Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Τα στρατηγικά αδιέξοδα και η εμφανής δειλία, που οδήγησαν στην ήττα των Αμερικανών και της Δύσης, επί τάπητος : Από το Ιράκ, στην Συρία και στην Ουκρανία. Μια τριετία συνεχών ανοησιών και η παταγώδης αποτυχία. (Cowards die many times before their death).



Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Barack Hussein Obama, σε επίπεδο διαχείρισης διεθνών κρίσεων, τα έχει κάνει κυριολεκτικά, θάλασσα. Και φυσικά, έχει φθάσει, στο σημείο να μην μπορεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Ενώ, ειδικά, στην Ουκρανία, το μόνο, που κάνει είναι μια κακή (και μάλιστα, πολύ κακή) διαχείριση μιας μη ομολογούμενης ήττας. Και της οποίας, βέβαια, το περιεχόμενο δεν αλλάζει, το γεγονός ότι αυτή η ήττα δεν ομολογείται...




«Εν κατακλείδι, η Αμερική πρέπει, πάντοτε, να ηγείται, στο παγκόσμιο σκηνικό. Αν δεν ηγούμαστε, κανένας άλλος δεν θα το κάνει. Ο στρατός, στον οποίον, μόλις, καταταγήκατε είναι και πάντα θα είναι, η ραχοκοκαλιά αυτής της ηγεσίας. Όμως, η δράση του αμερικανικού στρατού δεν μπορεί να είναι το μόνο - ή το πρωταρχικό - συστατικό στοιχείο της ηγεσίας μας, σε κάθε περίπτωση. Το ότι διαθέτουμε το καλύτερο σφυρί δεν σημαίνει και ότι, κάθε πρόβλημα είναι ένα καρφί».

(Απόσπασμα, από τον λόγο του προέδρου των Η.Π.Α. Barack Obama, στην αμερικανική στρατιωτική ακαδημία του West Point).




Cowards die many times before their death.

Οσο περνάει ο καιρός, ολοένα και πιο πολύ, καθίσταται σαφές ότι οι Η.Π.Α. και γενικότερα, η Δύση, δειλιάζουν, μπροστά, στα τακτικά, αλλά και στα στρατηγικά αδιέξοδα, μέσα, στα οποία έχουν εμπλακεί και τα οποία είναι, αποκλειστικά, δικά τους δημιουργήματα και προϊόντα, μιας δεκαπενταετούς αλαζονικής πολιτικής, η οποία, όμως, η αλήθεια είναι ότι στερείτο μιας μακροπρόθεσμης προοπτικής. Τα όσα περιλαμβάνει το παραπάνω απόσπασμα του λόγου του κομφουζιονιστή Αμερικανού προέδρου Barack Obama, αποτελούν την, πιο χαρακτηριστική απόδειξη αυτής της δειλίας, την οποία, με δυσκολία, το έγχρωμο αφεντικό των Ουκρανών ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων του Κιέβου, αλλά και των φονταμενταλιστών ισλαμιστών σφαγέων της οργάνωσης ISIS και οι λογογράφοι του, μπορούν να την κρύψουν και να την εμφανίσουν, ως επίδειξη σωφροσύνης και εγκράτειας.

Αλλά, όσο και να γίνεται προσπάθεια να κρυφτεί, τελικά, η αλήθεια δεν κρύβεται. Οι Δυτικοί, βέβαια - με πρώτους και καλύτερους τους Αμερικανούς -, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, για να κρύψουν, από τον υπόλοιπο κόσμο, αυτή την οχληρή, γι' αυτούς, πραγματικότητα - δηλαδή την δειλία τους, η οποία προκύπτει, από τα στρατηγικά και τα τακτικά αδιέξοδα, στα οποία έχουν εμπλακεί. Αυτό, όμως, καθίσταται, συν τω χρόνω, ολοένα και λιγότερο, κατορθωτό και μη διαχειρίσιμο.

Οι στρατηγικές επιλογές, κυρίως, των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και των, μέσω του ΝΑΤΟ, συμμάχων και υποτακτικών τους (δηλαδή αυτό το γεωπολιτικό σύνολο, που, συμβατικά, αποκαλούμε Δύση), έτσι όπως αυτές εκφράζονται, στο Ιράκ, στην Συρία και στον ευρύτερο αραβικό χώρο, με τις όποιες ανατροπές, που έφερε - και δεν έφερε -, η αποκαλούμενη "αραβική άνοιξη", το 2011 , αλλά και στο Αφγανιστάν και πολύ περισσότερο, στην Ουκρανία, δείχνουν, πλέον, να σκοντάφτουν και να προσκρούουν, σε έναν απαγορευτικό τοίχο - κάτι, που, πριν λίγο καιρό, ήταν αδιανόητο, για την υπερφίαλη αμερικανική ελίτ. 

Ο τοίχος, για τον οποίο γίνεται λόγος, δεν είναι άλλος, από τους υφιστάμενους - και για να ακριβολογήσω, από τους δημιουργημένους και ορατούς, πλέον - γεωπολιτικούς περιορισμούς, οι οποίοι, μέχρι, πρότινος, δεν υφίσταντο και ως, περίπου, ανύπαρκτοι, δεν ελαμβάνοντο, στα υπόψιν, από τις Η.Π.Α. και την Δύση. 

Αυτή η ύπαρξη - η δημιουργία - αυτών των γεωπολιτικών περιορισμών είναι, που υποδεικνύει την έμπρακτη τοποθέτηση ορίων, στην πλανητική δράση των Αμερικανών και των Δυτικών, των οποίων η δράση, από εδώ και πέρα, δεν μπορεί να είναι (και δεν θα είναι) ανεξέλεγκτη, αφού, όταν ξεκινάει μια διαδικασία τοποθέτησης ορίων και περιθωρίων, στην δράση οποιασδήποτε αυτοκρατορίας, ή υπερδύναμης, τότε, αυτό, που ακολουθεί, δεν είναι τίποτε άλλο, εκτός από την αργή, ή γρήγορη, διεύρυνση των περιορισμών, στην δράση αυτή, από εκείνον (ή εκείνους), που δεν αποδέχεται (ή δεν αποδέχονται) τις αποφάσεις και τις στρατηγικές επιλογές της όποιας αυτοκρατορίας, ή υπερδύναμης, της οποίας η πρωτοκαθεδρία, εκ των πραγμάτων, αμφισβητείται, αφού όλη αυτή η δυναμική μπορεί να προκύψει και προκύπτει, μόνον, όταν υπάρχουν ανταγωνιστικές δυνάμεις, που απειλούν την πρωτοκαθεδρία αυτή.

Το ποιός αμφισβητεί, στις ημέρες μας, την παγκόσμια κυριαρχία των Η.Π.Α. και της Δύσης, ως συνόλου, το έχουμε πει. 

Είναι η (επ)άνοδος της Ρωσίας, στο πλανητικό στερέωμα, που θέτει τα όρια και τα περιθώρια των στρατηγικών επιλογών του συνασπισμού των Δυτικών, που λειτουργεί, υπό την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Βέβαια, επί του παρόντος - το οποίο "παρόν", ως χρονικός προσδιορισμός, θα έχει μια αρκετά μεγάλη διάρκεια -, η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν δεν επιδιώκει να πάρει την θέση των Η.Π.Α. και να τις αντικαταστήσει, ως προς την πλανητική πρωτοκαθεδρία. Και να το ήθελε, δεν το μπορεί, άλλωστε.

Αυτό, που επιθυμεί η σύγχρονη μετασοβιετική Ρωσία, είναι η πλήρης ένταξή της, ως ισότιμου εταίρου, μέσα στον σύγχρονο συνασπισμό των Δυτικών και η ενσωμάτωσή της, μέσα στους δυτικούς θεσμούς, χωρίς να αμφισβητεί - και πάλι, επί του παρόντος - την θέση των Η.Π.Α. Και από εκεί και πέρα, ό,τι προκύψει, στο μέλλον.

Η επιθυμία αυτή της σύγχρονης μετασοβιετικής ρωσικής ελίτ δεν είναι καθόλου αβάσιμη. Έχει λογική και αποτελεί μιαν ορθολογική επιδίωξη, που προκύπτει, από την φορά των πραγμάτων και από το γεγονός ότι η Ρωσία, ιστορικά και γεωπολιτικά, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ευρωπαϊκού πολιτισμού και είναι η εκτεταμένη και αχανής ανατολική άκρη της Δύσης, στον χώρο της Ευρασίας.

Όμως, στην γεωπολιτική, δεν είναι η λογική φορά των πραγμάτων, που κυριαρχεί. Ο απλός ορθολογισμός των επιχειρημάτων, ακόμη και όταν αυτός προκύπτει, αβίαστα, από την πραγματικότητα, δεν είναι αυτός, που μετράει. Και φυσικά, δεν είναι αυτός, που κυριαρχεί.

Η γεωπολιτική προσδιορίζεται, από τις εθνικές οντότητες και τις κρατικές ελίτ, που έρχονται να εκφράσουν τα συμφέροντα τους, έτσι όπως αυτές οι οντότητες και οι ελίτ προσδιορίζουν, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, τα συμφέροντα αυτά. Και ο προσδιορισμός αυτών των συμφερόντων, μπορεί να συνέχεται, από έναν δικό του ορθολογιστικό (ορθότερα : έναν ορθολογιστικοφανή) μηχανισμό επιχειρημάτων, αιτιών και αιτιάσεων, που δικαιολογεί τα συμφέροντα αυτά και την υπεράσπισή τους, αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι αυτός ο μηχανισμός και τα όποια επιχειρήματα προβάλλει, είναι και λειτουργεί, εξ αντικειμένου, ορθολογικά, όταν τα, υπό εξέταση, γεωπολιτικά δεδομένα, εξετάζονται, μέσα από ευρύτερα πλαίσια θεώρησής τους. Κάθε άλλο.

Στην γεωπολιτική, τα όποια δεδομένα μιας εποχής, εξετάζονται, μέσα, από μια σειρά πολλαπλών ανορθολογικών πλαισίων θεώρησης και ως εκ τούτου, τα όποια συμπεράσματα εξάγονται, μέσα από αυτήν την διαδικασία, είναι, κατ' εξοχήν, ανορθόλογα, ακόμη και όταν κάτι τέτοιο δεν είναι, άμεσα, οράτο, ή, όταν, μέσα στα πλαίσια ισχύος μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (μεγαλύτερης, ή μικρότερης), τα συμπεράσματα και οι δράσεις, που εκπορεύονται, από αυτά, φαίνονται - και μπορεί - να λειτουργούν ορθολογικά.

Έτσι, μπορεί, από μια ευρύτερη σκοπιά και μέσα από μια, ευρύτερα, μακροπρόθεσμή προοπτική, το αίτημα της Ρωσίας, για πλήρη και ισότιμη ένταξή της, στον συνασπισμό και στους θεσμούς της Δύσης, να εμφανίζεται ως (και να είναι) ορθολογικό, πλην, όμως, ακριβώς, επειδή δεν είναι ο όποιος ορθολογισμός των επιχειρημάτων και των μακροπρόθεσμων προοπτικών, σε πλανητικό επίπεδο, που προσδιορίζουν την γεωπολιτική και την συμπεριφορά των μεγάλων (αλλά και των μικρών) διεθνών γεωπολιτικών παικτών, που έχουν κατοχυρώσει την θέση τους, μέσα, στην παγκόσμια ισορροπία, για τον λόγο αυτόν και το αίτημα της Ρωσίας, δεν μπορεί να γίνει και δεν γίνεται αποδεκτό, από τις Η.Π.Α. και την Δύση, ως σύνολο. 

Οι Δυτικοί, στο σύνολό τους, γνωρίζουν, πολύ καλά, το βάσιμο του αιτήματος της σύγχρονης ρωσικής ελίτ, για την ένταξη της χώρας της, σε συνθήκες ισοτιμίας, μέσα, στους δυτικούς θεσμούς. Αλλά αυτή η γνώση δεν τους κάνει να αποδεχτούν - εύκολα, ή δύσκολα - το αίτημα αυτό. Αντίθετα, μάλιστα και μόνη η διατύπωσή του, τους κάνει να φρικιούν. Με αποτέλεσμα να το απορρίπτουν, χωρίς πολλά-πολλά και χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Όμως, όσο και αν οι Δυτικοί απορρίπτουν το ρωσικό αίτημα, για πλήρη και ισότιμη ένταξη και ενσωμάτωση της Ρωσίας, στους δυτικούς θεσμούς, η πικρή, γι' αυτούς, αλήθεια είναι ότι το αίτημα αυτό δεν μπορούν να το παρακάμψουν, αφού θα βρίσκεται, εκ των πραγμάτων, μπροστά τους, σε κάθε χρονική φάση, κατά την διάρκεια του μέλλοντος χρόνου, που θα ακολουθήσει τις ημέρες των τωρινών καιρών. Το γιατί θα συμβεί αυτό, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, εάν απομακρυνθούμε, από την μεσοπρόθεσμη προοπτική εξέτασης των παγκόσμιων δεδομένων και ισορροπιών. 

Η Δύση, ως ενιαίο σύνολο, υπό την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α., δεν είναι, πλέον, ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του πλανήτη, όπως συνέβαινε, έως πρόσφατα. Σε κάποιες δεκαετίες, θα βρεθεί μπροστά, στην σκληρή πραγματικότητα μιας υποχρεωτικής αρχικής πλανητικής συγκυριαρχίας, με την Κίνα, αλλά και με άλλες συνασπισμένες δυνάμεις, τις οποίες δεν θα μπορεί να ελέγξει, ή να επηρεάσει, ως ατομικές οντότητες και ως σύνολα. 

Και σε μια δεύτερη χρονική φάση, η Δύση (δηλαδή οι Η.Π.Α., η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι άλλες, μικρότερου βεληνεκούς, χώρες, που βρίσκονται, εντός, ή εκτός του ΝΑΤΟ και σε σχέση εξάρτησης με τις χώρες αυτές) θα υποχρεωθεί να βρεθεί, σε μια θέση και σε έναν σχηματισμό διεθνών ισορροπιών, στον οποίο οι Η.Π.Α. θα έχουν υποχρεωθεί, από την ίδια την εξέλιξη και την φορά των πραγμάτων, να παραχωρήσουν την πρωτοκαθεδρία, αλλού - και πιο συγκεκριμένα, στην Κίνα.

Έτσι, στο χέρι των Δυτικών είναι το να αποτρέψουν - ή, έστω, να καθυστερήσουν - για πάρα πολύ χρόνο, μια τέτοια εξέλιξη των διεθνών πραγμάτων. Αλλά, για να το πράξουν αυτό, χωρίς πολλές περιπέτειες, θα βρεθούν υποχρεωμένοι, ξανά και ξανά, να αντιμετωπίσουν το ρωσικό αίτημα, για ισότιμη ένταξη, στους δυτικούς θεσμούς. Δηλαδή, θα αναγκαστούν να αποδεχτούν την ενσωμάτωση της Ρωσίας, στον δυτικό συνασπισμό, με την θέση, που της αναλογεί και η οποία απορρέει, από την ισχύ της χώρας αυτής. 

Και αυτό θα το πράξουν οι Δυτικοί, διότι, εάν συνεχίσουν, επί μακρόν, να αποφεύγουν να το πράξουν, θα βρεθούν, υπό την απειλή της μεταμαοϊκής Κίνας, η οποία είναι ένα ενιαίο και γιγαντιαίο εθνικό κράτος, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο, για τις διεθνείς καπιταλιστικές ελίτ και το οποίο θα εκτρέψει και θα εκτροχιάσει την σύγχρονη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όπως συνέβη, το 1914, με τους σφοδρούς ευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς, που προέκυψαν, από την αναθεωρητική πολιτική της νεαρής Γερμανίας και τους δύο ευρωπαϊκούς πολέμους, που ακολούθησαν και οι οποίοι μετατράπηκαν, από την φορά των πραγμάτων, σε παγκόσμιους. Έτσι, η Κίνα και μόνο, με το μέγεθός της και με την αναπτυξιακή της δυναμική, σε κάποια χρονική στιγμή, θα υποσκελίσει τις Η.Π.Α. και δικαιωματικά, θα απαιτήσει τα πρωτεία, στον πλανήτη, μαζύ με ό,τι απορρέει, από αυτά τα πρωτεία, θέτοντας την παγκοσμιοποιητική διαδικασία, κάτω από τις προσταγές των εθνικών συμφερόντων της πολυπληθούς ελίτ της μεγάλης αυτής χώρας. 

Με αυτά τα δεδομένα και με τον χρόνο να κυλάει, αμείλικτα, εις βάρος τους, οι Η.Π.Α. και η Δύση δεν έχουν άλλη ορθολογική επιλογή, από την ενσωμάτωση της Ρωσίας. Προφανώς, δεν επιθυμούν αυτή η ενσωμάτωση να γίνει με όρους ισοτιμίας. Προτιμούν και εξακολουθούν να επιδιώκουν να οικοπεδοποιήσουν, με τον ένα, ή τον άλλο τρόπο, την Ρωσία, ή να της υπαγορεύουν την συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς την, ως μια ηττημένη και παρακολουθηματική δύναμη. Έτσι και υπό ένα τέτοιο καθεστώς, θα μπορούσαν να ενσωματώσουν μια πολυδιασπασμένη, ή υποταγμένη Ρωσία, στους δυτικούς θεσμούς, ως παρακολούθημα και βοήθημα των πολιτικών τους.

Αλλά αυτή η πολιτική, απέναντι στην Ρωσία έφαγε τα ψωμιά της. Έφθασε, στα όριά της και ως εκ τούτου, δεν είναι, πλέον, ανεκτή, από την άρχουσα ρωσική ελίτ, η οποία, εμμένοντας, στο αίτημά της, για ένταξη της Ρωσίας, σε ισότιμη βάση, στους δυτικούς θεσμούς, αρνείται την διαρκή αναθεωρητική πολιτική των Δυτικών και την υποταγή, στις πολιτικές, που αυτοί ακολουθούν και οι οποίες οδηγούν, στο σφίξιμο του πολιορκητικού κλοιού, που έχει κτίσει η Δύση, στα ευρωπαϊκά - και όχι μόνο αυτά - σύνορα της χώρας, μέσω του ΝΑΤΟ, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η οποία Ε.Ε. παίζει - και - αυτόν τον ρόλο και έχει - και - αυτόν τον σκοπό, όσο και αν αυτοί αγνοούνται, παραβλέπονται, ή αποσιωπούνται, από την μεγάλη πλειοψηφία εκείνων, που ασχολούνται, με τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου).

Αυτή η εξέλιξη και οι ζοφερές προοπτικές του πλησιέστερου και του απώτερου μέλλοντος, που ξεφεύγουν, από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των Αμερικανών και των Δυτικών, είναι, που βραχυκυκλώνουν την τρέχουσα τακτική των Δυτικών και τους οδηγούν, σε έναν έκδηλο αποπροσανατολισμό, ο οποίος είναι προϊόν της προφανούς δειλίας των αμερικανικών και των ευρωπαϊκών ελίτ, μπροστά, στην αναδυόμενη νέα Ρωσία και στην καταθλιπτική ισχύ της, την οποία φαίνεται ότι είναι, πλέον, διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να αποκρούσει τους σχεδιασμούς περικύκλωσής της, από τους Δυτικούς και της επακόλουθης γεωπολιτικής υποβάθμισης και εξασθένισής της, που θα προκύψουν, εάν η ρωσική ελίτ επιτρέψει την υλοποίηση των σχεδιασμών αυτών.

Και δεν είναι, μόνον, όσα συμβαίνουν, στην Ουκρανία, που αποδεικνύουν τον έκδηλο πανικό και την δειλία των Δυτικών, μπροστά, στην μη αναμενόμενη ρωσική αντίδραση, όταν το έγχρωμο αφεντικό των Ουκρανών ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων εξαπέλυσε τις ορδές αυτού του εσμού, στο Κίεβο, με αποτέλεσμα την ανατροπή του προέδρου Βίκτορ Γιανούκοβιτς και την αποτροπή της ένταξης της Ουκρανίας, στην, υπό ρωσική επιρροή, Ευρασιατική Ένωση.

Οι Δυτικοί, με προεξάρχοντες τους Αμερικανούς, είναι η αλήθεια ότι, στην διεθνή σκηνή, τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα, επί της τρέχουσας θητείας του οπερεττικού Barack Obama, τα έχουν κάνει θάλασσα. 

Όλον αυτόν τον καιρό, που έχει περάσει, έχουν κακοφορμίσει όλες οι εκκρεμούσες και ανολοκλήρωτες δουλειές ενός διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η κυριαρχία των Δυτικών και κυρίως, η αλαζονεία των Αμερικανών, τους επέτρεψαν να δρουν, χωρίς να σκέπτονται, τις επιπτώσεις των πράξεών τους, στο μεσομακροπρόθεσμο μέλλον. Το αποτέλεσμα ήταν όλες αυτές οι εκκρεμότητες, που κρύβονταν, κάτω από το χαλί, να οδηγηθούν, στο να λειτουργήσουν καταστροφικά, επιφέροντας την διάλυση και το χάος, στις κοινωνίες και τα πλαίσια εξουσίας, που οργάνωναν τις κοινωνίες αυτές.

Σε πραγματικό επίπεδο, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη έδρασε ο Barack Obama, το αποτέλεσμα ήταν, το να τα κάνει όλα χάλια. Η όποια διαχείριση, στην οποία προέβη, άφησε πίσω της συντρίμια.

Στο Ιράκ, η αθλιότητα της καταστροφικής διαχείρισης των πραγμάτων, προφανώς, βαραίνει, εν πολλοίς, την, απίστευτα, κακή και χωρίς ίχνος στρατηγικού οράματος και έρματος, πολιτική του προκάτοχου του Barack Obama, του George W. Bush και του επιτελείου του. Ο George Bush jr επιτέθηκε, τον Μάρτιο του 2003, συνεπικουρούμενος, από το επιτελείο του και με την βοήθεια των εξαμβλωματικών αραβικών καθεστώτων της περιοχής του Κόλπου - και όχι μόνον αυτών - και κατέλαβε το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, ουσιαστικά, για λόγους οικογενειακής βεντέτας, χωρίς να ενδιαφέρει όλους αυτούς το τί θα γινόταν, στην χώρα, αυτή, σε ένα βάθος χρόνου.

Βέβαια, η αμερικανική εισβολή του 2003 , η οποία πραγματοποιήθηκε, χωρίς την έγκριση των μεγάλων χωρών της δυτικής Ευρώπης και οι όποιες αποφάσεις, που ελήφθησαν, εκείνη την εποχή, μπορεί να έχουν αφεθεί, στους ιστορικούς, όπως λένε οι "φωστήρες" του Stratfor, προκειμένου να αποφύγουν να μιλήσουν, ανοικτά, για την μέγιστη επίδειξη ακρισίας και για την ανικανότητα της διοίκησης του George Bush jr να δει, έστω και εκ του προχείρου, τις μεσομακροπρόθεσμες επιπτώσεις των αφρόνων ενεργειών της, στον χώρο του Ιράκ, αλλά η αλήθεια είναι ότι, αυτό, πλέον δεν μπορεί να κρυφτεί. Προφανώς, ο George W. Bush και το, απίστευτα, ανίκανο επιτελείο του, τα έκαναν θάλασσα, μέσα από την έπαρση και την αλαζονεία του γεγονότος ότι η αμερικανική ελίτ διακήρυσσε - και το εννοούσε - ότι οι Η.Π.Α. μπορούσαν και έπρεπε να δρουν, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, χωρίς να ρωτούν κάνεναν άλλον, για το τί θα πράττουν και χωρίς, φυσικά, να θέτουν την όποια δράση τους, υπό την έγκριση οποιουδήποτε διεθνούς σώματος, ή δύναμης. 'Ετσι έδρασαν, το 2003, στο Ιράκ και όχι, μόνον, εκεί.

Όμως, όσα συμβαίνουν, τώρα, εκεί, με την εξελισσόμενη διάλυση του τοπικού κράτους και της κοινωνίας, είναι αποτελέσματα της βλακώδους και εγκληματικής πολιτικής, που ακολούθησε, στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή, η παρούσα διοίκηση του Barack Obama, η οποία πρόσθεσε, πάνω στο αρχικό λάθος και στα μετέπειτα σφάλματα της διαχείρισης της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ, τα δικά της εγκληματικά σφάλματα και στο Ιράκ και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου, που, σωρευτικά, έχουν οδηγήσει, στην έκρηξη και στην διάρρηξη της, έτσι κι αλλιώς, εύθραυστης και ασταθούς συνοχής της αποκαλούμενης ιρακινής κοινωνίας.

Έτσι, οι Η.Π.Α. του Barack Obama, απέσυραν τον στρατό τους, από το Ιράκ, το οποίο μετασχημάτισαν, σε μια άτυπη ομοσπονδία, η οποία υπάρχει επειδή το θέλουν οι Αμερικανοί και όχι οι ίδιες οι κοινότητες, οι οποίες, στην πραγματικότητα, θέλουν να διαχωριστούν και να κόψουν η κάθε μία τον λαιμό των άλλων.  Με την απόσυρση του στρατού κατοχής, οι Αμερικανοί τερμάτισαν, επίσημα, την κατοχή αυτή, χωρίς να έχουν επιτύχει ένα modus vivendi, εντός της χώρας, ανάμεσα, στις κύριες κοινότητες, που την απαρτίζουν (σιίτες, σουνίτες και Κούρδους).

Φυσικά, αυτό το γεγονός, από μόνο του, δεν υπήρξε καθόλου καλός οιωνός, αφού οι τραγικές εξελίξεις, που ακολούθησαν την πρόωρη αμερικανική αποχώρηση, η οποία έγινε, για λόγους, που αφορύν την εσωτερική αμερικανική πολιτική και όχι το τί, πραγματικά, έπρεπε να γίνει και το ποιές ήσαν οι ανάγκες των πληθυσμών της χώρας αυτής.

Έτσι, στο Ιράκ, είδαμε ότι η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων και η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετασανταμικού και μεταμπααθικού πολιτικού συστήματος δεν έδωσε απάντηση, στο ερώτημα, που αφορά την επίτευξη της παραίτητης ισορροπίας, για την συμβίωση των τριών κοινωνικών ομάδων, που απαρτίζουν το Ιράκ, που δημιούργησε, ως κράτος, η βρετανική αποικιοκρατία, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Και στην περίπτωση αυτή, αυτό που αποδείχτηκε είναι ότι οι ανώμαλες γεωπολιτικές καταστάσεις - και το Ιράκ, ως κράτος, αποτελούσε και εξακολουθεί, πάντοτε, να αποτελεί μιαν ανωμαλία -, σπανίως, ή ουδόλως, επιλύονται, αφ' εαυτών, με καθαρό, ή μόνιμο τρόπο. Εκτός, εάν συνοδευτούν, με πολύ αίμα και με εκατόμβες νεκρών. Κάτι, που, στο τέλος συμβαίνει, εάν τα πράγματα, αφεθούν να ακολουθήσουν την φυσική τους φορά.

Παράλληλα, οι Η.Π.Α., η Δύση, ως σύνολο και τα αραβικά καθεστώτα του Κόλπου ενίσχυσαν τον ένοπλο αγώνα των σουνιτών τζιχαντιστών του ISIS και άλλων φονταμενταλιστικών ισλαμικών ομάδων, κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασάντ, στην Συρία, με προφανή σκοπό την περικύκλωση του Ιράν και τον ασφυκτικό έλεγχο της αυτής της περιοχής των πετρελαίων, με σκοπό την αποκοπή της Ρωσίας και από τα τελευταία της στηρίγματα, στην περιοχή και την αποκοπή της, από την Μεσόγειο θάλασσα, αφού η Συρία είναι η μόνη χώρα, στην οποία η Ρωσία έχει μια σημαντική ναυτική βάση και ένα αμυντικό σύμφωνο, το οποίο ισχύει, από την "σοβιετική" εποχή. Η ύπαρξη αυτού του συμφώνου, μάλιστα, ήταν εκείνη, που δεν επέτρεψε την ανοικτή στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ, στην Συρία, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, σε μια ανοικτή στρατιωτική αντιπαράθεση, με την Ρωσία. Μιαν αντιπαράθεση, στην οποία η Ρωσία έδειξε ότι δεν θα έκανε πίσω, εάν οι Η.Π.Α. και η Δύση αποτολμούσαν να την ξεκινήσουν. (Για τις αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου δεν γίνεται καν λόγος. Αυτές αποτελούν αμελητέα ποσότητα και δεν λαμβάνονται υπόψη).

Έτσι, η αμερικανική και η δυτική εμπλοκή, στην Συρία, για την ανατροπή του Μπασάρ αλ Ασάντ, δεν μπορούσε να γίνει, παρά μόνον, μέσω αντιπροσώπων. Και έτσι, έγινε, με την αφειδή χρηματοδότηση και ένοπλη ενίσχυση των σουνιτών ανταρτών, από τις Η.Π.Α., την Δύση, το ΝΑΤΟ - κυρίως, μέσω της Τουρκίας - και τις αραβικές χώρες του Κόλπου. Για την κατάσταση, στην Συρία, έχουμε, έγκαιρα, μιλήσει, εδώ και δύο χρόνια και έχουμε περιγράψει καταστάσεις, για τις οποίες ουδείς άλλος (ή, έστω, λίγοι) έχουν μιλήσει. [Δείτε, στο παρόν μπλογκ το δημοσίευμά μου, με τίτλο : Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία, για την ανατροπή του Bashar al Assad και η σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας, για το Ιράν και τα πετρέλαια. (Ένας πόλεμος δι' αντιπροσώπων) ].


Όμως, δεν ήταν, μόνον, η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας, που απέτρεψε την ανοικτή αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή, στην Συρία. Οι ενέργειες των Δυτικών, στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, με τα γεγονότα της "αραβικής άνοιξης", που σάρωσαν το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι, στην Λιβύη, με την στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ και των Η.Π.Α., που, ουσιαστικά, ανέτρεψαν την, επί του εδάφους, στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Καντάφι, απέναντι στους ισλαμιστές αντάρτες, μέσω των νατοϊκών και των αμερικανικών αεροπορικών βομβαρδισμών, που τσάκισαν την ραχοκοκαλιά του στρατού του καθεστώτος, αποσκοπούσαν, στον στρατηγικό εγκλωβισμό του καθεστώτος του Ιράν και μέσω αυτού του εγκλωβισμού, που οι Δυτικοί έλπιζαν ότι θα οδηγούσε και στην αποσταθεροποίησή του, αποσκοπούσαν, στην πλήρη πετρελαϊκή εξάρτηση της Κίνας, από την Δύση, με εργαλείο τα φιλοδυτικά καθεστώτα, που επεδίωκαν να στήσουν, σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Με δεδομένο ότι η Κίνα εξαρτάται, πλήρως, από το εξωτερικό, για να καλύψει τις πετρελαϊκές της ανάγκες, οι οποίες είναι θηριώδεις και διαρκώς αυξανόμενες και με, επίσης, δεδομένη την εξάρτησή της, από το ιρανικό πετρέλαιο, ήταν, απολύτως, αναμενόμενο το γεγονός ότι αυτή η ανερχόμενη δύναμη του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος, δεν θα έβλεπε, με καθόλου καλό μάτι, την όλη προσπάθεια αποσταθεροποίησης του καθεστώτος του Ιράν, η οποία είχε, ως προπομπό, την προσπάθεια των Δυτικών, για την ανατροπή του καθεστώτος της Συρίας, με το οποίο, η Τεχεράνη έχει πολύ στενές σχέσεις, οι οποίες προσομοιάζουν, με τις σχέσεις σιαμαιων αδελφών.

Και πράγματι, η κινεζική ηγεσία αντέδρασε, χωρίς προσχήματα, απειλώντας, τις Η.Π.Α. και την Δύση, με νέο παγκόσμιο πόλεμο, στην περίπτωση, που αποτολμούσαν έναν, οποιασδήποτε μορφής, πετρελαϊκό εγκλωβισμό της χώρας της, με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιονδήποτε τρόπο και αν προσπαθούσαν να τον πραγματοποιήσουν οι Η.Π.Α. και η Δύση. Το απροσχημάτιστο και ωμό αυτό μήνυμα, που εστάλη, από το Πεκίνο, παρελήφθη, από την Ουάσινγκτων, η οποία προσαρμόστηκε, αναλόγως.

Έτσι, οι Η.Π.Α. και η Δύση, μπορεί να ενέπλεξαν την συριακή κοινωνία - η οποία είναι και αυτή, περίπου, το ίδιο εύθραυστη, όπως και εκείνη του Ιράκ, αφού και το κράτος αυτό είναι προϊόν της βρετανικής αποικιοκρατίας και δημιουργήθηκε, το ίδιο τεχνητά, όπως και το Ιράκ -, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, που ενισχύθηκε, από τα ένοπλα σώματα των σουνιτών τζιχαντιστών, αλλά η αδυναμία τους να πραγματοποιήσουν μιαν άμεση στρατιωτική επέμβαση, στην Συρία, για την ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Ασάντ, οδήγησε, στην επιβίωση και στην ουσιαστική στρατιωτική επικράτηση, επί του εδάφους, των δυνάμεων του Σύρου προέδρου.

Όμως, η ήττα των σουνιτών τζιχαντιστών, στην Συρία, σε συνδυασμό, με την βλακώδη αποχώρηση του αμερικανικού στρατού κατοχής, από το Ιράκ, οδήγησε τους ένοπλους αντάρτες της ISIS, να περάσουν στα εδάφη του Ιράκ, στα οποία δεν βρήκαν κανέναν, για να τους αντιμετωπίσει, με αποτέλεσμα, μεγάλες εκτάσεις της χώρας αυτής, να έχουν περάσει, στα χέρια των ανταρτών και να ακολουθήσει μια ανθρωπιστική καταστροφή, η οποία ήλθε να προστεθεί και να επικαθήσει, στις προηγούμενες ανθρωπιστικές καταστροφές, που προέκυψαν, από τους πολέμους των περιόδων 1980 - 1989, με το Ιράν, 1990 - 1991, με την Δύση, με αιτία και αφορμή το Κουβέϊτ και την ανόητη κατάκτησή του, από τον Σαντάμ Χουσεΐν και στην συνέχεια, με τον αποκλεισμό του Ιράκ, μέχρι το 2003 και τέλος με την εισβολή των Αμερικανών και την πολυετή κατοχή, που ακολούθησε.

Έτσι η εισβολή των σουνιτών τζιχαντιστών, από την Συρία, στο Ιράκ, έδωσε την δυνατότητα, στην σουνιτική μειοψηφία, που, στο παρελθόν, στήριζε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, να εξεγερθεί, κατά της σιιτικής πλειοψηφίας και κατά των Κούρδων, φέρνοντας στο προσκήνιο την επαναφορά της μαζικής ισλαμικής τρομοκρατίας του νεκρού, πλέον, Οσάμα μπιν Λάντεν και της αλ Κάϊντα. Και η εδραίωση των ανταρτών, στα ιρακινά εδάφη, τους δίνει, όπως συνέβη και στο Αφγανιστάν, κατά την δεκαετία του 1990, μια βάση, για να προβούν, σε μαζικές τρομοκρατικές επιθέσεις, κατά των Η.Π.Α.  και της Δύσης, που τους αντιστρατεύεται.

Έτσι, η μία βλακεία φέρνει την άλλη. Οι Η.Π.Α., όπως και στην περίπτωση του Αφγανιστάν, κατά την δεκαετία του 1980, ενίσχυσαν εκείνες τις δυνάμεις, που θα βρουν μπροστά τους, ως αντίπαλο. Και γι' αυτόν τον λόγο, στρέφονται, τώρα, κατά των τζιχαντιστών, με αεροπρικούς βομβαρδισμούς, προσπαθώντας να στηρίξουν τους Κούρδους και δευτερευόντως, τους σιίτες. Αλλά, όπως έχει δείξει η πείρα του παρελθόντος, από την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι και την πρόσφατη εμπειρία της Συρίας και της Λιβύης, εάν οι όποιοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί, δεν συνοδευτούν, από μια χερσαία επέμβαση, οι τζιχαντιστές αντάρτες δεν πρόκειται να ηττηθούν, επί του εδάφους.

Αλλά, μια νέα αποστολή αμερικανικού στρατού κατοχής, στο Ιράκ, είναι, επί του παρόντος, εκτός πάσης συζητήσεως.




Ο Ρώσος πρόεδρος (και παλαιός καγκεμπίτης) Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν, με έναν σταθερό και αμετακίνητο τρόπο αρνείται να δεχθεί τις υποδείξεις των Δυτικών, τους οποίους, σιγά - σιγά, προσαρμόζει, στα δικά του μέτρα, υπενθυμίζοντάς τους τα όρια, εντός των οποίων μπορούν να κινούνται. Όπως, επίσης και τους χώρους εκείνους, στους οποίους αυτοί δεν μπορούν να κινούνται, χωρίς να υποστούν συνέπειες. Οι οποίες, ενίοτε, μπορεί να είναι και ανυπολόγιστες...




Από την άλλη πλευρά, στην Ουκρανία, οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, τα έκαναν, στην κυριολεξία, σκατά, αφού κατάφεραν να ηττηθούν, σε έναν πόλεμο, τον οποίον δεν τολμούν, καν, να δώσουν, αφού, στην περιοχή αυτή, δεν έχουν να κάνουν, με κάποια τοπική δύναμη, αλλά με την ίδια την Ρωσία, η οποία είναι δεδομένο - όπως, άλλωστε, ήταν, πάντοτε - ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την στρατηγική περικύκλωσή της, από τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, που, με την επέμβασή τους, στην Ουκρανία, υπερέβησαν τα εσκαμμένα.

Έτσι, οι  Ρώσοι, ακολουθώντας, μια light πολιτική ανάσχεσης των Δυτικών, κατέλαβαν επισήμως την Κριμαία, στην οποία άλλωστε, πάντα διατηρούσαν μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, ενώ φιλορωσικές τοπικές ομάδες, υποστηριζόμενες από μυστικά ένοπλα τμήματα του ρωσικού στρατού, ελέγχουν μια σειρά, από τις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας, ενώ, ανά πάσα στιγμή, το αποφάσισει ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η ελίτ, που κυβερνά το Κρεμλίνο, ο ρωσικός στρατός μπορεί να εισβάλει και να καταλάβει, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, μέρος, ή το σύνολο της ουκρανικής επικράτειας, χωρίς οι Η.Π.Α και το ΝΑΤΟ να ρίξουν ούτε μια τουφεκιά.

Όπως φαίνεται, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, στην περίπτωση της Ουκρανίας, έχει επιλέξει να ακολουθήσει την πολιτική του σταδιακού πνιγμού της ουκρανικής οικονομίας και την βαθμιαία υπονόμευση της ικανότητας και της νομιμοποίησης των πραξικοπηματιών του Κιέβου να κυβερνούν την χώρα αυτή και τον πληθυσμό της, αφού αυτοί και την Ουκρανία δεν μπορούν να κυβερνήσουν και είναι ανίκανοι να επιβάλουν τη θέλησή τους. Η ρωσική στρατηγική στοχεύει, στην χρησιμοποίηση της οικονομίας, της ενέργειας και της, πάντοτε, τεράστιας επιρροής της Ρωσίας, στο εσωτερικό της Ουκρανίας, για να οδηγήσει την κυβέρνηση του Κιέβου και όλον αυτόν τον εσμό των πραξικοπηματιών, των ναζιστών και των νατοϊκών μισθοφόρων, στην πλήρη κατάρρευση, μέσα από την τελική απονομιμοποίησή της, στον ουκρανικό πληθυσμό.

Στην πραγματικότητα, όσο και αν η Δύση και οι Η.Π.Α. επιθυμούν την επικράτηση των φιλοδυτικών, στην Ουκρανία, όσο και αν έχουν συμφέροντα εκεί, δεν μπορούν να κάνουν μια στρατιωτική επέμβαση, στην χώρα αυτή. Και αυτό δεν μπορούν να το κάνουν, όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή, αν επιχειρήσουν μια στρατιωτική επέμβαση, θα ηττηθούν, κατά κράτος, ενώ θα ανοίξουν τις πύλες της πυρηνικής κόλασης, στην Ευρώπη, αφού οι Ρώσοι, όπως έχουν προειδοποιήσει, θα κάνουν εκτεταμένη χρήση των τακτικών πυρηνικών όλων, για να συντρίψουν τις στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, από την Βαλτική, μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Και φυσικά, θα το πράξουν, εάν χρειασθεί. Και πιθανότατα, δεν θα μείνουν, μόνο, στην χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα είναι που κάνει τους Δυτικούς να δειλιάζουν. Η Ρωσία, ως στρατιωτική και πυρηνική υπερδύναμη, που είναι, ως κληρονόμος του οπλοστασίου της "σοβιετικής" εποχής, μπορεί να μετατρέψει την Δύση, σε ραδιενεργό σκόνη. Και αυτό δεν είναι λίγο. Κάθε άλλο.


Βέβαια, οι Δυτικοί - δηλαδή οι Η.Π.Α. - , μπορούν να ανταποδώσουν το κτύπημα, με τα ίδια αποτελέσματα. Αλλά αυτό δεν αποτελεί παρηγοριά και δεν απαλύνει τον φόβο, όταν οι εξελίξεις οδηγούνται, σε ακραία επίπεδα.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει περιθώριο, για οποιαδήποτε αμερικανική και νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση, αφού αυτή θα σημάνει πόλεμο, με την Ρωσία. Αλλά, ακόμη και εάν ο πόλεμος περιοριστεί, σε επίπεδο συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων, δεν υπάρχει κάποια συμμαχική δομή, που  να στηρίξει μια τέτοια τεράστια επιχείρηση, δεν υπάρχουν οι απαραίτητες στρατιωτικές βάσεις, στις οποίες να έχουν συγκεντρωθεί οι αναγκαίες δυνάμεις για να την υποστηρίξουν, ενώ, οι Η.Π.Α. και οι νατοϊκές δυνάμεις θα βρίσκονταν, μέσα σε μια τεράστια χώρα - την Ουκρανία -, την οποία θα έπρεπε να κατακτήσουν και να διοικήσουν, κάτι που θα ήταν, περίπου, αδύνατο, αφού οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα μάχονταν μακριά από το σπίτι τους, ενώ οι Ρώσοι θα πολεμούν, μέσα στο δικό τους σπίτι.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, ούτως, ή άλλως, η ήττα των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ θα είναι συντριπτική, ενώ η Ευρώπη - αν επιβιώσει -, μετά από έναν τέτοιο πόλεμο, δεν θα είναι αυτή, που είναι τώρα.

Τα πράγματα είναι, ακόμη χειρότερα, για τις Η.Π.Α. και τους Δυτικούς, στον βαθμό, που σκέπτονται και συζητούν να διεξάγουν έναν συμβατικό πόλεμο, με την Ρωσία, για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, στην Ουκρανία, μέσω των Πολωνών, των Τσέχων και των Ρουμάνων, τους οποίους, προφανώς και θα στηρίξουν.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σεναρίου. Οποιαδήποτε εμπλοκή στρατιωτικών δυνάμεων των πρώην χωρών του "υπαρκτού σοσιαλισμού", στην Ουκρανία, θα οδηγήσει, στην απροσχημάτιστη εμπλοκή των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, με αυτές, εντός του ουκρανικού εδάφους. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης θα είναι η συντριβή των στρατιωτικών δυνάμεων των χωρών αυτών, από τους Ρώσους, η οποία, πιθανότατα, θα συνοδευτεί, από την κατάληψη μέρους ή και του συνόλου των εδαφών των χωρών αυτών, από τον ρωσικό στρατό, ενώ οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ, δεν θα μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα - εκτός, από το να κηρύξουν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Δεν θα το πράξουν. Και δεν θα το πράξουν, διότι οι Δυτικοί είναι δειλοί. 


Και αν το πράξουν - δηλαδή εάν κηρύξουν πόλεμο, στην Ρωσία -, δεν θα πολεμήσουν, αλλά θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν την κήρυξη του πολέμου, ως διαπραγματευτικό χαρτί και θα κοιτάξουν να διαπραγματευθούν, για να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα.


Και στην Ουκρανία και στην Συρία, παρά την διαφορετικότητα των περιπτώσεων, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ έχουν συμφέροντα στις περιοχές αυτές, δεν μπορούν να προχωρήσουν, με την χρήση άμεσης βίας. Οι Αμερικανοί δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουν άμεση ισχύ, για να επιβάλουν μια λύση. Όχι γιατί ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελέσει λύση, ούτε επειδή φοβούνται το κόστος, τον χρόνο προετοιμασίας και την ίδια την αιματοχυσία, επειδή, όλα αυτά μαζύ, μπορεί να είναι πάρα πολύ μεγάλα.

Οι Αμερικανοί, το ΝΑΤΟ και η Δύση δεν φοβούνται τον πόλεμο. Τον οποιονδήποτε πόλεμο. 

Αυτό που φοβούνται είναι την ήττα, που θα προκύψει, από έναν πόλεμο, με την Ρωσία. Μιά ήττα, η οποία, στην περίπτωση της Ουκρανίας, είναι σίγουρη και ήδη, παρούσα...

1 σχόλιο:

diotima είπε...

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση.