστημική διαφθορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι και βαριές και αυταπόδεικτες, αφού, με την άνοδό του στην εξουσία, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, είχε όλες τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες να απορρυθμίσει την ενδημική συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ζωής και ειδικά την φαύλη κομματοκρατία και την στηριζόμενη, στον παράνομο χρηματισμό, κομματική χρηματοδότηση. Δεν θέλησε να το πράξει και δεν το έπραξε. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και συνέχισε και "εκσυγχρόνισε" αυτήν την, από γενέσεως του ελληνικού κράτους, συστηματικοποιημένη οθωμανοβυζαντινή κληρονομιά, που παρέλαβε από τους προκατόχους του. Και το γεγονός ότι - παρά τα, μυθωδώς, θρυλούμενα - αυτή του η στάση δεν αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της παρούσας βαθύτατης κρίσης της ελληνικής οικονομίας, δεν τον απαλλάσσει από τις δικές του ευθύνες, για την συνέχιση αυτής της συστημικής διαφθοράς στην πολιτικοοικονομική ζωή της χώρας μας.

  
Έτσι, η πολιτική τάξη και η οικονομική ελίτ της χώρας έχουν θεσπίσει ένα ιδιότυπο έθιμο, το οποίο αφορά την δικαιολόγηση, την κοινωνική δικαίωση και την κατοχύρωση, ως ανεκτού και αποδεκτού, του φαινομένου αυτού, που αφορά αυτού του είδους τον έκνομο χρηματισμό, υπέρ των κομματικών ταμείων. Αυτή η παράπλευρη και εθιμικά κατοχυρωμένη θέσμιση του χρηματισμού, χάριν των κομματικών ταμείων (αλλά και όχι μόνον αυτών και αυτό το τελευταίο έχει μεγίστη σημασία), την οποία έχει, ατύπως, αλλά και ουσιαστικώς, επιβάλει, ως ανεκτή και αποδεκτή πολιτική συμπεριφορά, η πολιτική τάξη της χώρας, απεικονίζεται στην περιβόητη φράση που αποδίδεται στον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, για την υπόθεση του χρηματισμού του Μαυράκη της ΔΕΗ και λέγεται ότι ειπώθηκε το 1986 και η οποία φράση συνοψιζόταν ως εξής : "Είπαμε να πάρει ένα δωράκι, για τον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια". Δεν ξέρω αν αυτή η φράση, όντως, ειπώθηκε από τον, τότε, πρωθυπουργό. Ο Μαυράκης, άλλωστε, αθωώθηκε από τα δικαστήρια και ο Στέφανος Τζουμάκας, στον οποίο αποδόθηκε η διαρροή αυτής της φράσης, έχει προβεί σε διάψευση. Όμως, αυτή η φράση αποδίδει, εναργώς και πλήρως, την εθιμική κατοχύρωση της πολιτικής δωροληψίας (και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα και της, αμιγώς, προσωπικής πολιτικής δωροληψίας).


Όλοι όσοι εμπλέκονται, λοιπόν, στην χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα και οι οποίοι έχουν άτυπους ρόλους εισπρακτόρων, με την βούλα των αρχηγών των κομμάτων, λειτουργούν βάσει μιας, εθιμικά, κατοχυρωμένης θεσμικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να είναι άτυπη, αλλά παραμένει ουσιαστική, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το πνίξιμο και την αποσιώπηση όλων των σχετικών υποθέσεων, όπως επίσης και από την σταθερή υπεράσπιση που είχαν οι εμπλεκόμενοι άτυποι (πλην όμως ουσιαστικοί και λειτουργικοί) ταμίες από τα κόμματά τους, σε όλες τις σχετικές υποθέσεις (τουλάχιστον, μέχρι το σημείο εκείνο, που τα κόμματα μπορούσαν και για όσο μπορούσαν, να κουκουλώσουν τις σχετικές υποθέσεις). 

Αυτό πράττει το ΠΑΣΟΚ εδώ και καιρό με τον Θεόδωρο Τσουκάτο. Όπως το ίδιο έπραξε το κόμμα αυτό, με σταθερότητα και επιμονή, κατά την περίοδο 2004 - 2009 και στην περίπτωση του Άκη Τσοχατζόπουλου και των οπλικών συστημάτων TOR-M1, με πρώτα βιολιά υπεράσπισης του πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας τους Βαγγέλη Βενιζέλο και Ανδρέα Λοβέρδο, των οποίων οι ισχυρισμοί ότι, τότε, δεν γνώριζαν είναι, αυτοδικαίως, καταγέλαστοι και αποδεικνύουν την ποιότητα και την θρασύτητα των δύο αυτών πολιτικών ανδρών, όπως επίσης και τον βαθμό της ηθικής διάβρωσης, που έχουν υποστεί, από την, εθιμικά, ορισμένη θεσμική διαφθορά, που επικρατεί στις τάξεις της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ.


Το ολίσθημα, λοιπόν, του κ. Βαγενά είναι τεράστιο. Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτόν, δικαιώνει (έστω και δια της ανοχής) την, δια της παραγωγής ενός άτυπου, αλλά και ενεργώς ουσιαστικού εθίμου, πολιτική διαφθορά, που οδηγεί στην παράπλευρη ένταξη της πολιτικής/κομματικής δωροληψίας στους ενεργούς κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς, που διέπουν την κοινωνία μας, θεωρώντας ότι η πολιτική διαφθορά που λαμβάνει χώρα, υπέρ των κομματικών ταμείων, είναι ελαφρύτερη από την, αμιγώς, προσωπική δωροληψία, στην οποία προβαίνει ένας πολιτικός, δρώντας υπέρ του αποκλειστικού και ιδιοτελούς του συμφέροντος.


Δυστυχώς, για τον κ. Νάσο Βαγενά - εάν έχουμε να "επιλέξουμε" ανάμεσα στην καθαρά προσωπική πολιτική δωροληψία και στην, εθιμικώς, θεσμική, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία - η απλή και ωμή πραγματικότητα λέει ότι η, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία είναι βαρύτερη (και μάλιστα πολύ βαρύτερη και μάλιστα, βαρύτατη), από την απλή προσωπική πολιτική δωροληψία, διότι η πρώτη "μολύνει" το σύνολο του πολιτικοοικονομικού συστήματος και των θεσμών της χώρας, με την εγκαθίδρυση μιας εθιμικά θεσμισμένης συμπεριφοράς της πολιτικής τάξης της χώρας, που την οδηγεί στο ωφελιμιστικό συμπέρασμα ότι  αυτή η φαύλη συμπεριφορά είναι ανεκτή και αποδεκτή, ενώ η δεύτερη κινείται στις παρυφές του συστήματος αυτού και των θεσμών του, αποτελώντας μια, αμιγώς, ποινική υπόθεση.


Γι' αυτούς τους απλούς - πλην όμως, ουσιαστικούς - λόγους, το ολίσθημα του κ. Νάσου είναι και βαρύτατο και εντελώς αδικαιολόγητο, αγαπητέ Γιώργο.


Μπορεί να μην σου αρέσει αυτή η διαπίστωση, αλλά νομίζω ότι στο βάθος την κατανοείς και την αποδέχεσαι. Και τούτο διότι πιστεύω ότι είσαι ένας έντιμος άνθρωπος...


Δεν θα αφήσω, όμως, ασχολίαστα και κάποια άλλα, εξ όσων γράφεις, αγαπητέ Γιώργο.


Σε όσα γράφω απαντούν αρκετοί, παρά τα όσα λες. Και σε όσα απαντούν παίρνουν και τις δέουσες απαντήσεις, όταν χρειάζεται.


Δεν νομίζω ότι είμαι μια εξαιρετική περίπτωση. Ούτε ο μόνος έξυπνος. Κάθε άλλο. Δεν πρόκειται, περί αυτού. Αυτό που συμβαίνει με εμένα είναι ότι δεν αποτελώ κάποια εύκολη περίπτωση "αντιευρωπαϊστή", ώστε κάποιοι, να μπορούν να αντιπαρατεθούν, σύμφωνα με τα στερεότυπα ιδεολογήματα, ή τις ιδεοληψίες, που έχει ο καθένας στο κεφάλι του.


Ο σταθερός προσανατολισμός μου στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι δεδομένος, αφού είμαι υπέρ της ομοσπονδιακής Ευρώπης και της αναγκαιότητας της εθνογένεσής της, η οποία είναι προϋπόθεση για την ομοσπονδιοποίησή της.


Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σαρωτικής, της σκληρής, της ανελέητης, έως αδυσώπητης κριτικής μου στους "ευρωπαϊστές" και στο σύγχρονο ιδεολογηματικό και ψευδοσυνειδησιακό περιεχόμενο του ρηχού "ευρωπαϊσμού" ο οποίος είναι ένα κατευθυνόμενο παραληρηματικό κατασκεύασμα, μια νέα άρχουσα ιδεολογία, των πολιτικοοικονομικών ελίτ της Ευρώπης, οι οποίες δημιούργησαν μια ευρωπαϊκή νομισματική ένωση - την ευρωζώνη -, αντί της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, όχι ως ένα σκαλοπάτι, που οδηγεί προς την ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης, αλλά ως ένα μηχανισμό, που σκοπό έχει να αποτρέψει αυτή την ομοσπονδιοποίηση.


Όπως, πάμπολλες φορές έχω γράψει, αυτή η κατασκευή, που ήταν θνησιγενής, από την αρχή και η οποία, ως ατελής ευρωπαϊκή νομισματική ένωση αποτελεί την άρνηση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, έφθασε στα όριά της, με την έλευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008, η οποία ανέδειξε τον χαρακτήρα της ευρωζώνης, ως της έμπρακτης αποτυχίας της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, οδηγώντας την, παράλληλα και στον θάνατο - έναν θάνατο, που η ευρωπαϊκή πολιτικοοικονομική ελίτ (με προεξάρχουσα την γερμανική, η οποία χρησιμοποιεί τον σύγχρονο "ευρωπαϊσμό", ως ένα ιδεολογικό επικάλυμα του αρχέγονου επαρχιωτικού εθνικισμού της) αρνείται, με πείσμα και φανατισμό να αποδεχθεί, ως ένα πραγματικό γεγονός. Και τούτο διότι, η παραδοχή του γεγονότος του θανάτου της ευρωζώνης θα έπρεπε να την οδηγήσει στην ταφή της ευρωζώνης και στην γοργή και άμεση οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας στην θέση της θανούσης ευρωζώνης. Αλλά αυτό, ακριβώς, είναι εκείνο που θέλουν να αποτρέψουν.


Λαμβανομένων υπόψη αυτών των ωμών δεδομένων, που πηγάζουν από την ρέουσα πραγματικότητα, η ευρωζώνη (και πιθανώς μαζί της και η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία η ευρωζώνη απειλεί να την πάρει μαζί της στον τάφο), η οποία μένει άταφη και "επιβιώνει", ως αιμοποτικό ζόμπυ, ακριβώς επειδή οι ευρωζωνικές ελίτ αρνούνται να την θάψουν, αποτελεί ένα κατασκεύασμα, το οποίο αποδεικνύεται στην πράξη ότι είναι, ακραία, μη λειτουργικό, όπως ακριβώς είχα προβλέψει, ήδη, από το 1998. Αυτή η κατασκευή, εκ των πραγμάτων και αναπόφευκτα, θα διαλυθεί, λόγω των εθνικισμών των κυριότερων χωρών μελών, που απαρτίζουν την ευρωζώνη, οι οποίες χώρες δεν σκοπεύουν να απαρνηθούν την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Όμως, μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κοινή νομισματική πολιτική, η οποία, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αγνόηση των εθνικών συμφερόντων και των ιδιαιτεροτήτων των χωρών, που απαρτίζουν την νομισματική ένωση και χωρίς την αντικατάσταση των αστικοδημοκρατικών αρχών των ευρωπαϊκών πολιτευμάτων, από μια συγκεντρωτική ευρωπαϊκή αυταρχία, η οποία να κατευθύνεται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τις πολιτικοοικονομικές ελίτ του Βερολίνου και του Παρισιού. Και έτσι, όμως, μια πολιτική ημιένωση, τέτοιου τύπου, δεν μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς κοινές πολιτικές, που θα εντοπίζονται σε μεταβιβαστικές και αναδιανεμητικές πολιτικές μέσα σε αυτήν την ημιένωση.


Οπότε και πάλι έρχεται στην επιφάνεια η αδήριτη ανάγκη της άμεσης κρατικής ενοποίησης της Ευρώπης, πάνω σε μια ομοσπονδιακή βάση, αμερικανικού τύπου. Όσο, όμως, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης αρνούνται να παραχωρήσουν τα απαραίτητα επίπεδα της εθνικής τους κυριαρχίας, η ευρωζώνη (και δυστυχώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν μπορεί να λειτουργήσει και θα τελευτήσει τον βαμπιρικό "βίο" της. Και φυσικά, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης είναι απίθανο να προβούν σε μια τέτοια παραχώρηση της εθνικής τους κυριαρχίας. - Μην κοιτάμε την ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, ως ψοφοδεής που είναι, παραχώρησε την εθνική κυριαρχία της χώρας μας στους δανειστές της, καθιστώντας την Ελλάδα έναν πειραματικό τόπο καλλιέργειας ενός σύγχρονου καθεστώτος τοκογλυφικής πεονίας. Οι άλλες ελίτ δεν έχουν τέτοιες διαθέσεις υποδούλωσής τους στην ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, στην ευρωγραφειοκρατία και στον γερμανικό εθνικισμό.


Απέναντι σε αυτήν την δομημένη επιχειρηματολογία, η οποία κονιορτοποιεί τους ιδεασμούς, που σερβίρονται από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και τις διάφορες εγχώριες και ξένες ελίτ, δεν νομίζω ότι έχουν κάτι να αντιτείνουν οι, κάθε λογής "ευρωπαϊστές", οι οποίοι αντιλαμβάνονται και το τι λέω και το μέγεθος της κενότητας και της επικινδυνότητας των όσων υποστηρίζουν οι ίδιοι.

Ως εκ τούτου, δεν έχουν και πολλά πράγματα να πουν, μέσα στο πανικό που τους διακατέχει, εξ αιτίας του γεγονότος ότι και οι ίδιοι βλέπουν ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ, περί άλλων τυρβάζουν και για άλλα πράγματα κόπτονται.

Εσύ, άλλωστε, αγαπητέ Γιώργο, που παρακολουθείς την επιχειρηματολογία μου, εδώ και δύο χρόνια τώρα και έχεις μια συνολική εικόνα και εποπτεία των όσων γράφω, γνωρίζεις πολύ καλά το βάσιμο των όσων λέω και ισχυρίζομαι (όσο και αν είναι αλήθεια ότι έχεις δίκιο σε κάποια θέματα, που βάζεις και τα οποία αφορούν ζητήματα τακτ και σαβουάρ βιβρ)..."