Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

21/1/1924 - 21/1/2014 : Η πολιτική κληρονομιά του Β. Ι. Λένιν, 90 χρόνια μετά. (Από το σύνθημα "Όλη η εξουσία στα σοβιέτ", στην οικοδόμηση της ολοκληρωτικής εξουσίας της σοβιετικής γραφειοκρατίας).




1/5/1919 : Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν στην Κόκκινη Πλατεία, για την επίσημη εορτή της εργατικής πρωτομαγιάς.




"Γιατί δεν πήρατε την εξουσία;"

90 χρόνια μετά την 21η Ιανουαρίου 1924, ημέρα, κατά την οποία ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, άφησε την τελευταία του πνοή, στο Κρεμλίνο, 7 χρόνια, μετά την απίστευτη κατάκτηση της εξουσίας, πάνω στα ερείπια της αχανούς ρωσικής αυτοκρατορίας, το ερώτημα αυτό, που ο ίδιος έθεσε στους μπολσεβίκους, για όσα έπραξαν και δεν έπραξαν και για όσα συνέβησαν, στην διάρκεια της επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917 και το οποίο απετέλεσε την εκκίνηση για την τελική κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβριο του 1917, παραμένει, πάντα, επίκαιρο, όντας το καθοριστικό και το πιο σημαντικό ερώτημα του 20ου αιώνα.

Το ερώτημα αυτό διατηρεί ακέραιες τις ακρογωνιαίες και ομοίως, καθοριστικές επιπτώσεις του και στον 21ο αιώνα, που, τώρα, διανύουμε, αφού η κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", δεν έκλεισε τον πολιτικοϊδεολογικό, τον οικονομικό και κοινωνικό κύκλο του λενινισμού, παρά τα όσα, γενικώς, έχουν επικρατήσει, ως κυρίαρχη αντίληψη και ως ιδεολογία της γραφειοκρατικής καπιταλιστικής ελίτ της δυτικής εκδοχής του σύγχρονου καπιταλισμού. Και μόνη η επιβίωση της εξουσίας της λενινιστικής, ως προς την πολιτικοϊδεολογική της προέλευση και ως προς την κοινωνική της δόμηση, γραφειοκρατίας των απογόνων των "επαγγελματιών επαναστατών" του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, πάνω σε μια κοινωνία 1.300.000.000 ανθρώπων, αλλά και των άλλων Κ.Κ. (Βιετνάμ, Κούβας και Βόρειας Κορέας), που διοικούν, με στιβαρό χέρι τις τύχες άλλων 120.000.000 ανθρώπων, αρκεί, για να καταδείξει του λόγου το αληθές.

Αυτό το ερώτημα, που αφορούσε την εξουσία, δηλαδή τον σκληρό πυρήνα και το ουσιώδες διακύβευμα κάθε πολιτικής δράσης, ήταν το σκληρό και επιτιμητικό ερώτημα, που απηύθυνε ο ηγέτης των μπολσεβίκων Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Λένιν), στους μπολσεβίκους ηγέτες, που τον υποδέχτηκαν, όταν την 3η Απριλίου 1917, έφθασε στον σταθμό "Φιλανδία" της Αγίας Πετρούπολης (του Πέτρογκραντ), όπου ήταν το τέλος του περιπετειώδους ταξιδιού του, με το σφραγισμένο τραίνο, που του είχε παραχωρήσει, μετά από συμφωνία, η γερμανική κυβέρνηση, για να φθάσει, περνώντας, μέσα από γερμανικά εδάφη, στην επαναστατημένη Ρωσία και ενώ οι δύο χώρες ήσαν αντίπαλες, στο ανατολικό μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

"Τί δημοσιεύετε, τώρα, στην Πράβντα; Έχουμε δει μερικά φύλλα και είμαστε εξοργισμένοι μαζύ σας" είπε ο Λένιν στον Κάμενεφ, που ήταν, επί κεφαλής, στην υποδοχή.

Εκεί, στον σταθμό, μπροστά στην πλατεία, οι μπολσεβίκοι είχαν οργανώσει μια θριαμβευτική διαδήλωση, η οποία είχε πάρει μαζικές διαστάσεις και στην οποία προπορευόταν ένα τεθωρακισμένο όχημα, με την σημαία του κόμματος. Ο Λένιν, ανέβηκε στο αυτοκίνητο, απευθύνθηκε προς τα ενθουσιώδη πλήθη μιλώντας στο ίδιο πνεύμα.

"Ο λαός χρειάζεται ειρήνη, χρειάζεται ψωμί, χρειάζεται γη. Σας δίνουν πείνα και καθόλου ψωμί. Άφησαν την γη στους γαιοκτήμονες. Πρέπει να παλαίψουμε, για την κοινωνική επάνασταση, μέχρι το τέλος. Μέχρι την πλήρη νίκη του προλεταριάτου... Αν όχι σήμερα, ή αύριο, από μέρα σε μέρα, μπορεί να έλθει η κατάρρευση ολόκληρου του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Η Ρωσική Επανάσταση, που εσείς πραγματοποιήσατε, αποτελεί την αρχή αυτής της πορείας και την απαρχή μιας νέας εποχής. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση".

Όλη η εξουσία στα συμβούλια (στα σοβιέτ, όπως είναι η ρωσική ονομασία των συμβουλίων).

Καμμία εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση - την Προσωρινή Κυβέρνηση, που προέκυψε, μετά την ανατροπή του τσάρου Νικόλαου Β', με το ξέσπασμα της επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917.

Όχι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Καμμία συμφωνία, με τους μενσεβίκους.

Άμεσος τερματισμός του πολέμου.

Η εξουσία πρέπει να περάσει στο προλεταριάτο.

Οι μπολσεβίκοι πρέπει να ξεκόψουν από την σοσιαλδημοκρατία. Πρέπει να αλλάξουν πουκάμισο. Από εδώ και πέρα, θα λέγονται και θα είναι κομμουνιστές.

Οι εργάτες όλου του κόσμου, πρέπει να εγκαταλείψουν την Δεύτερη - την σοσιαλιστική - Διεθνή και να κάνουν μια Τρίτη - μια κομμουνιστική - Διεθνή, για να οργανώσουν την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση.

Αυτές ήσαν, λίγο - πολύ, οι περίφημες θέσεις του Απρίλη.

Αυτές οι θέσεις του Λένιν βρίσκονταν, σε ευθεία σύγκρουση, με την επίσημη θέση του μπολσεβίκικου κόμματος, μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, το οποίο εκείνη την εποχή, εκφραζόταν από την "Πράβντα", την οποία διηύθυναν οι Στάλιν και Κάμενεφ, ακολουθώντας μια συμφιλιωτική πολιτική, η οποία μπορεί, μεν να εκφραζόταν από την επίσημη γραμμή, που ζητούσε να μεταβιβασθεί όλη η εξουσία στα εργατικά συμβούλια, αλλά απεύφευγε να τοποθετήσει το λογικό συμπέρασμα αυτής της θέσης, δηλαδή το αίτημα να φύγει η Προσωρινή αστική κυβέρνηση του πρίγκηπα Λβωφ.

Στις 4 Απριλίου, έγιναν και άλλες τρείς συζητήσεις στο σπίτι της Μαρίας Ουλιάνοβα, που ήταν αδελφή του Λένιν και στα γραφεία της "Πράβντα". Το απόγευμα ο Λένιν μίλησε στο Ανάκτορο της Ταυρίδας, όπου συνεδρίαζε το τοπικό εργατικό συμβούλιο, αναπτύσσοντας τις "Θέσεις του Απριλίου", στις οποίες συνοψίζονταν οι απόψεις του. Ο Μπογκντάνωφ τον διέκοψε, φωνάζοντας ότι όλα όσα έλεγε ήταν το παραλήρημα ενός τρελού, ενώ ο Γκόλντεμπεργκ, που ήταν, παλαιότερα, μπολσεβίκος είπε ότι "ο Λένιν είχε θέσει υποψηφιότητα για έναν ευρωπαϊκό θρόνο, που επί τριάντα χρόνια είχε μείνει κενός, τον θρόνο του Μπακούνιν".

Η νέα πολιτική γραμμή του Λένιν, ο οποίος επέστρεψε στην Ρωσία, μετά από, σχεδόν, 16 χρόνια στην εξορία και - υποτίθεται ότι - δεν είχε επαφή με την ρωσική πραγματικότητα, δεν πέρασε εύκολα στο μπολσεβίκικο κόμμα. "Ο γέρος τρελάθηκε", έλεγε η πλειοψηφία των ξαφνιασμένων μπολσεβίκων, ενώ ο λόγος του Λένιν, στο Ανάκτορο της Ταυρίδας βρήκε υποστήριξη μόνον από την Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ. Το ίδιο βράδυ ανάπτυξε τις θέσεις του στην ηγεσία των μπολσεβίκων, αλλά και πάλι, ήταν, απελπιστικά, μόνος.

Ο Λένιν, βέβαια, δεν το έβαλε κάτω. Οι θέσεις του Απρίλη, υπό τον τίτλο "Τα καθήκοντα του Προλεταριάτου στη Σημερινή Επανάσταση" δημοσιεύθηκαν, στις 7 Απριλίου 1917 στην "Πράβντα".

Όσον αφορά τα άμεσα καθήκοντα, οι θέσεις του Λένιν ήσαν σαφείς :

"Η ιδιομορφία της σημερινής κατάστασης στη Ρωσία βρίσκεται στη μετάβαση από την πρώτη φάση της επανάστασης, η οποία έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη λόγω της ανεπαρκούς συνείδησης και οργάνωσης του προλεταριάτου, στην δεύτερη της φάση, η οποία θα δώσει την εξουσία στο προλεταριάτο και τα φτωχότερα στρώματα της αγροτιάς... Όχι σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, που, μετά τα εργατικά συμβούλια, θα αποτελούσε βήμα προς τα πίσω, αλλά μια δημοκρατία των σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών, των φτωχών χωρικών και των αγροτών που να καλύπτουν ολόκληρη τη χώρα, από τη βάση μέχρι την κορυφή... Άμεσος στόχος μας δεν είναι η εισαγωγή του σοσιαλισμού, αλλά το πέρασμα απλώς στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των αγαθών από τα σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών".

Η θέση του Λένιν ήταν σαφής : Όσον καιρό τα Σοβιέτ βρίσκονταν κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης, δηλαδή όσο οι μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία στα εργατικά συμβούλια, η διαφώτιση ήταν το κύριο καθήκον του κόμματος. Το διαφωτιστικό αυτό καθήκον του κόμματος επικεντρωνόταν στην ανάγκη να εξηγηθεί στις μάζες ότι τα εργατικά συμβούλια αποτελούσαν τη μόνη δυνατή μορφή επαναστατικής κυβέρνησης. Έτσι, από την στιγμή που οι μπολσεβίκοι θα είχαν εξασφαλίσει την πλειοψηφία στα συμβούλια, η επανάσταση θα περνούσε στην δεύτερη, την σοσιαλιστική της φάση, στην οποία αποσκοπούσαν οι οικονομικές θέσεις του Λένιν και οι οποίες ήσαν :

1) Η εθνικοποίηση όλης της γης και τη μετατροπή των μεγάλων γαιοκτησιών σε πρότυπα αγροκτήματα κάτω από τον έλεγχο των Σοβιέτ,

2) Η συγχώνευση όλων των τραπεζών σε μια εθνική/εθνικοποιημένη τράπεζα.

Έτσι, ουσιαστικά, ο Λένιν έθετε θέμα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Ρωσία της εποχής του. Κάτι το οποίο ήταν αδιανόητο, για όλους τους μαρξιστές και τις τάσεις τους, εκείνο τον καιρό και το οποίο ερχόταν, σε άμεση ρήξη, με τις αντιλήψεις των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς - ή, τουλάχιστον, έτσι φαινόταν, αν και στην πραγματικότητα, έτσι όπως παρουσίαζε τις θέσεις του, δεν ήταν, αφού ο Λένιν έβλεπε, τότε, την ρωσική προλεταριακή επανάσταση, ως τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, την οποία έβλεπε, ως μια επερχόμενη πραγματικότητα, που θα ανέτρεπε τον παγκόσμιο καπιταλισμό.

 Γύρω από αυτό, ακριβώς, το ζήτημα άρχισε, αμέσως, η ενδομπολσεβικική σύγκρουση. Την επόμενη μέρα από τη δημοσίευση των «Θέσεων», η "Πράβντα" είχε κύριο άρθρο του Κάμενεφ, που τόνιζε ότι οι θέσεις του Λένιν ήσαν προσωπικές του απόψεις, λέγοντας ότι:

"Όσον αφορά το γενικό σχήμα του Λένιν το θεωρούμε απαράδεκτο, γιατί ξεκινάει από την υπόθεση ότι η αστική επανάσταση έχει τελειώσει και υπολογίζει την άμεση μετατροπή της σε σοσιαλιστική επανάσταση".

Την ίδια μέρα, η κομματική επιτροπή της Πετρούπολης συζήτησε τις θέσεις του Λένιν και τις απέρριψε, με 13 ψήφους κατά, 2 υπέρ και 1 αποχή. Ο Λένιν, όμως, ήταν, πλέον, ξεκάθαρος. Το ερώτημα, πια, δεν ήταν το "γιατί δεν πήρατε την εξουσία". Είχε μετατραπεί. Είχε πάρει μια, καθαρά, υποκειμενική, ως προσώπου και ως κόμματος, χροιά :

"Γιατί δεν πήραμε την εξουσία;", ρώτησε, με μια προφανή επίδειξη ταξικής αυτοσυνειδητοποίησής του, ως μέλους της ομάδας των "επαγγελματιών επαναστατών" και της "πρωτοπορείας" του κόμματος, αναφερόμενος στην επανάσταση του Φεβρουαρίου και σε όσα ακολούθησαν, μετά από αυτήν, μέχρι τον Απρίλιο. Την απάντηση την έδωσε ό ίδιος ο Λένιν.

"Η επανάσταση, ήταν αστική, αφού περνούσε από τον πρώτο της σταθμό. Ο πόλεμος, δημιουργούσε ιδιαίτερες δυσκολίες. Αλλά όλα αυτά είναι κενές προφάσεις. Η αλήθεια είναι ότι το προλεταριάτο παραμένει ανοργάνωτο και χωρίς συνείδηση της κοινωνικής του αποστολής. Η υλική δύναμη είναι στα χέρια του προλεταριάτου, αλλά η αστική τάξη φάνηκε συνειδητή και προετοιμασμένη. Ακόμα και οι μπολσεβίκοι μας, δείχνουν ευπιστία απέναντι στην κυβέρνηση. Δεν μπορεί να το εξηγήσει κανείς αυτό, παρά μόνον με την ζάλη, που δημιουργεί η επαναστάση. Αυτή είναι η καταστροφή του σοσιαλισμού. Αν είναι έτσι, δεν ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο. Θα προτιμούσα να μείνουμε μειοψηφία".

"Όταν οι μάζες διακηρύσσουν πως δεν θέλουν κατακτήσεις, τις πιστεύω. Όταν ο Γκουτσκώφ και ο Λβωφ λένε πως δεν θέλουν κατακτήσεις, είναι ψεύτες... Να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση των καπιταλιστών να παραιτηθεί από τις προσαρτήσεις, αυτά είναι μωρία, καθαρή κοροϊδία... Να τελειώνουμε με τον πόλεμο, με μια ειρήνη, που να μην στηρίζεται στην βία, είναι αδύνατο, χωρίς να ανατρέψουμε το κεφάλαιο. Η έκκληση του σοβιέτ δεν έχει ούτε μια λέξη, που να διαποτίζεται από ταξική συνείδηση. Δεν είναι, παρά κούφια λόγια".

"Ακούω να λένε πως υπάρχει μια ενωτική τάση. Η ενοποίηση, με τους υπερασπιστές είναι προδοσία του σοσιαλισμού. Νομίζω πως είναι καλύτερα να μείνω μόνος, σαν τον Λήμπκνεχτ. Ένας εναντίον 110! Είναι, μάλιστα, απαράδεκτο να κρατάμε το ίδιο όνομα, με τους μενσεβίκους, εκείνο της σοσιαλδημοκρατίας. Προτείνω προσωπικά, να αλλαχθεί το όνομα του κόμματος. Να το ονομάσουμε κομμουνιστικό κόμμα".

Δεν τον στήριξε, ούτε ο Ζηνόβιεφ, που είχε έλθει μαζύ του, από την Ελβετία.


Έμενε ακόμη να δοθεί η μάχη στην κομματική συνδιάσκεψη της πόλης της Πετρούπολης στις 14 Απριλίου 1917 και στην πανρωσική συνδιάσκεψη του κόμματος που επρόκειτο να ακολουθήσει μετά από δέκα μέρες. Φυσικά, ο Λένιν δεν έκανε πίσω. Ανέπτυξε τις απόψεις του με άρθρο του, στην "Πράβντα" και με δύο μπροσούρες, εν όψει της κομματικής συνδιάσκεψης στο Πέτρογκράντ.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Λένιν, η δυαδική εξουσία έφερνε αντιμέτωπες δύο διαφορετικές κυβερνήσεις: την Προσωρινή Κυβέρνηση της αστικής τάξης, και τα συμβούλια, που αποτελούσαν μια δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, η οποία ήταν ντυμένη με στρατιωτική στολή (εννοούσε τους στρατιώτες). Από την στιγμή που σχηματίστηκε αυτή η δυαδική εξουσία, η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε τελειώσει, έστω και αν δεν είχαν ακόμη πραγματοποιηθεί όλες οι απαραίτητες και αναγκαίες, αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα και περιεχομένου, μεταρρυθμίσεις.

"Η επαναστατική/δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς είχε πραγματοποιηθεί, κατά κάποιον τρόπο και σε έναν ορισμένο βαθμό" έλεγε ο Λένιν.

"Η ιδιομορφία της κατάστασης που επικρατούσε είχε να κάνει με την συνύφανση της αστικής εξουσίας της Προσωρινής Κυβέρνησης και της επαναστατικής δικτατορίας των συμβουλίων. Το μέλλον επρόκειτο να εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της πάλης ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο για την εξασφάλιση της υποστήριξης των αγροτικών μαζών".

Επί του παρόντος, το γεγονός της ταξικής συνεργασίας ανάμεσα στην αστική τάξη και την αγροτιά είχε αποφασιστική σημασία. Τα συμβούλια αποτελούσαν ακόμη, όπως πρόβλεπαν οι μενσεβίκοι, παράρτημα της αστικής κυβέρνησης. Αν όμως και όταν οι αγρότες θα έπαιρναν στα χέρια τους τη γη, γεγονός που για τον Λένιν, σήμαινε ότι θα απομακρύνονταν από την αστική τάξη και θα συμμαχούσαν με το επαναστατικό προλεταριάτο και ότι οι μπολσεβίκοι θα αποκτούσαν την πλειοψηφία στα συμβούλια, θα άνοιγε μια νέα φάση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.

Αυτή η φάση, σύμφωνα με την λενινιστική ανάλυση, θα οδηγούσε στην επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου και στον σοσιαλισμό, αφού τόνιζε ότι η δυαδική εξουσία δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από μια μεταβατική φάση του αγώνα που θα κατέληγε στη νίκη του ενός, εκ των δύο, ταξικών αντιπάλων. "Σε ένα κράτος δεν μπορούν να υπάρχουν δύο εξουσίες". Η μενσεβίκικη ιδέα της συνεργασίας, ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα. 

Αργά, ή γρήγορα, τα συμβούλια θα έπρεπε να ανατρέψουν την Προσωρινή Κυβέρνηση, ή η Προσωρινή Κυβέρνηση, στην πορεία του χρόνου - και μάλιστα, σύντομα - θα τα εξαφάνιζε.

Από εκεί και πέρα, πλέον, μόνον ο Κάμενεφ εξακολουθούσε να υποστηρίζει την πολιτική που αποδεχόταν όλη η ηγεσία των μπολσεβίκων της Πετρούπολης, πριν από τις θέσεις του Απρίλη. Το βασικό ζήτημα, που είχε τεθεί, ήταν, αν το κόμμα, θα επιδίωκε την μεταβίβαση όλης της εξουσίας στα συμβούλια, ή θα περιοριζόταν, στην άσκηση του μέγιστου δυνατού ελέγχου των συμβουλίων, πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Ο Κάμενεφ αποδοκίμαζε, αποφασιστικά, κάθε κίνηση που θα οδηγούσε στην ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά, στην κρίσιμη ψηφοφορία, η άποψη του Κάμενεφ καταψηφίστηκε, με 20 ψήφους κατά, 6 υπέρ και 9 αποχές.

Η συνδιάσκεψη της Πετρούπολης προδίκασε και την πανρωσική συνδιάσκεψη του μπολσεβίκικου κόμματος, με αποτέλεσμα τα προβλήματα να συζητηθούν δύο φορές, με πρωταγωνιστές τους ίδιους ανθρώπους και φυσικά, με τα ίδια αποτελέσματα. Οι συζητήσεις έδειξαν, για άλλη μια φορά, την τεράστια δύναμη του Λένιν μέσα στο κόμμα. Πριν από την επιστροφή του Λένιν, στην Ρωσία, η πολιτική γραμμή των μπολσεβίκων ήταν συμφιλιωτική. Ο Λένιν την ανέτρεψε.

Μπορεί να δυσκολεύτηκε, αλλά, στρεφόμενος στην κομματική βάση, πέτυχε αυτό που ήθελε, ακριβώς επειδή βρήκε υποστήριξη, στις τάξεις των επαναστατημένων εργατών, οι οποίοι ήσαν αγανακτισμένοι από την μετριοπαθή πολιτική γραμμή της "Πράβντα", την οποία διαμόρφωναν οι Στάλιν και Κάμενεφ, που είχαν επιστρέψει τον Μάρτιο του 1917, από την Σιβηρία, όπου ήσαν εξόριστοι, μέχρι το ξέσπασμα της φεβρουαριανής επανάστασης και οι οποίοι, δύο ημέρες πριν και ενώ είχε προηγηθεί η συνδιάσκεψη του μπολσεβίκικου κόμματος, που εξέτασε το θέμα της ενοποίησης, με τους μενσεβίκους, είχαν συμφωνήσει, στην πρόταση του μενσεβίκου Τσερετέλι, για την επανενοποίηση των δύο ομάδων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας - των μενσεβίκων και των μπολσεβίκων -, που είχαν, εδώ και χρόνια, διασπαστεί.

"Πρέπει να δεχτούμε", έλεγε ο Στάλιν. "Πρέπει να καθορίσουμε τις προτάσεις μας, ως προς την γραμμή της ενοποίησης. Η ενοποίηση είναι δυνατή, σύμφωνα, με την γραμμή του Τσίμερβαλντ - Κιένταλ".

Στην λογική του Στάλιν, ο Μολότωφ προέβαλε αντιρρήσεις : Τσερετέλι επιθυμεί να ενώσει ετερογενή στοιχεία. Η ενοποίηση, σύμφωνα με αυτή την γραμμή, δεν είναι ορθή". Από κοντά, αντιρρήσεις είχε και ο Ζαλούτσκυ : "Μπορεί να το κάνει αυτό ένας ονειροπόλος, που ξεκινά από την απλή επιθυμία της ενοποίησης. Όχι ένας σοσιαλδημοκράτης. Είναι αδύνατο να ενωθούμε, με βάση μια επιφανειακή προσχώρηση στο Τσίμερβαλντ - Κιένταλ. Χρειάζεται να παρουσιάσουμε μια μορφή καθορισμένη".

Παρ' όλ' αυτά, ο Στάλιν επέμεινε : "Δεν πρέπει να προηγηθούμε, ούτε να προδικάσουμε διαφωνίες. Χωρίς διαφωνίες δεν υπάρχει ζωή, μέσα σε ένα κόμμα. Μέσα στο κόμμα θα κανονίσουμε τις μικρές διαφωνίες".




Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλλι Στάλιν (18/12/1878 - 5/3/1953). Εδώ, σε photo του 1930, ενώ πια, ήταν παντοδύναμος και μπορούσε να επιβάλει την δική του προσωπική αφήγηση, ως επίσημη αφήγηση της Ιστορίας και όσον αφορά την προσωπική του στάση, σε όσα έλαβαν χώρα, αμέσως, μετά την επιστροφή του, τον Μάρτιο του 1917, στην Αγία Πετρούπολη, από την εξορία. Στην πραγματικότητα, όμως, η στάση του ήταν διαφορετική...



Για την στάση του αυτή, ο Ιωσήφ Στάλιν, το 1924, έκανε, πριν επιβάλει τον δικό του μύθο, την αυτοκριτική του, η οποία - αν και αφορούσε, μόνον, την στάση του, ως προς την στήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση και όχι, ως προς την ενοποίηση του Σ.Δ.Ε.Κ.Ρ.) ήταν ευθεία και απερίφραστη :

"Το κόμμα είχε διαλέξει, αρχικά, το σύστημα των πιέσεων των σοβιέτ, πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Δεν είχε αποφασίσει, αμέσως, να επιχειρήσει το αποφασιστικό βήμα. Αυτό ήταν σφάλμα, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι πασιφιστικές αυταπάτες, να πέφτει νερό στον μύλο των οπαδών της άμυνας, να καθυστερεί η επαναστατική διαπαιδαγώγηση των μαζών. Εγώ, εκείνη την στιγμή, συμμερίστηκα, με τους συντρόφους μου, την λαθεμένη αυτή θέση. Την εγκατέλειψα, στα μέσα Απριλίου, όταν ευθυγραμμίστηκα, τελείως, με τις θέσεις του Λένιν".

(Παρά το απερίφραστο της αυτοκριτικής του ο Στάλιν, δεν πρέπει να είναι, απολύτως, ειλικρινής, ως προς την ολοκλήρωση της μεταστροφής του, υπέρ των απόψεων του Λένιν. Όντας ο ίδιος, μαζύ με τον Κάμενεφ, διευθυντής της "Πράβντα", επέτρεψε να γραφεί, τον Μάϊο του 1917, στην κομματική εφημερίδα ότι οι μπολσεβίκοι ήσαν διατεθειμένοι να στηρίξουν την Προσωρινή Κυβέρνηση, "όσο πολεμούσε την αντίδραση και την αντεπανάσταση").

Αυτή η προαπριλιανή γραμμή μπορεί να έβρισκε υποστήριξη, στους κύκλους των αστών δημοκρατών και των μενσεβίκων, αλλά, στα εργοστάσια οι εργάτες ήσαν εξοργισμένοι, με τους εξόριστους στην Σιβηρία, οι οποίοι, επιστρέφοντας στην νόμιμη δράση, είχαν ανατρέψει την επαναστατική γραμμή, κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης, που είχαν διαμορφώσει, στο μπολσεβίκικο κόμμα, οι Μολότωφ, Σλιάπνικωφ και Ζαλούτσκυ, οι τρείς νέοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει την καθοδήγηση, λόγω της απουσίας των παλαιών ηγετών.

Το ημερολόγιο έγραφε 1 Απριλίου 1917, όταν ο Στάλιν εξέφραζε αυτές τις θέσεις, γράφει ο Τρότσκυ. Δύο ημέρες μετά, ο ερχομός του Λένιν, με το "σφραγισμένο τραίνο", θα τα ανέτρεπε όλα.


Βέβαια, για το ταξίδι του, με το περίφημο "σφραγισμένο τραίνο" (το οποίο, φυσικά, δεν ήταν σφραγισμένο, αλλά απλώς, ο Λένιν δεσμεύτηκε να μην βγει κανείς από τη συνοδεία του από το τραίνο, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής και να ζητήσει, με την επιστροφή του στη Ρωσία, την απελευθέρωση ίσου αριθμού Γερμανών αιχμαλώτων πολέμου. Η δήλωση αυτή του Λένιν, στον Γερμανό πρεσβευτή στην Ελβετία, υπογράφηκε από Γερμανούς, Γάλλους, Πολωνούς Ελβετούς Σουηδούς και Νορβηγούς σοσιαλιστές, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και μέλη  των κοινοβουλίων των χωρών τους, ενώ, μαζύ με τον Λένιν και τους συνοδούς του, ταξίδευσαν και 5 μέλη της εβραϊκής σοσιαλιστικής οργάνωσης "Μπουντ"), ο Λένιν κατηγορήθηκε, σαν πράκτορας των Γερμανών.

Φυσικά, επρόκειτο περί προπαγάνδας των κυβερνητικών και των άλλων αντιπάλων του. Ο Λένιν δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Ρωσία, περνώντας από εδάφη που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Αντάντ. Έτσι, η μόνη εναλλακτική λύση, που είχε, ήταν επιστρέψει στη Ρωσία, μέσω της Γερμανίας. Αυτό έγινε, με την μεσολάβηση δύο Ελβετών σοσιαλιστών, του Γκριμ και του Πλάτεν, οι οποίοι ήλθαν, σε επαφή, με τον Γερμανό πρέσβη στην Ελβετία και αυτός, με την γερμανική κυβέρνηση, η οποία, με την καθοδήγηση του αρχηγού του γερμανικού επιτελείου του Έριχ Λούντεντορφ, συμφώνησε να μεταφερθεί ο Λένιν, σε λιμάνι της Βαλτικής, περνώντας, μέσα από τα γερμανικά εδάφη.

Τα κίνητρα και της γερμανικής κυβέρνησης και του Λένιν, ήσαν ξεκάθαρα.

Με δεδομένη τη θέση του Λένιν, για τον πόλεμο, το γερμανικό γενικό επιτελείο θεωρούσε ότι ο Λένιν θα βοηθούσε στην έξοδο της Ρωσίας, από τον πόλεμο και έτσι, στο κλείσιμο του ανατολικού μετώπου, για την Γερμανία, η οποία θα μπορούσε, στην συνέχεια, να αφοσιωθεί, στο δυτικό μέτωπο, που, γι' αυτήν, ήταν το κύριο μέτωπο του πολέμου.

Ο Λένιν, από την άλλη πλευρά, ενδιαφερόταν, για την ρωσική επανάσταση, που, εντελώς, απρόσμενα, είχε ξεσπάσει, τον Φεβρουάριο και ενώ ο ίδιος, σε ομιλία του στην ελβετική σοσιαλιστική νεολαία, τον Ιανουάριο του 1917, είχε πει ότι την επανάσταση, που δεν θα την έβλεπαν ο ίδιος και η δική του γενιά, θα την ζούσαν οι νέοι στους οποίους μιλούσε.

Φυσικά, έπεσε έξω. 

Όμως, με την έκρηξη της επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917, ο Λένιν κατάλαβε ότι είχε έλθει η ώρα να επιστρέψει, στην Ρωσία. Και η πολιτική γραμμή, που ακολουθούσαν οι μπολσεβίκοι, χωρίς την δική του καθοδήγηση, ήταν ένα, ακόμη, κίνητρο, για να βρει τρόπο να επιστρέψει, προκειμένου να καθοδηγήσει το κόμμα του, προς την κατάληψη της εξουσίας, μια κατάληψη, η οποία δεν γινόταν, όχι για κάποιους κοινωνιολογικούς λόγους, που στηρίζονταν, στις κλασικές ιδέες των  ιδρυτών του μαρξισμού, ή στις λεγόμενες αντικειμενικές συνθήκες, αλλά, στην ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα, έτσι όπως αυτός συγκεκριμενοποιείτο στην ρωσική εργατική τάξη και στην τοπική ηγεσία των μπολσεβίκων.

Η συμφωνία με την γερμανική κυβέρνηση ήταν το αναγκαίο και το χρήσιμο εργαλείο, για να μπορέσει ο Λένιν να πετύχει τους επαναστατικούς στόχους, που συμπεριλαμβάνονταν, στην δική του πολιτική ατζέντα. Κάτι, που το κατάφερε.



Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ Λένιν (22/4/1870 - 21/1/1924). Ο μαρξιστής, θεωρητικός και πολιτικός, ο οποίος απέδειξε, στην πράξη, την μεγάλη ισχύ του βολονταρισμού, στα ανθρώπινα έργα. Η κατάρρευση του πολιτικού οικοδομήματός του, με το οποίο διαμορφώθηκε, μια κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, κόντρα στις προβλέψεις όλων των σύγχρονών του, καθώς και όλων όσων υπήρξαν πριν από τον ίδιο, μπορεί να μας υπενθυμίζει τα όρια του βολονταρισμού, ως κινητήριας δύναμης στην ανθρώπινη Ιστορία, αλλά δεν αλλάξει, ουσιωδώς την αφήγηση, για την δύναμη του βολονταρισμού, στην ανθρώπινη ζωή, αφού τα έργα του και οι επιπτώσεις τους, παραμένουν ενεργές, στον σημερινό κόσμο, άγνωστο, για πόσο ακόμη...



Ο Β. Ι. Ουλιάνωφ (Λένιν) ο ιδρυτής του μπολσεβίκικου κόμματος οικοδόμησε το κόμμα αυτό, ως φράξια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, επηρεασμένος, από τις απόψεις του Γερμανού σοσιαλδημοκράτη και δάσκαλού του, Καρλ Κάουτσκυ, ως κόμμα νεομπλανκικού τύπου, πάνω σε αυστηρά συγκεντρωτικές αρχές, όπως αυτές περιγράφηκαν, στα βιβλία του ''ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣ, ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ'' και στο ''ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;''.

Πέρα από τον σκληρό συγκεντρωτισμό και την κυριαρχία των ανώτερων οργάνων του κόμματος στα κατώτερα - που λίγο, ή πολύ, όλα τα αστικού τύπου κόμματα υιοθετούν -, οι απόψεις του Λένιν απέκτησαν και μια κοινωνικοπολιτική ιδιοτυπία, με συγκεκριμένες κοινωνιολογικές απολήξεις, που δεν ήσαν ορατές από όλους εκείνη την εποχή.

Η κοινωνικοπολιτική τους ιδιοτυπία έγκειται στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, θεωρητικοποιήθηκε και σχηματοποιήθηκε, οργανωτικά, μια ταξική διαφοροποίηση, μέσα σε έναν κομματικό σχηματισμό, ο οποίος οικοδομήθηκε και θεμελιώθηκε, βάσει αυτής της ταξικής διαφοροποίησης, η οποία, στο βάθος του χρόνου, απετέλεσε και την βάση, για την ταξική διαφοροποίηση, πάνω σε νέες και κοινωνικοϊστορικά, πρωτοφανείς κοινωνικές δομές, μιας ολόκληρης μετεπαναστατικής κοινωνίας, σε μια αχανή χώρα σαν την Ρωσία. Οι απόψεις του Λένιν και η ταξική διαφοροποίηση, που εισήγαγαν στο μπολσεβίκικο κόμμα, στην πορεία, κατέστησαν μοντέλο, για την οργάνωση της παγκόσμιας κοινωνίας, μέσα από το ιδεολογικό σχήμα του μαρξισμού - λενινισμού (με την μαρξική έννοια της ψευδούς συνειδήσεως), που γενίκευσε, προς πάσα χρήση, την λενινιστική πολιτική θεωρία, για την οργάνωση του κόμματος και της κοινωνίας.

Η λενινιστική ιδιοτυπία του μπολσεβίκικου κόμματος και η ταξική διαφοροποίηση, που αυτή εισήγαγε σε αυτό, ως μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης και τις επέκτεινε, αργότερα, στην Ε.Σ.Σ.Δ. και στην Κομμουνιστική Διεθνή, έχουν να κάνουν με την κυριαρχική θέση των αστών, μικροαστών και μισοπρολεταρίων διανοουμένων, μέσα στο κόμμα, το οποίο είχε εργατιστική ιδεολογία και απευθυνόταν στην εργατική τάξη, την οποία υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε.

Η λενινιστική αντίληψη, - προϊόν των μαρξικών ιδεών, περί υπάρξεως μιας επιστημονικής επαναστατικής οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας, η οποία είναι προϊόν των επιστημόνων και προσδιορίζεται, σε αυτό, που αποκλήθηκε μαρξισμός - ήλθε να συγκεκριμενοποιήσει, έτι περαιτέρω, το μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης των πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης (ομιλούμε περί του κόμματος) και να υπερβεί τα απλά οργανωτικά σχήματα του παρελθόντος, εντείνοντας και νομιμοποιώντας, δια της θεωρητικής θεμελιώσεως, τον διαχωρισμό, εντός του κόμματος, ανάμεσα στους διευθύνοντες και στους εκτελεστές. Ο διαχωρισμός αυτός επεβλήθη και στην σχέση του κόμματος, με την τάξη, που αυτό υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Η λενινιστική θεωρία σχηματοποίησε και ορθολογικοποίησε την βαθιά δυσπιστία – μια δυσπιστία στα όρια της περιφρόνησης και για να είμαστε κοινωνιολογικά αντικειμενικοί, πρόκειται για μια έμπρακτη δυσπιστία, που ήταν η ίδια μια πλήρης περιφρόνηση - του ίδιου του Λένιν και των επαναστατών αστών διανοουμένων του κόμματος, απέναντι στην εργατική τάξη και τις ικανότητές της. 

Με λίγα λόγια, ο Λένιν διακήρυξε και πέτυχε να γίνει αποδεκτό, από τους μπολσεβίκους η ιδέα ότι το προλεταριάτο, από μόνο του, δεν έχει πολιτική συνείδηση και συγκρότηση και ότι είναι ανίκανο από την καθημερινή του εμπειρία να κατακτήσει οποιαδήποτε πολιτική συνειδητότητα. Το μόνο που μπορεί να κάνει το προλεταριάτο, χωρίς οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση - κατά τον Λένιν -, είναι να παλέψει, για καθημερινά και τρέχοντα προβλήματά του, δηλαδή να καταπιαστεί με την τρεϊντγιουνιονιστική και συνδικαλιστική πολιτική, η οποία είναι, από μόνη της, ανεπαρκής για την πολιτική συνειδητοποίηση των εργατών, τροφοδοτεί τον ρεφορμισμό και κρατάει δεμένη την εργατική τάξη, στο καπιταλιστικό σύστημα.

Για τον λόγο αυτόν, συνεχίζει ο Λένιν, η πολιτική συνείδηση πρέπει να δοθεί στους εργάτες και στην τάξη, σαν σύνολο, από έξω, δηλαδή από τους μικροαστούς διανοουμένους ενός κόμματος, με εργατική ιδεολογία, οι οποίοι αστοί διανοούμενοι, ως επιστήμονες της επανάστασης και κάτοχοι της επαναστατικής επιστημονικής κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας, κατέχουν την επιστημονική γνώση, για την ευρύτερη ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας και την επαναστατική κομμουνιστική προοπτική, δηλαδή την εργατική πολιτική συνείδηση την οποία δεν κατέχουν οι αμαθείς προλετάριοι, οι οποίοι ουδέποτε μπορούν να την αποκτήσουν, με τις δικές τους δυνάμεις.

Αυτήν, λοιπόν, την εργατική συνείδηση, που οι δυστυχείς εργάτες δεν κατέχουν, θα την εισαγάγουν στην εργατική τάξη οι αστοί διανοούμενοι του κόμματος, δηλαδή οι ''επαγγελματίες επαναστάτες'', οι οποίοι πρώτα θα έχουν παιδαγωγηθεί, εντός του κόμματος στην εργοστασιακού τύπου πειθαρχία, που θα τους επιβάλουν οι συγκεντρωτικές οργανωτικές του δομές και η ιεραρχική διοικητική δομή του, προκειμένου να απαλλαγούν από τον εγγενή τους εγωϊσμό και να μετασχηματισθούν σε γραφειοκράτες, οι οποίοι θα διεκπεραιώνουν τις εντολές του κομματικού απαράτ, το οποίο είναι εκείνο, που θα προσδιορίζει και θα συγκεκριμενοποιεί τα καθημερινά καθήκοντα της τάξης, μέσα από την πολιτική ανάλυση που κάθε φορά θα κάνει, ως κάτοχος της θεωρίας.

Η εγκαθίδρυση της πρωτοκαθεδρίας των γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων, μέσα στο κόμμα και η κυριαρχική σχέση του κόμματος με την τάξη, μέσω της ειδικής σχέσης των επαγγελματιών επαναστατών, με την μαρξιστική θεωρία, απετέλεσε και την απαρχή μιας νέας κοινωνικής διαστρωμάτωσης, η οποία, όσο το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ένα μικρό γκρουπούσκουλο, δεν είχε καμμία βαρύτητα στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Υπό αυτήν την έννοια ήταν – ή καλύτερα – φαινόταν ‘‘ακίνδυνη’’, αφού δεν επηρέαζε τον ευρύτερο κοινωνικό σχεδιασμό. Όμως, το λενινιστικό μοντέλο δεν ήταν, μόνον, ένα οργανωτικό και διοικητικό σχέδιο, για το κόμμα και την σχέση, με τους οπαδούς του και τις επιρροές του, αλλά αποτελούσε και ένα σχέδιο δράσης, ένα σύνολο τακτικών και τεχνικών, για την κατάληψη της εξουσίας, μέσα σε συνθήκες που δεν θα ήσαν συνθήκες κοινωνικής ομαλότητας, αλλά, προφανώς, επαναστατικές.

Αυτό φάνηκε καθαρά ,όταν το μικρό μπολσεβίκικο κόμμα, μετά την πτώση του τσαρισμού τον Φεβρουάριο του 1917, απέκτησε ευρύτερο ακροατήριο και πολύ περισσότερο, μετά τον Οκτώβρη του 1917, όταν κατέλαβε την εξουσία και προχώρησε στην γοργή γραφειοκρατικοποίηση της οικοδομούμενης νέας κοινωνίας, εφαρμόζοντας το γραφειοκρατικό μοντέλο διοίκησης και οργάνωσής του, σε ολόκληρη την κοινωνία.

Σταδιακά, μέσα σε έναν χρόνο μετέτρεψε το συμβουλιακό πείραμα στην Ρωσία, σε μια δικτατορία αστικού τύπου μιας χούφτας γραφειοκρατικοποιημένων αστών διανοουμένων πολιτικών, με ολοκληρωτική μορφή, αφού απαγόρευσαν τα άλλα κόμματα και τις πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, κατέστησαν την διακυβέρνηση μονοκομματική, εργαλειοποίησαν τις κοινωνικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και της ευρύτερης κοινωνίας, κατέστησαν διακοσμητικά στοιχεία και ιμάντες μεταβίβασης των κομματικών και κυβερνητικών εντολών τα εργατικά και τα αγροτικά συμβούλια, κατάργησαν την ελευθερία του τύπου, μονοπωλώντας την πληροφόρηση, κατάργησαν το δικαίωμα των συγκεντρώσεων, πλην εκείνων, που οργάνωνε το κομμουνιστικό κόμμα και πραγμοποίησαν την εργατική τάξη, αφού επανέφεραν γρήγορα το διευθυντικό δικαίωμα στους αστούς ειδικούς, στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, πετώντας έξω τους εργάτες, από την διοίκηση και την διαχείριση, εισάγοντας μια έντονα διαφοροποιημένη κλίμακα μισθών, η οποία αυξανόταν όσο ανεβαίνουμε στην υπαλληλική ιεραρχία.




Το ταριχευμένο πτώμα του Λένιν, έτσι, όπως είναι 90, σχεδόν, χρόνια, μετά τον θάνατό του και πάνω από 20 χρόνια, μετά την την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", δείχνει το μακάβριο επίπεδο των συμβολισμών και το πού μπορεί να φθάσει η προσωπολατρεία, σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Είναι καιρός, κάποια στιγμή, η μετασοβιετική Ρωσία να τελειώσει, με αυτή την μυθολογία ενός παρελθόντος, το οποίο, σιγά-σιγά, γίνεται ολοένα και πιο απόμακρο. Και φυσικά, να παύσει να συντηρεί την σωρό του ηγέτη των μπολσεβίκων. Δεν έχει, πλέον, κανένα νόημα. Ούτε και προσθέτει κάτι στην μνήμη του νεκρού. Μάλλον, αφαιρεί και τον προσβάλλει...



Όλα αυτά είχαν εγκαθιδρυθεί, ήδη, από το 1918 και φυσικά ήσαν προϊόν της εφαρμογής του λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος, στην ευρύτερη κοινωνία, όπως αυτή ανακατασκευάζονταν, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων, με βάση την δική τους ιεραρχική δομή, η οποία ήταν μια δομή εξουσιαστική, ιεραρχική, με έντονα ολοκληρωτικά στοιχεία, τα οποία πήγαζαν, από την λενινιστική εκδοχή, που καθιστούσε τους γραφειοκρατικοποιημένους αστούς διανοούμενους, ως την απόλυτη ηγεσία, μέσα στο κόμμα και στην σχέση του με την εργατική τάξη και ολόκληρη την προλεταριοποιούμενη κοινωνία, μέσα από την ειδική σχέση, με την θεωρία και την οικοδομούμενη απόλυτη εξουσία, η οποία περιήλθε, καθ’ ολοκληρίαν, στο κόμμα και σε αυτούς, ως ειδικούς του σχεδιασμού της νέας κοινωνίας και των κατευθύνσεων, που αυτή έπρεπε να πάρει.

Αυτός ο εισαχθείς ολοκληρωτισμός στην σοβιετική κοινωνία, ήταν απότοκο και παιδί του λενινιστικού μοντέλου οργάνωσης και διοίκησης του κόμματος και φυσικά δεν ήταν αναπάντεχος, αφού, ήδη, μέσα στην λενινιστική αντίληψη, η εργατική τάξη είναι πραγμοποιημένη και υποταγμένη, στους ‘‘επιστήμονες της επαναστατικής επιστημονικής κοινωνικής θεωρίας’’ – δηλαδή στους μαρξιστές επαγγελματίες επαναστάτες, οι οποίοι κατέχουν την γνώση, που οι δύσμοιροι εργάτες δεν μπορούν και δεν κατέχουν και που πρέπει να τους εισαχθεί, από τους γραφειοκρατικοποιημένους αστούς καθοδηγητές.

Ο κύκλος έκλεισε, όταν οι Λένιν, Τρότσκυ και Στάλιν, επέβαλαν, το 1921, την απαγόρευση των οργανωμένων τάσεων, μέσα στο μπολσεβίκικο  - το κομμουνιστικό - κόμμα.  

Louis Auguste Blanqui (8/2/1805 - 1/1/1881) :  O Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, υπήρξε ο θεωρητικός της συνωμοτικής επαναστατικής μεθοδολογίας, η οποία πήρε το όνομά του και αποκλήθηκε μπλανκισμός, συγκεκριμενοποιούμενη, στην ένοπλη κατάληψη της εξουσίας, με την τακτική του αιφνιδιασμού. από έναν μικρό κύκλο εκπαιδευμένων επαναστατών. Ο Ωγκύστ Μπλανκί, μέσω του Λένιν, πήρε την δική του ιστορική εκδίκηση, από τον Karl Marx...



Έτσι, ο Louis Auguste Blanqui και ο μπλανκισμός, μέσα, από τις περίεργες, απίστευτες και μη αναμενόμενες καραμπόλες της Ιστορίας, είχε νικήσει τον Καρλ Μαρξ και τον μαρξισμό, στο οργανωτικό πεδίο της προετοιμασίας της επανάστασης και, μέσω αυτού, σε όλα τα άλλα...

Από εκεί και πέρα, όλα, όσα ακολούθησαν, με την πλήρη γραφειοκρατικοποίηση της Ε.Σ.Σ.Δ., ήσαν επόμενο να συμβούν, αφού η κοινωνιολογική ανάλυση είναι σαφής και συγκεκριμένη, όταν έχουμε να κάνουμε με κοινωνικές ομάδες συμφερόντων, οι οποίες ασκούν εξουσία. Οι ομάδες αυτές, συνειδητοποιούν, σταδιακά, την ύπαρξή τους, διαφοροποιούμενες από το υπόλοιπο κοινωνικό πλαίσιο και την τάξη που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν και συνασπίζονται, γύρω από τα ιδιοτελή συμφέροντά τους τα οποία καθιστούν νόμο, στο μέτρο, που τους δίδεται αυτή η δυνατότητα και ασκούν, πλήρως, τις όποιες και όσες εξουσίες τους παραχωρούνται, η που κερδίζονται από αυτές. Από αυτόν τον κοινωνιολογικό κανόνα δεν μπορεί να ξεφύγει καμμία εξουσιαστική κοινωνική ομάδα ιδιοτελών συμφερόντων, πολύ περισσότερο όταν, όπως οι μπολσεβίκοι στην Ε.Σ.Σ.Δ., μετασχηματίζονται, από μικρά αριθμητικά σύνολα, σε τεράστια μεγέθη, ενσωματώνοντας μεγάλα στρώματα της παλαιάς κοινωνίας, προκειμένου να διοικήσουν, να συντηρήσουν και να επεκτείνουν την εξουσία τους και την ικανοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων τους.

Το μπολσεβίκικο κόμμα, δεν ήταν η εξαίρεση και ο λενινισμός υπήρξε η αιτία εκκίνησης αυτής της εξέλιξης.

Ο λενινισμός είναι δεδομένο ότι επέτυχε, ως τεχνική κατάληψης της εξουσίας. Ο Λένιν, κινούμενος μέσα στα πλαίσια της πλήρους ιδεολογικής ουτοπίας, είχε απόλυτο δίκιο, ως πολιτικός της πράξης, τον Απρίλιο του 1917, απέναντι, σε όλους. Φίλους και αντιπάλους. Οι μπολσεβίκοι μπορούσαν να πάρουν την εξουσία. Και την πήραν. 

Αλλά το ζητούμενο, όταν ομιλούμε, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, δεν είναι αυτό.

Γι’ αυτό και ο λενινισμός απέτυχε, ως μηχανισμός και ως εργαλείο πολιτικής δράσης και σαν θεωρία, για την επίτευξη της κοινωνικοαπελευθερωτικής αλλαγής, ακριβώς επειδή θεωρητικοποίησε και οδήγησε στην υποδούλωση και τον κοινωνικό εξανδραποδισμό, με την δημιουργία νεοφαραωνικών καθεστώτων.

Και γι’ αυτό είναι ιστορικό υπόδειγμα, για το τι δεν πρέπει να κάνουμε.

Γιατί από την ιστορία - όπως σωστά έχει γράψει ο Ένγκελς -, μπορούμε να μάθουμε αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε και όχι αυτό που πρέπει να κάνουμε.

Το τι πρέπει να κάνουμε, πρέπει να το βρούμε μόνοι μας. Αν και όσο μπορούμε…

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τα έκαναν σαλάτα οι σοβιετικοί.

Χάθηκε η ευκαιρία να οικοδομηθεί ένα πιο ανθρώπινο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Είχαμε τον εκφυλισμό σε ένα αυταρχικό και τυραννικο καθεστώς. Ωστόσο η διάλυση της ΕΣΣΔ αποτέλεσε καταστροφή

Και τελικα φτάσαμε στο σημερινη νεοφιλελεύθερη δικτατορία της παγκοσμιοποίησης...