Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Η κοινωνικοϊστορική και οικονομετρική διάψευση του "νόμου" της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Από τις εξισώσεις του Karl Marx, στην Συνάρτηση Παραγωγής Cobb - Douglas.


1948 - 1992 Η.Π.Α. : Η εξέλιξη της σχέσης του εισοδήματος της εργασίας, σε σχέση με το συνολικό εισόδημα, όπως προκύπτει από τα αρχεία του αμερικανικού Υπουργείου Εμπορίου.



Το ζήτημα της υποτιθέμενης πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, έτσι όπως αυτό περιγράφεται στα μαρξικά κείμενα και στην μαρξιστική οικονομία, είναι πάντοτε ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο που, αυτόν τον καιρό η χώρα μας βιώνει μια οικονομική κρίση, η οποία εξελίσσεται με τέτοια σφοδρότητα, που αγγίζει τα επίπεδα της αντίστοιχης οικονομικής κρίσης, που έζησαν οι Η.Π.Α. την περίοδο της GREAT DEPRESSION.

Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να περιγράψω, με περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες, τα αδιέξοδα της μαρξιστικής ανάλυσης, γύρω από τον υποτιθέμενο νόμο της "πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους" και την μαθηματική αναντιστοιχία και αντίφαση των μαθηματικών εξισώσεων (οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους), που, κατά τον Μάρξ, οδηγούν στην πτωτική τάση των ποσοστών των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία και το μη μαθηματικό παραγωγιστικό συμπέρασμα του Καρλ Μαρξ, το οποίο συνοψίζεται στην απόδειξη της κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος, ως συνέπειας της λειτουργίας αυτών των εξισώσεων στην πραγματική παραγωγική διαδικασία. 

Αφορμή, γι' αυτό το δημοσίευμα (όχι, όμως η αιτία, αφού είχα σκοπό να ασχοληθώ ξανά, με το θέμα αυτό, αργότερα, αφού είχα έτοιμη δουλειά από το παρελθόν) υπήρξαν οι σφοδρές ενστάσεις κάποιων άγνωστων μαρξιστών φίλων, που έγιναν στα πλαίσια του σχολιασμού δύο άλλων δημοσιεύσεων, που έκανα στο παρόν μπλογκ και οι οποίες είναι, κατά πρώτο λόγο, το : "Από τον Adam Smith στον Karl Marx : Τα φαντάσματα ενός παρωχημένου παρελθόντος πλανώνται πάνω από την Ευρώπη. (Η "δημιουργική καταστροφή" και η "πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους" στην σύγχρονη πραγματικότητα)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/11/adam-smith-karl-marx-declining-rate-of.html και κατά δεύτερο λόγο, το : "Karl Marx : Από την θεωρία της αξίας της εργασίας, στον Ιστορικό και τον Διαλεκτικό Υλισμό. (Ο εκφυλισμός μιας κοινωνικοαπελευθερωτικής απόπειρας σε έναν ψευδοεπιστημονικό ολοκληρωτισμό)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/09/karl-marx-value-of-labor-theory.html . Τους διαλόγους, που ακολούθησαν και τις θέσεις, που ανέπτυξα, μπορεί να δει, όποιος επιθυμεί, ανατρέχοντας σε αυτά τα δημοσιεύματα.

Ένα από τα καίρια ζητήματα, που έχουν να κάνουν, με την ισχύ, ή όχι, των μαρξικών εξισώσεων και ειδικότερα, αυτής, που αφορά την υποτιθέμενη πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, στην καπιταλιστική οικονομία, μέσα στο πέρασμα του χρόνου και πάνω σε μια μακροχρόνια βάση, έχουν να κάνουν, με το τι πραγματικά έχει γίνει, μέχρι τώρα. Με το εάν, δηλαδή, οι εξελίξεις στην πραγματική οικονομική ιστορία έχουν επιβεβαιώσει, ή όχι, την ισχύ αυτών των εξισώσεων και ειδικότερα, αυτήν της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους.

Όπως έχω γράψει, ακόμα και αν ίσχυε η μαρξική εξίσωση της τάσης των ποσοστών των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία, εάν δηλαδή αυτή ήταν πτωτική, όπως την περιέγραφε ο Καρλ Μαρξ, αυτή η εξέλιξη θα ήταν αδιάφορη για την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει και με μειωμένα ποσοστά κερδών. Παρά ταύτα, όμως, έχει αξία να εξετάσουμε το εάν αυτή η διαπίστωση του Καρλ Μαρξ αντέχει την αντιπαραβολή της με τα εμπειρικά δεδομένα και την πραγματική εξέλιξη, όπως αυτή προκύπτει από την εξέταση των μακροχρόνιων ιστορικών δεδομένων μιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Στον παραπάνω πίνακα, που αφορά την εξέλιξη του εισοδήματος εξ εργασίας στις Η.Π.Α., κατά την περίοδο 1948 - 1992, φαίνεται καθαρά ότι η μαρξική εξίσωση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους μέσα σε μια καπιταλιστική οικονομία, δεν ισχύει. Ο πίνακας αυτός δείχνει μια, κατά προσέγγιση, σταθερότητα, στα μερίδια των παραγωγικών συντελεστών (εργασία και κεφάλαιο), η οποία είναι αξιοσημείωτη, στην διάρκεια αυτής της μακρόχρονης περιόδου. Το μέγεθος του εισοδήματος, εξ εργασίας, έχει μείνει, σε γενικές, γραμμές, σταθερό, με μια διακύμανση, γύρω στο 0,7 και με ανώτατο δυνατό όριο, την μονάδα, στην οποία, όμως, συμποσούται το συνολικό εισόδημα, που αποκτήθηκε και κατανεμήθηκε στα πλαίσια της λειτουργίας της αμερικανικής οικονομίας, στην περίοδο αυτή και το οποίο ισούται, με το ΑΕΠ της χώρας. Στο εισόδημα, εξ εργασίας, αθροίζονται οι μισθοί και οι λοιπές χρηματικές απολαβές των εργαζομένων, ενώ στο συνολικό εισόδημα αθροίζονται, μαζύ με το εισόδημα, εξ εργασίας και τα εισοδήματα από τα εταιρικά κέρδη, τα ενοίκια, τους καθαρούς τόκους και η απόσβεση. Δεν περιλαμβάνονται τα εισοδήματα των ιδιοκτητών, που προκύπτουν από μη εταιρικές δραστηριότητες, διότι αυτά είναι εισοδήματα που συνδυάζουν εργασία και κεφάλαιο.

Δεν είναι τυχαία αυτή η εξέλιξη. Ούτε παρατηρήθηκε για πρώτη φορά. Την παρατήρησε, για πρώτη φορά, το 1927 ο καθηγητής Οικονομικών Paul Douglas (ο οποίος, μετά τον πόλεμο, έγινε γερουσιαστής από το Ιλλινόις).

Ο Paul Douglas διαπίστωσε ότι η διανομή του εθνικού εισοδήματος, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία ήταν γενικά σταθερή, για μια μακροχρόνια ιστορική περίοδο και ότι φυσικά, όσο η οικονομία γίνεται πλουσιότερη, το εισόδημα των εργατών και των καπιταλιστών αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό, χωρίς, επίσης, φυσικά, αυτή η εξέλιξη να αλλάζει το γεγονός ότι οι δύο αυτές οικονομικές κατηγορίες του πληθυσμού ξεκινούν από μα εντελώς διαφορετική οικονομική βάση, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανισότητα.

Ο Douglas, μετά από την διαπίστωση αυτή στράφηκε στον μαθηματικό Charles Cobb, για να βρει την συνάρτηση παραγωγής, που θα διατηρούσε σταθερά τα μερίδια παραγωγής των παραγωγικών συντελεστών, εφ' όσον αμοίβονταν με το οριακό προϊόν τους. Αυτή η συνάρτηση παραγωγής, που βρήκε ο Cobb και πήρε το όνομά τους (συνάρτηση παραγωγής Cobb - Douglas), προσδιορίζει το εισόδημα του κεφαλαίου: MPK x K = αY - όπου α είναι μια σταθερά, ανάμεσα στο 0 και στο 1, MPK είναι το οριακό προϊόν του κεφάλαιου, K είναι η ποσότητα του κεφάλαιου και Y είναι το συνολικό εισόδημα της οικονομίας, όπως περιγράφεται στον πίνακα - και το εισόδημα της εργασίας: MPL x L(1-α)Y - όπου MPL είναι το οριακό προϊόν της εργασίας και L η ποσότητα της εργασίας.

Δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε, εδώ και στην τελική συνάρτηση της παραγωγής, που εισάγει και τον παράγοντα της παραγωγικότητας της τεχνολογίας.[ Μπορούμε, απλώς, να την δούμε : Y = F(K,L) = AK, με εκθέτη το α, L, με εκθέτη το 1-α. Στους οικονομολόγους,  άλλωστε, είναι σήμερα γνωστό (από το αποκαλούμενο ζήτημα της επιλογής της πλέον κερδοφόρας τεχνικής) ότι, όταν για μία δεδομένη ποσότητα εργασίας μεταβληθεί η τεχνική παραγωγής, το ποσοστό κέρδους μεταβάλλεται, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι, για να μείνει περίπου σταθερό το μερίδιο της εργασίας, προφανώς, έρχεται μια άλλη εξισορροπιστική δύναμη να αναπροσαρμόσει το ποσοστό του κέρδους στα πρότερα επίπεδα].

Η ουσία της διαπίστωσης, που προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα της εξέλιξης του εισοδήματος, εξ εργασίας, στις Η.Π.Α., βρίσκεται και στο ίδιο το γεγονός της σχετικής σταθερότητας των μεριδίων κεφαλαίου και εργασίας, το οποίο είναι εκπληκτικό, αλλά και στην αιτία του γεγονότος, που έχει να κάνει με την σχετική σταθερότητα του εισοδήματος εξ εργασίας, σε σχέση με το εισόδημα του κεφαλαίου - το οποίο εισόδημα του κεφάλαιου μπορούμε να προσομοιώσουμε με την μαρξική έννοια της υπεραξίας. (Τα πράγματα, εδώ, είναι περισσότερο πολύπλοκα, αλλά θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή την ταύτιση).

Η ύπαρξη αυτού του μεγέθους, ως τέτοιου, δηλαδή η σχετική σταθερότητα του μεριδίου της εργασίας στην σύνθεση του συνολικού εισοδήματος στις Η.Π.Α., στο περίπου 70%, έναντι του 30%, του αντίστοιχου μεριδίου του κεφαλαίου, δείχνει ότι η ισχύς των μαρξικών εξισώσεων δεν επαληθεύεται. Ούτε η οργανική σύνθεση του κεφάλαιου αυξήθηκε, ούτε ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας. Αλλά, κυρίως και πρωτίστως, δεν επιβεβαιώνεται - δηλαδή καταρρίπτεται - η ισχύς της εξίσωσης της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους.

Όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι, πριν από τον Μαρξ, πίστευαν, ότι το ποσοστό κέρδους, μακροπρόθεσμα, παρουσιάζει μια πτωτική τάση. Ο Adam Smith πίστευε, ότι το ποσοστό των κερδών πέφτει, λόγω του ανταγωνισμού. Ο David Ricardo πίστευε, ότι το ποσοστό των κερδών πέφτει, λόγω της φθίνουσας αποδοτικότητας των νέων γαιών. Ο Robert - Thomas Malthus πίστευε ότι το ποσοστό των κερδών, σε μακροχρόνια βάση, πέφτει, λόγω του υπερπληθυσμού.

Ο Μαρξ είναι ο πρώτος, που συνδύασε τις χρησιμοποιούμενες τεχνικές παραγωγής με τον βαθμό αξιοποίησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου. Η αλήθεια είναι ότι εντόπισε αυτή την σχέση, πάλεψε να την αποκωδικοποιήσει και είναι δεδομένο ότι η σχέση αυτή των τεχνικών της παραγωγής και του ποσοστού κέρδους έχει βάση, ως μηχανισμός προσδιορισμού της παραγωγικότητας των συντελεστών της παραγωγής και της κατανομής των εισοδηματικών μεριδίων, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Η σχέση του βαθμού αξιοποίησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφάλαιου ισχύει, πλέον, όχι, ως απόδειξη της πτωτικής τάσης του ποσοστού των κερδών, μέσα στην καπιταλιστική οικονομία και ως απόδειξη της κατάρρευσης της οικονομίας αυτής. Ισχύει, με την μοντέρνα ριζική αναμόρφωση αυτής της σχέσης, αυτήν δηλαδή της Συνάρτησης Παραγωγής και την διαχρονική εξέλιξη των εισοδηματικών μεριδίων, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και τις επί μέρους, αυξομειώσεις των μεριδίων αυτών, αφού και στις δύο περιπτώσεις, είτε το ποσοστό των κερδών αυξάνεται, είτε μειώνεται, η αιτία της βραχυπρόθεσμης (ή και κάποιες φορές μεσομακροπρόθεσμης, ή και μακροπρόθεσμης) πτωτικής, ή αυξητικής τάσης του ποσοστού των κερδών οφείλεται, εν μέρει, στις χρησιμοποιούμενες τεχνικές παραγωγής. Και όχι μόνον σε αυτές.


Γιατί, όμως, προέκυψε αυτή η διαψευστική των προσδοκιών του Καρλ Μαρξ εξέλιξη; Γιατί δεν επαληθεύτηκαν οι εξισώσεις του, στην διαχρονική τους προοπτική.

Ένας λόγος, που έχει κυρίως τεχνικοοικονομικά χαρακτηριστικά (αν και δεν είναι ο σπουδαιότερος), είναι  το γεγονός ότι, πολύ πριν από την δεκαετία του 1920, που οι Douglas και Cobb διαμόρφωσαν την Συνάρτηση Παραγωγής,  οι ελίτ του καπιταλιστικού συστήματος κατάφεραν να χρησιμοποιούν τεχνικές, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας αλλά - παρά το ότι αυξάνουν επίσης την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου,  αυτό δηλαδή που αποκαλείται "ένταση κεφαλαίου", - χωρίς να αυξάνουν τον λόγο της αξίας του σταθερού κεφαλαίου προς τη ζωντανή εργασία, δηλαδή την οργανική σύνθεση του κεφάλαιου, ή τον αποκαλούμενο "συντελεστή κεφαλαίου", και συνεπώς δεν μειώνουν το αντίστροφο αυτού του λόγου, ήτοι την "παραγωγικότητα του κεφαλαίου". Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι, ότι το ποσοστό των κερδών, σε μακροπρόθεσμη βάση, δεν φαίνεται να ακολουθεί την πτωτική τάση, που προέβλεπε η σχετική μαρξική εξίσωση  (παρά το γεγονός ότι, σε βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη βάση, μπορεί να πέφτει, από λόγους που έχουν να κάνουν, με την οικονομική συγκυρία, ή με διαρθρωτικές μεταβολές).

Ο λόγος, για τον οποίο το ποσοστό κέρδους δεν παρουσιάζει, μακροπρόθεσμα, μια πτωτική τάση, έχει, λοιπόν, να κάνει με το ότι οι νέες τεχνικές παραγωγής αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, σε ποσοστιαία βάση, χωρίς να αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.


Και ερχόμαστε, τώρα, στον κυριότερο λόγο, που σχετίζεται με το φαινόμενο αυτό.

Ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο η διαχρονική εισοδηματική κατανομή των μεριδίων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία έμεινε, περίπου, σταθερή, στα πλαίσια του 3 έναντι 7, είναι το επίπεδο της ταξικής πάλης, μέσα στους χώρους εργασίας και το επίπεδο των ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, που επηρέασαν δραστικά την εισοδηματική κατανομή, επαναφέροντας, σχετικά - και μάλιστα απρόσμενα - γρήγορα την αρχική ισορροπία, κάθε φορά που η εισαγωγή νέων τεχνικών αύξανε το παραγόμενο προϊόν και βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, τον πλούτο των κυρίαρχων καπιταλιστικών στρωμάτων, έναντι των εργαζομένων. Στα πλαίσια των αγώνων αυτών, κυρίαρχη υπήρξε η συμβολή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και των πολιτικών οργανώσεων των εργαζομένων, όπως, επίσης και η υιοθέτηση των κεϋνσιανών οικονομικών πολιτικών, με κύριο όργανο την δημοσιονομική πολιτική και την αύξηση των κρατικών δαπανών.

Πάνω σε αυτές τις βάσεις, στηρίχτηκε η κοινωνική δυναμική, που αναπτύχθηκε, γύρω από την συνάρτηση παραγωγής, που περιθωριοποίησε την, ευθύς, εξ αρχής, εσφαλμένη δόμηση των μαρξιστικών θεωριών, που οικοδομήθηκαν, πάνω στις μαρξικές εξισώσεις και ειδικότερα την εξίσωση που - υποτίθεται ότι - τεκμηριώνει την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, η οποία κατέληξε στο να οριστεί, ως νόμος κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας  και η μαθηματική "απόδειξη" της νομοτελειακής κατάρρευσης της καπιταλιστικής οικονομίας, ως τρόπου παραγωγής.

Ας δούμε και εδώ την εξίσωση αυτή του ποσοστού των κερδών στην καπιταλιστική οικονομία :

Το κέρδος, ως έννοια και ως μέγεθος, διαφοροποιείται από την υπεραξία, διότι όταν μιλάμε για το κέρδος, μιλάμε περί ενός τμήματος της συνολικής υπεραξίας, το οποίο στην εποχή του Καρλ Μαρξ ήταν και το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της υπεραξίας, το οποίο, για λόγους απλούστευσης, ουκ ολίγες φορές, ο Μαρξ και οι μαρξιστές ταύτισαν με την υπεραξία, επειδή το μέγεθος των υπολοίπων τμημάτων της ήταν, ως προς το κέρδος, συγκριτικά, αναξιόλογο.

Έτσι, το ποσοστό του κέρδους, κυριολεκτώντας, διαφοροποιείται, σε σχέση με το ποσοστό της υπεραξίας και ορίζεται, ως το πηλίκο του συνολικού κερδους (κερ) προς το κεφάλαιο (κ). Εκτός, εάν θέλουμε να υποκαταστήσουμε το κλασικό ορισμό του Καρλ Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, με τον ορισμό της πτωτικής τάσης του ποσοστού της υπεραξίας.

Για να μην συσκοτίσουμε τους όρους της τρέχουσας ανάλυσης, θα μείνω στην επικρατούσα διευκολυντική εκδοχή, που ταυτίζει το κέρδος με την υπεραξία, αν και η διαφοροποίηση των εννοιών αυτών είναι καθοριστική, προκειμένου να μπορέσουμε να καταλάβουμε το τι πραγματικά συνέβη στο καπιταλιστικό σύστημα, κατά το διάβα του χρόνου, από την εποχή των κλασικών οικονομολόγων (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Καρλ Μαρξ), μέχρι τις ημέρες μας.

Μένοντας, λοιπόν, στην μαρξική ανάλυση, πρέπει να πούμε ότι το κεφάλαιο (κ) συναποτελείται από το σταθερό κεφάλαιο (σ), που είναι το τμήμα εκείνο του κεφαλαίου το οποίο κατευθύνεται στα μέσα παραγωγής, τα οποία χρησιμοποιούν οι εργάτες, για την παραγωγή των προϊόντων και στο μεταβλητό κεφάλαιο (μ), το οποίο κατευθύνεται προς την πληρωμή των εργατών.

Έτσι το ποσοστό του κέρδους/υπεραξίας (πκ) ορίζεται ως : υ/σ+μ και διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρονομαστή, στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης, με το μεταβλητό κεφάλαιο (μ) έχουμε :

Ποσοστό κέρδους (πκ)=υ/μ/σ/μ+1, όπου το υ/μ εκφράζει τον βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών και το σ/μ, εκφράζει την αποκαλούμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή την αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, που παραπέμπει στην σχέση ανάμεσα στην νεκρή και την ζωντανή εργασία. (Η ίδια η εξίσωση είναι άκρως προβληματική, επειδή είναι εντελώς αντιφατική, αφού συγκρίνει και προσθαφαιρεί ανόμοια μεγέθη. Και αυτό το πράττει, διότι επιχειρεί να προσδιορίσει, με αφετηρία μεγέθη που αφορούν την αξία, το ποσοστό κέρδους και το κόστος παραγωγής των διαφόρων, επί μέρους, εμπορευμάτων. Τα ποσοστά των κερδών μετρημένα σε αξίες, ή σε τιμές, είναι διαφορετικά, είτε επειδή δεν πραγματοποιείται, συνήθως, το σύνολο της υπεραξίας στην αγορά και το σύνολο των κερδών δεν ταυτίζεται με το σύνολο της υπεραξίας, όπως έχω προαναφέρει, είτε, επειδή - ακόμη και στην σπάνια περίπτωση, που το σύνολο της υπεραξίας πραγματοποιείται στην αγορά - η σχέση ζωντανής και νεκρής εργασίας δεν μπορεί να συγκριθεί).

Αυτές είναι οι εξισώσεις του γερο - Μαρξ, που τίθενται προς εξέταση. Ας τις δούμε, λεπτομερειακά :


Καρλ Μαρξ.


1) Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ :

Εκφράζεται από τον λόγο Σ/Μ (όπου Σ το σταθερό κεφάλαιο – δηλαδή οι επενδύσεις η νεκρή εργασία – και όπου Μ το μεταβλητό κεφάλαιο η ζωντανή εργασία – οι εργάτες). Σύμφωνα με αυτήν, οι καπιταλιστές επενδύουν ολοένα και περισσότερο σε σταθερό κεφάλαιο και ολοένα και λιγότερο σε μεταβλητό, με σκοπό την μεγιστοποίηση των κερδών τους και ουσιαστικά τον σταδιακό εξοβελισμό της ζώσας εργατικής δύναμης από τις παραγωγικές διαδικασίες στους εργοστασιακούς χώρους.




1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξελικτική πορεία της ανεργίας στο εργατικό δυναμικό, όπως καταγράφεται στα Ομοσπονδιακά Στατιστικά Στοιχεία. Σταθερή και ελέγξιμη η ανεργία, παρά τις επί μέρους, μεγάλες αυξομειώσεις και παρά την ανοδική της τάση, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.





2) Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ :

Εκφράζεται από τον λόγο Υ/Μ (όπου Υ είναι η υπεραξία που καρπούται η καπιταλιστική τάξη). Σύμφωνα, με αυτόν τον λόγο, η αύξηση του αριθμητή – της υπεραξίας – εκφράζει την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αφού έτσι η υπεραξία αυξάνεται και ενθυλακώνεται από τους καπιταλιστές. Είναι η ίδια δηλαδή η παρουσία, η απεικόνιση της μεγιστοποίησης του κέρδους, ως απότοκο των παραγωγικών διαδικασιών και της αδύναμης θέσης του εργάτη, που υπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα του ιδιοκτήτη καπιταλιστή και των οργάνων του, μέσα στην παραγωγή.

Ο συνδυασμός αυτών των δύο εξελίξεων, δηλαδή η ολοένα και μεγαλύτερη επένδυση των καπιταλιστών σε προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου και η αύξηση της υπεραξίας, η οποία προσανατολίζεται, περαιτέρω, σε επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο και ολοένα και λιγότερο, σε μεταβλητό, οδηγεί στην σταδιακή απομάκρυνση των εργατών από την παραγωγική διαδικασία, αφού αυτή η ανακυκλούμενη, σε ολοένα και μεγαλύτερα επίπεδα, διαδικασία διογκώνει, διαρκώς, τον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό, δηλαδή τις στρατιές των ανέργων, που σπομακρύνονται από την παραγωγική διαδικασία, λόγω της στροφής των καπιταλιστών, σε επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου και λόγω της διογκούμενης υπεραξίας, η οποία στρέφεται προς την ίδια κατεύθυνση και την ανατροφοδοτεί, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τον στρατό των ανέργων. Αυτή είναι η μαρξική αντίληψη, για την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.


3)Η ΠΤΩΤΙΚΗ ΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ :

Αλλά η μαρξική αντίληψη δεν σταματάει σε αυτές, εδώ, τις δύο εξισώσεις και το λογικό παρακολούθημά τους, δηλαδή την αύξηση του άνεργου εργατικού δυναμικού, ως αποτέλεσμα της άκρατης επιδίωξης των καπιταλιστών για μεγιστοποίηση των κερδών τους. Αυτού του είδους οι διαπιστώσεις θα ήσαν πολύ καταθλιπτικές και η Ιστορία δεν θα είχε το happy end, που ο Μαρξ επιθυμούσε να έχει. Και εδώ, είναι, που έρχεται η «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους» για, να δώσει διέξοδο στις καταθλιπτικές διαπιστώσεις, που προκύπτουν από τις παραπάνω δύο εξισώσεις και από την λογική συνεπαγωγή τους, που έχει ,ως αποτέλεσμα, την διόγκωση της στρατιάς των ανέργων.

Όπως είπαμε, ο Μαρξ ήταν, κατ’ εξοχήν, παραγωγιστής. Γι’ αυτόν, κυρίαρχο ρόλο παίζουν, μέσα στην ιστορική εξέλιξη, η παραγωγή, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις – όλα τα άλλα(διανομή, κατανάλωση) είναι επι μέρους και βοηθητικά στοιχεία των παραγωγικών διαδικασιών.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ είναι ότι, σε επίπεδο διανομής, η θεωρία του, για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους έρχεται σε σύγκρουση με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφάλαιου και την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, διότι και η αύξηση της υπεραξίας και η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, μαζύ με την γιγάντωση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, που προκύπτει από την ανακύκλωση αυτών των εξελίξεων, δεν μπορεί να οδηγήσει στην πτωτική τάση του ποσοστού των κερδών, υπό καμμία μαθηματική λογική. Αντίθετα, οδηγεί στην αύξηση του ποσοστού των κερδών και τούτο διότι αυτό συμβαίνει, αναπόδραστα, όταν αυξάνεται το σταθερό κεφάλαιο και η υπεραξία ,σε σχέση με το μεταβλητό. Δεν νοείται, δηλαδή, το να αυξάνεται ο αριθμητής, στον βαθμό εκμετάλλευσης, στο κλάσμα (Υ/Μ), να μειώνεται ο παρονομαστής και ομοίως, να αυξάνεται ο αριθμητής, στο κλάσμα της οργανικής σύνθεσης του κεφάλαιου (Σ/Μ) και παράλληλα, να πέφτουν τα ποσοστά των κερδών. Απέναντι ,σε αυτήν την θεμελειακή αντίφαση του Μαρξ, στάθηκαν όλοι οι μαρξιστές θεωρητικοί και το μόνο, που έκαναν, είναι να την προσπεράσουν και να την κουκουλώσουν, ως μαθηματικό παράδοξο.

Αλλά για να πούμε του λόγου το αληθές, η θεωρία του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, δεν έχει να κάνει με καμμία μαθηματική λογική. Η μαρξική θεωρία, στο τμήμα της αυτό, έχει λογική, αλλά αυτή δεν είναι η μαθηματική λογική. Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να ξαναθυμήσω, εδώ, ότι ο Κάρλ Μαρξ ήταν παραγωγιστής. Και η θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους έχει μια παραγωγιστική και όχι μια μαθηματική λογική.

Η μαρξική θεωρία, για την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ειδωμένη μέσα στην παραγωγική εργοστασιακή διαδικασία ισχυρίζεται ότι (με δεδομένες τις δύο προηγούμενες εξισώσεις, που δείχνουν ότι η καπιταλιστική τάξη στρέφει τις επενδύσεις της, στο σταθερό κεφάλαιο, δηλαδή στην νεκρή εργασία, παραμελώντας την ζωντανή και αποσπώντας ολένα και μεγαλύτερα ποσά υπεραξίας, από αυτήν την διαδικασία, ανατροφοδοτώντας, με την ογκούμενη υπεραξία τις επενδύσεις, σε σταθερό κεφάλαιο και απομακρύνοντας, διαρκώς, ολοένα και περισσότερα εργατικά χέρια, από την παραγωγική διαδικασία και γιγαντώνοντας το άνεργο εργατικό δυναμικό, ουσιωδώς, δηλαδή, εξαθλιώνοντάς το) ολοένα και λιγότεροι εργάτες – και οριακά ένας εργάτης -, χειρίζονται έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό μηχανών, που πολυπλοκοποιούνται και στην πορεία της εξέλιξης, καθίστανται ,ολοένα και περισσότερο, δυσκολοδιαχειρίσιμες, με αποτέλεσμα η μείωση της ζωντανής παρουσίας (μεταβλητό κεφάλαιο), μέσα στην παραγωγική διαδικασία και η ολοένα και αυξανόμενη βαρύτητα της νεκρής εργασίας (τεχνολογία – σταθερό κεφάλαιο) να καταστήσει, σταδιακά, αδύνατη την παραγωγή κεφαλαίων και κερδών.

Στο όριο αυτή η διαδικασία παραλύει και οδηγεί στην κατάρρευση την παραγωγική διαδικασία, κάνοντας αδήριτη αναγκαιότητα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αφού έφερε σε σύγκρουση τις παραγωγικές δυνάμεις, με τις παραγωγικές σχέσεις, καθιστώντας αναγκαία την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών.




1900 - 1992 ΗΠΑ : Η εξέλιξη του ΑΕΠ. Η αμερικανική οικονομία, παρά τις προβλέψεις, δεν φθίνει...



Υπ’ αυτήν την καθαρά παραγωγιστική έννοια της μαρξιστικής νεομεσσιανικής ιστορικιστικής, ψευδοεπιστημονικής ιστορικής κατασκευής του «ιστορικού υλισμού» (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν απαντάται ως όρος στον Μαρξ, αλλά, ορθώς, του έχει χρεωθεί, ως θεωρητική κατασκευή) δεν υπάρχει αντίφαση, στο μαρξικό οικοδόμημα των παραγωγικών διαδικασιών του καπιταλιστικού συστήματος.

Πράγματι, αν ίσχυαν οι δύο πρώτες εξισώσεις και η συνεπαγωγή τους, για τον αυξανόμενο εφεδρικό βιομηχανικό στρατό των ανέργων, θα υπήρχε τεράστιο πρόβλημα, σε μια δράκα, ή, έστω, μια μικρή ομάδα εργατών, να χειρίζονται, ολοένα και περισσότερα και διαρκώς πολυπλοκότερα, μηχανήματα και το σύστημα θα παρουσιάζε μεγάλα δυσλειτουργικά προβλήματα – αν και με την σύγχρονη τεχνολογία αυτό αμφισβητείται, αλλά, για την εποχή του και για τις μετάγενέστερες, από τον Μαρξ, εποχές κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ πιθανό.


Η ουσία στην όλη υπόθεση είναι, πως το καπιταλιστικό σύστημα, γραφειοκρατικοποιούμενο και γραφειοκρατικοποιώντας τους συντελεστές της παραγωγής και την ίδια την έννοια της υπεραξίας, ακολούθησε τελείως άλλες ατραπούς, που ουδεμία σχέση έχουν, με τις θεωρίες του Καρλ Μαρξ. Η ιστορία πήρε άλλους δρόμους και εγκατέλειψε τις μαρξικές θεωρίες, μετασχηματίζοντάς τες, σε μια ιδεολογία, με την μαρξική κοινωνιολογική και φιλοσοφική έννοια του όρου, αυτήν της ψευδούς συνειδήσεως.

Φυσικά, από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό και κατανοητό ότι αμφισβητώ, πλήρως, την ισχύ της θεωρίας της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Το αντίθετο συμβαίνει, ως διαχρονική τάση. Και αυτό δεν είναι άσχετο, από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μέγεθος δεν είναι ένα απλό μαθηματικό μέγεθος, αφού συναρτάται, άμεσα, από το επίπεδο της ταξικής πάλης, μέσα στους χώρους δουλειάς και έξω, από αυτούς, όπως, επίσης και από το επίπεδο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.


Αλλά, ακόμη και να προέκυπτε και να καταγραφόταν, ως διαχρονικό μέγεθος, η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, ως φαινόμενο της διανομής, ουδεμία επίπτωση θα είχε στην παραγωγική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, είτε στις παλαιότερές του μορφές, είτε στην σύγχρονη μορφή του, αυτήν του γραφειοκρατικού καπιταλισμού – πολύ περισσότερο του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος μπορεί να λειτουργεί και με μικρότερα ποσοστά κέρδους, από το παρελθόν.

Για την διεύρυνση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, κατά την τελευταία 20ετία, δεν διαφωνώ καθόλου. Άλλωστε, έχω γράψει σχετικά και έχω αναφέρει ότι μια, από τις αιτίες της παρούσας ύφεσης, ήταν και αυτή η ανισοκατανομή, λόγω της πολιτικής, που επικράτησε, από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ (που μας είπε ότι «κοινωνία δεν υπάρχει») και των νεοσυντηρητικών πολιτικών και των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων, που επικούρησαν αυτές τις πολιτικές. Όπως, άλλωστε, συνέβη και κατά την δεκαετία του 1920, κατά την οποία η διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων υπήρξε μία από τις αιτίες της GREAT DEPRESSION.

Αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τέτοιου είδους κρίσεις και υφέσεις, που είναι προϊόν της πτώσης της ροπής προς κατανάλωση, που οδηγεί σε αδυναμία μετατροπής των αποταμιεύσεων σε επενδύσεις, λόγω αύξησης της ροπής προς αποταμίευση, κάλλιστα, μπορεί να συμβεί και σε έναν μη καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διανομής. Ακόμα και σε έναν σοσιαλιστικό – κοινοβιακό.

Ουδεμία σχέση έχει η «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους» με αυτό που συμβαίνει σήμερα. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα.


Στην συγκεκριμένη ύφεση, που εξετάζουμε (όπως και σε όλες τις καπιταλιστικές κρίσεις του παρελθόντος), δεν είναι η πτωτική τάση του ποσοστού των κερδών, σε σχέση με το κεφάλαιο, ή το κοινωνικό προϊόν, που δημιούργησε το πρόβλημα, αλλά το γεγονός, που ούτε οι κλασσικοί οικονομολόγοι, ούτε ο
Καρλ Μαρξ, μπόρεσαν να διαβλέψουν και συναρτάται, με το μπλοκάρισμα της διαδικασίας μετατροπής των μακροοικονομικών μεγεθών της αποταμίευσης, σε επένδυση (μεγέθη στα οποία ουδένα ρόλο παίζουν οι εργάτες, η εργατική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα των μισθωτών, αφού, όσο οι έχοντες το εισόδημα καταναλώνουν, τόσο το σύστημα λειτουργεί απρόσκοπτα, ό,τι και να συμβαίνει με τον «βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης» και τις σχέσεις ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο.
Δυστυχώς, για τον Μαρξ και τους μαρξιστές, η διατάραξη των ισορροπιών, στο σύστημα, δεν ανάγεται, από οικονομολογικής πλευράς, στην σφαίρα της παραγωγής, αλλά στην σφαίρα της κατανάλωσης), και όχι σε αυτό, που θεώρησε ο Μαρξ ότι θα συμβεί, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ότι, δηλαδή, οι συνεχείς επενδύσεις των καπιταλιστών, στο σταθερό κεφάλαιο (δηλαδή, σε τεχνολογία, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο, σε μηχανήματα) θα καταστήσουν το μεταβλητό κεφάλαιο (δηλαδή την εργασία) ανίκανο να χειριστεί τα προϊόντα του σταθερού (τα προϊόντα της τεχνολογίας, τις μηχανές) και σε βάθος χρόνου, με την υλοποίηση αυτής της διαδικασίας, ένας ολοένα και μειούμενος αριθμός εργατών να υποχρεούται να χειρίζεται έναν ολοένα και μεγαλύτερο (και πολυπλοκότερο) αριθμό μηχανών, με αποτέλεσμα αυτή η διαδικασία να φθάσει στα όριά της και στο ελάχιστο εκείνο μέγεθος του αριθμού των εργατών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν, πλέον, να χειρισθούν τα προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου (η ζώσα εργασία δεν θα μπορέσει να χειρισθεί την νεκρή εργασία), με ακρότατη συνέπεια την αδυναμία πραγματοποίησης κερδών, λόγω της κατάρρευσης του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος (του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής).

Μέσα από αυτήν την (υποτιθέμενη ως πραγματική) εξέλιξη στην παραγωγική διαδικασία θα προέκυπτε, κατά τον
Μαρξ, η ισχύς του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους και όχι από την μαθηματική διάστασή του (η οποία, ως μαθηματικό αλγεβρικό μέγεθος, λειτουργεί, στην αντίθετη κατεύθυνση, ως αποτέλεσμα της ολοένα και μεγαλύτερης αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και της σύστοιχης εξαθλίωσής της, σύμφωνα με τις κλασσικές και εξωπραγματικές μαρξικές εξισώσεις Υ/Μ και Σ/Μ).  Έτσι προκύπτουν, κατά τον Μαρξ
, οι κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής και οι συναφείς θεωρίες, οι οποίες στήριζαν την άποψη ότι η διαδικασία αυτή αποδείκνυε την κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία παραγωγική διαδικασία αδυνατούσε να προχωρήσει, λόγω του περιβλήματός της – των ιδιωτικών σχέσεων ιδιοκτησίας τους, γεγονός που – υποτίθεται – ότι καθιστούσε ιστορικά αναγκαία την έλευση του σοσιαλισμού, πέρα και ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες θελήσεις, ως απότοκο του ξετιλύγματος του ιστορικιστικού προτσές του «ιστορικού υλισμού».

Ουδέν, εξ αυτών που ο
Καρλ Μαρξ
προέβλεψε, συνέβη.


Ούτε πέφτει το ποσοστό του κέρδους (αυτό μακροπρόθεσμα διατηρείται σταθερό, με επί μέρους βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις), ούτε αυξάνει ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης (και αυτός διατηρείται μέσα σε ένα σταθερό πλαίσιο), ούτε αυτή εξαθλιώνεται (αντίθετα η ευημερία της ολοένα και αυξάνεται όπως μπορεί να γίνει ορατό και εμπειρικά). Αλλά και να έπεφτε, δηλαδή, το ποσοστό του κέρδους διαχρονικά, για το καπιταλιστικό σύστημα, αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Μια χαρά μπορεί να λειτουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα και με μικρότερα ποσοστά κερδών.

Αλλά και όλη η μαρξική οικονομική (και κοινωνιολογική) ορολογία έχει παρακμάσει από το γεγονός ότι ο σύγχρονος γραφειοκρατικός καπιταλισμός, μαζύ με την γραφειοκρατικοποίησή του (τις τεράστιες ώριμες επιχειρήσεις, που τον κουμαντάρουν, μαζύ με τον τεράστιο κρατικό τομέα, δεν τις διοικούν πλέον οι κλασσικοί ιδιώτες καπιταλιστές, όπως ήδη έχω περιγράψει, αφού η διοίκησή τους έχει πλέον διαχωριστεί πλήρως από την ιδιοκτησία τους – όπως άλλωστε ακόμα και τα παλιαομοδίτικα οικονομικά εγχειρίδια, αυτά τα ίδια που επιμένουν να αποτίουν φόρο τιμής στην κυριαρχία των … αγορών, αποδέχονται), φρόντισε να γραφειοκρατικοποιήσει και όλα τα κοινωνικά και οικονομικά μεγέθη, που σχετίζονται με αυτόν – δηλαδή την εργατική τάξη, η οποία, παρά τις μαρξικές προβλέψεις, είναι ένα ολοένα και συρρικνούμενο κοινωνικό στρώμα, μέσα σε μια διογκούμενη κοινωνική θάλασσα, που αποκαλείται με τον όρο «μισθωτοί» και που είναι προϊόν της γραφειοκρατικοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών.

Ακόμα και η διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, σε βάρος του βιομηχανικού τομέα (αυτού του, κατά
Μαρξ και Ένγκελς, «ανοικτού βιβλίου των ανθρώπινων δυνατοτήτων»), καθώς και η διόγκωση της υπεραξίας σε σχέση με τα κέρδη είναι προϊόντα αυτής της αύξουσας γραφειοκρατικοποίησης του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος, που έθαψε τον παλαιό κλασσικό καπιταλισμό και στην φιλελεύθερη και στην ολιγοπωλιακή εκδοχή του, που είχαν γνωρίσει οι κλασσικοί σοσιαλιστές σαν τον Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, τον Κάρλ Μαρξ, τον Φρήντριχ Ένγκελς, τον Μιχαήλ Μπακούνιν, αλλά και τους μεταγενέστερους, μέχρι τον Λένιν, τον Στάλιν, τον Τρότσκυ, τον Ζαν Ζωρές και τον Κάουτσκυ
, με τον ερχομό της GREAT DEPRESSION.


Αυτό που θέλησα να παρουσιάσω ήταν μια σύνοψη των μαρξικών θεωριών (και των ιστορικών αδιεξόδων τους), για την υποτιθέμενη εγγενή κρισιακή κατάσταση μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, την οποίαν υποτίθεται ότι απεδείκνυαν οι εξισώσεις του γερο-Μαρξ, με αποκορύφωμα την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, που ήταν η παραγωγική έκφραση της σύγκρουσης του επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και της υποτιθέμενης αναγκαιότητας της
"απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών"
, δηλαδή της αντικατάστασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τον σοσιαλιστικό, με όργανο την επαναστατική εργατική τάξη.

Αυτό και τίποτε περισσότερο…

Και για να μην αδικούμε τον γερο-
Μαρξ, πρέπει να πω ότι ο Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και πολιτικός γραφειοκράτης Καρλ Μαρξ, διέκρινε δύο στάδια στην καπιταλιστική εξέλιξη:



1) Το αρχικό προοδευτικό και επαναστατικό του στάδιο, κατά το οποίο η εξάπλωση του καπτιαλιστικού συστήματος, παραγκωνίζει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και εκσυγχρονίζει τις κοινωνίες, αναππτύσσοντας διαρκώς τις παραγωγικές δυνάμεις, την παραγωγή και τον πλούτο των κοινωνιών.

2) Το ύστερο και αντιδραστικό, κατά το οποίο το καπιταλιστικό σύστημα, έχοντας υποκαταστήσει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και έχοντας καταστήσει το προλεταριάτο (και συγκεκριμένα την βιομηανική εργατική τάξη) πλειοψηφία στις κοινωνίες, όπου αναπτύχθηκε, μετατρέπεται σε τροχοπέδη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και εμφανίζει όλες τις κοινωνικά, οικονομικά και παραγωγικά αντιδραστικές ιδιότητες, που προκύπτουν από τις μαρξικές εξισώσεις, την διόγκωση του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού των ανέργων, σε συνδυασμό με την «πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους», το οποίο αποτελεί την κορωνίδα των θεωριών του, υποτίθεται ότι θεμελιώνει την ιστορική αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, αφού αποδεικνύει ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις δεν μπορούν να αναπτύξουν πλέον τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν μόνον μέσα στο κοινωνικό – συλλογικό πλαίσιο των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής.


Αυτές του οι διαπιστώσεις και η ιστορικιστική του ανάλυση ( «διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός» ) τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι «κανένα κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί να ανατραπεί, πριν εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων».

Φυσικά, εδώ και πολύν καιρό (από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) ξέρουμε ότι έκανε λάθος.

Και αυτό ήταν που συνοπτικά θέλησα να παρουσιάσω…

Πρέπει να θυμόμαστε (και τον γερο-
Μαρξ), για να μην πέφτουμε στα ίδια λάθη, που είναι προϊόν της συλλογικής αμνησίας, όπως – καλή ώρα – συνέβη με την εμφάνιση της τωρινής ύφεσης και της κρίσης, που ακολούθησε, και την ατταβιστική συμπεριφορά των διεθνών χρηματοπιστωτικών ελίτ (και ειδικά των γερμανικών και των ευρωτραπεζιτών), που έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να επαναφέρουν τις ανισορροπίες του συστήματος στα επίπεδα εκδήλωσής τους, κατά την διάρκεια της GREAT DEPRESSION.



(Ένα μεγάλο τμήμα του παρόντος κειμένου έχει προκύψει από τις θέσεις που εξέφρασα σε μια συζήτηση στο e-rooster, που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2010, στα πλαίσια της κριτικής στο άρθρο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου : "Καθαρές κουβέντες για την οικονομία" http://e-rooster.gr/01/2010/2106 . Όποιος επιθυμεί μπορεί να δει το κομμάτι αυτό του διαλόγου που αφορά τις μαρξικές εξισώσεις και ειδικά την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, στα σχόλια (ενδεικτικά από το σχόλιό μου της 17/2/2010 http://e-rooster.gr/01/2010/2106#comment-128801 και μετά, όπου θα βρει τις δικές μου θέσεις, σε αντιπαράθεση, με εκείνες του καλού μου φίλου rebel @ work, ο οποίος εξέφρασε τον αντίλογο των σύγχρονων μαρξιστών, στους δικούς μου ισχυρισμούς).

Δεν υπάρχουν σχόλια: