Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Από τον Θεόδωρο Τσουκάτο στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Η ανατομία της εθιμικής θέσμισης της συστημικής ελληνικής πολιτικής διαφθοράς. (Μια απάντηση στις παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά).


Οι παραπάνω εικονιζόμενες υπογραφές των μελών του Κυβερνητικού Συμβούλιου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), δια των οποίων εγκρίθηκαν και στην συνέχεια υλοποιήθηκαν κάποια από τα επίμαχα εξοπλιστικά προγράμματα (και ατύπως, αλλά ουσιωδώς και οι μίζες που συνόδευαν αυτά τα προγράμματα), κατά την περίοδο 1996 - 2000, που υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος και πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης, είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν τέθηκαν τυχαία, ούτε με την απλή καλή πίστη εκείνων, που έβαλαν τις υπογραφές τους  στα πεπραγμένα του, τότε, υπουργού Εθνικής Άμυνας και των πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων του, προκειμένου να πραγματοποιηθούν αυτές οι αγορές.

Ο υπόδικος, για διακίνηση μαύρου πολιτικού χρήματος και προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, πρώην υπουργός (και παρ' ολίγον, πρωθυπουργός) Άκης Τσοχατζόπουλος ζητάει, για 4η φορά, να κληθούν, ως μάρτυρες υπεράσπισής του, όλα τα μέλη του ΚΥΣΕΑ, δηλαδή ο, τότε, πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και οι υπουργοί, οι οποίοι συνυπέγραψαν την έγκριση της αγοράς των συγκεκριμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων, από τις μίζες των οποίων έρευσε το μαύρο χρήμα, για την διακίνηση του οποίου κατηγορείται ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

Ζητώντας την κλήση της, τότε, ηγετικής νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ, η οποία κατείχε τα κρίσιμα υπουργικά πόστα (Θεόδωρος Πάγκαλος, Αλέκος Παπαδόπουλος κλπ) και του τότε πρωθυπουργού, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του, τότε, κυβερνώντος (και τώρα συγκυβερνώντος) κόμματος, ο Τσοχατζόπουλος δεν προσπαθεί, απλώς και μόνον, να παραπλανήσει την δικαιοσύνη και να στρέψει την προσοχή των δικαστών και του κοινού, σε άλλες κατευθύνσεις. Ο, τότε, υπουργός Εθνικής Άμυνας επιθυμεί, με την κίνησή του αυτή, να υπενθυμίσει και να καταδείξει το πασίγνωστο γεγονός ότι όλοι όσοι συνυπέγραφαν την έγκριση των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων, ήξεραν πολύ καλά ότι αυτή η έγκριση συνοδευόταν και από μίζες, οι οποίες αποτελούνταν από μαύρο χρήμα, το οποίο καλούνταν να πληρώσει το ελληνικό δημόσιο, αφού, στην τελική τιμή αγοράς αυτών των εξοπλισμών, περιλαμβάνονταν και αυτές οι σκοτεινές και κάτω από το τραπέζι πληρωμές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, μέσα από μια δαιδαλώδη διακίνησή τους, σε μια σειρά παρένθετα πρόσωπα και εταιρίες offshore. Αυτή η κίνηση του Άκη Τσοχατζόπουλου, φυσικά, δεν αποσκοπεί, απλώς και μόνον, στο να εκθέσει τον Κώστα  Σημίτη και την πασοκική νομενκλατούρα εκείνης της εποχής, αποδεικνύοντας ότι όλοι τους γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών, που συνόδευαν τις αγορές των εξοπλισμών, που ενέκριναν στο ΚΥΣΕΑ. Το θέμα δεν είναι, απλώς, φιλολογικό, ούτε μόνον ένας πολιτικάντικος χειρισμός επιμερισμού της πολιτικής ευθύνης όλων τους. 

Άκης Τσοχατζόπουλος - Κώστας Σημίτης - Γιώργος Παπανδρέου στις παλιές "καλές" εποχές. Είναι προφανές ότι ο πρώην υπουργός Άμυνας δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια...


Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, με αυτή του την κίνηση, θέλει να υποδείξει ότι ο Κώστας Σημίτης και η τότε ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ ήσαν γνώστες, όχι μόνον της ύπαρξης των μιζών, που συνόδευαν αυτούς τους εξοπλισμούς, αλλά, επίσης, γνώριζαν και το γεγονός ότι οι μίζες αυτές δεν ήσαν, απλώς, προσωπικές μίζες, που εισέπραξε ο ίδιος ο Άκης και η πολιτικοστρατιωτική παρέα του, αλλά ήσαν μίζες, οι οποίες είχαν και κομματική χροιά και συνοδεύονταν από την εισροή μαύρου πολιτικού χρήματος και στα κομματικά ταμεία του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας ο ίδιος ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας τον ρόλο του άτυπου κομματικού ταμία.

Έτσι, λοιπόν, ο στόχος του Άκη Τσοχατζόπουλου εντοπίζεται στην απόδειξη της άμεσης εμπλοκής, σε προσωπικό επίπεδο, του Κώστα Σημίτη και της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ στην υπόθεση των μιζών από τα εξοπλιστικά προγράμματα που, επί της εποχής του, στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης, εγκρίθηκαν και υλοποιήθηκαν και τα οποία ανέρχονται σε 12 στον αριθμό (τα περισσότερα των οποίων δεν έχουν κάν ερευνηθεί, μέχρι σήμερα). Και φυσικά, ο Άκης Τσοχατζόπουλος δεν έχει άδικο, που πράττει, όσα πράττει, ούτε έχει άδικο, σε όσα υποδεικνύει.

Το ίδιο το γεγονός ότι ο τότε πρωθυπουργός και οι υπουργοί, που συμμετείχαν στο ΚΥΣΕΑ, γνώριζαν ότι υπήρχαν μίζες και ροή μαύρου χρήματος, πίσω από την έγκριση των συγκεκριμένων εξοπλισμών, που οι ίδιοι ενέκριναν, βοηθώντας τα μέγιστα στην υλοποίησή τους, αποτελεί επαρκή και πλήρη απόδειξη του γεγονότος ότι γνώριζαν πως, μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, θα κατευθύνονταν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, αφού ουδείς συμμετέχει, σε αυτές τις διαδικασίες, ούτε βάζει την υπογραφή του, σε τόσης σοβαρότητας αγορές, μέσω των οποίων πλουτίζουν άλλοι και χωρίς, μάλιστα, οι συμμετέχοντες και υπογράφοντες την έγκριση αυτών των αγορών να έχουν κάποιο προσωπικό όφελος. Προφανές, λοιπόν, είναι, για όσους γνωρίζουν το πως λειτουργεί το εγχώριο πολιτικό σύστημα, ότι όλοι τους, όχι μόνον γνώριζαν την ύπαρξη των μιζών και του μαύρου πολιτικού χρήματος, που τις συνόδευε, αλλά είχαν και ένα προσωπικό όφελος, από την όλη διαδικασία, το οποίο προσδιορίζεται στο γεγονός ότι  οι μίζες, αυτού του είδους, τροφοδοτούν, όχι μόνο τον συγκεκριμένο (και τον εκάστοτε) υπουργό, αλλά και το κόμμα. Και ότι αυτές οι συγκεκριμένες μίζες, για τις οποίες τέθηκαν οι υπογραφές, που ενέκριναν τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία αυτές οι μίζες συνόδευαν, ήσαν και κομματικές μίζες, γεγονός το οποίο ήταν, σε πλήρη γνώση αυτών που έβαλαν τις υπογραφές τους και ως εκ τούτου, οι εν λόγω μίζες συνδέονταν, δι' αυτού του τρόπου και με το προσωπικό συμφέρον εκείνων που έβαζαν τις υπογραφές τους στις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, για την αγορά των συγκεκριμένων εξοπλισμών, αφού αυτό το μαύρο χρήμα, που εισέρεε στα κομματικά ταμεία, βοηθούσε τον τότε πρωθυπουργό και τους υπουργούς στην διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας, δίνοντάς τους ένα σημαντικό πλεονέκτημα, έναντι των πολιτικών τους αντιπάλων και αύξανε τις δυνατότητές τους, για την χειραγώγηση του εκλογικού σώματος και της ελληνικής κοινωνίας. 

Ο παμπόνηρος Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι ήξερε πως έπεφταν μίζες στα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά λέει πως δεν είχε στοιχεία. Βέβαια, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις βαριές του ευθύνες, αφού είναι προφανές ότι γνώριζε περισσότερα από όσα λέει ότι γνώριζε. Αυτή του η δημόσια τοποθέτηση, όμως, παραπέμπει, αυτοδίκαια, στον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και στα άλλα μέλη του ΚΥΣΕΑ. Ο τότε πρωθυπουργός δεν γνώριζε αυτό που γνώριζε ο υπουργός του,  ο Θεόδωρος Πάγκαλος; Προφανώς και γνώριζε. Και οι άλλοι υπουργοί, που ήσαν μέλη του ΚΥΣΕΑ και έβαλαν τις υπογραφές τους, δεν γνώριζαν αυτό που γνώριζε ο συνάδελφός τους; Προφανώς και γνώριζαν...



Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός, τον οποίον προέβαλε, πολύ αργότερα, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που συμμετείχε, τότε, στο ΚΥΣΕΑ, το οποίο ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων και ο οποίος ισχυρισμός συνίστατο, εις το ότι "γνώριζα ότι έπεφταν μίζες από αυτές τις αγορές, αλλά δεν είχα στοιχεία", είναι ένας μη πειστικός και ουσιαστικώς, παιδαριώδης ισχυρισμός, ο οποίος δεν αντέχει εις την βάσανο της απλής και της κοινής λογικής. Τα πράγματα στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι περισσότερο απλά και συμβαδίζουν με την κοινή λογική.

Οι μίζες που πήρε ο Άκης Τσοχατζόπουλος είναι, εκ των πραγμάτων, σαφές ότι δεν ήσαν, μόνον, για τον εαυτό του. Δεν λειτουργεί έτσι, ανοργάνωτα, το, θεσμικά και συστημικά, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της χώρας. Οι μίζες αυτές προορίζονταν, κατά ένα μέρος τους και για το κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ, όπως γίνεται με όλες τις μεσαίες και μεγάλες (αλλά και πολλές από τις "μικρές") αγορές, που κάνει το ελληνικό δημόσιο, υπό οιαδήποτε μορφή του.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα και δεν χρειάζεται να έχει κάποιος υψηλό IQ, προκειμένου να αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα, αφού οποιαδήποτε άλλη εκδοχή, η οποία θέλει να καταστήσει τους άλλους μετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ, που πήρε αυτές τις αποφάσεις και ενέκρινε την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, μη κοινωνούς στις μίζες, που έπεσαν εκείνη την εποχή, ως αποτέλεσμα και απόρροια αυτών των αποφάσεων, προϋποθέτει την παραδοχή ότι οι συμμετέχοντες στο ΚΥΣΕΑ υπουργοί ήσαν άσχετοι, αφελείς, ευκολόπιστοι, αδιάφοροι για το συμφέρον τους και βλάκες. Μια παραδοχή, που φυσικά δεν ισχύει.

Αφορμή για την παρούσα αναφορά στην ενδημική και εθιμικώς, θεσμικά κατοχυρωμένη συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής τάξης, μέσα από τις δωσοληψίες της, με την εγχώρια οικονομική και την διεθνή πολιτικοοικονομική ελίτ, μου έδωσε μια συζήτηση που έλαβε χώρα αυτές τις ημέρες (13 και 14 Ιουλίου 2012) στην "Αριστερή Στρουθοκάμηλο", γύρω από την συνέντευξη του Νάσου Βαγενά στο tvxs.gr και στην Κρυσταλία Πατούλη, η οποία συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε στο μπλογκ αυτό, με τίτλο : "Νάσος Βαγενάς: Θα αποτρέψουμε τα χειρότερα και θα βάλουμε τις βάσεις για μιαν έξοδο από τη σημερινή κατάσταση μόνο αν η χώρα μας ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς μεταρρυθμίσεις" http://aristeristrouthokamilos.blogspot.gr/2012/07/blog-post_7936.html και αφορούσε, ανάμεσα στα άλλα, τις ανοησιολογούσες παραδοξολογίες του εν λόγω κυρίου, γύρω από την διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ελίτ και την εκτεταμένη και συστηματικοποιημένη παράνομη δωροληπτική συμπεριφορά της, την οποία, όμως, έχει καταστήσει, εθιμικώς μια, πολιτικά και κοινωνικά, ανεκτή, έως αποδεκτή, συμπεριφορά των μελών της, τα οποία αυτή η ελίτ προστατεύει, με πάθος και περισσό ζήλο, όταν αυτά εκτεθούν.

Στις ανοησιολόγες παραδοξολογίες του κ. Νάσου Βαγενά, απήντησα, σχολιαστικά και εκτεταμένα και πολύ δηκτικά. Ας δούμε και εδώ το περιεχόμενο αυτής της απάντησης :



"Πού πας, ρε Γιώργο και τους βρίσκεις αυτούς τους απίθανους τύπους, σαν τον κ. Βαγενά!


Πολλά τα ξεκαρδιστικά, μέσα σε όσα λέει. Δεν θα ασχοληθώ, με αυτά της "πρώτης γραμμής". Θα πιάσω τα "δευτερεύοντα" :


Τι λέει για (ένα μέρος από) τα χρήματα, που πήρε ο Τσουκάτος από την SIEMENS; Δεν ξέρει αν τα έβαλε στην τσέπη του;


Πάει καλά ο τύπος, ή καμώνεται τον ανήξερο; Ή προσπαθεί να μας πει ότι (ένα μεγάλο μέρος από) τα χρήματα αυτά πήγαν στην τσεπούλα του ΠΑΣΟΚ του κ. Κώστα Σημίτη - του τωρινού αφανούς συμμάχου της ΔΗΜΑΡ;


Τι λέει για τις μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος; Ότι το έγκλημά του ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του Τσουκάτου; Και γιατί, δηλαδή; Επειδή υποτίθεται ότι οι μίζες του Τσοχατζόπουλου πήγαν μόνο στην τσέπη του ιδίου του Άκη και όχι του κόμματος;


Τι αμετροεπείς βλακείες που εκστομίζει ο κυρ-Νάσος; Και που το είδε ότι οι μίζες που πήρε ο Τσοχατζόπουλος δεν ήσαν και κομματικές μίζες;


Ας πούμε μερικά αυτονόητα πράγματα, που βγαίνουν, άλλωστε και από τα, μερικώς, δημοσιευμένα ημερολόγια του Άκη : Οι μίζες των εξοπλισμών ήσαν και κομματικές μίζες. Δεν ήσαν, μόνον, προσωπικές μίζες για τον Άκη και την παρέα του (Σμπώκος, κλπ). Ούτε ήσαν μίζες, που πήγαν, μόνο, σε αξιωματικούς - που πολλοί από αυτούς ήσαν και βαποράκια. (Ένας από τους "πόνους", που είχε, άλλωστε, ο Άκης με τα δεσμευμένα χρήματα, που διακινούσε ο Σμπώκος και οι λοιποί, αφορούσε το ότι τα λεφτά αυτά έπρεπε να αποδεσμευτούν, "για να πάνε εκεί που πρέπει", γράφει ο πρώην υπουργός στο ημερολόγιό του).


Τέτοιες βλακείες λέει ο Βαγενάς και εκτίθεται ανεπανόρθωτα, επιχειρηματολογώντας, με το ίδιο πάθος, που επιχειρηματολογούσαν και οι εντόπιοι Quislings, κατά την διάρκεια της αλήστου μνήμης Κατοχής, στην δεκαετία του 1940.


Περισσότερη ψυχραιμία και νηφαλιότητα δεν θα τον έβλαπτε. Αλλά, πού να την βρει την νηφαλιότητα και πού να την βρει την ψυχραιμία! Κομμάτι δύσκολο, στην εποχή μας, στην οποία η εγχώρια και η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία και οι υπηρέτες της, μέσα στην πολιτική και την ευρύτερη πνευματική ελίτ, έχει πάρει το επάνω χέρι στον ιδεολογικό τομέα και έχει γεμίσει τα κεφάλια του κόσμου, με έναν τεράστιο κουβά με σκατά.


Και το κεφάλι του κυρ-Νάσου δεν έχει αποφύγει αυτού του είδους την γέμιση, όπως αποδεικνύουν οι σοβαροφανείς, αλλά συνάμα, γραφικοί και παραληρηματοειδείς ισχυρισμοί του...


Καταλαβαίνω (ή τουλάχιστον προσπαθώ να καταλάβω) τον θυμό σου. Και φυσικά αποδέχομαι ότι είμαι πολύ σκληρός, πολλές φορές, με τους συγγραφείς των άρθρων που δημοσιεύονται (ή αναδημοσιεύονται) στην "Αριστερή Στρουθοκάμηλο" - και όχι μόνο σε αυτήν. Οι εκφράσεις μου μπορεί να είναι (και είναι) βαριές, αλλά σημασία έχει το αν αδικούν τους συγγραφείς.


Επίσης, δέχομαι ότι πολλές φορές προσβάλλω τους συγγραφείς (περισσότερο τους ισχυρισμούς τους και την επιχειρηματολογία τους και λιγότερο τους ίδιους), όταν διαπιστώσω (ή θεωρώ) ότι η επιχειρηματολογία τους δεν στηρίζεται σε κάποιες - εσφαλμένες κατ' εμέ - πεποιθήσεις τους, αλλά αποτελεί εργαλείο προπαγάνδισης κάποιων συμφερόντων, τα οποία εξυπηρετούνται από αυτή την επιχειρηματολογία, η οποία, φυσικά, δεν είναι μια απλή περιγραφή της πραγματικότητας, όπως την καταλαβαίνει ο όποιος αρθρογράφος. Σημασία και σε αυτή την περίπτωση, έχει το εάν αδικώ, ή όχι, τους συγγραφείς. Και τούτο διότι, εάν δεν τους αδικώ, πράττω καλώς. Και εάν τους αδικώ, τότε, προφανώς, σφάλλω.


Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να δω μήπως τους έχω αδικήσει. Και εάν το διαπιστώσω, είναι προφανές ότι θα ανακαλέσω, όχι για να σε ικανοποιήσω, ή να ικανοποιήσω εκείνους, αλλά διότι, έτσι πρέπει. Διότι αυτό είναι το σωστό και το αρμόζον.


Μήπως, λοιπόν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αδίκησα τον κ. Βαγενά; Θα προσπαθήσω να το επανεξετάσω. Για να ξαναδούμε αυτά που είπε εκείνος και αυτά που έγραψα εγώ, γύρω από αυτά που είπε.


Όπως προανέφερα, δεν ασχολήθηκα, με τα "πρώτης γραμμής" θέματα, στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Βαγενάς. Ούτε με τους ύμνους του στο Μνημόνιο, ούτε με την - εν πολλοίς άδικη και μη εδραζόμενη σε ουσιωδώς σημαντικά ζητήματα - επίθεσή του στην ελληνική κοινωνία, η οποία έγινε, προκειμένου να δικαιώσει έναν κακογερασμένο και θνήσκοντα "ευρωπαϊσμό" και μια "Ευρώπη", η οποία μας έχει αδικήσει (όσο και αν αυτό, πεισμόνως, το αρνείται ο κ. Βαγενάς). Δεν ήταν αυτή η προτεραιότητά μου στον σχολιασμό, που αποφάσισα να κάνω σε αυτή την αναδημοσιευμένη συνέντευξη του κ. Βαγενά. Και τούτο επειδή είδα άλλου είδους παραδοξολογικούς ισχυρισμούς, μέσα σε όσα είπε ο κ. Βαγενάς, όσον αφορά την πολιτική διαφθορά και τις ηθικές διαβαθμίσεις της, τους οποίους ισχυρισμούς έκρινα ότι ήσαν απαράδεκτοι, όπως, επίσης, έκρινα ότι ήσαν, άκρως, επικίνδυνες οι ηθικές διαβαθμίσεις, στις οποίες προέβαινε ο συνεντευξιαζόμενος, ο οποίος, έτσι όμως, χωρίς, πιθανόν, να το αντιλαμβάνεται, κονιορτοποιούσε το ηθικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας του, αποδεικνύοντας ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν είχε μια βιωματική σχέση, με τον ίδιο, αλλά είχε εργαλειοποιηθεί, προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές και τις όποιες άλλες επιλογές του.


Ασχολήθηκα, λοιπόν, με "δευτερεύοντα" θέματα, με τα οποία καταπιάστηκε (ανεπιτυχώς και ατυχώς για τον ίδιο) ο κ. Βαγενάς. Ασχολήθηκα, δηλαδή, με τις περιπτώσεις διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου και του Άκη Τσοχατζόπουλου και τα όσα ανέφερε, γι' αυτές τις περιπτώσεις ο κ. Βαγενάς. Για να θυμηθούμε, λοιπόν, το τι είπε ο εν λόγω κύριος, αναφερόμενος στις περιπτώσεις διαφθοράς, στις οποίες μπλέχθηκαν, αυτοβούλως και πρωταγωνίστησαν τα δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ :



Ο κ. Νάσος Βαγενάς ισχυρίζεται ότι υπάρχουν και πολιτικοί, μέσα στα καθεστωτικά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς, που δεν έχουν κλέψει. Αλλά και μόνον η ύπαρξη ροών μαύρων χρημάτων στα ταμεία των κομμάτων τους, τα οποία μαύρα χρήματα δίνουν πλεονέκτημα στα κόμματά τους και στους ίδιους, προκειμένου να απολαμβάνουν τα αγαθά και τα προνόμια της εξουσίας - και όλα αυτά, μάλιστα, να συμβαίνουν, εν γνώσει τους - αποδεικνύει το αβάσιμο και την σαθρότητα αυτού του ισχυρισμού. Πολλά συγχωροχάρτια δίνει ο "ευρωπαϊστής" κ. Βαγενάς, σε αυτές τις περιπτώσεις, που αποδεικνύουν την συλλογική και συστημική διαφθορά του κατεστημένου πολιτικού συστήματος της χώρας, οι οποίες περιπτώσεις χρήζουν ποινικής διερεύνησης. Αυτό, προφανώς, το πράττει, επειδή και στην Εσπερία, τα πράγματα στον τομέα της πολιτικής διαφθοράς, δεν είναι καθόλου διαφορετικά, από ό,τι είναι στην χώρα μας. Γεγονός το οποίο, μαζί με πολλά άλλα, διαψεύδει και την διαδεδομένη πεποίθηση ότι η ύπαρξη της εκτεταμένης διαφθοράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος (ή/και της ελληνικής κοινωνίας) ευθύνεται για την έλευση της παρούσας αποδομητικής οικονομικής κρίσης, που διέρχεται η Ελλάδα.





"Οι πολιτικοί θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρότερα απ` ό,τι οι πολίτες. Όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά να τιμωρούνται και τα κόμματα, όταν οι μίζες πηγαίνουν σε αυτά. Αλλά, βέβαια, όλες οι περιπτώσεις διαφθοράς δεν είναι ίδιες. Το έγκλημα του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερο από το έγκλημα του Τσουκάτου, για τον οποίο δεν είμαι βέβαιος ότι οι μίζες πήγαιναν στην τσέπη του και ότι δεν πήγαιναν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και οι περιπτώσεις διαφθοράς των πολιτών δεν είναι όλες του ίδιου βαθμού..."


Αυτά μας είπε ο κ. Νάσος Βαγενάς, για τις περιπτώσεις διαφθοράς Τσουκάτου και Τσοχατζόπουλου. Για να δούμε, τώρα, εάν τον αδικώ.


Η επιχειρηματολογία του κ. Βαγενά, που διαφοροποιεί, ηθικά, την περίπτωση της διαφθοράς του Θεόδωρου Τσουκάτου, σε σχέση με την περίπτωση της διαφθοράς του Άκη Τσοχατζόπουλου, χαρακτηρίζοντας βαρύτερη την περίπτωση Τσοχατζόπουλου, από την περίπτωση Τσουκάτου, εδράζεται σε μια σαθρή ηθική και πραγματολογική βάση (και αυτό το γνωρίζει - ή οφείλει να το γνωρίζει - ο κ. Βαγενάς). Και η βάση έδρασης της επιχειρηματολογίας του εν λόγω κυρίου είναι σαθρή διότι, πρώτ' απ' όλα, εισάγει, ως κριτήριο της βαρύτητας μιας πράξης πολιτικής διαφθοράς, την υπόθεση (αληθή ή μη - εδώ, για να προχωρήσει η συζήτηση, ας δεχθούμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι είναι αληθής), που έχει να κάνει με το, εάν μια πράξη παθητικής δωροδοκίας - ή επιθετικής δωροληψίας (όρος ο οποίος είναι περισσότερο δόκιμος) - αποφέρει προσωπικά χρηματικά κέρδη στον παράνομο δωρολήπτη, ή εάν αυτά τα χρηματικά κέρδη πηγαίνουν κάπου αλλού - δηλαδή, σε ένα συλλογικό πολιτικό όργανο, στο οποίο μετέχει ο δωροδοκούμενος. Δηλαδή στο πολιτικό κόμμα, του οποίου είναι μέλος. Έτσι, για τον κ. Βαγενά, εκείνος ο πολιτικός που χρηματίζεται, χάριν κάποιου πολιτικού κόμματος πρέπει να έχει διαφορετική και φυσικά καλύτερη αντιμετώπιση, από τον όποιο πολιτικό χρηματίζεται, μόνον προς ίδιο προσωπικό όφελος.


Γι' αυτό και ο κ. Βαγενάς θεωρεί ότι η δωροληπτική συμπεριφορά του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερη, από εκείνη του Τσουκάτου, επειδή ο Τσοχατζόπουλος χρηματίστηκε, για τον εαυτό του, ενώ ο Τσουκάτος, για το κόμμα του!


Μάλιστα... Όμως, αυτή η τοποθέτηση του κ. Βαγενά δεν είναι, μόνον, απαράδεκτη και ανήθικη. Είναι και εξωπραγματική.


Είναι απαράδεκτη, διότι στον πυρήνα της πολιτικής φαυλοκρατίας είναι που βρίσκεται η κομματική διαφθορά, βασικό στοιχείο της οποίας είναι το σύνολο των υποθέσεων της παθητικής δωροδοκίας / επιθετικής δωροληψίας, που σχετίζονται με τα κομματικά ταμεία, τα οποία γεμίζουν από το μαύρο χρήμα που ρέει σε αυτά και ταϊζει την κομματική γραφειοκρατία, θρέφει και γιγαντώνει τον κομματικό πολιτικοϊδεολογικό έλεγχο των μαζών (ως συνόλου) και των πολιτών (ως ατομικών οντοτήτων), ενώ, παράλληλα, πλέκει τους στενούς δεσμούς των πολιτικών αρχηγών, της εκάστοτε ηγετικής ομάδας των κομμάτων και του συνόλου της πολιτικής ελίτ, με την οικονομική ελίτ του τόπου, υπαλληλοποιώντας τον πολιτικό κόσμο στην τελευταία, η οποία, ως χρηματοδότης, μπορεί να επιβάλει τα συμφέροντά της (γι' αυτό και προβαίνει στις πολιτικές δωροδοκίες) και να προσδιορίσει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές στα ζητήματα της διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων - και όχι μόνο.


Είναι ανήθικη αυτή η τοποθέτηση, διότι ξεχνάει ότι το χρήμα που πηγαίνει στο κοινό κομματικό ταμείο αποτελεί και στοιχείο προσωπικού οφέλους, για τον όποιο πολιτικό δωρολήπτη, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ευθύς προσωπικός του χρηματισμός. Το προσωπικό όφελος του δωρολήπτη/δωροδοκούμενου προκύπτει από το ότι, μέρος του χρήματος, που εισπράττει, για το κόμμα, γυρνάει και στον ίδιο, με χίλιους δυό τρόπους, είτε με την εξασφάλιση της κυριαρχίας του κόμματος και τις κομματικές και λοιπές κρατικές και άλλες αντιμισθίες, που λαμβάνει "νομίμως", είτε με την προσωπική κοινωνική θέση, που του εξασφαλίζει αυτή η δουλειά, που του έχει ανατεθεί από το κόμμα, δηλαδή από τον αρχηγό του κόμματος. Ως εκ τούτου, η άμεση εμπλοκή των συμφερόντων του εμπλεκόμενου, ως κομματικού ταμία και εισπράκτορα μαύρου χρήματος, καθιστά, αυτομάτως, άμεση την ηθική εμπλοκή του, μια εμπλοκή, η οποία έχει τον χαρακτήρα της ευθείας προσωπικής ανηθικότητας.


Είναι και εξωπραγματική αυτή η τοποθέτηση, διότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη, αφού οι παθητικώς δωροδοκούμενοι και επιθετικώς δωρολήπτες πολιτικοί δεν μένουν, χωρίς το άμεσο μερίδιό τους, από το μαύρο κομματικό χρήμα, που εισπράττουν, ως ταμίες, αφού παίρνουν και αυτοί το ποσοστό τους. Όπως, επίσης, οι δωροδοκούμενοι/ δωρολήπτες πολιτικοί, δεν εισπράττουν, μόνον, για τον εαυτό τους το μαύρο χρήμα που παίρνουν, αφού - στις πλείστες περιπτώσεις - μέρος του μαύρου αυτού χρήματος, που φαίνεται ότι πηγαίνει, μόνον, στις τσέπες τους, πηγαίνει και στο κομματικό ταμείο (ή αυτό το μαύρο χρήμα, που φαίνεται ότι έχει εισπράξει ο δωροδοκούμενος πολιτικός, είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου μαύρου ποσού, το υπόλοιπο του οποίου έχει εισρεύσει στα κομματικά ταμεία).

Ο Κώστας Σημίτης και ο, εκ των κομματικών του ταμιών, Θεόδωρος Τσουκάτος, αναλισκόμενοι σε, εκατέρωθεν, τρυφερότητες, την παλιά "καλή" εποχή, που όλα πήγαιναν πρίμα και για τους δυό τους. Όταν, βέβαια, έσκασε από τα αρχεία της SIEMENS, η υπόθεση του χρηματισμού του Θεόδωρου Τσουκάτου, με την κομματική μίζα του 1.000.000 μάρκων, ο πρωθυπουργός και αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, της περιόδου εκείνης, έκανε τον ανήξερο. Αλλά τέτοιος υπήρξε πάντα ο Κώστας Σημίτης. Φοβιτσιάρης, ανεύθυνος, άφιλος και αγνώμων...


Έτσι έγινε και με τους Τσουκάτο και Τσοχατζόπουλο. Ο Τσουκάτος, προφανώς, ήταν ένας από τους ανεπίσημους ταμίες της παρέας του Κώστα Σημίτη και το χρήμα, που πήρε από την SIEMENS (και όχι μόνον από αυτήν), πήγε και στα κομματικά ταμεία. Αλλά, είναι σαφές ότι ο πρώην μαοϊκός φίλος του πρώην πρωθυπουργού έχει πάρει και αυτός κάποια ποσά, τα οποία πρέπει να υπερέβησαν τα εσκαμμένα, αφού, κάποια στιγμή, μετά τις σκοτεινές και καταστροφικές βουλευτικές εκλογές της 9/4/2000, ο Κώστας Σημίτης τον απομάκρυνε από το περιβάλλον του, με αφορμή τις επισκέψεις του στα κότερα του Σωκράτη Κόκκαλη και τις στενές επαφές του, με τον μεγαλοεπιχειρηματία, ο οποίος, τότε, είχε, ουσιαστικά, υπαλληλοποιήσει τον πρώην μαοϊκό "στρατηγό" του σημιτικού επιτελείου.


Ομοίως και το άφθονο μαύρο χρήμα, που πήρε από πολλά εξοπλιστικά προγράμματα ο Άκης Τσοχατζόπουλος, δεν πήγε μόνον στην τσέπη του και στις τσέπες των κολητών του. Το χρήμα αυτό πήγε και στο κομματικό ταμείο, αφού όσα πήρε, προσωπικά, για τον εαυτό του, ο Τσοχατζόπουλος είναι ένα υποσύνολο των μιζών των εξοπλισμών. Τα επί πλέον ποσά, πήγαν στο κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό είναι ολοφάνερο, διότι αυτά τα χρήματα των μιζών από τους εξοπλισμούς, δεν μπορούσαν να κρυφτούν, από το κόμμα και τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος, ως πρωθυπουργός, μαζί με την ηγετική νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε τα υπουργικά πόστα στην κυβέρνηση Σημίτη και μετείχε στο ΚΥΣΕΑ, υπέγραψαν για την αγορά αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, τα οποία ήταν σε γνώση όλων ότι, συνοδεύονταν από παχυλές μίζες.


Ουδείς, λοιπόν, ήταν "αθώος του αίματος". Όλοι γνώριζαν και περίμεναν την εισροή του μαύρου χρήματος στα κομματικά ταμεία...


Πού, λοιπόν, αδικώ τον κ. Νάσο Βαγενά; Δεν νομίζω ότι τον αδικώ.


Και όχι μόνον, δεν τον αδικώ, αλλά και λίγα του λέω και του καταλογίζω, αφού η συμπεριφορά του καθίσταται, εκ των πραγμάτων και εκ των συμφραζομένων αντιφάσεών της, μια υποκριτική συμπεριφορά...


Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα.


Το χειρότερο όλων είναι ότι ο κ. Βαγενάς, προβαίνοντας στην διάκριση, ανάμεσα στην προσωπική υπόθεση διαφθοράς ενός πολιτικού (την οποία θεωρεί, εσφαλμένα, βαρύτερη) και στην διαφθορά ενός πολιτικού, που ενεργεί ως εντολοδόχος του κόμματος και του αρχηγού του (την οποία θεωρεί, επίσης εσφαλμένα, ως ελαφρύτερη) διαπράττει ένα πελωρίων διαστάσεων θεσμικό ολίσθημα, το οποίο, εκ του πλαγίου, δικαιολογεί την εθιμική θεσμική διαφθορά του πολιτικού συστήματος και των ελίτ που εμπλέκονται, ως δωροδοκούντες και δωροδοκούμενοι, σε αυτήν την υπόγεια διαδικασία. Δεν είναι δύσκολο, ούτε απαιτούνται ειδικές γνώσεις, για να γίνει αντιληπτό το γιατί συμβαίνει αυτό.


Στην περίπτωση της προσωπικής πολιτικής διαφθοράς, τα πράγματα είναι απλά. Εδώ ο δωροδοκούμενος πολιτικός πράττει, κρυφίως, όσα πράττει και εν τέλει, η πράξη του αντιμετωπίζεται, ως μια περιστασιακή συμπεριφορά, η οποία αγγίζει τον ίδιο και τον όποιον κύκλο του. Αυτή η πράξη, έχοντας έναν αμιγή προσωπικό χαρακτήρα και προσανατολισμό, δεν "μολύνει" ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και δεν αποτελεί θεσμικό τμήμα αυτού του συστήματος, αφού δεν στοιχειοθετεί μια, θεσμικά κατοχυρωμένη εθιμική κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά της πολιτικής τάξης και της οικονομικής ελίτ της χώρας. Ως εκ τούτου, αυτού του είδους η περίπτωση διαφθοράς, που αγγίζει τους πολιτικούς οι οποίοι χρηματίζονται, για καθαρά προσωπικούς λόγους, παρά την απόλυτη ηθική απαξία της, ως προς τα αποτελέσματά της, δεν έχει την βαρύτητα, που έχει η περίπτωση της διαφθοράς η οποία σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα.


Στην περίπτωση της δωροδοκίας των πολιτικών, που σχετίζεται με την χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ, η όλη υπόθεση έχει αποκτήσει μια εθιμική θεσμική διάσταση, η οποία, ως κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά, στηρίζεται στην συμφέρουσα, για τους ίδιους, πεποίθηση όλων των εμπλεκομένων ότι η, κάτω από το τραπέζι, δωροληψία, που εμπλέκεται και με την διαχείριση του δημόσιου χρήματος (αλλά και του ιδιωτικού) - είτε αυτή αφορά μικροποσά, είτε έναν αθροιστικό πακτωλό χρημάτων - στοιχειοθετεί μια παράπλευρη ανεκτή και σιωπηρώς, αποδεκτή πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ομάδων, που εμπλέκονται σε αυτήν και τούτο διότι ο σκοπός είναι ένας "σωστός" σκοπός, αφού αφορά την κομματική χρηματοδότηση (η οποία, ουκ ολίγες φορές εμπλέκεται και σκοπίμως συγχέεται και με την εσωκομματική πάλη των ηγετικών φατριών στα κόμματα, ιδίως αυτών που έχουν εθιστεί στην μακροχρόνια άσκηση της εξουσίας - όποια εξουσία και αν είναι αυτή. Είτε είναι κυβερνητική, ή αυτοδιοικητική, ή συνδικαλιστική, ή άλλη).



Οι ευθύνες του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου, για την συστημική διαφθορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι και βαριές και αυταπόδεικτες, αφού, με την άνοδό του στην εξουσία, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, είχε όλες τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες να απορρυθμίσει την ενδημική συστημική διαφθορά της ελληνικής πολιτικής ζωής και ειδικά την φαύλη κομματοκρατία και την στηριζόμενη, στον παράνομο χρηματισμό, κομματική χρηματοδότηση. Δεν θέλησε να το πράξει και δεν το έπραξε. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και συνέχισε και "εκσυγχρόνισε" αυτήν την, από γενέσεως του ελληνικού κράτους, συστηματικοποιημένη οθωμανοβυζαντινή κληρονομιά, που παρέλαβε από τους προκατόχους του. Και το γεγονός ότι - παρά τα, μυθωδώς, θρυλούμενα - αυτή του η στάση δεν αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της παρούσας βαθύτατης κρίσης της ελληνικής οικονομίας, δεν τον απαλλάσσει από τις δικές του ευθύνες, για την συνέχιση αυτής της συστημικής διαφθοράς στην πολιτικοοικονομική ζωή της χώρας μας.

  
Έτσι, η πολιτική τάξη και η οικονομική ελίτ της χώρας έχουν θεσπίσει ένα ιδιότυπο έθιμο, το οποίο αφορά την δικαιολόγηση, την κοινωνική δικαίωση και την κατοχύρωση, ως ανεκτού και αποδεκτού, του φαινομένου αυτού, που αφορά αυτού του είδους τον έκνομο χρηματισμό, υπέρ των κομματικών ταμείων. Αυτή η παράπλευρη και εθιμικά κατοχυρωμένη θέσμιση του χρηματισμού, χάριν των κομματικών ταμείων (αλλά και όχι μόνον αυτών και αυτό το τελευταίο έχει μεγίστη σημασία), την οποία έχει, ατύπως, αλλά και ουσιαστικώς, επιβάλει, ως ανεκτή και αποδεκτή πολιτική συμπεριφορά, η πολιτική τάξη της χώρας, απεικονίζεται στην περιβόητη φράση που αποδίδεται στον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, για την υπόθεση του χρηματισμού του Μαυράκη της ΔΕΗ και λέγεται ότι ειπώθηκε το 1986 και η οποία φράση συνοψιζόταν ως εξής : "Είπαμε να πάρει ένα δωράκι, για τον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια". Δεν ξέρω αν αυτή η φράση, όντως, ειπώθηκε από τον, τότε, πρωθυπουργό. Ο Μαυράκης, άλλωστε, αθωώθηκε από τα δικαστήρια και ο Στέφανος Τζουμάκας, στον οποίο αποδόθηκε η διαρροή αυτής της φράσης, έχει προβεί σε διάψευση. Όμως, αυτή η φράση αποδίδει, εναργώς και πλήρως, την εθιμική κατοχύρωση της πολιτικής δωροληψίας (και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα και της, αμιγώς, προσωπικής πολιτικής δωροληψίας).


Όλοι όσοι εμπλέκονται, λοιπόν, στην χρηματοδότηση των κομματικών ταμείων, με μαύρο χρήμα και οι οποίοι έχουν άτυπους ρόλους εισπρακτόρων, με την βούλα των αρχηγών των κομμάτων, λειτουργούν βάσει μιας, εθιμικά, κατοχυρωμένης θεσμικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να είναι άτυπη, αλλά παραμένει ουσιαστική, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το πνίξιμο και την αποσιώπηση όλων των σχετικών υποθέσεων, όπως επίσης και από την σταθερή υπεράσπιση που είχαν οι εμπλεκόμενοι άτυποι (πλην όμως ουσιαστικοί και λειτουργικοί) ταμίες από τα κόμματά τους, σε όλες τις σχετικές υποθέσεις (τουλάχιστον, μέχρι το σημείο εκείνο, που τα κόμματα μπορούσαν και για όσο μπορούσαν, να κουκουλώσουν τις σχετικές υποθέσεις). 

Αυτό πράττει το ΠΑΣΟΚ εδώ και καιρό με τον Θεόδωρο Τσουκάτο. Όπως το ίδιο έπραξε το κόμμα αυτό, με σταθερότητα και επιμονή, κατά την περίοδο 2004 - 2009 και στην περίπτωση του Άκη Τσοχατζόπουλου και των οπλικών συστημάτων TOR-M1, με πρώτα βιολιά υπεράσπισης του πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας τους Βαγγέλη Βενιζέλο και Ανδρέα Λοβέρδο, των οποίων οι ισχυρισμοί ότι, τότε, δεν γνώριζαν είναι, αυτοδικαίως, καταγέλαστοι και αποδεικνύουν την ποιότητα και την θρασύτητα των δύο αυτών πολιτικών ανδρών, όπως επίσης και τον βαθμό της ηθικής διάβρωσης, που έχουν υποστεί, από την, εθιμικά, ορισμένη θεσμική διαφθορά, που επικρατεί στις τάξεις της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ.


Το ολίσθημα, λοιπόν, του κ. Βαγενά είναι τεράστιο. Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτόν, δικαιώνει (έστω και δια της ανοχής) την, δια της παραγωγής ενός άτυπου, αλλά και ενεργώς ουσιαστικού εθίμου, πολιτική διαφθορά, που οδηγεί στην παράπλευρη ένταξη της πολιτικής/κομματικής δωροληψίας στους ενεργούς κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς, που διέπουν την κοινωνία μας, θεωρώντας ότι η πολιτική διαφθορά που λαμβάνει χώρα, υπέρ των κομματικών ταμείων, είναι ελαφρύτερη από την, αμιγώς, προσωπική δωροληψία, στην οποία προβαίνει ένας πολιτικός, δρώντας υπέρ του αποκλειστικού και ιδιοτελούς του συμφέροντος.


Δυστυχώς, για τον κ. Νάσο Βαγενά - εάν έχουμε να "επιλέξουμε" ανάμεσα στην καθαρά προσωπική πολιτική δωροληψία και στην, εθιμικώς, θεσμική, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία - η απλή και ωμή πραγματικότητα λέει ότι η, υπέρ των κομματικών ταμείων, πολιτική δωροληψία είναι βαρύτερη (και μάλιστα πολύ βαρύτερη και μάλιστα, βαρύτατη), από την απλή προσωπική πολιτική δωροληψία, διότι η πρώτη "μολύνει" το σύνολο του πολιτικοοικονομικού συστήματος και των θεσμών της χώρας, με την εγκαθίδρυση μιας εθιμικά θεσμισμένης συμπεριφοράς της πολιτικής τάξης της χώρας, που την οδηγεί στο ωφελιμιστικό συμπέρασμα ότι  αυτή η φαύλη συμπεριφορά είναι ανεκτή και αποδεκτή, ενώ η δεύτερη κινείται στις παρυφές του συστήματος αυτού και των θεσμών του, αποτελώντας μια, αμιγώς, ποινική υπόθεση.


Γι' αυτούς τους απλούς - πλην όμως, ουσιαστικούς - λόγους, το ολίσθημα του κ. Νάσου είναι και βαρύτατο και εντελώς αδικαιολόγητο, αγαπητέ Γιώργο.


Μπορεί να μην σου αρέσει αυτή η διαπίστωση, αλλά νομίζω ότι στο βάθος την κατανοείς και την αποδέχεσαι. Και τούτο διότι πιστεύω ότι είσαι ένας έντιμος άνθρωπος...


Δεν θα αφήσω, όμως, ασχολίαστα και κάποια άλλα, εξ όσων γράφεις, αγαπητέ Γιώργο.


Σε όσα γράφω απαντούν αρκετοί, παρά τα όσα λες. Και σε όσα απαντούν παίρνουν και τις δέουσες απαντήσεις, όταν χρειάζεται.


Δεν νομίζω ότι είμαι μια εξαιρετική περίπτωση. Ούτε ο μόνος έξυπνος. Κάθε άλλο. Δεν πρόκειται, περί αυτού. Αυτό που συμβαίνει με εμένα είναι ότι δεν αποτελώ κάποια εύκολη περίπτωση "αντιευρωπαϊστή", ώστε κάποιοι, να μπορούν να αντιπαρατεθούν, σύμφωνα με τα στερεότυπα ιδεολογήματα, ή τις ιδεοληψίες, που έχει ο καθένας στο κεφάλι του.


Ο σταθερός προσανατολισμός μου στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας είναι δεδομένος, αφού είμαι υπέρ της ομοσπονδιακής Ευρώπης και της αναγκαιότητας της εθνογένεσής της, η οποία είναι προϋπόθεση για την ομοσπονδιοποίησή της.


Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σαρωτικής, της σκληρής, της ανελέητης, έως αδυσώπητης κριτικής μου στους "ευρωπαϊστές" και στο σύγχρονο ιδεολογηματικό και ψευδοσυνειδησιακό περιεχόμενο του ρηχού "ευρωπαϊσμού" ο οποίος είναι ένα κατευθυνόμενο παραληρηματικό κατασκεύασμα, μια νέα άρχουσα ιδεολογία, των πολιτικοοικονομικών ελίτ της Ευρώπης, οι οποίες δημιούργησαν μια ευρωπαϊκή νομισματική ένωση - την ευρωζώνη -, αντί της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, όχι ως ένα σκαλοπάτι, που οδηγεί προς την ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης, αλλά ως ένα μηχανισμό, που σκοπό έχει να αποτρέψει αυτή την ομοσπονδιοποίηση.


Όπως, πάμπολλες φορές έχω γράψει, αυτή η κατασκευή, που ήταν θνησιγενής, από την αρχή και η οποία, ως ατελής ευρωπαϊκή νομισματική ένωση αποτελεί την άρνηση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, έφθασε στα όριά της, με την έλευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008, η οποία ανέδειξε τον χαρακτήρα της ευρωζώνης, ως της έμπρακτης αποτυχίας της ιδέας της ευρωπαϊκής ενότητας, οδηγώντας την, παράλληλα και στον θάνατο - έναν θάνατο, που η ευρωπαϊκή πολιτικοοικονομική ελίτ (με προεξάρχουσα την γερμανική, η οποία χρησιμοποιεί τον σύγχρονο "ευρωπαϊσμό", ως ένα ιδεολογικό επικάλυμα του αρχέγονου επαρχιωτικού εθνικισμού της) αρνείται, με πείσμα και φανατισμό να αποδεχθεί, ως ένα πραγματικό γεγονός. Και τούτο διότι, η παραδοχή του γεγονότος του θανάτου της ευρωζώνης θα έπρεπε να την οδηγήσει στην ταφή της ευρωζώνης και στην γοργή και άμεση οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής κρατικής ομοσπονδίας στην θέση της θανούσης ευρωζώνης. Αλλά αυτό, ακριβώς, είναι εκείνο που θέλουν να αποτρέψουν.


Λαμβανομένων υπόψη αυτών των ωμών δεδομένων, που πηγάζουν από την ρέουσα πραγματικότητα, η ευρωζώνη (και πιθανώς μαζί της και η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία η ευρωζώνη απειλεί να την πάρει μαζί της στον τάφο), η οποία μένει άταφη και "επιβιώνει", ως αιμοποτικό ζόμπυ, ακριβώς επειδή οι ευρωζωνικές ελίτ αρνούνται να την θάψουν, αποτελεί ένα κατασκεύασμα, το οποίο αποδεικνύεται στην πράξη ότι είναι, ακραία, μη λειτουργικό, όπως ακριβώς είχα προβλέψει, ήδη, από το 1998. Αυτή η κατασκευή, εκ των πραγμάτων και αναπόφευκτα, θα διαλυθεί, λόγω των εθνικισμών των κυριότερων χωρών μελών, που απαρτίζουν την ευρωζώνη, οι οποίες χώρες δεν σκοπεύουν να απαρνηθούν την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Όμως, μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κοινή νομισματική πολιτική, η οποία, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αγνόηση των εθνικών συμφερόντων και των ιδιαιτεροτήτων των χωρών, που απαρτίζουν την νομισματική ένωση και χωρίς την αντικατάσταση των αστικοδημοκρατικών αρχών των ευρωπαϊκών πολιτευμάτων, από μια συγκεντρωτική ευρωπαϊκή αυταρχία, η οποία να κατευθύνεται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, την γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τις πολιτικοοικονομικές ελίτ του Βερολίνου και του Παρισιού. Και έτσι, όμως, μια πολιτική ημιένωση, τέτοιου τύπου, δεν μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς κοινές πολιτικές, που θα εντοπίζονται σε μεταβιβαστικές και αναδιανεμητικές πολιτικές μέσα σε αυτήν την ημιένωση.


Οπότε και πάλι έρχεται στην επιφάνεια η αδήριτη ανάγκη της άμεσης κρατικής ενοποίησης της Ευρώπης, πάνω σε μια ομοσπονδιακή βάση, αμερικανικού τύπου. Όσο, όμως, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης αρνούνται να παραχωρήσουν τα απαραίτητα επίπεδα της εθνικής τους κυριαρχίας, η ευρωζώνη (και δυστυχώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν μπορεί να λειτουργήσει και θα τελευτήσει τον βαμπιρικό "βίο" της. Και φυσικά, τα κυρίαρχα κράτη της ευρωζώνης είναι απίθανο να προβούν σε μια τέτοια παραχώρηση της εθνικής τους κυριαρχίας. - Μην κοιτάμε την ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ, η οποία, ως ψοφοδεής που είναι, παραχώρησε την εθνική κυριαρχία της χώρας μας στους δανειστές της, καθιστώντας την Ελλάδα έναν πειραματικό τόπο καλλιέργειας ενός σύγχρονου καθεστώτος τοκογλυφικής πεονίας. Οι άλλες ελίτ δεν έχουν τέτοιες διαθέσεις υποδούλωσής τους στην ευρωμπατιροτραπεζοκρατία, στην ευρωγραφειοκρατία και στον γερμανικό εθνικισμό.


Απέναντι σε αυτήν την δομημένη επιχειρηματολογία, η οποία κονιορτοποιεί τους ιδεασμούς, που σερβίρονται από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία και τις διάφορες εγχώριες και ξένες ελίτ, δεν νομίζω ότι έχουν κάτι να αντιτείνουν οι, κάθε λογής "ευρωπαϊστές", οι οποίοι αντιλαμβάνονται και το τι λέω και το μέγεθος της κενότητας και της επικινδυνότητας των όσων υποστηρίζουν οι ίδιοι.

Ως εκ τούτου, δεν έχουν και πολλά πράγματα να πουν, μέσα στο πανικό που τους διακατέχει, εξ αιτίας του γεγονότος ότι και οι ίδιοι βλέπουν ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ, περί άλλων τυρβάζουν και για άλλα πράγματα κόπτονται.

Εσύ, άλλωστε, αγαπητέ Γιώργο, που παρακολουθείς την επιχειρηματολογία μου, εδώ και δύο χρόνια τώρα και έχεις μια συνολική εικόνα και εποπτεία των όσων γράφω, γνωρίζεις πολύ καλά το βάσιμο των όσων λέω και ισχυρίζομαι (όσο και αν είναι αλήθεια ότι έχεις δίκιο σε κάποια θέματα, που βάζεις και τα οποία αφορούν ζητήματα τακτ και σαβουάρ βιβρ)..."


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Tο παρακάτω είναι ένα απόσπασμα απο ένα γενικότερα πολύ ενδιαφέρον κείμενο:

Μία ενδιαφέρουσα σημαντική λεπτομέρεια για τον Irving Fisher είναι ότι πριν από τη Μεγάλη Κατάθλιψη (Great Depression) ήταν θιασώτης της νεοκλασικής θεωρίας και της χρήσης των μαθηματικών. Ανέπτυξε ο ίδιος μαθηματικά μοντέλα ισορροπίας, χωρίς οιεσδήποτε τριβές, όπως για παράδειγμα η σχέση μεταξύ του επιτοκίου και του πληθωρισμού, γνωστή ως Fisher equation.

Μάλιστα, στις 21-23 Οκτωβρίου 1929, δηλαδή μία-τρείς μέρες πριν από το μεγάλο κραχ, ο Irving Fisher δήλωνε ότι οι τιμές των μετοχών δεν ήταν φουσκωμένες και ότι το χρηματιστήριο έφθασε σε ένα μόνιμα υψηλό επίπεδο. Ακόμη και μερικούς μήνες μετά το κραχ έλεγε σε επενδυτές ότι η ανάκαμψη θα ήταν σχεδόν άμεση.

Ο Fisher είχε όμως την τόλμη να εγκαταλείψει τις νεοκλασικές προσεγγίσεις όταν αυτές αποδείχθηκαν όχι μόνο άχρηστες για να αντιληφθεί κάποιος τι συνέβαινε την περίοδο 1929-1933, αλλά και προσωπικά ζημιογόνες (του κόστισαν τόσο την επαγγελματική του υπόληψη, όσο και τον προσωπικό του πλούτο). Η θεωρία του χρέους-αποπληθωρισμού, η οποία τον ανέδειξε σαν ένα από τους πιο σημαντικούς μετα-Κευνσιανούς οικονομολόγους, δείχνει ξεκάθαρα ότι ο Fisher είχε κάνει στροφή 180 μοιρών. Για τον Irving Fisher του 1933 η τέλεια ισορροπία έγινε η εξαίρεση παρά ο κανόνας, όπως είναι ξεκάθαρο στο πιο κάτω απόσπασμα:

“exact equilibrium thus sought is seldom reached and never long maintained. New disturbances are, humanly speaking, sure to occur, so that, in actual fact, any variable is almost always above or below ideal equilibrium….Theoretically there may be — in fact, at most times there must be — over- or under-production, over- or under-consumption, over- or under-spending, over- or under-saving, over- or under-investment, and over or under everything else. It is as absurd to assume that, for any long period of time, the variables in the economic organization, or any part of them, will “stay put,” in perfect equilibrium, as to assume that the Atlantic Ocean can ever be without a wave.”

Ελπίζω ότι το ίδιο φώς που φώτισε τον Fisher να αναθεωρήσει τις απόψεις του να φωτίσει και άλλους σήμερα, ιδιαίτερα αυτούς που κρατούν τα ηνία της οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Γιατί δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Τιμ Γκάιτνερ, ο Μπεν Μπερνάνκε και ο Μέρβιν Κίγκ αντιλαμβάνονται πλήρως τους κινδύνους από το φαύλο κύκλο μεταξύ μεγάλου χρέους και αποπληθωρισμού.

Πανίκος Δημητριάδης

Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστήμιο του Leicester

Μέλος της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών του Ηνωμένου Βασιλείου



http://blog.stockwatch.com.cy/?p=850