Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

2014 : Η αναδιάρθρωση της απασχόλησης, η προλεταριοποίηση του πληθυσμού, η αύξηση της φορολογίας, η δημοσιονομική αστάθεια, το δημόσιο χρέος και η εμβάθυνση των αδιεξόδων της ελληνικής οικονομίας και της ευρωζώνης, ως αποτελέσματα του ισχύοντος Δημοσιονομικού Συμφώνου.



Όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, η κατανομή του εργατικού δυναμικού, στην ελληνική οικονομία, κατά την περίοδο 2006 - 2008, όταν, ακόμη, οι αγελάδες φαίνονταν - και ήσαν - παχιές, δείχνει το άτοπο και το αδύνατο της πραγματοποίησης των νέων δημοσιονομικών στόχων, που θέτει το νέο και ισχύον, από εφέτος, στην ευρωζώνη, Δημοσιονομικό Σύμφωνο, για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και για μείωση του δημόσιου χρέους, χωρίς την εκτεταμένη χρήση της εκτύπωσης χρήματος - δηλαδή του seigniorage -, από το ελληνικό κράτος.

Η μεγάλη αναλογία των αυτοαπασχολούμενων, μέσα στο σύνολο του, οικονομικά, ενεργού πληθυσμού, δηλαδή του εργατικού δυναμικού, καθιστά απαγορευτική και αδύνατη την ύπαρξη μιας σταθερής φορολογικής βάσης, πάνω στην οποία θα ήταν δυνατόν να στηριχθεί η απρόσκοπτη ροή των δημοσίων εσόδων και η χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών, όπως συμβαίνει στις ευρωπαϊκές οικονομίες του βορρά, όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις, αποτελούν την πλειοψηφία των παραγωγικών μονάδων και του συνόλου των επιχειρήσεων, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού αποτελείται από απασχολούμενους, με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Στην ελληνική οικονομία, όπου η επικρατούσα τάση είναι αντίθετη, με το 96% των επιχειρήσεων να είναι μικρής κλίμακας και με ένα τεράστιο αριθμό αυτοαπασχολουμένων και πάσης φύσεως εργοδοτών, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη σταθερής φορολογικής βάσης και έτσι, δεν μπορεί να επιτευχθεί μια διαρκής και ασφαλής είσπραξη των δημοσίων εσόδων, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας των φοροεισπρακτικών μηχανισμών να επιτελέσουν το έργο τους και να αντιμετωπίσουν την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, στην οποία, εκ των πραγμάτων και εκ της διαρθρώσεως της ελληνικής οικονομίας, καταφεύγουν αυτά τα στρώματα.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι σαφές ότι οι προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ευρωζώνης ισχύουν, για εκείνες τις χώρες, όπου η ύπαρξη των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και η πλειοψηφική συμμετοχή των μισθωτών, στην κατανομή του εργατικού δυναμικού, επιτρέπουν την οικοδόμηση μιας σταθερής φορολογικής βάσης και στην μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, από τα κρατικά έσοδα, που προκύπτουν από την φορολογία των πολιτών - και αυτό, μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Για την ελληνική οικονομία, όσο αυτή ακολουθεί το παρόν μοντέλο οικονομικής λειτουργίας και ανάπτυξης, οι δημοσιονομικοί κανόνες της ευρωζώνης, είτε αυτοί αφορούσαν την Συνθήκη του Μάαστριχτ, είτε αφορούν το νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που προέκυψε, μετά την κρίση του 2009 - 2010, που έπληξε την ευρωζώνη και συνεχίζεται ακάθεκτη, οι κανόνες αυτοί ήσαν και είναι ανεδαφικοί και ανεφάρμοστοι, πάνω σε μια διαρκή βάση. Οι δημοσιονομικοί αυτοί κανόνες θα μπορούσαν να έχουν μια κάποια εφαρμογή, εάν η Ελλάδα άλλαζε μοντέλο οικονομικής λειτουργίας και ανάπτυξης. Εάν δηλαδή, προσαρμοζόταν στο μοντέλο λειτουργίας των βορειοευρωπαϊκών χωρών, με τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, γεγονός το οποίο προϋποθέτει και την μετατροπή της πλειοψηφίας του εργατικού δυναμικού της χώρας, σε μια πλειοψηφία μισθωτών.

Είναι προφανές ότι ο στόχος των δημιουργών των Μνημονίων είναι αυτός. Και ναι, μεν, η μεσομακροπρόθεσμη επιδίωξή τους είναι η μείωση των δαπανών και η αύξηση των εσόδων, για να παύσει η ελληνική οικονομία να στηρίζεται, πρωτογενώς, στην δανειοδότηση, αλλά, από την άλλη πλευρά, η μακροπρόθεσμη επιδίωξή τους εντοπίζεται στην μετατροπή της πλειοψηφίας του εργατικού δυναμικού, από μια πλειοψηφία αυτοαπασχολούμενων και εργοδοτών, σε μια πλειοψηφία μισθωτών. Ο στόχος αυτός μπορεί να είναι πολύ φιλόδοξος, αλλά είναι αυτός, που είναι, έτσι όπως είναι και έτσι όπως πραγματοποιείται, ήτοι μέσα από το βαρύτατο πλήγμα, που πραγματοποιεί η ραγδαία και σαρωτική πτώση τής συναθροιστικής ζήτησης και του ΑΕΠ της χώρας, στις μικρές και μεσαίες μονοπρόσωπες, ή ολιγοπρόσωπες επιχειρήσεις.

Το πλήγμα αυτό στην ζήτηση, δεν είναι προσωρινό, ούτε ευκαιριακό. Δεν γίνεται, απλώς, για ταμειολογιστικούς λόγους, που αποσκοπούν, σε μια δημοσιονομική εξισορρόπιση, ή σε μια αναδιάρθρωση κάποιων κλάδων της εντόπιας αγοράς. Το πλήγμα αυτό έχει μακροπρόθεσμη προοπτική και διαρκή βάση, στοχεύοντας, στην ριζική αναδιάρθρωση της σύνθεσης του εργατικού δυναμικού της χώρας και των παραγωγικών της μονάδων, παραπέμποντας, όπως είπαμε, στην αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το κλείσιμο των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων γίνεται όχι για να λειτουργήσουν αυτές αργότερα, αλλά για να μην λειτουργήσουν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, ποτέ ξανά στο μέλλον και να αντικατασταθούν, αργότερα (άγνωστο πότε), από άλλες επιχειρήσεις ικανού μεγέθους, οι οποίες θα μπορούν να χρηματοδοτούν τις δημόσιες δαπάνες της χώρας, χωρίς την υπέρμετρη προσφυγή στον δανεισμό.






Έτσι, ο ορυμαγδός από τα λουκέτα, που έχουν ενσκήψει, στον χώρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και η σαρωτική ανεργία, που έχει έλθει, ως επακόλουθο, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από εργαλεία, για την επίτευξη αυτών των στόχων, που παραπέμπουν στην μακροπρόθεσμη αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος, πάνω στο οποίο επιδιώκεται να στηριχθεί, στο μέλλον, η χώρα. Αυτή η διαδικασία, άλλωστε, δεν είναι κάτι το νέο και ανταποκρίνεται στην γενικότερη τάση του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, όπως αυτός εξελίχθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, γεγονός το οποίο απεικονίζεται, παραστατικότατα, στον παραπάνω πίνακα, ο οποίος καταγράφει την σχέση και τα επίπεδα των ρυθμών της οικονομικής ανάπτυξης και της ανεργίας στις καπιταλιστικές χώρες, παρακολουθώντας την εξέλιξη και τις τάσεις τους, μέσα σε μια περίοδο 40 ετών, από το 1961, έως το 2001. Αυτό, που αλλάζει, δραματικά, τα δεδομένα είναι η ταχύτητα της επιδιωκόμενης προσαρμογής στην ελληνική οικονομία.

Η επακόλουθη δημιουργία του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού - για να θυμηθούμε και τον Karl Marx -, ενός στρατού, που στηρίζεται στην γοργή προλεταριοποίηση των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και στην δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου του στρώματος των μισθωτών, στον ιδιωτικό, αλλά, τώρα και στον δημόσιο τομέα, που και αυτό το στρώμα, σε έναν μεγάλο βαθμό οδηγείται στην ανεργία, υποτίθεται ότι θα οδηγήσει, κάποια στιγμή, στην δημιουργία εκείνων των συνθηκών, μέσω της δραματικής πτώσης των μισθών και των λοιπών απολαυών των εργαζομένων, που θα επιτρέψουν, με την προσέλκυση των απαραίτητων επενδύσεων, την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, πάνω σε μια νέα βάση.

Αυτές είναι οι προθέσεις, που διαρθρώνουν το σχέδιο, που κρύβεται, πίσω από την κατασκευή των Μνημονίων. Και αυτό - υποτίθεται ότι - είναι το σχέδιο.

Ανοησίες.

Όσο το ευρώ είναι αυτό, που είναι - όσο δηλαδή είναι ένα σκληρό νόμισμα -, οι στόχοι αυτοί δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Και δεν θα υλοποιηθούν, απλούστατα, επειδή, όσο και να πέσουν οι μισθοί, εντός των χωρών της ευρωζώνης, πάντοτε θα υπάρχουν μισθοί κάπου αλλού, εντός ή εκτός ευρωζώνης, οι οποίοι θα είναι, ή θα προσαρμόζονται, έτσι ώστε να είναι, πάντοτε, μικρότεροι, ενώ η διαρκής πτώση της ζήτησης, ή η ασθενική ανάπτυξή της, σε συνδυασμό, με την αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, στην ευρωζώνη και στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, θα οδηγεί τις οικονομίες της ευρωζώνης, παρά τις, επί μέρους, αναλαμπές, σε μια υφεσιακή στασιμότητα, σε φαινόμενα αποπληθωριστικού πληθωρισμού, όπως συμβαίνει, με ένα πλήθος από χώρες της ευρωζώνης και σε φαινόμενα αποπληθωρισμού, όπως συμβαίνει, από τα μέσα του 2013, στην Ελλάδα.

Όταν κάποιος αναλογισθεί και προσπαθήσει να περιγράψει τις επιδιώξεις και τους στόχους των πολιτικών, που εκπορεύονται από την μπατιροτραπεζοκρατία της Ε.Κ.Τ., την γερμανική πολιτικοοικονομική ελίτ και την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, αντιλαμβάνεται, με την πρώτη ματιά, το οικονομικό και το κοινωνικό αδιέξοδο αυτών των επιδιώξεων, όταν δει το γενικότερο πλάνο, μέσα στο οποίο κινούνται οι οικονομίες της ευρωζώνης και όταν συνδυάσει αυτό το πλάνο, με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ίδιας της ευρωζώνης, ως θεσμικού πλαισίου μιας νομισματικής ένωσης.

Ο παρατηρητής αυτός, επίσης, αντιλαμβάνεται ότι η επίτευξη αυτών των στόχων απαιτεί την μακροπρόθεσμη υποταγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σε πραγματικούς υπαναπτυξιακούς ρυθμούς, οι οποίοι, φυσικά, ακόμη και όταν, προσωρινά, αντιστρέφονται, αυτή η αντιστροφή θα πραγματοποιείται, σε χαμηλά επίπεδα, με αυξανόμενους ρυθμούς ανισοκατανομής του εισοδήματος, μέσα στους πληθυσμούς των χωρών της ευρωζώνης και μια πλήρη κυριαρχία των τραπεζικών ελίτ - όσων επιβιώσουν -, επί των υπόλοιπων ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Αυτή η διαδικασία, βέβαια, δεν αφορά, μόνο την ευρωζώνη. Εξελίσσεται, σε όλον τον αναπτυγμένο και αναπτυσσόμενο γραφειοκρατικό καπιταλισμό της εποχής μας, με αρχή εκκίνησης την δεκαετία του 1980 και την κατάρρευση της "Ε.Σ.Σ.Δ.", αλλά, στην ευρωζώνη, λόγω των ειδικών συνθηκών, που επικρατούν, σε αυτήν και που χαρακτηρίζονται, από την ύπαρξη ενός κοινού νομίσματος - του ευρώ -, συνδυασμένη με την έλλειψη μιας ενιαίας κρατικής αρχής, η οποία να διοικείται από μια κεντρική κυβέρνηση, έχει φθάσει σε ακραία και ανελαστικά επίπεδα εφαρμογής, τα οποία λειτουργούν, χωρίς τα αντισταθμίσματα, που υπάρχουν, σε ένα ενιαίο, ή σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.

Αυτά τα αντισταθμίσματα, στην πράξη, δεν είναι επουσιώδη, αφού διευθετούν τις ενσκήπτουσες υφέσεις, εντός των οικονομικών περιοχών των ενιαίων και των ομοσπονδιακών κρατών, με την μεταφορά των παραγόμενων πλεονασμάτων, από τις πλεονασματικές περιοχές, στις ελλειμματικές και λειτουργούν, με δεδομένη, ως προϋπόθεση, την υποταγή των Κεντρικών Τραπεζών, στις κεντρικές κυβερνήσεις, που είναι εκείνες, που προσδιορίζουν την ασκούμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, οι οποίες γίνονται εργαλεία, στα χέρια των κεντρικών κυβερνήσεων, για την αντιμετώπιση των υφέσεων, με διάφορους συνδυασμούς αύξησης της νομισματικής κυκλοφορίας και των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίοι, άλλοτε είναι επιτυχείς και άλλοτε όχι, αλλά που σε κάποιον βαθμό - μικρότερο, ή μεγαλύτερο - καταφέρνουν να μειώνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κυριαρχίας των σύγχρονων γραφειοκρατικών μπατιροτραπεζιτικών ελίτ.

Στην ευρωζώνη, με δεδομένη την ανυπαρξία κεντρικής κυβέρνησης και με, επίσης, δεδομένη την μεγάλη αυτονομία των κεντροτραπεζιτών της Ε.Κ.Τ. να καθορίζουν την νομισματική πολιτική της ένωσης, σύμφωνα, με τις αντιλήψεις και τα συμφέροντα, όπως αυτές και αυτά προσδιορίζονται από την μπατιροτραπεζοκρατία και τις ισχυρές χώρες της ευρωζώνης, με προεξάρχουσα την Γερμανία, αυτή η διαδικασία κινείται χαοτικά, παρά τις όποιες διευθετήσεις και σχεδόν, πάντοτε, εξ αιτίας αυτών.

Αυτή η εξέλιξη έχει σαν αποτέλεσμα την κατακρήμνιση των αναπτυξιακών προοπτικών των οικονομιών της ευρωζώνης, για χάρη της νομισματικής "ευταξίας" και της ανεπιφύλακτης προστασίας του κοινού νομίσματος - του ευρώ -, ως ενός σκληρού νομίσματος, το οποίο καθίσταται, έτσι, ένας νέος "χρυσούς κανόνας" της εποχής μας, καθιστάμενο το πιο σκληρό νόμισμα, στον κόσμο, με αποτέλεσμα να γονατίζει τις οικονομίες όλων των χωρών εκείνων, που συναποτελούν αυτήν την νομισματική ένωση. Όχι, μόνον, των ελλειμματικών, που παγιδεύονται, μέσα σε μια διαρκή ύφεση, αλλά και των πλεονασματικών, οι οποίες - όσο και αν μηχανεύονται διάφορους τρόπους και όσο και αν κατασκευάζουν διάφορους μηχανισμούς, για να το αποφύγουν -, στο τέλος, θα κληθούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς, που συσσωρεύονται, μέσα από την λειτουργία της ευρωζώνης, αλλά και εκείνους τους λογαριασμούς, οι οποίοι δημιουργήθηκαν, πριν από την λειτουργία αυτής της νομισματικής ένωσης και.μεταφέρθηκαν, εντός αυτής, κατά παράβαση, των προσυμφωνημένων όρων της Συνθήκης του Μάαστριχτ, με την αποδοχή, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον γαλλογερμανικό άξονα, της εισόδου στην ευρωζώνη και εκείνων των χωρών, οι οποίες είχαν δημόσια χρέη, τα οποία υπερέβαιναν, κατά πολύ, το 60% του ετήσιου ΑΕΠ τους.

Οι λογαριασμοί αυτοί, στο τέλος, όπως είναι, ήδη, φανερό, δεν θα μπορούν να πληρωθούν, ενώ, παράλληλα, θα υφίστανται τις διαβρωτικές επιπτώσεις μιας - περισσότερο, ή λιγότερο - ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα είναι πολύ μικρότερη, από εκείνα τα επίπεδα, που οι πραγματικές δυνατότητες των οικονομιών αυτών επιτρέπουν, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει, σε ένα όριο, το οποίο θα εκμηδενίσει και αυτά τα ασθενικά επίπεδα ανάπτυξης και θα τις οδηγήσει σε οξεία κρίση, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα πιστοποιήσει αυτό που, ήδη, συμβαίνει και το οποίο δεν είναι άλλο από τον θάνατο της ζώνης του ευρώ, ως νομισματικής ένωσης.

Η διαδικασία αυτή αφορά όλες τις χώρες της ευρωζώνης και είναι ανεξάρτητη από το ύψος των δημοσίων χρεών τους. Είτε τα κράτη των χωρών της ευρωζώνης είναι υπερχρεωμένα, είτε όχι, δεν πρόκειται να ξεφύγουν, από την ίδια και τα αποτελέσματά της.

Φυσικά, οι χρεωστικοί λογαριασμοί, στην ευρωζώνη είναι τεράστιοι και εξακολουθούν να φουσκώνουν. Ας δούμε την εξέλιξη των δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν, στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2013 :

Τα υψηλότερα ποσοστά του δημόσιου χρέους, ως προς το ΑΕΠ, καταγράφηκαν στην Ελλάδα, που έφθασαν στα επίπεδα του 171,8%, στην Ιταλία, που άγγιξαν το 132,9%, στην Πορτογαλία, όπου το ποσοτό αυτό έφθασε στο 128,7% και στην "σωσμένη" Ιρλανδία, όπου το δημόσιο χρέος της, έφθασε στο 124,8%.

Προφανώς, αυτά τα επίπεδα των κρατικών χρεών, εντός ευρωζώνης δεν εκφράζουν το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης. Υπάρχουν και χώρες, που έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα δημοσίων χρεών, όπως η Εσθονία, με 10,0% και το Λουξεμβούργο, με 27,7%. Αλλά η γενική τάση, που επικρατεί, στην ευρωζώνη, προσιδιάζει στην συμπεριφορά των υπερχρεωμένων χωρών. Το επίπεδο των δημόσιων χρεών είναι υψηλό, οδεύει, ταχέως, προς το 100% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης και φυσικά θα το ξεπεράσει, αφού τα συνολικά δημόσια χρέη των χωρών της φουσκώνουν, σαν το ζυμάρι. Άλλωστε, οι μεγαλύτερες αυξήσεις των δημοσίων χρεών στην ευρωζώνη υπήρξαν, κατά την περίοδο αυτή, στην Κύπρο, όπου το δημόσιο χρέος της αυξήθηκε, κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, υπερβαίνοντας τα 18 δισ. € και το 100% του ΑΕΠ, στο Λουξεμβούργο, όπου η αύξηση έφθασε τις 4,6 ποσοστιαίες μονάδες και στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος της, επίσημα, αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες - και στην πραγματικότητα, κατά πολύ περισσότερο.

Βέβαια, υπήρξαν - ή εμφανίστηκαν λογιστικά - και μειώσεις, όπως, στην Πορτογαλία, κατά 2,6 μονάδες, στην Φινλανδία, κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, στο Βέλγιο 1,5 ποσοστιαία μονάδα και στην Γερμανία, κατά 1,4 μονάδα. Αλλά αυτές οι μειώσεις στερούνται σημασίας, διότι και συγκυριακές είναι και ανεπαίσθητες - όταν δεν είναι λογιστικές ωραιοποιήσεις μιας πραγματικότητας, η οποία δεν είναι πραγματική. Π.χ. το γερμανικό δημόσιο χρέος των 2,052 δισ. € εμφανίζεται, ως αυτό που είναι (δηλαδή ως 81% του ΑΕΠ), επειδή δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν προσμετρώνται, στο γερμανικό δημόσιο χρέος, οι γερμανικές κρατικές εγγυήσεις, για την ελληνική δανειοδότηση, μέσα από τους "μηχανισμούς στήριξης", αφού όλοι οι υπολογισμοί στηρίζονται δεδομένο ότι τα χρέη αυτά θα αποπληρωθούν, αν και αυτό είναι σίγουρο ότι δεν θα συμβεί.



1990 - 2012 : Η εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους, μέσα από τις τοκοχρεωλυτικές και τις λοιπές του επιβαρύνσεις, είχε πάρει τον δρόμο του, υπερβαίνοντας το 100% του ΑΕΠ της χώρας, ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όσο το χρέος αυτό, ήταν - κατά βάση - δραχμικό, ως προς την σύνθεσή του, μπορούσε, εύκολα να εξυπηρετηθεί, από το ελληνικό κράτος, με την άσκηση του seigniorage και από αναχρηματοδότησή του, από την εσωτερική χρηματοπιστωτική αγορά. Όταν το ίδιο αυτό δημόσιο χρέος, το 1999, με την οριστική απόφαση, για ένταξη της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, μετετράπη, ως προς την νομισματική του βάση, σε ένα χρέος σε ευρώ, δηλαδή σε ένα νόμισμα, στην έκδοση και στην κυκλοφορία του οποίου η εντόπια ελίτ έχασε κάθε έλεγχο, αυτό το χρέος μετατράπηκε σε ένα σκληρό χρέος, το οποίο δεν μπορούσε, πλέον, να χρηματοδοτηθεί, με τις συνήθες διαδικασίες. Ως εκ τούτου, το ελληνικό δημόσιο και η ελληνική οικονομία οδηγήθηκαν, ήδη, από την ένταξή της χώρας στην ευρωζώνη, το 2002, σε μια κατάσταση αφανούς χρεωκοπίας (όπως συνέβη, άλλωστε και με, σχεδόν, όλες οι χώρες της ευρωζώνης), ασχέτως, εάν οι  ελληνικοί κρατικοί προϋπολογισμοί παρουσίαζαν πρωτογενή πλεονάσματα, ή όχι - αν και δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι, μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, οι κρατικοί προϋπολογισμοί εμφάνιζαν, ως επί το πολύ, πρωτογενή ελλείμματα. (Όπως, άλλωστε, πρωτογενώς, ελλειμματικός είναι και ο προϋπόλογισμός του 2013, παρά τα, περί του αντιθέτου, θρυλούμενα, από την κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων, αφού στο παρουσιαζόμενο, ως πρωτογενές πλεόνασμα, συμπεριλαμβάνονται 2,034 δισ. €, από αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, που κατείχαν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης, ενώ, γενικώς, οι τόκοι, που εισπράττονται δεν πρέπει να προσμετρώνται, σε αυτό το δημοσιονομικό μέγεθος, όπως, ακριβώς δεν προσμετρώνται και οι τόκοι, που καταβάλλει το ελληνικό δημόσιο, για τα ομόλογα, αφού όλα αυτά προσμετρώνται στο γενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Επίσης, για να παρουσιασθεί αυτό το "πρωτογενές πλεόνασμα", στον προϋπολογισμό του 2013, αφαιρούνται και 6,139 δισ. €, που αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, αν και αυτές λογίζονται, ως δαπάνες. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ιδίως, όταν αυτός είναι υπουργός Οικονομικών, σαν τον Γιάννη Στουρνάρα, ή Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, σαν τον Γιώργο Προβόπουλο)...



Όλοι όσοι παρακολουθούν την επιχειρηματολογία μου, όλα αυτά τα χρόνια, γνωρίζουν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο, εντός ευρωζώνης, όσο ακολουθούνται οι κανόνες του Μάαστριχτ. Αυτά τα έλεγα από τότε, που το χρέος αυτό ήταν, ακόμη, διαχειρίσιμο και μετά, όταν, πλέον, έγινε μη διαχειρίσιμο. Δηλαδή πριν, από το 2002. Ας ξαναθυμηθούμε την σχετική επιχειρηματολογία : 

Μέχρι το 2001 - και, για να είμαι ακόμη πιο ακριβής, μέχρι το 1999, που ελήφθη η οριστική απόφαση ,από την εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον γαλλογερμανικό άξονα, να ενταχθεί η Ελλάδα στην Ο.Ν.Ε., το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν εύκολα διαχειρίσιμο, επειδή ήταν δραχμικό. Με την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη - και γι' αυτόν τον, εντελώς, πραγματιστικό λόγο, διαφωνούσα με την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη -, το ελληνικό δημόσιο χρέος έπαυσε να είναι ένα μαλακό και αυτοεξυπηρετούμενο χρέος και κατέστη μη εξυπηρετήσιμο, χρεωκοπώντας, ήδη, από τότε, την χώρα. Και επειδή δεν μου αρέσουν οι ιδεοληψίες (είτε αυτές είναι "ευρωπαϊστικές", είτε "αντιευρωπαϊστικές"), πάντα, πίστευα ότι, από εκεί και πέρα, η όλη υπόθεση ήταν υπόθεση χειρισμών της εντόπιας πολιτικής ηγεσίας, η οποία απεδείχθη κατώτερη, ακόμη και των χείριστων προσδοκιών. Θυμάμαι τον αφελή και ανίκανο Γιωργάκη και με πιάνουν τα πικρά γέλια. Όποιος επιθυμεί μπορεί να διαβάσει το δημοσίευμά μου στο παρόν μπλογκ, με τίτλο : "ΕΚΛΟΓΕΣ 4/10/2009 - ΠΑΣΟΚ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΗΤΤΑ ΣΤΟΝ ΘΡΙΑΜΒΟ με τον ίδιο αριθμό ψήφων, που είχε και στις εκλογές του 2004! (Ή ΠΩΣ Η ΝΔ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.com/2009/10/4102009-2004.html και θα καταλάβει το γιατί.

Όσον αφορά το εάν θα έσκαγε, ή όχι, το ελληνικό δημόσιο χρέος, πρέπει να πω ότι δεν χρειάζονται οι ιδεοληψίες, ως προς την έκφραση οποιασδήποτε άποψης, επί του, εν λόγω, ζητήματος. Δεν βοηθούν και συσκοτίζουν τα δεδομένα του. Το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν θα έσκαγε, εάν η Ελλάδα δεν εισερχόταν στην ευρωζώνη. Θα παρέμενε ένα, κατά βάση, δραχμικό, δηλαδή ένα μαλακό και αυτοεξυπηρετούμενο χρέος και δεν θα είχε χρεωκοπήσει την ελληνική οικονομία, αφού η νομισματική του σύνθεση ήταν τέτοια που του επέτρεπε να αυτοχρηματοδοτείται. Οι "λεβέντες" της εντόπιας πολιτικοοικονομικής ελίτ τα έκαναν μούσκεμα. Πήραν ένα χρέος, που ήταν εκφρασμένο, κατά 85%, σε δραχμές (που τις έκοβαν οι ίδιοι και το πλήρωναν) και το μετέτρεψαν, σε ένα χρέος σε ευρώ (το οποίο δεν έκοβαν οι ίδιοι και φυσικά, δεν μπορούσαν να το πληρώσουν). Ως εκ τούτου, τα πράγματα είναι απλά. Πολύ απλά. Και πρέπει να λέγονται, όσο και αν στενοχωρούν :

Η ευρωζώνη χρεωκόπησε την ελληνική οικονομία. (Μαζύ με την βλακεία, την ανικανότητα στρατηγικής πρόβλεψης και τακτικής διαχείρισης και την δουλοπρέπεια της εντόπιας πολιτικής ηγεσίας, βεβαίως-βεβαίως).


Βλέποντας, έτσι, τις διαστάσεις του προβλήματος, που έχει δημιουργηθεί, στην ευρωζώνη, εξ αιτίας της συγκρότησής της, ως νομισματικής ένωσης, μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί δεν λύθηκε το ζήτημα του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και των υπολοίπων. Και τα πράγματα γίνονται, ακόμη, χειρότερα, εάν λάβουμε, υπόψη μας, την νέα διάρθρωση της ευρωζώνης, που έχει διαμορφωθεί, από εφέτος.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, με τους δεδομένους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, που έχουν δημιουργηθεί, ως "απάντηση", στην κρίση, που προέκυψε, μέσα στην ευρωζώνη, από τα τέλη του 2009 και τις αρχές του 2010, κράτη, σαν την Ελλάδα, δεν μπορούν να μειώσουν τα δημόσια χρέη τους, ούτε σε απόλυτα μεγέθη, ούτε, ως ποσοστό του ΑΕΠ τους και δεν μπορούν να ανταποκριθούν, με τις δικές τους δυνάμεις, στις προβλέψεις και τους στόχους, που έχουν θεσμοθετηθεί, με τους κανόνες αυτούς.

Για να μπορέσει η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, που βρίσκονται, σε ευάλωτη θέση, να εφαρμόσουν τις προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ευρωζώνης θα πρέπει να εφαρμόσουν, στο μέλλον, διαρκείς πολιτικές λιτότητας, οι οποίες θα καταρρακώσουν τις οικονομίες τους, χωρίς να λύσουν το βαρύτατο πρόβλημα χρέους, που έχουν και το οποίο - υποτίθεται ότι - αντιμετωπίζεται, με αυτές τις πολιτικές. Και μπορεί, μεν, η χώρα μας (όπως και οι άλλες) να είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, αλλά αυτό οδηγεί στην πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών δεσμεύσεων, τις οποίες έχει αποδεχθεί και έχει θεσμοθετήσει, με την υπογραφή της η ψοφοδεής "ευρωπαϊστική" πολιτική ελίτ, που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας.

Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει, απλούστατα, ότι, εντός του ερχόμενου Απριλίου (ή, έστω, μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου, εάν οι ευρωζωνίτες δώσουν μια παράταση, στην παραπαίουσα κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων και του μπουχέσα συγκυβερνήτη), η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να δημοσιοποιήσει το νέο Μεσοπρόθεσμο της τριετίας 2014 - 2016, στο οποίο θα εμπεριέχονται τα μέτρα, που θα προσαρμόσουν την εξέλιξη των ελληνικών δημοσιονομικών μεγεθών, στις προβλέψεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων, δηλαδή την επίτευξη, σε διαρκή βάση, ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, γεγονός το οποίο παραπέμπει, όπως, εγκαίρως, έχουμε πει, στην υπογραφή ενός 3ου Μνημόνιου, το οποίο έχει καταστεί αναπόφευκτο.

Η υπογραφή του 3ου Μνημονίου, μάλιστα, απαιτείται, επιτακτικά, από τους δανειστές, οι οποίοι επισημαίνουν, δια του Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, ότι, μπορεί πλέον, το ελληνικό ποτήρι να μην είναι άδειο, όπως ήταν το 2009, αλλά είναι μισογεμάτο, πλην, όμως, μένουν πολλά, ακόμη, να γίνουν. Και αν δεν γίνουν, επειδή, ίσως, στην διακυβέρνηση της Ελλάδας θα ανέλθουν οι αντιευρωπαϊστές, αυτό δεν θα επηρεάσει την γερμανική οικονομία, η οποία είναι προστατευμένη, από μια έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Αυτά τα λόγια του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, πέρα, από την πίεση, που ασκούν στους εντόπιους "κυβερνήτες" και πέρα, από την εσωτερική διάσταση, που έχουν, αφού απευθύνονται και στο γερμανικό κοινό, είναι προφανές ότι καθιστούν σαφή την ενεργό παρουσία ενός γερμανικού plan B, το οποίο περιέχει το σενάριο της ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη. Και όχι μόνον της ελληνικής εξόδου, αλλά και μιας μεγαλύτερης διάσπασης της νομισματικής αυτής ένωσης.


video

Το βίντεο, με την χιουμοριστική, αλλά και ρεαλιστική παράφραση του παλιού τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη (το οποίο ο αείμνηστος συνθέτης το είχε γράψει, στην δεκαετία του 1930 και ενώ το 1932 είχε συμβεί η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, λόγω της πολιτικής της "χρυσής δραχμής", που ακολούθησε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου), από το κινηματογραφικό έργο, που ετοιμάζει ο, πάντα, μαχητικός Δημήτρης Κολλάτος είναι, άκρως, περιγραφικό, ως προς την ανικανότητα και την κλεπτοκρατική λογική της πολιτικής τάξης της χώρας, η οποία, με τις επιλογές της, έριξε το σκάφος, στα βράχια. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η αιτία της τωρινής χρεωκοπίας εντοπίζεται περισσότερο στην ανικανότητα και λιγότερο στην κλεπτοκρατία και στην διαφθορά του πολιτικού κόσμου, αφού η διαφθορά ήταν δεδομένη, σε όλες τις προηγούμενες γενεές των πολιτικών, που κουμαντάρισαν τις τύχες της χώρας, μετά την δεκαετία του 1940, οι οποίες, παρά την συστηματική λεηλασία του δημόσιου πλούτου, στην οποία επιδόθηκαν, δεν οδήγησαν την χώρα, στην χρεωκοπία. Αυτό συνέβη, διότι τα μέλη των προγενέστερων πολιτικών τάξεων, αν και διακατεχόμενα από την ίδια κλεπτοκρατική λογική, υπήρξαν, διαχειριστικά, επαρκή και ικανά να κουμαντάρουν την χώρα (συμπεριλαμβανομένων και των μελών των δικτατορικών κυβερνήσεων, τα οποία, στην τελευταία τους εκδοχή της περιόδου του Δημητρίου Ιωαννίδη, αποδείχθηκαν, ως προς τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, ότι ήσαν πράκτορες ξένων δυνάμεων). Η παρούσα γενιά, που απαρτίζει την πολιτική τάξη της χώρας και το σύνολο της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ, απεδείχθησαν, κυρίως, ανίκανες. Όσον αφορά τον διαβόητο Γιωργάκη, φυσικά, αυτό που του αξίζει δεν είναι ο θάνατος, για τον οποίον, χιουμοριστικά, ομιλεί ο Δημήτρης Κολλάτος. Αυτό που του αξίζζει και που πρέπει να γίνει, είναι η παραπομπή του στην Δικαιοσύνη και η διενέργεια δίκης από τα δικαστήρια της χώρας, για όσα έπραξε, ως υπουργός των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη, από το 1996 και μετά. Και ιδίως, για όσα έπραξε από το 2009, μέχρι το 2011, ως πρωθυπουργός, καθώς και ως αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, μέχρι το 2012 και ως βουλευτής, μέχρι τώρα και για όσο παραμένει, στο μέλλον. Και φυσικά, η δίκη αυτή και η σχετική καταδίκη, που πρέπει - και για ό,τι πρέπει - να επιβληθεί, θα πρέπει να αφορά και όλα τα μέλη της πολιτικής ελίτ, που κυβέρνησαν την χώρα, από το 1996 και μετά και πήραν, ή συμμετείχαν, στις αποφάσεις αυτές που οδήγησαν την χώρα και τον πληθυσμό της στον παρόντα όλεθρο. Και φυσικά, αυτή η δίκη (είτε ως ενιαία, είτε ως ένα σύνολο, επί μέρους δικών), θα πρέπει να αφορά και τους, πάσης φύσεως, συνεργούς, που συμμετείχαν, στην διάπραξη των σχετικών αδικημάτων των μελών της εντόπιας πολιτικής ελίτ...



Αλλά η ανταπόκριση της Ελλάδας και των άλλων χωρών της ευρωζώνης, στους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, απαιτεί την διαρκή επιβολή νέων φόρων, γεγονός, το οποίο παραπέμπει σε μια αέναη δημοσιονομική αστάθεια, που θα πιέζει τα δημοσιονομικά μεγέθη προς το κατώτερο δυνατό σημείο ισορροπίας, αφού το δημόσιο χρέος είναι ανεξέλεγκτο και η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, με την θάλασσα των μικρομεσαίων και των αυτοαπασχολούμενων, είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την ύπαρξη μιας σταθερής φορολογικής βάσης, επί της οποίας να μπορούν να στηριχθούν ασφαλείς φορολογικές απολήψεις, οι οποίες να οδηγούν, σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αφού η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή, σε αυτά τα στρώματα του πληθυσμού είναι εκτεταμένη και μη αντιμετωπίσιμη.

Όλη αυτή η συγχορδία της αύξησης της φορολογίας, είναι προφανές ότι θα έχει, καταλυτικά, αρνητική επίδραση, στους ρυθμούς ανάπτυξης, σε ολόκληρη την ευρωζώνη, όπως, ήδη, έχει συμβεί, από τότε που ξεκίνησε η κρίση, εντός αυτής, αλλά και πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Εξ αντικειμένου, το υψηλό δημόσιο χρέος, όπως και οι προσπάθειες, για την αποφυγή της διόγκωσής του, οδηγούν, αργά, ή γρήγορα, στην αύξηση της φορολογίας, ή στην δραστική μείωση των δαπανών, ή σε έναν συνδυασμό και των δύο, κάτι, που, σε όλες του τις παραλλαγές, επιδρά, αρνητικά, στις αναπτυξιακές προοπτικές της ευρωζώνης.

Αυτό το γεγονός, συνδυαζόμενο, με την ύφεση, που έχει έλθει, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας ύφεσης του 2008 και ως προϊόν της ίδιας της θεσμικής οργάνωσης της ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης, δεν κάνει τίποτε περισσότερο, από το να διατηρεί την υφεσιακή διαδικασία, στην ευρωζώνη και να την εμβαθύνει, όπως, άλλωστε, αποδεικνύει η βιωμένη εμπειρία, σε όλα, περίπου, τα κράτη, που είναι μέλη της, στα οποία έχει αυξηθεί η φορολογία και έχει μειωθεί η ανάπτυξη, ακριβώς επειδή τα κράτη έχουν παύσει να χρησιμοποιούν την δημοσιονομική πολιτική, ως εργαλείο, για την ανάπτυξη και για την σταθεροποίηση της πτωτικής πορείας της συναθροιστικής ζήτησης, χωρίς αυτή η απουσία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, στην ευρωζώνη, να έχει αντικατασταθεί από μια αντίστοιχη αναπτυξιακή δραστηριότητα, από τους μηχανισμούς της ίδιας της ευρωζώνης, που είναι ανύπαρκτοι, ή από τον κοινοτικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, μάλιστα, μειώθηκε, σε απόλυτα νούμερα, αν και ήταν, ούτως, ή άλλως, ανεπαρκής.

Έτσι, όλοι οι νέοι στόχοι και οι προτεραιότητες, που προκύπτουν από τις συμφωνημένες ρυθμίσεις, που υπήρχαν, από την Συνθήκη του Μάαστριχτ, μέχρι την Συνθήκη της Λισαβώνας, όπως και αυτές που ακολούθησαν, ως "διευθετήσεις" της κρίσης της ευρωζώνης, από το 2010, είχαν υψηλό κόστος, προκάλεσαν την πτώση του ΑΕΠ και αύξησαν, δραματικά, την ανεργία. Αυτό συμβαίνει, σε μεγαλύτερο βαθμό, στην Ελλάδα, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της οικονομίας της, αλλά κτύπησε και τις άλλες χώρες, λόγω της σκληρής δόμησης του ευρώ, το οποίο έχει καταστεί το πιο σκληρό νόμισμα, στον κόσμο.

Παρ' όλ' αυτά, όμως, το κωμικοτραγικό στοιχείο στην όλη υπόθεση, είναι ότι αυτές οι προτεραιότητες, που τίθενται από τους κανόνες του δημοσιονομικού συμφώνου, που ισχύει, από το 2014, αποδεικνύονται και θα εξακολουθήσουν να είναι αναποτελεσματικές, αφού η πτώση του ΑΕΠ δυσκολεύει τις επιχειρούμενες "μεταρρυθμίσεις" (που στην ουσία τους είναι αντιμεταρρυθμίσεις) και την επίτευξη μιας δημοσιονομικής ισορροπίας, η οποία να στηρίζεται σε  - περίπου - ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και την εξαφάνιση των πρωτογενών ελλειμμάτων.

Αυτή είναι η παγίδα, μέσα στην οποία έχει πέσει η Ελλάδα, με την ένταξή της στην ευρωζώνη. Στην ίδια παγίδα έχουν πέσει και όλες οι άλλες χώρες, που εντάχθηκαν, μέσα σε αυτήν την ατελή και χαοτική νομισματική ένωση. Είτε είναι ελλειμματικές, είτε όχι.

Και από αυτήν την παγίδα, δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, εκτός από την καταστροφή της ευρωζώνης και την αντικατάστασή της, από ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος, ή από την επιστροφή των χωρών της, στα εθνικά τους νομίσματα.

Το τί θα γίνει είναι κάτι, που θα το δούμε, στην εξέλιξη των πραγμάτων, η οποία, με δεδομένο το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ παραμένουν, σταθερά, κατώτερες των περιστάσεων, που έχουν να αντιμετωπίσουν,  είναι και θα είναι, άκρως, ενδιαφέρουσα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: