Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Η αμερικανική εταιρία ασφάλισης καταθέσεων FDIC, η ανυπαρξία ευρωπαϊκού μηχανισμού εγγύησης καταθέσεων, η ανασφάλεια στην ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία και εν όψει, το bank run. (Γιατί η έλλειψη εθνικής/κρατικής βάσης του ευρώ δεν του επιτρέπει να γίνει ένα αξιόπιστο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα).


Η χρηματιστηριακή κρίση του Σεπτεμβρίου 2008, που μετατράπηκε, εξ αρχής, σε οικονομική ύφεση, ξεκίνησε από τις Η.Π.Α., αλλά γονάτισε την ευρωζώνη, την οποία οδήγησε στην χρεωκοπία, λόγω του γεγονότος ότι, ως νομισματική ζώνη, δεν έχει εκείνους τους μηχανισμούς, που είχαν, ως ομοσπονδιακό κράτος, οι Η.Π.Α. και οι οποίοι θα την βοηθούσαν να αντιδράσει και να αντισταθεί αποτελεσματικά, απέναντι στην έλευση μιας μετρίας εντάσεως, αλλά και βαθιάς διεθνούς ύφεσης, όπως αυτή του 2008. Ένας από αυτούς τους μηχανισμούς είναι αυτός της εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων, η έλλειψη του οποίου έχει οδηγήσει στην πλήρη αφερεγγυότητα το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία της ευρωζώνης.




Πολλοί, μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο και την ουσιαστική κατάσχεση, με απόφαση του Eurogroup, σχεδόν του συνόλου των αποταμιεύσεων, που βρίσκονταν κατατεθειμένες στις κυπριακές τράπεζες, είναι και παραμένουν έκπληκτοι, από αυτή την κίνηση των ευρωζωνιτών. Η έκπληξη αυτή στηρίζεται στην εδραία πεποίθηση, που υπήρχε, ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ότι οι τραπεζικές καταθέσεις στην ευρωζώνη ήσαν εγγυημένες και ότι, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να θιγούν. 

Φυσικά, έκαναν και (όσοι επιμένουν σε αυτή την άποψη, ή, σε πιο light εκδοχές της) κάνουν λάθος.

Στην ευρωζώνη, ουδεμία προβλέπεται εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων, από τις ευρωσυνθήκες, που την δημιούργησαν. Η Ε.Κ.Τ., ως κεντρική τράπεζα, δεν εγγυάται, γι' αυτές, ούτε και προβλέπεται κάποιο συγκεκριμένο ευρωσύστημα, που να τις εγγυάται, ή να τις προστατεύει. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός, που να έχει την αρμοδιότητα να καταβάλει το ποσόν των καταθέσεων μιας τράπεζας, όταν αυτή βρεθεί σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, απέναντι στους καταθέτες της, όταν, δηλαδή, περιπέσει σε κατάσταση χρεωκοπίας και πτωχεύσει.

Στις Η.Π.Α., από την εποχή του προέδρου Franklin Delano Roosevelt και της Great Depression της δεκαετίας του 1930, υπάρχει ο θεσμός του εγγυητή, ως δανειστή της τελευταίας καταφυγής, ο οποίος εγγυάται ότι οι τραπεζικές καταθέσεις θα καταβληθούν στους δικαιούχους, ό,τι και να συμβεί στην τράπεζα, στην οποία είναι κατατεθειμένες, με δεδομένο ότι αυτή είναι υπό την εποπτεία του ομοσπονδιακού τραπεζικού συστήματος. 



Federal Deposit Insurance Corporation (F.D.I.C). Η Ομοσπονδιακή Εταιρεία Ασφάλισης Καταθέσεων, που είναι γέννημα της Great Depression της δεκαετίας του 1930 και των εξωσυστημικών πολιτικών αποφάσεων του συστημικού επιτελείου του προέδρου Franklin Delano Roosevelt ανέκοψε, το 1933, την ραγδαία καταβύθιση της αμερικανικής οικονομίας, διασώζοντας από την διογκούμενη πτώχευση το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και έσωσε από τον αφανισμό τον αμερικανικό και τον διεθνή καπιταλισμό.



Ο θεσμός αυτός του εγγυητή της τελευταίας καταφυγής, είναι το Federal Deposit Insurance Corporation (F.D.I.C.), ο οποίος δημιουργήθηκε ακριβώς, για να σταματήσει το τεράστιο κύμα των τραπεζικών πτωχεύσεων, που είχε ξεσπάσει και παράσερνε, στον βυθό μιας ραγδαία εξελισσόμενης και εφιαλτικής οικονομικής κρίσης, την αμερικανική οικονομία, εξαφανίζοντας, στην κυριολεξία, τις αποταμιεύσεις του αμερικανικού πληθυσμού, που ήσαν κατατεθειμένες στο απροστάτευτο, έως τότε, αμερικανικό τραπεζικό σύστημα. 

Η μαζική χρεωκοπία των τραπεζών και η εξαφάνιση των αποταμιεύσεων οδηγούσε, σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο εντεινόμενης καταβαράθρωσης, λόγω των συντριπτικών κτυπημάτων, που δεχόταν η ενεργός συναθροιστική ζήτηση της αμερικανικής οικονομίας, μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό των τραπεζικών χρεωκοπιών. Και φυσικά, η εγκαθίδρυση αυτού του θεσμού σταμάτησε την κατακλυσμιαία χρεωκοπία των αμερικανικών τραπεζών και συνέβαλε, αποφασιστικά, στην παύση της κατακρήμνισης των μακροοικονομικών μεγεθών της αμερικανικής οικονομίας - αν και η κρίση δεν ξεπεράστηκε, παρά μόνο με την έλευση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. 

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, πρέπει να πούμε ότι, την εποχή της GREAT DEPRESSION στις Η.Π.Α., οι τράπεζες, λόγω της ανυπαρξίας οποιουδήποτε μηχανισμού εγγύησης των καταθέσεων, πτώχευάν μαζικά. Οι τράπεζες έπεφταν σαν τις μύγες, μετά από φλιτάρισμα, με αποτέλεσμα ένα διαρκές bank run, το οποίο επέτεινε και καθιστούσε ολοένα και μεγαλύτερο το πρόβλημα.

Το 1929 τον πρώτο χρόνο της κρίσης, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο αυτού του χρόνου, πτώχευσαν 659 τράπεζες, αριθμός ο οποίος ήταν πολύ μεγάλος, για την εποχή. 

Το 1930 πτώχευσαν 1352 τράπεζες, ενώ το 1931, ο αριθμός των τραπεζών που έβαλαν λουκέτο, ανήλθε στις 2294. 

Στο τέλος του 1933, οι μισές, περίπου, τράπεζες της μεγάλης αυτής χώρας είχαν χαθεί από το πρόσωπο της γης. Και μαζύ με αυτές είχαν εξαφανισθεί και οι καταθέσεις των αποταμιευτών.

Το 1933, τα πράγματα πήγαν, ακόμη, χειρότερα. Οι τραπεζικές πτωχεύσεις έφθασαν στις 4004.

Οι πτωχεύσεις των τραπεζών και το λουκέτο, που ακολουθούσε, τερματίζοντας τις δραστηριότητές τους, δεν ήταν κάτι χωρίς επιπτώσεις. Κάθε άλλο. Οι επιπτώσεις, πάνω σε μια οικονομία, η οποία βρισκόταν σε έναν καθοδικό κύκλο, ήσαν τραγικές.

Άμεσο αποτέλεσμα των τραπεζικών πτωχεύσεων ήταν ότι οι καταθέσεις στις χρεωκοπημένες τράπεζες εξαφανίζονταν και φυσικά μαζύ τους εξαφανιζόταν και το χρήμα, το οποίο θα μπορούσε να ξοδευτεί. Αυτή η διαδικασία είχε αποτέλεσμα να δεχθούν απανωτά συντριπτικά κτυπήματα τα επίπεδα της κατανάλωσης, αφού οι χαμένοι καταθέτες και ευρύτερα οι καταναλωτές προέβαιναν σε δραστική μείωση των δαπανών τους, ενώ τα δάνεια μειώνονταν απότομα, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι δεν υπήρχαν και δεν δημιουργούνταν καταθέσεις, για την χρηματοδότησή τους. Κατά την διαδικασία της ρευστοποίησής τους, οι πτωχευμένες, αλλά και οι, υπό πτώχευση, τράπεζες, όπως και εκείνες οι οποίες φοβόντουσαν ότι θα βρεθούν σε δύσκολη θέση - δηλαδή, σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και πρακτικά, όλες οι τράπεζες - απαίτησαν την εξόφληση των πιστωτικών τους υπολοίπων, στις άλλες τράπεζες και στις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας, γεγονός το οποίο κτύπησε, με σφοδρότητα, τις επενδύσεις και τις δαπάνες, που σχετίζονταν με αυτές, πολύ περισσότερο, που, υπό τον φόβο της πτώχευσης, οι τράπεζες ήσαν, πλέον, πολύ φειδωλές στην χορήγηση των δανείων, τα οποία, κατά κανόνα, αρνιόντουσαν να τα χορηγήσουν.





1931 Νέα Υόρκη. Bank run και πλήθος κόσμου έξω από American Union Bank. Όταν οι καταθέτες βρίσκονταν έξω από τους γκισέδες, αναζητώντας τρομαγμένοι τις καταθέσεις τους, οι οποίες, κατά κανόνα, δεν ήταν δυνατόν να αναληφθούν, το καμπανάκι της πτώχευσης είχε κτυπήσει, ανεπίστρεπτα, για την τράπεζα, στην οποία γινόταν αυτή η κοσμοσυρροή, αφού ουδείς μηχανισμός υπήρχε για να εγγυηθεί την πληρωμή τους και να καθησυχάσει όλον αυτόν τον πανικόβλητο και απελπισμένο κόσμο. Αυτό οδήγησε στην αστραπιαία εξάπλωση της κρίσης, στην αποδιάρθρωση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος και στον αποχρηματισμό και την αποδιοργάνωση του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Η έλευση της F.D.I.C., που αργοπόρησε, για μια τετρετία, σταμάτησε, άμεσα, τις τραπεζικές πτωχεύσεις και ανέκοψε την ραγδαία καθοδική πορεία της αμερικανικής οικονομίας, σώζοντάς την από τον αφανισμό.



Έτσι και οι μαζικές πτωχεύσεις των τραπεζών και ο φόβος, για την πτώχευση, οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, το οποίο δεν ήταν άλλο από την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και την πτώση της οικονομίας, σε έναν διαρκή και επίμονο αντιπληθωρισμό. Έναν καθοδικό κύκλο, ο οποίος ήταν, ολοένα και περισσότερο, δριμύς και καταστροφικός. Αυτό σημαίνει διαρκή και επίμονη μείωση καταναλωτικών δαπανών, επενδύσεων, παραγωγής, απασχόλησης και τιμών και φυσικά, η επέκταση της κρίσης, σε κάθε τμήμα αυτής της αλυσίδας, επέτεινε την κρίση, αφού, όπως ακριβώς, οι τραπεζικές πτωχεύσεις κλόνιζαν την πραγματική οικονομία, έτσι ακριβώς η πτώση της συναθροιστικής ζήτησης, της παραγωγής, της απασχόλησης και των τιμών, επενεργούσαν, καταστροφικά, στον τραπεζικό δανεισμό, μετατρέποντας τα καλά δάνεια σε κακά, δηλαδή σε δάνεια, που ήταν αδύνατο, πλέον, να εξυπηρετηθούν και φυσικά, οδηγούσαν, σε νέες τραπεζικές πτωχεύσεις.

Μια πρώτη προσπάθεια, για την αντιμετώπιση της κατάστασης, έγινε το 1932, επί προεδρίας Herbert Hoover, όταν δημιουργήθηκε, χωρίς επιτυχία, ο θεσμός του δανειστή της τελευταίας καταφυγής, δηλαδή η Χρηματοδοτική Εταιρεία για την Ανασυγκρότηση, η R.F.C. (Reconstruction Finance Corporation), η οποία, όμως, απέτυχε να δώσει ουσιαστικές λύσεις, λόγω του περιορισμένου ρόλου της, αφού ήταν μόνον δανειστής και όχι και εγγυητής των καταθέσεων των τραπεζών. Η εταιρεία αυτή χορηγούσε δάνεια σε τράπεζες, οι οποίες ήσαν φερέγγυες(!), οι οποίες, όμως, δεν χρειαζόντουσαν και δεν ήθελαν δάνεια, ενώ ήταν φειδωλή στα δάνεια προς τις, υπό πτώχευση και τις πτωχευμένες τράπεζες, από τις οποίες ζητούσε διασφαλίσεις, τις οποίες αυτές οι τράπεζες - οι οποίες ζητούσαν και είχαν ανάγκη τον δανεισμό - αδυνατούσαν να παράσχουν.


4/11/1936 : Η "Washington Post" αναγγέλει την 2η επανεκλογή του Franklin Delano Roosevelt, ως προέδρου των Η.Π.Α. Ο Αμερικανός πρόεδρος, που πρωτοεκλέχτηκε το 1932, κερδίζοντας τον πρόεδρο Herbert Hoover, ο οποίος διεκδικούσε και έχασε - φαινόμενο σπάνιο στην εκλογική ιστορία των Η.Π.Α. - την επανεκλογή του, λόγω της καταστροφικής διαχείρισης της κρίσης, κατά την περίοδο 1929 - 1932, δεν έχασε καμμία εκλογική μάχη, μέχρι και το 1944, λόγω της επιτυχούς διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, κατά την δική του περίοδο διακυβέρνησης, μέχρι τον θάνατό του, στις 12/4/1945, παρά την είσοδο των Η.Π.Α. στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια απόφαση, που ήταν δική του και την οποία μπορούσε να μην έχει πάρει. Η διαρκής επανεκλογή του Ρούσβελτ οδήγησε, αργότερα, τους Ρεπουμπλικάνους, που είχαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσσο να θεσπίσουν συνταγματική τροπολογία, η οποία απαγόρευε στους ενεργούς προέδρους της χώρας άλλη θητεία, πέραν της δεύτερης. Η τροπολογία αυτή ισχύει και σήμερα.



Την λύση στο πρόβλημα την έδωσε το 1933 η κυβέρνηση του προέδρου Franklin Delano Roosevelt, που διαδέχτηκε την καταστροφική κυβέρνηση του προέδρου Herbert Hoover. Και η απάντηση αυτή ήταν η δημιουργία του F.D.I.C., ως θεσμικού εγγυητή των τραπεζικών καταθέσεων. Τα κεφάλαια της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης των Καταθέσεων ήσαν συνεισφορά του αμερικανικού κράτους και των ομοσπονδιακών τραπεζών και η ύπαρξή της σήμαινε, πολύ απλά, ότι η ευθύνη για τις καταθέσεις επιμερίζονταν σε όλες τις τράπεζες, είτε αυτές ήσαν καλές, είτε κακές και στο κράτος - δηλαδή στους φορολογουμένους και στον αμερικανικό πληθυσμό στον σύνολό του, αφού, εν μέρει, η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού οργανισμού των τραπεζικών καταθέσεων, έγινε και από την άσκηση του κρατικού δικαιώματος, για κοπή νομίσματος, το περίφημο seigniorage.

Φυσικά, οι τραπεζίτες αντέδρασαν στην πρόταση, για την δημιουργία της F.D.I.C., που ήταν πρόταση δύο μελών του Κογκρέσου (του βουλευτή Χένρυ Στήγκαλ και του γερουσιαστή Άρθρουρ Βάντενμπεργκ), διότι την θεώρησαν, ως μια επικίνδυνη και κακή πρόταση, με την δικαιολογία, που και σήμερα, προβάλλεται, κατ' εξοχήν, στην ευρωζώνη, ότι οι ευθύνες των κακών τραπεζών επιμερίζονται και στις καλές, αυξάνοντας τον ηθικό κίνδυνο, ο οποίος συνίσταται στο ότι ενισχύεται η αδιαφορία ως προς την ποιότητα της διαχείρισης των αποφάσεων των στελεχών των τραπεζών, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης του ασφαλιστικού οργανισμού των καταθέσεων των τραπεζών και η αποφυγή των κινδύνων από τις συνέπειες της κακής διαχείρισης. 

Φυσικά, είχαν άδικο. 

Η υπόθεση, με τις τραπεζικές πτωχεύσεις είχε, κατά πολύ, ξεπεράσει τα ζητήματα του ηθικού κινδύνου. Αφορούσε, πλέον, την ίδια την συγκρότηση της αμερικανικής οικονομίας, η οποία, μέσω του έντονου αποπληθωρισμού, αποχρηματιζόταν και οδηγείτο στο να λειτουργήσει, παρά το γεγονός ότι ήταν η πιο μοντέρνα οικονομία του κόσμου, χωρίς χρήμα. Η υπόθεση των τραπεζικών χρεωκοπιών αφορούσε, επίσης - και το κυριότερο - την ίδια την επιβίωση μεγάλων τμημάτων του αμερικανικού πληθυσμού, αφού η οικονομική κρίση είχε εξελιχθεί σε ανοικτή και διαρκώς διευρυνόμενη ανθρωπιστική κρίση.

Η εφαρμογή του θεσμού του εγγυητή της τελευταίας καταφυγής, για τις τραπεζικές καταθέσεις, εξάλειψε, από τότε, οριστικά, τις ουρές των καταθετών, έξω από τις τράπεζες και το bank run, για την αγωνιώδη ανάληψη των καταθέσεων, που, εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχαν. Ουσιαστικά μηδένισε την χρεωκοπία και τις πτωχεύσεις των τραπεζών, οι οποίες, ως δια μαγείας, έπαυσαν να πέφτουν, σαν μύγες. Και φυσικά, με τον μηδενισμό των τραπεζικών χρεωκοπιών, ανεκόπη και η κατακρήμνιση της συναθροιστικής ζήτησης στην αμερικανική οικονομία, αφού η διατήρηση των τραπεζικών καταθέσεων, που, προηγουμένως, εξαφανίζονταν, ανέκοψε και τον αποχρηματισμό (δηλαδή την ολοσχερή έλλειψη ρευστότητας) της αμερικανικής οικονομίας.

Έτσι, το 1934 οι πτωχεύσεις των τραπεζών στην αμερικανική οικονομία, έπεσαν στις 62, εκ των οποίων, μόνον 9 ήσαν με εγγυημένες καταθέσεις. Και από εκεί και πέρα, ουσιαστικά, εκμηδενίστηκαν. Με αυτόν τον τρόπο ανακόπηκε η κατακλυσμιαία πτώση των αμερικανικών μακροοικονομικών μεγεθών, από το 1933 και μετά.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί (και ως συμπέρασμα, για την σημερινή κρίση της ευρωζώνης) είναι ότι την καίρια και κεφαλαιώδη αυτή λύση, στο οξύτατο και καταστροφικό πρόβλημα, που αντιμετώπιζε το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος των Η.Π.Α., δεν την έδωσε η Κεντρική Τράπεζα της χώρας.  Δεν την έδωσε το Fed.

Την λύση, η οποία ανέκοψε την κατακρήμνιση των μακροοικονομικών μεγεθών της αμερικανικής οικονομίας και σταμάτησε τον αποχρηματισμό της, έδωσε η, καθόλου πομπώδης, η άσημη F.D.I.C., η οποία, φυσικά, ήταν προϊόν και γέννημα των πολιτικών αποφάσεων, ενός συστημικού πολιτικού και οικονομικού επιτελείου, το οποίο έλαβε αντισυστημικές αποφάσεις, υπό το βάρος μιας αφόρητα πιεστικής πραγματικότητας και μάλιστα, παρά και ενάντια, στην γνώμη του τραπεζικού κατεστημένου της εποχής, το οποίο είχε βαθμολογήσει, με πολύ κακό βαθμό, την F.D.I.C., την φιλοσοφία της, τις πολιτικές της, τους στόχους της και τις πρακτικές της.

Η κρίση, βέβαια, δεν ξεπεράστηκε, αφού έπρεπε να γίνουν και πολλά άλλα, προκειμένου να υπερκερασθεί. Αλλά, τουλάχιστον, έπαυσε η τεράστια συμπίεση, από την εξαφάνιση, απίστευτου μεγέθους, χρηματικών ποσών, η οποία ελάμβανε χώρα, εξ αιτίας της κατάρρευσης του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος και η οποία, με την σειρά της, οδηγούσε στην συντριβή της αγοραστικής δύναμης του αμερικανικού πληθυσμού και της ενεργού συναθροιστικής καταναλωτικής ζήτησης, στην αμερικανική οικονομία. Τουλάχιστον, από την καταθλιπτική καταβαραθρωτική συρρίκνωση των αμερικανικών μακροοικονομικών μεγεθών, κατά την περίοδο 1929 - 1932, έγινε η μετάβαση, σε μια σημαντική άνοδό τους, η οποία, συνολικά ειδωμένη, στοιχειοθετεί, μια σημαντική ανάσχεση της κατακλυσμιαίας πτώσης και μια επάνοδο σε μια αργή και βασανιστική κατάσταση, αφού το επίπεδο του αμερικανικού ΑΕΠ έφθασε σε εκείνο του 1929 (ήταν 203,6 δισ. $), μόλις το 1937 (έφθασε στα 203,2 δισ. $), για να πέσει το 1938, στα 192,9 δισ. €, λόγω μιας άστοχης επιστροφής του οικονομικού επιτελείου του Ρούσβελτ, σε πολιτικές καταπολέμησης του πληθωρισμού και να ακολουθήσει, ξανά, ανοδική τροχιά το 1939, φθάνοντας στο επίπεδο των 209,4 δισ. $ και να συνεχίσει την ανοδική του πορεία, χωρίς σταματημό (το 1940 έφθασε στα 227, δισ. $), με πάντοτε υψηλά επίπεδα ανεργίας, τα οποία όσο και αν μειώθηκαν από εκείνα του 1932, ουδέποτε έφθασαν σε εκείνα του 1929, που ήσαν στο 3,2% του εργατικού δυναμικού (ενώ το 1930 έφθασαν στο 8,9%, το 1931 στο 16,3% το 1932 στο 24,1%, το 1933 στο 25,2%, το 1934 στο 22% και το 1940 στο 14,6%), παρά μόνο με την είσοδο των Η.Π.Α. στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1942, οπότε και εξαφανίστηκε.

Το θέμα μας, εδώ, βέβαια, δεν είναι η ανασκόπηση των δεδομένων της GREAT DEPRESSION της δεκαετίας του 1930. Είναι η ευρωζώνη και η πολιτική της, γύρω από τα θέματα ασφάλειας των τραπεζικών καταθέσεων, μέσα στον χώρο αυτής της νομισματικής ένωσης.


Και αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι ουδεμία εγγύηση των καταθέσεων υπάρχει στην ευρωζώνη. 

Στις Η.Π.Α., από την εποχή του προέδρου Φράνκλιν Ρούσβελτ, υπάρχει ο θεσμός, που προαναφέραμε, που εγγυάται και προστατεύει τις τραπεζικές καταθέσεις. Γι' αυτό, από το 1933 δεν υπάρχει κανένα κύμα ανάληψης των τραπεζικών καταθέσεων. Ο φορέας που τις εγγυάται, η F.D.I.C., απέτρεψε το bank run και προστάτευσε τις αμερικανικές τράπεζες και το σύστημα, ως σύνολο, από αυτό το φαινόμενο. Και αυτό έγινε κατορθωτό και τον Σεπτέμβριο του 2008, παρά την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας Lehmann Bros, την οποία, ανοήτως, άφησε να χρεωκοπήσει η κυβέρνηση του George Bush jr, με αποτέλεσμα την χρηματοπιστωτική κρίση, που ακολούθησε και η οποία, γρήγορα, μετατράπηκε σε μια βαθιά ύφεση στην αμέρικανική και την διεθνή οικονομία.


Η κατάρρευση της Ελλάδας και η χρεωκοπία της τον Απρίλιο του 2010, αποδιοργάνωσε την ευρωζώνη και ήταν η αρχή της χρεωκοπίας της, την ώρα, κατά την οποία η αμερικανική οικονομία εισερχόταν σε μια σταθερή ανοδική πορεία και ανέκαμπτε από το δυνατό κτύπημα, που υπέστη από την οικονομική ύφεση του 2008. Το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα αποδεινυόταν ότι ήταν μια φούσκα, απείρως, χειρότερη από το αμερικανικό. Και απόδείχτηκε, επίσης, ότι βρισκόταν - αντίθετα, με το αμερικανικό, το οποίο είχε την F.D.I.C. - χωρίς κανένα δίκτυ προστασίας...



Στην ευρωζώνη, όμως,  ένας τέτοιος, ή κάποιος ανάλογος, θεσμός ουδέποτε υπήρξε και φυσικά, δεν υπάρχει ούτε και τώρα. Και - ακόμη χειρότερα - δεν προβλέπεται να δημιουργηθεί. Και όχι μόνον δεν προβλέπται να δημιουργηθεί, αλλά, αντιθέτως, αποφεύγεται να δημιουργηθεί και σχεδιάζεται να μην υπάρξει.

 Μετά την κατάρρευση της Lehmann Bros στις Η.Π.Α., τον Σεπτέμβριο του 2008, η οποία μετέτρεψε, αστραπιαία, την χρηματοπιστωτική κρίση, που ξέσππασε, σε βαθιά οικονομική ύφεση, οι ευρωζωνίτες έκαναν μια σύνοδο και απεφάσισαν ότι τα κράτη της ευρωζώνης εγγυώνται για τις τράπεζές τους, μέχρι ποσού καταθέσεων, της τάξεως των 100.000,00 € και επειδή γνώριζαν, πολύ καλά, ότι το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν μια σκέτη φούσκα, επέτρεψαν τον δανεισμό των κρατών, για μια ελάχιστα συγκαλυμένη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, προκειμένου αυτές να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους. (Ήταν τότε που η κυβέρνηση Καραμανλή δανείστηκε το 2009, γύρω στα 5,5 δισ. €, μαζύ με όσα είχε δανειστεί το 2008, για την ενίσχυση των  ελληνικών τραπεζών, για την παροχή ρευστότητας, ποσά τα οποία ξεπέρασαν, συνολικά, τα 28 δισ. €, διογκώνοντας, φυσικά, το ελληνικό δημόσιο χρέος).

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη η κίνηση λειτούργησε, προστατευτικά, για το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και την ευρωζώνη. Όμως, αυτή η προστασία ήταν προσωρινή, διότι δεν είχε στέρεη βάση και δεν ολοκληρώθηκε, με την δημιουργία ενός θεσμού ανάλογου με τον αμερικανικό F.D.I.C., κάτι που δεν είναι καθόλου περίεργο, αφού η ευρωζώνη, όντας μια νομισματική ένωση, δεν είναι μια κρατική ομοσπονδία.

Το κρίσιμο σημείο, στην όλη υπόθεση, με την εγγύηση των καταθέσεων, βρίσκεται στην φερεγγυότητα του εγγυητή. 

Έτσι, το σύστημα των κρατικών εγγυήσεων, για τις καταθέσεις, σε κάθε εθνικό τραπεζικό σύστημα, έχει τόση αξία, όση και ο εγγυητής. Και αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα του συστήματος αυτού, το οποίο, αρχικά, λειτούργησε και απέτρεψε την μεγάλη φυγή των κεφαλαίων, ανάμεσα στα άλλα και επειδή διεκινείτο, ατύπως, αλλά, ουσιαστικώς και η πεποίθηση ότι η Ε.Κ.Τ. θα αναλάμβανε τον ρόλο του εγγυητή των καταθέσεων, ακόμη και χωρίς να το λέει, μέσω του μηχανισμού του E.L.A. Αυτές οι περιρρέουσες αντιλήψεις κάλυψαν την πηγή του προβλήματος, η οποία δεν ήταν άλλη από την έλλειψη ενός ευρωπαϊκού θεσμού εγγύησης των καταθέσεων. 

Αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Αντίθετα, παρέμεινε ακέραιο, αφού, σε τελική ανάλυση, αυτό που κοιτάζει ο κάθε δανειστής, που σκέπτεται λογικά, πέρα από το εάν υπάρχει εγγύηση των καταθέσεων, είναι η φερεγγυότητα του εγγυητή. Ως εκ τούτου, μπορεί η κρατική εγγύηση να εμφανίζεται, ως ένα καλό νομικό χαρτί, για τον καταθέτη, ο οποίος εξομοιώνεται, σε ελλιπή (ή ανύπαρκτα) συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, όπως αυτό της ευρωζώνης, με δανειστή της τράπεζας, στην οποία διατηρεί την κατάθεσή του, αλλά στην ενεργό καθημερινή ζωή, αυτή η εγγύηση μπορεί να είναι ένα πραγματικό κουρελόχαρτο, εάν το κράτος, το οποίο την παράσχει, δεν έχει την απαραίτητη πιστοληπτική επιφάνεια και δεν μπορέσει, όταν έλθει η ώρα της κατάπτωσης της εγγύησης, να καλύψει τις υποχρεώσεις, που συνεπάγονται, από την εγγύηση την οποία δίνει.

Στην ουσία, λοιπόν, στην ευρωζώνη ουδέποτε υπήρξε μια ευρωπαϊκή θεσμική εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων, πέρα από τις όποιες - και όποιας αξίας - εγγυήσεις των εθνικών κρατών, οι οποίες στην πορεία του χρόνου αποδείχτηκαν, όχι, απλώς και μόνο, αμφιλεγόμενες, αλλά, ουσιαστικά, ανύπαρκτες.

Το αποτέλεσμα ήταν η εμβάθυνση της ύφεσης και η εσωτερίκευσή της, στην χαοτική ευρωζώνη, βοηθουσών και των βλακειών του τρίου ΓΑΠ - Τρισέ - Μέρκελ, τον Ιανουάριο του 2010, να οδηγήσει στην αποδιοργάνωση και τον κλινικό θάνατο της ευρωζώνης, με το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης δανεισμού, η οποία επεκτάθηκε σε όλη την ευρωζώνη, βυθίζοντάς την, στην παρούσα πολύπλευρη κρίση.

Η κυπριακή κρίση του Μαρτίου του 2013 και η ουσιαστική κατάσχεση των καταθέσεων, που βρίσκονται στις τράπεζες του νησιού, με απόφαση του Eurogroup, ήλθε να καταστήσει την κατάσταση, ακόμη χειρότερη και να ρίξει λάδι στην φωτιά, σε μια στιγμή, που η αποδιοργάνωση της ευρωζώνης είχε μπει στο ψυγείο, με τις εξαγγελίες του διοικητή της Ε.Κ.Τ. Mario Draghi, το περασμένο φθινόπωρο, για τις απεριόριστες αγορές ιταλικών κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με σκοπό την προσαρμογή των διαφορικών επιτοκίων δανεισμού του ιταλικού δημοσίου, σε χαμηλά επίπεδα και την εξαγγελία των ηγετών της ευρωζώνης, για δημιουργία ενός φορέα, ο οποίος θα προωθήσει την ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Το κυπριακό μοντέλο, το οποίο θα επεκταθεί στην ευρωζώνη (έστω και αν περιοριστεί στις μικρές χώρες της νομισματικής ένωσης), προσδιορίζει ότι, σε περίπτωση χρεωκοπίας μιας τράπεζας, πέρα από τους μέτοχους και τους επενδυτές (όπως π.χ. οι ομολογιούχοι) της τράπεζας αυτής, τα σπασμένα θα κληθούν να πληρώσουν και οι καταθέτες, εάν και εφ' όσον δεν αρκέσουν τα περιουσιακά στοιχεία των προηγούμενων. Μετά τον χαμό, που έγινε, με την πρώτη απόφαση του Eurogroup στην κυπριακή κρίση, στην οποία απόφαση περιλαμβάνονταν ποσοστό κατάσχεσης, επί του συνόλου των καταθέσεων, ανεξαρτήτως ύψος ποσού κατάθεσης, τελικά, επανήλθαν στο όριο των 100.000,00 €, αλλά αυτή είναι μια πολιτική απόφαση, η οποία μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αλλάξει.

Αυτό που, τώρα, οι ευρωζωνίτες λένε ότι θα κάνουν - αν το κάνουν αφού η Γερμανία έχει ουσιαστικές αντιρρήσεις, επ' αυτού και έχει, ουσιαστικά, ανακαλέσει την αρχική της συμφωνία, για την δημιουργία του ατελούς συστήματος τραπεζικής ενοποίησης, που θα προβλέπει και έναν, ομοίως, ατελή μηχανισμό εγγύησης των καταθέσεων - το 2015, είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού εκκαθάρισης μιας χρεωκοπημένης τράπεζας. Πρόκειται για το Ταμείο Εκκαθάρισης Τραπεζών, στο οποίο θα συμμετέχουν, με κεφάλαια όλες οι τράπεζες της ευρωζώνης και θα εκκαθαρίζει τις χρεωκοπημένες τράπεζες, ύστερα και από την κατάσχεση των καταθέσεων, που είναι μεγαλύτερες από το ποσόν των 100.000,00 €.

Είναι προφανές ότι αυτό το ευρωπαϊκό Ταμείο Εκκαθάρισης Τραπεζών, όντας κακέκτυπο του αμερικανικού F.D.I.C., θα κάνει τα πράγματα, ακόμη χειρότερα, εάν και όταν - και εάν προλάβει να - δημιουργηθεί.

Χειρότερο σενάριο δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην ευρωζώνη, αφού η "λύση" αυτή δεν θα κάνει τίποτε περισσότερο από το να διώξει τους καταθέτες από την ευρωζώνη. Πρώτα από τις μικρές και αδύναμες χώρες του Νότου (Κύπρο, Ελλάδα, Πορτογαλία, Μάλτα) και του Βορρά (Ιρλανδία) και στην συνέχεια από τις άλλες μικρές χώρες και στο τέλος από τις μεγάλες χώρες - εάν αυτές δεν εξαιρεθούν, με έναν κάποιον τρόπο, από αυτή την διαδικασία, αφού δεν μπορώ να φανταστώ να τίθεται σε διαδικασία εκκαθάρισης, σε αυτόν τον μηχανισμό, π.χ. μια γερμανική τράπεζα, παρά το γεγονός ότι το γερμανικό τραπεζικό σύστημα είναι, ουσιαστικά, χρεωκοπημένο, αφού δεν πρόκειται να εισπράξει τις απαιτήσεις, τις οποίες έχει εγγράψει στο ενεργητικό του, αφού εκείνοι οι οποίοι έχουν αναλάβει την ικανοποίηση των υποχρεώσεων αυτών (π.χ. οι ευρωπαϊκές χώρες του νότου και όχι μόνον αυτές), απλώς, δεν πρόκειται να τις ικανοποιήσουν και τούτο, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν την δυνατότητα να ανταποκριθούν.


Ο ΓΑΠ, καθιστώντας την Ελλάδα υποχείρια στην τρόϊκα των τριών τοκογλύφων δανειστών της, ενώ ήταν φανερό σε όλους, ότι το δημόσιο χρέος της δεν ήταν δυνατόν να πληρωθεί, έχει οδηγήσει στο πρωτοφανές, για μια αναπτυγμένη χώρα, φαινόμενο, να μην μπορέσει να αποπληρώσει το χρέος της προς το Δ.Ν.Τ., το οποίο χρέος θα φθάσει, τουλάχιστον, στα 40 δισ. €. Εκτός, εάν το χρέος αυτό αναλάβει να αποπληρώσει η ευρωζώνη. Αυτό έχει γίνει κατανοητό στα ηγετικά κλιμάκια του Ταμείου. Και φυσικά, τρομάζει τους πάντες, καθιστώντας τους διστακτικούς, απέναντι στην συμμετοχή του διεθνούς οργανισμού στο ελληνικό πρόγραμμα δανειοδότησης...



Φυσικά, αυτή η κατάσταση είναι γενικότερη και δεν αφορά μόνον την γερμανική μπατιροτραπεζοκρατία. Αφορά και την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, αφού π.χ. και το Δ.Ν.Τ., όπως έχω ξαναπεί, θα υποστεί τα επίχειρα των ενεργειών του, αφού η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει, αυτοδυνάμως, το ποσόν των 40 δισ. €, που θα δανειστεί από τον διεθνή αυτό φορέα, εάν και όταν ολοκληρωθεί και το δεύτερο Μνημόνιο, το οποίο βρίσκεται, τώρα, σε εξέλιξη (και εφ' όσον, δεν υπάρξει και τρίτο - που θα υπάρξει). Έτσι, η Ελλάδα θα βάλει φέσι στο Δ.Ν.Τ. και θα είναι η πρώτη χώρα του αναπτυγμένου κόσμου, που θα το κάνει αυτό. Και αυτή την εξέλιξη φοβούμενη η ηγεσία του Δ.Ν.Τ. είναι διστακτική και αργοπορεί την έγκριση της εκταμίευσης των δόσεων, που του αντιστοιχούν, με βάση τις δανειστικές συμβάσεις, ελπίζοντας ότι η ευρωζώνη θα καλύψει την αδυναμία της Ελλάδας να αποπληρώσει το χρέος αυτό, αποπληρώνοντάς το, η ίδια. (Ίσως, μάλιστα, να έχει πάρει και κάποιες σιωπηρές εγγυήσεις, για κάτι τέτοιο).

Ως εκ τούτου, λοιπόν, τα δάνεια αυτού του είδους, τα οποία στηρίζονται στην τοκογλυφία - δημόσια και ιδιωτική - δεν μπορούν και δεν πρόκεται να αποπληρωθούν. Και φυσικά, αφού δεν υπάρχουν οι μηχανισμοί που θα επαναφέρουν την σχέση δανειστών και οφειλετών σε μια ισορροπία, η κρίση θα έλθει. Και θα είναι μεγάλη. Οι δανειστές, δεν θα πληρωθούν και απλούστατα, θα κατάρρεύσουν, μαζύ με το διαστροφικό σύστημα, που τους εξέθρεψε.

Αυτήν, ακριβώς, την έλευση μιας τέτοιας κατάρρευσης εγγυάται το ευρωπαϊκό Ταμείο Εκκαθάρισης Τραπεζών, έτσι όπως αυτό βρίσκεται στα μυαλά των εμπνευστών του και εάν λειτουργήσει στην πράξη. Οι καταθέτες, αργά, ή γρήγορα, θα μπούν, σε μια διαδικασία bank run, αφού η κατάσταση όλων των τραπεζών είναι επισφαλής και τα δάνεια που έχουν εγγράψει, ως απαιτήσεις δεν πρόκειται να εισπραχθούν, ενώ τα δάνεια, που έχουν εγγράψει, ως υποχρεώσεις - και ως δάνεια λογίζονται, πλέον και οι καταθέσεις - δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, μέσα σε μια οικονομία, η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, φυτοζωεί.


Bank run στο Βερολίνο. στα 1931 : Η ίδρυση του ευρωπαϊκού Ταμείου Εκκαθάρισης Τραπεζών, αν ισχύσει, όπως σχεδιάζεται (όπως και εάν συνεχίσει να μην υπάρχει ουδείς μηχανισμός εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων στην ευρωζώνη), θα οδηγήσει στην επανεμφάνιση του φαινόμενου, στον ευρωπαϊκό χώρο, μέσα στις σύγχρονες συνθήκες και μέσα από τις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ, όπως μας έδειξε και η ελληνοκυπριακή. στις 15 Μαρτίου 2013, δεν θα λείψουν και οι ουρές στα ΑΤΜ και στους γκισέδες...



Λίγο, ή πολύ, η ευρωπαϊκή κοινωνία θα ζήσει τις στιγμές που έζησε η αμερικανική και η γερμανική κοινωνία στην δεκαετία του 1930, μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, αφού τώρα δεν χρειάζονται οι ουρές στα ταμεία των τραπεζών, για να γίνει ένα bank run. Αρκεί ένα μαζικό κλικ στις οθόνες των υπολογιστών, για να μεταναστεύσουν και να εξαφανισθούν οι καταθέσεις μιας τράπεζας. (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα παρατηρηθούν και φαινόμενα μαζικών προσελεύσεων των καταθετών στα Α.Τ.Μ. και στους γκισέδες των τραπεζών).

Πέρα από αυτά και επιπρόσθετα πάνω σ' αυτά, η ουσιαστική ανυπαρξία εγγύησης των καταθέσεων (έστω και αν οι πρώτες 100.000,00 € είναι εγγυημένες), καθώς και η θέση, σε διαδικασία εκκαθάρισης των τραπεζών στην ευρωζώνη, όπως έγινε στην Κύπρο, θα απομακρύνει, κάθε ιδιωτική επένδυση από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και τις χώρες της, αφού ουδεμία ασφάλεια των χρημάτων που έχουν κατατεθεί στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα - των περιφερειακών χωρών, αρχικά και των υπόλοιπων στην συνέχεια.

Αυτή είναι η κατάληξη της λογικής του Σόϋμπλε, που λέει ότι "οι ευκαιρίες συνδέονται, με κινδύνους" και στέλνει το σήμα ότι, στην ευρωζώνη, ουδεμία μορφή κατάθεσης - η οποία αντιμετωπίζεται ως επένδυση και ως δάνειο - είναι ασφαλής και στον βαθμό που καλείται ο κάθε υποψήφιος καταθέτης, ο κάθε αποταμιευτής να εξετάζει, προηγουμένως την οικονομική κατάσταση της τράπεζας, στην οποία θέλει να τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του, κάτι που, εκ των πραγμάτων, είναι ένα δυσχερέστατο έργο, το οποίο φθάνει στα όρια του αδύνατου.

Έτσι, οι μεγαλοεπενδυτές/δανειστές/καταθέτες θα πρέπει να προσέχουν πού καταθέτουν τα χρήματά τους. Και εδώ δεν μιλάμε, απλώς, για τους κομπραδόρους και τους ραντιέρηδες. Μιλάμε για τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας, οι οποίες πρέπει να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητές τους. Η ύπαρξη και η διαθεσιμότητα των κεφαλαίων κίνησής τους, μέσω αυτής της διαδικασίας, τίθενται, εν αμφιβολία, σε οποιαδήποτε τράπεζα της ευρωζώνης. Και φυσικά, αυτό σημαίνει ότι τίθεται, εν αμφιβολία και η ίδια η ύπαρξη των επιχειρήσεων αυτών.

Μέσα σε ένα τόσο σκοτεινό περιβάλλον και εφ' όσον όλα αυτά γίνουν πράξη, η έξοδος από την ευρωζώνη θα γίνει η μόνη διέξοδος, για τις μικρές και αδύναμες χώρες του ευρωπαϊκού νότου και του βορρά, εφόσον δεν ασκούν οι ίδιες το κρατικό δικαίωμα της νομισματοκοπής (seigniorage), αν και μπορούν (και οφείλουν) να ασκήσουν το απενεργοποιημένο αυτό δικαίωμα, επικαλούμενες πραγματικές και υπαρκτές έκτακτες ανάγκες, τις οποίες έχει δημιουργήσει η οικονομική ύφεση - η οποία, στην περίπτωση της Ελλάδας, έχει, προ πολλού, μετατραπεί, με ευθύνη της ευρωζώνης, σε βαθιά οικονομική κρίση, που τα επίπεδά της προοσομοιάζουν, με εκείνα της δεκαετίας του 1930 -, προκειμένου να μπορέσουν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να οδηγήσουν το κοινό νόμισμα στην απαραίτητη και αναγκαία υποτίμησή του, την οποία, αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και χωρίς καμμία πραγματική βάση, αρνείται η Ε.Κ.Τ.

Είναι πολύ πιθανόν, μάλιστα, πριν από τις μικρές χώρες, να φύγουν οι μεγάλες - η Γερμανία, άλλωστε, το σκέπτεται, αν και δεν της επιτρέπεται, για λόγους που έχουν να κάνουν με την γεωπολιτική και όχι με την οικονομία. 




Η χρηματοπιστωτική αποδιοργάνωση στην ευρωζώνη και η ουσιαστική πτώχευση της ευρωπαϊκής μπατιροτραπεζοκρατίας έχουν οδηγήσει στην υπονόμευση του ευρώ, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Το ευρώ δεν μπορεί να επιβιώσει και να μείνει, ως αποθεματικό νόμισμα, εάν δεν αποκτήσει μια εθνική βάση και δεν έχει, ως αναφορά του ένα εθνικό κράτος, ομοσπονδιακού χαρακτήρα. Κάτι που έχει το αμερικανικό δολλάριο, το οποίο, για τον λόγο αυτόν, έχει την εμβέλεια και την δυνατότητα να είναι αξιόπιστο και ως εκ τούτου, να αποτελεί ,αναμφισβήτητα, παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.



Οι εξελίξεις αυτές, με την χρηματοπιστωτική αναστάτωση, την οποία προξενούν, πλήττουν, άμεσα και καθοριστικά, την αξιοπιστία του ευρώ, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, όσο και αν επιδιώκουν την αύξηση της αξίας του και την ενίσχυση της λειτουργίας του, ως ενός ιδιότυπου ομολόγου, που ευνοεί τον αποθησαυρισμό των αξιών και την ενδογενή αξιοποίηση του κεφάλαιου, το οποίο ενσωματώνει. 

Για να μπορεί, όμως, να λειτουργεί, ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, πρέπει, πρώτα, να έχει λειτουργήσει σαν εθνικό νόμισμα. Να έχει δηλαδή, ουσιαστικά, αντιστοιχηθεί, σε μια πραγματική οικονομία. Και αυτό, το ευρώ δεν το έχει πράξει, ευθύς εξ αρχής και από τον ίδιο τον σχεδιασμό του.

Και δεν το έχει πράξει, επειδή η ευρωζώνη δεν είναι μια πραγματικά ενιαία οικονομία. Δεν αντιστοιχεί σε ένα πραγματικό μέγεθος, αλλά σε μια υπόθεση εργασίας, η οποία, μάλιστα, δεν είναι ρεαλιστική, αφού η ισοτιμία του έχει σχεδιαστεί να λειτουργεί στρεβλωμένα, σε σχέση με τις οικονομίες, τις οποίες υποτίθεται ότι εκφράζει.

Ας το δούμε, περισσότερο λεπτομερειακά :

Η ευρωζώνη παράγει, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του 2012, ένα ΑΕΠ της τάξεως του 12,25 τρισ. €, με μια νομισματική κυκλοφορία της τάξης των 9,5 τρισ. €, ενώ στα χέρια των τραπεζών, ως πίστη και ως απόθεμα υπάρχουν, γύρω στα 38,5 τρισ. €. (1,3 τρισ. €, ως απόθεμα και 37,2 τρισ. , ως τραπεζική πίστη), ενώ στην διεθνή αγορά συναλλάγματος ανταλλάσσονται πάνω από 345 τρισ. €.

Η ισοτιμία του ευρώ έχει καθοριστεί, αυθαίρετα, από την Ε.Κ.Τ., που το εκδίδει, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της γερμανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ και της ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας, στα επίπεδα, περίπου, του 1 €/1,35 $, με πρόθεση, σαφώς, ανοδική, ενώ η μέση ισοτιμία είναι, περίπου, στο 1 €, προς 0,90 $, ή και λιγότερο. Αυτό, βέβαια, γίνεται, με σκοπό την ενίσχυση της κερδοφορίας του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία, όμως, στην πράξη, λειτουργεί, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, της ευρωζώνης και τούτο, επειδή δεν υπάρχει πραγματική ενιαία οικονομία στην ευρωζώνη.

Στην ευρωζώνη υπάρχουν 17 πραγματικές οικονομίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές πορείες, άλλες ανάγκες, άλλους κύκλους και αποκλίνουσες ανταγωνιστικότητες, που, στο σύνολό τους, δεν μπορεί και δεν επιδιώκει να εκφράσει το ευρώ, όπως, άλλωστε, δεν θέλουν να εκράσουν κα αυτοί που το σχεδίασαν και το λειτουργούν στην πράξη - περί της τεχνοδομής της Ε.Κ.Τ., ο λόγος.

Έτσι, εκ των πραγμάτων η λειτουργία του ευρώ, ως κοινού νομίσματος στην ευρωζώνη, καθίσταται στραγγαλιστική, για το σύνολο των, επί μέρους, οικονομιών των χωρών, που την αποτελούν, αφού η τρέχουσα ισοτιμία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, όπως δεν θα αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα και η μέση ισοτιμία του, αφού η μέση/πραγματική ισοτιμία προκύπτει, στα πλαίσια λειτουργίας μιας πραγματικής ενιαίας οικονομίας. Κάτι το οποίο δεν είναι η ευρωζώνη, αφού δεν είναι κράτος.






Καθώς η ευρωζώνη, ως νομισματική ένωση, είναι νεκρή και διατηρείται, μόνο ως ζόμπυ, το ευρώ δεν πρόκειται να σωθεί και να γίνει παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, άξιο λόγου, παρά μόνον εάν αντιστοιχηθεί σε μια πραγματική ευρωπαϊκή οικονομία. Αυτή είναι η πικρή και δύσκολη αλήθεια, για τους Ευρωπαίους, οι οποίοι, ή θα παραδειγματισθούν, από τους Αμερικανούς, η θα διαλύσουν το μαγαζί...


Αυτός είναι και ο λόγος που απαξιώνεται και ο ρόλος του ευρώ, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Δεν αντιστοιχεί, σε καμμία οικονομία. Δεν υποστηρίζεται από κανένα κράτος. Έχει μια σαθρή πραγματική βάση - την ευρωζώνη -, η οποία αρνείται να μετασχηματισθεί σε σταθερή. Αρνείται, δηλαδή, να πάρει εκείνες τις πρωτοβουλίες, οι οποίες θα την μετεξελίξουν, θεσμικά και θα την μετατρέψουν, σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.


Το ουσιαστικό πρόβλημα, λοιπόν, της ευρωζώνης είναι ότι δεν είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος. Είναι μια νομισματική ένωση, γεγονός, που της περιορίζει, κατά πολύ και με καταστροφικά αποτελέσματα, την δυνατότητα ανάσχεσης της ύφεσης, η οποία, στα πλαίσια της ευρωζώνης, μετασχηματίζεται σε οικονομική κρίση. 

Για τον λόγο αυτόν, οι Η.Π.Α., λόγω του ομοσπονδιακού κρατικού χαρακτήρα, που έχει η συγκρότησή τους, δεν κινδυνεύουν, με κατάρρευση, σε αντίθεση, με την ευρωζώνη, ο κίνδυνος κατάρρευσης της οποίας είναι παρών και άμεσος, σε κάθε ενέργεια των αρχών της και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, ανεξάρτητα από την χειροτέρευση, ή την βελτίωση των συνολικών μακροοικονομικών μεγεθών της.

Για τον ίδιο λόγο, οι Η.Π.Α. έχουν δημιουργήσει ένα υπαρκτό, μεγάλο και ευέλικτο κράτος, το οποίο συγκροτείται από μεγάλες δημόσιες δαπάνες, από έναν μεγάλο αμυντικό προϋπολογισμό, από ένα εκτεταμένο σύστημα υγείας (το Medicare και το Medicaid), από μια προοδευτική φορολογία και από ένα πλαίσιο κοινωνικής ασφάλισης, σε ομοσπονδιακό επίπεδο και όταν εμφανίστηκε η βαθιά ύφεση του 2008 - 2009, προέβησαν σε μαζική εκτύπωση χρήματος, η οποία βοήθησε στην δημοσιονομική ισορροπία, με την υποκατάσταση του χαμένου χρήματος του ιδιωτικού τομέα, από το εκτεταμένο δημόοσιο χρήμα, το οποίο ξοδεύτηκε αφειδώς και σε ομοσπονδιακό και σε επίπεδο τοπικών κυβερνήσεων και αρχών και με αυτόν τον τροπο, σταθεροποίησε την αμερικανική οικονομία, ανακόπτοντας την θυελλώδη πορεία της προς τα κάτω.

Στην ευρωζώνη (και στην Ευρώπη, σαν σύνολο) κάτι τέτοιο δεν έγινε. Και δεν έγινε, διότι δεν υφίσταται μια ευρωπαϊκή κρατική ομοσπονδία και οι κατάλληλες αρχές, οι οποίες θα αμοιβαιοποιούσαν το σύνολο του δημόσιου χρέους των χωρών της ευρωζώνης και με την δημιουργία αυτής της κοινής δεξαμενής του ευρωπαϊκού χρέους θα απέφευγαν, ευθύς εξ αρχής την ίδια την ύπαρξη της κρίσης και την άμεση μετατροπή της, σε θεσμική κρίση του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος.

Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο να παρακαμφθούν οι, επί μέρους, εθνικισμοί των χωρών της Ευρώπης.

Και πρώτ' απ' όλα, οι εθνικισμοί των μεγάλων χωρών της, ξεκινώντας από την Γερμανία, της οποίας η εθνικιστική νοοτροπία της επαρχιωτικής ελίτ, που κυβερνά αυτή την μεγάλη χώρα, είναι καταστροφική και μπορεί να αποβεί μοιραία, όχι, μόνο, για την ευρωζώνη, η οποία, ούτως ή άλλως, είναι ένα άταφο ζόμπυ, αλλά για την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας και εμποδίζει την μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια κρατική ομοσπονδία - βοηθούμενη σε αυτό από την βρετανική ελίτ, είναι η αλήθεια - και τούτο διότι αρνείται, πεισματικά, να μοιραστεί τις τύχες τις, με τις άλλες ελίτ και να διαχύσει τις αποφάσεις, που την αφορούν, στα πλαίσια του αναγκαίου ευρύτερου ομοσπονδιακού κρατικού σχήματος, διότι έτσι, αντιλαμβάνεται ότι θα χάσει σημαντικό μέρος της δύναμης και του πλούτου της.

Και αυτό είναι, εν μέρει, σωστό. Αλλά και παράλληλα, αναγκαίο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: