Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Τα στρατηγικά αδιέξοδα και η εμφανής δειλία, που οδήγησαν στην ήττα των Αμερικανών και της Δύσης, επί τάπητος : Από το Ιράκ, στην Συρία και στην Ουκρανία. Μια τριετία συνεχών ανοησιών και η παταγώδης αποτυχία. (Cowards die many times before their death).



Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Barack Hussein Obama, σε επίπεδο διαχείρισης διεθνών κρίσεων, τα έχει κάνει κυριολεκτικά, θάλασσα. Και φυσικά, έχει φθάσει, στο σημείο να μην μπορεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Ενώ, ειδικά, στην Ουκρανία, το μόνο, που κάνει είναι μια κακή (και μάλιστα, πολύ κακή) διαχείριση μιας μη ομολογούμενης ήττας. Και της οποίας, βέβαια, το περιεχόμενο δεν αλλάζει, το γεγονός ότι αυτή η ήττα δεν ομολογείται...




«Εν κατακλείδι, η Αμερική πρέπει, πάντοτε, να ηγείται, στο παγκόσμιο σκηνικό. Αν δεν ηγούμαστε, κανένας άλλος δεν θα το κάνει. Ο στρατός, στον οποίον, μόλις, καταταγήκατε είναι και πάντα θα είναι, η ραχοκοκαλιά αυτής της ηγεσίας. Όμως, η δράση του αμερικανικού στρατού δεν μπορεί να είναι το μόνο - ή το πρωταρχικό - συστατικό στοιχείο της ηγεσίας μας, σε κάθε περίπτωση. Το ότι διαθέτουμε το καλύτερο σφυρί δεν σημαίνει και ότι, κάθε πρόβλημα είναι ένα καρφί».

(Απόσπασμα, από τον λόγο του προέδρου των Η.Π.Α. Barack Obama, στην αμερικανική στρατιωτική ακαδημία του West Point).




Cowards die many times before their death.

Οσο περνάει ο καιρός, ολοένα και πιο πολύ, καθίσταται σαφές ότι οι Η.Π.Α. και γενικότερα, η Δύση, δειλιάζουν, μπροστά, στα τακτικά, αλλά και στα στρατηγικά αδιέξοδα, μέσα, στα οποία έχουν εμπλακεί και τα οποία είναι, αποκλειστικά, δικά τους δημιουργήματα και προϊόντα, μιας δεκαπενταετούς αλαζονικής πολιτικής, η οποία, όμως, η αλήθεια είναι ότι στερείτο μιας μακροπρόθεσμης προοπτικής. Τα όσα περιλαμβάνει το παραπάνω απόσπασμα του λόγου του κομφουζιονιστή Αμερικανού προέδρου Barack Obama, αποτελούν την, πιο χαρακτηριστική απόδειξη αυτής της δειλίας, την οποία, με δυσκολία, το έγχρωμο αφεντικό των Ουκρανών ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων του Κιέβου, αλλά και των φονταμενταλιστών ισλαμιστών σφαγέων της οργάνωσης ISIS και οι λογογράφοι του, μπορούν να την κρύψουν και να την εμφανίσουν, ως επίδειξη σωφροσύνης και εγκράτειας.

Αλλά, όσο και να γίνεται προσπάθεια να κρυφτεί, τελικά, η αλήθεια δεν κρύβεται. Οι Δυτικοί, βέβαια - με πρώτους και καλύτερους τους Αμερικανούς -, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να κρύψουν, από τον υπόλοιπο κόσμο, αυτή την οχληρή, γι' αυτούς, πραγματικότητα - δηλαδή την δειλία τους, η οποία προκύπτει, από τα στρατηγικά και τα τακτικά αδιέξοδα, στα οποία έχουν εμπλακεί. Αυτό, όμως, καθίσταται, συν τω χρόνω, ολοένα και λιγότερο, κατορθωτό και μη διαχειρίσιμο.

Οι στρατηγικές επιλογές, κυρίως, των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και των, μέσω του ΝΑΤΟ, συμμάχων και υποτακτικών τους (δηλαδή αυτό το γεωπολιτικό σύνολο, που, συμβατικά, αποκαλούμε Δύση), έτσι όπως αυτές εκφράζονται, στο Ιράκ, στην Συρία και στον ευρύτερο αραβικό χώρο, με τις όποιες ανατροπές, που έφερε - και δεν έφερε -, η αποκαλούμενη "αραβική άνοιξη", το 2011 , αλλά και στο Αφγανιστάν και πολύ περισσότερο, στην Ουκρανία, δείχνουν, πλέον, να σκοντάφτουν και να προσκρούουν, σε έναν απαγορευτικό τοίχο - κάτι, που, πριν λίγο καιρό, ήταν αδιανόητο, για την υπερφίαλη αμερικανική ελίτ. 

Ο τοίχος, για τον οποίο γίνεται λόγος, δεν είναι άλλος, από τους υφιστάμενους - και για να ακριβολογήσω, από τους δημιουργημένους και ορατούς, πλέον - γεωπολιτικούς περιορισμούς, οι οποίοι, μέχρι, πρότινος, δεν υφίσταντο και ως, περίπου, ανύπαρκτοι, δεν ελαμβάνοντο, στα υπόψιν, από τις Η.Π.Α. και την Δύση. 

Αυτή η ύπαρξη - η δημιουργία - αυτών των γεωπολιτικών περιορισμών είναι, που υποδεικνύει την έμπρακτη τοποθέτηση ορίων, στην πλανητική δράση των Αμερικανών και των Δυτικών, των οποίων η δράση, από εδώ και πέρα, δεν μπορεί να είναι (και δεν θα είναι) ανεξέλεγκτη, αφού, όταν ξεκινάει μια διαδικασία τοποθέτησης ορίων και περιθωρίων, στην δράση οποιασδήποτε αυτοκρατορίας, ή υπερδύναμης, τότε, αυτό, που ακολουθεί, δεν είναι τίποτε άλλο, εκτός από την αργή, ή γρήγορη, διεύρυνση των περιορισμών, στην δράση αυτή, από εκείνον (ή εκείνους), που δεν αποδέχεται (ή δεν αποδέχονται) τις αποφάσεις και τις στρατηγικές επιλογές της όποιας αυτοκρατορίας, ή υπερδύναμης, της οποίας η πρωτοκαθεδρία, εκ των πραγμάτων, αμφισβητείται, αφού όλη αυτή η δυναμική μπορεί να προκύψει και προκύπτει, μόνον, όταν υπάρχουν ανταγωνιστικές δυνάμεις, που απειλούν την πρωτοκαθεδρία αυτή.

Το ποιός αμφισβητεί, στις ημέρες μας, την παγκόσμια κυριαρχία των Η.Π.Α. και της Δύσης, ως συνόλου, το έχουμε πει. 

Είναι η (επ)άνοδος της Ρωσίας, στο πλανητικό στερέωμα, που θέτει τα όρια και τα περιθώρια των στρατηγικών επιλογών του συνασπισμού των Δυτικών, που λειτουργεί, υπό την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Βέβαια, επί του παρόντος - το οποίο "παρόν", ως χρονικός προσδιορισμός, θα έχει μια αρκετά μεγάλη διάρκεια -, η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν δεν επιδιώκει να πάρει την θέση των Η.Π.Α. και να τις αντικαταστήσει, ως προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία. Και να το ήθελε, δεν το μπορεί, άλλωστε.

Αυτό, που επιθυμεί η σύγχρονη μετασοβιετική Ρωσία, είναι η πλήρης ένταξή της, ως ισότιμου εταίρου, μέσα στον σύγχρονο συνασπισμό των Δυτικών και η ενσωμάτωσή της, μέσα στους δυτικούς θεσμούς, χωρίς να αμφισβητεί - και πάλι, επί του παρόντος - την θέση των Η.Π.Α. Και από εκεί και πέρα, ό,τι προκύψει, στο μέλλον.

Η επιθυμία αυτή της σύγχρονης μετασοβιετικής ρωσικής ελίτ δεν είναι καθόλου αβάσιμη. Έχει λογική και αποτελεί μιαν ορθολογική επιδίωξη, που προκύπτει, από την φορά των πραγμάτων και από το γεγονός ότι η Ρωσία, ιστορικά και γεωπολιτικά, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ευρωπαϊκού πολιτισμού και είναι η εκτεταμένη και αχανής ανατολική άκρη της Δύσης, στον χώρο της Ευρασίας.

Όμως, στην γεωπολιτική, δεν είναι η λογική φορά των πραγμάτων, που κυριαρχεί. Ο απλός ορθολογισμός των επιχειρημάτων, ακόμη και όταν αυτός προκύπτει, αβίαστα, από την πραγματικότητα, δεν είναι αυτός, που μετράει. Και φυσικά, δεν είναι αυτός, που κυριαρχεί.

Η γεωπολιτική προσδιορίζεται, από τις εθνικές οντότητες και τις κρατικές ελίτ, που έρχονται να εκφράσουν τα συμφέροντα τους, έτσι όπως αυτές οι οντότητες και οι ελίτ προσδιορίζουν, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, τα συμφέροντα αυτά. Και ο προσδιορισμός αυτών των συμφερόντων, μπορεί να συνέχεται, από έναν δικό του ορθολογιστικό (ορθότερα : έναν ορθολογιστικοφανή) μηχανισμό επιχειρημάτων, αιτιών και αιτιάσεων, που δικαιολογεί τα συμφέροντα αυτά και την υπεράσπισή τους, αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι αυτός ο μηχανισμός και τα όποια επιχειρήματα προβάλλει, είναι και λειτουργεί, εξ αντικειμένου, ορθολογικά, όταν τα, υπό εξέταση, γεωπολιτικά δεδομένα, εξετάζονται, μέσα από ευρύτερα πλαίσια θεώρησής τους. Κάθε άλλο.

Στην γεωπολιτική, τα όποια δεδομένα μιας εποχής, εξετάζονται, μέσα, από μια σειρά πολλαπλών ανορθολογικών πλαισίων θεώρησης και ως εκ τούτου, τα όποια συμπεράσματα εξάγονται, μέσα από αυτήν την διαδικασία, είναι, κατ' εξοχήν, ανορθόλογα, ακόμη και όταν κάτι τέτοιο δεν είναι, άμεσα, οράτο, ή, όταν, μέσα στα πλαίσια ισχύος μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (μεγαλύτερης, ή μικρότερης), τα συμπεράσματα και οι δράσεις, που εκπορεύονται, από αυτά, φαίνονται - και μπορεί - να λειτουργούν ορθολογικά.

Έτσι, μπορεί, από μια ευρύτερη σκοπιά και μέσα από μια, ευρύτερα, μακροπρόθεσμή προοπτική, το αίτημα της Ρωσίας, για πλήρη και ισότιμη ένταξή της, στον συνασπισμό και στους θεσμούς της Δύσης, να εμφανίζεται ως (και να είναι) ορθολογικό, πλην, όμως, ακριβώς, επειδή δεν είναι ο όποιος ορθολογισμός των επιχειρημάτων και των μακροπρόθεσμων προοπτικών, σε πλανητικό επίπεδο, που προσδιορίζουν την γεωπολιτική και την συμπεριφορά των μεγάλων (αλλά και των μικρών) διεθνών γεωπολιτικών παικτών, που έχουν κατοχυρώσει την θέση τους, μέσα, στην παγκόσμια ισορροπία, για τον λόγο αυτόν και το αίτημα της Ρωσίας, δεν μπορεί να γίνει και δεν γίνεται αποδεκτό, από τις Η.Π.Α. και την Δύση, ως σύνολο. 

Οι Δυτικοί, στο σύνολό τους, γνωρίζουν, πολύ καλά, το βάσιμο του αιτήματος της σύγχρονης ρωσικής ελίτ, για την ένταξη της χώρας της, σε συνθήκες ισοτιμίας, μέσα, στους δυτικούς θεσμούς. Αλλά αυτή η γνώση δεν τους κάνει να αποδεχτούν - εύκολα, ή δύσκολα - το αίτημα αυτό. Αντίθετα, μάλιστα και μόνη η διατύπωσή του, τους κάνει να φρικιούν. Με αποτέλεσμα να το απορρίπτουν, χωρίς πολλά-πολλά και χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Όμως, όσο και αν οι Δυτικοί απορρίπτουν το ρωσικό αίτημα, για πλήρη και ισότιμη ένταξη και ενσωμάτωση της Ρωσίας, στους δυτικούς θεσμούς, η πικρή, γι' αυτούς, αλήθεια είναι ότι το αίτημα αυτό δεν μπορούν να το παρακάμψουν, αφού θα βρίσκεται, εκ των πραγμάτων, μπροστά τους, σε κάθε χρονική φάση, κατά την διάρκεια του μέλλοντος χρόνου, που θα ακολουθήσει τις ημέρες των τωρινών καιρών. Το γιατί θα συμβεί αυτό, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, εάν απομακρυνθούμε, από την μεσοπρόθεσμη προοπτική εξέτασης των παγκόσμιων δεδομένων και ισορροπιών. 

Η Δύση, ως ενιαίο σύνολο, υπό την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α., δεν είναι, πλέον, ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του πλανήτη, όπως συνέβαινε, έως πρόσφατα. Σε κάποιες δεκαετίες, θα βρεθεί μπροστά, στην σκληρή πραγματικότητα μιας υποχρεωτικής αρχικής πλανητικής συγκυριαρχίας, με την Κίνα, αλλά και με άλλες συνασπισμένες δυνάμεις, τις οποίες δεν θα μπορεί να ελέγξει, ή να επηρεάσει, ως ατομικές οντότητες και ως σύνολα. 

Και σε μια δεύτερη χρονική φάση, η Δύση (δηλαδή οι Η.Π.Α., η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι άλλες, μικρότερου βεληνεκούς, χώρες, που βρίσκονται, εντός, ή εκτός του ΝΑΤΟ και σε σχέση εξάρτησης με τις χώρες αυτές) θα υποχρεωθεί να βρεθεί, σε μια θέση και σε έναν σχηματισμό διεθνών ισορροπιών, στον οποίο οι Η.Π.Α. θα έχουν υποχρεωθεί, από την ίδια την εξέλιξη και την φορά των πραγμάτων, να παραχωρήσουν την πρωτοκαθεδρία, αλλού - και πιο συγκεκριμένα, στην Κίνα.

Έτσι, στο χέρι των Δυτικών είναι το να αποτρέψουν - ή, έστω, να καθυστερήσουν - για πάρα πολύ χρόνο, μια τέτοια εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων. Αλλά, για να το πράξουν αυτό, χωρίς πολλές περιπέτειες, θα βρεθούν υποχρεωμένοι, ξανά και ξανά, να αντιμετωπίσουν το ρωσικό αίτημα, για ισότιμη ένταξη, στους δυτικούς θεσμούς. Δηλαδή, θα αναγκαστούν να αποδεχτούν την ενσωμάτωση της Ρωσίας, στον δυτικό συνασπισμό, με την θέση, που της αναλογεί και η οποία απορρέει, από την ισχύ της χώρας αυτής. 

Και αυτό θα το πράξουν οι Δυτικοί, διότι, εάν συνεχίσουν, επί μακρόν, να αποφεύγουν να το πράξουν, θα βρεθούν, υπό την απειλή της μεταμαοϊκής Κίνας, η οποία είναι ένα ενιαίο και γιγαντιαίο εθνικό κράτος, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο, για τις διεθνείς καπιταλιστικές ελίτ και το οποίο θα εκτρέψει και θα εκτροχιάσει την σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όπως συνέβη, το 1914, με τους σφοδρούς ευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς, που προέκυψαν, από την αναθεωρητική πολιτική της νεαρής Γερμανίας και τους δύο ευρωπαϊκούς πολέμους, που ακολούθησαν και οι οποίοι μετατράπηκαν, από την φορά των πραγμάτων, σε παγκόσμιους. Έτσι, η Κίνα και μόνο, με το μέγεθός της και με την αναπτυξιακή της δυναμική, σε κάποια χρονική στιγμή, θα υποσκελίσει τις Η.Π.Α. και δικαιωματικά, θα απαιτήσει τα πρωτεία, στον πλανήτη, μαζύ με ό,τι απορρέει, από αυτά τα πρωτεία, θέτοντας την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, κάτω από τις προσταγές των εθνικών συμφερόντων της πολυπληθούς ελίτ της μεγάλης αυτής χώρας. 

Με αυτά τα δεδομένα και με τον χρόνο να κυλάει, αμείλικτα, εις βάρος τους, οι Η.Π.Α. και η Δύση δεν έχουν άλλη ορθολογική επιλογή, από την ενσωμάτωση της Ρωσίας. Προφανώς, δεν επιθυμούν αυτή η ενσωμάτωση να γίνει με όρους ισοτιμίας. Προτιμούν και εξακολουθούν να επιδιώκουν να οικοπεδοποιήσουν, με τον ένα, ή τον άλλο τρόπο, την Ρωσία, ή να της υπαγορεύουν την συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς την, ως μια ηττημένη και παρακολουθηματική δύναμη. Έτσι και υπό ένα τέτοιο καθεστώς, θα μπορούσαν να ενσωματώσουν μια πολυδιασπασμένη, ή υποταγμένη Ρωσία, στους δυτικούς θεσμούς, ως παρακολούθημα και βοήθημα των πολιτικών τους.

Αλλά αυτή η πολιτική, απέναντι στην Ρωσία έφαγε τα ψωμιά της. Έφθασε, στα όριά της και ως εκ τούτου, δεν είναι, πλέον, ανεκτή, από την άρχουσα ρωσική ελίτ, η οποία, εμμένοντας, στο αίτημά της, για ένταξη της Ρωσίας, σε ισότιμη βάση, στους δυτικούς θεσμούς, αρνείται την διαρκή αναθεωρητική πολιτική των Δυτικών και την υποταγή, στις πολιτικές, που αυτοί ακολουθούν και οι οποίες οδηγούν, στο σφίξιμο του πολιορκητικού κλοιού, που έχει κτίσει η Δύση, στα ευρωπαϊκά - και όχι μόνο αυτά - σύνορα της χώρας, μέσω του ΝΑΤΟ, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η οποία Ε.Ε. παίζει - και - αυτόν τον ρόλο και έχει - και - αυτόν τον σκοπό, όσο και αν αυτοί αγνοούνται, παραβλέπονται, ή αποσιωπούνται, από την μεγάλη πλειοψηφία εκείνων, που ασχολούνται, με τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου).

Αυτή η εξέλιξη και οι ζοφερές προοπτικές του πλησιέστερου και του απώτερου μέλλοντος, που ξεφεύγουν, από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των Αμερικανών και των Δυτικών, είναι, που βραχυκυκλώνουν την τρέχουσα τακτική των Δυτικών και τους οδηγούν, σε έναν έκδηλο αποπροσανατολισμό, ο οποίος είναι προϊόν της προφανούς δειλίας των αμερικανικών και των ευρωπαϊκών ελίτ, μπροστά, στην αναδυόμενη νέα Ρωσία και στην καταθλιπτική ισχύ της, την οποία φαίνεται ότι είναι, πλέον, διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να αποκρούσει τους σχεδιασμούς περικύκλωσής της, από τους Δυτικούς και της επακόλουθης γεωπολιτικής υποβάθμισης και εξασθένισής της, που θα προκύψουν, εάν η ρωσική ελίτ επιτρέψει την υλοποίηση των σχεδιασμών αυτών.

Και δεν είναι, μόνον, όσα συμβαίνουν, στην Ουκρανία, που αποδεικνύουν τον έκδηλο πανικό και την δειλία των Δυτικών, μπροστά, στην μη αναμενόμενη ρωσική αντίδραση, όταν το έγχρωμο αφεντικό των Ουκρανών ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων εξαπέλυσε τις ορδές αυτού του εσμού, στο Κίεβο, με αποτέλεσμα την ανατροπή του προέδρου Βίκτορ Γιανούκοβιτς και την αποτροπή της ένταξης της Ουκρανίας, στην, υπό ρωσική επιρροή, Ευρασιατική Ένωση.

Οι Δυτικοί, με προεξάρχοντες τους Αμερικανούς, είναι η αλήθεια ότι, στην διεθνή σκηνή, τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα, επί της τρέχουσας θητείας του οπερεττικού Barack Obama, τα έχουν κάνει θάλασσα. 

Όλον αυτόν τον καιρό, που έχει περάσει, έχουν κακοφορμίσει όλες οι εκκρεμούσες και ανολοκλήρωτες δουλειές ενός διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η κυριαρχία των Δυτικών και κυρίως, η αλαζονεία των Αμερικανών, τους επέτρεψαν να δρουν, χωρίς να σκέπτονται, τις επιπτώσεις των πράξεών τους, στο μεσομακροπρόθεσμο μέλλον. Το αποτέλεσμα ήταν όλες αυτές οι εκκρεμότητες, που κρύβονταν, κάτω από το χαλί, να οδηγηθούν, στο να λειτουργήσουν καταστροφικά, επιφέροντας την διάλυση και το χάος, στις κοινωνίες και τα πλαίσια εξουσίας, που οργάνωναν τις κοινωνίες αυτές.

Σε πραγματικό επίπεδο, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη έδρασε ο Barack Obama, το αποτέλεσμα ήταν, το να τα κάνει όλα χάλια. Η όποια διαχείριση, στην οποία προέβη, άφησε πίσω της συντρίμια.

Στο Ιράκ, η αθλιότητα της καταστροφικής διαχείρισης των πραγμάτων, προφανώς, βαραίνει, εν πολλοίς, την, απίστευτα, κακή και χωρίς ίχνος στρατηγικού οράματος και έρματος, πολιτική του προκάτοχου του Barack Obama, του George W. Bush και του επιτελείου του. Ο George Bush jr επιτέθηκε, τον Μάρτιο του 2003, συνεπικουρούμενος, από το επιτελείο του και με την βοήθεια των εξαμβλωματικών αραβικών καθεστώτων της περιοχής του Κόλπου - και όχι μόνον αυτών - και κατέλαβε το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, ουσιαστικά, για λόγους οικογενειακής βεντέτας, χωρίς να ενδιαφέρει όλους αυτούς το τί θα γινόταν, στην χώρα, αυτή, σε ένα βάθος χρόνου.

Βέβαια, η αμερικανική εισβολή του 2003 , η οποία πραγματοποιήθηκε, χωρίς την έγκριση των μεγάλων χωρών της δυτικής Ευρώπης και οι όποιες αποφάσεις, που ελήφθησαν, εκείνη την εποχή, μπορεί να έχουν αφεθεί, στους ιστορικούς, όπως λένε οι "φωστήρες" του Stratfor, προκειμένου να αποφύγουν να μιλήσουν, ανοικτά, για την μέγιστη επίδειξη ακρισίας και για την ανικανότητα της διοίκησης του George Bush jr να δει, έστω και εκ του προχείρου, τις μεσομακροπρόθεσμες επιπτώσεις των αφρόνων ενεργειών της, στον χώρο του Ιράκ, αλλά η αλήθεια είναι ότι, αυτό, πλέον δεν μπορεί να κρυφτεί. Προφανώς, ο George W. Bush και το, απίστευτα, ανίκανο επιτελείο του, τα έκαναν θάλασσα, μέσα από την έπαρση και την αλαζονεία του γεγονότος ότι η αμερικανική ελίτ διακήρυσσε - και το εννοούσε - ότι οι Η.Π.Α. μπορούσαν και έπρεπε να δρουν, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, χωρίς να ρωτούν κάνεναν άλλον, για το τί θα πράττουν και χωρίς, φυσικά, να θέτουν την όποια δράση τους, υπό την έγκριση οποιουδήποτε διεθνούς σώματος, ή δύναμης. 'Ετσι έδρασαν, το 2003, στο Ιράκ και όχι, μόνον, εκεί.

Όμως, όσα συμβαίνουν, τώρα, εκεί, με την εξελισσόμενη διάλυση του τοπικού κράτους και της κοινωνίας, είναι αποτελέσματα της βλακώδους και εγκληματικής πολιτικής, που ακολούθησε, στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή, η παρούσα διοίκηση του Barack Obama, η οποία πρόσθεσε, πάνω στο αρχικό λάθος και στα μετέπειτα σφάλματα της διαχείρισης της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ, τα δικά της εγκληματικά σφάλματα και στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου, που, σωρευτικά, έχουν οδηγήσει, στην έκρηξη και στην διάρρηξη της, έτσι κι αλλιώς, εύθραυστης και ασταθούς συνοχής της αποκαλούμενης ιρακινής κοινωνίας.

Έτσι, οι Η.Π.Α. του Barack Obama, απέσυραν τον στρατό τους, από το Ιράκ, το οποίο μετασχημάτισαν, σε μια άτυπη ομοσπονδία, η οποία υπάρχει επειδή το θέλουν οι Αμερικανοί και όχι οι ίδιες οι κοινότητες, οι οποίες, στην πραγματικότητα, θέλουν να διαχωριστούν και να κόψουν η κάθε μία τον λαιμό των άλλων.  Με την απόσυρση του στρατού κατοχής, οι Αμερικανοί τερμάτισαν, επίσημα, την κατοχή αυτή, χωρίς να έχουν επιτύχει ένα modus vivendi, εντός της χώρας, ανάμεσα, στις κύριες κοινότητες, που την απαρτίζουν (σιίτες, σουνίτες και Κούρδους).

Φυσικά, αυτό το γεγονός, από μόνο του, δεν υπήρξε καθόλου καλός οιωνός, αφού οι τραγικές εξελίξεις, που ακολούθησαν την πρόωρη αμερικανική αποχώρηση, η οποία έγινε, για λόγους, που αφορύν την εσωτερική αμερικανική πολιτική και όχι το τί, πραγματικά, έπρεπε να γίνει και το ποιές ήσαν οι ανάγκες των πληθυσμών της χώρας αυτής.

Έτσι, στο Ιράκ, είδαμε ότι η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων και η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετασανταμικού και μεταμπααθικού πολιτικού συστήματος δεν έδωσε απάντηση, στο ερώτημα, που αφορά την επίτευξη της παραίτητης ισορροπίας, για την συμβίωση των τριών κοινωνικών ομάδων, που απαρτίζουν το Ιράκ, που δημιούργησε, ως κράτος, η βρετανική αποικιοκρατία, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Και στην περίπτωση αυτή, αυτό που αποδείχτηκε είναι ότι οι ανώμαλες γεωπολιτικές καταστάσεις - και το Ιράκ, ως κράτος, αποτελούσε και εξακολουθεί, πάντοτε, να αποτελεί μιαν ανωμαλία -, σπανίως, ή ουδόλως, επιλύονται, αφ' εαυτών, με καθαρό, ή μόνιμο τρόπο. Εκτός, εάν συνοδευτούν, με πολύ αίμα και με εκατόμβες νεκρών. Κάτι, που, στο τέλος συμβαίνει, εάν τα πράγματα, αφεθούν να ακολουθήσουν την φυσική τους φορά.

Παράλληλα, οι Η.Π.Α., η Δύση, ως σύνολο και τα αραβικά καθεστώτα του Κόλπου ενίσχυσαν τον ένοπλο αγώνα των σουνιτών τζιχαντιστών του ISIS και άλλων φονταμενταλιστικών ισλαμικών ομάδων, κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασάντ, στην Συρία, με προφανή σκοπό την περικύκλωση του Ιράν και τον ασφυκτικό έλεγχο της αυτής της περιοχής των πετρελαίων, με σκοπό την αποκοπή της Ρωσίας και από τα τελευταία της στηρίγματα, στην περιοχή και την αποκοπή της, από την Μεσόγειο θάλασσα, αφού η Συρία είναι η μόνη χώρα, στην οποία η Ρωσία έχει μια σημαντική ναυτική βάση και ένα αμυντικό σύμφωνο, το οποίο ισχύει, από την "σοβιετική" εποχή. Η ύπαρξη αυτού του συμφώνου, μάλιστα, ήταν εκείνη, που δεν επέτρεψε την ανοικτή στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ, στην Συρία, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, σε μια ανοικτή στρατιωτική αντιπαράθεση, με την Ρωσία. Μιαν αντιπαράθεση, στην οποία η Ρωσία έδειξε ότι δεν θα έκανε πίσω, εάν οι Η.Π.Α. και η Δύση αποτολμούσαν να την ξεκινήσουν. (Για τις αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου δεν γίνεται καν λόγος. Αυτές αποτελούν αμελητέα ποσότητα και δεν λαμβάνονται υπόψη).

Έτσι, η αμερικανική και η δυτική εμπλοκή, στην Συρία, για την ανατροπή του Μπασάρ αλ Ασάντ, δεν μπορούσε να γίνει, παρά μόνον, μέσω αντιπροσώπων. Και έτσι, έγινε, με την αφειδή χρηματοδότηση και ένοπλη ενίσχυση των σουνιτών ανταρτών, από τις Η.Π.Α., την Δύση, το ΝΑΤΟ - κυρίως, μέσω της Τουρκίας - και τις αραβικές χώρες του Κόλπου. Για την κατάσταση, στην Συρία, έχουμε, έγκαιρα, μιλήσει, εδώ και δύο χρόνια και έχουμε περιγράψει καταστάσεις, για τις οποίες ουδείς άλλος (ή, έστω, λίγοι) έχουν μιλήσει. [Δείτε, στο παρόν μπλογκ το δημοσίευμά μου, με τίτλο : Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία, για την ανατροπή του Bashar al Assad και η σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας, για το Ιράν και τα πετρέλαια. (Ένας πόλεμος δι' αντιπροσώπων) ].


Όμως, δεν ήταν, μόνον, η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας, που απέτρεψε την ανοικτή αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή, στην Συρία. Οι ενέργειες των Δυτικών, στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, με τα γεγονότα της "αραβικής άνοιξης", που σάρωσαν το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι, στην Λιβύη, με την στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ και των Η.Π.Α., που, ουσιαστικά, ανέτρεψαν την, επί του εδάφους, στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Καντάφι, απέναντι στους ισλαμιστές αντάρτες, μέσω των νατοϊκών και των αμερικανικών αεροπορικών βομβαρδισμών, που τσάκισαν την ραχοκοκαλιά του στρατού του καθεστώτος, αποσκοπούσαν, στον στρατηγικό εγκλωβισμό του καθεστώτος του Ιράν και μέσω αυτού του εγκλωβισμού, που οι Δυτικοί έλπιζαν ότι θα οδηγούσε και στην αποσταθεροποίησή του, αποσκοπούσαν, στην πλήρη πετρελαϊκή εξάρτηση της Κίνας, από την Δύση, με εργαλείο τα φιλοδυτικά καθεστώτα, που επεδίωκαν να στήσουν, σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Με δεδομένο ότι η Κίνα εξαρτάται, πλήρως, από το εξωτερικό, για να καλύψει τις πετρελαϊκές της ανάγκες, οι οποίες είναι θηριώδεις και διαρκώς αυξανόμενες και με, επίσης, δεδομένη την εξάρτησή της, από το ιρανικό πετρέλαιο, ήταν, απολύτως, αναμενόμενο το γεγονός ότι αυτή η ανερχόμενη δύναμη του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος, δεν θα έβλεπε, με καθόλου καλό μάτι, την όλη προσπάθεια αποσταθεροποίησης του καθεστώτος του Ιράν, η οποία είχε, ως προπομπό, την προσπάθεια των Δυτικών, για την ανατροπή του καθεστώτος της Συρίας, με το οποίο, η Τεχεράνη έχει πολύ στενές σχέσεις, οι οποίες προσομοιάζουν, με τις σχέσεις σιαμαιων αδελφών.

Και πράγματι, η κινεζική ηγεσία αντέδρασε, χωρίς προσχήματα, απειλώντας, τις Η.Π.Α. και την Δύση, με νέο παγκόσμιο πόλεμο, στην περίπτωση, που αποτολμούσαν έναν, οποιασδήποτε μορφής, πετρελαϊκό εγκλωβισμό της χώρας της, με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιονδήποτε τρόπο και αν προσπαθούσαν να τον πραγματοποιήσουν οι Η.Π.Α. και η Δύση. Το απροσχημάτιστο και ωμό αυτό μήνυμα, που εστάλη, από το Πεκίνο, παρελήφθη, από την Ουάσινγκτων, η οποία προσαρμόστηκε, αναλόγως.

Έτσι, οι Η.Π.Α. και η Δύση, μπορεί να ενέπλεξαν την συριακή κοινωνία - η οποία είναι και αυτή, περίπου, το ίδιο εύθραυστη, όπως και εκείνη του Ιράκ, αφού και το κράτος αυτό είναι προϊόν της βρετανικής αποικιοκρατίας και δημιουργήθηκε, το ίδιο τεχνητά, όπως και το Ιράκ -, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, που ενισχύθηκε, από τα ένοπλα σώματα των σουνιτών τζιχαντιστών, αλλά η αδυναμία τους να πραγματοποιήσουν μιαν άμεση στρατιωτική επέμβαση, στην Συρία, για την ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασάντ, οδήγησε, στην επιβίωση και στην ουσιαστική στρατιωτική επικράτηση, επί του εδάφους, των δυνάμεων του Σύρου προέδρου.

Όμως, η ήττα των σουνιτών τζιχαντιστών, στην Συρία, σε συνδυασμό, με την βλακώδη αποχώρηση του αμερικανικού στρατού κατοχής, από το Ιράκ, οδήγησε τους ένοπλους αντάρτες της ISIS, να περάσουν στα εδάφη του Ιράκ, στα οποία δεν βρήκαν κανέναν, για να τους αντιμετωπίσει, με αποτέλεσμα, μεγάλες εκτάσεις της χώρας αυτής, να έχουν περάσει, στα χέρια των ανταρτών και να ακολουθήσει μια ανθρωπιστική καταστροφή, η οποία ήλθε να προστεθεί και να επικαθήσει, στις προηγούμενες ανθρωπιστικές καταστροφές, που προέκυψαν, από τους πολέμους των περιόδων 1980 - 1989, με το Ιράν, 1990 - 1991, με την Δύση, με αιτία και αφορμή το Κουβέϊτ και την ανόητη κατάκτησή του, από τον Σαντάμ Χουσεΐν και στην συνέχεια, με τον αποκλεισμό του Ιράκ, μέχρι το 2003 και τέλος με την εισβολή των Αμερικανών και την πολυετή κατοχή, που ακολούθησε.

Έτσι η εισβολή των σουνιτών τζιχαντιστών, από την Συρία, στο Ιράκ, έδωσε την δυνατότητα, στην σουνιτική μειοψηφία, που, στο παρελθόν, στήριζε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, να εξεγερθεί, κατά της σιιτικής πλειοψηφίας και κατά των Κούρδων, φέρνοντας στο προσκήνιο την επαναφορά της μαζικής ισλαμικής τρομοκρατίας του νεκρού, πλέον, Οσάμα μπιν Λάντεν και της αλ Κάϊντα. Και η εδραίωση των ανταρτών, στα ιρακινά εδάφη, τους δίνει, όπως συνέβη και στο Αφγανιστάν, κατά την δεκαετία του 1990, μια βάση, για να προβούν, σε μαζικές τρομοκρατικές επιθέσεις, κατά των Η.Π.Α.  και της Δύσης, που τους αντιστρατεύεται.

Έτσι, η μία βλακεία φέρνει την άλλη. Οι Η.Π.Α., όπως και στην περίπτωση του Αφγανιστάν, κατά την δεκαετία του 1980, ενίσχυσαν εκείνες τις δυνάμεις, που θα βρουν μπροστά τους, ως αντίπαλο. Και γι' αυτόν τον λόγο, στρέφονται, τώρα, κατά των τζιχαντιστών, με αεροπρικούς βομβαρδισμούς, προσπαθώντας να στηρίξουν τους Κούρδους και δευτερευόντως, τους σιίτες. Αλλά, όπως έχει δείξει η πείρα του παρελθόντος, από την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι και την πρόσφατη εμπειρία της Συρίας και της Λιβύης, εάν οι όποιοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί, δεν συνοδευτούν, από μια χερσαία επέμβαση, οι τζιχαντιστές αντάρτες δεν πρόκειται να ηττηθούν, επί του εδάφους.

Αλλά, μια νέα αποστολή αμερικανικού στρατού κατοχής, στο Ιράκ, είναι, επί του παρόντος, εκτός πάσης συζητήσεως.




Ο Ρώσος πρόεδρος (και παλαιός καγκεμπίτης) Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν, με έναν σταθερό και αμετακίνητο τρόπο αρνείται να δεχθεί τις υποδείξεις των Δυτικών, τους οποίους, σιγά - σιγά, προσαρμόζει, στα δικά του μέτρα, υπενθυμίζοντάς τους τα όρια, εντός των οποίων μπορούν να κινούνται. Όπως, επίσης και τους χώρους εκείνους, στους οποίους αυτοί δεν μπορούν να κινούνται, χωρίς να υποστούν συνέπειες. Οι οποίες, ενίοτε, μπορεί να είναι και ανυπολόγιστες...




Από την άλλη πλευρά, στην Ουκρανία, οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, τα έκαναν, στην κυριολεξία, σκατά, αφού κατάφεραν να ηττηθούν, σε έναν πόλεμο, τον οποίον δεν τολμούν, καν, να δώσουν, αφού, στην περιοχή αυτή, δεν έχουν να κάνουν, με κάποια τοπική δύναμη, αλλά με την ίδια την Ρωσία, η οποία είναι δεδομένο - όπως, άλλωστε, ήταν, πάντοτε - ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την στρατηγική περικύκλωσή της, από τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, που, με την επέμβασή τους, στην Ουκρανία, υπερέβησαν τα εσκαμμένα.

Έτσι, οι  Ρώσοι, ακολουθώντας, μια light πολιτική ανάσχεσης των Δυτικών, κατέλαβαν επισήμως την Κριμαία, στην οποία άλλωστε, πάντα διατηρούσαν μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, ενώ φιλορωσικές τοπικές ομάδες, υποστηριζόμενες από μυστικά ένοπλα τμήματα του ρωσικού στρατού, ελέγχουν μια σειρά, από τις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας, ενώ, ανά πάσα στιγμή, το αποφάσισει ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ελίτ, που κυβερνά το Κρεμλίνο, ο ρωσικός στρατός μπορεί να εισβάλει και να καταλάβει, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, μέρος, ή το σύνολο της ουκρανικής επικράτειας, χωρίς οι Η.Π.Α και το ΝΑΤΟ να ρίξουν ούτε μια τουφεκιά.

Όπως φαίνεται, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, στην περίπτωση της Ουκρανίας, έχει επιλέξει να ακολουθήσει την πολιτική του σταδιακού πνιγμού της ουκρανικής οικονομίας και την βαθμιαία υπονόμευση της ικανότητας και της νομιμοποίησης των πραξικοπηματιών του Κιέβου να κυβερνούν την χώρα αυτή και τον πληθυσμό της, αφού αυτοί και την Ουκρανία δεν μπορούν να κυβερνήσουν και είναι ανίκανοι να επιβάλουν τη θέλησή τους. Η ρωσική στρατηγική στοχεύει, στην χρησιμοποίηση της οικονομίας, της ενέργειας και της, πάντοτε, τεράστιας επιρροής της Ρωσίας, στο εσωτερικό της Ουκρανίας, για να οδηγήσει την κυβέρνηση του Κιέβου και όλον αυτόν τον εσμό των πραξικοπηματιών, των ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων, στην πλήρη κατάρρευση, μέσα από την τελική απονομιμοποίησή της, στον ουκρανικό πληθυσμό.

Στην πραγματικότητα, όσο και αν η Δύση και οι Η.Π.Α. επιθυμούν την επικράτηση των φιλοδυτικών, στην Ουκρανία, όσο και αν έχουν συμφέροντα εκεί, δεν μπορούν να κάνουν μια στρατιωτική επέμβαση, στην χώρα αυτή. Και αυτό δεν μπορούν να το κάνουν, όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή, αν επιχειρήσουν μια στρατιωτική επέμβαση, θα ηττηθούν, κατά κράτος, ενώ θα ανοίξουν τις πύλες της πυρηνικής κόλασης, στην Ευρώπη, αφού οι Ρώσοι, όπως έχουν προειδοποιήσει, θα κάνουν εκτεταμένη χρήση των τακτικών πυρηνικών όλων, για να συντρίψουν τις στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, από την Βαλτική, μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Και φυσικά, θα το πράξουν, εάν χρειασθεί. Και πιθανότατα, δεν θα μείνουν, μόνο, στην χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα είναι που κάνει τους Δυτικούς να δειλιάζουν. Η Ρωσία, ως στρατιωτική και πυρηνική υπερδύναμη, που είναι, ως κληρονόμος του οπλοστασίου της "σοβιετικής" εποχής, μπορεί να μετατρέψει την Δύση, σε ραδιενεργό σκόνη. Και αυτό δεν είναι λίγο. Κάθε άλλο.


Βέβαια, οι Δυτικοί - δηλαδή οι Η.Π.Α. - , μπορούν να ανταποδώσουν το κτύπημα, με τα ίδια αποτελέσματα. Αλλά αυτό δεν αποτελεί παρηγοριά και δεν απαλύνει τον φόβο, όταν οι εξελίξεις οδηγούνται, σε ακραία επίπεδα.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει περιθώριο, για οποιαδήποτε αμερικανική και νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση, αφού αυτή θα σημάνει πόλεμο, με την Ρωσία. Αλλά, ακόμη και εάν ο πόλεμος περιοριστεί, σε επίπεδο συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων, δεν υπάρχει κάποια συμμαχική δομή, που  να στηρίξει μια τέτοια τεράστια επιχείρηση, δεν υπάρχουν οι απαραίτητες στρατιωτικές βάσεις, στις οποίες να έχουν συγκεντρωθεί οι αναγκαίες δυνάμεις για να την υποστηρίξουν, ενώ, οι Η.Π.Α. και οι νατοϊκές δυνάμεις θα βρίσκονταν, μέσα σε μια τεράστια χώρα - την Ουκρανία -, την οποία θα έπρεπε να κατακτήσουν και να διοικήσουν, κάτι που θα ήταν, περίπου, αδύνατο, αφού οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα μάχονταν μακριά από το σπίτι τους, ενώ οι Ρώσοι θα πολεμούν, μέσα στο δικό τους σπίτι.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, ούτως, ή άλλως, η ήττα των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ θα είναι συντριπτική, ενώ η Ευρώπη - αν επιβιώσει -, μετά από έναν τέτοιο πόλεμο, δεν θα είναι αυτή, που είναι τώρα.

Τα πράγματα είναι, ακόμη χειρότερα, για τις Η.Π.Α. και τους Δυτικούς, στον βαθμό, που σκέπτονται και συζητούν να διεξάγουν έναν συμβατικό πόλεμο, με την Ρωσία, για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, στην Ουκρανία, μέσω των Πολωνών, των Τσέχων και των Ρουμάνων, τους οποίους, προφανώς και θα στηρίξουν.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σεναρίου. Οποιαδήποτε εμπλοκή στρατιωτικών δυνάμεων των πρώην χωρών του "υπαρκτού σοσιαλισμού", στην Ουκρανία, θα οδηγήσει, στην απροσχημάτιστη εμπλοκή των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, με αυτές, εντός του ουκρανικού εδάφους. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης θα είναι η συντριβή των στρατιωτικών δυνάμεων των χωρών αυτών, από τους Ρώσους, η οποία, πιθανότατα, θα συνοδευτεί, από την κατάληψη μέρους ή και του συνόλου των εδαφών των χωρών αυτών, από τον ρωσικό στρατό, ενώ οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, δεν θα μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα - εκτός, από το να κηρύξουν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Δεν θα το πράξουν. Και δεν θα το πράξουν, διότι οι Δυτικοί είναι δειλοί. 


Και αν το πράξουν - δηλαδή εάν κηρύξουν πόλεμο, στην Ρωσία -, δεν θα πολεμήσουν, αλλά θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν την κήρυξη του πολέμου, ως διαπραγματευτικό χαρτί και θα κοιτάξουν να διαπραγματευθούν, για να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα.


Και στην Ουκρανία και στην Συρία, παρά την διαφορετικότητα των περιπτώσεων, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ έχουν συμφέροντα στις περιοχές αυτές, δεν μπορούν να προχωρήσουν, με την χρήση άμεσης βίας. Οι Αμερικανοί δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουν άμεση ισχύ, για να επιβάλουν μια λύση. Όχι γιατί ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελέσει λύση, ούτε επειδή φοβούνται το κόστος, τον χρόνο προετοιμασίας και την ίδια την αιματοχυσία, επειδή, όλα αυτά μαζύ, μπορεί να είναι πάρα πολύ μεγάλα.

Οι Αμερικανοί, το ΝΑΤΟ και η Δύση δεν φοβούνται τον πόλεμο. Τον οποιονδήποτε πόλεμο. 

Αυτό που φοβούνται είναι την ήττα, που θα προκύψει, από έναν πόλεμο, με την Ρωσία. Μιά ήττα, η οποία, στην περίπτωση της Ουκρανίας, είναι σίγουρη και ήδη, παρούσα...

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Απρίλιος - Ιούλιος 1974 : Τα παρασκήνια του πραξικοπήματος στην Κύπρο. (Ο σχεδιασμός της CIA, για την ανατροπή του Μακαρίου και η ανοησία του Ιωαννίδη, που έβλεπε την Ένωση, την στιγμή που το NATO και ο Henry Kissinger ετοίμαζαν την διχοτόμηση).

"ΤΟ ΠΑΡΟΝ", της 20/3/2011, αποκαλύπτει το κείμενο του εγγράφου της ΚΥΠ, για την σύσκεψη, στον Πόρο, όπου ο Δημήτριος Ιωαννίδης και η (φαινομενικά) αλλόκοτη πάρέα του, ολοκλήρωσαν τον τελικό σχεδιασμό του πραξικοπήματος, κατά του Μακαρίου, στην Κύπρο, στις 12/7/1974, τρεις ημέρες, πριν από την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος. Όλοι αυτοί, που αποτελούσαν αυτήν την αλλοπρόσαλλη παρέα, ίσως, να έβλεπαν να έρχεται η Ένωση, αλλά ο Henry Kissinger και το NATO είχαν άλλα σχέδια, αφού ετοίμαζαν την διχοτόμηση. Την οποία και επέβαλαν, τελικά, χωρίς ο "αόρατος δικτάτορας" να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση...




Με αφορμή την συμπλήρωση 40 ετών, από τον καυτό Αύγουστο του 1974 και την ολοκλήρωση και παγίωση, με την νέα τουρκική επίθεση, στις 14/8/1974, της εισβολής και κατάκτησης του 40%, περίπου, των εδαφών, στο βορειοανατολικό τμήμα της Κύπρου, ύστερα, από την επιτυχή αεροναυτική πολεμική επιχείρηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, της 20/7/1974, που, από απόβαση εξελίχθηκε, σε μια εύκολη και ευχερή αποβίβαση και αφού αναφερθήκαμε, εκτενώς, στα γεγονότα αυτά [δείτε το πρόσφατο δημοσίευμα, στο παρόν μπλογκ, με τίτλο : Ιούλιος - Αύγουστος 1974 : Η τουρκική απόβαση, στην Κύπρο, που εξελίχθηκε σε αποβίβαση. (Από την προδοσία της στρατιωτικής ηγεσίας, στην υποκριτική "απολογία" του Henry Kissinger και στο διχοτομικό σχέδιο του Helmut Sonnenfeldt) ], που μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν, χάρη, στην προδοσία της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας, η οποία, παρέδωσε το νησί και τον ελληνικό πληθυσμό του, στις ορέξεις και τις επιθυμίες του εχθρού, καλόν είναι να πούμε ορισμένα πράγματα, για όσα έγιναν, πριν από την εισβολή, τα οποία, άλλωστε, είναι εκείνα, που έφεραν τους Τούρκους, στην Κύπρο.

Αυτή, μάλιστα, είναι και η συνήθης κριτική, που έχω δεχθεί και εξακολουθώ να δέχομαι, από όχι λίγους καλούς φίλους, οι οποίοι μου "καταλογίζουν" το γεγονός ότι, στο προαναφερθέν δημοσίευμά μου, αναφερόμενος, στην τουρκική εισβολή, παρέλειψα να μιλήσω, για όσα έγιναν, προηγουμένως. Οι φίλοι αυτοί δεν έχουν άδικο, αλλά καλόν είναι να μου επιτρέψουν να καθορίζω εγώ τις όποιες προτεραιότητες των δημοσιεύσεων, στις οποίες προβαίνω. Άλλωστε, πάντοτε, υπάρχει καιρός να μιλήσουμε, για όλα, όσα είναι ενδιαφέροντα. Αρκεί να είμαστε καλά και να μπορούμε να το πράττουμε. Και μετά, από όσα έγραψα, για την τουρκική εισβολή - τα οποία δυσαρέστησαν κάποια τουρκικά sites, που εξέφρασαν, με διάφορους τρόπους, την δυσαρέσκειά τους αυτή - ήλθε η ώρα, για να μιλήσουμε, για όσα έγιναν πριν, από την τουρκική εισβολή. Κυρίως, δηλαδή, για το πραξικόπημα, κατά του Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974.

Το ποιοί και πότε, απόφάσισαν το πραξικόπημα, στην Κύπρο είναι, πλέον, εδώ και πολλά χρόνια, γνωστό. 

Την απόφαση, για την ανατροπή του προέδρου Μακαρίου - πράξη η οποία ισοδυναμούσε, με εισβολή, κατά κυρίαρχου κράτους, αφού η υλοποίησή της είχε ανατεθεί στην ΕΛΔΥΚ -, την πήραν ο Φαίδων Γκιζίκης, ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, ο Γρηγόριος Μπονάνος και πάνω από όλους ο Δημήτριος Ιωαννίδης, που ήταν ο εισηγητής της ενέργειας και ο οποίος, με επιμονή, υποστήριζε ότι ο Μακάριος ήταν, εθνικά, επικίνδυνος. Αυτοί ήσαν εκείνοι, που αποφάσισαν το πραξικόπημα, για την ανατροπή του Μακαρίου.

Η τελική απόφαση ελήφθη, στις 30 Ιουνίου 1974 και η οριστική εντολή δόθηκε, στην διάρκεια σύσκεψης, που έγινε, στις 2 Ιουλίου 1974, μία ημέρα πριν ο Μακάριος παραδώσει την επιστολή του, προς τον πρόεδρο του δικτατορικού καθεστώτος στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία ζητούσε την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο, αφού ο Μακάριος έβλεπε ότι το πραξικόπημα, εναντίον του, ήταν, καθ' οδόν. Και  αυτό δεν το έβλεπε χωρίς λόγο, αφού, όπως έχει καταθέσει ο Φαίδων Γκιζίκης, η απόφαση, για την διενέργεια του πραξικοπήματος, είχε ληφθεί, από τον Απρίλιο του 1974. Έτσι, οι διάφοροι ενδοιασμοί κάποιων στρατιωτικών στην Κύπρο, για την διενέργεια του πραξικοπήματος, καθώς και για την συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ, σε αυτό, μια συμμετοχή η οποία θα αποτελούσε πρόκληση, για την Τουρκία απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι.

Ο σχεδιασμός της ανατροπής του Μακαρίου, μέσω πραξικοπήματος και της τραγελαφικής επιδίωξης (πραγματικής, ή φαινομενικής), εκ μέρους των, εν Ελλάδι, σχεδιαστών, για την ένωση της Κύπρου, με την Ελλάδα, στην τελευταία του φάση, ως προς τις λεπτομέρειές του, έχει καταστεί, πλέον, γνωστός, εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια.

Ο βουλευτής του ΔΗΚΟ Ζαχαρίας Κουλίας, τον Μάρτιο του 2011, αναφέρθηκε, ενώπιον της επιτροπής της κυπριακής βουλής, για τον φάκελλο της Κύπρου, σε ένα έγγραφο, που συντάχθηκε, στην ελληνική ΚΥΠ, αμέσως, μετά την μεταπολίτευση της 24/7/1974 και αποτελούσε μια απόρρητη ενημέρωση, που έγινε, στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, (προφανώς, μετά από υπόδειξη του ιδίου), για όσα συνέβησαν, πριν το πραξικόπημα, κατά του Μακαρίου και σχετίζονταν, με αυτό.  

Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το όλο εγχείρημα, εναντίον του προέδρου Μακαρίου, σχεδιάστηκε, στην Αθήνα, από τον συνταγματάρχη Αντώνη Λέκκα, συμμαθητή του, τότε, "αόρατου δικτάτορα" Δημήτριου Ιωαννίδη. Το έγγραφο αυτό, μάλιστα, δημοσιεύτηκε, στις 20 Μαρτίου 2011 και στην εφημερίδα του Μάκη Κουρή "ΤΟ ΠΑΡΟΝ" και είναι αλήθεια ότι τάραξε τα νερά και τις πεποιθήσεις, που, μέχρι τότε, γενικώς, επικρατούσαν, για το τί έγινε και το τί δεν έγινε, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, εκείνες τις θερμές ημέρες του Ιουλίου του 1974, που οδήγησαν, στο ολέθριο πραξικόπημα, που άνοιξε τον δρόμο, στην τουρκική εισβολή.

 

Ο Ζαχαρίας Κουλίας περιγράφει, με γλαφυρό τρόπο, ενώπιον της κυπριακής βουλής, το περιεχόμενο του εγγράφου της ελληνικής ΚΥΠ και την διενέργεια του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974. Το ελληνικό εκδοτικό κατεστημένο, μέσω του Χρήστου Λαμπράκη, δεν μπορούσε να μην είναι παρόν, στον σχεδιασμό...



Το σχέδιο αυτό, στο οποίο αναφέρεται ο ανώνυμος συντάκτης (ή οι ανώνυμοι συντάκτες) του εγγράφου, που παρέδωσε, στον Μακάριο, μετά την μεταπολίτευση της 24/7/1974, ο, τότε, πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και το οποίο έγγραφο διέσωσε και κατέθεσε, στην επιτροπή της κυπριακής βουλής, για τον φάκελο της Κύπρου, ο γραμματέας του Μακαρίου Ανδρέας Βωβίδης, δεν ήταν κάτι το νέο. Ούτε αποτελούσε μια καινοτομία. Από την εποχή, που ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν, στα πράγματα, ο διοικητής της ΕΣΑ Δημήτριος Ιωαννίδης, ο αντισυνταγματάρχης Μιχαήλ Πηλιχός, που υπρετούσε, στην ΕΣΑ και ήταν το δεξί χέρι του μετέπειτα "αόρατου δικτάτορα" του καθεστώτος του πραξικοπήματος της 25/11/1973 (και ο οποίος Πηλιχός πρωτοστατούσε, στο κέντρο επιχειρήσεων, στο ελληνικό Πεντάγωνο, που καθοδηγούσε τους πραξικοπηματίες, στην Κύπρο, το πρωΐ της 15/7/1974 και τις επόμενες ημέρες), ο συνταγματάρχης Ανδρέας Κονδύλης, που υπηρετούσε, στην Κύπρο και διάφοροι άλλοι, ήσαν τα νευραλγικά όργανα αυτού του σχεδίου του Αντώνιου Λέκκα. Αυτό, που δεν είχε συμβεί, μέχρι τον Ιούνιο του 1974, ήταν, απλώς, το ότι το σχέδιο αυτό δεν είχε ενεργοποιηθεί. Η προκατασκευασμένη, στην Αθήνα, ρήξη του Μακάριου, με την χούντα, τον Ιούνιο του 1974, ήταν που οδήγησε, στην ενεργοποίησή του.

Όπως προανέφερα, το έγγραφο της ΚΥΠ, που είναι δακτυλογραφημένο, είναι ανώνυμο. Δεν  έχει ούτε σφραγίδα της υπηρεσίας, που το εξέδωσε, ούτε όνομα συντάκτη (ή συντακτών). Και φυσικά, δεν χρειαζόταν να έχει κάποια τέτοια στοιχεία, στον βαθμό, που ο αποδέκτης της ενημέρωσης - ο Κωνσταντίνος Καραμανλής - γνώριζε ποιός (και ποιοί) τον ενημέρωναν, όπως, επίσης και το γεγονός ότι η ανωνυμία, σε εκείνες τις δύσκολες εποχές, καθιστούσε πολύ περισσότερο εύκολη την πραγματική περιγραφή των όσων συνέβησαν, γύρω από τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου.

Ο ίδιος ο Μακάριος, άλλωστε, όταν απέκτησε το έγγραφο αυτό και ενημερώθηκε, για το περιεχόμενό του, δεν θέλησε να το κρατήσει. Ζήτησε, από τον Βωβίδη, να το καταστρέψει, μαζύ με πολλά άλλα, παρά την διαφωνία του γραμματέα του, ο οποίος επικαλέστηκε το αληθές γεγονός ότι αυτά τα έγγραφα αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Ιστορίας της Κύπρου. Για την ακρίβεια, ήσαν η ίδια η καταγεγραμμένη Ιστορία της Κύπρου. Ο Μακάριος αντέκρουσε τον Βωβίδη, λέγοντας ότι, εάν τα έγγραφα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας, θα ξεσπούσε νέος εμφύλιος πόλεμος.

Φυσικά, ο Μακάριος ήταν υπερβολικός. Μέσα, στον γενικό χαμό, που είχε ακολουθήσει την τουρκική κατάκτηση του καλοκαιριού του 1974 και το βαρύτατο πλήγμα, που είχε υποστεί ο κυπριακός ελληνισμός, δεν υπήρχαν τέτοια περιθώρια. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλησε να κάνει ο παμπόνηρος ηγέτης της ελληνοκυπριακής κοινότητας ήταν το να κατασιγάσει τα πολιτικά πάθη, στο νησί, αλλά και - το κυριότερο - να αποκαταστήσει τις σχέσεις του, με τους εχθρούς του, στην Αθήνα, οι οποίοι δεν ήσαν λίγοι. Και οι οποίοι παρέμεναν ισχυροί.

Τελικά, ο Βωβίδης έκαψε τα έγγραφα, που ήθελε ο Μακάριος να καταστραφούν, πλην επτά εξ αυτών - ένα, εκ των οποίων, ήταν αυτό, που κατέθεσε ο βουλευτής του ΔΗΚΟ Ζαχαρίας Κουλίας, στην κυπριακή Βουλή και πήρε τεράστιες διαστάσεις, αφού αποκαλύπτει ένα μεγάλο κομμάτι, από την σκοτεινή πλευρά των γεγονότων, που αφορούν το πραξικόπημα της 15/7/1974, αφού, στον τελικό σχεδιασμό της ανατροπής του προέδρου της Κύπρου Μακαρίου, μαζύ με τους προαναφερθέντες, συμμετείχαν ο Νίκος Σαμψών - ο οποίος ήταν και η προσωπική επιλογή του Δημήτριου Ιωαννίδη, για την προεδρία της Κύπρου και έπαιξε τον ρόλο αυτόν, μέχρι την παράδοση της εξουσίας, από την χούντα των Αθηνών, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή -, ο εφοπλιστής Ανδρέας Ποταμιάνος και ο εκδότης των αθηναϊκών εφημερίδων "Το Βήμα" και "Τα Νέα" Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος εμφανίζεται ότι ήταν ο πολιτικός νους του όλου εγχειρήματος. Και προφανώς, ήταν.

Στις συσκέψεις, που γίνονταν στο ξενοδοχείο των Αθηνών "Εσπέρια", στην Αθήνα, ελάμβανε μέρος και ο επιστήθιος Ελληνοκύπριος φίλος του Ιωαννίδη, ο  Παντελής Δημητρίου, με σκοπό την υλοποίηση του σχεδίου και ο πρέσβης Τζων Σωσσίδης. Όπως λέει το έγγραφο της ΚΥΠ, η σύσκεψη "εγένετο τρεις ημέρας, προ του εγχειρήματος και μετέσχον, εις αυτήν, άπαντες, με συμμετοχή του αφιχθέντος, επίσης, εν συνεχεία Προέδρου κ. Σαμψών. Αύτη επραγματοποίηθη, εις την, εν Πόρω, πολυτελήν έπαυλιν του κ. Χ. Λαμπράκη, εις την οποίαν αρκετάς φοράς εφιλοξενείτο ο ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης"

Έτσι, λοιπόν, η τελευταία σύσκεψη, για την ανατροπή του Μακαρίου, πραγματοποιήθηκε, στην εξοχική κατοικία του Χρήστου Λαμπράκη, τρεις ημέρες, πριν από την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος, δηλαδή στις 12 Ιουλίου 1974, στον Πόρο και συμμετείχαν όλοι :

Ο Δημήτριος  Ιωαννίδης (ο οποίος, στο ενημερωτικό σημείωμα της ΚΥΠ, προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αποκαλείται ταξίαρχος, αποδεικνύοντας ότι το σημείωμα αυτό συντάχθηκε, μάλλον, πριν από την αποστρατεία του, η οποία έγινε, από τον Ευάγγελο Αβέρωφ, στις 24/8/1974, ο οποίος του απένειμε και τον βαθμό του υποστρατήγου).

 Ο αντισυνταγματάρχης Μιχαήλ Πηλιχός, ο οποίος, όπως αναφέρεται, στο έγγραφο εκπροσωπούσε "εις πάσαν περίπτωσιν και ομιλών, εξ ονόματος του Αρχηγού (ως έλεγεν, υπονοών τον ταξίαρχον Ιωαννίδην)".

Ο συνταγματάρχης Ανδρέας Κονδύλης, ο οποίος γνώριζε, πολύ καλά, την επικρατούσα κατάσταση, στην Κύπρο, στο επίπεδο των στρατιωτικών δυνάμεων. 

Ο εφοπλιστής  Ανδρέας Ποταμιάνος, ο οποίος, επί πρωθυπουργίας του Γεωργίου Παπανδρέου και με την απόλυτη αποδοχή της κυβέρνησης των Η.Π.Α., είχε μεταφέρει την ελληνική μεραρχία, στην Κύπρο, ήταν γνωστός αντιμακαριακός και φίλος του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα.

Ο Χρήστος Λαμπράκης, ιδιοκτήτης και διευθυντής των καθημερινών εφημερίδων των Αθηνών «Βήμα» και «Νέα», ο οποίος, όπως είπαμε, περιγράφεται, στο έγγραφο αυτό, ως "ο πολιτικός νους του όλου εγχειρήματος, μεμυημένος, εις τον, εναντίον του Μακαρίου, σχεδιασμόν υπό αμφοτέρων των προσωπικών του φίλων Α. Ποταμιάνου και Ι. Σωσσίδη, κυρίως δε, του δευτέρου, όστις ήτο και ο διπλωματικός σύμβουλος εις το εγχείρημα Μακαρίου".

Ο Τζων Σωσσίδης, που συμμετείχε και αυτός στην τελική σύσκεψη δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Δεν ήταν καθόλου τυχαίος, αφού ήταν διπλωμάτης και στενότατος συνεργάτης του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και συμμετείχε, στις συνομιλίες της Γενεύης, όταν το καλοκαίρι του 1964 το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε θέσει, προς συζήτηση, το σχέδιο Άτσεσον, για το κυπριακό ζήτημα και το είχε απορρίψει ο Μακάριος, επικαλούμενος ότι είναι σχέδιο διπλής ένωσης και διχοτόμησης της Κύπρου, ενώ ο Σωσσίδης και ο Γεώργιος Παπανδρέου το θεωρούσαν, ως μια μορφή Ένωσης, με αντάλλαγμα την παραχώρηση μιας βάσης στην Τουρκία, στο νησί.

Ο Νίκος Σαμψών, που έφθασε, στον Πόρο, από την Κύπρο και συμμετείχε, στην σύσκεψη, δεν ήταν χωρίς γνώση, για το πραξικόπημα, όπως, εκ των υστέρων, παρουσιάστηκε, όλα αυτά τα χρόνια, που μεσολάβησαν, μέχρι την δημοσιοποίηση αυτού του εγγράφου.

Ο Παντελής Δημητρίου, ο οποίος, όπως είπαμε, ήταν επιστήθιος φίλος του Ιωαννίδη και όπως λέει το έγγραφο της ΚΥΠ "ήταν ο άνθρωπος, που ελάμβανε τας εντολάς του ταξίαρχου Ιωαννίδη και έδιδε τας οδηγίας, εις Κύπρον".



Ο Δημήτριος Ιωαννίδης (13/3/1923 - 16/8/2010), σε στιγμιότυπο, με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, κατά την διάρκεια της πολύκροτης δίκης τους. Ο "αόρατος δικτάτορας" και άμεσο ενεργούμενο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο, για να βοηθήσει τον αμερικανονατοϊκό σχεδιασμό, για την προστασία του Ισραήλ, με δέλεαρ την πραγματοποίηση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να φέρει την Τουρκία, στην μεγαλόνησο. Από την οποία η ελίτ της γείτονος ουδόλως σκοπεύει να φύγει...



Όλοι αυτοί ήσαν, που πήραν τις τελικές αποφάσεις, για την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος της 15/7/1974, το οποίο διηύθυναν, μέσα από μια συνεχή τηλεφωνική επαφή, με το ΓΕΕΦ (το Γενικό Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς), ο "Μήτσος", δηλαδή ο Δημήτριος Ιωαννίδης και ο "Μιχάλης", δηλαδή ο Μιχάλης Πηλιχός. Αυτό που ενδιέφερε τον "Μήτσο", εκείνο το πρωϊνό της 15ης Ιουλίου, ήταν το κεφάλι του Μούσκου - του προέδρου και αρχιεπισκόπου Μακαρίου, τον οποίο αποκαλούσε, με το κοσμικό του επώνυμο και ζητούσε να μάθει, εάν πέτυχε η απόπειρα της δολοφονίας του.

Τελικά, ούτε και αυτό δεν κατάφεραν οι άνθρωποι, που εκτελούσαν τις διαταγές του. Οι οποίοι, αργότερα, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, ισχυρίστηκαν ότι δεν ήθελαν να σκοτώσουν τον Μακάριο...

Το αστείο είναι ότι ο Ιωαννίδης και η παρέα του, αφού έκαναν το πραξικόπημα και αφού, στις 20/7/1974, πραγματοποιήθηκε η τουρκική εισβολή, την οποία αυτοί επέτρεψαν να πραγματοποιηθεί, παραδίδοντας τον κυπριακό ελληνισμό, στα χέρια του εχθρού, είχαν - και εξακολουθούν να έχουν - το απύθμενο θράσος να κατηγορούν τον Μακάριο, ότι αυτός έφερε ... τους Τούρκους, στην Κύπρο, επικαλούμενοι την ομιλία του, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., η οποία πραγματοποιήθηκε, στις 19 Ιουλίου 1974, μία ημέρα, πριν γίνει η τουρκική απόβαση.

Ας δούμε το κείμενο της ομιλίας του Κυπρίου προέδρου, για να αντιληφθούμε το μέγεθος των ανοησιών, που λένε οι προδότες του κυπριακού ελληνισμού και οι σύγχρονοι πολιτικοί τους απόγονοι :



Μακάριος Γ' (Μιχαήλ Μούσκος : 13/8/1913 - 3/8/1977) Πρόεδρος της Κύπρου και αρχιεπίσκοπος. Έπραξε πολλά, τα οποία ήσαν και αντιφατικά. Πλην, όμως, δεν ήταν εκείνος, που έφερε τους εχθρούς - τους παλαιούς κατακτητές -, στο νησί. Κάθε άλλο...




"Θα ήθελα πρώτα να εκφράσω τις θερμότερες ευχαριστίες μου, προς τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, για το έντονο ενδιαφέρον τους, ως προς την κρίσιμη κατάσταση, που δημιουργήθηκε, στην Κύπρο, μετά το πραξικόπημα, που οργάνωσε το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας και που υλοποίησαν οι Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούν και διοικούν την κυπριακή εθνοφρουρά. 

Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων, στο Συμβούλιο Ασφαλείας, για τη συμφωνία του να αναβάλει τη συνεδρίαση αυτή, μέχρι την άφιξή μου, δίνοντάς μου, έτσι, την ευκαιρία να παρουσιασθώ, ενώπιόν του και να αναφερθώ, στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα της Κύπρου.

Τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, από την περασμένη Δευτέρα το πρωί, είναι μία πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε, κατάφωρα, την ανεξαρτησία της Κύπρου. Χωρίς ίχνος σεβασμού, για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού, για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κύπρου, η ελληνική χούντα επεξέτεινε την δικτατορία, στο κυπριακό έδαφος. Είναι γεγονός, ότι, εδώ και λίγο καιρό, η πρόθεσή τους είχε γίνει φανερή. Ο κυπριακός λαός είχε την αίσθηση, εδώ και πολύ καιρό, ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα, από την ελληνική χούντα και η αίσθηση αυτή έγινε, ακόμη, εντονότερη τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η τρομοκρατική οργάνωση "ΕΟΚΑ Β", υποκινούμενη από την Αθήνα, πολλαπλασίασε τις βιαιότητές της. Ανέκαθεν γνώριζα, ότι η παράνομη αυτή οργάνωση είχε τις ρίζες και τις πηγές ανεφοδιασμού της, στην Αθήνα. 

Εδώ και καιρό αντιλήφθηκα, ότι οι Έλληνες, που υπηρετούσαν και διοικούσαν την εθνοφρουρά, στρατολογούσαν μέλη της οργάνωσης αυτής και την υποστήριζαν με διάφορους τρόπους, μέχρι που την βοηθούσαν να έχει πρόσβαση, στις αποθήκες πυρομαχικών της εθνοφρουράς. Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί έκαναν ανοικτή προπαγάνδα, υπέρ της παράνομης αυτής οργάνωσης, και μετέτρεψαν την εθνοφρουρά, από κρατικό όργανο, σε όργανο ανατροπής της εξουσίας. Κάθε φορά που, κατά καιρούς, παραπονέθηκα, στην Αθήνα, για την ανάρμοστη συμπεριφορά των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς, η απάντηση ήταν ότι, εάν παρουσίαζα ισχυρές αποδείξεις, οι ένοχοι θα ανακαλούντο, στην Ελλάδα. Από την όλη στάση της, μου δημουργήθηκε η ορθή εντύπωση, ότι η μόνιμη απάντησή της αποτελούσε προσποίηση αθωότητας. Εδώ και λίγες ημέρες έφθασαν έγγραφα, στα χέρια της αστυνομίας, που αποδεικνύουν, σαφέστατα, ότι η "ΕΟΚΑ Β" δεν ήταν, παρά ένα παράρτημα του καθεστώτος των Αθηνών.

Η κυβέρνηση των Αθηνών χορηγούσε οικονομική βοήθεια, για την συντήρηση της οργάνωσης, και της έδινε λεπτομερείς οδηγίες, για τις δραστηριότητές της. Θεώρησα αναγκαίο να στείλω μία επιστολή, στον πρόεδρο της Ελλάδας, στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας του να δώσει εντολή, για την κατάπαυση της βίας και της αιματοχυσίας και για την διάλυση της "ΕΟΚΑ Β". Επίσης, του ζήτησα να ανακληθούν οι Έλληνες της κυπριακής εθνοφρουράς, προσθέτοντας ότι σκοπεύω να μειώσω την αριθμητική δύναμη του σώματος αυτού και να το μετατρέψω, σε κρατικό όργανο. Είχα την εντύπωση, ότι το καθεστώς των Αθηνών δεν επιθυμούσε την μείωση των μελών της εθνοφρουράς, ούτε, βέβαια, την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών.

Ακολούθως, με επισκέφθηκε ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο, κατόπιν εντολής της κυβερνήσεώς του, για να μου εξηγήσει, ότι η αριθμητική μείωση των μελών της εθνοφρουράς, ή η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών, θα οδηγούσαν, στην εξασθένιση της κυπριακής άμυνας, σε περίπτωση τουρκικού κινδύνου. Αυτό το επιχείρημα, παρόλο που φαινόταν λογικό, δεν ήταν, καθόλου, πειστικό, διότι γνώριζα, ότι, πίσω από αυτό, εκρύβοντο άλλα συμφέροντα. Απάντησα ότι, όπως έδειχναν να εξελίσσονται τα πράγματα, θεωρούσα τον τουρκικό κίνδυνο πιο ασήμαντο, από τον ελληνικό. Και όπως αποδείχθηκε, οι φόβοι μου ήσαν δικαιολογημένοι.

Το Σάββατο, 13 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε, στην Αθήνα, συνάντηση, υπό την προεδρία του στρατηγού Γκιζίκη, η οποία διήρκεσε πολλές ώρες. Παρόντες ήσαν ο Έλληνας διοικητής των ενόπλων δυνάμεων, ο πρεσβευτής της Ελλάδας, στην Κύπρο, ο διοικητής της Εθνοφρουράς και άλλοι αξιωματούχοι. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να συζητηθεί το περιεχόμενο της επιστολής μου. Το σχετικό ανακοινωθέν, που εξεδόθη, στο τέλος της συνάντησης, ανέφερε ότι η συνάντηση θα επαναληφθεί, στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα. Αυτή η αναφορά ήταν παραπλανητική. Διότι, ενώ την Δευτέρα περίμενα την απάντηση, στην επιστολή μου, η απάντηση, που ήρθε, ήταν το πραξικόπημα.

Την ημέρα εκείνη επέστρεψα, από την εξοχική μου κατοικία, στο βουνό Τρόοδος, όπου βρισκόμουν το Σαββατοκύριακο, και στις 8:00 π.μ., έφθασα στο γραφείο μου, στο προεδρικό μέγαρο. Μισή ώρα αργότερα, υποδέχθηκα, στην αίθουσα δεξιώσεων μία ομάδα αγοριών και κοριτσιών, μελών της Ελληνικής Ορθόδοξης Νεολαίας Καΐρου, που είχαν έρθει, στην Κύπρο, ως προσκεκλημένοι μου, για λίγες ημέρες. Καλά-καλά, δεν πρόλαβα να τους καλωσορίσω, όταν ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, οι πυροβολισμοί πολλαπλασιάσθηκαν, και ένα μέλος της προεδρικής φρουράς, με πληροφόρησε ότι τεθωρακισμένα άρματα και οχήματα είχαν περάσει την έξω πύλη και ευρίσκοντο, ήδη, στο προαύλιο του προεδρικού μεγάρου, που εσείετο, από τους βομβαρδισμούς. Σύντομα, η κατάσταση έγινε κρίσιμη. Προσπάθησα να συνδεθώ, τηλεφωνικά, με το κτίριο της Κυπριακής Ραδιοφωνίας, για να στείλω ειδική ανακοίνωση ότι γινόταν επίθεση, στο προεδρικό μέγαρο, αλλά αντιλήφθηκα ότι οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν διακοπεί. Οι πυροβολισμοί αυξάνοντο, συνεχώς. Νομίζω, ότι σώθηκα, ως εκ θαύματος της θείας πρόνοιας. Όταν, πλέον, βρέθηκα, στην περιοχή της Πάφου, απέστειλα ραδιοφωνικό μήνυμα, στον λαό, από έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, πληροφορώντας τον ότι είμαι ζωντανός και ότι θα αγωνισθώ, μαζί του, ενάντια στην δικτατορία, που προσπαθεί να επιβάλει το ελληνικό καθεστώς.

Δεν σκοπεύω να απασχολήσω περισσότερο τα αξιότιμα μέλη του Συμβουλίου, με την προσωπική μου περιπέτεια. Απλώς, θα ήθελα να προσθέσω, ότι την δεύτερη ημέρα της ένοπλης επίθεσης τα τεθωρακισμένα κατευθύνθηκαν, προς την Πάφο, ενώ, ταυτόχρονα, ένα μικρό πολεμικό πλοίο της εθνοφρουράς άρχισε να βομβαρδίζει την μητρόπολη της Πάφου, όπου έμενα. Υπ'αυτές τις συνθήκες, θεώρησα φρονιμότερο να εγκαταλείψω την Κύπρο, παρά να πέσω, στα χέρια της ελληνικής χούντας.

Είμαι ευγνώμων στη βρετανική κυβέρνηση, που μου χορήγησε ελικόπτερο, το οποίο με μετέφερε, από την Πάφο, στις βρετανικές βάσεις και αεροπλάνο από τις βάσεις στο Λονδίνο, μέσω Μάλτας. Είμαι, επίσης, ευγνώμων, στον ειδικό αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα και στον διοικητή των ειδικών ειρηνευτικών δυνάμεων του Ο.Η.Ε., στην Κύπρο, για το ενδιαφέρον, που έδειξαν, για την ασφάλειά μου. Η παρουσία μου, στην αίθουσα αυτή, κατέστη δυνατή χάρις, στην βοήθεια της βρετανικής κυβέρνησης και των εκπροσώπων του Γενικού Γραμματέα, δρος Βαλντχάϊμ. Το ενδιαφέρον τους, για το άτομό μου, και για την κρίσιμη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η Κύπρος, με συγκινεί, ως τα μύχια της ψυχής μου.

Δεν γνωρίζω, ακόμη, όλες τις λεπτομέρειες της κρίσης, που δημιούργησε η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση, στην Κύπρο. Φοβούμαι, ότι ο αριθμός των νεκρών είναι μεγάλος και οι υλικές φθορές ανυπολόγιστες. Ωστόσο, πρωταρχικό μας μέλημα, την στιγμή αυτή, είναι να δοθεί ένα τέλος, στην τραγωδία.

Όταν έφθασα στο Λονδίνο, πληροφορήθηκα το περιεχόμενο της ομιλίας του εκπροσώπου της ελληνικής χούντας, στα Ηνωμένα Έθνη. Εξεπλάγην, με τον τρόπο που προσπαθούν να εξαπατήσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη. Χωρίς καν να κοκκινίζει, από ντροπή, η ελληνική χούντα προσπαθεί να απλοποιήσει την κατάσταση, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει ανάμειξη, στην ένοπλη επίθεση και ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών αποτελούν ενδοκοινοτική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι, που πιστεύουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό συνθήκες τέτοιες, που να το καθιστούν εσωτερικό ελληνοκυπριακό ζήτημα. Πρόκειται, σαφώς, για εισβολή, εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Το λεγόμενο πραξικόπημα είναι δημιούργημα των Ελλήνων αξιωματικών, που αποτελούν και διοικούν την εθνοφρουρά. Πρέπει, επίσης, να τονίσω το ότι η ελληνική δύναμη, που αποτελείται, από 950 αξιωματικούς και στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονται, στην Κύπρο, δυνάμει της Συνθήκης Συμμαχίας, διεδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο, στην επιθετική αυτή ενέργεια, κατά της Κύπρου. Η κατάληψη του αεροδρομίου έγινε, από αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης, που έχει το στρατόπεδό της, κοντά στο αεροδρόμιο. Αρκεί να πούμε, στο σημείο αυτό, πως ορισμένες φωτογραφίες, που δημοσίευσε ο παγκόσμιος τύπος, έδειχναν τεθωρακισμένα, που ανήκουν στην ελληνική δύναμη. Από την άλλη πλευρά, Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούσαν στην εθνοφρουρά, διηύθυναν τις επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις αυτές στρατολογούσαν μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης "ΕΟΚΑ Β", τα οποία εξόπλιζαν, με όπλα της εθνοφρουράς.

Εάν δεχθούμε πως δεν είχαν ανάμειξη οι Έλληνες αξιωματικοί της εθνοφρουράς, τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι, μεταξύ των νεκρών, υπήρχαν και Έλληνες αξιωματικοί, που η σορός τους μεταφέρθηκε και κηδεύθηκε, στην Ελλάδα; Εάν δεχθούμε πως το πραξικόπημα δεν έγινε, από Έλληνες αξιωματικούς, πώς εξηγούνται οι νυκτερινές πτήσεις των ελληνικών αεροσκαφών, που μετέφεραν, στην Κύπρο, προσωπικό, με πολιτικά και επέστρεφαν, με νεκρούς και πληγωμένους; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε, από την ελληνική χούντα και εκτελέστηκε, από αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης, στην Κύπρο. Άλλωστε, όλος ο παγκόσμιος τύπος περιέγραψε το πραξικόπημα, ακριβώς, έτσι.

Το πραξικόπημα προκάλεσε μεγάλη αιματοχυσία και αφαίρεσε την ζωή πολλών ανθρώπων. Αντιμετωπίσθηκε, με την αποφασιστική αντίσταση των νομίμων δυνάμεων ασφαλείας και του ελληνοκυπριακού λαού. Μπορώ να πω, με βεβαιότητα, ότι η αντίσταση και η αντίδραση του ελληνοκυπριακού λαού, ενάντια στους συνωμότες, θα συνεχισθεί, μέχρι να αποκατασταθούν η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα. Ο κυπριακός λαός ποτέ δεν θα υποκύψει, στην δικτατορία, ακόμη κι αν, προς το παρόν, υπερισχύει η βάρβαρη βία των τεθωρακισμένων.

Μετά το πραξικόπημα, οι πράκτορες του ελληνικού καθεστώτος, στην Κύπρο, διόρισαν πρόεδρο έναν πασίγνωστο κακοποιό, τον Νίκο Σαμψών, ο οποίος, με τη σειρά του, διόρισε υπουργούς γνωστά κακοποιά στοιχεία και οπαδούς της τρομοκρατικής οργάνωσης "ΕΟΚΑ Β".

Μπορεί να ισχυρίζονται μερικοί ότι όσα συνέβησαν, στην Κύπρο, αποτελούν επανάσταση, και ότι η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε, με βάση τον επαναστατικό νόμο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Δεν υπήρξε επανάσταση, στην Κύπρο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερική υπόθεση. Υπήρξε εισβολή, που παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται, όσο θα υπάρχουν Έληνες αξιωματικοί, στην Κύπρο. Οι συνέπειες της εισβολής αυτής θα είναι καταλυτικές, για την Κύπρο, εάν δεν επανέλθουμε, στην συνταγματική ομαλότητα και εάν δεν αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες.

Με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης, το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας ανακοίνωσε, χθες, την βαθμιαία αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς. Το θέμα, όμως, δεν είναι η αντικατάστασή τους, αλλά η αποχώρησή τους. Η κίνηση αντικατάστασής τους σημαίνει παραδοχή, ότι οι Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούν, τώρα, στην εθνοφρουρά, είναι οι ίδιοι, με εκείνους, που έκαναν το πραξικόπημα. Όμως, οι αξιωματικοί αυτοί δεν ενήργησαν, με δική τους πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν εντολής των Αθηνών, και η αντικατάστασή τους θα γίνει, πάλι, με εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Κατ'αυτόν τον τρόπο, η εθνοφρουρά θα παραμείνει, για πάντα, όργανο του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Είμαι βέβαιος, ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας αντιλαμβάνονται το τέχνασμα αυτό.

Μπορεί να λεχθεί, πως η κυπριακή κυβέρνηση ήταν αυτή, που ζήτησε από τους Έλληνες αξιωματικούς να επανδρώσουν την εθνοφρουρά. Μετά λύπης μου, ομολογώ, ότι ήταν λάθος μου να τους εμπιστευθώ τόσο πολύ, διότι έκαναν κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου αυτής και αντί να βοηθήσουν, στην προάσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, έγιναν οι ίδιοι εισβολείς.

Επί μακρό χρονικό διάστημα, διεξήχθησαν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με σκοπό την εξεύρεση ειρηνικής λύσης για το Κυπριακό, πράγμα, που, επανειλημμένως, έχει απασχολήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και την ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών. Ο αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα και δύο συνταγματολόγοι, από την Ελλάδα και την Τουρκία, παρακολούθησαν τις συνομιλίες αυτές. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δύο φορές τον χρόνο ανανέωσε την θητεία της ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε., στην Κύπρο, εκφράζοντας, κάθε φορά, την ελπίδα του, για την σύντομη εξεύρεση λύσεως του προβλήματος. Δεν μπορούμε να πούμε, ότι, μέχρι σήμερα, σημειώθηκε ικανοποιητική πρόοδος, στις συνομιλίες. Πώς μπορούσε, όμως, να υπάρξει πρόοδος, όταν η πολιτική της Αθήνας, για την Κύπρο, ήταν διπρόσωπη; Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει, πως οι συνομιλίες διεξήγοντο, με βάση την ανεξαρτησία. Το καθεστώς των Αθηνών συμφώνησε σε αυτό, και επανειλημμένα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η θέση της Ελλάδας, στο ζήτημα, είναι σαφής.

Αν αυτό ήταν αλήθεια, γιατί, τότε, το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας δημιούργησε και υποστήριξε την τρομοκρατική οργάνωση "ΕΟΚΑ Β", που είχε στόχο την ένωση της Κύπρου, με την Ελλάδα και της οποίας τα μέλη αυτοαποκαλούντο "ενωτικοί"; Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί, με κατηγορούσαν, συνεχώς, πως, ενώ η Ένωση ήταν δυνατή, εγώ υπονόμευα την πραγματοποίησή της. Όταν κάποιος τους υπενθύμιζε ότι η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει την θέση της, πάνω σε αυτό το θέμα, και ότι υποστήριζε την ανεξαρτησία, η απάντησή τους ήταν ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς σημασία, στα λόγια των διπλωματών. Υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς μπορούσαν οι συνομιλίες να φθάσουν, σε θετικό αποτέλεσμα; Η διπρόσωπη πολιτική του ελληνικού καθεστώτος ήταν ένα, από τα σημαντικότερα εμπόδια, στην πρόοδο των συνομιλιών.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, που επικρατούν στην Κύπρο, δεν δύναμαι να προβλέψω το μέλλον των συνομιλιών. Θα έλεγα, μάλλον, πως δεν υπάρχει μέλλον. Οποιαδήποτε συμφωνία, που θα μπορούσε να επιτευχθεί, δεν θα ήταν έγκυρη, διότι δεν υπάρχει εκλεγμένη ηγεσία, για να χειρισθεί το θέμα. Το πραξικόπημα του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας αποτελεί ανάσχεση της πορείας των συνομιλιών, προς μία λύση. Επίσης, θα δημιουργήσει μία μόνιμη πηγή ανωμαλίας, στην Κύπρο, οι συνέπειες της οποίας θα είναι βαθύτατες και μακρόχρονες, εάν επιτραπεί η κατάσταση αυτή να συνεχισθεί, έστω και για βραχύ χρονικό διάστημα.

Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος, στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε, με το πραξικόπημα των Αθηνών. Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων, που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν, χωρίς καθυστέρηση, η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.

Όπως ανέφερα, ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.

Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη, στην Κύπρο. Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, υπό συνθήκες πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν, στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος, στην εισβολή τους, στην Κύπρο.

Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα, ενώπιόν σας, να σας έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος, στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού".



Παρά τα όσα λέγονται, εύκολα, από όσους δεν έχουν διαβάσει το κείμενο του λόγου του Μακαρίου, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει, ούτε μία, έστω, αναφορά, του Μακαρίου, στην αναγκαιότητα οποιασδήποτε στρατιωτικής, ή άλλης επέμβασης, της Τουρκίας, στην Κύπρο,  μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974.

Ο Μακάριος μπορεί να είχε πολλά μειονεκτήματα, τα οποία, προφανώς, ενισχύθηκαν, από την, περίπου, πλήρη και σχεδόν, απόλυτη εξουσία, που είχε, στο νησί, η οποία ενισχυόταν και από την πνευματική εξουσία, που ασκούσε, ως θρησκευτικός ηγέτης των Ελλήνων της Κύπρου.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι, στα νειάτα του, ο, μετέπειτα, ποιμενάρχης του κυπριακού ελληνισμού είχε ένα, αρκετά, "σκοτεινό" παρελθόν, αφού, όπως έχει γραφεί, όταν έμενε στο Θησείο, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στην Ελλάδα, είχε καθημερινές επαφές, ως κληρικός, με τον εφημέριο της Μονής Πετράκη "Πατέρα Δημήτριο", ο οποίος ήταν Βρετανός κατάσκοπος και υπαρχηγός της SIS (Special Inteligence Service) στην Ελλάδα, (πρόκειται, για τον λόρδο David Balfour), ενώ, παράλληλα, εξομολογούσε τα μέλη του ΕΔΕΣ, στην Αθήνα, πριν ανεβούν, στα βουνά, προκειμένου να αναλάβουν ανταρτική δράση, αλλά πολλοί, από τους εξομολογούμενους έπεφταν, στην συνέχεια, αμέσως, στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι, προφανώς, δεν θα είχαν αφήσει να περάσει απαρατήρητη η παρουσία, στην κατεχόμενη Αθήνα, ενός νεαρού κληρικού, ο οποίος σπούδαζε Θεολογία και ήταν υπήκοος του βρετανικού στέμματος, που κυριαρχούσε, σε μια περιοχή (όπως συνέβαινε, τότε, με την Κύπρο), η οποία βρισκόταν, υπό αποικιοκρατικό καθεστώς.

Προφανώς, ο Μακάριος υπήρξε πατριώτης - έτσι όπως αντιλαμβανόταν εκείνος τον πατριωτισμό, τον οποίον, σε έναν μεγάλο βαθμό, ταύτιζε, με την δική του προσωπική και πολιτική θέση, μέσα στο όποιο κρατικό σχήμα του ελληνισμού επρόκειτο να υπηρετήσει. Όσο η προσωπική του διαδρομή, για μια μορφή ενεργού πολιτικής εθναρχίας, στην Ελλάδα, ήταν, εκτός συζητήσεως, επειδή το ελλαδικό πολιτικό κατεστημένο δεν ήθελε να του παραχωρήσει, μια ανάλογη θέση, με εκείνην, που παραχώρησαν, το 1910, στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο στρατηγός Νικόλαος Ζορμπάς και η ηγεσία του "Στρατιωτικού Συνδέσμου", ύστερα, από το κίνημα στο Γουδή, το 1909, ο Μακάριος, ο οποίος δεν συμβιβαζόταν, με τον ρόλο του ηγέτη, της ελλαδικής, ή της κυπριακής εκκλησίας, περιοριζόταν, στον ρόλο του ηγέτη του κυπριακού ελληνισμού και της Κύπρου, κάνοντας, πάντοτε, εκείνες τις συμμαχίες, που ενίσχυαν τον ίδιο. Και αυτό το έπραττε, χωρίς δισταγμό.

Γι' αυτόν τον λόγο και παρά τις όποιες συγκρούσεις του, με τους Βρετανούς, πάντοτε, είχε την εύνοιά τους, αφού είναι προφανές ότι, σε κάποια φάση (ή, ορθότερα, κάποιες φάσεις) της ζωής του, όπως αυτή, που προηγουμένως, περιέγραψα και ο ίδιος ο Μακάριος υπηρέτησε τα βρετανικά συμφέροντα, πιθανότατα, ακόμη και από θέσεις, οι οποίες να τον ενέταξαν, στο payroll της βρετανικής κατασκοπείας. Το πόσο αγαπημένος υπήρξε των Βρετανών, το αποκαλύπτει η γνωστή φράση του τελευταίου αποικιακού κυβερνήτη της Κύπρου, Baron Caradon Hugh Foot, ο οποίος δήλωσε, ξεκάθαρα, ότι "η κύρια προσπάθεια μας ήταν να βρούμε λύση, που να προβλέπει την επαναφορά του Μακαρίου, στο νησί και την απομάκρυνση του στρατηγού Γρίβα".

Πολλά ήσαν, λοιπόν, τα μειονεκτήματα, που είχε και απίστευτες υπήρξαν οι υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές, που ακολούθησε ο Μακάριος

Ανόητος, όμως, δεν ήταν. Γνώριζε, πολύ καλά, ότι οποιαδήποτε πρόσκληση, στην Τουρκία να επέμβει, στην Κύπρο, ως εγγυήτρια δύναμη, πέρα από το γεγονός ότι θα αντιμετωπιζόταν, ως (και θα ήταν) προδοσία, θα υπονόμευε την εξουσία του, στο νησί και θα τον καθιστούσε όμηρο της τουρκικής ελίτ, μαζύ με το σύνολο του κυπριακού ελληνισμού. Ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να απευθύνει μια τέτοια πρόσκληση, στην Τουρκία. Και φυσικά, μια τέτοια πρόσκληση ουδέποτε την απηύθυνε, ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.

Όλα τα άλλα, τα οποία είπε, ο Μακάριος, στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όσο και αν δεν είναι αρεστά, αποτελούσαν μιαν αδυσώπητη πραγματικότητα.

Το ελληνικό δικτατορικό καθεστώς, το οποίο δυστυχώς, εκπροσωπούσε, διεθνώς, το ελληνικό κράτος, το οποίο και δέσμευε, με τις πράξεις της, η ελληνική κυβέρνηση εκείνης της εποχής, όπως και τα όργανά της, στην Κύπρο, παραβίασε, κάθε διεθνή κανόνα και χρησιμοποίησε τις ελληνικές δυνάμεις, που βρίσκονταν, στο νησί, για να ανατρέψει την νόμιμη κυβέρνηση του τόπου, πραγματοποιώντας, μιαν αντισυμβατική στρατιωτική εκτροπή, η οποία εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της εξωτερικής εισβολής, κατά του κυπριακού κράτους.

Για την πραγματοποίηση αυτού του στρατιωτικού εγχειρήματος, το οποίο ισοδυναμούσε, με κήρυξη πολέμου, όπως είναι φυσικό, δεν είχε ερωτηθεί - γι' αυτό και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, κατά του Μακαρίου, εστερείτο οποιασδήποτε λαϊκής νομιμοποίησης - και δεν είχε συμφωνήσει η ελληνική κοινότητα της Κύπρου, η οποία ενεπλάκη, σε έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος, μαζύ με τις βαρβαρότητες, που διέπραξαν οι πραξικοπηματίες, κατά των Τουρκοκυπρίων, βοήθησε, τα μάλα, στην απρόσκοπτη πραγματοποίηση της τουρκικής εισβολής, πέντε ημέρες, μετά το πραξικόπημα, καθώς και στην εδραίωση και επέκταση του, αρχικά, μικρού προγεφυρώματος των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων - μαζύ, φυσικά, με την προδοτική απόφαση της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας, εκείνης της εποχής, να μην αποτρέψει, με την χρήση στρατιωτικών μέσων, την τουρκική αεροναυτική απόβαση και να μην καταβυθίσει το σύνολο του τουρκικού στόλου, που επιχειρούσε την απόβαση, στην Κύπρο. Μια αποτροπή και μια καταβύθιση, που, η δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών, μπορούσε να τις πράξει, με ευχέρεια.




Αλλά, όπως έχουμε πει, η στρατιωτική ηγεσία εκείνης της εποχής ήταν υπηρέτρια άλλων συμφερόντων. Εξυπηρετούσε και πρακτόρευε τα αμερικανικά συμφέροντα και τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, τα οποία περιγράφονται, πολύ καλά, από το παραπάνω έγγραφο του ΝΑΤΟ, το οποίο αποδίδεται στον, τότε, Γενικό του Γραμματέα, τον Γιόζεφ Λουνς και το οποίο, πριν, ακόμη, από το πραξικόπημα, κατά του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή, ήδη, από την 12η Ιουλίου 1974, περιγράφει και τις δύο αυτές ενέργειες (την τουρκική εισβολή και την απομάκρυνση του Μακαρίου, από την εξουσία), ως εγκεκριμένες, από την Συμμαχία.

Όσο και αν αμφισβητείται το παραπάνω έγγραφο, ακόμη και αν είναι προϊόν κατασκευής και πλαστογραφίας, η ουσία της πολιτικής της νατοϊκής συμμαχίας δεν αλλάζει, αφού αυτή η πολιτική ήταν, που εξυπηρετήθηκε, από όλα όσα συνέβησαν την περίοδο Ιουλίου - Αυγούστου 1974. Και φυσικά, εξακολουθεί αυτή η πολιτική - έστω και αν είναι διαφοροποιημένη, σε, επί μέρους, στοιχεία της -, ακόμη, να εξυπηρετείται, αφού η Κύπρος βρίσκεται, υπό την ουσιαστική κατοχή δυνάμεων χωρών, οι οποίες είναι ουσιώδη μέλη της νατοϊκής συμμαχίας.

Και όταν μιλώ, για ουσιώδη μέλη της νατοϊκής συμμαχίας, δεν αναφέρομαι, στο ελληνικό κράτος, το οποίο, ως μπανανία και ως αποικία χρέους, που έχει καταντήσει, μετά την χρεωκοπία του, τον Απρίλιο του 2010, δεν μπορεί - και πλέον, δεν επιθυμεί - να ασκεί οποιονδήποτε έλεγχο, στην Κύπρο. Ομιλώ, για την Τουρκία, η οποία είναι ο, περίπου, απόλυτος κυρίαρχος, στο νησί και την Βρετανία, η οποία, με τις στρατιωτικές βάσεις της, στο Ακρωτήρι και την Δεκέλεια, ασκεί, για χάρη του ΝΑΤΟ, κάποια (όχι ασήμαντα) υπολείμματα της παλαιάς αυτοκρατορικής της πολιτικής.

Για το γεγονός αυτό, που έχει να κάνει, με την εμπλοκή του ΝΑΤΟ, στην κυπριακή τραγωδία δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν είναι, μόνο, το γεγονός του χάρτη, που σχεδίασε η CIA, στις 13 Αυγούστου 1974, με την διχοτομημένη Κύπρο και το σχέδιο Sonnenfeldt, για την ανεμπόδιστη νέα επίθεση του τουρκικού στρατού, στην Κύπρο, για τα οποία μιλήσαμε, στο δημοσίευμά μου, της 20/7/2014. 

Στις 30 Ιουλίου 1974, δεκαπέντε ημέρες, πριν από την νέα τουρκική επίθεση, στο νησί, που ολοκλήρωσε και παγίωσε, εδώ και 40 χρόνια, την τουρκική κατάκτηση, ο, τότε, πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ζήτησε, απεγνωσμένα, την έκτακτη σύγκληση του συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, για να αποτρέψει αυτή την επίθεση, η οποία θα επέκτεινε και θα στερέωνε την τουρκική κατοχή, στα εδάφη της Κύπρου. Ο Joseph Luns, όμως και η νατοϊκή ηγεσία, άλλα σχεδίαζαν και άφησαν την ελληνική κυβέρνηση, στα κρύα του λουτρού, αφού ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ αρνήθηκε την σύγκληση του συμβουλίου, επειδή ο ίδιος δεν θα παρευρισκόταν, αφού θα αναχωρούσε ... για διακοπές και δεν θα παρίσταντο, επίσης, οι περισσότεροι υπουργοί Εξωτερικών, λόγω άλλων απασχολήσεών τους, ή λόγω ... διακοπών, όπως ειπώθηκε, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Τίποτε, από όλα αυτά, δεν ήταν μη αναμενόμενο. Η νατοϊκή συμμαχία, ως κομπάρσος των Η.Π.Α., έκανε αυτό, που επιθυμούσε ο Henry Kissinger και το επιτελείο του. Άλλωστε, η CIA, μαζύ με τις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, στην Αθήνα, από τον Μάρτιο του 1974, είχαν προβεί, σε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες, έτσι ώστε, έναν μήνα, μετά - όπως κατέθεσε ο πρόεδρος του δικτατορικού καθεστώτος στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης -, να ληφθεί η πρώτη απόφαση, για την διενέργεια του πραξικοπήματος, στην Κύπρο.

Μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973, κατέστη σαφές ότι το Ισραήλ δεν είχε την δυνατότητα να διεξαγάγει νικηφόρους πολέμους κατά των συνασπισμένων αραβικών κρατών. Σε εκείνον τον πόλεμο, μάλιστα, εάν δεν είχε την άμεση και ενεργή υποστήριξη των Η.Π.Α., θα κατέρρεε και διαλυόταν, στα εξ ων συνετέθη (μια κατάσταση, η οποία παραμένει τέτοια, ακόμη και σήμερα και δεν πρόκειται να αλλάξει, στο μέλλον, εκτός, ίσως, εάν η ισραηλινή ελίτ καταφύγει, σε πολλαπλά πυρηνικά κτυπήματα - εάν τα μπορεί). Η αλήθεια, για το Ισραήλ είναι, ακόμη, χειρότερη, διότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, έστω και με δύο, μόνο, αραβικά κράτη, όπως είναι η Αίγυπτος και η Συρία, παρά το γεγονός ότι έχει καλύτερο πολεμικό εξοπλισμό, αμερικανικής προελεύσεως, έναντι του μετρίου σοβιετικού πολεμικού εξοπλισμού, που είχαν αυτές οι δύο αραβικές χώρες, το 1973 και ο οποίος, έκτοτε, έχει αλλάξει, προς το πολύ καλύτερο, αφού, κυρίως, η Αίγυπτος, έχει διαφοροποιήσει τις πηγές της προέλευσής του.

Για τον λόγο αυτόν, χρειαζόταν η Κύπρος, ως σταθερό ορμητήριο, ενώ η Ελλάδα, μετά την άρνηση του Γεώργιου Παπαδόπουλου και του Σπύρου Μαρκεζίνη, να επιτρέψουν την χρησιμοποίηση του ελληνικού εναέριου χώρου, από τις Η.Π.Α., για τον ανεφοδιασμό του Ισραήλ, στον πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973, είχε επανέλθει, στην πλήρη υποταγή, στα κελεύσματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με το πραξικόπημα, που διενήργησε, το τοπικό κλιμάκιο της CIA, υπό τον διαβόητο Gust Avrakotos, στην Αθήνα, στις 25/11/1973, με όργανο τον Δημήτριο Ιωαννίδη.

Έτσι, ο Μακάριος, ο οποίος και αυτός δεν δεχόταν την μετατροπή ολόκληρης της Κύπρου, σε νατοϊκή βάση, έπρεπε να βγει, από την μέση. Το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Άμυνας των Η.Π.Α. (Henry Kissinger και James Schlesinger), παρά τις όποιες διαφορές τους, που προέκυψαν, στην τελική φάση υλοποίησης του σχεδίου και την τελική επικράτηση των απόψεων του Henry Kissinger - αφού ο, υπό κατάρρευση, λόγω του σκανδάλου του Watergate, πρόεδρος των Η.Π.Α. Richard Nixon, ενδιαφερόταν, μόνο, για την προσωπική του τύχη και είχε παραδώσει τα κλειδιά της εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας της χώρας, στον Henry Kissinger - εξετέλεσαν το σχέδιό τους, καθοδηγώντας τον Δημήτριο Ιωαννίδη να προβεί στην ενίσχυση της ΕΟΚΑ Β' και να σχεδιάσει και να υλοποιήσει την ανατροπή του Μακαρίου.

Όπως φαίνεται, εκείνη την εποχή, οι σχετικές επαφές έγιναν, στον "Κυανό Σταυρό", μια κλινική, που βρίσκεται, απέναντι από την αμερικανική πρεσβεία, στην Αθήνα και ανήκε, στον εβραϊκής καταγωγής Ζακ Αλαζράκη, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Ιωαννίδη. Μέσα, από εκείνες τις επαφές, προέκυψε μια συμφωνία, η οποία προέβλεπε, τον εξοπλισμό και την υποστήριξη της ΕΟΚΑ Β', από την ΕΛΔΥΚ, την ανατροπή του Μακαρίου και την ένωση της Κύπρου, με την Ελλάδα, στην οποία η Τουρκία - υποτίθεται ότι - δεν θα αντιδρούσε, παρά μόνον, για τους τύπους.


Μετά, από όλα αυτά, ο αμερικανονατοϊκός σχεδιασμός πήρε μπροστά. Έτσι, λήφθηκε, τον Απρίλιο του 1974, η απόφαση, για την ανατροπή του Μακαρίου, η οποία υλοποιήθηκε, στην πορεία, αμέσως, μόλις δόθηκε (κατασκευάστηκε) η πρώτη ευκαιρία.

Μόνο, που η Τουρκία βρήκε, έτσι και την δική της ευκαιρία να εισβάλει, στην Κύπρο, χωρίς να βρεθεί κανείς να την σταματήσει. Όταν, μάλιστα, στις 20 Ιουλίου 1974, δηλαδή την ημέρα της τουρκικής απόβασης, στο νησί, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας James Schlesinger αποφάσισε να στείλει τον 6ο Στόλο, στα θαλάσσια νερά, μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας, για να εμποδίσει την τουρκική απόβαση - ανταποκρινόμενος, προφανώς, στον αρχικό σχεδιασμό, που είχε συμφωνηθεί, με τον Ιωαννίδη - ο Henry Kissinger, με δική του παρέμβαση, ανέτρεψε αυτή την ενέργεια, με αποτέλεσμα, ο επί κεφαλής του 6ου αμερικανικού στόλου να διατάξει αλλαγή πορείας.

Η τύχη της Κύπρου είχε κριθεί...