Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Φεβρουάριος 1921 - Φεβρουάριος 2015 : Ο Pyotr Alekseyevich Kropotkin και η ιστορική του κληρονομιά 94 χρόνια, μετά τον θάνατό του, μέσα από έναν μεστό διάλογό του, με τον V. I. Lenin.




Φεβρουάριος 1921 : Ο Pyotr Alekseyevich Kropotkin κηδεύεται, με εντολή του Vladimir Ilyich Ulyanov Lenin, δημοσία δαπάνη, στην Μόσχα, παρουσία χιλιάδων ανθρώπων. Τον καιρό εκείνο, παράλληλα, αποπερατώνεται και εδραιώνεται, αμετάκλητα, ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας του νέου "σοβιετικού" καθεστώτος, το οποίο, μόλις, έχει νικήσει όλους τους αντιπάλους του, στον εμφύλιο πόλεμο, που ξέσπασε, μετά το κίνημα των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917.





Σε αυτό το δημοσίευμα πρωταγωνιστής είναι ο Pyotr Alekseyevich Kropotkin. Θα μιλήσουμε, γι' αυτόν τον Ρώσο πρίγκηπα, τον επιλεγόμενο "πρίγκηπα της αναρχίας", ο οποίος, πριν από 94 χρόνια, στις 8 Φεβρουαρίου 1921, άφησε τα εγκόσμια και ο οποίος, αν και θεωρείται, ως ο συνεχιστής των ιδεών του Μιχαήλ Μπακούνιν - και σε έναν βαθμό, είναι -, στην πραγματικότητα, ακολούθησε μια διακριτή και διαφοροποιημένη πολιτική και ιδεολογική πορεία, από τον θεωρούμενο, ως ιδεολογικό του πατέρα, όπως, επίσης και από τον Pierre-Joseph Proudhon, αφού ο Κροπότκιν υπήρξε οπαδός και ιδρυτής της αναρχοκομμουνιστικής τάσης, μέσα στον σύγχρονο αντιεξουσιαστικό ιδεολογικό και πολιτικό χώρο.


Ο Πιότρ Κροπότκιν, λοιπόν, είναι, με λίγα λόγια, ο "μπολσεβίκος" του αναρχικού χώρου και ως ιδεολογικός και πολιτικός συγγενής αναγνωρίστηκε, από  τους μετεξελιγμένους, σε κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, δηλαδή, από τους αυθεντικούς μπολσεβίκους και τον πολιτικό τους πατέρα, τον Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ Λένιν, ο οποίος τον εκτιμούσε και τον σεβόταν, ακριβώς, επειδή διέκρινε τα σημεία σύγκλισης των δικών του ιδεοληψιών, με τις αντίστοιχες ιδέες του Πιότρ Κροπότκιν, ως αναρχοκομμουνιστή.

Χαρακτηριστικό περιστατικό αυτής της αναγνώρισης της πολιτικοϊδεολογικής συγγένειας ανάμεσα στον κομμουνισμό του Λένιν και τον αναρχοκομμουνισμό του Κροπότκιν, καθώς και του μεγάλου σεβασμού του ηγέτη των μπολσεβίκων, προς τον Κροπότκιν, αποτελεί η συμπεριφορά του Λένιν, απέναντί του, όταν, στις 8 Φεβρουαρίου του 1921, ο "πρίγκηπας της αναρχίας", πέθανε, από πνευμονία, στο Ντιμιτρώφ - στο σπίτι, που του είχε παραχωρήσει, με εντολή του Λένιν, η νεαρή "σοβιετική" εξουσία -, όντας γέρος, πια, έχοντας κλείσει την ηλικία των 78 ετών. Ήταν, τότε, που ο Λένιν διέταξε και το καθεστώς των μπολσεβίκων διοργάνωσε την κηδεία του Κροπότκιν, στην Μόσχα, με κάθε επισημότητα και με την συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων.

Την ημέρα εκείνη ήταν και η τελευταία, που, μέχρι το 1991, δηλαδή, σε ολόκληρη την διάρκεια της εξουσίας του μπολσεβίκικου (του κομμουνιστικού) κόμματος, η γνωστή σημαία των αναρχικών επιτράπηκε να εμφανισθεί, στην Μόσχα και σε όλη την επικράτεια της "Σοβιετικής Ένωσης".

Αυτά τα περιστατικά αποτελούσαν τμήμα ενός σουρρεαλιστικού πολιτικού και κοινωνικού τοπίου, στην μετεπαναστατική Ρωσία και ελάμβαναν χώρα, την ίδια στιγμή, που οι μπολσεβίκοι του Λένιν και του Λέοντα Τρότσκυ, μέσα σε ένα αλλόκοτο και συνάμα, εκρηκτικό κοκταίηλ, από γεγονότα, κατέστειλαν, αιματηρά και δίχως έλεος την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης, εδραιώνοντας, παράλληλα και την μονοκρατορία του κομμουνιστικού κόμματος και την απόλυτη κυριαρχία, εντός αυτού, της κομματικής ηγετικής κάστας, με την απαγόρευση της ύπαρξης οργανωμένων τάσεων και κάθε μορφή εσωκομματικής αντιπολίτευσης, μέσα από την επίσημη καθιέρωση του δόγματος του "δημοκρατικού συγκεντρωτισμού", κατά την διάρκεια του μοιραίου 10ου συνεδρίου του κυβερνώντος Κομμουνιστικού κόμματος (μπολσεβίκων).

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις συγκλίσεις, αλλά και τις αποκλίσεις των εκπεφρασμένων θέσεων της μπολσεβίκικης σχολής του μαρξισμού, έτσι όπως αυτή προσδιορίστηκε, από τον λενινισμό και της αναρχοκομμουνιστικής τάσης του αντιεξουσιαστικού χώρου, είναι, απολύτως, χρήσιμο να παρακολουθήσουμε έναν πραγματικό διάλογο, που πραγματοποιήθηκε, ανάμεσα στον Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς Κροπότκιν, όπως αυτός διασώθηκε, από τον μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Μποντς Μπρούεβιτς, στο σύγγραμμά του, με τίτλο : "Αναμνήσεις, από τον Λένιν 1917 - 1924".

Ο διάλογος αυτός ανάμεσα, στον Πιοτρ Κροπότκιν και τον Βλαντιμίρ Λένιν έγινε, στις αρχές Μαΐου του 1919, στην Μόσχα, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, που ακολούθησε το κίνημα του Οκτωβρίου του 1917 και την κατάληψη της εξουσίας, από τους μπολσεβίκους και είναι, πλήρως, περιγραφικός των αντιλήψεων των δύο ανδρών, αλλά και των τάσεων, που αυτοί εκπροσωπούσαν, στους πολιτικούς χώρους, που εξέφραζαν και των οποίων τάσεων ήσαν ιδρυτές.




Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς Κροπότκιν (Пётр Алексеевич Кропоткин 9/12/1842 - 8/2/1921). Ο πρίγκηπας της αναρχίας, ο άνθρωπος, που πρόδωσε την τάξη του και την εγκατέλειψε, μαζύ με κάθε τάση, για πολυτελή και εξεζητημένο βίο. Υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα, αφού ασχολήθηκε, με ένα πλήθος, από επιστημονικούς τομείς (ιστορία, κοινωνιολογία, ζωολογία, γεωγραφία), στους οποίους και άφησε σοβαρότατο επιστημονικό έργο. Υπήρξε ο ουσιαστικός ιδρυτής της αναρχοκομμουνιστικής τάσης, στο αναρχικό κίνημα. Ήταν εχθρός κάθε μορφής ατομικής ιδιοκτησίας, γεγονός, το οποίο τον διαφοροποίησε, σημαντικά, από τον Pierre-Joseph Proudhon και τον Μιχαήλ Μπακούνιν.

 


Ας παρακολουθήσουμε αυτόν τον χαρακτηριστικό διάλογο Κροπότκιν - Λένιν, μαζύ με την αφήγηση του Μπρούεβιτς, για τα περιστατικά, που έλαβαν χώρα, πριν, κατά την διάρκεια και μετά από αυτόν:


"Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη, στις 12 Ιούνη του 1917, ο Π. Α. Κροπότκιν επέστρεψε στη Ρωσία από την Αγγλία, στην Πετρούπολη, όπου ήθελε να ζήσει. Σύντομα, όμως, άλλαξε γνώμη και μετακόμισε στη Μόσχα. Μια μέρα, μέσα στο 1918, μια συγγενής του Πιοτρ Αλεκσέγιεβιτς Κροπότκιν – η κόρη του, αν θυμάμαι καλά, μαζί με τον σύζυγό της – παρουσιάστηκε, στο γραφείο μου, στην επιτροπή του Σοβιέτ των Επιτρόπων του Λαού (Σοβναρκόμ) και μου είπε, για τα προβλήματα, που αναγκαζόταν να υπομείνει, αναζητώντας μια κατοικία. 

Ήταν σαφές ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας παρανόησης, αφού ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, ως βετεράνος της επανάστασης, προφανώς, είχε το δικαίωμα, σε μια κατοικία, ακόμη και κατά την θυελλώδη αυτή επαναστατική περίοδο. Έτσι, ήρθα, πάλι, σε επαφή, με τον Π. Α. Κροπότκιν, τον οποίο γνώριζα, από το παρελθόν. Ενημέρωσα, αμέσως, τον Βλαντιμίρ Ίλιτς και αυτός, αμέσως, με διέταξε να εκδώσω μια άδεια κατοικίας, στο όνομα του Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, κάτι, που έκανα, άμεσα. Λίγο αργότερα, τον επισκέφτηκα, για να μάθω, πώς περνούσε και η συνάντησή μας ήταν, εξαιρετικά, πρόσχαρη και εγκάρδια. Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς ζούσε, πολύ λιτά, στο δωμάτιό του υπήρχαν πολλά βιβλία και τα πάντα έδειχναν ότι ήταν, επίπονα, απασχολημένος, με φιλολογικό έργο.
Αμέσως μετά την επανένωσή μας, ανέφερε την στάση του, απέναντι, στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Η μπολσεβίκικη επανάσταση τον είχε εκπλήξει, σε, ήδη, προχωρημένη ηλικία και κατά την γνώμη του, μόνο, άτομα, κάτω των σαράντα, μπορούσαν να συμμετέχουν, ενεργά, σε μια επανάσταση. Όταν αντέτεινα ότι όλο το παράνομο τμήμα του κόμματός μας, που είχε επαναστατική εμπειρία, ήταν, ήδη, πάνω από αυτή την ηλικία, απάντησε:

«Αυτή είναι η περίπτωση στη Ρωσία. Πράγματι, εδώ έχουμε επιφανείς επαναστάτες πενήντα ετών και άνω. Όμως, όσο αφορά την ηλικία μου… αυτό είναι ένα άλλο θέμα…»

Τα γεγονότα της περίπλοκης ζωής μας, τότε, όμως, τον κρατούσαν πολύ απασχολημένο, και όταν οι Λευκοί και οι εχθροί των Σοβιέτ περικύκλωναν την Σοβιετική Ρωσία συμπαραστεκόταν, πλήρως, στην τύχη του μεγάλου προλεταριακού κινήματος.

Κάποτε μου είπε:

«Σε όλες τις δραστηριότητες των τωρινών επαναστατικών πολιτικών κομμάτων δεν πρέπει, ποτέ, να ξεχνάμε ότι το κίνημα του προλεταριάτου τον Οκτώβρη, το οποίο κατέληξε, σε μια επανάσταση, έχει αποδείξει σε όλους, ότι μια κοινωνική επανάσταση είναι μέσα στα όρια του δυνατού. Και αυτός ο αγώνας, που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο, θα πρέπει να υποστηρίζεται, με όλα τα μέσα – όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα. Το κόμμα των Μπολσεβίκων είχε δίκιο να υιοθετήσει το παλιό, καθαρά, προλεταριακό όνομα του “Κομμουνιστικού Κόμματος”. Ακόμα και αν δεν επιτύχει όλα όσα θα ήθελε, θα φωτίσει, ωστόσο, την πορεία των πολιτισμένων χωρών, για τουλάχιστον, έναν αιώνα. Οι ιδέες του, σιγά - σιγά, θα υιοθετηθούν, από τους λαούς, με τον ίδιο τρόπο, όπως και τον 19ο αιώνα ο κόσμος υιοθέτησε τις ιδέες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή είναι η κολοσσιαία επίτευξη της Οκτωβριανής Επανάστασης».

Δεν πρέπει να λησμονήσω να αναφέρω ότι το καλοκαίρι του 1920, όπως αναφέρει ο Λεμπέντεφ, επισκέφτηκε τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς μια αντιπροσωπεία άγγλων εργατών.

Ο Κροπότκιν παρέδωσε μια μακρά επιστολή στην αντιπροσωπεία, απευθυνόμενη στους «εργάτες της Δυτικής Ευρώπης». Στην επιστολή αυτή έγραφε ότι «οι εργαζόμενοι του πολιτισμένου κόσμου και οι φίλοι τους, στις άλλες τάξεις, θα πρέπει να εξαναγκάσουν τις κυβερνήσεις τους να εγκαταλείψουν, εντελώς, την ιδέα της ένοπλης επέμβασης, στην Ρωσία, είτε ανοιχτά, ή κρυφά, τόσο, με τη μορφή της ένοπλης βοήθειας, όσο και της υποστήριξης, σε διάφορες ομάδες και είναι καιρός τα έθνη της Ευρώπης να αποκτήσουν άμεσες σχέσεις, με το ρωσικό έθνος».

Φυσικά, όντας ένας αφοσιωμένος αναρχικός, ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς δεν αναγνώριζε την κυβέρνηση του σοβιετικού κράτους μας. Ήταν, εντελώς, αντίθετος, σε όλα τα κόμματα και σε ένα κράτος. Ωστόσο, όταν μιλούσες μαζί του, για την πρακτική και όχι θεωρίες, καταλάβαινε ότι χωρίς κρατική εξουσία ήταν αδύνατο να εδραιωθούν τα οφέλη της επανάστασης. Στην πρώτη συνάντησή μας, ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς μου είπε:

«Μου είπαν ότι ο Βλαντιμίρ Ίλιτς έχει γράψει ένα υπέροχο βιβλίο για το κράτος, το οποίο δεν έχω δει, ή διαβάσει, ακόμη, και όπου βεβαιώνει ότι το κράτος και η κρατική εξουσία θα σβήσουν, στο τέλος. Με αυτή την τολμηρή αποκάλυψη της διδασκαλίας του Μαρξ και μόνο, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς έχει κερδίσει το σεβασμό και το ενδιαφέρον και το προλεταριάτο του κόσμου δεν θα το ξεχάσει, ποτέ, αυτό. Βλέπω την Οκτωβριανή Επανάσταση, ως μια προσπάθεια να φέρει την προηγούμενη Επανάσταση του Φλεβάρη, στην λογική της κατάληξη, με μια μετάβαση, στον κομμουνισμό και τον φεντεραλισμό».

Η ζωή ήταν δύσκολη, στην Μόσχα το 1918. Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς αποδέχθηκε την προσφορά του φίλου του Ολσούφιεφ να ζήσει, στο σπίτι του, στην πόλη Ντιμιτρώφ. Την άνοιξη του 1918 ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς μετακόμισε, με την οικογένειά του, στο Ντιμιτρώφ και εγκαταστάθηκε, μαζί με τον Ολσούφιεφ, ο οποίος είχε ένα μεγάλο σπίτι, με τέσσερα δωμάτια. Από το Ντιμιτρώφ, ερχόταν, στην Μόσχα, κάθε τόσο, και τον συναντούσα, πάντα. Έγραφε, επίσης, επιστολές, προς τον Βλαντιμίρ Ίλιτς και εμένα, για τα πιο ποικίλα ζητήματα. Παρότι η υγεία του ήταν, πάντα, επισφαλής, ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς ακόμα, προσπαθούσε να συμμετέχει, στην τοπική δημόσια ζωή. Μίλησε, σε ένα συνέδριο εκπαιδευτικών, συμμετείχε στο συνέδριο των αγροτικών συνεταιρισμών και υποστήριξε, σθεναρά, την ιδέα της δημιουργίας ενός περιφερειακού μουσείου.

Κρατούσα, συνεχώς, ενήμερο τον Βλαντιμίρ Ίλιτς, για τις συνθήκες διαβίωσης του Κροπότκιν και επίσης, για τις συνομιλίες μου, με αυτόν. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς έτρεφε μεγάλο σεβασμό, για τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς. Τον εκτιμούσε υψηλά, ιδίως, ως τον συγγραφέα του βιβλίου για τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, και συζητούσε, επί μακρόν, τα προτερήματα αυτού του αξιόλογου βιβλίου. Μου επεσήμανε ότι ο Κροπότκιν ήταν ο πρώτος, που εξέτασε την Γαλλική Επανάσταση, μέσα από τα μάτια ενός ερευνητή, για να εστιάσει την προσοχή, στις πληβειακές μάζες και να υπογραμμίσει, συνεχώς, τον ρόλο και την σημασία των τεχνιτών, των εργατών και των άλλων εκπροσώπων των εργαζομένων, στην διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Θεωρούσε το έργο αυτό του Κροπότκιν, ως ένα κλασικό έργο και συνέστησε την ανάγνωση και τη διανομή του, σε μεγάλη κλίμακα. Είπε ότι ήταν, σίγουρα, απαραίτητο να επανεκδοθεί αυτό το βιβλίο, σε μεγάλο τιράζ και να διανεμηθεί, δωρεάν, σε όλες τις βιβλιοθήκες της χώρας μας. Στη διάρκεια όλων των συνομιλιών μας, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς εξέφρασε την επιθυμία να συναντήσει τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς και να του μιλήσει. Στο τέλος του Απρίλη του 1919, του έγραψα μια επιστολή, της οποίας το πρωτότυπο φυλάσσεται, στο Μουσείο Κροπότκιν, στην Μόσχα.

«Αγαπητέ Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, άκουσα από τον Μίλερ ότι σκοπεύετε να έρθετε, στην Μόσχα. Αυτή είναι μια υπέροχη σκέψη! Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς σας στέλνει τους χαιρετισμούς του και μου είπε ότι θα ήθελε, πάρα πολύ, να σας συναντήσει. Μπορείτε να μου τηλεγραφήσετε, όταν έρχεστε, στην Μόσχα, θα ήθελα, επίσης, να σας συναντήσω. Με συντροφικούς χαιρετισμούς, δικός σας, Βλαντ. Μποντς Μπρούεβιτς».

Μόλις ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς ήρθε στη Μόσχα, με ενημέρωσε πάραυτα. Τον επισκέφτηκα και μου είπε ότι είχε λάβει την επιστολή μου και ότι, προφανώς, ήθελε να κανονιστεί μια συνάντηση, με τον Βλαντιμίρ Ίλιτς. «Έχω πολλά να συζητήσω μαζί του», πρόσθεσε. Συμφωνήσαμε ότι θα του έλεγα τηλεφωνικά την ημέρα και την ώρα της συνάντησης· πρόθεσή μου ήταν να γίνει, στο διαμέρισμά μου, στο Κρεμλίνο.

Αυτή η συζήτηση έλαβε χώρα κατά το 1919 – πρέπει να ήταν 8, 9 ή 10 Μαΐου. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς αποφάσισε ότι η συνεδρίαση θα γινόταν, μετά την εργάσιμη μέρα του στο Σοβναρκόμ και μου είπε ότι θα έλθει, στο διαμέρισμά μου, κατά τις 5 το απόγευμα. Ενημέρωσα τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, γι’ αυτό, τηλεφωνικά και του έστειλα ένα αυτοκίνητο. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς κατέφτασε, νωρίτερα, από τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς. Μιλούσαμε, για τα έργα των επαναστατών, στις προηγούμενες εποχές. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς είπε ότι, αναμφίβολα, θα έρθει ο καιρός που θα δημοσιεύσουμε τα έργα των ρώσων επαναστατών, που είχαν ζήσει, στο εξωτερικό. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς ξεφύλλισε εναλλάξ τα βιβλία του Κροπότκιν και του Μπακούνιν, στην βιβλιοθήκη μου, που είχα, στην κατοχή μου, από το 1905 και τους έριξε μια γρήγορη ματιά. Εκείνη την στιγμή παρουσιάστηκε ο Κροπότκιν. Περπάτησα, προς το μέρος του. Ανέβαινε, αργά, τις σχετικά απότομες σκάλες μας. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς περπάτησε, γρήγορα, προς αυτόν, μέσω του διαδρόμου και χαιρέτησε τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, με ένα μεγάλο χαμόγελο. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς τον πήρε, από το μπράτσο και πολύ ευγενικά και πολύ προσεκτικά, σαν να τον οδηγούσε, στο γραφείο του, τον συνόδεψε, σε μια καρέκλα και τον κάθισε, στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού.

Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς είπε, εγκάρδια:

«Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω, Βλαντιμίρ Ίλιτς! Εσείς και εγώ έχουμε διαφορετικές απόψεις. Έχουμε διαφορετικές απόψεις, για μια σειρά προβλήματα, τόσο όσον αφορά την εκτέλεση όσο και την οργάνωση, αλλά οι στόχοι μας είναι οι ίδιοι και ό,τι εσείς και οι σύντροφοί σας κάνετε, στο όνομα του κομμουνισμού, με ευχαριστεί πολύ και κάνει την, ήδη, γερασμένη καρδιά μου ευτυχισμένη. Τώρα, όμως, κάνετε την ζωή δύσκολη, για τους συνεταιρισμούς και είμαι υπέρ των συνεταιρισμών!» «Αλλά και εμείς είμαστε υπέρ τους!» αναφώνησε, δυνατά, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, «μόνο, είμαστε αντίθετοι, στους συνεταιρισμούς πίσω από τους οποίους κρύβονται κουλάκοι, μεγαλοκτηματίες, έμποροι και ιδιώτες καπιταλιστές. Θέλουμε, μόνο, να βγάλουμε τη μάσκα αυτών των ψευδοσυνεταιρισμών και να δώσουμε την ευκαιρία, σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, να συμμετάσχουν, σε πραγματικούς συνεταιρισμούς!»

«Δεν θέλω να το αμφισβητήσω», απάντησε ο Κροπότκιν «και όταν αυτό συμβαίνει, πρέπει, προφανώς, να καταπολεμείται, με όλα τα μέσα, όπως, ακριβώς, τα ψέματα και η μυθοποίηση πρέπει να καταπολεμηθούν, παντού. Δεν χρειαζόμαστε πέπλα, πρέπει να αποκαλύψουμε κάθε ψέμα, χωρίς έλεος, αλλά, εκεί, στο Ντιμιτρώφ, έχω δει, πάνω από μια φορά, να διώκονται μέλη του συνεταιρισμού, που δεν έχουν, τίποτε, κοινό, με εκείνους, για τους οποίους μιλούσατε ένα λεπτό πριν, και αυτό οφείλεται, στο ότι οι τοπικές αρχές – που ήταν, ίσως, οι επαναστάτες του χθες – ακριβώς, όπως όλες οι άλλες αρχές, έχουν γραφειοκρατικοποιηθεί, έχουν μετατραπεί, σε υπαλλήλους, που επιθυμούν να κάνουν, με τους υφισταμένους τους ό,τι θέλουν, και οι οποίοι πιστεύουν ότι το σύνολο του πληθυσμού είναι υποτελές, σε αυτούς».

«Είμαστε, πάντα και παντού, ενάντια, στην γραφειοκρατία», δήλωσε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς. «Είμαστε, εναντίον, των γραφειοκρατών και ενάντια, στην γραφειοκρατία και πρέπει να εξαλείψουμε αυτό το παλιό χάος εντελώς, αν μεγαλώνει στην νέα κοινωνία μας· αλλά, σίγουρα, καταλαβαίνετε, Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, ότι είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουμε τους ανθρώπους, αφού το πιο απρόσιτο φρούριο είναι, ασφαλώς – όπως έλεγε ο Μαρξ –, το ανθρώπινο κρανίο. Παίρνουμε όλα τα είδη μέτρων, για να είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε, σε αυτόν τον αγώνα και η ίδια η ζωή, μας διδάσκει, προφανώς, πολλά. Η έλλειψή μας πολιτισμού, ο αναλφαβητισμός μας, η καθυστέρησή μας, είναι φυσικά αξιοσημείωτα, αλλά κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει, ως κόμμα, ως κρατική εξουσία, για όλα όσα δεν πάνε καλά, στους θεσμούς της εξουσίας και πολύ λιγότερο, για ό,τι συμβαίνει, μακριά, κάπου, στην ύπαιθρο, σε μεγάλη απόσταση, από το κέντρο της χώρας».

«Φυσικά, αυτό δεν είναι παρηγοριά, για όλους εκείνους, που εκτίθενται, στην άσκηση της εξουσίας αυτών των οπισθοδρομικού είδους αρχών», αναφώνησε ο Π. Α. Κροπότκιν, «και η εξουσία, από μόνη της, είναι, ήδη, ένα τρομερό δηλητήριο, για όποιον την ασκεί».

«Αλλά δεν υπάρχει τίποτε, που να μπορούμε να κάνουμε, γι’ αυτό», πρόσθεσε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, «δεν μπορείτε να κάνετε μια επανάσταση, με βελούδινα γάντια. Γνωρίζουμε, πολύ καλά, ότι έχουμε κάνει πάρα πολλά λάθη και ότι θα κάνουμε ένα μεγάλο αριθμό λαθών· κάθε τι, που μπορεί να διορθωθεί, το διορθώνουμε· παραδεχόμαστε τα λάθη μας και συχνά, τις μεγαλύτερες βλακείες μας. Παρόλα τα λάθη, οδηγούμε την σοσιαλιστική επανάστασή μας, σε ένα αίσιο τέλος. Αλλά παρακαλώ να μας βοηθάτε, μοιραζόμενος όλα τα λάθη, που βλέπετε, με μας και να είστε βέβαιος ότι ο καθένας, από εμάς, θα τα εξετάσει, με την μεγαλύτερη δυνατή προσοχή».

«Ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος», είπε ο Κροπότκιν, «θα αρνηθεί να βοηθήσει εσάς και τους συντρόφους σας, όπου αυτό είναι δυνατόν… Θα σας λέμε, για όλα τα λάθη που συμβαίνουν, τα οποία προκαλούν δυνατά βογκητά, σε πολλά σημεία…»

«Όχι βογγητά, αλλά κραυγές, από αντεπαναστάτες, που αντιστέκονται, με τους οποίους είμαστε και παραμένουμε, εντελώς, αντίθετοι…»

«Τώρα λέτε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε, χωρίς εξουσία», άρχισε να θεωρητικολογεί ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, «αλλά, κατά τη γνώμη μου, είναι δυνατόν… Θα πρέπει να δείτε, ότι μια αντιεξουσιαστική αρχή φουντώνει. Στην Αγγλία, για παράδειγμα – μόλις με πληροφόρησαν για το θέμα αυτό –, οι λιμενεργάτες, σε ένα από τα λιμάνια, έχουν δημιουργήσει έναν υπέροχο, εντελώς, ελεύθερο συνεταιρισμό, όπου οι εργάτες, από όλα τα άλλα εργοστάσια, έρχονται και πάνε. Το συνεταιριστικό κίνημα είναι σημαντικό, σε μεγάλο βαθμό, ναι, είναι, στην ουσία…»

Κοίταξα τον Βλαντιμίρ Ίλιτς. Το βλέμμα του περιείχε ένα στοιχείο ειρωνείας και διασκέδασης: ακούγοντας, πολύ προσεκτικά, τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, είχε, σαφώς, εκπλαγεί, από το ότι, ενώ η επανάσταση του Οκτώβρη είχε επεκταθεί, σε τόσο μεγάλο βαθμό, του ήταν ακόμα δυνατό να μιλά, μόνο, για συνεταιρισμούς και ακόμη περισσότερους συνεταιρισμούς. Και ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς συνέχισε να μιλά και να μιλά, μας είπε, πως, κάπου αλλού, στην Αγγλία, ένας άλλος συνεταιρισμός είχε ιδρυθεί, και πως, κάπου αλλού, στην Ισπανία, κάποια άλλη μικρή (συνεταιριστική) ομοσπονδία είχε ιδρυθεί, και πως το συνδικαλιστικό κίνημα στη Γαλλία αναπτυσσόταν…

«Αυτό είναι πολύ επιβλαβές», διέκοψε ο Λένιν, που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του πια, «με το να μην αφιερώνει καμία προσοχή, στην πολιτική πλευρά της ζωής και το να διασπά τις εργαζόμενες μάζες, τις αποσπά κανείς, από την άμεση πάλη…»

«Αλλά το επαγγελματικό κίνημα ενώνει εκατομμύρια, και αυτό, από μόνο του, είναι, ήδη, ένας κολοσσιαίος παράγοντας», είπε ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, με θέρμη. «Μαζί, με το συνεταιριστικό κίνημα, αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα, προς τα εμπρός…»

«Αυτά είναι όλα πολύ ωραία», διέκοψε ο Λένιν. «Φυσικά, το συνεταιριστικό κίνημα είναι σημαντικό, αλλά, αν είναι, μόνο, συνδικαλιστικού χαρακτήρα, είναι επιβλαβές· αλλά είναι, πραγματικά, αυτή η ουσία; Μπορεί μόνο αυτό να οδηγήσει σε κάτι νέο; Πιστεύετε, πραγματικά, ότι ο καπιταλιστικός κόσμος θα ανοίξει τον δρόμο, για το συνεταιριστικό κίνημα; Ο καπιταλισμός θα προσπαθήσει να πάρει τον έλεγχο, πάνω στους συνεταιρισμούς, με οποιοδήποτε μέσο είναι απαραίτητο. Αυτή η αντιεξουσιαστική συνεταιριστική ομάδα των άγγλων εργατών θα συνθλιβεί, με τον πιο αδίστακτο τρόπο και θα μετατραπεί, σε υπηρέτες του κεφαλαίου. Θα εξαρτηθούν, από το κεφάλαιο, με χίλια δυο νήματα, έτσι ώστε η νεοσυσταθείσα τάση, την οποία συμμερίζεστε, τόσο πολύ, θα πιαστεί, στον ιστό της αράχνης. Συγνώμη, αλλά όλα αυτά είναι ασήμαντα! Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες! Αυτό, που χρειάζεται, είναι άμεση δράση των μαζών, και για όσο αυτή δεν συμβαίνει, τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, για φεντεραλισμό, κομμουνισμό, ή κοινωνικές επαναστάσεις. Αυτά είναι παιδικά παιχνίδια, φλυαρία, χωρίς στέρεο έδαφος, κάτω από τα πόδια μας, χωρίς εξουσία, χωρίς μέσα, και δεν μας φέρνουν, ούτε ένα βήμα, πιο κοντά, στους κοινωνικούς στόχους μας».

Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς στεκόταν όρθιος, τώρα και τα έλεγε όλα αυτά, υψώνοντας την φωνή του, με ένα σαφή και παραστατικό τρόπο. Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς έκλεινε, προς τα πίσω και άκουγε, πολύ προσεκτικά, τα φλογερά λόγια του Βλαντιμίρ Ίλιτς και δεν μίλησε, για τους συνεταιρισμούς, πια, μετά από αυτό.

«Φυσικά, έχετε δίκιο», είπε, «χωρίς αγώνα, δεν μπορείτε να πάτε εκεί, ούτε σε μία χώρα· χωρίς τον πιο απεγνωσμένο αγώνα…»

«Αλλά μόνο μαζικά», αναφώνησε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, «οι δολοφονίες και απόπειρες, εναντίον μεμονωμένων ατόμων, δεν χρησιμεύουν, σε τίποτε, και είναι καιρός οι αναρχικοί να το καταλάβετε αυτό. Μόνο, μέσα στις μάζες, μόνο από τις μάζες, και μόνο, με τις μάζες… Όλες οι άλλες μέθοδοι, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών, έχουν, ήδη, μπει, στο αρχείο, από την ιστορία. Είναι άχρηστες, δεν εξυπηρετούν τίποτε, δεν προσελκύουν κανέναν και είναι, μόνο, μια απόσπαση της προσοχής, για ανθρώπους, που αναζητούν την σωτηρία τους, σε αυτόν τον ξεπερασμένο δρόμο».

Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, ξαφνικά, σιώπησε, χαμογέλασε, πολύ απολογητικά και είπε: «Με συγχωρείτε, αφήνω τον εαυτό μου να επεκτείνεται πολύ και σας κουράζω, αλλά εμείς οι μπολσεβίκοι είμαστε όλοι το ίδιο, αυτό είναι το πρόβλημά μας, αυτό είναι το προσφιλές μας θέμα, και μας είναι, τόσο αγαπητό, που δεν μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό, χωρίς να ενθουσιαζόμαστε».

«Όχι, όχι», απάντησε ο Κροπότκιν, «αν και οι σύντροφοί σας σκέφτονται, με αυτόν τον τρόπο, αν η εξουσία δεν μπαίνει στα κεφάλια τους, και αν αισθάνονται ότι δεν θα κινηθούν, προς την κατεύθυνση της καταπίεσης, από το κράτος, τότε, θα επιτύχουν πολλά. Τότε, η επανάσταση είναι, πραγματικά, σε καλά χέρια».

«Κάνουμε το καλύτερο, που μπορούμε», απάντησε, καλοσυνάτα, ο Λένιν. «Χρειαζόμαστε ανεπτυγμένες μάζες», συνέχισε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, «και θα ήθελα τόσο πολύ να δω αυτό το βιβλίο σας, Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, τυπωμένο, σε μια έκδοση, όσο το δυνατό μεγαλύτερη. Γιατί αυτό το βιβλίο είναι χρήσιμο, για όλους».

«Αλλά πού μπορεί να τυπωθεί; Δεν θα τυπωθεί, στον κρατικό εκδοτικό οίκο…».

Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς έγνεψε, επιδοκιμαστικά.

«Λοιπόν», είπε, σαφώς ικανοποιημένος με αυτή την αποδοχή και την πρόταση, «αν θεωρείτε το βιβλίο ενδιαφέρον και χρήσιμο είμαι έτοιμος να το εκτυπώσουμε, σε μια φτηνή έκδοση. Ίσως, θα βρούμε ένα συνεργατικό εκδοτικό οίκο, που θα το δεχτούν».

«Αυτό δεν θα είναι πρόβλημα», είπε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς, «είμαι βέβαιος, γι’ αυτό…»

Μετά από αυτό η συζήτηση, ανάμεσα, στον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς και τον Βλαντιμίρ Ίλιτς, σταμάτησε λίγο. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς κοίταξε το ρολόι του, σηκώθηκε και είπε ότι έπρεπε να προετοιμαστεί, για την συνεδρίαση του Σοβναρκόμ. Αποχαιρέτησε τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς, με τον πιο εγκάρδιο τρόπο και είπε ότι θα ήταν ευτυχής να λαβαίνει κάθε επιστολή του. Ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς μας αποχαιρέτησε, επίσης και βγήκε έξω. Τον συνοδέψαμε, ως την πόρτα.

«Πόσο γέρασε», μου είπε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς. «Τώρα ζει σε μια χώρα που είναι γεμάτη με την επανάσταση, όπου τα πάντα έχουν, εντελώς, αναποδογυριστεί, και δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο, εκτός από να μιλά για το συνεταιριστικό κίνημα. Να, εδώ έχετε τη φτώχεια των ιδεών των αναρχικών και όλων των άλλων μικροαστών θεωρητικών και μεταρρυθμιστών, οι οποίοι σε μια στιγμή μαζικών δημιουργικών δραστηριοτήτων, στην εποχή της επανάστασης, δεν είναι σε θέση να παρουσιάσουν ένα καλό σχέδιο ή καλές πρακτικές συμβουλές. Γιατί αν κάναμε ό,τι λέει, έστω για ένα λεπτό, τότε, αύριο θα είχαμε την απολυταρχία, πίσω, στην εξουσία και όλοι, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου, θα συζητάγαμε, γύρω από μια λάμπα του δρόμου, και αυτός, μόνο, επειδή ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του αναρχικό. Και πόσο καλά έγραφε, τι θαυμάσια βιβλία, πόσο αναζωογονητικά και με πόση ακρίβεια διατύπωνε και σκεφτόταν, και τώρα, όλα αυτά ανήκουν, στο παρελθόν και δεν απέμεινε τίποτα… Αλλά, βέβαια, είναι πολύ γέρος και πρέπει να τον περιβάλλουμε, με προσοχή και να τον βοηθήσουμε, με όλα όσα χρειάζεται, όσο μπορούμε, αλλά αυτό πρέπει να γίνει πολύ λεπτά και προσεκτικά. Είναι πολύ χρήσιμος και πολύτιμος, για μας, λόγω όλου του καταπληκτικού παρελθόντος του και όλων όσων έχει κάνει. Παρακαλώ μην τον χάσετε, από τα μάτια σας, να φροντίζετε αυτόν και την οικογένειά του και να με κρατάτε ενήμερο, για τα πάντα, τότε, θα το συζητάμε, μαζί και θα τον βοηθάμε».

Ενώ συνεχίζαμε την κουβέντα μας για τον Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς και τους ανθρώπους της γενιάς του, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς και εγώ διασχίζαμε το Κρεμλίνο, προς την κατεύθυνση του κτιρίου του Σοβναρκόμ, όπου, σε ένα τέταρτο της ώρας, θα ξεκινούσε η επόμενη σύνοδος της κυβέρνησής μας".



Το περιεχόμενο του παραπάνω διαλόγου, ανάμεσα, στον Κροπότκιν και τον Λένιν, περιγράφει τα πλαίσια και τα όρια της διαφοροποιημένης, ως προς το περίβλημα και το περιεχόμενο, ιδεολογίας (νοουμένης ως ψευδούς συνειδήσεως) εκάστου, εκ των συνομιλητών, την επαφή αυτών των διαφοροποιημένων εκδοχών της ιδεολογίας αυτών των συνομιλητών, με την περιρέουσα πραγματικότητα της εποχής, στην οποία ζούσαν, όπως, επίσης και επί των προβολών αυτής της πραγματικότητας, στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο συνομιλητές βρίσκονταν, μακριά, από την πραγματικότητα. Το περιεχόμενο των διαφοροποιημένων ιδεολογιών τους, που σηματοδοτεί και κινητροδοτεί τον διάλογο των δύο ανδρών δεν έχει σχέση, με αυτό, που οι ίδιοι ζούσαν και με την εποχή τους - ή, μάλλον, ορθότερα, το διαφοροποιημένο περιεχόμενο των ιδεολογιών, που κυριαρχούσαν, στα μυαλά του Κροπότκιν και του Λένιν είχε μια, απρόσμενα και για τους δύο, στρεβλή σχέση, με την εποχή, που ζούσαν και με τα γεγονότα, που εκτυλίσσονταν, γύρω τους, αν και αυτά τα γεγονότα και αυτή η εποχή καθορίστηκαν και προσδιορίστηκαν, πρωταρχικά, από τις πράξεις του ενός, εκ των συνομιλητών - του Λένιν.

Όμως, η αλήθεια, επίσης, είναι ότι μπορεί ο ιδεολογικός λόγος του Λένιν να απείχε έτη φωτός από την πραγματικότητα, την οποία ζούσε, αλλά, απέναντι, στον Κροπότκιν, βρισκόταν, σε πολύ πιο πλεονεκτική θέση, όσον αφορά την, εν τοις πράγμασι, περιγραφή της. Και αυτό συνέβαινε επειδή ο Λένιν κατείχε την εξουσία και διαμόρφωνε την πραγματικότητα και τα γεγονότα, που συγκρότησαν, όχι, μόνο, την εποχή του, αλλά και όσα ακολούθησαν, μέχρι τις ημέρες μας και πολύ μετά από αυτές, ενώ ο Κροπότκιν, ο οποίος ουδεμία εξουσία κατείχε, βρισκόταν, σε μιαν, εξόχως, μειονεκτική θέση, η οποία προσδιόριζε και την βάση της επιχειρηματολογίας του, ως μιας αμυντικής και μη ρεαλιστικής επιχειρηματολογίας.

Ο Πιότρ Κροπότκιν, από το σύνολο των τοποθετήσεών του, φαίνεται ότι είχε συνείδηση της μειονεκτικής του θέσης, στον διάλογο, που είχε, με τον Λένιν. Ο Λένιν φάνταζε ως (και ήταν) ο άνθρωπος της πράξης, εκείνος, ο οποίος βρήκε μπροστά του μια κοινωνική επανάσταση και με ένα πολιτικό εργαλείο - το μπολσεβίκικο κόμμα -, το οποίο είχε εφεύρει ο ίδιος, καθοδήγησε και ώθησε αυτή την κοινωνική επανάσταση και το  ρωσικό προλεταριάτο, ως επαναστατικό της υποκείμενο, προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δηλαδή του σκοπού όλων των επαναστατών, που ξεκίνησαν, μέσα από την μήτρα, αρχικά του "ουτοπικού σοσιαλισμού" και των κοινωνικών αγώνων και εξεγέρσεων, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα.

Μέσα, στα πλαίσια αυτά, ο Πιότρ Κροπότκιν περιορίζεται, στον ρόλο του συμβούλου, απευθύνοντας παραινέσεις, προτροπές και υποδείξεις, προς τον Λένιν, με σκοπό και στόχο την βελτίωση των πρακτικών των μπολσεβίκων, για τους οποίους φαίνεται να πίστευε ότι ήταν δυνατόν, παρά την εξουσιαστική λειτουργία της κυβέρνησης, που είχαν σχηματίσει και του κράτους, που οικοδομούσαν, να ωθηθούν, στο να συμβάλουν, στην κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή και στην κατάργηση του κράτους και κάθε μορφή εξουσίας.

Στην πραγματικότητα, έτσι, όπως την βλέπουμε, με την εμπειρία της, εκ των υστέρων γνώσης, κατανοούμε, πολύ εύκολα, ότι ο όποιος ρεαλισμός του Λένιν δεν βρισκόταν, σε συνάρτηση, με την ιδεολογία, που κουβαλούσε, στο μυαλό του. Ο ρεαλισμός του Λένιν εδραζόταν, σε μια στέρεη βάση, η οποία δεν είχε σχέση, με τις επαγγελίες της ιδεολογίας του, αλλά ήταν, πλήρως και παντελώς, συνυφασμένη, με την εξουσία, που κατείχε και την οποία ο ίδιος ο Λένιν, με στιβαρό χέρι και με σιδερένια ορμή δημιουργούσε, κατηύθυνε και επέκτεινε.

Και φυσικά, όλα αυτά συνέβησαν, παρά τις όποιες ιδεοληψίες του ηγέτη του μπολσεβίκων, οι οποίες, ως συγκροτημένη ψευδής συνείδηση, μέσα από μια προσωπική εκδοχή των μαρξιστικών ιδεών, που, αποκλήθηκε, ως λενινισμός, χρησίμευσαν, ως προπαγανδιστικός παραμυθολογικός μηχανισμός, για την επένδυση, την καταξίωση και την κυριαρχία αυτής της νέας εξουσίας και των μηχανισμών της, στα μυαλά της νέας ηγέτιδας τάξης, που ξεπήδησε, μέσα από το μπολσεβίκικο κόμμα και των υπηκόων της, στην μετεπαναστατική Ρωσία.

Κάπου εδώ, είναι που ο Πιότρ Κροπότκιν, οι επισημάνσεις και οι ενστάσεις του, απέναντι, στον Λένιν και τους σχεδιασμούς του, που δικαιώνονται, ιστορικά, ο γερασμένος πρίγκηπας της αναρχίας, ο οποίος έλειπε από την Ρωσία, για 40 χρόνια, πριν από την ρωσική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, επειδή ήταν εξορισμένος, από το τσαρικό καθεστώς, ακριβώς, επειδή ήταν αναρχικός και προδότης της τάξης του.

Θα παραθέσω, εδώ και ένα άλλο εμπνευσμένο κείμενο του Πιότρ Κροπότκιν, προκειμένου να συγκριθεί, με το περιεχόμενο του διαλόγου, που παρέθεσα. Πρόκειται, για το "Νόμος και εξουσία", το οποίο μας περιγράφει, αδρά, τις σκέψεις, την ιδιοσυγκρασία του ανδρός και την ροπή του, προς την αναρχοκομμουνιστική τάση του αντιεξουσιαστικού κινήματος, της οποίας είναι και ο ουσιαστικός ιδρυτής :


"«Όταν η αμάθεια κυριαρχεί, στην κοινωνία κι η αταξία, στα μυαλά των ανθρώπων, οι νόμοι πολλαπλασιάζονται, η νομοθεσία προσδοκάται να τα κάνει όλα, κι ενώ κάθε καινούργιος νόμος είναι ένα νέο στραβοπάτημα, οι άνθρωποι οδηγούνται, συνεχώς, στο να απαιτούν, από αυτόν, ό,τι μπορεί να προκύψει μόνον, από τους ίδιους, από την δική τους εκπαίδευση και την δική τους ηθική».

Δεν είναι επαναστάτης αυτός, που τα λέει αυτά, ούτε, έστω, ένας μεταρρυθμιστής. Είναι ο νομικός Dalloy, συγγραφέας της συλλογής του γαλλικού δικαίου, που είναι γνωστή, ως «Ευρετήριο της Νομοθεσίας». Κι όμως, μολονότι, αυτές οι γραμμές γράφτηκαν, από έναν άνθρωπο, ο οποίος ήταν ο ίδιος δημιουργός και θαυμαστής του νόμου, εκφράζουν, τέλεια, την ανώμαλη κατάσταση της κοινωνίας μας.

Στα υπάρχοντα κράτη, οι άνθρωποι προσβλέπουν, σε έναν καινούργιο νόμο, σαν φάρμακο, για οποιοδήποτε κακό. Αντί να αλλάξουν μόνοι τους ό,τι είναι κακό, οι άνθρωποι αρχίζουν να ζητούν έναν νόμο, για να το αλλάξει. Αν ο δρόμος, μεταξύ δύο χωριών, είναι απροσπέλαστος, ο χωριάτης λέει: «θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος, για τους επαρχιακούς δρόμους». Αν ένας φύλακας πάρκου εκμεταλλεύεται την έλλειψη πνεύματος, σε έναν, από εκείνους, οι οποίοι τον ακολουθούν, με δουλικό σεβασμό και τον προσβάλλει, ο προσβλημένος, λέει: «θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος, που να επιβάλλει περισσότερη ευγένεια, στους φύλακες πάρκων». Αν υπάρχει στασιμότητα, στην γεωργία, ή, στο εμπόριο, ο γεωργός, ο κτηνοτρόφος, ή ο έμπορος σίτου, υποστηρίζει: «χρειαζόμαστε προστατευτική νομοθεσία». Μέχρι τον τελευταίο μικρέμπορο, δεν υπάρχει κανείς, που να μη ζητάει έναν νόμο, για να προστατεύσει το επάγγελμά του. Αν ο εργοδότης κατεβάζει τους μισθούς, ή αυξάνει τις ώρες εργασίας, ο εκκολαπτόμενος πολιτικός διακηρύσσει: «Πρέπει να υπάρξει ένας νόμος, για να βάλει τάξη, σε όλα αυτά».

Κοντολογίς, ένας νόμος, παντού και για τα πάντα! Νόμος, για τις μόδες, νόμος, για τους τρελούς σκύλους, νόμος, για την αρετή, νόμος, που να βάλει τέλος, σε όλα τα βίτσια κι όλα τα κακά, τα οποία απορρέουν, από την ανθρώπινη παθητικότητα και δειλία.

Έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί, από μια διαπαιδαγώγηση, η οποία, από την νηπιακή ηλικία, ζητά να σκοτώσει, μέσα μας, το πνεύμα της εξέγερσης, και να αναπτύξει εκείνο της υποταγής, στην εξουσία. Έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί, από αυτή την ύπαρξη, κάτω από τον ζυγό του νόμου, ο οποίος κανονίζει, κάθε γεγονός, στην ζωή μας – την γέννησή μας, την εκπαίδευσή μας, την ανάπτυξή μας, την αγάπη μας, την φιλία μας –, ώστε, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση πραγμάτων, θα χάσουμε κάθε πρωτοβουλία, κάθε συνήθεια να σκεφτόμαστε μόνοι μας.  Η κοινωνία μας δεν φαίνεται, πια, ικανή να καταλάβει ότι είναι δυνατό να ζήσουμε, κατά άλλο τρόπο και όχι μόνο, κάτω από το κράτος του νόμου, που τον επεξεργάζεται μία αντιπροσωπευτική κυβέρνηση και τον διαχειρίζεται μια χούφτα κυβερνητών. Ακόμη και όταν έφτασε, ως το σημείο, να χειραφετηθεί, από την δουλεία, η πρώτη της φροντίδα ήταν να την αποκαταστήσει άμεσα. Το «Έτος Ι της Ελευθερίας» δεν διήρκεσε, ποτέ, περισσότερο, από μία ημέρα, γιατί, μόλις, το διακήρυξαν οι άνθρωποι έβαλαν τους εαυτούς τους, την άλλη κιόλας ημέρα, κάτω από τον ζυγό του νόμου και της εξουσίας.

Πράγματι, για μερικές χιλιάδες χρόνια, εκείνοι οι οποίοι μας κυβερνούν δεν έχουν κάνει άλλο, από το να διατυμπανίζουν τον «σεβασμό στο νόμο, την υποταγή στην εξουσία». Αυτή είναι η ηθική ατμόσφαιρα, μέσα, στην οποία οι γονείς ανατρέφουν τα παιδιά τους, και το σχολείο χρησιμεύει, μόνον, για να επικυρώσει αυτή την κατάσταση. Έξυπνα επιλεγμένα ψήγματα, νόθας επιστήμης εντυπώνονται, στα μυαλά των παιδιών, για να αποδείξουν την αναγκαιότητα του νόμου· η υποταγή, στον νόμο, γίνεται θρησκεία· η ηθική καλοσύνη και ο νόμος των κυρίαρχων συγχέονται, μέσα σε μία και την αυτή, θεότητα. Ο ιστορικός ήρωας της σχολικής αίθουσας είναι ο άνδρας, που υπακούει στον νόμο, και τον υπερασπίζει, ενάντια στους επαναστάτες.

Αργότερα, όταν μπαίνουμε, στην δημόσια ζωή, η κοινωνία και η λογοτεχνία, που μας γαλβανίζουν, ημέρα, με την ημέρα και ώρα, με την ώρα, όπως η σταλαγματιά τρυπάει την πέτρα, συνεχίζουν να μας εντυπώνουν την ίδια προκατάληψη. Τα βιβλία ιστορίας, πολιτικής επιστήμης, κοινωνικής επιστήμης, είναι παραγεμισμένα, με αυτόν τον σεβασμό, για τον νόμο. Ακόμη και οι φυσικές επιστήμες έχουν τεθεί, στην υπηρεσία αυτού του σκοπού, με την εισαγωγή τεχνητών τρόπων έκφρασης, δανεισμένων, από την θεολογία και την αυθαίρετη εξουσία, μέσα στην γνώση, που είναι, καθαρά, αποτέλεσμα παρατήρησης. Έτσι, η νοημοσύνη μας συσκοτίζεται, επιδέξια, και πάντοτε, με σκοπό να διατηρηθεί ο σεβασμός μας, για τον νόμο. Η ίδια εργασία γίνεται, από τις εφημερίδες. Δεν έχουν ούτε ένα άρθρο, το οποίο να μην κηρύσσει τον σεβασμό, στον νόμο, ακόμη και όταν η τρίτη σελίδα αποδείκνύει, κάθε μέρα, την ηλιθιότητα του νόμου, και δείχνει, πως σύρεται, μέσα, από κάθε ποικιλία λάσπης και βρωμιάς, από εκείνους, που είναι επιφορτισμένοι, με την διαχείρισή του. Η υποτακτικότητα, μπροστά στον νόμο, έχει γίνει αρετή και αμφιβάλλω, εάν υπήρξε ποτέ, έστω κι ένας επαναστάτης, που να μην άρχισε, στην νεότητά του, ως αμύντορας του νόμου, ενάντια σε ό,τι, γενικά, αποκαλούνται «καταχρήσεις», μολονότι αυτές οι τελευταίες είναι αναπόφευκτες συνέπειες του νόμου.

Η τέχνη ευθυγραμμίζεται, με την ψευδοεπιστήμη.  Ο ήρωας του γλύπτη, του ζωγράφου, του μουσικού, καλύπτει τον νόμο, κάτω από την ασπίδα του, και με φλογίζοντα μάτια και φουσκωμένα ρουθούνια στέκεται, πάντα, έτοιμος να συντρίψει εκείνον, ο οποίος θα σήκωνε χέρι, ενάντιά του. Ναοί ανυψώνονται, σε αυτόν· οι επαναστάτες οι ίδιοι διστάζουν να θίξουν τους υψηλούς ιερείς, που έχουν αφιερωθεί, στην υπηρεσία του, και όταν η επανάσταση πρόκειται να σαρώσει κάποιον αρχαίο θεσμό, είναι, ακόμη, με τον νόμο, που προσπαθεί να επικυρώσει αυτή την πράξη.

Η συγκεχυμένη μάζα κανόνων συμπεριφοράς, που αποκαλείται δίκαιο, και που μας έχει κληροδοτηθεί, από την δουλεία, την δουλοπαροικία, τον φεουδαρχισμό και την βασιλεία, έχει πάρει την θέση εκείνων των πέτρινων τεράτων, μπροστά, στα οποία συνηθιζόταν να θυσιάζονται ανθρώπινα θύματα και τα οποία δουλοπρεπείς άγριοι δεν τολμούσαν, έστω και να αγγίξουν, μήπως και καούν, από τους κεραυνούς του ουρανού.

Αυτή η νέα λατρεία καθιερώθηκε, με τη ιδιαίτερη επιτυχία, από την άνοδο, στην εξουσία, της μεσαίας τάξης – από την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Υπό το παλαιό καθεστώς, οι άνθρωποι μιλούσαν λίγο, για νόμους· εκτός, πραγματικά, αν επρόκειτο, μαζί με τον Μοντεσκιέ, τον Ρουσσώ και τον Βολταίρο, να τους αντιπαραβάλλουν, στην βασιλική αυθαιρεσία. Η υποταγή στην θέληση του βασιλιά και της ακολουθίας του ήταν υποχρεωτική, επί ποινή απαγχονισμού, ή φυλάκισης. Αλλά, στην διάρκεια των επαναστάσεων και μετά από αυτές, όταν οι νομικοί ανέβηκαν, στην εξουσία, έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να ενισχύσουν την αρχή, στην οποία οφειλόταν η άνοδός τους! Η μεσαία τάξη την αποδέχτηκε, αμέσως, σαν ανάχωμα, για να τιθασεύσει τον λαϊκό χείμαρρο. Ο κλήρος έσπευσε να την κυρώσει, για να σώσει το σκάφος του, από ναυάγιο, ανάμεσα, στους παραβάτες. Τελικά, ο λαός την αποδέχτηκε, σαν μία βελτίωση, σε σχέση, με την αυθαίρετη εξουσία και βία του παρελθόντος.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να μεταφερθούμε, με την φαντασία, στον 18ο αιώνα. Οι καρδιές μας πρέπει να έχουν πονέσει, από την ιστορία των θηριωδιών, που διαπράχτηκαν, από τους παντοδύναμους ευγενείς του καιρού εκείνου, πάνω στους άντρες και τις γυναίκες του λαού, πριν καταλάβουμε ποιά πρέπει να ήταν η μαγική επίδραση, πάνω, στο μυαλό του χωρικού, της φράσης: «Ισότητα ενώπιον του νόμου, υποταγή στον νόμο, χωρίς διάκριση καταγωγής και περιουσίας». Αυτός, που, ως τότε, είχε αντιμετωπιστεί, χειρότερα και από ζώο, αυτός, που, ποτέ, δεν είχε δικαιώματα, αυτός, που, ποτέ, δεν είχε βρει δικαιοσύνη, ενάντια, στις αποτρόπαιες πράξεις των ευγενών, εκτός εάν έπαιρνε εκδίκηση, σκοτώνοντας τον ευγενή και αντιμετωπίζοντας, μετά την κρεμάλα – βρήκε τον εαυτό του να αναγνωρίζεται, από αυτό το αξίωμα, τουλάχιστον, στην θεωρία, τουλάχιστον, αναφορικά, με τα προσωπικά του δικαιώματα, σαν ίσος, με τον κύριό του.

Οποιοσδήποτε και να ήταν αυτός ο νόμος, υποσχόταν να μεταχειριστεί τον κύριο και τον χωρικό, όμοια· διακήρυσσε την ισότητα πλούσιου και φτωχού, ενώπιον του δικαστή. Η υπόσχεση ήταν ψέμα και σήμερα, το γνωρίζουμε· αλλά, σε εκείνη την περίοδο, ήταν μια πρόοδος, ένας φόρος τιμής, στην αλήθεια. Αυτός είναι ο λόγος, που, όταν οι σωτήρες της απειλούμενης μεσαίας τάξης (οι Ροβεσπιέροι και οι Νταντόν) υιοθέτησαν τα γραπτά του Ρουσσώ και του Βολταίρου και διακήρυξαν τον «σεβασμό για τον νόμο, ίδιο, για κάθε άνθρωπο», ο λαός αποδέχτηκε τον συμβιβασμό· γιατί ο επαναστατικός του πυρετός είχε, ήδη, καταναλωθεί, στην πάλη, με έναν εχθρό, που γινόταν, ημέρα με την ημέρα, απειλητικότερος· έσκυβαν τον αυχένα, κάτω από τον ζυγό του νόμου, για να σώσουν τους εαυτούς τους από την αυθαίρετη εξουσία των φεουδαρχών.

Η μεσαία τάξη συνέχισε, από τότε, να εκμεταλλεύεται αυτό το αξίωμα, το οποίο μαζί με μιαν άλλη αρχή, εκείνη της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, συνοψίζει την όλη φιλοσοφία της αστικής εποχής, του δέκατου ένατου αιώνα. Κήρυξε αυτή την θεωρία, στα σχολεία, την προπαγάνδισε, στα κείμενά της, διέπλασε την τέχνη και την επιστήμη της, για τον ίδιο σκοπό, σκόρπισε τις πεποιθήσεις της, σε κάθε τρύπα και γωνιά, σαν την ευσεβή Αγγλίδα, που ρίχνει φυλλάδια, κάτω από την πόρτα και το έχει κάνει αυτό, με τόση επιτυχία, ώστε, σήμερα, βλέπουμε την κατάληξη, στο αποκρουστικό γεγονός ότι άνθρωποι, που λαχταρούν την ελευθερία, επιχειρούν να την αποκτήσουν, παρακαλώντας τους κυρίους τους να έχουν την καλοσύνη να τους προστατεύσουν, τροποποιώντας τους νόμους, τους οποίους αυτοί οι κύριοι οι ίδιοι δημιουργήσει!

Αλλ’ οι καιροί και οι διαθέσεις αλλάζουν. Υπάρχουν, παντού, επαναστατημένοι, που δεν θέλουν, πια, να υπακούουν στον νόμο, χωρίς να ξέρουν, από πού προέρχεται, ποιές είναι οι χρήσεις του και από πού πηγάζει η υποχρέωση της υπακοής του και ο σεβασμός, με τον οποίο συνοδεύεται. Οι επαναστατημένοι των ημερών μας κριτικάρουν τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας, τα οποία, έως τώρα, θεωρούνταν ιερά και πρώτα, από όλα, αυτό το φετίχ - τον νόμο.

Οι άνθρωποι, που έχουν κριτική αντίληψη, αναλύουν τις πηγές του νόμου και βρίσκουν, εκεί, είτε έναν θεό, προϊόν των φόβων του αγρίου και ηλίθιο, τιποτένιο και κακεντρεχή, όπως οι ιερείς, που εγγυώνται την υπερφυσική καταγωγή του, ή, διαφορετικά, αιματοχυσία, κατάκτηση, δια πυρός και σιδήρου. Μελετούν τα χαρακτηριστικά του νόμου και αντί για συνεχή πρόοδο, που να αντιστοιχεί σε εκείνη της ανθρώπινης φυλής, βρίσκουν πως το διακριτικό του γνώρισμα είναι η ακινησία, μια τάση να αποκρυσταλλώσει ό,τι θα έπρεπε να τροποποιείται και να αναπτύσσεται, ημέρα με την ημέρα. Ρωτούν πώς ο νόμος έχει διατηρηθεί και στην υπηρεσία του, βλέπουν τις θηριωδίες του βυζαντινισμού, τις ωμότητες της Ιεράς Εξέτασης, τα βασανιστήρια του μεσαίωνα, ζωντανή σάρκα ξεσχισμένη, από το μαστίγιο του δήμιου, αλυσίδες, ρόπαλα, πελέκεις, τα σκοτεινά κελιά των φυλακών, αγωνία, κατάρες και δάκρυα. Στις μέρες μας, βλέπουν, όπως πρώτα, τον πέλεκυ, το σχοινί, το τουφέκι, την φυλακή· από την μια μεριά, τον αποκτηνωμένο φυλακισμένο, που έχει υποβιβαστεί, στην κατάσταση ενός εγκλωβισμένου θηρίου, με την εξευτέλιση όλης της ηθικής υπόστασής του· και από την άλλη, τον δικαστή, στερημένο, από κάθε συναίσθημα, που τιμά, πράγματι, την ανθρώπινη φύση, να ζει, σαν μισότρελος ερημίτης, σε έναν κόσμο νομικών μυθοπλασιών, να γλεντάει, με την επιβολή φυλάκισης και θανάτου, χωρίς, έστω, να υποψιάζεται, μέσα στην ψυχρή κακοήθεια της τρέλας του, την άβυσσο του ξεπεσμού, που έχει πέσει, μπροστά στα μάτια εκείνων, τους οποίους καταδικάζει.

Βλέπουν μια φυλή νομοθετών να νομοθετούν, χωρίς να ξέρουν, που αναφέρονται οι νόμοι τους· σήμερα, να ψηφίζουν έναν νόμο, για την υγειονομία των πόλεων, χωρίς, καν, την αμυδρότερη ιδέα υγιεινής, αύριο να φτιάχνουν κανονισμούς, για τον εξοπλισμό στρατευμάτων, χωρίς να ξέρουν τίποτε, από όπλα· να φτιάχνουν νόμους, για την διδασκαλία και την εκπαίδευση, χωρίς, ποτέ, να έχουν δώσει ένα μάθημα οποιουδήποτε είδους, ή, έστω και μια έντιμη διαπαιδαγώγηση, στα παιδιά τους· να νομοθετούν, εκεί και ως έτυχε, προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά χωρίς να ξεχνούν, ποτέ, να προβλέπουν ποινές, για τους κουρελιάρηδες, την φυλακή και τα κάτεργα, και ας είναι οι δυστυχείς αυτοί χίλιες φορές λιγότερο ανήθικοι, από τους ίδιους τους νομοθέτες.

Τέλος, τα κριτικά πνεύματα βλέπουν τον δεσμοφύλακα να χάνει, κάθε ανθρώπινο αίσθημα, τον αστυνομικό να εκπαιδεύεται, σαν κυνηγόσκυλο, τον καταδότη της αστυνομίας να σιχαίνεται τον εαυτό του· το «κάρφωμα» να μεταμορφώνεται, σε αρετή· την διαφθορά να ανυψώνεται, σε σύστημα· όλα τα ελαττώματα, όλες τις κακές ιδιότητες της ανθρωπότητας να ενθαρρύνονται και να καλλιεργούνται, για να εξασφαλιστεί ο θρίαμβος του νόμου.

Αυτά τα βλέπουμε, και γι’ αυτό, αντί να επαναλάβουμε, μάταια, την παλιά φόρμουλα, «Σεβασμός στον νόμο», λέμε, «περιφρονήστε τον νόμο και όλα τα επακόλουθά του!». Στην θέση της δειλής φράσης, «Υπακούστε στον νόμο», η κραυγή μας είναι «Εξεγερθείτε, ενάντια, σε όλους τους νόμους!». Συγκρίνετε, μόνο, τα κακά, που γίνονται, στο όνομα κάθε νόμου, με τα καλά, που μπόρεσε να κάνει, ζυγίστε, προσεκτικά, τα καλά και τα κακά, και θα βρείτε, αν έχουμε δίκιο.

Σχετικά μιλώντας, ο νόμος είναι προϊόν των σύγχρονων καιρών. Για αιώνες και αιώνες, η ανθρωπότητα ζούσε, χωρίς οποιοδήποτε γραπτό δίκαιο, έστω και εκείνο που είναι χαραγμένο, σε σύμβολα, πάνω, στις πέτρες της εισόδου ενός ναού. Στην διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ανθρώπινες σχέσεις ρυθμίζονταν, απλώς, από έθιμα, συνήθειες και πρακτικές, που καθιερώνονταν, με την συνεχή επανάληψη, και αποκτούντο, από κάθε πρόσωπο, στην παιδική ηλικία, ακριβώς, όπως μάθαινε πώς να εξασφαλίζει την τροφή του, με το κυνήγι, την κτηνοτροφία, ή την γεωργία.

Όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες πέρασαν από αυτή την πρωτόγονη φάση και ως σήμερα,  ένα μεγάλο ποσοστό της ανθρωπότητας δεν έχει γραπτό δίκαιο. Κάθε φυλή έχει τους τρόπους της και τα έθιμά της· εθιμικό δίκαιο, όπως λένε οι νομικοί. Έχει κοινωνικές συνήθειες και τούτο αρκεί, για να διατηρήσει εγκάρδιες σχέσεις, μεταξύ των κατοίκων του χωριού, των μελών της φυλής, ή της κοινότητας. Ακόμη και ανάμεσά μας – στα «πολιτισμένα» έθνη –, όταν αφήνουμε τις μεγάλες πόλεις και πάμε, στην ύπαιθρο, βλέπουμε ότι, εκεί, οι αμοιβαίες σχέσεις των κατοίκων ρυθμίζονται, σύμφωνα, με αρχαία και γενικά αποδεκτά έθιμα και όχι σύμφωνα, με το γραπτό δίκαιο των νομοθετών. Οι χωρικοί της Ρωσίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας και ακόμη ενός μεγάλου μέρους της Γαλλίας και της Αγγλίας, δεν έχουν καμία ιδέα του γραπτού δικαίου. Μπαίνει στην ζωή τους, μόνο, για να ρυθμίσει τις σχέσεις τους, με το κράτος. Ως προς τις σχέσεις μεταξύ τους, μολονότι είναι μερικές φορές πολύ περίπλοκες, ρυθμίζονται, απλώς, σύμφωνα, με το αρχαίο έθιμο. Πρωτύτερα, έτσι είχαν τα πράγματα, με την ανθρωπότητα, εν γένει.

Δύο διαφορετικά ρεύματα εθίμων αποκαλύπτονται, από την ανάλυση των ηθών των πρωτόγονων ανθρώπων.

Καθώς ο άνθρωπος δεν ζει, σε απομονωμένη κατάσταση, αναπτύσσονται, μέσα του, συνήθειες και συναισθήματα, τα οποία είναι χρήσιμα, για την διατήρηση της κοινωνίας και την διεύρυνση της φυλής. Χωρίς κοινωνικά συναισθήματα και ήθη, η ζωή, από κοινού, θα ήταν, απόλυτα, αδύνατη. Δεν είναι ο νόμος που τα έχει εγκαθιδρύσει· προηγούνται, από κάθε νόμο. Ούτε η θρησκεία τα έχει επιβάλλει· προηγούνται από όλες τις θρησκείες. Ανευρίσκονται, ανάμεσα σε όλα τα ζώα, που ζουν σε κοινωνία. Αναπτύσσονται, αυθόρμητα, από την ίδια την φύση των πραγμάτων, όπως εκείνες οι συνήθειες, στα ζώα, τις οποίες οι άνθρωποι αποκαλούν ένστικτα. Ξεπηδούν, από μία διαδικασία εξέλιξης, η οποία είναι χρήσιμη και πραγματικά, για να διατηρήσει την κοινωνία ενωμένη, στην πάλη, που εξαναγκάζεται να κάνει, για να διατηρήσει την ύπαρξή τους. Οι άγριοι καταλήγουν να μην τρώνε, πια, ο ένας τον άλλο, γιατί βρίσκουν ότι, μακροχρόνια, είναι περισσότερο πλεονεκτικό να αφιερωθούν, σε κάποιο είδος καλλιέργειας, παρά να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση του να τρώνε την σάρκα ενός γερασμένου συγγενή, μια φορά τον χρόνο. Πολλοί ταξιδιώτες έχουν απεικονίσει τους τρόπους ζωής, απόλυτα, ανεξάρτητων φυλών, όπου οι νόμοι και οι αρχηγοί είναι άγνωστοι, αλλά όπου τα μέλη της φυλής έχουν πάψει να χτυπάνε ο ένας τον άλλο, σε κάθε διαμάχη, γιατί η συνήθεια να ζουν, σε κοινωνία, έχει καταλήξει, στην ανάπτυξη ορισμένων συναισθημάτων αδελφοσύνης και κοινότητας συμφερόντων και προτιμούν να απευθύνονται, σε ένα τρίτο πρόσωπο, για τον διακανονισμό των διαφορών. Η φιλοξενία των πρωτόγονων λαών, ο σεβασμός, στην ανθρώπινη ζωή, η αίσθηση της αμοιβαίας υποχρέωσης, η συμπάθεια, προς τον αδύνατο, το θάρρος, που επεκτείνεται ακόμη και στην αυτοθυσία, για χάρη των άλλων, πρώτα των παιδιών και των φίλων και αργότερα των μελών της ίδιας της κοινότητας – όλες αυτές οι ιδιότητες αναπτύσσονται, στον άνθρωπο, πριν από κάθε νόμο, ανεξάρτητα, από κάθε θρησκεία, όπως, στην περίπτωση των κοινωνικών ζώων. Τέτοια συναισθήματα και πρακτικές είναι τα αναπόφευκτα αποτελέσματα της κοινωνικής ζωής. Χωρίς να είναι, όπως λένε οι παπάδες και οι μεταφυσικοί, έμφυτες, στον άνθρωπο, αυτές οι ιδιότητες είναι το αποτέλεσμα της ζωής, από κοινού.

Αλλά δίπλα – δίπλα, με αυτά τα έθιμα, απαραίτητα, στην ζωή των κοινωνιών και την διατήρηση της φυλής, άλλες επιθυμίες, άλλα πάθη και επομένως, άλλες συνήθειες και έθιμα, εξελίσσονται, στην ανθρώπινη συνένωση. Η επιθυμία να κυριαρχήσει κανείς, πάνω σε άλλους, να επιβάλλει την θέλησή του. πάνω τους, η επιθυμία να καταλάβουν τα προϊόντα της εργασίας μιας γειτονικής φυλής· η επιθυμία να περιβληθεί κάποιος, με ανέσεις, χωρίς να παράγει τίποτε, ενώ οι σκλάβοι προμηθεύουν τον κύριό τους, με τα μέσα απόκτησης, κάθε είδους, ηδονής και πολυτέλειας – αυτές οι εγωιστικές, προσωπικές επιθυμίες δημιουργούν ένα άλλο ρεύμα συνηθειών και εθίμων. Ο ιερέας και ο πολεμιστής – ο τσαρλατάνος, που κερδοσκοπεί, πάνω στην δεισιδαιμονία και αφού απελευθερωθεί ο ίδιος, από τον φόβο του δαίμονα, τον καλλιεργεί, σε άλλους, και ο παλληκαράς, που θέλει την εισβολή και την λήστευση των γειτόνων του, για να γυρίσει, με λάφυρα και ακολουθούμενος από σκλάβους. Αυτοί οι δύο, χέρι - χέρι, έχουν πετύχει να επιβάλουν, πάνω στην πρωτόγονη κοινωνία, έθιμα πλεονεκτικά και για τους δυο τους, που τείνουν να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους, στις μάζες. Επωφελούμενοι, από την παθητικότητα, τους φόβους, την αδράνεια του πλήθους και χάρη στην συνεχή επανάληψη των ίδιων πράξεων, έχουν εγκαθιδρύσει μόνιμα έθιμα, τα οποία έχουν γίνει μια στέρεη βάση, για την κυριαρχία τους.

Γι’ αυτόν τον σκοπό, θα έκαναν χρήση, κατά πρώτο λόγο, εκείνης της τάσης να ακολουθεί κανείς την πεπατημένη, που έχει τόσο πολύ αναπτυχθεί, στην ανθρωπότητα. Στα παιδιά και όλους τους άγριους παίρνει εκπληκτικές διαστάσεις και μπορεί, επίσης, να παρατηρηθεί, στα ζώα. Ο άνθρωπος, όταν είναι, τελείως, δεισιδαίμονας, φοβάται, πάντα, να εισαγάγει οποιοδήποτε είδος αλλαγής, στις υπάρχουσες συνθήκες· γενικά σέβεται ό,τι είναι παλιό. «Οι πατέρες μας έκαναν αυτό και αυτό· τα πήγαιναν αρκετά καλά· κάνετε το ίδιο», λένε οι παλιοί, στους νέους, κάθε φορά, που οι τελευταίοι θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα. Το άγνωστο τους φοβίζει, προτιμούν να προσκολλώνται, στο παρελθόν, ακόμη και όταν αυτό το παρελθόν αντιπροσωπεύει φτώχεια, καταπίεση και σκλαβιά.
 
Μπορεί ακόμη να λεχθεί ότι όσο πιο εξαθλιωμένος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο φοβάται κάθε είδος αλλαγής, μήπως και τον κάνει, ακόμη πιο δυστυχισμένο. Κάποια ακτίνα ελπίδας, μερικά ψίχουλα άνεσης, πρέπει να διαπεράσουν την σκοτεινή κατοικία του, προτού αρχίσει να επιθυμεί καλύτερα πράγματα, να κριτικάρει τους παλιούς τρόπους ζωής και να προετοιμαστεί να τους βάλει, σε κίνδυνο, χάριν μιας αλλαγής. Όσο δεν είναι εμποτισμένος από ελπίδα, όσο δεν είναι απελευθερωμένος, από την κηδεμονία εκείνων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την δεισιδαιμονία και τους φόβους του, προτιμά να παραμείνει, στην προγενέστερη κατάστασή του. Όταν οι νέοι επιθυμούν κάποια αλλαγή, οι παλιοί εγείρουν κραυγή πανικού, ενάντια στους νεωτεριστές. Μερικοί άγριοι θα προτιμούσαν να πεθάνουν, μάλλον, παρά να παραβούν τα έθιμα της χώρας τους, γιατί τους έχουν πει ότι η ελάχιστη παραβίαση της κατεστημένης ρουτίνας θα έφερνε κακοτυχία και συμφορά, σε ολόκληρη την φυλή. Ακόμη και σήμερα, πόσοι πολιτικοί, οικονομολόγοι και δήθεν, επαναστάτες δεν δρουν, με τον ίδιο τρόπο και προσκολλώνται, σε ένα εξαφανιζόμενο παρελθόν! Πόσοι δεν έχουν, σαν μοναδική φροντίδα τους, να αναζητούν τα προηγούμενα! Πόσοι διάπυροι νεωτεριστές δεν είναι, παρά απλοί αντιγραφείς επαναστάσεων του παρελθόντος!

Το πνεύμα της ρουτίνας γεννημένο μέσα στην δεισιδαιμονία, την παθητικότητα και την δειλία, υπήρξε, σε όλους τους καιρούς, ο στυλοβάτης της καταπίεσης. Στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, από τους ιερείς και τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Διαιώνισαν έθιμα χρήσιμα, μόνο, στους εαυτούς τους και πέτυχαν να τα επιβάλουν, πάνω, σε ολόκληρη την φυλή. Όσο αυτή η συντηρητική διάθεση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για να διασφαλίσει τον αρχηγό, στην καταπάτησή του, της ατομικής ελευθερίας, όσο οι μόνες ανισότητες, μεταξύ των ανθρώπων, ήταν έργο της φύσης και δεν αυξάνονταν εκατό φορές. από την συγκέντρωση της ισχύος και του πλούτου, δεν υπήρχε ανάγκη, για νόμο και για τους φοβερούς μηχανισμούς των δικαστηρίων και των, ολοένα, αυξανόμενων ποινών, που επιβάλλουν.

Αλλά, καθώς η κοινωνία διαιρούνταν, όλο και πιο πολύ, σε δύο εχθρικές τάξεις, που η μία ζητούσε να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία της και άλλη αγωνιζόταν να ξεφύγει, η πάλη άρχισε· τώρα, ο κατακτητής βιαζόταν να διασφαλίσει τα αποτελέσματα των πράξεών του, σε διαρκή μορφή, και προσπάθησε να τα τοποθετήσει, πέρα από κάθε αμφιβολία, να τα κάνει ιερά και σεβαστά, με κάθε μέσο. Ο νόμος έκανε την εμφάνισή του, από υπό τις ευλογίες του ιερέα και το ρόπαλο του πολεμιστή τέθηκε, στην υπηρεσία του. Το έργο του ήταν να κάνει αμετακίνητα τα έθιμα, προς όφελος της κυρίαρχης μειοψηφίας. Η στρατιωτική ισχύς ανέλαβε να εξασφαλίσει την υπακοή. Αυτή η νέα λειτουργία ήταν μια καινούργια εγγύηση, για την εξουσία του πολεμιστή· τώρα, δεν είχε, μόνο, την ωμή βία, στην υπηρεσία του· ήταν ο αμύντορας του νόμου.

Αν ο νόμος, όμως, δεν παρουσίαζε, παρά μόνο μια συλλογή προσταγών χρήσιμων, στους κυβερνήτες, θα έβρισκε κάποια δυσκολία ,στην εξασφάλιση αποδοχής και υπακοής. Έτσι, οι νομοθέτες ανέμειξαν, σε έναν κώδικα, τα δύο ρεύματα εθίμων, τα οποία, μάλιστα, αναφέραμε: τα αξιώματα, που αντιπροσωπεύουν αρχές ηθικής και κοινωνικής ένωσης και δημιουργήθηκαν, σαν αποτέλεσμα της ζωής, από κοινού, και τις εντολές, που θέλουν να εξασφαλίσουν μια εξωτερική εδραίωση, στην ανισότητα. Έθιμα απόλυτα αναγκαία, για την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας, βρίσκονται στον κώδικα, έξυπνα ανακατεμένα, με ήθη, που επιβλήθηκαν, από την κυβερνώσα κάστα και αξιώνουν και τα δύο, ίσο σεβασμό, από το πλήθος. «Να μην σκοτώσεις», λέει ο κώδικας και σπεύδει να προσθέσει: «Και πλήρωνε δεκάτες, στον ιερέα». «Να μην κλέψεις», λέει ο κώδικας, και αμέσως, κατόπιν: «Αυτός, που αρνείται να πληρώσει φόρους, να του κόψουν το χέρι».

Αυτός ήταν ο νόμος· και έχει, ως σήμερα, διατηρήσει τον διπλό χαρακτήρα του. Η καταγωγή του είναι η επιθυμία της κρατούσας τάξης να δώσει διάρκεια, σε έθιμα, που επιβλήθηκαν, από την ίδια, προς όφελός της. Το χαρακτηριστικό του είναι η επιδέξια ανάμιξη εθίμων χρήσιμων, στην κοινωνία, εθίμων, που δεν έχουν ανάγκη νόμου, για να εξασφαλίσουν σεβασμό, με άλλα έθιμα, χρήσιμα, μόνο, στους κυβερνώντες, επιζήμια, στην μάζα του λαού και διατηρούμενα, μόνο, από τον φόβο της τιμωρίας.

Όπως και το ατομικό κεφάλαιο, το οποίο γεννήθηκε, από την δολιότητα και την βία και αναπτύχθηκε, υπό την αιγίδα της εξουσίας, ο νόμος δεν έχει κανένα δικαίωμα, στον σεβασμό των ανθρώπων. Γεννημένος, από την βία και την δεισιδαιμονία και εγκαθιδρυμένος, προς το συμφέρον του προνομιούχου παράσιτου, του ιερέα και του πλούσιου εκμεταλλευτή, πρέπει να καταστραφεί, παντελώς, την ημέρα, που ο λαός θα θελήσει να σπάσει τις αλυσίδες του.

Θα πειστούμε, καλύτερα γι’ αυτό, όταν, αργότερα, θα αναλύσουμε την μεταγενέστερη ανάπτυξη των νόμων, υπό την αιγίδα της θρησκείας, της εξουσίας και του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού συστήματος.

Είδαμε πώς ο νόμος γεννήθηκε, μέσα στην καθιερωμένη πρακτική και το έθιμο και πώς, από την αρχή, παρουσίαζε μια επιδέξια ανάμειξη των κοινωνικών συνηθειών, αναγκαίων, για την διατήρηση της ανθρώπινης φυλής, με άλλα έθιμα, που επιβλήθηκαν, από κείνους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την λαϊκή δεισιδαιμονία, καθώς και το δικαίωμα του ισχυρότερου, προς όφελός τους. Αυτός ο διπλός χαρακτήρας του νόμου έχει καθορίσει την κατοπινότερη εξέλιξή του, στην διάρκεια της πολιτικής οργάνωσης. Ενώ στην πορεία των αιώνων ο πυρήνας του κοινωνικού εθίμου εμπεριέχεται στον νόμο, υποβλήθηκε, σε ασήμαντες και βαθμιαίες τροποποιήσεις, το άλλο τμήμα αναπτύχθηκε, ευρέως, σε κατευθύνσεις, που υπεδείκνυαν τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και προς βλάβη των καταπιεζόμενων τάξεων.

Από καιρό σε καιρό, αυτές οι κυρίαρχες τάξεις έχουν επιτρέψει να τους αποσπασθεί ένας νόμος, ο οποίος παρουσίαζε, ή φαινόταν να παρουσιάζει, κάποια εγγύηση, για τους απόκληρους. Αλλά, τότε, οι τέτοιοι νόμοι, απλώς, ανακαλούσαν ένα προηγούμενο νόμο, καμωμένο, προς όφελος της κυβερνώσας κάστας. «Οι καλύτεροι νόμοι, λέει ο Buckle, «ήταν εκείνοι, οι οποίοι ανακαλούσαν τους προηγούμενους». Αλλά τί τρομερές προσπάθειες χρειάστηκαν, πόσοι ποταμοί αίματος χύθηκαν, κάθε φορά, που υπήρξε ζήτημα ανάκλησης κάποιου, από αυτούς τους θεμελιώδεις νόμους που χρησιμεύουν για να κρατούν τον λαό στα δεσμά. Προτού μπορέσει να καταργήσει τα τελευταία ίχνη δουλοπαροικίας και φεουδαρχικών δικαιωμάτων και να διαλύσει την δύναμη της βασιλικής αυλής, η Γαλλία αναγκάστηκε να περάσει, μέσα από τέσσερα χρόνια επανάστασης και είκοσι χρόνια πολέμου. Δεκαετίες πάλης χρειάζονται, για να ανακληθούν και οι λιγότερο σημαντικοί, από τους άδικους νόμους, που μας κληροδοτήθηκαν, από το παρελθόν και ακόμη, τότε, σπανίως, εξαφανίζονται, εκτός από περιόδους επανάστασης.

Η ιστορία της γένεσης του κεφαλαίου έχει, ήδη, εκτεθεί, από τους σοσιαλιστές, πολλές φορές. Έχουν περιγράψει, πως γεννήθηκε, από τον πόλεμο και την καταλήστευση, την δουλεία και την καθυπόταξη, την σύγχρονη απάτη και εκμετάλλευση. Έχουν δείξει, πως τρέφεται, από το αίμα του εργάτη, και πως, λίγο – λίγο, κατέκτησε ολόκληρο τον κόσμο. Η ίδια ιστορία, αναφορικά, με την γένεση και την ανάπτυξη του νόμου, δεν έχει, ακόμη, εκτεθεί. Όπως συνήθως, η λαϊκή ευφυΐα έχει κλέψει την πρωτοβουλία, από τους ανθρώπους των βιβλίων. Έχει, ήδη, συνθέσει την φιλοσοφία αυτής της ιστορίας και είναι απασχολημένη, με την αποτύπωση των ουσιωδών οροσήμων της.

Ο νόμος, στην ιδιότητά του, σαν εγγυητής των αποτελεσμάτων της λήστευσης, της δουλείας και της εκμετάλλευσης, έχει ακολουθήσει τις ίδιες φάσεις ανάπτυξης, με το κεφάλαιο. Δίδυμοι αδελφός και αδελφή, έχουν προχωρήσει, χέρι – χέρι, συντηρώντας ο ένας τον άλλο, με την ταλαιπωρία της ανθρωπότητας. Σε κάθε χώρα της Ευρώπης, η ιστορία τους είναι, κατά προσέγγιση, η ίδια. Διέφερε, μόνο, στην λεπτομέρεια· τα κύρια γεγονότα είναι τα ίδια· και αν ρίξουμε μια ματιά, στην ανάπτυξη του νόμου, στην Γαλλία, ή στην Γερμανία, ξέρουμε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τις φάσεις ανάπτυξής του, στα περισσότερα, από τα ευρωπαϊκά έθνη.

Αρχικά, ο νόμος ήταν ένα εθνικό σύμφωνο, ή συμβόλαιο. Είναι αλήθεια ότι αυτό το συμβόλαιο δεν ήταν, πάντα, ελευθέρα αποδεκτό. Ακόμη και στις πρώτες μέρες, οι πλούσιοι και ισχυροί επέβαλλαν την θέλησή τους, πάνω στους υπόλοιπους. Αλλά πάντως, αντιμετώπιζαν ένα εμπόδιο, στις καταπατήσεις τους, από την μάζα του λαού, που συχνά τους έκανε να αισθάνονται, με την σειρά τους, την δύναμή του.

Αλλά καθώς η εκκλησία, από την μια μεριά και οι ευγενείς, από την άλλη, πέτυχαν να υποδουλώσουν τον λαό, το δικαίωμα της δημιουργίας νόμων ξέφυγε, από τα χέρια του έθνους και πέρασε, σε εκείνα των προνομιούχων τάξεων. Ενισχυμένη, από τον πλούτο, που συσσωρεύτηκε, στα σεντούκια της, η εκκλησία επεξέτεινε την εξουσία της. Εισέδυσε, όλο και περισσότερο, στην ιδιωτική ζωή και υπό το πρόσχημα της σωτηρίας των ψυχών, έβαλε χέρι, στην εργασία των δουλοπάροικών της, μάζεψε φόρους, από κάθε τάξη, και πλούτισε, στο μέτρο, που αυξανόταν ο αριθμός των παρανομιών, γιατί το προϊόν, κάθε προστίμου, διοχετευόταν, στα θησαυροφυλάκιά της. Οι νόμοι δεν είχαν, πια, οποιαδήποτε σύνδεση, με το συμφέρον του έθνους. «Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι αυτοί προέρχονταν, από ένα συμβούλιο θρησκόληπτων φανατικών, παρά από νομοθέτες» παρατηρεί ένας ιστορικός του Γαλλικού δικαίου.

Ταυτόχρονα, καθώς ο φεουδάρχης επεξέτεινε, παρόμοια, την εξουσία του, πάνω στους εργαζόμενους της υπαίθρου και στους τεχνίτες των πόλεων, έγινε και αυτός, επίσης, νομοθέτης και δικαστής. Τα λίγα κατάλοιπα εθνικού δικαίου, που χρονολογούνται, από τον δέκατο αιώνα είναι, απλώς, συμφωνίες, που ρυθμίζουν την υπηρεσία, την νόμιμη εργασία, και τους φόρους, που οφείλονταν, από τους δουλοπάροικους και τους υποτελείς, στον κύριό τους. Οι νομοθέτες εκείνης της περιόδου ήσαν μια δράκα ληστών, οργανωμένων, για την καταλήστευση του λαού, που γινόταν, κάθε μέρα, και πιο ειρηνικός, καθώς επιδιδόταν, σε γεωργικές ασχολίες. Αυτοί οι άρπαγες εκμεταλλεύτηκαν τα συναισθήματα, για δικαιοσύνη, που είναι έμφυτα, στον λαό, πόζαραν, σαν διαχειριστές εκείνης της δικαιοσύνης, έκαναν μια πηγή εισοδήματος, για τους εαυτούς τους, από τις θεμελιώδεις αρχές της και κατασκεύασαν νόμους, για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους.

Αργότερα, αυτοί οι νόμοι, που συλλέχτηκαν και ταξινομήθηκαν, από δικαστές, σχημάτισαν την βάση των σύγχρονων κωδίκων. Και πρόκειται εμείς να συζητήσουμε, για σεβασμό αυτών των κωδίκων, της κληροδοσίας του φεουδάρχη και του ιερέα;

Η πρώτη επανάσταση, η εξέγερση των πόλεων υπήρξε επιτυχής, στην κατάργηση, μόνο, ενός τμήματος αυτών των νόμων· οι χάρτες δικαιωμάτων των απελευθερωμένων πόλεων είναι, ως επί το πλείστον, ένας απλός συμβιβασμός, μεταξύ της φεουδαρχικής και επισκοπικής νομοθεσίας και των νέων σχέσεων, που δημιουργήθηκαν, μέσα, στην ίδια την ελεύθερη περιοχή. Και όμως, πόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών των νόμων και των νόμων, που έχουμε, τώρα! Η πόλη δεν αναλάμβανε να φυλακίσει και να εκτελέσει πολίτες, για κρατικούς λόγους· αρκούνταν να εκδιώξουν καθένα, που συνωμοτούσε, με τους εχθρούς της πόλης και να κατεδαφίσουν το σπίτι του. Περιορίζονταν, στην επιβολή προστίμων, για τα καλούμενα «εγκλήματα και παραβάσεις» και στους δήμους του δωδέκατου αιώνα μπορεί, ακόμη, να βρεθεί η δίκαιη αρχή, που, σήμερα, έχει ξεχαστεί, η οποία θεωρεί ολόκληρη την κοινότητα υπεύθυνη, για την κακή συμπεριφορά καθενός, από τα μέλη της. Οι κοινωνίες εκείνου του καιρού έβλεπαν το έγκλημα, σαν ατύχημα, ή κακοτυχία· μια αντίληψη συνηθισμένη, ανάμεσα στους ρώσους χωρικούς, σήμερα. Γι’ αυτό, δεν παραδέχονταν την αρχή της προσωπικής εκδίκησης, όπως κηρύσσεται, από την βίβλο, αλλά θεωρούσαν ότι η ευθύνη, για κάθε παρανομία αντανακλώνταν, σε όλη την κοινωνία. Χρειάστηκε όλη η επίδραση της βυζαντινής εκκλησίας, η οποία εισήγαγε, στην Δύση τις εξευγενισμένες ωμότητες του ανατολικού δεσποτισμού, για να εισαγάγει, στα ήθη των Γαλατών και των Γερμανών την ποινή του θανάτου και τα φοβερά μαρτύρια, που ύστερα επιβάλλονταν, σε όσους θεωρούνταν εγκληματίες. Ακριβώς, κατά τον ίδιο τρόπο, χρειάστηκε όλη η επίδραση του Ρωμαϊκού κώδικα, του προϊόντος της διαφθοράς της αυτοκρατορικής Ρώμης, για να εισαγάγει τις έννοιες της απόλυτης ιδιοκτησίας στην γη, η οποία ανέτρεψε τα κομμουνιστικά έθιμα των πρωτόγονων ανθρώπων.

Όπως ξέρουμε, οι ελεύθεροι δήμοι δεν κατόρθωσαν να διατηρηθούν. Ρημαγμένοι από εσωτερικές διαμάχες, μεταξύ πλούσιων και φτωχών, μεταξύ δημοτών και δουλοπάροικων, έγιναν εύκολη λεία της βασιλείας. Και καθώς η βασιλεία αποκτούσε καινούργια ισχύ, το δικαίωμα της νομοθέτησης πέρασε, όλο και πιο πολύ, στα χέρια μιας κλίκας αυλικών. Έκκληση, στο έθνος, γινόταν, μόνο, για να επικυρώσει τους φόρους, που απαιτούνταν, από τον βασιλιά. Κοινοβούλιο, που συγκαλούνταν, σε διαστήματα δύο αιώνων, σύμφωνα, με την καλή διάθεση, ή το καπρίτσιο της αυλής, «Εξαιρετικά Συμβούλια», συνελεύσεις ευγενών, υπουργοί, που άκουγαν, σπάνια, τα «παράπονα των υπηκόων του βασιλιά» – αυτοί ήσαν οι νομοθέτες της Γαλλίας. Ακόμη, αργότερα, όταν όλη η εξουσία είναι συγκεντρωμένη, σε έναν μοναδικό άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να πει «Εγώ είμαι το κράτος» τα διατάγματα χαλκεύονται, στα «κρυφά πριγκηπικά συμβούλια», σύμφωνα, με τις ορέξεις ενός υπουργού, ή ενός ιδιότροπου βασιλιά· και οι υπήκοοι πρέπει να υπακούσουν, επί ποινή θανάτου. Όλες οι δικαστικές εγγυήσεις καταργούνται· το έθνος είναι ο δουλοπάροικος της βασιλείας και μιας χούφτας αυλικών. Και σε αυτή την περίοδο εκπλήσσει το βλέμμα μας η φρικιαστικότητα των ποινών – ο τροχός, ο πάσσαλος, ο εκδαρμός ζωντανών θυμάτων, βασανιστήρια, κάθε λογής, επινοημένα, από την αρρωστημένη φαντασία καλόγερων και τρελών, που αναζητούσαν ευχαρίστηση, στην αγωνία των εκτελούμενων εγκληματιών.

Η μεγάλη Επανάσταση άρχισε την κατεδάφιση αυτού του πλαισίου δικαίου, που μας κληροδοτήθηκε, από τον φεουδαρχισμό και την βασιλεία. Αλλά, αφού κατεδάφισε μερικά τμήματα του αρχαίου οικοδομήματος, η Επανάσταση έδωσε την εξουσία νομοθέτησης, στην μπουρζουαζία, η οποία, με τη σειρά της, άρχισε να ανεγείρει ένα νέο πλαίσιο νόμων αποσκοπούντων να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν την κυριαρχία της μεσαίας τάξης, πάνω στις μάζες. Το κοινοβούλιό τους νομοθετεί ,δεξιά και αριστερά και βουνά νόμων συσσωρεύονται, με φοβερή ταχύτητα. Αλλά, τί είναι όλοι αυτοί οι νόμοι, κατά βάθος;

Το κύριο τμήμα δεν έχει, παρά ένα θέμα – να προστατεύσει την ιδιωτική ιδιοκτησία, δηλαδή τον πλούτο, που αποκτάται, με την εκμετάλλευση ανθρώπου, από άνθρωπο. Ο σκοπός του είναι να διανοίξει, στο κεφάλαιο, καινούργια πεδία, για εκμετάλλευση και να επικυρώσει τις νέες μορφές, που προσλαμβάνει, συνεχώς, αυτή η εκμετάλλευση, καθώς το κεφάλαιο κατακυριεύει τον ένα, μετά τον άλλο, τους κλάδους της ανθρώπινης δραστηριότητας: σιδηροδρόμους, τηλεγράφους, ηλεκτρικό φως, χημικές βιομηχανίες, την έκφραση της σκέψης του ανθρώπου, στην λογοτεχνία και στην επιστήμη, κλπ. Το αντικείμενο των υπόλοιπων, από αυτούς τους νόμους, είναι, θεμελιωδώς, το ίδιο. Υπάρχουν, για να διατηρούν την μηχανή της κυβέρνησης, η οποία χρησιμεύει, για να εξασφαλίζει, στο κεφάλαιο, την εκμετάλλευση και το μονοπώλιο του παραγόμενου πλούτου. Οι δικαστές, η αστυνομία, ο στρατός, η δημόσια εκπαίδευση, το χρηματοδοτικό σύστημα, όλα υπηρετούν ένα θεό – το κεφάλαιο· όλα έχουν έναν, μόνο, στόχο – να διευκολύνουν την εκμετάλλευση του εργάτη, από τον καπιταλιστή. Αναλύστε όλους τους νόμους, που ψηφίζονται και δεν θα βρείτε, παρά, μόνο, αυτό.

Η προστασία του προσώπου, η οποία προβάλλεται, σαν η αληθινή αποστολή του νόμου, καταλαμβάνει έναν ανεπαίσθητο χώρο, ανάμεσά τους, γιατί, στην υπάρχουσα κοινωνία, οι επιθέσεις, κατά του προσώπου, που υπαγορεύονται, άμεσα, από το μίσος και την κτηνωδία τείνουν να εξαφανιστούν. Σήμερα, αν δολοφονείται κάποιος, αυτό γίνεται, συνήθως, για να τον ληστέψουν. Αλλά, αν αυτή η κατηγορία εγκλημάτων και παραβάσεων ελαττώνεται, συνεχώς, σίγουρα, δεν οφείλουμε αυτή την αλλαγή, στην νομοθεσία. Οφείλεται, στην ανάπτυξη του ανθρωπισμού, στις κοινωνίες μας, στις, αυξανόμενα, κοινωνικές συνήθειες μάλλον, παρά στις εντολές των νόμων μας. Ανακαλέστε, αύριο, κάθε νόμο, που ασχολείται, με την προστασία του προσώπου και σταματήστε, αύριο, όλες τις δίκες, για επίθεση και ο αριθμός των αποπειρών, που υποκινούνται, από προσωπική εκδίκηση και από κτηνωδία δεν θα αυξανόταν, ούτε, κατά μία περίπτωση.

Θα μας φέρουν, ίσως, την αντίρρηση ότι, στην διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων, έχουν θεσμοθετηθεί, πάρα πολλοί φιλελεύθεροι νόμοι. Αλλά, αν αναλυθούν αυτοί οι νόμοι, θα ανακαλυφθεί ότι αυτή η φιλελεύθερη νομοθεσία συνίσταται, στην ανάκληση των νόμων, που μας κληροδοτήθηκαν, από την βαρβαρότητα των προηγούμενων αιώνων. Κάθε φιλελεύθερος νόμος, κάθε ριζοσπαστικό πρόγραμμα, μπορεί να συνοψισθεί, σε αυτές τις λέξεις – κατάργηση των νόμων, που έγιναν βαρετοί και στην ίδια την μεσαία τάξη και επιστροφή και επέκταση, σε όλους τους πολίτες ελευθεριών, που υπήρχαν, στους δήμους του δωδέκατου αιώνα. Η κατάργηση της θανατικής ποινής, η δίκη, από ενόρκους, για όλα τα «εγκλήματα» (υπήρχε ένα πιο φιλελεύθερο ορκωτό σύστημα, στον δωδέκατο αιώνα), η εκλογή των δικαστών, το δικαίωμα να φέρει κανείς δημόσιους αξιωματούχους, σε δίκη, η κατάργηση των μόνιμων στρατών, η δωρεάν εκπαίδευση κλπ., κάθε τι, που τονίζεται, σαν εφεύρεση του σύγχρονου φιλελευθερισμού, δεν είναι, παρά επιστροφή, στην ελευθερία, η οποία υπήρχε, πριν η εκκλησία και ο βασιλιάς βάλουν χέρι, σε κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής.

Έτσι, η προστασία της εκμετάλλευσης, άμεσα, με νόμους, πάνω, στην ιδιοκτησία και έμμεσα, με την διατήρηση του Κράτους, είναι και το πνεύμα και η ουσία των σύγχρονων κωδίκων μας και η μοναδική λειτουργία της πολυδάπανης νομοθετικής μηχανής μας. Αλλά είναι καιρός, που έχουμε πάψει να ικανοποιούμαστε, με απλές φράσεις και μάθαμε να εκτιμούμε την πραγματική τους σημασία. Ο νόμος, ο οποίος, στην πρώτη εμφάνισή του, παρουσιαζόταν, σαν σύνοψη των εθίμων, που είναι χρήσιμα, για την διατήρηση της κοινωνίας, γίνεται, τώρα, αντιληπτός, σαν τίποτε άλλο, από ένα όργανο, για την διατήρηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, πάνω στις μοχθούσες μάζες, από πλούσια παράσιτα. Σήμερα, η πολιτιστική αποστολή του είναι, τελείως, ανύπαρκτη· δεν έχει ,παρά ένα στόχο: να υποστηρίζει την εκμετάλλευση.

Αυτά μας λέει η ιστορία, ως προς την εξέλιξη του νόμου. Πάνω, στην βάση αυτής της ιστορίας καλούμαστε να τον σεβαστούμε; Σίγουρα, όχι. Δεν έχει περισσότερο δικαίωμα, στον σεβασμό, από ό,τι το κεφάλαιο, ο καρπός της καταλήστευσης. Και το πρώτο καθήκον της επανάστασης θα είναι να βάλει φωτιά, σε όλους τους υπάρχοντες νόμους και σε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας.

Τα εκατομμύρια των νόμων, τα οποία υπάρχουν, για την ρύθμιση της ανθρωπότητας, εμφανίζονται, ύστερα από έρευνα, να διαιρούνται, σε τρεις βασικές κατηγορίες: προστασία της ιδιοκτησίας, προστασία των προσώπων, προστασία της κυβέρνησης. Και αναλύοντας κάθε μια, από αυτές τις τρεις κατηγορίες, φτάνουμε στο ίδιο λογικό και αναγκαίο συμπέρασμα: το άχρηστο και το επιβλαβές του νόμου.

Οι σοσιαλιστές ξέρουν τί σημαίνει προστασία της ιδιοκτησίας. Οι νόμοι, πάνω στην ιδιοκτησία, δεν γίνονται, για να εγγυηθούν, είτε στο άτομο, είτε στην κοινωνία, την απόλαυση του προϊόντος της εργασίας τους. Απεναντίας, γίνονται για να ληστέψουν, από τον παραγωγό, ένα μέρος, από αυτό, που έχει δημιουργήσει και να εξασφαλίσουν, σε ορισμένους άλλους ανθρώπους, εκείνο το τμήμα του προϊόντος, το οποίο έχουν κλέψει, είτε από τον παραγωγό, είτε από την κοινωνία, σαν όλο. Όταν, για παράδειγμα, ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμα του κυρίου τάδε. σε ένα σπίτι, δεν καθιερώνει το δικαίωμά του, σε μια καλύβα, που έχει κτίσει, για τον εαυτό του, ή, σε ένα σπίτι, που έχει οικοδομήσει, με την βοήθεια κάποιων φίλων του. Σε αυτή την περίπτωση, κανείς δεν θα αμφισβητούσε το δικαίωμά του.

Απεναντίας, ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμά του, σε ένα σπίτι, το οποίο δεν είναι προϊόν της εργασίας του· πρώτ’ απ’ όλα, γιατί έχει βάλει άλλους να το κτίσουν, για λογαριασμό του, χωρίς να τους έχει πληρώσει την πλήρη αξία της εργασίας τους και κατόπιν, γιατί αυτό το σπίτι αντιπροσωπεύει μια κοινωνική αξία, την οποία δεν θα μπορούσε να παραγάγει, για τον εαυτό του. Ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμά του, σε ό,τι ανήκει, στον καθένα, γενικά και σε κανένα συγκεκριμένα. Το ίδιο σπίτι, κτισμένο, στο μέσον της Σιβηρίας, δεν θα είχε την αξία, που κατέχει, σε μια μεγάλη πόλη και όπως ξέρουμε, αυτή η αξία προέρχεται, από τον μόχθο, κάπου πενήντα γενεών ανθρώπων, που έχουν κτίσει την πόλη, την ομόρφυναν, την προμήθευσαν, με νερό και φωταέριο, με ωραίους δρόμους, κολλέγια, θέατρα, καταστήματα, σιδηροδρόμους και λεωφόρους ,που οδηγούν, σε κάθε κατεύθυνση. Έτσι, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του κυρίου τάδε, σε ένα συγκεκριμένο σπίτι, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, ή στην Ρουέν, ο νόμος αποδίδει, άδικα, σε αυτόν, ένα ορισμένο τμήμα της εργασίας της ανθρωπότητας, εν γένει. Και επειδή, ακριβώς, αυτή η ιδιοποίηση και όλες οι άλλες μορφές ιδιοκτησίας, που φέρουν τον ίδιο χαρακτήρα, είναι μια κραυγαλέα αδικία, χρειάζεται ένα ολόκληρο οπλοστάσιο νόμων και ένας ολόκληρος στρατός στρατιωτών, αστυνομικών και δικαστών, για να την διατηρήσει, ενάντια στο αίσθημα της λογικής και της δικαιοσύνης, που είναι έμφυτα, στην ανθρωπότητα.

Οι μισοί, από τους νόμους μας – ο αστικός κώδικας, σε κάθε χώρα – δεν εξυπηρετεί άλλον σκοπό, από το να διατηρήσει αυτή την ιδιοποίηση, αυτό το μονοπώλιο, προς όφελος ορισμένων ατόμων και ενάντια, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τα τρία τέταρτα των υποθέσεων, που εκδικάζονται, από τα δικαστήρια, δεν είναι, παρά φιλονικίες, μεταξύ μονοπωλιστών – δύο ληστές, που τσακώνονται, για την λεία τους. Και πάρα πολλοί, από τους ποινικούς μας νόμους, έχουν, κατά νου, τον ίδιο στόχο και ο σκοπός τους είναι να κρατήσουν τον εργάτη, σε μια υποτακτική θέση, απέναντι, στον εργοδότη του και έτσι, να παράσχουν ασφάλεια, για την εκμετάλλευση.

Ως προς την εγγύηση του προϊόντος της εργασίας του, στον παραγωγό, δεν υπάρχουν νόμοι, που, έστω, να επιχειρούν τέτοιο πράγμα. Είναι τόσο απλό και φυσικό, τόσο πολύ μέρος των τρόπων και των εθίμων της ανθρωπότητας, ώστε ο νόμος δεν το έχει σκεφτεί, καν. Η ανοικτή ληστεία, με το ξίφος, στο χέρι, δεν είναι γνώρισμα της εποχής μας. Ούτε ένας εργαζόμενος πάει ποτέ και φιλονικεί, για το προϊόν της εργασίας του, με έναν άλλο. Αν έχουν μια διαφορά την διευθετούν προσεπικαλούμενοι ένα τρίτο πρόσωπο, χωρίς να καταφεύγουν, στον νόμο. Το μόνο πρόσωπο, που απαιτεί, από έναν άλλο αυτό, που έχει παράγει, είναι ο ιδιοκτήτης, που έρχεται και παίρνει την μερίδα του λέοντος. Όσο για την ανθρωπότητα, εν γένει, παντού, σέβεται το δικαίωμα καθένα, σε ό,τι έχει δημιουργήσει, χωρίς την παρεμβολή κανενός ειδικού νόμου.

Καθώς όλοι οι νόμοι, γύρω από την ιδιοκτησία, οι οποίοι απαρτίζουν παχείς τόμους κωδίκων και είναι το καύχημα των νομικών μας, δεν έχουν άλλον στόχο, από το να προστατεύσουν την άδικη ιδιοποίηση ανθρώπινης εργασίας, από ορισμένους μονοπωλιστές, δεν υπάρχει κανένας λόγος, για την ύπαρξή τους και την ημέρα της επανάστασης οι κοινωνικοί επαναστάτες είναι, ολοκληρωτικά, αποφασισμένοι να βάλουν, σε αυτούς, ένα τέρμα. Πράγματι, είναι τελείως δικαιολογημένο να παραδοθούν, στην πυρά, όλοι οι νόμοι, που αναφέρονται, στα λεγόμενα «δικαιώματα ιδιοκτησίας», όλες οι δικαιοπραξίες, όλα τα κατάστιχα, με μια λέξη, όλα όσα συνδέονται, με οποιοδήποτε τρόπο, με έναν θεσμό, τον οποίο, σύντομα, θα βλέπουν, σαν στίγμα, στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσο ταπεινωτικό, όσο και η δουλεία, ή η δουλοπαροικία των περασμένων αιώνων.

Οι παρατηρήσεις, που, μόλις, έγιναν, πάνω, στους νόμους, που αφορούν την ιδιοκτησία, είναι, εξ ίσου ,εφαρμόσιμες, στην δεύτερη κατηγορία νόμων: σε εκείνους, που αποσκοπούν, στην διατήρηση της κυβέρνησης, δηλαδή στο συνταγματικό δίκαιο.

Τούτο, πάλι, είναι ένα τέλειο οπλοστάσιο νόμων, διαταγμάτων, πράξεων, διαταγών, εν συμβουλίω και χίλιων-δυο άλλων, που όλα χρησιμεύουν να προστατεύσουν τις διάφορες μορφές αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, ανατεθειμένες ή υφαρπασμένες, κάτω από τις οποίες σφαδάζει η ανθρωπότητα. Ξέρουμε, πολύ καλά – οι αναρχικοί το έχουν, πολύ συχνά, τονίσει, στην διηνεκή κριτική τους των διάφορων μορφών κυβέρνησης, ότι η αποστολή όλων των κυβερνήσεων, μοναρχικών, συνταγματικών, ή δημοκρατικών, είναι να προστατεύσουν και να διατηρήσουν, με τη βία, τα συμφέροντα των κατεχουσών τάξεων, της αριστοκρατίας, του κλήρου και των εμπόρων. Ένα τρίτο των νόμων μας – και κάθε χώρα έχει μερικές δεκάδες χιλιάδες, από δαύτους – οι θεμελιώδεις νόμοι, πάνω στους φόρους, τους εσωτερικούς δασμούς, την οργάνωση των υπουργικών τμημάτων και των γραφείων τους, του στρατού, της αστυνομίας, της εκκλησίας κλπ., δεν έχουν άλλο σκοπό, εκτός από το να διατηρούν και να αναπτύσσουν την διοικητική μηχανή. Κι αυτή η μηχανή χρησιμεύει, σχεδόν, ολοκληρωτικά, να προστατεύει τα συμφέροντα των κατεχουσών τάξεων. Αναλύστε όλους αυτούς τους νόμους, παρατηρείστε τους στην πράξη, ημέρα με την ημέρα και θα ανακαλύψετε ότι κανένας τους δεν αξίζει να διατηρηθεί.

Γύρω από τέτοιους νόμους, δεν μπορούν να υπάρχουν δύο γνώμες. Όχι, μόνο, οι αναρχικοί, αλλά, επίσης, λίγο – πολύ, οι επαναστάτες ριζοσπάστες συμφωνούν ότι η μόνη χρήση των νόμων, που αφορούν την οργάνωση της κυβέρνησης είναι να τους ρίξουμε στη φωτιά.

Η τρίτη κατηγορία νόμων παραμένει να εξετασθεί· εκείνη, που σχετίζεται, με την προστασία του προσώπου και την εξιχνίαση και παρεμπόδιση του «εγκλήματος». Αυτή είναι η πιο σπουδαία, γιατί συνδέονται, μαζί της, πολλές προκαταλήψεις· γιατί, αν το δίκαιο βρίσκει ένα ορισμένο ποσό σεβασμού, αιτία είναι η πεποίθηση ότι αυτό το είδος δικαίου είναι απόλυτα αναντικατάστατο, για την διατήρηση της ασφάλειας, στις κοινωνίες μας. Αυτοί είναι νόμοι, που αναπτύχθηκαν, από τον πυρήνα των εθίμων, που είναι χρήσιμα, στις ανθρώπινες κοινότητες και τα οποία έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, από τους κυβερνώντες, για να καθαγιάσουν την δική τους κυριαρχία. Η εξουσία των αρχηγών των φυλών, των πλούσιων οικογενειών, στις πόλεις και του βασιλιά, εξαρτιόταν, από τις δικαστικές τους λειτουργίες και ακόμη, ως τις ημέρες μας, όποτε γίνεται λόγος, για την αναγκαιότητα της κυβέρνησης, εκείνο, που υπονοείται, είναι η λειτουργία της, σαν ύπατου δικαστή. «Χωρίς κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα κομμάτιαζαν ο ένας τον άλλο», υποστηρίζει ο ρήτορας του χωριού. «Ο απώτατος σκοπός, κάθε κυβέρνησης, είναι να εξασφαλίζει δώδεκα έντιμους ενόρκους, σε κάθε κατηγορούμενο πρόσωπο», είπε ο Burke.

Λοιπόν, παρά όλες τις προκαταλήψεις, που υπάρχουν, στο παρόν θέμα, είναι καιρός οι αναρχικοί να κηρύξουν, θαρραλέα, αυτή την κατηγορία νόμων άχρηστη και επιβλαβή, όπως και την προηγούμενη.

Πρώτα, από όλα, ως προς τα λεγόμενα «εγκλήματα»  – προσβολές κατά προσώπων – είναι, καλά, γνωστό ότι τα δύο τρίτα,και συχνά, τα τρία τέταρτα, τέτοιων «εγκλημάτων» υποκινούνται, από την επιθυμία να αποκτήσει κανείς την κατοχή του πλούτου κάποιου άλλου. Αυτή η τεράστια κατηγορία των λεγόμενων «εγκλημάτων και παραβάσεων» θα εξαφανιστεί την ημέρα, που η ιδιωτική ιδιοκτησία θα πάψει να υπάρχει. «Αλλά», θα λεχθεί, «θα υπάρχουν, πάντα, κτήνη, τα οποία θα βλάψουν τις ζωές των συμπολιτών τους, τα οποία θα βάλουν τα χέρια τους, στο μαχαίρι, σε κάθε φιλονικία και θα εκδικηθούν τη μηδαμινότερη προσβολή, με φόνο, αν δεν υπάρχουν νόμοι να τους  συγκρατήσουν και ποινές να τους αποτρέψουν». Αυτή η επωδός επαναλαμβάνεται, κάθε φορά, που το δικαίωμα της κοινωνίας να τιμωρεί αμφισβητείται.

Ωστόσο, υπάρχει ένα γεγονός, σχετικά, με αυτό το θέμα, το οποίο, σήμερα, είναι, πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Η δριμύτητα της ποινής δεν ελαττώνει την ποσότητα των εγκλημάτων. Κρεμάστε, και αν σας αρέσει, κομματιάστε τους δολοφόνους και ο αριθμός των φόνων δεν θα μειωθεί, ούτε κατά έναν. Από την άλλη μεριά, καταργείστε την ποινή του θανάτου και δεν θα υπάρξει, ούτε ένας φόνος παραπάνω· θα υπάρξουν λιγότεροι. Οι στατιστικές το αποδείχνουν. Αλλά, αν η σοδειά είναι καλή, το ψωμί φτηνό και ο καιρός αίθριος, ο αριθμός των φόνων, αμέσως, μειώνεται. Αυτό, πάλι, αποδεικνύεται, από την στατιστική. Η ποσότητα των εγκλημάτων αυξάνει και ελαττώνεται, πάντοτε, κατ’ αναλογίαν, με την τιμή των αγαθών και την κατάσταση του καιρού. Όχι ότι όλοι οι φονιάδες παρακινούνται, από την πείνα. Τούτο δεν συμβαίνει. Αλλά, όταν η σοδειά είναι καλή και τα αγαθά βρίσκονται, σε προσιτή τιμή και όταν ο ήλιος λάμπει, οι άνθρωποι, πιο ανάλαφροι, στην διάθεση και λιγότερο μίζεροι, από συνήθως, δεν δίνουν διέξοδο, σε σκοτεινά πάθη και δεν καρφώνουν το μαχαίρι στο στήθος του συνανθρώπου τους, για ασήμαντες αφορμές.

Επί πλέον, είναι, επίσης, ένα πολύ γνωστό γεγονός ότι ο φόβος της τιμωρίας δεν έχει ποτέ σταματήσει, έστω και έναν δολοφόνο. Αυτός, που σκοτώνει τον γείτονά του, από εκδίκηση, ή αθλιότητα, δεν σκέφτεται πολύ, για τις συνέπειες· και υπήρξαν ελάχιστοι δολοφόνοι, που δεν ήσαν, ακλόνητα, πεπεισμένοι ότι θα διέφευγαν την δίωξη.

Χωρίς να μιλήσουμε, για μια κοινωνία, στην οποία ο άνθρωπος θα λαβαίνει καλύτερη εκπαίδευση, στην οποία η ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων του και η δυνατότητα να τις εξασκήσει, θα του προσφέρει τόσες απολαύσεις, ώστε δεν θα ζητά να τις δηλητηριάσει, με τύψεις – ακόμη και στην κοινωνία μας, ακόμη και με εκείνα τα ζοφερά προϊόντα της αθλιότητας, που βλέπουμε, στα καπηλειά των μεγάλων πόλεων – την ημέρα, που δεν θα επιβάλλεται καμιά ποινή, στους δολοφόνους, ο αριθμός των φόνων δεν θα αυξηθεί, ούτε κατά μια περίπτωση. Κι είναι, άκρως, πιθανό ότι, απεναντίας, θα μειωθεί, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις, που οφείλονται, σήμερα, σε εγκληματίες καθ’ έξιν, οι οποίοι έχουν αποκτηνωθεί, στις φυλακές.

Μάς μιλάνε, συνεχώς, για τα ευεργετήματα, που συνεπιφέρει ο νόμος και τα ευεργετικά αποτελέσματα των ποινών, αλλά έχουν, ποτέ, οι ρήτορες επιχειρήσει να ζυγίσουν τα ευεργετήματα, που αποδίδονται, στους νόμους και τις ποινές και την εξαχρειωτική επίδραση αυτών των ποινών, πάνω, στην ανθρωπότητα; Υπολογίστε, μόνο, τα κακά πάθη, που ξύπνησαν, στην ανθρωπότητα, από τις θηριώδεις ποινές, που επιβάλλονταν, άλλοτε, στους δρόμους! Ο άνθρωπος είναι το σκληρότερο ζώο, πάνω στην γη.

Αλλά ποιός υποβοήθησε κι ανέπτυξε τα σκληρά ένστικτα, που είναι άγνωστα, ακόμη και ανάμεσα στους πιθήκους, αν δεν είναι ο βασιλιάς, ο δικαστής και οι παπάδες, οπλισμένοι, με το νόμο, που έκαναν την σάρκα κομμάτια, που έβραζαν πίσσα, για να την χύσουν, στις πληγές, που αποσπούσαν μέλη, που συνέτριβαν κόκκαλα, που πριόνιζαν ανθρώπους, για να διατηρήσουν την εξουσία τους; Υπολογίστε, μονάχα, τον χείμαρρο εξαχρείωσης, που ξεχύνεται, στην ανθρώπινη κοινωνία, με το «κάρφωμα», που ενθαρρύνεται, από τους δικαστές, που πληρώνεται, αδρά, από τις κυβερνήσεις, υπό το πρόσχημα ότι βοηθά, στην ανακάλυψη του «εγκλήματος». Πηγαίνετε, στις φυλακές και μελετείστε τί γίνεται ο άνθρωπος, όταν στερείται την ελευθερία του και κλείνεται με άλλα εξαθλιωμένα όντα, βουτηγμένος, στην εξαχρείωση και στην διαφθορά, που αναδύεται και από τους ίδιους τους τοίχους των υπαρχουσών φυλακών μας. Θυμηθείτε, μονάχα, ότι, όσο περισσότερο αναμορφώνονται οι φυλακές, τόσο πιο αποκρουστικές γίνονται. Τα υποδειγματικά μας σύγχρονα αναμορφωτήρια είναι εκατό φορές ,πιο φρικτά, από τα μπουντρούμια του μεσαίωνα. Τελικά, σκεφτείτε τί διαφθορά, τί εξαχρείωση μυαλού συντηρείται, ανάμεσα στους ανθρώπους, από την ιδέα της υπακοής, αυτή τούτη την ουσία του νόμου· της τιμωρίας· της εξουσίας, που έχει το δικαίωμα να τιμωρεί, να κρίνει, ανεξάρτητα, από την συνείδησή μας και την εκτίμηση των φίλων μας· της αναγκαιότητας, για δήμιους, δεσμοφύλακες και πληροφοριοδότες – κοντολογίς, από όλες τις ιδιότητες του νόμου και της εξουσίας. Σκεφτείτε τα όλα αυτά και σίγουρα, θα συμφωνήσετε μαζί μας, ότι ο νόμος, που επιβάλλει ποινές, είναι μια βδελυγμία που θα έπρεπε να πάψει να υπάρχει.

Λαοί, χωρίς πολιτική οργάνωση και επομένως, λιγότερο εξαχρειωμένοι, από εμάς, έχουν καταλάβει, τέλεια, ότι ο άνθρωπος, που αποκαλείται «εγκληματίας» είναι, απλώς, άτυχος· ότι το φάρμακο δεν είναι να τον μαστιγώσουμε, να τον αλυσοδέσουμε, ή να τον σκοτώσουμε, στην αγχόνη, ή στην φυλακή, αλλά να τον βοηθήσουμε, με την πιο αδελφική φροντίδα, με μεταχείριση βασισμένη, στην ισότητα, με τα ήθη της ζωής, ανάμεσα σε έντιμους ανθρώπους. Ελπίζουμε ότι, στην επόμενη επανάσταση, τούτη η κραυγή θα ακουστεί: «Κάψτε τα ικριώματα· γκρεμίστε τις φυλακές· καταργείστε τους δικαστές, τους αστυνόμους και τους πληροφοριοδότες – την πιο βρώμικη ράτσα, επί του προσώπου της γης· μεταχειριστείτε, σαν αδελφό, τον άνθρωπο, που έχει οδηγηθεί, από το πάθος, να κάνει κακό, στους συνανθρώπους σας· πάνω απ’ όλα, αφαιρέστε, από τα χαμερπή προϊόντα της οκνηρίας της μεσαίας τάξης, την δυνατότητα να επιδείχνουν τα βίτσια τους, με φανταχτερά χρώματα· και να είστε βέβαιοι ότι ελάχιστα εγκλήματα θα αμαυρώσουν την κοινωνία μας».

Τα κύρια στηρίγματα του εγκλήματος είναι ο παρασιτισμός, σε βάρος των άλλων, ο νόμος και η εξουσία· νόμοι, για την ιδιοκτησία, νόμοι, για την κυβέρνηση, νόμοι, για ποινές και παραβάσεις· και εξουσία, που παίρνει το δικαίωμα να κατασκευάζει αυτούς τους νόμους και να τους εφαρμόζει.

Όχι πια νόμους! Όχι πια δικαστές! Η ελευθερία, η ισότητα και η έμπρακτη ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι τα μόνα αποτελεσματικά εμπόδια, που μπορούμε να αντιπαραθέσουμε, στα αντικοινωνικά ένστικτα μερικών, από μάς."




Το παραπάνω κείμενο, γραμμένο, από τον Πιότρ Κροπότκιν, το 1886, είναι σαφές ότι έχει τις αδυναμίες του, οι οποίες, προφανώς, οφείλονται, στο παρωχημένο του χρόνου, στον οποίο γράφηκε και στους περιορισμούς, στους οποίους υπόκεινται, αρκετές από τις διαπιστώσεις, που γίνονται, σε αυτό, λόγω της στενότητας των γνώσεων, για την ανθρώπινη υπόσταση, τις ανθρώπινες κοινωνίες και τις αλληλεπιδράσεις, που, εκ των πραγμάτων, προκύπτουν, από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, με βιολογικώς, ενσταλαγμένα ένστικτα, που, μέσα από ένα απροσδιόριστο, πολλές φορές, μείγμα, το οποίο προκύπτει και έρχεται ως αποτέλεσμα, από αυτές τις πρωταρχικές και μεταγενέστερες αλληλεπιδράσεις, τον προτρέπουν, προς ορισμένες στάσεις και συμπεριφορές. 

Όμως, με την βοήθεια αυτού του κειμένου, όσο παλαιό και σε κάποια σημεία του ανεπίκαιρο και αν είναι, οι αμυντικές, αλλά, δυναμικά και προοπτικά, σε βάθος χρόνου, επισημάνσεις του Πιότρ Κροπότκιν, στον διάλογό του, με τον Λένιν, για την ποιότητα και τους βέβαιους κινδύνους της εξουσίας, που εκτρέπουν, εξ ορισμού, τον όποιον πειραματισμό, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, όπως και αν την αποκαλέσουμε, όποια ονομασία και αν της δώσουμε, υπήρξαν, απολύτως, ορθές και βρήκαν την δικαίωσή τους, μέσα από την ορμή και την πορεία της Ιστορίας, όπως την γνώρισαν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, που έζησαν και ζουν, από τότε, από εκείνες τις ημέρες, που οι δύο μέτοχοι, του, παραπάνω, διαλόγου εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, πρώτος ο Πιότρ Αλεκσέγιεβιτς Κροπότκιν, στις 8/2/1921 και δεύτερος ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν, στις 24/1/1924.

Και φυσικά, μέσα σε όλη αυτή την διαδικασία, η οποία έχει τις διαστάσεις μιας ιστορικής διελκυστίνδας, αυτές οι διαπιστώσεις είναι που έχουν σημασία, αφού αυτές είναι εκείνες, που περιγράφουν τους περιορισμούς, τα αδιέξοδα και το, εν πολλοίς, ουτοπικό περιεχόμενο των κοινωνικών μετασχηματισμών, τους οποίους οι διάφοροι κοινωνικοί μηχανικοί, που, σαν τον Λένιν, θέλουν και επιδιώκουν να τους εμφανίσουν, ως προϊόντα, ή εργαλεία, για την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή.

Και οι οποίοι κοινωνικοί μετασχηματισμοί, στην πράξη, δεν είναι, τίποτε περισσότερο, από μια ανακατασκευή των μηχανισμών ταξικής κοινωνικής διαίρεσης και υποταγής, οι οποίοι μηχανισμοί, πολλές φορές, αποδεικνύονται χειρότεροι εκείνων, τους οποίους αντικατέστησαν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: