Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

2014 : Η αναδιάρθρωση της απασχόλησης, η προλεταριοποίηση του πληθυσμού, η αύξηση της φορολογίας, η δημοσιονομική αστάθεια, το δημόσιο χρέος και η εμβάθυνση των αδιεξόδων της ελληνικής οικονομίας και της ευρωζώνης, ως αποτελέσματα του ισχύοντος Δημοσιονομικού Συμφώνου.



Όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, η κατανομή του εργατικού δυναμικού, στην ελληνική οικονομία, κατά την περίοδο 2006 - 2008, όταν, ακόμη, οι αγελάδες φαίνονταν - και ήσαν - παχιές, δείχνει το άτοπο και το αδύνατο της πραγματοποίησης των νέων δημοσιονομικών στόχων, που θέτει το νέο και ισχύον, από εφέτος, στην ευρωζώνη, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και για μείωση του δημόσιου χρέους, χωρίς την εκτεταμένη χρήση της εκτύπωσης χρήματος - δηλαδή του seigniorage -, από το ελληνικό κράτος.

Η μεγάλη αναλογία των αυτοαπασχολούμενων, μέσα στο σύνολο του, οικονομικά, ενεργού πληθυσμού, δηλαδή του εργατικού δυναμικού, καθιστά απαγορευτική και αδύνατη την ύπαρξη μιας σταθερής φορολογικής βάσης, πάνω στην οποία θα ήταν δυνατόν να στηριχθεί η απρόσκοπτη ροή των δημοσίων εσόδων και η χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών, όπως συμβαίνει στις ευρωπαϊκές οικονομίες του βορρά, όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις, αποτελούν την πλειοψηφία των παραγωγικών μονάδων και του συνόλου των επιχειρήσεων, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού αποτελείται από απασχολούμενους, με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Στην ελληνική οικονομία, όπου η επικρατούσα τάση είναι αντίθετη, με το 96% των επιχειρήσεων να είναι μικρής κλίμακας και με ένα τεράστιο αριθμό αυτοαπασχολουμένων και πάσης φύσεως εργοδοτών, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη σταθερής φορολογικής βάσης και έτσι, δεν μπορεί να επιτευχθεί μια διαρκής και ασφαλής είσπραξη των δημοσίων εσόδων, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας των φοροεισπρακτικών μηχανισμών να επιτελέσουν το έργο τους και να αντιμετωπίσουν την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, στην οποία, εκ των πραγμάτων και εκ της διαρθρώσεως της ελληνικής οικονομίας, καταφεύγουν αυτά τα στρώματα.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι σαφές ότι οι προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ευρωζώνης ισχύουν, για εκείνες τις χώρες, όπου η ύπαρξη των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και η πλειοψηφική συμμετοχή των μισθωτών, στην κατανομή του εργατικού δυναμικού, επιτρέπουν την οικοδόμηση μιας σταθερής φορολογικής βάσης και στην μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, από τα κρατικά έσοδα, που προκύπτουν από την φορολογία των πολιτών - και αυτό, μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Για την ελληνική οικονομία, όσο αυτή ακολουθεί το παρόν μοντέλο οικονομικής λειτουργίας και ανάπτυξης, οι δημοσιονομικοί κανόνες της ευρωζώνης, είτε αυτοί αφορούσαν την Συνθήκη του Μάαστριχτ, είτε αφορούν το νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που προέκυψε, μετά την κρίση του 2009 - 2010, που έπληξε την ευρωζώνη και συνεχίζεται ακάθεκτη, οι κανόνες αυτοί ήσαν και είναι ανεδαφικοί και ανεφάρμοστοι, πάνω σε μια διαρκή βάση. Οι δημοσιονομικοί αυτοί κανόνες θα μπορούσαν να έχουν μια κάποια εφαρμογή, εάν η Ελλάδα άλλαζε μοντέλο οικονομικής λειτουργίας και ανάπτυξης. Εάν δηλαδή, προσαρμοζόταν στο μοντέλο λειτουργίας των βορειοευρωπαϊκών χωρών, με τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, γεγονός το οποίο προϋποθέτει και την μετατροπή της πλειοψηφίας του εργατικού δυναμικού της χώρας, σε μια πλειοψηφία μισθωτών.

Είναι προφανές ότι ο στόχος των δημιουργών των Μνημονίων είναι αυτός. Και ναι, μεν, η μεσομακροπρόθεσμη επιδίωξή τους είναι η μείωση των δαπανών και η αύξηση των εσόδων, για να παύσει η ελληνική οικονομία να στηρίζεται, πρωτογενώς, στην δανειοδότηση, αλλά, από την άλλη πλευρά, η μακροπρόθεσμη επιδίωξή τους εντοπίζεται στην μετατροπή της πλειοψηφίας του εργατικού δυναμικού, από μια πλειοψηφία αυτοαπασχολούμενων και εργοδοτών, σε μια πλειοψηφία μισθωτών. Ο στόχος αυτός μπορεί να είναι πολύ φιλόδοξος, αλλά είναι αυτός, που είναι, έτσι όπως είναι και έτσι όπως πραγματοποιείται, ήτοι μέσα από το βαρύτατο πλήγμα, που πραγματοποιεί η ραγδαία και σαρωτική πτώση τής συναθροιστικής ζήτησης και του ΑΕΠ της χώρας, στις μικρές και μεσαίες μονοπρόσωπες, ή ολιγοπρόσωπες επιχειρήσεις.

Το πλήγμα αυτό στην ζήτηση, δεν είναι προσωρινό, ούτε ευκαιριακό. Δεν γίνεται, απλώς, για ταμειολογιστικούς λόγους, που αποσκοπούν, σε μια δημοσιονομική εξισορρόπιση, ή σε μια αναδιάρθρωση κάποιων κλάδων της εντόπιας αγοράς. Το πλήγμα αυτό έχει μακροπρόθεσμη προοπτική και διαρκή βάση, στοχεύοντας, στην ριζική αναδιάρθρωση της σύνθεσης του εργατικού δυναμικού της χώρας και των παραγωγικών της μονάδων, παραπέμποντας, όπως είπαμε, στην αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το κλείσιμο των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων γίνεται όχι για να λειτουργήσουν αυτές αργότερα, αλλά για να μην λειτουργήσουν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, ποτέ ξανά στο μέλλον και να αντικατασταθούν, αργότερα (άγνωστο πότε), από άλλες επιχειρήσεις ικανού μεγέθους, οι οποίες θα μπορούν να χρηματοδοτούν τις δημόσιες δαπάνες της χώρας, χωρίς την υπέρμετρη προσφυγή στον δανεισμό.






Έτσι, ο ορυμαγδός από τα λουκέτα, που έχουν ενσκήψει, στον χώρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και η σαρωτική ανεργία, που έχει έλθει, ως επακόλουθο, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από εργαλεία, για την επίτευξη αυτών των στόχων, που παραπέμπουν στην μακροπρόθεσμη αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος, πάνω στο οποίο επιδιώκεται να στηριχθεί, στο μέλλον, η χώρα. Αυτή η διαδικασία, άλλωστε, δεν είναι κάτι το νέο και ανταποκρίνεται στην γενικότερη τάση του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όπως αυτός εξελίχθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, γεγονός το οποίο απεικονίζεται, παραστατικότατα, στον παραπάνω πίνακα, ο οποίος καταγράφει την σχέση και τα επίπεδα των ρυθμών της οικονομικής ανάπτυξης και της ανεργίας στις καπιταλιστικές χώρες, παρακολουθώντας την εξέλιξη και τις τάσεις τους, μέσα σε μια περίοδο 40 ετών, από το 1961, έως το 2001. Αυτό, που αλλάζει, δραματικά, τα δεδομένα είναι η ταχύτητα της επιδιωκόμενης προσαρμογής στην ελληνική οικονομία.

Η επακόλουθη δημιουργία του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού - για να θυμηθούμε και τον Karl Marx -, ενός στρατού, που στηρίζεται στην γοργή προλεταριοποίηση των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και στην δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου του στρώματος των μισθωτών, στον ιδιωτικό, αλλά, τώρα και στον δημόσιο τομέα, που και αυτό το στρώμα, σε έναν μεγάλο βαθμό οδηγείται στην ανεργία, υποτίθεται ότι θα οδηγήσει, κάποια στιγμή, στην δημιουργία εκείνων των συνθηκών, μέσω της δραματικής πτώσης των μισθών και των λοιπών απολαυών των εργαζομένων, που θα επιτρέψουν, με την προσέλκυση των απαραίτητων επενδύσεων, την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, πάνω σε μια νέα βάση.

Αυτές είναι οι προθέσεις, που διαρθρώνουν το σχέδιο, που κρύβεται, πίσω από την κατασκευή των Μνημονίων. Και αυτό - υποτίθεται ότι - είναι το σχέδιο.

Ανοησίες.

Όσο το ευρώ είναι αυτό, που είναι - όσο δηλαδή είναι ένα σκληρό νόμισμα -, οι στόχοι αυτοί δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Και δεν θα υλοποιηθούν, απλούστατα, επειδή, όσο και να πέσουν οι μισθοί, εντός των χωρών της ευρωζώνης, πάντοτε θα υπάρχουν μισθοί κάπου αλλού, εντός ή εκτός ευρωζώνης, οι οποίοι θα είναι, ή θα προσαρμόζονται, έτσι ώστε να είναι, πάντοτε, μικρότεροι, ενώ η διαρκής πτώση της ζήτησης, ή η ασθενική ανάπτυξή της, σε συνδυασμό, με την αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, στην ευρωζώνη και στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, θα οδηγεί τις οικονομίες της ευρωζώνης, παρά τις, επί μέρους, αναλαμπές, σε μια υφεσιακή στασιμότητα, σε φαινόμενα αποπληθωριστικού πληθωρισμού, όπως συμβαίνει, με ένα πλήθος από χώρες της ευρωζώνης και σε φαινόμενα αποπληθωρισμού, όπως συμβαίνει, από τα μέσα του 2013, στην Ελλάδα.

Όταν κάποιος αναλογισθεί και προσπαθήσει να περιγράψει τις επιδιώξεις και τους στόχους των πολιτικών, που εκπορεύονται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, αντιλαμβάνεται, με την πρώτη ματιά, το οικονομικό και το κοινωνικό αδιέξοδο αυτών των επιδιώξεων, όταν δει το γενικότερο πλάνο, μέσα στο οποίο κινούνται οι οικονομίες της ευρωζώνης και όταν συνδυάσει αυτό το πλάνο, με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ίδιας της ευρωζώνης, ως θεσμικού πλαισίου μιας νομισματικής ένωσης.

Ο παρατηρητής αυτός, επίσης, αντιλαμβάνεται ότι η επίτευξη αυτών των στόχων απαιτεί την μακροπρόθεσμη υποταγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σε πραγματικούς υπαναπτυξιακούς ρυθμούς, οι οποίοι, φυσικά, ακόμη και όταν, προσωρινά, αντιστρέφονται, αυτή η αντιστροφή θα πραγματοποιείται, σε χαμηλά επίπεδα, με αυξανόμενους ρυθμούς ανισοκατανομής του εισοδήματος, μέσα στους πληθυσμούς των χωρών της ευρωζώνης και μια πλήρη κυριαρχία των τραπεζικών ελίτ - όσων επιβιώσουν -, επί των υπόλοιπων ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Αυτή η διαδικασία, βέβαια, δεν αφορά, μόνο την ευρωζώνη. Εξελίσσεται, σε όλον τον αναπτυγμένο και αναπτυσσόμενο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας, με αρχή εκκίνησης την δεκαετία του 1980 και την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", αλλά, στην ευρωζώνη, λόγω των ειδικών συνθηκών, που επικρατούν, σε αυτήν και που χαρακτηρίζονται, από την ύπαρξη ενός κοινού νομίσματος - του ευρώ -, συνδυασμένη με την έλλειψη μιας ενιαίας κρατικής αρχής, η οποία να διοικείται από μια κεντρική κυβέρνηση, έχει φθάσει σε ακραία και ανελαστικά επίπεδα εφαρμογής, τα οποία λειτουργούν, χωρίς τα αντισταθμίσματα, που υπάρχουν, σε ένα ενιαίο, ή σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.

Αυτά τα αντισταθμίσματα, στην πράξη, δεν είναι επουσιώδη, αφού διευθετούν τις ενσκήπτουσες υφέσεις, εντός των οικονομικών περιοχών των ενιαίων και των ομοσπονδιακών κρατών, με την μεταφορά των παραγόμενων πλεονασμάτων, από τις πλεονασματικές περιοχές, στις ελλειμματικές και λειτουργούν, με δεδομένη, ως προϋπόθεση, την υποταγή των Κεντρικών Τραπεζών, στις κεντρικές κυβερνήσεις, που είναι εκείνες, που προσδιορίζουν την ασκούμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, οι οποίες γίνονται εργαλεία, στα χέρια των κεντρικών κυβερνήσεων, για την αντιμετώπιση των υφέσεων, με διάφορους συνδυασμούς αύξησης της νομισματικής κυκλοφορίας και των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίοι, άλλοτε είναι επιτυχείς και άλλοτε όχι, αλλά που σε κάποιον βαθμό - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - καταφέρνουν να μειώνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κυριαρχίας των σύγχρονων γραφειοκρατικών μπατιροτραπεζιτικών ελίτ.

Στην ευρωζώνη, με δεδομένη την ανυπαρξία κεντρικής κυβέρνησης και με, επίσης, δεδομένη την μεγάλη αυτονομία των κεντροτραπεζιτών της Ε.Κ.Τ. να καθορίζουν την νομισματική πολιτική της ένωσης, σύμφωνα, με τις αντιλήψεις και τα συμφέροντα, όπως αυτές και αυτά προσδιορίζονται από την μπατιροτραπεζοκρατία και τις ισχυρές χώρες της ευρωζώνης, με προεξάρχουσα την Γερμανία, αυτή η διαδικασία κινείται χαοτικά, παρά τις όποιες διευθετήσεις και σχεδόν, πάντοτε, εξ αιτίας αυτών.

Αυτή η εξέλιξη έχει σαν αποτέλεσμα την κατακρήμνιση των αναπτυξιακών προοπτικών των οικονομιών της ευρωζώνης, για χάρη της νομισματικής "ευταξίας" και της ανεπιφύλακτης προστασίας του κοινού νομίσματος - του ευρώ -, ως ενός σκληρού νομίσματος, το οποίο καθίσταται, έτσι, ένας νέος "χρυσούς κανόνας" της εποχής μας, καθιστάμενο το πιο σκληρό νόμισμα, στον κόσμο, με αποτέλεσμα να γονατίζει τις οικονομίες όλων των χωρών εκείνων, που συναποτελούν αυτήν την νομισματική ένωση. Όχι, μόνον, των ελλειμματικών, που παγιδεύονται, μέσα σε μια διαρκή ύφεση, αλλά και των πλεονασματικών, οι οποίες - όσο και αν μηχανεύονται διάφορους τρόπους και όσο και αν κατασκευάζουν διάφορους μηχανισμούς, για να το αποφύγουν -, στο τέλος, θα κληθούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς, που συσσωρεύονται, μέσα από την λειτουργία της ευρωζώνης, αλλά και εκείνους τους λογαριασμούς, οι οποίοι δημιουργήθηκαν, πριν από την λειτουργία αυτής της νομισματικής ένωσης και.μεταφέρθηκαν, εντός αυτής, κατά παράβαση, των προσυμφωνημένων όρων της Συνθήκης του Μάαστριχτ, με την αποδοχή, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον γαλλογερμανικό άξονα, της εισόδου στην ευρωζώνη και εκείνων των χωρών, οι οποίες είχαν δημόσια χρέη, τα οποία υπερέβαιναν, κατά πολύ, το 60% του ετήσιου ΑΕΠ τους.

Οι λογαριασμοί αυτοί, στο τέλος, όπως είναι, ήδη, φανερό, δεν θα μπορούν να πληρωθούν, ενώ, παράλληλα, θα υφίστανται τις διαβρωτικές επιπτώσεις μιας - περισσότερο, ή λιγότερο - ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα είναι πολύ μικρότερη, από εκείνα τα επίπεδα, που οι πραγματικές δυνατότητες των οικονομιών αυτών επιτρέπουν, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει, σε ένα όριο, το οποίο θα εκμηδενίσει και αυτά τα ασθενικά επίπεδα ανάπτυξης και θα τις οδηγήσει σε οξεία κρίση, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα πιστοποιήσει αυτό που, ήδη, συμβαίνει και το οποίο δεν είναι άλλο από τον θάνατο της ζώνης του ευρώ, ως νομισματικής ένωσης.

Η διαδικασία αυτή αφορά όλες τις χώρες της ευρωζώνης και είναι ανεξάρτητη από το ύψος των δημοσίων χρεών τους. Είτε τα κράτη των χωρών της ευρωζώνης είναι υπερχρεωμένα, είτε όχι, δεν πρόκειται να ξεφύγουν, από την ίδια και τα αποτελέσματά της.

Φυσικά, οι χρεωστικοί λογαριασμοί, στην ευρωζώνη είναι τεράστιοι και εξακολουθούν να φουσκώνουν. Ας δούμε την εξέλιξη των δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν, στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2013 :

Τα υψηλότερα ποσοστά του δημόσιου χρέους, ως προς το ΑΕΠ, καταγράφηκαν στην Ελλάδα, που έφθασαν στα επίπεδα του 171,8%, στην Ιταλία, που άγγιξαν το 132,9%, στην Πορτογαλία, όπου το ποσοτό αυτό έφθασε στο 128,7% και στην "σωσμένη" Ιρλανδία, όπου το δημόσιο χρέος της, έφθασε στο 124,8%.

Προφανώς, αυτά τα επίπεδα των κρατικών χρεών, εντός ευρωζώνης δεν εκφράζουν το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης. Υπάρχουν και χώρες, που έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα δημοσίων χρεών, όπως η Εσθονία, με 10,0% και το Λουξεμβούργο, με 27,7%. Αλλά η γενική τάση, που επικρατεί, στην ευρωζώνη, προσιδιάζει στην συμπεριφορά των υπερχρεωμένων χωρών. Το επίπεδο των δημόσιων χρεών είναι υψηλό, οδεύει, ταχέως, προς το 100% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης και φυσικά θα το ξεπεράσει, αφού τα συνολικά δημόσια χρέη των χωρών της φουσκώνουν, σαν το ζυμάρι. Άλλωστε, οι μεγαλύτερες αυξήσεις των δημοσίων χρεών στην ευρωζώνη υπήρξαν, κατά την περίοδο αυτή, στην Κύπρο, όπου το δημόσιο χρέος της αυξήθηκε, κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, υπερβαίνοντας τα 18 δισ. € και το 100% του ΑΕΠ, στο Λουξεμβούργο, όπου η αύξηση έφθασε τις 4,6 ποσοστιαίες μονάδες και στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος της, επίσημα, αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες - και στην πραγματικότητα, κατά πολύ περισσότερο.

Βέβαια, υπήρξαν - ή εμφανίστηκαν λογιστικά - και μειώσεις, όπως, στην Πορτογαλία, κατά 2,6 μονάδες, στην Φινλανδία, κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, στο Βέλγιο 1,5 ποσοστιαία μονάδα και στην Γερμανία, κατά 1,4 μονάδα. Αλλά αυτές οι μειώσεις στερούνται σημασίας, διότι και συγκυριακές είναι και ανεπαίσθητες - όταν δεν είναι λογιστικές ωραιοποιήσεις μιας πραγματικότητας, η οποία δεν είναι πραγματική. Π.χ. το γερμανικό δημόσιο χρέος των 2,052 δισ. € εμφανίζεται, ως αυτό που είναι (δηλαδή ως 81% του ΑΕΠ), επειδή δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν προσμετρώνται, στο γερμανικό δημόσιο χρέος, οι γερμανικές κρατικές εγγυήσεις, για την ελληνική δανειοδότηση, μέσα από τους "μηχανισμούς στήριξης", αφού όλοι οι υπολογισμοί στηρίζονται δεδομένο ότι τα χρέη αυτά θα αποπληρωθούν, αν και αυτό είναι σίγουρο ότι δεν θα συμβεί.



1990 - 2012 : Η εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους, μέσα από τις τοκοχρεωλυτικές και τις λοιπές του επιβαρύνσεις, είχε πάρει τον δρόμο του, υπερβαίνοντας το 100% του ΑΕΠ της χώρας, ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όσο το χρέος αυτό, ήταν - κατά βάση - δραχμικό, ως προς την σύνθεσή του, μπορούσε, εύκολα να εξυπηρετηθεί, από το ελληνικό κράτος, με την άσκηση του seigniorage και από αναχρηματοδότησή του, από την εσωτερική χρηματοπιστωτική αγορά. Όταν το ίδιο αυτό δημόσιο χρέος, το 1999, με την οριστική απόφαση, για ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, μετετράπη, ως προς την νομισματική του βάση, σε ένα χρέος σε ευρώ, δηλαδή σε ένα νόμισμα, στην έκδοση και στην κυκλοφορία του οποίου η εντόπια ελίτ έχασε κάθε έλεγχο, αυτό το χρέος μετατράπηκε σε ένα σκληρό χρέος, το οποίο δεν μπορούσε, πλέον, να χρηματοδοτηθεί, με τις συνήθες διαδικασίες. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο και η ελληνική οικονομία οδηγήθηκαν, ήδη, από την ένταξή της χώρας στην ευρωζώνη, το 2002, σε μια κατάσταση αφανούς χρεωκοπίας (όπως συνέβη, άλλωστε και με, σχεδόν, όλες οι χώρες της ευρωζώνης), ασχέτως, εάν οι  ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί παρουσίαζαν πρωτογενή πλεονάσματα, ή όχι - αν και δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι, μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, οι κρατικοί προϋπολογισμοί εμφάνιζαν, ως επί το πολύ, πρωτογενή ελλείμματα. (Όπως, άλλωστε, πρωτογενώς, ελλειμματικός είναι και ο προϋπόλογισμός του 2013, παρά τα, περί του αντιθέτου, θρυλούμενα, από την κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων, αφού στο παρουσιαζόμενο, ως πρωτογενές πλεόνασμα, συμπεριλαμβάνονται 2,034 δισ. €, από αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, που κατείχαν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης, ενώ, γενικώς, οι τόκοι, που εισπράττονται δεν πρέπει να προσμετρώνται, σε αυτό το δημοσιονομικό μέγεθος, όπως, ακριβώς δεν προσμετρώνται και οι τόκοι, που καταβάλλει το ελληνικό δημόσιο, για τα ομόλογα, αφού όλα αυτά προσμετρώνται στο γενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, για να παρουσιασθεί αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα", στον προϋπολογισμό του 2013, αφαιρούνται και 6,139 δισ. €, που αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, αν και αυτές λογίζονται, ως δαπάνες. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ιδίως, όταν αυτός είναι υπουργός Οικονομικών, σαν τον Γιάννη Στουρνάρα, ή Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, σαν τον Γιώργο Προβόπουλο)...



Όλοι όσοι παρακολουθούν την επιχειρηματολογία μου, όλα αυτά τα χρόνια, γνωρίζουν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο, εντός ευρωζώνης, όσο ακολουθούνται οι κανόνες του Μάαστριχτ. Αυτά τα έλεγα από τότε, που το χρέος αυτό ήταν, ακόμη, διαχειρίσιμο και μετά, όταν, πλέον, έγινε μη διαχειρίσιμο. Δηλαδή πριν, από το 2002. Ας ξαναθυμηθούμε την σχετική επιχειρηματολογία : 

Μέχρι το 2001 - και, για να είμαι ακόμη πιο ακριβής, μέχρι το 1999, που ελήφθη η οριστική απόφαση ,από την εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον γαλλογερμανικό άξονα, να ενταχθεί η Ελλάδα στην Ο.Ν.Ε., το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν εύκολα διαχειρίσιμο, επειδή ήταν δραχμικό. Με την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη - και γι' αυτόν τον, εντελώς, πραγματιστικό λόγο, διαφωνούσα με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη -, το ελληνικό δημόσιο χρέος έπαυσε να είναι ένα μαλακό και αυτοεξυπηρετούμενο χρέος και κατέστη μη εξυπηρετήσιμο, χρεωκοπώντας, ήδη, από τότε, την χώρα. Και επειδή δεν μου αρέσουν οι ιδεοληψίες (είτε αυτές είναι "ευρωπαϊστικές", είτε "αντιευρωπαϊστικές"), πάντα, πίστευα ότι, από εκεί και πέρα, η όλη υπόθεση ήταν υπόθεση χειρισμών της εντόπιας πολιτικής ηγεσίας, η οποία απεδείχθη κατώτερη, ακόμη και των χείριστων προσδοκιών. Θυμάμαι τον αφελή και ανίκανο Γιωργάκη και με πιάνουν τα πικρά γέλια. Όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει το δημοσίευμά μου στο παρόν μπλογκ, με τίτλο : "ΕΚΛΟΓΕΣ 4/10/2009 - ΠΑΣΟΚ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΗΤΤΑ ΣΤΟΝ ΘΡΙΑΜΒΟ με τον ίδιο αριθμό ψήφων, που είχε και στις εκλογές του 2004! (Ή ΠΩΣ Η ΝΔ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/4102009-2004.html και θα καταλάβει το γιατί.

Όσον αφορά το εάν θα έσκαγε, ή όχι, το ελληνικό δημόσιο χρέος, πρέπει να πω ότι δεν χρειάζονται οι ιδεοληψίες, ως προς την έκφραση οποιασδήποτε άποψης, επί του, εν λόγω, ζητήματος. Δεν βοηθούν και συσκοτίζουν τα δεδομένα του. Το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν θα έσκαγε, εάν η Ελλάδα δεν εισερχόταν στην ευρωζώνη. Θα παρέμενε ένα, κατά βάση, δραχμικό, δηλαδή ένα μαλακό και αυτοεξυπηρετούμενο χρέος και δεν θα είχε χρεωκοπήσει την ελληνική οικονομία, αφού η νομισματική του σύνθεση ήταν τέτοια που του επέτρεπε να αυτοχρηματοδοτείται. Οι "λεβέντες" της εντόπιας πολιτικοοικονομικής ελίτ τα έκαναν μούσκεμα. Πήραν ένα χρέος, που ήταν εκφρασμένο, κατά 85%, σε δραχμές (που τις έκοβαν οι ίδιοι και το πλήρωναν) και το μετέτρεψαν, σε ένα χρέος σε ευρώ (το οποίο δεν έκοβαν οι ίδιοι και φυσικά, δεν μπορούσαν να το πληρώσουν). Ως εκ τούτου, τα πράγματα είναι απλά. Πολύ απλά. Και πρέπει να λέγονται, όσο και αν στενοχωρούν :

Η ευρωζώνη χρεωκόπησε την ελληνική οικονομία. (Μαζύ με την βλακεία, την ανικανότητα στρατηγικής πρόβλεψης και τακτικής διαχείρισης και την δουλοπρέπεια της εντόπιας πολιτικής ηγεσίας, βεβαίως-βεβαίως).


Βλέποντας, έτσι, τις διαστάσεις του προβλήματος, που έχει δημιουργηθεί, στην ευρωζώνη, εξ αιτίας της συγκρότησής της, ως νομισματικής ένωσης, μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί δεν λύθηκε το ζήτημα του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και των υπολοίπων. Και τα πράγματα γίνονται, ακόμη, χειρότερα, εάν λάβουμε, υπόψη μας, την νέα διάρθρωση της ευρωζώνης, που έχει διαμορφωθεί, από εφέτος.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, με τους δεδομένους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, που έχουν δημιουργηθεί, ως "απάντηση", στην κρίση, που προέκυψε, μέσα στην ευρωζώνη, από τα τέλη του 2009 και τις αρχές του 2010, κράτη, σαν την Ελλάδα, δεν μπορούν να μειώσουν τα δημόσια χρέη τους, ούτε σε απόλυτα μεγέθη, ούτε, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους και δεν μπορούν να ανταποκριθούν, με τις δικές τους δυνάμεις, στις προβλέψεις και τους στόχους, που έχουν θεσμοθετηθεί, με τους κανόνες αυτούς.

Για να μπορέσει η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, που βρίσκονται, σε ευάλωτη θέση, να εφαρμόσουν τις προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ευρωζώνης θα πρέπει να εφαρμόσουν, στο μέλλον, διαρκείς πολιτικές λιτότητας, οι οποίες θα καταρρακώσουν τις οικονομίες τους, χωρίς να λύσουν το βαρύτατο πρόβλημα χρέους, που έχουν και το οποίο - υποτίθεται ότι - αντιμετωπίζεται, με αυτές τις πολιτικές. Και μπορεί, μεν, η χώρα μας (όπως και οι άλλες) να είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, αλλά αυτό οδηγεί στην πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών δεσμεύσεων, τις οποίες έχει αποδεχθεί και έχει θεσμοθετήσει, με την υπογραφή της η ψοφοδεής "ευρωπαϊστική" πολιτική ελίτ, που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας.

Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει, απλούστατα, ότι, εντός του ερχόμενου Απριλίου (ή, έστω, μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου, εάν οι ευρωζωνίτες δώσουν μια παράταση, στην παραπαίουσα κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων και του μπουχέσα συγκυβερνήτη), η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να δημοσιοποιήσει το νέο Μεσοπρόθεσμο της τριετίας 2014 - 2016, στο οποίο θα εμπεριέχονται τα μέτρα, που θα προσαρμόσουν την εξέλιξη των ελληνικών δημοσιονομικών μεγεθών, στις προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων, δηλαδή την επίτευξη, σε διαρκή βάση, ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, γεγονός το οποίο παραπέμπει, όπως, εγκαίρως, έχουμε πει, στην υπογραφή ενός 3ου Μνημόνιου, το οποίο έχει καταστεί αναπόφευκτο.

Η υπογραφή του 3ου Μνημονίου, μάλιστα, απαιτείται, επιτακτικά, από τους δανειστές, οι οποίοι επισημαίνουν, δια του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, ότι, μπορεί πλέον, το ελληνικό ποτήρι να μην είναι άδειο, όπως ήταν το 2009, αλλά είναι μισογεμάτο, πλην, όμως, μένουν πολλά, ακόμη, να γίνουν. Και αν δεν γίνουν, επειδή, ίσως, στην διακυβέρνηση της Ελλάδας θα ανέλθουν οι αντιευρωπαϊστές, αυτό δεν θα επηρεάσει την γερμανική οικονομία, η οποία είναι προστατευμένη, από μια έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Αυτά τα λόγια του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, πέρα, από την πίεση, που ασκούν στους εντόπιους "κυβερνήτες" και πέρα, από την εσωτερική διάσταση, που έχουν, αφού απευθύνονται και στο γερμανικό κοινό, είναι προφανές ότι καθιστούν σαφή την ενεργό παρουσία ενός γερμανικού plan B, το οποίο περιέχει το σενάριο της ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη. Και όχι μόνον της ελληνικής εξόδου, αλλά και μιας μεγαλύτερης διάσπασης της νομισματικής αυτής ένωσης.


video

Το βίντεο, με την χιουμοριστική, αλλά και ρεαλιστική παράφραση του παλιού τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη (το οποίο ο αείμνηστος συνθέτης το είχε γράψει, στην δεκαετία του 1930 και ενώ το 1932 είχε συμβεί η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, λόγω της πολιτικής της "χρυσής δραχμής", που ακολούθησε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου), από το κινηματογραφικό έργο, που ετοιμάζει ο, πάντα, μαχητικός Δημήτρης Κολλάτος είναι, άκρως, περιγραφικό, ως προς την ανικανότητα και την κλεπτοκρατική λογική της πολιτικής τάξης της χώρας, η οποία, με τις επιλογές της, έριξε το σκάφος, στα βράχια. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η αιτία της τωρινής χρεωκοπίας εντοπίζεται περισσότερο στην ανικανότητα και λιγότερο στην κλεπτοκρατία και στην διαφθορά του πολιτικού κόσμου, αφού η διαφθορά ήταν δεδομένη, σε όλες τις προηγούμενες γενεές των πολιτικών, που κουμαντάρισαν τις τύχες της χώρας, μετά την δεκαετία του 1940, οι οποίες, παρά την συστηματική λεηλασία του δημόσιου πλούτου, στην οποία επιδόθηκαν, δεν οδήγησαν την χώρα, στην χρεωκοπία. Αυτό συνέβη, διότι τα μέλη των προγενέστερων πολιτικών τάξεων, αν και διακατεχόμενα από την ίδια κλεπτοκρατική λογική, υπήρξαν, διαχειριστικά, επαρκή και ικανά να κουμαντάρουν την χώρα (συμπεριλαμβανομένων και των μελών των δικτατορικών κυβερνήσεων, τα οποία, στην τελευταία τους εκδοχή της περιόδου του Δημητρίου Ιωαννίδη, αποδείχθηκαν, ως προς τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ότι ήσαν πράκτορες ξένων δυνάμεων). Η παρούσα γενιά, που απαρτίζει την πολιτική τάξη της χώρας και το σύνολο της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, απεδείχθησαν, κυρίως, ανίκανες. Όσον αφορά τον διαβόητο Γιωργάκη, φυσικά, αυτό που του αξίζει δεν είναι ο θάνατος, για τον οποίον, χιουμοριστικά, ομιλεί ο Δημήτρης Κολλάτος. Αυτό που του αξίζζει και που πρέπει να γίνει, είναι η παραπομπή του στην Δικαιοσύνη και η διενέργεια δίκης από τα δικαστήρια της χώρας, για όσα έπραξε, ως υπουργός των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη, από το 1996 και μετά. Και ιδίως, για όσα έπραξε από το 2009, μέχρι το 2011, ως πρωθυπουργός, καθώς και ως αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, μέχρι το 2012 και ως βουλευτής, μέχρι τώρα και για όσο παραμένει, στο μέλλον. Και φυσικά, η δίκη αυτή και η σχετική καταδίκη, που πρέπει - και για ό,τι πρέπει - να επιβληθεί, θα πρέπει να αφορά και όλα τα μέλη της πολιτικής ελίτ, που κυβέρνησαν την χώρα, από το 1996 και μετά και πήραν, ή συμμετείχαν, στις αποφάσεις αυτές που οδήγησαν την χώρα και τον πληθυσμό της στον παρόντα όλεθρο. Και φυσικά, αυτή η δίκη (είτε ως ενιαία, είτε ως ένα σύνολο, επί μέρους δικών), θα πρέπει να αφορά και τους, πάσης φύσεως, συνεργούς, που συμμετείχαν, στην διάπραξη των σχετικών αδικημάτων των μελών της εντόπιας πολιτικής ελίτ...



Αλλά η ανταπόκριση της Ελλάδας και των άλλων χωρών της ευρωζώνης, στους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, απαιτεί την διαρκή επιβολή νέων φόρων, γεγονός, το οποίο παραπέμπει σε μια αέναη δημοσιονομική αστάθεια, που θα πιέζει τα δημοσιονομικά μεγέθη προς το κατώτερο δυνατό σημείο ισορροπίας, αφού το δημόσιο χρέος είναι ανεξέλεγκτο και η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, με την θάλασσα των μικρομεσαίων και των αυτοαπασχολούμενων, είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την ύπαρξη μιας σταθερής φορολογικής βάσης, επί της οποίας να μπορούν να στηριχθούν ασφαλείς φορολογικές απολήψεις, οι οποίες να οδηγούν, σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αφού η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή, σε αυτά τα στρώματα του πληθυσμού είναι εκτεταμένη και μη αντιμετωπίσιμη.

Όλη αυτή η συγχορδία της αύξησης της φορολογίας, είναι προφανές ότι θα έχει, καταλυτικά, αρνητική επίδραση, στους ρυθμούς ανάπτυξης, σε ολόκληρη την ευρωζώνη, όπως, ήδη, έχει συμβεί, από τότε που ξεκίνησε η κρίση, εντός αυτής, αλλά και πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Εξ αντικειμένου, το υψηλό δημόσιο χρέος, όπως και οι προσπάθειες, για την αποφυγή της διόγκωσής του, οδηγούν, αργά, ή γρήγορα, στην αύξηση της φορολογίας, ή στην δραστική μείωση των δαπανών, ή σε έναν συνδυασμό και των δύο, κάτι, που, σε όλες του τις παραλλαγές, επιδρά, αρνητικά, στις αναπτυξιακές προοπτικές της ευρωζώνης.

Αυτό το γεγονός, συνδυαζόμενο, με την ύφεση, που έχει έλθει, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας ύφεσης του 2008 και ως προϊόν της ίδιας της θεσμικής οργάνωσης της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να διατηρεί την υφεσιακή διαδικασία, στην ευρωζώνη και να την εμβαθύνει, όπως, άλλωστε, αποδεικνύει η βιωμένη εμπειρία, σε όλα, περίπου, τα κράτη, που είναι μέλη της, στα οποία έχει αυξηθεί η φορολογία και έχει μειωθεί η ανάπτυξη, ακριβώς επειδή τα κράτη έχουν παύσει να χρησιμοποιούν την δημοσιονομική πολιτική, ως εργαλείο, για την ανάπτυξη και για την σταθεροποίηση της πτωτικής πορείας της συναθροιστικής ζήτησης, χωρίς αυτή η απουσία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, στην ευρωζώνη, να έχει αντικατασταθεί από μια αντίστοιχη αναπτυξιακή δραστηριότητα, από τους μηχανισμούς της ίδιας της ευρωζώνης, που είναι ανύπαρκτοι, ή από τον κοινοτικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, μάλιστα, μειώθηκε, σε απόλυτα νούμερα, αν και ήταν, ούτως, ή άλλως, ανεπαρκής.

Έτσι, όλοι οι νέοι στόχοι και οι προτεραιότητες, που προκύπτουν από τις συμφωνημένες ρυθμίσεις, που υπήρχαν, από την Συνθήκη του Μάαστριχτ, μέχρι την Συνθήκη της Λισαβώνας, όπως και αυτές που ακολούθησαν, ως "διευθετήσεις" της κρίσης της ευρωζώνης, από το 2010, είχαν υψηλό κόστος, προκάλεσαν την πτώση του ΑΕΠ και αύξησαν, δραματικά, την ανεργία. Αυτό συμβαίνει, σε μεγαλύτερο βαθμό, στην Ελλάδα, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της οικονομίας της, αλλά κτύπησε και τις άλλες χώρες, λόγω της σκληρής δόμησης του ευρώ, το οποίο έχει καταστεί το πιο σκληρό νόμισμα, στον κόσμο.

Παρ' όλ' αυτά, όμως, το κωμικοτραγικό στοιχείο στην όλη υπόθεση, είναι ότι αυτές οι προτεραιότητες, που τίθενται από τους κανόνες του δημοσιονομικού συμφώνου, που ισχύει, από το 2014, αποδεικνύονται και θα εξακολουθήσουν να είναι αναποτελεσματικές, αφού η πτώση του ΑΕΠ δυσκολεύει τις επιχειρούμενες "μεταρρυθμίσεις" (που στην ουσία τους είναι αντιμεταρρυθμίσεις) και την επίτευξη μιας δημοσιονομικής ισορροπίας, η οποία να στηρίζεται σε  - περίπου - ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και την εξαφάνιση των πρωτογενών ελλειμμάτων.

Αυτή είναι η παγίδα, μέσα στην οποία έχει πέσει η Ελλάδα, με την ένταξή της στην ευρωζώνη. Στην ίδια παγίδα έχουν πέσει και όλες οι άλλες χώρες, που εντάχθηκαν, μέσα σε αυτήν την ατελή και χαοτική νομισματική ένωση. Είτε είναι ελλειμματικές, είτε όχι.

Και από αυτήν την παγίδα, δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, εκτός από την καταστροφή της ευρωζώνης και την αντικατάστασή της, από ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος, ή από την επιστροφή των χωρών της, στα εθνικά τους νομίσματα.

Το τί θα γίνει είναι κάτι, που θα το δούμε, στην εξέλιξη των πραγμάτων, η οποία, με δεδομένο το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ παραμένουν, σταθερά, κατώτερες των περιστάσεων, που έχουν να αντιμετωπίσουν,  είναι και θα είναι, άκρως, ενδιαφέρουσα...

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

V. I. Lenin και Rosa Luxemburg : Βίοι παράλληλοι και αντίθετοι. Ή ο λενινισμός, ως μια αντιελευθεριακή και αντιδημοκρατική παιδαγωγική. (Μια αποτίμηση της πορείας, προς την ουτοπία και των αδιεξόδων του κοινωνικοαπελευθερωτικού πειράματος των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων από το 1919 μέχρι το 1921).






Ο Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ των οποίων οι παράλληλοι βίοι και οι βαθύτατες αντιθέσεις, ως προς το περιεχόμενο των ιδεών, των στόχων και των μέσων της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, αποτελούν υποδείγματα, για το τί δεν πρέπει να γίνει. Όπως επίσης και για το που οδηγούν οι πράξεις των ανθρώπων, ανεξάρτητα, από το τί πιστεύουν οι ίδιοι, γι' αυτές. Και αν ο Λένιν υπήρξε νικητής, ως πολιτικός της πράξης, με την απίστευτη κατάληψη της εξουσίας στην Ρωσία της περιόδου 1917 - 1921, τελικά, μακροπρόθεσμα, είναι η Ρόζα, που δικαιώθηκε...





Κάθε φορά, που έρχεται ο Ιανουάριος, το μυαλό μου πηγαίνει στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Βλαντιμίρ Λένιν. Προσωπικά πιστεύω ότι ο μήνας αυτός, κατά κάποιον τρόπο, τους ανήκει, αφού ταυτίζεται με τον θάνατο των δύο αυτών τεράστιων πολιτικών και πνευματικών προσωπικοτήτων, που επήλθε, με διαφορά 5 ετών, αφού η Ρόζα δολοφονήθηκε, με άγριο τρόπο, ηττημένη, στις 15/1/1919, ενώ ο Βλαντιμίρ πέθανε, ήσυχα, στο κρεββάτι του, νικητής, στις 21/1/1924, ύστερα από μια μακρά διάβρωση της υγείας του, που ξεκίνησε, από την απόπειρα δολοφονίας του, την οποία πραγματοποίησε η σοσιαλεπαναστάτρια Φανή Καπλάν, στις 30 Αυγούστου του 1918, αφού οι δύο από τις τρεις σφαίρες, που του έριξε, με ένα πιστόλι Browning, βρήκαν τον στόχο τους, εκ των οποίων η μία τον κτύπησε, άσχημα, στον λαιμό και στον αριστερό πνεύμονα, ενώ η δεύτερη στην αριστερή ωμοπλάτη.

Βέβαια, στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής και ως προς τα άμεσα και τα εμφανή αποτελέσματα, που ενδιαφέρουν τους πολιτικούς της πράξης και της καθημερινής ζωής, δηλαδή, ως προς το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας, ο Λένιν επικράτησε, κατά κράτος, αφού επέτυχε να πάρει την εξουσία, στην επαναστατημένη Ρωσία, τον Οκτώβριο του 1917 και να την κρατήσει, με καθοδηγητικό πυρήνα και εργαλείο το μπολσεβίκικο κόμμα και με την αμέριστη βοήθεια της μεγίστης πλειοψηφίας της ρωσικής εργατικής τάξης και των απλών στρατιωτών, αλλά και ενός ικανού τμήματος των αγροτών.

Αυτή η κατάληψη της εξουσίας ήταν κάτι το οποίο, στην αρχή, φαινόταν απίστευτο, επειδή εθεωρείτο ακατόρθωτο και έξω από την λογική και την φυσιολογική φορά των πραγμάτων και των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων της μεγάλης αυτής χώρας, αφού όλες οι κοινωνιολογικές και οι οικονομικές αναλύσεις της εποχής, είτε αυτές είχαν, ως αφετηρία την κλασική αστική σκέψη, είτε εκκινούσαν από τον κλασικό μαρξισμό, θεωρούσαν αδύνατη την προλεταριακή εξέγερση, ως ένα ανεξάρτητο μέγεθος, σε σχέση με την ανερχόμενη καπιταλιστική τάξη στην ρωσική κοινωνία, η οποία είχε έντονες και περίπου κυρίαρχες προκαπιταλιστικές επιβιώσεις, εντός του οικονομικού της σχηματισμού.

Έτσι, όλες οι τρέχουσες αναλύσεις εκείνης της εποχής έβλεπαν τους αγώνες της εργατικής τάξης και των άλλων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, μόνον ως παρακολουθηματικούς, στον αγώνα, που - υποτίθεται ότι - έδιναν τα ανερχόμενα καπιταλιστικά στρώματα της ρωσικής κοινωνίας, για να παραγκωνίσουν και να πάρουν τα ηνία της εξουσίας από τους εκφραστές των παραδοσιακών φεουδαρχικών θεσμών, που επιβίωναν και είχαν, μέσω της δυναστείας των Ρομανώφ και των μεγαλοϊδιοκτητών της γης, τον πρώτο λόγο, στις αποφάσεις και τις τύχες της κοινωνίας αυτής.

Ο Λένιν, που τον Ιανουάριο του 1917, δηλαδή, σχεδόν, δυόμισυ χρόνια, μετά το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, είχε απελπιστεί και βοηθούσης της πολύχρονης εξορίας του, στο εξωτερικό, είχε πιστέψει ότι, παρά τον αιματηρό αυτόν πόλεμο, στον οποίο η Ρωσία είχε εισέλθει, στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων και κατά της Γερμανίας, η επανάσταση δεν επρόκειτο να έλθει, ευθύς μόλις ξέσπασε η εξέγερση, κατά του Τσάρου, ανέτρεψε όλα τα δεδομένα και τις παραδεκτές αντιλήψεις, για την φύση της ρωσικής επανάστασης και για τα αποκαλούμενα καθήκοντα του εργατικού κινήματος, το οποίο, κατά τις αντιλήψεις του, έπρεπε να θέσει ζήτημα κατάληψης της εξουσίας, στα πλαίσια μιας ευρύτερης διεθνούς προλεταριακής εξέγερσης, σε όλον τον καπιταλιστικό κόσμο της εποχής του.

Έτσι ο Λένιν προσαρμόστηκε, ευχάριστα, στα νέα δεδομένα και επανακαθόρισε την πολιτική του στρατηγική, προς την κατάληψη της εξουσίας, αναπροσαρμόζοντας, ανάλογα και την πολιτική του τακτική, ως προς την άμεση δράση και τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, οι οποίες θα οδηγούσαν στον νέο στρατηγικό στόχο.

Οι αντιδράσεις, που αντιμετώπισε, επιστρέφοντας στην επαναστατημένη Ρωσία, τον Απρίλιο του 1917, ακόμη και από τους δικούς του ανθρώπους, στο μπολσεβίκικο κόμμα, του οποίου ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης, θύμησαν το παλαιό ρητό, το οποίο αναφέρεται, στις αντιδράσεις, των Ιουδαίων και των Ελλήνων, απέναντι, στο περιεχόμενο των δογμάτων της νεαρής χριστιανικής πίστης, όταν, για πρώτη φορά, οι κήρυκές της προσπάθησαν να το εξηγήσουν, στο ευρύ κοινό, δηλαδή, το περίφημο : "Ιουδαίοις, μεν, σκάνδαλον, Έλλησι, δε, μωρία".


Ο Λένιν αγνόησε όλες τις αντιδράσεις και προχώρησε στην υλοποίηση του δικού του σχεδιασμού. Απευθύνθηκε, στην μαχητική εργατική τάξη, στους εξεγερμένους στρατιώτες, αλλά και στους αγρότες, όπου μπόρεσε, μέσα σε λίγους μήνες, να βρει την υποστήριξη, που χρειαζόταν, για να προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας, από τον ίδιο και το μπολσεβίκικο κόμμα, όχι για ελάχιστους μήνες, όπως συνέβη το 1871, με την Κομμούνα του Παρισιού, αλλά για χρόνια. Και μάλιστα, για πολλά χρόνια, μετά από αυτόν.

 

Ηεπανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και το πραξικόπημα του Οκτωβρίου του ίδιου έτους, που πραγματοποίησαν οι μπολσεβίκοι, έχοντας την πλειοψηφία στα εργατικά, στα αγροτικά και στα στρατιωτικά συμβούλια στην Ρωσία, άλλαξε την ιστορία του 20ού αιώνα και έδειξε ότι ο στόχος, για έναν άλλο κόσμο, θα μπορούσε να είναι εφικτός. Έτσι, φαινόταν, τουλάχιστον.

Στην πράξη, όμως, τα πράγματα αποδείχτηκαν πολύ πιο διαφορετικά.

Στην πραγματικότητα αυτό, που ετέθη, ήταν το ίδιο το ζήτημα της εξουσίας, ως περιεχομένου και ως προς την άσκησή της. Πάνω σε αυτό το ζήτημα του περιεχομένου και της άσκησης της εξουσίας είναι που επανατέθηκε, επί τάπητος, η παλαιά  χαώδης διαφορά, ανάμεσα στον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ανάμεσα στο ‘‘αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη’’, που, από την μια πλευρά, διέκρινε την βαθιά συντηρητική σκέψη και την δράση του πρώτου και το ελευθεριακό – δημοκρατικό πνεύμα της επαναστάτριας, από την άλλη, αφού, για τον Λένιν, η κατάληψη της εξουσίας, με κάθε μέσον, ήταν ο κύριος σκοπός, ενώ η Ρόζα Λούξεμπουργκ κύριο ενδιαφέρον είχε, για την πραγμάτωση της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής και όχι, για την κατάληψη της εξουσίας, από ένα, λενινιστικού τύπου, νεοϊακωβινικό - νεομπλανκικό κόμμα, με εργατιστική ιδεολογία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ενδιαφερόταν, για την κατάληψη και την άσκηση της εξουσίας από όλη την τάξη, την οποία κατάληψη της εξουσίας ταύτιζε με την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή (δηλαδή την εργατική εξουσία, όπως την ονομάτιζε τότε) και όχι για την κατάληψη της εξουσίας, από ένα νεομπλανκιστικό κόμμα, σαν αυτό των μπολσεβίκων και μέχρι το τέλος της ζωής της, υπήρξε επικριτική, για αυτούς – παρά την κριτική στήριξή της, στο μπολσεβίκικο κόμμα, για την θαρραλέα επιλογή του να προχωρήσει το εργατοαγροτικό συμβουλιακό πείραμα στην Ρωσία, μαζύ με άλλες πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης – ακριβώς, επειδή είδε, πολύ γρήγορα, στην πορεία, ότι η επιβολή του μονοκομματισμού και η σταδιακή ολοκληρωτικοποίηση του καθεστώτος, πετούσε, στο περιθώριο, την τάξη, χάριν του κόμματος, του οποίου την λενινιστική οργανωτικοδιοικητική και πολιτική υποδομή είχε, αναλυτικά και αμείλικτα, καταγγείλει, ήδη, από το 1904.

Χρήσιμο είναι να θυμηθούμε αυτά, που έναν χρόνο, μετά τον Οκτώβρη του 1917 - και ελάχιστους μήνες, πριν τον τραγικό θάνατό της -, έγραψε η Ρόζα, για τους μπολσεβίκους και την εξέλιξη του καθεστώτος, στην νεοπαγή "Ε.Σ.Σ.Δ." (και φυσικά, ουδείς μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν γνώριζε) :


'' Χωρίς γενικές εκλογές, χωρίς ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, πρόκειται για δικτατορία, βέβαια, αλλά όχι δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή η δικτατορία αστικού τύπου, όπως η δικτατορία των ιακωβίνων ''.


Να γιατί η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν ενδιαφερόταν για την κατάληψη της εξουσίας από τους νεομπλανκιστές μπολσεβίκους, αλλά από την τάξη, σαν σύνολο και να που και πως (στην πράξη και όχι στα λόγια) διαφοροποιήθηκε από τον Λένιν, για τον οποίο, η κατάληψη της εξουσίας από το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν αρκετή, χάρη της ειδικής σχέσης, που είχε το κόμμα του με την θεωρία της οποίας ήταν κάτοχος, ερμηνευτής και εκφραστής, μέσω των αστών, μικροαστών και μισοπρολεταρίων διανοουμένων, που εμφυτεύουν την ταξική πολιτική συνείδηση στους αμαθείς εργάτες.

Ο δημιουργικός μαρξισμός της Ρόζας την οδηγούσε στο συμπέρασμα πως η κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει, χωρίς την συμμετοχή των εργαζομένων. Μπορούσε να γίνει, όχι μόνον με την συμμετοχή, αλλά, με την ουσιαστική, έμπρακτη και άμεση (όπου ήταν δυνατόν) άσκηση της εξουσίας, από τους ίδιους και ότι αυτή η συμμετοχή και άσκηση της εξουσίας δεν μπορεί να γίνει, χωρίς την πολλαπλότητα και την ποικιλότητα των πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, χωρίς ελευθερία του λόγου, των συναθροίσεων και των συγκεντρώσεων, χωρίς ελευθεροτυπία, διότι, χωρίς όλα αυτά, η κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή αποστεώνεται και ξεπέφτει, σε μια δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών – δηλαδή σε μια δικτατορία γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων, ήτοι σε μια δικτατορία αστικού τύπου.

Να, λοιπόν, ποίων κακών μέσων η χρήση οδηγεί στην αντικατάσταση των καλών σκοπών από άλλους απόλυτα κακούς!

Η Ρόζα, όλα αυτά, τα είδε, από τότε και δεν μάσησε τα λόγια της, ούτε τα έκρυψε, προκειμένου να μην ωφεληθεί ‘‘αντικειμενικά’’ ο ‘‘ταξικός εχθρός’’, κάτι που στο μυαλό όλων των φανατικών την κατατάσσει στις γραμμές των ‘‘αντικειμενικά προδοτών’’.

Καμμία σχέση, λοιπόν, με το ‘‘αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη’’, με το οποίο περιέγραφε την σκέψη του Λένιν, ήδη, από το 1904. Και καμμία σχέση, με την νοοτροπία του ότι όλα τα μέσα είναι θεμιτά, για την επίτευξη του καλού σκοπού, αφού – εντός της εργατικής τάξης, ως συνόλου -, η χρησιμοποίηση αντιδημοκρατικών μέσων εκτρέπουν, από τον καλό σκοπό (την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή) και τον αντικαθιστούν, με έναν άλλον σκοπό και μάλιστα, απόλυτα, κακό : Την κατάληψη της εξουσίας από μια χούφτα πολιτικούς, που ασκούν δικτατορία αστικού τύπου.

Όταν, λοιπόν, αυτά τα λέει και τα καταγγέλλει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ήδη, από τον Οκτώβρη του 1918 – έναν χρόνο μετά τον Οκτώβρη του 1917 -, γίνεται αντιληπτό το πόσο πίσω είναι όλοι όσοι, ακόμα και σήμερα προσπαθούν να δικαιολογήσουν, όλα τα αδικαιολόγητα πεπραγμένα αυτής της χούφτας των πολιτικών, που άσκησαν στην "Ε.Σ.Σ.Δ." αυτή την, αστικού τύπου, δικτατορία, ήδη, από το 1918. Η αλήθεια είναι ότι κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους, σαν τα μικρά παιδιά.

Αυτό, που ενδιαφέρει, εδώ, δεν έχει να κάνει, με τις πολιτικές αναλύσεις του αναμφισβήτητα μεγάλου πολιτικού ηγέτη των μπολσεβίκων (του μεγαλύτερου πολιτικού ηγέτη του περασμένου αιώνα), αλλά έχει να κάνει, με τον παιδαγωγικό ρόλο των ιδεών του, στην ρωσική και στην παγκόσμια κοινωνία, αφού η εγκαθίδρυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", μετέτρεψε το λενινιστικό μοντέλο, από ένα οργανωτικοδιοικητικό μοντέλο ενός κόμματος, σε οργανωτικοδιοικητικό μοντέλο μιας αχανούς χώρας και κατ’ επέκταση, με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σε οργανωτικοδιοικητικό μοντέλο ενός παγκόσμιου κινήματος και μιας σειράς χωρών, που, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασαν στο στρατόπεδο του, μετέπειτα αποκληθέντος, ‘‘υπαρκτού σοσιαλισμού’’.

Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει σοβαρή αντίρρηση στην, εκ των πραγμάτων, απορρέουσα διαπίστωση ότι η λενινιστική ιδεολογία, δηλαδή η λενινιστική εκδοχή του μαρξισμού, είχε μια, πλήρως, καταστροφική επιρροή, στις, μέχρι τότε, ελευθεριάζουσες και δημοκρατικές αντιλήψεις, που επικρατούσαν στο πολιτικοποιημένο και ταξικά, συνειδητοποιημένο εργατικό κίνημα.

Ο λενινιστικός υπερσυγκεντωτισμός, ήταν που έδινε την πλήρη οργανωτική και πολιτική κυριαρχία – εντός του κόμματος –, στην ηγεσία του και στους γραφειοκρατικοποιημένους αστούς διανοούμενους, οι οποίοι, ως κάτοχοι της επαναστατικής επιστημονικής κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής θεωρίας, μετάγγιζαν, από έξω, στους αμαθείς προλετάριους, την ταξική πολιτική συνείδηση, που οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν, ως εκ της θέσεώς τους, στην κοινωνία και στην παραγωγή. Έτσι, οδηγούσε, μέσω του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, στην υποταγή στους ανωτέρους και στην εκτέλεση των κομματικών εντολών, ‘‘άνευ αντιλογίας’’ – είτε κάποιος διαφωνούσε με αυτές, είτε όχι.

Επίσης, παρά το γεγονός ότι η μπολσεβίκικη ηγετική ομάδα και οι επαγγελματίες επαναστάτες, δηλαδή οι γραφειοκρατικοποιημένοι αστοί, μικροαστοί και μισοπρολετάριοι διανοούμενοι, αντιλαμβάνονταν την ύπαρξή τους, ως χωριστής κοινωνικής ομάδας, εντός του κόμματος, λόγω της υποτιθέμενης ειδικής τους σχέσης με την επαναστατική θεωρία (δηλαδή τον μαρξισμό), την οποία εξειδίκευαν αυθεντικά και αληθινά και παρά τις εχθρικές σχέσεις των μπολσεβίκων, με τις άλλες πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης στην τσαρική Ρωσία, δεν είχαν εκφράσει ανοικτά την άποψη, για κατάργηση των άλλων κομμάτων, που είχαν εργατική προέλευση και σύνθεση, στην περίπτωση, που έρχονταν στην εξουσία.

Βέβαια, όταν έχεις την αντίληψη ότι εσύ κατέχεις την επαναστατική θεωρία και ως εκ τούτου, δικαιούσαι να καθορίζεις αυθεντικά την ορθή πολιτική ανάλυση της συγκυρίας, τότε τα ελάχιστα βήματα στην κατεύθυνση αυτών που έγιναν, αμέσως σχεδόν, μετά τον Οκτώβρη του 1917, δεν ήταν δύσκολο να γίνουν, ήτοι :

α) η απαγόρευση (το 1918) των άλλων πολιτικών κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης και της προλεταριοποιούμενης κοινωνίας, με την κατοχύρωση του μονοκομματισμού και

β) η απαγόρευση (το 1921) της ύπαρξης οργανωμένων τάσεων, μέσα στο κόμμα, το οποίο, ήδη, ασκούσε, μόνο του, την εξουσία.

Έτσι, το λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος, που μετετράπη, σε μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής, έκλεισε τον κύκλο του, ως μονοκομματικό, γραφειοκρατικό και ολοκληρωτικό μοντέλο, αποκτώντας μια ξεκάθαρη αντιελευθεριακή – αντιδημοκρατική υποδομή και έκφραση. 

Αυτό το ολοκληρωμένο, από το 1921, λενινιστικό μοντέλο ήταν, που μεταλαμπαδεύτηκε, στο νεαρό κομμουνιστικό κίνημα, που ξεπήδησε, από την νεοπαγή "Σοβιετική Ένωση" του Λένιν, με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Βέβαια, το λενινιστικό υπόδειγμα εφαρμόστηκε, πλήρως, στην Κομμουνιστική Διεθνή, με σαφείς και συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι, ανάμεσα στα άλλα, προέβλεπαν ότι τα κόμματα, που απαρτίζουν την Διεθνή :

Α) θα είναι συγκεντρωτικά, με σιδηρά πειθαρχία, και θα δώσουν στα κεντρικά όργανα ευρύτατες εξουσίες.

Β) θα εκκαθαρίζουν, κατά διαστήματα, τα μικροαστικά στοιχεία (εννοούν τους απείθαρχους αστούς διανοούμενους και όσους επηρεάζονταν από αυτούς), με σκοπό να απαλλαγούν από αυτά.

Γ) θα υποτάσσονται στις αποφάσεις των συνεδρίων και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς.

Δ) θα διαγράφουν όσα μέλη απορρίπτουν τους όρους, ή τις θέσεις της Διεθνούς (τον κανόνα αυτόν τον πρότεινε ο Μπορντίγκα, με την υποστήριξη του Γαλλοελβετού Humbert-Droz και του Λένιν).

Ε) θα υποστηρίζουν ανεπιφύλακτα τις σοβιετικές δημοκρατίες της Ε.Σ.Σ.Δ. 


Χαρακτηριστικά είναι όσα λέει Βρετανός αντιπρόσωπος, στο 2ο Συνέδριο της Κομιντέρν :

«Ήταν πολύ δύσκολο να συζητήσεις τα προβλήματα με τους ηγέτες της Τρίτης Διεθνούς …… Κάθε πρόβλημα ήταν βαθιά επηρεασμένο, ειδικά, από τις ρωσικές ιδέες. Εγώ αυτό το κατανοούσα, αλλά η στάση πραγματικής αυθεντίας, που έπαιρναν οι Ρώσοι δυσκόλευε την συζήτηση. Ήσαν προθυμότατοι να δεχτούν ότι οι επαναστάσεις δεν έχουν μεταφυσική προέλευση, ότι είναι το αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης και ότι η κοινωνική επανάσταση πρέπει να εξελιχθεί διαφορετικά, αλλά, πάντοτε, γύριζαν στην θέση ότι η δική τους τακτική είναι το πρότυπο, στο οποίο πρέπει να βασισθεί όλη η σοσιαλιστική μέθοδος». (Από την αναφορά του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος, στην 29η ετήσια συνδιάσκεψη, 1921).

Για τον Λένιν, ως φανατικό και δογματικό χαρακτήρα, με τον νεομπλανκικό πρακτικό πολιτικό προσανατολισμό και με την δεδομένη ατσάλινη προσήλωση στον σκοπό του, που ήταν η κατάληψη της εξουσίας, με κάθε μέσο, υπάρχει η μαρτυρία της Αντζέλικα Μπαλαμπάνοβα, μια μαρτυρία, που μας θυμίζει, με θλιβερό τρόπο, ''το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη'', που διέκρινε τον Λένιν, για το οποίο τόσο παραστατικά τον είχε καταγγείλει η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Και γι' αυτό, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας της καταγγέλουσας, αφού όλα όσα αποδίδει, στον Λένιν, ήσαν μέσα στην νοοτροπία του.

Η μαρτυρία αυτή έχει να κάνει με μια συνεδρίαση της Δεύτερης Διεθνούς και την παραθέτω, ως στοιχείο, στον διάλογο :

«Σε μια συνεδρίαση της Διεθνούς, με εξέπληξε η συνήθεια του Λένιν να στιγματίζει για προδοσία, ατιμία και υποταγή, πρόσωπα γνωστά, σε όλους, για την τιμιότητα και την ανιδιοτέλειά τους. Παρακάλεσα τον Λένιν να μου δώσει μια εξήγηση. Εκείνος, λιγάκι ανόρεχτα, μου απάντησε ότι, για να κατακτηθεί η εξουσία, χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα. «Και όταν ακόμη είναι ανέντιμα ;», αντέταξα εγώ. «Είναι τίμιο κάθε τι, που συμφέρει στην προλεταριακή υπόθεση», είπε ο Λένιν με κάποια ανυπομονησία και προχώρησε στην έξοδο. Αλλά εγώ τον σταμάτησα και πρόσθεσα: «Μα πώς, λοιπόν, αποκαλείτε προδότες, σοσιαλιστές, που έχουν αφιερώσει όλη την ζωή τους, στην υπόθεση των εκμεταλλευομένων;». «Όταν τους χαρακτηρίζω, έτσι, δεν θέλω να πω ότι είναι άτομα ανέντιμα, αλλά να αποκαλύψω ότι, με την στάση τους, γίνονται, αντικειμενικά, προδότες». « Αλλά - αντέταξα εγώ - όλοι όσοι διαβάζουν τα γραφτά σας, οι εργαζόμενοι π.χ., δεν κάνουν αυτή την διάκριση. Γι' αυτούς, προδότης σημαίνει προδότης, δηλαδή ένα άτομο σιχαμερό, πουλημένο, συνειδητά, στους εχθρούς της εργατικής τάξεως». Ο Λένιν κούνησε τους ώμους και απομακρύνθηκε, χωρίς να απαντήσει» (Angelica Balabanoff, «Ο Λένιν, όπως τον είδα, από κοντά», Editori Riuniti 1959).



Από εκεί και πέρα, όλα ήσαν επόμενο να συμβούν.

Αυτού του είδους η παιδαγωγική, για το εργατικό κίνημα, μετά την ίδρυση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", ουδόλως ελευθεριακή και δημοκρατική υπήρξε, στην βάση της, αλλά και στην καθημερινή της έκφραση και πρακτική εφαρμογή.

Με πρόσχημα την αναγκαιότητα, για έναν καθημερινό και ακατάπαυστο ακτιβισμό, η Διεθνής, δηλαδή, ουσιαστικά, η διεθνής προέκταση της μπολσεβίκικης γραφειοκρατικής ελίτ, απαγόρευε οποιαδήποτε αναζήτηση και οποιαδήποτε συζήτηση, γύρω από τα ζητήματα, που, ήδη, είχαν ανακύψει στην "Ε.Σ.Σ.Δ." και υπέταξαν ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή μια σημαντική συνιστώσα του διεθνούς εργατικού κινήματος, στην γραμμή της υπεράσπισης του οικοδομηθέντος και αναπτυσσόμενου γραφειοκρατικού καπιταλισμού στην (ψευδο)Ε.Σ.Σ.Δ., με την καλλιέργεια της αυταπάτης και με την πλήρη παραμυθία της υπεράσπισης των κοινωνικοαπελευθερωτικών ιδεών, διαστρέφοντας την έννοιά τους και αντικαθιστώντας το περιεχόμενό τους, με το, άκρως, αντίθετό τους, δηλαδή, με τις έννοιες της υποταγής και της πλήρους υποδούλωσης, στην νέα γραφειοκρατική τάξη, που κυριαρχούσε, στην "Ε.Σ.Σ.Δ." και φιλοδοξούσε να κυριαρχήσει και στα άλλα κράτη του κόσμου, μέσω των ελίτ των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, που ήσαν, πλήρως, εξαρτημένες, από αυτήν.

Μέσα σε αυτό το πνιγηρό κλίμα, ήταν αδύνατο να υπάρξει ο παραμικρός δημοκρατικός διάλογος, η οποιαδήποτε αποδοχή της διαφορετικότητας, ή, έστω, η ανοχή, στην έκφραση διαφορετικών γνωμών, από τις ηγεσίες του χώρου, ακόμα και για τα πιο απλά ζητήματα. Και είναι δεδομένο ότι οι όποιες διαφωνίες αντιμετωπίστηκαν, πάντοτε, με σκληρά κατασταλτικά μέτρα και κατά και μετά την Τρίτη Διεθνή – οι, εκάστοτε, διαφωνήσαντες το γνωρίζουν, πολύ καλά, αυτό, αν και ήσαν συνυπεύθυνοι, για όλα αυτά τα προνόμια, που έδωσαν στις, εκάστοτε, πλειοψηφίες, που, πάντοτε, ήσαν φιλοσοβιετικές, αφού ‘‘εκεί ανήκε το μαγαζί’’.

Η εγκαθίδρυση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και η διεθνής εφαρμογή του λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης, διοίκησης και δράσης, μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, υπήρξε, παιδαγωγικά, ολέθρια, αφού κατέταξε τα κομμουνιστικά κινήματα, από ανελεύθερα, έως ολοκληρωτικά, με χλωμές εξαιρέσεις κάποιες μικρές και χωρίς ουσιαστική πολιτική βαρύτητα, ομάδες λουξεμπουργκιστών, και τον Τρότσκυ, ο οποίος, μετά την σαρωτική του ήττα, στην "Ε.Σ.Σ.Δ.", από τον Ιωσήφ Στάλιν, έκανε αναστροφή και ξαναθυμήθηκε – εν μέρει, διότι, κατά τα άλλα, παρέμεινε λενινιστής, στα οργανωτικά ζητήματα – τον παλιό εαυτό του, επαναφέροντας στα κόμματα, που ίδρυσε, μετά την διαγραφή του και την εξορία του, από την "Ε.Σ.Σ.Δ.", την νομιμότητα των οργανωμένων εσωκομματικών τάσεων και βάζοντας ζητήματα πολυκομματισμού.





Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ (19/3/1872 - 9/3/1952). Όντας, συχνά, επιθετική, απέναντι στον Λένιν και στον Τρότσκυ, προσπάθησε, με την συγκρότηση της "Εργατικής Αντιπολίτευσης", να ορθώσει το έσχατο όριο της αντίστασης, στην διαδικασία του μετασχηματισμού του μπολσεβίκικου κόμματος, σε ένα κλειστό ολοκληρωτικό κόμμα. Δεν τα κατάφερε και από ό,τι φαίνεται, στην συνέχεια, παραιτήθηκε των προσπαθειών της, υποτασσόμενη στην κατάσταση, που διαμορφώθηκε από τους Λένιν, Τρότσκυ και Στάλιν, στο καθοριστικό 10ο συνέδριο του κόμματος των μπολσεβίκων και με την διπλωματική καριέρα, που της εξασφαλίστηκε, με αποτέλεσμα να επιβιώσει από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις του Μεσοπολέμου.



Μόνον, που ήταν, πια, αργά, αφού ο Στάλιν είχε πάρει την εξουσία και όλη η κοινωνικοπολιτική τεχνολογία και η κοινωνικοπολιτική μηχανική, που βρήκε, είχε οικοδομηθεί, υπό την σκέπη και την άμεση καθοδήγηση του Λένιν – ο οποίος, το 1921, στο 10ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (και με την συμφωνία του Τρότσκυ) είχε πρωτοστατήσει, στην κατάργηση των φραξιών στο κόμμα, ωρυόμενος ‘‘φτάνει, πια, με την Εργατική Αντιπολίτευση’’, αφού δεν άντεχε τα λόγια της Αλεξάνδρας Κολλοντάϊ :

«Οι εργάτες μπορεί να νοιώθουν μια φλογερή αφοσίωση και μια γνήσια αγάπη, για μερικές προσωπικότητες, όπως ο Λένιν. Μπορεί να είναι γοητευμένοι, από την ασυναγώνιστη, πλούσια ευγλωττία του Τρότσκι. Αλλά, όταν οι μάζες νοιώθουν ότι δεν τις εμπιστεύονται, είναι, ολότελα, φυσικό να πουν: «Όχι! Σταματήστε! Δεν δεχόμαστε να σας ακολουθούμε, τυφλά!» (Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ, «Η εργατική αντίθεση, στην Ρωσία», Μάρτιος 1921, Azione Comune 1971).

Για να είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς και αντικειμενικοί πρέπει να πούμε αυτό, που συνέβη : Ουδέν νέο έπραξε ο Στάλιν. Δεν βρήκε κάτι που να μην ήταν, ήδη, εκεί.

Αυτό, που έκανε, ήταν να συνεχίσει την εφαρμογή όλων όσων είχαν οικοδομήσει οι μπολσεβίκοι, με το ολοκληρωτικό και βαθιά, αντιαπελευθερωτικό λενινιστικό μοντέλο.

Και είναι, πάντοτε, αναγκαίο, για την ψύχραιμη και νηφάλια κρίση μας, να μην ξεχνάμε ότι : ''ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ'', όπως ορθότατα, έγραψε ο Κάρλ Μαρξ - αν και πολλοί επίγονοί του επιμένουν να το ξεχνούν.

Φυσικά, ο Λένιν, εκείνη την εποχή, ουδόλως, αγνοούσε το πρόβλημα. Αλλά τα μέτρα, που σκεπτόταν, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εκπαραθύρωσης της πραγματικής εξουσίας των εργατών και των συμβουλίων τους, από την νεοπαγή και οικοδομούμενη γραφειοκρατία, εμπεριείχαν μια οργανωτική και διοικητική αντίληψη, καθώς και τον αντίστοιχο χαρακτήρα. Ήσαν, δηλαδή, μέτρα, με σαφή γραφειοκρατικό περιεχόμενο, που όξυναν, αντί να επιλύουν, το πρόβλημα, το οποίο υποτίθεται ότι καλούντο να αντιμετωπίσουν. 

Στην 11η συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης, στις 12 Μαρτίου του 1919, ο Λένιν έλεγε:

''Διώξαμε τους παλιούς γραφειοκράτες, αλλά έχουν επανέλθει ... φοράνε μια κόκκινη κονκάρδα, στο πέτο τους και σέρνονται, σε κάθε ζεστή τρύπα. Τί να κάνουμε γι’ αυτό; Πρέπει να πολεμήσουμε αυτόν τον συρφετό, ξανά και ξανά, και αν ο συρφετός ξανατρυπώσει, πρέπει, ξανά και ξανά, να τον ξεκαθαρίσουμε, να τον διώξουμε, να τον κρατάμε κάτω, από την επίβλεψη των κομμουνιστών εργατών και αγροτών, που τους γνωρίζουμε, για παραπάνω, από ένα μήνα και παραπάνω, από ένα χρόνο".

Για να ξαναπεί, στο 8ο συνέδριο του Κόμματος, πάλι, τον Μάρτιο του 1919:

"Οι τσαρικοί γραφειοκράτες άρχισαν να συμμετέχουν, στους σοβιετικούς θεσμούς και να εφαρμόζουν τις γραφειοκρατικές τους μεθόδους, άρχισαν να υιοθετούν μια κομμουνιστική εμφάνιση και για να επιτύχουν, καλύτερα, στην καριέρα τους, να αποκτούν κάρτες μέλους του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος".

Στο 11ο συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος, του 1922, ο Λένιν επαναλάμβανε:

"Αν πάρουμε τους 4.700 κομμουνιστές, που βρίσκονται, σε υπεύθυνες θέσεις, στην Μόσχα και αν πάρουμε αυτή την τεράστια γραφειοκρατική μηχανή, αυτή την γιγαντιαία μάζα, πρέπει να ρωτήσουμε : Ποιος κυβερνάει ποιόν; Δεν πιστεύω ότι μπορείτε, με ειλικρίνεια, να ισχυριστείτε ότι οι κομμουνιστές καθοδηγούν αυτήν την μάζα. Για να είμαστε ειλικρινείς : δεν είναι αυτοί οι καθοδηγητές, είναι οι καθοδηγούμενοι''.

Στις 13 Νοεμβρίου 1922, κατά τον τελευταίο του λόγο, στο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, λίγο πριν την βαριά αρρώστεια του, που τον οδήγησε, στον θάνατο, ο Λένιν καταδίκασε την καπιταλιστική και την, εκ των πραγμάτων, συντηρητική φύση της κρατικής μηχανής:

"Πήραμε ολόκληρη την παλιά κρατική μηχανή, και αυτή ήταν η δυστυχία μας. Το 1917, αφού καταλάβαμε την εξουσία, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι μας σαμποτάρισαν. Αυτό μας φόβισε, πάρα πολύ και ικετεύσαμε: «Σας παρακαλούμε γυρίστε, πίσω». Γύρισαν όλοι, πίσω, αλλά αυτή ήταν η δυστυχία μας. Τώρα, έχουμε μια μεγάλη στρατιά κυβερνητικών υπαλλήλων, αλλά μας λείπουν, αρκετά, μορφωμένες δυνάμεις, για να ασκήσουμε πραγματικό έλεγχο, πάνω τους. Στην πράξη, συμβαίνει, συχνά, ότι, εδώ, στην κορυφή, όπου ασκούμε πολιτική εξουσία, η μηχανή λειτουργεί, κάπως. Αλλά, κάτω, στα βάθη, οι κυβερνητικοί υπάλληλοι έχουν αυθαίρετο έλεγχο και συχνά, τον ασκούν, με τέτοιο τρόπο, που να αντιστρατεύεται, στα μέτρα μας. Στην κορυφή έχουμε, δεν ξέρω πόσους, αλλά, τέλος πάντων, νομίζω όχι περισσότερους, από λίγες χιλιάδες, στην καλύτερη περίπτωση, μερικές δεκάδες χιλιάδες δικούς μας ανθρώπους. Κάτω, στα βάθη, όμως, υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες παλιοί αξιωματούχοι, που πήραμε, από τον τσάρο και από την αστική κοινωνία και που, εν μέρει, συνειδητά και εν μέρει, ασυνείδητα, δουλεύουν, ενάντιά μας".

Όλα αυτά ήσαν, εκ των πραγμάτων, απλά λόγια, ενάντια στην γραφειοκρατία, την οποία ο Λένιν δεν μπορούσε να αποδεχθεί και να  την αναγνωρίσει, ως δικό του πολιτικό και κοινωνικό τέκνο. Μπορεί τα λόγια αυτά να συνοδεύονταν από μέτρα, για την προστασία του κόμματος από τη γραφειοκρατική διαφθορά, αλλά παρέμεναν, μέτρα γραφειοκρατικά, χωρίς να λύνουν το πρόβλημα, το οποίο όξυναν, αφού διαπνέονταν από έναν διοικητισμό. 

Έτσι νομίζοντας ότι, με αυτόν τον τρόπο θα θέσει, εκτός κόμματος τους γραφειοκράτες, που είχαν κατακλύσει, μετά το 1917, το κυβερνητικό, πλέον, μπολσεβίκικο κόμμα, ο Λένιν υποστήριξε ότι έπρεπε να γίνουν ... εκκαθαρίσεις των διεφθαρμένων στοιχείων. 

Έτσι, το 8ο συνέδριο του κόμματος, τον Μάρτιο του 1919, με δική του εισήγηση, πήρε στην παρακάτω απόφαση:

"Εισχωρούν, ευρέως, στο κόμμα στοιχεία, που δεν είναι, επαρκώς, κομμουνιστικά, ακόμα και πραγματικά παράσιτα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας είναι, στην εξουσία κι αυτό,, αναπόφευκτα προσελκύει, μαζί με τις καλύτερες περιπτώσεις και καριερίστες. Μια σοβαρή εκκαθάριση είναι απαραίτητη, στις οργανώσεις του κόμματος και των σοβιέτ".

Αμέσως, μετά το συνέδριο διαγράφηκε, κάπου το 10% - 15% των μελών των πόλεων και ένα μεγαλύτερο ποσοστό, σε κάποιες από τις επαρχίες. 

Στο 11ο συνέδριο (Μάρτιος - Απρίλιος 1922), ο Λένιν, σε γράμμα του, στον Μολότωφ, ανέφερε, τα παρακάτω, σχετικά με την επικείμενη απόφαση του συνεδρίου, για την ένταξη νέων μελών στο κόμμα:

"Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να επιμηκύνουμε την περίοδο του δόκιμου μέλους, για τα νέα μέλη του Κόμματος. Ο Ζηνόβιεφ προτείνει αυτή η περίοδος να είναι 6 μήνες, για τους εργάτες και δώδεκα μήνες, για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Εγώ προτείνω την περίοδο των 6 μηνών, μόνο, γι’ αυτούς τους εργάτες, που ήσαν, εν ενεργεία, σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, για δέκα χρόνια, τουλάχιστον. Για όλους τους υπόλοιπους εργάτες, η δοκιμαστική περίοδος πρέπει να καθοριστεί, στους 18 μήνες, για τους αγρότες και τους φαντάρους του Κόκκινου Στρατού πρέπει να καθοριστεί, στα 2 χρόνια και 3 χρόνια, για τις υπόλοιπες κατηγορίες".

Ο Λένιν ήθελε να πιστεύει και να ελπίζει, όπως επίσης, είχε και διατηρούσε την αυταπάτη ότι, με τα μέτρα αυτά, θα μπλοκάριζε την γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος και του οικοδομούμενου "εργατικού" κράτους. Αυτό ήταν το μόνιμο άγχος του - ίσως και ως ένα είδος προσωπικής εξιλέωσης, για τις προδιαγραφόμενες εξελίξεις και τις απολήξεις των δικών του πολιτικοϊδεολογικών πεπραγμένων.

Ανοησίες. Τα μέτρα αυτά, ό,τι και αν συνέβαινε, θα ενέτειναν την γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος, το οποίο ήταν, ήδη, γραφειοκρατικό, ως διοικητικό μοντέλο και ως διοικητική πρακτική. 

Αυτά τα μέτρα, όχι μόνο δεν μπορούσαν να ανακόψουν, αλλά δεν μπορούσαν ούτε, καν, να καθυστερήσουν τον κομματικό και τον κρατικό γραφειοκρατισμό. Έτσι, το μπολσεβίκικο κόμμα γινόταν ο κύριος μηχανισμός της νέας εξουσίας, με την ευρύτερη κοινωνία παθητικοποιημένη, ενώ η ταύτιση του κόμματος, με το κράτος οδηγούσε, στην ανάγκη για ένα τεράστιο πλήθος, από νέα κομματικά στελέχη. Φυσικά, λοιπόν, το κόμμα έγινε ένας τεράστιος κοινωνικός χώρος υποδοχής, ενσωμάτωσης και μηχανισμός άσκησης της εξουσίας του νέου και αναπτυσσόμενου κοινωνικού στρώματος, το οποίο προσελάμβανε τα χαρακτηριστικά κυρίαρχης τάξης. 

Στην αρχή του εμφυλίου πολέμου τα μέλη της, υπό ανάπτυξη, νέας κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, δεν έπαιρναν, εύκολα, την απόφαση να μπουν στο μπολσεβίκικο κόμμα, αφού εφοβούντο, ή περίμεναν την νίκη των Λευκών. Όμως, όταν η νίκη του Κόκκινου Στρατού έγινε ξεκάθαρη και πλησίαζε το τέλος του εμφυλίου, προσχώρησαν, στους μπολσεβίκους, ενσωματωνόμενα, στους, ήδη, κομματικούς (που έγιναν μια ολοένα και μικρότερη μειοψηφία, μέσα στις γραμμές του κόμματος) και εφαρμόζοντας τις γραφειοκρατικές μεθόδους διοίκησης, που απέρρεαν από το λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1919, μόνον, το 20% των μελών ήταν στις τάξεις του κόμματος, πριν από το πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917, ενώ, μόνον, το 8% των μελών του κόμματος, ήταν στο κόμμα, πριν από τον Φεβρουάριο του 1917. Μάλιστα, στο 11ο συνέδριο του κόμματος, το 1922, μόνον, το 2% του συνόλου των κομματικών μελών ήσαν μέλη του κόμματος, πριν από τον Φεβρουάριο του 1917.

Στις 26 Μαρτίου 1922 ο Λένιν, σε ένα γράμμα του, ανέφερε:

"Αν δεν κλείνουμε τα μάτια μας στην πραγματικότητα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στην παρούσα κατάσταση η προλεταριακή πολιτική του κόμματος δεν καθορίζεται από την σύνθεση των μελών του, αλλά από το πρωτοφανές κύρος, που απολαμβάνει όλη, ανεξαιρέτως, η μικρή ομάδα ,που μπορεί να αποκληθεί και παλιά φρουρά του κόμματος. Μια μικρή διαμάχη, μέσα σε αυτή την ομάδα, θα είναι αρκετή, αν όχι να καταστρέψει αυτό το κύρος, σε κάθε περίπτωση, να αδυνατίσει την ομάδα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χάσει την δύναμη να καθορίζει την πολιτική".





Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν (18/12/1878 - 5/3/1953). Η ανάδειξή του, στην ηγεσία του μπολσεβίκικου κόμματος, δεν έκανε τίποτε περισσότερο, από το να φθάσει, στις τελικές της απολήξεις, την διαδικασία του ολοκληρωτικού μετασχηματισμού της νέας εξουσίας, που οικοδομήθηκε, πάνω στα ερείπια του συμβουλιακού κοινωνικού και οικονομικού πειράματος, που έφερε στην επιφάνεια η ρωσική επανάσταση. Και η αλήθεια είναι ότι οι κρίσιμες αποφάσεις είχαν, ήδη, ληφθεί, πριν ο ίδιος γίνει ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της "Ε.Σ.Σ.Δ."


Φυσικά, ο Λένιν μπορούσε να αντιληφθεί την αλήθεια των λόγων του, αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, όλα αυτά είναι, άνευ σημασίας, είναι επουσιώδη, αφού, ουσιαστικά, αναφέρεται, σε ένα ψυχογράφημα μιας κλειστής εξουσιαστικής ομάδας ανθρώπων και όχι στην δράση των ευρύτερων μαζών και της κοινωνίας, η οποία πλέον είχε παθητικοποιηθεί και φρόντιζε, στην συντριπτική της πλεοψηφία, να ενταχθεί στο εξελισσόμενο και διαμορφούμενο νέο ταξικό της σχήμα, όπως αυτό προέκυπτε, με κέντρο τον κομματικό και τον κρατικό μηχανισμό, μέσα στο νέο κρατικό καπιταλιστικό κοινωνικό μόρφωμα, για το οποίο έκανε λόγο ο ίδιος ο Λένιν.

Έτσι αναδείχτηκε ο Στάλιν, ο οποίος ήταν ένα στέλεχος της ηγεσίας των μπολσεβίκων, με οργανωτικές κυρίως ικανότητες. Η θέση γενικού γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος παλαιότερα δεν υφίστατο και όταν θεσμοθετήθηκε, δεν είχε τη σημασία του αρχηγού του κόμματος, όπως  έγινε, στην συνέχεια, στο Κ.Κ.Σ.Ε. και στα υπόλοιπα Κ.Κ. Ο Λένιν και οι άλλοι ουδέποτε είχαν αυτήν την θέση στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Ο Σβερντλώφ, που ήταν ο αναμφισβήτητος οργανωτικός ηγέτης των μπολσεβίκων, έως το 1919, που πέθανε, από επιδημία γρίπης και για τον οποίο ελέγετο ότι "ο Λένιν βάζει την θεωρία και ο Σβερντλώφ εξασφαλίζει ότι θα εφαρμοστεί", δεν υπήρξε, ποτέ, γραμματέας της Κ.Ε. του μπολσεβίκικου κόμματος.

Όμως, το 1922, όταν ο Στάλιν διορίστηκε γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Η φυσική διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης του κόμματος και του κράτους και της πλήρους συνύφανσής τους, είχε, περίπου, ολοκληρωθεί, δίνοντας, στον Στάλιν, τεράστια δύναμη, μέσα στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό. Όμως και πάλι, σε καμιά περίπτωση, ο Στάλιν δεν μπορούσε να θεωρηθεί ηγέτης του μπολσεβίκικου κόμματος, εκείνη την εποχή. Ηγεσία ήταν αυτοί, που ο Λένιν αποκαλούσε "παλιά φρουρά" του κόμματος και η οποία, πέρα από τον ίδιο τον Λένιν, περιλάμβανε στελέχη, όπως ο Τρότσκι, ο Ζηνόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Μπουχάριν, στελέχη που ήσαν πολύ πιο γνωστά στην οικοδομούμενη σοβιετική κοινωνία και με πολύ μεγαλύτερο κύρος, από τον Στάλιν.

Η υγεία του Λένιν ήταν, ήδη, κλονισμένη από την απόπειρα δολοφονίας, που πραγματοποίησε, εναντίον του, το 1918, η αριστερή σοσιαλεπαναστάτισσα Φανή Καπλάν. Από εκεί και πέρα, σιγά-σιγά, στην αρχή και γρήγορα, από ένα σημείο και μετά, χειροτέρευσε. Τον Μάϊο του 1922 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και παρέλυσε, από το ένα χέρι. Τον Δεκέμβριο του 1922 υπέστη νέο εγκεφαλικό επεισόδιο, που τον υποχρέωσε να παραμένει στο κρεββάτι και να απέχει, σε μεγάλο βαθμό, από την άμεση πολιτική δράση.

Τον Μάρτιο του 1923 υπέστη νέο επεισόδιο και δυσκολευόταν να μιλάει μέχρι το θάνατό του, στις αρχές του 1924. Στην διάρκεια της αρρώστιας του υπαγόρευσε κάποια κείμενα, γνωστά, ως "πολιτική διαθήκη" του, που ολοκλήρωσε τον Γενάρη του 1923. Ο Λένιν ήθελε η διαθήκη του να δημοσιευτεί στην "Πράβντα" και να διαβαστεί στο 12ο συνέδριο του κόμματος, που είχε οριστεί, για τον Απρίλιο του 1923.

Στην διαθήκη ο Λένιν προειδοποιούσε για τον κίνδυνο σχίσματος στην Κεντρική Επιτροπή, κατέκρινε τον Στάλιν και τις γραφειοκρατικές του μεθόδους, ζητούσε την απομάκρυνσή του, από τη θέση του γενικού γραμματέα, αλλά όλα όσα πρότεινε, ευρίσκονταν, πάντοτε, μέσα στον αστερισμό του κομματικού (και του κρατικού) διοικητικού οργανωτισμού. Δηλαδή, μέσα στα πλαίσια του γραφειοκρατισμού, που, πάντοτε, διακατείχε τις ιδέες και την πολιτική του δράση. Και γι' αυτό, όλες αυτές οι προτάσεις του υπήρξαν ακίνδυνες, για την νέα κοινωνική τάξη, που ο ίδιος είχε φέρει, στην επιφάνεια.

Ας δούμε αυτή την πολιτική διαθήκη του Β. Ι. Λένιν, για να αντιληφθούμε του λόγου το αληθές :






[23/12/1922]


Θα πρότεινα να γίνουν μία σειρά αλλαγές στην πολιτική μας δομή σε αυτό το συνέδριο

Θέλω να σας μιλήσω για τα θέματα στα οποία δίνω την μεγαλύτερη σημασία.

Στην κορυφή της λίστας, βάζω μία αύξηση του αριθμού των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, σε μερικές δωδεκάδες, ή, ακόμη και εκατό. Η γνώμη μου είναι ότι, χωρίς αυτή την μεταρρύθμιση, η Κεντρική μας Επιτροπή θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, αν η πορεία των γεγονότων δεν είναι ευνοϊκή, για μας (και αυτό είναι κάτι, στο οποίο δεν μπορούμε να βασιζόμαστε)

Ύστερα, σκοπεύω να προτείνω το συνέδριο να δώσει, σε μερικές, από της αποφάσεις της Κρατικής Επιτροπής Σχεδίου, νομοθετική ισχύ, συμφωνώντας, από αυτή την άποψη, με τις επιθυμίες του σύντροφου Τρότσκυ - ως ένα βαθμό και υπό ορισμένες συνθήκες

Όσο αφορά το πρώτο σημείο, δηλ. την αύξηση του αριθμού των μελών της Κ.Ε., πιστεύω ότι πρέπει να γίνει, για να αυξήσει το κύρος της Κεντρικής Επιτροπής, να γίνει μία, σε βάθος, δουλειά βελτίωσης του διοικητικού μας μηχανισμού και να εμποδίσει να αποκτήσουν υπερβολική σημασία, για το μέλλον του Κόμματος, συγκρούσεις, ανάμεσα, σε μικρές ομάδες της Κεντρικής Επιτροπής.

Μου φαίνεται ότι το Κόμμα μας έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει, από την εργατική τάξη, 50 με 100 μέλη της Κ.Ε. και ότι μπορεί να της τα πάρει, χωρίς να κάνει κατάχρηση των πόρων της τάξης αυτής.

Μία τέτοια μεταρρύθμιση θα αύξανε ,σημαντικά, την σταθερότητα του Κόμματός μας και θα βοηθούσε τον αγώνα του, ενάντια στην περικύκλωση από εχθρικά κράτη, ο οποίος, κατά την γνώμη μου, πρέπει, και κατά πάσαν πιθανότητα, πρόκειται, να ενταθεί, σημαντικά, στα, αμέσως, επερχόμενα χρόνια. Πιστεύω ότι η σταθερότητα του Κόμματός μας θα γινόταν χίλιες φορές μεγαλύτερη, από ένα τέτοιο μέτρο.



[24/12/1922]

Όταν λέω σταθερότητα της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, εννοώ ότι πρέπει να πάρουμε μέτρα, για να αποφύγουμε ένα σχίσμα, όσο είναι δυνατό να παρθούνε τέτοια μέτρα. Είχε, φυσικά, πολύ δίκιο ο αντεπαναστάτης αρθρογράφος της "Ρούσκαγια Μίσλ" - φαντάζομαι ότι είναι ο Σ. Ε. Όλντενμπουργκ - όταν, στον πόλεμό του, ενάντια στην Σοβιετική κυβέρνηση, έβαζε τις ελπίδες του, πρώτα-πρώτα, σε ένα σχίσμα του Κόμματός μας, και ύστερα κερδοσκοπούσε, επάνω, σε σοβαρές διχογνωμίες, μέσα στο Κόμμα μας, για να σπρώξει, σε σχίσμα. Το Κόμμα μας στηρίζεται, σε δύο τάξεις. Γι' αυτόν, ακριβώς, τον λόγο, είναι δυνατό να κλονιστεί η σταθερότητά του και, αν δεν μπορέσει να υπάρξει καμμιά συμφωνία, ανάμεσα στις δύο αυτές τάξεις, η κατάρρευση του Κόμματος είναι αναπότρεπτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν άσκοπο να πάρουμε οποιαδήποτε μέτρα, ή, καν, να εξετάσουμε, γενικά, την σταθερότητα της Κεντρικής Επιτροπής μας. Σε μια τέτοια περίπτωση, κανένα μέτρο δεν θα ήταν ικανό να μας προφυλάξει ,από ένα σχίσμα. Ελπίζω, όμως, σταθερά, πως τούτο είναι τόσο πολύ μακρυνό ενδεχόμενο, πως είναι τόσο απίθανο να συμβεί, ώστε να μην είναι ανάγκη να κάνουμε λόγο, γι' αυτό. Εκείνο, που με απασχολεί, είναι η σταθερότητα, σαν μια εγγύηση, από ένα σχίσμα, στο κοντινό μέλλον και επιθυμώ να εκθέσω, εδώ, μερικές παρατηρήσεις, που έχουνε, καθαρά, προσωπικό χαρακτήρα.

Πιστεύω ότι ένας βασικός συντελεστής, στο ζήτημα της σταθερότητας, από την άποψη αυτή, είναι η προσωπικότητα δύο μελών της Κεντρικής Επιτροπής, του Στάλιν και του Τρότσκι. Οι σχέσεις, ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο, ισοδυναμούν, κατά τη γνώμη μου, με κάτι, παραπάνω, από το μισό του κινδύνου ενός σχίσματος, ο οποίος είναι δυνατό να αποτραπεί. Φρονώ ότι θα μπορούσαν να αυξηθούν οι πιθανότητες αποφυγής του σχίσματος, αν ο αριθμός των μελών της Κεντρικής Επιτροπής αυξηθεί, από 50, σε 100. Από, τότε, που ο Στάλιν έγινε Γενικός Γραμματέας του Κόμματος, συγκέντρωσε, στα χέρια του, μία τεράστια δύναμη. Δεν είμαι, εντελώς, βέβαιος πως κατορθώνει ,πάντοτε, να χρησιμοποιεί την δύναμη αυτή, με αρκετή σύνεση. Από το άλλο μέρος, ο Τρότσκι, όπως το απόδειξε, στον αγώνα του, ενάντια στην Κεντρική Επιτροπή, απ' αφορμή του ζητήματος του Επιτροπάτου της Συγκοινωνίας, διακρίνεται, όχι, μόνο, για τις εξαιρετικές ικανότητές του - ως πρόσωπο, είναι, το δίχως άλλο, ο πιο ικανός σύντροφος, μέσα στην σημερινή Κεντρική Επιτροπή - αλλά διακρίνεται, επίσης και για την πάρα πολύ μεγάλη αυτοπεποίθησή του, καθώς και για την τάση του να τραβιέται πολύ, από την διοικητική όψη των ζητημάτων. Οι ιδιότητες αυτές των δύο ικανότερων μελών της σημερινής Κεντρικής Επιτροπής θα μπορούσε, χωρίς αυτοί να φταίνε, να οδηγήσουν, σε σχίσμα, και αν το Κόμμα μας δεν πάρει κανένα μέτρο, για να αποφύγει το σχίσμα, αυτό θα μπορούσε να επέλθει, αναπάντεχα. Δεν θέλω να χαρακτηρίσω τις προσωπικές ιδιότητες και των άλλων μελών της Κεντρικής Επιτροπής. Υπενθυμίζω, μόνο, ότι το επεισόδιο Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ, τον Οκτώβρη, δεν ήταν τυχαίο. Δεν έπρεπε, όμως, να γίνει εκμετάλλευση του επεισοδίου εκείνου, ενάντια στους δύο αυτούς, παρόμοια, όπως δεν πρέπει να γίνει ,ενάντια στον Τρότσκι εκμετάλλευση του μη μπολσεβικισμού του.

Από τα πιο νέα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, θα ήθελα να πω λίγα λόγια, για τον Μπουχάριν και τον Πιατάκωφ. Κατά τη γνώμη μου, είναι οι πιο ικανοί, ανάμεσα στους νέους, και σχετικά, με αυτούς, πρέπει να έχουμε υπόψη οόι ο Μπουχάριν, όχι, μόνο, είναι ο πολυτιμότατος και σημαντικότατος θεωρητικός του Κόμματος, αλλά και σωστά, μπορεί να θεωρείται, σαν το αγαπημένο παιδί όλου του Κόμματος. Μολοντούτο, οι αντιλήψεις του, με πολύ μεγάλες αμφιβολίες μπορούν να χαρακτηριστούν, ως, εντελώς, μαρξιστικές. Έχει κάτι το σχολαστικό επάνω του, δεν έμαθε ποτέ την διαλεκτική και ακόμη, πιστεύω ότι, ποτέ, δεν την κατάλαβε, εντελώς.




[Συνέχεια, 25/12/22]

Ο Πιατάκωφ, δίχως αμφιβολία, διακρίνεται για τη δύναμη της θέλησής του, και για την ικανότητά του, αποκλίνει, όμως, πάρα πολύ, στην διοικητική όψη των πραγμάτων, ώστε να μην μπορεί κανείς να τον εμπιστεύεται, σ' ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Τις παρατηρήσεις αυτές τις κάνω, με την προϋπόθεση πως οι προαναφερόμενοι ικανοί και πιστοί σύντροφοι μπορούν να βρούν την ευκαιρία να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους και να διορθώσουν τις μονομέρειές τους.


[προσθήκη, 4/1/1923]

Ο Στάλιν είναι πολύ απότομος και το ελάττωμα αυτό, που είναι, εντελώς, ανεκτό, στις προσωπικές σχέσεις κομμουνιστών, αναμεταξύ τους, δεν είναι ανεκτό, για εκείνον, που κατέχει την θέση του Γενικού Γραμματέα. Γι' αυτό, προτείνω, στους συντρόφους, να βρουν ένα μέσο να βάλουν στην θέση του, κάποιον άλλο, ο οποίος, σχετικά, με τον Στάλιν, να έχει τούτο το χαρακτηριστικό, να είναι πιο υπομονετικός, πιο ανοικτός και πιο ευγενικός, απέναντι στους συντρόφους και να είναι λιγότερο δύστροπος. Το ζήτημα αυτό μπορεί να φαίνεται, σαν μικρολογία. Μα, πιστεύω πως, άμα το δούμε, από την άποψη της αποφυγής ενός σχίσματος και από την άποψη των σχέσεων Στάλιν και Τρότσκι, δεν είναι καθόλου μικρό, ή καλύτερα, είναι ένα τέτοιας λογής μικρό πράγμα, που, αργότερα, μπορεί να έχει αποφασιστική σπουδαιότητα.



[Συνέχεια, 26/12/1922]

Η αύξηση των μελών της Κ. Ε., στα 50, ή ακόμη και τα 100 πρέπει, κατά την γνώμη μου, να εξυπηρετήσει διπλό, ή και τριπλό σκοπό: Όσο περισσότερα μέλη έχει η Κ.Ε., τόσο περισσότεροι θα εκπαιδευτούν, στην δουλειά της και τόσο θα ελαττωθεί ο κίνδυνος σχίσματος, εξαιτίας κάποιας αδιακρισίας. Η ένταξη πολλών εργατών ,στην Κ.Ε. ,θα βοηθήσει τους εργάτες να βελτιώσουν τον διοικητικό μας μηχανισμό, που είναι πολύ κακός. Στην ουσία, τον κληρονομήσαμε από το παλιό καθεστώς, γιατί ήταν, απολύτως, αδύνατον να τον αναδιοργανώσουμε, σε τόσο μικρό διάστημα, ειδικά σε συνθήκες πολέμου, λιμού κλπ. Γι' αυτό, σε αυτούς τους "κριτικούς", που δείχνουν τα ελαττώματα του διοικητικού μας μηχανισμού, ειρωνικά, ή με κακοήθεια, μπορούμε, με ηρεμία, να απαντήσουμε ότι δεν καταλαβαίνουν, καθόλου, από τις σημερινές συνθήκες της επανάστασης. Είναι, παντελώς, αδύνατο, μέσα σε πέντε χρόνια, να αναδιοργανωθεί, κατάλληλα, ο μηχανισμός, ειδικά, κάτω από τις συνθήκες, που έγινε η επανάστασή μας. Είναι αρκετό ότι, μέσα σε πέντε χρόνια, δημιουργήσαμε έναν νέο τύπο κράτους, στον οποίο οι εργάτες ηγούνται των αγροτών, ενάντια στην αστική τάξη. Και σ' ένα εχθρικό διεθνές περιβάλλον, αυτό από μόνο του είναι ένα γιγαντιαίο κατόρθωμα. Αλλά η γνώση αυτού, σε καμμιά περίπτωση, δεν πρέπει να μας τυφλώνει, ως προς το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, πήραμε τον παλιό κρατικό μηχανισμό, από τον τσάρο και την αστική τάξη και ότι, τώρα, με την έλευση της ειρήνης και την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών, απέναντι στον λιμό, όλη μας η ενέργεια πρέπει να στραφεί, στην βελτίωση του διοικητικού μηχανισμού.

Πιστεύω ότι μερικές δωδεκάδες εργατών, όντας μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μας, μπορούν καλύτερα, από οποιονδήποτε άλλο, να αναλάβουν το έργο του ελέγχου, της βελτίωσης και της αναδιοργάνωσης του κρατικού μας μηχανισμού. Η εργατοαγροτική επιθεώρηση, στην οποία ανατέθηκε, αρχικά, αυτή η λειτουργία, αποδείχτηκε ανίκανη να την φέρει, σε πέρας, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μόνον, σαν "παράρτημα", ή, κάτω από ορισμένες συνθήκες, σαν βοηθός αυτών των μελών της Κεντρικής Επιτροπής. Κατά την γνώμη μου, οι εργάτες, που θα γίνουν δεκτοί, στην Κ.Ε., θα πρέπει να προέρχονται, κατά προτίμηση, όχι από αυτούς, που έχουν μακρά θητεία, στα όργανα των σοβιέτ, (σ΄ αυτό το κομμάτι του γράμματός μου, όπου λέω εργάτες συμπεριλαμβάνω και τους αγρότες), γιατί αυτοί οι εργάτες έχουν, ήδη, αποκτήσει τις παραδόσεις και τις προκαταλήψεις αυτές, ενάντια, ακριβώς, στις οποίες είναι επιθυμητό να παλέψουμε.

Τα μέλη της Κ.Ε., που προέρχονται, από την εργατική τάξη, πρέπει να προέρχονται, κυρίως, από ένα στρώμα κατώτερο, από αυτό που, στην τελευταία πενταετία, έχει προαχθεί στην δουλειά, στα όργανα των σοβιέτ. Πρέπει να είναι πιο κοντά, στους εργάτες και τους αγρότες της βάσης, που, όμως, να μην πέφτουν, στην κατηγορία των έμμεσων, ή άμεσων, εκμεταλλευτών. Πιστεύω ότι παρακολουθώντας όλες τις συνεδριάσεις της Κ.Ε. και του Πολιτικού Γραφείου, και διαβάζοντας όλα τα ντοκουμέντα της Κ.Ε., τέτοιοι εργάτες μπορούν να αποτελέσουν ένα επιτελείο αφοσιωμένων οπαδών του σοβιετικού συστήματος, ικανό πρώτον, να δώσει σταθερότητα, στην ίδια την Κ.Ε. και δεύτερον, να δουλέψει, αποτελεσματικά, για την ανανέωση και την βελτίωση του κρατικού μηχανισμού



[Συνέχεια, 29/12/1922]

Αυξάνοντας τον αριθμό των μελών της Κ.Ε. πιστεύω ότι πρέπει, επίσης, ή, ίσως, κυρίως, να αφιερώσουμε την προσοχή μας, στο πώς θα ελέγξουμε και θα βελτιώσουμε τον διοικητικό μας μηχανισμό, ο οποίος δεν αξίζει τίποτα. Γι΄ αυτό, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις υπηρεσίες, καλά, καταρτισμένων ειδικών, και το καθήκον της ανεύρεσης αυτών των ειδικών πρέπει να ανατεθεί, στην εργατοαγροτική επιθεώρηση.

Πώς θα συνδυάσουμε αυτούς τους ειδικούς, ανθρώπους, με κατάλληλη μόρφωση, με τα νέα μέλη της Κ.Ε.; Αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να λυθεί, στην πράξη. Μου φαίνεται ότι η εργατοαγροτική επιθεώρηση, (σαν αποτέλεσμα της εξέλιξής της και της έκπληξής μας, για την εξέλιξή της), οδήγησε, γενικά, στην κατάσταση, που βλέπουμε, τώρα, δηλαδή σε μία μεσοβέζικη κατάσταση, ανάμεσα σε ένα ξεχωριστό επιτροπάτο και μία ειδική λειτουργία των μελών της Κ.Ε., ανάμεσα, σε ένα όργανο, που εποπτεύει τα πάντα και ένα ολιγάριθμο σώμα, πρώτης τάξεως, ελεγκτών, που πρέπει να είναι καλοπληρωμένοι (αυτό είναι ιδιαίτερα απαραίτητο, στην εποχή μας, που, το κάθε τι, πρέπει να πληρώνεται και οι ελεγκτές απασχολούνται, άμεσα, στα όργανα, που πληρώνονται καλύτερα).

Αν ο αριθμός των μελών της Κ.Ε. αυξηθεί, με τον κατάλληλο τρόπο και αν περάσουν, από εκπαίδευση, στην κρατική διοίκηση, χρόνο, μετά τον χρόνο, με την βοήθεια ειδικών, με υψηλό επίπεδο κατάρτισης και μελών της εργατοαγροτικής επιθεώρησης, με μεγάλο κύρος, σε κάθε τομέα, τότε, πιστεύω ότι θα μπορέσουμε να λύσουμε, με επιτυχία, αυτό το πρόβλημα, πράγμα που δεν έχουμε μπορέσει να κάνουμε, για τόσο μεγάλο διάστημα.

Για να συνοψίσω, το πολύ, 100 μέλη της Κ.Ε. και όχι πάνω, από 400-500 βοηθοί, μέλη της εργατοαγροτικής επιθεώρησης, με καθήκον να επιθεωρούν, κάτω από τη διεύθυνσή τους."



Η Ναντέζντα Κρούπσκαγια, η σύζυγος του Β. Ι. Λένιν (εδώ σε photo, με τον σύζυγό της, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων), δεν δημοσιοποίησε την "πολιτική διαθήκη" του Λένιν, μετά τον θάνατό του. Αυτό βοήθησε, τα μέγιστα, τον Στάλιν να παραμείνει, στην εξουσία και να την διεκδικήσει, στην συνέχεια, απέναντι στον Τρότσκυ, καθώς και έναντι όλων των άλλων αντιπάλων του, που, στην πορεία του χρόνου εμφανίστηκαν. Αλλά, επί της ουσίας, ακόμη και αν δημοσιοποιούσε τις πολιτικές παρακαταθήκες του ιδρυτή των μπολσεβίκων και της "Ε.Σ.Σ.Δ.", τίποτε δεν θα άλλαζε, όσον αφορά το περιεχόμενο και την ταξική φύση του καθεστώτος.




Τα κείμενα αυτά δεν δημοσιεύτηκαν, αλλά αυτό δεν αλλάζει το, στενά, διοικητικό, οργανωτικό - δηλαδή το γραφειοκρατικό περιεχόμενό τους, που αναλώνεται σε συμβουλές χειρισμού ζητημάτων από και για την κορυφή της συγκεντρωτικής γραφειοκρατικής μπολσεβικικής πυραμίδας. Η Ναντέζντα Κρούπσκαγια τα κράτησε απόρρητα, φοβούμενη τις εσωκομματικές εντάσεις, που μπορούσαν να προκαλέσουν και ελπίζοντας σε ανάκαμψη της υγείας του Λένιν ώστε να υπερασπίσει μόνος του τις θέσεις του. Τελικά, μετά το θάνατο του Λένιν, παρέδωσε τα κείμενα αυτά, στον Στάλιν, ζητώντας να δοθούν, στην δημοσιότητα, τον Μάϊο του 1924, στο 13ο συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος. Φυσικά, το κείμενο αυτό απεκρύβη, αν και η δημοσιοποίησή του δεν θα άλλαζε την φορά των πραγμάτων, ως προς το επίδικο αντικείμενο της κατάκτησης της εξουσίας, από την οργανωμένη, σε κυρίαρχη κοινωνική τάξη, κομματική και κρατική γραφειοκρατία.

Όλα αυτά είχαν ολοκληρωθεί το 1918, με την επιβολή του μονοκομματισμού του Κ.Κ.Σ.Ε., την εργαλειοποίηση των σοβιέτ και την κυριαρχία των αστών ειδικών στους χώρους δουλειάς. Σταδιακά, το μπολσεβίκικο - το κομμουνιστικό - κόμμα, μέσα σε έναν χρόνο, μετέτρεψε το συμβουλιακό πείραμα στην Ρωσία, σε μια δικτατορία αστικού τύπου μιας χούφτας γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων πολιτικών, με ολοκληρωτική μορφή, αφού απαγόρευσε τα άλλα κόμματα και τις πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, κατέστησε την διακυβέρνηση μονοκομματική, εργαλειοποίησε τις κοινωνικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και της ευρύτερης κοινωνίας, κατέστησε διακοσμητικά στοιχεία και ιμάντες μεταβίβασης των κομματικών και κυβερνητικών εντολών τα εργατικά και τα αγροτικά συμβούλια, κατάργησε την ελευθερία του τύπου, μονοπωλώντας την πληροφόρηση, κατάργησε το δικαίωμα των συγκεντρώσεων, πλην εκείνων που οργάνωνε το κομμουνιστικό κόμμα και πραγμοποίησε την εργατική τάξη, αφού επανέφερε γρήγορα το διευθυντικό δικαίωμα στους αστούς ειδικούς στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, πετώντας έξω τους εργάτες από την διοίκηση και την διαχείριση, εισάγοντας μια έντονα διαφοροποιημένη κλίμακα μισθών, η οποία αυξανόταν όσο ανεβαίνουμε στην υπαλληλική ιεραρχία.

Για την σχέση των λενινιστικών ιδεών με την γραφειοκρατική εξέλιξη και για την κοινωνιολογική συμπεριφορά των εξουσιαστικών κοινωνικών ομάδων - όπως οι μπολσεβίκοι -, τα πράγματα είναι σαφή. Όπως, επίσης, είναι προφανή και τα σχετικά κοινωνιολογικά συμπεράσματα, που συνίστανται, στο εξής :

Αν αφήσεις μια εξουσιαστική πολιτική κοινωνική ομάδα, με οποιαδήποτε ιδεολογία - εδώ εργατιστική - ανεξέλεγκτη στην εξουσία, θα κατακυριεύσει και θα κατασκευάσει τους θεσμούς, προς ίδιον όφελος των μελών και της ηγετικής της ομάδας και θα ανασκευάσει την κοινωνία, ενσωματώνοντας τεράστια κομμάτια των τμημάτων της παλιάς κοινωνίας, προκειμένου να διοικήσει και να ικανοποιήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τα ιδιοτελή της συμφέροντα ποδηγετώντας την τάξη, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί και την κοινωνία ολόκληρη.

Πολύ περισσότερο, στους μπολσεβίκους, που η λενινιστική θεωρία σχηματοποίησε και ορθολογικοποίησε την βαθιά περιφρονητική δυσπιστία του ίδιου του Λένιν και των επαναστατών αστών διανοουμένων του κόμματος, απέναντι στην εργατική τάξη και τις ικανότητές της, αφού ο Λένιν διακήρυξε και πίστεψε, ακράδαντα, στην ιδέα ότι το προλεταριάτο, από μόνο του, δεν έχει ταξική πολιτική συνείδηση και συγκρότηση και ότι είναι ανίκανο από την καθημερινή του εμπειρία να κατακτήσει οποιαδήποτε εργατική πολιτική συνειδητότητα.

Η ορθότητα της αντίληψης αυτής, ή η μη ορθότητά της, δεν είναι αυτό που εξετάζεται και δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει εδώ. Ανεξάρτητα, από το ορθό, ή το εσφαλμένο, περιεχόμενο των σχετικών πεποιθήσεων και αντιλήψεων του Λένιν και των διαδόχων του, αυτό που, εδώ, εξετάζεται, καθώς και αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει, είναι τα συγκεκριμένα αποτελέσματα, που παρήγαγαν , στην πράξη, δηλαδή στην καθημερινή πολιτική δράση και πρακτική, οι πεποιθήσεις και οι αντιλήψεις αυτές, που τροφοδότησαν και νοηματοδότησαν, καθιστώντας ενεργές αυτές τις δράσεις και τις πρακτικές.

Φυσικά, τα αποτελέσματα των πεποιθήσεων και των αντιλήψεων αυτών του Λένιν και των μπολσεβίκων, ήσαν σαφή και συγκεκριμένα.

Πρώτο αποτέλεσμα, ήταν η διαπίστωση ότι η πολιτική συνείδηση να πρέπει να δοθεί, στους εργάτες και στην εργατική τάξη, σαν σύνολο, από έξω, δηλαδή από τους αστούς, μικροαστούς και μισοπρολετάριους διανοουμένους ενός κόμματος, με εργατιστική ιδεολογία, οι οποίοι αστοί, μικροαστοί και μισοπρολετάριοι διανοούμενοι, ως επιστήμονες της επανάστασης και κάτοχοι της επαναστατικής επιστημονικής κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας, κατέχουν την επιστημονική γνώση, για την ευρύτερη ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας και την επαναστατική κομμουνιστική προοπτική, δηλαδή την εργατική πολιτική συνείδηση, την οποία δεν κατέχουν οι αμαθείς προλετάριοι και την οποία εργατική συνείδηση, που οι δυστυχείς εργάτες δεν κατέχουν, θα την εισαγάγουν στην εργατική τάξη οι αστοί και οι λοιποί διανοούμενοι του κόμματος.

Αυτοί οι αστοί διανοούμενοι, μαζί με τους μικροαστούς και τους προλετάριους διανοούμενους, δηλαδή οι ''επαγγελματίες επαναστάτες'', πρώτα, θα έχουν παιδαγωγηθεί, εντός του κόμματος, στην, εργοστασιακού τύπου, πειθαρχία, που θα τους επιβάλουν οι συγκεντρωτικές οργανωτικές του δομές και η ιεραρχική διοικητική δομή του, προκειμένου να απαλλαγούν από τον εγγενή τους εγωϊσμό και να μετασχηματισθούν σε γραφειοκράτες, οι οποίοι θα διεκπεραιώνουν τις εντολές του κομματικού απαράτ, το οποίο είναι εκείνο, που θα προσδιορίζει και θα συγκεκριμενοποιεί τα καθημερινά καθήκοντα της τάξης, μέσα από την πολιτική ανάλυση, που, κάθε φορά, θα κάνει, ως κάτοχος της θεωρίας.

Αυτή η εγκαθίδρυση της πρωτοκαθεδρίας των γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων, μέσα στο κόμμα και η κυριαρχική σχέση του κόμματος με την τάξη, μέσω της ειδικής σχέσης των επαγγελματιών επαναστατών με την μαρξιστική θεωρία, απετέλεσε και την απαρχή μιας νέας κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Πολύ περισσότερο, που οι εκφραστές αυτού του, υπό διαμόρφωση, νέου κοινωνικού στρώματος, ήσαν μια, από ένα χρονικό σημείο και καθαρή μειοψηφία, μέσα στην κοινωνία.


video

Η ρωσική επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση των μπολσεβίκων, σε παλαιό αμερικανικό φιλμ, με στιγμιότυπα εποχής (Μέρος Πρώτο).




Μια πρώτη απόδειξη αυτής της αντίφασης ήταν οι εκλογές για την συντακτική συνέλευση, που οργάνωσε το νέο σοβιετικό καθεστώς, μετά το πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1917. Παρά την γνώμη του Λένιν ότι η συντακτική συνέλευση θα ήταν ένα βήμα προς τα πίσω, σε σύγκριση με την εξουσία των σοβιέτ, η μπολσεβίκικη κυβέρνηση αποφάσισε να οργανώσει τις εκλογές, για να δείξει ότι η κριτική, που έκανε στην προηγούμενη κυβέρνηση ήταν ειλικρινής.

Οι εκλογές αυτές έγιναν, με τους παλιούς εκλογικούς καταλόγους και με το παλιό εκλογικό σύστημα, ήτοι χωρίς δικαίωμα ψήφου των νέων από την ηλικία των 18, ενώ συμμετείχε όλος ο πληθυσμός της χώρας. Έτσι, λοιπόν, στις εκλογές της 12/11/1917, οι μπολσεβίκοι συγκέντρωσαν 9.844.637 ψήφους, σε σύνολο, περίπου, 40 εκατομμυρίων, δηλαδή το 25%. Κέρδισαν 183 έδρες στην συντακτική συνέλευση και μαζί με τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες (εσέρους), με τους οποίους είχαν σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού και οι οποίοι πήραν 40 έδρες, ήσαν μειοψηφία.

Νικητές ήσαν οι δεξιοί  σοσιαλεπαναστάτες (εσέροι), με 15 εκατομμύρια ψήφους και 370 έδρες, στην συνέλευση, σε σύνολο 715. Βέβαια, η κατανομή των ψήφων ήταν ανισομερής  Στην Πετρούπολη και στην Μόσχα οι μπολσεβίκοι ήσαν συντριπτική πλειοψηφία, με 4πλάσιες ψήφους από τους δεξιούς εσέρους. Στους στρατιώτες των μετώπων του πολέμου οι μπολσεβίκοι είχαν την συντριπτική πλειοψηφία. Στο δυτικό μέτωπο οι μπολσεβίκοι πήραν 653.430 ψήφους, σε σύνολο 976.000 ψήφων. Στο βόρειο και το δυτικό μέτωπο, οι μπολσεβίκοι ξεπέρασαν τις 1.000.000 ψήφους, ενώ οι δεξιοί εσέροι είχαν μόνο 420.000. Από την άλλη πλευρά, όσο πιο μακριά, από τις πόλεις και τα μέτωπα του πολέμου, βρίσκονταν οι εκλογικές περιφέρειες, τόσο πιο πολύ πλειοψηφούσαν οι εσέροι, ως το παραδοσιακό κόμμα των αγροτών. Το δεξιό κόμμα των καντέ (των συνταγματικών δημοκρατών) καταποντίστηκε στις εκλογές, λαμβάνοντας, μόνον, 17 έδρες.

Αυτή η συντακτική συνέλευση, που αντιπροσώπευε, για τον Λένιν"το παρελθόν της επανάστασης", συνεδρίασε, μία και μόνη φορά, την 5/1/1918 και διελύθη, από τους μπολσεβίκους και τους αναρχικούς, αλλά η διάλυση της αυτή ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα της μειοψηφικής θέσης των μπολσεβίκων και των άλλων επαναστατικών δυνάμεων εκείνης της εποχής.


video

Η ρωσική επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση των μπολσεβίκων, σε παλαιό αμερικανικό φιλμ, με στιγμιότυπα εποχής (Μέρος Δεύτερο).




Ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος, οι επεμβάσεις των ξένων στρατών και ο οικονομικός αποκλεισμός, που κράτησαν 3 χρόνια. Ο Κόκκινος Στρατός νίκησε τα στρατεύματα των Λευκών και των ξένων, αλλά η νίκη αυτή ήταν μια τεράστια ήττα, για το εργατοαγροτικό συμβουλιακό πείραμα. Ο πόλεμος και ο οικονομικός αποκλεισμός είχαν τεράστιο κόστος, σε ανθρώπους, στις υποδομές και στην παραγωγή της χώρας. Οι νικητές είχαν να διαχειρισθούν κοινωνικά και οικονομικά ερείπια.

Η βιομηχανική παραγωγή είχε μειωθεί, στο 18% της αντίστοιχης του 1917. Ο συνολικός αριθμός των εργατών είχε πέσει, στο 43%. Σε απόλυτους αριθμούς, ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών διαμορφώθηκε, από 3 εκατομμύρια, το 1917, σε 1.240.000, το 1921-22. Στην Πετρούπολη, οι βιομηχανικοί εργάτες μειώθηκαν, από 400.000, το 1917, σε 71.575, τον Απρίλη του 1918.

Όλη η βιομηχανική παραγωγή και τα διαθέσιμα τρόφιμα πήγαιναν, σχεδόν, εξ ολοκλήρου, στον προσπάθεια, για την νίκη στον εμφύλιο πόλεμο. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήσαν η πείνα και οι ασθένειες. Οι νεκροί του Κόκκινου Στρατού ήσαν πάνω από 1.000.000 και συνολικά, νεκροί της περιόδου 1918-1921 έφθασαν τα 9.000.000. Μόνο το 1920, ο τύφος αφάνισε 1.000.000 ανθρώπους και η ερήμωση των πόλεων, από την εγκατάλειψη, εξ αιτίας της πείνας, πήρε τεράστιες διαστάσεις. Το φθινόπωρο του 1920, ο πληθυσμός 40 επαρχιακών πρωτευουσών βρέθηκε μειωμένος, κατά 33%, σε σύγκριση με το 1917. Ο πληθυσμός της Πετρούπολης και της Μόσχας μειώθηκε, στο 42,5% και στο 55,5%, αντιστοίχως, σε σύγκριση, με το 1917.


video

Η ρωσική επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση των μπολσεβίκων, σε παλαιό αμερικανικό φιλμ, με στιγμιότυπα εποχής (Μέρος Τρίτο).



Η νίκη στον εμφύλιο πόλεμο οφειλόταν πρώτα και κύρια, σε πολιτικούς λόγους. Οι εργάτες και οι αγρότες υπεράσπισαν την μπολσεβίκικη εξουσία, απέναντι σε έναν, πολύ καλύτερα, εξοπλισμένο εχθρό, ο οποίος είχε και μικρότερες απώλειες και ο οποίος, είχε, στο πλευρό του, την στρατιωτική βοήθεια των καπιταλιστικών χωρών. Οι αντεπαναστάτες έχασαν τον πόλεμο, επειδή δεν μπόρεσαν να έχουν σημαντική λαϊκή υποστήριξη. Όμως, παρά την στρατιωτική τους ήττα, οι Λευκοφρουροί κατάφεραν να αφανίσουν το μέγιστο μέρος των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών, που είχαν κάνει την επανάσταση.

Από την εξουσία των εργατικών και των αγροτικών συμβουλίων του 1917, δεν είχαν απομείνει, παρά, μόνον, ερείπια. Οι εργάτες και τα σοβιέτ είχαν, πλέον, τυπικά, την εξουσία, στην Ρωσία, στο τέλος του εμφύλιου πολέμου, αφού δεν ήσαν , πια, σε θέση να ασκούν εξουσία. Το γραφειοκρατικό "εργατικό" κράτος των μπολσεβίκων, ο εμφύλιος πόλεμος και η πείνα κατέστρεψαν αυτή την δυνατότητα. Ο κρατικός μηχανισμός ήταν και πάλι, ένας ιεραρχικός και γραφειοκρατικός μηχανισμός.

Το πέρασμα, από την απόπειρα άσκησης της εξουσίας των εργατών, στην δικτατορία των μπολσεβίκων, έγινε επειδή το επεδίωξαν οι μπολσεβίκοι και όχι επειδή έκαναν λάθη, ή επειδή κορόιδεψαν τους εργάτες, ή γιατί, απλώς, τους διέφθειρε η εξουσία. Και φυσικά, δεν ήταν, απλώς, το βίαιο χτύπημα του εμφύλιου πολέμου και της επίθεσης των 17 καπιταλιστικών κρατών, που οδήγησε στην καταστροφή της πρωτοπορίας των εργατών και των στρατιωτών, που είχαν κάνει την επανάσταση και είχαν δημιουργήσει τα συμβούλια.

Η καταστροφή αυτή, βέβαια, οφειλόταν και στην φυσική εξόντωση των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών, από τις πολεμικές συγκρούσεις, την πείνα και τις επιδημίες. Αλλά δεν ήταν μόνη η φυσική εξόντωση αυτών των ανθρώπων, που οδήγησε στο νέο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό κοινωνικό καθεστώς.




"Ποιός ξέχασε το χρέος του προς την Πατρίδα", ρωτούν οι καπιταλιστές τον Ρώσο στρατιώτη, σε μια αφίσσα της εποχής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. "Λίγα δίνονται και πολλά απαιτούνται"...



Στην διάρκεια του 1917, η εργατική πολιτοφυλακή και ο στρατός εξέλεγαν επιτροπές πολιτικού ελέγχου των στρατιωτικών διοικητών και μερικές φορές, εξέλεγαν και τους ίδιους τους στρατιωτικούς διοικητές. Ο εμφύλιος πόλεμος οδήγησε και πάλι στον κλασικό τακτικό στρατό και στην προτεραιότητα της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας, έναντι της επαναστατικής αυτοκυβέρνησης. Οι στρατιωτικοί διοικητές αναβαθμίστηκαν. Επανήλθαν πολλοί αξιωματικοί του τσαρικού στρατού και μαζί με τους Επίτροπους του κόμματος των μπολσεβίκων, απετέλεσαν την νέα εξουσία. Οι εργάτες και οι αγρότες που πολεμούσαν, τέθηκαν κάτω από ένα νέο πλαίσιο εξουσίας.

Η εργατική τάξη της επανάστασης, που, ήδη, ήταν μια μικρή μειοψηφία, αποδεκατίστηκε. Το προσωπικό των εργοστασίων και των άλλων παραγωγικών μονάδων δεν απετελείτο, πλέον, από τον πυρήνα του επαναστατικού κινήματος του 1917. Οι πιο μαχητικοί εργάτες είχαν πολεμήσει στον εμφύλιο πόλεμο και είχαν τεράστιες απώλειες. Αυτοί, που επέζησαν, ήσαν απαραίτητοι, όχι μόνο στα εργοστάσια, αλλά και σαν στελέχη, στον στρατό, ή ως επίτροποι, για να επιβλέπουν την λειτουργία της κρατικής μηχανής και σαν μέλη της διοικητικής ιεραρχίας, στην οποία και ενσωματώθηκαν, απορροφούμενοι από την νεοπαγή γραφειοκρατική τάξη.

Στην διάρκεια του 1917 και αμέσως μετά, στις πραραγωγικές μονάδες και στους στρατώνες γίνονταν συζητήσεις, συνελεύσεις, εκλέγονταν αντιπρόσωποι. Στα εργατοαγροτικά συμβούλια κυριαρχούσαν, είτε οι ρεφορμιστές, είτε οι μπολσεβίκοι. Αυτή η εργατική δημοκρατία και εξουσία άρχισε να εκφυλίζεται, με τις μονομερείς πράξεις των μπολσεβίκων, ήδη, από το τέλος του 1917 και αυτός ο εκφυλισμός κλιμακώθηκε, γοργά, με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου και όσο ο πόλεμος κλιμακωνόταν. Τα σοβιέτ είχαν δημιουργηθεί μέσα από την επαναστατική δράση της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της. Χωρίς τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες, που τα είχαν δημιουργήσει, χωρίς την συλλογικότητά τους και την αυτενέργειά τους, η πρωτόλεια και πειραματική εξουσία των συμβουλίων γινόταν, ολοένα και περισσότερο, μια εξουσία, χωρίς περιεχόμενο. Οι πολιτικές συζητήσεις, οι συνελεύσεις και οι εκλογές αντιπροσώπων, γρήγορα, ατόνησαν, με πρώτη ευθύνη των μπολσεβίκων και της επιβολής του μονοκομματικού ελέγχου, πάνω στα εργατοαγροτικά και στρατιωτικά συμβούλια και της μονοκομματικής άσκησης της εξουσίας.

Αντί να είναι αιρετοί και ανακλητοί, ανά πάσα στιγμή, οι αντιπρόσωποι των εργατών, στο νεοπαγές οικοδομούμενο "σοβιετικό" κράτος, άρχισαν να γίνονται μόνιμοι, ή να διορίζονται από το κόμμα. Η εφαρμογή των κρατικών αποφάσεων, οδηγούσε, στην επιβολή του διοικητικού γραφειοκρατικού τρόπου λειτουργίας του νέου κρατικού μηχανισμού και στην οικοδόμησή του, με τις παλαιές μεθόδους και με τα παλαιά "καλά" και δοκιμασμένα δομικά υλικά. Και αυτήν την εργασία την διεκπεραίωνε ένας διαρκώς διογκούμενος μηχανισμός, από γραφειοκράτες, που, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, προέρχονταν από τους αξιωματούχους του τσαρικού καθεστώτος, που οι μπολσεβίκοι χρησιμοποιούσαν και ενσωμάτωναν, στους κόλπους τους.



video

Η ρωσική επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση των μπολσεβίκων, σε παλαιό αμερικανικό φιλμ, με στιγμιότυπα εποχής (Μέρος Τέταρτο).





Ακόμη, πριν από την κλιμάκωση του εμφυλίου, ο Λένιν είχε διακηρύξει ότι η οικονομία θα βελτιωνόταν, με την εφαρμογή του κρατικού καπιταλισμού, δηλαδή με παραχωρήσεις προνομίων και εξουσίας, στους καπιταλιστές και στα διοικητικά στελέχη των επιχειρήσεων. Αποπειράθηκε να εφαρμόσει μια τέτοια κρατικοκαπιταλιστική πολιτική, αλλά, αρχικά, η προσπάθεια ναυάγησε, από το σαμποτάζ των καπιταλιστών και των διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων, ενώ, με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, όλοι τους πέρασαν στις περιοχές, που έλεγχαν οι Λευκοί. 

Το αποτέλεσμα ήταν να ενταθεί η κρατικοκαπιταλιστικοποίηση των επιχειρήσεων, που εγκατέλειπαν οι ιδιοκτήτες τους και τα διευθυντικά τους στελέχη, με αποφάσεις του "εργατικού" κράτους των μπολσεβίκων, με την παράδοση της διοίκησής τους, όχι στα εργατικά συμβούλια, αλλά σε μια νέα ιεραρχία, που την διόριζε το κόμμα, με πλήρες διευθυντικό δικαίωμα και στην οποία ιεραρχία ενσωματώνονταν, στην κορυφή της πυραμίδας, όσοι καπιταλιστές και όσα διευθυντικά στελέχη δεν είχαν φύγει στο πλευρό των Λευκών. 

Αυτήν την κρατικοκαπιταλιστική περίοδο, στην οποία οικοδομήθηκε η οικονομική - παραγωγική βάση της εξουσίας της "σοβιετικής" γραφειοκρατίας, με την πλήρη γραφειοκρατικοποίηση της οικονομίας της χώρας, οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν την ονόμασαν "πολεμικό κομμουνισμό"

Στην περίοδο  αυτή του πολεμικού κομμουνισμού, που στην πραγματικότητα ήταν η περίοδος του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού, η οικονομία στις πόλεις κρατικοποιήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, με στόχο και σκοπό την αξιοποίηση των οικονομικών πόρων, που ήσαν στην διάθεση της μπολσεβίκικης εξουσίας, για την νίκη στον εμφύλιο πόλεμο, γεγονός που ολοκλήρωσε τον εκφυλισμό της εξουσίας των εργατικών συμβουλίων, σηματοδοτώντας και την ολοκλήρωση της προσπάθειας του μπολσεβίκικου κόμματος να ελέγξει το ίδιο την οικονομία, εκ των άνω και μακριά από κάθε εργατικό έλεγχο.




Λέων Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν Τρότσκυ (7/11/1879 - 21/8/1940). Οι προσωπικές ευθύνες του, για την πορεία των εξελίξεων, στην "Ε.Σ.Σ.Δ.", είναι βαρύτατες. Οι ακραίες κρατικιστικές και ολοκληρωτικές απόψεις του, για την ένταξη των εργατικών συνδικάτων, στον κρατικό μηχανισμό, τελικά, υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν, πλήρως, από τον μεγάλο του αντίπαλο. Τον Ιωσήφ Στάλιν...





Αλλά, πέρα από τα εργατικά συμβούλια, οι μπολσεβίκοι δεν άφησαν ανέπαφα ούτε τα εργατικά συνδικάτα. Στο 5ο συνέδριο των συνδικάτων, που διεξήχθη, από τις 2, έως τις 6 Νοεμβρίου του 1920, ξέσπασε μια μεγάλη διαμάχη στους κόλπους του μπολσεβίκικου κόμματος, για την θέση του κόμματος, στο συνέδριο αυτό. Οι μπολσεβίκοι τριχοτομήθηκαν.

1) Μια ομάδα, με επικεφαλής τους Τρότσκι και Μπουχάριν, υποστήριζε ότι, στην περίοδο του "πολεμικού κομμουνισμού" (δηλαδή του κρατικού καπιταλισμού, για να μιλήσουμε, επί της ουσίας, αφαιρώντας το ιδεολογικό και ψευδοσυνειδησιακό περιεχόμενο του εξουσιαστικού λόγου των μπλσεβίκων), κύριο χαρακτηριστικό καθήκον ήταν η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, γεγονός, το οποίο καθιστούσε απαραίτητη την ένταξη των συνδικάτων, στο κράτος, με την μετατροπή τους, σε κρατικά συνδικάτα.

2) Άλλη ομάδα αποτελούσε η ονομαζόμενη "Εργατική Αντιπολίτευση" με επικεφαλής την Κολλοντάι και τον Σλιάπνικοφ, που μιλούσαν για την αυτονομία των συνδικάτων, έναντι του κράτους, με κύριο καθήκον την προστασία των συμφερόντων των εργατών, την οποία δεν προσέφεραν τα γραφειοκρατικοποιημένα εργατικά συμβούλια. Οι θέσεις της εσωκομματικής "Εργατικής Αντιπολίτευσης" έφθαναν, στον πλήρη έλεγχο της οικονομίας, από τα συνδικάτα. Οι θέσεις της ομάδας αυτής, κυκλοφόρησαν, σε 250.000 αντίτυπα, αφού οι εσωκομματικές φράξιες ήσαν, ακόμη, νόμιμες. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, μετά, το 10 συνέδριο των μπολσεβίκων, με την σύμφωνη γνώμη των Β. Ι. Λένιν - Λ. Ντ. Τρότσκυ - Ι. Β. Στάλιν (μειοψηφούσης της Αλεξάνδρας Κολλοντάϊ και της "Εργατικής Αντιπολίτευσης"), οι εσωκομματικές ομαδοποιήσεις, οι τάσεις και οι οργανωμένες φράξιες, θα ετίθεντο, οριστικά, εκτός κομματικής και κρατικής νομιμότητας, μέχρι την πτώση του καθεστώτος τον Δεκέμβριο του 1991.

3) Στο κέντρο των δύο αυτών ομάδων βρισκόταν η λεγόμενη "Πλατφόρμα των Δέκα" με επικεφαλής τον Λένιν, η οποία και πλειοψήφισε, μετά από πολύ έντονες αντιπαραθέσεις, που πήραν μεγάλη δημοσιότητα εν όψει και του 10ου συνεδρίου του κόμματος. 

Οι μεσοβέζικες - και ουσιαστικά, υποκριτικές - θέσεις του Λένιν, που περιέγραφαν,  όμως, με ενάργεια και σαφήνεια και καθαρότητα, την πληρότητα της ταξικής αυτοσυνειδητοποίησης του ίδιου του Λένιν, ως ηγέτη του εξουσιαστικού κοινωνικού στρώματος της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας, αλλά και αυτής της ίδιας της γραφειοκρατίας, ως άρχουσας τάξης, στην "Ε.Σ.Σ.Δ." είχαν, ως εξής, σύμφωνα με τα δικά του λόγια:

"Το δικό μας είναι ένα εργατικό κράτος με μια γραφειοκρατική διαστροφή ... Τώρα έχουμε ένα κράτος, κάτω από το οποίο είναι δουλειά του μαζικά οργανωμένου προλεταριάτου να αυτοπροστατευτεί, ενώ εμείς, από την πλευρά μας, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις εργατικές οργανώσεις, για να προστατεύσουν τους εργάτες, από το κράτος τους και να τις έχουμε μαζί μας, για να προστατεύσουν το κράτος μας, από τους εργάτες".


Τελικά, στην πράξη, αυτό που έγινε ήταν η επικράτηση των απόψεων της πρώτης ομάδας των Τρότσκυ και Μπουχάριν. Ο Ιωσήφ Στάλιν φρόντισε, για την πλήρη εφαρμογή των απόψεων των δύο μελλοντικών του αντιπάλων, με την πλήρη ένταξη (και υποταγή) των εργατικών συνδικάτων στο "σοβιετικό" κράτος.



video
Η ρωσική επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος και η επικράτηση των μπολσεβίκων, σε παλαιό αμερικανικό φιλμ, με στιγμιότυπα εποχής (Μέρος Πέμπτο).



Έτσι, η γραφειοκρατικοποίηση του κράτους και του κόμματος πήρε ολοκληρωτικές διαστάσεις. Η αύξηση των ανισοτήτων, που προέκυψε από όλη αυτή την κοινωνική, οικονομική και πολιτική διαδικασία, σήμαινε ότι οι γραφειοκράτες, ως κυριάρχη κοινωνική τάξη, συσπειρωμένη στο μπολσεβίκικο κόμμα και αυτοσυνειδητοποιούμενη, ολοένα και περισσότερο, ως  εξουσιαστική κοινωνική τάξη, με ιδιοτελή συμφέροντα, αξιοποιούσαν ολοένα και πιο πολύ, την θέση τους, για να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Ο μεγάλος χαμένος αυτής της πολιτικής ήταν οι εργάτες των πόλεων, που συχνά εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους με κύματα απεργιών και κινητοποιήσεων.

Οι μπολσεβίκοι είναι προφανές ότι επιδίωξαν την γραφειοκρατικοποίηση του κράτους. Αρχικά, προφανώς, δεν είχαν συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις του προβλήματος, που θα αντιμετώπιζαν και θα δημιουργούσαν οι ίδιοι, εκ των πραγμάτων. Για τον λόγο αυτόν, έθεταν εσφαλμένα ερωτήματα, που ήσαν επηρεασμένα από την δική τους συλλογική ψευδή συνείδηση, όταν άγγιζαν το πρόβλημα της εξουσίας.


Παράδειγμα είναι ο ίδιος ο Λένιν, ο οποίος, στο ερώτημα "Θα μπορέσουν άραγε οι μπολσεβίκοι να κρατήσουν την εξουσία;", απαντούσε, ως εξής :

 
"Μας λένε, το προλεταριάτο δεν θα μπορέσει να θέσει, σε κίνηση, τον κρατικό μηχανισμό. Ύστερα από την επανάσταση του 1905, την Ρωσία κυβερνούσαν 130.000 τσιφλικάδες, την κυβερνούσαν ασκώντας συνέχεια βία, ενάντια σε 150 εκατομμύρια ανθρώπους, εμπαίζοντάς τους, απεριόριστα, εξαναγκάζοντας την τεράστια πλειοψηφία τους να δουλεύουν, σαν κατάδικοι και να λιμοκτονούν. Και δεν θα μπορέσουν, δήθεν, να κυβερνήσουν την Ρωσία 240.000 μέλη του μπολσεβίκικου κόμματος, να την κυβερνήσουν, προς το συμφέρον των φτωχών και ενάντια στους πλούσιους; Αυτοί οι 240.000 άνθρωποι έχουν τώρα, με το μέρος τους, όχι λιγότερο από ένα εκατομμύριο ψήφους ενήλικου πληθυσμού ... Έτσι έχουμε ήδη ένα '’κρατικό μηχανισμό’’ από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, αφοσιωμένους στο σοσιαλιστικό κράτος, με την ιδεολογία τους, και όχι για να εισπράττουν κάθε 20 του μήνα μεγάλους μισθούς.

Επιπλέον έχουμε ένα '’θαυμάσιο μέσο’’, για να δεκαπλασιάσουμε μονομιάς, με μια κίνηση, τον κρατικό μας μηχανισμό, ένα μέσο, που δεν το είχε ποτέ και δεν μπορεί να το έχει, κανένα καπιταλιστικό κράτος. Αυτό το θαυματουργό μέσο είναι η προσέλκυση των εργαζομένων, η προσέλκυση της φτωχολογιάς, στην καθημερινή δουλειά της διακυβέρνησης του κράτους".

 
Οι μπολσεβίκοι είχαν επίσης υπολογίσει πώς θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των ειδικών, ήτοι των επιστημόνων, των λογιστών, των μηχανικών και των διοικητικών στελεχών. Αυτοί - υποτίθεται ότι - θα έμπαιναν στην υπηρεσία της επανάστασης είτε γιατί ως υπάλληλοι θα κερδίζονταν πολιτικά από την εργατική εξουσία, είτε με την πίεση της εξουσίας που θα εξασκούσε πάνω τους ο κρατικός μηχανισμός των σοβιέτ.

Ανοησίες. Όπως είδαμε, ουδέν, από αυτά, συνέβη...




Φανή Καπλάν (10/2/1890 - 3/9/1918) Μέλος του κόμματος των εσέρων, που αποπειράθηκε να εκτελέσει τον Λένιν, μετά την έξοδο των αριστερών εσέρων, από την πρώτη σοβιετική κυβέρνηση συνασπισμού μπολσεβίκων - αριστερών σοσιαλεπαναστατών, επειδή πίστευε ότι είναι προδότης της επανάστασης. Η αποχώρηση των αριστερών εσέρων, από την σοβιετική κυβέρνηση, έγινε, λόγω της διαφωνίας, που προέκυψε από την εξευτελιστική σύναψη συνθήκης ειρήνης της νεαρής εξουσίας στην Ρωσία, με την Γερμανία, στο Μπρεστ Λιτόφσκ. Την ειρήνη αυτή την επέβαλε ο Λένιν, ο οποίος μειοψήφισε και στο ίδιο του το κόμμα, πάνω στο θέμα αυτό. Η Καπλάν ισχυρίστηκε ότι σχεδίαζε από καιρόν τον φόνο του Λένιν, αν και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να είναι αληθινό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια ημέρα, που η Καπλάν αποπειράθηκε να εκτελέσει τον Λένιν, δολοφονήθηκε και ένα άλλο στέλεχος των μπολσεβίκων, ο Μοϊσέϊ Ουρίτσκι. Προφανώς, τα πράγματα έγιναν διαφορετικά.




Οι μπολσεβίκοι, φυσικά, δεν σταμάτησαν, εδώ.  Χρησιμοποίησαν την μυστική αστυνομία, την Τσε Κα, που δημιούργησε στα τέλη του 1917, ο Φελίξ Τζερτζίνσκυ, στα αντιπολιτευόμενα κόμματα. Περιόρισαν και κατήργησαν τις δημοκρατικές ελευθερίες, ενώ εκφύλιζαν την εξουσία των συμβουλίων. Στα τέλη του 1918, απαγορεύτηκε η λειτουργία και του κόμματος των μενσεβίκων. 

Η κατάρρευση, πολύ γρήγορα, της πρώτης κυβέρνησης συνασπισμού των εργατικών συμβουλίων, ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες (μια κυβέρνηση, που είχε την ανοχή και των Ρώσων αναρχικών), λόγω της λεόντιας, υπέρ της Γερμανίας, συμφωνίας ειρήνης του Μπρεστ Λιτόφσκ, οδήγησε τους  αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες, στο να χρησιμοποιούν την συνηθισμένη τρομοκρατική τακτική. Έτσι, οργάνωσαν απόπειρες δολοφονίας ηγετικών στελεχών των μπολσεβίκων - ανάμεσα σε αυτές και του ίδιου του Λένιν, από την Φανή Καπλάν.

Γρήγορα, οι μπολσεβίκοι επέβαλαν την μονοκρατορία του κόμματός τους.

Η Τσε Κα συγκρούστηκε τον Απρίλιο του 1918, με πολλούς νεκρούς, εκατέρωθεν, με την "Μαύρη Φρουρά" των αναρχικών, στην Μόσχα, η οποία είχε δικά της ένοπλα σώματα. Περιττό να πω ότι οι συλληφθέντες πήγαν – οι περισσότεροι – στο απόσπασμα, με, ή χωρίς, τον αντίστοιχο μπολσεβίκο Βισίνσκυ, ως κατήγορο από την πλευρά της νέας ‘‘προλεταριακής’’ εξουσίας, τους οποίους τους τουφέκισαν ‘‘σαν λυσσασμένα σκυλιά’’, με την ίδια επωδό και με τον ίδιο τρόπο, όπως δύο δεκαετίες αργότερα, ο αυθεντικός Βισίνσκυ έστελνε τους τροτσκιστές στο απόσπασμα, με την κατηγορία των ‘‘υποκειμενικά’’ και ‘‘αντικειμενικά’’ αντεπαναστατών. Το αστείο είναι ότι οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες συντάχθηκαν με τους μπολσεβίκους στην σφαγή αυτή. Λίγο αργότερα, πήραν και αυτοί σειρά. Το τι έπαθαν τα μέλη των άλλων πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, δεν χρειάζεται να το πούμε τώρα. Είναι, άλλωστε μια πολύ θλιβερή ιστορία,  που, λίγο ή πολύ, όλοι μπορούν να υποψιασθούν. 





 
Ομάδα των μπολσεβίκων, επιφορτισμένη, με την επίταξη των τροφίμων, ποζάρει στον φωτογραφικό φακό, στα 1918.





Αλλά τα όργανα της Τσε Κα έδρασαν, εκ παραλλήλου και μέσα από τις στρατιωτικές μονάδες των μπολσεβίκων, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Υποχρέωναν, με τη βία, τους αγρότες να παραδίδουν τα τρόφιμά τους, στον Κόκκινο Στρατό και στις πόλεις. Όπως λεγόταν, τότε, "οι αγρότες ήταν με τους μπολσεβίκους που τους έδωσαν τη γη, αλλά ταυτόχρονα ενάντια στους κομμουνιστές που τους έπαιρναν τα τρόφιμα". Στην ύπαιθρο οι αγρότες αρνούνταν τις επιτάξεις, χρησιμοποιώντας βία και σκοτώνοντας τους εκπροσώπους των μπολσεβίκων που έρχονταν για να πάρουν τρόφιμα.

Σε μια σειρά περιοχές άρχισαν να σημειώνονται εξεγέρσεις ενάντια στις επιτάξεις σιτηρών. Σε κάποιες από αυτές συγκροτήθηκαν και αγροτικά αντάρτικα (τα λεγόμενα "πράσινα" αντάρτικα), που δεν ήσαν ούτε με τους Λευκούς, ούτε με τους Κόκκινους και πολεμούσαν εναντίον και των δύο. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο αυτοαποκαλούμενος "στρατός του Νέστορα Μάχνο" σε μια περιοχή της Ουκρανίας, που είχε αναρχικές αντιλήψεις και πότε συνεργαζόταν, με τον Κόκκινο Στρατό, κατά των Λευκών και πότε πολεμούσε εναντίον του Κόκκινου Στρατού. 
Ομοίως, τα όργανά της Τσε Κα επέβαλαν μειωμένες μερίδες φαγητού, στις πόλεις για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη τροφίμων και χρησιμοποίησαν την άγρια καταστολή, ως μέσο, ενάντια σε εργατικές απεργίες, με αποτέλεσμα, καθώς περνούσε ο χρόνος, να αρχίσει να εκδηλώνεται η δυσαρέσκεια, όλο και περισσότερο, έντονα. Στις πόλεις, μετά το 1920, άρχισαν να εκδηλώνονται απεργίες, με κύριο αίτημα την αύξηση της μερίδας του ψωμιού. Ήταν, πια, φανερό ότι η περίοδος του "πολεμικού κομμουνισμού", δηλαδή του κρατικού καπιταλισμού, δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο, έτσι όπως εφαρμοζόταν. 


video

Βίντεο αφιερωμένο στην εξέγερση της Κροστάνδης, που σηματοδότησε τον τερματισμό της διαδικασίας του ολοκληρωτικού μετασχηματισμού του μπολσεβίκικου κόμματος και του μετεπαναστατικού καθεστώτος στην "Ε.Σ.Σ.Δ."




Καταλυτική επίδραση είχε η εξέγερση της Κροστάνδης τον Μάρτιο του 1921, που συνέπεσε με το 10ο συνέδριο των μπολσεβίκων και δικαιολόγησε την επιλογή των Λένιν - Τρότσκυ - Στάλιν, για τον μετασχηματισμό του, σε ένα κλειστό ολοκληρωτικό κόμμα των επαγγελματικών στελεχών του, χωρίς ουδεμία αντιπολιτευτική φωνή. Η εξέγερση αυτή, επικεφαλής της οποίας ήσαν αναρχικοί, μαζί με άλλα αντιπολιτευόμενα στοιχεία, καθώς και η καταστολή της από τον Κόκκινο Στρατό, απότελεί την βασική απόδειξη ότι το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ένα ολοκληρωτικό κόμμα.

Φυσικά, η κοινωνική σύνθεση της Κροστάνδης ήταν, τελείως, διαφορετική, από την επαναστατική Κροστάνδη του 1917. Οι εξεγερμένοι, το 1921, διεκδικούσαν την απομάκρυνση των μπολσεβίκων από την εξουσία και απέβλεπαν, στην διάλυση, κάθε κεντρικής εξουσίας στην Ρωσία και στον απόλυτο έλεγχο των αγροτών, πάνω στην περιουσία τους, χωρίς τις επιτάξεις τροφίμων. 

Για την καταστολή της εξέγερσης, που ήταν αιματηρότατη, οι μπολσεβίκοι προέβαλαν πολλές και διάφορες δικαιολογίες. Η πιο λογικοφανής έξήγηση, που έδωσαν, είναι ότι η εξέγερση της Κροστάνδης, την οποία κατέστειλε ο Τρότσκυ, αναθάρρησε τους καπιταλιστές στη Δύση και τους Λευκοφρουρούς, που, υπότίθεται ότι προσπάθησαν να στηριχτούν, στην επικράτησή της. Ο λόγος δεν ήταν ιδεολογικός, αφού δεν συμπαθούσαν τους αναρχικούς, αλλά στρατιωτικός και τούτο διότι η απώλεια του φρουρίου της Κροστάνδης, που είχε στρατηγική σημασία και του στόλου της Βαλτικής θάλασσας θα έδινε την δυνατότητα, για μια στρατιωτική αντεπίθεση των Λευκών και των Δυτικών ενάντια στο κράτος των μπολσεβίκων.

Αυτός ήταν - υποτίθεται - ο βασικός λόγος που η υπόθεση αυτή δεν μπορούσε να λυθεί ειρηνικά αλλά με την καταστολή. Αλλά αυτή η εξήγηση, παρά την αληθοφάνειά της, παραβλέπει, ηθελημένα, το γεγονός ότι οι Λευκοί και οι Δυτικοί, τον Μάρτιο του 1921, είχαν ηττηθεί. Καθώς, επίσης, αποκρύβει το γεγονός ότι την ίδια καταστολή είχαν υποστεί και οι δυνάμεις  του στρατού του αναρχικού Μάχνο, στην Ουκρανία.


Όλα τα άλλα ήταν φυσικό να συμβούν. Απλά και μόνον επειδή οι διαφοροποιημένες κοινωνικές ομάδες, που ασκούν εξουσία, δεν αυτοκτονούν και δεν υπερασπίζονται τα συμφέροντα άλλων, πέρα, κυρίως, από τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα. Πολύ περισσότερο, όταν καθίστανται ανεξέλεγκτοι εξουσιαστές, μέσα στην κοινωνία, δίχως κανένα κοινωνικό έλεγχο...

Αυτή η διαπίστωση βρίσκεται, άλλωστε, στο επίκεντρο της διαφοράς της φιλοσοφίας του Λένιν και των μπολσεβίκων, με την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ κύριο ενδιαφέρον είχε για την πραγμάτωση της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής και όχι για την κατάληψη της εξουσίας από ένα νεοϊακωβινικό - νεομπλανκικό κόμμα, με εργατιστική ιδεολογία.


Τα πράγματα, με τον μαρξισμό, τον λενινισμό και τους μπολσεβίκους είναι τόσο πολύ απλά, μα τόσο πολύ απλά, γεγονός που γίνεται δύσκολα αποδεκτό.

Και αυτό το κατανοώ.

Τα γεγονότα, όμως, είναι πεισματάρικα, ακριβώς επειδή έχουν συμβεί. Και όσο και αν οι μαρξιστές θέλουν να αποφύγουν τον συσχετισμό του ολοκληρωτικού λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος, που έγινε και μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, μέσω της Ε.Σ.Σ.Δ., με το έκτρωμα, που γεννήθηκε εκεί, δεν μπορούν, πλέον, να τον αποφύγουν, επειδή αυτός και ορατός, από μακρυά είναι και τον βλέπουν, ακόμη και μικρά παιδιά....